Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Greek History’

Πελοπόννησος – Η Κιβωτός του Ελληνικού Πολιτισμού


 

Πελοπόννησος, η μεγαλύτερη και η νοτιότερη χερσόνησος της Ελλάδος και η νοτιότερη της Ευρώπης. Έχει έκταση 21.439 τ. χλμ. και διοικητικώς χωρί­ζεται σε επτά νομούς : Αργολίδας, Αρκαδίας, Αχαΐας, Ηλείας, Κορινθίας,  Λακωνίας και Μεσσηνίας. Από την εποχή που για πρώτη φορά κατοικήθηκε η Πελοπόννησος, μέχρι σήμερα, ήταν πάντοτε ένας ζωτικός χώρος της ελληνικής γης. Δεμένη με την υπόλοιπη χώρα, αλλά με έντονα δικό της χαρακτήρα και γεωγραφική διαμόρφωση, ευνόησε μια πολύμορφη ανάπτυξη του πολιτισμού, χωρίς όμως αυτός να χάσει την ενότητά του, ανοιχτή από πολύ νωρίς στο Αιγαίο, αλλά και στην Αδριατική, υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα, όπου ο ελληνικός Πολι­τισμός γεννήθηκε και διατηρήθηκε γνήσιος στην διάρκεια των αιώνων.

 

Χάρτης της Πελοποννήσου (Map of Peloponnese) - Frederik de Wit, 1702.

 

Κάθε περιοχή της Πελοποννήσου είχε από την αρχή τα ιδιαίτερα εκείνα γνωρίσματα, που χαρακτήρισαν την ζωή και την τέχνη της στους αιώνες που ακολούθησαν. Η Αργολίδα και η Κορινθία, σε άμεση επαφή με την κατ’ εξοχή ελληνική θάλασσα, που τις ένωνε με την ανατολή, ήταν πάντοτε οι προο­δευτικότερες περιοχές, εκείνες όπου οι καινούργιες ιδέες έπαιρναν χαρακτήρα ελληνικό και εξελίσσονταν διαρκώς σε νέες μορφές πολιτισμού. Η Αρκαδία, απομονωμένη στα βουνά της, δημιούργησε τον δικό της κόσμο και έμεινε πιστή στη δική της παράδοση: οι αρκαδικοί μύθοι και οι ιδιόρρυθμες αρκαδικές λατρείες διατήρησαν στα επόμενα χρόνια πανάρχαια στοιχεία, όπου μπορεί κανείς ν’ ανιχνεύσει τις ίδιες τις ρίζες του ελληνισμού.

Η Αχαΐα και η Ηλεία δεν απομονώθηκαν ποτέ από την ανατολή, δέχθηκαν όμως, όπως άλλωστε ήταν φυσικό, περισσότερο τις επιδράσεις της Δύσης και δέθηκαν με την υπόλοιπη δυτική Ελλάδα και μέσω αυτής με τη βόρειο. Στη μεγάλη μεσσηνιακή πεδιάδα συνδυάστηκαν τα αργολικά στοιχεία με τις δυτικές επιδράσεις και η περιοχή έγινε το δεύτερο σε σπουδαιότητα κέντρο της Πελοποννήσου στα προϊστορικά αλλά και στα πρώιμα ιστορικά χρόνια, μέχρι την κατάκτησή της από τους Σπαρτιάτες.

Η Λακωνία τέλος δεν υπήρξε καθόλου μια κλειστή και συντηρητική περιοχή, που αδιαφόρησε για την τέχνη: από πολύ νωρίς μαρτυρούνται οι επαφές της με την Κρήτη, υπήρξε κέντρο μυκηναϊκό, και τα εργαστήριά της έγιναν ξακουστά κατά τη διάρκεια της γεωμετρικής και της αρχαϊκής περιόδου, επηρεαζόμενα έντονα μάλιστα, από ιωνικές επιδράσεις.

Η αρχαιολογική έρευνα έδωσε από την αρχή περισσότερο βάρος στην Πελοπόννησο, παρά σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή της Ελλάδας επαληθεύοντας την παράδοση στο μεγαλύτερο μέρος της. Έτσι με σχετική σαφήνεια γνωρίζουμε τις πολιτισμικές φάσεις της από τα πρώιμα χρόνια της προϊστορίας έως το τέλος του αρχαίου κόσμου, ενώ συνεχώς νέα στοιχεία συνεχίζουν να μας αποκαλύπτουν πολύτιμες μαρτυρίες για τις περιόδους που άνηκαν πριν στην περιοχή του μύθου και που τώρα αποκτούν πλέον ιστορική υπόσταση. Οι τελευταίες ανασκαφές στην περιοχή της Κυλλήνης – Κατακώλου, αλλά και στην ανατολική Ηλεία, βεβαίωσαν την ανθρώπινη παρουσία στην Πελοπόννησο ήδη από την Μέση Παλαιολιθική περίοδο (γύρω στο 10.000 π.Χ.). Μια σημαντική, πρόσφατη επίσης, ανακάλυψη για την απώτερη προϊστορία της Πελοποννήσου αλλά και γενικότερα της Ελλάδας είναι το σπήλαιο της Φράγχθης στην Ερμιονίδα, στο οποίο βρέθηκαν διαδοχικά στρώματα ανθρώπινης εγκατάστασης από την παλαιολιθική έως και την νεολιθική περίοδο.

Η Νεολιθική εποχή χαρακτηρίζεται στην Πελοπόννησο, όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα από την προοδευτική ανάπτυξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, τη δημιουργία νόμιμων συνοικισμών και τη χρήση της κεραμικής. Στις επόμενες φάσεις ο αριθμός των νεολιθικών θέσεων της Πελοποννήσου αυξάνεται.

Στην Αργολιδοκορινθία, η Κόρινθος, η Γωνία, η Νεμέα, η Πρόσυμνα, η Λέρνα έδωσαν άφθονα νεολιθικά ευρήματα. Στην Αρκαδία, η Ασέα και τα Αγιωργίτικα. Νοτιότερα, στη Λακωνία και στη μεσσηνιακή Μάνη, το Κουφόβουνο, τελευταία το γνωστό σπήλαιο της Αλεπότρυπας στον Δυρό, η Καρδαμύλη και η Ζαρνάτα. Στη βόρειο Μεσσηνία η ακρόπολη της Μάλθης, αλλά και σε άλλες περιοχές, όπου η έρευνα βρίσκεται ακόμα στο στάδιο της επιφανειακής ανίχνευσης. Στην Ηλεία τέλος η περιοχή του κάστρου του Χλεμούτσι και το Αρνοκατάραχο, κοντά στην Ολυμπία, έχουν δώσει στοιχεία για την ύπαρξη οικισμών.

 

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

 

Οπωσδήποτε η Πελοπόννησος δεν έχει να παρουσιάσει άνθιση πολιτισμού όμοια με εκείνη π.χ. του Διμηνιού, ακολουθεί όμως από πολύ κοντά την εξέλιξη, αποκτά ισχυρή νεολιθική παράδοση και στην επόμενη μεγάλη φάση της Προϊστορίας, την εποχή του χαλκού, στο έδαφός της κυρίως θα αναπτυχθεί ο λεγόμενος Ελλαδικός πολιτισμός. Στην Πελοπόννησο η πρώιμη φάση της πρώτης μεγάλης περιόδου της Χαλκοκρατίας, της Πρωτοελλαδικής απετέλεσε στην ουσία μια συνέχεια της τελευταίας νεολιθικής.

Η ακμή σημειώθηκε στην Πρωτοελλαδική (2500 – 2100 π.Χ.) με την ίδρυση κέντρων όπως η Λέρνα, η Τίρυνθα, οι Ζυγουριές, του Κοράκου, η Μάλθη, και με την ανάπτυξη των εξωτερικών σχέσεων. Στο τέλος αυτής της περιόδου μια αρκετά βίαιη αλλαγή είναι φανερή από τα αρχαιολογικά δεδομένα που μαρτυρούν εισβολές και μετακινήσεις, που πιθανότατα δεν είναι άσχετες με τη σύγχρονη μεγάλη καταστροφή που έχει διαπιστωθεί στις δυτικές και νότιες ακτές της Μικράς Ασίας.

Τα φύλλα που κατοικούσαν την Πελοπόννησο πριν από το 2000 π.Χ. ήταν οι λεγόμενοι Πρωτοαχαιοί στην Αχαΐα, οι Καύσωνες στη Μεσσηνία και οι Πελασγοί στο μεγαλύτερο μέρος της κεντρικής και της ανατολικής πλευράς της.

Λίγο μετά το 2000 π.Χ. άρχισε η κάθοδος των Πρωτοελλήνων από τις βορειότερες περιοχές της χώρας: οι Ίωνες εγκαταστάθηκαν στην Αργολιδοκορινθία, στην Κυνουρία, στην Αχαΐα, στην Πισατίδα, στη βόρειο Τριφυλία, και οι Αρκάδες στη βόρειο και την κεντρική Αρκαδία, απ’ όπου και διέδωσαν τη διάλεκτό τους σε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Η κάθοδος και η εγκατάσταση των νέων φυλών στην Πελοπόννησο αυτήν την περίοδο, αλλού έγινε ομαλά και αλλού βίαια. Στην πυκνοκατοικημένη Αργολιδοκορινθία, καταστρέφονται η Λέρνα, η Τίρυνθα, η Ασίνη, οι Ζυγουριές και η Κόρινθος.

 

Τα τείχη της Τίρυνθας (Walls of Tiryns) – Edward Dodwell, 1834.

 

Στην Μεσσηνία έχει βεβαιωθεί η ύπαρξη τουλάχιστον δέκα πρωτοελλαδικών συνοικισμών με σπουδαιότερο αυτόν της Μάλθης. Στην Αρκαδία έχουν επισημανθεί συνοικισμοί στα Αγιωργίτικα, στην Ηραία και στην Ασέα. Στη Λακωνία κατοικήθηκε κυρίως η κοιλάδα του Ευρώτα και μαρτυρούνται σχέσεις με την Κρήτη. Στην Ηλεία τέλος, κατά μήκος της παραλίας της έχουν διαπιστωθεί πρωτοελλαδικές εγκαταστάσεις. Υπήρχαν σίγουρα επαφές με το Αιγαίο, σύμφωνα με τα κυκλαδικά ειδώλια που βρέθηκαν εκεί μαζί με οψιανό.

Οι δημιουργοί του Μεσοελλαδικού πολιτισμού θεωρούνται ως οι πρώτοι Έλληνες. Την υπόθεση αυτή βεβαιώνει η αδιάσπαστη συνέχεια στην εξέλιξη έως τα κλασσικά χρόνια και τα στοιχεία που προέκυψαν από την αποκρυπτογράφηση της μυκηναϊκής γραφής και που πιστοποίησαν την ελληνικότητα των μεσοελλαδικών φυλών. Η Πελοπόννησος βρέθηκε στο κέντρο αυτής της δημιουργίας. Τα ευρήματα δείχνουν μια ευρεία εγκατάσταση, ιδιαίτερα στην Αργολιδοκορινθία και την Μεσσηνία αλλά και στην Ηλεία, στην Ολυμπία, στη Φεία και την Πίσσα. Στο τέλος αυτής της περιόδου δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις εκείνες που οδήγησαν στην πρώτη μεγάλη εκδήλωση του ελληνισμού, τον Μυκηναϊκό πολιτισμό, και η Πελοπόννησος ήταν η περιοχή όπου κυρίως συντελέσθηκε αυτή η μεταμόρφωση.

