Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Κριτζάς Β. Χαράλαμπος’

Ανασκάπτοντας την Ιστορία του Άργους


 

Στην ζεστή και άνετη αίθουσα της ιστορικής οικίας του στρατηγού Γκόρντον, που διασώθηκε και ανακαινίστηκε από την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, παρουσιάστηκαν δύο σημαντικά βιβλία από τον εκδοτικό οίκο « Εκ Προοιμίου» του κ. Τάκη Ουλή με την συνεργασία της Δημοτικής Κοινωφελούς Επιχείρησης Πολιτισμού Άργους και την υποστήριξη της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης, το Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010.

Πρόκειται για τα βιβλία «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ ΑΠΟ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΑΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΜΕΧΡΙΣ ΗΜΩΝ» του Ιωάννου Κοφινιώτου και το μικρότερο αλλά επίσης σημαντικό «Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Κ. ΚΟΦΙΝΙΩΤΗΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ» του Βασίλη Δωροβίνη, στου οποίου το δεύτερο μέρος, ο συγγραφέας παραθέτει μια σύντομη  μελέτη για τους λόγιους του Άργους που, από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι και  μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ασχολήθηκαν με την ιστορία του Άργους, άλλοι ως ιστορικοί και άλλοι ως ιστοριοδίφες, εν πολλοίς ξεχασμένους σήμερα, ορισμένους με ακτινοβολία όσο έζησαν, πέρα από το Άργος, που όμως συνέβαλαν ώστε να κρατηθεί ζωντανή η ιστορική μνήμη της πόλης.  

Ομιλητές ήσαν οι: κ. Χαράλαμπος Κριτζάς, Αρχαιολόγος- τέως Διευθυντής του Επιγραφικού Μουσείου Αθηνών, ο Δρ. Κοινωνιολογίας κ. Γεώργιος Κόνδης και ο ίδιος ο συγγραφέας κ. Βασίλης Δωροβίνης, Δικηγόρος- πολιτικός Επιστήμων και Ιστορικός, ενώ ο κ. Νικόλας Ταρατόρης, Καλλιτεχνικός Διευθυντής και Σκηνοθέτης της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης, διάβασε αποσπάσματα από το βιβλίο του Ι. Κοφινιώτη.

« Οι εμπειρίες και οι γνώσεις του κ. Κριτζά, πολύτιμες και ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσες, διάνθισαν την προσπάθεια της ιστορικής καταγραφής και την μετέφεραν στο επίπεδο της επιτόπιας ερευνητικής ανασκαφής και διάσωσης».

 

Χαράλαμπος Κριτζάς


 

 Παρουσίαση του Βιβλίου Ιω. Κοφινιώτη

Ιστορία του Άργους από των αρχαιοτάτων χρόνων Μέχρις ημών

 (Αθήνα 1892 – Άργος 2008)

Άργος, Σάββατο 20 -2 -10, οικία Gordon

 

Κυρίες και Κύριοι,

Η επανέκδοση ενός ιστορικού βιβλίου 116 ολόκληρα χρόνια μετά την αρχική του έκδοση δεν είναι ένα συνηθισμένο γεγονός. Γι’ αυτό, όσοι ασχολούνται με την ιστορία και αρχαιολογία του Άργους, αλλά και γενικότερα οι φιλίστορες αναγνώστες πρέπει να οφείλουν χάριτες στον εκδότη κ. Παναγιώτη Ουλή που ανέλαβε τη σχετική πρωτοβουλία, καθώς και σε όσους τον παρότρυναν και τον ενεθάρρυναν να πραγματώσει το πολυδάπανο αυτό έργο. Η Ιστορία του Κοφινιώτη ήταν το πρώτο βιβλίο που διάβασα όταν το 1970, νεαρός Επιμελητής Αρχαιοτήτων, διορίστηκα στη Δ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.

Έχοντας σήμερα στα χέρια τη συλλεκτική επανέκδοση το εξαντλημένο εδώ και πολλά χρόνια βιβλίου, μπορεί κανείς να επανεκτιμήσει το μέγεθος της προσφοράς του Ιω. Κοφινιώτη.

Συνέγραψε το βιβλίο του με προσωπική έρευνα, σε μια εποχή που δεν είχαν γίνει ακόμη ανασκαφές και δεν υπήρχε καμία ειδική μονογραφία, ελληνική ή ξένη, για το Άργος. Το συνέγραψε παράλληλα με τα κύρια διδακτικά του καθήκοντα και χωρίς απ’ ότι φαίνεται καμίαν άλλη οικονομική ενίσχυση.

Ο Κοφινιώτης έζησε σε μια εποχή, κατά την οποία το Ελληνικό Κράτος έχοντας πια εδραιώσει την κυριαρχία του, αναζητούσε μέσω των λογίων τις ρίζες της εθνικής του ταυτότητας, με αναδρομές στο ένδοξο παρελθόν. Βοηθούσε σ’ αυτό το γενικότερο κλίμα του ρομαντισμού και του νεοκλασικισμού, που εξακολουθούσε να διατρέχει την Ευρώπη και την Αμερική, ενώ στην Ελλάδα άρχιζαν οι μεγάλες ανασκαφές και ιδρύονταν η μία μετά την άλλη  οι ξένες Αρχαιολογικές Σχολές.

Σε πανελλήνιο επίπεδο, η μνημειώδης «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» του Κ. Παπαρρηγόπουλου αποτέλεσε τη βίβλο της εθνικής αυτογνωσίας. Σε τοπικό επίπεδο, δημιουργήθηκε έκτοτε μια ευγενής άμιλλα μεταξύ των λογίων να αναδείξουν  και να προβάλουν τα κλέη της ιδιαίτερης πατρίδας τους.

Στην Αθήνα τον ρόλο αυτό είχε αναλάβει ο φλογερός αρχαιοδίφης Κυριάκος Πιττάκης, στη Μακεδονία ο Μαργαρίτης Δημιτσάς, στην Εύβοια ο Παπαβασιλείου, στην Κρήτη οι Χατζηδάκης  και Ξανθουδίδης, για να αναφέρω ελάχιστους από τους πολλούς πνευματικούς εργάτες της ελλαδικής περιφέρειας.

Σ’ αυτή τη χορεία εντάσσεται ο Ιω. Κοφινιώτης για το Άργος με έτερο Διόσκουρο τον Μιχαήλ Λαμπρυνίδη για τη Ναυπλία. Το έργο και τον δύο ήλθε την κατάλληλη στιγμή. Είχαν έλθει στο φως τα λαμπρά ευρήματα του Σλήμαν στις Μυκήνες και την Τίρυνθα, που είχαν στρέψει τα έκθαμβα μάτια του πολιτισμένου κόσμου στην Αργολίδα, λίκνο των μύθων που γαλούχησαν τον δυτικό πολιτισμό.

Ας μην ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο Κοφινιώτης ήταν από τους πρώτους που διενήργησε ανασκαφές στο θέατρο του Άργους και στο ιερό της Ορθίας Αρτέμιδος στη Λυκώνη, τις οποίες και περιγράφει. Ο ίδιος μας δίνει και την παλαιότερη περιγραφή των αρχαίων που φυλάσσονταν στο υπόγειο του Δημαρχείου, τα οποία αποτέλεσαν τον πυρήνα του μελλοντικού Μουσείου.

Ακόμη πιο πολύτιμες είναι οι αναφορές του για τα αρχαία που βρίσκονταν τότε εντοιχισμένα σε εκκλησίες και ιδιωτικά σπίτια. Θα ήταν μεγάλη συνδρομή στην επιστήμη αν κάποιος νέος Αργείος αρχαιολόγος  αναλάμβανε να ταυτίσει αυτά τα σπίτια  (αν βέβαια σώζονται ακόμη, όπως το σπίτι του Τσώκρη) και να τα τοποθετήσει σε ένα τοπογραφικό σχέδιο, αναζητώντας παράλληλα τα αρχαία μέλη.

Θυμάμαι, ότι όταν το 1972, με τις ευλογίες και την επιμονή του τότε Δεσπότη, γκρεμίζονταν ο παλιός Άγιος Δημήτριος, μάζεψα μαζί με τον Νυκτοφύλακα Νίκο Καραβά μέσα από τα μπάζα σε 7 κομμάτια τη σπουδαία αρχαϊκή αναθηματικά επιγραφή στους Διοσκούρους του αθλητή Αισχύλου Θίοπος, καθώς και 2 – 3 άλλες εντοιχισμένες επιγραφές.

Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στο βιβλίο:

Διαβάζοντας κανείς τις 510 σελίδες της Ιστορίας του Άργους, θαυμάζει κατ’ αρχήν τον μόχθο και την επιστημονική ευσυνειδησία του συγγραφέα, ο οποίος κατά κανόνα παραθέτει τις πηγές του, δίνοντας βιβλιογραφία και αυτούσιο το κείμενο του αρχαίου χωρίου, γεγονός που διευκολύνει τον μελετητή. 

Όμως το βιβλίο του δεν αποτελεί μια ιστορία με τη στενή και αυστηρή έννοια του όρου (κάτι που θα έκανε το 1945 με δωρική λιτότητα ο Μάρκελλος Μιτσός).

Ο κύριος κορμός του βιβλίου είναι πράγματι τα ιστορικά γεγονότα, κυρίως μάχες και επαναστάσεις, από την αυγή των ιστορικών χρόνων μέχρι τη ρωμαϊκή κατάκτηση το 146 π.Χ.

Παράλληλα όμως ο συγγραφέας θεώρησε σκόπιμο να παραθέσει ένα τεράστιο πλούτο στοιχείων και πληροφοριών, που καθιστούν το βιβλίο του μια μικρή εγκυκλοπαίδεια για το Άργος και την Αργολίδα γενικότερα.

Πολλές από τις πληροφορίες για τον τοπικό μικρόκοσμο είναι πραγματικά πολύτιμες και μόνο ένας τοπικός λόγιος θα μπορούσε να τις δώσει. Προτάσσει έναν εκτενέστατο πρόλογο, που αποτελεί στην ουσία συμπύκνωση του περιεχομένου των δύο τόμων που σκόπευε να εκδώσει. Περιγράφεται αδρά η ιστορική διαδρομή του Άργους, από τα πανάρχαια χρόνια μέχρι και τον 19ο αιώνα.

Διαβάζοντας τον πρόλογο, μαντεύει κανείς τι πρωτογενές υλικό θα περιείχε ο δεύτερος τόμος, που δυστυχώς δεν πρόλαβε να εκδώσει ο συγγραφέας. Πριν αρχίσει την κυρίως ιστορία, ο Κοφινιώτης θεώρησε σκόπιμο  να προσδιορίσει το φυσικό σκηνικό των γεγονότων, με περιγραφή της γεωγραφίας και της υδρογεωλογίας της Αργολίδας.

Οι πληροφορίες του για τον ρου τον ποταμών, πριν γίνουν διευθετήσεις της κοίτης τους, και για τις πηγές του Κεφαλαρίου και της Λέρνης, πριν η αμάθεια και η κερδοσκοπία εξαφανίσουν με επιχώσεις τα ίχνη που έθρεψαν τη μυθολογία του δυτικού κόσμου, είναι μοναδικές.

Εξαιρετικά χρήσιμες είναι και οι αναφορές του στα τοπωνύμια και τα μικροτοπωνύμια της περιοχής, πολλά από τα οποία έχουν έκτοτε αλλάξει. Δίνει ακόμα πολύτιμες πληροφορίες για τις ασχολίες των κατοίκων, τις φυτείες και τις καλλιέργειες της εποχής του, τότε που στον κάμπο υπήρχαν, εκτός από τα σιτηρά, σταφιδάμπελα και σουλτανίνα, ορυζοκαλλιέργειες και βαμβάκι.

Κάνει αναφορές στην πανίδα και την άγρια χλωρίδα της περιοχής, δίνοντας στοιχεία ακόμα και για τις θεραπευτικές ιδιότητες ορισμένων φυτών. Σημείωσα με νοσταλγία την αναφορά του στα σάρωθρα (δηλαδή τις σκούπες), που παρήγε σε μεγάλες ποσότητες τότε η Αργολίδα και θυμήθηκα το τελευταίο σαρωθροποιείο που πρόλαβα  στην αρχή του δρόμου προς Ναύπλιο. 

Μια άλλη κατηγορία πληροφοριών σχετίζεται με τα λαϊκά έθιμα και θρησκευτικά δρώμενα, με τον καθημερινό βίο των κατοίκων, με τις αρρώστιες και τις επιδημίες, κυρίως την ελονοσία που μάστιζε τον κάμπο.

Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου καταλαμβάνουν οι σχετικοί με το Άργος και την Αργολίδα μύθοι, τους οποίους ο Κοφινιώτης εντάσσει στο ανθρωπογεωγραφικό τους πλαίσιο. Τους θεωρεί σχεδόν πραγματικά γεγονότα. Γι’ αυτό και εκλαμβάνει ως πραγματικές αποικίες του Άργους δεκάδες πόλεις, που επιδιώκοντας να αποκτήσουν ηρωικές ρίζες είχαν συνδέσει  την ίδρυση  τους με μυθικούς ήρωες της Αργολίδας.

Στην ενιαία θεώρηση του ιστορικού παρελθόντος με το παρόν, θεωρεί απόλυτα φυσικό να αναφέρει ως διαδοχικούς οικιστές του τόπου τους Πελασγούς, τους Ίωνες, τους Δρύοπες, τους Αιολείς, τους Αχαιούς, τους Δωριείς και τελευταίους τους Αλβανούς! Δεν έχει καμία δυσκολία να συνδέσει την Τελέσιλλα με την Μπουμπουλίνα και τον Αννίβα με τον Μπραΐμη!

Τα κυρίως ιστορικά κεφάλαια καταλαμβάνουν, όπως είναι φυσικό, το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου. Πρόκειται για μια επική κυριολεκτικά εξιστόρηση. Τα γεγονότα της ιστορίας εξελίσσονται ως τραγωδία με εναλλασσόμενους πρωταγωνιστές. Ο συγγραφέας συμπάσχει και συγχαίρει για όσα συνέβησαν. Είναι έκδηλη η λατρεία του  για την ιδιαίτερη πατρίδα και ο θαυμασμός του για το μεγαλείο της, ώστε ένας ουδέτερος μελετητής θα μπορούσε να του καταμαρτυρήσει κάποιο τοπικισμό.

 Δύο είναι οι κύριοι άξονες στους οποίους στηρίζεται η διήγησή του:

 Ο ύμνος για τα δημοκρατικά ιδεώδη του Άργους και το μίσος για τη Σπάρτη και την επιθετικότητα της. Η διαρκής αντιπαλότητα μεταξύ των δυο αυτών πόλεων ήταν άλλωστε ο καμβάς πάνω στον οποίο εξυφάνθηκαν σχεδόν όλα τα ιστορικά γεγονότα.

 Νικητής από τη μακραίωνη διαμάχη θα βγει τελικά το Άργος, που χάρις στη μετριοπαθή δημοκρατία του κατάφερε να είναι η επί μακρότερο χρονικό διάστημα δημοκρατούμενη πόλη του αρχαίου κόσμου, καταφύγιο των κατατρεγμένων και στήριγμα των δημοκρατών άλλων πόλεων. 

Η αίγλη αλλά και η οικονομική ευρωστία του Άργους, που οφείλονταν κυρίως στα έσοδα από την πλούσια πεδιάδα, βρήκε την έκφρασή της  με την κατασκευή λαμπρών οικοδομημάτων και την αφιέρωση σπουδαίων αναθημάτων σε πανελλήνια ιερά.

Δόξα επίσης της πόλης του Δαναού υπήρξαν οι μεγάλοι καλλιτέχνες, κυρίως γλύπτες, που δημιούργησαν περιώνυμη σχολή και κατατάσσονται μεταξύ των σπουδαιότερων δημιουργών παγκοσμίως. Ανάλογη φήμη είχαν και οι Αργείοι μουσικοί και συγγραφείς, κυρίως ιστορικοί και μυθογράφοι.

Στον τομέα του αθλητισμού, το Άργος είχε επίσης να επιδείξει διαχρονικά πλειάδα αθλητών – νικητών σε διάφορα αγωνίσματα, ενώ η μακριά ιππική του παράδοση του είχε εξασφαλίσει πολυάριθμες νίκες στα ιππικά αγωνίσματα. Αλλά και οι ίδιοι οι αγώνες που διοργάνωνε, τα Νέμεα και τα Ηραία είχαν πανελλήνια φήμη και προσέλκυαν αθλητές  από τα πέρατα του ελληνικού κόσμου.

