Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια
F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

Η Ακρόπολη και η πόλη του Άργους από το Παλαμήδι του Ναυπλίου.

Η Ακρόπολη και η πόλη του Άργους από το Παλαμήδι του Ναυπλίου.

karl krazeisen - Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

karl krazeisen - Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

Δήμιοι του Ναυπλίου

 

Όταν για πρώτη φορά ήρθε  στο Ναύπλιο η λαιμητόμος από την Μασσαλία, όπου κατασκευάστηκε, την συνόδευε κι ένας δήμιος*. Ίσως γιατί έπρεπε να μάθει τον τρόπο λειτουργίας της σε Έλληνες που θα ανελάμβαναν αυτή την άχαρη και δύσκολη αποστολή. Έφυγε όμως γρήγορα από την πόλη μη αντέχοντας το μίσος με το οποίο τον αντιμετώπιζαν οι Ναυπλιώτες. Το θλιβερό καθήκον του εκτελεστή ανέλαβαν ντόπιοι. Οι Δήμιοι, κατά κανόνα ήταν βαρυποινίτες καταδικασμένοι σε θάνατο που τα Δικαστήρια είχαν μετατρέψει την ποινή σε ισόβια κάθειρξη. Αυτοί, ως κατάδικοι αλλά και επειδή ο κόσμος του Ναυπλίου δεν τους ήθελε ανάμεσά του, είχαν ως κατοικία τους το Μπούρτζι. Εκεί έγκλειστοι, έβγαιναν με την συνοδεία χωροφυλάκων μόνον όταν επρόκειτο να καρατομηθεί κάποιος κατάδικος. Η λαιμητόμος ή carmagnole ή guillotine στηνόταν κάθε φορά που χρειαζόταν, στο περίφημο αλωνάκι του Παλαμηδιού, κοντά στην εκκλησία του Αγίου Ανδρέα, όπου και οι μελλοθάνατοι παρακολουθούσαν για τελευταία φορά την θεία λειτουργία.

 

cebdceb1cf85cf80cebbceafcebf-cebccf80cebfcf8dcf81cf84ceb6ceb9Γνωστοί δήμιοι στο Μπούρτζι ήταν ο Ποριώτης Σοφράς, ο Κρητικός Αμοιραδάκης και ο Αργίτης Μπεκιάρης. Η αμοιβή τους ήταν 300 δραχμές το μήνα και 100 δραχμές για κάθε καρατόμηση. Τα λεφτά των δημίων θεωρούνταν ματωμένα, γι̉ αυτό και η μάννα του Μπεκιάρη, μολονότι πάμπτωχη ξενοδούλευε για να ζήσει και ποτέ δεν δέχτηκε βοήθεια από τον γιό της. Τα περισσότερα χρήματα διέθεταν οι δήμιοι για το φαγητό τους και τις μικροανάγκες τους, γιατί έπρεπε ότι χρειαζόντουσαν να τους το προμηθεύσει ο βαρκάρης της φρουράς, ο οποίος ήταν έμπιστος και μόνον αυτός είχε το δικαίωμα να μεταφέρει τα χρειώδη, χρεώνοντας τα κάθε φορά κατά την βούλησή του. Με γκιλοτίνα εκτελέστηκε και ο δολοφόνος του Πρωθυπουργού Θεόδωρου Δηλιγιάννη, ο Κώστας Γερακάρης, το 1906.

 

Οι τελευταίοι δήμιοι στο Ναύπλιο, ήταν ο Ιωάννης Ζήσης από την Εύβοια και ο Κυριάκος Σωτηρόπουλος από την Μαντινεία.  Τέλος, ο Αθανάσιος Αλεβιζόπουλος από την Μεσσηνία ήταν ίσως ο μοναδικός δήμιος που ήταν λιγότερο μισητός από τους Ναυπλιώτες και μάλιστα τον ανάγκασαν να βγάλει την φουστανέλα του και να ντυθεί φράγκικα.

 

Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, σε ένα αφήγημα του, το 1892 περιγράφει το Μπούρτζι σαν τη «χιλιόκαλλη σπηλιά», που έκρυβε τους τρεις δράκους,  τους τρεις δήμιους. Τον Σοφρά, τον Αμοιραδάκη και τον Μπεκιάρη. Ο Καρκαβίτσας υπηρέτησε ως στρατιωτικός γιατρός στο Ναύπλιο, και είχε την δυνατότητα να επικοινωνήσει με τους δήμιους, τους οποίους είχε επισκεφτεί στον χώρο τους.

