Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Βρέτος Αλέκος


  

Αλέκος Κ. Βρέτος

Ο Αλέκος Κ. Βρέτος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1976. Το 1978, με την οικογένειά του, μετακόμισε στο Άργος όπου και μεγάλωσε. Με την παρότρυνση του πατέρα του, ο οποίος ήταν μουσικόφιλος, άρχισε μαθήματα πιάνου σε ηλικία τριών χρόνων. Η πρώτη του δασκάλα ήταν η κα Ελένη Αποστολάκη. Στα δεκαέξι του χρόνια ο Αλέκος Κ. Βρέτος αποφάσισε να ασχοληθεί με τη μουσική πιο επισταμένα.  Δάσκαλὀς του ο Γιάννης Ιορδάνογλου.

 Το 1993, ο Αλέκος Κ. Βρέτος έρχεται στην Αθήνα όπου συνεχίζει τις σπουδές του στο ωδείο Atheneum με τον Παναγιώτη Αδάμ (κλασικά θεωρητικά) και άλλους εξαίρετους καθηγητές. Την ίδια ακριβώς περίοδο – επειδή ήταν φίλος της Jazz – κάνει την εγγραφή του στο ωδείο Φίλιππος Νάκας όπου και μελετάει με τους Μάρκο Αλεξίου (αυτοσχεδιασμό), Τάκη Πατερέλη (τζαζ σύνθεση και ενορχήστρωση), Παντελή Μπενετάτο (τζαζ πιάνο), Σπύρο Παναγιωτόπουλο (ensemble), και Κώστα Μπαλταζάνη (αυτοσχεδιασμό και τζαζ αρμονία). Το 1995, το Berklee College of Music, σε συνεργασία με το ωδείο Φίλιππος Νάκας, διεξήγαγε το σεμινάριο «Berklee School in Greece».

Ο Αλέκος Βρέτος κέρδισε το Βραβείο «Outstanding Musicianship» και οι πόρτες του Berklee College of Music ήταν ανοιχτές. Λίγο αργότερα κερδίζει την υποτροφία του ωδείου Φίλιππος Νάκας για το 1995.  Τον Σεπτέμβριο του ’96 εγγράφεται στις τάξεις του Berklee College of Music στη Βοστόνη της Μασαχουσέτης, Η.Π.Α. με κατεύθυνση την τζαζ σύνθεση. Οι καθηγητές που τον βοήθησαν να αναπτύξει μια πιο βαθιά κατανόηση για την μουσική ήταν οι: VuKullenovic (σύνθεση), Ray Santisi (Jazz πιάνο), Dick Lowell (Jazz σύνθεση), David Callahan (Διεύθυνση ορχήστρας), και Dennis Grillo (Ενορχήστρωση). Κατά την παραμονή του στην Αμερική έπαιξε με πολλά συγκροτήματα τζαζ, μικρά και μεγάλα, σαν πιανίστας. Αποφοίτησε το1999,ένα χρόνο νωρίτερα από το αναμενόμενο.

Ένα χρόνο νωρίτερα ήρθε σε επαφή με το αραβικό λαούτο (ούτι) και το ερωτεύτηκε. Το ούτι δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με τη τζαζ, αλλά είχε σχέση με τον αυτοσχεδιασμό, την Ελλάδα και τη Μεσόγειο. Τότε γνώρισε τον Μεγάλο Δάσκαλο Simon Shaheen που του έδωσε τις βάσεις για την Αραβική μουσική και το ούτι. Ο Αλέκος Κ. Βρέτος θεωρεί το Δάσκαλο Shaheen, μέντορά του και μουσικό του ευεργέτη. Συναντιούνται κάθε χρόνο στο Arabic Music Retreat του Δασκάλου Shaheen, το οποίο ο Αλέκος Κ. Βρέτος έχει παρακολουθεί από το 1998 μέχρι σήμερα. Τα τελευταία δύο χρόνια συμμετέχει σαν εκπαιδευτής του σχολείου. Βεβαίως, δάσκαλοι που υπήρξαν και άλλοι μεγάλοι μουσικοί του Αραβικού κόσμου όπως οι: Marcel Khalife, Bassam Saba, Dr Ali Jihad Racy, Dr George Sawa, William Shaheen και Charbel Rouhana. Έχει συμμετάσχει σε πολλά συνέδρια και σχολεία Αραβικής μουσικής και το 2004 κέρδισε το Χρυσό Μετάλλιο για το Ούτι και τον Αυτοσχεδιασμό σε διαγωνισμό στις Η.Π.Α.

Σαν επαγγελματίας έχει συμμετάσχει σε διάφορα γκρουπ στην Ελλάδα και το εξωτερικό αποσπώντας πολύ καλές κριτικές για τις συνθέσεις του και την δεξιοτεχνία του. Έχει συνεργαστεί κατά καιρούς με καλλιτέχνες όπως οι: Γιώργος Δεσποτίδης, Νίκος Ανδρουλάκης, Παναγιώτης Μυλωνάς, Κώστας Θωμαϊδης, Γιώργος Μπουφίδης κ.α. Επίσης, έχει εμφανιστεί στην εκπομπή της ΕΤ1 «Μουσική Παράδοση» σαν μουσικός (ούτι) από το 2002-2004. Έχει εργαστεί στα Μουσικά Σύνολα της ΕΡΤ για περισσότερο από δύο χρόνια σαν ενορχηστρωτής και σολίστ στο ούτι. Ο Αλέκος Κ. Βρέτος ήταν ο ιδρυτής και καλλιτεχνικός διευθυντής του Meliti Ensemble μέχρι το 2005. Η πρώτη τους δισκογραφική δουλειά έτυχε θερμής υποδοχής από το κοινό και τα Μ.Μ.Ε. Από το 2005 κάνει σόλο καριέρα. Μια από τις μεγαλύτερες συνεργασίες του είναι με τον μεγάλο συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη ως υπεύθυνος των εκδόσεων Ρωμανός που διαχειρίζεται εξ’ ολοκλήρου το έργο του συνθέτη.

Το 2005 συνεργάστηκε με τον Δ. Μαραγκόπουλο και με τον ΟΜΜΑ για την παραγωγή «Αφιέρωμα στο Ούτι» όπου φιλοξένησε τον Hussein el-Masry και τον δάσκαλό του Simon Shaheen. Η συναυλία σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Εργάσθηκε, επίσης, στην Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, όπου ήταν υπεύθυνος για την ψηφιοποίηση του αρχείου του Μίκη Θεοδωράκη. Το 1998 είχε ασχοληθεί με την έρευνα για την καταλογογράφηση του ίδιου αρχείου.

Μερικές από τις διακρίσεις και δραστηριότητες του είναι:

  • Καλλιτεχνικός διευθυντής για τις μουσικές δραστηριότητες του 11ου και 16ου σεμιναρίου μικροχειρουργικής το 1995 και 2000.
  • Διεύθυνση προσωπικού και υποδιεύθυνση της βιβλιοθήκης του Berklee College of Music 1997-1999 .
  • Καταλογογράφηση των αρχείων του Berklee College of Music 1997-1999.
  • Βραβείο για εθελοντική εργασία στην πόλη της Βοστόνης ( διδασκαλία πιάνου σε παιδιά με οικονομική δυσχέρεια) 1997.
  • Βραβείο πολιτιστικής προσφοράς 2004 για την κυκλοφορία του έργου «YUNAN», Οργανισμός πολιτισμού και αθλητισμού Ν. Α. Αργολίδας 2004.
  • Βοηθός ομιλητή στο συνέδριο της MLA (Music Library Association) 1998.

Εργάζεται στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στην οργάνωση παραγωγής των συναυλιών για λογαριασμό του παραπάνω οργανισμού.

Ιδιαίτερο Παρθεναγωγείο Άργους (1828-1832)


 

Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)

 Ιδιαίτερο Παρθεναγωγείο Άργους

 

Γενικά

Η εκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησης του Καποδίστρια ιεράρχησε την ίδρυση αλληλοδιδακτικών σχολείων σε σύγκριση με τα ελληνικά. Επειδή οι αντικειμενικές συνθήκες δεν επέτρεπαν στο κράτος την ίδρυση ξεχωριστών σχολείων για την εκπαίδευση των κοριτσιών, επιτρεπόταν η συνεκπαίδευση των δύο φύλων. Κατά την καποδιστριακή περίοδο σημαντικός αριθμός κοριτσιών φοίτησε στα σχολεία, τα δε ποσοστά συμμετοχής των μαθητριών στα σχολεία αυτά παρατηρούνται αρκετά αυξημένα στα νησιά του Αιγαίου σε σύγκριση με την Ηπειρωτική Ελλάδα. Παράλληλα λειτούργησαν και ξεχωριστά σχολεία θηλέων, τα οποία ανταποκρίνονταν στις ανάγκες και ιδιαιτερότητες της γυναικείας εκπαίδευσης.

Τα σχολεία αυτά, που ιδρύθηκαν στην Ερμούπολη, Τήνο, Αθήνα, Άργος, Ναύπλιο και Αίγινα, στηρίχθηκαν στην ιδιωτική πρωτοβουλία, εκτός από το τελευταίο που ίδρυσε η δούκισσα της Πλακεντίας και που ήταν το πρώτο δημόσιο αλληλοδιδακτικό θηλέων. Η ίδρυση των παρθεναγωγείων αυτών στις ηπειρωτικές πόλεις ήταν αποτέλεσμα των καινούριων νοοτροπιών που επικράτησαν μετά την εκεί προσέλευση προσφύγων από τις περιοχές του ελληνισμού που παρέμειναν υπό τον Τουρκικό ζυγό αλλά και Ελλήνων από τις παροικίες του εξωτερικού.

 

[…] και άνδρες και γυναίκες επίσης

πρέπει να παιδεύωνται την παιδείαν

ταύτην χωρίς πρόφασιν καμμίαν […]

                          Αδαμάντιος Κοραής

 

Παρθεναγωγείο Άργους

 

Στο παρθεναγωγείο του Άργους δίδασκε η μητέρα του δασκάλου του αλληλοδιδακτικού Μαρία ΠαπαΧατσή Παναγ. Φανδρίδη, η οποία πληρωνόταν από τους γονείς των μαθητριών. Μετά την ανοικοδόμηση του διδακτηρίου, η διδασκαλία γινόταν στο κοντινό οίκημα που είχε κτισθεί για κατοικία του δασκάλου. Στις υπάρχουσες πηγές δε γίνεται αναφορά στα παραδιδόμενα μαθήματα, αλλά είναι βέβαιο ότι θα διδάσκονταν εκτός από τα καθιερωμένα μαθήματα των σχολείων της στοιχειώδους εκπαίδευσης και γυναικεία εργόχειρα.*

Από μαθητικό κατάλογο του σχολείου με ημερομηνία 17 Οκτωβρίου του 1829 μαθαίνουμε ότι τότε φοιτούσαν 20 κορίτσια ηλικίας 6-13 ετών, εκ των οποίων τα δώδεκα ήταν από το Άργος, δηλαδή το 60% του συνόλου των μαθητριών. Αν σκεφθούμε ότι τον ίδιο μήνα στο δημόσιο αλληλοδιδακτικό φοιτούσαν 183 αγόρια, το ποσοστό αυτό των 20 μαθητριών ήταν σχετικά μικρό. Θα πρέπει δε να τονισθεί ότι καμιά μαθήτρια δε φοιτούσε στο δημόσιο αλληλοδιδακτικό και οι γονείς – όσοι μπορούσαν – προτιμούσαν να πληρώνουν για τη μόρφωση των κοριτσιών τους παρά να τα στέλνουν δωρεάν στο δημόσιο αλληλοδιδακτικό. Αυτό σημαίνει ότι στο ιδιωτικό παρθεναγωγείο φοιτούσαν μόνο τα κορίτσια των σχετικά ευκατάστατων οικογενειών και είναι πολύ χαρακτηριστικό για την αντίληψη της κοινωνίας του Άργους για τη γυναικεία εκπαίδευση και τη θέση της γυναίκας.

Στο  γειτονικό Ναύπλιο τον ίδιο χρόνο στο δημόσιο αλληλοδιδακτικό της πόλης σε σύνολο 179 μαθητών φοιτούσαν και 21 κορίτσια, ενώ στο ιδιωτικό παρθεναγωγείο της Ελένης Δανέζη, που λειτουργούσε παράλληλα, κατά το 1830 σε σύνολο 47 μαθητριών μόνο δύο κατάγονταν από το Ναύπλιο, δηλαδή το 4,25% του συνόλου των μαθητριών.**

  

Υποσημειώσεις

 

* Ο Καποδίστριας έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για τη μόρφωση της γυναίκας. Παρόλο που η πρόθεσή του και των συνεργατών του ήταν η συνεκπαίδευση των αγοριών και των κοριτσιών, εντούτοις η φοίτηση των κοριτσιών σε μεικτά σχολεία ήταν μικρή και σποραδική με εξαίρεση το σχολείο της Τήνου, όπου το 34% του μαθητικού δυναμικού ήταν κορίτσια. Οι γονείς της εποχής αυτής και ιδιαίτερα της εύπορης τάξης έστελναν τα κορίτσια τους σε αμιγή ιδιωτικά αλληλοδιδακτικά σχολεία, τα Παρθεναγωγεία, ώστε να διαπαιδαγωγούνται, κατά την άποψή τους, απερίσπαστα. Την ίδρυση ιδιωτικών σχολείων νομικά στήριζε και το Σύνταγμα της Τροιζήνας, και ο Κυβερνήτης, όπως φαίνεται, δεν αντιδρούσε στη λειτουργία τους.

Σκοπός της γυναικείας εκπαίδευσης, κατά τους συνεργάτες του Καποδίστρια, ήταν «να δαμασθεί η παχυλή αμάθεια των κοριτσιών, χωρίς να αμφισβητηθεί η διαφοροποίηση των δύο φύλων, δεδομένου ότι δίνουν έμφαση στην οικιακή ευδαιμονία και στην αρετή, στη μητρότητα και στη γυναικεία φύση». 

 Δημήτριος Διαμαντής, Σχολικός Σύμβουλος Π.Ε. 1ης Εκπαιδευτικής Περιφέρειας Καρδίτσας, Διδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου, «Η εκπαίδευση κατά τον Καποδίστρια», Επιστημονικό Bήμα, τ. 6, Ιούνιος 2006

 

 **Το Ναύπλιο ως πρωτεύουσα της κυβέρνησης συγκέντρωνε, όπως ήταν φυσικό, περισσότερους επήλυδες Έλληνες από περιοχές που εξακολουθούσαν να είναι υπό τουρκική κατοχή, από Έλληνες των παροικιών του εξωτερικού αλλά και από ελληνικά και ξένα στρατεύματα που είχαν καταυλίσει τότε στην πόλη.

