Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Γκραβούρες – Άποψη του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα και τον ποταμό Ίναχο με το πολύτοξο γεφύρι. Ανιστόρητη χαλκογραφία, Johann Friedrich Gronovius,17ος αιώνας.

  

Άποψη του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα και τον ποταμό Ίναχο με το πολύτοξο γεφύρι. Ανιστόρητη χαλκογραφία, Johann Friedrich Gronovius,17ος αιώνας.

Άποψη του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα και τον ποταμό Ίναχο με το πολύτοξο γεφύρι. Ανιστόρητη χαλκογραφία, Johann Friedrich Gronovius,17ος αιώνας.

 

Φανταστική απεικόνιση του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα. Ο Ολλανδός Ιάκωβος Γκρονόβιος  (1645-1716) ήταν φιλόλογος και καθηγητής στο πανεπιστήμιο Leiden. Οι εκδόσεις του αναφέρονται στους αρχαίους Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς μεταξύ των οποίων είναι και οι: Πολύβιος, Μακρόβιος, Λίβυος, Στέφανος Βυζάντιος, Αρποκρατίωνας, Φαίδρος, Αρριανός, Ηρόδοτος, Τάκιτος κ.α. Το γνωστότερο όμως έργο του είναι ο Thesaurus antiquitatum Graecarum ( 1697-1702), σε 13 τόμους.

 

Read Full Post »

 Γκραβούρες – Αρχαία Λυκόσουρα (Lycosoura) – Edward Dodwell, 1834

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. 

 

Αρχαία Λυκόσουρα (Lycosoura) - Edward Dodwell, 1834

Τα ερείπια της αρχαίας Λυκόσουρας βρίσκονται 22 περίπου χιλιόμετρα από τη Μεγαλόπολη. Βρίσκεται στις νότιες υπώρειες του Λυκαίου όρους. Σήμερα, 1 χμ. βόρεια, υπάρχει ομώνυμο χωριό με πληθυσμό 65 περίπου κατοίκους. Θεωρείται η αρχαιότερη πόλη στον κόσμο (10.000 – 8.000 π.Χ.) Κατά την αρχαιότητα ήταν ιερή πόλη των Αρκάδων. Ήταν μια πόλη γεμάτη φως. Άλλωστε βρίσκεται στο όρος Λύκαιο, που σημαίνει φωτεινό, και δεσπόζει στον Πελοποννησιακό χώρο προσφέροντας μοναδική θέα. Ο Παυσανίας τη χαρακτηρίζει ως την αρχαιότερη απ΄ όλες τις πόλεις που υπήρξαν ποτέ πάνω σε ηπειρωτική ή νησιωτική γη, ως την πρώτη πόλη που είδε το φως του ήλιου, ως την πόλη υπόδειγμα για τη δημιουργία άλλων πόλεων (Παυσανίας VIII,38,1).

Πάνω στο λόφο διακρίνονται λείψανα από την οχυρωματική περίβολο της αρχαίας ακρόπολης, ενώ στα νότια και στα ανατολικά κράσπεδά του, οι ανασκαφές (που άρχισαν το 1889) έφεραν στο φως κατάλοιπα του περίφημου ιερού της Δέσποινας. Στο βουκολικό τοπίο σήμερα, διακρίνονται ερείπια βωμών της Δέσποινας, της Δήμητρας και της Μεγάλης Μητέρας, μιας μεγάλης στοάς, και ένα εκτεταμένο συγκρότημα οικοδομημάτων στα δυτικά του κυρίως ιερού. Στο δυτικό άκρο του ιερού υπήρχε ναός της Δέσποινας, πρόστυλος με 6 δωρικούς κίονες στον πρόναο και δυο στρογγυλά βάθρα γλυπτών εικόνων, όπου υπήρχαν αγάλματα της Δέσποινας, της Δήμητρας, της Άρτεμης και του γίγαντα Άνυτου, έργα του μεσσήνιου γλύπτη Δαμοφώντα του 2ου  π.χ. αι.

Read Full Post »

Γκραβούρες.  Άποψη της Καλαμάτας (Kalamata) – Χαλκογραφία του A. Lasor, 1713

Άποψη της Καλαμάτας, του κάστρου της και του Μεσσηνιακού κόλπου σε χαλκογραφία του A. Lasor, 1713. Σύμφωνα με τις ανασκαφές η πόλη κατέχει την θέση των αρχαίων Φαρών, η οποία ήταν μια από τις επτά πόλεις που υποσχέθηκε ο Αγαμέμνονας στον Αχιλλέα και σ’ αυτή φιλοξενήθηκε και ο Τηλέμαχος όταν αναζητούσε τον πατέρα του.

