Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Μητροπολίτες’

Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Aντώνιος (Κόμπος) 1920-2005

 

Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Aντώνιος (Κόμπος) 1920-2005

Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Aντώνιος (Κόμπος) 1920-2005

Ο Μακαριστός  Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης κ. Αντώνιος Κόμπος γεννήθηκε το 1920 στο Άργος Αργολίδος. Είναι απόφοιτος της Μαρασλείου Παιδαγωγικής Ακαδημίας Αθηνών και της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

 

 

Κάτοχος μεγάλης θεολογικής παιδείας, συμπλήρωσε της σπουδές του στα Πανεπιστήμια Οξφόρδης και Παρισίων. Διετέλεσε καθηγητής και Διευθυντής Ιερατικών Σχολών. Κατά τα έτη 1971-74 υπηρέτησε ως ιεροκήρυκας εις την Ιεράν Μητρόπολιν Αιτωλίας και Ακαρνανίας. Διάκονος εχειροτονήθη εις τας 3.12.67, πρεσβύτερος δε εις τας 4.12.67. Την 23ην Μαΐου 1974 εξελέγη Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης.

Εξέδωσε αξιόλογα επιστημονικά έργα. Δημοσίευσε βιβλιοκρισίας και άρθρα εποικοδομητικά εις διάφορα περιοδικά. Εκοιμήθη εν Κυρίω τη 17/12/2005.

 

 

Στην εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος» διαβάζουμε:

 

 «… Πάντα χωρίς θόρυβο, σεμνός, ταπεινός, λιτοδίαιτος, πρότυπο ιερέα, που αρέσει στο Μέγα Διδάσκαλο. Δεν τον ξεχώριζες ανάμεσα στους κληρικούς της Μητρόπολής του. Εκεί που τον έβλεπες, χανόταν σαν να μην ήταν αυτός ο Μητροπολίτης, αλλά κάποιος άσημος υποτακτικός. Τον αναγνώριζες, όμως, από την λεπτή φιγούρα του, τη ζωντάνια των ματιών του, την απαλή του ευγένεια, τα φθαρμένα του ράσα. Ξεχνούσε το φαγητό, αλλά πάντα είχε κάτι να κάνει. Έμπαινε μπροστά κι’ αν ακολουθούσαν και οι άλλοι καλώς κι’ αν όχι, πάλι καλώς. Όμως, έναν τέτοιο ποιμένα ποιός να τον αφήνει μόνο του. Φωνή ήταν το παράδειγμά του και προσκλητήριο! Δεν σήκωσε ποτέ τη φωνή του σε κανένα. Νουθετούσε με το βλέμμα του, με το παράδειγμά του και «δίκαζε» με το πνευματικό του ανάστημα».


«Ορθόδοξος Τύπος», 13 Ιαν. 2006, τ. 1626, σ. 2

 

 

Η εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» έγραψε:

 

Ο «ασκητής της πόλης» που δεν ακολουθεί την… τεχνολογία.


Τον χαρακτηρίζουν «ασκητή της πόλης». Μαγειρεύει μόνος του, καθαρίζει ο ίδιος το μητροπολιτικό σπίτι, δεν χρησιμοποιεί κινητό τηλέφωνο, ενώ σπάνια μιλά και στο σταθερό. Επισκέπτεται την Αθήνα για να συμμετάσχει στις Συνόδους χρησιμοποιώντας… το λεωφορείο του ΚΤΕΛ, κάνει περιοδείες στα «κουτσοχώρια» με τα πόδια και έχει ξεχάσει πώς είναι τα πλούσια αρχιερατικά άμφια. «Εγώ είμαι ένας καλόγερος», επιμένει ο ίδιος.
Ο 84χρονος Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Αντώνιος ξεχωρίζει για τη λιτή και ταπεινή ζωή που κάνει. Μητροπολίτης από τις «Νέες Χώρες», τρέφει θαυμασμό για τον Οικουμενικό Πατριάρχη, «είναι άγιος άνθρωπος», λέει.

«Τι να το κάνει ένας καλόγερος το κινητό, αφήστε που βλάπτει κιόλας», απαντά με χαμόγελο στην παρατήρηση των «ΝΕΩΝ», ότι δεν ακολουθεί την τεχνολογία. «Εγώ είχα γέροντα τον Μητροπολίτη Κορινθίας, που πήγε μετά στην Αμερική. Αυτός μου είχε πει ότι ο επίσκοπος είναι καλόγερος και έτσι πρέπει να είναι». Όταν καλείται να σχολιάσει το ότι δεν συμβαίνει το ίδιο με άλλους μητροπολίτες, περιορίζεται να πει πως «πρέπει να έχουμε ακτημοσύνη, καρτερία και παρθενία, αυτές είναι οι αρετές του μοναχού».
«Άγιος άνθρωπος». Οι κάτοικοι της Σιάτιστας κάνουν λόγο για «άγιο άνθρωπο», που είναι κλειστός, δεν δίνει δικαιώματα και ζει όπως οι καλόγεροι.

 

Ο Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης απαντά με χαμόγελο σε όλα. Όταν όμως καλείται να σχολιάσει τα σκάνδαλα που συνταράσσουν το τελευταίο διάστημα την Εκκλησία της Ελλάδος, παίρνει αποστάσεις. «Δεν θα κρίνω κανέναν, εγώ είμαι πιο αμαρτωλός απ’ όλους, δεν μπορώ να πω τίποτε. H Ιεραρχία αποφάσισε να γίνει κάθαρση», λέει και κλείνει το θέμα.
«Ευτυχώς έχουμε δωρεές». Όσο για τις περιουσίες των Μητροπόλεων, ο ίδιος αποκαλύπτει, χωρίς μάλιστα να ερωτηθεί, ότι τα ετήσια έσοδα από τους ναούς δεν υπερβαίνουν τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ. «Ευτυχώς έχουμε και κάποιες δωρεές και φροντίζουμε τα παιδιά να σπουδάσουν· με πενταροδεκάρες και φραγκοδίφραγκα χτίσαμε μοναστήρια», λέει.


Είναι πρόθυμος να ξεναγήσει στα διαμερίσματα της Μητρόπολης, ενώ παράλληλα ικανοποιεί όλα τα αιτήματα υπαλλήλων και μοναχών. H μοναχή Ειρήνη, από το μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου, που επισκέφθηκε τη Μητρόπολη για δουλειές του μοναστηριού, λέει: «Δεν τον βλέπετε, πόσο ταπεινός είναι; Ακόμη και τα ράσα του τα πλένει ο ίδιος, δεν αφήνει κανέναν να τον βοηθήσει».  

«Είναι κατ’ ουσίαν ασκητής, ζει γι’ αυτό που τάχθηκε, που δεν είναι επάγγελμα αλλά λειτούργημα», υποστήριξε ο υπάλληλος της Μητρόπολης κ. Ζήσης Γούτας. Ο Μητροπολίτης ασχολείται και με τις δουλειές, εξυπηρετώντας τον κόσμο που έρχεται να τον συναντήσει. «Δεν αρνείται σε κανέναν να ασχοληθεί με το πρόβλημά του».

H μεγάλη αγάπη του είναι τα «κουτσοχώρια», όπως χαρακτηρίζει ο ίδιος τα ορεινά χωριά της περιφέρειάς του, αυτά των 20 και 30 κατοίκων. «Πήγαινα σε ένα χωριό με στρατιωτικό αυτοκίνητο και τα υπόλοιπα τα περπατούσα με τα πόδια». Αισθάνεται ακμαίος για να συνεχίσει τις περιοδείες του σε όλες τις ενορίες της Μητρόπολης, παρά τα χρόνια του. «Όταν ύστερα από χρόνια δεν θα μπορώ άλλο, θα αποσυρθώ στο μοναστήρι, εκεί είναι η ζωή μου», καταλήγει.»
ΤΑ ΝΕΑ , 05/03/2005 

 

Πηγές

 

  • «Ο Μοναχός και Φιλομόναχος Επίσκοπος», Έκδοση Ιεράς Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μικροκάστρου Σιατίστης, 2005.
  •  Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 
  •  Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος, Έκδοση, 2005.

 

Read Full Post »

Μητροπολίτης Πολυανής και Κιλκισίου  Ιωακείμ (Σμυρνιώτης) 1885-1965

 

 

Γενέτειρά του υπήρξε το ‘Αργος της Πελοποννήσου. Νεώτατος ακολούθησε τον μοναχικό βίον, πηγαίνοντας στην Μονήν Ιβήρων Αγίου Όρους. Μετά από λίγο έγινε αρχιμανδρίτης.   

 

Υπηρέτησε ως κληρικός στη Μητρόπολη Σερρών, όπου συμμετείχε στο Μακεδονικό Αγώνα και βασανίστηκε το 1907. Επίσης διετέλεσε εφημέριος στην Αρτάκη Μ. Ασίας (1910-1912), στρατιωτικός ιερέας στο μικρασιατικό εκστρατευτικό σώμα και εφημέριος στην Αθήνα. Το 1945 τοποθετήθηκε στη Μητρόπολη Πολυανής και Κιλκισίου την οποία διαποίμανε μέχρι την εκδημία  του το έτος 1965.        

 

 

Πηγές

 

  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 
  •  Ιστοσελίδα Ιεράς Μητροπόλεως Πολυανής και Κικλισίου.

 

Read Full Post »

Μητροπολίτης Αργολίδος Χρυσόστομος Β΄ ( Δεληγιαννόπουλος)


 

Ο Χρυσόστομος Β'. Αύγουστος 1940, ως Ιεροκήρυξ Τριφυλίας και Ολυμπίας.

Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος Β΄ είδε το φώς της ζωής στην πόλη της Ζακύνθου, στις 6 Απριλίου του 1916, ημέρα Τετάρτη. Οι καλοί και ενάρετοι γονείς του Ιωάννης Δεληγιαννόπουλος και Αδαμαντία, το γένος Παναγιώτη Ιερέως Πυριόχου, απέκτησαν οκτώ παιδιά, αλλά επέζησαν τα πέντε. Ο Διονύσιος, ο Σπυρίδων, ο Νικόλαος, ο Ανδρέας και η Αικατερίνη. Ο Νικόλαος έμελλε να ανέλθει την ιερατική κλίμακα και να ποιμάνει τον φιλόχριστο λαό της Αργολίδας.

Από παιδικής ηλικίας υπηρέτησε πλησίον πολλών Ιερομονάχων της Ι. Μονής Αγίου Διονυσίου και εφημερίων της πόλης.  Το πτυχίο της Θεολογίας απέκτησε το 1939. Κατά την διάρκεια των σπουδών του εκάρη μοναχός και διάκονος την 1/1/ 1938 οπό τον αείμνηστο Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο (Δημητρίου), λαμβάνοντας και το εκκλησιαστικό όνομα Χρυσόστομος. Το έτος 1939 διορίστηκε Ιεροκήρυκας της Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου και το 1940 τακτικός Ιεροκήρυκας της Ιεράς Μητροπόλεως Τριφυλίας και Ολυμπίας.

Σε ηλικία μόλις 24 ετών, συνοδευόμενος οπό τον ιερέα παππού του Παναγιώτη Πυριόχο και τον θειο του ιερέα επίσης Αντώνιο Πυριόχο, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και κατά την κήρυξη του ελληνοΐταλικού πολέμου κατετάγη ως Στρατιωτικός Ιερέας με τον βαθμό του Υπολοχαγού καθ΄ όλη την διάρκεια του πολέμου.

Το 1941 τοποθετήθηκε ως Ιεροκήρυκας στην Ιερά Μητρόπολη Αργολίδος. Στην κατοχή ίδρυσε ορφανοτροφείο και οργάνωσε καθημερινά συσσίτια για τα πεινασμένα παιδιά του Άργους στο προαύλιο του Ιερού Ναού του Τιμίου Προδρόμου.

Κατοχή. Προαύλιο Ιερού Ναού Ιωάνου του Προδρόμου στο Άργος.

Εκεί, κατά τον μεγάλο βομβαρδισμό της πόλης, στις 14 -10 -1943, προστάτεψε πάνω από 100 παιδιά, βάζοντάς τα μέσα στην Εκκλησία, για να μη δίνουν στόχο στα αεροπλάνα και μιλώντας τους προσπάθησε να αμβλύνει τον τρόμο και να απαλύνει την αγωνία τους. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1960 πού διορίστηκε  Γραμματέας της Ιεράς Συνόδου.

Στις 19 Νοεμβρίου 1965 εξελέγη Μητροπολίτης Αργολίδος. Έκτοτε αφοσιώθηκε στο ποιμαντορικό του έργο, αναπτύσσοντας αξιόλογη κοινωνική και φιλανθρωπική δραστηριότητα. Ίδρυσε οικοτροφείο και ορφανοτροφείο θηλέων στο Άργος και αρρένων στο Ναύπλιο, έκτισε τα αντίστοιχα κτίρια, έκτισε το μοναστηριακό συγκρότημα Αναβάλου μετά το Κιβέρι, τον Άγιο Βασίλειο Άργους και έδειξε μεγάλη επιμέλεια για τις μονές και πολλές ακόμα εκκλησίες της Μητρόπολης. Οργάνωσε τα κατηχητικά σχολεία, ενίσχυε οικονομικά τους άπορους και πάσχοντες και τις πολύτεκνες οικογένειες, ίδρυσε τη Χριστιανική Εστία και οργάνωσε τις κατασκηνώσεις στον Ανάβαλο.

Μελετητής και ερευνητής, με φωτισμένη την διάνοια και την σκέψη, φιλάνθρωπος και ελεήμων, χάραξε ανεξίτηλα τα ίχνη του στην ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος. Έγραψε την Ιστορία της Μητροπόλεως Αργολίδος, την Ιστορία των Μονών, τούς βίους των Αργείων Αγίων, μελέτη περί του μοναχικού βίου, περί του παρθενικού βίου κ.ἄ. Έφυγε από τα εγκόσμια  στις 4.7.1985 στον «Ερυθρό Σταυρό» από οξύ έμφραγμα και ενταφιάστηκε, σύμφωνα με την επιθυμία του, στον Άγιο Θεοδόσιο, όπου τοποθετήθηκε και η προτομή του. Επίσης, άλλη μια προτομή του εκλιπόντος υπάρχει πριν από τη δυτική πύλη του Αγίου Πέτρου δεξιά.

 

Πηγή

 


 

  • Διονύσιος Χ. Στραβόλεμος, «Ο Αργολίδος Χρυσόστομος ο Β’  Δεληγιαννόπουλος / Βίος και προσφορές του », Έκδοσις Χριστιανικής Αδελφότητος Άργους «Η ΑΓΙΑ ΜΑΚΡΙΝΑ», Θεσσαλονίκη, 1985.  

Read Full Post »

 

Ο Μητροπολίτης Νικαίας Θεόδωρος, αποτελεί μία από τις σημαντικές μορφές της εκκλησιαστικής ιστορίας των μέσων χρόνων του Βυζαντίου. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο περίπου το 895 και ο πατέρας του ήταν ιερέας. Πιθανώς είχε μία αδελφή, της οποίας ο γιος Αναστάσιος, ακολούθησε τον ίδιο στην Κωνσταντινούπολη, όπου και χειροτονήθηκε Διάκονος. Ο Θεόδωρος, μετά την χειροτονία του Αγίου Πέτρου ως Επισκόπου Άργους, υπήρξε μαθητής του στο Άργος, ενώ αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος και στη συνέχεια ιερέας και πιθανόν τοποθετήθηκε σε κάποια υπηρεσία της επισκοπής, όπου απέκτησε διοικητική πείρα.

Ο ίδιος ήταν «ασκητικός, λιπόσαρκος, μετρίου αναστήματος, με αραιά γένια και λίγα μαλλιά. Φιλάσθενος και αδύναμος από την φύση του, συχνά αναφέρεται στις ηπατικές και στομαχικές του παθήσεις. Η ασκητική του ζωή τον έκανε ακόμα πιο ευάλωτο στις ασθένειες. Η ελαχίστη αλλαγή στο κλίμα, στη διατροφή, στις συνθήκες διαβίωσης ήταν ικανή να του προκαλέσει ιδιαίτερα προβλήματα, ενώ οι αϋπνίες από τις οποίες υπέφερε τον εξαντλούσαν περισσότερο»[1].

Έτσι παρέμεινε κοντά στον Επίσκοπό του μέχρι τον θάνατο του, το 922. Κατόπιν αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη, όπου Αυτοκράτορας ήταν ο Κωνσταντίνος Ζ΄ από το 912, αλλά ήδη από το 920 συναυτοκράτορας είχε στεφθεί ο Ρωμανός Α΄ο Λεκαπηνός. Άγνωστοι φίλοι και υποστηρικτές, ίσως και συγγενείς του Αγίου Πέτρου, σύστησαν τον Θεόδωρο στην Αυτοκρατορική αυλή, με αποτέλεσμα να ενταχθεί στον Αυτοκρατορικό κλήρο της Αγίας Σοφίας, όταν ο Ρωμανός τοποθέτησε το 933, τον 16ετή γιο του στον Πατριαρχικό θρόνο, αναλαμβάνοντας τη θέση του χαρτοφύλακα.

Την εποχή αυτή οι κληρικοί της Αγίας Σοφίας τον εξέλεξαν ως εκπρόσωπό τους. Η κοινωνική άνοδος και η επαγγελματική καταξίωση τον διευκόλυναν στις βλέψεις του για υψηλά εκκλησιαστικά αξιώματα, ενώ η φιλία που τον συνέδεε με τον Αυτοκράτορα και τον Πατριάρχη ενίσχυαν την θέση του και τις φιλοδοξίες του. Όμως, λόγω της αυστηρής προσήλωσης στούς κανόνες και τους νόμους, δημιούργησε αρκετούς εχθρούς μεταξύ ορισμένων μοναχών και κληρικών οι οποίοι είτε διότι ήσαν διεφθαρμένοι, είτε διότι φθονούσαν την ανοδική του πορεία, τον κατηγόρησαν αφενός για αδικήματα οικονομικής φύσης και αφετέρου για την κυκλοφορία ενός λιβελογραφήματος κατά του Πατριάρχη Θεοφύλακτου. Το κείμενο αυτό εξόργισε τον Πατριάρχη αλλά και τον Αυτοκράτορα. Ο Θεόδωρος προκειμένου να αμυνθεί, απευθύνθηκε στους συμπατριώτες του τους Ναυπλιείς, ζητώντας την υποστήριξη τους. Στην αρχή αμφιταλαντεύτηκαν, αλλά με την παρέμβαση του Μητροπολίτη Χριστόφορου, μολονότι οι σχέσεις των δύο ανδρών φαίνεται να μην ήταν αγαθές, υποστήριξαν ένθερμα την αθωότητα του. Ο Θεόδωρος δικαιώθηκε, αλλά σχετικά αποδυναμωμένος. Η δεύτερη ευκαιρία στους αντιζήλους του παρουσιάστηκε όταν κατηγορήθηκε ότι αμφισβητούσε τον ίδιο τον Αυτοκράτορα, καταλογίζοντάς του ανικανότητα. Το αδίκημα αυτό επέσυρε την ποινή της εξορίας. Παρ΄όλη την υποστήριξη του Πατριάρχη, ο Θεόδωρος τιμωρήθηκε με την ποινή του εκτοπισμού.

Εξόριστος κάπου κοντά στην Κωνσταντινούπολη ο Θεόδωρος, έγραφε σε φίλους και υποστηρικτές του προκειμένου να του επιτραπεί η επάνοδος στην Πόλη. Τελικά, με την βοήθεια του Θεοδώρου, Μητροπολίτη Κυζίκου, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Μετά από δύο επιστολές του προς το Αυτοκρατορικό ζεύγος, όχι μόνο αποκαταστάθηκε αλλά του ανέθεσαν και υψηλότερα καθήκοντα στην Εκκλησιαστική διοίκηση. Το 956 περίπου, ο Θεόδωρος χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Νικαίας, σε μία εποχή που συνέγραφε και το Βίο του Αγίου Πέτρου. Αποφεύγει ρήξεις με το αυτοκρατορικό περιβάλλον και το 956 δεν μετέχει σε ομάδα αντιφρονούντων Ιεραρχών που αντιτάχθηκαν στην αποκατάσταση του Πατριάρχη Ευθυμίου. Μάλιστα αναλαμβάνει συντονιστής της ομάδας του Κωνσταντίνου Ζ΄ και των ομοφρόνων Μητροπολιτών που συνηγορούν για την απομάκρυνση του Πολυεύκτου. Σε επιστολή του προς τον Ρωμανό Β΄ σε περίπτωση επιτυχίας του σχεδίου τους ήταν αυτός που θα καταλάμβανε τον Πατριαρχικό θρόνο. Ο θάνατος του Κωνσταντίνου Ζ΄ τον πρόλαβε, με αποτέλεσμα να μην δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες ώστε ο Θεόδωρος να ανέλθει στον Πατριαρχικό θρόνο.

Ο Θεόδωρος πέθανε περίπου το 963 στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς να γνωρίζουμε που ετάφη.

Υποσημειώσεις

  1.  Παναγιώτη Α. Γιαννόπουλου (Τακτικός Καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας στο Universite Catholique de Louvain (Βέλγιο)), Ναυπλιακά Ανάλεκτα, ΤΟΜΟΣ IV, (2000)

Βιβλιογραφία

  • Μιχαήλ Γ. Λαμπρινίδης, Δ.Ν. «Η Ναυπλιά. Από Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις των καθ’ ημάς», Έκδοσις Γ΄, Ναύπλιον 1975.
  • Κωνσταντίνος Κυριακόπουλος, «Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους. Βίος και λόγοι», Έκδοσις Ιεράς Μητρόπολης Αργολίδος, 1976.

Read Full Post »

Καλαμαράς Γρηγόριος (1769-1821)


 

Καλαμαράς Γρηγόριος (1769-1821)

Μητροπολίτης Αργοναυπλίας (1810-1821) και εθνομάρτυρας, αποτέλεσε μία σημαντική μορφή κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας. Καταγόταν από τη Σίτσοβα Λακωνίας και κατηχήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1819 από το Δανιήλ Παμπούκη [1], ηγούμενο της Μονής του Βράχου [2] Νεμέας.

Ο Γρηγόριος ως φιλικός, ανέπτυξε αξιόλογη δράση και κατήχησε στη Φιλική Εταιρεία, σημαντικές προσωπικότητες της εποχής όπως τον Ιωάννη Ιατρού και τους αδελφούς Παπαλεξοπούλου στο Ναύπλιο, τον Ιωάννη Περούκα, τον Σταμάτη Αντωνόπουλο, τους αδελφούς Βλάσση στο Άργος, τον Ιερέα Γεώργιο Βελίνη στο Πλατανίτι, τον Θεοδόσιο Μπούσκο στο Τζαφέραγα, τον Γεώργιο Κακάνη στο Χώνικα, τον αρχιδιάκονό του Αθανάσιο Σολιώτη, τον Ιερέα παπα – Κωσταντή στον Αχλαδόκαμπο.

Όταν οι Τούρκοι κάλεσαν στην Τρίπολη προύχοντες και αρχιερείς, ο Γρηγόριος πήγε μαζί με τον Ιωάννη Περούκα. Εκεί συνελήφθη και οδηγήθηκε στη φυλακή, όπου και πέθανε από τις κακουχίες στις 18 Σεπτεμβρίου 1821, πέντε μόλις ημέρες πριν από την άλωση της Τρίπολης από τους Έλληνες. Ο λαός της Αργολίδας, εκτός από την ομώνυμη οδό, τίμησε τη μνήμη του και με προτομή το 1967, που τοποθετήθηκε αριστερά της δυτικής εισόδου του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Δανιήλ Παμπούκης. Στον αγώνα του ’21 πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξε ο ηγούμενος Δανιήλ Παμπούκης ο οποίος μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία και ήταν ένας από τους πρωτεργάτες της Επανάστασης. Η Ιερά Μονή Βράχου και ο ηγούμενος Δανιήλ, συμμετείχε καταλυτικά στην περήφανη νίκη των Ελλήνων στα Δερβενάκια όπου εσώθει η επανάσταση στην Πελοπόννησο. Με την απελευθέρωση η Ι. Μ. Βράχου με εκπρόσωπό της τον Δανιήλ εργάστηκε για την ανόρθωση του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους, βοηθώντας σημαντικά το έργο του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια.

[2] Η Μονή Βράχου Νεμέας βρίσκεται στην απόκρημνη πλευρά του βουνού Πολυφέγγους και γιορτάζει στις 15 Αυγούστου. Στο Εκκλησιαστικό Μουσείο Κορίνθου φυλάσσεται σφραγίδα της Μονής με τη χρονολογία 1633. Σημαντική ήταν η συμβολή της Παναγίας του Βράχου στην επανάσταση του 1821, κατά την διάρκεια της οποίας ο ηγούμενος της ήταν ο Φιλικός και πρακτικός ιατροχειρούργος Δανιήλ Παμπούκης

 

Πηγή


  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

Δανιήλ (Πετρούλιας)


 

Ο Δανιήλ (Πετρούλιας) υπήρξε μια σημαντική προσωπικότητα στην εκκλησιαστική ιστορία της εκκλησίας της Αργολίδος. Ανέβηκε στο επισκοπικό αξίωμα τον Ιούλιο του 1867 και διακρινόταν για τη μόρφωσή του και τη συγγραφική ικανότητά του, τόσο σε ότι αφορά βιβλία, όσο και στην υμνωδία.

Μελετώντας την παλαιά ακολουθία του Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους, διαπίστωσε πολλές παραλείψεις, με αποτέλεσμα να παρέβη διασκευάζοντας, συμπληρώνοντας και προσθέτοντας και Μικρό Εσπερινό. Επιπρόσθετα εμπλούτισε τον βίο του Αγίου με στοιχεία που άντλησε από τον Συναξαριστή και το Νέο Εκλόγιο, ενώ εξέδωσε την νέα πλέον ακολουθία το 1870, στην Αθήνα.  

Εκοιμήθη το Νοέμβριο του 1872 παραμένοντας συνολικά 5 έτη στην ποιμαντική διακονία της Εκκλησίας της Αργολίδος.

 

Πηγές


  • Χρήστος Παπαοικονόμος, « Ο Πολιούχος του Άργους Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους ο Θαυματουργός», Τυπογραφείο Σ. Βλαστού, Αθήνα, 1908.
  • Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος, « Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλιάς από της συστάσεώς της μέχρι σήμερον », Τεύχος Ἀ, Έκδοσις Χριστ. Εστίας Άργους, 1957.

Read Full Post »

Ο Γεράσιμος Παγώνης (1792-1867), Μητροπολίτης Αργολίδος αποτελεί μία σημαντική φυσιογνωμία του κλήρου κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας. Γεννήθηκε στη Μικρή Μαντίνεια και διετέλεσε πρωτοσύγκελλος[1] (αναπληρωτής επισκόπου) και τοποτηρητής της Επισκοπής Μαντινείας. Είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και κατά την πολιορκία της Τριπολιτσάς συντηρούσε με δικά του έξοδα 200 στρατιώτες. Έλαβε μέρος σε όλες τις εθνοσυνελεύσεις και το 1827 η Κυβέρνηση τον έστειλε ως έξαρχο στη Σάμο. Για την αναγνώριση των υπηρεσιών του προς τον Αγώνα του 1821 υπέβαλε αίτηση μετά το θάνατό του ο ανιψιός του Παναγιώτης Παγώνης.[2] Ήταν λόγιος άνδρας, όπως φαίνεται από τα έργα του[3], ενώ διετέλεσε και Γραμματέας του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη[4]. Το 1852 χειροτονήθηκε Επίσκοπος Άργους και Μητροπολίτης Αργολίδας. Από το έτος εκείνο τα όρια της Μητροπόλεως Αργολίδας καθορίστηκαν όπως είναι μέχρι σήμερα. Ο Γεράσιμος Παγώνης θεμελίωσε στις 17 Ιουλίου του 1859 και εγκαινίασε στις 18 Απριλίου του 1865 το Ναό του Αγίου Πέτρου στο Άργος, αφού πρώτα κατεδάφισε τον ημιυπόγειο Ναό Αγίου Νικολάου[5] της οικογενείας Περούκα στην πλατεία Ομονοίας, όπως ονομαζόταν τότε.

Υποσημειώσεις

  1. Ο αμεσότερος συνεργάτης του μητροπολίτου, ο οποίος τελεί χρέη υποδιοικητή της μητρόπολης. Ο πρωτοσύγκελος προΐσταται του γραφείου της μητροπόλεως και αναπληρώνει το μητροπολίτη κωλυόμενο ή απουσιάζοντα στην άσκηση των διοικητικών του αρμοδιοτήτων, των σχετικών με τη διεύθυνση της μητροπόλεως.
  2. Κατετάγη εις τα Μητρώα Αγωνιστών του 1821 με τον βαθμόν Β΄ τάξεως ήτοι Αντιστράτηγος.
  3. «Περί βαθμών συγγενείας», Αθήναι 1842. «Ακολουθία της Αγίας Εικόνος της Υπαπαντής Καλαμών»
  4. Ο Γεράσιμος Παγώνης γραμματέας του Π. Μαυρομιχάλη «Ωσαύτως και η πρώτη επίσημος πράξις της Επαναστάσεως ήτοι «η προκήρυξις του αρχιστρατήγου και προέδρου της Μεσσηνιακής Γερουσίας Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη προς τας Ευρωπαϊκάς Αυλάς και προς όλα τα εξευγενισμένα γένη των ανθρώπων» ήτις ανεγνώσθη εν τω ποταμώ Νέδονι των Καλαμών όταν, μετά την υπό του Παπαφλέσσα ψαλείσαν δοξολογίαν, ο Πετρόμπεης ύψωσεν εις τας 23 Μαρτίου 1821 την σημαίαν της Επαναστάσεως, η προκήρυξις αύτη, βεβαιούται ότι είναι έργον της γλαφυράς γραφίδος του κατόπιν Αργολίδος Γερασίμου. (Από το αρχείο της Μητρόπολης Αργολίδας)»
  5. Ο επίσκοπος Παγώνης κατεδάφισε το ναό του Αγ. Νικολάου της πλατείας Ομονοίας, για να οικοδομήσει νέο περικαλλή ναό προς τιμή του Αγ. Πέτρου. Ο Άγιος Νικόλαος ήταν ημιυπόγειος, όπως και ο παλιός ναός του Αϊ-Γιάννη στην οδό Γούναρη, και ήταν ιδιωτικός, της οικογένειας Περούκα. Τους έκτιζαν έτσι, για να μην μπαίνουν οι Τούρκοι έφιπποι και τους βεβηλώνουν. Παλιότερα υπήρχε ναός του Αγ. Πέτρου νότια της οδού Αγγ. Μπόμπου και Δ. της οδού Μυστακοπούλου. Εκεί ήταν και το «δεσποτικό», η Μητρόπολη, που καταστράφηκαν από τον Κεχαγιάμπεη τον Απρίλιο 1821. Ανατολικότερα και ανάμεσα στις οδούς Β. Σοφίας και Καλμούχου υπήρχε νεκροταφείο, «Τα μνήματα». Βλ. Αν. Τσακόπουλου, Ιστορικά και Λαογραφικά σημειώματα, Αθήναι 1960,σσ 34-35′.

 Βιβλιογραφία

  • Χρήστος Παπαοικονόμος, «Ο Πολιούχος του Άργους Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους ο Θαυματουργός», Τυπογραφείο Σ. Βλαστού, Αθήνα 1908.
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», εκδ. εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος,«Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλιάς από της συστάσεώς της μέχρι σήμερον», Τεύχος Ἀ, Έκδοσις Χριστ. Εστίας Άργους 1957.

Read Full Post »

« Newer Posts