Κατά την Μυκηναϊκή εποχή (1600 – 1100 π.Χ.) η Πελοπόννησος έφθασε σε υψηλό επίπεδο πολιτισμού και έγινε ουσιαστικά το κέντρο του ελληνικού κόσμου. Οι ανασκαφές επαλήθευσαν το θρύλο των πολύχρυσων Μυκηνών του Ομήρου και η περίφημη ακρόπολη της Αργολίδας υπήρξε το κέντρο της ακτινοβολίας, η περιοχή γύρω από την οποία πλάσθηκαν οι σπουδαιότεροι από τους μύθους της Πελοποννήσου. Και δεν είναι φυσικά τυχαίο, ότι ο Όμηρος τον βασιλιά των Μυκηνών τραγούδησε ως αρχηγό των Ελλήνων, στην πρώτη μεγάλη εκστρατεία της ιστορίας τους, τον Τρωικό πόλεμο.

Οι δυο μεγάλοι μυθολογικοί κύκλοι, των Περσιδών και των Πελοπιδών, από τους οποίους κατάγονται ο Ηρακλής και οι Ατρείδες, διαμορφώθηκαν από τους θρύλους της περιοχής των ανακτόρων των Μυκηνών και της Τίρυνθας και έτσι οι Μυκήνες έμειναν στη συνείδηση των επόμενων γενεών ως το κέντρο της δόξας των προγόνων και όταν πια δεν είχαν γίνει παρά ένα ασήμαντο χωριό.

 

The Citadel of Mycenas.

 

Η μνημειώδης μυκηναϊκή αρχιτεκτονική υπήρξε η απαρχή της ελληνικής αρχιτεκτονικής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στα ιστορικά χρόνια. Ο τύπος του ελληνικού ναού με τον πρόδομο, το σηκό και τον οπισθόδομο είναι μια παραλλαγή του μυκηναϊκού μεγάρου, της κατοικίας του βασιλιά. Δεύτερο μεγάλο μυκηναϊκό κέντρο υπήρξε η Μεσσηνία με το ανάκτορο του Εγκλιανού στην Πύλο που ταυτίσθηκε από τον ανασκαφέα του με το παλάτι του Νέστορα, του σοφού μεσσήνιου γέροντα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Ένας μεγάλος αριθμός θολωτών τάφων με πλούσια κτερίσματα, εγκατεσπαρμένων σε ολόκληρη την δυτική Μεσσηνία μαρτυρούν την ακμή της, που πρέπει να ήταν ανάλογη με εκείνη της Αργολίδας. Η αρχαιολογική έρευνα δεν έχει ακόμα επισημάνει την θέση του ανακτόρου της Σπάρτης, δεν υπάρχει όμως καμμία αμφιβολία για την σπουδαιότητα της περιοχής κατά την μυκηναϊκή περίοδο.

Η τελευταία φάση της Μυκηναϊκής περιόδου (1400-1100 π.Χ.) ήταν η περίοδος της μεγάλης ακμής με την οργάνωση των ανακτόρων κα των πόλεων, την ανάπτυξη της γραφής και τις μνημειακές μορφές τέχνης. Από τον 14ο αι. π.Χ. άρχισε η εξάπλωση προς τη Δύση και την Ανατολή. Η Μεσόγειος υπήρξε ο μεγάλος δρόμος που έφερε τους Μυκηναίους στις ακτές της Ασίας και της Αφρικής. Ο Τρωικός πόλεμος δηλώνει συγχρόνως τη μεγάλη ισχύ και την αρχή  της παρακμής τους. Πίσω από τον μύθο της Ελένης της Σπάρτης και της αρπαγής της, κρύβεται μια πραγματική εκστρατεία των Αχαιών στις Β.Α. ακτές της Μικράς Ασίας γύρω στο 1200 π.Χ. Το σημαντικό ιστορικό συμπέρασμα για τον Τρωικό πόλεμο είναι ότι έγινε μια εκστρατεία, κατά την οποία όλοι οι κάτοικοι της Ελλάδας εμφανίστηκαν ενωμένοι. Από την Πύλο έως την Ιωλκό και από την Κρήτη μέχρι και τα Δωδεκάνησα ξεκίνησαν οι Αχαιοί του Ομήρου και όλοι αυτοί αναγνώρισαν ως αρχηγό τους τον βασιλιά των Μυκηνών. Η παράδοση λοιπόν και η αρχαιολογική έρευνα συμφωνούν ως προς το κέντρο του μυκηναϊκού κόσμου.

 

Η Πύλη των Λεόντων (The Gate of the Lions at Mycenae) – Edward Dodwell, 1834.

 

Με την κάθοδο των Δωριέων τον 12ο π.Χ. αι. έρχεται και το τέλος του Μυκηναϊκού κόσμου και αρχίζει ο λεγόμενος Ελληνικός Μεσαίωνας ο οποίος θα διαρκέσει από τον 10ο π.Χ. έως τον 8ο π.Χ. αιώνα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου αναπτύσσεται η κοινή εθνική συνείδηση και παράλληλα συνειδητοποιείται η κοινή καταγωγή και η λατρεία των θεών και των ηρώων-προγόνων.

Η παράδοση συνέδεσε τους Δωριείς με την επιστροφή των Ηρακλειδών, που κατέβηκαν από τις βόρειες περιοχές της Ελλάδας και πέρασαν στην Πελοπόννησο από το Ρίο με τη βοήθεια των Αιτωλών. Οι Αιτωλοί κατέλαβαν την Αχαΐα και την Ηλεία, ενώ οι Δωριείς εγκαταστάθηκαν στην Αργολίδα, την Κορινθία, τη Λακωνία και τη Μεσσηνία. Μετά τη Δωρική εγκατάσταση τα ισχυρότερα κράτη που σχηματίσθηκαν στην περιοχή ήταν της Κορίνθου, του Άργους και της Σπάρτης, αλλά και μικρότερης ισχύος, όπως στην Αρκαδία όπου δεν υπήρχε ενιαίο κράτος αλλά πόλεις συνδεδεμένες μεταξύ τους με χαλαρούς δεσμούς, σπουδαιότερες από τις οποίες ήταν ο Ορχομενός, η Τεγέα και η Μαντινεία.

Στην δυτική Πελοπόννησο είχε ιδρυθεί το Αιτωλικό κράτος των Ηλείων, οι ανεξάρτητες έξι αιολικές πόλεις της μετέπειτα Τριφυλλίας και το κράτος της Πίσσας. Ως προς την Αχαΐα, από τα ομηρικά ακόμα χρόνια αυτή εχωρίζετο σε δυτική και ανατολική. Και η μεν ανατολική ονομάζετο Αιγιαλεία η δε δυτική ανήκε στους Ηλείους με τους οποίους ενώθηκαν οι Αιτωλοί και οι Αρκαδικοί Καύκωνες. Η Σπάρτη και το Άργος διεκδίκησαν από την αρχή την ηγετική θέση στην Πελοπόννησο. Το Άργος είχε υπό τον άμεσο έλεγχό του την περιοχή της Αργολίδας, δηλαδή τις πόλεις Επιδαύρου, της Τροιζήνας, των Μυκηνών και της Τίρυνθας, αλλά γρήγορα η επιρροή του εξαπλώθηκε μέχρι το Μαλέα και τα Κύθηρα.

Στην Κορινθία, η Κόρινθος (με την Σικυώνα και τον Φλιούντα) χάρη στην προνομιακή της θέση προσανατολίσθηκε από νωρίς προς το εμπόριο και την ίδρυση αποικιών και τέλος η Σπάρτη κυριαρχώντας στην άνω κοιλάδα του Ευρώτα και έχοντας ιδρύσει τη Στενύκλαρο (η οποία καταλήφθηκε αργότερα από τους Αρκάδες) άρχισε σιγά σιγά να εξαπλώνεται προς την εύφορη μεσσηνιακή πεδιάδα την οποία και κατέκτησε μετά από σκληρούς αγώνες που διήρκεσαν ολόκληρο περίπου τον 8ο π.Χ. αι.

 

Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Κορίνθου, Guillaume Abel Blouet 1831.

 

Γύρω στα τέλη του 8ου π.Χ. αι. οι πελοποννησιακές πόλεις αναπτύσσουν μεγάλη αποικιακή δραστηριότητα, ιδίως προς την Δύση: οι Κορίνθιοι ίδρυσαν την Κέρκυρα από την οποία προήλθαν οι Συρακούσες στην Σικελία το 734 π.Χ., οι Σπαρτιάτες τον Τάραντα στην Κάτω Ιταλία το 707, ενώ Αχαιοί άποικοι είχαν ήδη ιδρύσει από το 721 και το 710 τη Σύβαρη και τον Κρότωνα.

Από τον 8ο π.Χ. αι. η Πελοπόννησος κατέκτησε την πρώτη θέση στη χαλκουργία με κέντρα το Άργος, τη Σπάρτη και την Κόρινθο. Το ιερό της Ολυμπίας, που έγινε με την καθιέρωση των Ολυμπιακών Αγώνων ένα από τα μεγαλύτερα πανελλήνια ιερά, είναι το κατ’ εξοχήν ιερό των χαλκών αναθημάτων. Από τα ευρήματα των ανασκαφών μαθαίνουμε για την άνθηση της πελοποννησιακής χαλκουργίας κατά τη γεωμετρική και την αρχαϊκή εποχή. Οι ίδιες πόλεις υπήρξαν επίσης τα κέντρα των κεραμικών εργαστηρίων, από τα οποία εκείνο του Άργους γνώρισε ιδιαίτερη ακμή από την πλευρά της καλλιτεχνικής ποιότητας, συνεχίζοντας έτσι την παράδοση της περιοχής στην τέχνη του πηλού.

Οι πρώτοι αιώνες της ελληνικής ιστορίας υπήρξαν επίσης η εποχή της διαμόρφωσης της θρησκείας του Δωδεκάθεου. Στην Πρόσυμνα η Ήρα λατρεύτηκε στην θέση της παλαιότερης θεάς και στην Ολυμπία διαδέχθηκε τη θεά Γη. Στις Αμύκλες, χωρίς να παραμερισθεί ο Υάκινθος, καθιερώθηκε η λατρεία του Απόλλωνα. Σε αυτά τα πρώιμα χρόνια οι τοπικές λατρείες είχαν μεγά­λη διάδοση, ιδιαίτερα στην Αρκαδία, άπου γενικότερα η θρησκευτική ζωή ακολούθησε ένα ξεχωριστό δρόμο με πολύ μυστηριακό χαρακτήρα.