  

Αννίτα Κορδατζή – Πρασσά, «Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)», Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 89-90, τεύχος 11, 1994.

Δημόσιο Αλληλοδιδακτικό Σχολείο Άργους (1828-1832)


  

Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)

Δημόσιο Αλληλοδιδακτικό Σχολείο Άργους

 

Ιωάννης Κοκκώνης

Ιωάννης Κοκκώνης

Για την ίδρυση του σχολείου αυτού πληροφορούμαστε από την υπ’ αριθμ. 1 έκθεση του επιθεωρητή της εκπαιδεύσεως I. Κοκκώνη, που υποβλήθηκε στη Γραμματεία της Παιδείας, στις 8 Οκτωβρίου του 1830. Κατά την έκθεση αυτή το σχολείο ιδρύθηκε το 1828, μετά την άφιξη του Καποδίστρια, από τον αλληλοδιδάσκαλο Νικόλαο Φανδρίδη «βοηθεία της δημογεροντίας». Ο Φανδρίδης ήταν Κρητικός, 21 ετών (το 1828 ) και, σύμφωνα με δηλώσεις του ίδιου προς τον παιδαγωγό Κοκκώνη*, είχε διδαχθεί στην πατρίδα του για δύο χρόνια αρχαία ελληνικά «παραδοθείς έως τον Β’ τόμον της Εγκυκλοπαίδειας· ήρχισε και τον Ξενοφώντα». Την αλληλοδιδακτική μέθοδο διδάχθηκε το 1825 στα Κύθηρα.

Ο μηνιαίος μισθός του ήταν 250 γρόσια ( 100 φοίνικες ), τον οποίο μέχρι και τον Αύγουστο του 1830 κατέβαλλε κατά ένα μέρος η δημογεροντία (200 γρόσια ) από τα εισοδήματα της κοινότητας που προέρχονταν από τους εθνικούς μύλους, ενώ το υπόλοιπο ποσό ο Καποδίστριας. Στο εξής όμως καταβαλλόταν από τον Τοποτηρητή του Άργους. Ο Φανδρίδης αποδείχθηκε ικανός δάσκαλος παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε, για τις οποίες γίνεται λόγος στη συνέχεια και οι οποίες ήταν κοινές και συνήθεις για όλους σχεδόν τους συναδέλφους του κατά την εποχή εκείνη. Το γεγονός δε ότι παρέμεινε στο ίδιο σχολείο καθ’ όλη την εξεταζόμενη περίοδο, συνέβαλε κατά πολύ στο θετικό αποτέλεσμα.

Οι κρίσεις για τις ικανότητες του σχηματίζονται από σχετικές επισκέψεις και επιθεωρήσεις. Συγκεκριμένα, στις 20 Οκτωβρίου του 1829, ο Γραμματεύς της Παιδείας Ν. Χρυσόγελος κοινοποιούσε στο δάσκαλο την ικανοποίηση του Κυβερ­νήτη, ο οποίος «ευαρεστηθείς εκ νέου, ότε προλαβόντως επεσκέφθη το οποίον διευθύνεις σχολείον, με διέταξε να σοι εκφράσω την άκραν του ευχαρίστησιν». Πέντε μήνες αργότερα ο Χρυσόγελος παραβρέθηκε στις δημόσιες εξετάσεις του σχολείου που διεξήχθηκαν στις 24 Μαρτίου του 1830 για τις οποίες ανέφερε προς τον Καποδίστρια την επόμενη μέρα εκφράζοντας την ικανοποίηση του. Ο Φανδρίδης, εκτός από τα μαθήματα που πρόβλεπε ο Οδηγός της αλληλοδιδακτικής**, δίδασκε επιπλέον σε όλους τους μαθητές του και «τα στοιχεία της Γενικής Γραμματικής», ώστε «οι μεταβαίνοντες εκ τούτων εις την σπουδήν της ελληνικής προδιατεθειμένοι όντες, εισάγονται με μεγάλην ευκολίαν εις τούτο το μάθημα», όπως δήλωσαν στο Χρυσόγελο οι δάσκαλοι των ελληνικών σχολείων.

Στο ίδιο έγγραφο έγινε αναφορά και στις δυσκολίες που συναντούσε ο αλληλοδιδάσκαλος και οι οποίες εμπόδιζαν την εύρυθμη λειτουργία του σχολείου. Συνίσταντο δε στο γεγονός ότι ο χώρος ήταν δυσανάλογος ως προς τον αριθμό των μαθητών, με αποτέλεσμα « η διαίρεσις εις κλάσεις [ = τάξεις ] και ο εσωτερικός οργανισμός δεν είναι κατά τους απαιτουμένους κανόνας», στην έλλειψη των αναγκαίων βιβλίων, αφού στο σχολείο υπήρχε μόνο η αγγλική μετάφραση του Ευαγγελίου και μέρος της περιληπτικής μετάφρασης του στα ελληνικά από το Νεόφυτο Νικητόπουλο στην ελλιπή φοίτηση των μαθητών, για την οποία γίνεται λόγος πιο κάτω.

Ιωάννου Π. Κοκκώνη. Γεωγραφία Στοιχειώδης, πρώτη έκδοση 1836.

Ιωάννου Π. Κοκκώνη. Γεωγραφία Στοιχειώδης, πρώτη έκδοση 1836.

Ο Ιω. Κοκκώνης, ο οποίος επισκέφθηκε το σχολείο ως επιθεωρητής της δημοτικής εκπαίδευσης στις 6 Οκτωβρίου του 1830, ανέφερε προς τη Γραμματεία της Παιδείας για το δάσκαλο ότι ήταν «πολλά ήμερος και γλυκύς προς τους μαθητάς του και επιμελής και προσεκτικός εις το έργον του».*** Κατά την ίδια αναφορά, ο Φανδρίδης ακολουθούσε την αλληλοδιδακτική μέθοδο του Γάλλου Sarazin, αλλά η ακριβής εφαρμογή της προσέκρουε σε εγγενείς δυσχέρειες, όπως ήταν η «αγυμνασία των μερικών πρωτοσχόλων» και η έλλειψη του απαραίτητου εποπτικού υλικού. Ο Κοκκώνης ανέφερε στην έκθεση του χαρακτηριστικά: «Το υλικόν του σχολείου είναι άθλιον, ελλιπές και κακώς διατεταγμένον . Οι μαθηταί φέρουσιν έξωθεν πλάκας, χαρτία κ.λ,π. Ο μεν έχει πλάκα ακέραιον, ο δε έν τεμάχιον πλακός, άλλος στερείται πλακοκονδύλου ή χαρτίου και άλλος άλλου». Για την αποφυγή «της προερχομένης εκ της ελλείψεως αυτών βλάβης και αταξίας», ο επιθεωρητής συνέστησε στον αλληλοδιδάσκαλο να συνεννοηθεί με τους εφόρους του σχολείου και να ζητήσει από τη Γραμματεία της Παιδείας τα προβλεπόμενα από τον Οδηγό αναγκαία εποπτικά μέσα διδασκαλίας.

Ο Κοκκώνης διαπίστωσε παράλληλα και σχετική έλλειψη των αναγκαίων διδακτικών βιβλίων. Στο σχολείο υπήρχαν 20 Ευαγγέλια τυπωμένα στο Λονδίνο, 20 Χρηστοήθειες του Πύρου, 4 αντίτυπα της Ιεράς Κατήχησης του Κισινίου και 4 περιλήψεις του Ευαγγελίου από το Ν. Νικητόπουλο. Τα υπάρχοντα βιβλία ήταν ελάχιστα για τους 128 μαθητές που αριθμούσε τότε το σχολείο. Επειδή μάλιστα η Ιερά Κατήχηση του Κισινίου δεν ήταν από τα εγκεκριμένα βιβλία, ο επιθεωρητής της εκπαίδευσης ζήτησε από το δάσκαλο να μη διδάξει στο εξής από αυτή και του έδωσε ένα αντίτυπο της Κατήχησης που είχε εγκρίνει η επί της Προπαιδείας Επιτροπή καθώς επίσης και ανά ένα αντίτυπο του Προσευχηταρίου και της σύνοψης της Ιεράς Ιστορίας. Επίσης ζήτησε από τη Γραμματεία να στείλει στο σχολείο 5 Προσευχητάρια, 5 Συνόψεις Ιεράς Ιστορίας, 12 Κατηχήσεις και από τα βιβλία του Στέφ. Κομμητά Εκκλησιαστική Ιστορία, Ιερά Ιστορία και Κατήχηση.

Το πρώτο γνωστό ελληνικό αλφαβητάριο, τυπωμένο στη Βιέννη το 1771, με δαπάνη του Κ.Α Φιλιππίδου.

Το πρώτο γνωστό ελληνικό αλφαβητάριο, τυπωμένο στη Βιέννη το 1771, με δαπάνη του Κ.Α Φιλιππίδου.

Στο ίδιο έγγραφο του Κοκκώνη έγινε λόγος και για τους εφόρους του σχολείου και είναι η μόνη φορά που θίγεται το θέμα αυτό στις υπάρχουσες πηγές. Χρέη σχολικών εφόρων έκαναν οι δημογέροντες της πόλης, χωρίς όμως να έχουν διοριστεί  γι’ αυτό το σκοπό από την κυβέρνηση. Στο σημείο αυτό θεωρείται σκόπιμο να αναφερθεί ότι ο Καποδίστριας επιδιώκοντας την απαγκίστρωση της εκπαίδευσης από την επιρροή των προκρίτων και δημογερόντων, είχε εκδώσει την υπ’ αριθ. 64 εγκύκλιο στις 23 Οκτωβρίου του 1829, κατά την οποία οι σχολικοί έφοροι έπρεπε να προέρχονται από τους «ευηποληπτοτέρους» πολίτες, «διαστελλόμενοι μεταξύ των άλλων διά τα φώτα, δια την αρετήν και πατριωτισμόν» τους και επιλέγοντο από κατάλογο υποψηφίων που ενεχείριζαν στην κυβέρνηση οι κατά τόπους  εκπρόσωποι της. Στην περίπτωση του Άργους δε φαίνεται να έγινε σχετική ενέργεια διορισμού της σύμφωνα με τις πιο πάνω διαδικασίες. Το γεγονός δε ότι οι δημογέροντες εκτελούσαν συγχρόνως χρέη σχολικών εφόρων, ερμηνεύεται από το ότι οι ίδιοι πρωταγωνίστησαν στην ίδρυση του αλληλοδιδακτικού σχολείου, όπως προαναφέρθηκε.

 Για τα παραδιδόμενα μαθήματα οι πληροφορίες μας προέρχονται από δύο πηγές. Κατ’ αρχήν ο Χρυσόγελος, στις 25 Μαρτίου του 1830, μετά τις δημόσιες εξετάσεις, ανέφερε προς τον Κυβερνήτη ότι ο Φανδρίδης δίδασκε Ανάγνωση, Γραφή, Αριθμητική, Κατήχηση, Ευαγγέλιο και Γεωγραφία. Στις 6 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου, ο Κοκκώνης στη μνημονευθείσα ήδη υπ’ αρ. 1 έκθεση του έκανε λόγο μόνο για Γραφή, Ανάγνωση και Αριθμητική. Προφανώς ο δάσκαλος περιοριζόταν σ’ αυτά λόγω έλλειψης των απαιτούμενων διδακτικών βιβλίων.

 Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι κατά την εξεταζόμενη περίοδο στο Άργος ανοικοδομήθηκε διδακτήριο κατά τους όρους της αλληλοδιδακτικής μεθόδου, του οποίου τα εγκαίνια έγιναν τον Ιούνιο του 1831. Μέχρι τότε ο Φανδρίδης δίδασκε σε «οίκημα προσωρινόν»**** το οποίο ήταν «πολλά στενόν και υποκείμενον εις τας μεταβολάς του καιρού». Αρχιτέκτων ήταν αρχικά ο De Vaud και κατόπιν ο Λάμπρος Ζαβός, ενώ τέκτων ο Χαρίτων Κάππος. Κοντά δε στο διδακτήριο ανοικοδομήθηκε και οίκημα για κατοικία του δασκάλου.

 Όπως έχει προαναφερθεί, η φοίτηση των μαθητών του δημόσιου αλληλοδιδακτικού δεν ήταν τακτική, αλλά και ο αριθμός των εγγεγραμμένοι μαθητών δεν ήταν σταθερός. Έτσι σε κατάλογο της 17ης Οκτωβρίου του 1829 φαίνονται εγγεγραμμένοι 183 μαθητές ( μόνο αγόρια) ηλικίας 6-23 ετών, έκτων οποίων οι 105 ήταν Αργείοι, ενώ οι 114 από την ευρύτερη περιοχή του Άργους, δηλαδή το 62.3% του συνόλου των μαθητών. Στις 25 Μαρτίου του επόμενου χρόνου αναφέρονται 170 μαθητές, ενώ σε μεταγενέστερο κατάλογο της 21ης Ιουνίου του 1830, ήταν εγγεγραμμένοι 155 μαθητές ηλικίας 5-18 ετών, εκ των οποίων οι 70 ήταν Αργείοι, δηλαδή το 45,15 % του μαθητικού πληθυσμού. Μετά από τρισήμιση μήνες ο αριθμός των μαθητών παρουσιάζεται περισσότερο ελαττωμένος. Πράγματι στις 8 Οκτωβρίου, ο I. Κοκκώνης ανέφερε στην υπ’αριθμ. 1 έκθεση του ότι ήταν εγγεγραμμένοι 128 μαθητές, αλλά κατά την ημέρα της επίσκεψης του ήταν παρόντες 95.