Όλοι θυμόμαστε τη συγκίνηση που νοιώσαμε όταν στον λεγόμενο «τάφο του Φιλίππου» , στη Βεργίνα βρέθηκε χάλκινη ενεπίγραφη βάση λέβητα, βραβείο από τους αγώνες της Ήρας. Η βασιλική οικογένεια της Μακεδονίας, που σεμνυνόταν ότι ήλκε την καταγωγή από τους Ηρακλείδες του ‘Αργους, την είχε φυλάξει ως πολύτιμο κειμήλιο, πριν την καταθέσει ως κτέρισμα στον τάφο του σπουδαίου βασιλιά.

Είχα κι εγώ παρουσιάσει μιαν ενεπίγραφη αργείτικη υδρία, επίσης βραβείο από τα Ηραία, που είχε βρεθεί σε τάφο αθλητή σε μακρινή Σινώπη του Πόντου.  Για όλα αυτά καθώς και για τις γιορτές και λατρείες ο Κοφινιώτης αφιερώνει ειδικά κεφάλαια, που πλαισιώνουν και διανθίζουν την καθ’ αυτό πολιτική ιστορία, δίνοντας ολοκληρωμένη εικόνα για την ένδοξη πόλη.

Είναι άριστος χρήστης της πέννας και κατορθώνει να προσδώσει γλαφυρότητα στην ιστορική διήγηση. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι η γλώσσα των λογίων του καιρού του, δηλαδή η καθαρεύουσα με αρκετούς αρχαϊσμούς. Θα χρειαστεί να ανοίξει που και που το λεξικό ο σημερινός αναγνώστης για να καταλάβει ότι «οι φιλοπευθείς και φιλόκαινοι  παρθένοι» σημαίνει τις περίεργες και αρεσκόμενες σε νεωτερισμούς κοπέλες, «ο κατακεκηλημένος εκ της ωραιότητος» σημαίνει ο μαγεμένος από την ομορφιά, «ο αμφιλαφής πλάτανος» είναι το μεγάλο και φουντωτό πλατάνι, κ.λ.π.  Πιστεύω πάντως ότι θα έχανε σε γοητεία το κείμενο, αν άλλαζε η γλώσσα, που αποπνέει το άρωμα του καιρού της.

Ο εκδότης βιβλίου σημειώνει, ότι θέλοντας να δώσει μια συλλεκτική πιστή επανέκδοση, το τύπωσε «όπως ακριβώς κατετέθη στην ελληνική γραμματολογία από τον συγγραφέα». Για τον λόγο αυτό δεν θέλησε να προσθέσει ευρετήριο και γλωσσάριο, που θα διευκόλυναν τον σημερινό αναγνώστη.

Ακολούθησε επίσης την αρχική σελίδωση των εικόνων, που διατάσσονται σκόρπιες μεταξύ των σελίδων, ανάλογα με τον διαθέσιμο χώρο, και μερικές φορές είναι δύσκολο να εντοπισθούν. Ορισμένες μάλιστα έχουν εκτυπωθεί κατοπτρικά. Τα χρόνια που πέρασαν από την πρώτη έκδοση του δίνουν στο βιβλίο του Κοφινιώτη τον χαρακτήρα ιστορικής πηγής.

Αυτό δίνει το δικαίωμα στους σημερινούς χρήστες να το πλησιάζουν με κριτική διάθεση ώστε να αποφύγουν τα αναπόφευκτα λάθη, που είναι φυσικό να υπάρχουν σε τόσο παλιά συγγράμματα.  Πρόκειται για ακούσια λάθη του συγγραφέα που υιοθέτησε συμπεράσματα  της τότε έρευνας και διεθνούς βιβλιογραφίας.

Έτσι για παράδειγμα, τα κείμενα των επιγραφών που παραθέτει, επειδή δεν είχε ακόμη εκδοθεί ο τόμος IV των IG, στηρίχθηκαν σε απόγραφα περιηγητών και λογίων, που έχουν παραναγνώσεις και παραφθορές των αρχαίων λέξεων. Πρέπει επομένως να παραβάλλονται οπωσδήποτε με τις μεταγενέστερες δόκιμες εκδόσεις.

Ανακριβείς με τα σημερινά κριτήρια είναι και ορισμένες ταυτίσεις της θέσης αρχαίων μνημείων, πόλεων και οικισμών, επειδή δεν είχαν γίνει όπως είπαμε ακόμη ανασκαφές. Έτσι για παράδειγμα ταυτίζει την ακρόπολη της Μιδέας με το Παλιόκαστρο κοντά στο Κατσίγκρι – Άγιο Αδριανό, ενώ τοποθετεί στη Λάρισα του Άργους τα ιερά του Απόλλωνα Δειραδιώτη και  της Αθήνας Οξυδερκούς. (Λίγα χρόνια αργότερα θα τα εύρισκε στην Ασπίδα ο Vollgraff, που μας ατενίζει από την κορνίζα του).

Υπάρχουν άλλα λάθη στο σχολιασμό αρχαίων χωρίων, που οφείλονται σε αβλεψία ή σε σύγχυση. Μερικά είναι χαριτωμένα, όπως για παράδειγμα η περιγραφή του αγάλματος  της ποιήτριας Τελέσιλλας, που παριστανόταν με τα χειρόγραφα  ριγμένα δίπλα στα πόδια της «και παρατηρούσα ασπίδα, ήν εκράτει εις τάς χείρας  θέλουσα να επιθέσει αυτήν επί της κεφαλής».

Φυσικά ο Παυσανίας αναφέρει ότι κρατούσε κράνος, που ετοιμαζόταν να φορέσει για να πρωτοστατήσει στη σωτηρία της πατρίδας, αποθέτοντας προσωρινά την ποιητική της ιδιότητα. Παραλείπω άλλα λάθη, σημειώνοντας απλώς ότι πρέπει πάντα να παραβάλλεται το κείμενο του Κοφινιώτη με το αρχαίο πρωτότυπο.

Θα ήταν όμως άδικο και μικρόψυχο να κλείσω αυτή την παρουσίαση ενός έργου που δονείται από φιλοπατρία και θαυμασμό για τα επιτεύγματα των ανά τους αιώνες Αργείων, με την επισήμανση λαθών και παρανοήσεων από ένα συγγραφέα, στον οποίο οφείλομε μονάχα σεβασμό και ευγνωμοσύνη.

Προτιμώ λοιπόν να αφήσω τον ίδιο να κάνει τον επίλογο της παρουσίασης. 

Είνε μεν αληθές, ότι επίσημοι τινες πόλεις εξηφανίσθησαν εντελώς καταστραφείσαι, εις άλλας όμως ενεχάραξεν  η δαιμονία φύσις κατά την πρώτην αυτών γέννησιν την σφραγίδα της αιωνιότητος. Το Άργος διελθόν δι’ απείρων δοκιμασιών, πολλάς καταστροφάς υποστάν από των αρχαιωτάτων χρόνων μέχρι του Όθωνος,  ανέζησε και ανεγεννήθη ως ο φοίνιξ εκ της τέφρας αυτού, ήδη δε διασώζον  και το αρχαίον όνομα και την τερπνότητα και γλυκύτητα του κλίμακος εξέχει εν τω μέσω της ευφόρου Αργολικής πεδιάδος, κατοικείται δ’ υπό λαού φιλονόμου και εργατικού, και διασώζει τας πατρικάς παραδόσεις και οργά οσημέραι είς τήν πρόοδον και πολιτισμόν.

Ταύτης λοιπόν της μεγαλουργού πόλεως  την ιστορίαν επιχειρήσας να συγγράψω από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών παραδίδωμι σήμερον είς δημοσιότητα. Και ανεγνώρισα μέν ευθύς εξ αρχής το βαρύ και δύσκολον του έργου, αλλά κατακεκηλημένος έκ της ωραιότητος της ύλης και πεπεισμένος, ότι η λεπτομερής και ακριβής γνώσις της ιδιαιτέρας εκάστου πατρίδος ανυψοί  και φρονηματίζει  τον λαόν, δεν απεδυσπέτησα αλλά μετά θάρρους απεδύθην εις τον αγώνα.