  

Άποψη της Καλαμάτας (Kalamata) - Χαλκογραφία του A. Lasor, 1713

 

Στους προχωρημένους μεσαιωνικούς χρόνους, μέσα στο κάστρο, κτίσθηκε ένα εκκλησάκι όπου φυλασσόταν η εικόνα της Παναγιάς της Καλαμάτας που έδωσε κατά μια άποψη, και το όνομά της στην πόλη. Κατά την Φραγκοκρατία, ο Γοδεφρείδος Βελεαρδουίνος οχύρωσε την αρχαία ακρόπολη της πόλης και το κάστρο που βλέπουμε σήμερα, το οποίο ενίσχυσε ακόμα περισσότερο ο Γουλιέλμος Β’ στα μέσα του 13ου αι. έχοντας γεννηθεί και μεγαλώσει εκεί. Το 1865 οι Βενετοί το κατεδάφισαν αλλά αργότερα το ξαναέχτισαν. Πάνω από την εξωτερική πύλη σώζεται εντοιχισμένο ανάγλυφο με το λιοντάρι του Άγιου Μάρκου.

 

Read Full Post »

Γκραβούρες – Μεθώνη ή Μοθώνη (Methoni or Modon) – Χαλκογραφία του Olfert Dapper, 1688.

Η Μεθώνη ή Μοθώνη ονομάσθηκε έτσι από τον Όθωνα λίθο, ένα βράχο συνέχεια της ακτής, που προχωρεί σαν ύφαλος κάτω από την θάλασσα. Το 1209 την κατέβαλαν οι Βενετοί και την οχύρωσαν με το κάστρο που ακόμα και σήμερα εντυπωσιάζει με τον όγκο του.

 

Μεθώνη ή Μοθώνη (Methoni or Modon) – Χαλκογραφία του Olfert Dapper, 1688.

 

Το 1500 την κατέβαλαν οι Τούρκοι για να την παραδώσουν και πάλι στους Βενετούς μέχρι το 1715, οπότε και την κράτησαν μέχρι το 1828 που απελευθερώθηκε. Στο μόνο μέρος που το κάστρο συνδέεται με την στεριά οι Βενετοί άνοιξαν τάφρο και κατασκεύασαν ξύλινη γέφυρα που αντικαταστάθηκε από τον στρατηγό Μαιζών, με μια πέτρινη με μια πέτρινη με 14 τόξα, η οποία σώζεται μέχρι σήμερα. Το φρούριο έχει πολυγωνικό σχήμα και προσδίδει στην πόλη αρχοντιά. Στο νότιο άκρο του τείχους, μια επιβλητική πύλη βγάζει στην γέφυρα που ενώνει την οχυρωμένη πόλη με το Μπούρτζι, τον οκταγωνικό πύργο που κτίσθηκε από τους Τούρκους μετά το 1500 πάνω σε ένα νησάκι, για να ενισχύσει την προστασία του λιμανιού, με επάλληλες ταράτσες και πολεμίστρες. Η χαλκογραφία του 1688 ανήκει στον Φλαμανδό χαρτογράφο Olfert Dapper.

 

Read Full Post »

Ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου – Καλάβρυτα  (Monastery of Megaspelion). Λιθογραφία χρωματισμένη από το έργο του E. Dodwell «Views and descriptions of cyclopian or pelagian remains in Italy and Greece», London, 1834.

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. 

 

Ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου – Καλάβρυτα (Monastery of Megaspelion), Edward Dodwell, 1834.

 

Άποψη του φυσικού περιβάλλοντος των Καλαβρύτων και της ιστορικής μονής του Μεγάλου Σπηλαίου. Η μονή της οποίας κτήτορες αναφέρονται οι μοναχοί Συμεών και Θεόδωρος εκ Θεσσαλονίκης είναι κτισμένη μέσα σε σπήλαιο των Αροάνιων Ορέων (Χελμού) και χρονολογείται από το 362 μ.X. όταν ανεγέρθη ο ναΐσκος της Αγίας Ευφροσύνης στη θέση όπου η ομώνυμος βοσκοπούλα ανακάλυψε την εικόνα της Θεομήτορος.

