Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ναύπλιο – Ιστορικά’ Category

Ναυπλιακά (1862)


 

Η μεγαλύτερη και πιο αιματηρή από τις στάσεις της Α’ Δυναστείας, η οποία τερματίστηκε με εκστρατεία και τακτική πολιορκία του Ναυπλίου. Χίλιοι στρατιώτες υπό τους , Αρτέμιο Μίχο, Πάνο Κορωναίο και τον δικαστικό Γεώργιο Πετιμεζά, μαζί με τους περίπου χίλιους πολιτικούς κρατούμενους στην Ακροναυπλία που απελευθερώθηκαν και μερικές εκατοντάδες νέους εθελοντές, ξεκίνησαν αντιδυναστικό αγώνα. Η βασιλική κυβέρνηση του Αθανασίου Μιαούλη έστειλε εναντίον τους στρατό περίπου 7.000 ανδρών. Μέσα Μαρτίου του 1862, η επανάσταση είχε κατασταλεί. Πολλοί από τους επαναστάτες αμνηστεύτηκαν.

 

Αθανάσιος Μιαούλης

Στο Ναύπλιο, λόγω του αντιδυναστικού πνεύματος που επικρατούσε και που ήταν διαδεδομένο στο στρατό από το 1861, η κυβέρνηση του Αθανασίου Μιαούλη είχε εκτοπίσει αξιωματικούς όλων των όπλων για πειθαρχικά παραπτώματα. Τον Δεκέμβριο του 1861 βρέθηκαν στο Ναύπλιο όσοι υπηρετούσαν στη φρουρά ή στις φυλακές του Ιτς-Καλέ, γύρω στους έντεκα αξιωματικούς, μεταξύ των οποίων οι ανώτεροι Αρτέμιος Μίχος, Πάνος Κορωναίος, Δ. Μπότσαρης και Χ. Ζυμπρακάκης και οι κατώτεροι Δ. Γρίβας, γιος του Θ. Γρίβα, ο Παραμυθιώτης, ο Σμόλενιτς, ο Πραΐδης, ο Μάνος, ο Κατσικογιάννης, ο Παγένος και ο Δημόπουλος.

Οι αξιωματικοί αυτοί άρχισαν τις συνομωσίες για την ανατροπή  του Όθωνα και πέτυχαν μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα να μυήσουν ένα μεγάλο μέρος των αξιωματικών και των υπαξιωματικών της φρουράς του Ναυπλίου, του Ιτς-Καλέ και του Παλαμηδίου προς επίμετρο δε συνεννοήθηκαν με τους πολιτικούς Γεώργιο Πετιμεζά και Πέτρο Μαυρομιχάλη και παρέσυραν στη συνομωσία ικανούς ιθύνοντες του Ναυπλίου, όπως τον Δήμαρχο, την πλειονότητα του Δημοτικού Συμβουλίου, τον πρόξενο Ζαβιτσιάνο, μέσω του οποίου είχαν ασφαλή αλληλογραφία με άλλους Αθηναίους πολιτικούς, στρατιωτικούς συνωμότες και ικανή μερίδα επιστημόνων και προυχόντων.

Ο βασιλιάς Όθων έφιππος, ως συνταγματάρχης του 10ου συντάγματος πεζικού.

Η στάση και η κατάληψη των φρουρίων είχε ορισθεί για τη νύχτα της 3ης προς 4η Φεβρουαρίου, αλλά εξαιτίας ενός τυχαίου περιστατικού οι συνωμότες στασίασαν τη νύχτα της 31ης Ιανουαρίου προς 1η Φεβρουαρίου. Με συνθηματικούς πυροβολισμούς από τους διάφορους προμαχώνες του φρουρίου και των στρατώνων επιτέθηκαν κατά των πιστών ή αμύητων αξιωματικών και συλλαμβάνοντάς τους έγιναν κύριοι των φρουρίων και της πόλης. Συνέλαβαν και φυλάκισαν τον νομάρχη, τον φρούραρχο συνταγματάρχη Σπηλιωτόπουλο, τον αντισυνταγματάρχη Ζορμπά και τους ταγματάρχες Στέλβαχ και Γιάνναρη, έως και κάποιους κατώτερους, διέρρηξαν τις φυλακές, αποφυλάκισαν όλους τους φυλακισμένους και συνέστησαν προσωρινή κυβερνητική επιτροπή αποτελούμενη από στρατιωτικά και πολιτικά πρόσωπα, απηύθυναν δε διάγγελμα προς τον λαό και τον στρατό ζητώντας: α) τη μεταβολή του κυβερνητικού συστήματος, β) τη διάλυση της Βουλής και γ) τη συγκρότηση Εθνοσυνέλευσης «για την ανάκτηση των καταπατημένων ελευθεριών».

Οι στρατιωτικοί από την επόμενη ημέρα άρχισαν να προετοιμάζουν την άμυνά τους. Ανώτερος αρχηγός ανακηρύχθηκε ο Αρτέμιος Μίχος, αρχηγός των γενικών επιτελών ο Πάνος Κορωναίος με επιτελείς τους Ιωάννη Μανωλάκη, Θ. Κυδωνάκη, Θ. Πετιμεζά και Μ. Μοσχόπουλο. Ο ταγματάρχης Δ. Μπότσαρης διορίσθηκε φρούραρχος Παλαμηδίου. Το Άργος  και η Τρίπολη πραγματοποίησαν στάση την επόμενη και μεγάλο μέρος της δεύτερης φρουράς και ολόκληρη η πρώτη φρουρά έσπευσαν στο Ναύπλιο και ενώθηκαν με τους επαναστάτες. Οι γνώμες ωστόσο των επαναστατών διχάσθηκαν. Στο συμβούλιο που έγινε τη 2η ημέρα του Φεβρουαρίου ο Κορωναίος πρότεινε την άμεση εκστρατεία κατά της Αθήνας, αλλά ο αρχηγός Μίχος υποστήριξε ότι όφειλαν να παραμείνουν στο Ναύπλιο και να κρατήσουν την πόλη και τα φρούρια, εν αναμονή της στάσης της πρωτεύουσας και άλλων πόλεων.

Η κυβέρνηση της Αθήνας, παρότι θορυβήθηκε από την πρώτη είδηση, διευθυνόταν από έναν άνδρα που διέθετε ψυχραιμία και θέληση, τον Αθανάσιο Μιαούλη, πέτυχε να συγκεντρώσει σε διάστημα 58 ωρών δύναμη 4.000 ανδρών στην Κόρινθο, ενώ μέσα σε δύο ημέρες ανέβασε τη δύναμή της σε 6.000 άνδρες με πυροβολικό, ιππείς και εθελοντικές ομάδες, διόρισε δε αρχηγό τον φιλέλληνα υποστράτηγο Χαν (Hahn), και απηύθυνε διάγγελμα μέσω του υπουργού των Στρατιωτικών, που άρχιζε με τις φράσεις: «Συστρατιώτες, στυγερό έγκλημα διαπράχθηκε από εκείνους, στα χέρια των οποίων η πατρίδα εμπιστεύθηκε το ξίφος για τη διατήρηση της ισχύος και της τάξης», και αφού δούλεψε με ταχύτητα και αποφασιστικότητα, έριξε μέσα σε πέντε μέρες κατά του Ναυπλίου ισχυρή δύναμη πιστού κυβερνητικού στρατού.

Επεισόδιο από τη Ναυπλιακή Επανάσταση – Κατάληψη των εξωτερικών οχυρώσεων από τον Οθωνικό στρατό (1862).

Το πρωί της 4ης Φεβρουαρίου ο βασιλιάς Όθωνας επιθεώρησε τον στρατό που είχε συγκεντρωθεί στην Κόρινθο και προσφώνησε τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες, οι οποίοι ορκίσθηκαν πίστη και επευφήμησαν τον βασιλιά. Μετά την επιθεώρηση ο Χαν διέταξε την κάθοδο της φάλαγγας προς την αργολική πεδιάδα. Οι πρώτες αψιμαχίες και συγκρούσεις μεταξύ στασιαστών και κυβερνητικού στρατού άρχισαν από τα Δερβένια Κορινθίας, όπου ο αξιωματικός του ιππικού των στασιαστών Τριτάκης, αρχηγός των ιππέων, προσπάθησε να αναστείλει την κάθοδο των κυβερνητικών.

Γρίβας Θ. Δημήτριος

Οι επαναστάτες έστειλαν ως ενίσχυση δύο λόχους πεζικού, μία ίλη ιππέων, 4 πυροβόλα και γύρω στους 100 εθελοντές, ως επί το πλείστον Αργείτες, υπό τις εντολές των αξιωματικών Σμόλετς, Πραΐδη, Παγώνη και Δημόπουλου και αρχηγό της μικρής φάλαγγας τον Ζυμπρακάκη. Όμως ο Ζυμπρακάκης υποχώρησε από τις ανώτερες κυβερνητικές δυνάμεις, αφού ακροβολίστηκε στο Άργος. Την επόμενη ημέρα εγκατέλειψε την πόλη και κλείστηκε στο Ναύπλιο. Οι κυβερνητικοί, όταν κατέλαβαν το Άργος, άρχισαν από τη μεθεπόμενη της 8ης Φεβρουαρίου να προετοιμάζονται για κατάληψη του Ναυπλίου μετά από την πολιορκία, οι δε επαναστάτες για την άμυνά του. Οι τελευταίοι κατέλαβαν την ανατολική πλευρά του Ναυπλίου, την Άρια, από όπου προερχόταν η ύδρευση της πόλης, τοποθετώντας 300 άνδρες υπό τους αξιωματικούς Κατσικογιάννη, Σμόλενς και Δημόπουλο, οχύρωσαν τους προς τη βορειοδυτική πλευρά λοφίσκους του Προφήτη Ηλία, στους οποίους τοποθετήθηκε ο Γρίβας με τους ανθυπολοχαγούς Μάνο, Πραΐδη και τον ανθυπολοχαγό Παγώνη με 200 άνδρες. Επίσης κατέλαβαν και οχύρωσαν στη θέση «Μύλοι Ταμπακόπουλου», όπου τοποθετήθηκαν οι αξιωματικοί Νικηταράς, Λώρης και Κακλαμάνος με λόχο πεζικού.

 

Πάνος Κορωναίος

Ο Κορωναίος, που ανέλαβε τη γενική διοίκηση της εφεδρείας, οχυρώθηκε στην Πρόνοια, επιβλέποντας την άμυνα γενικότερα. Ο κυβερνητικός στρατός, που στρατοπέδευσε στην Τίρυνθα, επιτέθηκε το πρωί της 9ης Φεβρουαρίου κατά των τριών θέσεων της άμυνας των στασιαστών ταυτόχρονα. Σφοδρή μάχη πραγματοποιήθηκε ανάμεσα στις δυνάμεις του πυροβολικού, η οποία διήρκεσε έως το βράδυ. Οι επαναστάτες παρέμειναν κύριοι των θέσεών τους, αλλά έχασαν στη μάχη δύο αξιωματικούς, τον Παγώνη και τον Δημόπουλο και 27 άνδρες, είχαν δε τριπλάσιους τραυματίες. Από τους κυβερνητικούς σκοτώθηκε ο λοχαγός του πεζικού Κουμουνδουράκης και 31 άνδρες, τραυματίστηκαν τέσσερις αξιωματικοί και 170 στρατιώτες. Το αίμα που χύθηκε ερέθισε τους αντιμαχόμενους και η αδελφοκτόνος πάλη είχε πιο αιματηρές συνέπειες. Καθ’ όλη τη διάρκεια του Φεβρουαρίου γίνονταν πεισματώδεις και αιματηρές συρράξεις στα χωριά Κατσίγκρι, Τολό, Χαϊδάρι, Τζαφέραγα, περιβόλι Ροδίου και Παπαφωνά. Ο Χαν, που προετοίμαζε αποφασιστική επίθεση, για να αποκλείσει τους στασιαστές μέσα στο φρούριο, τους καταπονούσε με συνεχείς αιφνιδιασμούς. Η αποφασιστική επίθεση έγινε την 1η Μαρτίου. Κυβερνητικά στρατεύματα, δύναμη 4.000 ανδρών με πυροβολικό, επιτέθηκαν ταυτόχρονα εναντίον όλων των θέσεων των επαναστατών και μετά από ολοήμερη μάχη να τους εκτοπίσουν από τις οχυρωμένες θέσεις τους, τους ανάγκασαν να κλειστούν εντός των τειχών του Ναυπλίου. Κατά τη μάχη αυτή σκοτώθηκαν και από τις δύο πλευρές πέντε αξιωματικοί και 103 στρατιώτες, μεγάλος δε ήταν ο αριθμός των τραυματισμένων.

Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου. Φώτο από το « Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ . Σκόκου », Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.

Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου. Φώτο από το « Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ . Σκόκου », Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.

Στις πύλες του Ναυπλίου τραυματίστηκε και ο αντισυνταγματάρχης Κορωναίος, ο οποίος συνελήφθη ως αιχμάλωτος από τους κυβερνητικούς, σκοτώθηκαν οι αξιωματικοί Δυοβουνιώτης, Φανδρίδης και Οικονομίδης. Την επόμενη της αιματηρής μάχης, ο Χαν απέκλεισε το Ναύπλιο και έστησε προ των πυλών του πυροβόλα, ενώ απέστειλε προς τον αρχηγό Αρτ. Μίχο επιτακτικό έγγραφο, δηλώνοντας ότι εάν η φρουρά και οι πολίτες δεν παραδοθούν άνευ όρων, θα βομβαρδίσει την πόλη. Οι επαναστάτες, που συνήλθαν σε συμβούλιο, διαφώνησαν. Οι μεν έκριναν περιττό να χυθεί επιπλέον αδελφικό αίμα και πρότειναν την κατάπαυση του αγώνα και την παροχή αμνηστίας, οι δε αδιάλλακτοι επέμειναν στην άμυνα. Οι τελευταίοι ήταν οι Δ. Γρίβας, Γαρδικιώτης, Γρίβας, Μάνος, Κατσικογιάννης, Σμόλεντς, Πραΐδης και Σουλιώτης. Μεταξύ των αδιάλλακτων τάχθηκε και η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, επαναστάτισσα από τις σφοδρότερες, της οποίας το σπίτι αργότερα έγινε το έδρα των αδιάλλακτων επαναστατικών ενεργειών κατά του Όθωνα.

Οι διαλλακτικοί με αρχηγό τον Μίχο απέστειλαν την επόμενη ημέρα την απόφαση περί αμνηστίας του Χαν. Ενώ η κυβέρνηση της Αθήνας αποδέχτηκε την αμνηστία, εξαιρώντας από αυτήν δώδεκα στρατιωτικούς και επτά πολιτικούς. Στο Ναύπλιο επικράτησαν οι αδιάλλακτοι με αρχηγό τον Δ. Γρίβα, οι οποίοι, παρά τη σιωπηλή εκεχειρία, υπό την οποία τελούσαν οι αντίπαλοι, άρχισαν αιφνιδίως σφοδρό κανονιοβολισμό κατά των πολιορκητών. Οι πολιορκητές με πυροβολισμούς κατά της πόλης, προκάλεσαν σύγχυση και ταραχή χωρίς θύματα, πέτυχαν όμως με αυτόν τον τρόπο την επικράτηση των φιλειρηνικών, με συνέπεια να παραδοθεί το Ναύπλιο την 7η Απριλίου, να εισέλθει και να καταλάβει την πόλη ο κυβερνητικός στρατός το πρωί της επόμενης ημέρας.

Σκηνή από τη Ναυπλιακή Επανάσταση, 1862.

Με το διάγγελμα της αμνηστίας, που υπογράφηκε στην Αθήνα την 24η Μαρτίου, εξαιρέθηκαν από αυτή οι εξής αξιωματικοί: Δημ. Τσόκρης, Αρτέμης Μίχος, Λουδοβίκος Στέλβαχ, Δημ. Μπότσαρης, Χαρ. Ζυμπρακάκης, Δημ. Γρίβας, Χρ. Κατσικογιάννης, Διον. Τριτάκης, Χρ. Γρίβας. Θρ. Μάνος, Αλέξ. Πραΐδης, Νικ. Σμόλεντς. Επίσης εξαιρέθηκαν από την αμνηστία και οι εξής πολιτικοί επαναστάτες: Γ. Α. Πετιμεζάς, Π. Μαυρομιχάλης, Κων. Αντωνόπουλος, Γρ. Δημητριάδης, Ιωάν. Παπαζαφειρόπουλος, Σπ. Ζαβιτσάνος, Γ. Φραγκιάς. Με τη συγκατάθεση της κυβέρνησης, όσοι εξαιρέθηκαν της αμνηστίας, επέβησαν σε γαλλικό και αγγλικό ατμόπλοιο και έφυγαν από το Ναύπλιο για την Αίγυπτο, Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη. Ο Όθωνας εκθρονίστηκε τον επόμενο Οκτώβριο (12/10/1862).

Πηγή


  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 5ος, Αθήνα, 1930.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Φυλακές Ναυπλίου

 

Όλα τα κάστρα να χαθούν όλα και να ρημάξουν

Το Παλαμήδι το πικρό θεός να το φυλάξη.

Εκεί ‘ναι οι κατάδικοι όλο βαρυποινίτες.

Μέσα είναι κι ο άνδρας μου στα σίδερα βαλμένος.

Με δυο ζυγίτσες σίδερα στα πόδια και στα χέρια…

Στη φυλακή τον έχουνε στα σκοτεινά μπουντρούμια

 

Της δρος ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΓΕΡΟΥΚΗ  ειδικής επιστήμονος Νομικής Σχολής Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.

 

Όταν ο Μάουρερ επισκέφτηκε τις φυλακές, κατά τη διάρκεια της υπουργίας του, διαπίστωσε τη θλιβερή κατάσταση, που απέδωσε χαρακτηριστικά με τη φράση «οι κρατούμενοι βρίσκονται μέσα σε βρωμερούς υπονόμους, ανάμεσα στα ίδια τους τα περιττώματα» [«Ο Ελληνικός Λαός» (1835), μτφρ. Όλγα Ρομπάκη, 1976, παραγρ. 365].  Οι καλές προθέσεις του I. Γενάτα, υπουργού Δικαιοσύνης του Καποδίστρια, δεν είχαν βοηθήσει ιδιαίτερα στην κατεύθυνση της καλυτέρευσης των συνθηκών κράτησης στις φυλακές- φρούρια του Ναυπλίου. Σε έκθεση του 1830, της «επί του Δικαίου Γραμματείας προς τον Διοικητήν Ναυπλίας», αναφέρεται ότι οι Κώνστας Δήμου, Πέτρος Γεωργίου και Πάνος Σταμάτης, «φυλακισμένοι ενταύθα, εξαιτούνται ενδύματα, διά να σκεπάσωσι την γυμνό­τητα των» (Μεν. Τουρτόγλου, «Αι φυλακαί επί Καποδίστρια», Επετηρίς του Αρχείου της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, τεύχος 5, Αθήνα 1954, σ. 157).

Κατά την καποδιστριακή περίοδο, το πρόβλημα της ιατρικής περίθαλψης των κρατουμένων στις φυλακές του Ναυπλίου αντιμετωπιζόταν με εκκλήσεις στη «φιλανθρωπία» των ιατρών, «εκ των ενόντων», για να μην επιβαρυνθεί το Εθνικό Ταμείο…

 «Προς τον Πρόεδρον της επί του Ορφανοτροφείου Επιτροπής

 Επειδή πολλοί των εν τη φυλακή της πόλεως ταύτης ενδεών, ασθενούντες, έχουσι χρείαν επισκέψεως ιατρού, διά να απαλλαγή το πτωχόν εθνικόν Ταμείον από έξοδα (…) θέλετε προσκα­λέσει τον Ιατρόν του Ορφανοτροφείου κον Δελλαπόρτα, να ενδίδη εις τας προσκλήσεις του Δικαστηρίου, (…) το οποίον η Γραμματεία είναι βεβαία ότι θέλει κάμει ευχαρίστως, γνωρίζουσα την φιλεύσπαγχνον ψυχήν του».

Οι εφημερίδες της μετακαποδιστριακής εποχής περιγράφουν με τα μελανότερα χρώματα την άθλια κατάσταση των φυλακών του Ναυπλίου.

 «Είναι απερίγραπτος η κατάστασις αυτών, η δυσωδία είναι τοσαύτη, ώστε και θηρία, αν έκλειε τις εκεί, έπρεπε να απολεσθώσιν. Άνθρωποι κατάγυμνοι ευρίσκονται δεδεμένοι δι’ αλύσων εις καθύγρους και ζοφώδεις ειρκτάς. Ω φρίκη! Οποία ευθύνη βαρύνει τους κκ. Εισαγγελείς απέναντι της Δικαιοσύνης και της φιλανθρωπίας, απέναντι της ηθικής, απέναντι της ανθρωπότητος…» (εφημ. «Συντηρητική», 22 Ιουνίου 1847).

Η σύγκριση με τα σύγχρονα και πολιτισμένα Σωφρονιστήρια της Ιονίου Πολιτείας γίνεται αμείλικτη. Μετά την Ένωση, ο Κ.Π. Καλλιγάς απαγγέλλει το 1866 ένα δριμύ «Κατηγορώ» σε ομιλία του που δημοσιεύεται στην «Πανδώρα» (τόμος ΙΖ’, φυλλάδιο 396) :

 «Οστις εξ ημών μάλιστα είχεν την ευκαιρίαν να επισκεφθή τα Σωφρονιστήρια Κερκύρας και Κεφαλληνίας, δεν ηδυνήθη Βεβαίως να μη υποκύψη εις την εντύπωσιν, την οποίαν προκαλεί η αντίθεσης συστήματος μεταχειριζομένου τον άνθρωπον ως ον λογικόν, παραβαλλομένου προς τα ημέτερα καταγώγια, εντός των οποίων ο όμοι­ος ημών ρίπτεται ως ον ουτιδανόν και απόβλητον».

 

Η φυλακή των καταδίκων στο Παλαμήδι, ξυλογραφία από αταύτιστο γερμανικό περιοδικό του 19ου αι. ( Αφροδίτη Κουρία, το Ναύπλιο των περιηγητών, σελ. 116)

Η φυλακή των καταδίκων στο Παλαμήδι, ξυλογραφία από αταύτιστο γερμανικό περιοδικό του 19ου αι. ( Αφροδίτη Κουρία, το Ναύπλιο των περιηγητών, σελ. 116)

 

 

 Το φρούριο του Παλαμηδιού χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή για τους βαρυποινίτες μέχρι το 1925. Επισκέπτες (1888) διηγούνται με φρίκη ότι «μετά την δύσιν του ηλίου, η φρουρά εξηνάγκαζε τους φυλακισμένους να εισέλθουν εις τας γύρω της αυ­λής ταύτης βαθείας, υγράς, θολωτάς αποθήκας… όπου ο αήρ ως εκ του βάθους των δεν ανενεούτο ποτέ. Εκεί οι φυλακισμένοι… επλάγιαζον φύρδην-μίγδην επάνω εις τας πλάκας, έχοντες διά προσκέφαλα μεγάλους αργούς λίθους, κλειδωμένοι εκεί μέσα δι’ όλην την νύκτα» (Αλ. Οικο­νόμου, «Τρεις Άνθρωποι», τ. Α, Αθήνα, 1950, σελ. 504).

 Ο Μιχαήλ Μητσάκης το 1887 αρθρογραφεί στην «Εστία», περιγράφοντας με δαντικό τόνο τη ζωή στις φυλακές του Παλαμηδιού.

 «Τι τρώγλαι και τι άβυσσοι και τι έρεβος και τι αγωνία!… Ο αναβαίνων (…) επί της κορυφής του, και εκείθεν εμβλέπων εις τα σπλάγχνα του, κά­τω, εις τας εσκαμμένας υπόγειας φύλακας του Μιλτιάδου [μια από τις δυο φυλακές του Παλαμη­διού], καταλαμβάνεται υπό σκοτοδίνης. Νομίζεις ότι βλέπεις τα έγκατα πελωρίου τέρατος… όπερ κατεβρόχθισεν εκατοντάδας όντων, άτινα ανακι­νούνται ανησύχως εντός των απειρομεγέθων στο­μαχικών θυλάκων του. Είναι λοιπόν δυνατόν να ζώσι – δέκα, είκοσι, τριάκοντα έτη!- άνθρωποι ε­κεί μέσα! Είναι όμοιοι ημών λοιπόν τα φασματώδη αυτά νευρόσπαστα, τα τεθαμμένα πεντήκο­ντα μέτρα υπό την επιφάνειαν (…) Ζώσιν (…) εις τα σκαφέντα κάθυγρα δωμάτια των (…) ο εις επί του άλλου, έχοντες ως στρώμα το έδαφος, το χώμα, ως θέρμασιν των βδελυρών σαρκίων των την επαφήν, ως ορίζοντα τον απέναντι τοίχον… Ζώσιν εις τας οπάς ιων(…) αίτινες θα ηδύναντο να χρησιμεύσουν μόνον ως κατοικίαι ασπαλάκων (…), ζώσιν εις τον Αράπην  [έτσι ονόμαζαν το μπουντρούμι του Παλαμηδιού], το φοβερόν υποχθόνιον σπήλαιον, όπου ουδέποτε εισήλθε φως, όπου κατέρχεσαι δια περιαιρετών κλιμάκων εις τρεις ή τεσσάρας αλλεπάλληλους λάκκους, τον ένα βαθύτερον του άλλου, τον ένα ζοφερώτερον του άλλου, τον ένα απαισιώτερον του άλλου, όπου το φέγγος των λύχνων σβέννυται αυτομάτως εκ της υγρασίας, όπου ασφυκτιάς μετά εν μόλις από της εισόδου σου λεπτόν, οπόθεν εξερχόμε­νος φέρεις τεθαμβωμένους ως να ετυφλώθης αίφ­νης τους οφθαλμούς και θαμβούντα τα ώτα και την κεφαλήν ιλιγγιώσαν…».

Λίγα χρόνια αργότερα, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας ταξιδεύει στην Πελοπόννησο και έρχεται σε επαφή με την οικτρή κατάσταση των φυλακών του Ναυπλίου. Συγκλονισμένος, γράφει τις εντυπώσεις του, οι οποίες δημοσιεύονται το 1892 στην «Εστία» («Αι φυλακαί του Ναυπλίου», Αθήνα, εκδ. Ροές, 1998):

 «Πρώτη μου δουλειά, όταν έφθασα στο Ναύπλιο, ήτο να ιδώ το Παλαμήδη (…) ετράβηξα ίσα ‘ς του Μιλτιάδη. Και τι φοβερές φυλακές! (…) είδα διά πρώτην φοράν τους φυλακισμένους… Άλλοι περιπατούν απάνου κάτου, με μικρά μου­διασμένα βήματα, (…) άλλοι καταμόναχοι με χαμηλωμένο το κεφάλι, συλλογισμένοι (…) άλλοι καθισμένοι εις τα πεζούλια επριόνιζαν ξυλάκια, είτ’ έγλυφον κόκκαλα διά την τέχνην τους (…) άλλος έπλεκε καλτσοδέτες και τρεις (…) μισόγυμνοι εσαπούνιζαν τα ασπρόρουχά τους!(…) όλοι εκείνοι ήσαν διά θάνατον, είτε ισοβίως καταδικασμένοι… Εις μιαν γωνιά της αυλής βλέπω την θύρα μανταλωμένη και τρία κεφάλια που κοίταζαν από το στρογγυλό σιδηροφραγμένο παραθύρι. Λιοντάρια μέσα στο κλουβί δεν θα κύτταζαν έτσι.

Εκεί είναι ο Αράπης. Όποιοι κάνουν άτακτα τους βάνουμ’ εκεί… Έχουν κόμματα κι εδώ μέσα. Είναι παρέες παρέες… Χθες εμαχαίρωσαν ένα…

Εις την άλλην άκρη της γέφυρας είναι η Στε­νή… Σκοτάδι… εικοσιπέντε ανθρώπους, ελεεινούς, πατείς με πατώ σε».

Την επόμενη μέρα ο Καρκαβίτσας αποφασίζει να μπει ο ίδιος μέσα στον «Μιλτιάδη», να μιλήσει «με τον Σπανόν και με τον Ντερβίση και με τους άλλους κακούργους» (περιβόητους ληστές του 19ου αιώνα).

«Ο Μιλτιάδης (…) τους σκάφτει σαν επίβουλο σαράκι, τους λύνει έναν έναν τους αρμούς, τους παίρνει ω φως, τα νειάτα, την υγεία (…) εγύριζαν εκεί μέσα με σκοτωμένο χρώμα όλοι, με κόκκινα ματόφυλλα και άσπρα μάτια, με λερά ρούχα, α­νήμποροι και αθάρρετοι (…) επήγα κ’ εγύρισα όλα τα δωμάτια. Παντού η ίδια θλιβερά εντύπωσις (…) Δέκα βήματα δεν ημπορούν να κάνουν εις τον Αράπη (…) κάτω λίμνη νερού που σταλά­ζει χειμώνα καλοκαίρι μέσ’ από τα πλευρά του βράχου (…) Οι κατάδικοι μου έφεραν καφέ (…) εμαζεύθησαν πολλοί (…) Αρχισαν τα παράπονα τους (…) διά το ψωμί που είναι φαρμάκι μοναχό, διά τον επιστάτην που ούτε τους κοιτάζει (…) μπά­ζει μέσα την φρουρά και τους αρχίζει στο ξύλο…

-ποιος παίζει καλλίτερο μπουζούκι;

-να ειπής ένα της φυλακής.

«Εμένα με δικάσανε στα σίδερα να λυώσω

Δε με δίκασαν ξάμηνο, δε με δίκασαν χρόνο,

Μόν με δίκασαν ‘πιζωής στα έρημα μπου­ντρούμια…»».

Ο συγγραφέας περιγράφει και τη δεύτερη φυλακή που στεγάζεται στο φρούριο του Παλαμηδιού, τον «Άγιο Ανδρέα». Εκεί επισκέπτεται και το πρόχειρο νοσοκομείο των κρατουμένων.

«Είναι κτίριο χαμη­λό, στενό και μακρύ (…) πέντε δυστυχισμένοι κατάδικοι ήσαν εκεί μέσα άρρωστοι (…) εκάθοντο οι άμοιροι εκεί σε δυο ψηλές σανίδες καθέ­νας, διπλωμένοι σαν κουβάρι, μέσα εις άπλυτα και μουχλιασμένα σκεπάσματα (…) Αν έχη η σακκούλα τους, θα πάρουν λίγο κρέας, αν δεν έ­χη, πλακώνουν με λιθάρια την κοιλιά τους, όπως κι οι άλλοι (…) τα γιατρικά τα παίρνουν από το στρατιωτικό νοσοκομείον (…) είναι ένας γιατρός διωρισμένος να τους επισκέπτεται αλλά πότε τον βλέπουν; Καν ποτέ! Μόνον με τριάντα δραχμές τον μήνα ποιος ημπορεί να ανεβοκατεβαίνει το Παλαμήδι και μάλιστα αφού πρόκειται διά φυλακισμένους!..». Στον Άγιο Ανδρέα κρατούνται όσοι έχουν καταδικαστεί σε μικρότερες ποινές. «Από δεκαπέντε χρονών και κάτω δικασμένοι… Είναι κάθε ηλικίας και τάξεως. Βλέπεις είκοσι χρονών παιδί ως εξηνταπέντε χρονών γέροντα. Φορούν κάθε εί­δους φορεσιά και φουστανέλλες και στενά και βράκες (…) φέσια ψηλά του Τούνεζι [Τυνησίας] και φέσια χαμηλά τούρκικα, ημίψηλα ξεθωρια­σμένα και σκούφιες ψαράδικες…».

Εκτός από τον Μιλτιάδη κατ τον Άγιο Ανδρέα στο Παλαμήδη, ο Καρκαβίτσας επισκέφθηκε και τις άλλες φυλακές του Ναυπλίου:

Το Βουλευτικό, που βρισκόταν στην κεντρικό­τερη πλατεία του Ναυπλίου, τον Πλάτανο. Χτίστη­κε επί Τουρκοκρατίας ως λαμπρός «Τεκκές... του τάγματος του Μεβλεβή… καμάρι όλων των τούρ­κων». Μετά την απελευθέρωση, εκεί συνεδρίαζε η Βουλή. Χρησίμευσε ακόμη ως θέατρο, ως δικαστήριο (εκεί καταδικάστηκε ο Κολοκοτρώνης) και τέλος ως φυλακή για υποδίκους.

 «Μέσα σε λιθοστρωμένη, βρωμερή, υγρή, ανήλιαστη αυλή, περικλεισμένη από τα ψηλά κτίρια, εζούσαν κι εκινούντο κι εργάζοντο και ανέπνεαν κι επλύνοντο οι κατάδικοι…… Μέσα στη χάβρα του Βουλευτικού, η τοπικιστική ομαδοποίηση των κρατουμένων επέβαλλε να βρίσκο­νται «οι Λάκωνες χωριστά από τους Ρουμελιώτες, οι Ρουμελιώτες χωριστά από τους Θεσσαλούς (…) πέντε, δώδεκα, δεκαπέντα άτομα εκεί, έτοιμοι να ριχθούν σαν τα σκυλιά και να πετσοκοπούν με την άλλη παρέα».

Το Μπούρτζι, τον τρομερό «θαλασσόπυργο», όπου κρατούνταν οι σκληροί κατάδικοι, οι οποίοι είχαν προβιβαστεί σε δήμιους για τις θανατικές εκτελέσεις που διεκπεραίωναν «εις το Οπλοστάσιο, όπου σταίνουν τη φοβερή μηχανή τους».

 Ο Τελώνης, ο Μπεκιάρης, ο Αλεβιζόπουλος, ο Σοφράς, ο Αμοιραδάκης («κι αν έκαμε με το χέρι του είκοσι εννιά εκτελέσεις ώς τώρα, (…) έχει ασκητική φυσιογνωμία (…) και ημπορούσε να διδάξη σε πολλούς την ημερότη»).  Ο τελευταίος διηγείται «τας θανατικός εκτελέσεις του (…) ποιοι από τους θανατωμένους εφάνησαν παλληκάρια και ποιοι δειλοί…

 -Χαίρεσαι όταν πρόκειται να κάμης εκτέλεση;

-Μπα, περικαλιέμαι να μην τύχη, μα σαν τύχη
τι να κάνω; Εγώ είμαι τ’ όργανο…»       

 Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η ιστορία των Φυλακών », σελ. 40-43, τεύχος 214, 4 Δεκεμβρίου 2003.

 

Read Full Post »

Οπλοστάσιο του Ναυπλίου 1825

 

 

 

Τον Σεπτέμβρη του 1825, ήρθε στην Ελλάδα ο Γάλλος συνταγματάρχης Αρνώ ( Arnault) συνοδευόμενος από ένα επιτελείο συμπατριωτών  του πυροτεχνουργών, απεσταλμένος από το Φιλανθρωπικό Κομιτάτο του Παρισίου. Οργάνωσε άμεσα Οπλοστάσιο, στο Ναύπλιο, στο οποίο ενσωμάτωσε και το παλιό Οπλουργείο που προϋπήρχε,  και το οποίο κατασκεύαζε λόγχες, ελαφρά όπλα και εκρηκτικές ύλες.

 

« Οι παρά του εν Παρισίοις Φιλανθρωπικού Κομιτάτου απεσταλμένοι εις την Ελλάδα μηχανουργοί έφθασαν εις Ναύπλιον προ δύο σχεδόν μηνών˙ και μετ᾽ολίγας ημέρας ήρχισαν χωρίς της παραμικράς δυσκολίας να χύνωσι σφαίρας κανονίων διαφόρου μεγέθους, το οποίον εφαίνετο έως της σήμερον αδύνατον εις την Ελλάδα δια την έλλειψιν μηχανουργών και των αναγκαίων μηχανών˙ ώστε η Ελλάς θέλει έχει εις το εξής εις αυτήν την επικράτειαν της εν των αναγκαίων εις την εαυτής υπεράσπισιν πολεμικών μέσων……… Εντός ολίγου θέλει κατασκευασθή εις την Ελλάδα και νίτρον και πυρίτις κόνις».

 

 (Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος)

 

Ο συνεπής και δραστήριος Αρνώ με την συνδρομή των Γάλλων μηχανουργών άρχισαν τις εργασίες τους με ιδιαίτερο ζήλο και εργατικότητα. Συναρμολόγησαν, επισκεύασαν, βελτίωσαν, φρόντισαν και φύλαξαν κάθε είδους όπλα, κυρίως καριοφίλια. Σχεδίασαν νέους τύπους πιο αποτελεσματικούς και περισσότερο ευθύβολους, προκειμένου να εξοπλιστούν οι άτακτοι πολεμιστές. Κατασκεύασαν πυρομαχικά και βλήματα για τις ανάγκες του πυροβολικού, χυτές σφαίρες διαφόρων διαμετρημάτων και ειδικά ο Αρνώ, συναρμολόγησε ένα όπλο που είχε επινοήσει στην Γαλλία, κατάλληλο για την πολιορκία και την υπεράσπιση των φρουρίων.

 

Μηχανισμός τουφεκίου με την επιγραφή Ναύπλιον 1833 (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Μηχανισμός τουφεκίου με την επιγραφή Ναύπλιον 1833 (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Η κατασκευή του τηλεβόλου τουφεκιού του Αρνώ, ικανοποίησε ιδιαίτερα την Κυβέρνηση, η οποία έδωσε την εντολή: Προσκαλείσαι να παραδώσης εις τον γενναιότατον πλοίαρχον Γεώργιον Σαχίνην, το παρά σοι …τουφέκι της νεωτέρας κατασκευής όπερ εκ Γαλλίας μετακόμισες με όλα του τα αναγκαία δια να το μετεφέρη εις Μεσολόγγιον όπου θέλει χρησιμεύση τους εκεί πολιορκουμένους εναντίον των εχθρών.  Στο Εθνικό ιστορικό Μουσείο, έχουν διασωθεί τουφέκια που στο μηχανισμό τους αναγράφεται ο τόπος και η χρονολογία κατασκευής τους. «ΟΠΛΟΣΤΑΣΙΟΝ ΝΑΥΠΛΙΟΥ» ή « ΝΑΥΠΛΙΟΝ». Την δημιουργική και πολύτιμη για την Ελλάδα αυτή περίοδο, ήρθε να ανακόψει η έντονη διαφωνία του Αρνώ με τον αρχηγό του τακτικού στρατού συνταγματάρχη Φαβιέρο (Fabvier). Τον Ιανουάριο του 1826 ο Αρνώ απεφάσισε να αναχωρήσει από την Ελλάδα. Οι επανειλημμένες  απεγνωσμένες προσπάθειες  που κατέβαλε η ελληνική Κυβέρνηση – μέσω επιτροπής Βουλευτών – να τον μεταπείσει, υπήρξαν ατελέσφορες. Όμως, παρά την αναχώρηση του Αρνώ, οι Γάλλοι εργάτες παρέμειναν στο Ναύπλιο με επικεφαλής τον υπολοχαγό ιππικού Πουρχέρ (Pourcher), ο οποίος πρόσφερε σπουδαίες υπηρεσίες στο Ελληνικό κράτος. Μετά από 2 ½ χρόνια ( Μάϊος 1828) και ο Φαβιέρος υπέβαλε παραίτηση από την Διοίκηση του  τακτικού στρατού. Νέος  Διοικητής  διορίστηκε  ο Βαυαρός συνταγματάρχης Έϊδεκ (Heideck),  ο  οποίος   ανέθεσε   την  ευθύνη   της   Οπλοθήκης  στον   λοχαγό   Σνιτζλάϊν ( Schnizlein).  

Οι δύο αξιωματικοί, εργάστηκαν φιλότιμα και ο μεν Έϊδεκ ασχολήθηκε με την επίπονη εκπαίδευση των στρατιωτών στην πειθαρχία και την ορθή εκτέλεση της υπηρεσίας.

 

«Το τακτικόν σώμα, γράφει ο Έιδεκ στα απομνημονεύματα του,  μετ᾽ ου πολύ ήθελεν ελαττωθή, εκ δε των λιποτακτών άλλοι μεν ήθελον προσκολληθή προθύμως εις τα παλληκάρια, άλλοι δε επιδοθή εις τον ληστρικόν βίον ή προσέλθει παρά τοις χωρικοίς ως εργάται, ή μάλλον εις τα μοναστήρια, και ούτως ήθελον εκμηδενισθή ως προς τους σκοπούς μου. Πραεία αλλά και αυστηρά άμα μεταχείρισις και ακριβής πληρωμή του μισθού και του σιτηρέσιου συνεκράτουν το στρατιωτικόν σώμα μου, όπερ ανήρχετο κατά την αναχώρησιν μου εις 4 τάγματα πεζικού, έχοντα ανά έξ λόχους (το δ᾽ είχε πρότερον 4 τοιούτους) εις 4 ίλας ιππικού, δι᾽ων την οίκησιν διέταξα να κατασκευασθή εκ των ευρυχώρων τοίχων παλαιού χανίου εν Άργει ωραίος στρατών μετά στάβλων….  ενώ ο Σνιτζλάϊν διέταξε την καταγραφή, ταξινόμηση και τακτοποίηση των όπλων, των σφαιρών και των τηλεβόλων. Για την κατάσταση που επικρατούσε γράφει στα απομνημονεύματα του: …Προσέτι έκειντο συνεσωρευμένα όλα ομού και πολλάκις λίαν επικινδύνως χυτή πυρίτις, θείον, μόλυβδος ακατέργαστος, σφαίραι και θήκαι φυσιγγίων, λωρία, πυριτιδοθήκαι, εφίππια και αναβολείς, λόγχαι, συνελόντι δ᾽ειπείν εξ όλων ολίγα, αλλά ουδέν εντελές.

 

Στις 3 Ιουλίου του 1829 ο Έϊδεκ με αναφορά του προς τον Κυβερνήτη της Ελλάδος, υποβάλλει την παραίτηση του και καταθέτει λεπτομερή κατάλογο όσων έπραξε κατά την θητεία του. Μεταξύ άλλων γράφει: Δεν ημπορώ να τελειώσω το άρθρον τούτο, χωρίς να επαινέσω πρεπόντως τον έμφρονα ζήλον και την επιμέλειαν του λοχαγού κυρίου Σνίτσλεϊν, ως και του υπολοχαγού Βουρχέτου ( Pourcher) του αρχηγού των Γάλλων εργατών. Ο καταλυματίας κύριος Όδων έβαλε τάξιν και σαφήνειαν αξιομίμητον εις τα κατάστιχα της οπλοθήκης, εις τας αποθήκας και το οπλοστάσιον, το οποίον μέλλει να μετατεθή εις το Ίτζ- καλέ, διότι οι τόποι της οπλοθήκης είναι υγροί και εκ τούτου η διατήρησις των όπλων επιφέρει πολλήν δαπάνην. 

 

Στην παραίτηση του αυτή τον ακολουθεί και ο Σνιτζλάϊν.

 

Στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων στο Άργος (11 Ιουλίου- 6 Αυγούστου 1829) η Συνέλευση …εμαρτύρησεν ευαρέστησιν και ευγνωμοσύνην προς τον επίσημον τούτον Αξιωματικόν και τους συμπράξαντας μετ᾽ αυτού, τον Λοχαγόν Κύριον Σνιτσλέϊν, τον υπολοχαγόν Βουρχέτον, αρχηγόν των Γάλλων εργατών, και τον Κύριον Όδονα…..

 

Όταν την διοίκηση του στρατού ανέλαβε ο Τρεζέλ ( Trezel), ο υπολοχαγός Pourcher ανέλαβε την διεύθυνση του οπλοστασίου.

 

Με την άφιξη του Όθωνα στην Ελλάδα (25/01/1833) η λειτουργία του οπλοστασίου αναδιοργανώθηκε και θεσμοθετήθηκε η λειτουργία του με Βασιλικό Διάταγμα, στις 9 Ιουλίου 1833. Αμέσως μετά ιδρύεται το πυριτιδοποιείο του Κεφαλαριού, το οποίο λειτούργησε υπό την διοίκηση του οπλοστασίου. Το οπλοστάσιο του Ναυπλίου λειτούργησε με κάποιες διακοπές μέχρι τα πρώτα χρόνια την βασιλείας του Γεωργίου του Α.΄

 

Έτσι εκπληρώθηκε η ευγενής προσδοκία του Αρνώ, να δημιουργηθεί «βιοτεχνία» κατασκευής  πυρίτιδος εις κόνιν. 

 

 

 

Ο οπλισμός των Ελλήνων κατά την επανάσταση του 1821

 

 

Η σύνδεση των Ελλήνων με τα όπλα έχει βαθιές ρίζες, όπως έχει επισημανθεί. Από τους προεπαναστατικούς χρόνους, αρχές του 19ου αιώνα, τα όπλα της ηπειρωτικής Ελλάδας προέρχονταν κυρίως από την Ανατολή. Αντίθετα οι νησιώτες προμηθεύονταν όπλα, τρομπάνια και πιστόλες από την αγορά της Ευρώπης και συγκεκριμένα από τη Μασσαλία, Ιταλία, Αγγλία και Ισπανία.


                       
Εκτός από το καριοφίλι οι κλέφτες και αρματολοί έφεραν επιπρόσθετο οπλισμό 1 ή 2 πιστόλες και επιπλέον μαχαίρα, γιαταγάνι (χαντζάρα) και πάλα (σπάθα). Οι πιστόλες ήταν κοντόκανα, με λεπτή κάνη όπλα με μηχανισμό πυρόλιθου και ανάλογα με την προέλευσή τους, διακρίνονται σε ευρωπαϊκές, ανατολίτικες ή αρβανίτικες. Φοριόντουσαν  στη ζώνη, το γνωστό «σελάχι» του πολεμιστή σε ειδικά διαμορφωμένες θήκες. Το γιαταγάνι ήταν ελαφρά κυρτή σπάθα με λαβή χούφτας απλή. Η πάλα ήταν πολύ κυρτή σπάθα με σταυροειδή λαβή, το κυρίως επιθετικό όπλο στις μάχες σώμα με σώμα (γιουρούσια) και φοριόταν από τους αγωνιστές στη μέση τους ή στην ωμοπλάτη περασμένη με κορδόνια.  Πολλές φορές τα γιαταγάνια και οι πάλες καθώς και οι θήκες τους ήταν περίτεχνα διακοσμημένες με ασήμι ή χρυσό. Τα όπλα συμπλήρωναν οι παλάσκες, θήκες που είχαν τα πυρομαχικά (βόλια) καθώς και διάφορα άλλα εξαρτήματα.

Καριοφίλι

Καριοφίλι

Την προεπαναστατική περίοδο υπάρχει ποικιλία οπλισμού. Το κυρίαρχο όπλο όμως που δεσπόζει στον ελλαδικό χώρο και κράτησε στα χέρια του ο Έλληνας μέχρι την απελευθέρωσή του ήταν το «καριοφίλι». Η ονομασία του προέρχεται κατά μία εκδοχή από το φυτό καρυόφυλλον που σκαλιζόταν στη μια πλευρά της κάνης ενώ μια δεύτερη από το οπλοποιείο της Βενετίας Carlo e figli (Καρόλου και υιών) όπου κατασκευάζονταν πολλά καριοφίλια και ίσως αυτή να είναι η πιο πιθανή. Το καριοφίλι ήταν όπλο εμπροσθογεμές, με λεπτή κάνη και λειτουργούσε με μηχανισμό πυρόλιθου (τσακμακόπετρα). Το μήκος του ήταν μεταξύ 1,20 και 1,70 με ιδιόμορφο κοντάκι. Η μακριά κάνη επέτρεπε αρκετό βεληνεκές, αλλά για ευστοχία το όπλο έπρεπε να στηρίζεται. Το καριοφίλι ήταν βαρύ και δύσχρηστο όπλο, ο δε μηχανισμός του πυρόλιθου πολλές φορές δεν πυροδοτούσε εξαιτίας κυρίως των καιρικών συνθηκών. Τα παλαιότερα καριοφίλια τοποθετούνται χρονικά περίπου το 1750 και οι μηχανισμοί πυροδότησης τους ήταν Ιταλικής προέλευσης.  

 
Τα παραπάνω όπλα, που έμοιαζαν μεταξύ τους αλλά δεν είχαν ενιαίο τύπο, χρησιμοποιήθηκαν από τα τακτικά σώματα, μέχρις όταν άρχισε η σταδιακή αντικατάστασή τους κατά τη διάρκεια του αγώνα από ευρωπαϊκά τουφέκια. Πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο στην προεπαναστατική περίοδο όσο και κατά την επανάσταση, είχαν αναπτυχθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα βιοτεχνίες και εργαστήρια παραγωγής όπλων με εισαγωγές μηχανισμών από την Ιταλία αλλά και άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Προμηθευτής των όπλων της επανάστασης με πυρομαχικά ήταν κυρίως οι μπαρουτόμυλοι των Αφών Σπηλιοτόπουλου στη Δημητσάνα, που ήταν ουσιαστικά η έδρα της πρώτης ελληνικής πολεμικής βιομηχανίας.


Ανακεφαλαιώνοντας, ο οπλισμός των ατάκτων, ημιατάκτων αλλά και των τακτικών στρατευμάτων σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης, αποτελούνταν αρχικά από καριοφίλια και πιστόλες που προέρχονταν από Τούρκους και Βαλκάνιους οπλουργούς και βιοτέχνες, ενώ κάποιοι αγωνιστές έφεραν και ευρωπαϊκά όπλα. Σταδιακά όμως το σκηνικό αυτό άλλαξε όταν άρχισαν να φθάνουν φορτία ευρωπαϊκών όπλων από τα φιλελληνικά κομιτάτα (επιτροπές) που είχαν ιδρυθεί στις χώρες της Ευρώπης και εργάζονταν για την ενίσχυση της επανάστασης, καθώς και από τα λάφυρα που κυρίευαν οι επαναστατημένοι Έλληνες από τον τουρκικό στρατό, ο οποίος είχε τα ίδια όπλα που έχουμε ήδη αναφέρει.

 
Τέλος, ο πρώτος τακτικός στρατός της επανάστασης χρησιμοποίησε το τουφέκι με λόγχη τύπου CHARLEVILLE, γαλλικής προέλευσης, μοντέλο 1777, εμπροσθογεμές, με μηχανισμό πυρόλιθου και διαμέτρημα 17,53 χιλιοστά.

 


Αναλυτική περιγραφή και σημασία όπλων

 

 

 Οι αγωνιστές εκείνων των χρόνων θεωρούσαν αναπόσπαστο μέρος της ενδυμασίας τους «τα άρματά τους», όπως έλεγαν τα όπλα τους. Ήταν η τιμή τους και η αντρειοσύνη τους, τα κοσμήματά τους και η περηφάνια τους. Όταν μάλιστα ήταν λάφυρα που αποκτήθηκαν στη μάχη από το χέρι του νεκρού εχθρού, τότε ο ιδιοκτήτης τους είχε επιφανέστερη θέση.  Τα όπλα τους τα θεωρούσαν ιερά όπως και τις άγιες εικόνες. Τα είχαν σαν παιδιά τους και ήταν τόσο μεγάλη η αγάπη τους που τα βάπτιζαν όπως και τα παιδιά τους. Ο Καραϊσκάκης το καριοφίλι του το έλεγε «Βασιλική», ο Θανάσης Διάκος «Παπαδιά», ο Δημήτρης Μακρής «Λιάρο», ο Γρίβας «Μαυρίκιο», ο Οδυσσέας Ανδρούτσος «Ματζάρι».

 
Τα καριοφίλια της επανάστασης είχαν επίσης διάφορα ονόματα που προέρχονταν από την τεχνοτροπία ή τον τόπο κατασκευής τους. Μερικά από αυτά ήταν: «Λαζαρίνα», «Μιλιώνη», «Τρικών», «Αρμούτι», «Γκιζαήρ», «Νταλιάνι» (από το Ιταλιάνοι), «Σισανές», «Σαρμάς», «Χαρέ Σαρμάς», «Μουτσονίγος», «Βενετσιάνος», «Ψαλιδιάς», «Σαντέ», «Ντάνσικα», «Φιλύντρα» (ήταν το όπλο που είχε επισκευαστεί) κ.λ.π. Στα τραγούδια τους έχουν διασωθεί τα παραπάνω είδη των τουφεκιών τους: «Νταλιάνι μου στον πόλεμο και αρμούτι στο σημάδι και καριοφίλι στη φωνή σαν άξιο παλικάρι».


Στο Σελάχι τους (ζώνη), σε θήκες είχαν τις πιστόλες, συνήθως με κεντήματα και ασήμια, τόσο στο «λαμνί» (κάνη) όσο και στα «παφίλια» (συνδετικοί κρίκοι) αλλά και στη λαβή. Στην έξω θήκη του σελαχιού είχαν το «χαρμπί» που χρησιμοποιούσαν για τον καθαρισμό και το γέμισμα της πιστόλας. Το χαρμπί, όταν έβγαινε από τη θήκη του, γινόταν φοβερό στιλέτο (δίσκελο ή μονόσκελο).

 

Επίσης, σε ξεχωριστή θέση στο σελάχι ήταν περασμένο το γιαταγάνι τους μέσα στη θήκη του, συνήθως και αυτό ασημοκεντημένο. Το λεπίδι του κατασκευάζονταν από γερό ατσάλι και φέρονταν σε περίτεχνη θήκη. Στο αριστερό μέρος της μέσης τους από μεταξωτό ζωστάρι ή με κορδόνια από την αριστερή ωμοπλάτη κρεμόταν η γυριστή πάλα (σπάθα), της οποίας η λαβή έμοιαζε με κεφάλι δράκοντα φτιαγμένη από ξεχωριστό κόκαλο. Η θήκη της επίσης στολισμένη με παραστάσεις και κεντήματα ήταν από ασήμι ή επίχρυση ή από μπρούντζο. Η λεπίδα της από ατσάλι ελαφρύ ήταν ο τρόμος στη μάχη.


Για τα σπαθιά των αγωνιστών αξίζει να γίνει μία μεγαλύτερη περιγραφή εφ’ όσον, αν θεωρούσαν τα άρματά τους ιερά, τα σπαθιά τους ήταν τα άγια των αγίων. Ήταν το όπλο της παλικαριάς που καταξίωνε τον αντρειωμένο στη μάχη σώμα με σώμα. Το καριοφίλι και η πιστόλα κρατούσαν τον εχθρό σε απόσταση. Τη νίκη όμως την έδινε το σπαθί και γι’ αυτό ήταν το τιμημένο όπλο της αρματωσιάς του. Οι πολεμιστές έδιναν τον όρκο τους τον ιερό πάνω στα σπαθιά τους. Ο πιο βαρύς όρκος στους Σουλιώτες ήταν «Να με κόψει το σπαθί του Μπότσαρη ή του Τζαβέλα».

 

Με το καριοφίλι «βαρούσαν» και οι γυναίκες και τα παιδιά, αν τύχαινε, το σπαθί όμως ήθελε χέρι αντρίκειο, δυνατό και ατρόμητο. Να τι λέει το ποίημα των Κολοκοτρωναίων:

 

Καβάλα παν στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε

φλουριά ρίχνουν στην Παναγιά, φλουριά ρίχνουν στους αγίους

και στον αφέντη το Χριστό τις ασημένιες πάλες.

Χριστέ μας, βλόγα τα σπαθιά, βλόγα μας και τα χέρια.

 

 

 

Πάλα

Πάλα

Η πάλα ήταν κυρίαρχο επιθετικό όπλο στις συμπλοκές και γι’ αυτό στις εικόνες των αγωνιστών που έχουμε είναι πάντα σηκωμένη, έτοιμη για κτύπημα φοβερό. Το σχήμα της (πολύ κυρτή), της έδινε τη δυνατότητα να κάνει βαθιές τομές στο ανθρώπινο σώμα, να αποκόπτει χέρια και κεφάλια με ένα μόνο κτύπημα. Στα «γιουρούσια τους» οι αγωνιστές άφηναν στα «ταμπούρια τους» τα άλλα όπλα τους και ορμούσαν στους Τούρκους με γυμνές τις πάλες. Οι περιγραφές για τα «γιουρούσια» είναι συγκλονιστικές και το θέαμα των άγριων επιτιθέμενων ανδρών κλόνιζε και τον πιο αντρειωμένο εχθρό. Ξακουστή τέτοια έφοδος ήταν η έξοδος του Μεσολογγίου, το «Μεγάλο γιουρούσι» όπως το είπαν, που συγκλόνισε όλη την οικουμένη, αφού, παρότι είχαν προδοθεί οι πολιορκημένοι Έλληνες και οι Τούρκοι τους περίμεναν πανέτοιμοι, κατάφεραν να ανοίξουν δρόμο με τα σπαθιά τους και να περάσουν, «θερίζοντάς τους» όπως οι αγρότες τα χωράφια τους, που μπαίνουν με το δρεπάνι από τη μία άκρη και βγαίνουν στην άλλη. Ξακουστοί επίσης έμειναν για την επιδεξιότητά τους στο σπαθί οι οπλαρχηγοί Νικηταράς, ο επονομαζόμενος Τουρκοφάγος ο οποίος στα Δερβενάκια άλλαξε τρεις πάλες που έσπαζαν από τα αδιάκοπα κτυπήματα μέχρι που «ξύλιασε» το χέρι του πάνω στη λαβή και δεν μπορούσε να το ανοίξει και ο Γκούρας που έπαθε το ίδιο στη μάχη στα βασιλικά.

 

 


Το γιαταγάνι ήταν και αυτό ξακουστό σπαθί αλλά κυρίως αμυντικό όπλο στα γιουρούσια, που έβγαινε από το σελάχι, όταν η πάλα έσπαζε ή έπεφτε κάτω. Τέλος από τους πολεμιστές όποιος σκότωνε τον εχθρό δικαιωματικά έπαιρνε λάφυρο το σπαθί του. Οι καπετάνιοι, όταν παρέδιδαν την αρχηγία στο πρωτοπαλίκαρο του «νταϊφά» τους, του έδιναν και το σπαθί τους. Έτσι πολλά σπαθιά έφτασαν από τα χέρια παλιών ξακουστών καπεταναίων στα χέρια των νεότερων που τα τιμούσαν ως κειμήλια ιερά στον αγώνα του «21».
Τη σημασία που πρέπει να έχουν για τους νεότερους Έλληνες οι εξαρτήσεις και τα όπλα των αγωνιστών της επανάστασης του 1821, μας τη δίνει ο παρακάτω στίχος του εθνικού μας ποιητή Κ. Παλαμά:

 

Δεν είναι για χαροκοπιές και για τα πανηγύρια

οι φουστανέλες, τα άρματα, η φέρμελη η χρυσή.

Τα άγιασε το αίμα κι η φωτιά, φέρτε λιβανιστήρια

τάχτε τα στα κονίσματα κι ανάφτε τους κερί.

 

 

 

Το Χαρμπί

 

Χρησιμοποιείται για το γέμισμα του όπλου, αλλά και ως λίμα για το τρόχισμα των σπαθιών.

 

 

Η Πιστόλα ή Μπιστόλα (ρόκα)

 

Πιστόλα

Πιστόλα

Κοντόκανο όπλο που χρησιμοποιήθηκε κατά την Επανάσταση από τους αγωνιστές του 1821. Ήταν μονόκανες και δίκανες. Τις δίκανες τις έλεγαν διμούτσουνες.

Σε αντίθεση με τους στεριανούς οι Έλληνες Ναυτικοί δεν κρατούσαν τα καριοφίλια αλλά τα λεγόμενα Τρομπόνια. Βραχύκαννα δηλαδή όπλα τα οποία έβαλλαν ταυτόχρονα πολλά μικρά σφαιρίδια μαζί.

Τρομπόνι – τρομπόνια 

Τρομπόνι

Τρομπόνι

Όπλο με πλατιά κάνη με μηχανισμό πυριτόλιθου, διακοσμημένο με σταυροειδή ασημένια καρφάκια 1750-1800.

 

 

 

 

Καρυοφύλλι ή καριοφίλι  

 

Παλιό εμπροσθογεμές τουφέκι με μακριά κάνη, που είχε για την πυροδότησή του πυριτόλιθο. Το καριοφίλι διαθέτει μεγάλο κοντάκι με κοίλο περίγραμμα στην πάνω και πλαϊνή πλευρά και ελαφρά κυρτό στην κάτω. Η κάνη είναι επιμήκης, σχεδόν κυλινδρική, σιδερένια με στόχαστρο. Κάτω από την κάνη αναπτύσσεται ο ξύλινος ξυστός, που στο εσωτερικό του δέχεται το σιδερένιο οβελό γεμίσματος του όπλου. Σχεδόν όλο το ξύλινο κοντάκι καθώς και ο ξυστός καλύπτονται με ελάσματα μπρούντζου που φέρουν εγχάρακτη διακόσμηση με σχέδια φυτών και ενώνονται με μικρά καρφιά. Πλατύ έλασμα περιβάλλει τη σκανδάλη, ενώ σώζεται καλά το σύστημα πυροδότησης του μπαρουτιού. Στη χειρολαβή υπάρχει κρίκος, προφανώς για το λουρί του όπλου.Την ονομασία του, την οφείλει στο Βενετικό εργοστάσιο κατασκευής όπλων, «CΑRLΟ E. FIGLI» (Κάρλο και υιοί) το οποίο και κατασκεύασε το πρώτο καριοφίλι. Το καριοφίλι ήταν το κλασσικό όπλο της ελληνικής επανάστασης του 1821. Με αυτό δοξάστηκε η κλεφτουριά. Έγινε ο αχώριστος σύντροφος κάθε κλέφτη, κάθε αρματολού.

Από τον ήχο του, αντηχούσαν οι απόκρημνες ελληνικές βουνοκορφές. Η δημοτική μούσα ύμνησε το καριοφίλι όσο κανένα άλλο όπλο, το οποίο μεταχειρίστηκαν οι Έλληνες στους τίμιους αγώνες τους. Γνωστοί οι στίχοι που φανερώνουν την επιθυμία αλλά και τη δύναμη του λαϊκού αγωνιστή: «Θα πάρω το τουφέκι μου, τ’ άγιο το καριοφίλι».

 

 

Παλάσκες 

Οι αγωνιστές του 1821 φορούσαν γύρω από την μέση τους τις Παλάσκες στις   οποίες τοποθετούσαν τα πολεμοφόδια τους . Μία μικρή μεταλλική ορθογώνια θήκη για τις τσακμακόπετρες των πυροβόλων όπλων τους και το «μεδουλάρι».

 

 

Σελάχι

Σελάχι

Σελάχι

Το σελάχι ήταν ανδρική ζώνη – θήκη που φοριόταν με φουστανέλα. Χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τους οπλαρχηγούς της Επανάστασης και αργότερα από ορισμένους αστούς στην Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα και Ήπειρο.

 

 

Μεδουλάρι  

Το Μεδουλάρι είναι μεταλλική θήκη όπου φυλαγόταν το μεδούλι (λίπος) για την λίπανση των όπλων. Κρεμόταν από τη μέση, στερεωμένο στο σελάχι ή το ζωνάρι, συνήθως στην αριστερή πλευρά.

 

Σπάθη – Σπάθα 

Ένα απαραίτητο συμπλήρωμα του οπλισμού των αγωνιστών του 1821 ήταν η κυρτή ανατολικού τύπου ΣΠΑΘΗ , την οποία αναρτούσαν με μεταξωτά κυλινδρικά κορδόνια από τον ώμο τους ή σπανιότερα την αναρτούσαν με δύο λεπτά λουριά σε μία επίσης λεπτή δερμάτινη ζώνη την οποία φορούσαν στην μέση τους. Επίσης : Οι σπάθες αποτελούσαν μέρος του οπλισμού των στρατιωτών μέχρι και τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Εντυπωσιάζει το σπαθί από την εποχή της Τουρκοκρατίας, με επιμήκη λάμα, κυρτή στη ράχη της ενώ στην κόψη είναι κοίλη και προς την αιχμή γίνεται κυρτή. Η λαβή αποτελείται από δυο τμήματα ξύλου που στο κάτω άκρο τους αποκτούν πλατιά, κυρτή επιφάνεια, εσωτερικά και εξωτερικά επίπεδη. Το κενό ανάμεσά τους καλύπτει ταινιωτό έλασμα από ατσάλι που φέρει εγχάρακτη διακόσμηση από κυματιστές γραμμές. Το έλασμα αυτό συνεχίζεται και πάνω από την ξύλινη λαβή, καλύπτοντας ένα τμήμα πριν αρχίσει η λάμα. Στη βάση της λάμας, και στις δυο όψεις, υπάρχει διακοσμητικό εγχάρακτο έλασμα, σχεδόν τριγωνικό, του οποίου η μια πλευρά σχηματίζει καμπύλες πάνω στην ξύλινη λαβή.

Γιαταγάνι (Yatagan)

 

Γιαταγάνι

Γιαταγάνι

Είναι ένα είδος μεγάλης μαχαίρας, χωρίς φυλακτήρα στη λαβή, τουρκικής προέλευσης.  Η λεπίδα του γιαταγανιού σχηματίζει κοίλη καμπύλη στο μέσο και κυρτή στην αιχμή. Πλατιά και καμπυλωτή προς το μέρος της αιχμής. Η Μάχαιρα ή σπάθη χρησιμοποιήθηκε κυρίως από τους Άραβες και τους Τούρκους. Η χρήση του γενικεύτηκε κατά τη διάρκεια της Επανάστασης και αποτέλεσε απαραίτητο εξάρτημα του οπλισμού των Ελλήνων αγωνιστών. Ήταν διαδεδομένο γενικά στα Βαλκάνια, την Μ. Ασία, την Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.

 

 

 

 

 

Πηγή

  •  Γιάννης Ρούσκας, Αρχ/ρχος Πολεμικού Ναυτικού ε.α. Ιστορικός- Ερευνητής, « ΤΟ ΟΠΛΟΣΤΑΣΙΟ ΤΟΥ ΝΑΥΠΛΙΟΥ». Περιοδικό: Αρχαιολογία & Τέχνες 66.

 

Read Full Post »

Αναφορογράφοι του Ναυπλίου

 

 

Στην μόλις απελευθερωμένη Ελλάδα, όταν ακόμη ήταν πρωτεύουσα το Ναύπλιο, πολύς απλός κόσμος έπρεπε για διάφορους λόγους να προσφύγει στην Κυβέρνηση. Είτε για να υποβάλει κάποια αναφορά είτε για να απαιτήσει την επίλυση κάποιου προβλήματος.

 

Αδήριτη λοιπόν προέκυψε η ανάγκη της αναζήτησης κάποιων μορφωμένων ανθρώπων που θα ανελάμβαναν την σύνταξη αυτών των εγγράφων. Έτσι, δημιουργήθηκαν οι αναφορογράφοι, κάτι σαν τους αιτησιογράφους που μέχρι πριν λίγα χρόνια συναντούσαμε καθισμένους στα μικρά φορητά γραφειάκια τους, στις εισόδους των διαφόρων Δημοσίων υπηρεσιών.

 

Στην πλατεία του Ναυπλίου λοιπόν, « κατασκηνούντες παρά την σκιεράν πλάτανον » άκουγαν με ύφος σπουδαίο και τρανό τους ενδιαφερόμενους και έγραφαν στηρίζοντας το χαρτί στο δεξιό τους γόνατο.

 

Θα πρέπει να πούμε ότι ενίοτε, οι αναφορογράφοι έπαιζαν και το ρόλο του συμβολαιογράφου ή και του δικηγόρου, όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν.

 

«Πάντων όμως εξείχεν ο εκ Καισαρείας Αναστάσιος Μαυροκέφαλος». Αυτός ξεχώριζε γιατί διέθετε ευχέρεια στην σύνταξη των κειμένων, είχε ανεπτυγμένη αντίληψη και κατανοούσε εύκολα τα αιτήματα των πολιτών, αλλά κυρίως χρησιμοποιούσε φράσεις ή λέξεις παρμένες από την αρχαία ελληνική ή ακόμη και δημιουργούσε από μόνος του νέες σύνθετες φράσεις, που εξυπηρετούσαν το κείμενο του.  

 

Αργότερα, όταν η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στην Αθήνα, οι Αθηναίοι που γνώριζαν καλά  τον Μαυροκέφαλο, τον  συναντούσαν  να  περιφέρεται  στους δρόμους και τις πλατείες της πόλης « ως ζών μνημείον της απλοϊκότητος, της πενίας και της σπαργώσης ενεργείας της εποχής εκείνης ».

 

 

Στον Ν. Δραγούμη διαβάζουμε:

 

 

« Καθωράιζε δε τα πέριξ της πλατείας (του Ναυπλίου) και έτερόν τι πνευματικώτερον, η παρουσία λέγω αναφορογράφων, οίτινες κατασκηνούντες παρά την σκιεράν πλάτανον  ηκροώντο ηγεμονικώς τους προσερχομένους και έγραφον, στηρίζοντες τον χάρτην επί του δεξιού γόνατος, αναφοράς και άλλα έγγραφα. Σημειωτέον δε ότι οι τότε αναφορογράφοι επείχον και συμβολαιογράφων και δικηγόρων τόπον.

Πάντων όμως εξείχεν ο εκ Καισαρίας Αναστάσιος Μαυροκέφαλος, αυτός ο και σήμερον περιφερόμενος εις Αθήνας, ως ζών μνημείον της απλοικότητος, της πενίας και της σπαργώσης ενεργείας της εποχής εκείνης, και εξείχε διά τα πρεσβεία του επαγγέλματος, την ανώτεραν αξίαν, την περί το αντιλαμβάνεσθαι και συντάττειν ευχέρειαν, και την χρήσιν λέξεων ή φράσεων αρχαιοτύπων ή περιέργως συνυφασμένων τις ηγνόει τότε το όνομα του και σήμερον αναξιοπαθούντος Α. Μαυροκεφάλου». Ιστορικαί αναμνήσεις, 1879 τόμος Α΄ σελ. 108.

 

 

Πηγές

 

  • Σωτηρίας Ι. Αλιμπέρτη, « Μαντώ Μαυρογένους», Αθήναι, Τύποις Στεφ. Ν. Ταρουσόπουλου, 1931.
  • Ν. Δραγούμη, « Ιστορικαί αναμνήσεις», 1879, τόμος Α΄σελ. 108.

 

 

Read Full Post »

Φιλανθρωπική Εταιρεία Ναυπλίου 1824

 

 

Το ευρύτερο και γενναιότερο επίτευγμα στα χρόνια της Επανάστασης είναι η ίδρυση και λειτουργία της Φιλανθρωπικής Εταιρείας Ναυπλίου. Τόσο από την άποψη του αριθμού των μελών και την ποιότητά τους όσο και από την πατριωτικοπολιτική και κοινωνική δραστηριότητα και προσφορά της. Τα περιστατικά και οι ζυμώσεις γύρω από την ίδρυσή της δεν είναι γνωστά. Πάντως συνδέονται με την επικράτηση της Κυβερνητικής μερίδας υπό τον Γ. Κουντουριώτη.

 

Η σφραγίδα της Φιλανθρωπικής Εταιρείας

Η σφραγίδα της Φιλανθρωπικής Εταιρείας

Η Φιλανθρωπική Εταιρεία και η σύγχρονή της Φιλόμουσος των Αθηνών δεν έχουν σχέση με συνωμοσίες και επαναστατικές ενέργειες. Στοχεύουν σε καθαρά κοινωνικές, μορφωτικές και φιλανθρωπικές δραστηριότητες. Τα πιο πολλά μέλη της έχουν σπουδάσει στην Ευρώπη και διαθέτουν φιλελεύθερες αρχές. Είναι φιλοδυτικοί και ορισμένοι εξ αυτών ανήκουν στην Τεκτονική Στοά του Ναυπλίου.

Ο «Διοργανισμός» της αναφέρει ότι «εγράφη εν Ναυπλίω την α΄Αυγ. 1824, έτος σωτήριον και Δ΄της ανεξαρτησίας της Ελλάδος». Στις βασικές διατάξεις του Καταστατικού της αναφέρεται ότι δεκτός ως μέλος μπορεί να γίνει οποιοσδήποτε, οιουδήποτε Γένους και Έθνους.

 

Τα μέλη της Εταιρείας είναι τριών τάξεων.

Πρώτης τάξεως είναι όσοι συνεισφέρουν χρηματικά και συμμετέχουν ενεργά στην λειτουργία της.

Δεύτερης τάξεως, όσοι χρηματικά μόνον συνεισφέρουν.

Τρίτης δε, όσοι δεν μπορούν να συνεισφέρουν χρηματικά αλλά συμμετέχουν ενεργά.

 

Σκοπός και στόχος της Εταιρείας είναι η περίθαλψη των πτωχών, ασθενών, χηρών, και ορφανών και η εκπαίδευση των ορφανών και απόρων. Έδρα της Εταιρείας ορίζεται  η έδρα της Διοικήσεως. Η Εταιρεία διοικείται από επταμελή Επιτροπή ( Διοικητικό Συμβούλιο). Δικαίωμα συμμετοχής σε αυτήν έχουν μόνο τα μέλη της πρώτης τάξεως. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής αναδεικνύεται μετά από κλήρωση και η θητεία του διαρκεί ένα μήνα. Στην Επιτροπή προβλέπονται θέσεις Γραμματέα, Ταμία και Αποθηκαρίων που συνεπικουρούνται από βοηθούς Γραμματείς. Η οριστική σχηματοποίηση της Εταιρείας γίνεται με την β΄προκαταρκτική συνεδρίαση των ιδρυτικών μελών στις 6 Αυγούστου.

 

Ο κανονισμός της δημοσιεύεται στην « Εφημερίδα Αθηνών» στις 15, 18 Οκτωβρίου 1824. Εκεί αναφέρεται ότι η Διοικούσα επιτροπή εκλέγεται από τα μέλη της πρώτης και δεύτερης τάξεως και η θητεία της είναι διετής. Το σχήμα της σφραγίδας είναι ωοειδές και φέρει στο μέσον τον Απόλλωνα με την λίρα του. Περιμετρικά γράφει τον τίτλο της εταιρείας και κάτω τα στοιχεία ΑΩΚΔ.

 

Είναι αλήθεια ότι η Φιλανθρωπική Εταιρεία ιδρύθηκε με τις ευλογίες της Κυβέρνησης για ενδυνάμωση του γοήτρου της στο λαό και την ενίσχυση της εξωτερικής της πολιτικής. Ο Υδραίος Πρόεδρος της Κυβέρνησης Γεώργιος Κουντουριώτης και ο αδελφός του Λάζαρος, είναι από τους πρώτους που έσπευσαν να εγγραφούν μέλη της, πρώτης τάξεως. Όλες οι εφημερίδες, διάκεινται φιλικά προς αυτή και πρόθυμα δημοσιεύουν κάθε τι που αφορά στην δράση, στις ανακοινώσεις, στα πρακτικά των Συνελεύσεων, στους ερανικούς καταλόγους κ.λ.π. της Εταιρείας.

 

Στις 7 Αυγούστου συγκροτείται γενική συνέλευση στον ναό της Αγίας Σοφίας στον Ψαρομαχαλά. Εκεί ψηφίζεται η επταμελής επιτροπή στην οποία αναθέτουν την διαχείριση της εταιρείας επί διετία. Είναι τόση η απήχηση της εταιρείας και η αποδοχή της, ώστε δημιουργούνται κι άλλες υποεπιτροπές στην Αθήνα, στο Μεσολόγγι, στην Ύδρα  κ.α.

 

Στο ταμείο της εταιρείας από εισφορές συγκεντρώνονται πολλά χρήματα. Στις 9 Μαρτίου 1825 στο ταμείο υπάρχουν 12.981 γρόσια. Από αυτά, 2000 γρόσια προέρχονται από την Φιλελληνική Εταιρεία του Λονδίνου, τα οποία κατατέθηκαν από τον Ε. Βλάκιερ.

 

Το 1826 ο Αδαμάντιος Κοραής προσφέρει μέσω του Θεόκλητου Φαρμακίδη, 100 βιβλία από τα Πολιτικά του Πλουτάρχου και άλλα 100 από τους διαλόγους. Επίσης από ομογενή και φιλογενή  ανώνυμο,  300  βιβλία  από  τον « Λυκούργον  κατά  Λεωκράτους » και 300  από το « εγχειρίδιον του Επικτήτου». Βέβαια, τα πιο πολλά χρήματα έρχονται από τις φιλανθρωπικές εταιρείες της Ευρώπης, καθώς οι Φιλέλληνες  από τις 24 Οκτωβρίου μέχρι τις 8 Δεκεμβρίου 1827, στέλνουν 67.976, 87 φρ. Αλλά και ο Ιωάννης Καποδίστριας, προσφέρει 700 γρόσια στον ταμία Κ. Δελιγιάννη προκειμένου να αγοράσει γραφική ύλη για το Αλληλοδιδακτικό σχολείο της εταιρείας.

Η εταιρεία με τα χρήματα αυτά, διατηρεί Νοσοκομείο στο Ναύπλιο για τους πρόσφυγες και τους φτωχούς μέχρι το Φεβρουάριο του 1826, οπότε την συντήρηση του Νοσοκομείου ανέλαβε το Δημόσιο. Η εταιρεία αμέσως ιδρύει το «Αλληλοδιδακτικής Σχολείον» με δάσκαλο τον Γεώργιο Κωνσταντίνου.

 

Η πιο μεγάλη όμως υπηρεσία που προσφέρει η εταιρεία στον Αγώνα, είναι η ιστορική συγκέντρωση στον πλάτανο του Ναυπλίου, όπου διακρίθηκε για τον πατριωτισμό του ο Γ. Γεννάδιος. Τότε επέρχεται η συμφιλίωση, η συναδέλφωση και ο ενθουσιασμός, έπειτα από τόσα δεινά, τον εμφύλιο σπαραγμό, τον Ιμπραήμ, την πτώση του Μεσολογγίου. Οι φωτισμένοι άνδρες της Φιλανθρωπικής Εταιρείας πρωτοστατούν. Ο Ν. Γερακάρης, Δ. Ορφανός, Αντ. Τσούνης, Π. Μαρκέζης, Κ. Πολυχρόνης, Φ. Ηλιάδης και Γ. Γεννάδιος, απαρτίζουν την Δημοτική Επιτροπή αυτοπροαίρετης εισφοράς που θαυματούργησε.

 

Τον Ιούνιο του 1828, ο Ιωάννης Καποδίστριας εκδίδει απαγορευτική εγκύκλιο κατά της λειτουργίας εταιρειών. Η απαγόρευση συμπαρασύρει και την Φιλανθρωπική Εταιρεία Ναυπλίου.

  

 

 

Πηγή

 

  • Σταύρος Χ. Σκοπετέας, Φιλόλογος, Διευθυντής της Βιβλιοθήκης της Βουλής, «Μυστικές εταιρείες κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1958,  Αθήνα 1957.

 

Read Full Post »

Τεκτονική Στοά Ναυπλίου  ( Μυστικές Εταιρείες )

 

Λίγοι ίσως γνωρίζουν ότι η πρώτη Τεκτονική Στοά στην ελεύθερη Ελλάδα, λειτούργησε στο Ναύπλιο. Μέχρι την δημοσίευση των σχετικών στοιχείων από την Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά το 1958,  θεωρείτο ότι η πρώτη Στοά με το χαρακτηριστικό όνομα  «Πανελλήνιον» λειτούργησε στην Αθήνα  το έτος 1863.

 

 

Από επιστολή του Ιωάννη Βαπτιστή Θεοτόκη κατοίκου Ναυπλίου, προς τον κόμη Διονύσιο Ρώμα* στην Ζάκυνθο, χρονολογημένη από 22 Μαΐου 1825, προκύπτει ότι  από τότε ξεκίνησαν οι διεργασίες για την ίδρυση Στοάς.

 

Στην επιστολή του γράφει:

 

 

Η σφραγίδα της Τεκτονικής Στοάς Ναυπλίου

Η σφραγίδα της Τεκτονικής Στοάς Ναυπλίου

Δια του αρχιμανδρίτου Ζένσου σας παρεκάλεσα να μοι αποστείλητε πάν ότι αναγκαιοί δια να φωτισθώμεν, δηλαδή όπως ιδρύσωμεν μίαν στοάν Μασονικήν ( LoggiaM.) το μόνον μέσον ίνα ενθουσιάσωμεν και προσελκύσωμεν πατριώτας τινάς επί τω σωτηρίω σκοπώ να υπερασπίζουσι τα δίκαια της ημετέρας πατρίδος κτλ. Πάν άλλο σύστημα θα ήτο επικίνδυνον και θα εδημιούργει μεταξύ ημών διαφωνίας, τόσον περί της διατάξεως του ιδρύματος, όσον και περί του αποδεκτέου κανονισμού˙ ενώ το σύστημα του Μ. από αιώνων καθιερωμένον, δεν απαιτεί πολλήν εργασίαν, όταν δε τεθή εις ενέργειαν δυνάμεθα να τω δώσωμεν άλλην μορφήν˙ αλλ᾽ εις ημάς τους ενταύθα έλαχεν ο κλήρος να είμεθα πάντη ακατάλληλοι όπως αναλάβωμέν τοιαύτα, ήτοι διδαχάς, κατηχήσας κτλ.

 

Καθιστώ υμίν γνωστό, ότι ο φίλος κ. Γερακάρης θα επανέλθη εις Πελοπόννησον. Καλόν θα ήτο λοιπόν αν δι᾽ αυτού μοί αποστέλλοντο εν τάξει πάντα τα αναγκαιούντα, όπως, ανοίξωμεν την Μασονική Στοάν, την οποίαν πλείστοι Αδελφοί τοσούτον ποθούσι».

 

Η επιστολή βρήκε απόλυτη ανταπόκριση. Με τον Γ. Γερακάρη εστάλησαν στο Ναύπλιο από την Ζάκυνθο όλα όσα χρειαζόντουσαν. Τυπικά, συμβολικά εργαλεία και άλλα χρειώδη. Τότε στην Ζάκυνθο βρισκόταν σε μεγάλη ακμή ο Μασονισμός, κάτω από την ηγεσία του κόμη Δ. Ρώμα.

 

Βέβαια, περισσότερες πληροφορίες για την δράση της Τεκτονικής Στοάς στο Ναύπλιο δεν έχουμε. Πάντως, γεγονός είναι ότι το 1826 λειτουργούσε κανονικά η Στοά.

 

Αυτό προκύπτει από ένα έγγραφο εισδοχής νέου μέλους στην Μασονική Στοά του Ναυπλίου, το οποίο γραμμένο στα Λατινικά, βεβαιώνει την εγγραφή του και προτρέπει όλες τις άλλες Στοές να αναγνωρίσουν την ιδιότητά του, να συνεργάζονται μαζί του και να του παρέχουν όποια βοήθεια ζητηθεί από αυτόν.  

 

 

Υποσημείωση

 

* Ο Διονύσιος Ρώμας, γιος του προξένου της Βενετίας στην Πελοπόννησο, Γεωργίου Κανδιάνου Ρώμα (1725-1796) και της Διαμαντίνας Καπνίση, γεννήθηκε το 1771. Σπούδασε νομικά στην Πάδοβα και όταν τελείωσε τις σπουδές του επέστρεψε στη Ζάκυνθο. Το 1794 ο Ρώμας διαδέχθηκε τον πατέρα του στη θέση του γενικού προξένου της Βενετίας στο Μοριά και στη Ρούμελη. Με αυτή την ιδιότητά του συνδέθηκε και καλλιέργησε σχέσεις με τους σημαντικότερους προκρίτους (Μαυρομιχάληδες, Ζαΐμηδες, Λόντους, Δεληγιάννηδες, Νοταράδες, Κρεββατάδες) και οπλαρχηγούς του τόπου. Από τους οπλαρχηγούς ξεχώρισε  τον Θ. Κολοκοτρώνη με τον οποίο συνδέθηκε με στενή φιλία.

 

 Το 1803  εκλέχθηκε μέλος της συντακτικής επιτροπής για τη ψήφιση του Επτανησιακού Συντάγματος και το 1806 διορίστηκε στη θέση του Πρύτανη Κερκύρας, από όπου διαχειρίστηκε με απαράμιλλη ευθύτητα τις εγχώριες υποθέσεις. Το 1809 εξελέγη γερουσιαστής και το 1810 ταξίδεψε ως αντιπρόσωπος των Ιονίων Νήσων, μαζί με τους Ε. Θεοτόκη, Μ. Μεταξά, Σπ. Κονδό και Στάμο Χαλικιόπουλο, στο Παρίσι  για να συγχαρεί τον Ναπολέοντα Α΄ για τη γέννηση του γιου του, βασιλιά της Ρώμης. Στη Γαλλία παρασημοφορήθηκε με το παράσημο της Λεγεώνος της Τιμής. Την άνοιξη του 1815 ο Ρώμας ως Μέγας Διδάσκαλος του τεκτονισμού ίδρυσε στη Ζάκυνθο Στοά με το όνομα “Αναγεννηθείς Φοίνιξ”. Το 1816 ήρθε σε σύγκρουση με τον άγγλο Ύπατο Αρμοστή Θ. Μαίτλαντ για την επιβολή απολυταρχικού καθεστώτος και έφυγε από την Κέρκυρα για τη Ζάκυνθο, όπου παρέμεινε και αφιερώθηκε  ολόψυχα σε πατριωτικά και πνευματικά έργα.

Διονύσιος Ρώμας

Διονύσιος Ρώμας

 


Τον Απρίλιο του 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Αριστείδη Παπά. Το 1820 αγγλικό στρατιωτικό άγημα απέκλεισε το αρχοντικό του Ρώμα με σκοπό  την ανακάλυψη μυστικών πατριωτικών εγγράφων, ενώ ο Ρώμας δικαιολογήθηκε στον τοποτηρητή Ross,  τέκτονα χαμηλότερου βαθμού, ότι επρόκειτο για τεκτονικά έγγραφα και έτσι σταμάτησε κάθε ενέργεια. Παρ’ όλα αυτά για να αποφύγει την καταδίωξη των Άγγλων και τη φυλάκιση, ο Δ. Ρώμας  κατέφυγε στη Βενετία, όπου παρέμεινε για τέσσερα χρόνια. Επιστρέφοντας στη Ζάκυνθο ίδρυσε αμέσως την Επιτροπή Ζακύνθου με σκοπό την οικονομική και πολεμική ενίσχυση του Αγώνα. Το 1833 μετέβη στο Ναύπλιο για να υποδεχθεί τον Όθωνα, αλλά εκεί κατηγορήθηκε ότι συμμετείχε σε συνομωσία εναντίον του μαζί με τον Θ. Κολοκοτρώνη και τον Δ. Πλαπούτα , οι οποίοι και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Όταν αναθεωρήθηκε η δίκη (από τους Γ.Τερτσέτη, Γ.Πολυζωΐδη) και αποκαλύφθηκε η σκευωρία και η ανυπόστατη κατηγορία, οι τρεις άνδρες αθωώθηκαν πανηγυρικά. Ο Όθωνας τίμησε τον Ρώμα με το ανώτερο παράσημο του Ταξιάρχη του Σωτήρος και τον ονόμασε Σύμβουλο της Επικρατείας.
 

Ο Διονύσιος Ρώμας ήταν παντρεμένος με την Αδριάνα Σταυράκη Λοκατέλλι και είχε δύο γιούς: τον Γεώργιο Κανδιάνο (1796-1860) και τον Γεώργιο Δημήτριο (1805-1874). Πέθανε στη Ζάκυνθο, σε ηλικία 86 ετών, στις 26 Ιουλίου 1857. 

 

 

Πηγή                                                                  

 

  • Σταύρος Χ. Σκοπετέας, Φιλόλογος, Διευθυντής της Βιβλιοθήκης της Βουλής, «Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1958» σελ. 294 – 295, Αθήνα 1957.                                                      
  •  Τα βιογραφικά στοιχεία που αναφέρονται δανείστηκαν από τον ιστότοπο της Οικογένειας Ρώμα.

 

Τεκτονισμός (Συμβολή στην επανάσταση του΄21)

Read Full Post »

Δήμιοι του Ναυπλίου

 

Όταν για πρώτη φορά ήρθε  στο Ναύπλιο η λαιμητόμος από την Μασσαλία, όπου κατασκευάστηκε, την συνόδευε κι ένας δήμιος*. Ίσως γιατί έπρεπε να μάθει τον τρόπο λειτουργίας της σε Έλληνες που θα ανελάμβαναν αυτή την άχαρη και δύσκολη αποστολή. Έφυγε όμως γρήγορα από την πόλη μη αντέχοντας το μίσος με το οποίο τον αντιμετώπιζαν οι Ναυπλιώτες. Το θλιβερό καθήκον του εκτελεστή ανέλαβαν ντόπιοι. Οι Δήμιοι, κατά κανόνα ήταν βαρυποινίτες καταδικασμένοι σε θάνατο που τα Δικαστήρια είχαν μετατρέψει την ποινή σε ισόβια κάθειρξη. Αυτοί, ως κατάδικοι αλλά και επειδή ο κόσμος του Ναυπλίου δεν τους ήθελε ανάμεσά του, είχαν ως κατοικία τους το Μπούρτζι. Εκεί έγκλειστοι, έβγαιναν με την συνοδεία χωροφυλάκων μόνον όταν επρόκειτο να καρατομηθεί κάποιος κατάδικος. Η λαιμητόμος ή carmagnole ή guillotine στηνόταν κάθε φορά που χρειαζόταν, στο περίφημο αλωνάκι του Παλαμηδιού, κοντά στην εκκλησία του Αγίου Ανδρέα, όπου και οι μελλοθάνατοι παρακολουθούσαν για τελευταία φορά την θεία λειτουργία.

 

cebdceb1cf85cf80cebbceafcebf-cebccf80cebfcf8dcf81cf84ceb6ceb9Γνωστοί δήμιοι στο Μπούρτζι ήταν ο Ποριώτης Σοφράς, ο Κρητικός Αμοιραδάκης και ο Αργίτης Μπεκιάρης. Η αμοιβή τους ήταν 300 δραχμές το μήνα και 100 δραχμές για κάθε καρατόμηση. Τα λεφτά των δημίων θεωρούνταν ματωμένα, γι̉ αυτό και η μάννα του Μπεκιάρη, μολονότι πάμπτωχη ξενοδούλευε για να ζήσει και ποτέ δεν δέχτηκε βοήθεια από τον γιό της. Τα περισσότερα χρήματα διέθεταν οι δήμιοι για το φαγητό τους και τις μικροανάγκες τους, γιατί έπρεπε ότι χρειαζόντουσαν να τους το προμηθεύσει ο βαρκάρης της φρουράς, ο οποίος ήταν έμπιστος και μόνον αυτός είχε το δικαίωμα να μεταφέρει τα χρειώδη, χρεώνοντας τα κάθε φορά κατά την βούλησή του. Με γκιλοτίνα εκτελέστηκε και ο δολοφόνος του Πρωθυπουργού Θεόδωρου Δηλιγιάννη, ο Κώστας Γερακάρης, το 1906.

 

Οι τελευταίοι δήμιοι στο Ναύπλιο, ήταν ο Ιωάννης Ζήσης από την Εύβοια και ο Κυριάκος Σωτηρόπουλος από την Μαντινεία.  Τέλος, ο Αθανάσιος Αλεβιζόπουλος από την Μεσσηνία ήταν ίσως ο μοναδικός δήμιος που ήταν λιγότερο μισητός από τους Ναυπλιώτες και μάλιστα τον ανάγκασαν να βγάλει την φουστανέλα του και να ντυθεί φράγκικα.

 

Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, σε ένα αφήγημα του, το 1892 περιγράφει το Μπούρτζι σαν τη «χιλιόκαλλη σπηλιά», που έκρυβε τους τρεις δράκους,  τους τρεις δήμιους. Τον Σοφρά, τον Αμοιραδάκη και τον Μπεκιάρη. Ο Καρκαβίτσας υπηρέτησε ως στρατιωτικός γιατρός στο Ναύπλιο, και είχε την δυνατότητα να επικοινωνήσει με τους δήμιους, τους οποίους είχε επισκεφτεί στον χώρο τους.

 

Υποσημείωση

 

* Δήμιος(ο) ουσ.[ < αρχ. επίθ. δήμιος (ενν. δούλος) ( = δημόσιος υπάλληλος για εκτελέσεις καταδίκων)] ο εκτελεστής θανατικής ποινής.( Ελληνικό Λεξικό Τεγόπουλος – Φυτράκης).

 

Πηγή

 

  • Σταμάτης Σταματίου (Σταμ–Σταμ), « Δημίων Ιστορίες », Ελλέβορος, 1992.

Read Full Post »

Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου (1809-1899)


 

Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου. Φώτο από το « Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ . Σκόκου », Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.

Έδρα της επανάστασης του 1862 ήταν το Ναύπλιο και η ψυχή της μια κυρία. Το παράξενο είναι ότι μ’ αυτήν χόρεψε ο βασιλιάς, όταν έφτασε στην Ελλάδα, τις πρώτες καντρίλλιες του. Η κυρία τούτη, άλλοτε δεσποινίδα Καλλιόπη Καλομογδάρτη, έγινε αργότερα μια από τις αξιολογότερες γυναικείες φυσιογνωμίες της νεότερης Ελλάδας.

Γεννήθηκε στην Πάτρα και ήταν κόρη του προκρίτου Ανδρέα Καλαμογδάρτη. Κατά την έναρξη της επανάστασης κατέφυγε στη Ζάκυνθο με τη μητέρα της και στη συνέχεια στην Αγκόνα της Ιταλίας. Εκεί σπούδασε και έμαθε ιταλικά, γαλλικά και αγγλικά. Το 1824 η οικογένεια της μετακόμισε στο Ναύπλιο, όπου παντρεύτηκε τον Σπύρο Παπαλεξόπουλο, δήμαρχο Ναυπλίου και γερουσιαστή. Σύντομα η Καλλιόπη ξεχώρισε για το πνεύμα της ενώ το σπίτι της είχε μετατραπεί σε φιλολογικό σαλόνι. Προσέφερε μεγάλο μέρος της περιουσίας της στους φτωχούς και στους πρόσφυγες. Τάχθηκε φανερά εναντίον του Όθωνα και έλαβε μέρος σε όλες αντι-Οθωνικές αντιδράσεις. Μετά τον θάνατο του συζύγου της, το 1850, αποσύρθηκε από την ενεργό δράση για ένα μεγάλο διάστημα. Πρωτοστάτησε στην αποτυχημένη εξέγερση του Ναυπλίου, την 1η Φεβρουαρίου του 1862, γι’ αυτό και καταδιώχθηκε από το παλάτι.

Η κυρία Παπαλεξοπούλου ήταν μια χαριτολόγος ετοιμόλογη γυναίκα. Για να εμποδίσει ένα επεισοδιακό στρατιωτικό πραξικόπημα στο Ναύπλιο, αυτό που προηγήθηκε από την τελευταία επανάσταση ενάντια στο βασιλιά Όθωνα, η κυβέρνηση της Αθήνας έστειλε στην ανήσυχη πόλη και αντιμέτωπο στη δημοκρατική φρουρά της ένα εκστρατευτικό σώμα με Γερμανό διοικητή. Ο στρατηγός Hahn, ο διοικητής, πληροφορημένος ότι οι νεότεροι αξιωματικοί της φρουράς είχαν το στέκι τους στο σπίτι της κυρά Καλλιόπης και ότι συγκεντρώνονταν εκεί με δική της έμπνευση και οδηγία, της έστειλε από το γειτονικό Άργος, όπου είχε περάσει σχεδόν χωρίς αντίσταση, ένα είδος τελεσίγραφου, ζητώντας της να φύγει από την πόλη, γατί τα βασιλικά στρατεύματα θα έμπαιναν στο Ναύπλιο και υπήρχε η πιθανότητα αιματηρών συγκρούσεων. Εξαιτίας της δράσης της, έλεγε ο στρατηγός, δεν θα ήταν η κυρία σε ασφάλεια. Η απάντηση ήταν πάνω – κάτω η ακόλουθη: «Θα μείνω όπου βρίσκομαι. Τα μόνα ζωντανά πλάσματα που φοβάμαι είναι οι ποντικοί, γι’ αυτό τους αφάνισα όλους μέσα στο σπίτι μου».

Λένε ότι ο Hahn, μπαίνοντας στην πόλη με τα στρατεύματά του, συνέλαβε όλους τους συνωμότες, αλλά έστειλε στην Κυρά τον υπασπιστή του για να υποβάλλει τα σεβάσματά του σε μιαν αρχόντισσα πολύ ευγενική, αλλά πολιτικά  παραστρατημένη.

Ύστερα από την εκθρόνιση του Βασιλιά, που έγινε έπειτα στην Αθήνα, ήρθε στην πρωτεύουσα. Οι κάτοικοι την υποδέχτηκαν θριαμβευτικά γεμάτοι ενθουσιασμό. Παρευρέθηκε στην Εθνική Συνέλευση,  όρθιοι οι βουλευτές την χειροκροτούσαν για αρκετή ώρα. Η κυρά – Καλλιόπη ήταν η ίδια η ενσάρκωση του ακατάβλητου δημοκρατικού πνεύματος του ελληνικού λαού.

Την τίμησαν για την δράση της και της απένειμαν τιμητική σύνταξη 500 δρχ. Ύστερα από την επίσκεψη στην πρωτεύουσα και την θριαμβευτική υποδοχή της γύρισε στο Ναύπλιο και δεν βγήκε ποτέ πια από το σπίτι της, στην πλατεία Συντάγματος.

Απεβίωσε στις 8 Φεβρουαρίου του 1899. Ήταν σχεδόν εκατό χρόνων, αλλά το πρόσωπό της έμενε ακόμα αρυτίδωτο.  Εξυμνήθηκε από γνωστούς ποιητές της εποχής όπως από τον Ηλία Καλαμογδάρτη, πρώτο ξάδελφό της, και τον Παναγιώτη Σούτσο.

 

Πηγές


  • Μ. Γ. Λαμπρυνίδης « Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου »,  Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ. Σκόκου,  Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.
  • Δημήτρης Κακλαμάνος, « Ένα πανόραμα της Ελλάδας στο Ναύπλιον », μτφ. Σ. Καρούζου,  Έκδοση, Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα, 1979.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

 

ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ (1828-1831)

Στοχεύοντας στην πνευματική αναγέννηση του απελευθερωμένου από τον τουρκικό ζυγό ελληνικού κράτους ο πρώτος κυβερνήτης του κατέβαλλε προσπάθειες για την εξασφάλιση αρχικά της στοιχειώδους εκπαίδευσης.

Το 1829 ιδρύει το Ορφανοτροφείο της Αίγινας για τα ορφανά του πολέμου, όπου λειτουργούσαν εκτός από τα αλληλοδιδακτικά σχολεία (σχολεία στα οποία οι μαθητές των ανώτερων τάξεων δίδασκαν τα παιδιά που φοιτούσαν στις κατώτερες ) τρεις κλάσεις ελληνικών μαθημάτων και πολλά “χειροτεχνεία”,πρακτικά εργαστήρια διαφόρων τεχνών για όσους μαθητές δεν είχαν ικανότητες προόδου στα μαθήματα.

Η στοιχειώδης εκπαίδευση ήταν υποχρεωτική.

Στο Ορφανοτροφείο εντάχθηκε και το Πρότυπο σχολείο, όπου εκπαιδεύονταν δάσκαλοι για τα αλληλοδιδακτικά.

Επιπλέον ιδρύθηκε το Κεντρικό σχολείο “ δια τους έχοντας έφεσιν να αναδεχθώσιν το διδασκαλικόν επάγγελμα” και για όσους νέους θα ήθελαν να ακολουθήσουν ανώτερες σπουδές.

Σχολεία λειτούργησαν και στη Σύρο, στο Ναύπλιο, την Αθήνα και την ΄Ύδρα.

Επίσης λειτούργησε το Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο Ναυπλίου, η Εκκλησιαστική Σχολή του Πόρου, η Αγροτική Σχολή της Τίρυνθας και η Εμπορική Σχολή Σύρου.

 

 

Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού).

Συνέδριο Διδασκάλων. Ναύπλιο 1924. ( Αρχείο: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού).

 

 

Ο Καποδίστριας σε συνεργασία με την Επιτροπή για θέματα παιδείας φρόντισαν κατά το δυνατόν για τον υλικοτεχνικό εξοπλισμό των σχολών και την έκδοση διαταγμάτων για τη σωστή οργάνωση και λειτουργία τους.

Ο κυβερνήτης είχε διατυπώσει την ανάγκη ιδρύσεως Πανεπιστημίου. ΄Όμως οι οικονομικές δυσκολίες και η έλλειψη διδακτικού προσωπικού, καθώς και ο πρόωρος θάνατός του δεν του επέτρεψαν να υλοποιήσει τους οραματισμούς του.

ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΟΘΩΝΑ

Πολλοί χαρακτηρίζουν το εκπαιδευτικό σύστημα που εισήχθηκε στην Ελλάδα κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας ως μίμηση του αντίστοιχου συστήματος που λειτουργούσε εκείνη την εποχή στη Γερμανία. Γι αυτό το λόγο οι δυσκολίες προσαρμογής του στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος ήταν αναμενόμενες.

Πρώτη βαθμίδα εκπαίδευσης ήταν το Επτατάξιο Δημοτικό ή του λαού σχολείο.

Ακολουθούσε το Τριτάξιο Ελληνικό σχολείο, στο οποίο μπορούσαν να εισαχθούν με εξετάσεις ακόμα και παιδιά που είχαν ολοκληρώσει τη φοίτησή τους μέχρι την τέταρτη τάξη του Δημοτικού.

Κατόπιν οι απόφοιτοι του Ελληνικού είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν το Τετρατάξιο Γυμνάσιο και τέλος το Πανεπιστήμιο, που λειτούργησε για πρώτη φορά το 1838, με τη φιλοσοφική, τη θεολογική, τη νομική και την ιατρική σχολή.

Βέβαια εκτός από την κρατική πρωτοβουλία, ουσιαστικά συνέβαλαν στη μόρφωση των ελληνοπαίδων οι κοινότητες, πολλοί ιδιώτες και ΄Έλληνες των παροικιών, με την ηθική, υλική και οικονομική ενίσχυσή τους.

 

Πρασινιώ Ψώρα Καθηγήτρια Φιλόλογος.

 

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

« Newer Posts