 

Ο δεύτερος Ομιλητής κ. Γεώργιος Κόνδης, με γλαφυρό και μεστό λόγο, αναφέρθηκε στον Ι. Κοφινιώτη αλλά κυρίως στην ερευνητική δουλειά του κ. Βασίλη Δωροβίνη.

 

Γεώργιος Κόνδης


 

Κυρίες και Κύριοι,

Κατά περίεργο τρόπο σήμερα ζώντας μια οδυνηρή κρίση που δεν είναι και τόσο οικονομική όσο φαίνεται, ξανακούμε όλο και περισσότερο για τις μεγάλες αρετές της φυλής μας απέναντι στους φλεγματικούς ευρωπαίους, οι ηλεκτρονικές μας διευθύνσεις γεμίζουν με κείμενα και συνθήματα για το λίκνο του πολιτισμού που ενώ έφτιαχνε Παρθενώνες οι άλλοι έτρωγαν βελανίδια, ο τύπος γέμισε γραμμές για τη μουμιοποιημένη δύση που αδυνατεί να καταλάβει την ανυπότακτη μικρή Ελλαδίτσα.

Να πρόκειται άραγε για μια πραγματική τάση αυτογνωσίας ή για μια ακόμα μηχανιστική επιστροφή στους προγόνους, από εκείνες τις γνωστές που μας επιτρέπουν την αυταπάτη της συμμετοχής σε κάτι μεγάλο για το οποίο όμως δεν έχουμε κάνει το παραμικρό;

«Η κυριαρχία του παρελθόντος δεν σημαίνει μια εικόνα κοινωνικής ακινησίας. Είναι συμβατή με τις κυκλικές αντιλήψεις για την ιστορική αλλαγή, και σίγουρα με την παρακμή και την καταστροφή (δηλαδή την αδυναμία αναπαραγωγής του παρελθόντος). Αυτό με το οποίο είναι ασύμβατη, είναι η ιδέα μιας συνεχούς προόδου. Οφείλουμε να επιστρέψουμε στους προγόνους όταν πλέον έχουμε πάψει να ακολουθούμε, ή να πιστεύουμε πως ακολουθούμε, αυτόματα τα βήματά τους. Αυτό σημαίνει μια θεμελιακή μεταμόρφωση του ίδιου του παρελθόντος».

Τα λόγια αυτά ανήκουν σε έναν μεγάλο διανοούμενο ιστορικό της εποχής μας τον Εric Hobsbawm για να συνοδέψει τη μέχρι τώρα κατάσταση λήθης, αμνησίας, για εκείνες και εκείνους που το έργο τους θα μπορούσε να φωτίσει τις διαδρομές μας και να σταθούν πραγματικοί οδηγοί. Συνοδεύει όμως παράλληλα όσες και όσους τολμούν να ανασκάψουν, να αναδείξουν και κυρίως να σκεφτούν πάνω στα ευρήματα της ανασκαφικής τους δραστηριότητας. Η παρουσίαση του υλικού που βγήκε στο φως της μέρας δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι θέμα κοσμικής συγκέντρωσης. Η ανασκαφή έχει και ποικίλες προεκτάσεις.

Έτσι, το υλικό που παρουσιάζει ο Β. Δωροβίνης σήμερα μας επιτρέπει να γνωρίσουμε έναν σημαντικό για την πόλη διανοούμενο του τέλους του 19ου – και της αρχής του 20ου  αιώνα, δηλαδή μιας περιόδου κατά την οποία συντελείται στην περιοχή ένα σοβαρό έργο κοινωνικής και πολιτισμικής αναστήλωσης και ανανέωσης.

Ιδρύεται ο Σύλλογος Αργείων «Δαναός» το 1894, δημιουργείται η πρώτη Δημόσια βιβλιοθήκη σε ολόκληρη την Αργολίδα από τον ίδιο Σύλλογο, οι εκδόσεις βιβλίων αλλά ιδιαίτερα των εφημερίδων πιστοποιούν την σταδιακή οργάνωση ενός αναγνωστικού κοινού τα χαρακτηριστικά του οποίου παγιώνονται σταδιακά μέχρι το Μεσοπόλεμο και μια ομάδα φωτισμένων ανθρώπων, Δ. Βαρδουνιώτης, Ι. Κοφινιώτης, Δ. Δεσμίνης, Κ. Ολύμπιος και άλλοι των οποίων τα βιογραφικά θα βρείτε στο τέλος του βιβλίου αυτού, δημιουργούν ένα πλαίσιο αναφοράς πρωτόγνωρο για τοπικές κοινωνίες που στο μεταξύ έχουν γνωρίσει στην ιστορική τους τροχιά πολεμικές καταστροφές και θεομηνίες. Το τονίζω για να δώσω ακόμα μεγαλύτερη έμφαση στη σκέψη και στο έργο των ανθρώπων αυτών.

Ο Ιωάννης Κοφινιώτης  παρουσιάζεται με μια διπλή ιδιότητα εκτός από την επαγγελματική. Παρουσιάζεται ως ιστορικός που αναζητά στην έρευνά του τα διαπιστευτήρια της επιστημονικής ανάλυσης και ως πολίτης που δρα και καταθέτει δημόσια τις εμπειρίες και τις απόψεις του για θέματα της εποχής του. Και οι δυο ιδιότητες εξίσου σημαντικές και αποκαλυπτικές για το χρόνο που πρέπει να αφιερώσει κανείς στην έρευνα ενός θέματος, για το θάρρος και το σθένος να διαμορφώνει και να υποστηρίζει δημόσια τις απόψεις του, για την ικανότητα και τη σοβαρότητα με την οποία συντηρεί την ιδέα της προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο. Για όλα αυτά μαζί, που δεν κολλάνε στη σύγχρονη πραγματικότητα του τόπου μας, ο Ιω. Κοφινιώτης, ο λόγιος πολίτης, πετάχτηκε στη λήθη, σε κάποιο υπόγειο με ξεχασμένα υλικά της τοπικής ιστορίας, ακριβώς όπως και τα αρχεία της πόλης για την οποία εργάστηκε.

Επιστρέφω όμως στην διπλή του ιδιότητα για να σημειώσω αρχικά το παράδοξο του τότε και του σήμερα: ένας ξενοτοπίτης οργανώνει μια δυναμική σχέση αγάπης με το Άργος. Μάλλον αυτό συμβάλει, αν δεν οφείλεται, στον πλούτο αυτής της πόλης. Και είναι ενδεικτικές της δυναμικής αυτής σχέσης οι αποτυπώσεις του Ιω. Κοφινιώτη σε ορισμένα του κείμενα.

Γράφοντας, για παράδειγμα, στον Δ. Βαρδουνιώτη στις 16 Δεκεμβρίου 1887, αναφέρει μεταξύ άλλων για την πόλη του Άργους :

 «Αφ’ ότου συνεδέθην μετά τις ωραίας πατρίδος σου δι’εμψύχου δεσμού…

  …η πόλις αύτη είναι το λίκνον του πολιτισμού… η κολυμβήθρα εν τη οποία ο πολιτισμός εβάπτισε την ανθρωπότητα, μόνη αύτη διετήρησε το αρχαίον όνομα και την θέσιν, φιλόξενον γην, η ιστορία του ελληνικού έθνους άρχεται από της ιστορίας του Άργους», κ.λ.π.

Ταυτόχρονα, ο Ιω. Κοφινιώτης, συνεχίζοντας την παράδοση των Ταξιδιωτικών καταγραφών μας χαρίζει μερικές από τις πιο γοητευτικές αλλά και εμπεριστατωμένες καταγραφές του αργολικού πεδίου. Στην «Υδατογραφία του Άργους» που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Πλάτων» το 1889, ο Ι. Κοφινιώτης ανανεώνει την περιγραφική παράδοση που εγκαινιάζει το 1791 η «Νεωτερική Γεωγραφία» των Δανιήλ Φιλιππίδη και Γρηγορίου Κωνσταντά και συνεχίζεται μέχρι το έργο του Αντωνίου Μηλιαράκη το 1886 «Γεωγραφία Πολιτική Αργολίδος και Κορινθίας», συμβάλλοντας έτσι στην ανάπτυξη του επιστημονικού τομέα που σήμερα ονομάζουμε ανθρωπογεωγραφία.

Στην «Υδατογραφία» ο Ι. Κοφινιώτης συνδυάζει στοιχεία γεωγραφίας, ιστορίας και εθνογραφίας καθώς καταγράφει, μεταξύ άλλων συνήθειες, θρύλους και παραδόσεις. Είναι για παράδειγμα, σημαντικές οι πληροφορίες που μας δίνει για τον Ερασίνο σε σημείο κοντά στην πόλη του Άργους όπου είχαν εγκατασταθεί από το 1833 πολλά «δημόσια καταστήματα κινουμένων δι’ υδραυλικών τροχών υπό του ύδατος του Ερασίνου: Νιτροκαθαρτήριον, Ανθρακείον, Αναμιγνυτήριον, Ζυμωτήριον, Κοκκοτείον, Στιλβωτήριον, Ξηραντήριον,…. Μέχρι 4 Ιουνίου 1868 ότε κατεστράφησαν εξ εκρήξεως πυρίτιδος».

Στο ίδιο κείμενο αναφέρεται μια άλλη τοποθεσία θρύλος για την σύγχρονη Αργολίδα και θα ήταν ίσως καλό να διαβάσουμε ξανά τη σχετική περιγραφή :

«Παρά το Γενέσιον υπάρχει πηγή Δείνη ή Ανάβολος (αναβάλλω) ονομαζομένη, ήτις εν γαλήνη αναβλύζει γλυκύ ύδωρ εκ της θαλάσσης αν και η θάλασσα έχει 8-10 μέτρα βάθος».

Το ίδιο σημαντικές είναι οι περιγραφές του στο «Όροι, βουνά, λόφοι περί το Άργος» που δημοσιεύεται σε άλλη έκδοση του ίδιου περιοδικού.

Ο Ιω. Κοφινιώτης φαίνεται πως δεν είναι όμως μόνο άνθρωπος της μεγάλης Ιστορίας, αλλά και μέτοχος στη δημιουργία της ιστορίας των καθημερινών γεγονότων, των ιδεών και των συγκρούσεων. Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας για δυο χρόνια (1895-1897) δεν θα μπορούσε να μην τον ενδιαφέρουν οι αναμετρήσεις σ’ ένα κατεξοχήν πεδίο άσκησης πολιτικών και ιδεολογικών θέσεων ακόμα και σήμερα. Δεν είναι τυχαίο πως οι θέσεις του Κοφινιώτη για διάφορα θέματα θα μπορούσαν, τηρουμένων των αναλογιών, να θεωρούνται πολύ πολύ επίκαιρες.

Το 1914 είναι το 2010; Θα μπορούσε να είναι ένα ρητορικό ερώτημα αν η λογική, η ιδεολογία και οι πρακτικές πολιτικής παρέμβασης δεν ήταν απολύτως οι ίδιες. Η συγγραφή της σχολικής ιστορίας αποτελεί ένα πεδίο πάνω στο οποίο εφαρμόζονται πολιτικές και ιδεολογικές κυρίαρχες απόψεις, ενώ η ίδια η συγγραφή της μετατρέπεται αενάως σε κατασκευή ή ανακατασκευή της ακολουθώντας συγκεκριμένες πολιτικές συνταγές.

Από την άποψη αυτή είναι αποκαλυπτικό το άρθρο της εφημερίδας «Άργος» της 25/7/1914 με τίτλο «Τα νέα διδακτικά βιβλία και ο Ιω. Κοφινιώτης», όπου δίνεται το στίγμα για το πώς πρέπει να αντιλαμβάνονται οι συγγραφείς την συγγραφή της σχολικής, τουλάχιστον, ιστορίας και το πώς το κράτος πρέπει να προστατεύει την αντίληψη αυτή :

«Ήδη απομένει εις την Δικαιοσύνην η τιμωρία των μεγαλοσχήμων ενόχων και η ανύψωσις των αληθών παιδαγωγών συγγραφέων καθ’ όσον, ως μας πληροφορεί η «Σημαία» εις εν εκ των τελευταίων φύλλων, ο κ. Κοφινιώτης κατήγγειλε την επιτροπήν δηλώσας ότι θα παραστή και ως ιδιώτης κατήγορος».

Δεν γνωρίζουμε αν υπήρξε συνέχεια ή τελικά έγινε η οποιαδήποτε δίκη. Είναι πάντως ενδεικτικό του κλίματος που συναντά κανείς την εποχή εκείνη. Απολύτως ενδεικτική όμως είναι και η στάση ορισμένων εκ των διανοουμένων της εποχής σχετικά με τα θέματα αυτά. Ο Ιω. Κοφινιώτης υπογραμμίζει την κλασική πια πολιτική διαστροφή να προγραμματίζεται κάτι και στη συνέχεια να αναιρείται με συγκεκριμένα μέτρα.

Ας παρακολουθήσουμε το σκεπτικό του για το θέμα της κακομοιριασμένης από τότε «δωρεάν παιδείας» :

«Μα την αλήθειαν ημείς δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν δημοτικήν εκπαίδευσιν παρεχομένην δωρεάν κατά το ψηφισθέν άρθρον του Συντάγματος και φορολογίαν επί του βιβλίου και εκπαιδευτικά τέλη και χαρτόσημον επί των ενδεικτικών και των απολυτηρίων». Οποιαδήποτε σύγκριση με το παρόν θα ήταν απολύτως κατανοητή.

Αλλά και στο θέμα των σχολικών βιβλίων η θέση του Ιω. Κοφινιώτη δεν είναι απλά προοδευτική, είναι ανατρεπτική τόσο για τα ιδεολογικά δεδομένα όσο και για τις παιδαγωγικές πρακτικές. Να θυμίσω μόνο πως η πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα είναι μια περίοδος βρασμού γύρω από την εκπαίδευση και το σχολείο : το γλωσσικό εισβάλει ορμητικά, με συγκρούσεις, νεκρούς αλλά και σημαντικές παρουσιάσεις (Το γλωσσικό ζήτημα του Φωτιάδη, το Κοινωνικό ζήτημα του Σκληρού και πολλά άλλα).

Στις 19 Μαΐου 1911 ο Κοφινιώτης διατυπώνει την άποψή του για το λεγόμενο σήμερα πολλαπλό βιβλίο ή σύγγραμμα που η σημερινή υποτίθεται διανόηση απορρίπτει σχεδόν στο σύνολό της.

«Κατά ταύτα έχομεν την γνώμην, ότι πρέπει να καταργηθή παν είδος μονοπωλίου πνευματικού, πας τρόπος διαγωνισμού, να αφεθώσι δε οι συγγραφείς ελεύθεροι εις συγγραφήν διδακτικών βιβλίων κατά το επίσημον πρόγραμμα του Υπουργείου, οι δε Σύλλογοι της μέσης εκπαιδεύσεως αυτοί μόνοι να εκλέγωσι τα όργανα της διδασκαλίας των, διότι αυτοί ούτοι υπέχουσι την ευθύνην της εκλογής του καταλληλοτέρου βιβλίου (…)

Καταργήσατε τα πνευματικά μονοπώλια, τα οποία ουδέν έθνος έχει, καταργήσατε τους εγκληματικούς διαγωνισμούς και άφετε ελεύθερον το στάδιον της πνευματικής αναπτύξεως και της βελτιώσεως του διδακτικού βιβλίου».

Ελευθερία συγγραφής αντί μονοπωλίου πνευματικής διαστροφής, έρευνα και επιλογή αντί κατευθυνόμενων διαγωνισμών, καλλιέργεια πνεύματος εκπαιδευτικής έρευνας και παιδευτικής διάθεσης αντί μπούσουλα αποστεωμένων γνώσεων, διδακτικό βιβλίο αντί καθορισμού συμπυκνωμένης ύλης. Αυτές οι αρχές διατυπώνονται το 1911. Τα σχόλια μπορεί να είναι δικά σας.

Κυρίες και Κύριοι,

Νομίζω πως δεν ενδιαφέρει και τόσο αν ο Ιω. Κοφινιώτης είναι ένας ιστορικός ή ένας ιστοριοδίφης, όσο η παρουσία, η δράση και το έργο του που επιτρέπουν να προστεθεί ένα κομμάτι στην τοπική και την εθνική ιστορία. Ενδιαφέρει πως στάθηκαν πέρα από τα στενά επαγγελματικά και επιστημονικά τους ενδιαφέροντα, πολίτες αυτού του τόπου. Με άλλα λόγια, άνθρωποι που προσέφεραν έργο, ιδέες, εντέλει βηματισμούς προς τα μπρος. Ενδιαφέρει επίσης πως χάρη στους ανθρώπους αυτούς διαθέτουμε σήμερα σώματα γνώσεων που μας επιτρέπουν να δούμε ξανά τη συνολική μας πορεία και να αναρωτηθούμε για τις δικές μας δυνατότητες και ικανότητες αυτογνωσίας.

Όσο για μας εδώ σήμερα, εκείνο που νομίζω πως πετύχαμε με την σημερινή ανασκαφή του κ. Κριτζά, είναι μια μικρή βοήθεια στο σημαντικό διασωστικό έργο του κ. Δωροβίνη και του κ. Ουλή που ανέλαβε την έκδοση, με την κρυφή ελπίδα πως η κοινωνία και κυρίως οι κεφαλές της θα αποφασίσουν να επωφεληθούν από το έργο αυτό.

Μετά την παρέμβαση του κ. Ταρατόρη, την παρουσίαση έκλεισε ο κ. Βασίλης Δωροβίνης, ο οποίος με ενεργό λόγο έδωσε έμφαση, μεταξύ άλλων, στο σημαντικό ρόλο των αναπαλαιώσεων για την διατήρηση όχι απλά του ιστορικού παρελθόντος αλλά του παρελθόντος ως κύριου συστατικού μιας ελκυστικής φυσιογνωμίας και μιας δυναμικής προσωπικότητας της πόλης. Τόνισε την αναγκαιότητα ανάληψης πρωτοβουλιών για την διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς και κυρίως των ιστορικών κτιρίων αφού «Τα περισσότερα σπίτια των αγωνιστών του ’21 που  βρίσκονται στο Άργος, είναι σε άσχημη κατάσταση»  είπε, διατυπώνοντας το αίτημα και πολλών συμπολιτών.

Read Full Post »

Κριτζάς Β. Χαράλαμπος 


 

 Επίτιμος Διευθυντής του Επιγραφικού Μουσείου,  τέως Επιμελητής Αρχαιοτήτων Αργολίδας.

 

Κριτζάς Β. Χαράλαμπος

Ο Χαράλαμπος Β. Κριτζάς γεννήθηκε το 1944 στο Ηράκλειον της Κρήτης, όπου και τελείωσε τις γυμνασιακές του σπουδές. Είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας) και έχει κάνει επί διετία μεταπτυχιακές σπουδές στην Επιγραφική και Διαλεκτολογία στο Παρίσι (Ecole Normale Superieure, Universite de Paris I, Ecole Pratigue des Hautes Etudes, Ive Section).

Από  το 1970, μετά από σχετικό διαγωνισμό, είναι μέλος της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Έχει υπηρετήσει διαδοχικά στη Δ’ Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολιδοκορινθίας (1970 – 1977), στο Τμήμα Αρχαιολογικών Χώρων του Υπουργείου Πολιτισμού (1978 – 1981), στη Γ’ Εφορεία Αρχαιοτήτων Αθηνών (1983 – 1987), στην ΚΓ’ Εφορεία Αρχαιοτήτων Ηρακλείου και το αντίστοιχο Μουσείο ως προϊστάμενος (1988 – 1993), ενώ από τον Ιανουάριο του 1994 ανέλαβε την διεύθυνση του Επιγραφικού Μουσείου. Συνταξιοδοτήθηκε το έτος 2005.

Εκτός από τις ανασκαφικές εκθέσεις για τις πολυάριθμες, κυρίως σωστικές ανασκαφές που έχει πραγματοποιήσει, τα περίπου 90 επιστημονικά του δημοσιεύματα αφορούν κυρίως σε θέματα επιγραφικής και υποβρύχιας αρχαιολογίας. Έχει λάβει μέρος σε πολλά Συνέδρια και έχει δώσει κατά καιρούς διαλέξεις σε ελληνικά και ξένα Πανεπιστήμια.

Είναι Εταίρος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρίας, μέλος του Comite της  Association Internationale  d’ Epigraphie Grecgue et Latine, μέλος της Association des Etudes Grecgues, αντεπιστέλλον μέλος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, ιδρυτικό μέλος του Ινστιτούτου Εναλίων Αρχαιολογικών Ερευνών, μέλος της Εταιρίας Κρητικών Ιστoρικών Μελετών, καθώς και άλλων μορφωτικών σωματείων.

  

Αρχαιολογικά δημοσιεύματα 


           

 Α. Μελέτες

 

  • «Το βυζαντινόν ναυάγιον Πελαγοννήσου – Αλοννήσου», Αρχαιολογικά Ανάλεκτα Αθηνών (ΑΑΑ), IV, 2 (1971), 176 – 182.
  • «Νέα εκ της πόλεως Επιδαύρου», ΑΑΑ, V,2 (1972), 186 – 199.
  • «Ηρακλής Πανκάμης», Αρχαιολογική Εφημερίς 1973, 106 – 119.
  • «Μυκηναϊκό πηγάδι με σκελετούς στο Άργος», Πρακτικά του Α΄Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμ. Β΄(1976), 173 – 180.
  • «Κατάλογος πεσόντων από το Άργος», ΣΤΗΛΗ, Τόμος εις μνήμην Ν. Κοντολέοντος, (1979), 497 – 510.
  • «Η υποβρύχια αρχαιολογία στην Ελλάδα», ειδικό κεφάλαιο στην ελληνική έκδοση του βιβλίου του Hans Wolf Rackl, Βουτιά στα περασμένα, Αθήναι (1978), 414 – 429.
  • «Muses delphiques à Argos», BCH, Suppl. VI [Études Argiennes], (1980), 195 – 209.
  • «Νεώτερες έρευνες για τον εντοπισμό της Ελίκης», Αρχαία Ελίκη, Πρακτικά του Α΄Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου διά την Αρχαίαν Ελίκην, Αίγιον 14 – 16 Δεκεμβρίου 1979, [Αθήνα (1981)], 97 – 104.
  • «Remarques sur trois inscriptions de Cynourie», BCH CIX, (1985), 709 – 716.
  • «Κόλιξ – κύλιξ», Ηόρος V, (1986), 162 – 165.
  • «Boupyga – Kassotis», BCH CX-II, (1986), 611 – 617.
  • «Το πρώτο μεγαρικό όστρακον», Ηόρος V, (1987), 59 – 73.
  • «Νέα ανάγνωση της IG IV2 1, 711», Ηόρος VI, (1988), 65 – 67.
  • «Τα ταξίδια μιας αργείτικης υδρίας», Πρακτικά του Β΄Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Άργος 30 Μαΐου – 1 Ιουνίου 1986 [Αθήναι (1989)], 161 -166.
  • «Remarks on an inscribed anchor stock from Aegina (IG IV, 176)», in H.Tzalas (ed.), TROPIS I (=Proceedings of the 1st Symposium on Ship Construction in Antiquity, Piraeus 1985), [1989], 203 – 206.
  • «Κατάλογος πεσόντων από τα Μέγαρα», Φίλια Έπη εις Γ.Ε.Μυλωνάν, τόμ. Γ΄, Αθήναι (1989), 167 – 187.
  • «Στα Χίλια Οχτακόσα Ογδοήντα Εννέα…», Παλίμψηστον Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης Ηρακλείου, 9/10, (Δεκ. 1989 / Ιούν. 1990), 239 – 262.
  • «Recherches sur les amphores crétoises II: Les centres de fabrication d’amphores en Crète Centrale» (en collaboration avec J. – Y. Empereur et A. Marangou), BCH CXV (1991), 481 – 523.
  • «Aspects de la vie politique et économique d’Argos au Ve siècle avant J.– C.», in M. Piérart (éd.), Polydipsion Argos. Argos de la fin des palais mycéniens à la construction de l’État classique, BCH, Suppl. XXII, (1992), 231 – 240.
  • «Δύο επιγράμματα από το Πετρί Νεμέας», Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου για την Αρχαία Θεσσαλία στη μνήμη του Δημήτρη Ρ. Θεοχάρη, Βόλος 1987, [Αθήνα (1992)], 398 – 413.
  • «Κρητικές επιγραφές», Κρητικά Χρονικά, τόμ. Λ΄(1990), 7 – 17.
  • «Παλαιοχριστιανική επιγραφή από τη Γόρτυνα», ΛΟΙΒΗ, εις μνήμην Ανδρέα Γ. Καλοκαιρινού, Ηράκλειον (1994), 253 – 260.
  • «Ἀνὴρ φέρων ταῦρον. Επιγραφικά σχόλια σε ένα μνημείο της αγοράς του Άργους», Πρακτικά του Ε΄Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Ναύπλιο, 6 – 10 Σεπτ. 1995, Αθήναι (1997), 33 – 42.
  • «Επισκόπιση των επιγραφικών μαρτυριών για σχέσεις Κύπρου και Αργολίδος – Επιδαυρίας», Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου «Κύπρος και Αιγαίο στην Αρχαιότητα», Λευκωσία, 8 – 10 Δεκ. 1995, [Λευκωσία (1997)], 313 – 322.
  • «Νέα επιγραφικά στοιχεία για την ετυμολογία του Λασυθίου», Πεπραγμένα του Η΄Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, Ηράκλειον, 9 – 14 Σεπτ. 1996, [Ηράκλειο (2000)], 81 – 97.
  • «Nouvelle inscription provenant de l’Asclépieion de Lebena (Crète)», Annuario della Scuola Archeologica di Atene, vol. LXX – LXXI (1992 – 93) [1998], 275 – 290.
  • «Νέο δικαστικό πινάκιο από την Αθήνα», ΤΙΜΑΙ, τιμητικός τόμος Ιω. Τριανταφυλλόπουλου, Αθήνα (2000), 101 – 107.
  • «La dédicace argienne attribuée à Wriknidas», PHILOKYPROS, Mélanges O. Masson, [MINOS Suppl. 16], Salamanca (2000),191 – 195.
  • «Αναθηματική επιγραφή από τη Χερσόνησο», ΣΗΜΑ Μενελάου Παρλαμά, Αθήνα (2002), 267 – 280. Για την ίδια επιγραφή βλ. τροποποιημένο άρθρο «A new dedicatory inscription of imperial times from Chersonesos, Crete», Acta XII Congressus Internationalis Epigraphiae Graecae et Latinae, Barcelona, Sept. 2002,[2007], 793 – 796.
  • «Nuova copia da Gortina del trattato fra Gortinii, Hierapytnii e Priansii», EPIGRAPHICA, Atti delle Giornate di Studio di Roma e di Atene in memoria di Margherita Guarducci (1902 – 1999), Roma (2003), 107 – 125.
  • «Ρωμαϊκό επιτύμβιο ανάγλυφο από την περιοχή Τυμπακίου – Γόρτυνος», Atti del Congresso Internationale «Creta Romana e Protobizantina», Iraklion, 23 – 30 settembre 2000, Padova, (2004), vol. III/2, 1089 – 1102. Συνοπτικά το ίδιο άρθρο στα αγγλικά «A roman funerary stele with a representation of a ship from the Tymbaki area in Crete»,  ΕΝΑΛΙΑ VI, (2002), 66 – 72.
  • «Αναθηματικό βάθρο λαμπάδος», Αττικαί Επιγραφαί. Πρακτικά Συμποσίου εις μνήμην Adolf Wilhelm (1864 – 1950), (επιμ. Α. Ματθαίου), Αθήναι (2004), 271 – 289.
  • «The “bilingual” inscription from Psychro (Crete). A coup de grâce», ΜΕΓΑΛΑΙ ΝΗΣΟΙ. Studi dedicate a Giovanni Rizza per il suo ottantesimo compleanno, vol. I, Catania (2005), 255 – 261.
  • «Επιτύμβια επιγραφή από το Ναό Αγίων Πάντων Αμπελοκήπων (Αθηνών)», ΘΩΡΑΚΙΟΝ, τόμος εις μνήμην Παύλου Λαζαρίδη, Αθήνα (2004), 205 – 218.
  • «Νέο τεμάχιο της συνθήκης Λυττίων και Ολουντίων του 111/110 π.Χ. (IC I, XVIII, 9) από τη Χερσόνησο» (ευρεία περίληψη ανακοίνωσης), Πεπραγμένα του Θ΄Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, Ελούντα, Οκτ. 2001, τόμ. Α5, [Ηράκλειο (2006)], 267 – 272.
  • «Απολογισμός και προοπτικές των κρητολογικών ερευνών. Οι ιστορικοί χρόνοι», Πεπραγμένα του Θ΄Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, Ελούντα, Οκτ. 2001, τόμος Κεντρικών Εισηγήσεων, [Ηράκλειο (2006), 169 – 192.
  • «Sur quelques noms argiens rares ou nouveaux», XXXX Nommer les hommes XXXX, Athènes déc. 2002 (sous presse).
  • «Ενδείξεις αρχαίας λατρείας στην κορυφή της Ίδης», Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου «Ο Μυλοπόταμος από την αρχαιότητα ως σήμερα», Οκτ. 2006 (επιμ. Ειρ. Γαβριλάκη, Γ. Τζιφόπουλος), τόμ. ΙΙΙ, Αρχαίοι Χρόνοι. Ιδαίο Άντρο, [Ρέθυμνο (2006)], 183 – 203.
  • «Literacy and Society. The case of Argos», Proceedings of the International Symposium on Ancient Mediterranean World, Tokyo 16 – 18 Apr. 2004, KODAI 13/14 (2003/2004), 53 – 60.
  • «Οι χαλκοί ενεπίγραφοι πίνακες του Άργους», Αργειακή Γη 3 (Δεκ. 2005), 13 – 26.
  • «Nouvelles inscriptions d’Argos: les archives des comptes du trésor sacré (IVe siècle av. J. – C.», CRAI 2006 I, 397 – 434. Ελληνική μετάφραση του ίδιου άρθρου στα Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής «Sur les pas de W. Vollgraff / Στα βήματα του W. Vollgraff», Αθήνα 2003, (επιμ. Α. Μπανάκα, S. Huber) (υπό εκτύπωση).
  • «Ετυμολογικές παρατηρήσεις σε νέα επιγραφικά κείμενα του Άργους», Φωνής χαρακτήρ εθνικός. Actes du Ve Congrès International de dialectologie grecque (Athènes 28 – 30 sept. 2006), (sous la direction de M.B. Hatzopoulos) [ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ 52], Athènes (2007), 135 – 160.
  • «Οβολοί αργολικοί», Κερμάτια φιλίας. Τιμητικός τόμος για τον Ιωάννη Τουράτσογλου, (επιμ. Δ. Ευγενίδου κα.), Αθήνα (2009), Α, 9-23.
  • «Αττικό επιτύμβιο επίγραμμα», Ψηφίδες. Μελέτες ιστορίας, αρχαιολογίας και τέχνης στη μνήμη της Στέλλας Παπαδάκη – Oekland, Ηράκλειο (2009), 61-72.
  • «Κύπρο – αργολικά», Τιμητικός τόμος Ινούς Νικολάου. (υπό εκτύπωση).
  • «Κρητικές επιγραφές ΙΙ», Ηόρος ΩΩΩ (υπό εκτύπωση).
  • «New Names from Argos», τιμητικός τόμος Elaine Matthews. (υπό εκτύπωση).
  • «Συνθήκη Λυττίων και Ολουντίων», Πεπραγμένα Ι΄Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, Χανιά 2006 (υπό εκτύπωση).
  • «Φοινικήια Γράμματα: Νέα αρχαϊκή επιγραφή από την Έλτυνα» (υπό εκτύπωση).
  • «Επιγραφικές ενδείξεις για την ιππάφεσιν του ιπποδρόμου των Δελφών», τιμητικός τόμος Φανουρίας Δακορώνια (υπό εκτύπωση).

