Η συμμαχία Κανακάρη-Περρούκα-Χαραλάμπη στις συγκρούσεις Βουλευτικού-Εκτελεστικού κατά τα έτη 1823-1824 – Δημήτρης Μπαχάρας
Οι εμφύλιοι πόλεμοι των ετών 1823-1824 αποτελούν ένα θολό και σκοτεινό σημείο της Επανάστασης του 1821, ακατανόητο ακόμη στους περισσότερους, όχι τόσο λόγω μιας «στενοχώριας» που ξεκινάει ο Αγώνας με εμφυλίους, όσο λόγω της πολυπλοκότητας και της συνθετότητας των σχημάτων και των ομάδων που αντιτίθενται και συγκρούονται, τα οποία απέχουν πολύ από τα γενικά και απόλυτα διμερή σχήματα του τύπου «πρόκριτοι εναντίον οπλαρχηγών», «νησιώτες εναντίον προκρίτων» κ.ο.κ. που έχουν επικρατήσει. Έτσι, δεν είναι εύκολο να προσδιορίσει κανείς αν πρόκειται για έναν ή δύο εμφυλίους, ή πολλές συγκρούσεις μεταξύ περισσότερων στρατοπέδων, αν πρόκειται για μια σύγκρουση μεταξύ ετεροχθόνων, αυτοχθόνων, προκρίτων, νησιωτών, φαναριωτών, οπλαρχηγών ως κοινωνικές ή πολιτικές κατηγορίες, ή κάποιων συγκεκριμένων ανθρώπων με στοχευμένες φιλοδοξίες.
Ούτε καν σε επίπεδο καταγραφής των γεγονότων δεν καταφέραμε να ξεπεράσουμε την ιστοριογραφία των πρώτων χρόνων μετά τον Αγώνα, ώστε να σταματήσουμε να προσωποποιούμε το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό και να τα δούμε ως αυτό που πραγματικά ήταν, δηλαδή, πολιτικές συμμαχίες συγκεκριμένων προσώπων μεταξύ τους στη δεδομένη χρονική συγκυρία.[1]
Θεωρούμε λοιπόν σημαντικό να ανιχνεύσει κανείς αυτά τα πρόσωπα, καθώς και την πρότερη αλλά και τη μεταγενέστερη πορεία τους στο πλαίσιο παλαιών και νέων συγκρούσεων, συμμαχιών, αλλά και ιδιαίτερων συμφερόντων. Γιατί οι σχέσεις μεταξύ τους και οι ομάδες κοινών συμφερόντων που διαμορφώνονταν εδράζονταν σε ένα οθωμανικό παρελθόν που όχι μόνο δεν είχε εξαφανιστεί με την έναρξη της Επανάστασης, αλλά αντιθέτως συνέχιζε να παίζει ενεργό ρόλο, ενώ ο τρόπος με τον οποίο οραματίζονταν τον εαυτό τους σε ένα μελλοντικό ελληνικό κράτος καθόριζε τις κινήσεις τους.
Στο επίκεντρο τίθεται σε αυτό το άρθρο η προϋπάρχουσα προεπαναστατικά δυνατή και ισχυρή συμμαχία των Περρούκα-Χαραλάμπη-Κανακάρη,[2] η οποία πρωταγωνιστεί στους εμφυλίους του 1823-1824, όχι μόνο λόγω της αφορμής της εκκίνησης των συγκρούσεων – η καθαίρεση του υπουργού Οικονομικών Χαράλαμπου Περρούκα[3] και του μέλους του Εκτελεστικού σώματος Σωτήρη Χαραλάμπη τον Νοέμβριο του 1823 σύμφωνα με αποφάσεις του Βουλευτικού σώματος -, αλλά και λόγω της βαθιάς εμπλοκής της στη διαδικασία σχηματισμού του νέου κράτους, ερχόμενη αντιμέτωπη με παλαιούς αλλά και νέους εχθρούς.
Πιο συγκεκριμένα, η συμμαχία των Περρούκα-Χαραλάμπη-Κανακάρη είχε αναδυθεί από το 1817 και εξής και βασικός της αντίπαλος ήταν η συμμαχία Λόντου-Ζαΐμη, με την οποία διαγκωνίζονταν με αφορμή συγκρουόμενα οικονομικά συμφέροντα, αλλά και τον διορισμό του εκάστοτε πασά, δραγομάνου, καδή ή άλλων θέσεων εξουσίας.[4] Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της Επανάστασης είχαν ενταχθεί όλοι τους στη Φιλική Εταιρεία.
Ο βεκίλης Δημήτριος Περρούκας είχε συμμετάσχει στον ηγετικό πυρήνα του σχεδιασμού της Επανάστασης,[5] ο ισχυρότερος πρόκριτος του Άργους Ιωάννης Περρούκας τροφοδοτούσε με όπλα κοντινές περιοχές κατά τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο 1821,[6] ο από τους ισχυρότερους πρόκριτους της Πάτρας και βεκίλης στην Κωνσταντινούπολη Αθανάσιος Κανακάρης είχε πολεμήσει στην πρώτη προσπάθεια κατάληψης της Πάτρας, ενώ ο ισχυρότερος πρόκριτος των Καλαβρύτων Σωτήρης Χαραλάμπης ήταν από τους πρώτους που είχαν ξεκινήσει τον ένοπλο αγώνα εναντίον των Τούρκων στις αρχές Μαρτίου 1821.
Έτσι, η έναρξη της Επανάστασης είχε βρει τη συμμαχία ενωμένη και δυνατή, κάτι το οποίο αντικατοπτριζόταν και στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου το 1822, καθώς ο Αθανάσιος Κανακάρης ανέλαβε αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού σώματος και ο Σωτήρης Χαραλάμπης αντιπρόεδρος του Βουλευτικού σώματος.
Στους νέους συμμάχους θα πρέπει να προστεθεί ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, τον οποίο η συμμαχία είχε σθεναρά υποστηρίξει για την ανάληψη της αρχιστρατηγίας,[7] έναντι του Δημήτριου Υψηλάντη,[8] και ο ανερχόμενος Κεφαλλονίτης πολιτικός Ανδρέας Μεταξάς. Απέναντι τους, ωστόσο, δεν βρίσκονταν μόνο, όπως στο παρελθόν, πρόκριτοι όπως ο Ζαΐμης και ο Λόντος – οι οποίοι είχαν υπό την επιρροή τους πολλούς ακόμη παραστάτες στην Α’ Εθνοσυνέλευση και το Βουλευτικό,[9] όπως και τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, με τον οποίο ο Κανακάρης βρισκόταν σε μεγάλη αντιπαλότητα,[10] αλλά και οι άλλοι, εξίσου ή και περισσότερο ισχυροί, παράγοντες της πολιτικής του υπό σύσταση νέου κράτους, όπως ο Μαυροκορδάτος, ο Νέγρης ή ο Κωλέττης.
Έτσι αναμενόμενα θα δημιουργηθούν εντάσεις, συγκρούσεις, έριδες και αντιμαχίες μεταξύ των διαφορετικών παραγόντων της υπό διαμόρφωση νέας πολιτικής ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ ανθρώπων που είχαν συνηθίσει σε ένα διαφορετικό από πολλές απόψεις οθωμανικό περιβάλλον.
Η πρώτη μεγάλη σύγκρουση θα επέλθει μεταξύ της συμμαχίας των Περρούκα-Χαραλάμπη-Κανακάρη και του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου. Πιο συγκεκριμένα, για την εκλογή του προέδρου του Εκτελεστικού ο Κανακάρης είχε υποστηρίξει «μυστικώς» τον Λάζαρο Κουντουριώτη, «αλλ’ επροδόθη το μυστικόν και διωρίσθη ο Μαυροκορδάτος».[11] Όταν δε
ο Μαυροκορδάτος προσπάθησε «να διορισθή πενταετής πρόεδρος, ελπίζων εις αυτό το διάστημα να εξεύρη τον τρόπον του να στερεωθή εις την υπερτάτην αρχήν», ο Κανακάρης πρόβαλε αντιρρήσεις και μαζί με άλλα μέλη της επί του πολιτεύματος επιτροπής κατάφεραν να οριστεί η θητεία σε ετήσια βάση.[12]
Τους επόμενους μήνες του 1822 η σύγκρουση με τον Μαυροκορδάτο θα συνεχιστεί, με αφορμή την αναζήτηση εξωτερικού δανείου. Αρχικά, κανείς δεν μπορούσε να συμφωνήσει με κανέναν ούτε καν για το αν και πού θα έπρεπε να στείλουν απεσταλμένους. Όπως έγραφε και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός «οι μεν ήθελον να αποσταλώσιν εις όλας τα Αυλάς, οι δε εις μόνην την Ρωσίαν, οι δε το απεδοκίμαζον διόλου επί λόγω ότι δεν τους δέχονται και ότι χρειάζονται έξοδα πολλά».[13]
Παρόλα αυτά προκρίθηκε η σύσταση μιας επιτροπής αντιπροσώπων στο Λιβόρνο με στόχο να ζητήσουν δάνειο ενός εκατομμυρίου τάλαρων,[14] καθώς εκεί φαίνεται ότι βρέθηκε μια κάποια ισορροπία δυνάμεων, χωρίς πολλά έξοδα: οι απεσταλμένοι θα ήταν μόνο δύο, ο Ανδρέας Λουριώτης, από την πλευρά του Μαυροκορδάτου, και ένα μέλος της Εθνοσυνέλευσης, ο Δημήτριος Περρούκας, από την πλευρά των Κανακάρη-Περρούκα-Χαραλάμπη, καθώς, όπως έγραφε και ο μαυροκορδατικός Κ. Πολυχρονιάδης από την Πίζα στις 28.2/12.3.1822, ισορροπούσε την κατάσταση, αφού οι υπόλοιποι ήταν άγνωστοι στους Πελοποννήσιους.[15]
Ωστόσο, την πρωτοκαθεδρία διατηρούσε ο Μαυροκορδάτος: ο Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας και ο θείος του Α. Λουριώτη, Αναστάσιος Μοσπινιώτης, που συμπλήρωναν την επιτροπή και βρίσκονταν ήδη στην Ιταλία, ήταν άνθρωποι του στενού περιβάλλοντος του Μαυροκορδάτου με ευρεία μόρφωση και ευρωπαϊκό προφίλ.[16] Το μόνο, ίσως, σοβαρό αντίβαρο μπορεί να ήταν το γεγονός ότι στο Λιβόρνο βρισκόταν η οικογένεια της συζύγου του Αθανασίου Κανακάρη, Παρασκευή Κωστάκη, με έντονη εμπορική δραστηριότητα και σίγουρα με πολλές επαφές σε οικονομικούς και φιλελεύθερους κύκλους της πόλης, κάτι που ο Δ. Περρούκας μπορούσε πιθανώς να εκμεταλλευτεί,[17] καθώς επίσης και το γεγονός ότι το πέμπτο μέλος της επιτροπής, ο Ελβετός Γνέπερ (ο οποίος μπορεί να ήταν ο Εϋνάρδος, αν πιστέψουμε τα γραφόμενα του Πρωτοψάλτη στο Ιγνάτιος Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας) ήταν πιθανότατα ουδέτερος στην όποια σύγκρουση.[18]
Η παραπάνω προσπάθεια εξεύρεσης δανείου θα μείνει χωρίς αποτέλεσμα – όπως έγραφε ο Γερμανός «εθεσπίσθη αλλά δεν ετελεσφόρησε».[19] Αλλά ο Μαυροκορδάτος δεν θα εγκαταλείψει την προσπάθεια, πόσο μάλλον που είχε ένα ευρύ δίκτυο επαφών στο εξωτερικό. Θα αποφασίσει να στείλει μυστικά δικούς του απεσταλμένους στην Ευρώπη, σε συνεννόηση μόνο με τον Νέγρη.[20] Ως αποτέλεσμα θα επέλθει σύγκρουση, καθώς ο Κανακάρης θα εναντιωθεί σε κάθε νέα πρόταση δανείου που έφερνε ο Μαυροκορδάτος, είτε από την Αγγλία, είτε από τη Γερμανία, προτάσσοντας θεσμικά ελλείμματα.
Η πρώτη πρόταση ήρθε από τους Άγγλους, οι οποίοι είχαν αποδεχθεί να παραχωρήσουν δάνειο 40 εκατομμύριων με 6% τόκο (πληρωτέο ανά εξάμηνο) με υποθήκη τις εθνικές γαίες. Ωστόσο, όταν συγκεντρώθηκαν στην Ερμιόνη το Εκτελεστικό και το Βουλευτικό βρέθηκαν προ αδιεξόδου, καθώς «ο Κανακάρης δεν το δέχεται, διατεινόμενος ότι δεν ανήκεν ειμή εις την εθνικήν συνέλευσιν ν’ αποφασίση περί αυτού, ότε Κυβέρνησις δεν υπήρχεν ειμή ψιλώ τω ονόματι, και ούτε το νομοτελεστικόν ούτε το βουλευτικόν σώμα ήτο πλήρες».[21]
Λίγο αργότερα, ήρθε νέα πρόταση από τον Θεοχάρη Κεφαλά, ο οποίος ειδοποίησε το Εκτελεστικό και το Βουλευτικό ότι έρχονται Γερμανοί αντιπρόσωποι με ενισχύσεις (6.000 στρατιώτες) και προτεινόμενο δάνειο 8 εκατομμυρίων φράγκων, έπειτα από ενέργειες του Μιχαήλ Σχινά και του Γουλιέλμου Δίτμαρ, απεσταλμένων του Μαυροκορδάτου και του Νέγρη.
Ωστόσο και εδώ δημιουργήθηκε σοβαρό πρόβλημα, καθώς ο Κανακάρης μαζί με τον Ορλάνδο εξέφρασαν έντονες αντιρρήσεις για το γεγονός ότι δεν είχαν πληροφορηθεί καν ότι είχαν αποσταλεί εκ μέρους της κυβέρνησης εκπρόσωποι για να διαπραγματευτούν δάνειο στη Γερμανία. Το ζήτημα για τον Κανακάρη, βέβαια, δεν ήταν μόνο τυπικό-θεσμικό, αλλά και ουσιαστικό: ένας τακτικός στρατός, όπως των Γερμανών, ελάχιστα θα μπορούσε να βοηθήσει τον ανταρτοπόλεμο των Ελλήνων εναντίον των Τούρκων, και ούτε οι Έλληνες είχαν τη δυνατότητα να συντηρήσουν έναν τέτοιο στρατό με τα δεδομένα της εποχής.[22]
Η προκλητική απάντηση του Νέγρη στον Κανακάρη ότι ο ίδιος και ο Μαυροκορδάτος είχαν «το δικαίωμα κατά τον νόμον της Επιδαύρου να υπογράφωσι τας πράξεις του νομοτελεστικού και διά τούτο υπέγραψαν την περί των δανείων και των στρατευμάτων, έκριναν περιττόν να την κοινοποιήσωσιν εις τ’ άλλα μέλη του σώματος» έφερε ακόμη μεγαλύτερο χάσμα στις σχέσεις των δύο πλευρών, και, όπως γράφει και ο Σπηλιάδης, «τότε ο Κανακάρης ώμοσε την εξορίαν τοιούτων Φαναριωτών από την Ελλάδα, και μετ’ ολίγον θ’ απέλθει εις την άλλην ζωήν».[23]
Ο Κανακάρης θα πεθάνει ξαφνικά στις 15 Ιανουαρίου 1823 και ο θάνατός του θα προκαλέσει πολλά ερωτηματικά, αφού εκτός του Σπηλιάδη, η ίδια η σύζυγός του Παρασκευή Κωστάκη, σε γράμμα της προς τον αδελφό της, ανέφερε ότι δεν μπόρεσε να καταλάβει τα αίτια του ξαφνικού του θανάτου,[24] ενώ ο Κανέλλος Δεληγιάννης, πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα, έγραφε στα απομνημονεύματά του ότι ο Κανακάρης δολοφονήθηκε από τον ίδιο τον Κωλέττη, όταν τον «προσεκάλεσεν επί καλή τη πίστει ως ιατρόν» και ο τελευταίος «του έδωσε δέκα κόκκους τάρταρον εμετικόν και εντός 24 ωρών απεβίωσεν από θάνατον οδυνηρόν της δυσεντερίας με πόνους τρομερούς εις τον στόμαχον και εις τα έντερα».[25]
Ο θάνατος ή δολοφονία του Αθανασίου Κανακάρη δεν θα πλήξει θανάσιμα τη συμμαχία, όπως ίσως περίμεναν οι αντίπαλοί της, όσο και αν το πλήγμα ήταν ισχυρό, αφού έφευγε από τη μέση το ισχυρότερο εκείνη την εποχή μέλος της, αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού και ο μοναδικός που είχε τη δύναμη να αντιπαρατίθεται στον Μαυροκορδάτο επί ίσοις όροις.[26]
Η συμμαχία θα παραμείνει ζωντανή και ισχυρή, κάτι που θα φανεί και στο επόμενο Εκτελεστικό, της Εθνοσυνέλευσης του Άστρους, όταν θα καταλάβει τέσσερις από τις πέντε θέσεις – του προέδρου (Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης), του αντιπροέδρου (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης) και δύο μελών (Σωτήρης Χαραλάμπης και Ανδρέας Μεταξάς) – και το κρίσιμο υπουργείο των Οικονομικών (Χαράλαμπος Περρούκας), αφήνοντας μάλιστα και τον αδερφό του Χαράλαμπου Περρούκα, Δημήτριο, να συνεχίσει να παίζει ενεργό ρόλο ως διπλωμάτης και να αναμειγνύεται ακόμη και στα συμβούλια του Εκτελεστικού.[27]
Με αυτόν τον τρόπο, στην πραγματικότητα το Εκτελεστικό ταυτιζόταν με τη μια συμμαχία, ενώ από την άλλη πλευρά, η συμμαχία των Μαυροκορδάτου, Κωλέττη, Νέγρη, Λόντου, Παπαδιαμαντόπουλου και λοιπών,[28] θα κρατήσει σχεδόν αποκλειστικά το Βουλευτικό, έχοντας ως αντιπρόσωπο-παρατηρητή στο Εκτελεστικό (αφού δεν είχε καμία απολύτως δύναμη μόνος του) τον Ανδρέα Ζαΐμη.[29] Με βάση έναν τέτοιο διαχωρισμό των σωμάτων, όμως, και το παρελθόν τους, κατανοεί κανείς ότι οι βάσεις της σύγκρουσης των επόμενων μηνών είχαν μάλλον ήδη μπει και δεν αφορούσαν, όπως αόριστα καταγράφεται, απλώς μια σύγκρουση μεταξύ Εκτελεστικού και Βουλευτικού, αλλά μια σύγκρουση μεταξύ πολύ πιο συγκεκριμένων πολιτικών συμμαχιών. Και ένας από τους βασικούς λόγους φαίνεται ότι ήταν τα δάνεια, από τα οποία είχε ξεκινήσει άλλωστε και η αντιπαλότητα στην προηγούμενη Εθνοσυνέλευση.
Τον Σεπτέμβριο του 1823, λοιπόν, το ζήτημα των δανείων θα επανέλθει, συνεχίζοντας ουσιαστικά τη διαμάχη από εκεί που την είχε αφήσει ο Κανακάρης με τον Μαυροκορδάτο. Το Βουλευτικό των Μαυροκορδάτου, Κωλέττη, Νέγρη, Λόντου, Ζαΐμη θα επανέλθει στο ζήτημα της επιτροπής για το αίτημα δανείου από την Αγγλία,[30] προτείνοντας τους Ορλάνδο, Καλαρά και Λουριώτη, όμως το Εκτελεστικό των Περρούκα, Χαραλάμπη, Μαυρομιχάλη θα αρνηθεί πεισματικά τον Λουριώτη, καθώς τον θεωρούσε «τυφλόν όργανον του Μαυροκορδάτου»,[31] και θα ζητήσει να συμμετάσχουν στην επιτροπή και οι Παλαιών Πατρών Γερμανός[32]και Γεώργιος Μαυρομιχάλης, ώστε να εξισορροπήσει την κατάσταση πολιτικά.[33]
Την κατάσταση πίεζε εντωμεταξύ η παρουσία του λόρδου Βύρωνα στην Κεφαλλονιά, ο οποίος αρνούταν να πάρει θέση ανάμεσα στις δύο συμμαχίες,[34] τη στιγμή που φημολογούταν ότι είχε καταφθάσει με πολλά χρήματα και ετοιμαζόταν να μεταβεί στις επαναστατημένες περιοχές – η πρόταση μάλιστα του Εκτελεστικού ήταν να περιμένουν τον ίδιο τον Βύρωνα να καταφθάσει και να αποφασίσει για την επιτροπή.[35]
Έτσι, όμως, η κατάσταση παρέμενε μετέωρη, αφού ούτε το Εκτελεστικό ήθελε να αφήσει μια επιτροπή αποτελούμενη μόνο από ανθρώπους της αντίπαλης συμμαχίας, ούτε το Βουλευτικό υποχωρούσε, αφού φαίνεται ότι ο Μαυροκορδάτος αντιλαμβανόταν την κρισιμότητα της αποστολής δικών του ανθρώπων, όσο ο Βύρωνας βρισκόταν ακόμη στην Κεφαλλονιά[36] – και πριν περάσει ακόμη στην επαναστατημένη Ελλάδα, όπου κανείς δεν γνώριζε αν θα πήγαινε στην Πελοπόννησο, όπου και θα μπορούσε να επηρεαστεί πολύ εύκολα από τους προκρίτους γύρω από το Εκτελεστικό.
Το Βουλευτικό, λοιπόν, αρνιόταν οποιαδήποτε αλλαγή στη σύσταση της επιτροπής, προβάλλοντας ως επιχείρημα την πίεση του χρόνου που επέβαλλαν τα άδεια ταμεία και η ανάγκη χρηματοδότησης της αποστολής του στόλου των νησιωτών στο Μεσολόγγι. Το δεύτερο μάλιστα επιχείρημα φαίνεται ότι ωθούσε λογικά και τους Υδραίους και τους Σπετσιώτες να πιέζουν, ακόμη περισσότερο, για την άμεση αποστολή της επιτροπής ως είχε, όντας πεπεισμένοι ότι μια αλλαγή στη σύστασή της θα απαιτούσε νέα σύγκληση των οργάνων, νέα έγγραφα και συνεπώς νέες καθυστερήσεις. Έτσι, θα αρνηθούν και αυτοί τη νέα πρόταση του Εκτελεστικού να συμπεριληφθεί στην επιτροπή ο Δ. Περρούκας και ο Λουριώτης να τοποθετηθεί γραμματέας, χωρίς δικαίωμα λήψης αποφάσεων.
Μπροστά στο αδιέξοδο οι Υδραίοι, λοιπόν, θα αυτενεργήσουν και θα αποφασίσουν μονομερώς να στείλουν με πλοίο τους Λουριώτη, Ορλάνδο και Μπράουν (του Βύρωνα) στην Κεφαλλονιά, ζητώντας από το Βουλευτικό απλώς ένα συνοδευτικό γράμμα προς τον Βύρωνα με το αίτημα δανείου 30.000 τάλαρων.[37]
Είναι προφανές ότι το να ζητάει κανείς να κρατηθούν οι τύποι σε μια επανάσταση είναι εξωπραγματικό. Και οι δύο πλευρές καταπατούσαν νόμους και συμφωνίες, προσπαθώντας να αποκομίσουν οφέλη τόσο για τον εαυτό τους, όσο και για την πατρίδα τους – όποια έννοια κι αν είχε αυτή η «πατρίδα» τότε, τοπική ή ευρύτερη. Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι και ο χρόνος πίεζε ασφυκτικά για τη γρήγορη αποστολή της επιτροπής, αλλά και ότι το Εκτελεστικό θα έχανε τη μάχη του δανείου, αν η επιτροπή αποτελείτο μόνο από ανθρώπους του Βουλευτικού. Σε αυτό το σημείο φαινόταν πια οριστικά και ο ευρύτερος διαχωρισμός των συμμαχιών: ο Μαυροκορδάτος, ο Ζαΐμης, ο Λόντος και από κοντά ο Κωλέττης και ο Νέγρης είχαν ταυτιστεί με τα συμφέροντα των νησιωτών, έχοντας υποσχεθεί σε αυτούς ότι το δάνειο θα πήγαινε στην τακτική καταβολή των μηνιαίων εξόδων του στόλου.[38]
Η σύγκρουση μεταξύ των δύο στρατοπέδων, λοιπόν, συνεχιζόταν έντονη – σημειώνουμε παρενθετικά μόνο και τις εντάσεις που δημιούργησε εκείνη ακριβώς την εποχή ο διορισμός του Μαυροκορδάτου ως επικεφαλής των στρατευμάτων στο Μεσολόγγι, τη στιγμή που αυτή τη θέση διεκδικούσε ο Μαυρομιχάλης-[39] όταν τον Νοέμβριο του 1823, ο υπουργός Οικονομικών Χαράλαμπος Περρούκας θα εκδώσει μια διαταγή για να μπορέσει να πάρει και να πουλήσει το αλάτι της Θερμησίας – ως μονοπώλιο του κράτους ώστε να πληρωθεί ο Νικηταράς για την τροφή που είχε αποστείλει στον Οδυσσέα Ανδρούτσο για την εκστρατεία της Εύβοιας.[40] Επειδή η διαταγή δεν βασιζόταν σε προηγούμενη νομοθέτηση του Βουλευτικού και επειδή σύμφωνα με τον οργανικό νόμο «όλαι αι εισπράξεις έπρεπε να διανέμονται δικαίως και αναλόγως εις όλους τους κατοίκους της ελληνικής επικρατείας», θεωρήθηκε ότι ο Περρούκας παρανόμησε και γι’ αυτό έπρεπε να κηρυχθεί έκπτωτος του αξιώματός του.
Ύστερα από τη σύσταση μιας εννεαμελούς επιτροπής[41] για την εξέταση του θέματος και την πρόσκληση σε απολογία, την οποία ο Περρούκας θα αποφύγει, στις 24 Νοεμβρίου το Βουλευτικό θα τον καθαιρέσει.[42]
Την επόμενη μέρα, το Βουλευτικό θα καθαιρέσει ακόμη ένα μέλος του Εκτελεστικού, τον Ανδρέα Μεταξά,[43] με την κατηγορία ότι είχε εγκαταλείψει τη θέση του και είχε μεταβεί στην Καρύταινα μαζί με τον Περρούκα και τον αντιπρόεδρο του Εκτελεστικού Κολοκοτρώνη – ο οποίος είχε προλάβει να παραιτηθεί από μόνος του τον Οκτώβριο του ίδιου έτους-, χωρίς να ειδοποιήσουν το Βουλευτικό και αφήνοντας το σώμα χωρίς δυνατότητα ομαλής λειτουργίας.[44] Έτσι, από τις πέντε θέσεις του Εκτελεστικού, οι δύο που ανήκαν στη συμμαχία Περρούκα-Χαραλάμπη είχαν εκκενωθεί, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είχε αποχωρήσει από το σώμα στα τέλη Οκτωβρίου, και ο Κωλέττης της αντίπαλης συμμαχίας ετοιμαζόταν να καταλάβει τη μία από αυτές[45] δίπλα στον Ανδρέα Ζαΐμη, φέρνοντας μια νέα ισορροπία δυνάμεων στο σώμα.
Από την πλευρά της, η συμμαχία Περρούκα-Χαραλάμπη-Μαυρομιχάλη δεν θα γίνει απλώς παθητικός αποδέκτης αυτής της επίθεσης. Θα αντεπιτεθεί με βάση τους τύπους. Ο Μαυρομιχάλης, ο Χαραλάμπης και ο Μεταξάς έγραφαν στις 26.11.1823 από το Ναύπλιο προς τους «εν Άργει βουλευτάς» – και όχι στο Βουλευτικό, μη αναγνωρίζοντας τους ως σώμα, αφού δεν ήταν παρόντες πάνω από τα 2/3 ώστε να θεωρείται απαρτία –[46] ότι δεν γινόταν να καταδικάζουν και να καθαιρούν τον Χαράλαμπο Περρούκα από υπουργό οικονομικών, όταν δεν μπορούσαν να μαζευτούν τα 4/5 που απαιτούνταν για μια τέτοια ενέργεια.[47] Η σύγκρουση, λοιπόν, φαινόταν να γίνεται «θεσμική» ανάμεσα στα δύο σώματα, αν και στην πραγματικότητα πραγματοποιούνταν ανάμεσα σε δύο συμμαχίες. Δεν ήταν ποτέ όλο το Εκτελεστικό (οι Ζαΐμης και Κωλλέτης ανήκαν στην αντίπαλη συμμαχία) εναντίον όλου του Βουλευτικού (το 1/5 που απουσίαζε από την καθαίρεση είναι πολύ πιθανόν να στήριζε πράγματι τους Μαυρομιχάλη, Χαραλάμπη, Περρούκα, όπως ισχυριζόταν ο Σπηλιάδης).[48]

Τσώκρης Δημήτριος (1796 – 1875). Εξέχουσα στρατιωτική προσωπικότητα του 1821 και κατόπιν βουλευτής Άργους.
Η ένταση θα συνεχιστεί το επόμενο διάστημα, καθώς καμία από τις δύο πλευρές δεν ήταν διατεθειμένη να υποχωρήσει. Έτσι, οι Μαυρομιχάλης, Χαραλάμπης, Περρούκας, μη αποδεχόμενοι τις καθαιρέσεις τους, στα τέλη Νοέμβρη θα αποστείλουν στην έδρα του Βουλευτικού στο Άργος τον Πάνο Κολοκοτρώνη, τον Νικηταρά και τον Τσόκρη με 600 στρατιώτες προκειμένου, κατά τον γραμματέα του Εκτελεστικού Σπηλιάδη να παρουσιάσουν την οικτρή οικονομική τους κατάσταση και να ζητήσουν να συμβιβαστούν τα δύο σώματα,[49] και κατά το Βουλευτικό και τον στενό συνεργάτη του Μαυροκορδάτου και μετέπειτα ιστορικό Σπυρίδωνα Τρικούπη να «διαλύσωσι την βουλήν και να συλλάβωσι τους πρωταιτίους».[50]
Σύμφωνα με τη διακήρυξη που εξέδωσε το Βουλευτικό,[51] οι στρατιωτικοί επιτέθηκαν στον αντιπρόεδρο του Βουλευτικού επίσκοπο Βρεσθένης Θεοδώρητο, τον Ασημάκη Φωτήλα και τον Αναστάσιο Λόντο[52] – οι δύο τελευταίοι ήταν μέλη της εννεαμελούς επιτροπής που είχε καθαιρέσει τον Περρούκα – ενώ ο Σπηλιάδης θεωρούσε ότι οι βουλευτές ήταν αυτοί που προκάλεσαν πρώτοι και ότι η υποτιθέμενη επίθεση στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά μια ραδιουργία του Παπαφλέσσα και του Ζαΐμη με τους υπόλοιπους βουλευτές που παρευρίσκονταν στο Άργος, για να κατηγορηθεί το Εκτελεστικό.[53] Ως αποτέλεσμα το Βουλευτικό είχε αποχωρήσει από το Άργος στις 30 Νοεμβρίου και είχε μεταφερθεί στο Κρανίδι, το οποίο βρισκόταν υπό την προστασία των νησιωτών, που στήριζαν με επιστολές τους το σώμα,[54] και το Εκτελεστικό συνέχιζε να αμφισβητεί τη νομιμότητα των ενεργειών του Βουλευτικού.
Αν και είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποδώσει κανείς ευθύνες μονό στη μία πλευρά – τυπικά και οι δύο φαίνεται να έχουν δίκιο, ενώ είναι αδύνατο να επιβεβαιώσουμε τις ραδιουργίες που μαρτυρά ο Σπηλιάδης-, οφείλουμε να σταθούμε λίγο παραπάνω στη συνθετότητα των πολιτικών πραγμάτων τη δεδομένη χρονική στιγμή, στον δεδομένο τόπο, με τους δεδομένους ανθρώπους.
Το Άργος ήταν η επαρχία των Περρουκαίων. Εκεί είχαν μεγαλουργήσει και αναδειχθεί τα χρόνια πριν την Επανάσταση και εκεί είχαν δεσμούς, γαιοκτησίες και άλλα οικονομικά συμφέροντα. Το γεγονός, λοιπόν, ότι οι αντίπαλοί τους είχαν τον τόπο τους ως έδρα δεν πρέπει απλώς να τους εξόργιζε, αλλά και να τους έκανε να θεωρούν ότι μπορούσαν να τους κάνουν ό,τι ήθελαν ανά πάσα στιγμή. Ο Θοδωρής Ζαχαρόπουλος έγραφε τον Ιούνιο του 1823 στο Βουλευτικό:
Αλλά ο Περρούκας με το ταράφι του και με την γενικήν φατρίαν του απεφάσισε να προδώσει και την πατρία [sic], να χαλάση την Διοίκησιν, να διασκορπίση και τον λαόν, να χαθή και ο μουκατάς του Νικήτα […] Διά να τελειώση τους σκοπούς του λοιπόν ο Περρούκας εγύρισε και τους επάρχους με λόγου του και εζητούν να κάμουν ότι θέλουν. Άρχισαν να εβγάζουν και ψευδαποστόλους, να διεγείρουν τον λαόν εις εμφυλίους πολέμους και σκάνδαλα.[55]

Ο επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος, ξυλογραφία. Δημοσιεύεται στο: Γούδας Αναστάσιος, Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, Αθήνα, τομ. Α΄, σελ. 131.
Εντωμεταξύ, αν όντως έπαιζαν σημαντικό ρόλο στο Βουλευτικό οι Ζαΐμης και Λόντος,[56] όπως προαναφέρθηκε, τότε η αντιπαλότητα μεταξύ των δύο προεπαναστατικών συμμαχιών φαίνεται ότι αναβίωνε έντονα στην ευρύτερη περιοχή του Άργους (Περρούκα) – Καλαβρύτων (Ζαΐμη-Χαραλάμπη) – Αιγίου (Λόντου) – Κορίνθου (Νοταρά). Και υπό αυτό το πρίσμα, ήταν λογική και η απομάκρυνση του Πανούτσου Νοταρά από τη θέση του αντιπροέδρου του Βουλευτικού λίγο νωρίτερα – ο οποίος προεπαναστατικά έπαιζε μεν τον ρόλο του «Νέστωρα» αρκετές φορές, αλλά συχνά έπαιρνε το μέρος των Περρούκα-Χαραλάμπη-[57] και η ανάληψη της θέσης από τον επίσκοπο Βρεσθένης Θεοδώρητο,[58] ο οποίος στήριζε και στηριζόταν ξεκάθαρα από τον Λόντο και τον Ζαΐμη. Όπως αναμενόμενη πρέπει να ήταν και η απέχθεια του Ζαΐμη, ο οποίος έβλεπε τον σύγχρονό του αντίπαλο Κολοκοτρώνη να συνεργάζεται με τον παλιό του εχθρό Σ. Χαραλάμπη,[59] ο οποίος παρέμενε ένας πολύ ισχυρός παράγων της πολιτικής και της οικονομίας.[60] Συνεπώς η σύγκρουση μεταξύ των δύο σωμάτων αντικατόπτριζε στην πραγματικότητα και μια σύγκρουση μεταξύ παλαιών συμμαχιών με την προσθήκη των νέων και πολύ σημαντικών οπλαρχηγών, Φαναριωτών και νησιωτών, που διεκδικούσαν την πρωτοκαθεδρία. Και σε αυτό το πλαίσιο ο δρόμος προς τη δημιουργία δύο κυβερνήσεων ήταν απλώς το επιστέγασμα αυτής της σύγκρουσης.
Ο εμφύλιος, όμως, είχε ξεκινήσει ουσιαστικά με την αποχώρηση των βουλευτών από το Άργος διά της βίας, όπως ισχυρίζονταν οι ίδιοι – οι πρώτες συγκρούσεις καταγράφονται στις επαρχίες Πραστού και Αγίου Πέτρου στις 6 Δεκεμβρίου.[61] Η μη αναγνώριση της καθαίρεσης των Περρούκα και Μεταξά από το Εκτελεστικό και οι καταγγελίες του Βουλευτικού για τα γεγονότα του Άργους θα συνεχιστούν τις πρώτες μέρες του Δεκεμβρίου, ενώ παράλληλα το τελευταίο προσπαθούσε να προστατέψει την επερχόμενη προκαταβολή του δανείου από την Κεφαλλονιά με κάθε τρόπο.[62]
Η συμμαχία που συνασπιζόταν γύρω από Βουλευτικό, όμως, ήταν αποφασισμένη πια να εκδιώξει οριστικά όλα τα μέλη του Εκτελεστικού και να τα αντικαταστήσει με δικά της.[63] Γι’ αυτό και στις 19 Δεκεμβρίου 1823, εννεαμελής επιτροπή του Βουλευτικού σώματος συνέτασσε στο Κρανίδι ένα νέο βαρύ κατηγορητήριο, αυτή τη φορά για τον πρόεδρο του Εκτελεστικού Π. Μαυρομιχάλη αλλά και για τον Σωτήρη Χαραλάμπη.[64]
Πριν ολοκληρωθεί, όμως, η αποπομπή τους και με τη βούλα του Βουλευτικού, οι Μαυρομιχάλης, Χαραλάμπης και Μεταξάς θα συντάξουν μια επιστολή προς τον μετέπειτα Κυβερνήτη στις 1.1.1824,[65] ζητώντας του να αναλάβει τις τύχες της Ελλάδος λόγω του εμφυλίου και αυτή την επιστολή θα αναλάβει να την παραδώσει στον Καποδίστρια στη Γενεύη ο Δημήτριος Περρούκας. Μάλιστα στον Δ. Περρούκα θα δοθούν σαφείς οδηγίες να περιγράψει στον Καποδίστρια και προφορικά την κατάσταση στην Ελλάδα, παρακαλώντας τον να επέμβει.[66] Από το Βουλευτικό, θα αποσταλεί ο Νικόλαος Μιλιάνης, με στόχο να τον προσκαλέσει να έρθει στην Ελλάδα.[67] Ήταν η δεύτερη φορά που τα δύο σώματα θα απευθύνονταν σε ένα τρίτο πρόσωπο εγνωσμένης αξίας για να μεσολαβήσει.
Ο Δημήτριος Περρούκας, ωστόσο, είχε διπλή αποστολή: πριν τον Καποδίστρια θα έπρεπε να πάει στο Λονδίνο για να εμποδίσει το δάνειο με τους Άγγλους που διαπραγματευόταν ο Μαυροκορδάτος.[68] Η συμμαχία του είχε προσπαθήσει προηγουμένως να συλλάβει τα μέλη της επιτροπής του Βουλευτικού που πήγαιναν στον Πύργο, για να περάσουν απέναντι στην Ζάκυνθο και από εκεί στην Αγγλία, αλλά είχε αποτύχει. Έτσι, όπως έγραφε και ο Σπηλιάδης, «φροντίζει να εμποδίση άλλως πως το αυτό δάνειον».[69] Το σχέδιο αυτή τη φορά ήταν ότι ο Περρούκας θα είχε μαζί του μια επιστολή που θα έγραφε ότι πήγαινε στο Λονδίνο για να συμπράξει με την επιτροπή του Βουλευτικού υπέρ του δανείου, ενώ στην πραγματικότητα ήταν «διατεταγμένος ν’ αντενεργήση εις τρόπον ώστε να το εμποδίση και ούτω να ματαιωθώσι τα σχέδια της φατρίας του Μαυροκορδάτου και ν’ απαλλαγή το έθνος από τον εμφύλιον πόλεμον».[70] Ταυτόχρονα, τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 1823 φαίνεται ότι η συμμαχία του δεν είχε σταματήσει τις προσπάθειες για εξεύρεση δανείου από την Ιταλία, μέσω του Διονυσίου Ρώμα και του Παλαιών Πατρών Γερμανού.[71]
Στα τέλη Ιανουαρίου, λοιπόν, ο Δ. Περρούκας θα αναχωρήσει για την Πορτογαλία, διορισμένος από τους Μαυρομιχάλη, Χαραλάμπη και Μεταξά[72] και τον Μάρτιο του 1824, θα βρίσκεται ως απεσταλμένος του Εκτελεστικού στα Ιόνια νησιά και συγκεκριμένα στην Ζάκυνθο, όπου ήρθε σε επαφή με τον Άγγλο τραπεζίτη Βαρφ, προτρέποντάς τον να μιλήσει στον λόρδο Βύρωνα, για να τον πείσει να μεσολαβήσει στη σύγκρουση μεταξύ των δύο συμμαχιών. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο Δ. Περρούκας είχε ήδη αποστείλει επιστολή στον λόρδο Βύρωνα υπό τη μορφή έκκλησης, ζητώντας του να έλθει στην Πελοπόννησο και να βοηθήσει στον κατευνασμό των πνευμάτων και στη σύσταση μιας ενιαίας εξουσίας.[73] Στην επιστολή του, ωστόσο, ο Βύρωνας απάντησε στις 9/21.3.1824 ότι θα ερχόταν μόνο αν τον καλούσε η νόμιμη κυβέρνηση, καθώς φαίνεται ότι είχε εναποθέσει τις ελπίδες του στον Μαυροκορδάτο και τόνιζε ότι εάν και αυτός «αποδεικνύετο ότι δεν ενεφορείτο υπό τοιούτων προθέσεων […] μετ’ ουδενός επρόκειτο να συνεργασθή εις το μέλλον, είτε Έλληνος είτε ξένου».[74]
Ο Δ. Περρούκας δεν θα εγκαταλείψει την προσπάθεια. Στις αρχές Απριλίου, λίγο πριν πεθάνει ο Βύρωνας και, ενώ το δάνειο είχε ήδη συμφωνηθεί, φαίνεται ότι, ενεργώντας σε διαφορετικούς κύκλους, είχε καταφέρει να πείσει πολλούς και ειδικά τον Βαρφ ότι έπρεπε να είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικοί στην παραχώρηση του δανείου στον Μαυροκορδάτο,[75] προβάλλοντας το επιχείρημα ότι «επειδή το Ελληνικόν ον διηρημένον, δεν ημπορούν [οι Άγγλοι] να έχουν ασφαλή εγγύησιν».[76] Για να τον βοηθήσουν, μάλιστα, φαίνεται ότι είχαν μεταβεί επί τούτου στο νησί και ο Φλαβιανός, ως απεσταλμένος του Π. Μαυρομιχάλη, και ο Θ. Λεονταρίδης.[77]
Έτσι, ο Σταμάτιος Λεβίδης έγραφε στον Μαυροκορδάτο στις 5.4.1824 ότι «ο κύριος Περρούκας δεν έπαυσεν αλλ’ ούτε παύει να καταλαλή τα μύρια κακά τα κατά της Διοικήσεως και κατά της εκλαμπρότητός σας. Έλαβεν σχέσιν με τον Μπαφ και με τον δεσπότην και με άλλους αντιπατριώτας και σπερνά κατ’ αυτάς εις Κέρκυραν. Τον σκοπόν του γνωρίζετε καλώς».[78]
Η δραστηριότητα του Περρούκα, λοιπόν, είχε σίγουρα προξενήσει μεγάλη ανησυχία στη συμμαχία του Μαυροκορδάτου και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που οι Ορλάνδος και Λουριώτης φοβούνταν τυχόν έλευση του Περρούκα στο Λονδίνο που πιθανόν να εμπόδιζε τις υπέρ τους εξελίξεις. Οι δυο τους έγραφαν στις 10.4.1824 στον Ιγνάτιο Ουγγροβλαχίας ότι «ο Δημήτριος Περρούκας και ο αδερφός αυτού [Χαράλαμπος] ήσαν τα δύο πλέον επικίνδυνα πρόσωπα της Ελλάδος και ότι είχον εντολήν να μην έλθουν εις επαφήν μετ’ αυτού εάν τυχόν ενεφανίζετο εις Λονδίνον».[79]
Πράγματι, τις επόμενες μέρες ο Περρούκας θα δοκιμάσει να πάει στην Κέρκυρα και θα προσπαθήσει να πάρει διαβατήριο από τις αγγλικές αρχές, προκειμένου να μεταβεί στο Λονδίνο. Ωστόσο και αυτή η προσπάθεια θα αποβεί άκαρπη. Οι αγγλικές αρχές δεν θα του παραχωρήσουν το διαβατήριο και μάλιστα θα τον υποχρεώσουν να αναχωρήσει από το νησί.[80] Έτσι, στις 12.5.1824 θα πάει στην Αγκόνα, όπου θα παρουσιαστεί ως τρίτος αντιπρόσωπος του δανείου, και θα σχεδιάσει να περάσει από εκεί στο Λονδίνο, τη στιγμή που οι Ορλάνδος και Λουριώτης θεωρούσαν ότι δεν θα τα κατάφερνε, καθώς «η αποστείλασα αυτόν παράταξις είχεν ουσιαστικώς ηττηθή»[81]-χωρίς, ωστόσο, να έχουν σταματήσει να φοβούνται ή να προετοιμάζονται. Στις 22.5.1824 μάλιστα έγραφαν στους πρόκριτους Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών ότι «ο Περρούκας εδώ ακόμη δεν εφάνη και ότι αν ποτέ φθάση ελάβαμεν τα αναγκαία μέτρα διά να τω κάμωμεν την δεξίωσιν όπου ανήκει εις το υποκείμενόν του και δια μέσου της εδώ Διοικήσεως».[82] Άλλωστε, είναι ενδεικτικό ότι τον θεωρούσαν πιο επικίνδυνο ακόμη και από τον Υψηλάντη εκείνη την περίοδο: «Περί Περρούκα και Υψηλάντη ειδοποιήθη και αλλαχόθεν η Διοίκησις τι ενεργούν. Και διά μεν τον πρώτον εγράφησαν εν καιρώ τα δέοντα· ο δεύτερος μας φαίνεται ολιγότερον επικίνδυνος».[83]
Έτσι, ο Περρούκας θα στραφεί προς το δεύτερο σκέλος της αποστολής του, να προσεγγίσει τον Καποδίστρια. Αντί, λοιπόν, για το Λονδίνο ο Δ. Περρούκας θα φύγει για την Γενεύη,[84] όπου και θα παραδώσει την επιστολή της 1.1.1824.[85]
——————————
Ο Δ. Περρούκας θα συνεχίσει τη δραστηριότητά του στο εξωτερικό το επόμενο διάστημα, ωστόσο δεν μας είναι ακόμη γνωστές οι ακριβείς κινήσεις του, οι σκοποί του και οι συμμαχίες του. Ο αδελφός του Χ. Περρούκας θα πεθάνει στα τέλη του 1824,[86] κάτι που αποδυνάμωνε περισσότερο την αρχική συμμαχία, και ο Σωτήρης Χαραλάμπης δεν φαίνεται να έπαιζε πια τον προηγούμενο ρόλο. Οι διασυνδέσεις του Δ. Περρούκα στην Ζάκυνθο, στην Αγκόνα και στο Λιβόρνο φαίνεται ότι τον κρατούσαν, ακόμη, στην επικαιρότητα μέχρι τα μέσα του 1825, καθώς στον κύκλο του σίγουρα ανήκε ο Διονύσιος Ρώμας, ο Μερκάτης, αλλά πια και ο Εμμανουήλ Ξάνθος.
Ο Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας έγραφε από την Πίζα θορυβημένος στον Κουντουριώτη στις 6/18.3.1825: «Ο Περρούκας ήλθεν εις Αγκόνα όπου προεδρεύει ο περίφημος Ξάνθης εις μίαν φατρίαν ήτις θέλει να διοικήση την Ελλάδα […] Από Ανγκόνα απέρασε εις Τεργέστιον διά να ομιλήση εκεί με άλλους τοιούτους και από Τεργέστι εις την Γενέβαν εις Ελβετίας με πλήθος γραμμάτων τα οποία ημπόρεσε και εφύλαξε».[87]
Στόχος της νέας συμμαχίας ήταν σαφώς αυτό για το οποίο τον κατηγορούσε ο Ιγνάτιος, εξ ου και η προσπάθεια προσεταιρισμού του Ιωάννη Καποδίστρια, τον οποίο είδαμε ότι προσπαθούσαν να προσεταιριστούν και οι αντίπαλοί τους το προηγούμενο διάστημα. Αλλά αυτό δεν θα πρέπει να θεωρείται μεμπτό: οι διαφορετικές συμμαχίες που διαρθρώνονταν και
αναδιαρθρώνονταν γύρω από τον Μαυροκορδάτο, τον Κουντουριώτη, τον Κολοκοτρώνη, τον Λόντο ή τον Ζαΐμη και είχαν ως στόχο την εύνοια του μελλοντικού Κυβερνήτη, εξέφραζαν ουσιαστικά τους κύκλους των ετεροχθόνων, νησιωτών, οπλαρχηγών και προκρίτων σε νέες μορφές συμμαχιών, χωρίς συγκεκριμένα στεγανά.
Ο Μαυροκορδάτος συνεργαζόταν με τον Κουντουριώτη, όταν χρειαζόταν, αλλά και με τους Λόντο και Ζαΐμη, τη στιγμή που ο Κολοκοτρώνης μπορούσε να συνεργαστεί με τον Μεταξά, αλλά και τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Σε αυτό το πλαίσιο ο Δ. Περρούκας επανατοποθετούνταν, αφήνοντας πίσω του τα κατάλοιπα της προηγούμενης προεπαναστατικής συμμαχίας, ενώ προετοιμαζόταν για τις σημαντικές θέσεις που θα καταλάμβανε μετά το 1828.
Υποσημειώσεις
[1] Για μια συγκεντρωμένη προσπάθεια καταγραφής των προσώπων και των ρόλων τους βλ. Γιάννης Γιαννόπουλος, «Η επανάσταση κατά το 1823», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 12, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 307.
[2] Για τις συμμαχίες αυτών των προκρίτων προεπαναστατικά βλ. Δημήτρης Μπαχάρας, «Πελοποννήσιοι πρόκριτοι στην Επανάσταση του 1821. Από τον Βελή πασά στον Καποδίστρια», στο Παναγιώτης Κιμουρτζής – Σοφία Ηλιάδου-Τάχου (επιμ.), Ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας και η συγκρότηση του Ελληνικού κράτους. Σύγχρονες ερμηνείες, Αθήνα, Ασίνη, 2022, σ. 151-161· και ο ίδιος, «Alliances, Factions and Political Practices of the Moreot Notables before and during the Greek Revolution: The Cases of the Families Kanakaris-Roufos, Peroukas, and Charalambis», στο Elias Kolovos – Dimitris Kousouris (επιμ.), Understanding the Greek Revolution (1821-1832), Λάιντεν, Brill, 2024, σ. 155-174.
[3] Βλ. το άρθρο Νικόλαος Σοϊλεντάκης, «Η καθαίρεση του Χαραλάμπους Περρούκα ως αφορμή του εμφυλίου πολέμου», στο Χρήστος Π. Μπαλόγλου – Βασίλειος Ι. Ζάχος (επιμ.), Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα. Πρακτικά συνεδρίου αργειακών σπουδών (Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004), Άργος, Σύλλογος Αργείων ο Δαναός, 2009, σ. 345-351.
[4] Bacharas, «Alliances, Factions and Political Practices of the Moreot Notables».
[5] Βλ. δύο επιστολές του Δ. Περρούκα προς τον Υψηλάντη στις 2 και 12 Ιανουαρίου 1821, όπου, όπως έχει επισημάνει ο Δ. Τζάκης, φαίνεται ξεκάθαρα ότι ο Δ. Περρούκας ανήκε σαφώς στον ηγετικό πυρήνα των Φιλικών στην Κωνσταντινούπολη, στο Διονύσης Τζάκης, «Από την Οδησσό στη Βοστίτσα: η πολιτική ενσωμάτωση των τοπικών ηγετικών ομάδων στη Φιλική Εταιρεία», στο Όλγα Κατσιαρδή-Hering (επιμ.), Οι πόλεις των Φιλικών: οι αστικές διαδρομές ενός επαναστατικού φαινομένου. Πρακτικά Ημερίδας, Αθήνα, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, 2018, σ. 141
[6] Νικόλαος Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα συνταχθέντα διά να χρησιμεύσωσιν εις την νέαν ιστορίαν της Ελλάδος, τ. 1, Αθήνα 1851, σ. 17.
[7] Σε κυρωτικό γράμμα εκλογής αντιπροσώπων στην Πελοποννησιακή Γερουσία (χ.χ.) που απόκειται στο ιδιωτικό αρχείο της οικογένειας Ρούφου ορίζεται ότι πληρεξούσιοι ήταν οι Σωτήριος Χαραλάμπης, Αθανάσιος Κανακάρης, Αναγνώστης Παπαγιαννόπουλος, επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος, Νικόλαος Πονηρόπουλος και Θεοχάρης Ρέντης, «μετά του ενδόξου κοινού αρχιστρατήγου μας Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη». Το κυρωτικό αυτό γράμμα είναι ένα από τα πολλαπλά αντίγραφα της γνωστής Πράξης των Καλτεζών (26 Μαΐου 1821), με τη χειρόγραφη ένδειξη στο αριστερό περιθώριο «αρ. βος». Περισσότερες πληροφορίες για τις διαφορετικές εκδοχές της «Πράξης», αλλά και το συγκεκριμένο έγγραφο βλ. στο Βαγγέλης Σαράφης, «Η Πράξις των Καλτεζών: η ιχνηλάτηση της αρχειακής και εκδοτικής της διαδρομής», στο Δημήτρης Δημητρόπουλος – Βασίλης Παναγιωτόπουλος – Μαρία Χριστίνα Χατζηιωάννου (επιμ.), Πελοποννησιακή Γερουσία, ένας πολιτικός θεσμός της Ελληνικής Επανάστασης, Αθήνα, ΠΕΛΕΙΕ, 2023, σ. 161-193.
[8] Φθάνοντας στην Ελλάδα, ο Υψηλάντης δεν είχε δεχτεί πολύ φιλικά στο πλοίο του τους προκρίτους της συμμαχίας του Κανακάρη, ενώ είχε ανοίξει τις αγκάλες του στον Παπαφλέσσα και τους οπλαρχηγούς: «Οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου εισήλθον εις το πλοίον, όπου ο Υψηλάντης, να τον χαιρετήσωσι και τους εδέχθη καθήμενος εις την καθέκλαν επί του καταστρώματος με πολλήν ψυχρότητα, ώστε ο Αθ. Κανακάρης υπάγει προς αυτόν με θράσος, άπτεται της δεξιάς του και τον βιάζει ούτως είπειν να εγερθή τον λέγει το καλώς ήλθε και δίδουσι προς αλλήλους τον ασπασμόν· τουτ’ αυτό πράττουσι και οι λοιποί προεστώτες μετά τον Κανακάρην. Αλλ’ άμα φανέντων του Κολοκοτρώνη του αρχιμανδρίτου Δικαίου του Αναγνωσταρά και άλλων υπάγει εις την υπάντησίν των και τους δέχεται πολύ φιλοφρόνως. Τούτο ιδώντες οι προεστώτες ισκιάζονται έκτοτε και διανοούνται κακά εναντίον του εν ω ήσαν προ ολίγου διατεθειμένοι να τον υποστηρίξωσι […]», στο Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, σ. 206.
[9] Για τον ιδιαίτερο ρόλο των Ζαΐμη και Λόντου στο Βουλευτικό βλ. Νίκος Ροτζώκος, Επανάσταση κι εμφύλιος το εικοσιένα, Αθήνα, Ηρόδοτος, ²2016, passim.
[10] Ο Ζαΐμης έγραφε ότι ο Α. Κανακάρης είχε «προσωπικά πάθη προς τον Παλαιών Πατρών», βλ. στο Σπύρος Γ. Δημητρακόπουλος, «»Σημειώσεις διά χειρός Α. Ζαίμη» επί της πολιτικής μορφής του Αγώνος», στο Πρακτικά Β’ τοπικού συνεδρίου Αχαϊκών Σπουδών (Καλάβρυτα 24-27 Ιουνίου 1983), Αθήνα, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, 1986, σ. 369.
[11] Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, σ. 274.
[12] Στο ίδιο. Βλ. και Γεώργιος Δ. Δημακόπουλος, Η διοικητική οργάνωσις κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν 1821-1827, Αθήνα 1966, σ. 98-99. Ο Σαρίπολος θεωρούσε ότι την μεγαλύτερη του έτους θητεία σαμποτάρισαν στην πραγματικότητα όλοι οι πρόκριτοι, γιατί δεν ήθελαν κανείς να αποκτήσει περισσότερη δύναμη από τους άλλους, ενώ ο Χέρινγκ επισημαίνει ότι την πενταετή θητεία στήριξαν και οι Μεγάλες Δυνάμεις μετά το 1825 ως πιο λειτουργική, βλ. Νικόλαος Σαρίπολος, Συνταγματικόν Δίκαιον, τ. 1, Αθήνα 1911, σ. 4· Gunnar Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα, 1821-1936, Θόδωρος Παρασκευόπουλος (μτφρ.), τ. 1, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 2004, σ. 135.
[13] Παλαιών Πατρών Γερμανός, Απομνημονεύματα, στη σειρά: Απομνημονεύματα αγωνιστών του ’21, Εμμανουήλ Πρωτοψάλτης (επιμ.), Αθήνα, εκδ. Γ. Τσουκαλάς, 1957, σ. 156.
[14] Στο ίδιο. Για το δάνειο αυτό βλ. και τις επιστολές του Παλαιών Πατρών Γερμανού προς τον Διονύσιο Ρώμα στις 3 και 7.12.1823 στο Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλου (επιμ.), Ιστορικόν αρχείον Ρώμα, τ. 1, Αθήνα 1901, σ. 210-212.
[15] Εμμανουήλ Πρωτοψάλτης (επιμ.), Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, τ. 5, τχ. 1, στη σειρά: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, 1965, σ. 134.
[16] Για μια σύντομη αναφορά στην πνευματική και λόγια ζωή και το έργο του Μοσπινιώτη, ο οποίος ήταν μαθητής του Ευγένιου Βούλγαρη, βλ. στο Ηλίας Βασίλας, «Πρεβεζάνοι και Παργηνοί διδάσκαλοι και λόγιοι 18ου και 19ου αιώνα», Ηπειρώτικη Εστία τχ. 114 (1961), σ. 877-878. Για το ότι ο Α. Μοσπινιώτης ήταν θείος του Λουριώτη και είχε και εμπορική δραστηριότητα στο Λιβόρνο ως διευθυντής του εμπορικού οίκου Γιαλιά-Μοσπινιώτη-Δεσπότη, με τον οποίο συνδεόταν στενά ο Ιγνάτιος, βλ. στο Εμμανουήλ Πρωτοψάλτης (επιμ.), Ιγνάτιος Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας (1766-1828), τ. 4, τχ. 2 στη σειρά: Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, 1959, σ. 141 και 239.
[17] Ο Μιχαηλάρης σωστά αναφέρει ότι αυτός ο ρόλος των ελλήνων εμπόρων που βρίσκονταν στην Ιταλία δεν έχει ακόμη αναδειχθεί στο Παναγιώτης Μιχαηλάρης, «Ο Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός στην Αγκώνα (1822-1824)», στο Δημήτρης Δημητρόπουλος – Χρήστος Λούκος – Παναγιώτης Μιχαηλάρης (επιμ.), Όψεις της Επανάστασης του 1821, Πρακτικά συνεδρίου, Αθήνα 12 και 13 Ιουνίου 2015, Αθήνα, ΕΜΝΕ, 2018, σ. 185.
[18] Γερμανός, Απομνημονεύματα, σ. 156. Ο Πρωτοψάλτης ωστόσο που έχει επιμεληθεί τα απομνημονεύματα αυτά, στο βιβλίο Ιγνάτιος Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας: 1766-1828, τ. 1, σ. 239 αναφέρει τον Γνέπερ ως «Ιωάννη-Γαβριήλ Εϋνάρδο».
[19] Γερμανός, Απομνημονεύματα, σ. 156.
[20] Στο ίδιο, σ. 462-463. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός επιβεβαιώνει στα απομνημονεύματά του τις παραπάνω πληροφορίες, καταθέτοντας ότι πράγματι ο Μαυροκορδάτος και ο Νέγρης «άνευ κοινής ειδήσεως του Βουλευτικού» είχαν στείλει στη Ρωσία τον Ψωμά, στη Γαλλία και τη Γερμανία τον Σχινά, και στην Αγγλία, Ισπανία και Πορτογαλία τον Λουριώτη, στο ίδιο, σ. 157-158.
[21] Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, σ. 462. Συγκεκριμένα στην Ερμιόνη βρέθηκαν οι Αθ. Κανακάρης, Ιωάννης Ορλάνδος, Θεόδωρος Νέγρης, Ιωάννης Κωλέττης (από το Εκτελεστικό), οι Αναγνώστης Μοναρχίδης, Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, Φώτος Καραπάνος, Ανδρέας Χατζηαργύρης, Νικόλαος Λαζάρου, Γρηγόριος Κωνσταντάς, Λάμπρος Αλεξάνδρου, Χατζηκυριαζής Αναγνώστου, Θεοδωράκης Χρ. Βλάσσης (από το Βουλευτικό) και ο γραμματέας Ιωάννης Σκανδαλίδης.
[22] Στο ίδιο, σ. 462-463· Γερμανός, Απομνημονεύματα, σ. 157-158.
[23] Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, σ. 463.
[24] Ιδιωτικό αρχείο οικογένειας Ρούφου που απόκειται στην οικογένεια.
[25] Ο Δεληγιάννης ισχυρίζεται μάλιστα ότι «πολλοί εκ των ευρεθέντων εκεί ειδήμονες άνθρωποι διεβεβαίουν ότι εκ προθέσεως του έδωκεν αυτό το εμετικόν και τον εδηλητηρίασεν», στο Κανέλλος Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, στη σειρά: Απομνημονεύματα Αγωνιστών του ’21, αρ. 17, Εμμανουήλ Πρωτοψάλτης (επιμ.), τ. 2, Αθήνα, εκδ. Γ. Τσουκαλάς, 1957. σ. 116-Αξίζει να σημειώσει κανείς τη σπάνια συμφωνία μεταξύ Δεληγιάννη και Σπηλιάδη για το γεγονός, κάτι το οποίο επισημαίνει και ο Κωστής Παπαγιώργης, Κανέλλος Δεληγιάννης, Αθήνα, Καστανιώτης, 2009, σ. 199.
[26] Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι παρ’ όλες τις συγκρούσεις τους, ο Μαυροκορδάτος θεωρούσε τον Κανακάρη ως τον καλύτερο από τους προκρίτους: «Εκ των πελοποννησίων ημπορώ να είπω ότι δεν εγνώρισα άλλον παρά τον Θάνον Κανακάρην· αν έχη και κανένα ελάττωμα έχει όμως την αρετήν του ν’ αγαπά την πατρίδα του», στο Πρωτοψάλτης, Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας, τ. 4, τχ. 2, σ. 133.
[27] Σύμφωνα με τον Σπηλιάδη «χάριν του αδελφού του Χαραλάμπου ως και του Σ. Χαραλάμπη αναμιγνύεται εις τα συμβούλια του Νομοτελεστικού», στο Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, σ. 573.
[28] Ο Σπηλιάδης υποστηρίζει ότι στη συμμαχία Λόντου και Ζαΐμη εντάχθηκαν εκείνη την περίοδο και οι Δεληγιανναίοι, καθώς όλοι μαζί συνεργούσαν εναντίον του Κολοκοτρώνη και της εκστρατείας του στην Πάτρα, αλλά και εναντίον του Χαραλάμπη και του Μεταξά, οι οποίοι τον υποστήριζαν, βλ. Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, σ. 568. Ωστόσο, το γεγονός ότι στις 24 Νοεμβρίου από το Άργος το Βουλευτικό καθαιρεί τους Αναγνώστη και Δημήτριο Δεληγιάννη από βουλευτές, γιατί θεωρεί ότι επίτηδες σαμποτάριζαν τη Βουλή, δείχνει ότι μάλλον δεν υπήρχε ομόνοια μεταξύ τους. Για τη συμμαχία του Λόντου και του Ζαΐμη με τους Μαυροκορδάτο, Κωλέττη κ.λπ. βλ. Ροτζώκος, Επανάσταση κι εμφύλιος, σ. 69, 71-72 και 74-75.
[29] Ο Γιάννης Γιαννόπουλος έγραφε για αυτήν την περίοδο ότι «το Βουλευτικό καθοδηγούνταν από τον Μαυροκορδάτο και στηριζόταν στη δύναμη των προκρίτων της Ύδρας Κουντουριωτών, του προκρίτου των Καλαβρύτων και μέλους του Εκτελεστικού Ανδρέα Ζαΐμη, του προκρίτου της Βοστίτσας Ανδρέα Λόντου και άλλων […] Ο Ανδρέας Ζαΐμης […] συνιστούσε στους ομόφρονες παραστάτες της Πελοποννήσου να χαράξουν κοινή γραμμή με τους νησιώτες», ενώ θεωρούσε ότι την πλήρη κυριαρχία του Ζαΐμη στη βορειοδυτική Πελοπόννησο εμπόδιζε ο Σ. Χαραλάμπης με τον Γ. Σισίνη, στο Γιαννόπουλος, «Η επανάσταση κατά το 1823», σ. 307.
[30] Το καλοκαίρι του 1823 είχαν συσταθεί δύο επιτροπές, η μία για το Λονδίνο και η άλλη για την Ιταλία. Η πρώτη και πιο γνωστή αποτελούνταν από τους Ι. Ορλάνδο, Α. Λουριώτη και Ι. Ζαΐμη, ενώ η δεύτερη από τους αποτυχόντες στην αποστολή του Βατικανού Παλαιών Πατρών Γερμανό και Γεώργιο Μαυρομιχάλη, καθώς και τον Διονύσιο Ρώμα, που βρισκόταν στην Ιταλία, οι οποίοι προσκάλεσαν και τον Ιγνάτιο Ουγγροβλαχίας, που αρνήθηκε, βλ. Πρωτοψάλτης, Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας, τ. 4, τχ. 1, σ. 242-243. Για τα μέλη της επιτροπής βλ. και Διονύσιος Ρώμας (Βενετία) προς τον Μητροπολίτη Ιγνάτιο, 2/14.6.1823 στο Καμπούρογλου, Αρχείον Ρώμα, τ. 1, σ. 160.
[31] Αναστάσιος Λιγνάδης, Το πρώτον δάνειον της Ανεξαρτησίας, Αθήνα, Φιλοσοφική Σχολή ΕΚΠΑ «Βιβλιοθήκη Σοφίας Ν. Σαριπόλου» 10, 1970, σ. 104.
[32] Με τον θάνατο του Κανακάρη εξέλιπε ο λόγος για τον οποίο ο Παλαιών Πατρών Γερμανός δεν είχε ενταχθεί στη συμμαχία έως τότε (βλ. προηγούμενη υποσημείωση). Έτσι, φαίνεται ότι από την Εθνοσυνέλευση του Άστρους και μετά ο Γερμανός όχι μόνον εντάσσεται στη συμμαχία, αλλά αναλαμβάνει και κρίσιμο διαπραγματευτικό λόγο.
[33] Λιγνάδης, Το πρώτον δάνειον, σ. 106.
[34] Επιστολή λόρδου Βύρωνα προς τον Μαυροκορδάτο, 29.9.1923 στο Γιαννόπουλος, «Η επανάσταση κατά το 1823», σ. 311.
[35] Λιγνάδης, Το πρώτον δάνειον, σ. 104-105.
[36] Ο Λιγνάδης εδώ υπογραμμίζει την πολιτική ευφυΐα του Μαυροκορδάτου στο ζήτημα. Στο ίδιο, σ. 108.
[37] Στο ίδιο, σ. 107-108.
[38] Στο ίδιο, σ. 105.
[39] Γιαννόπουλος, «Η επανάσταση κατά το 1823», σ. 310.
[40] Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, σ. 568.
[41] Η επιτροπή αποτελούταν από τους Ασημάκη Φωτήλα, Αναστάσιο Λόντο, Εμμανουήλ Αντωνιάδη, Μαργαρίτη Δημάδη, Γεώργιο Παπαηλιόπουλο, Ιωάννη Πάγκαλο, Ν. Μιλιάνη, Ιωάννη Κοντουμά και Γ. Ν. Λουμάκη (22.11.1823), στο Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας στο εξής ΑΕΠ), τ. 2, Αθήνα, Βιβλιοθήκη της Βουλής, 1972 [α’ έκδ. 1862], σ. 648. Τα ονόματα παρατίθενται εδώ για λόγους ευνόητους: αν κανείς θέλει να εξετάσει στο μέλλον ενδελεχέστερα τις διαφορετικές πολιτικές συμμαχίες της εποχής θα πρέπει να ανιχνεύσει τις συνδέσεις μεταξύ των παραπάνω ονομάτων σε πολλαπλά επίπεδα και μεταξύ τους αλλά και με τους επικεφαλής του βουλευτικού που τους διόρισαν.
[42] ΑΕΠ, τ. 2, σ. 653-654. Για το νομικό σκέλος αυτής της καθαίρεσης βλ. το άρθρο Σοϊλεντάκης, «Η καθαίρεση του Χαραλάμπους Περρούκα».
[43] Και για αυτήν την περίπτωση συστάθηκε εννεαμελής επιτροπή -την ίδια ημέρα με την προηγούμενη, στις 22.11.1823- η οποία αποτελούνταν από τους Γεώργιο Μαυρομμάτη, Αναγνώστη Αθανασίου, Γκίκα Καρακατσάνη, Ιωάννη Κοντουμά, Ιωάννη Παπαδιαμαντόπου λο, Νικ. Μιλιάνη, Αναγνώστη Κοκοράκη, Εμμανουήλ Αντωνιάδη και Γεώργιο Καναβό, βλ. ΑΕΠ, τ. 2, σ. 647.
[44] Ο Α. Μεταξάς είχε πάει στην Καρύταινα, προκειμένου να αποτρέψει έναν ενδεχόμενο εμφύλιο. Συγκεκριμένα, οι Δεληγιανναίοι με τους Πλαπουταίους βρίσκονταν σε έντονη διαμάχη στη Δημητσάνα για το ποιος τελικά θα κρατούσε τις προσόδους – ένα έσοδο σημαντικό προεπαναστατικά για τους προκρίτους, το οποίο προφανώς εποφθαλμιούσαν οπλαρχηγοί, όπως ο Πλαπούτας μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης. Όταν λοιπόν τα πράγματα εκτραχύνθηκαν, ένας οπαδός του Πλαπούτα πυροβόλησε τον Ανέστο Δεληγιάννη και οι Δεληγιανναίοι ως απάντηση τον έπιασαν, τον σκότωσαν, έκοψαν τα μαλλιά της συζύγου του και πολιόρκησαν το χωριό του Πλαπούτα. Ο τελευταίος, μαθαίνοντας τα τεκταινόμενα, ήρθε με τον στρατό του και ξεκίνησε μάχη με τους Δεληγιανναίους. Χρειάστηκε να επέμβει ο Κολοκοτρώνης και να μεταβεί εκεί και ο Μεταξάς με τον Περρούκα, για να μπορέσουν να ηρεμήσουν τα πνεύματα, βλ. Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. 3, Αθήνα 1888, σ. 58-59.
[45] Βλ. πρόταση του Βουλευτικού αρ. 510 στις 25.11.1823, ΑΕΠ, τ. 2, σ. 656.
[46] Το Βουλευτικό αποτελείτο από 70 μέλη. Τα απαιτούμενα 2/3 ήταν 47 βουλευτές. Στις εργασίες, όμως, στο Άργος φαίνεται ότι παρίσταντο περίπου 40, εκ των οποίων οι 10 ακολουθούσαν το Εκτελεστικό, βλ. Γιαννόπουλος «Η επανάσταση κατά το 1823», σ. 307. Ο Σπηλιάδης έγραφε ότι οι βουλευτές εναντίον του Εκτελεστικού που βρίσκονταν στο Άργος ήταν μόλις 23, στο Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, σ. 576.
[47] ΑΕΠ, τ. 10, Αθήνα, Βιβλιοθήκη της Βουλής, 1977, σ. 227.
[48] Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, σ. 569.
[49] Στο ίδιο, σ. 572.
[50] Τρικούπης, Ιστορία, τ. 3, σ. 59.
[51] ΑΕΠ, τ. 2, σ. 660.
[52] Τρικούπης, Ιστορία, τ. 3, σ. 59.
[53] Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, σ. 572-573.
[54] Τρικούπης, Ιστορία, τ. 3, σ. 6.
[55] ΑΕΠ, τ. 12, Αθήνα, Βιβλιοθήκη της Βουλής, 1979, σ. 125.
[56] Για τον ιδιαίτερο ρόλο των Ζαΐμη και Λόντου στο Βουλευτικό βλ. Ροτζώκος, Επανάσταση κι εμφύλιος, passim.
[57] Βλ. επεισόδιο του 1819 με τη δίωξη των Ζαΐμηδων στο Δημήτρης Μπαχάρας, Πώς και γιατί φτάσαμε στο 21. Ιστορίες προκρίτων πριν την Επανάσταση, Αθήνα, Εστία, 2025 (υπό έκδοση). Αυτός είναι πιθανότατα άλλωστε ο λόγος που ο Νοταράς δεν ακολούθησε τους υπόλοιπους βουλευτές του Άργους στο Κρανίδι, παρ’ όλες τις συνεχόμενες εκκλήσεις του Βουλευτικού. Βλ. επιστολές του Βουλευτικού προς τον Νοταρά και τον Καλαρά, στις 5 και 12 Δεκεμβρίου 1823 από το Κρανίδι, στο ΑΕΠ, τ. 2, σ. 667 και 677.
[58] Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, σ. 573.
[59] Στο ίδιο, σ. 565: «ο Ζαίμης εχθρός του Σ. Χαραλάμπους […] γίνεται ήδη πολύ πλέον εχθρότερος ως όντος ηνωμένου με τον Κολοκοτρώνην».
[60] Ας σημειωθεί εδώ ότι ο ρόλος του Σ. Χαραλάμπη είναι παραγνωρισμένος ιστοριογραφικά τόσο προεπαναστατικά όσο και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Αναφέρουμε μόνο ότι στα Καλάβρυτα ήταν κυρίαρχος και ισχυρότερος του Ζαΐμη πριν το 1821 και ότι δεν ήταν συμπτωματική η τοποθέτησή του ως αντιπρόεδρου του Βουλευτικού της Επιδαύρου και ως μέλους του Εκτελεστικού του Άστρους. Η δε οικονομική του δύναμη πρέπει να παρέμενε μεγάλη, καθώς είχε τη δυνατότητα να χρηματοδοτεί και τον Σπηλιάδη ως γραμματέα του σώματος εκείνη την εποχή – ο ίδιος ο Σπηλιάδης καταθέτει ότι ήταν ο Σ. Χαραλάμπης αυτός που του παρείχε τα απαραίτητα για ζει, στο Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, σ. 571-572. Για περισσότερα στοιχεία σχετικά με τον Σ. Χαραλάμπη προεπαναστατικά βλ. Μπαχάρας, Πώς και γιατί φτάσαμε στο 1821.
[61] ΑΕΠ, τ. 2, σ. 668-669 και 677-678.
[62] Στις 4 Δεκεμβρίου το σώμα έγραφε στον Ζαΐμη και τον Μαυροκορδάτο να ενεργήσουν για να εξασφαλίσουν ότι το ποσό θα πήγαινε στους νησιώτες. Βλ. ΑΕΠ, τ. 2, σ. 664-665.
[63] Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει, εκτός από τον Σπηλιάδη, και ο Γιαννόπουλος, «Η επανάσταση κατά το 1823», σ. 312.
[64] Βλ. απόφαση εννεαμελούς επιτροπής της 19.12.1823, στο Εθνική Βιβλιοθήκη, Τμήμα χειρογράφων, γενικό αρχείο, Α10341. Στις προηγούμενες κατηγορίες εντάσσονταν αυτή τη φορά και άλλες και στο σύνολο ήταν οι εξής: α) ότι καταχράστηκαν δημόσια εισοδήματα, β) ότι αποχώρησαν ξαφνικά από την έδρα του Εκτελεστικού χωρίς να ειδοποιήσουν το Βουλευτικό, γ) ότι προβίβασαν παρανόμως πολλούς στρατιωτικούς ενώ αυτό ήταν ευθύνη του Βουλευτικού (το Εκτελεστικό υποτίθεται ότι μόνο να προτείνει μπορούσε), δ) ότι πούλησαν τα κανόνια του Ναυπλίου, ε) ότι αποφάσισαν ενώσεις επαρχιών χωρίς να ρωτήσουν το Βουλευτικό, στ) ότι προέβησαν σε διορισμούς επάρχων αυτοβούλως, χωρίς να ρωτήσουν το Βουλευτικό, ζ) αντίθετα με τον οργανικό νόμο που είχε ψηφιστεί προκήρυξαν πώλησιν Εθνικών Κτημάτων, ενώ την αρμοδιότητα αυτή είχε μόνο το Βουλευτικό, η) αντίθετα με τον οργανικό νόμο πούλησαν Τούρκους αιχμαλώτους («τους οποίους αιχμαλώτισε το έθνος όλον»), θ) ότι αποκατέστησαν παρανόμως το μονοπώλιο άλατος, ι) ότι δεν λειτουργούσαν με τρία μέλη όπως προέβλεπε ο νόμος, γιατί είχαν στείλει τον Α. Μεταξά στην Καρύταινα, ια) ότι παρόλο που το Βουλευτικό είχε καταγγείλει την παρανομία του Μεταξά και τον είχε καταδικάσει, τα μέλη του Εκτελεστικού συνέχισαν να αγνοούν τις αποφάσεις του Βουλευτικού, ιβ) ότι το Βουλευτικό διόρισε στη θέση του Μεταξά τον Κωλέττη, αλλά ποτέ δεν εισακούσθη, ιγ) ότι το Εκτελεστικό επιτέθηκε με άρματα στο Βουλευτικό τον Νοέμβριο του 1823. Είναι ανώφελο να εξετάσουμε μία-μία τις κατηγορίες. Ο Σπηλιάδης το έκανε, υπερασπιζόμενος τα δίκια του Εκτελεστικού και το άδικο των κατηγοριών (Απομνημονεύματα, σ. 579-583), αλλά, όπως προειπώθηκε παραπάνω, η εμμονή στις παρατυπίες-παρανομίες ή άλλες παραβάσεις σε επαναστατικές συνθήκες είναι αδιέξοδη και παροδηγεί τους ερευνητές σε άλλα μονοπάτια ερμηνειών.
[65] Ολόκληρη η επιστολή στο Μιχαήλ Σχινάς (επιμ.), Επιστολαί Ι. Α. Καποδίστρια, Κυβερνήτου της Ελλάδος. Διπλωματικαί, διοικητικαί και ιδιωτικαί, γραφείσαι από 8 Απριλίου 1827 μέχρις 26 Σεπτεμβρίου 1831, τ. 4, Αθήνα 1843, σ. 433-434.
[66] Παναγιώτης Φ. Χριστόπουλος, Η ζωή και το έργον του Νικόλαου Σπηλιάδη, Αθήνα 1971, σ. 35-36.
[67] Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, σ. 586.
[68] Ο Σπηλιάδης γράφει με μένος εναντίον του Μαυροκορδάτου και της «αγγλικής φατρίας» που ήθελαν να εξασφαλίσουν το δάνειο για να το χρησιμοποιήσουν εναντίον της δικής του συμμαχίας και όχι για την «πατρίδα» και την Επανάσταση. Έτσι αιτιολογεί ουσιαστικά και τις ενέργειες του Δ. Περρούκα, που ήταν απότοκο αποφάσεων της συμμαχίας του, βλ. στο ίδιο, σ. 585-586 και 591.
[69] Στο ίδιο, σ. 585.
[70] Στο ίδιο, σ. 586.
[71] Λιγνάδης, Το πρώτον δάνειον, σ. 109-110· Χαράλαμπος Βλαχόπουλος, Ο Διονύσιος Ρώμας και η επιτροπή Ζακύνθου στον δρόμο για την εθνική συγκρότηση: στοχεύσεις, υπερβάσεις, επιτεύξεις, διδ. διατριβή, ΕΚΠΑ, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, 2015, σ. 151-153. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός έγραφε στις 30.11.1823 στον Διονύσιο Ρώμα «Πανευγ. Κόμη, προσπαθήσατε όλαις δυνάμεσι να κατορθωθή τούτο το δάνειον με τον τρόπον οπού μοι προεγράψατε και όσον δυνατόν ταχύτερον να τελειώση, πριν φθάσωσιν οι άλλοι εις την Λόνδραν», στο Μιχαηλάρης, «Ο Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός στην Αγκώνα (1822-1824)», σ. 183.
[72] Επιστολή Α. Ζαΐμη και Α. Λόντου προς Α. Μαυροκορδάτο, 28.1.1824, στο Εμμανουήλ Πρωτοψάλτης (επιμ.), Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, τ. 5, τχ. 4, στη σειρά: Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, 1971, σ. 106.
[73] Ο Περρούκας θα φτάσει στην Ζάκυνθο γύρω στις 24.2.1824, παρακολουθούμενος στενά από τον Μαυροκορδάτο. Άνθρωπός του θα του γράφει «δηλοποιών τη Εκλαμπρότητι της διά τον ερχομόν του κυρίου Δημητρίου Περρούκα […] ο ερχομός του ρηθέντος δεν είναι απλώς και ως έτυχεν. Μετά το πράτιγόν του θέλει παρατηρήσω τα κινήματά του και ό,τι γνωρίσω θέλει τη δώσω την είδησιν», Λιγνάδης, Το πρώτον δάνειον, σ. 243· Πρωτοψάλτης, Ιστορικόν αρχείον Μαυροκορδάτου, τ. 5, τχ. 4, σ. 197-198. Στις 11 Μαρτίου, ο Μαυροκορδάτος ειδοποιούσε τη Διοίκηση ότι ο Περρούκας είχε γράψει στον Λόρδο Βύρωνα «παρακινών αυτόν να μεταβή εις την Πελοπόννησον διά να προσπαθήση την ένωσιν των διεστώτων ως του μόνου πράγματος αναλόγου με τον χαρακτήρα του», βλ. στο ίδιο, σ. 249
[74] Λιγνάδης, Το πρώτον δάνειον, σ. 244-245.
[75] Στο ίδιο, σ. 257-258.
[76] Πρωτοψάλτης, Ιστορικόν αρχείον Μαυροκορδάτου, τ. 5, τχ. 4, σ. 291.
[77] Λιγνάδης, Το πρώτον δάνειον, σ. 257-258.
[78] Πρωτοψάλτης, Ιστορικόν αρχείον Μαυροκορδάτου, τ. 5, τχ. 4, σ. 312.
[79] Λιγνάδης, Το πρώτον δάνειον, σ. 244.
[80] Στο ίδιο, 245-246.
[81] Στο ίδιο, σ. 246.
[82] Αντώνιος Λιγνός (επιμ.), Αρχείο της κοινότητος Ύδρας, τ. 10, Πειραιάς 1928, σ. 263.
[83] Γεώργιος Κουντουριώτης προς Ιγνάτιο, 11.5.1825, στο Πρωτοψάλτης, Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας, σ. 219.
[84] Ιγνάτιος προς την εν Λονδίνω επιτροπή, 1/13.11.1824, στο Λιγνάδης, Το πρώτον δάνειον, σ. 246.
[85] Η απάντηση του Καποδίστρια ήρθε στις 12.12.1825. Σχινάς, Επιστολαί Ι. Α. Καποδίστρια, τ. 4, σ. 427-433.
[86] Όλγα Καραγεώργου-Κουρτζή, Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη βόρεια Πελοπόννησο την εικοσαετία 1800-1820 (με βάση το αρχείο της οικογένειας Περρούκα), Πάτρα 2010, σ. 45.
[87] Αντώνιος Λιγνός (επιμ.), Αρχεία Λαζάρου και Γεωργίου Κουντουριώτου, 1821-1832, τ. 4, Αθήνα 1926, σ. 201. Ο Π. Μιχαηλάρης κάνει νύξη για τη σύνδεση του Παλαιών Πατρών Γερμανού με τον Ξάνθο, άλλα και με τον Τσακάλωφ, μέσω της αλληλογραφίας τους, θεωρώντας ότι εκείνη την περίοδο διεκδικούσαν συμμετοχή στο υπό σχηματισμό νέο κράτος στο Μιχαηλάρης, «Ο Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός στην Αγκώνα (1822-1824)», σ. 185. Για τη σύνδεση του Τσακάλωφ με αυτήν τη συμμαχία βλ. και Παλαιών Πατρών Γερμανός (Ανκόνα) προς Διονύσιο Ρώμα (Βενετία), 28.4.1824, στο Καμπούρογλου, Αρχείον Ρώμα, τ. 1, σ. 252.
* Δημήτρης Μπαχάρας
Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού (Περιοδικό Μνήμων), Δ. Δημητρόπουλος – Χρ. Λούκος – Β. Σαράφης (επιμ.), «Η Ελληνική Επανάσταση: νέες προσεγγίσεις». Πρακτικά συνεδρίου, Αθήνα 15-16 Ιουνίου 2022, Αθήνα, ΕΜΝΕ, 2025.
* Ο Δημήτρης Μπαχάρας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975. Σπούδασε ιστορία στο Λονδίνο (MA, King’s College) και το Παρίσι (διδακτορικό, EHESS). Tα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στον Εθνικό Διχασμό την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, σε θέματα δημοκρατίας, φασισμού και αντικομμουνισμού την περίοδο του Μεσοπολέμου, καθώς και στην ιστορία των προκρίτων της Πελοποννήσου τον 18ο-19ο αιώνα. Έχει επίσης ασχοληθεί με την ιστορία της Αστυνομίας Πόλεων, καθώς και με την ιστορία της ΓΣΕΒΕΕ.
Έχει εργαστεί στο ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ ως υπεύθυνος του τμήματος Ιστορικών Αρχείων και ως διδάσκων στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Έχει συμμετάσχει σε συνέδρια στο εξωτερικό και την Ελλάδα. Άρθρα του έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικούς τόμους και επιστημονικά περιοδικά στη Γαλλία και την Ελλάδα.
Διαβάστε ακόμη:
- Πελοποννήσιοι πρόκριτοι στην Επανάσταση του 1821: Από τον Βελή Πασά στον Ιωάννη Καποδίστρια
- Οι προυχοντικές οικογένειες του Άργους (1715-1821)
- Περούκα Οικογένεια (Εκτενής έρευνα)
- Ξάνθος Εμμανουήλ (Ιστορικές και κειμενικές απεικονίσεις στα απομνημονεύματα του)
- Ο Χαραλάμπης Περρούκας ως έμπορος στην Πάτρα προεπαναστατικώς
- Όψεις καθημερινότητας στην ιδιωτική ζωή του Βεκίλη Δημητρίου Περρούκα στην Κωνσταντινούπολη (1813-1821)
- Η καθαίρεση του Χαράλαμπου Περρούκα, ως αφορμή του εμφυλίου πολέμου
- Ο Χαραλάμπης Περρούκας ως έμπορος στην Πάτρα προεπαναστατικώς, Ηλίας Γιαννικόπουλος, Δικηγόρος – Δ.Ν. Πρακτικά του Εκτάκτου Αχαϊκού Πνευματικού Συμποσίου 2006.
- Η αρχόντισσα του Άργους Αγγελική Νικ. Περρούκα (1756-1836)












Σχολιάστε