Η μονή ανοικοδομήθηκε εκ βάθρων το 1285 από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο και εκ νέου το 1641. Ήταν Σταυροπηγιακή, δηλαδή ανήκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Στην διάρκεια της επανάστασης του 1821 παρέμεινε αδούλωτη με υπερασπιστές τους Πετμεζαίους. Καταστράφηκε πολλές φορές από πυρκαγιές και το 1943 λεηλατήθηκε από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Η εικόνα της Θεομήτορος διασώζεται έως σήμερα στην εκκλησία την αφιερωμένη στην Παναγία την Χρυσοσπηλιώτισσα. Η απεικόνιση είναι λιθογραφία χρωματισμένη με την τεχνική «aqua tinte» από το έργο του E. Dodwell «Views and descriptions of cyclopian or pelagian remains in Italy and Greece» London 1834.

Read Full Post »

Αρκαδική πύληΑρχαία Μεσσήνη (Messene) λιθογραφία του Otto Magnus Von Stackelberg – (Όττο Μάγκνους Φον Στάκελμπεργκ), 1834.

Άποψη της Αρκαδικής πύλης στην Αρχαία Μεσσήνη, της πεδιάδας της Στενύκλαρου στη μέση, και στο βάθος του Μεσσηνιακού κόλπου. Η Μεσσήνη κτίσθηκε στους πρόποδες του βουνού Ιθώμη από τον Επαμεινώνδα, γύρω στο 370 π.χ., αφού συγκέντρωσε εκεί τους επί αιώνες σκορπισμένους Μεσσηνίους. Η πόλη οχυρώθηκε με την τελευταία λέξη της οχυρωματικής τεχνικής για να αντέχει στις Σπαρτιάτικες επιδρομές. Το τείχος της είχε μήκος 9 χμ. και πάχος σχεδόν3 μέτρακαι έφερε κατά διαστήματα διώροφους ισχυρούς πύργους και επάλξεις. Από τα τείχη αυτά σώζονται εκτεταμένα τμήματα, κυρίως δεξιά και αριστερά από τις δυο πλευρές της Αρκαδικής πύλης.

 

Αρκαδική πύλη - Αρχαία Μεσσήνη (Messene) λιθογραφία του Otto Magnus Von Stackelberg - (Όττο Μάγκνους Φον Στάκελμπεργκ), 1834.

 

Τα τείχη είναι κτισμένα από ντόπιο ασβεστόλιθο και κατά διαστήματα είχαν πύλες ενισχυμένες με ισχυρούς πύργους που έπαιρναν το όνομά τους από την κατεύθυνση που ακολουθούσαν οι δρόμοι. Σήμερα σώζονται 4 πύλες με κυριότερη την Αρκαδική η οποία είναι ακόμα σε χρήση. Η πύλη αυτή είναι διπλή με δυο εισόδους, τις οποίες χωρίζει κυκλική αυλή, όπου πρέπει να ήταν τοποθετημένα αγάλματα θεών, προστατών της πόλης, μέσα σε κόγχες. Μέσα στην μεγάλη έκταση, σχήματος τετράγωνου που περικλείεται από τα τείχη, αποκαλύφθηκαν σημαντικά μνημεία, δείγματα αρχιτεκτονικής του 4ου π.χ. αι., σε αρκετά καλή κατάσταση που θεωρούνται ότι θα προσδώσουν σταδιακά στον χώρο την αίγλη της Ολυμπίας.

Πηγή: Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library at Athens.

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Γκραβούρες – Μονεμβασιά (Monemvasia) – P. Bacouet,  19ος αιώνας  

Άποψη της μεσαιωνικής, Βυζαντινής και Βενετσιάνικης καστροπολιτείας σκαρφαλωμένης στο βράχο σε χαλκογραφία του P. Bacouet του 19ου αιώνα. Μια γέφυρα με 12 κάμαρες την ενώνει σήμερα με την απέναντι στεριά. Οι Έλληνες της Λακωνίας για να αντιμετωπίσουν τις Σλαβικές επιδρομές την οχύρωσαν και τη χρησιμοποίησαν σα λιμάνι και καταφύγιο.