  

Β. Χρονικά – ανασκαφικές εκθέσεις – συνεργασίες σε λεξικά – διάφορα

  • «Αρχαιότητες και μνημεία Αργολιδοκορινθίας», Αρχ. Δελτίον 27 (1971), Χρονικά, Β1, 192 – 219.
  • «Αρχαιότητες και μνημεία Αργολιδοκορινθίας», Αρχ. Δελτίον 28 (1972), Χρονικά, Β1, 122 – 135.
  • «Αρχαιότητες και μνημεία Αργολιδοκορινθίας», Αρχ. Δελτίον 29 (1973 – 74), Χρονικά, Β2, 212 – 249.
  • «Αρχαία θέατρα Αργολιδοκορινθίας», THESPIS 7 (1973).
  • «Σύντομο χρονικό των ερευνών στο Άβατο Επιδαύρου», στο τεύχος Η στοά του Αβάτου στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου, (επιμ. Β.Λαμπρινουδάκης, έκδοση ΥΠΠΟ), Αθήνα (1987), 11 – 14.
  • «Δία, σκιαγραφία μιας ερημονήσου», Ναυτική Παράδοση, τόμ. 1, τεύχ. 2 (1988), 8 – 9.
  • «Υποβρύχια αρχαιολογία στην Ελλάδα», [εναρκτήρια ομιλία στο 31ο Συνέδριο CIESM (=Comité International pour l’exploration scientifique de la Méditerranée), Αθήνα, 1988], Ναυτική παράδοση, τόμ. 1, τεύχ. 6, (1988), 8 – 12.
  • «Συνέχιση της αναγνωριστικής έρευνας [στο ναυάγιο Δοκού] (1977)», Ενάλια, τόμ. 1, τεύχ. Β (1988),10 – 11.
  • «L’organisation territoriale de l’archéologie en Grèce», in V. Negri (éd.), L’organisation territoriale de l’archéologie en Europe. Actes des rencontres européennes de l’archéologie, Montpellier 22 – 23 – 24 mai 1991, [Paris (1992)], 105 – 111.
  • «Αρχαίων νόστοι», Μέντωρ 32, (1994), 211 – 214.
  • «ΚΓ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων», Αρχ. Δελτίον 47 (1992)[1997], Χρονικά, Β2, 555.
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 49 (1994), Χρονικά, Β1, 16 – 17.
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 50 (1995), Χρονικά, Β1, 16 – 18.
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 51 (1996), Χρονικά, Β1, 19 – 22.
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 52 (1997), Χρονικά, Β1, 19 – 21.
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 53 (1998), Χρονικά, Β1, 18 – 19.
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 54 (1999), Χρονικά, Β1, (υπό εκτύπωση).
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 55 (2000), Χρονικά, Β1, 34-35.
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 56 (2001), Χρονικά, Β1, (υπό εκτύπωση).
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 57 (2002), Χρονικά, Β1, (υπό εκτύπωση).
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 58 (2003), Χρονικά, Β1, (υπό εκτύπωση).
  •  Περί τα 100 λήμματα νέων ονομάτων της Αργολίδος στο Lexicon of Greek Personal Names, vol. III A, (P.M.Fraser, E Matthews eds.) Oxford (1997).
  • «Ο ψυχολογικός παράγοντας στη θεραπεία των ασθενών κατά την αρχαιότητα: μερικά παραδείγματα», Η ψυχανάλυση, τεύχ. 2 (1996).
  • «Ευτυχία Καλή. Στοιχεία για τα ευετηριακά έθιμα των Αρχαίων», Αρχαιολογία, τεύχ. 65, (Δεκ. 1997), 74 – 80.
  • «The Archaeological Sites and Monuments as Elements for Sustainable Development», in M.J. Scoullos (ed.), “Environment and Society. Education and Public Awareness for Sustainability”.Proceedigs of the Thessaloniki International Conference Organized by UNESCO and the Government of Greece (8 – 12 Dec. 1997), Athens (1998), 688 – 689.
  • «Το Επιγραφικό Μουσείο», Αρχαιολογία, τεύχ. 73 (Δεκ. 1999), 107 – 110.
  • «Η Αρχαιολογία στον ελλαδικό χώρο κατά τον 20ο αιώνα», στον τόμο «Η Ελλάδα στο γύρισμα του εικοστού αιώνα» των Εκπαιδευτηρίων Γείτονα, Αθήνα (2000), 341 – 351.
  • Λήμματα για επιγραφές στον κατάλογο της έκθεσης «Κρήτη – Αίγυπτος. Πολιτιστικοί δεσμοί τριών χιλιετιών» (επιμ. Α. Καρέτσου κα.), Ηράκλειο (2000).
  • Λήμματα για επιγραφές στον κατάλογο της έκθεσης «Η πόλη κάτω από την πόλη», (επιμ. Λ. Παρλαμά, Ν. Σταμπολίδης), Αθήνα (2000).
  • Λήμματα για επιγραφές στον κατάλογο της έκθεσης «Καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο», (επιμ. ΩΩΩΩΩ), Αθήνα (2002).
  • Λήμμα για επιγραφές στον κατάλογο της έκθεσης «Αρχαίες ελληνικές επιγραφές τεχνολογικού περιεχομένου», (επιμ. Επιγραφικό Μουσείο), Αθήνα (2002), 52 – 61.
  • Κεφάλαια του βιβλίου The Greek Script / Die griechische Schrift,Αθήνα (2001). Ελληνική έκδοση Η Ελληνική Γραφή, Αθήνα (2002).
  • Εισαγωγικό κεφάλαιο και λήμματα στο βιβλίο Η Ελληνική Γραφή. Κατάλογος Εκθέσεως Αντιγράφων (ελληνικά και αγγλικά), Αθήνα (2002).
  • «Les Programmes éducatifs du Musée Épigraphique», Acta XII Congressus Internationalis Epigraphiae Graecae et Latinae, Barcelona, Sept. 2002,[2007], 797 – 800.
  • Εισαγωγικό κεφάλαιο για τη γραφή στον κατάλογο εκθέσεως του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης (Ιδρυμα Ν. Γουλανδρή) «Πλόες», (επιμ. Ν. Σταμπολίδης), Αθήνα (2003).
  • Λήμματα στον κατάλογο Ελληνική και Ρωμαϊκή Γλυπτική από τις συλλογές του Μουσείου Μπενάκη, (επιμ.Σ,Βλίζος), Αθήνα (2004).
  • «Illegale Archäologie –die Situation in Griechenland», στα Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου Illegale Archäologie?, Berlin 23 – 25.5.2003, (W.-D. Heilmeyer, J.-C. Eule eds), Berlin (2004), 178 – 180.
  • Κεφάλαιο “Fortune et infortune” στο ThesCRA, troisième niveau, XXXXX (σε συνεργασία με τον Μ. Βουτυρά) ΧΧΧΧΧ. (υπό εκτύπωση).

  

Γ. Νεκρολογίες

 

  • «Peter Throckmorton, an Odysseus of the Deep», ΕΝΑΛΙΑ Suppl. 2 (1991), 15 – 23. [Ελληνική μετάφραση στη Ναυτική Παράδοση, τόμ. 3, τεύχ. 10 (1991), 10 – 13.
  • «Το μεγάλο ταξίδι ενός αρχαιολόγου. Νικόλαος Πλάτων (1909 – 1992)», περιοδικό Η Λέξη, 108 (1992), 275 – 276.
  • «Επιτύμβιο στον Doro Levi, Κρητικά Χρονικά, τόμ. Λ΄(1990), 162 – 164
  • «Σέμνη Παπασπυρίδη – Καρούζου (1897 – 1994)». ΕΝΑΛΙΑ IV (1992), 35.
  • «Paul Courbin», περιοδικό Αναγέννηση, τεύχ. 319 (Ιούν. 1994) και ημερήσιος τύπος του Άργους.
  • «J.-Y. Cousteau», ΕΝΑΛΙΑ V (1993) [1998], τεύχη 1/2, 42 – 45.
  • «Δημήτρης Πλάκας, ο Δάσκαλος», στον τόμο Δημήτρης Πλάκας, ο μάγος δάσκαλος. Μνήμης χάριν, Βιβλιοθήκη Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, Αθήνα 2001, 31 – 35.
  • «Νίκος Τσούχλος», ΕΝΑΛΙΑ VII (2003),22 – 24.
  • «Μαρία Αναγνωστοπούλου», ΕΝΑΛΙΑ VII (2003), 11 – 12.

Read Full Post »