Τον 7ο π.Χ. ο Φείδωνας έκοψε για πρώτη φορά νόμισμα στο Άργος και οδήγησε την πόλη σε μεγάλη ακμή αποτέλεσμα της οποίας υπήρξε η σύγκρουση με την αιώνια αντίπαλο πόλη, τη Σπάρτη. Η οριστική επιβολή της Σπάρτης και η αναγνώρισή της ως ηγετικής δύναμης στην Πελοπόννησο έγινε μόνο έναν αιώνα αργότερα, αφού δηλαδή συνέτριψε τη Σικυώνα και οργάνω­σε την πρώτη συμμαχία των πελοποννησιακών Πόλεων υπό την αιγίδα της στα μέσα τον 6ου π.Χ. αι.

Έως τις  αρχές του 6ου π.Χ. αι. η Κόρινθος κυριαρχούσε στις αγορές της Ανατολής και της Δύσης με τα κεραμικά προϊόντα της, η Αθήνα όμως διεκδίκησε αυτήν την πρωτοκαθεδρία και τελι­κά πέτυχε να την εκτοπίσει, γεγονός που είχε ως φυσιολογικό επακόλουθο την οριστική παρακμή της Κορίνθου. Την ίδια περίοδο αμείωτη συνεχίσθηκε και η άνθηση των εργαστηρίων της πλαστικής και της χαλκουργίας των πελοποννησιακών εργαστηρίων έξοχα δείγματα των οποίων είναι το σύνταγμα του Κλεόβη και του Βίτωνα και ο Κούρος της Τεγέας.

Στην αρχιτεκτονική, στη διαμόρφωση της οποίας η Πελοπόννησος είχε ηγετική θέση, σπουδαίες δημιουργίες της πορείας για την αναζήτηση της τελειότητας του ρυθμού αποτελούν τα ερείπια του ναού του Απόλλωνος στην Κόρινθο και του ναού της Ήρας στην Ολυμπία.

 

Αρχαϊκός ναός του Απόλλωνα στην Κόρινθο – J. D. Le Roy, 1770

 

Ο 5ος αιώνας, η εποχή της μεγάλης δόξας του Ελληνισμού, ήταν εποχή ακμής και για την Πελοπόννησο, η συμμετοχή της οποίας στα διάφορα ιστορικά γεγονότα υπήρξε πρωταρχικής σημασίας. Κατά την διάρκεια των Περσικών πολέμων από το 490 (μάχη του Μαραθώνα) μέχρι το 479 (μάχη των Πλαταιών) οι πελοποννησιακές πόλεις, και ιδίως η Σπάρτη, παραμερίζοντας τις αντιθέσεις μεταξύ τους και με την Αθήνα, βοήθησαν με κάθε τρόπο στον κοινό αγώνα των Ελλήνων κατά των βαρβάρων Μήδων. Στην άτυχη αλλά ένδοξη μάχη των Θερμοπυλών η τιμή αποδόθηκε ολόκληρη στους πελοποννήσιους, που αντιπροσωπεύθηκαν από τον ολιγάριθμο στρατό του Σπαρτιάτη βασιλιά Λεωνίδα. Αλλά η ένωση των ελληνικών πόλεων δεν κράτησε για πολύ μετά τα μηδικά.

Ακολούθησε μια περίοδος 50 χρόνων κρυφού ανταγωνισμού μεταξύ της Αθήνας και της Σπάρτης η οποία οδήγησε στην έκρηξη του Πελοποννησιακού πολέμου, που υπήρξε η αρχή του τέλους του αρχαίου ελληνισμού. Ο 4ος αιώνας άρχισε με το λεγόμενο Κορινθιακό πόλεμο (395-387), στον οποίο η Σπάρτη με βασιλιά τον Αγησίλαο αντιμετώπισε και νίκησε τις ενωμένες δυνάμεις των Αθηναίων, Θηβαίων, Koρινθίων, Αργείων και Θεσσαλών. Έτσι μετά το 379 η Σπάρτη εμφανίζεται πάλι, στην ηγετική θέση μεταξύ των ελληνικών πόλεων. Η κυριαρχία της όμως δεν θα κρατήσει για πολύ. Η αντίθεση με τους Θηβαίους, οι οποίοι επίσης επεδίωξαν την ηγεμονία της Ελλάδας, οδήγησε σειρά συγκρούσεων στις οποίες η σπαρτιατική στρατιωτική υπεροχή συνετρίβη οριστικά. Η ταπείνωση της Σπάρτης τονίσθηκε ακόμα περισσότερο με την ίδρυση στις παρυφές του λακωνικού κράτους της Μεγαλόπολης και της Μεσσήνης.

 

Εικόνα του Αρχαίου Άργους, Chaiko, 1790. Ο σχεδιαστής φαίνεται να είχε επισκεφτεί το Άργος το οποίο ίσως να ήταν κατεστραμμένο τότε. Έτσι προτίμησε να σχεδιάσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του Αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία.

 

Οι αλλεπάλληλοι αυτοί πόλεμοι εξασθένησαν την Πελοπόννησο και έτσι όταν η νέα ανερχόμενη δύναμη του ελληνισμού, οι Μακεδόνες, επιχείρησαν την ανάληψη της ηγεμονίας στον ελληνικό χώρο, η Πελοπόννησος δεν μπόρεσε να την εμποδίσει. Μετά την αποφασιστική για την τύχη της Ελλάδας μάχη της Χαιρώνειας (338), ο Φίλιππος οργάνωσε συμμαχία πολλών πελοποννησιακών πόλεων (Αργείοι, Μεσσήνιοι, Αρκάδες) εναντίον της Σπάρτης και απέσπασε από αυτήν πολλές περιοχές τις οποίες απέδωσε στους Αργείους, τους Τεγεάτες και τους Μεσσήνιους, στους οποίους ανήκαν αρχικά. Οι πελοποννησιακές (πλην της Σπάρτης), αλλά και οι άλλες ελληνικές πόλεις, αναγκάσθηκαν στο συνέδριο της Κορίνθου να αναγνωρίσουν την μακεδονική κυριαρχία και να συμμετάσχουν στην εκστρατεία κατά της Περσίας. Στους αγώνες που ακολούθησαν μεταξύ των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου η Πελοπόννησος πολλές φορές έγινε πεδίο μαχών και συγκρούσεων και πλούσιες περιοχές της όπως η Αργολίδα και η Ήλιδα συχνά λεηλατήθηκαν.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο των πόλεμων, στους δυο αυτούς αιώνες της κλασσικής εποχής, η τέχνη έφθασε στην ακμή της και η Πελοπόννησος δεν έμεινε αμέτοχη σε αυτό. Τα γλυπτά του ναού του Διός στην Ολυμπία υπήρξαν η πρώτη έκφραση της κλασσικής τέχνης, όπως αυτή διαμορφώθηκε αργότερα στον Παρθενώνα. Οι μεγάλοι ναοί, που οικοδομήθηκαν σε όλες σχεδόν τις περιοχές της Πελοποννήσου αποτελούν λαμπρά παραδείγματα της αρχιτεκτονικής: ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο ναός των Βασσών στην Φιγαλία, ο ναός της Αθηνάς στην Τεγέα και ο ναός της Ήρας στο Άργος.

 

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, Edward Dodwell, 1834.

 

Η ίδρυση της Αχαϊκής Συμπολιτείας το 280 είχε ως αποτέλεσμα την άνοδο της δύναμης των ενωμένων πελοποννησιακών πόλεων, γεγονός που επέφερε την σύγκρουση με τους Μακεδόνες κατακτητές. Παράλληλα αυξήθηκε και πάλι η σπαρτιατική δύναμη με τις μεταρρυθμίσεις των βασιλέων Άγιδος Δ’ και Κλεομένη Γ’, αλλά η άνοδος αυτή αντί να οδηγήσει σε μια ένωση ολόκληρης της Πελοποννήσου εναντίον των Μακεδόνων, αντίθετα οδήγησε στην σύγκρουση μεταξύ της Αχαϊκής Συμπολιτείας και της Σπάρτης και έτσι η Σπάρτη νικήθηκε με την βοήθεια των Μακεδόνων και δεν μπόρεσε να ανακτήσει την προηγούμενη δύναμή της.

Η πρώτη ήτα των Μακεδόνων από τους Ρωμαίους το 197 σήμαινε το τέλος της ανεξαρτησίας της Ελλάδας. Οι Ρωμαίοι εκμεταλλεύτηκαν την ελληνική αδυναμία και έξυπνα υποκίνησαν διάφορες διασπαστικές κινήσεις, ώστε να εκμηδενισθούν οι προσπάθειες της Αχαϊκής Συμπολιτείας, του τελευταίου ελληνικού προπυργίου, η οποία την εποχή αυτή με τον Φιλοποίμενα έδινε τον ύστατο αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία. Το 168 υπέταξαν οριστικά την Μακεδονία και 22 χρόνια αργότερα, αφού προηγουμένως πέτυχαν την αποστασία πολλών πόλεων από την Συμπολιτεία, κατέβαλαν και κατέστρεψαν την Κόρινθο, οδηγώντας έτσι στο τέλος του όχι μόνο τον πελοποννησιακό αλλά και ολόκληρο τον αρχαίο ελληνικό κόσμο.

 

Άποψη της αρχαίας Μεγαλόπολης, Guillaume Abel Blouet 1831.

 

Μετά την ίδρυση από τους Ρωμαίους της επαρχίας της Αχαΐας, που περιελάμβανε την Πελοπόννησο, τα νησιά του Ιονίου, την Ήπειρο, την Θεσσαλία και την Στερεά, μόνο η Σπάρτη, με το Κοινό των Ελευθερολακώνων, κατόρθωσε να διατηρήσει την αυτονομία της. Η Κόρινθος, ρωμαϊκή πλέον πόλη μετά την αναστήλωσή της έγινε το διοικητικό κέντρο της υποταγμένης Ελλάδας. Γενική παρακμή στις εκδηλώσεις ζωής και του πνεύματος, μείωση του εμπορίου, περιορισμός στην καλλιέργεια της γης, έλλειψη κάθε καλλιτεχνικής πρωτοβουλίας χαρακτήρισαν την περίοδο της ρωμαϊκής κατοχής στην Πελοπόννησο όπως άλλωστε και σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Στην αποφασιστική για την διαμόρφωση του ρωμαϊκού κράτους ναυμαχία του Ακτίου (31 π.Χ.), η Σπάρτη πολέμησε στο πλευρό του Αυγούστου και αυτός αργότερα ευεργέτησε την Πελοπόννησο: η Σπάρτη μάλιστα κατόρθωσε να διατηρήσει την αυτονομία της μέχρι τον 3ο μ.Χ. αι. Ο περιηγητής Παυσανίας τον 2ο αι. περιγράφει τα μεγάλα ιερά και πόλεις σε βαθιά παρακμή, αλλά η σύγχρονη ζωή διατηρείτο στους συνοικισμούς και στις μικρές πόλεις.

Η περιοχή ιδιαίτερα ευαίσθητη στις σεισμικές δονήσεις, θα δοκιμασθεί συχνά και κυρίως στον μεγάλο σεισμό του 375 μ.Χ. Με τις καταστροφές αυτές, συμπληρωμένες από τις τρομερές βαρβαρικές επιδρομές κλείνει ο 4ος μ.Χ. αι. και μαζί του και ο αρχαίος κόσμος δίνοντας την θέση του στην νέα κοσμοθεωρία, τον Χριστιανισμό.

Κέντρα του χριστιανισμού στην Πελοπόννησο ήταν η κοινότητα της Κορίνθου, που είχε ιδρυθεί από τον Απόστολο Παύλο, η Πάτρα όπου είχε μαρτυρήσει ο Απόστολος Ανδρέας και η Σπάρτη. Νέα εποχή εγκαινιάζεται με την ίδρυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και η Πελοπόννησος πλέον ανήκει στην επαρχία του Ιλλυρικού. Δυο γεγονότα σφραγίζουν τα τελευταία χρόνια του 4ου αι: Η κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων το 393 και οι επιδρομές των Γότθων του Αλάριχου το 395 που αφού καίνε την Κόρινθο και καταλαμβάνουν το Άργος και την Σπάρτη, ηττώνται τελικά στην Φολόη από τον στρατηγό Στηλίχωνα.

Οι βαρβαρικές επιδρομές (Βάνδαλοι, Ούννοι) θα συνεχισθούν κατά την διάρκεια του 5ου και του 6ου αι. παρά τις προσπάθειες του Ιουστινιανού να οχυρώσει την Κόρινθο η οποία δοκιμάζεται σκληρά από επιδρομές και σεισμούς. Ο 9ος και ο 10ος αι. είναι αιώνες δοκιμασιών για την Πελοπόννησο, που υφίσταται τις επιθέσεις Αράβων και Βουλγάρων.

Οι Άραβες, ιδίως μετά την κατάκτηση της Κρήτης (827), την κάνουν ορμητήριο και ταλαιπωρούν τις πελοποννησιακές ακτές με αλλεπάλληλες επιδρομές. Η βουλγαρική απειλή γίνεται ιδιαίτερα κρίσιμη επί Σαμουήλ, όταν το 996, η ορμητική του κάθοδος καταλήγει στην Πελοπόννησο. Πάρ’ όλα ταύτα η Κόρινθος αντιστέκεται και λίγο αργότερα οι Βούλγαροι ηττώνται από τον Νικηφόρο Ουρανό.

Ο 12ος αι. χαρακτηρίζεται από νέες καταστρεπτικές επιδρομές, που επιχειρούν οι Νορμανδοί, ο νέος εχθρός που έρχεται από τη Δύση. Ο Ρογήρος ο Β’ λεηλατεί την Πελοπόννησο, καταλαμβάνει την Κόρινθο και παίρνει αιχμάλωτους, κυρίως υφαντουργούς, που μεταφέρει και εγκαθιστά στην Σικελία. Η παραχώρηση από τους Κομνηνούς εμπορικών προνομίων στους Βενετούς φέρνει τους τελευταίους και στα πελοποννησιακά λιμάνια, την Κόρινθο, τη Μεθώνη, την Πάτρα, το Ναύπλιο κ.α.

 

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

 

Η γενική κατάσταση που χαρακτηρίζει ολόκληρη την αυτοκρατορία, πριν από την φράγκικη κατάκτηση επικρατεί και στην Πελοπόννησο. Ο κεντρικός έλεγχος ατονεί και η λαϊκή τάξη, έρμαιο της αυθαιρεσίας των κρατικών υπαλλήλων, απροστάτευτη από τις πειρατικές επιδρομές και θύμα της βαριάς φορολογίας, δοκιμάζεται εντονότερα και υφίσταται τις συνέπειες της παρακμής.

Ωστόσο η Πελοπόννησος, στους τελευταίους αιώνες πριν την Φραγκοκρατία, παρ’ όλους τους εχθρούς που την ταλαιπώρησαν, είχε μια αξιόλογη εμπορική και οικονομική ανάπτυξη, με σπουδαιότερο κέντρο την Κόρινθο που είχε αναπτύξει διάφορες βιοτεχνίες, ανάμεσα στις οποίες σημαντικότερη ήταν η υφαντουργία και η μεταξουργία. Η Πάτρα, πλούσια και ευημερούσα, το Άργος, το Ναύπλιο, η Μονεμβάσια, καθώς και άλλες μικρότερες πόλεις όπως η Αρκαδία κοντά στην Κυπαρισσία, η Μαντίνεια της Λακωνικής, που φημιζόταν για τα κρασιά και το μετάξι της, η Λακεδαιμονία που κτίσθηκε στα ερείπια της αρχαίας Σπάρτης, η Βοστίτσα (Αίγιο), η Μεθώνη και η Κορώνη.

Αξιοσημείωτο είναι ακόμα πως ενώ η πνευματική άνθιση την εποχή αυτή περιορίζεται κυρίως στον θεολογικό τομέα, το πλήθος των βυζαντινών εκκλησιών, των αιώνων αυτών αποκαλύπτει μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική ευαισθησία.

Με την κατάλυση του βυζαντινού κράτους από τους Φράγκους το 1204 και την εισαγωγή του δυτικού πολιτικοκοινωνικού συστήματος της φεουδαρχίας, η Πελοπόννησος θα αποτελέσει ένα από τα φεουδαρχικά κρατίδια της διασπασμένης αυτοκρατορίας και μάλιστα το καλύτερα οργανωμένο.

 

Κορώνη - Coronelli Maria Vincenzo, 1685

 

Ιδρυτές της Φράγκικης ηγεμονίας της Πελοποννήσου θα είναι οι Γάλλοι με τον Γουλιέλμο Σαμπλίτη και τον Γοδεφρείδο Βιλεαρδουίνο. Η έλλειψη αρχηγού και οργανωμένης βυζαντινής στρατιωτικής δύναμης θα δώσει τη δυνατότητα στους Γάλλους να καταλάβουν με σχετική ευκολία πολλές πόλεις όπως η Πάτρα, η Καλαμάτα, η Ανδραβίδα κ.α., η κατάκτηση όμως του εσωτερικού της περιοχής θα παρουσιάσει δυσκολίες γιατί προβάλλεται αξιόλογη αντίσταση σε ορισμένες περιοχές, όπως π.χ. στην Ήλιδα και στην Αρκαδία.

Ο σπουδαιότερος από τους Γάλλους κατακτητές θεωρείται ο Γουλιέλμος Β’ Βιλεαρδουίνος, αξιόλογος πολιτικός και στρατιωτικός που θα συνεχίσει την κατάκτηση της Πελοποννήσου, η οποία, εκτός από ορισμένες περιοχές και οχυρές θέσεις θα περιέλθει στην εξουσία του.

Το πριγκιπάτο της Αχαΐας, όπως ονομάσθηκε το φράγκικο κράτος της Πελοποννήσου, χωρίσθηκε σε 12 βαρονίες: της Καλαμάτας, της Άκοβας, της Καρύταινας, της Πάτρας, της Βοστίτσας, των Καλαβρύτων, της Χαλανδρίτσας, της Βελιγοστής, του Νυκλίου, της Γρίτσαινας, του Γερακιού και του Πασσαβά. Η οργάνωση του πριγκιπάτου ήταν καθαρά στρατιωτική: οι φεουδάρχες, που βρίσκονταν σε συνεχή στρατιωτική υπηρεσία, έκτισαν οχυρωμένους πύργους στα φέουδά τους και έφεραν ήθη της Δύσεως στο ελληνικό έδαφος, ενώ η ηγεμονική αυλή χαρακτηριζόταν για την λαμπρότητα, την κομψότητα και το άψογο ιπποτικό της πνεύμα. Ο Γουλιέλμος θα επιχειρήσει να επεκτείνει τα σύνορα του πριγκιπάτου πέρα από την Πελοπόννησο αλλά θα αποτύχει και η αποτυχία του αυτή θα σημάνει την αρχή της παρακμής του πριγκιπάτου, ενώ παράλληλα θα προκαλέσει την απαρχή της σταδιακής επανάκτησης της Πελοποννήσου από τους Βυζαντινούς.

 

Άποψη της Πάτρας από το αρχαίο υδραγωγείο – Λιθογραφία, Otto Magnus von Stackelberg, 1834

 

Στην μάχη της Πελαγονίας το 1259 ο Γουλιέλμος θα αιχμαλωτισθεί από τον Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο και θ’ αναγκασθεί να παραδώσει στους βυζαντινούς τα κάστρα της Μάνης, του Μυστρά και της Μονεμβασιάς. Αυτά τα κάστρα και ιδίως ο Μυστράς, θα αποτελέσουν αργότερα το ορμητήριο για την ανάκτηση της Πελοποννήσου από τους βυζαντινούς. Η τελευταία αυτή ελληνική βάση, αφού επί 50 σχεδόν χρόνια (1262-1308) διοικείται από στρατηγό, αποκτά, μετά το 1308, μόνιμο διοικητή με τον τίτλο του Δεσπότη που θα διοικεί το Δεσποτάτο του Μορέως, όπως θα ονομασθεί το ελληνικό κράτος της Πελοποννήσου.

Η οικογένεια των Κατακουζηνών πρώτα και αργότερα αυτή των Παλαιολόγων θα αναλάβουν την διακυβέρνηση αυτής της περιοχής. Το Φράγκικο πριγκιπάτο μετά τον θάνατο του Γουλιέλμου θα παρακμάσει και θα διαλυθεί από τις επιδρομές των Τούρκων, πλην των βενετικών κτήσεων της Μεθώνης, της Κορώνης και του Ναυπλίου που θα πέσουν τελικά το 1540. Οι πρώτες τουρκικές επιδρομές στην Πελοπόννησο έγιναν το 1379, 1400 και 1401 και προετοίμασαν το έδαφος για την ολοκληρωτική κατάκτηση της περιοχής, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες αντίστασης των Βυζαντινών και των Φράγκων.

 

Μιστράς (Mistras) - Bernard Randolph, χαλκογραφία, 1681

 

Οι Παλαιολόγοι της Πελοποννήσου, στις αρχές του 15ου αιώνα θα οχυρώσουν την περιοχή του ισθμού με το περίφημο τείχος του Εξαμυλίου με σκοπό να αποτρέψουν τις τούρκικες επιδρομές. Οι τούρκοι όμως με αρχηγό τον Τουραχάν εύκολα θα εξουδετερώσουν αυτό το εμπόδιο το 1423 και θα κατακτήσουν το Δεσποτάτο φόρου υποτελές στον σουλτάνο Μουράτ Β’.

Το 1443 ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος (ο μετέπειτα τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας) έγινε Δεσπότης του Δεσποτάτου αλλά οι προσπάθειές του να οχυρώσει την Πελοπόννησο, δεν σταμάτησαν τον σουλτάνο Μουράτ ο οποίος το 1446 παγίωσε την τουρκική κυριαρχία σε ολόκληρη την Β. Πελοπόννησο. Μετά την αναχώρηση του Κωνσταντίνου για την Κωνσταντινούπολη το 1449 και την άλωση της πόλης το 1453 την Πελοπόννησο μοιράσθηκαν, ως φόρου υποτελείς στον σουλτάνο, οι αδελφοί του Θωμάς και Δημήτριος.