 

Μονεμβασιά (Monemvasia) - P. Bacouet, 19ος αιώνας

 

Το 1147 απέκρουσε τις επιθέσεις των Νορμανδών και το 1249 την κατέλαβε μετά από πολιορκία 3 χρόνων, ο Γουλιέλμος Βιλεαρδουίνος για να την επιστρέψει στο Βυζάντιο το 1263. Για 4 χρόνια (1460-4) πέρασε στην εξουσία του Πάπα, μετά στους Βενετούς (1464-1550 και 1690-1715) και τέλος στους Τούρκους έως το 1823, όποτε και περιήλθε στους Έλληνες. Τα τείχη της αν και ερειπωμένα διατηρούν μέχρι σήμερα το μεγαλείο τους. Ήταν διπλά σε σχήμα  αναποδογυρισμένου Π και κατέληγαν σε δυο πύλες: την μεγάλη, που η επένδυσή της από σιδερένιες πλάκες είναι διάτρητες από σφαίρες, ορατές και σήμερα, και την επάνω πύλη. Μέσα στην πόλη ο χρόνος έχει σταματήσει στον μεσαίωνα με τα στενά και λιθόστρωτα δρομάκια, τα αρχοντικά, τις 40 περίπου βυζαντινές εκκλησίες σφηνωμένες στα σπίτια, τις αψίδες και τα οικόσημα του Άγιου Μάρκου, κατάλοιπα των Βενετών.

 

Read Full Post »

Γκραβούρες

ΓύθειοΜαραθονήσι (GytheionMarathonisi), Bory De Saint Vincent, 1832

Άποψη του κόλπου του Γυθείου με το νησάκι Κράνη στο βάθος, σε λιθογραφία του Jean Baptiste Bory de Saint Vincent, 1832. Κατοικημένο από την προϊστορική περίοδο το Γύθειο αποτελούσε εμπορικό σταθμό των Φοινίκων που εκμεταλλεύονταν τα κοχύλια της πορφύρας που αφθονούσαν στις Λακωνικές παραλίες. Στην αρχαιότητα οι Σπαρτιάτες οχύρωσαν το λιμάνι το οποίο υπό τους Ρωμαίους έγινε σπουδαίο εξαγωγικό κέντρο της περιοχής και σημαντική πόλη του Κοινού των Ελευθερολακώνων. Η σύγχρονη παραλιακή πόλη, με νησιώτικο χρώμα, είναι εμπορικό λιμάνι με πολλά διώροφα και τριώροφα νεοκλασικά κτίρια.

Γύθειο – Μαραθονήσι (Gytheion – Marathonisi), Bory De Saint Vincent, 1832.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα και ως την Επανάσταση του 1821 ήταν γνωστή με το όνομα Μαραθονήσι. Το νησάκι Κράνη (Μαραθονήσι) απέναντι από το Γύθειο, ενώθηκε με την ξηρά το 1898. Εδώ σύμφωνα με τον Όμηρο, πέρασε μια νύχτα ο Πάρις με την ωραία Ελένη πλέοντας προς την Τροία. Τον μεσαίωνα ονομάσθηκε Μαραθονήσι απ’ όπου και ο Λακωνικός κόλπος ονομάζετο από τους θαλασσοπόρους Golfo di Marathonisi, διότι το νησί ήταν κατάφυτο από μάραθα πριν ενωθεί με την ξηρά. Τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας κτίσθηκε εκεί ο πύργος του Τζάννετ-μπέη της  Μάνης.

Διαβάστε ακόμη:

Επιστημονική Αποστολή του Μορέως 1829

 

Read Full Post »

Γκραβούρες – Ναυαρίνο (Navarino) – Ο. Dapper, 1688

Άποψη του κόλπου του Ναυαρίνου και του Νιόκαστρου σε χαλκογραφία του Ο. Dapper, 1688. Το Νιόκαστρο, το νεώτερο δηλαδή κάστρο του Ναυαρίνου, κτίσθηκε στα νότια του λιμανιού από τους Τούρκους το 1513, μετά την ήττα τους στην ναυμαχία της Ναυπάκτου, για να μπορούν να ελέγχουν το νότιο πέρασμα στον κόλπο, αφού με τεχνητή επίχωση μετέτρεψαν σε αβαθές το βόρειο πέρασμα, έτσι ώστε να μη μπορούν να περάσουν από εκεί πλοία στον κόλπο. Αναστυλώθηκε από τον Μαιζών το 1829 και σήμερα θεωρείται σαν ένα από τα καλύτερα διατηρημένα κάστρα της Ελλάδας. Ο οχυρωματικός περίβολος που περιβάλλει την πλαγιά του Αγίου Νικολάου, είναι προσιτός από την πλευρά του λιμανιού και από τον δρόμο προς την Μεθώνη, όπου βρίσκεται και το τουρκικό υδραγω­γείο.

Ναυαρίνο (Navarino) - Ο. Dapper, 1688

Ιδιαίτερα ενισχυμένο είναι το τείχος στην Ν.Δ. πλευρά, που ήταν και προσιτή από την θάλασσα. Στο ψηλότερο σημείο της τειχισμένης περιοχής βρίσκεται η εξαγωνική ακρόπολη, με ιδιαίτερα οχυ­ρωμένες τις 6 γωνίες της με προπύργια και με ψηλούς, στενούς θαλάμους στην κάθε πλευρά, που στην οροφή τους στηρίζεται η πλακόστρωτη ταράτσα για το πυροβολικό, ενισχυμένη ολόγυρα στο παρα­πέτο με πολυάριθμες καλοχτισμένες επάλξεις. Στην δυτική πλευρά του κάστρου υπάρχει ένα μικρό οχυρό, που και αυτό κτίσθηκε από τους Τούρκους, όπως και τα ερειπωμένα σπίτια και οι υπόγειες υδατοδεξαμενές. Η εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος κτίσθηκε από τους Φράγκους σα ναός γοτθικού ρυθμού, για να μετατραπεί από τους Τούρκους σε τζαμί.

Read Full Post »

Κα­πό­γιαν­νη Νά­ντια


 

Κα­πό­γιαν­νη Νά­ντια

Η συγγραφέας Νά­ντια Κα­πό­γιαν­νη είναι το δεύτερο παιδί της οικογένειας του Πα­να­γιώ­τη και Χα­ρί­κλειας Καπό­γιαν­νη, το πρώτο είναι ο αδελφός της Χρήστος, και γεννήθηκε στο Κουτσο­πόδι Άργους το 1961. Ο πατέρας της Πα­να­γιώ­της Κα­πό­γιαν­νης, δά­σκα­λος, υ­πη­ρέτη­σε στο Δημοτι­κό Σχο­λεί­ο του Μπόρ­σια, του Κου­τσο­πο­δί­ου, στο 4ο Δη­μο­τι­κό Σχο­λεί­ο Άρ­γους,  ως διευθυντής του Δημοτικού Σχολείου Νέ­ας Κί­ου και συ­νταξιο­δο­τή­θη­κε ως διευ­θυ­ντής του 2ου Δη­μο­τι­κού Σχο­λεί­ου Άργους.

Η Νά­ντια Κα­πό­γιαν­νη έ­μα­θε τα πρώτα της γράμματα στο 1ο Δημο­τι­κό Σχο­λεί­ο Άρ­γους και τελεί­ω­σε στο 4ο Δη­μο­τι­κό Σχο­λεί­ο Άρ­γους ό­που με­τα­ξύ των άλ­λων δα­σκά­λων υ­πη­ρε­τού­σε και ο πα­τέ­ρας της Πα­να­γιώ­της τον ο­ποί­ο έ­πρε­πε –σύμ­φω­να με τα κρα­τού­ντα της ε­πο­χής– να απο­κα­λεί «Κύ­ριο».

Α­λη­σμό­νη­τα πα­ρα­μέ­νουν στη μνή­μη της πε­ρι­στα­τι­κά της ε­πο­χής, τα ο­ποί­α περι­γρά­φουν, ε­πα­κρι­βώς, πώς λει­τουρ­γού­σαν τα πράγ­μα­τα της ε­πο­χής. Μί­α η­μέ­ρα την α­νά­γκα­σε, ο πα­τέ­ρα της, να προ­σέλ­θει με την κη­δε­μό­να της, δη­λα­δή τη μητέ­ρα της, διό­τι την προ­η­γου­μέ­νη εί­χε έρ­θει «α­διά­βα­στη». Αυ­τό ο­φεί­λο­νταν στο γε­γο­νός ό­τι ό­λη η οι­κο­γέ­νεια εί­χε με­τα­βεί στην Τρί­πο­λη για την τα­φή του θα­νό­ντος συγ­γε­νούς.

Ε­πί­σης α­ρι­στεύ­ο­ντας σε γρα­πτό δια­γω­νι­σμό με θέ­μα την α­πο­τα­μί­ευ­ση, ο πα­τέρας της δεν της πα­ρέ­δω­σε το βρα­βεί­ο που ή­ταν ε­κεί­νη την ε­πο­χή έ­νας κου­μπαράς του Τα­χυ­δρο­μι­κού Ταμιευτη­ρί­ου για το λό­γο ό­τι μπο­ρού­σε να ε­κλη­φθεί ως εύ­νοια α­πέ­να­ντι στην κό­ρη του. Και βέ­βαια στην ε­πό­με­νο δια­γω­νι­σμό – στην 1η Γυ­μνα­σί­ου – «πή­ρε πί­σω το αί­μα της» κερ­δί­ζο­ντας ξα­νά τον δια­γω­νι­σμό και ο κου­μπαράς κο­σμεί και σή­με­ρα το γρα­φεί­ο της.

Τε­λειώ­νο­ντας το Γυ­μνά­σιο και με τις α­νά­λο­γες κα­τα­τα­κτή­ριες ε­ξε­τά­σεις, ει­σήλ­θε, το 1978, στο Κα­πο­δι­στρια­κό Πα­νε­πι­στή­μιο στο τμή­μα της Γαλ­λι­κής Φι­λολο­γί­ας, ε­νώ πα­ράλ­λη­λα αποφοί­τη­σε α­πό τη Γαλ­λι­κή Α­κα­δη­μί­α Α­θη­νών και την Α­με­ρι­κα­νι­κή Έ­νω­ση. Το ί­διο κα­λο­καί­ρι πα­ρα­κο­λού­θη­σε τα κα­λο­και­ρι­νά μα­θήμα­τα της SORBONNE. Το 1979 κέρ­δι­σε υ­πο­τρο­φί­α του Κα­πο­δι­στρια­κού Πα­νε­πι­στη­μί­ου και το 1980 άρ­χι­σε να διδάσκει τη Γαλ­λι­κή γλώσ­σα.

Το 1981 με­τά α­πό δια­γω­νι­σμό, στο cours classiques obtion pedagogie της Γαλλι­κής Ακαδημίας, κέρ­δι­σε υ­πο­τρο­φί­α για το  Monbard, ενώ στη συ­νέ­χεια  πήρε την βεβαίωση CEMEA  –κά­νο­ντας την πρα­κτι­κή της– παι­διά 8 ε­τών,-  στο Planches στη Bourgogne. Το 1982 έ­λα­βε πτυ­χί­ο της Γαλ­λι­κής Φι­λο­λο­γί­ας α­πό το Κα­πο­δι­στρια­κό Πα­νε­πι­στή­μιο.

Το 1985 διο­ρί­στη­κε στη Γαλ­λι­κή Α­κα­δη­μί­α (Γαλ­λι­κό Ιν­στι­τού­το) ενώ το 1993 με­τα­πήδη­σε στη Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Δη­μό­σια Εκ­παί­δευ­ση. Το 2000 κέρ­δι­σε υ­πο­τρο­φί­α του  Υ­ΠΕΠ­Θ  για Γαλ­λί­α (Πα­ρί­σι-Του­λόν). Ζει και ερ­γά­ζε­ται στην Α­θή­να. Ο Ινκούλης, από τις εκδόσεις «Πάραλος», Απρίλης 2011, είναι το πρώτο της βιβλίο.

 

Ο Ινκούλης – Αληθινό παραμύθι για μεγάλους

 

Η Νά­ντια Κα­πό­γιαν­νη στο βιβλίο αυτό πραγματεύεται, με μια αφαιρετική γραφή ένα πραγματικό «παραμύθι» για μεγάλους, που αναδεικνύει όλο το ανθρώπινο μεγαλείο. Καινοτομεί, διότι το κύριο μέρος του βιβλίου αναφέρεται, με ερέθισμα την ανεύρεση και αναβίωση, ενός επί 500 χρόνια «παγωμένου» παιδικού σώματος στις παρυφές των Αμερικανικών Άνδεων, την απορία, τον θαυμασμό αλλά και τη νοσταλγία του μικρού Ίνκας για τη ζωή και τους αγαπημένους του, πριν «κοιμηθεί».

 

Ο Ινκούλης – Αληθινό παραμύθι για μεγάλους

 

Ενώ, στο δεύτερο μέρος δίνεται συμπυκνωμένα όλο το μεγαλείο της γέννησης και της πτώσης του υπέροχου πολιτισμού των Ίνκας. Είναι σαφές ότι το περιεχόμενο του βιβλίου θα ενθουσιάσει ακόμη και τους ειδήμονες του είδους. Στην Αργολίδα διατίθεται από τα βιβλιοπωλεία: «Εκ προοιμίου», Νικηταρά 14, τηλ. 27510 20419, Άργος – «Διαλόγου Αφορμές», Σιδηράς Μεραρχίας 34, τηλ. 27520 24674,  Ναύπλιο.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »