Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Draboliza’

Η Τριπολιτσά πριν από την επανάσταση


  

Η απαρχή

 

H Τριπολιτσά, θεμελιωμένη στο κέντρο της Πελοποννησιακής ενδοχώρας και του Αρκαδικού λεκανοπεδίου, ανάγει την αρχή της τουλάχιστον στα ύστερα Παλαιολόγεια χρόνια, πιθανόν ως μικρός οικισμός (εμπορικός σταθμός) σε μικρή απόσταση από το κάστρο Droboniza, προφανώς παραφθορά της τοπωνυμίας Draboliza, όπως διασώζεται η πληροφορία και η τοπωνυμία σε κατάλογο Πελοποννησιακών κάστρων του έτους 1450, αλλά και σε παρόμοιους διαδοχικούς καταλόγους κάστρων, ως Draboliza [1] (1469) και Drοboliza (1467-1469). Η πολυτυπία, γραπτή και προφορική, της ονομασίας του οικισμού προέρχεται ασφαλώς από τη γλωσσική σύγχυση που προκαλεί η διατύπωση της ξενικής τοπωνυμίας και θα συνοδεύει την πόλη στην ιστορική διαδρομή της μέχρι τον 20ό αιώνα. Το κάστρο, μικρό οχυρό που επέβλεπε τη ΝΔ ευρεία περιοχή του τριπολιτσιώτικου οροπεδίου και έλεγχε τις διαβάσεις του Μαινάλου προς την ορεινή Γορτυνιακή ενδοχώρα με τα συνεχόμενα ονομαστά κάστρα της, προειδοποιούσε έγκαιρα τους πληθυσμούς από μαζικές εχθρικές εισβολές ή μεμονωμένες παρενοχλήσεις.

 

17ος αι.: Σε χάρτες αλλά και σε χειρόγραφα

αναφέρεται ο οικισμός με το όνομα Τριπολιτσά

 

Σε θέση επίκαιρη με εποπτεία μεγάλης εδαφικής επίπεδης έκτασης, συμπήχθηκε με την πάροδο του χρόνου εμπορικός σταθμός για την εξυπηρέτηση των καθημερινών αναγκών εφοδιασμού των στρατιωτών του κάστρου και εξελίχθηκε σε σημαίνουσα θέση στην είσοδο των Γορτυνιακών ορεινών όγκων. Είναι γνωστό ότι η αρχαία πόλη με την ονομασία «Τρίπολις» δεν υπήρξε. Η τοπωνυμία, σλαβικής προελεύσεως (σημ. «μικρό δάσος»),* χωρίς τούτο να είναι απόλυτα βέβαιο, δεν υποδηλώνει εξάπαντος ότι υπήρχε πόλισμα [πόλισμα < αρχαία ελληνική πόλισμα < πόλις]  με αυτή την ονομασία από τον 7ο αιώνα μ.Χ, όταν τα Σλαβικά φύλα κατεβαίνουν νότια και κατοικούν μόνιμα στην Αρκαδία. Δεν αποκλείεται να πρόκειται για μικροτοπωνύμιο της περιοχής, όπως διατηρούνται μέχρι σήμερα και τόσα άλλα στο εύφορο λεκανοπέδιο, χωρίς να προϋποθέτουν αντίστοιχες οικιστικές εγκαταστάσεις. Άλλωστε, η μόνη Βυζαντινή «χώρα» (πόλη), με ονομαστό κάστρο και οργανωμένη Ελληνική στρατιωτική διοίκηση, υπήρξε στην περιοχή, ήδη από τους μέσους Βυζαντινούς χρόνους (9ος αιώνας), το Νύκλι (αρχαία Τεγέα). * [Σημ. Βιβλιοθήκης] Εκτός του «Ντρομπολιτσά», η προφορική παράδοση και οι γραπτές πηγές χρησιμοποιούν μια αρκετά μεγάλη ποικιλία ονομάτων: Ντρομπολ(ι)τζιά, Τροπολιτζ(ι)ά, Τροπολικιά, Ντριμπολιτζ(ι)ά, Τριπολιτζά, Τριπολιτσά, Τρομπολιτσά, Τροπολ(ι)τσά, Υδροπολιτζά, Ύδωρ Μολιτζά, κλπ. (Οι Τούρκοι παράλληλα χρησιμοποιούσαν τις ονομασίες Νταραμπολίτζα, Ταραμπολίτζα, Ταραμπουλούς). Άλλη εκδοχή υποστηρίζει ότι είναι από το Υδρόπολις, (αρχαία Ελληνική αποικία, στην νότια Αλβανία, Ιλλυρία τότε), Ντρόπολις και χαϊδευτικά Ντροπολιτσά (ιτσα = υποκοριστικό π.χ. Ελένη = Ελενίτσα), δηλαδή μικρή Ντρόπολι.

 

Ο Πληθυσμός

 

Λαός ομόθρησκος και σύμμαχος, κατά περιόδους, της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, οι Αλβανοί εγκαταστάθηκαν μόνιμα στα Αρκαδικά εδάφη το 14ο αιώνα με άδεια και βοήθεια των Αυτοκρατόρων, κυρίως λόγω της οικονομικής και διοικητικής κακοδαιμονίας, του φορολογικού αδιεξόδου και της πολιτικής αβεβαιότητας που επικρατούσε στον τόπο. Η ερήμωση μεγάλων παραγωγικών εδαφικών εκτάσεων στην Αρκαδία και η μείωση του γηγενούς Ελληνικού πληθυσμού επέβαλαν ως άμεση λύση των σοβαρών αυτών προβλημάτων , για να αποφευχθεί η κατάρρευση της χώρας, τη μόνιμη εγκατάσταση Αλβανών στο Δεσποτάτο του Μυστρά, κατά την περίοδο των Αυτοκρατόρων Μανουήλ Καντακουζηνού (1380) και Θεόδωρου Α’ Παλαιολόγου (1382-1407).

 

Οι Αλβανοί εγκαταστάθηκαν μόνιμα

στα αρκαδικά εδάφη το 14ο αιώνα λόγω

της μείωσης του γηγενούς πληθυσμού

 

Οι επήλυδες, μαζί με τους Έλληνες, αναλαμβάνουν τη φύλαξη των ονομαστών ορεινών κάστρων γύρω από το οροπέδιο της Τριπολιτσάς (Μουχλί, Τσιπιανά, Ταβία, Μπεζενίκος).

Το έτος 1668 (περίοδος Α’ Τουρκοκρατίας) ο αμφισβητούμενος από ορισμένους ιστορικούς και χαρακτηριζόμενος ως αφελής μυθοπλάστης Τούρκος περιηγητής και γεωγράφος Εβλιγιά Τσελεμπή επισκέφθηκε την Τριπολιτσά και την ευρύτερη περιοχή της, επισημαίνοντας την παρουσία Αλβανών «που μιλούν Αλβανικά».

 

Η εξέλιξη της πόλης από το 16ο αιώνα

 

Με την είσοδο του 16ου αιώνα, στη σκοτεινή και μαρτυρική περίοδο της Α’ Τουρκοκρατίας, στην εδαφική περιφέρεια του ερειπωμένου πλέον κάστρου Draboliza, ο μικρός ομώνυμος οικισμός ευνοήθηκε από τη θέση του και την ιστορική συγκυρία και εμφανίζεται ως σημαντικός οικιστικός πυρήνας σε σχέση με τους υπόλοιπους αγροτικούς οικισμούς (χωριά) του οροπεδίου.

 

Τριπολιτσά, δημοσιεύεται στο: Christopher Wordsworth, «Greece pictorial, descriptive, & historical , 1839, σελ. 343.

 

Μνημονεύεται στους χάρτες των J. Gasta (1545 Ντρομπολίτσα) και Morea Peninsula (1574, Ιντροπολίτσα). Στο προσφάτως δημοσιευμένο Μαρτύριο του Τριπολιτσιώτη νεομάρτυρα και ιερομονάχου Λαζάρου (το χειρόγραφο των αρχών του 17ου αιώνα, πριν από το 1618), ο οικισμός προσδιορίζεται ως «κώμη» (πατρίδα δε έσχε κώμην τινά, Υδροπολιτζάν ονομαζομένην)· αλλά και σε γραπτές πηγές του 17ου αιώνα (1645, 1651, 1696) η Τριπολιτσά χαρακτηρίζεται οικιστικά ως «χώρα». Η ιστορική έρευνα έχει προ πολλού επισημάνει ότι με τον όρο «χώρα», κατά τη μακρά χρονική περίοδο του 16ου έως και των αρχών του 19ου αιώνα στη Πελοπόννησο, νοείται αρκούντως μεγάλη οικιστική εγκατάσταση με κάποια μορφή αυτοδιοίκησης, ενδιαφέρουσα οικονομική δραστηριότητα, διακίνηση γεωργικών προϊόντων και βιοτεχνικών εμπορευμάτων, την επεξεργασία πρώτων υλών σε μικρά και μεγάλα εργαστήρια με εξειδικευμένες ομάδες (συντεχνίες) τεχνιτών, εγκατεστημένων ομαδικά σε συγκεκριμένους δρόμους και συνοικίες στην πόλη.

 

Ζεύγος ποιμένων στην Αρκαδία, C. Delort, D΄ Apres M. H. Belle, 1879.

 

Το ίδιο συμβαίνει και στην Τριπολιτσά, η οποία ευνοείται επιπροσθέτως και από τη μεταφορά της έδρας του σουλτάνου (Μόρα Βαλεσή) με όλη τη διοικητική, στρατιωτική και θρησκευτική ηγεσία που ταλαιπωρεί και ελέγχει την πίστη των υποδούλων, αλλά και αναπτύσσεται η οικονομία, το εμπόριο, οργανώνονται βιοτεχνίες και καταστήματα. Η πόλη εξελίσσεται ραγδαία στην καρδιά του Μοριά. Είναι πλέον η διοικητική πρωτεύουσα της Πελοποννήσου μέχρι την έκρηξη της Επανάστασης.

Το 18ο αιώνα μαρτυρείται έντονη χρηματιστική αγορά με κύριους εκπροσώπους Τούρκους και Εβραίους, αλλά και τραπεζίτες Τούρκους και Έλληνες. Στην οικονομική κίνηση συμβάλλει οπωσδήποτε και το ονομαστό πανηγύρι της Τριπολιτσάς, που συνήθως γινόταν στην εβδομάδα Διακαινησίμου και αποτελούσε κέντρο εμπορικής έλξης για την αγορά της ορεινής ενδοχώρας με τη διαχείριση τσόχινων, μεταξωτών και διαφόρων υφασμάτων, αλλά και της μετάξης που προαγόραζαν Γάλλοι έμποροι, την παραλάμβαναν από τους παραγωγούς και τους έμπορους στο πανηγύρι του Μυστρά το Σεπτέμβριο και το διακινούσαν εκτός Πελοποννήσου. Μετά την αποτυχημένη Επανάσταση των Ορλοφικών (1770), το πανηγύρι της Τριπολιτσάς, αλλά και εκείνο του Μυστρά, διαλύθηκαν και δεν ανασυγκροτήθηκαν. Άλλωστε και η Γαλλική εμπορική δραστηριότητα σχεδόν εξαφανίστηκε από την Πελοπόννησο στα τέλη του αιώνα. Παρέμεινε μόνον η Αγορά εντός της Τριπολιτσάς, με τη διακίνηση προϊόντων και αγαθών για την εξυπηρέτηση της τοπικής και περιφερειακής κοινωνίας.

 

Ορλοφικά

 

Στην επανάσταση του Ορλόφ (1770), ο Ρώσος λοχαγός Μπαρκόφ, βαδίζοντας εναντίον της υπόδουλης Τριπολιτσάς, βρήκε, παρά τις στρατηγικές εκτιμήσεις του, οργανωμένη ντόπια Τουρκική δύναμη και ενώ πολιορκούσε την πόλη, οι Τούρκοι, με την αναπάντεχη ενίσχυση των Αλβανών, διέλυσαν τους επιτιθέμενους επαναστάτες και την πολιορκία και προέβησαν σε ανηλεείς σφαγές των κατοίκων, λεηλασίες, εμπρησμούς, τη Μ. Δευτέρα 29 Μαρτίου (παλ.) του 1770. Ένα από τα θύματα και ο Μητροπολίτης Άνθιμος με τους κληρικούς του.

 

1770: Στη διάρκεια των Ορλοφικών

οι εξεγερμένοι Έλληνες πολιορκούν την πόλη.

Τελικά οι Τούρκοι καταφέρνουν να αποκρούσουν

τους επιτιθέμενους και προβαίνουν σε μαζική

σφαγή και λεηλασία των χριστιανών κατοίκων της (Απρ.).

 

Ο αυτόπτης μάρτυς των γεγονότων Αντ. Πετρίδης περιγράφει την οδυνηρή ημέρα στη δύσμοιρη Τριπολιτσά: «Τόση άδικος σφαγή έγιναν εις αυτήν την δύστηνον χώραν, ώστε οπού αι οικίαι και δρόμοι εγέμισαν αίμα… Εκκλησίαι, μοναστήρια και σχολεία κατεσκάφησαν και ηφανίσθησαν, άπειρα πλήθη αθλίων χριστιανών, ιερωμένων τε και λαϊκών, ανδρών τε και γυναικών, νέων τε και γερόντων, παρθένων τε και απειροκάλων βρεφών, δορυάλωτοι, εις τα πέρατα της οικουμένης διασπαρέντες».

 

 

1715: Οι Τούρκοι ανακαταλαμβάνουν την Πελοπόννησο,

η οποία για περίπου μία 30ετία ανήκε στους Βενετούς.

Η Τρίπολη ορίζεται ως έδρα του πασαλικιού του Μοριά.

Αναπτύσσεται σε διοικητικό, πολιτικό και οικονομικό

κέντρο της πελοποννησιακής ενδοχώρας.

 

Τρίπολη, 1836. Υδατογραφία του Hans Hanke από το έργο του Ludwig Köllnberger.

 

Τουρκική εγκατάσταση – Το τείχος 

 

1785: Η πόλη οχυρώνεται.

Το τείχος που την περικλείει οε τετράγωνο

σχήμα διαθέτει 7 πύλες επικοινωνίας.

 

Η ανοργάνωτη και αποτυχημένη Επανάσταση είχε ολέθριες συνέπειες στην εξέλιξη της πόλης, σε όλους τους τομείς του βίου της. Πρώτη συνέπεια υπήρξε η απόφαση του Σουλτάνου να την οχυρώσει και να μεταφέρει εδώ την διοίκηση της Πελοποννήσου.

Σταθμό στην ιστορική πορεία της προεπαναστατικής πόλης αποτελεί η τείχισή της και η σταδιακή διαμόρφωσή της ως τυπικής οργανωμένης τουρκόπολης. Μετά τα δραματικά για την Τριπολιτσά γεγονότα της επανάστασης του Ορλόφ, οχυρώθηκε το 1786. Το επιβλητικό τείχος, σύμβολο της Τουρκικής κυριαρχίας στο κέντρο του Μοριά, είχε περίμετρο 3.500 μ. και η πόλη εκτεινόταν σε εμβαδόν 1.320 στρεμμάτων. Το τείχος, πλάτους περίπου 2,00 μ. και ύψους 5,50 μ. είχε επάλξεις με πολεμίστρες, τέσσερις μεγάλους πύργους και δεκατρείς μικρούς που το ενίσχυαν σε καίρια σημεία του. Στη ΝΔ πλευρά, σε μικρό ύψωμα, το τετράγωνο φρούριο (ακρόπολη) μικρών διαστάσεων (Μεγάλη Τάπια, σημερινή «Δεξαμενή») επέβλεπε την πόλη και έλεγχε τις κινήσεις στην περίμετρο των τειχών. Το τετράγωνο οχύρωμα είχε τέσσερις προμαχώνες με κανόνια ενετικής προέλευσης, προφανώς κατάλοιπα της κατοχής των Ενετών (Β’ Ενετοκρατία, 1687 – 1715). Επτά πύλες στα τείχη διευκόλυναν την επικοινωνία της τειχισμένης πόλης, ονοματισμένες οι περισσότερες από τις κατευθύνσεις των δρόμων προς τα οικιστικά κέντρα των όμορων καζάδων (επαρχιών) με την Τριπολιτσά: Καλαβρύτων, Καρύταινας, Λεονταρίου, Ναυπλίου, Μυστρά, Αγ. Αθανασίου και μιας για την αποκλειστική χρήση των αναγκών του σεραγιού.

 

Θρησκευτικός βίος

 

Παράλληλα με τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις του 17ου αιώνα, η Τριπολιτσά αποτελεί έδρα Πατριαρχικής Εξαρχίας. Βέβαια, λεπτομέρειες δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, λείπει το πλήθος των γραπτών μαρτυριών, όμως οι Ενετοί κατακτητές (1687 – 1715) διέκοψαν τις επαφές της Εκκλησίας με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και εγκατέστησαν στην Τριπολιτσά πρόσωπα, ιεράρχες, φιλικά προσκείμενα στην Καθολική Εκκλησία. Στη θέση του σημερινού κτιρίου του «Μαντζουνείου» υπήρχε το λεγόμενο «Καθολικό Σχολείο», κέντρο δυτικής προπαγάνδας. Τότε εγκαθίσταται, με την υποστήριξη των Ενετών, ο Αγαθάγγελος ως μητροπολίτης. Εξαιρετική δραστηριότητα στον προσηλυτισμό φαίνεται να επέδειξε και ο Γάλλος πρόξενος Μπ. Αμιρά (B. Amirat), ο οποίος επηρέασε θρησκευτικά την αρμένικη κοινότητα της Τριπολιτσάς.

 

1798-1799: Ο Γάλλος Πουκεβίλ,

ευρισκόμενος στα χέρια των Τούρκων στην Τρίπολη,

καταγράφει σημαντικές πληροφορίες

για την καθημερινή ζωή της πόλης.

 

Τα τελευταία χρόνια οι πληροφορίες μας για την βενετοκρατούμενη Πελοπόννησο, και ειδικότερα για την Τριπολιτσά, πληθαίνουν από τη δημοσίευση των Ενετικών Αρχείων. Το αρχείο της Ενετικής Διοικήσεως του Μορέως (Αρχείο Grimani), όταν διοικητής είχε αναλάβει ο Φρ. Γκριμάνι (1697-1700), περιέχει καταλόγους των οικισμών της χώρας. Κληρικοί, όλων των βαθμίδων, καταγράφουν με λεπτομέρειες την εκκλησιαστική περιουσία.

Η Τριπολιτσά, απαλλαγμένη από την Τουρκική παρουσία, οικισμός με Ελληνικό πληθυσμό, είναι διαιρεμένη εκκλησιαστικά σε ενορίες.  Ιδού μια ενδεικτική αναγραφή: «1696 Σεπτεμβρίου 8 εις Δρομπολητζά. Ενορία του Ταξιάρχου. Η εκκλησία του Ταξιάρχου με άρτοικους [νάρθηκες] δύο και αυλή. Στην ενορία υπάρχουν σπίτια αυθεντικά…».

Επανήλθε ασφαλώς η Πατριαρχική Εξαρχία με την αποχώρηση των Ενετών και την επανάκαμψη των Τούρκων (1715), αλλά με σοβαρά οργανωτικά προβλήματα. Όμως οι Τριπολιτσιώτες προεστοί, με αναφορά τους στο Πατριαρχείο, ζήτησαν να αποτελέσει η πόλη έδρα ξεχωριστής επαρχίας και πετυχαίνουν τον αναβιβασμό της σε Αρχιεπισκοπή, εξαρτωμένης από το Πατριαρχείο, με πρώτο αρχιεπίσκοπο τον ονομαστό εθνομάρτυρα (1770) Τριπολιτσιώτη Άνθιμο, από τη γνωστή προεστή οικογένεια Βάρβογλη (Μπάρμπογλη). Η Αρχιεπισκοπή καταργήθηκε το έτος 1763.

 

Μουσουλμανικό τέμενος στην Τρίπολη – Christopher Wordsworth, 1839.

 

Φαινόμενο ιστορικά ανεξερεύνητο ακόμη, σε όλες τις εκδηλώσεις του, αποτελούν οι νεομάρτυρες, μορφή αντίστασης και διαμαρτυρίας των Ελλήνων Χριστιανών στον αλλόθρησκο κατακτητή.

Ενδιαφέρουσα είναι η κατηγορία των νεομαρτύρων που οικειοθελώς, σε κάποια δύσκολη φάση του βίου τους (από επηρεασμό, πείσμα και άλλα προσωπικά γεγονότα), έκριναν πως έπρεπε να εγκαταλείψουν την πατρική πίστη και να ασπαστούν το Μωαμεθανισμό. Μερικοί εξαπατήθηκαν από Τούρκους, άλλοι κατηγορήθηκαν αναιτίως. Αυτή η θρησκευτική μεταστροφή δήλωνε οπωσδήποτε Τουρκοποίηση. Η δημόσια ομολογία και η επανάκαμψη στο Χριστιανισμό σήμαινε τελεσίδικα και μαρτύριο. Η Τριπολιτσά, ως διοικητικό κέντρο του Μοριά, έδρα του πασά και των δικαστικών αρχών, έχει να επιδείξει πλήθος ανώνυμων και επώνυμων νεομαρτύρων, καταγόμενων από την πόλη ή που οδηγήθηκαν δέσμιοι και μαρτύρησαν σε αυτήν: Λάζαρος ιερομόναχος, Τριπολιτσιώτης (αρχές 17ου αιώνα), Μήτρος (1794), Δημήτριος, κτίστης – κουρέας, από Λιγούδιστα Μεσσηνίας (1803), Παύλος, σανδαλοποιός, από Σοποτό Καλαβρύτων (1818) και ο Τριπολιτσιώτης Πέτρος ο οποίος μαρτύρησε στο Τεμίσι της Μ. Ασίας (1776). Για την υπόδουλη τριπολιτσιώτικη Ελληνική κοινωνία, η οικειοθελής δημόσια θυσία τους, στην Αγορά της πόλης ή έξω από την πύλη του σεραγιού, αποτελούσε έμπρακτη διαμαρτυρία στο ανελεύθερο καθεστώς και παρηγορούσε τους Χριστιανούς.

Στη γνωστή απογραφή της Τριπολιτσάς του Ρήγα Παλαμήδη (1828) καταγράφεται και δημόσιο Τουρκικό κτίριο «Μεχκεμές» (κατοικία των κριτών) όπου μέσα σ’ αυτό πρέπει να ομολόγησαν την ορθή πίστη οι νεομάρτυρες, αλλά και πλήθος αιχμαλώτων Ελλήνων που ήταν κάτω από τις εκάστοτε ορέξεις και διαθέσεις της Τουρκικής ηγεσίας.

 

Η απογραφή

 

Η απογραφή του Ρήγα Παλαμήδη των επαρχιών της Τριπολιτσάς και του Αγ. Πέτρου Κυνουρίας είναι διεξοδική και εξόχως διδακτική για τη σκιαγράφηση του καθημερινού βίου της πόλης στις δύο τελευταίες προεπαναστατικές δεκαετίες. Αν και η απογραφή έγινε με εντολή του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια το 1828, επί τόπου, μας αποκαλύπτει τις εσωτερικές δομές της Τριπολιτσάς, όσον αφορά την οικονομία, το εμπόριο, την παραγωγή και τη δραστηριότητα των καταστημάτων, στοιχεία για πλησιόχωρους με την πόλη οικισμούς, κτήματα, επαγγέλματα, επώνυμα Τούρκων και Ελλήνων, ιδιωτικά και δημόσια Τουρκικά κτίρια, χριστιανικές εκκλησίες και άλλα λεπτομερειακά στοιχεία, τα οποία συγκροτούν θησαύρισμα ανεπανάληπτο για τη δραστηριότητα της πόλης πριν το μεγάλο επαναστατικό τόλμημα.

 

Τα μέλη της επιστημονικής επιτροπής της «Εκστρατείας του Μοριά» συνοδευόμενα από Γάλλους στρατιώτες στην είσοδο της Τριπολιτσάς. Λιθογραφία του Prosper Baccuet, 1836.

 

Τα μέλη της επιστημονικής επιτροπής της «Εκστρατείας του Μοριά» συνοδευόμενα από Γάλλους στρατιώτες στην είσοδο της Τριπολιτσάς. Λιθογραφία (λεπτομέρεια) του Prosper Baccuet, 1836.

 

Ιδού δείγμα απογραφής του Ρ. Παλαμήδη: «Μητρόπολις Τριπολιτσάς, το εμβαδόν της οποίας συνίσταται από στέμματα 525, έχοντα πήχεις τετραγωνικές 45 κατά πλάτος και 45 κατά μήκος».

Φαμίλιαι τουρκικαί και ιδιοκτησίαι αυτών:


– Χασάν Μπαρμπέρης, οσπίτια 1, ο ίδιος μετά της φαμίλιας του εδώ [δηλαδή Τριπολιτσά] Χριστιανοί.
– Εμίν Αγάς, οσπίτια 1, η γυνή του και δύο θυγατέρες του εδώ, 2 αρρένες εις Τουρκίαν.

Εισοδήματα Τούρκων Τριπολιτσάς:


Αλή Κότζης: οσπίτιον 1, εργαστήρια 9 (τα 5 προς 8 γρόσια τον μήνα, το 1 προς 20, τα 2 προς 10, το 1 προς 25), χρονικόν εισόδημα εις γρόσια 1260. Οι υιοί του με τις φαμέλιαις εις Τουρκίαν.

Χριστιανοί Τριπολιτζάς:  Φαμέλιαι 1237, ψυχαί 2113.

Απογραφή καταστημάτων:

Θανάσης Γεωργόπουλος, φούρνος ψωμάτικος.

Δημήτριος Λαγοπάτης, καβενές.

Πολίτης Χρυσόχος κλεισμένον [ενν. εργαστήριο].

Αναστάσιος Παπαγιαννόπουλος, καβενές και μπαρμπέρικον.

Γιώργος Βυτινιώτης, μπακάλης.

Από τα συναγόμενα της απογραφής Παλαμήδη εμφανίζεται μια σχετικά ευημερούσα και δραστήρια προεπαναστατική πόλη, χωρίς όμως να δίνονται πληροφορίες και για τη νοοτροπία των κρατούντων, κατά κανόνα εριστική, ύπουλη και γενικά αρνητική προς τον ελληνικό εντόπιο πληθυσμό, στην πλειονότητά του φτωχό. Αποκαλυπτική η πληροφορία του Γάλλου περιηγητή Πουκεβίλ, ο οποίος επισκέφθηκε λίγα χρόνια πριν από την επανάσταση την Τριπολιτσά, όσον αφορά τις οικονομικές δυνατότητες και τις συνθήκες διαβίωσης των Ελλήνων: «Οι κακόμοιροι Έλληνες, εξοστρακισμένοι στα σοκάκια γύρω από τα τείχη, κατοικούν σε κάτι πανάθλιες μονόχωρες τρώγλες, που έχουν απολεπισμένα κεραμίδια, ανάμεσα στα οποία βρίσκει διέξοδο ο καπνός της εστίας, τοποθετημένης στο κέντρο του χώρου».

Η πλασματική, για το σύνολο των κατοίκων, οικονομική βελτίωση της πόλης στα τελευταία προεπαναστατικά χρόνια θα ανακοπεί από τον άθλο των Ελλήνων επαναστατών υπό την ηγεσία και στρατιωτική οξύνοια του Θ. Κολοκοτρώνη. Η άλωση (23 Σεπτεμβρίου 1821) θα την πλήξει σε όλους τους τομείς της δραστηριότητάς της. Οριστικό τέλος θα δώσει ο Ιμπραήμ με τη οργανωμένη κατεδάφισή της (Φεβρουάριος 1828) και δεν θα υπάρξει επιστροφή στο θλιβερό παρελθόν. Η νέα ελεύθερη πόλη θα σχεδιαστεί εν μέρει επάνω στα ερείπια της παλαιάς και η κοινωνία της θα δραστηριοποιηθεί ανάλογα με τις δυνατότητες του νέου ελεύθερου κράτους. Τίποτε δεν θα θυμίζει πλέον το παρελθόν, παρά μόνον η φήμη μιας «αθλίας» (Δ. Σολωμός), αλλά και ένδοξης Τριπολιτσάς.

 

Υποσημείωση


 

[1] Ντρομπολιτσά – Τριπολιτσά – Τρίπολη: μια ιχνηλάτηση. Τα ονόματα, μια αντικειμενική κατηγορία του ανθρώπινου λόγου, έχουν κι εκείνα τη δική τους ιστορία. Το όνομα, κοντολογίς, αποτελεί μιαν αυθύπαρκτη και αντικειμενική ιστορική πηγή. Ξεκινώντας την ιχνηλάτηση, θα διαπιστώνει ο ερευνητής του παρελθόντος πως ο στίχος του γνωστού δημοτικού άσματος («σαράντα παλληκάρια… πάνε για να πατήσουνε την Ντρομπολιτσά») δεν αποτελεί τη μοναδική μαρτυρία για τον αρχικό τύπο του ονόματος. Η αρχαιότερη μνεία του ονόματος (και του οικισμού) είναι, πιθανώς, εκείνη που αναφέρεται στο έργο ενός ύστερου Βυζαντινού χρονικογράφου, του Λαόνικου Χαλκοκονδύλη, σε συνάρτηση με την εισβολή των Τούρκων στην Πελοπόννησο το 1422. Ως «ερειπωμένο κάστρο» αναφέρεται η Droboliza σε έναν κατάλογο του Σεπτεμβρίου του έτους 1467 που περιλαμβάνεται στα «Ενετικά Χρονικά» («Annali Veneti») του Stefano Magno. Η ίδρυση, λοιπόν, του κάστρου της Τριπολιτσάς θα πρέπει να τοποθετηθεί χρονικά μεταξύ των ετών 1422 κατ 1467.

Το όνομα Dropolitza/Dropolizza/Dropoliza αναφέρεται στους ενετικούς χάρτες της Πελοποννήσου κατά τους 16ο και 17ο αιώνες, ενώ σε αγγλικό χάρτη του 1660 φέρεται με τις παραλλαγές Ντρομπόλιτζα, Ντρομπόλιτσα, αλλά και Υδροπολιτσά. Ο τελευταίος αυτός τύπος προέρχεται ασφαλώς από μια λόγια παρετυμολογία του ονόματος, η οποία εμφανίζεται σε ελληνικές πηγές του 17ου αιώνα. Το 1715, τέλος, ο Γάλλος Benjamin Brue, που συνοδεύει τα τουρκικά στρατεύματα που θα ανακαταλάβουν οριστικά την Πελοπόννησο από τους Ενετούς, θα αναφέρει την πόλη στο Χρονικά του ως Dropoliza.

Η σύντομη αυτή επισκόπηση των πηγών μάς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αρχική ονομασία της πόλης ήταν Drobolitsa και ότι οι τύποι Υδροπολιτσά  καθώς και ο σημερινός τύπος Τρίπολη δεν είναι παρά μεταγενέστερες λόγιες παραλλαγές, οι οποίες οφείλονται σε παρετυμολογία. Το αρχικό έτυμο του ονόματος είναι σλαβικό: πρόκειται για τοπωνύμιο που σχηματίστηκε από ένα σλαβικό ανθρωπωνύμιο Drobol και από το επίθημα (κατάληξη) -ica. Ως προς τη σημασία του ανθρωπωνυμίου Drobol, θα αναφέρουμε εδώ ότι πρόκειται για ένα προσωνύμιο («παρατσούκλι»), που αποδίδει μια φυσική ιδιότητα του ατόμου (σλαβικό: drob= «λεπτός, μικροκαμωμένος»).

Δύο είναι τα συμπεράσματα, οι πληροφορίες τις οποίες θα αντλήσει ο ερευνητής του παρελθόντος από τον αντικειμενικό αυτό μάρτυρα, το όνομα που μας παραδόθηκε από το μακρινό παρελθόν: η Ντρομπόλιτσα ανήκει, πρώτον, στην κατηγορία εκείνη των τοπωνυμίων του νότιου ελλαδικού χώρου (Πελοποννήσου και Στερεάς) τα οποία σχηματίστηκαν από γλωσσικούς φορείς της σλαβικής γλώσσας. Τα τοπωνύμια αυτά, μαζί με τις μαρτυρίες των γραπτών πηγών, τεκμηριώνουν ένα αντικειμενικό δεδομένο: ότι κατά το μακρινό παρελθόν (γύρω στις αρχές του 8ου αιώνα) ήλθαν και εγκαταστάθηκαν σποραδικά στις ελλαδικές επαρχίες του Βυζαντίου Σλάβοι καλλιεργητές.

Το δεύτερο συμπέρασμα, στο οποίο θα οδηγηθεί ο αντικειμενικός ιστορικός ερευνητής, είναι ότι, επειδή το τοπωνύμιο (όπως έχει διατηρηθεί στην ελληνική γλωσσική παράδοση) αντικατοπτρίζει μια πρώιμη φάση στη γλωσσική εξέλιξη των σλαβικών γλωσσών, οι αρχικοί φορείς του απώλεσαν νωρίς τη γλωσσική τους ταυτότητα και αφομοιώθηκαν γλωσσικά από τους ελληνόφωνους γηγενείς. Μια διεργασία, η οποία τεκμηριώνεται και από τις αφηγηματικές πηγές, στις οποίες δεν αναφέρονται σλαβόφωνοι κάτοικοι της Πελοποννήσου μετά το 15ο αιώνα.  Ένα συμπέρασμα, η συνάφεια του οποίου με την τρέχουσα επικαιρότητα [2003] είναι προφανής, διότι οι ξένοι «λαθρομετανάστες» κατά το Μεσαίωνα αφομοιώθηκαν τελικά από το γηγενή, τον ελληνόφωνο πληθυσμό και δεν αποτέλεσαν παρά ένα βραχυχρόνιο επεισόδιο στη μακραίωνη εθνική μας περιπέτεια…

[Σημείωση του αειμνήστου ιστορικού και καθηγητή του Τμήματος Ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, Φαίδωνα Μαλιγκούδη].

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αλεξάνδρου (Παπαδοπούλου) Μητροπολίτου, Ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας, τ. Α, Αθήναι 2000.
  • Ν. Α. Βέη, Η Τρίπολις προ του 17ου αιώνος, εν Αθήναις 1907.
  • Τ. Αθ. Γριτσόπουλου, Τα Ορλωφικά, εν Αθήναις 1967.
  • Τ. Αθ. Γριτσόπουλου, Ιστορία της Τριπολιτσάς, τ. Α, Αθήναι 1972.
  • Β. Κρεμμυδά, Το εμπόριο της Πελοποννήσου στο 18ο αιώνα (1715-1792), Αθήνα 1972.
  • Α. Πετρονώτη, Η Οθωμανική Τριπολιτσά (Μνημεία Αρχιτεκτονικής), Πρακτικά Β’ Συνεδρίου Αρκαδικών Σπουδών, Αθήνα 1990, 263-272.
  • Φρ. Πουκεβίλ, Ταξίδι στην Ελλάδα. Πελοπόννησος, Αθήνα 1997 (εκδ. Τολίδη).
  • Ε. Fenster, Nochmals zu den Venezianischen listen der Kastelle auf der Peloponnes, «Byz. Zeit» 72 (1979), 321.
  • Pylia, Les notables moreotes, fin du XVIIIe debut du XIXe siecle: fonctions et comportements, t. I-II, Παρίσι 2001.

 

 

Παναγιώτης Βελισσάριος

ιστορικός, προϊστάμενος ΓΑΚ- Αρχείων

Νομού Αρκαδίας, Τρίπολη.

 

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η άλωση της Τριπολιτσάς», τεύχος 204, 25 Σεπτεμβρίου 2003.

 

Read Full Post »