 

Υποσημείωση

 

* Δήμιος(ο) ουσ.[ < αρχ. επίθ. δήμιος (ενν. δούλος) ( = δημόσιος υπάλληλος για εκτελέσεις καταδίκων)] ο εκτελεστής θανατικής ποινής.( Ελληνικό Λεξικό Τεγόπουλος – Φυτράκης).

 

Πηγή

 

  • Σταμάτης Σταματίου (Σταμ–Σταμ), « Δημίων Ιστορίες », Ελλέβορος, 1992.

Σταϊκόπουλος Στάϊκος (1798-1835)


 

Ο καπετάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος

Ο καπετάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος

Ο ήρωας του Παλαμηδιού γεννήθηκε το 1798 στη Ζάτουνα της Αρκαδίας. Ο Πατέρας του Παναγιωτάκης ήταν κρεοπώλης ενώ ο ίδιος δερματέμπορος.

 Το 1818 πήγε στην Ύδρα όπου ανέλαβε την οικογενειακή επιχείρηση επεξεργασίας και εμπορίας δερμάτων. Εκεί μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία από τον Νικόλαο Σπηλιωτόπουλο. Όταν ξεκίνησε η επανάσταση πήρε πρώτος τα όπλα και επικεφαλής στρατιωτικού σώματος, έσπευσε στο Άργος και έλαβε μέρος στην αντίσταση κατά του Κεχαγιάμπεη. Την παραμονή του Αγίου Ανδρέα στις 29 Νοεμβρίου του 1822, η νύχτα ήταν ασέληνη και ο θεός έριχνε ασταμάτητα. Οι Τούρκοι είχαν κατέβει από το Παλαμήδι στο Ναύπλιο για να συσκεφθούν μετά από δίχρονη πολιορκία, για την απάντηση που θα έδιναν στην επιστολή του Γέρου του Μοριά, για να φύγουν ελεύθεροι και να σωθούν.

Ο Στάϊκος που βρισκόταν στην Άρια, δεν έχασε την ευκαιρία. Στήνοντας σκάλες στα βράχια του άπαρτου Κάστρου του Παλαμηδίου, άρχισε το ανέβασμα ύψους 216 μέτρων. Πρώτος φθάνει στη «Γιουρούς Τάπια» ο Μοσχονησιώτης μαζί με τον Θανάση Σταϊκόπουλο.* Μαζί τους ο Αγιορίτης καλόγερος Παφούντιος, ο Αργίτης Βιολιστής Πορτοκάλης και άλλα παλικάρια. Το κάστρο πάρθηκε εκείνη τη νύχτα. Και ήταν το κάστρο αυτό, από τα πιο τρανά της ανατολικής Μεσογείου. Η προσωρινή διοίκηση, τιμώντας τον για τα κατορθώματά του, τον προβίβασε από Χιλίαρχο, στον ανώτερο βαθμό του Στρατηγού. Ήταν κάτι που πολλούς πείραξε και ενόχλησε. Ο ίδιος ούτε σπίτι δεν δέχθηκε να πάρει από τα τόσα που άδειασαν τότε, από τη φυγή των Τούρκων.

Στάϊκος Σταϊκόπουλος, λιθογραφία Giovanni Boggi, 1825.

Στάϊκος Σταϊκόπουλος, λιθογραφία Giovanni Boggi, 1825.

Τον Απρίλιο του 1823 έλαβε μέρος στην Β΄ Εθνική Συνέλευση του Άστρους, όπου και υπέγραψε την καταληκτήρια διακήρυξη με το νέο του αξίωμα: Στρατηγός Στάϊκος Σταϊκόπουλος. Λίγο αργότερα, με διαταγή του Εκτελεστικού, στάλθηκε στην πολιορκία του Κάστρου του Ακροκορίνθου. Σαν έμπειρος πολεμιστής που ήταν ο ένδοξος Στρατηγός, τούτο το κάστρο ήταν το δεύτερο που έπεφτε μετά την επιμονή του ήρωα Στάϊκου Σταϊκόπουλου. Στις 26 Οκτωβρίου 1823, έγινε η παράδοσή του. Τότε, υπερασπιζόμενος τα παλικάρια του, ζήτησε από τον Γέρο το μερδικό των παλικαριών του. Ο Γέρος αντέδρασε και τότε, ο  Στάϊκος, πέταξε στον Γέρο τον αρραβώνα που είχε κάνει με την ανιψιά του. Ο Γέρος τον αποκάλεσε παράφρονα. Το δίκιο όμως του Στάϊκου τον έπνιγε.

Λίγο αργότερα, μετά από προτροπή του φίλου και συμπατριώτη του Σπηλιωτόπουλου, παντρεύτηκε την κόρη του προέδρου της Αλωνίσταινας, Παν. Δημητρακόπουλου την Κατερίνα, όπου μαζί της απέκτησε μια κόρη, δίνοντάς της το όνομα της μητέρας του Ζαχαρούλας. Την πάντρεψε με τον Νικόλαο Ζατζηπανάγου από την Πρόνοια. Η Κυβέρνηση, το 1842 την  προίκισε  με γη αξίας  3.500 δραχμών. Μετά την άφιξη του Όθωνα, παρέμεινε στο στράτευμα με τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχου.

Δυστυχώς, ο ήρωας της επανάστασης είχε τραγικό τέλος. Αρρώστησε από βαριά μελαγχολία η οποία το 1833 τον οδήγησε στην τρέλα. Η ζωή του κατάντησε αφόρητη. Για να ζήσει άρχισε να επαιτεί. Επειδή εκφραζόταν άσχημα κατά των Βαυαρών, τελικά τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν στα υπόγεια του Βουλευτικού, με την δικαιολογία του μαινόμενου και ταραξία. Οι κακουχίες και η έλλειψη στοιχειώδους επιμέλειας και φροντίδας, έφθειραν την υγεία του αγωνιστή και την 21 Φεβρουαρίου του 1835 πέθανε, φέροντας τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη.

 

Επειδή πέθανε πάμπτωχος, φίλοι και συγγενείς έκαναν έρανο για να καλυφθούν τα έξοδα της κηδείας. Αλλά οι Προεστοί της πόλης του Ναυπλίου, ανέλαβαν αυτοί κάθε δαπάνη με αποτέλεσμα ο άτυχος ήρωας να κηδευτεί με μεγαλοπρέπεια, παρουσία όλων των στρατιωτικών και πολιτικών αρχών του τόπου. Ο δε διάκονος και λόγιος Ευγένιος Διογενίδης τον αποχαιρέτισε με ένα συγκινητικό αποχαιρετιστήριο λόγο.

 

  

 

Υποσημείωση

 

  

* Αθανάσιος Σταϊκόπουλος

Ο Α. Σταϊκόπουλος ήταν αδελφός του Στάϊκου Σταϊκόπουλου από την Ζάτουνα Γορτυνίας. Πριν την επανάσταση του 21 ήταν μαζί με τον αδελφό του και αυτός έμπορος δερμάτων στην Ύδρα. Όταν άρχισε η επανάσταση ακολούθησε τον Στάϊκο σε όλες τις επιχειρήσεις. Ήταν από τους αρχηγούς της πολιορκίας του Ναυπλίου και συμμετείχε στην άλωση του Παλαμηδίου (1822), όπως και στην πολιορκία Ακροκορίνθου (1823). Τον Ιανουάριο του 1833 έγινε ταγματάρχης.

 

  

Πηγή

 

  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    

 

Διαβάστε ακόμη:

Dupre Louis, (1789-1837) 

 

Louis Duprè

Louis Dupre

Λουί Ντυπρέ, Γάλλος ζωγράφος, φιλέλληνας και αρχαιολάτρης. Γεννήθηκε στο Seine et Oise το 1789. Ο Louis Dupré (1789-1837), μαθητής του David, ( Ζαν-Λουί Νταβίντ επίσημου ζωγράφου του Ναπολέοντα), υπήρξε ζωγράφος προσωπογραφιών, τοπίων, ιστορικών και θρησκευτικών σκηνών. Τον Φεβρουάριο του 1819 επισκέπτεται τον ελληνικό χώρο μαζί με τρεις Άγγλους περιηγητές (Heyet, Hay και Viwian). Εκείνοι θα αναλάμβαναν τα έξοδα, αυτός θα τους παρέδιδε ως αντάλλαγμα, εικόνες των μνημείων και των τόπων της χώρας. Οι τέσσερις ταξιδιώτες και η μικρή συνοδεία τους διατρέχουν την Κέρκυρα, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Στερεά, τα περίχωρα της Αττικής και τα νησιά του Σαρωνικού. Χωρίζουν όταν ο Duprè συνεχίζει την περιήγησή του στην Κωνσταντινούπολη και κατόπιν προσκεκλημένος του Μιχαήλ Σούτσου, στο Βουκουρέστι, ενώ εκείνοι επιστρέφουν στην πατρίδα τους. Το οδοιπορικό του τελειώνει με την άφιξη του καλλιτέχνη στη Ρώμη στις 18 Απριλίου 1820.

Τα έργα του από την Ελλάδα δημοσιεύθηκαν το 1825 στο μνημειώδες εικονογραφημένο ταξιδιωτικό χρονικό Voyage à Athènes et à Constantinople ou collection de portraits, de vues et de costumes grecs et ottomans peints sur les lieux, d`après nature, lithographiès et coloriès par L. Duprè èlève de David.

Το πολύτιμο αυτό λεύκωμα δημοσιεύτηκε σε μία σειρά από τεύχη από το 1825 έως και μετά το 1837, αποτελείται από 40 υπέροχους πίνακες που συνοδεύονται από κείμενο εμπνευσμένο από βαθιά φιλελληνικά αισθήματα. Στο Μουσείο Μπενάκη φυλάσσεται ένα σπάνιο αντίτυπο του λευκώματος καθώς και μία σειρά από πρωτότυπα έργα (σχέδια, υδατογραφίες και μία ελαιογραφία) που συνδέονται με το ταξίδι εκείνο, αλλά και με πρωταγωνιστές της Ελληνικής επανάστασης. Δύο έργα είναι υπογεγραμμένα: το σχέδιο με το πορτραίτο του συνταγματάρχη Fabvier, χρονολογημένο το 1828, και η υδατογραφία με την άποψη της Ακρόπολης από το Ολυμπιείο. Το τελευταίο έργο, και η πρώτη απεικόνιση σε πίνακα της συγκεκριμένης άποψης της Ακρόπολης, αποτελούν μία παραλλαγή του αντίστοιχου έργου από το Voyage (1819). Η ελαιογραφία εκτέθηκε για πρώτη φορά στο Salon του Παρισιού το 1827 και σήμερα βρίσκεται στη Κολωνία. Το αριστούργημα του ζωγράφου στο Μουσείο Μπενάκη είναι μία ελαιογραφία με έναν σκεπτόμενο «Έλληνα» που ακουμπά σε βράχο στην ακτή της θάλασσας. Αποδίδεται στον Dupré, μολονότι είναι ανυπόγραφο, λόγω των τεχνοτροπικών ομοιοτήτων του με μεταγενέστερα έργα του ζωγράφου από το Voyage. Πρόκειται για τις προσωπογραφίες του Βασίλη Γούδα, του Δημητρίου Μαυρομιχάλη και του Νικολάκη Μητρόπουλου, οι οποίες έχουν φιλοτεχνηθεί και ως ελαιογραφίες και έχουν εκτεθεί στη Galerie Lebrun τo 1829. Στο μουσείο φυλάσσεται επίσης και μία υδατογραφία με δύο Σουλιώτες, καθώς και δύο σχέδια με μολύβι που μοιάζουν να είναι προσχέδια. Τα έργα αυτά αντιγράφουν εικόνες διαφορετικών περιόδων (ένας νέος από την Ύδρα του 1829, ένας νέος από τα Ιωάννινα του 1819, ο Βασίλης Γούδας του 1828 και ένας Σουλιώτης του 1819) και διαφέρουν τεχνοτροπικά από τα υπογεγραμμένα έργα του Dupré. Πέθανε στο Παρίσι στις 12 Οκτωβρίουτου 1837 και τάφηκε στο νεκροταφείο του Montparnasse.

 

Δημοσίευση από δημοπρασία του έργου του

Dupré Louis, voyage a Athenes et a Constantinople, ou collection des portraits, de vues et costumes grecs et ottomans. Paris: Dondey- Dupré, 1825 [έκδοση: 1839]. Περιέχει σαράντα (40) λιθογραφίες επιζωγραφισμένες με υδατοχρώματα, μια λιθόγραφη δισέλιδη εικόνα ενός τούρκικου διαβατηρίου και δώδεκα λιθογραφίες εντός κειμένου (60,5 x 43 εκ.). Βιβλιογραφία: Atabey 381, Weber I 130, Blackmer 559, Navari 517, Colas 916. Τιμή εκτίμησης στη δημοπρασία του Sefik Atabey (28-30 Μαΐου 2002): 89.000-105.000 ευρώ (55.000-65.000£). Τελική τιμή στην ίδια δημοπρασία: 188.400 ευρώ (122.150£). Σε άριστη κατάσταση, μέσα σε προστατευτικό λινόδετο κουτί. Δερμάτινη βιβλιοδεσία 19ου αιώνα. Μοναδικό αντίτυπο προς διάθεση διεθνώς.   

  

Πίνακες από το βιβλίο «Ταξίδι στην Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη»

Έλληνας των Ιωαννίνων

Έλληνας των Ιωαννίνων

Η πριγκίπισσα Ελ�νη Σούτσου

Η πριγκίπισσα Ελένη Σούτσου

Ο Δημήτριος Μαυρομιχάλης

Ο Δημήτριος Μαυρομιχάλης

Ο πρίγκιπας της Μολδαβίας Μιχαήλ Σούτσος

Ο πρίγκιπας της Μολδαβίας Μιχαήλ Σούτσος

Κόρη της Λιβαδειάς

Κόρη της Λιβαδειάς

Αθηναία

Αθηναία

Ο Αλή Τεπενενλής - Πασάς των Ιωαννίνων

Ο Αλή Τεπενενλής - Πασάς των Ιωαννίνων

Ο Ιωάννης ΛογοθÎτης

Ο Ιωάννης Λογοθέτης

Ο Φώτο Πίκος από το Σούλι

Ο Φώτο Πίκος από το Σούλι

Ο Βασίλης Γούδας - Υπασπιστής του Μάρκου Μπότσαρη

Ο Βασίλης Γούδας - Υπασπιστής του Μάρκου Μπότσαρη

Σουλιώτης στην ΚÎρκυρα - Ο Νικολός Περβόλης

Σουλιώτης στην Κέρκυρα - Ο Νικολός Περβόλης

Πηγές

  • Μανώλης Βλάχος, “Louis Duprè”, Ολκός, Αθήνα, 1994.
  • Μουσείο Μπενάκη.

 

Μπούρτζι – Ο Θαλασσόπυργος του Ναυπλίου


 

Ένα μικρό κάστρο στην αγκαλιά του Ναυπλίου. Σήμα και σύμβολο του.  Στα χρόνια της Ενετοκρατίας (1389-1540) και μάλιστα το 1473 ο μηχανικός Antonio Gambello έλαβε εντολή από τον Προβλεπτή της πόλης Pasqualigo, να οχυρώσει το νησί. Στον πύργο που έκτισαν τοποθέτησαν πυροβόλα. Η  πόλη αρματώθηκε καλά. Τα πυροβόλα του νησιού και τα κανόνια της περιοχής «πέντε αδέλφια» διασφάλιζαν την πόλη από επιδρομές ή επιθέσεις από την μεριά της θάλασσας. Το νησί πήρε το όνομα Μπούρτζι. Πρόκειται μάλλον για Τουρκοαραβική λέξη που σημαίνει φρούριο, κάστρο.

 

Ναύπλιο, Μπούρτζι.

 

Οχυρωματικά έργα έγιναν και κατά την περίοδο της δεύτερης Ενετικής κυριαρχίας. Ορθώθηκε πύργος με περίβολο και προμαχώνες. Ο Μοροζίνης, αφού  κατάσφαξε τους Τούρκους υπερασπιστές του, το κατέλαβε και πάλι το 1686. Το νησάκι το αποκαλούσαν και Castello dello soglio και το λιμάνι Porto Cadena, λιμάνι της αλυσίδας. Μια βαριά αλυσίδα απλωνόταν την νύχτα από το Μπούρτζι μέχρι την στεριά και έκλεινε με ασφάλεια την θαλασσινή είσοδο στο Ναύπλιο. Αργότερα, στα χρόνια της ελληνικής εξέγερσης συνηθιζόταν να το λένε Καστέλλι ή θαλασσόπυργο. Μετά από δύο πολιορκίες, την πρώτη υπό την καθοδήγηση και το σχέδιο του Γάλλου Φιλέλληνα Βουτιέ, παραδόθηκε τελικά στους Έλληνες στις 18 Ιουνίου 1822.

 

Το Μπούρτζι από το λιμάνι. Έργο του Βαυαρού Κρατσάιζεν Καρλ (Karl Krazeisen). Λιθογραφία Franz Hanfstaengl, Μόναχο, 1828.

 

Το Μπούρτζι, διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο κατά την πολιορκία του Ναυπλίου, γιατί οι Έλληνες χτυπούσαν με τα πυροβόλα του τα κάστρα του Παλαμηδιού και της Ακροναυπλίας, της γνωστής τότε ως Ιτς Καλέ. Εκεί, κατέφυγε και η Ελληνική Κυβέρνηση δύο φορές το 1826, λόγω των γεγονότων εκείνης της χρονιάς.

 

Μπούρτζι, ελαιογραφία του Karl von Heideck (Εϊδεκ Κάρολος Γουλιέλμος). Μόναχο περίπου, 1837.

 

Ως Φρούριο λειτούργησε μέχρι το 1865. Μετά, έγινε η κατοικία των δημίων της γκιλοτίνας, γιατί ο λαός του Ναυπλίου δεν επιθυμούσε την συνύπαρξη μαζί τους, αλλά και διότι οι δήμιοι κατά κανόνα ήταν κατάδικοι. Το κάστρο προστάτευαν 4 στρατιώτες και ένας επικεφαλής Υπαξιωματικός. Η καρμανιόλα στηνόταν κάθε φορά που υπήρχε τέτοια ανάγκη στο περίφημο Αλωνάκι, νότια των φυλακών του Παλαμηδιού και κοντά στον Άγιο Ανδρέα. Όταν ήρθε η καρμανιόλα από την Μασσαλία, όπου κατασκευάστηκε, την συνόδευε ένας δήμιος. Έφυγε όμως πολύ γρήγορα για την πατρίδα του γιατί οι πολίτες του Ναυπλίου τον αντιμετώπιζαν με μίσος και ιδιαιτέρως προσβλητική συμπεριφορά. Άρχιζαν οι άγριες μέρες των καρατομήσεων. Το Παλαμήδι, το Ιτς-καλέ και το Μπούρτζι, θα γίνουν σημείο αναφοράς δυστυχίας και πόνου για εκείνους που ο Νόμος έπεφτε βαρύς. 

 

Το λιμάνι του Ναυπλίου, στο βάθος το Μπούρτζι, 1928.

 

Το 1950 το Μπούρτζι πρωτολειτούργησε ως Ξενοδοχείο. Φιλοξένησε σπουδαίες και διάσημες προσωπικότητες.  Κατόπιν, μεταβλήθηκε σε ωραιότατο εστιατόριο και αργότερα σε καφετερία. Σήμερα, ο χώρος είναι επισκέψιμος με βαρκάκια που ξεκινούν από την παραλία του Ναυπλίου, ενώ το καλοκαίρι οργανώνονται καλλιτεχνικές ή άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις.

 

Σχετικά θέματα:

Αλήμπεης Άργους (Αλή Ναμίκ μπέης)

 

 

Το πλήρες όνομά του ήταν Αλή Ναμίκ μπέης και ήταν γόνος παλαιάς μεγάλης και πλούσιας οικογένειας της Πελοποννήσου. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο αλλά από παιδί έζησε στο Άργος. Γι̉ αυτό πολλοί ιστορικοί τον θεωρούν ΑργείοΉταν αδελφός του περιώνυμου δυνάστη της Κορίνθου Κιαμίλμπεη και του πλουσιότατου μεγιστάνα του Άργους « ενδοξοσοφολογιωτάτου Ιτζέτ μπέη εφέντη » ο οποίος έκτισε τον πρώτο ναό του αγίου Βασιλείου για τους χριστιανούς υπηρέτες και εργάτες του, αφού το σεράγι και το τεράστιο περιβόλι του ήταν εκεί κοντά.

 

Ο Αλήμπεης ήταν επιφανής Τούρκος του Άργους. Είχε μεγάλο και πολυτελές σεράγι στην αριστοκρατική τουρκική συνοικία που βρισκόταν στο νότιο τμήμα της πόλης κοντά στο διοικητήριο και τον ναό του αγίου Κωνσταντίνου. Είχε την φήμη του βαθύπλουτου και του τοκιστή και κυρίως του μεγάλου γαιοκτήμονα. Είχε τρία παιδιά. Ένα αγόρι και δύο κορίτσια. Γραμματέας του δε ήταν ο Αργείος προεστός Θεόδωρος Μοθωνιός. Υπήρξε ο τελευταίος βοεβόντας (διοικητής) του Άργους μέχρι την επανάσταση. Το 1817 διετέλεσε και Φρούραρχος Ναυπλίου.

 

Ο πλήρης τίτλος που τον συνόδευε ήταν ιδιαιτέρως μεγαλοπρεπής και πομπώδης.  «ενδοξομεγαλοπρεπέστατος Αλήμπεης εφέντης, σερασκέρμπεη ζαδές, χοντζακιάνης εφέντης της κραταιάς  Βασιλείας, βοεβόντας και ζαπίτης του καζά Άργους».*

 

Όταν ο Χουρσίτ πασάς εξεστράτευσε   από την Τρίπολη στα Γιάννενα το 1821, συστρατεύθηκε μαζί του και ο Αλήμπεης. Διακρίθηκε στον πόλεμο κατά του Αλή πασά και έλαβε τον τίτλο του πασά. Με τον τίτλο αυτό επέστρεψε στο Άργος. Διορίστηκε στο επιτελείο του Δράμαλη και ανέλαβε φρούραρχος Ναυπλίου και παρέμεινε μέχρι της πτώσης του φρουρίου. Ως αιχμάλωτο πολέμου οι Έλληνες τον αντάλλαξαν με τους αιχμαλώτους Γ. Π. Μαυρομιχάλη και Π. Γιατράκο. Μετά την απελευθέρωσή του έφυγε για την Ήπειρο.   

 

 

 

Τσάγκος Αναστάσιος

 

Υποσημείωση

 

* Σερασκέρμπεη ζαδές = απόγονος στρατάρχη. Χοτζακιάν ή Χατζεκιάν = μεγιστάνας, ανώτερος οικονομικός υπάλληλος. Ζαπίτης = δυνάστης και καζάς = κοινότητα ή υποδιοίκηση.

 

 

Πηγές

 

  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    
  •  Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996.  

 

 Friedel de Adam

 

Ο Δανός Adam Friedel βρέθηκε στην Ελλάδα από το 1821 ως το 1824, λίγο ζωγράφος, λίγο μουσικός και λίγο στρατιώτης, και δίχως καμία πολεμική ικανότητα, παρά τον τίτλο του αντισυνταγματάρχη που επικαλούνταν, γνώρισε από κοντά τον Κολοκοτρώνη, τον Νικηταρά, τον Μαυρομιχάλη, τον Μπότσαρη, τον Δ. Υψηλάντη, τον Κωλέττη, τον Μαυροκορδάτο, τον Βύρωνα, όμως το σημαντικότερο που ‘κανε στη ζωή του ήταν ότι σχεδίασε τις μορφές των αρχηγών της Επανάστασης εκ του φυσικού και φτάνοντας στην Αγγλία, εκτύπωσε και κυκλοφόρησε 24 λιθόγραφα πορτραίτα αγωνιστών (που λιθογράφησε και επιχρωμάτισε ο J. Bouvier σε πολλές εκδόσεις), στο Παρίσι και το Λονδίνο τα έτη 1826 και 1827.

Πορτρέτο της «Ηρωίδας της Μυκόνου» Μαντώς Μαυρογένους, έργο του Adam Friedel. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο - Παρίσι, 1827.

Πορτρέτο της «Ηρωίδας της Μυκόνου» Μαντώς Μαυρογένους, έργο του Adam Friedel. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

Την εποχή εκείνη τα πορτραίτα του  λειτούργησαν ως σύμβολα ελευθερίας, ξεσήκωσαν συνειδήσεις, ενεργοποίησαν διακεκριμένες προσωπικότητες και έγιναν λάβαρα υπέρ της συμπαράστασης στον Αγώνα των Ελλήνων για τον πολύ λαό, σε χώρες όπου οι πολεμικές ιαχές απ’ τη Ρούμελη ή τον Μοριά δεν μπορούσαν ασφαλώς ποτέ να φτάσουν για να ενθουσιάσουν. Σήμερα οι λιθογραφίες του Friedel είναι περιζήτητο αντικείμενο δημοπρασιών.

 

Πηγή

  • ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΥΚΚΙΟΥ – ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ, Adam Friedel. Προσωπογραφίες Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 2007.