Ο Χρυσόγελος, ο οποίος είχε επισκεφθεί το σχολείο στις 24 Μαρτίου του 1830 και είχε διαπιστώσει από κοντά τα προβλήματα του, απέδιδε την ελλιπή φοίτηση των μαθητών στην άγνοια των γονέων, οι οποίοι κατά το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα απασχολούσαν τα παιδιά τους «άκοντα» σε γεωργικές κυρίως εργασίες παρά τις συμβουλές του αλληλοδιδασκάλου. Ο τελευταίος δεν μπορούσε να ασκήσει πίεση, όπως είχε το δικαίωμα, γιατί «θέλει μείνει χωρίς κανένα ή με πολλά ολίγους μαθητάς». Παράλληλα οι γονείς μόλις διαπίστωναν ότι τα παιδιά τους είχαν αρχίσει να μαθαίνουν να γράφουν, να διαβάζουν και να αριθμούν διέκοπταν τη φοίτηση τους, «πριν τελειοποιηθώσιν» πιστεύοντας ότι οι στοιχειώδεις αυτές γνώσεις ήταν αρκετά εφόδια για τη ζωή τους. Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται επίσης ότι η ελάττωση του αριθμού των μαθητών οφειλόταν στην ύπαρξη αμαθών «γραμμα­τοδιδασκάλων», οι οποίοι δυσφημούσαν την αλληλοδιδακτική μέθοδο διαδίδοντας στους γονείς ότι τα παιδιά τους «δεν διδάσκονται γράμματα εις το Αλληλοδιδακτικόν, αλλά τακτικήν», και κατ ‘ αυτό τον τρόπο προσέλκυαν αρκετούς μαθητές του δημόσιου αλληλοδιδακτικού. Το ίδιο πρόβλημα υφίστατο και σε άλλες περιοχές του ελεύθερου ελληνικού κράτους.

Σύμφωνα με το μαθητικό κατάλογο της 21ης Ιουνίου του 1830, οι μαθητές του σχολείου ήταν χωρισμένοι σε οκτώ κλάσεις ( = τάξεις ) με ανώτερη την Α’  όπως υπαγόρευε ο Οδηγός της αλληλοδιδακτικής μεθόδου. Η προαγωγή σε ανώτερη τάξη γινόταν κατά μάθημα και όχι κατά το σύνολο των μαθημάτων.

Κατά την εξεταζόμενη περίοδο στις υπάρχουσες πηγές εντοπίζουμε δύο εξετάσεις. Σ’ αυτές της 24ης Μαρτίου του 1830 παραβρέθηκε ο Χρυσόγελος, ο οποίος και ανέφερε τα αποτελέσματα προς τον Κυβερνήτη. Έτσι μαθαίνουμε ότι εξετάσθηκαν οι τάξεις και των 170 μαθητών του σχολείου στα μαθήματα της Ανάγνωσης και Αριθμητικής και οι μαθητές των τριών πρώτων τάξεων στην Αριθμητική, στις αρχές της Κατήχησης, στην Ιερή Ιστορία του Ευαγγελίου και στις αρχές της Γεωγραφίας. Κατά τις εξετάσεις αυτές «ευδοκίμησαν» 15 μαθητές. Οι δεύτερες εξετάσεις έγιναν από τον Ιω. Κοκκώνη, ο οποίος στις 6 Οκτωβρίου είχε επισκεφθεί το σχολείο για επιθεώρηση. Στην υπ’ αριθμ. 1 έκθεση που έκανε, σημείωσε τα ονόματα οκτώ μαθητών που διακρίθηκαν, για τους οποίους ανέφερε συγκεκριμένα:

 «Γεώργιος Βλάσης γενικός Πρωτόσχ. της αριθμητ. σπουδάζει 2 έτη.

Μιχ. I. Χιλιώτου – της Αναγνώσεως 20 μήνας εβραβεύθη εις τας εξετάσεις.

Σταύρος Ηλιακόπουλος – Αναγινώσκει καλώς.

Ν. Λαγοδημόπουλος, 14 ετών, ήλθεν αρχάριος και αναγινώσκει τώρα εις την Ζ’ μετά 7  μηνών σπουδήν.

Ν. Μαυραΐδης αναγινώσκει καλώς εις το Β’ τμήμα της Η’.46

Π. Σαραντόπουλος ομοίως ετών 14.

Χ. Μιχαλόπουλος ομοίως.

Θεμιστοκλής Βαλβίου εις το Β’ τμήμα της Η’».

Ο Κοκκώνης σημείωνε στην έκθεση του ότι εκτός από τους προαναφερθέντες μαθητές υπήρχαν και άλλοι «προχωρημένοι», αλλά δεν ανέφερε τα ονόματα τους γιατί δε φοιτούσαν τακτικά στο σχολείο «εμποδιζόμενοι υπό των συγγενών των». Επιχειρώντας μάλιστα να τους παρακινήσει, τους ανακοίνωσε ότι η κυβέρνηση δεν επρόκειτο να είναι αρωγός τους σε περίπτωση ελλιπούς φοίτησής τους. Ζήτησε δε από τη Γραμματεία της Παιδείας να στείλει δωρεάν οκτώ συνόψεις της Ιεράς Ιστορίας ως βραβείο για τους μαθητές που διακρίθηκαν. Κατά την εξεταζόμενη περίοδο εκτός από τους μαθητές αυτούς στο σχολείο φοίτησαν και στρατιωτικοί, όπως διαπιστώνουμε από έγγραφο του ίδιου του αλληλοδιδασκάλου προς τη Γραμματεία της Παιδείας, στις 9 Ιανουαρίου του 1833, όπου αναφέρεται ότι του είχε ζητηθεί να δεχθεί στο σχολείο του στρατιωτικούς από το τακτικό ιππικό σώμα του Άργους, για να τους διδάξει γραφή, ανάγνωση και πρακτική αριθμητική. Τα μαθήματα έγιναν κατά το χρονικό διάστημα από 2 Ιανουαρίου του 1830 μέχρι Μάρτιο του 1832, επί δύο ώρες καθημερινά (12:00-14:00 μ. μ.). Κατά το Φανδρίδη, οι στρατιωτικοί σημείωσαν αξιόλογη πρόοδο, για την οποία έγινε λόγος και σε σχετικό άρθρο της Γενικής Εφημερίδας τον Ιούνιο του 1831, απ’ όπου διαπιστώνεται η πρόοδος 184 υπαξιωματικών και στρατιωτικών.

Κατά την ίδια εποχή η κυβέρνηση είχε αναθέσει και σε άλλους αλληλοδιδασκάλους, όπου υπήρχαν στρατιωτικά σώματα, να δεχθούν στα σχολεία τους στρατιωτικούς, όπως συνέβη στο Ναύπλιο και την Καλαμάτα. Οι δάσκαλοι αυτοί είχαν αναφερθεί εγκαίρως προς την κυβέρνηση και τους είχε προσδιορισθεί μηνιαίος μισθός 60 φοινίκων, ενώ ο Φανδρίδης είχε αμελήσει αρκούμενος σε προφορικές υποσχέσεις. Για το λόγο αυτό ζητούσε με τη μνημονευθείσα αναφορά του της 9ης Ιανουαρίου του 1833 να πληρωθεί αναδρομικά.

Σε γενικές γραμμές μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η λειτουργία του δημοσίου αλληλοδιδακτικού σχολείου κατά την εξεταζόμενη περίοδο ήταν ικανοποιητική παρά τις όποιες δυσκολίες, οι οποίες ήταν λίγο ως πολύ κοινές για όλα τα σχολεία. Στο θετικό αποτέλεσμα συνέβαλε ο ζήλος και η επιμονή του αλληλοδιδασκάλου και το γεγονός ότι παρέμεινε στην ίδια θέση καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας του σχολείου. Τρισήμιση μήνες πριν από τη δολοφονία του Κυβερνήτη, στο άρθρο που δημοσιεύθηκε στη Γενική Εφημερίδα με αφορμή τα εγκαίνια του νέου διδακτηρίου, που έγιναν στις 12 Ιουνίου του 1831, αναφέρεται ότι μέχρι τότε στο σχολείο είχαν φοιτήσει συνολικά 1017 μαθητές. Από αυτούς οι 145 εξακολουθούσαν να φοιτούν, ενώ από τους υπόλοιπους οι 500 ήταν «προπαρασκευασμένοι εις την σπουδήν ανωτέρων μαθημάτων, εις τα Ελληνικά Σχολεία, εις το Κεντρικόν της Αιγίνης ή εις άλλα επαγγέλματα».

 

Υποσημειώσεις 

  

* Ιωάννης Κοκκώνης, εκπαιδευτικός και παιδαγωγός μεγάλου κύρους.  

 Η πρώτη πρόταση για ίδρυση Πανεπιστημίου Αθηνών. Στις 22 Μαρτίου 1833 η Αντιβασιλεία εξέδωσε διάταγμα «περί συστάσεως επιτροπής προς διοργανισμόν των σχολείων». Μέλη της επιτροπής ορίζονταν: ο νομομαθής φαναριώτης Κωνσταντίνος Σχινάς που το 1837 διορίστηκε πρώτος Πρύτανης του νεοσυσταθέντος Πανεπιστημίου, ο δικαστικός και πολιτικός Αναστάσιος Πολυζωίδης, ο παιδαγωγός Ιωάννης Κοκκώνης, ο γνωστός φαναριώτης ποιητής Αλέξανδρος Σούτσος, ο κλασικός φιλόλογος Ιωάννης Βενθύλος, ο Γερμανός επιγραφολόγος Johann Franz. Στο σχέδιο που υπέβαλαν (στις 3 Ιουλίου 1833), εκτός από τα άρθρα που αφορούσαν στην ίδρυση δημοτικών, γυμνασίων και λυκείων, υπήρχε και πρόταση για την ίδρυση Μουσείου, δηλαδή Πανεπιστημίου. Στο τέταρτο λοιπόν άρθρο γίνεται αρχικά μια θεωρητική προσέγγιση του θέματος (σκοποθεσία και διαίρεση των επιστημών), ενώ στη συνέχεια αναφέρονται τα μαθήματα που θα έπερεπε να διδάσκονται κατά σχολές. Παραθέτουμε τους τίτλους των εβδομήντα μαθημάτων, γιατί αντικατοπτρίζουν το επιστημονικό γίγνεσθαι της εποχής εκείνης: «1. Φιλοσοφική Σχολή: Γενική εισαγωγή εις την σπουδήν της φιλοσοφίας, Ιστορία της παλαιάς και νέας φιλοσοφίας, Η φιλοσοφία της φύσεως, Λογική και Μεταφυσική, Ανθρωπολογία, Φιλοσοφική Ηθική, Αισθηματική, ήτοι θεωρία του καλού, Μαθηματική, 2. Θεολογική Σχολή: Εγκυκλοπαιδεία και Μεθοδολογία της θεολογίας, Ιστορία της θεολογίας, Πολιτική και θρησκευτική ιστορία των Εβραίων, Ερμηνεία των θεοπνεύστων Γραφών, Αρχαί, ήτοι κανόνες της ερμηνείας της Καινής Διαθήκης, Εκκλησιαστική Iστορία, Ιστορία των Χριστιανικών Δογμάτων, Χριστιανική Ηθική, Ποιμαντική διδασκαλία, Νομική Εκκλησιαστική, 3. Ιστορική Σχολή: Εισαγωγή εις την σπουδήν της Iστορίας, Ιστορία των παλαιών και νέων Εθνών, Φιλολογία, Εισαγωγή εις την σπουδήν της φιλολογίας, Εγκυκλοπαιδεία της φιλολογίας, Φιλόσοφος έκθεσις περί των παλαιών γλωσσών, μάλιστα περί της Ελληνικής, Ερμηνευτική και Κριτική περί τα παλαιά, και εξήγησις συγγραφέων και ποιητών, οίον Αισχύλου, Πινδάρου, Θουκυδίδου, Πλάτωνος, Αριστοτέλους, Τακίτου, Περσίου κτλ., Μετρική των Ελλήνων και Ρωμαίων, Ιστορία των δύο Εθνών Ελλήνων και Ρωμαίων, Μυθολογία των δύο Εθνών, Αρχαιότητες Ελληνικαί και Ρωμαϊκαί, Αρχαιολογία, Ιστορία της Ελληνικής και Ρωμαϊκής Φιλολογίας, Ανατολικαί γλώσσαι (Εβραϊκή, Αραβική, Περσική, Τουρκική), Νεώτεραι Γλώσσαι, 4. Νομική Σχολή: Εγκυκλοπαιδεία και Μεθοδολογία του Δικαίου, Εισηγήσεις του Ιουστινιανού, Πανδέκται, Ιστορία του Ρωμαϊκού Διακαίου, Εξήγησις των εισηγήσεων του Γαΐου, Ιδιωτικόν Δίκαιον, Δημόσιον Δίκαιον, Φυσικόν Δίκαιον, Πολιτική δικολογία, Ποινικόν δίκαιον και Ποινική δικονομία, Εγκληματικόν δίκαιον και Εγκληματική δικονομία, Εθνική και Πολιτική Oικονομία, Δίκαιον Εθνών, Ιατρική δίκη, 5. Φυσική Σχολή: Εισαγωγή εις την σπουδήν της Φυσικής, Πειραματική Φυσική, Χημεία και πρακτικαί γυμνάσεις εις την χημείαν, Φυσιογραφία, Oρυκτολογία, Γεωγνωσία, Βοτανική, Ζωολογία, Αγρονομική, 6. Ιατρική Σχολή: Ιστορία της Ιατρικής, Εγκυκλοπαιδεία και Μεθοδολογία της Ιατρικής, Γενική και μερική ανατομία, Γενική παθολογία και θεραπεία μετά της σημειωτικής, Ανατομικαί γυμνάσεις, Ειδική θεραπεία, Φαρμακολογία και περί ύλης φαρμάκων, Χειρουργία, περί εργαλείων χειρουργικών, περί δεσμών, Φυσιολογία ανθρώπου και φυσιολογία συγκριτική με αποδείξεις, πειράματα γινόμενα επί ζώων, Ιατρική κλινική, Χειρουργία και οφθαλμιατρική κλινική, Μαιευτική, Πρακτικαί γυμνάσεις εις την Μαιευτικήν (εις τα ανδρείκελα), Εξήγησις των γνησίων Ιπποκράτους συγγραμμάτων, Περί δηλητηρίων». Σήμερα, η αναγραφή των διδασκόμενων μαθημάτων στα τριάντα Τμήματα του Πανεπιστημίου καταλαμβάνει 100 περίπου σελίδες στον τόμο Πανόραμα του Πανεπιστημίου Αθηνών (Δομή-Λειτουργία-Εκπαιδευτικό έργο), Αθήνα 2002. 

 Υλικό από το βιβλίο του Δαυίδ Αντωνίου, « Οι απαρχές του Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού στο Νεοελληνικό Κράτος: Το Σχέδιο της Επιτροπής του 1833», Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1992).

 

** Η αλληλοδιδακτική μέθοδος χρησιμοποιήθηκε από τα μέσα του 17ου αιώνα στην Αγγλία, τελειοποιήθηκε τον 18ο αιώνα στη Γαλλία του Sarazin. Ονομάστηκε έτσι για το λόγο ότι με την καθοδήγηση του δασκάλου χρησιμοποιούνταν οι καλύτεροι μαθητές (οι πρωτόσχολοι) για να διδάσκουν τους υπόλοιπους. Την αλληλοδιδακτική στην Ελλάδα εισήγαγε επίσημα ο Ιωάννης Κοκκώνης στα χρόνια του Καποδίστρια, μεταφράζοντας (1830) τον οδηγό της αλληλοδιδακτικής μεθόδου του Σαραζίνου (Sarazin).

Ο Καποδίστριας ως απεσταλμένος του τσάρου Αλέξανδρου θα συναντηθεί το 1814 με τον φημισμένο Παιδαγωγό Emanuel von Fellenberg. Οι εντυπώσεις που αποκόμισε ο Καποδίστριας τον έκαναν ενθουσιώδη οπαδό του συστήματος του Fellenberg. Ο συνδυασμός Πνευματικής και Χειρωνακτικής εργασίας, η προώθηση της επαγγελματικής εκπαίδευσης στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, αλλά και η προσπάθεια για πνευματική σύμπνοια ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις με στόχο την κοινωνική Ειρήνη θα βρουν σύμφωνο τον Καποδίστρια. Ως Κυβερνήτης της Ελλάδας έριξε όλο το βάρος των προσπαθειών του στην επέκταση του πρωτοβάθμιου σχολικού δικτύου σε εθνική κλίμακα. Το ψήφισμα για την παιδεία που εκδόθηκε το 1829 στη διάρκεια της Δ’ εθνοσυνέλευσης στο Άργος αναφέρεται ρητά στην προώθηση των αλληλοδιδακτικών σχολείων. Εκτός των άλλων προβλέπει ακόμα τα εξής: Τη σύσταση του λεγόμενου «Γαζοφυλακίου» οι πόροι του οποίου θα προορίζονταν για την οικονομική ενίσχυση των σχολείων, τη σύσταση δευτεροβάθμιων σχολείων τα οποία ονόμαζε «πρότυπα» ή «τυπικά», ενώ παράλληλα διατηρήθηκαν και τα λεγόμενα Ελληνικά σχολεία.

 Το ψήφισμα του 1829 δεν εφαρμόστηκε ως προς όλα τα σημεία. Ο ίδιος πάντως πίστευε ότι χωρίς την εξάπλωση της λαϊκής μόρφωσης θα επικρατούσε πάντοτε το «δίκαιο του ισχυρότερου στηριζόμενο εις την αμαθίαν και αποκτήνωσιν του πλήθους».
Σύμφωνα με την έκθεση του Ν. Χρυσόγελου, γραμματέα των εκκλησιαστικοί και της δημόσιας εκπαίδευσης, χα λιγοστά σχολεία του αγώνα είχαν αυξηθεί μέχρι το 1831 σε 121, ενώ ο αριθμός των μαθητών σε 9.246 από τους οποίους οι 6.718 φοιτούσαν στα 75 αλληλοδιδακτικά που λειτουργούσαν την περίοδο αυτή στη χώρα.

 
 Αναγνωρίζοντας ότι το σύστημα Fellenberg απαιτούσε πολλούς δασκάλους, ειδικές κτιριακές εγκαταστάσεις και ανάλογα οικονομικά μέσα, ο Καποδίστριας υποστήριξε την εισαγωγή της αλληλοδιδακτικής στην Ελλάδα και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το ζήτημα της ενιαίας εφαρμογής της στα σχολεία. Τον Οκτώβριο του 1829 προχώρησε στην σύσταση τριών ειδικών επιτροπών που θα επιδίδονταν «εις την μετάφρασιν και σύστασιν βιβλίων στοιχειωδών και εις την αναθεώρησιν συγγράμματος ήδη μεταφρασμένων, συντεινόντων προς ομοιόμορφον και τελειότερον οργανισμόν των αλληλοδιδακτικών και τυπικών σχολείων».

Μία από τις τρεις επιτροπές και συγκεκριμένα η «Επιτροπή επί της προπαιδείας» έκανε τις απαραίτητες ενέργειες ώστε να συγκεντρώσει όσα εγχειρίδια αναφέρονταν στην οργάνωση των σχολείων και την αλληλοδιδακτική μέθοδο.

Τα εγχειρίδια που συγκεντρώθηκαν από την επιτροπή είναι τα εξής:

1) Η ερμηνεία του Κλεόβολου ο οποίος τελικά δεν κατάφερε να την τυπώσει με αποτέλεσμα να περιφέρεται χειρόγραφο από χέρι σε χέρι. Το πρώτο μέρος της ερμηνείας αναφερόταν στο διδακτικό υλικό, στα κατάστιχα που έπρεπε να συμπληρώσουν οι δάσκαλοι και στους κανόνες της σχολικής οργάνωσης. Ενώ στο δεύτερο μέρος της ερμηνείας περιέγραφε τον μηχανισμό των προσταγμάτων με τα οποία οι πρωτόσχολοι καθοδηγούσαν τους μαθητές στη διάρκεια της παράδοσης των μαθημάτων και των ασκήσεων.

2) Η ερμηνεία του Πολίτη: ο οποίος υπήρξε εισηγητής της αλληλοδιδακτικής στα Επτάνησα. Συνέταξε ένα συνοπτικό εγχειρίδιο για τους Επτανήσιους δασκάλους, το οποίο εκδόθηκε στην Κέρκυρα το 1820 με τον τίτλο «Εγχειρίδιον της αλληλοδιδακτικής μεθόδου εις χρήσιν των κατά το Ιόνιον Κράτος παιδαγωγών». Φαίνεται ότι κυκλοφόρησε και αυτό στην Ελλάδα ως χειρόγραφο αντιγραμμένο από το πρωτότυπο διότι, κατά τα λεγόμενα του Κοκκώνη, η επιτροπή μελέτησε το έργο του Πολίτη Βάσει ενός χειρογράφου που δανείστηκε ο ίδιος από κάποιον δάσκαλο στην Αίγινα.

3) Η ερμηνεία του Συνέσιου. Το χειρόγραφο του, το οποίο ήταν και το πρωτότυπο προμήθευσε στην επιτροπή η Γραμματεία Εκπαιδεύσεως. Ο Συνέσιος πραγματευόταν το μάθημα της αριθμητικής με έναν δικό του τρόπο. Παρόλο που αποτελούσε αντιγραφή αντίστοιχων κεφαλαίων της ερμηνείας του Πολίτη. Στο τέλος της Ερμηνείας αφιέρωνε 4-5 σελίδες στις ποινές των μαθητών, τον προβιβασμό τους από την μια κλάση στην άλλη, τα καθήκοντα του θυρωρού του σχολείου. την οικοδομή του σχολείου και παρέθετε δυο υποδείγματα καταλόγων για την πρόσκληση και τον γενικό έλεγχο της προόδου των μαθητών.

4) Η ερμηνεία με τίτλο Σύστημα αγγλικών δια τα σχολεία ή εύκολος μέθοδος δια την διδασκαλίαν των παιδιών η οποία εκδόθηκε το 1827 από την Αγγλικανική Ιεραποστολή της Μάλτας. Χωρίζεται σε τέσσερα μέρη που αφορούν: α) στο σχήμα της σχολικής αίθουσας, το κτίριο του σχολείου και το διδακτικό υλικό, β) στη μέθοδο διδασκαλίας, τη διαίρεση των μαθητών σε κλάσεις και πρέπει να γίνεται η διδασκαλία των τριών μαθημάτων, γ) στα χρέη των πρωτόσχολων, τις εξετάσεις των μαθητών για τον προβιβασμό από την μια κλάση στην άλλη, δ) στη γενική οργάνωση του σχολείου. Είναι η μόνη Ερμηνεία που αναφέρεται στην εκπαίδευση των κοριτσιών για τα οποία προβλέπει εκτός από τα τρία γνωστά μαθήματα και διδασκαλία ραπτικής.

Η επιτροπή εισηγήθηκε στη Γραμματεία να στείλει ειδική εγκύκλιο προς τους δασκάλους με την οποία αφενός να ζητά πληροφορίες σχετικά με την οργάνωση των σχολείων τους, τον τρόπο με τον οποίο δίδασκαν, τα βιβλία και τους πίνακες που έγραφαν και αφετέρου τις προτάσεις για αλλαγές που θεωρούσαν αναγκαίες. Η εγκύκλιος εστάλη στις 14.11.1829 μετά από επιμονή του Νικητόπουλου, αφού ο Καποδίστριας δεν ήταν σύμφωνος.

Πίστευε ότι αυτού του είδους οι ενέργειες είναι άσκοπες αφού ήταν γνωστή η έλλειψη γνώσεων και η απειρία των δασκάλων. Η σύνθεση των μελών της επιτροπής πολύ γρήγορα δημιούργησε εντάσεις: από την μια πλευρά ο Νικητόπουλος, δάσκαλος με φιλελεύθερες αντιλήψεις. Από την άλλη, ο Κοκκώνης και ο Μουστοξύδης αφοσιωμένοι στον Καποδίστρια και στις αυταρχικές του επιλογές. Η θέση του Νικητόπουλου σχετικά με το πώς έπρεπε να χειριστεί η επιτροπή το ζήτημα του εγχειριδίου της αλληλοδιδακτικής υπήρξε αφορμή διαφωνίας μεταξύ τους, ιδιαίτερα επιφορτίστηκε με το καθήκον να μελετήσει τις παρατηρήσεις των δασκάλων και να υποβάλει σχετική αναφορά στην επιτροπή. Είκοσι δάσκαλοι ανταποκρίθηκαν στην εγκύκλιο του Υπουργείου και συμφωνα με τον Νικητόπουλου «αποδεικνύονται ότι γνωρίζουν την αλληλοδιδακτική μεθόδον, καθώς είμαι βεβαιωμένος και από άλλα των γραμμάτων ιδιαίτερα εις εμέ».

(Λυδίας Παπαδάκη, Η αλληλοδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα.
Χρ. Λέφα, Ιστορία της Εκπαιδεύσεως. Ελευθερία Γκαρή ).

 ***Δασκαλάκη, ό.π., Β’, σ. 1391-1395 ( = Γ.Α.Κ., Υπ. Θρησκείας, φάκ. 32, Σχολικά, 8 Οκτωβρίου 1830). Χαρακτηριστικός για την ιστορία του θεσμού των επιθεωρητών και την επικρατούσα νοοτροπία είναι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάσθηκε ο Κοκκώνης στον αλληλοδιδάσκαλο και γι’ αυτό παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:

 « Την 6 του παρόντος περί την 4 ώραν από μεσημβρ. φθάσας εις Άργος επήγα αμέσως εις το Αλληλ. σχολείον, εις τον διδάσκαλον του οποίου επαρουσιάσθην ως ξένος ταξιδιώτης περίεργος να ίδω το σχολείον του. Είχε τελειώσει εκείνην την ώραν το μάθημα της γραφής και έμελλε ν’ αρχίσει την ανάγνωσιν.  Περιεργάσθην τους τρόπους καθ’ ούς γίνεται το μάθημα τούτο από ημικύκλκιον εις ημικύκλιον διαβαίνων και τα προστάγματα εν ταυτώ· εύρηκα δε και ταύτα και εκείνα γινόμενα όχι ακριβώς κατά τον οδηγόν. Τον ηρώτησα « τίνος μέθοδον ακόλουθη » και μ’ απεκρίθη ότι του Σαραζίνου, δεν είναι όμως ακριβώς βαλμένα εις πράξιν, διότι οι πρωπόσχολοί του δεν εγυμνάσθησαν ακόμη ικανώς εις τούτο. Μάθημα αριθμητικής δεν έκαμεν, επειδή διατρίψας πολύ εις την Γραφήν είχεν εξορίσει. Τη επαύριον επαρουσιάσθην το πρωί, πριν αρχίση έτι το μάθημα οδηγηθείς εις το σχολείον παρά του γραμματέως του Τοποτηρητού … ». [ ό.π.].

**** Το δημόσιο αλληλοδιδακτικό σχολείο στο Άργος σύμφωνα με μαρτυρίες λειτούργησε σε οικία – μετόχι, που ανήκε στην έγγεια περιουσία της μονής της Κατακεκρυμμένης στο Μπεκίρ Μαχαλά (Ν. Δ. συνοικία του Άργους). Την είχε αφιερώσει στο μοναστήρι τα πρώτα χρόνια του ΙΘ΄ αιώνα η Αγγελίνα, σύζυγος του Αθανασίου Μπούρα. Η οικία αυτή επισκευάστηκε από τη δημογεροντία του Άργους και χρησιμοποιήθηκε ως «κοινόν αλληλοδιδακτικόν σχολείον». Το οίκημα αυτό, που σύμφωνα με έκθεση του Ιω. Κοκκώνη, ήταν «πολλά στενόν και υποκείμενον εις τας μεταβολάς του καιρού» φαίνεται πως εγκαταλείφθηκε το καλοκαίρι του 1831, όταν έγιναν στο Άργος τα εγκαίνια του νέου σχολείου, που ανεγέρθηκε σύμφωνα με τις απαιτήσεις της αλληλοδιδακτικής μεθόδου. (Δανούση Κ., Ιδιοκτησιακά της μονής Κατακεκρυμμένης στο Άργος, ΕΛΛΕΒΟΡΟΣ, τ. 12, σελ. 65)

Ο Γιάννης Χελιώτης και Νικόλαος Ζεγκίνης αναφέρουν ότι «η προειρημένη οικία, ανακαινισθείσα και επιδιωρθωθείσα παρά των τότε δημογερόντων της πόλεως ταύτης εχρησίμευε δια σχολείον κοινόν αλληλοδιδακτικόν» και «κατά το 1828, ερείπιον ον, το έκτισαν και το κατασκεύασαν και εχρησίμευσε δια σχολείον κοινόν αλληλοδιδακτικόν.»

 

Αννίτα Κορδατζή – Πρασσά, «Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)», Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 83-89, τεύχος 11, 1994.

 

Επιμέλεια: Τσάγκος Αναστάσιος  

 

Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)


 

Παρά το γεγονός ότι στην Πελοπόννησο εξαιτίας του Αγώνα είχαν συμβεί πολλές καταστροφές, κατά την επαναστατική περίοδο σημειώθηκε δραστηριοποίηση υπέρ της εκπαίδευσης, η οποία εντάθηκε κατά την καποδιστριακή εποχή, όπου τέθηκαν οι βάσεις για τη συστηματική οργάνωση της.

Πορτραίτο του Άνθιμου Γαζή.

Πορτραίτο του Άνθιμου Γαζή.

Το Άργος, το οποίο ανήκε στα παραδοσιακά διοικητικά κέντρα της χώρας, ήταν μία από τις περιοχές όπου παρατηρήθηκε σχετική παιδευτική κινητοποίηση ήδη πριν από την άφιξη του Καποδίστρια. Το 1824 η γνωστή πενταμελής επιτροπή, η οποία με πρόεδρο τον Άνθιμο Γαζή* υπέβαλε σχέδιο οργάνωσης της εκπαίδευσης, πρότεινε μεταξύ άλλων την ίδρυση κεντρικού αλληλοδιδακτικού σχολείου στο Άργος, το οποίο θα χρησίμευε ως πρότυπο Διδασκαλείο για την εκπαίδευση δασκάλων κατά την αλληλοδιδακτική μέθοδο.**

Έφορος του σχολείου αυτού ανέλαβε ο Γρηγόριος Κωνσταντάς. Στις αρχές του 1825, ο τελευταίος ανέφερε στην έκθεση του για τη δημόσια εκπαίδευση, που απηύθυνε προς τον Ιταλό περιηγητή Pecchio, ότι το σχολείο βρισκόταν «εις ανθούσαν κατάστασιν», απ’ όπου άλλωστε αποφοίτησε ορισμένος αριθμός αλληλοδιδασκάλων Παρ’ όλα αυτά όμως από τις υπάρχουσες πηγές δε διαπιστώνεται η  εύρυθμη λειτουργία του σχολείου, αφού στις 19 Απριλίου του 1825, οι επιστάτες του σχολείου ιερομόναχος Παρθένιος και Αναγνώστης Ιατρός ανακοίνωναν στη Διοίκηση την παραίτηση τους, μετά το σφετερισμό των εθνικών κτημάτων που είχαν αφιερωθεί τον προηγούμενο χρόνο για την αντιμετώπιση των εξόδων συντήρησης του σχολείου.

Μετά την άφιξη του Κυβερνήτη, τον Ιανουάριο του 1828, έγιναν συντονισμένες προσπάθειες για τη συστηματοποίηση της εκπαίδευσης. Η οργάνωση αλληλοδιδακτικών σχολείων, όπως ονομάζονταν τα σχολεία της στοιχειώδους εκπαίδευσης, ιεραρχήθηκε σε σύγκριση με τα ελληνικά σχολεία, που ανήκαν στη μέση βαθμίδα εκπαίδευσης. Παράλληλα λειτούργησαν κοινά σχολεία, στα οποία δεν εφαρμόσθηκε η αλληλοδιδακτική μέθοδος και όπου διδάσκονταν τα λεγόμενα «κοινά γράμματα»***. Τα σχολεία, τα οποία συντηρούνταν από την κυβέρνηση ή την κοινότητα, χαρακτηρίζονταν ως δημόσια, ενώ ιδιαίτερα ήταν τα σχολεία, των οποίων τα έξοδα καταβάλλονταν από τους γονείς.

Στα πλαίσια της εκπαιδευτικής πολιτικής του Καποδίστρια εντάχθηκε και η καθιέρωση ενιαίας αλληλοδιδακτικής μεθόδου. Επειδή μέχρι τότε στα αλληλοδιδακτικά σχολεία δεν υπήρχε ομοιογενής μέθοδος διδασκαλίας, με το κυβερνητικό διάταγμα 1032 της 12ης Ιουλίου του 1830 έπρεπε να εισαχθεί σε όλα τα σχολεία η μέθοδος του Γάλλου Sarazin μεταφρασμένη από τον I. Κοκκώνη και να σταλεί σε όλα τα σχολεία το εγχειρίδιο «Οδηγός της Αλληλοδιδακτικής Μεθόδου».

Στο Άργος την περίοδο 1828 – 1832 λειτούργησαν τα σχολεία:

Δημόσιο Αλληλοδιδακτικό Σχολείο.

Ιδιαίτερο Παρθεναγωγείο.

Ιδιαίτερα Σχολεία «των κοινών γραμμάτων».  

Ιδιαίτερο Ελληνικό Σχολείο.

Την καποδιστριακή περίοδο στο Άργος σημειώθηκαν σημαντικές προσπάθειες στον τομέα της εκπαίδευσης, οι οποίες όμως ανεστάλησαν μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη, στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831, εφόσον η λειτουργία των σχολείων επηρεάσθηκε από τα διαδραματιζόμενα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα. Εξαιτίας δε των συγκρούσεων του Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου, που έλαβαν χώρα στο Άργος και μετά την ερήμωση της πόλης, τα σχολεία έπαψαν να λειτουργούν.

Δέκα μήνες αργότερα, οι κάτοικοι έχοντας πλέον επιστρέψει στις εστίες τους έκαναν έκκληση προς την κυβέρνηση για την επαναλειτουργία του αλληλοδιδακτικού σχολείου, την οποία ενίσχυσε και σχετική αναφορά του αλληλοδιδασκάλου Ν. Φανδρίδη προς τη Γραμματεία της Παιδείας στις 19 Οκτωβρίου, ζητώντας οικονομική ενίσχυση για την επιδιόρθωση των ζημιών που είχε υποστεί το διδακτήριο. Το αίτημα βρήκε ανταπόκριση και στις 22 Οκτωβρίου, ο τότε Γραμματεύς της Παιδείας Ιάκωβος Ρίζος ανέφερε προς το Διοικητικό Τοποτηρητή Άργους να φροντίσει για την πληρωμή των μισθών του δασκάλου από τους επιτόπιους πόρους, αλλά να αναλάβουν οι ίδιοι οι κάτοικοι την επισκευή του σχολείου «δια την ενεστώσαν εντελή αμηχανίαν του Ταμείου». Έτσι το αλληλοδιδακτικό σχολείο επαναλειτούργησε και προσωρινά στεγάσθηκε σε οίκημα που παραχώρησαν οι κάτοικοι, μέχρι να επιδιορθωθεί το σχολικό κτήριο. Για την λειτουργία των σχολείων του Άργους την παρούσα περίοδο, θα δανειστούμε σε επόμενα άρθρα μας, την εργασία της κας Αννίτας Κορδατζή – Πρασσά, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό « Ελλέβορος», τεύχος 11, το 1994.    

  

Υποσημειώσεις

 

 

* Άνθιμος Γαζής (Μηλιές Πηλίου, 1758 – Σύρος, 1828) ήταν Έλληνας συγγραφέας, χαρτογράφος και από τους σημαντικότερους διαφωτιστές, που αγωνίστηκε για την διάδοση των ευρωπαϊκών ιδεών στην Ελλάδα. Σπούδασε στη γενέτειρά του και στην Κωνσταντινούπολη, όπου και χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης. Το 1796 έγινε εφημέριος του ναού της ελληνικής παροικίας στη Βιέννη της Αυστρίας.

Από το 1799 έως και το 1812 ανέπτυξε ιδιαίτερη συγγραφική και εκδοτική δραστηριότητα, εκδίδοντας έργα Ελλήνων ή ξένων συγγραφέων μεταφρασμένα από τον ίδιο. Από αυτά ξεχωρίζουν τα δικά του έργα, όπως η πεντάτομη Ελληνική Βιβλιοθήκη (1807), η οποία περιλαμβάνει βιογραφίες αρχαίων συγγραφέων, και το τρίτομο Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής (1809–1816). Το 1811, με υπόδειξη του Κοραή εξέδωσε στην Βιέννη το περιοδικό Ερμής ο Λόγιος, το πιο αξιόλογο προεπαναστατικό έντυπο, μέσα από το οποίο σχολιάζει ο ίδιος τα φιλολογικά γεγονότα και την δημιουργία πνευματικών ευρωπαϊκών κινημάτων. Ο ίδιος είχε την επιμέλεια του περιοδικού μέχρι το 1814. Το περιοδικό συνέχισε να κυκλοφορεί μέχρι το 1821. H χαρτογραφική του ενασχόληση ήταν πολύ αξιόλογη. Σημαντικότερο έργο του είναι ο Πίναξ Γεωγραφικός της Ελλάδος τον οποίο εξέδωσε στη Βιέννη το 1800, που θεωρείται μία νέα έκδοση της Χάρτας του Ρήγα. Μικρότερων διαστάσεων από αυτήν (102 Χ 104 εκ.), είναι σήμερα, ένας από τους σπανιότερους ελληνικούς χάρτες, αφού σώζονται μόνο 6 αντίτυπά του στο εξωτερικό. Ένα από αυτά κοσμεί την Κεντρική Εθνική Βιβλιοθήκη της Ιταλίας στη Φλωρεντία. Ένας άλλος εξαιρετικά σπάνιος χάρτης του Γαζή (Άτλας περιέχων καθολικούς γεωγραφικούς πίνακας της υδρογείου σφαίρας) αποκτήθηκε από την Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστραλίας.

Ο Γαζής πίστευε ότι μόνο με την πνευματική αφύπνιση των υποδούλων θα επιτυγχανόταν η Επανάσταση. Όντας άνθρωπος πνευματικής αναζήτησης, ο Γαζής επιθυμούσε να αναπτυχθεί το επίπεδο του εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα. Το 1814, σε συνεργασία με τον Καποδίστρια και άλλους σημαντικούς Έλληνες, ίδρυσε την Φιλόμουσο Εταιρεία, πολιτιστική οργάνωση, η οποία είχε ουσιαστικά πολιτική χροιά. Παράλληλα, ξεκίνησε την ανέγερση στην πατρίδα του προτύπου σχολείου, εστιασμένου στις φυσικές επιστήμες (βλ. Δημόσια Βιβλιοθήκη Μηλεών).

Το 1817 έφτασε μέχρι την Οδησσό, προκειμένου να συλλέξει συνδρομές για την Σχολή. Εκεί τον βρήκε ο Σκουφάς και του προτείνει να γίνει μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Ο Γαζής δίστασε και έτσι επέστρεψε στις Μηλιές, όπου, μαζί με τον Γρηγόριο Κωνσταντά, οργάνωσε την Σχολή. Εκεί τον συνάντησε ο Ξάνθος, ο οποίος κατάφερε να τον πείσει να μπει στην Εταιρεία. Ήταν ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες της, καθώς συνέβαλε στη μύηση νέων μελών και συνεννοήθηκε με ντόπιους οπλαρχηγούς, έτσι ώστε να προετοιμάσει την Επανάσταση. Υπήρξε ένα είδος συνδέσμου για τους Φιλικούς που βρίσκονταν στην Ρωσία και στην Μολδοβλαχία και τους μυημένους στην Πελοπόννησο και την Στερεά Ελλάδα.

Την 1η Μαΐου του 1821, ανήμερα του Πάσχα, κήρυξε την επανάσταση στη Θεσσαλία και τη Μαγνησία και έλαβε μέρος σε όλες τις μετέπειτα μάχες στην περιοχή. Μετά την αποτυχία της επανάστασης στην Θεσσαλία, κατέφυγε στον Νότο και διορίσθηκε μέλος του Αρείου Πάγου. Συμμετείχε σε όλες τις εθνοσυνελεύσεις, αλλά ύστερα παραμερίστηκε και έγινε σχολάρχης στην Τήνο και την Σύρο, όπου και πέθανε το 1828. ( Βικιπαίδεια )

 ** Κατά την μέθοδο αυτή μεγάλος αριθμός μαθητών στο ίδιο σχολείο διδασκόταν από τον ίδιο δάσκαλο «αλληλοδιδακτικός» με τη βοήθεια των καλύτερων μαθητών , που ονομάζονταν «πρωτόσχολοι». Η μέθοδος αυτή συστηματοποιήθηκε στην Αγγλία από τους Α. Bell και J. Lancaster στο   τέλος του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα και κατόπιν στη Γαλλία.  Στην Ελλάδα καθιερώθηκε από τη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους το 1823.

 *** Αυτά ήταν η γραφή, η ανάγνωση και λίγη αριθμητική που διδάσκοντο από τους γραμματοδιδάσκαλους.

 

Πηγή   

  •  Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», τεύχος 11, 1994.

Εβλιγιά Τσελεμπή (1611-1682)


 

Ο Εβλιγιά Τσελεμπή (τουρκ. Evliya Çelebi, αραβ. اوليا چلبي) ήταν Τούρκος χρονογράφος και περιηγητής. Περιηγήθηκε στην Πελοπόννησο το έτος 1668, και περιγράφει λεπτομερώς τους τόπους που επισκέφτηκε. Για την Αργολίδα και ιδιαίτερα για το Άργος και το Ναύπλιο δίνει ιδιαίτερες πληροφορίες  στο έργο του, Seyahatnâme [Οδοιπορικό]. 

 

Evliyâ Çelebi

Evliyâ Çelebi

Ο Τούρκος περιηγητής Evliyâ Çelebi γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη  στα 1611 η 1612, και πέθανε περί το 1682. Ο πατέρας του ήταν αρχιχρυσοχόος στην Πόλη, και από τη μητέρα του συγγένευε με τον Αχμέτ πασά, υπασπιστή και αργότερα μεγάλο βεζίρη του Μουράτ Δ’. Οι κοινωνικές σχέσεις που μπόρεσε ν’ ανάπτυξη, χάρη στη συγγένεια αυτή και η ωραία φωνή, με την οποία ήταν προικισμένος, τον βοήθησαν  να μπει πολύ νέος στο παλάτι και να λάβει μεγάλη μόρφωση. Ο σουλτάνος εκτίμησε τη φωνή του, όταν, στο ραμαζάνι του 1636 (=τουρκ. 1045), τον άκουσε να ψέλνει στην Αγία Σοφία.

Άρχισε τις περιοδείες του, στα 1640, από την Προύσα, ακολουθώντας συνήθως τα τουρκικά στρατεύματα, πότε σαν πολεμιστής, πότε σαν μουε­ζίνης, άλλοτε με διπλωματική αποστολή και άλλοτε με δική του πρωτοβουλία, «για νά γνωρίση τόν κόσμο». Ταξίδεψε επί 40 χρόνια και επισκέφτηκε την Αίγυπτο, τη Μέκκα, την Περσία, τη Μικρασία, Κριμαία, Μολδαβία, Αυστρία, Δανία, Ολλανδία και Σουηδία. Η εποχή κατά την οποία ταξίδευε ο Evliyâ συμπίπτει με τη μεγάλη ακμή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Το ταξίδι του στην Ελλάδα, με συνοδεία τρεις υπηρέτες και τρεις «συντρόφους», άρχισε στα 1668. Ξεκίνησε από την Αδριανούπολη στις 27-2-1668, με προορισμό το Ηράκλειο της Κρήτης, όπου συνεχιζόταν ο τουρκοβενετικός πόλεμος, διέσχισε την Ελληνική Χερσόνησο, και το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς έφτασε στην Αθήνα, και κατόπιν στην Πελοπόννησο.

Evliyâ Çelebi

Evliyâ Çelebi

Η κλίση του για τα ταξίδια φάνηκε ήδη από το 1630, οπότε και για δέκα χρόνια θα περιηγηθεί την Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της. Τις εντυπώσεις του θα καταγράψει στο πρώτο του βιβλίο. Το 1645 πήρε μέρος στον πόλεμο της Κρήτης και παραβρέθηκε στην άλωση των Χανίων. Το επόμενο έτος θα επισκεφτεί ως τελώνης την  Μικρά Ασία (2ο βιβλίο). Στο τρίτο του βιβλίο θα περιγράψει τα ταξίδια του την κεντρική Ασία, την Συρία, την Παλαιστίνη και την σημερινή Βουλγαρία. Το τέταρτο βιβλίο του αναφέρεται στην κεντρική Μικρά Ασία και στη Βαγδάτη. Το πέμπτο και το έκτο βιβλίο του αναφέρονται γενικά στις χώρες της Σερβίας, της ΒΑ Μακεδονίας, της Αυστρίας, της Βενετίας. Το έβδομο βιβλίο του αναφέρεται στις περιοχές στις ευρωπαϊκές χώρες που βρέχονται από τη Μαύρη Θάλασσα. Μετά πέρασε στην Κασπία και το 1666 έφτασε στο Αζόφ. Το όγδοο βιβλίο του αναφέρεται ολόκληρο στον Ελληνικό χώρο.

Στον τόμο που ασχολείται με την Ελληνική χερσόνησο υπάρχουν πολλές ανακρίβειες σχετικά με την αρχαιοελληνική ιστορία. Υπερεκτιμά τις λαϊκές παραδόσεις και τις παρουσιάζει σαν ιστορικά γεγονότα. Προσφέρει σημαντικό υλικό για την περιοχή και την ζωή κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας. Είναι πιστός στη θρησκεία του και περιφρονεί τους αλλόθρησκους, συμπεριλαμβανομένων και των χριστιανών. Χαρακτηριστικά, τους Έλληνες τους αποκαλεί «κιαφίρ», δηλαδή «άπιστους». Σημειώνει κάθε πληροφορία όπως την ακούει και την παραθέτει χωρίς σχόλια. Παραθέτει πολλούς αριθμούς, ειδικά όταν φτάνει στις πόλεις. Γενικά, το έργο του είναι ανεκτίμητης αξίας για την ιστορία της Ελλάδας.

  

Πηγές

  • Θ. Κωστάκη, «ο Evliya Celebi στην Πελοπόννησο»,  Πελοποννησιακά,  14 (1980/1), 1971. 
  • Θάνος Κονδύλης, « Οι πόλεις της Ηπείρου στα κείμενα ξένων Περιηγητών», μέσα 17ου – μέσα 19ου αιώνα.

Κρανιδιώτικη παραδοσιακή τοπική φορεσιά.


 

Παραδοσιακή φορεσιά – ανδρική και γυναικεία – του Κρανιδίου και της ευρύτερης περιοχής της Ερμιονίδας. Ομιλία  της Ερμιονίτισας κας Μαρίκας Κανέλλη – Τουτουντζή, συλλέκτριας παραδοσιακών ενδυμασιών σε κούκλες μινιατούρες από την Ελλάδα και χώρες του εξωτερικού, στο Λαογραφικό Κέντρο Δήμου Κρανιδίου, την Κυριακή 17 Μαΐου 2009. 

 

 […] Οι παραδοσιακές Ελληνικές φορεσιές είναι εκδήλωση της λαϊκής μας τέχνης και ο λαός εκφράζεται μέσα από αυτές. Είναι ένας σύνδεσμος του παρελθόντος με το παρόν. Γνώρισαν την μεγαλύτερή τους άνθηση στα τέλη του 18ου αιώνα στην Κωνσταντινούπολη  και στα Γιάννενα. Εκεί η καλλιτεχνική και τεχνική δημιουργία έφτασαν στο απόγειό τους. Χαρακτηριστικό είναι το νανούρισμα « κοιμήσου και παράγγειλα στην Πόλη τα προικιά σου, στα Γιάννενα τα ρούχα σου και τα χρυσαφικά σου».

Στο Κρανίδι στο κεφαλοχώρι της επαρχίας μας και στην ευρύτερη περιοχή του η γυναικεία φορεσιά ήταν αρχικά απλή. Η φούστα η βαμβακερή ή μάλλινη μακριά, με πιέτες ή σούρες. Από μέσα φοριόταν λευκό μπλουζάκι και από πάνω ένα κοντό μεσάτο σακάκι. Στο κεφάλι φορούσαν απλό λευκό μαντίλι με αζούρ στο τελείωμα, που το έλεγαν τσεμπέρι ή κούντρο.

Η αντρική φορεσιά ήταν νησιώτικη, φορούσαν πολύπτυχη βράκα σε μπλε ή γαλάζιο χρώμα, λευκό πουκάμισο με φαρδιά μανίκια και από πάνω ένα γιλέκο, βελούδινο ή τσόχινο, κεντημένο με σχέδια από σκούρο κορδόνι και πλεκτά κουμπιά. Στη μέση φορούσαν πολύχρωμο μεταξωτό ζωνάρι και στο κεφάλι φεσάκι το λεγόμενο καλπάκι. Αυτή τη στολή την λέγανε Καραμάνικη.

Κρανιδιώτικη παραδοσιακή τοπική φορεσιάΌπως βλέπουμε η επιρροή για το Κρανίδι αλλά και γενικότερα για την Ερμιονίδα, έρχεται περισσότερο από τη θάλασσα παρά από τη στεριά. Έτσι αναφέρει και η κα Μαρία Βελιώτη σε δημοσιευμένο κείμενό της σε έκδοση του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος. Και έτσι είναι διότι οι φορεσιές της Ερμιονίδας έμοιαζαν με αυτές της Ύδρας και των Σπετσών. Στο Κρανίδι φορέθηκε από λιγοστούς άνδρες και η φουστανέλα. Οι πατριώτες μας ναυτικοί άρχισαν να φέρνουν από ταξίδια τους δώρα στις γυναίκες τους πολυτελή υφάσματα. Έτσι οι φούστες των γυναικών του 18ου και 19ου αιώνα έγινα ταφταδένιες ή βελούδινες, πάντα φαρδιές με σούρες. Το ζακετάκι μεσάτο μεταξωτό ή βελούδινο- ανάλογα με την εποχή και από μέσα λευκοκεντημένο πουκάμισο με πιετάκια και χειροποίητες δαντέλες. Το απλό λευκό μαντίλι του κεφαλιού αντικατέστησε η χρυσοκέντητη από Υδραίες κεντήστρες πιέτα που ήταν το ωραιότερο εξάρτημα- αξεσουάρ όπως θα λέγαμε σήμερα – της Κρανιδιώτικης φορεσιάς.

Οι γυναίκες του Κρανιδίου ξεχώριζαν από όλη την επαρχία για τα πολυτελή ρούχα τους, όπως ξεχώριζαν και τα υπέροχα αρχοντικά πετρόκτιστα σπίτια τους που είχαν κτίσει οι καραβοκυραίοι και καπεταναίοι άνδρες τους. Από τις Υδραίες κεντήστρες έμαθαν την τέχνη της χρυσοκέντητης πιέτας Κρανιδιώτισες, που έφτιαχναν πραγματικά έργα τέχνης συναγωνιζόμενες η μια την άλλη για την ωραιότερη πιέτα. Αναφέρω μερικά ονόματα από κεντήστρες που είχαν την καλοσύνη να με πληροφορήσουν η κα Μαρία Τσεγκή και η θεία μου Μαρία Βογανάτση από την Ερμιόνη, όπως τους είχαν διηγηθεί οι μητέρες τους. Ήταν η Σταματίνα του Καράκαλου, η Καλλιώ Στελλάκη, η Δέσποινα Τσιρτσίκου, η Ελένη Παπαμιχαήλ, η ονομαστή Μαριγώ και άλλες.

Οι πιέτες ήταν τριγωνικές τριών ειδών. Η πρώτη η χρυσή ήταν νυφική (δώρο του γαμπρού μαζί με τα κοσμήματα) κεντημένη με χρυσή κλωστή η ψιλό χρυσό σύρμα (το τερτίλι). Στο τελείωμα είχε κίτρινη μπιρμπίλα από μεταξωτή κλωστή. Μερικές πιέτες είχαν πάνω τους ραμμένα αληθινά μαργαριτάρια. Αυτήν την πιέτα εκτός από την ημέρα του γάμου τη φορούσαν και στις μεγάλες γιορτές. Η δεύτερη πιέτα λεγόταν Πρεβάζι και οι κεντημένες στο χέρι πολύχρωμες μεταξωτές κλάρες, δηλαδή κλαδιά με λουλούδια, ξεκινούσαν από τη γωνία του τριγώνου και απλωνόταν δεξιά και αριστερά έως στις άκρες της πιέτας.

Κρανιδιώτικη παραδοσιακή τοπική φορεσιάΣτην τρίτη πιέτα οι πολύχρωμες μεταξωτές κλωστές αντικατεστάθησαν με τον καιρό από άσπρο μετάξι. Στις άκρες κεντούσαν φεστόνια που σχημάτιζαν γλώσσες. Κάθε γλώσσα είχε ένα ασπροκεντημένο λουλούδι. Αυτήν την πιέτα, που ήταν πολύ όμορφο κομμάτι της φορεσιάς τη φορούσαν στην εκκλησία όταν οι άνδρες ταξίδευαν ή έλειπαν στην Αμερική. Την πρώτη πιέτα και τη δεύτερη που ήταν πλουμιστές τις φορούσαν όταν συνοδεύονταν από τους άνδρες τους. Το μαντίλι της κεφαλής είχε τραγουδηθεί σε όλη την Ελλάδα. Δεν έμεινε πίσω και το Κρανίδι. Σε Αρβανίτικο τραγούδι ένας ερωτευμένος λέει στη καλή του. « Στο μαντίλι με τα πουλιά άγγιξα το χέρι μου και κάηκα». Όλες οι πιέτες ήταν φυτόσχημες παραστάσεις. Μια προίκα είχε τουλάχιστον δυό πιέτες. Το 1903 υπήρξε προίκα με 12 πιέτες μας λέει από πληροφορίες γυναικών της επαρχίας μας η λαογράφος κα Βελιώτη. Στις αρχές του 19ου αιώνα μια τέτοια πιέτα στοίχιζε περίπου 1.500 δρχ, μεγάλο ποσό για την εποχή και μαζί με τα κοσμήματα έφτανε 5.000 δρχ.
Όλες οι πιέτες ήταν φοδραρισμένες με κίτρινο ύφασμα, σύμβολο γονιμότητας και εξ’ αιτίας του κίτρινου χρώματος τις έλεγαν και καναρίνια. Για τα πένθη έφτιαχναν και τις πένθιμες με μαύρα λουλούδια κεντημένες ή ολόμαυρη δαντέλα για το βαρύ πένθος.

Η πιέτα σαν ονομασία για το κεφαλομάντηλο πρέπει να είναι τοπικός όρος, διότι σε καμία βιβλιογραφία δεν συνάντησα τη λέξη πιέτα. Μάλιστα στην έκδοση «Ελληνικές φορεσιές» της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας το συγκεκριμένο κεφαλομάντηλο αναφέρεται σαν Υδραίικο τσεμπέρι η νυφική καλύπτρα. Η πιέτα λοιπόν που σημαίνει πτυχή έδωσε το όνομα στο τοπικό μας μαντήλι διότι η ομορφιά στο δέσιμο οφείλεται στις πτυχές δηλαδή, που σχηματίζονται κυρίως γύρω από το πρόσωπο. Το ίδιο ισχυρίζεται και η κα Γιάννα Παπαντωνίου σε αναφορά στις πιέτες.

Την πιέτα δεν γνώριζαν όλες οι γυναίκες να την δένουν σωστά, γι’ αυτό οι περισσότερες την έπαιρναν από την κεντήστρα έτοιμη δεμένη και την φορούσαν περνώντας την πάνω από το κεφάλι. Απλωνόταν στην πλάτη και στους ώμους σαν εσάρπα και αφού σταύρωνε μπροστά στο στήθος οι άκρες της δένονταν έντεχνα πίσω από το κεφάλι. Έτσι απλωμένη έδειχνε όμορφα η φυτόσχημη παράσταση της.

Στο τέλος οι γιαγιάδες μας συμπλήρωναν το στόλισμα της πιέτας με χρυσές καρφίτσες στις πτυχές, για να κρατηθούν αυτές στην αρχική του θέση. Οι καρφίτσες είχαν σχήματα και ανάλογα με το σχήμα τις έλεγαν χεράκια , πέταλα, στέμματα κτλ.
Μέσα από την πιέτα φορούσαν ένα λευκό μαντήλι από τουλουπάνι, το φακιόλι. Το φορούσαν για δυό λόγους. Πρώτον για να κρατούν την πιέτα καθαρή και δεύτερον για να καρφιτσώνονται καλύτερα και σταθερότερα οι καρφίτσες.

Το στολισμό του ντυσίματός τους συμπλήρωναν ο Ρώσικος μαλαματένιος τους όπως τον έλεγαν σταυρός (χρυσός), «οι περισπωμένες» και τα «κοφινάκια» σκουλαρίκια, η χρυσή μάρκα με το όνομά τους σκαλιστό, και η άγκυρα, δυο χαρακτηριστικές καρφίτσες του τόπου μας.

Μια εικόνα περιγράφει ο αείμνηστος δάσκαλος από την Ερμιόνη Μιχ. Παπαβασηλείου στο βιβλίο του, «Οι Μητσαίοι» αγωνιστές του 1821 το σπίτι των οποίων έχουμε την τιμή να είναι δικό μας. Λέει λοιπόν για τη μητέρα των Μητσαίων». Της καπετάν Γιώργαινας – έτσι έμεινε στην ιστορία το όνομά της – που το στήθος της στόλιζε πάντα ένας μεγάλος ολόχρυσος Ρούσικος σταυρός. Να αναφέρω εδώ ότι η καπετάν Γιώργαινα ήταν αρχόντισσα από γενιά ηρώων καπεταναίων της ιστορικής φαμίλιας Σαρρή από το Κρανίδι.

Η πιέτα φοριόταν από τον 18ο αιώνα και συνέχισαν να την φορούν έως τις αρχές του 20ου αι. Μετά άρχισαν να φοριούνται στο Κρανίδι και σε όλη την επαρχία μας Ευρωπαϊκά φορέματα. Πολλές γυναίκες εγκατέλειψαν την πιέτα και άφησαν ελεύθερο το κεφάλι χτενισμένο με φουσκωτό περίτεχνο χτένισμα και χωρίστρα στη μέση ή χτένισμα με αρχοντικό κότσο.

Από προσωπικές μου αναμνήσεις η πιέτα φορέθηκε έως το 1966 και σιγά – σιγά μπήκε στα σεντούκια των αρχοντικών. Σώθηκαν αρκετές πιέτες που στολίζουν το λαογραφικό σας μουσείο, το Ι.Λ.Μ. Ερμιόνης, στολίζουν κορνιζαρισμένες τα σαλόνια πολλών σπιτιών, μεγάλος αριθμός δόθηκε στις εκκλησίες για άμφια και τις υπόλοιπες σύμφωνα με επιθυμία των γυναικών όταν έφυγαν από τη ζωή τις πήραν μαζί τους για πάντα.

Όσον αφορά τις ανδρικές φορεσιές εξευρωπαΐστηκαν γρηγορότερα από τις γυναικείες και στις αρχές του 20ου αιώνα μετριόντουσαν στα δάκτυλα σε ολόκληρη την επαρχία.  Από τα μπαούλα όπου φυλάσσονταν οι βράκες και οι φουστανέλες, οι ταφταδένιες φούστες και τα γιλεκάκια που ήσαν φορεσιές των παππούδων και των γιαγιάδων μας, ας ανασύρουμε και τις αναμνήσεις των παιδικών μας χρόνων, τότε που οι μητέρες μας κολλάριζαν τις φουστανέλες για τις παρελάσεις και τα θεατρικά, τότε που σιδέρωναν τις βράκες, που φρεσκάρανε τις ταφταδένιες φούστες για να ντυθούμε Βλαχούλες και Αμαλίες, βρακοφόροι και φουστανελάδες και ας κλείσουμε τη σημερινή ομιλία με αυτές τις θύμησες»[…].

 Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα  «ΑΡΓΟΛΙΔΑ», Τετάρτη 27 Μαΐου 2009.

Δαγρέ Ευλογία (1926-2009)

 

 Ευλογία Δαγρέ, ηγουμένη της ιεράς μονής του Αγίου Χαραλάμπους Καλαμακίου Κορινθίας, απόγονη του καπετάν Γιαννάκου Δαγρέ.

 

 Ευλογία ΔαγρέΚοιμήθηκε και τάφηκε την επόμενη στις 2 Απριλίου 2009   στο μοναστήρι του Αγίου Χαραλάμπους Κορινθίας η ηγουμένη  της μονής  αδελφή Ευλογία, κατά κόσμον Δήμητρα Ε. Δαγρέ. Ήταν μια σεμνή τελετή που χοροστάτησε ο Μητροπολίτης  Κορινθίας Διονύσιος Μάνταλος αλλά και πλήθος ιερέων από τις μητροπόλεις Κορινθίας και Αθηνών. Με σεβασμό στην μνήμη της και εκπληρώνοντας την υπόσχεση μου θα προσπαθήσω να παραθέσω τα στοιχεία που εκείνη που μου είχε καταθέσει και να συντάξω το βιογραφικό της.

Η γερόντισσα γεννήθηκε το 1926  στο Μερκούρι Καρυάς. Ο πατέρας της ήταν ο Ευάγγελος Δημητρίου Δαγρές και μητέρα της η Αναστασία Καπετάνιου     από το Μερκούρι. Από την παιδική της ηλικία είχε έντονες τις θύμισες και τις περιγραφές που αφορούσαν τον προγονό της, ήρωα της επανάστασης Γιαννάκο Δαγρέ από την Καρυά. Οι λέξεις Ελλάδα, ελευθερία, είχαν για εκείνη ιδιάζουσα σημασία ακόμη και το άκουσμα του Εθνικού μας ύμνου της πλημμύριζε τα μάτια με δάκρυα και κάθε φορά έφερνε στο νου της την καταγωγή της που την γέμιζε περηφάνια.

Πριν ακόμη συμπληρώσει την πρώτη δεκαετία της ζωής της υιοθετήθηκε από την οικογένεια  Τσεβελέκου στο Ναύπλιο.  Η παιδική της ηλικία το 1940 – 1941 δεν την εμποδίζει να προσφέρει μεγάλο εθνικό έργο. Μεταφέρει μηνύματα από κρυμμένο ασύρματο που χειρίζονται Άγγλοι μέσα στο Ναύπλιο, στους Έλληνες αξιωματικούς . Είναι σημαντικές πληροφορίες με κινήσεις  Ιταλό – Γερμανών , με πολεμικά εργαλεία και αριθμό στρατιωτών, που στέλνονται στα στρατηγεία Μέσης Ανατολής, αλλά και εντολές που έρχονται από εκεί για το κατασκοπευτικό δίκτυο στον ελληνικό χώρο.

Μεγαλωμένη και γαλουχημένη σε οικογένεια με χριστιανικές αρχές εκφράζει την επιθυμία να ακολουθήσει την μοναχική ζωή. Με το τέλος του πολέμου το 1947 εγκαταλείπει το κοσμικό περιβάλλον και φτάνει στην γυναικεία μονή της Λέχοβας Κορινθίας. Έπειτα από δέκα τέσσερα χρόνια σκληρής ασκητικής ζωής η κλονισμένη υγεία της δεν της επιτρέπει να συνεχίσει την παραμονή της στη Λέχοβα. Δεν επιθυμεί να αποσπάσει τις άλλες αδελφές της μονής από το χριστιανικό τους έργο ούτε να επιστρέψει στην οικογένειά της που την περιμένει με ανοιχτές αγκαλιές. Παρακαλεί  τον τότε μητροπολίτη Κορίνθου Προκόπιο να της επιτρέψει να τοποθετηθεί στο έρημο εκκλησάκι του Αγίου Χαραλάμπους ως νεωκόρος. Αυτό επιτυγχάνεται το 1961. Από τότε ως την ημέρα που οι σωματικές της δυνάμεις την εγκατέλειψαν κατάφερε με πολύ σκληρή δουλειά αλλά και με την βοήθεια όλων των συγγενών της να στήσει την ιερά μονή Αγίου Χαραλάμπους , να την επεκτείνει, και να  θεμελιώσει τον ναό του Αγίου Στεφάνου και τα παρεκκλήσια των αγίων Ακύλα, Πρίσκιλλας και Τρύφωνα, συμπληρώνοντας εξήντα δύο χρόνια μοναχικής ζωής. Το σημαντικότερο της έργο ήταν ότι κατάφερε οι άνθρωποι στο μοναστήρι να βρίσκουν πραγματική θαλπωρή  αγάπη και ελπίδα. Με περίσσια αγάπη και σεβασμό  δέχθηκε και τον υπερήλικα ιερομόναχο Αγαθάγγελο Μπλάτσο από το Κουτσοπόδι τον οποίο εξυπηρέτησε και γηροκόμησε για μια οκταετία.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                            

Η σεμνότητά της, η ταπεινοφροσύνη, ο σεβασμός και η αφοσίωσή της στο θεό όλα αυτά τα χρόνια της έχουν ανοίξει το δρόμο για τα τις ουράνιες αγκαλιές. Να ευχηθώ την εξ ύψους παρηγορία στους αδελφούς, τα συγγενικά πρόσωπα αλλά και στις αδελφές της μονής Μαγδαληνή και Σοφία που βαδίζουν στα βήματά της γερόντισσας συνεχίζοντας το θεάρεστο έργο της.

  

Ελένη Φλέσσα

 

Πηγές

  •  Προσωπικό αρχείο Γερόντισσας Ευλογίας
  • Το ιερό ησυχαστήριο Αγίου Χαραλάμπους  (Ι.Δ.Μπαλαφούτα)

Ναύπλιο 1668 – Εβλιγιά Τσελεμπή 

 

 Ο Τούρκος περιηγητής Evliya Çelebi (1611-1681), ο οποίος περιηγήθηκε την Πελοπόννησο το έτος 1668, περιγράφει λεπτομερώς τους τόπους που επισκέφτηκε. Ας δούμε τη γράφει για το Ναύπλιο στο βιβλίο του Seyahatnâme [Οδοιπορικό]. 

 

[…] Αποδώ – εννοεί από το Άργος – με κατεύθυνση προς ανατολάς, μετά δύο ώρες φτάσαμε στο χωριό Κότσιγια, και συνεχίζοντας το δρόμο μας νότια ήρθαμε μετά μιαν ώρα στο παλιό Ναύπλιο. Ανάμεσα σε αμπέλια ήταν ένα πέτρινο ερειπωμένο κτίσμα. Αφού γυρίσαμε μια ώρα αυτό το μέρος, φτάσαμε στο Φρούριο του Ναυπλίου.

Στην Ιταλική και φράγκικη γλώσσα λέγεται Ανάπλιγε. Ο Πορθητής δε μπόρεσε να το κατάκτηση έπειτα από πολιορκία του. Δε μπόρεσε επίσης να το κατάκτηση και ο σουλτάνος Βαγιαζίτ, αν και το είχε πολιορκήσει. Το έτος …. το κατέκτησε ο βεζίρης του σουλτάνου Σουλεϊμάν Γκιουζελτζέ Κασίμ. Αυτό το φρούριο του Ναυπλίου είναι χάσι του πασά του Μορέος και βοϊβοδαλίκι. Ο διοικητής του δικαιούται σε πληρωμή 300 ακτσέδες. Είναι ιερός καζάς. Ο ιεροδίκης του εισπράττει 10 πουγγιά τό χρόνο.

 

Άποψη του Ναυπλίου. Χαλκογραφία, Gasp. Bouttats, 1690.

Άποψη του Ναυπλίου. Χαλκογραφία, Gasp. Bouttats, 1690.

 

Εδρεύουν εδώ: μωαμεθανός θρησκευτικός αρχηγός, ο αντιπρόσωπος των σερίφηδων της Μέκκας «παρά τω χαλίφη», ο sursat, o nuzul, επιμελητεία, τελώνης, λογιστής, φοροϋπάλληλος, αρχιτέκτων, o κετχουντάς των ιππέων, ο αρχηγός των γενιτσάρων, ο εντεταλμένος για τον κεφαλικό φόρο, ο αποθηκάριος και ο επιθεωρητής των αποθηκών. Όλες οι προμήθειες και οι τροφοδοσίες πού έπρεπε να αποσταλούν στην Κρήτη είχαν στοιβαχτή εδώ σε πολύ μεγάλες ποσότητες. Η πόλη είχε μεταβληθή σε ωκεανό από ανθρώπους. Υπάρχουν ο αγάς του φρουρίου, 20 αρχηγοί των στρατιωτών, οι αρχηγοί (:αγάδες) των δεξιών και των αριστερών πτερύγων του στρατού, ο αγάς των εθελοντών, ο αζέπ, μπεσλϊ, πυροβολητές, θωρακοφόροι, καπετάνιος, λιμενάρχης, οι αρχηγοί του φρουρίου του κυματοθραύστη. Οι άπιστοι Έλληνες είχαν επικεφαλής τους Portoports (συμβολαιογράφος ή πρωτόπαπας)  τους. Υπάρχουν πολλοί φεουδαρχίες και πρόκριτοι, πολλοί μορφωμένοι, πολλοί πασάδες και πολλοί γιοι των μπέηδων…  Ιδιαίτερα, από τα παιδιά του Μαριόλ ο Απτή πασάς, ο Μουσταφά πασάς, ο Χασάν πασάς. Πρόκειται για ναυάρχους με δυο ουρές, οι όποιοι αναστατώνουν τη Μεσόγειο.

 Οι τοίχοι του φρουρίου: Το φρούριο βρίσκεται στο τέλος του κόλπου του Ναυπλίου, πάνω στην παραλία. Είναι αρκετά μακρύ και τριώροφο, με γερούς τοίχους. Υπάρχει τζαμί  του Σουλεϊμάν Χάν (σουλτάνου), πού έγινε από εκκλησία. Ανέβηκα στο μιναρέ αυτού του τεμένους με 65 σκαλοπάτια και έκανα σχέδιο της πόλεως. Το τζαμί έχει μεγάλη στέρνα. Υπάρχουν επίσης 200 μουσουλμανικά σπίτια. Στο εσωτερικό φρούριο δεν υπάρχουν αμπέλια και κήποι. Προς το νότιο μέρος δεν υπάρχει τείχος. Στο ανατολικό μέρος του εσωτερικού κάστρου υπάρχουν τέσσερα φρούρια. Έχει πόρτα προς τη Δύση. Το εσωτερικό είναι (κατάλληλο για;) πεδίο μάχης. Έχει ένα τέμενος και πέντε σπίτια. Όταν πάς προς τα κάτω, έχει ακόμη ένα φρούριο, ακόμη πιο κάτω είναι ένα άλλο φρούριο. Είναι θάλασσα από τα τέσσερα μέρη. Το σημείο της συμβολής με τη ξηρά είναι 500 βήματα. Μπροστά στη μεγάλη πόρτα του φρουρίου υπάρχει μια αίθουσα συνεδριάσεων.

Η πόλη κάτω από το φρούριο: (Το φρούριο) βρίσκεται στην παραλία. Η περιφέρεια του φτάνει τα 4.000 ανοιχτά βήματα. Έχει 42 πύργους βασιλικούς και γύρω πέντε πόρτες. Υπάρχουν 1.600 σπίτια των βεζίρηδων, των μπεηλερμπέηδων (στρατιωτικοί και πολιτικοί διοικητές μιας περιοχής) και των προκρίτων. Στο επάνω φρούριο τέτοια παλάτια δεν υπάρχουν. Τα παλάτια του Mcryologlu και του Seyhi εφέντη είναι ξακουστά.

Τζαμιά. Επειδή ή κοινότητα είναι μεγάλη, μέσα στην αγορά του υπάρχουν δύο τζαμιά. Στο επάνω φρούριο υπάρχει τζάμι του Σουλεϊμάν Χάν. Καταστήματα. Υπάρχουν 200 καταστήματα, τρία χάνια και μερικές βρύσες. Ικανοί τεχνίτες μικρού παζαριού. Έξω από τη μεγάλη πύλη υπάρχουν 50 μαγαζιά. Την Κυριακή γίνεται μεγάλο παζάρι.

Τα νερά του. Αυτή ή πόλη υδρεύεται από δύο μέρη. Τα νερά της όμως είναι ζεστά. Το νερό του Κασίμπασα είναι γλυκό. Οι ωραίες γυναίκες είναι ενάρετες και σπιτικές. Είναι επίσης πνευματώδεις και ένα κομμάτι ήλιου. Τα σπίτια των αρχόντων είναι Απτίπασα, Μουσταφάπασα, Χασάνπασα, Σεί­χη εφέντη. Οι γιατροί είναι πολλοί: ο Ρωμιός Μιχαλάκης και ο σκλάβος του Απτίπασα Μανολάκης είναι διάσημοι. Οι χειρούργοι Ουστά Habib (Θεόφιλος) και Ουστά Ρετζέπ.

 Το ντύσιμο. Οι ωραίοι νέοι φορούν prangone από τσόχα ποικιλόχρωμη. Όλοι είναι λεβέντες. Οι γυναίκες φορούν φερετζέδες από τσόχα πολύχρωμη και σκεπάζουν λίγο τα πλατιά τους κεφάλια. Τα ονόματα των προστατών των πλοίων είναι: Νταή Μουράτ, νταή Σετχάζ, νταή Άλβέζ, νταή Κακομοίρης. Οι υπηρέτες είναι Φράγκοι: Περβίζι, Σαχβάζι, Χεχζάτ, Μοχλί, Μπαλί. Ονόματα σκλάβων γυναικών: Άταμπέ, Κατιμπέ, Σαχιμπέ, Μουσεμμά, Τζανφετά, Σουριζέ.

Το κλίμα του. Σύμφωνα  με τούς μάγους και τούς αστρολάβους, στην 28° βρέθηκε στον αστερισμό του Ζυγού και της Αφροδίτης. Το κλίμα του είναι πολύ γλυκό. Οι εκκλησίες. Προς τη δυτική πλευρά της πόλεως, μέσα στις συνοικίες των άπιστων υπάρχουν εφτά εκκλησίες. Οι κάτοικοι είναι έμποροι, ναυτικοί και μαραγκοί. Παράξενο τιλισίμ. Σ’ αυτή την πόλη δεν υπάρχουν ούτε υπήρξαν ποτέ φίδια, σκορπιοί και σαρανταποδαρούσες. Συνεπεία περιέργου τιλισίμ, κάθε χρόνο (ψάρια) κέφαλοι πού έρχονται εδώ να επισκεφτούν το φυλαχτό τους, ψαρεύονται. Το σιτάρι και το μπαμπάκι τους είναι περίφημα. Παράγουν λίγα κριθάρια και φακές. Τα σταφύλια τους είναι πολύ ζουμερά. Οι ελιές, τα σύκα, τα ρόδια είναι περίφημα. Χειμώνα και καλοκαίρι δεν λείπουν τα μαρούλια, το κάρδαμο, σαλάτες, κρεμμύδια και λοιπά χορταρικά τους. Ο μπακλαβάς τους, πού λέγεται güllac και το περδικονέφρι τους πουθενά άλλου δεν υπάρχουν. H λεμονάδα με αγνό μέλι και το σερμπέτι τους από ρόδια είναι περίφημα. Το κρασί είναι κόκκινο σαν το αίμα του γερανού, άλλα λένε πώς δεν προκαλεί μεθύσι. Γύρω στην πόλη υπάρχουν 18.000 αμπέλια.

 Στο λιμάνι της χωρούν, το ένα κοντά στο άλλο, 1.000 καράβια, άλλα σε περίπτωση αγκυροβολιάς χωρούν τριακόσια καράβια. Μια φορά το χρόνο έρχονται προς το φρούριο του Καστελιού αμέτρητοι κέφαλοι, γιατί υπάρχει τελεσίμ του ψαριού. Στη μέση του μεγάλου λιμανιού, πάνω στην κορφή ενός μικρού νησιού υπάρχει φρούριο του Καστελιού τετράγωνο, πού φυλάει το λιμάνι. Η περιφέρεια του είναι 300 βήματα. Υπάρχουν εκεί: ένα τζαμί, πέντε σπίτια και πενήντα υπερασπιστές του φρουρίου. Τα κανόνια του φρουρίου Καστέλι αποτρέπουν ακόμη και το κάθισμα του πουλιού στην περιοχή του λιμανιού. Μέσα υπάρχει στέρνα και μεγάλα κανόνια. Σαν τόπο προσκυνήματος έχουν πρώτα το Σελίμ baba.

Αφού πορευτήκαμε από δω ανατολικά, ύστερα από δίωρη πορεία, περάσαμε το χωριό Βολυμιρό, πού είναι τσιφλίκι του σπιτονοικοκύρη μας Σείχ εφέντη, και κατόπιν το χωριό Ήρια. Είναι τσιφλίκι του Τουρκούτ πασά. Συνεχίζοντας το δρόμο μας προς τ ανατολικά, μετά τρεις ώρες περάσαμε το μοναστήρι Avgoz. Ύστερα από τέσσερις ώρες πορεία προς τα ανατολικά, περάσαμε το χωριό Ersóles, πού βρίσκεται μέσα σε πέτρες. Ακόμα πιο κάτω στην παραλία ήρθαμε σε ένα μεγάλο χωριό των άπιστων Ρωμιών. Ύστερα από τρίωρη πορεία στην παραλία, προχωρώντας παραλιακά, περάσαμε το χωριό Pasya με πενήντα σπίτια απίστων. Είναι ναχιγιές της Κορίνθου[…].

 

Πηγές

  • Evliya Çelebi, «Seyahatnâme [Οδοιπορικό]», 8ος τόμος , Κωνσταντινούπολη: Türk Tarih Kurumu, 1928.
  • Θ. Κωστάκη, «ο Evliya Celebi στην Πελοπόννησο»,  Πελοποννησιακά,  14 (1980/1), 1971. 

Άργος (Arhoz, Erhoz) 1668 – Εβλιγιά Τσελεμπή

 

Ο Τούρκος περιηγητής Evliya Çelebi (1611-1681), ο οποίος περιηγήθηκε την Πελοπόννησο το έτος 1668, περιγράφει λεπτομερώς τους τόπους που επισκέφτηκε. Ας δούμε τη γράφει για το Άργος στο βιβλίο του Seyahatnâme [Οδοιπορικό]. 

 

Αποδώ – εννοεί την Τρίπολη- περνώντας από ενέδρες των ληστών και πορευόμενοι επί έξι ώρες προς την κατεύθυνση της Μέκκας, φτάσαμε στο Φρούριο του Άργους. Πρόκειται για κτίσμα των Βενετών. Κατακτήθηκε από το βεζίρη του σουλτάνου Σουλεϊμάν ναύαρχο Gulelce Κασίν πασά. Είναι καζάς.

Τοποθεσία – θέση του φρουρίου: Το φρούριο, πάνω σ’ ένα λόφο γυμνό, είναι τετράγωνου σχήματος, βρίσκεται σε απόσταση βολής πυροβόλου από την παραλία. Έχει μια πύλη προς νότο. Μέσα έχει έσώκαστρο. Μέσα στο φρούριο υπάρχουν 150 σπίτια πού, ένεκα της πανούκλας, τα είχαν εγκαταλείψει οι ιδιοκτήτες τους και γι αυτό είναι ερειπωμένα. Στο δυτικό μέρος του έξω κάστρου υπάρχει ένας ψηλός πύργος. Και αυτός ο πύργος είναι σαν ένα εσωτερικό κάστρο στο κάστρο. Και στην κορφή του πύργου κτίστηκε ένα πέτρινο κτίσμα με τρούλο. Εδώ υπάρχουν πέντε κανόνια βασιλικά. Μέσα στον πύργο υπάρχουν όχταώροφα γεμάτα ποικίλα πολεμοφόδια και τρόφιμα. Μέσα στο κάστρο υπάρχουν δεκαπέντε σπίτια με κεραμίδια. Βρίσκεται ένα τζαμί του Φατίχ Πορθη­τή Μωάμεθ. Η περίμετρος του φρουρίου είναι 2.100 βήματα. Το φρούριο περιβάλλεται από γυμνούς γκρεμούς και δεν έχει τάφρο. Το επάνω μικρό προάστιο. Υπάρχουν 80 σπίτια μωαμεθανών και χριστιανών.

 

 

Argos, Coronelli, «Morea, Negreponte, e Adiazenze», Venezia, 1685

Argos, Coronelli, «Morea, Negreponte, e Adiazenze», Venezia, 1685

 

Η κάτω πόλη του Άργους:  Από τον επάνω εξώτοιχο ώς τον εξώτοιχο στην κατηφοριά είναι ακριβώς 3.000 βήματα. Στην πόλη υπάρχουν 800 σπίτια και είναι σκόρπια μέσα στον κάμπο. Τα σπίτια έχουν αμπέλια και κήπους. Υπάρχουν 2 τζαμιά και 10 μικρά τζαμιά των γειτονιών. Αποτελείται από 11 γειτονιές. Οι γειτονιές Κετχουντά είναι περίφημες.  Η πόλη έχει 1 ιεροσπουδαστήριο, 2 σχολεία,* 2 τεκέδες, 1 χαμάμ, 1 χάνι και 20 αραιά καταστήματα, 500 πηγάδια. Το νερό και το κλίμα της είναι θαυμάσια. Υπάρχουν αμέτρητα αμπέλια και κήποι και 40 ειδών ζουμερά σταφύλια.

 

Υποσημείωση

 

* Σχετικά  με την πόλη του Άργους ο Evliya Çelebi  δίνει συγκεκριμένες πληροφορίες για τον αριθμό των οθωμανικών σχολείων της πόλης χωρίς, ωστόσο, να δίνει κάποια άλλα στοιχεία. Στο έργο του καταγράφονται δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης (mektep) και ένας μεντρεσές (medrese). Το  πρώτο σχολείο βρισκόταν κοντά στο τέμενος του Οσμάν Πασά (Osman Paşa Câmii), ενώ το άλλο κοντά στο τέμενος του Τοπάλ Ιμπραήμ Εφέντη (Topal İbrahim Efendi Câmii). Τέλος, ο μεντρεσές της πόλης  βρισκόταν στη συνοικία Καραμουτζά.  

Καραμουτζά μαχαλάς: μία από τις τέσσερις συνοικίες του Άργους κατά την τουρκοκρατία, η οποία βρισκόταν στο ΝΑ τμήμα της πόλης και η οποία πήρε την ονομασία της από κάποιον Καραμουτζά. Στην εν λόγω συνοικία υπήρχε μουσουλμανικό τέμενος και νεκροταφείο (σημερινός Άγιος Κωνσταντίνος) και πέριξ αυτού το διοικητήριο, το σεράι του Αλή Νακή Μπέη, λουτρά και το ιεροσπουδαστήριο (μεντρεσές).      

 

Πηγές

  • Evliya Çelebi, «Seyahatnâme [Οδοιπορικό]», 8ος τόμος , Κωνσταντινούπολη: Türk Tarih Kurumu, 1928.
  • «Τα οθωμανικά σχολειά της τουρκοκρατούμενης Πελοποννήσου», Ευάγγελος Τσιανακας, (Υπ. Δρ Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής Φιλοσοφικής Σχολής Α.Π.Θ.).
  • Θ. Κωστάκη, «ο Evliya Celebi στην Πελοπόννησο»,  Πελοποννησιακά,  14 (1980/1), 1971. 
  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 

Πρασσά Αννίτα

Αννίτα Πρασσά Η Αννίτα Πρασσά γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ναύπλιο. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου έλαβε το διδακτορικό της δίπλωμα στη Νεότερη Ελληνική Ιστορία. Είναι προϊσταμένη των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ) του νομού Μαγνησίας στο Βόλο. Στο πλαίσιο της λειτουργίας των ΓΑΚ έχει διοργανώσει σεμινάρια και εκπαιδευτικά προγράμματα για εκπαιδευτικούς και μαθητές. Έχει διδάξει στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας τα γνωστικά αντικείμενα «Νεότερη Ελληνική Ιστορία» και «Διδακτική της Ιστορίας». Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα καθώς και τα δημοσιεύματά της αφορούν κυρίως τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό, το Φιλελληνισμό, τα πρώτα χρόνια της συγκρότησης του νεοελληνικού κράτους, τη διαμόρφωση της νεοελληνικής συνείδησης καθώς και τη νεότερη θεσσαλική ιστορία. Έχει την επιστημονική ευθύνη ενός ευρωπαϊκού ερευνητικού προγράμματος με θέμα τον Ιωάννη Καποδίστρια. Έχει λάβει μέρος σε πολλά επιστημονικά συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό και άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε επιστημονικά περιοδικά. Το 1997 συμμετείχε στην επιστημονική επιτροπή του Ελληνορωσικού Επιστημονικού Συνεδρίου σχετικά με τον Ιωάννη Καποδίστρια, που διοργανώθηκε στο Ναύπλιο από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας και τη ρωσική Πρεσβεία στην Αθήνα.

Έχει γράψει τα βιβλία:» Ιωάννης Καποδίστριας. Ο αναγεννώμενος Φοίνιξ» (1776-1831), εκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1998, «Ο Φιλελληνισμός και η Επανάσταση του ’21», εκδ. Δημιουργία, Αθήνα 1999, «Όψεις και πραγματικότητες της εκπαιδευτικής πολιτικής του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Η περίπτωση των Κυκλάδων (1828-1832)», εκδ. Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη 2003. Είναι τακτική συνεργάτις του περιοδικού «Ε- Ιστορικά» της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία».