Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Δαγρές Ανανίας                                       

 

 

Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Παναγίας Κατακεκρυμμένης Άργους. Γόνος της γνωστής οικογένειας των Δαγρέων από την Καρυά. Ο πατέρας του Δημήτριος αδελφός των οπλαρχηγών Γιαννάκου και Θανάση Δαγρέ εγκαταστάθηκε στο Κουρτάκι (χωριό ανατολικά του Άργους), και λίγα χρόνια πριν την επανάσταση παντρεύτηκε  μια αρχοντοπούλα της περιοχής. Καρποί του γάμου τους ήταν οι Αδριανός (μετέπειτα ιερομόναχος και ηγούμενος), Κων/νος, Αθανάσιος, Αναστάσιος και μια κόρη. Ο Αδριανός σε νεαρή ηλικία ασπάσθηκε το Αγγελικό σχήμα στο Άγιο Όρος και μετονομάσθηκε σε Ανανία. Επέστρεψε το 1846 στην Αργολίδα και έγινε ηγούμενος της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης.

 

Παναγία Κατακεκρυμμένη ή Πορτοκαλούσα

Παναγία Κατακεκρυμμένη ή Πορτοκαλούσα

Ήταν μεγαλοπρεπής, επιβλητικός, άριστος στην λειτουργία, φιλάνθρωπος και ελεήμων. Με την μεγάλη περιουσία που διέθετε έκανε πολλά και σημαντικά έργα στην μονή. Ίδρυσε πρακτική ιερατική σχολή από την οποία αποφοίτησαν μεταξύ των άλλων οι Δημήτριος Παπαδημητρίου ή Καπαρελιώτης 1892, και Γεώργιος Θεωνάς 1896, ιερείς και εφημέριοι του ναού του Τιμίου Προδρόμου

Ο σημαντικός αυτός άνθρωπος έπεσε στη δυσμένεια του στρατηγού Δημήτρη Τσώκρη. Η παράδοση αναφέρει ως αφορμή τις οικογενειακές καθώς και τις πολιτικές μεταξύ τους διαφορές που οδήγησαν τον στρατηγό να διώξει τον ηγούμενο από την μονή. Ο πατέρας Ανανίας με μεγάλη θλίψη και αγανάκτηση αναγκάζεται να εγκαταλείψει το μοναστήρι. Κατηφορίζοντας και περνώντας έξω από το σπίτι του στρατηγού το οποίο έδειξε με το δάκτυλό του  είπε σε αυτούς που τον συνόδευαν: Παιδιά μου δεν καταρώμαι αλλά προαισθάνομαι ότι εις αυτό το σπίτι θα λαλήσουν κουκουβάγιαις !!!. Και προφέροντας αυτές τις λέξεις σκούπιζε με το μαντήλι τα δάκρυα του. Την  εξαφάνιση της οικογένειας Τσώκρη οι παλαιότεροι Αργείοι την απέδιδαν στην « κατάρα» του ηγούμενου και έλεγαν: « το είπε ο παπά- Ανανίας κουκουβάγιες θα λαλήσουν στο σπίτι του Τσώκρη». Ο Ανανίας στη συνέχεια μετέβη στην ιερά μονή της Κοιλάδας Κρανιδίου την οποία ανέδειξε και αύξησε οικονομικά με κινητή και ακίνητη περιουσία. Κοιμήθηκε το 1865 και ετάφη στο Κουρτάκι Αργολίδας.

 

Ελένη Φλέσσα

 

Πηγές

 

  • Εκλογικοί κατάλογοι Δήμου Άργους (χωριό Κουρτάκι) 1844.
  • Αναστάσιος Τσακόπουλος, « Iστορικά και λαογραφικά σημειώματα» τόμος Ά, σελ. 181-182, Αθήναι, 1960.   
  • Ιωάννης Χαβιαρλής, «Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη του Άργους», Άργος, 2004.

 

Richard Chandler (1738-1810)

 

Άγγλος λόγιος και αρχαιολόγος, που επισκέφθηκε την Ελλάδα στο διάστημα 1764-66. Η αγγλική αρχαιόφιλη εταιρεία των Dilettanti τον όρισε επικεφαλής τής πρώτης επιστημονικής αποστολής που πραγματοποιήθηκε στον ελλαδικό χώρο. Ο Τσάντλερ συνοδευόταν στο ταξίδι του από τον αρχιτέκτονα Nicholas Revett και το ζωγράφο William Pars. Στην αρχή οι τρεις συμπατριώτες επισκέφθηκαν τις αρχαιότητες των παραλίων της Μ. Ασίας.

Στη συνέχεια περιηγήθηκαν την Αττική, την Πελοπόννησο, τους Δελφούς στη Στερεά. Τα κείμενα του Τσάντλερ απέκτησαν εξαιρετική φιλολογική αξία, οι παρατηρήσεις του εμπλούτισαν με πλήθος στοιχείων τις γνώσεις μας για τη γεωγραφία του ελλαδικού χώρου και τη χωροθέτηση των αρχαιοτήτων. Επίσης ο Τσάντλερ ανέδειξε μέσα από το έργο του τους χαρακτήρες των σύγχρονων Ελλήνων, τα ήθη και τις νοοτροπίες τους, κι αυτό συνιστά σημαντική συμβολή του Τσάντλερ στη διαμόρφωση της δυτικής συναντίληψης για τον Ελληνισμό του 18ου αιώνα.

 

 

Πήγες

 

 

  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Περιηγητές Ι», τεύχος 43, 10 Αυγούστου 2000.
  • «Travels in Greece», Richard Chandler
  • Wikipedia, Richard Chandler 

 

 

William Martin Leake (1777-1860) 

 

 

Ο Αντισυνταγµατάρχης William Martin Leake  (Ουίλιαμ Μάρτιν Λικ), θεωρείται σήµερα από τους σηµαντικότερους περιηγητές της Ελλάδας σε αναζήτηση αρχαίων Ελληνικών Μνημείων και περιοχών.

 

Σημαντικότερα έργα του είναι:

·  Topography of Athens (1821)

·  Travels in the Morea (1830), και συμπλήρωμα, Peloponnesiaca (1846)

·  Travels in Northern Greece (1835)

·  Numismata Hellenica (1854), με συμπλήρωμα το 1859.

 

 

William Martin Leake, by Christian Albrecht Jensen oil on canvas, 1838

William Martin Leake, by Christian Albrecht Jensen oil on canvas, 1838

Ο Leake στα ταξίδια του περιγράφει την κοινωνικοοικονοµική κατάσταση της Ελλάδας στο 19ο αιώνα, τα τελευταία χρόνια της Οθωµανικής κατοχής πριν από την επανάσταση του 1821. Ο Leake έχει κάνει γενικά συνεπείς αναφορές από την περιήγησή του και αυτό επιβεβαιώνεται συχνά από την αρχαιολογική και ιστορική έρευνα. Ο Leake γεννήθηκε στο Bolton Row του Picadilly στις 14 Ιανουαρίου 1777. Στα δεκαπέντε του κατατάχθηκε στη Βασιλική Στρατιωτική Ακαδημία της Μ. Βρετανίας όπου έλαβε στρατιωτική εκπαίδευση και γνώσεις µαθηµατικών, τοπογραφίας και εξερεύνησης. Το 1796 µμετατέθηκε για 3 χρόνια στην Αντίγκουα. Τον Ιούλιο του 1798, ο Γαλλικός Στρατός εισέβαλε στην Αίγυπτο που ήταν τότε Οθωµανική Κτήση. Η Βρετανία, για να αντιδράσει, έστειλε για βοήθεια στην Τουρκία Στρατιωτική Αποστολή υπό την ηγεσία του Στρατηγού Κόελερ µε τη συµµετοχή του Leake όπου παρέµεινε έως το 1803, κάνοντας περιηγήσεις στη Μικρά Ασία, Συρία και Αίγυπτο. Από το 1804 έως το 1807, ο Leake ήλθε στην Ελλάδα µε την εντολή να κάνει περιηγήσεις και να βοηθήσει την Τουρκική Στρατιωτική Διοίκηση κατοχής στο να επισηµάνει αδυναµίες στην οχύρωση ώστε να αντισταθεί σε ενδεχόμενη επίθεση από το γαλλικό Στρατό. Στην διάρκεια την περιοδείας του ο Leake επισήµανε αρχαία ερείπια και έκανε συλλογή από αρχαία νοµίσµατα. Στα 1808, ο Leake ήλθε ξανά στην Ελλάδα για να παρουσιάσει στον Αλή Πασά, νέα όπλα και πυροµαχικά που πουλούσε ο Αγγλικός Στρατός. Από το 1809 έως το 1810, ο Leake έµεινε στο Παλάτι του Αλή Πασά στα Ιωάννινα, επισκεπτόμενος κατά διαστήματα την Ήπειρο και τη ΘεσσαλίαΤο 1810 επέστρεψε στην Αγγλία όπου ασχολήθηκε πλέον µε τη δημοσίευση των έργων του (πάνω από 10 βιβλία και περισσότερα από 30 δημοσιεύσεις σε περιοδικά). Εκτός από νοµίσµατα ο Leake συνέλεξε µάρµαρα, µπρούτζινα αρχαία έργα και κύπελα. Τα µάρµαρα εκτίθενται στο Βρεταννικό Μουσείο και περιλαμβάνουν τµήµατα µε αρχαίες επιγραφές που του χάρισε ο Αλή Πασσάς. Τα υπόλοιπα µέρη της συλλογής του, τα δώρισε µετά θάνατον στο Πανεπιστήµιο Cambridge και βρίσκονται σήµερα στο µουσείο Fitzwilliam.

 

 

 

Ο William Martin Leake σε Άργος και Ναύπλιο

 

 

Στις 16 Φεβρουαρίου 1806 ο Άγγλος περιηγητής αρχίζει το δεύτερο ταξίδι του στο Μοριά : Πάτρα, Γαστούνη, Τρίπολη, Αργολίδα. Ο δρόμος του Αχλαδόκαμπου ήταν όλος στρωμένος. Στο Άργος, όταν έφτασε διαπίστωσε ότι επικρατούσε μεγάλη ανησυχία ανάμεσα στους Έλληνες προστατευόμενους των ξένων Δυνάμεων, ιδίως της Ρωσίας.

 

Ο πασάς είχε ζητήσει να καταγραφεί η περιουσία των μπερατλήδων και φερμανλήδων και πρόσταξε να μένουν μαζί με τους προξένους τους. Γενική ήταν ή αντίληψη ότι το μέτρο είχε στόχο τους Υδραίους και τους Σπετσιώτες. Σ’ αυτά τα νησιά ο μισός αριθμός των πλούσιων εμπόρων και καραβοκύρηδων είχαν εξασφαλίσει ρωσική προστασία. Τα καράβια τους μετέφεραν με ρωσική σημαία στάρια στη Μεσόγειο με ανταλλαγή αποικιακών προϊόντων και κρασιών. Μια ομάδα μη προστατευομένων Ελλήνων αυτών των νησιών, διεκδικώντας τους χαμηλούς δασμούς και τα άλλα πλεονεκτήματα των προστατευομένων συμπατριωτών τους που εμπορεύονταν με τους Φράγκους, κατέφυγαν στην Πύλη και διαμαρτυρήθηκαν και για την ανισότητα και για τις προκλήσεις των ανταγωνιστών τους. Ο περιηγητής παραδίδει ότι το Βιλαέτι του Άργους ήταν φέουδο μιας σουλτάνας και για πολλά χρόνια είχε απαλλαγή από την υποχρέωση να προσφέρει καταλύματα στους ταξιδιώτες. Ακόμα και πασάδες πού περνούσαν από τον κάμπο έπρεπε να σταθούν έξω από την πόλη για ν’ αλλάξουν τα άλογά τους.

 

Τα προνόμια αυτά είχαν προσελκύσει στο Άργος πολλούς εύπορους Έλληνες. Αλλά κατά την περίοδο του ταξιδιού του Leake τα προνόμια είχαν καταργηθεί και η πολιτεία υπέφερε πολύ, καθώς βρισκόταν πάνω στην κεντρική αρτηρία που οδηγούσε από το βορρά στην Τριπολιτσά. Υπέφερε κυρίως από τους θρασύτατους και άνομους Τούρκους του Αναπλιού.

 

Το γειτονικό Ανάπλι βρισκόταν σε παρακμή. Ως το 1790 ήταν έδρα του πασά του Μοριά και συγκέντρωνε όλους τους αγάδες ενώ το Άργος συγκέντρωνε τους Έλληνες προεστούς. Έτσι τ’ Ανάπλι είχε μεταβληθεί σε τουρκική πρωτεύουσα και το Άργος σε ελληνική. Με τη μετακίνηση όμως της έδρας του πασά στην Τριπολιτσά το 1791 και μια φοβερή επιδημία που ακολούθησε άρχισε η παρακμή. Τ’ ‘Ανάπλι ερημώθηκε. Το 1806 είχαν απομείνει μερικοί αγάδες (τόμος Γ΄1, σ. 422-424).

 

 

Map of the Peloponnesus by William Martin Leake

Map of the Peloponnesus by William Martin Leake

Ο William Martin Leake στα Μέθανα 

 

 

 

William Martin Leake

William Martin Leake

Το όνομα Μέθανα, αναφέρει ο Leake, εμφανίζεται να αποτελεί μία δωρική παραλλαγή του ονόματος Μεθώνη, την οποία χρησιμοποιεί αργότερα ο Θουκυδίδης γράφοντας σε αττική διάλεκτο. Ωστόσο, η δωρική ονομασία (ο πληθυντικός δηλαδή του ουδετέρου γένους) επικράτησε ως τις μέρες μας, ακριβώς στην ίδια μορφή που χρησιμοποιήθηκε από το Στράβωνα και τον Παυσανία.

Τα Μέθανα είναι χτισμένα σε ψηλό και ανώμαλο μέρος, συνεχίζει ο Leake, όπως ακριβώς τα γειτονικά νησιά της Αίγινας και της Καλαυρείας. Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις είναι λιγοστές και συγκεντρώνονται γύρω από τους πρόποδες του βουνού, καθώς και σε μία μικρή κοιλάδα που βλέπει στον κόλπο των αρχαίων Μεθάνων. Το 7ο έτος του Πελοποννησιακού πολέμου, οι Αθηναίοι, οχυρώνοντας τον ισθμό που ενώνει τα Μέθανα με την Πελοπόννησο, κατάφεραν να εκμεταλλευτούν τη χερσόνησο και να τη μετατρέψουν σε στρατιωτικό σταθμό από τον οποίο εξαπέλυαν τις επιδρομές τους κατά βούληση στις περιφέρειες της Τροιζηνίας, της Ηλείας και της Επιδαύρου.

Σύμφωνα με Γάλλους γεωγράφους, συνεχίζει ο Leake, στη Χερσόνησο των Μεθάνων υπάρχουν δύο θειούχες πηγές. Η μία ονομάζεται Βρόμα και βρίσκεται στη βόρεια ακτή και η άλλη βρίσκεται κοντά σε ένα χωριό με το όνομα Βρομολίμνη, προς τα ανατολικά. Και οι δύο πηγές οφείλουν το όνομά τους στη δυσάρεστη οσμή από το θειάφι που βγαίνει από τα νερά. Και στα δύο μέρη, υπάρχουν ίχνη από τα αρχαία λουτρά, όπως μαρτυρούν τόσο ο Στράβωνας όσο και ο Οβίδιος. Οι τελευταίοι μάλιστα, θεωρούν τις πηγές αυτές ως απόδειξη της ηφαιστειακής έκρηξης των Μεθάνων. Η Γαλλική Αποστολή παρατήρησε τα απομεινάρια πέντε ή έξι διαφορετικών τόπων στη Χερσόνησο των Μεθάνων, μαζί με το Μεγάλο Χωριό, όπου εικάζεται ότι βρισκόταν η αρχαία πόλη. Φαίνεται να υπήρχαν δύο οχυρωμένες πόλεις στη βόρεια πλευρά της Χερσονήσου.

Ακολούθως, αναφέρεται στο τείχος που Πελοποννησιακού πολέμου, που βρίσκεται στο Στενό, και καταλήγει ότι οι πανίσχυροι στη θάλασσα Αθηναίοι πιθανό να είχαν τη Χερσόνησο υπό τον πλήρη έλεγχό τους για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς τα απομεινάρια που υπάρχουν σήμερα αποτελούν, όπως παρατηρεί, το προϊόν μιας πολύ πιο ανθεκτικής κατασκευής από εκείνη που συνήθιζαν οι Έλληνες κατά τις στρατιωτικές τους επιχειρήσεις.

 

Πηγές

 

  • William Martin Leake «Travels in the Morea», 1830.
  • Β΄ Διεθνές Συνέδριο Ιστορίας και Αρχαιολογίας Αργοσαρωνικού.
  • Σύλλογος Φίλων Πολιτιστικής Κληρονομίας Καλαποδίου Φθιώτιδος «Η ΕΛΑΦΗΒΟΛΟΣ ΑΡΤΕΜΙΣ», Περιοδικό Καλαπόδι, Μάρτιος – Απρίλιος 2007.

 

 

 

 

Emerson James (1804-1869)

 

 

 

Sir James Emerson by Richard Austin Artlett 1836

Sir James Emerson by Richard Austin Artlett 1836

Sir James Emerson Tennent. Άγγλος που είχε στρατολογηθεί στην ταξιαρχία πυροβολικού που είχε συγκροτήσει ο λόρδος Βύρων. Μετά το θάνατο του ποιητή, ο Emerson έφυγε στην πατρίδα του για να επιστρέψει στον ελληνικό χώρο στις αρχές του 1825. Μέσω των νησιών του Ιονίου έφτασε στην Πελοπόννησο, όπου και περιηγήθηκε σε όλη τη διάρκεια του 1825. Αμέσως αναγνωρίστηκε ως λοχαγός του πυροβολικού από τις ελληνικές αρχές, που εκτίμησαν προφανώς την προϋπηρεσία του Emerson στο στρατό του Βύρωνα. Στην Ύδρα και στις Σπέτσες, όπου παρέμεινε, κατέγραψε τη λειτουργία του ναυτικού των νησιών, συνέλεξε πληροφορίες για τη δράση των πυρπολικών στη θάλασσα, συμβάλλοντας στη συγκρότηση ιστορικών μαρτυριών για το ναυτικό αγώνα των Ελλήνων. Στον Emerson οφείλεται επίσης η σκιαγράφηση της προσωπικότητας του Υδραίου καπετάνιου Ανδρέα Μιαούλη. Το Ημερολόγιο του κυκλοφόρησε στο Λονδίνο το 1826 και αναμφισβήτητα συνέβαλε στη συμπάθεια της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης προς την ελληνική υπόθεση. Στο κείμενο που δημοσιεύθηκε προσέθεσε πολλά στοιχεία για την οικονομία, την τοπική παραγωγή, την κοινωνία και τη ζωή των Ελλήνων. Ο Emerson φάνηκε πολύ αισιόδοξος για την προοπτική της Επανάστασης, ενώ ταυτόχρονα διέκρινε τις αδυναμίες των Ελλήνων να οικοδομήσουν ένα σύγχρονο κράτος ευρωπαϊκού τύπου. Έργα του για την Ελλάδα: a Picture of Greece (1826), Letters from the Aegean (1829), and a History of Modern Greece (1830).

 

Πηγές

 

 

  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Περιηγητές ΙΙ», τεύχος 44, 17 Αυγούστου 2000.

 

Πάσχα στην Ασίνη (Τζαφέραγα) Αργολίδας

 

Πάσχα

 

Όλες οι νοικοκυρές τη Μεγάλη βδομάδα με άσβεστη ασπρίζουν – ασβεστώνουν τους τοίχους και τα σπίτια. Φτιάχνουν τα κουλούρια και τη Μεγάλη Πέμπτη βάφουν τ’ αυγά. Το αυγό πού θα γεννήσει ή κότα τη Μεγάλη Πέμπτη το βάφουν και το φυλάνε ή το βάζουν στο μέσο του περιβολιού για να φέρει γούρι.

 

Το κάψιμο του Ιούδα

 

Ένα έθιμο πού επικρατεί και σώζεται ακόμη μέχρι σήμερα είναι το κάψιμο του Ιούδα, το Πάσχα. Την Μεγάλη Παρασκευή ή το Μεγάλο Σάββατο μια ομάδα από νέους της Ασίνης μαζεύονται και κατασκευάζουν ένα αχυρένιο ομοίωμα του Ιούδα Ισκαριώτη. Μόλις το κατασκευάσουν το βάζουν επάνω σ’ ένα καρότσι και το γυρίζουν σ’ όλο το χωριό. Παλιότερα, όπου περνούσε ό Ιούδας οι κάτοικοι τον έφτυναν λέγοντας «Ουναχαθείς – Προδότη, Γιούδα Ισκαριώτη». Το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα μετά τη θεία λειτουργία τής Αγάπης, γύρο στις 4 ή ώρα, τοποθετούσαν τον Ιούδα πάνω σε ένα Ικρίωμα (κρεμάλα) στην τοποθεσία «Κόντρα», είναι το πιο ψηλό και εμφανές μέρος του χωριού.

Οπλοφόροι ετοιμάζονται για το κάψιμο του Ιούδα. Ασίνη 1972.

Οπλοφόροι ετοιμάζονται για το κάψιμο του Ιούδα. Ασίνη 1972.

Εκεί εμαζεύονται οι κάτοικοι, ενώ μια ομάδα από τουφεκιοφόρους του χωριού έχουν σταθεί σε θέση βολής έτοιμοι να πυροβολήσουν για την εκτέλεση του Προδότη του Χρίστου. Ένας νέος σαν επικεφαλής τής ένοπλης ομάδας σκέφτεται να δώσει το παράγγελμα του πυροβολισμού για την εκτέλεση. Ένας άλλος νέος του χωριού πριν από την εκτέλεση διαβάζει την καταδίκη του Ιούδα σε θάνατο πού εννοείται οί δικαστές προηγουμένως τον καταδίκασαν. «Προδότη Ιούδα, για την προδοσία του Χρίστου μας καταδικάστηκες να τιμωρηθείς από τούς Χριστιανούς. Η Χριστιανοσύνη σε κηρύσσει Μεγάλο Προδότη και σε σιχαίνονται όλοι οι Χριστιανοί. Τίποτα δεν πρέπει να μείνει απάνω στη γη πού να το μαγαρίζει ή παρουσία σου». Έτσι τελειώνει ή καταδικαστική απόφαση. Ό Αρχηγός της ένοπλης ομάδας διατάσσει. Πυρ!!! και μια ομοβροντία από ντουφεκιές πυροβολούν το αχυρένιο ομοίωμα του Ιούδα. Στο τέλος ένας άλλος της ομάδας παίρνει στουπί βρεγμένο με βενζίνη ή πετρέλαιο και βάζει φωτιά σ’ ότι έχει απομείνει.

Εδώ και λίγα χρόνια όμως «Το κάψιμο του Ιούδα» δεν γίνεται στην Κόντρα άλλα κάτω στον «Άγιο Κωνσταντίνο» στο Δρόμο πού οδηγεί στο Τολό κοντά στα εξοχικά κέντρα στην «Ντάπια». Εκεί γίνεται περισσότερη διαφήμιση του τοπικού αυτού Πασχαλιάτικου Εθίμου γιατί είναι Δημόσιος δρόμος και πέρασμα Τουριστών. Το Έθιμο τούτο φαίνεται να χρονολογείται από πολλά χρόνια. Δεν είναι εξακριβωμένο πόθεν προέρχεται. Συμπεραίνεται ότι μόλις ιδρύθηκε το Τζαφέραγα ή Ασίνη, από εφτά οικογένειες, ίσως να είναι φερτό και το έθιμο τούτο. Ίσως από οικογένειες φερτές από την νήσο Ύδρα όπου και κει γίνεται το «Κάψιμο του Ιούδα». Υπάρχουν απόγονοι των οικογενειών από την ‘Ύδρα εγκατασταθέντων εδώ στην Ασίνη. Αυτοί έφεραν το έθιμο και υπάρχει μια τάση να κατασκευάζουν «Ιούδα»· ίσως έτσι έμεινε το έθιμο για το «Κάψιμο του Ιούδα», όπως ακριβώς γίνεται και στην «Ύδρα.

 

Χρονογράφημα του Κώστα Δ. Σεραφείμ από το βιβλίο του « Λαογραφικά της Αργολίδας » σελ. 129-132, Αθήνα 1981.

 

Πάσχα – Λίμνες Αργολίδας

 

 

Το Μ. Σάββατο οι γυναίκες ζυμώνουν το πασχαλινό κουλούρι και μαζί μ’ αυτό ζυμώνουν κουλούρες μεγάλες για να τις πάνε στα βαφτιστήρια τους και ένα μικρό κουλούρι πού το βάζουν στο εικόνισμα. Όλα τα κεντούν με διάφορα κεντίδια και ένα κόκκινο αυγό θα βάλουν επάνω στην πασχαλινή κουλούρα, την οποία θα φάνε την Κυριακή του Πάσχα μαζί με το αρνί. Το αρνί το βάζουν στην σούβλα. Μαζεύονται φίλοι και συγγενείς και ψήνουν τ’ αρνιά. Την ώρα αυτή τραγουδούν. Όταν ψηθεί το αρνί τρώνε όλοι μαζί και γλεντούν.

 

Την ήμερα του Πάσχα θα μοιράσουν τις κουλούρες στα βαφτιστήρια. Η κουμπάρα θα τούς δώσει γλυκίσματα. Το απόγευμα τής ημέρας του Πάσχα οι τσοπάνηδες θά μοιράσουν στους φίλους και τούς συγγενείς τυρί. Οι άνθρωποι πού θα πάρουν το τυρί θα δώσουν στους τσοπάνηδες κουλουράκια και αυγά. Το απόγευμα γίνεται γλέντι στην πλατεία του χωριού. Το γλέντι θα επαναληφθεί από το απόγευμα τής Δευτέρας του Πάσχα. Επίσης κατά τον ίδιο τρόπο θα γλεντήσουν την Παρασκευή της Λαμπρής (της Ζωοδόχου) σ’ ένα εξωκκλήσι μετά το πέρας τής θείας Λειτουργίας. Το απόγευμα τής ίδιας ημέρας θα συγκεντρωθούν όλοι οι κάτοικοι του χωρίου στην πλατεία, όπου θα χορέψουν οι νέοι και οι νέες, για να παρακολουθήσουν το γλέντι. Όμοιος χορός θα γίνει και το απόγευμα τής Κυριακής του Θωμά.

 

Τραγούδια πού τραγουδούσαν οι χορευτές  τις ήμερες αυτές.

 

«Δευτέρα ήμερα κίνησα κοντή, κοντούλα

μαύρα μαύρα γλαρά μου μάτια, βγήκα να σεργιανίσω.

Παπαδοπούλα απάντησα κοντή, κοντούλα μ’ ένα μαντήλι μήλα,

δυό μήλα της εγύρεψα μαύρα γλαρά μου μάτια και αυτή πολλά μου δίνει.

Δεν Θέλω εγώ τα μήλα σου κόρη κοντούλα μαύρα γλαρά μου

μάτια τα τσαλαπατημένα, μόνο θέλω το κορμάκι σου να το χαρούμε αντάμα.

Έμενα το κορμάκι μου κόρη κοντούλα μαύρα γλαρά μου μάτια πολλούς δραγάτες έχει».

 

Πηγή

 

  • Κώστα Δ. Σεραφείμ, «Λαογραφικά της Αργολίδος», Αθήνα, 1981.

 

Πάσχα στην Παλαιά Κίο (Θρησκευτικά ήθη και έθιμα)

 

 

Το κάψιμο του Βαραβά 

 

 

 

Διοικητήριο Κίου -1920

Διοικητήριο Κίου -1920

Η Παλαιά Κίος στη Μικρά Ασία είχε πέντε ενορίες. Από ενωρίς της Μ. Τεσσαρακοστής  του Πάσχα άρχιζε ή συλλογή των υλικών για το κάψιμο του Βαραβά κατά την Μ. Παρασκευή. Τις εσπερινές και νυκτερινές ώρες μεταξύ των νέων κάθε ενορίας παρετηρείτο μεγάλη κίνηση ή όποια πολλές φορές εξελίσσετο σε πετροπόλεμο, διότι οι νέοι της μιας ενορίας προσπαθούσαν να κλέψουν τα υλικά της άλλης ή να τα καταστρέψουν ώστε να μην μπορέσουν αυτοί να πραγματοποιήσουν το έθιμο και να μείνουν μόνο αυτοί. Τα υλικά ήσαν ένα μεγάλο ξύλο πού καρφωνόταν στη γη και επάνω του κρεμόταν ομοίωμα του Bαραβά πολλά άχυρα ή κλαδιά τα όποια θα μετέδιδαν το πυρ. Το κάψιμο γινόταν  σε κάποιο μέρος άπ’ όπου θα περνούσε ό επιτάφιος και ακριβώς την ώρα πού θα έφθανε στο σημείο αυτό.

 

Η δεύτερη Ανάσταση

 

Στις 10 το πρωί της Κυριακής του Πάσχα ο κλήρος και οι πιστοί των πέντε εκκλησιών συγκεντρώνονταν  στο Μητροπολιτικό Μέγαρο. Σχηματιζόταν πομπή προπορευόμενου του Μητροπολίτου του Κλήρου και ακολουθούντων των πιστών (με μεγάλη στολή οι κληρικοί, άμφια) κατευθύνονταν στην συνοικία πού βρίσκεται ή εκκλησία «Παζαριώτισσα» διότι ήταν κοντά στο παζάρι. Εκεί ο Μητροπολίτης έλεγε το Ευαγγέλιο της Αναστάσεως. Αμέσως οι ιερείς  έλεγαν με την σειρά το ίδιο Ευαγγέλιο σε διάφορες γλώσσες και τελευταίος ο Διάκος έλεγε πάλι το Ευαγγέλιο στα Ελληνικά από του άμβωνος. Έπειτα ή ίδια πομπή επέστρεφε στο Μητροπολιτικό Μέγαρο και διαλυόταν.

 

Κατά την πρώτη Ανάσταση

 

Μετά την απόλυση και χωρίς να ξεντυθεί ό Μητροπολίτης κατευθύνονταν όλοι στο Μητροπολιτικό Μέγαρο, εν πομπή δηλαδή, εκεί οι πιστοί έτρωγαν ένα κόκκινο αυγό και ένα κουλούρι. Τα Χριστούγεννα γινότανε το ίδιο, οι πιστοί έπιναν μία κούπα ζωμού από κρέας μοσχαρίσιο, και έτρωγαν και λίγο μοσχάρι.

 

Πηγή

 

  • Κώστα Δ. Σεραφείμ, «Λαογραφικά της Αργολίδος», Αθήνα, 1981.

 

Πάσχα στον Άγιο Αδριανό (Κατσίγκρι)

 

 

 

Οι προετοιμασίες για το Πάσχα, ή τη Λαμπρή, όπως την έλεγαν, ξεκινούσαν με το άσπρισμα. Αγόραζαν ασβέστη (χωρή) και άσπριζαν τα σπίτια μέσα και έξω. Τα δάπεδα των σπιτιών ήταν από χώμα. Έφτιαχναν πηλό και σε τακτά χρονικά διαστήματα έκαναν επάλειψη. Τις αυλές, που ήταν μεγάλες και τις λέρωναν οι κότες και τα υπόλοιπα κατοικίδια ζώα, τις σκούπιζαν με θυμάρι. Ο πατέρας έπαιρνε τα παπούτσια των παιδιών που είχαν χαλάσει και τα πήγαινε στον τσαγκάρη (μπαλωματή). Μπαλωματής στο χωριό ήταν ο Ανάστασης Αναγνωστόπουλος ή μάστρο – Αναστάσης.

 

Στολισμός Επιταφίου γύρω στα 1970.

Στολισμός Επιταφίου γύρω στα 1970.

Τη Μεγάλη Εβδομάδα έφτιαχναν τα πασχαλινά κουλούρια και τα γαλο-κούλουρα που τα έτρωγαν και για ψωμί. Τη Μεγάλη Πέμπτη έβαφαν τα κόκκινα αυγά και τη Μεγάλη Παρασκευή οι κοπέλες του χωριού ξεκινούσαν από το πρωί το στόλισμα του επιτάφιου.

 

 

Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, όλο το χωριό πήγαινε στον επιτάφιο. Οι άντρες της μεγάλης ηλικίας πήγαιναν ο καθένας στη δική του θέση, στο δικό του στασίδι. Αυτό δεν το παραβίαζε κανείς. Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου πήγαιναν να κοινωνήσουν ή να μεταλάβουν, όπως έλεγαν. Πήγαιναν τμηματικά, γιατί δεν είχαν όλα τα παιδιά παπούτσια. Πήγαιναν μερικά πρώτα, γυρνούσαν και μετά πήγαιναν τα υπόλοιπα.

 

Το Μεγάλο Σάββατο έσφαζαν τα αρνιά, τα έγδερναν και το απόγευμα έπαιρναν τα δέρματα και τα πήγαιναν στην εκκλησία. Ο παπάς με τους επιτρόπους τα πουλούσαν και με τα χρήματα που έπαιρναν συντηρούσαν την εκκλησία. Το βράδυ της Ανάστασης τα αγόρια έπαιρναν μαζί τους από ένα αυγό και ένα κουλούρι. Με το Χριστός Ανέστη που έλεγε ο παπάς έβγαιναν έξω, τσούγκριζαν τα αυγά και τα έτρωγαν γιατί η μεγάλη νηστεία τα έκανε να μη μπορούν να περιμένουν. Γυρνώντας από την εκκλησία, η μάνα είχε έτοιμη τη μαγειρίτσα και όλη η οικογένεια έτρωγε.

 

Ανήμερα το Πάσχα έβαζαν ψητό στο φούρνο και το μεσημέρι καθόταν η οικογένεια στο τραπέζι. Ο παππούς έπαιρνε το μαχαίρι και έβγαζε προσεκτικά την πλάτη του αρνιού. Από την πλάτη του αρνιού έβλεπαν αν θα είχαν χαρά, αρρώστια ή και θάνατο. Τρώγοντας και πίνοντας κρασί έρχονταν  στο κέφι. Όλο το χωριό μαζευόταν στο προαύλιο της εκκλησίας και ξεκινούσε το γλέντι με τα πασχαλινά τραγούδια.

 

Σήμερα Χριστός Ανέστη

 

 

Σήμερα Χριστός Ανέστη

μες στους ουρανούς ευρέθη

σήμερα και οι παπάδες

με κεριά και με λαμπάδες.

 

Σήμερα τα παλικάρια

στέκονται σαν τα λιοντάρια

σήμερα και τα κορίτσια

στέκονται σαν κυπαρίσσια.

Σήμερα κι οι παντρεμένες

είναι λαμπροφορεμένες.

 

 

Του μπροστινού θέλω να πω

 

 

Του μπροστινού θέλω να πω

ωραίο τραγουδάκι

γιατί είναι το κορμάκι του

σαν το κυπαρισσάκι.

 

Τράβα το χορό με νάζι γιατί

 είσαι ωραίος και σου μοιάζει.

Τράβα το χορό με νιότη

όμορφε Κατσιγκριώτη.

Τράβα το πανάθεμα σε

τα σκαρπίνια μη φοβάσαι.

 

Να’ μουνα και τι να’ μουνα

μαντήλι του χεριού σου

κορδέλα του καπέλου σου

κλειδί του ρολογιού σου.

Να’ μουνα στη γη βελόνι

να πατάς να σ’ αγκυλώνει.

 

 

 

Γιορτή Μυροφόρων

 

 

Δεκαετία του 50. Εορτή των Μυροφόρων στο μοναστήρι Αγ. Δημήτριος.

Δεκαετία του 50. Εορτή των Μυροφόρων στο μοναστήρι Αγ. Δημήτριος.

Μετά το Πάσχα, στη γιορτή των Μυροφόρων ανέβαιναν στα γαϊδουράκια και άλλοι με τα πόδια και πήγαιναν στη Μονή Καρακαλά. Το μοναστήρι ήταν ανδρικό, μετά το 1960 όμως έγινε γυναικείο. Μετά τη Θεία Λειτουργία έπαιρναν τα φαγητά που είχαν φέρει μαζί τους, κάθονταν κάτω από τα δέντρα, έτρωγαν και έπιναν. Γλεντούσαν ως το απόγευμα και ξεκινούσαν έπειτα για το χωριό.

 

 

 

Πηγή

 

 

  • Βασίλης Ι. Παπαμιχαλόπουλος, « Ένα χωρίο γράφει την ιστορία του, Κατσίγκρι – Άγιος Αδριανός », Έκδοση, Δημοτικό σχολείο Αγίου Αδριανού, 2002.

 

Αναφορογράφοι του Ναυπλίου

 

 

Στην μόλις απελευθερωμένη Ελλάδα, όταν ακόμη ήταν πρωτεύουσα το Ναύπλιο, πολύς απλός κόσμος έπρεπε για διάφορους λόγους να προσφύγει στην Κυβέρνηση. Είτε για να υποβάλει κάποια αναφορά είτε για να απαιτήσει την επίλυση κάποιου προβλήματος.

 

Αδήριτη λοιπόν προέκυψε η ανάγκη της αναζήτησης κάποιων μορφωμένων ανθρώπων που θα ανελάμβαναν την σύνταξη αυτών των εγγράφων. Έτσι, δημιουργήθηκαν οι αναφορογράφοι, κάτι σαν τους αιτησιογράφους που μέχρι πριν λίγα χρόνια συναντούσαμε καθισμένους στα μικρά φορητά γραφειάκια τους, στις εισόδους των διαφόρων Δημοσίων υπηρεσιών.

 

Στην πλατεία του Ναυπλίου λοιπόν, « κατασκηνούντες παρά την σκιεράν πλάτανον » άκουγαν με ύφος σπουδαίο και τρανό τους ενδιαφερόμενους και έγραφαν στηρίζοντας το χαρτί στο δεξιό τους γόνατο.

 

Θα πρέπει να πούμε ότι ενίοτε, οι αναφορογράφοι έπαιζαν και το ρόλο του συμβολαιογράφου ή και του δικηγόρου, όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν.

 

«Πάντων όμως εξείχεν ο εκ Καισαρείας Αναστάσιος Μαυροκέφαλος». Αυτός ξεχώριζε γιατί διέθετε ευχέρεια στην σύνταξη των κειμένων, είχε ανεπτυγμένη αντίληψη και κατανοούσε εύκολα τα αιτήματα των πολιτών, αλλά κυρίως χρησιμοποιούσε φράσεις ή λέξεις παρμένες από την αρχαία ελληνική ή ακόμη και δημιουργούσε από μόνος του νέες σύνθετες φράσεις, που εξυπηρετούσαν το κείμενο του.  

 

Αργότερα, όταν η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στην Αθήνα, οι Αθηναίοι που γνώριζαν καλά  τον Μαυροκέφαλο, τον  συναντούσαν  να  περιφέρεται  στους δρόμους και τις πλατείες της πόλης « ως ζών μνημείον της απλοϊκότητος, της πενίας και της σπαργώσης ενεργείας της εποχής εκείνης ».

 

 

Στον Ν. Δραγούμη διαβάζουμε:

 

 

« Καθωράιζε δε τα πέριξ της πλατείας (του Ναυπλίου) και έτερόν τι πνευματικώτερον, η παρουσία λέγω αναφορογράφων, οίτινες κατασκηνούντες παρά την σκιεράν πλάτανον  ηκροώντο ηγεμονικώς τους προσερχομένους και έγραφον, στηρίζοντες τον χάρτην επί του δεξιού γόνατος, αναφοράς και άλλα έγγραφα. Σημειωτέον δε ότι οι τότε αναφορογράφοι επείχον και συμβολαιογράφων και δικηγόρων τόπον.

Πάντων όμως εξείχεν ο εκ Καισαρίας Αναστάσιος Μαυροκέφαλος, αυτός ο και σήμερον περιφερόμενος εις Αθήνας, ως ζών μνημείον της απλοικότητος, της πενίας και της σπαργώσης ενεργείας της εποχής εκείνης, και εξείχε διά τα πρεσβεία του επαγγέλματος, την ανώτεραν αξίαν, την περί το αντιλαμβάνεσθαι και συντάττειν ευχέρειαν, και την χρήσιν λέξεων ή φράσεων αρχαιοτύπων ή περιέργως συνυφασμένων τις ηγνόει τότε το όνομα του και σήμερον αναξιοπαθούντος Α. Μαυροκεφάλου». Ιστορικαί αναμνήσεις, 1879 τόμος Α΄ σελ. 108.

 

 

Πηγές

 

  • Σωτηρίας Ι. Αλιμπέρτη, « Μαντώ Μαυρογένους», Αθήναι, Τύποις Στεφ. Ν. Ταρουσόπουλου, 1931.
  • Ν. Δραγούμη, « Ιστορικαί αναμνήσεις», 1879, τόμος Α΄σελ. 108.

 

 

Φλέσσας  Μ. Κωνσταντίνος (1919 -1982)

 

 

Γεννήθηκε το 1919 στο Ναύπλιο Αργολίδας. Ήταν το τρίτο στη σειρά παιδί του δάσκαλου  Μιχαήλ Κων/νου Φλέσσα από την Καρυά Αργολίδας και της Κωνσταντίνας Νικολάου Ζουγλή από το Κοφίνι. Τελειώνοντας το δημοτικό σχολείο Ναυπλίου το 1930 μετοικεί στην Αθήνα λόγω μεταθέσεως του πατέρα του. Το 1939 αποφοιτά από την Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία με βαθμό λίαν καλώς 8,50 . Το ίδιο έτος διορίζεται στο δημοτικό σχολείο Κολχικής Φλωρίνης.

 
 

Σχολή εφέδρων Αξιωματικών Σύρου Κ. Φλέσσας. Αρχείο: Μιχάλη & Ελένης Φλέσσα.

Σχολή εφέδρων Αξιωματικών Σύρου Κ. Φλέσσας. Αρχείο: Μιχάλη & Ελένης Φλέσσα.

 

Το 1941 έπειτα από επιλογή κατατάσσεται στην σχολή εφέδρων αξιωματικών Σύρου. Ένα χρόνο αργότερα λαμβάνει φύλλο πορείας από την παραπάνω σχολή για να καταταγεί στο  τάγμα πεζικού Ιωαννίνων. Μετά την εισβολή του Γερμανικού στρατού και την κατάρρευση του μετώπου καλείται να επιστρέψει στην υπηρεσία του. Έπειτα από ένα ταξίδι το οποίο κράτησε δέκα έξι ημέρες και κάτω από άθλιες συνθήκες οι οποίες του προκάλεσαν ισχυρό αναπνευστικό πρόβλημα ζητά απόσπαση την οποία και πέτυχε για το δημοτικό σχολείο Αγίου Αδριανού Αργολίδας στο οποίο διδάσκει τα σχολικά έτη 1942-1943 & 1943-1944. Μετά την ανασύσταση του Ελληνικού κράτους το 1945 καλείται να υπηρετήσει το υπόλοιπο της στρατιωτικής του θητείας. Ενώ υπηρετεί, κατηγορείτε για: α) συναναστροφές με αριστερούς, β)  βιαιοπραγία κατά ανωτέρου, δικάζεται και στέλνεται στη Μακρόνησο* για περίπου ένα χρόνο, με τον επίσης δάσκαλο και συντοπίτη του Χρήστο Δωροβίνη από το Άργος. Μεσολαβεί ο εμφύλιος πόλεμος . Για τις νικηφόρες μάχες και τις επιτυχίες του στρατού εναντίον των ανταρτών στο Γράμμο και στο Βίτσι, προτάθηκε και τιμήθηκε με το δίπλωμα του πολεμικού σταυρού. Ο ίδιος δεν θεώρησε ηρωική πράξη και επιτυχία την εξόντωση «πολεμικών αντιπάλων» σε περίοδο αδελφοκτόνου πολέμου και αρνήθηκε να το παραλάβει, αν και αντιλαμβανόταν τις επιπτώσεις της άρνησης που θα σηματοδοτούσαν την μετέπειτα πορεία του. Απολύεται από τον στρατό το 1949 έχοντας συνολική θητεία πέντε έτη με τον βαθμό του έφεδρου Υπολοχαγού Πεζικού. Με το τέλος του Εμφυλίου παρουσιάζεται και πάλι στην Κολχική Φλωρίνης. Το 1950 μετατίθεται στο 1/τάξιο δημοτικό σχολείο Κουρκουλών, της εκπαιδευτικής περιφέρειας Ιστιαίας.

 

 

 
 

Δημοτικό σχολείο Λίμνης Ευβοίας Κ. Φλέσσας 1960. Αρχείο: Μιχάλη & Ελένης Φλέσσα.

Δημοτικό σχολείο Λίμνης Ευβοίας Κ. Φλέσσας 1960. Αρχείο: Μιχάλη & Ελένης Φλέσσα.

Το ίδιο έτος συγγράφει με τον δάσκαλο πατέρα του Μιχαήλ και την επίσης  δασκάλα αδελφή του Θεοδοσία ,το αναγνωστικό της δευτέρας δημοτικού με τίτλο «ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ», που λόγω του αιφνιδίου θανάτου του πατέρα του δεν εκδόθηκε.. Στο προσωπικό του αρχείο υπάρχει και μια σειρά ανέκδοτων εργασιών με τους τίτλους 1) Ο παιδικός φόβος, 2) Η ανάγνωσις είς τάς Β.Γ.Δ.! τάξεις, 3)Επωφελής χρησιμοποίησις του εκτός της κυρίως διδασκαλίας χρόνου.. «Διαλείμματα, ελεύθερα απογεύματα, εκδρομαί» 4) Περί διανοίας, 6) Ανάπτυξις και Ισχύς της μνήμης  καθώς και ένα χειρόγραφο ορθογραφικό και ερμηνευτικό λεξικό της δημοτικής. Το 1956 μετατίθεται στο δημοτικό σχολείο Λίμνης Ευβοίας . Το ίδιο έτος παντρεύεται την Καλλιόπη Αγγελή Τζουτζά και το 1957 αποκτούν δύο παιδιά.

 

 
 

Όρθιος με το μαντολίνο ο Κώστας Φλέσσας και καθιστός με την κιθάρα ο Γρηγόρης Μπιθικότσης στη Μακρόνησο το 1948. Αρχείο: Μιχάλη & Ελένης Φλέσσα.

Όρθιος με το μαντολίνο ο Κώστας Φλέσσας και καθιστός με την κιθάρα ο Γρηγόρης Μπιθικότσης στη Μακρόνησο το 1948. Αρχείο: Μιχάλη & Ελένης Φλέσσα.

Ο δάσκαλος πέρα από την πνευματική του κατάρτιση διέθετε και εξαιρετικό ταλέντο και αγάπη στην μουσική. Χρησιμοποιούσε με ιδιαίτερη ικανότητα τα έγχορδα κυρίως μουσικά όργανα και σε συνδυασμό με την  δυνατή σε ένταση και καλλιεργημένη φωνή του διοργάνωνε αξέχαστες μουσικές βραδιές με τις παρέες του . Είτε αυτό γινόταν κάτω από το φεγγαρόφωτο στον πλάτανο της Ελιτσάς στην Καρυά, η στα παλιά ταβερνάκια της Πλάκας στην Αθήνα παρέα με τον συνεξόριστο  και φίλο του Γρηγόρη Μπιθικότση (στο ξεκίνημα του ),  ή στη Λίμνη Ευβοίας την δεύτερη πατρίδα του συντροφιά με ανθρώπους κάθε ηλικίας. Συνταξιοδοτείτε έχοντας περίπου τριάντα χρόνια υπηρεσίας  το 1973 με τον βαθμό του Διευθυντή. Πεθαίνει το 1982 στην Αθήνα σε ηλικία 63 ετών δημιουργώντας μεγάλο και δυσαναπλήρωτο κενό στην οικογένεια του, στα αδέλφια του αλλά και στον κοινωνικό και φιλικό του περίγυρο αφήνοντας σε όλους μια γλυκιά και συγκινητική ανάμνηση.

 

 

 

Υποσημείωση

 

* Στην Μακρόνησο, ένα άγονο νησί 15 τετραγωνικών χιλιομέτρων, ξεκίνησε η λειτουργία του στρατοπέδου συγκέντρωσης με εισήγηση του Γενικού Επιτελείου Στρατού προς το υπουργείο Στρατιωτικών στις 19 Φεβρουαρίου 1947. Στο αρχικό εισηγητικό σημείωμα που συντάχθηκε μετά τις εκλογές της 1-4-1946, αναφέρεται επί λέξει: «Αποφασίζεται ο περιορισμός των αριστερών στρατευσίμων εις ορισμένα στρατόπεδα δια να υποστούν αποτοξίνωσιν. Όλες οι στρατιωτικές μονάδες δέον όπως εκκαθαρισθούν από αριστερίζοντες ή υπόπτους αριστερισμού».

Αφού δόθηκε η σχετική έγκριση στις 3 Απριλίου, στάλθηκαν στην Μακρόνησο στις 26 Μαΐου κατόπιν εντολής του τότε αρχηγού ΓΕΣ Κ. Βεντήρη, οι πρώτοι «σκαπανείς» που θα υλοποιούσαν το έργο και την «προσπάθεια επαναφοράς αυτών εις τους κόλπους της φιλτάτης πατρίδος» με διαφόρους «επωφελείς εργασίας». Στην αρχή, οι εκτοπισμένοι ήταν αριστεροί ή απλά δημοκρατικοί στρατιώτες που εξέτιαν τη θητεία τους χωρίς όπλο. Η Μακρόνησος λειτούργησε με αυτό τον τρόπο ως το 1958.

Ο Υπουργός Εσωτερικών που έδωσε την εντολή για τη λειτουργία του στρατοπέδου συγκέντρωσης της Μακρονήσου ήταν ο Χριστόφορος Στράτος. Ο Στράτος ανήκε στη γνωστή οικογένεια που στη συνέχεια κατείχε την Πειραική – Πατραϊκή. Οι πολιτικοί της εποχής χαιρέτησαν τη λειτουργία αυτού του σωφρονιστικού ιδρύματος. Για παράδειγμα, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος αναφέρθηκε σε αυτό ως «αναρρωτήριο ψυχών», «συνέχιση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού», «Εθνική κολυμβήθρα» και «Νέα Εδέμ στα μάτια της ελληνικής Ιστορίας». Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος ανέφερε ότι «στη Μακρόνησο αναγεννάται η Ελλάς ωραιοτέρα στην ψυχή των Ελλήνων».

Οι κρατούμενοι ήταν κατά κύριο λόγο πολίτες, άνδρες, γυναίκες αλλά και παιδιά τους, οι οποίοι είχαν ηγηθεί ή συμμετάσχει στην Εθνική Αντίσταση, κατά τη διάρκεια της σκοτεινής περιόδου του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Η άοπλη στρατιωτική θητεία, ενός παράδοξου για την εποχή θεσμού, αποσκοπούσε όχι απλά στον έλεγχο της εμφυλιοπολεμικής στράτευσης των ανδρών αλλά στην ολοκληρωτική εξαφάνιση του προοδευτικού κινήματος, καθώς συνοδευόταν από βασανιστήρια μεγάλης βαναυσότητας.

Η Μακρόνησος δεν ήταν απλώς ένας τόπος εξορίας. Η σκληρότητα των βασανιστηρίων που έλαβαν χώρα εκεί κάνει φανερό ότι επρόκειτο για ένα οργανωμένο σύστημα εξόντωσης. Με πρόσχημα την «αναμόρφωση» των κρατουμένων, ασκούνταν σωματική και ψυχολογική βία ώστε να καμφθεί η συνείδηση και το φρόνημά τους με σκοπό να αποκηρύξουν με γραπτές «δηλώσεις μετανοίας» τα φρονήματά, τις ιδέες ή τα ιδανικά τους. Ακολουθούσαν επιστολές που θα έπρεπε να συντάξει ο «ανανήψας» και οι οποίες απευθύνονταν στο δάσκαλο του χωριού του, τον παπά ή τον κοινοτάρχη με το ίδιο περιεχόμενο, αλλά και ομιλίες προς τους υπόλοιπους φαντάρους με τις οποίες θα διατράνωνε την πίστη του στα ιδανικά της πατρίδας και θα πιστοποιούσε την μεταμέλειά του όπως και την αποκήρυξη του «εαμοσλαυισμού» κ.λ.π. Όλα τα παραπάνω είχαν φυσικά σα στόχο την πλήρη καταρράκωση του «μεταμεληθέντος», ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι στη συνέχεια θα του δινόταν όπλο και θα τον έστελναν στο μέτωπο της εμφύλιας σύρραξης, κατά του Δημοκρατικού Στρατού (ΔΣΕ).

Να σημειωθεί ακόμη ότι η πλήρης επανένταξη απαιτούσε συχνά και την επίδειξη ιδιαίτερης σκληρότητας από τον «ανανήψαντα» προς τους «αμετανόητους» πρώην συντρόφους του, η οποία εάν δεν ήταν αρκούντως πειστική, προκαλούσε άγρια αντίδραση των φρουρών και την εξαρχής απαίτηση για όλα τα προηγούμενα. Με τον τρόπο αυτό, οι υπεύθυνοι του στρατοπέδου εξασφάλιζαν τη δημιουργία φανατισμένων «γενιτσάρων» (όπως τους αποκαλούσαν όσοι έμεναν αμετακίνητοι στα πιστεύω τους) που αδημονούσαν να οπλισθούν και να πάνε «εθνικά αναβαπτισμένοι» στο μέτωπο. (Βικιπαίδεια)

 

Πηγή

 

 

  • Ελένη Φλέσσα, « Φλεσσαίικες  ρίζες από την Πολιανή Μεσσηνίας στην Καρυά Αργολίδας και η Ιστορία του τέως Δήμου Λυρκείας »,  υπό Έκδοση.