Στα χρόνια που ακολούθησαν την άλωση επεκράτησε στην Πελοπόννησο μεγάλη αναστάτωση, ανταρσίες Αλβανών και Μανιατών και τούρκικες εισβολές που τελικά έληξαν με την εκστρατεία του ίδιου του σουλτάνου Μωάμεθ Β’ στην περιοχή το 1458-60. Σοβαρές επιπτώσεις στην ιστορία της Πελοποννήσου είχαν οι Βενετοτουρκικοί πόλεμοι που ακολούθησαν: στον πρώτο (1463-79) έλαβαν μέρος πολλοί πελοποννήσιοι οπλαρχηγοί και επίλεκτα σώματα Ελλήνων και Αλβανών Stradioti.

Μετά τη λήξη του πολέμου που ακολούθησαν οι πρώτες ομαδικές έξοδοι των Πελοποννησίων προς τα γειτονικά Επτάνησα και προς την Κρήτη. Ο 2ος βενετοτουρκικός πόλεμος (1499-1502) είχε ως αποτέλεσμα την κατάληψη από τους Τούρκους της Ναυπάκτου, της Μεθώνης, της Κορώνης και του Ναυαρίνου. Το 1537 ο 3ος βενετοτουρκικός πόλεμος επί Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς προκαλεί νέα έξοδο των Πελοποννησίων προς τα Επτάνησα, την Κρήτη και την Κάτω Ιταλία αυτή την φορά, όπου ιδρύθηκαν ελληνικές παροικίες στη Σικελία και στη Νεάπολη.     

 

Γαβριήλ – Μιχαήλ Δημητριάδης, Αρχαιολόγος – Ιστορικός

Παναγιώτης Μιχαλόπουλος, Αρχιτέκτων – Συγγραφέας  

Πηγή


  • Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library at Athens.

Read Full Post »

Διάλεξη, «Διαχρονικές αξίες για τον άνθρωπο και την πόλη από την αρχαία ελληνική τραγωδία»


 

Την Τετάρτη 11 Μαΐου και ώρα 20.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη η κυρία Γ. Ξανθάκη – Καραμάνου, Καθηγήτρια, Πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, Πρόεδρος Τμήματος Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2011”του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών, θα είναι: «Διαχρονικές αξίες για τον άνθρωπο και την πόλη από την αρχαία ελληνική τραγωδία».

 

Read Full Post »

Ταχυδρόμοι


 

Φιγούρα Έλληνα ταχυδρόμου με σημαία και γραμματόσημο.

Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρ­κους, συστάθηκε το 1828 η πρώτη ταχυδρομι­κή υπηρεσία. Με το ΙΖ’ ψήφισμα του Ιωάννη Καπο­δίστρια, ιδρύεται το «Ταχυδρομείον Γενικόν», με σκοπό τη μεταφορά της επίσημης και της ιδιωτικής αλληλογραφίας. Αλλά η νεοσύστατη ταχυδρομική υπηρεσία, τουλάχιστο στα πρώτα της χρόνια εξυπηρετούσε μόνο τις κρατικές ανάγκες. Συστάθηκαν τότε (1828) τα πρώτα πέ­ντε ταχυδρομικά γραφεία, στην Αίγινα, στη Σύ­ρο, στην Επίδαυρο, στο Άργος και στην Τρίπο­λη.

Το 1869 ψηφίστηκε νόμος περί γραμμα­τοσήμου, ο οποίος εφαρμόστηκε από τον Ο­κτώβριο του επόμενου έτους. Κυκλοφόρησε τό­τε η πρώτη σειρά γραμματοσήμων με το φτε­ρωτό κεφάλι του Ερμή, συνολικά επτά γραμ­ματόσημα του ενός, δύο, πέντε, δέκα, είκοσι, σαράντα και ογδόντα λεπτών. Για μία επιστο­λή εσωτερικού απαιτούνταν ταχυδρομικά τέλη 20 λεπτά, για μία εξωτερικού 140 λεπτά.

Η Ελλάδα το 1875 έγινε μέλος της Γενι­κής Ταχυδρομικής Ενότητας, η οποία είχε συσταθεί την προηγούμενη χρονιά στη Βέρνη της Ελβετίας με τη συμμετοχή 20 και πλέον χωρών και η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε Πα­γκόσμια Ταχυδρομική Ένωση (Union Postale Universelle).

Αργότερα ιδρύθηκε με νόμο (Ν. 278/9-6-1914) το Υπουργείο Συγκοινωνίας, το οποίο περιέλαβε τις υπηρεσίες Δημοσίων Έργων, των Ταχυδρομείων και Τηλεγράφων. Ακολούθησαν πολλές αλλαγές στη σύσταση και στις αρμοδιό­τητες διαφόρων υπουργείων, αλλά αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι οι ταχυδρομικές, τη­λεφωνικές και τηλεγραφικές επικοινωνίες (τα τρία Τ) αποτελούσαν μία υπηρεσία μέχρι το 1949, οπότε τα τηλέφωνα και οι τηλέγραφοι εντάχθηκαν στον OTE (Ν. 1049/49). Προστάτης άγιος των ταχυδρόμων και των ΕΛ.ΤΑ. είναι ο όσιος Ζήνων, ταχυδρόμος ο ί­διος, η μνήμη του οποίου γιορτάζεται στις 10 Φεβρουαρίου.

 

Από τα πρώτα γραμματόσημα με το φτερωτό κεφάλι του Ερμή.

 

Πριν από κάποιες δεκαετίες η επικοινωνία δεν ήταν εύκολη. Τηλέφωνα δεν υπήρχαν ή υπήρχε μόνο ένα στο καφενείο του χω­ριού, που το λέγαμε κοινοτικό. Ο καφετζής αναλάμβανε να ειδοποιήσει τον συχωριανό του ότι ο τάδε τον κάλεσε στο τηλέφωνο και πως θα ξαναπάρει την τάδε ώρα. Ό­ταν ερχότανε, πάλι, κανένα τηλεγράφημα τηλεφωνικώς (!), ο καφετζής το έγραφε σ’ ένα χαρτί, για να το δώσει στον παραλή­πτη: «Ουρανία έτεκε θίλι» ή «σιχαριτίρια ισίχθις φιλοσοφικί σχολί Αθηνόν». Τώρα με την πληθώρα των σταθερών και των κι­νητών τηλεφώνων και τα e-mails επικοι­νωνούμε με τον άνθρωπό μας άμεσα, ό,τι ώρα θέλουμε, όπου κι αν βρισκόμαστε. Α­κόμα και ευχετήριες κάρτες πάψαμε να στέλνουμε, γιατί προτιμούμε το τηλέφωνο ή τα… SMS.

Κάποτε αλληλογραφούσαν και οι σπουδαίοι, οι επώνυμοι – ποιητές και λο­γοτέχνες, φιλόσοφοι και λογής διανοούμε­νοι και πολιτικοί ή απόστολοι του έθνους και της εκκλησίας και μας μείνανε οι επιστολές αυτές ως μνημεία λόγου με προβλη­ματισμούς ποικίλου περιεχομένου, επιστο­λές με φιλοσοφικό και φιλολογικό περιε­χόμενο, με ιστορικό ή θεολογικό, με πολι­τικό, ακόμα και ερωτικού περιεχομένου. Πολλές τέτοιες αλληλογραφίες γνώρισαν το φως της δημοσιότητας τα τελευταία χρό­νια. Άραγε, εξακολουθούν κάποιοι φωτει­νοί άνθρωποι να ανταλλάσσουν ανάλογες επιστολές ή εκσυγχρονίστηκαν και αυτοί, ικανοποιώντας τις πνευματικές τους ανη­συχίες με το τηλέφωνο;

Ταχυδρόμος

Παλιότερα λαχταρούσαμε να λάβου­με επιστολή από το παιδί μας, που υπηρε­τούσε φαντάρος στα σύνορα ή πολεμούσε στο αλβανικό μέτωπο. Λαχταρούσαμε να λάβουμε γράμμα από το ξενιτεμένο μας παιδί, από τον Καναδά ή την Αυστραλία, να βεβαιωθούμε πως ζει, πως είναι καλά και πως περνάει καλά. Τι συγκινήσεις ήταν εκείνες! «Αγαπημένη μου μανούλα…» και η μανούλα διάβαζε και ξαναδιάβαζε το γράμμα, το φιλούσε και το ξαναφιλούσε και τρέχανε τα μάτια της κι έπιανε τη γειτονιά, για να το δείξει, να δεχτεί ευχές και συγχαρητήρια…. Να και τα δολάρια που’ τανε μέσα!….

Κι όταν η μάνα δεν ήξερε γράμματα, όπως συνήθως, το διάβαζε καμιά φορά ο ίδιος ο ταχυδρόμος κι ύστερα κάποια άλλη γραμματιζούμενη γυναίκα, ή εγγονή ή η ανιψιά. Κι ύστερα, άντε να απαντήσουμε, παιδί μου, γράφε: «Αγαπημένο μου παιδί…».

Έχει άλλη ομορφιά και άλλη γεύση το χαρτί, πάνω στο οποίο ακούμπησαν τα χεράκια του παιδιού μας, για να ξεχειλίσει η συμπόνια κι η αγάπη του σε λίγες γραμμές. Η φωνή της επιστολής δε χάνεται και δε σβήνει, όπως εκείνη η μεταλλική του τηλεφώνου, όταν κατεβάσουμε το ακουστικό.  Η επιστολή διαβάζεται και ξαναδια­βάζεται και φυλάγεται στην κασέλα σαν κειμήλιο.

Ο ταχυδρόμος ήταν ο καλός μαντα­τοφόρος, ο άνθρωπος της χαράς και της συγκίνησης.­ Σηκωνότανε νύχτα να προλάβει κι έφτανε στο χωριό καταϊδρωμένος το κα­λοκαίρι, παγωμένος στο καταχείμωνο μ’ έ­να αδιάβροχο, άλλοτε με τα πόδια του, άλ­λοτε με το άλογό του. Πρώτη του δουλειά ήταν να σαλπίσει με την καραμούζα. Μα­ζευόταν ο κόσμος στο καφενείο ή όπου ή­τανε βολικό για την πιάτσα, συνήθως ηλι­κιωμένοι άνθρωποι, ν’ αλαφρώσουν τη βα­ριά δερμάτινη σάκα του καλού διανομέα: γράμματα, πολλά γράμματα, και κανα-δυο εφημερίδες για το δάσκαλο και την κοινό­τητα ή το καφενείο, πότε – πότε κανένα μικροδεματάκι και τη σύνταξη βέβαια!

 

Ταχυδρομική υπηρεσία εσωτερικού Κρήτης.

 

Αργότερα οι ταχυδρόμοι φρόντισαν να τρέχουν με ιδιόκτητο μηχανάκι και η δουλειά τους έγινε πιο άνετη. Προλάβαι­ναν τη διανομή και επέστρεφαν στο γρα­φείο ή στο σπίτι τους χωρίς ταλαιπωρία. Αλλά τώρα τα γράμματα σπανίζουν, κου­βαλάνε όμως τους λογαριασμούς της ΔΕΗ, του OTE και του νερού και … κάμποσα διαφημιστικά.

Διαφημιστική μικρή χρωμολιθόγραφη καρτολίνα με νεαρή κοπέλα που κρατάει Ελληνική σημαία & γραμματόσημο μεγάλης κεφαλής Ερμού.

Ο αστικός διανομέας Άργους Θανάσης Τασσόπουλος, ο οποίος τώρα (2009) ζει ως συνταξιούχος στα Φίχτια, είχε την καλοσύνη να μας δώσει λίγα ονόματα παλιών ταχυδρόμων, της προηγούμενης γενιάς ας πούμε, οι οποίοι έχουν φύγει πια από τού­τη τη ζωή.

Αστικοί ταχυδρόμοι Άργους ή­ταν ο Σωτήρης Λειβαδίτης, ο Αριστείδης Αλεξόπουλος, ο Πίτας και άλλοι, που κι­νούνταν με τα πόδια ή καμιά φορά και με ποδήλατο. Με τα πόδια, καμιά φορά με ά­λογο και αργότερα ίσως κάποιοι με μηχα­νάκι κινούνταν και οι αγροτικοί ταχυδρόμοι:

  • Θοδωρής Καπετάνος (Φρέγκαινα, Καρυά, Βρούστι, Αγριλίτσα),
  • Αποστόλης Καραλέκκας (Δαλαμανάρα, Πυργέλα – κάποτε στο Κυβέρι),
  • Φίλιππος Μπάρλας (Μαλαντρένι, Σχοινοχώρι – Μπόρσα, Φίχτια, Μυκήνες, Μοναστηράκι),
  • Γεώργιος Καπετάνος (Λίμνες, Μπερμπάτι). Κατόπιν αποσύρθηκε στο γραφείο κι έγινε ταξινόμος.

Επίσης, μπορούμε να μνημονεύσου­με τον αχθοφόρο – μη ταχυδρομικό – Βα­σίλη Γεώργα, ο οποίος με κάποια σύμβα­ση εκτελούσε χρέη ταχυδρομικού εργολά­βου. Μ’ ένα καρότσι μετέφερε τους ταχυ­δρομικούς σάκους και τα δέματα από τα γραφεία του ΕΛ.ΤΑ. Άργους προς τον σταθμό του τρένου ή του ΚΤΕΛ και το αντί­στροφο. Δεν είχαν τότε τα ΕΛ.ΤΑ. δικά τους οχήματα.  

 

Πηγή


Read Full Post »

Θέατρο Σκιών – Καραγκιοζοπαίχτες


  

Το θέατρο Σκιών στην Ελλάδα

Το θέατρο σκιών ήταν το επικρατέστερο θέατρο στη χώρα μας για πολλά χρόνια. Η πρώτη γραπτή μαρτυρία για παράσταση Καραγκιόζη ήταν το 1841 στην εφημερίδα  «Ταχύπτερος Φήμη». Η ίδια εφημερίδα στις 9 Φεβρουαρίου 1852 αφιέρωσε ο­λόκληρη στήλη για μια παράσταση του «α­νατολικού θεάτρου», με θέμα τους γάμους του Καραγκιόζη, που δόθηκε στην περιο­χή της Πλάκας, κοντά στο Τολό. Δεν μνη­μονεύεται το όνομα του καραγκιοζοπαίχτη.

 Η προέλευση του θεάτρου Σκιών

Παρά τις διαφορετικές απόψεις για τον τόπο και το χρόνο γέννησης του θεάτρου σκιών και παρά τους σχετικούς εντυπωσιακούς θρύλους, οι μελετητές υποστηρίζουν γενικά ότι έχει ασιατική προέλευση και πως γεννήθηκε στην Κί­να. Οι πρώτες πληροφορίες για την ύπαρξή του εντοπίζονται σε κινέζικη εγκυκλοπαίδεια του 1000 μ.Χ. Πιστεύεται ότι η γέννησή του οφεί­λεται στο γεγονός ότι τη μακρινή εκείνη εποχή οι Κινέζοι κάλυπταν τα παράθυρα τους με χαρτί και τα βράδια, καθώς φωτιζόταν το εσωτε­ρικό των σπιτιών, οι σκιές των ενοίκων χάριζαν στους περαστικούς ένα όμορφο θέαμα, που έμοιαζε με ονειρική οπτασία.

 

θέατρο Σκιών

 

Πάντως, η λέξη Καραγκιόζης είναι τούρ­κικη και σημαίνει μαυρομάτης. Σύμφωνα με κά­ποιον θρύλο από τους πολλούς που αναφέρο­νται στη γέννηση του πρωταγωνιστή του θεά­τρου σκιών, ένας Υδραίος ονόματι Μαυρομά­της, προερχόμενος από την Κίνα, εγκαταστά­θηκε μόνιμα στην Πόλη και προσάρμοσε τη ζωή του και το θέατρο του στα ήθη των Τούρκων και ονόμασε τον πρωταγωνιστή του Καραγκιόζ. Κάποιες πληροφορίες θέλουν βοηθό του τον Γιάννη Μπράχαλη, ο οποίος μετέφερε το θέα­τρο σκιών στην Ελλάδα.

Ο τούρκικος Karagoz

Ο ελληνικός Καραγκιόζης στην αρχή τουρκόφερνε έντονα. Στην Αθήνα και σε άλλα αστικά κέντρα αντιμετωπίστηκε με περιφρόνηση. Το κοινό προτιμούσε το ευ­ρωπαϊκό θέατρο και κάποια εποχή ο Καραγκιόζης κόντεψε να σβήσει από την α­διαφορία και τις επιθέσεις. Αλλά από το 1880 και μετά, το θέα­τρο σκιών γίνεται σταδιακά αγαπητό, πρώ­τα στην Πάτρα και αργότερα στην Αθήνα και σ’ όλη την Ελλάδα, αφού πρώτα ο Κα­ραγκιόζης απέβαλε τα ενοχλητικά στοιχεί­α και έγινε ένας γνήσιος λαϊκός «ρωμιός».

Ιδιαίτερα αποφασιστική ήταν η συμβολή του θρυλικού καραγκιοζοπαίχτη Δημήτρη Σαρντούνη στην Πάτρα, τον οποίο αποκα­λούσαν Μίμαρο από την ικανότητά του στη μιμική τέχνη. Ο Μίμαρος με τη δύναμη της μιμικής του και με τη δημιουργία νέων τύ­πων και νέων παραστάσεων, όπου ο εξελ­ληνισμένος πια Καραγκιόζης άγγιζε τις ψυ­χές του κοινού, έδωσε νέα μορφή και νέα πνοή στο ελληνικό θέατρο σκιών. Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι η αφετηρία για τον δημοφιλή Καραγκιόζη ήταν η Πάτρα.

Ο Καραγκιόζης έγινε λαοφιλής στα ε­πιδέξια χέρια του Μίμαρου, του Θοδωρέλλου, του Ρούλια, του Μέμου, του Μόλλα, του Χαρίδημου, του Μανωλόπουλου. Αργότερα, το 1924, ιδρύεται το Σωματείο Ελλήνων καραγκιοζοπαιχτών με 120 μέλη. Πολλοί από τους ιδρυτές ήταν μαθητές του Μίμαρου, του Ρούλια και του Μέμου. Έ­νας από τους ιδρυτές του Σωματείου ήταν και ο πολύ γνωστός καλλιτέχνης του θεά­τρου σκιών Σωτήριος Σπαθάρης.

Σωτήρης Σπαθάρης

Ο Καραγκιόζης, αφού καθαρίστηκε α­πό τα στοιχεία του αντίστοιχου τούρκικου θεάτρου σκιών, άντλησε θέματα από τους ελληνικούς μύθους και από τα δημοτικά μας τραγούδια και έγινε πρωτοπόρος στη δημιουργία της ελληνικής κωμωδίας. Πολ­λές κωμωδίες, όπως «Ο Καραγκιόζης φούρ­ναρης», «Ο Καραγκιόζης γιατρός», «Οι αρ­ραβώνες του Καραγκιόζη» και πολλές άλ­λες αγαπήθηκαν πολύ και με αυτές θυμού­νται πολλοί το θέατρο σκιών. Όμως, δεν ήταν μικρή η προτίμηση του εν λόγω θεάτρου και σε θέματα ιστο­ρικού ή πατριωτικού περιεχομένου, τα ο­ποία εμπνέονταν οι καλλιτέχνες από το έ­πος του ’21, από τους βαλκανικούς πολέ­μους, από τον Α’ και Β’ παγκόσμιο πόλε­μο και την κατοχή ή από τις περιόδους κα­τάλυσης της δημοκρατίας (δικτατορίες).

Οι εποποιίες του καπετάν Γκρη, του Κατσα­ντώνη, η θυσία του Αθανασίου Διάκου, ο Γέρος του Μοριά, η αντίσταση του Γκούρα στην Ακρόπολη ήταν θέματα που αγαπήθηκαν πολύ· και σε κάποιες δύσκολες εθνικές στιγμές αναζωπύρωναν την ελπίδα για κα­λύτερη μοίρα του έθνους, μια και ο θρυλι­κός Καραγκιόζης κατόρθωνε πάντα να ε­πιβιώνει μέσα από τις δυσκολίες και τα α­διέξοδα.

Ευγένιος Σπαθάρης

Άλλοτε, πάλι, σε ειρηνικές περιό­δους, το θέατρο σκιών σχολίαζε και συμ­μεριζόταν τα προβλήματα και τα αιτήματα του λαού και αναπτυσσόταν μια σχέση αγά­πης και αφοσίωσης του κοινού προς τους καλλιτέχνες. Ένας σκληρός ανταγωνιστής του θε­άτρου σκιών ήταν ο κινηματογράφος. Ιδιαί­τερα, με την εισβολή του έγχρωμου κινη­ματογράφου, ο Καραγκιόζης πέρασε μεγά­λη κρίση. Ωστόσο, η επίπονη προσπάθεια του ανεπανάληπτου Ευγένιου Σπαθάρη έ­δωσε μια τελευταία αναλαμπή στο λαϊκό θέαμα.

Σήμερα η παράδοση του θεάτρου σκιών συνεχίζεται με ενδιαφέρον από διά­φορους παίκτες σ’ όλη την Ελλάδα, οι ο­ποίοι παίζουν κυρίως για τα παιδιά. Συνή­θως διοργανώνονται παραστάσεις από διά­φορους φορείς ή από τους Δήμους, σε μια προσπάθεια να μείνει ζωντανό το θέατρο σκιών σαν μια πολύτιμη κληρονομιά, μια και πάντοτε συγκινούσε και οι μεγαλύτεροι το αναπολούν με νοσταλγία.

Το θέατρο Σκιών στο Άργος

Οι πληροφορίες μας για το θέατρο Σκιών στο Άργος ξεκινάνε από το τέλος της δε­καετίας 1920. Εκείνη την εποχή φαίνεται πως δίδονταν παραστάσεις στον περίβολο του καφενείου «Ηραίον» από πλανόδιους καραγκιοζοπαίκτες, οι οποίοι έρχονταν α­πό άλλα μέρη και κυρίως από την Αθήνα. Υπήρχαν, όμως κι άλλοι υπαίθριοι χώροι, όπως η πλατεία του Αγίου Πέτρου.

Οι κα­ραγκιοζοπαίκτες έστηναν σε μιαν άκρη τον μπερντέ τους, μία λευκή οθόνη, όπου προβάλλονταν οι φιγούρες της παράστασης, τα παιδιά κάθονταν χάμω σταυροπόδι, ενώ οι μεγάλοι έμεναν συνήθως όρθιοι. Στη μέση της παράστασης, την ώρα του διαλείμμα­τος, ο καραγκιοζοπαίκτης ή ο βοηθός του περιέφερε δίσκο και οι φιλοθεάμονες έρι­χναν τον οβολό τους.

 

Ο Μέγας Αλέξανδρος και το καταραμένο φίδι

 

Επίσης, παραστάσεις δίδονταν και στο παρκινγκ, δίπλα από το ξενοδοχείο «Παλλάδιον» (Βασ. Σοφίας), όπου κάποτε είχε το πεταλωτήριό του ο αλμπάνης Γιάννης Χαβιαρλής. Μνημονεύεται κάποιος Αθη­ναίος καλλιτέχνης, ονόματι Αγιομαυρίτης, ο οποίος έπαιζε εκεί τους θερινούς μήνες (δεκαετία 1950), ενώ το χειμώνα έστηνε τον μπερντέ του στο καφενείο του μπαρμπα-Σταύρου Παπαδάτου στο Σιταροπάζαρο.

Ακόμη, ο ονομαστός Αντώνης Μόλλας (1872-1949) είχε παίξει στα «σκαλάκια» κάποτε, δηλαδή στο αρχαίο θέατρο Άργους, στις αρχές του 20ου αι., όπως θυ­μάται ο Γιώργος Τσατσούλης από τις διη­γήσεις του πατέρα του. Αλλά φαίνεται πως στη μνήμη πολλών Αργείων έχει μείνει περισσότερο ο Μήτσος Πίτσικας, ένας φτωχός μικρασιάτης πρόσφυ­γας, ο οποίος έμενε στο Συνοικισμό και έ­παιζε σε μια μάντρα στην οδό Τριπόλεως.

 

Φιγούρες - Θέατρο Σκιών

 

Η κ. Γιαννούλα θυμάται πως κάποτε είχε πα­ρακολουθήσει παράστασή του και στην αί­θουσα του Μπουσουλοπούλειου. Το σχολείο αυτό εγκαινιάστηκε και λειτούργησε για πρώτη φορά το 1939. Ο Πίτσικας ήταν πο­λύ αξιόλογος καλλιτέχνης και έκανε πολλές εξορμήσεις και εκτός Αργολίδας. Έφτανε μέχρι και στην Καλαμάτα. Συνήθιζε, όπως άλλωστε και όλοι οι καλλιτέχνες του είδους, να έχει και κάποιον οργανοπαίκτη για μου­σική (κλαρίνο, βιολί ή ούτι, το γνωστό μι­κρασιάτικο όργανο, που μοιάζει με λαού­το), όχι όμως ορχήστρα με δύο ή τρία μουσι­κά όργανα, όπως συνηθιζόταν.

Ας σημειωθεί εδώ παρεμπιπτόντως ότι έργα με συνήθη διάρκεια μιας ώρας, διαρ­κούσαν δύο και δυόμισι ώρες με τη μουσι­κή και τα τραγούδια (τσάμικα, ρεμπέτικα ή καντάδες, ανάλογα με την παράσταση). Καμιά φορά, μάλιστα, ορισμένοι μερακλώνονταν, χόρευαν και γινόταν σωστό λαϊκό γλέντι. Το θεματολόγιο των παραστάσεων ή­ταν εκλεκτό. Τα έργα είτε ήταν εθνικού πε­ριεχομένου και αναφέρονταν συνήθως στο έπος του ’21, είτε ήταν ξεκαρδιστικές κω­μωδίες (Ο Καραγκιόζης φούρναρης ή ταυ­ρομάχος ή βασιλιάς!) «Ποτέ όμως δεν αναφέρονταν οι παραστάσεις στην κατοχή ή στον εμφύλιο», μας είπε ο Γιώργος Τσατσούλης, τον οποίο ευχαριστούμε θερμά για τη συνέντευξη που μας παραχώρησε, καθώς και τη σύζυγό του κ. Γιαννούλα για τις εύστοχες παρεμβάσεις της.

 

Οδυσσέας Κουμαδωράκης

  

Πηγή


Read Full Post »

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα (Temple of Apollo Epicurus on mount Kotylion) – Edward Dodwell, 1834.

Λιθογραφία χρωματισμένη από το έργο του E. Dodwell «Views and descriptions of cyclopian or pelagian remains in Italy and Greece», London, 1834.

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. 

 

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, Edward Dodwell, 1834.

 

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα βρίσκεται κοντά στην αρχαία αρκαδική πόλη της Φιγαλείας και σε απόσταση14 χιλιομέτρων από την σημερινή κωμόπολη της Ανδρίτσαινας. Καταλαμβάνει ένα από τα φυσικά πλατώματα του Κωτιλίου (Βάσσαι), σε υψόμετρο1.130 μ. Από το 1968 ανήκει στα προστατευόμενα από την UNESCO μνημεία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

Ο ναός είναι περίπτερος, εξάστυλος, δωρικού ρυθμού. Ένα από τα πολλά ιδιόμορφα γνωρίσματά του είναι ότι στις μακρές πλευρές, έχει 15 κίονες (και όχι 13 όπως θα περίμενε κανείς, με βάση την κανονική για την εποχή αναλογία, που θέλει οι μακρές πλευρές να έχουν διπλάσιο αριθμό κιόνων από τις στενές, συν έναν). Το γνώρισμα αυτό έχει σαν συνέπεια την ιδιαίτερα επιμήκη μορφή της κάτοψης του ναού, χαρακτηριστικό των ναών της αρχαϊκής περιόδου. Εκτός από την δωρικού ρυθμού εξωτερική κιονοστοιχία, συνυπάρχουν στην αρχιτεκτονική του ναού στοιχεία του ιωνικού και του κορινθιακού ρυθμού.

Αρχιτέκτων του ναού ήταν ο Ικτίνος (αρχιτέκτων και του Παρθενώνα) ο οποίος συνδύασε με αριστοτεχνικό τρόπο και τους τρεις ρυθμούς (ιωνικό – δωρικό – κορινθιακό) – ειδικά στο εσωτερικού του ναού – μια πρωτοπόρα και τολμηρή για την εποχή λύση που συνιστά τομή στην εξέλιξη της αρχιτεκτονικής των ναών και έχει σαν αποτέλεσμα ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, να θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους αρχαίους ναούς.

Ο ναός κατασκευάσθηκε στο τελευταίο τέταρτο του 5ου αιώνα π.Χ. (420-400 π.Χ.). Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του ναού είναι η παρουσία στον σηκό του πρωϊμότερου κορινθιακού κιονοκράνου.     Τον ναό περιέτρεχε εξωτερικά δωρική ζωφόρος, την οποία αποτελούσαν ακόσμητες μετόπες και τρίγλυφα. Θεωρείται πλέον βέβαιον ότι δεν υπήρχαν γλυπτά στα αετώματα.     Δωρική ζωφόρος υπήρχε και γύρω από τον εξωτερικό τοίχο του σηκού. Στις μακρές πλευρές οι μετόπες ήταν ακόσμητες, στις στενές πλευρές, έφεραν ανάγλυφες παραστάσεις.    

Το εικονογραφικό πρόγραμμα του ναού συμπλήρωνε η ιωνική ζωφόρος στο εσωτερικού του σηκού. Αυτή αποτελεί και το βασικότερο αρχιτεκτονικό διακοσμητικό στοιχείο του ναού. Πέρα από την καλλιτεχνική αξία της ίδιας της γλυπτικής σύνθεσης, και μόνο το γεγονός ότι η ζωφόρος αναπτύσσεται σε εσωτερικό χώρο, την καθιστά μοναδικό παράδειγμα.

Στις εικοσιτρείς ανάγλυφες μαρμάρινες πλάκες συνολικού μήκους 31 μ. περίπου, απεικονίζονται δυο πολύ αγαπητά θέματα της Ελληνικής μυθολογίας: η Αμαζονομαχία και η Κενταυρομαχία. Αφιερώνονται δώδεκα πλάκες στην πρώτη θεματική ενότητα και έντεκα στην δεύτερη. Οι πλάκες αυτές βρέθηκαν στο δάπεδο του σηκού, κάτω από λιθοσωρό αρχιτεκτονικών μελών, κατά την ανασκαφή του 1812. Στην συνέχεια αγοράσθηκαν σε δημοπρασία, για λογαριασμό του Άγγλου αντιβασιλέα και το 1815 μεταφέρθηκαν στο Βρετανικό Μουσείο, όπου και σήμερα εκτίθενται.

« … Η Φιγαλία κλείνεται γύρω από βουνά, αριστερά από το λεγόμενο Κωτίλιο και δεξιά από το Ελαίον Όρος που υψώνεται μπροστά της. Το Κωτίλιο απέχει σαράντα περίπου στάδια από την πόλη. Στο Κωτίλιο υπάρχει θέση ονομαζόμενη Βάσσαι και ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, μαρμάρινος ο ίδιος και η στέγη του. Από όλους τους ναούς της Πελοποννήσου, ύστερα από το ναό της Τεγέας, θα μπορούσε αυτός να πάρει την πρώτη θέση για το κάλλος του μαρμάρου και το αρμονικό σύνολο. Το προσωνύμιο δόθηκε στον Απόλλωνα, γιατί ήλθε «επίκουρος» σε αρρώστια επιδημική όπως και οι Αθηναίοι τον ονόμασαν «αλεξίκακο», γιατί και σ’ αυτούς απομάκρυνε την αρρώστια. Έφερε και στους Φιγαλείς τη σωτηρία κατά τη διάρκεια του πολέμου μεταξύ Πελοποννησίων και Αθηναίων και όχι σε καμιά άλλη περίσταση…». ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ VIII, 41, 7-9 (Μετάφραση Ν. Παπαχατζής)

Γιάννης Σταυρακάκης, Α.Ι.Α.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

 

Άποψη της πόλης της Πάτρας από το αρχαίο υδραγωγείο, λιθογραφία του Otto Magnus Von Stackelberg – (Όττο Μάγκνους Φον Στάκελμπεργκ), από το βιβλίο του, «La Grèce.Vues pittoresques et topographiques, dessinées par O.M. Baron de Stackelberg. Paris, chez I.F. d‘Ostervald, Editeur 1834».

 

Άποψη της Πάτρας από το αρχαίο υδραγωγείο – Λιθογραφία, Otto Magnus von Stackelberg, 1834

 

Στην Πάτρα, το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο της Πελοποννήσου, οι ανασκαφές του 1818 έφεραν στο φως πλούσια υστερομυκηναϊκά νεκροταφεία που δείχνουν ότι στην περιοχή άνθισε πολιτισμός κατά τους χρόνους της προϊστορίας ενώ ανευρέθηκαν και κατάλοιπα της νεολιθικής εποχής. Ως πρώτους κάτοικους θεωρούν τους Πελασγούς Αιγιαλέας εξ ου και το αρχικό όνομα της πόλης «Αιγίαλος». Το όνομά της η πόλη το οφείλει στον Πατρέα γιο του Σπαρτιάτη Ίωνα και ευγενή Πρευγένη ο οποίος ένωσε τους διάφορους δήμους σε μια πόλη το 1082 π.Χ. περίπου.

Η Πάτρα, τυπικά σύμμαχος της Σπάρτης διατηρούσε ομοσπονδιακό σύνδεσμο με τις λοιπές πόλεις της Αχαΐας. Με πρωτοβουλία των Πατρών, της Δύμης, των Φαρών και της Τριταίας συνεστήθη κατά την 124η Ολυμπιάδα η Αχαϊκή Συμπολιτεία, ως πολιτειακός ομοσπονδιακός οργανισμός. Αν και πάντα οι κάτοικοί της φρόντιζαν για την διατήρηση της ειρήνης δέχθηκαν κατά την διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας της πόλης πολλές επιθέσεις και επιδρομές. Κατά την ρωμαϊκή περίοδο η Πάτρα γνώρισε μεγάλη ακμή και εδώ μαρτύρησε επί Νέρωνος ο Απόστολος Ανδρέας, πολιούχος της πόλης. Από τον 9ο αιώνα μ.Χ. και έπειτα η Πάτρα αναδείχθηκε σε σημαντικό εμπορικό λιμάνι θέση την οποία διατηρεί έως σήμερα. Εδώ έγινε στις 20 Φεβρουαρίου 1822 η πρώτη ναυμαχία ανάμεσα στον ελληνικό και τον τουρκικό στόλο με νικηφόρο στόλαρχο της ελληνικής αρμάδας τον Μιαούλη.

Πηγή: Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library atAthens.

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Κορώνη, η πόλη και το φρούριο, σε χαλκογραφία του Vincenzo Coronelli, από το έργο του: «Citta e Fortezza di Coron battuta e pressa dall Armi Ven: l’ Anno 1685.» Η συμβολή του Coronelli στην ανάπτυξη της Γεωγραφίας υπήρξε σημαντική διότι συμπλήρωσε και βελτίωσε τις γεωγραφικές γνώσεις της εποχής του. Στους χάρτες του έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στο υδρογραφικό σύστημα και στην μορφολογία του εδάφους, την οποία προσπάθησε να αποδώσει με φωτοσκίαση. Το τεράστιο έργο του (140 βιβλία), περιλαμβάνει πλήθος χαρακτικών στο οποίο βοηθήθηκε από 1200 περίπου επιστήμονες, μηχανικούς, τεχνικούς και καλλιτέχνες. Βέβαιο είναι ότι μεγάλο μέρος των χαρακτικών φιλοτέχνησε ο ίδιος. Πέθανε τον Δεκέμβριο του 1718.

Κορώνη – Coronelli Maria Vincenzo, 1685

Κορώνη, παραλιακή γραφική κωμόπολη, χτισμένη αμφιθεατρικά σε χαμηλό λόφο, θυμίζει έντονα τις κυκλαδίτικες πολιτείες. Στενοί ανηφορικοί καθαροί δρόμοι ή σκαλοπάτια, χαμηλά σπίτια βαμμένα με τρία χρώματα- συνήθως λευκό, κίτρινο, με παράθυρα, μπλε, γαλάζια ή κόκκινα. Ένας πολύ «χαρούμενος» δρόμος, με «περασιές» ασβέστη στις άκρες και οριζόντια, λευκά πεζούλια, γλάστρες με πολύχρωμα λουλούδια, οδηγεί από μια μικρή κλειστή πλατεία στο κάστρο.

Η πόλη είναι στεφανωμένη με το επιβλητικό βενετσιάνικο φρούριο, που κατέχει την κορυφή του λόφου. Το φρούριο αποτελεί ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα πολεμικής οχυρωματικής τεχνικής. Έχει σχήμα τριγωνικό, αποτελείται από δυο περιβόλους με προμαχώνες και μεγάλους τετράγωνους πύργους, που εντυπωσιάζουν ακόμα και σήμερα. Στο εσωτερικό του υπάρχουν υπόγειες δεξαμενές, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειάς του καταλαμβάνεται από τις εκκλησίες και τα παρεκκλήσια της μονής του Προδρόμου, που κτίσθηκε στις αρχές του αιώνα μας, γύρω από την βυζαντινή εκκλησία της Αγίας Σοφίας.

Το κάστρο κτίσθηκε από τους Βενετούς τον 13ο αι., στην θέση της αρχαίας ακρόπολης και ενισχύθηκε από τους Τούρκους τον 16ο αι., ήταν επανειλημμένα αντικείμενο διεκδίκησης μεταξύ των δύο (Τούρκων – Βενετών). Οι Τούρκοι το κράτησαν έως το 1828, οπότε και ελευθερώθηκε από τα στρατεύματα του στρατηγού Μαιζών.

  

Γαβριήλ – Μιχαήλ Δημητριάδης, Αρχαιολόγος – Ιστορικός

Παναγιώτης Μιχαλόπουλος, Αρχιτέκτων – Συγγραφέας  

Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library atAthens.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

 
Xαλκογραφία του Βρετανού περιηγητή Bernard Randolph, από το έργο του : «The present state of the Mοrea, called anciently Peloponnesus together with a Description of the city of Athens, Islands of Zant, Strofades and Serigo,» 1689. Τον περιγράφει ως εξής: «Ο Μυζηθράς, που πριν ονομαζόταν Λακεδαίμων, είναι κτισμένος σε ανωφέρεια, στο πλάι μεγάλης πεδιάδας, 25 περίπου μίλια από την παραλία, και έχει προς τα Δ. της πεδιά­δας πολύ ψηλά βουνά. Στα Δ. υψώνεται το κάστρο πάνω σε πολύ ψηλό λόφο, με κατακόρυφες την δυτική και την νότια πλευρά, απ’ όπου είναι απρόσιτο, αλλά κεκλιμένη τη βόρεια πλευρά.
 
 
 

Μιστράς (Mistras) - Bernard Randolph, χαλκογραφία, 1681

 
 

Έχει δυο παλαιά τείχη που διασχίζουν τον λόφο από Β. προς Ν., διαιρώντας  τον σε τρία σχεδόν μέρη. Ο δρόμος για να μπεις στο κάστρο είναι δύσβατος πολύ. Τα τείχη του κάστρου είναι γεροκτισμένα αλλά πολύ παλαιά. Έχουν περίπου μισό μίλι διάμετρο και δυο πύλες απ’ όπου πρέπει να περάσει κανείς. Η πόλη είναι μεγάλη και θεωρείται η δεύτερη σε μέγεθος σε όλο το Μοριά, όμως η Πάτρα έχει πιο πολλά σπίτια. Τα ερείπια γύρω απ’ αυτήν είναι πολλά και προς το Ν. ξεπερνούν τα 4 μίλια και διατηρούν σε μερικά μέρη τα θεμέλια ενός πλάγιου τείχους το οποίο λένε ήταν το τείχος της Σπάρτης.

Στα Β. ένα τέταρτο του μιλίου περίπου από την πόλη βρίσκεται ένα μεγάλο και ψηλό κτίσμα που ήταν λένε η καμάρα ενός υδραγωγείου. Η πεδιάδα είναι πολύ όμορφη γεμάτη μικρά χωριά, ελαιόδεντρα και μουριές. Το μέρος αυτό και η Καλαμάτα παράγουν περισσότερο μετάξι απ’ όλα τα άλλα μέρη τον Μοριά. Ο ποταμός που διασχίζει την πεδιάδα ονομάζεται τώρα Βασιλοπόταμος. Το χειμώνα φουσκώ­νει αλλά το καλοκαίρι μέσα στην πόλη είναι σχεδόν ξερός. Η πόλη βρίσκεται μακριά από την θάλασσα και είναι απρόσβλητη από τους κινδύνους που προέρχονται από εκεί».

Ο άγγλος περιηγητής δεν αφηγείται τις εντυπώσεις του από κάποιο ταξίδι, ούτε προσωπικές αναμνήσεις, αλλά επιχειρεί συνεκτική περιγραφή των τόπων και των κατοίκων τους με σύντομες αναφορές στην πρόσφατη ιστορία της κάθε περιοχής. Έζησε πολλά χρόνια στην Ελλάδα και δεν κρύβει την απέχθειά του για την τούρκικη κατοχή, ενώ αντιθέτως αναφέρεται με ιδιαίτερα κολακευτικά λόγια στους Έλληνες.

Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library at Athens.

Read Full Post »

Άποψη των ερειπίων της αρχαίας Μεγαλόπολης (Ruins in Megalopolis). Xαλκογραφία, Guillaume Abel Blouet  (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1831. Ο Guillaume Abel Blouet,  ήταν Γάλλος αρχιτέκτονας,  επικεφαλής της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως, έφτασε στην Ελλάδα το 1829. 
 
 

Άποψη της αρχαίας Μεγαλόπολης, Guillaume Abel Blouet 1831.

 

Η αρχαία Μεγαλόπολη βρισκόταν στα Βορειοδυτικά προάστια της σημερινής Μεγαλόπολης, 35 χιλιόμετρα δυτικά της Τρίπολης,  στο κέντρο του λεκανοπεδίου της. Ήταν χτισμένη στις όχθες του ποταμού Ελισσώνα, στα δυτικά της γέφυρας του ποταμού στο σημερινό δημόσιο δρόμο Μεγαλόπολης – Καρύταινας. Χτίστηκε το 370 π.Χ. με διαταγή του Θηβαίου Στρατηγού Επαμεινώνδα μετά τη νίκη των Θηβαίων επί των Σπαρτιατών στα Λεύκτρα. 

Read Full Post »

Xαλκογραφία, Guillaume Abel Blouet  (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1831. Ο Guillaume Abel Blouet,  ήταν Γάλλος αρχιτέκτονας,  επικεφαλής της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως, έφτασε στην Ελλάδα το 1829. 
 
 

Νεμέα (Temple of Nemea), Guillaume Abel Blouet 1831.

 

Νεμέα (Temple of Nemea). Απεικονίζονται τρεις σωζόμενοι κίονες του ναού του Διός στην Νεμέα που χρονολογείται από το 330 π.χ.  Ο ναός ήταν δωρικός περίπτερος (44,57 x 22,15), με 6 κίονες στις στενές πλευρές και 12 στις μακρές. Ένας από την περίσταση και οι δύο του προδόμου παραμένουν ακόμη όρθιοι. Σώζονται επίσης σπόνδυλοι κιόνων, πολλά μέλη από την οροφή, τρίγλυφα, μετόπες.

 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »