Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Πάσχα στο Κρανίδι Αργολίδας

 

 

 

Σάββατο του Λαζάρου 1959.

Σάββατο του Λαζάρου 1959.

Το Σάββατο του Λαζάρου φτιάνανε οι γονείς στα παιδιά Λάζαρο με πουκάμισο, με γραβάτα κόκκινη και κόκκινο σκουφάκι. Του βάζανε και κίτρινα λουλούδια, τα λούλετ Σεν Λάζαρι (=λουλούδια του Άγιου Λάζαρου). Και τα παιδιά τον βάζανε σε δύο ξύλα και τον γυρνούσανε στα σπίτια και λέγανε το τραγουδάκι και του δίνανε αυγό άσπρο και στραγάλια, τέτοια. Οι παλιές φτιάνανε και κουλούρια, λαζαρούδια, με τρύπα στη μέση. Την Κυριακή των Βαΐων, ρίχνανε βάγια χάμω στην εκκλησία. Ο παπάς μετά έδινε φυλλαράκια βάγια και τα βάζανε στις εικόνες. Τα ρίχνανε στη φακή και γινότανε ωραία, αλλά και λιβανίζανε μ’ αυτά τις λεχώνες, τους ματιασμένους. Πλέχανε και σταυρούς με βάγια, δύο κλώνους εκεί, και τους σιάχνανε σταυρό.

 

Όλη τη Σαρακοστή κάνανε ευχέλαια. Τη Μεγάλη Τετάρτη πιάνα­νε μπροζύμι και τη Μεγάλη Πέμπτη φτιάνανε το προσκόμιδο που θα πηγαίνανε στην εκκλησία για το Μεγάλο Σάββατο, γιατί τη Μεγάλη Παρασκευή δε δίνανε ούτε αντίδερο, ούτε τίποτα. Και κρατούσανε το μπροζύμι της Μεγάλης Πέμπτης και το είχανε όλο το χρόνο και ήτανε καλό το μπροζύμι αυτό, γιατ’ ήτανε της Μεγάλης Πέμπτης. Και τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ βάζανε στον σταυρό μπροζύμι και μια μποτίλια νερό. Μέχρι τώρα το κάνουν αυτό. Το μπροζύμι το φτιάνουν με σκέτο αλεύρι και φούσκωνε και γι­νότανε ως εκεί πάνω. Το νερό το είχανε σαν αγιασμό. Και καθόντου­σαν το βράδυ και φιλάγανε τον Χριστό και λέγανε:

 

Σήμερο μαύρος ουρανός, σήμερις μαύρη μέρα.

Σήμερις όλοι θλί­βονται και τα βουνά λυπούνται.

Σήμερις έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυ­λιά, οι τρισκατηραμένοι.

 

Τον Ιησού τον πιάσανε και τον χαλκιά τον πάνε:

Χαλκιά, χαλκιά, φτιάξε καρφιά, φτιάξε τρία πηρούνια.

Τα δυό βάλ ‘ τα στα χέρια τον, τα άλλα δυό στα πόδια,

το τρίτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του,

να τρέξει αίμα και νερό, να λιγωθεί η καρδιά του.

Κι η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, έπεσε μοναχή της,

γιατί πολύ λυπήθηκε για το Μονογενή Της.

Αυτό το λέγανε και στην εκκλησία και στα σπίτια, έτσι πένθιμα.

 

Τη Μεγάλη Πέμπτη τότες, παλιά, δε φτιάνανε τσουρέκια. Φτιάνανε κουλούρια, τα κάνανε στρογγυλά και τους βάζανε το μπροζύμι σταυρό επάνου και βάζανε στη μέση ένα κόκκινο αυγό και τα είχανε έτοιμα για την Ανάσταση. Και τα τσιμπούσανε γύρω γύρω με το ψα­λίδι, για να γίνει όπως το αγκάθινο στεφάνι. Και ήσανε ψωμί τα κου­λούρια, δεν ήσανε γλυκά. Μπροζύμι.

Βάφανε και τ’ αυγά κόκκινα και τα είχαν’ έτοιμα, γιατί τη Μεγά­λη Παρασκευή δεν τρώγανε ούτε ψωμί. Μαχαίρι δεν βάζανε στο τρα­πέζι. Τρώγανε μαρούλι με ξίδι, τέτοια πράματα. Και καθόλου δεν τρώγανε! Το βράδυ πια. Τ’ αυγά τα βάφανε κόκκινα, όπως το αίμα τον Χριστού. Και το βράδυ στην εκκλησία, στο έκτο ευαγγέλιο, βγάζανε το Χρι­στό. Και λένε ότι τη Μεγάλη Πέμπτη βγαίνανε οι πεθαμένοι απ’ τον Κάτω Κόσμο και μένανε σαράντα ημέρες έξω. Είχανε και στεφάνια, λουλούδια, και τα πηγαίνανε στον Χριστό.

 

Επιτάφιος

 

Τον Επιτάφιο, τον στολίζανε τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί, με λουλούδια, κορδέλες, φαναράκια, λαμπάδες στις γωνίες. Το απόγευμα γινότανε η Αποκαθήλωση και πηγαίνανε ντυμένοι ο κόσμος με τα καλά τους, παιδιά, γέροι, νέοι, γριές, όλοι, και γινότανε η Αποκαθήλωση. Και τον έπαιρνε ο παπάς το Χριστό και τον έβαζε στο σεντό­νι, τον τύλιγε και τον έβαζε στην Αγία Τράπεζα. Το βράδυ γινότανε ο ενταφιασμός. Τον Επιτάφιο τον βγάζανε έξω, σημαίναιναν οι καμπάνες, τον γυρίζουν στο χωριό και τον ξανα­φέρνουν πίσω. Τον κρατάνε τέσσερις στην πόρτα της εκκλησίας και τότε περνάει όλος ο κόσμος από κάτω. Πίσω είναι ο παπάς, οι ψάλ­τες, και ψέλνουνε. Και τα παιδιά και τα κορίτσια λένε κι αυτά ψαλμωδίες. Τα κεριά και τα λουλούδια του Επιταφίου δεν κάνει να τα πά­ρουν από τον Επιτάφιο. Αυτά τα πετάει ο παπάς το Μεγάλο Σάββατο το πρωί, που λέει το «Ανάστα ο Θεός!». Τα έχει σ’ ένα πανέρι και τα πετάει και τα πιάνει ο κόσμος. Τα παίρνουνε στο σπίτι για φυλαχτό. Τα βάζουνε στις ει­κόνες, κι όταν τα χρειαστούν, τα βάζουνε στα κάρβουνα και λιβανίζουνε. Το κερί του Επιταφίου το ανάβουνε και στη στεριά και στη θάλασσα. Όταν έχει βροντές, αστραπές, κύματα, τ’ ανάβουνε, κι έτσι ησυχάζει η βροντή και η αστραπή κι ο κεραυνός.

Τη Μεγάλη Παρασκευή φτιάνουνε και τα παιδιά επιτάφιο. Παίρνανε μία πίτα από φραγκόσυκα (κομμάτι του πράσινου κορμού του κάκτου), βάζανε δύο ξυλαράκια που λυγίζανε και τα μπήγανε σταυ­ρωτά στην πίτα. Σταυρώνανε τα ξυλαράκια, πάνω έκαναν σταυρό, όπως το ‘βλεπες, ή βάζανε και τέσσερα ξυλαράκια όρθια, για να γίνει τετράγωνο, όπως ο Επιτάφιος της εκκλησίας. Στη μέση κάνανε μια τρύπα κι εκεί βάζανε ένα κουτί της βερνίκης, αυτό το σιδερένιο, το στρογγυλό, με καρβουνάκι και λιβάνι. Και βάζανε λουλουδάκια στα ξυλάκια και γυρνούσανε τα σπίτια και λέγανε «Η Ζωή εν Τάφω» και «Παναγία Δέσποινα φύλαξε τους δούλους Σου, να γελάσει ο Χρι­στός και να σκάσει ο πειρασμός». Αυτή την ημέρα πηγαίνανε και στα ξωκλήσια κι ανάβανε τα καντήλια. Μετά τον εσπερινό, γυρνούσανε όλες τις εκκλησίες και βλέπανε τους επιτάφιους, ποιος ήτανε πιο ωραίος.

 

Λαμπρή

 

Το Μεγάλο Σάββατο φτιάνουνε τα κουλούρια της Λαμπρής, αν δεν τα έχουνε φτιάξει τη Μεγάλη Πέμπτη. Σφάζουνε τ’ αρνιά, ετοι­μάζουν τη μαγειρίτσα. Και το βράδυ πηγαίνανε στην εκκλησία οι οι­κογένειες. Στις δώδεκα, έλεγε ο παπάς το Χριστός Ανέστη και πε­τούσανε τρίγωνα, βεγγαλικά, τρακατρούκες, βαρελότα. Αγκαλιαζό­ντουσαν ο παπάς με τους επιτρόπους κι ο κόσμος. Μετά, γυρίζανε στα σπίτια τους και φέρνανε τις λαμπάδες αναμμένες και πριν μπού­νε, κάνουνε σταυρό μαύρο με τη λαμπάδα πάνω στην πόρτα. Το φως της Αναστάσεως το φέρνανε μέσα στο σπίτι για ν’ ανάβουν το καντήλι και να ‘μενε αναμμένο σαράντα μέρες. Το κερί της Αναστάσεως το είχανε όλο τον χρόνο κι ανάβανε το καντήλι. Τρώγανε τη μαγειρίτσα, διασκεδάζανε. Την Κυριακή του Πάσχα και σούβλα φτιάνανε, και το κρέας μαγειρεμένο το είχανε, και μαγειρίτσα τρώγανε. Αλλά, πιο πολύ, το κρέας το κάνανε σούπες, γιατ’ ήσανε απ’ τη νηστεία. Οι τσοπαναραίοι φτιάνανε τραχανάδες. Διασκεδάζανε, χορεύανε, τραγουδάγανε, ρίχνανε και βαρελότα. Οι αρραβωνιασμένοι πηγαίνανε στην πεθερά την κουλούρα και αυγά κόκκινα.

 

Κρανίδι, το κάψιμο του Ιούδα Κυριακή του Πάσχα.

Κρανίδι, το κάψιμο του Ιούδα Κυριακή του Πάσχα.

Το απόγευμα είχανε τον εσπερινό της αγάπης. Πηγαίνανε στην εκκλησία, λέγανε τα ευαγγέλια και μετά, απέξω από μια εκκλησία, εί­χανε τον Γιούδα (Ιούδα). Γεμίζανε άχερο ένα ύφασμα, το ράβανε, του βάζανε χέρια, πόδια και τον είχανε ‘κει. Και του βάζανε φωτιά και τον καίγανε. 

Τη Δευτέρα του Πάσχα πηγαίνανε το πρωί στην εκκλησία με τα καλά τους. Και το μεσημέρι κάνανε το κρέας στον φούρνο. Ανάβανε όλοι τους φούρνους και ψήνανε το φαΐ. Κι ήτανε μεγάλη γιορτή κεί­νη την ημέρα, γιατί, τις πιο πολλές φορές, τότε πέφτει του Αγίου Γιωργιού. Κάνανε περιφορά της εικόνας· τα πρώτα χρόνια, όχι σ’ όλο το χωριό, εκεί γύρω στην εκκλησία. Οι βοσκοί σφάζανε αρνί, το αγιογιωργίτικο, και πανηγυρίζανε. Μεγάλο πανηγύρι αυτή την ημέρα γίνεται στα Δίδυμα, πο ‘χουν εκκλησία μέσα σε σπηλιά. Κι είχανε μυτζήθρες, ψητά, χορεύανε, τραγουδούσανε.

 

 

Μαρτυρίες

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαριγούλα Λάμπρου, ετών 80, αυτοδίδακτη στην ανάγνωση.

 

 

Πηγή

 

  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

 

Δαγρές Ανανίας                                       

 

 

Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Παναγίας Κατακεκρυμμένης Άργους. Γόνος της γνωστής οικογένειας των Δαγρέων από την Καρυά. Ο πατέρας του Δημήτριος αδελφός των οπλαρχηγών Γιαννάκου και Θανάση Δαγρέ εγκαταστάθηκε στο Κουρτάκι (χωριό ανατολικά του Άργους), και λίγα χρόνια πριν την επανάσταση παντρεύτηκε  μια αρχοντοπούλα της περιοχής. Καρποί του γάμου τους ήταν οι Αδριανός (μετέπειτα ιερομόναχος και ηγούμενος), Κων/νος, Αθανάσιος, Αναστάσιος και μια κόρη. Ο Αδριανός σε νεαρή ηλικία ασπάσθηκε το Αγγελικό σχήμα στο Άγιο Όρος και μετονομάσθηκε σε Ανανία. Επέστρεψε το 1846 στην Αργολίδα και έγινε ηγούμενος της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης.

 

Παναγία Κατακεκρυμμένη ή Πορτοκαλούσα

Παναγία Κατακεκρυμμένη ή Πορτοκαλούσα

Ήταν μεγαλοπρεπής, επιβλητικός, άριστος στην λειτουργία, φιλάνθρωπος και ελεήμων. Με την μεγάλη περιουσία που διέθετε έκανε πολλά και σημαντικά έργα στην μονή. Ίδρυσε πρακτική ιερατική σχολή από την οποία αποφοίτησαν μεταξύ των άλλων οι Δημήτριος Παπαδημητρίου ή Καπαρελιώτης 1892, και Γεώργιος Θεωνάς 1896, ιερείς και εφημέριοι του ναού του Τιμίου Προδρόμου

Ο σημαντικός αυτός άνθρωπος έπεσε στη δυσμένεια του στρατηγού Δημήτρη Τσώκρη. Η παράδοση αναφέρει ως αφορμή τις οικογενειακές καθώς και τις πολιτικές μεταξύ τους διαφορές που οδήγησαν τον στρατηγό να διώξει τον ηγούμενο από την μονή. Ο πατέρας Ανανίας με μεγάλη θλίψη και αγανάκτηση αναγκάζεται να εγκαταλείψει το μοναστήρι. Κατηφορίζοντας και περνώντας έξω από το σπίτι του στρατηγού το οποίο έδειξε με το δάκτυλό του  είπε σε αυτούς που τον συνόδευαν: Παιδιά μου δεν καταρώμαι αλλά προαισθάνομαι ότι εις αυτό το σπίτι θα λαλήσουν κουκουβάγιαις !!!. Και προφέροντας αυτές τις λέξεις σκούπιζε με το μαντήλι τα δάκρυα του. Την  εξαφάνιση της οικογένειας Τσώκρη οι παλαιότεροι Αργείοι την απέδιδαν στην « κατάρα» του ηγούμενου και έλεγαν: « το είπε ο παπά- Ανανίας κουκουβάγιες θα λαλήσουν στο σπίτι του Τσώκρη». Ο Ανανίας στη συνέχεια μετέβη στην ιερά μονή της Κοιλάδας Κρανιδίου την οποία ανέδειξε και αύξησε οικονομικά με κινητή και ακίνητη περιουσία. Κοιμήθηκε το 1865 και ετάφη στο Κουρτάκι Αργολίδας.

 

Ελένη Φλέσσα

 

Πηγές

 

  • Εκλογικοί κατάλογοι Δήμου Άργους (χωριό Κουρτάκι) 1844.
  • Αναστάσιος Τσακόπουλος, « Iστορικά και λαογραφικά σημειώματα» τόμος Ά, σελ. 181-182, Αθήναι, 1960.   
  • Ιωάννης Χαβιαρλής, «Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη του Άργους», Άργος, 2004.

 

Richard Chandler (1738-1810)

 

Άγγλος λόγιος και αρχαιολόγος, που επισκέφθηκε την Ελλάδα στο διάστημα 1764-66. Η αγγλική αρχαιόφιλη εταιρεία των Dilettanti τον όρισε επικεφαλής τής πρώτης επιστημονικής αποστολής που πραγματοποιήθηκε στον ελλαδικό χώρο. Ο Τσάντλερ συνοδευόταν στο ταξίδι του από τον αρχιτέκτονα Nicholas Revett και το ζωγράφο William Pars. Στην αρχή οι τρεις συμπατριώτες επισκέφθηκαν τις αρχαιότητες των παραλίων της Μ. Ασίας.

Στη συνέχεια περιηγήθηκαν την Αττική, την Πελοπόννησο, τους Δελφούς στη Στερεά. Τα κείμενα του Τσάντλερ απέκτησαν εξαιρετική φιλολογική αξία, οι παρατηρήσεις του εμπλούτισαν με πλήθος στοιχείων τις γνώσεις μας για τη γεωγραφία του ελλαδικού χώρου και τη χωροθέτηση των αρχαιοτήτων. Επίσης ο Τσάντλερ ανέδειξε μέσα από το έργο του τους χαρακτήρες των σύγχρονων Ελλήνων, τα ήθη και τις νοοτροπίες τους, κι αυτό συνιστά σημαντική συμβολή του Τσάντλερ στη διαμόρφωση της δυτικής συναντίληψης για τον Ελληνισμό του 18ου αιώνα.

 

 

Πήγες

 

 

  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Περιηγητές Ι», τεύχος 43, 10 Αυγούστου 2000.
  • «Travels in Greece», Richard Chandler
  • Wikipedia, Richard Chandler 

 

 

William Martin Leake (1777-1860) 

 

 

Ο Αντισυνταγµατάρχης William Martin Leake  (Ουίλιαμ Μάρτιν Λικ), θεωρείται σήµερα από τους σηµαντικότερους περιηγητές της Ελλάδας σε αναζήτηση αρχαίων Ελληνικών Μνημείων και περιοχών.

 

Σημαντικότερα έργα του είναι:

·  Topography of Athens (1821)

·  Travels in the Morea (1830), και συμπλήρωμα, Peloponnesiaca (1846)

·  Travels in Northern Greece (1835)

·  Numismata Hellenica (1854), με συμπλήρωμα το 1859.

 

 

William Martin Leake, by Christian Albrecht Jensen oil on canvas, 1838

William Martin Leake, by Christian Albrecht Jensen oil on canvas, 1838

Ο Leake στα ταξίδια του περιγράφει την κοινωνικοοικονοµική κατάσταση της Ελλάδας στο 19ο αιώνα, τα τελευταία χρόνια της Οθωµανικής κατοχής πριν από την επανάσταση του 1821. Ο Leake έχει κάνει γενικά συνεπείς αναφορές από την περιήγησή του και αυτό επιβεβαιώνεται συχνά από την αρχαιολογική και ιστορική έρευνα. Ο Leake γεννήθηκε στο Bolton Row του Picadilly στις 14 Ιανουαρίου 1777. Στα δεκαπέντε του κατατάχθηκε στη Βασιλική Στρατιωτική Ακαδημία της Μ. Βρετανίας όπου έλαβε στρατιωτική εκπαίδευση και γνώσεις µαθηµατικών, τοπογραφίας και εξερεύνησης. Το 1796 µμετατέθηκε για 3 χρόνια στην Αντίγκουα. Τον Ιούλιο του 1798, ο Γαλλικός Στρατός εισέβαλε στην Αίγυπτο που ήταν τότε Οθωµανική Κτήση. Η Βρετανία, για να αντιδράσει, έστειλε για βοήθεια στην Τουρκία Στρατιωτική Αποστολή υπό την ηγεσία του Στρατηγού Κόελερ µε τη συµµετοχή του Leake όπου παρέµεινε έως το 1803, κάνοντας περιηγήσεις στη Μικρά Ασία, Συρία και Αίγυπτο. Από το 1804 έως το 1807, ο Leake ήλθε στην Ελλάδα µε την εντολή να κάνει περιηγήσεις και να βοηθήσει την Τουρκική Στρατιωτική Διοίκηση κατοχής στο να επισηµάνει αδυναµίες στην οχύρωση ώστε να αντισταθεί σε ενδεχόμενη επίθεση από το γαλλικό Στρατό. Στην διάρκεια την περιοδείας του ο Leake επισήµανε αρχαία ερείπια και έκανε συλλογή από αρχαία νοµίσµατα. Στα 1808, ο Leake ήλθε ξανά στην Ελλάδα για να παρουσιάσει στον Αλή Πασά, νέα όπλα και πυροµαχικά που πουλούσε ο Αγγλικός Στρατός. Από το 1809 έως το 1810, ο Leake έµεινε στο Παλάτι του Αλή Πασά στα Ιωάννινα, επισκεπτόμενος κατά διαστήματα την Ήπειρο και τη ΘεσσαλίαΤο 1810 επέστρεψε στην Αγγλία όπου ασχολήθηκε πλέον µε τη δημοσίευση των έργων του (πάνω από 10 βιβλία και περισσότερα από 30 δημοσιεύσεις σε περιοδικά). Εκτός από νοµίσµατα ο Leake συνέλεξε µάρµαρα, µπρούτζινα αρχαία έργα και κύπελα. Τα µάρµαρα εκτίθενται στο Βρεταννικό Μουσείο και περιλαμβάνουν τµήµατα µε αρχαίες επιγραφές που του χάρισε ο Αλή Πασσάς. Τα υπόλοιπα µέρη της συλλογής του, τα δώρισε µετά θάνατον στο Πανεπιστήµιο Cambridge και βρίσκονται σήµερα στο µουσείο Fitzwilliam.

 

 

 

Ο William Martin Leake σε Άργος και Ναύπλιο

 

 

Στις 16 Φεβρουαρίου 1806 ο Άγγλος περιηγητής αρχίζει το δεύτερο ταξίδι του στο Μοριά : Πάτρα, Γαστούνη, Τρίπολη, Αργολίδα. Ο δρόμος του Αχλαδόκαμπου ήταν όλος στρωμένος. Στο Άργος, όταν έφτασε διαπίστωσε ότι επικρατούσε μεγάλη ανησυχία ανάμεσα στους Έλληνες προστατευόμενους των ξένων Δυνάμεων, ιδίως της Ρωσίας.

 

Ο πασάς είχε ζητήσει να καταγραφεί η περιουσία των μπερατλήδων και φερμανλήδων και πρόσταξε να μένουν μαζί με τους προξένους τους. Γενική ήταν ή αντίληψη ότι το μέτρο είχε στόχο τους Υδραίους και τους Σπετσιώτες. Σ’ αυτά τα νησιά ο μισός αριθμός των πλούσιων εμπόρων και καραβοκύρηδων είχαν εξασφαλίσει ρωσική προστασία. Τα καράβια τους μετέφεραν με ρωσική σημαία στάρια στη Μεσόγειο με ανταλλαγή αποικιακών προϊόντων και κρασιών. Μια ομάδα μη προστατευομένων Ελλήνων αυτών των νησιών, διεκδικώντας τους χαμηλούς δασμούς και τα άλλα πλεονεκτήματα των προστατευομένων συμπατριωτών τους που εμπορεύονταν με τους Φράγκους, κατέφυγαν στην Πύλη και διαμαρτυρήθηκαν και για την ανισότητα και για τις προκλήσεις των ανταγωνιστών τους. Ο περιηγητής παραδίδει ότι το Βιλαέτι του Άργους ήταν φέουδο μιας σουλτάνας και για πολλά χρόνια είχε απαλλαγή από την υποχρέωση να προσφέρει καταλύματα στους ταξιδιώτες. Ακόμα και πασάδες πού περνούσαν από τον κάμπο έπρεπε να σταθούν έξω από την πόλη για ν’ αλλάξουν τα άλογά τους.

 

Τα προνόμια αυτά είχαν προσελκύσει στο Άργος πολλούς εύπορους Έλληνες. Αλλά κατά την περίοδο του ταξιδιού του Leake τα προνόμια είχαν καταργηθεί και η πολιτεία υπέφερε πολύ, καθώς βρισκόταν πάνω στην κεντρική αρτηρία που οδηγούσε από το βορρά στην Τριπολιτσά. Υπέφερε κυρίως από τους θρασύτατους και άνομους Τούρκους του Αναπλιού.

 

Το γειτονικό Ανάπλι βρισκόταν σε παρακμή. Ως το 1790 ήταν έδρα του πασά του Μοριά και συγκέντρωνε όλους τους αγάδες ενώ το Άργος συγκέντρωνε τους Έλληνες προεστούς. Έτσι τ’ Ανάπλι είχε μεταβληθεί σε τουρκική πρωτεύουσα και το Άργος σε ελληνική. Με τη μετακίνηση όμως της έδρας του πασά στην Τριπολιτσά το 1791 και μια φοβερή επιδημία που ακολούθησε άρχισε η παρακμή. Τ’ ‘Ανάπλι ερημώθηκε. Το 1806 είχαν απομείνει μερικοί αγάδες (τόμος Γ΄1, σ. 422-424).

 

 

Map of the Peloponnesus by William Martin Leake

Map of the Peloponnesus by William Martin Leake

Ο William Martin Leake στα Μέθανα 

 

 

 

William Martin Leake

William Martin Leake

Το όνομα Μέθανα, αναφέρει ο Leake, εμφανίζεται να αποτελεί μία δωρική παραλλαγή του ονόματος Μεθώνη, την οποία χρησιμοποιεί αργότερα ο Θουκυδίδης γράφοντας σε αττική διάλεκτο. Ωστόσο, η δωρική ονομασία (ο πληθυντικός δηλαδή του ουδετέρου γένους) επικράτησε ως τις μέρες μας, ακριβώς στην ίδια μορφή που χρησιμοποιήθηκε από το Στράβωνα και τον Παυσανία.

Τα Μέθανα είναι χτισμένα σε ψηλό και ανώμαλο μέρος, συνεχίζει ο Leake, όπως ακριβώς τα γειτονικά νησιά της Αίγινας και της Καλαυρείας. Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις είναι λιγοστές και συγκεντρώνονται γύρω από τους πρόποδες του βουνού, καθώς και σε μία μικρή κοιλάδα που βλέπει στον κόλπο των αρχαίων Μεθάνων. Το 7ο έτος του Πελοποννησιακού πολέμου, οι Αθηναίοι, οχυρώνοντας τον ισθμό που ενώνει τα Μέθανα με την Πελοπόννησο, κατάφεραν να εκμεταλλευτούν τη χερσόνησο και να τη μετατρέψουν σε στρατιωτικό σταθμό από τον οποίο εξαπέλυαν τις επιδρομές τους κατά βούληση στις περιφέρειες της Τροιζηνίας, της Ηλείας και της Επιδαύρου.

Σύμφωνα με Γάλλους γεωγράφους, συνεχίζει ο Leake, στη Χερσόνησο των Μεθάνων υπάρχουν δύο θειούχες πηγές. Η μία ονομάζεται Βρόμα και βρίσκεται στη βόρεια ακτή και η άλλη βρίσκεται κοντά σε ένα χωριό με το όνομα Βρομολίμνη, προς τα ανατολικά. Και οι δύο πηγές οφείλουν το όνομά τους στη δυσάρεστη οσμή από το θειάφι που βγαίνει από τα νερά. Και στα δύο μέρη, υπάρχουν ίχνη από τα αρχαία λουτρά, όπως μαρτυρούν τόσο ο Στράβωνας όσο και ο Οβίδιος. Οι τελευταίοι μάλιστα, θεωρούν τις πηγές αυτές ως απόδειξη της ηφαιστειακής έκρηξης των Μεθάνων. Η Γαλλική Αποστολή παρατήρησε τα απομεινάρια πέντε ή έξι διαφορετικών τόπων στη Χερσόνησο των Μεθάνων, μαζί με το Μεγάλο Χωριό, όπου εικάζεται ότι βρισκόταν η αρχαία πόλη. Φαίνεται να υπήρχαν δύο οχυρωμένες πόλεις στη βόρεια πλευρά της Χερσονήσου.

Ακολούθως, αναφέρεται στο τείχος που Πελοποννησιακού πολέμου, που βρίσκεται στο Στενό, και καταλήγει ότι οι πανίσχυροι στη θάλασσα Αθηναίοι πιθανό να είχαν τη Χερσόνησο υπό τον πλήρη έλεγχό τους για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς τα απομεινάρια που υπάρχουν σήμερα αποτελούν, όπως παρατηρεί, το προϊόν μιας πολύ πιο ανθεκτικής κατασκευής από εκείνη που συνήθιζαν οι Έλληνες κατά τις στρατιωτικές τους επιχειρήσεις.

 

Πηγές

 

  • William Martin Leake «Travels in the Morea», 1830.
  • Β΄ Διεθνές Συνέδριο Ιστορίας και Αρχαιολογίας Αργοσαρωνικού.
  • Σύλλογος Φίλων Πολιτιστικής Κληρονομίας Καλαποδίου Φθιώτιδος «Η ΕΛΑΦΗΒΟΛΟΣ ΑΡΤΕΜΙΣ», Περιοδικό Καλαπόδι, Μάρτιος – Απρίλιος 2007.

 

 

 

 

Emerson James (1804-1869)

 

 

 

Sir James Emerson by Richard Austin Artlett 1836

Sir James Emerson by Richard Austin Artlett 1836

Sir James Emerson Tennent. Άγγλος που είχε στρατολογηθεί στην ταξιαρχία πυροβολικού που είχε συγκροτήσει ο λόρδος Βύρων. Μετά το θάνατο του ποιητή, ο Emerson έφυγε στην πατρίδα του για να επιστρέψει στον ελληνικό χώρο στις αρχές του 1825. Μέσω των νησιών του Ιονίου έφτασε στην Πελοπόννησο, όπου και περιηγήθηκε σε όλη τη διάρκεια του 1825. Αμέσως αναγνωρίστηκε ως λοχαγός του πυροβολικού από τις ελληνικές αρχές, που εκτίμησαν προφανώς την προϋπηρεσία του Emerson στο στρατό του Βύρωνα. Στην Ύδρα και στις Σπέτσες, όπου παρέμεινε, κατέγραψε τη λειτουργία του ναυτικού των νησιών, συνέλεξε πληροφορίες για τη δράση των πυρπολικών στη θάλασσα, συμβάλλοντας στη συγκρότηση ιστορικών μαρτυριών για το ναυτικό αγώνα των Ελλήνων. Στον Emerson οφείλεται επίσης η σκιαγράφηση της προσωπικότητας του Υδραίου καπετάνιου Ανδρέα Μιαούλη. Το Ημερολόγιο του κυκλοφόρησε στο Λονδίνο το 1826 και αναμφισβήτητα συνέβαλε στη συμπάθεια της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης προς την ελληνική υπόθεση. Στο κείμενο που δημοσιεύθηκε προσέθεσε πολλά στοιχεία για την οικονομία, την τοπική παραγωγή, την κοινωνία και τη ζωή των Ελλήνων. Ο Emerson φάνηκε πολύ αισιόδοξος για την προοπτική της Επανάστασης, ενώ ταυτόχρονα διέκρινε τις αδυναμίες των Ελλήνων να οικοδομήσουν ένα σύγχρονο κράτος ευρωπαϊκού τύπου. Έργα του για την Ελλάδα: a Picture of Greece (1826), Letters from the Aegean (1829), and a History of Modern Greece (1830).

 

Πηγές

 

 

  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Περιηγητές ΙΙ», τεύχος 44, 17 Αυγούστου 2000.

 

Πάσχα στην Ασίνη (Τζαφέραγα) Αργολίδας

 

Πάσχα

 

Όλες οι νοικοκυρές τη Μεγάλη βδομάδα με άσβεστη ασπρίζουν – ασβεστώνουν τους τοίχους και τα σπίτια. Φτιάχνουν τα κουλούρια και τη Μεγάλη Πέμπτη βάφουν τ’ αυγά. Το αυγό πού θα γεννήσει ή κότα τη Μεγάλη Πέμπτη το βάφουν και το φυλάνε ή το βάζουν στο μέσο του περιβολιού για να φέρει γούρι.

 

Το κάψιμο του Ιούδα

 

Ένα έθιμο πού επικρατεί και σώζεται ακόμη μέχρι σήμερα είναι το κάψιμο του Ιούδα, το Πάσχα. Την Μεγάλη Παρασκευή ή το Μεγάλο Σάββατο μια ομάδα από νέους της Ασίνης μαζεύονται και κατασκευάζουν ένα αχυρένιο ομοίωμα του Ιούδα Ισκαριώτη. Μόλις το κατασκευάσουν το βάζουν επάνω σ’ ένα καρότσι και το γυρίζουν σ’ όλο το χωριό. Παλιότερα, όπου περνούσε ό Ιούδας οι κάτοικοι τον έφτυναν λέγοντας «Ουναχαθείς – Προδότη, Γιούδα Ισκαριώτη». Το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα μετά τη θεία λειτουργία τής Αγάπης, γύρο στις 4 ή ώρα, τοποθετούσαν τον Ιούδα πάνω σε ένα Ικρίωμα (κρεμάλα) στην τοποθεσία «Κόντρα», είναι το πιο ψηλό και εμφανές μέρος του χωριού.

Οπλοφόροι ετοιμάζονται για το κάψιμο του Ιούδα. Ασίνη 1972.

Οπλοφόροι ετοιμάζονται για το κάψιμο του Ιούδα. Ασίνη 1972.

Εκεί εμαζεύονται οι κάτοικοι, ενώ μια ομάδα από τουφεκιοφόρους του χωριού έχουν σταθεί σε θέση βολής έτοιμοι να πυροβολήσουν για την εκτέλεση του Προδότη του Χρίστου. Ένας νέος σαν επικεφαλής τής ένοπλης ομάδας σκέφτεται να δώσει το παράγγελμα του πυροβολισμού για την εκτέλεση. Ένας άλλος νέος του χωριού πριν από την εκτέλεση διαβάζει την καταδίκη του Ιούδα σε θάνατο πού εννοείται οί δικαστές προηγουμένως τον καταδίκασαν. «Προδότη Ιούδα, για την προδοσία του Χρίστου μας καταδικάστηκες να τιμωρηθείς από τούς Χριστιανούς. Η Χριστιανοσύνη σε κηρύσσει Μεγάλο Προδότη και σε σιχαίνονται όλοι οι Χριστιανοί. Τίποτα δεν πρέπει να μείνει απάνω στη γη πού να το μαγαρίζει ή παρουσία σου». Έτσι τελειώνει ή καταδικαστική απόφαση. Ό Αρχηγός της ένοπλης ομάδας διατάσσει. Πυρ!!! και μια ομοβροντία από ντουφεκιές πυροβολούν το αχυρένιο ομοίωμα του Ιούδα. Στο τέλος ένας άλλος της ομάδας παίρνει στουπί βρεγμένο με βενζίνη ή πετρέλαιο και βάζει φωτιά σ’ ότι έχει απομείνει.

Εδώ και λίγα χρόνια όμως «Το κάψιμο του Ιούδα» δεν γίνεται στην Κόντρα άλλα κάτω στον «Άγιο Κωνσταντίνο» στο Δρόμο πού οδηγεί στο Τολό κοντά στα εξοχικά κέντρα στην «Ντάπια». Εκεί γίνεται περισσότερη διαφήμιση του τοπικού αυτού Πασχαλιάτικου Εθίμου γιατί είναι Δημόσιος δρόμος και πέρασμα Τουριστών. Το Έθιμο τούτο φαίνεται να χρονολογείται από πολλά χρόνια. Δεν είναι εξακριβωμένο πόθεν προέρχεται. Συμπεραίνεται ότι μόλις ιδρύθηκε το Τζαφέραγα ή Ασίνη, από εφτά οικογένειες, ίσως να είναι φερτό και το έθιμο τούτο. Ίσως από οικογένειες φερτές από την νήσο Ύδρα όπου και κει γίνεται το «Κάψιμο του Ιούδα». Υπάρχουν απόγονοι των οικογενειών από την ‘Ύδρα εγκατασταθέντων εδώ στην Ασίνη. Αυτοί έφεραν το έθιμο και υπάρχει μια τάση να κατασκευάζουν «Ιούδα»· ίσως έτσι έμεινε το έθιμο για το «Κάψιμο του Ιούδα», όπως ακριβώς γίνεται και στην «Ύδρα.

 

Χρονογράφημα του Κώστα Δ. Σεραφείμ από το βιβλίο του « Λαογραφικά της Αργολίδας » σελ. 129-132, Αθήνα 1981.

 

Πάσχα – Λίμνες Αργολίδας

 

 

Το Μ. Σάββατο οι γυναίκες ζυμώνουν το πασχαλινό κουλούρι και μαζί μ’ αυτό ζυμώνουν κουλούρες μεγάλες για να τις πάνε στα βαφτιστήρια τους και ένα μικρό κουλούρι πού το βάζουν στο εικόνισμα. Όλα τα κεντούν με διάφορα κεντίδια και ένα κόκκινο αυγό θα βάλουν επάνω στην πασχαλινή κουλούρα, την οποία θα φάνε την Κυριακή του Πάσχα μαζί με το αρνί. Το αρνί το βάζουν στην σούβλα. Μαζεύονται φίλοι και συγγενείς και ψήνουν τ’ αρνιά. Την ώρα αυτή τραγουδούν. Όταν ψηθεί το αρνί τρώνε όλοι μαζί και γλεντούν.

 

Την ήμερα του Πάσχα θα μοιράσουν τις κουλούρες στα βαφτιστήρια. Η κουμπάρα θα τούς δώσει γλυκίσματα. Το απόγευμα τής ημέρας του Πάσχα οι τσοπάνηδες θά μοιράσουν στους φίλους και τούς συγγενείς τυρί. Οι άνθρωποι πού θα πάρουν το τυρί θα δώσουν στους τσοπάνηδες κουλουράκια και αυγά. Το απόγευμα γίνεται γλέντι στην πλατεία του χωριού. Το γλέντι θα επαναληφθεί από το απόγευμα τής Δευτέρας του Πάσχα. Επίσης κατά τον ίδιο τρόπο θα γλεντήσουν την Παρασκευή της Λαμπρής (της Ζωοδόχου) σ’ ένα εξωκκλήσι μετά το πέρας τής θείας Λειτουργίας. Το απόγευμα τής ίδιας ημέρας θα συγκεντρωθούν όλοι οι κάτοικοι του χωρίου στην πλατεία, όπου θα χορέψουν οι νέοι και οι νέες, για να παρακολουθήσουν το γλέντι. Όμοιος χορός θα γίνει και το απόγευμα τής Κυριακής του Θωμά.

 

Τραγούδια πού τραγουδούσαν οι χορευτές  τις ήμερες αυτές.

 

«Δευτέρα ήμερα κίνησα κοντή, κοντούλα

μαύρα μαύρα γλαρά μου μάτια, βγήκα να σεργιανίσω.

Παπαδοπούλα απάντησα κοντή, κοντούλα μ’ ένα μαντήλι μήλα,

δυό μήλα της εγύρεψα μαύρα γλαρά μου μάτια και αυτή πολλά μου δίνει.

Δεν Θέλω εγώ τα μήλα σου κόρη κοντούλα μαύρα γλαρά μου

μάτια τα τσαλαπατημένα, μόνο θέλω το κορμάκι σου να το χαρούμε αντάμα.

Έμενα το κορμάκι μου κόρη κοντούλα μαύρα γλαρά μου μάτια πολλούς δραγάτες έχει».

 

Πηγή

 

  • Κώστα Δ. Σεραφείμ, «Λαογραφικά της Αργολίδος», Αθήνα, 1981.

 

Πάσχα στην Παλαιά Κίο (Θρησκευτικά ήθη και έθιμα)

 

 

Το κάψιμο του Βαραβά 

 

 

 

Διοικητήριο Κίου -1920

Διοικητήριο Κίου -1920

Η Παλαιά Κίος στη Μικρά Ασία είχε πέντε ενορίες. Από ενωρίς της Μ. Τεσσαρακοστής  του Πάσχα άρχιζε ή συλλογή των υλικών για το κάψιμο του Βαραβά κατά την Μ. Παρασκευή. Τις εσπερινές και νυκτερινές ώρες μεταξύ των νέων κάθε ενορίας παρετηρείτο μεγάλη κίνηση ή όποια πολλές φορές εξελίσσετο σε πετροπόλεμο, διότι οι νέοι της μιας ενορίας προσπαθούσαν να κλέψουν τα υλικά της άλλης ή να τα καταστρέψουν ώστε να μην μπορέσουν αυτοί να πραγματοποιήσουν το έθιμο και να μείνουν μόνο αυτοί. Τα υλικά ήσαν ένα μεγάλο ξύλο πού καρφωνόταν στη γη και επάνω του κρεμόταν ομοίωμα του Bαραβά πολλά άχυρα ή κλαδιά τα όποια θα μετέδιδαν το πυρ. Το κάψιμο γινόταν  σε κάποιο μέρος άπ’ όπου θα περνούσε ό επιτάφιος και ακριβώς την ώρα πού θα έφθανε στο σημείο αυτό.

 

Η δεύτερη Ανάσταση

 

Στις 10 το πρωί της Κυριακής του Πάσχα ο κλήρος και οι πιστοί των πέντε εκκλησιών συγκεντρώνονταν  στο Μητροπολιτικό Μέγαρο. Σχηματιζόταν πομπή προπορευόμενου του Μητροπολίτου του Κλήρου και ακολουθούντων των πιστών (με μεγάλη στολή οι κληρικοί, άμφια) κατευθύνονταν στην συνοικία πού βρίσκεται ή εκκλησία «Παζαριώτισσα» διότι ήταν κοντά στο παζάρι. Εκεί ο Μητροπολίτης έλεγε το Ευαγγέλιο της Αναστάσεως. Αμέσως οι ιερείς  έλεγαν με την σειρά το ίδιο Ευαγγέλιο σε διάφορες γλώσσες και τελευταίος ο Διάκος έλεγε πάλι το Ευαγγέλιο στα Ελληνικά από του άμβωνος. Έπειτα ή ίδια πομπή επέστρεφε στο Μητροπολιτικό Μέγαρο και διαλυόταν.

 

Κατά την πρώτη Ανάσταση

 

Μετά την απόλυση και χωρίς να ξεντυθεί ό Μητροπολίτης κατευθύνονταν όλοι στο Μητροπολιτικό Μέγαρο, εν πομπή δηλαδή, εκεί οι πιστοί έτρωγαν ένα κόκκινο αυγό και ένα κουλούρι. Τα Χριστούγεννα γινότανε το ίδιο, οι πιστοί έπιναν μία κούπα ζωμού από κρέας μοσχαρίσιο, και έτρωγαν και λίγο μοσχάρι.

 

Πηγή

 

  • Κώστα Δ. Σεραφείμ, «Λαογραφικά της Αργολίδος», Αθήνα, 1981.

 

Πάσχα στον Άγιο Αδριανό (Κατσίγκρι)

 

 

 

Οι προετοιμασίες για το Πάσχα, ή τη Λαμπρή, όπως την έλεγαν, ξεκινούσαν με το άσπρισμα. Αγόραζαν ασβέστη (χωρή) και άσπριζαν τα σπίτια μέσα και έξω. Τα δάπεδα των σπιτιών ήταν από χώμα. Έφτιαχναν πηλό και σε τακτά χρονικά διαστήματα έκαναν επάλειψη. Τις αυλές, που ήταν μεγάλες και τις λέρωναν οι κότες και τα υπόλοιπα κατοικίδια ζώα, τις σκούπιζαν με θυμάρι. Ο πατέρας έπαιρνε τα παπούτσια των παιδιών που είχαν χαλάσει και τα πήγαινε στον τσαγκάρη (μπαλωματή). Μπαλωματής στο χωριό ήταν ο Ανάστασης Αναγνωστόπουλος ή μάστρο – Αναστάσης.

 

Στολισμός Επιταφίου γύρω στα 1970.

Στολισμός Επιταφίου γύρω στα 1970.

Τη Μεγάλη Εβδομάδα έφτιαχναν τα πασχαλινά κουλούρια και τα γαλο-κούλουρα που τα έτρωγαν και για ψωμί. Τη Μεγάλη Πέμπτη έβαφαν τα κόκκινα αυγά και τη Μεγάλη Παρασκευή οι κοπέλες του χωριού ξεκινούσαν από το πρωί το στόλισμα του επιτάφιου.

 

 

Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, όλο το χωριό πήγαινε στον επιτάφιο. Οι άντρες της μεγάλης ηλικίας πήγαιναν ο καθένας στη δική του θέση, στο δικό του στασίδι. Αυτό δεν το παραβίαζε κανείς. Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου πήγαιναν να κοινωνήσουν ή να μεταλάβουν, όπως έλεγαν. Πήγαιναν τμηματικά, γιατί δεν είχαν όλα τα παιδιά παπούτσια. Πήγαιναν μερικά πρώτα, γυρνούσαν και μετά πήγαιναν τα υπόλοιπα.

 

Το Μεγάλο Σάββατο έσφαζαν τα αρνιά, τα έγδερναν και το απόγευμα έπαιρναν τα δέρματα και τα πήγαιναν στην εκκλησία. Ο παπάς με τους επιτρόπους τα πουλούσαν και με τα χρήματα που έπαιρναν συντηρούσαν την εκκλησία. Το βράδυ της Ανάστασης τα αγόρια έπαιρναν μαζί τους από ένα αυγό και ένα κουλούρι. Με το Χριστός Ανέστη που έλεγε ο παπάς έβγαιναν έξω, τσούγκριζαν τα αυγά και τα έτρωγαν γιατί η μεγάλη νηστεία τα έκανε να μη μπορούν να περιμένουν. Γυρνώντας από την εκκλησία, η μάνα είχε έτοιμη τη μαγειρίτσα και όλη η οικογένεια έτρωγε.

 

Ανήμερα το Πάσχα έβαζαν ψητό στο φούρνο και το μεσημέρι καθόταν η οικογένεια στο τραπέζι. Ο παππούς έπαιρνε το μαχαίρι και έβγαζε προσεκτικά την πλάτη του αρνιού. Από την πλάτη του αρνιού έβλεπαν αν θα είχαν χαρά, αρρώστια ή και θάνατο. Τρώγοντας και πίνοντας κρασί έρχονταν  στο κέφι. Όλο το χωριό μαζευόταν στο προαύλιο της εκκλησίας και ξεκινούσε το γλέντι με τα πασχαλινά τραγούδια.

 

Σήμερα Χριστός Ανέστη

 

 

Σήμερα Χριστός Ανέστη

μες στους ουρανούς ευρέθη

σήμερα και οι παπάδες

με κεριά και με λαμπάδες.

 

Σήμερα τα παλικάρια

στέκονται σαν τα λιοντάρια

σήμερα και τα κορίτσια

στέκονται σαν κυπαρίσσια.

Σήμερα κι οι παντρεμένες

είναι λαμπροφορεμένες.

 

 

Του μπροστινού θέλω να πω

 

 

Του μπροστινού θέλω να πω

ωραίο τραγουδάκι

γιατί είναι το κορμάκι του

σαν το κυπαρισσάκι.

 

Τράβα το χορό με νάζι γιατί

 είσαι ωραίος και σου μοιάζει.

Τράβα το χορό με νιότη

όμορφε Κατσιγκριώτη.

Τράβα το πανάθεμα σε

τα σκαρπίνια μη φοβάσαι.

 

Να’ μουνα και τι να’ μουνα

μαντήλι του χεριού σου

κορδέλα του καπέλου σου

κλειδί του ρολογιού σου.

Να’ μουνα στη γη βελόνι

να πατάς να σ’ αγκυλώνει.

 

 

 

Γιορτή Μυροφόρων

 

 

Δεκαετία του 50. Εορτή των Μυροφόρων στο μοναστήρι Αγ. Δημήτριος.

Δεκαετία του 50. Εορτή των Μυροφόρων στο μοναστήρι Αγ. Δημήτριος.

Μετά το Πάσχα, στη γιορτή των Μυροφόρων ανέβαιναν στα γαϊδουράκια και άλλοι με τα πόδια και πήγαιναν στη Μονή Καρακαλά. Το μοναστήρι ήταν ανδρικό, μετά το 1960 όμως έγινε γυναικείο. Μετά τη Θεία Λειτουργία έπαιρναν τα φαγητά που είχαν φέρει μαζί τους, κάθονταν κάτω από τα δέντρα, έτρωγαν και έπιναν. Γλεντούσαν ως το απόγευμα και ξεκινούσαν έπειτα για το χωριό.

 

 

 

Πηγή

 

 

  • Βασίλης Ι. Παπαμιχαλόπουλος, « Ένα χωρίο γράφει την ιστορία του, Κατσίγκρι – Άγιος Αδριανός », Έκδοση, Δημοτικό σχολείο Αγίου Αδριανού, 2002.

 

Αναφορογράφοι του Ναυπλίου

 

 

Στην μόλις απελευθερωμένη Ελλάδα, όταν ακόμη ήταν πρωτεύουσα το Ναύπλιο, πολύς απλός κόσμος έπρεπε για διάφορους λόγους να προσφύγει στην Κυβέρνηση. Είτε για να υποβάλει κάποια αναφορά είτε για να απαιτήσει την επίλυση κάποιου προβλήματος.

 

Αδήριτη λοιπόν προέκυψε η ανάγκη της αναζήτησης κάποιων μορφωμένων ανθρώπων που θα ανελάμβαναν την σύνταξη αυτών των εγγράφων. Έτσι, δημιουργήθηκαν οι αναφορογράφοι, κάτι σαν τους αιτησιογράφους που μέχρι πριν λίγα χρόνια συναντούσαμε καθισμένους στα μικρά φορητά γραφειάκια τους, στις εισόδους των διαφόρων Δημοσίων υπηρεσιών.

 

Στην πλατεία του Ναυπλίου λοιπόν, « κατασκηνούντες παρά την σκιεράν πλάτανον » άκουγαν με ύφος σπουδαίο και τρανό τους ενδιαφερόμενους και έγραφαν στηρίζοντας το χαρτί στο δεξιό τους γόνατο.

 

Θα πρέπει να πούμε ότι ενίοτε, οι αναφορογράφοι έπαιζαν και το ρόλο του συμβολαιογράφου ή και του δικηγόρου, όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν.

 

«Πάντων όμως εξείχεν ο εκ Καισαρείας Αναστάσιος Μαυροκέφαλος». Αυτός ξεχώριζε γιατί διέθετε ευχέρεια στην σύνταξη των κειμένων, είχε ανεπτυγμένη αντίληψη και κατανοούσε εύκολα τα αιτήματα των πολιτών, αλλά κυρίως χρησιμοποιούσε φράσεις ή λέξεις παρμένες από την αρχαία ελληνική ή ακόμη και δημιουργούσε από μόνος του νέες σύνθετες φράσεις, που εξυπηρετούσαν το κείμενο του.  

 

Αργότερα, όταν η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στην Αθήνα, οι Αθηναίοι που γνώριζαν καλά  τον Μαυροκέφαλο, τον  συναντούσαν  να  περιφέρεται  στους δρόμους και τις πλατείες της πόλης « ως ζών μνημείον της απλοϊκότητος, της πενίας και της σπαργώσης ενεργείας της εποχής εκείνης ».

 

 

Στον Ν. Δραγούμη διαβάζουμε:

 

 

« Καθωράιζε δε τα πέριξ της πλατείας (του Ναυπλίου) και έτερόν τι πνευματικώτερον, η παρουσία λέγω αναφορογράφων, οίτινες κατασκηνούντες παρά την σκιεράν πλάτανον  ηκροώντο ηγεμονικώς τους προσερχομένους και έγραφον, στηρίζοντες τον χάρτην επί του δεξιού γόνατος, αναφοράς και άλλα έγγραφα. Σημειωτέον δε ότι οι τότε αναφορογράφοι επείχον και συμβολαιογράφων και δικηγόρων τόπον.

Πάντων όμως εξείχεν ο εκ Καισαρίας Αναστάσιος Μαυροκέφαλος, αυτός ο και σήμερον περιφερόμενος εις Αθήνας, ως ζών μνημείον της απλοικότητος, της πενίας και της σπαργώσης ενεργείας της εποχής εκείνης, και εξείχε διά τα πρεσβεία του επαγγέλματος, την ανώτεραν αξίαν, την περί το αντιλαμβάνεσθαι και συντάττειν ευχέρειαν, και την χρήσιν λέξεων ή φράσεων αρχαιοτύπων ή περιέργως συνυφασμένων τις ηγνόει τότε το όνομα του και σήμερον αναξιοπαθούντος Α. Μαυροκεφάλου». Ιστορικαί αναμνήσεις, 1879 τόμος Α΄ σελ. 108.

 

 

Πηγές

 

  • Σωτηρίας Ι. Αλιμπέρτη, « Μαντώ Μαυρογένους», Αθήναι, Τύποις Στεφ. Ν. Ταρουσόπουλου, 1931.
  • Ν. Δραγούμη, « Ιστορικαί αναμνήσεις», 1879, τόμος Α΄σελ. 108.