Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ρώμη’

Έτος ένα – Η καθημερινή ζωή στη Ρώμη και στον κόσμο


 

 

Αύγουστος

Κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Αυγούστου (27 π.Χ. – 14 μ.Χ.) η καθημερινή ζωή στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία χαρακτηριζόταν από πολυμορφία. Είναι αξιοσημείωτο ότι η ρωμαϊκή κατάκτηση δεν έθιξε τα ήδη και τις συνήθειες των κατοίκων των επαρχιών που προσάρτησε, κυρίως για πολιτικούς λόγους. Μάλιστα, οι επιρροές από το ρωμαϊκό τρόπο ζωής ανιχνεύονται δύσκολα αυτήν την περίοδο στις ανατολικές επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπως στην Ελλάδα, τη Μ. Ασία, αλλά ακόμη και την Αίγυπτο όπου το ελληνικό στοιχείο παρέμεινε ισχυρό. Οι ελληνικοί πληθυσμοί συνέχισαν τον τρόπο ζωής τους, διατήρησαν το ημερολόγιό τους, το οποίο ήταν διαφορετικό από το ρωμαϊκό, τη θρησκεία τους και τον τρόπο εκπαίδευσής τους. Οι Ρωμαίοι που είχαν εγκατασταθεί στις ανατολικές επαρχίες ακολουθούσαν τις δικές τους καθημερινές συνήθειες, σύμφωνα με τις παραδόσεις τους και η ζωή τους δεν διέφερε από εκείνη των ανθρώπων που ζούσαν στη Ρώμη. Ο Αύγουστος παρουσιαζόταν ως προασπιστής της ειρήνης, πρόσφερε «άρτο και θεάματα» σε όλους τους υπηκόους της αυτοκρατορίας και αξίωνε συμμετοχή στις αυτοκρατορικές γιορτές και απόδοση τιμών στο πρόσωπό του.

 

Ο ρόλος του άντρα

 

Ο άντρας είχε ηγετικό ρόλο στη ρωμαϊκή κοινωνία της εποχής του Αυγούστου. Ανάλογα με την κοινωνική του θέση, είχε τη δυνατότητα να εκλεγεί στα δημόσια αξιώματα. Ήταν επίσης ο αρχηγός του οί­κου, ο οποίος αποφάσιζε αμέσως μετά τη γέννηση του παιδιού του εάν θα το αναγνώριζε ή θα προχωρούσε στην έκθεση του νεογέννητου έξω από το σπίτι ή σε έναν δημόσιο χώρο. Εάν επέλεγε να το αναθρέψει, είχε αυτομάτως απέναντί του νομική εξουσία μέχρι το θάνατό του, γεγονός που είχε προκαλέσει μεγάλη εντύπωση στους ελληνικούς πληθυσμούς των ρωμαϊκών επαρχιών. Αν και η πατρική εξουσία (patria potestas) ήταν πιο χαλαρή από την παλαιότερη εποχή της Δημοκρατίας, ο πατέρας συνέχιζε να καθορίζει τις τύχες των υπόλοιπων μελών, κυρίως των παιδιών του, πάνω στα οποία μάλιστα είχε δικαίωμα ζωής και θανάτου.

Στην εποχή του Αυγούστου χρονολογούνται τα τελευταία παραδείγματα πατεράδων που οδήγησαν τους γιους τους στη θανατική καταδίκη, ενέργεια που ξεσήκωσε την έντονη αντίδραση της κοινής γνώμης. Η συγκατάθεση του πατέρα ήταν αναγκαία προϋπόθεση για το γάμο των παιδιών του και αν ο ίδιος το αποφάσιζε μπορούσε επίσης να τον διαλύσει. Στα χέρια του, επιπλέον, περιερχόταν όλη η οικογενειακή περιουσία την οποία είχε τη δυνατότητα να διαθέσει όπως εκείνος επιθυμούσε μετά το θάνατό του και ακόμη να αποκληρώσει τα παιδιά του με ρητή αναφορά στη διαθήκη του. Στον πατέρα ανήκαν επίσης και τα χρήματα που κέρδιζε κάθε εργαζόμενος γιος, ο οποίος ενηλικιωνόταν επίσημα και αποκτούσε την ανεξαρτησία του μόνο μετά το θάνατο του πατέρα του. Σε αυτήν την περίπτωση, οι κόρες, αν δεν είχαν παντρευτεί ή αν είχαν χωρίσει, ήταν πια ελεύθερες να παντρευτούν όποιον ήθελαν. Ακόμη και η σύζυγος, η οποία νομικά μπορούσε να μη βρίσκεται κάτω από την κηδεμονία του άντρα της την εποχή του Αυγούστου, δεν εξαιρούνταν από την κυριαρχία του. Γίνεται λοιπόν φανερό ότι ο πατέρας ασκούσε μεγάλη καταπίεση σε όλα τα μέλη της οικογένειας.

 

Η θέση της γυναίκας

 

Την εποχή του Αυγούστου, η γυναίκα περνούσε τον περισσότερο χρόνο της μέσα στο σπίτι, αφού στη ρωμαϊκή κοινωνία, όπως και στην ελληνική, αυτή είχε τη φροντίδα του. Οι γυναίκες των οικονομικά ασθενέστερων στρωμάτων ασχολούνταν με τις οικιακές εργασίες, τουλάχιστον μέχρι το απόγευμα, που θα έφευγαν για τα δημόσια λουτρά. Η δράση τους όμως εκτεινόταν και σε δημόσιους χώρους, όπως η αγορά.

Πορτραίτο νέας γυναίκας – Πομπηία

Αντίθετα, οι εύπορες ήταν απαλλαγμένες από τη φροντίδα του σπιτιού, καθώς είχαν στην υπηρεσία τους πολυάριθμους δούλους. Έτσι, είχαν το χρόνο να επισκεφθούν τις φίλες τους ή να πάνε περίπατο, ενώ το βράδυ συνόδευαν συχνά τους συζύγους τους σε κοινωνικές εκδηλώσεις (π.χ. συμπόσια), όπου αυτοί ήταν προσκεκλημένοι. Τέλος, οι γυναίκες όλων των κοινωνικών τάξεων είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθούν τις θεατρικές παραστάσεις, τις ιπποδρομίες και τα θεάματα του αμφιθεάτρου. Επίσης, προσέρχονταν στα ιερά, για να συμμετάσχουν στις θρησκευτικές τελετουργίες. Η γυναίκα αυτής της εποχής αποκτούσε τη στοιχειώδη μόρφωση πηγαίνοντας στο σχολείο. Μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις ο πατέρας προσλάμβανε για την κόρη του κάποιον ιδιωτικό δάσκαλο μετά το τέλος της βασικής της εκπαίδευσης. Τέλος, για τις γυναίκες των καλών οικογενειών, η μόρφωση συμπληρωνόταν και ολοκληρωνόταν από το σύζυγό τους. Οι αρετές μιας γυναίκας – συζύγου ήταν η ταπεινοφροσύνη, το ήθος, η πίστη, η εργατικότητα και η εντιμότητα. Μόλις 12 ετών η γυναίκα βρισκόταν σε ηλικία γάμου και στα δεκατέσσερά της θεωρούνταν ενήλικη. Ο ρόλος της στο γάμο ήταν να εξυπηρετεί τις ανάγκες του συζύγου, καταπιέζοντας συχνά τον εαυτό της, και να υποτάσσεται στη θέλησή του.

Την εποχή του Αυγούστου η γυναίκα απέκτησε, νομικά, μεγαλύτερη ανεξαρτησία στη διαχείριση της περιουσίας της λόγω χαλάρωσης της κηδεμονίας της από το σύζυγο ή τον πατέρα της. Αξιοσημείωτη είναι η εξ ολοκλήρου απαλλαγή της, εάν γινόταν μητέρα τριών παιδιών. Οι γυναίκες του αυτοκρατορικού κύκλου παρουσιάζονταν ως πρότυπα για τις υπόλοιπες Ρωμαίες της αυτοκρατορίας, αν και πολλές φορές επωφελήθηκαν από τη θέση τους, ώστε να αποκτήσουν έναν βαθμό αυτονομίας και αυτενέργειας, με αποτέλεσμα να επηρεάσουν ή ακόμη και να αντιταχθούν στην κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής, όπως συνέβη με την κόρη του Αυγούστου, την Ιουλία. Επίσης, σύμφωνα με μαρτυρίες, η Λιβία, σύζυγος του Αυγούστου, κανόνιζε συναντήσεις με τους πρέσβεις ή απεσταλμένους όταν ο Αύγουστος ήταν απασχολημένος. Ο ίδιος πάντως υπολόγιζε τη γνώμη της, όπως φαίνεται από το ότι κρατούσε σημειώσεις με τις συμβουλές της και στη συνέχεια τις μελετούσε.

 

Ο γάμος

 

Ο γάμος ήταν μια ιδιωτική πράξη, η οποία δεν απαιτούσε την επίσημη άδεια καμιάς δημόσιας αρχής. Επίσης, κανένα έγγραφο δεν ήταν αναγκαίο, α­φού δεν υπήρχε κανενός τύπου συμβόλαιο, εκτός α­πό εκείνο που σχετιζόταν με την προίκα της νύφης. Οι Ρωμαίοι παντρεύονταν για τα χρήματα, καθώς η προίκα ήταν ο νόμιμος τρόπος για να πλουτίσουν, αλλά και για την απόκτηση παιδιών, τα οποία ως νόμιμοι κληρονόμοι αποκτούσαν το όνομα του πατέρα τους και την περιουσία και συνέχιζαν τις τάξεις των πολιτών. Έτσι, κατά τη διάρκεια του 1ου αιώνα π.Χ., ο γάμος αντιμετωπιζόταν από τον άντρα ως μέσο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του σαν πολίτης. Ο Αύγουστος, με ειδικά διατάγματα σχετικά με τη μοιχεία και το γάμο, προσπάθησε να προστατεύσει και να προωθήσει το θεσμό, κυρίως στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα.

Βασική του επίσης μέριμνα ήταν να ενθαρρύνει την τεκνοποίηση στην κυβερνούσα τάξη της Ρώμης και να αποθαρρύνει τους γάμους μεταξύ ανθρώπων διαφορετικών τάξεων, προκειμένου να διατηρήσει την ομοιογένεια της ανώτερης τάξης. Ο γάμος ήταν συνήθως προαποφασισμένος από τους γονείς και ανεξάρτητος από τη θέληση των μελλόνυμφων, αφού η αγάπη δεν αποτελούσε τη βάση του θεσμού, αλλά μπορούσε να αναπτυχθεί με το πέρασμα του χρόνου.

Στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, ο γάμος εξυπηρετούσε πολιτικές ή οικονομικές σκοπιμότητες, αλλά η ιδεολογία του απαιτούσε την ανάπτυξη του αμοιβαίου σεβασμού, της τρυφερότητας και της πίστης. Περισσότεροι από ένας γάμοι ήταν συνηθισμένο φαινόμενο σε αυτές τις τάξεις. Η υιοθεσία ήταν μια πρακτική πολύ διαδεδομένη στη ρωμαϊκή κοινωνία. Μέσω αυτής μια οικογένεια εξασφάλιζε τη συνέχεια του ονόματος της, επέλεγε τους κληρονόμους της, αλλά συγχρόνως αποκτούσε και ο άτεκνος άντρας την ιδιότητα του pater fami­lias, που ήταν απαραίτητη από το νόμο για τους υποψηφίους των δημοσίων αξιωμάτων. Τέλος, το διαζύγιο ήταν μια απλή διαδικασία: αρκούσε η εγκατάλειψη του σπιτιού από τον ένα σύζυγο με την πρόθεση του χωρισμού. Η γυναίκα, ανεξάρτητα με το αν έπαιρνε ή όχι την πρωτοβουλία του διαζυγίου, έπρεπε να αφήσει μέρος της προίκας της στο σύζυγό της. Τα παιδιά παρέμεναν με τον πατέρα.

 

Η οικογένεια

 

Η οικογένεια αποτελούσε τη βασική κοινωνική μονάδα στη ρωμαϊκή κοινωνία, αφού μέσω αυτής μεταφέρονταν στα μέλη της ο πλούτος και η κοινωνική τους θέση. Έτσι, το μοντέλο της οικογένειας προβλήθηκε πολύ από τον Αύγουστο για λόγους πολιτικο-κοινωνικής προπαγάνδας, ξεκινώντας από την ίδια την αυτοκρατορική οικογένεια, η οποία παρουσιαζόταν να λειτουργεί ομαλά κάτω από έναν αξιοπρεπή και προστατευτικό πατέρα και μια αφοσιωμένη σύζυγο. Μια τέτοια οικογένεια μόνο είχε τη δυνατότητα να εξασφαλίσει την ειρήνη και την ευτυχία των Ρωμαίων, των παιδιών της.

 

Τοιχογραφία σπιτιού στην Πομπηία

 

Το μοντέλο αυτό προωθήθηκε και διαδόθηκε σε ολόκληρη την αυτοκρατορία μέσω των αναπαραστάσεων της οικογένειας του Αυγούστου σε έργα τέχνης, νομίσματα και βωμούς, καθώς και μέσω της μνημόνευσής της σε επιγραφές οικοδομημάτων, αλλά και σε τελετές. Δημόσια εικόνα και πολιτικό πρόγραμμα ήταν συνειδητά συνυφασμένα και η γυναίκα έπαιζε ρόλο και στα δύο. Η γυναίκα και τα παιδιά του αυτοκράτορα ήταν σύμβολα νομιμότητας και το εχέγγυο ενός ειρηνικού μέλλοντος. Στην πραγματικότητα, βέβαια, η οικογένεια του Αυγούστου δεν χαρακτηριζόταν από την αρμονικότητα την οποία προέβαλε στους υπηκόους. Η κόρη του, Ιουλία, ήταν γνωστή για τα ερωτικά της σκάνδαλα. Αλλά και ο ίδιος ο Αύγουστος δεν αποτελούσε παραδειγματικό οικογενειάρχη, αφού η αδυναμία του στις εξωσυζυγικές σχέσεις είχε οδηγήσει τη σύζυ­γό του, Λιβία, να του εξασφαλίζει ερωμένες ακόμη και όταν αυτός βρισκόταν πια σε μεγάλη ηλικία!

 

Τα παιδιά

 

Μετά τη γέννησή του, το βρέφος παραδιδόταν σε μια παραμάνα που ήταν δούλη. Αυτή ήταν υπεύθυνη για την ανατροφή του, σε συνεργασία με έναν παιδαγωγό (τροφός) που αναλάμβανε την εκπαίδευση του παιδιού μέχρι την εφηβεία. Ο παιδαγωγός του μάθαινε να μιλάει και αργότερα να διαβάζει. Μάλιστα, στους αριστοκρατικούς κύκλους προσλαμβάνονταν Έλληνες παιδαγωγοί, ώστε το παιδί να διδαχθεί από νωρίς ελληνικά, τη γλώσσα του πολιτισμού. Το σχολείο αποτελούσε έναν αναγνωρισμένο θεσμό. Σημαντικός αριθμός παιδιών πήγαινε στο σχολείο μέχρι την ηλικία των δώδεκα ετών. Αγόρια και κορίτσια παρακολουθούσαν μαζί τα μαθήματα, σε μικτά δηλαδή σχολεία, που γίνονταν το πρωί. Εκεί διδάσκονταν τους κλασικούς συγγραφείς και τη μυθολογία. Μετά τα δώδεκα και μέχρι τα δεκαοχτώ, ανώτερη εκπαίδευση αποκτούσαν μόνο τα αγόρια και μάλιστα των εύπορων οικογενειών. Τότε διδάσκονταν τη ρητορική, καθώς η ευφράδεια στο βήμα έπαιζε σημαντικό ρόλο στο ρωμαϊκό κόσμο.

Στις ελληνικές επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η στοιχειώδης εκπαίδευση των παιδιών συνεχιζόταν μέχρι την ηλικία των δεκαέξι ετών και το σχολείο εξακολουθούσε να αποτελεί χώρο προετοιμασίας για τη δημόσια ζωή, με τα μαθήματα να γίνονται στην παλαίστρα και στο γυμνάσιο και την έμφαση στην άθληση του σώματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο χαρακτήρας της ρωμαϊκής εκπαίδευσης ήταν πολύ διαφορετικός, αφού δεν είχε στόχο τη διάπλαση του χαρακτήρα του παιδιού και την ένταξή του στην κοινωνία. Εφοδίαζε το νέο με βασικές γνώσεις, ενώ οι σπουδές στη ρητορική του προσέδιδαν γόητρο. Τα κορίτσια εγκατέλειπαν το σπίτι τους όταν παντρεύονταν, ενώ τα αγόρια, των οποίων η ηλικία γάμου ήταν γύρω στα 30, απομακρύνονταν από το πατρικό τους σπίτι είτε για να υπηρετήσουν τη θητεία τους στο στρατό είτε για να διαχειριστούν μέρος της πατρικής περιουσίας που βρισκόταν σε άλλη περιοχή.

 

Εργασίες και επαγγέλματα

 

Το επάγγελμα που ακολουθούσαν οι Ρωμαίοι καθοριζόταν κατά κανόνα από την κοινωνική τάξη στην  οποία ανήκαν. Έτσι η εργασία για βιοπορισμό ήταν ασυμβίβαστη με την κοινωνική θέση των Ρωμαίων αριστοκρατών. Η ενασχόληση με τη γεωργία, όμως, ήταν αποδεκτή ακόμη και για τους συγκλητικούς. Οι Ρωμαίοι των ανώτερων κοινωνικών στρω­μάτων έκαναν καριέρα κυρίως στο στρατό και στην κυβέρνηση, όπου κατείχαν τα α­ξιώματα του ταμία, του αγορανόμου, του δημάρχου, του πραίτορα κατ του υπάτου. Η θητεία σε αυτά ήταν ετήσια και δεν πληρωνόταν. Έτσι, ο γιος ενός συγκλητικού σε ηλικία 16 ετών εισαγόταν στην τάξη των ιππέων και στα 17 μπορούσε να αναλάβει το πρώτο του δημόσιο αξίωμα (π.χ. διοικητής του νομισματοκοπείου).

Η δικηγορία μπορούσε να αποτελέσει το πρώτο βήμα προς μια καριέρα στην πολιτική. Μολονότι οι νομικές συμβουλές έπρεπε να δίνονται δωρεάν και οι δικηγόροι απαγορευόταν να δέχονταν αμοιβές, πολύτιμα δώρα και γενναιόδωρα μερίδια από κληρονομιές λάμβαναν οι επιτυχημένοι. Η τάξη των ιππέων ασχολείται κυρίως με τις επιχειρήσεις, τα δημόσια έργα και το εμπόριο. Επίσης, στις επαρχίες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας εμφανί­ζονταν ως δανειστές και ταμίες των προσόδων. Ένα επάγγελμα με μεγάλη άνθηση στη Ρώμη ή­ταν του τραπεζίτη, ο οποίος δεν περιοριζόταν στη διευκόλυνση των συναλλαγών, αλλά παράλληλα έ­παιζε το ρόλο του δανειστή και βοηθούσε τους πε­λάτες του να επενδύσουν τα χρήματά τους.

Οι απελεύθεροι εργάζονταν ως τεχνίτες ή αν ήταν μορφωμένοι ως υπάλληλοι στις κρατικές υπηρεσίες (π.χ. γραμματείς). Την ιατρική ασκούσαν κυρίως α­πελεύθεροι και ξένοι. Φημισμένοι γιατροί στη Ρώ­μη ήταν οι Έλληνες, στους οποίους μάλιστα ο Αύ­γουστος παραχώρησε πολλά προνόμια. Οι μικροέμποροι και τεχνίτες (π.χ. ο φούρναρης, ο τσαγκάρης, ο κλειδαράς, ο χρυσοχόος, ο βυρσοδέ­ψης) είχαν τα καταστήματα ή τα εργαστήριά τους στην αγορά ή σε συγκεκριμένες συνοικίες της πόλης και πολλοί από αυτούς οργανώνονταν σε συντεχνίες. Τέλος, η άνεργη μερίδα του πληθυσμού ανακουφιζόταν με τακτικές κρατικές διανομές τροφίμων, ενώ πολλοί νέοι είχαν στραφεί και στο μισθοφορικό στρατό που σε περιόδους ειρήνης απασχολούνταν σε δημόσια έργα.

 

Η ενδυμασία

 

Ενδυμασία

Ο ενδυματολογικός κώδικας έπαιζε μεγάλο ρόλο στη ζωή των Ρωμαίων. Υπήρχαν ενδύματα για το σπίτι, καθώς και άλλα για τις δημόσιες εμφανίσεις. Το κατεξοχήν ένδυμα των Ρωμαίων πολιτών ήταν η τόγκα, που φοριόταν σε όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις. Η τόγκα ήταν ένα ημικυκλικού σχήματος μάλλινο ύφασμα, διαμέτρου6 μ. περίπου την εποχή του Αυγούστου και κάλυπτε το σώμα από τους ώμους μέχρι τα πόδια, αφήνοντας ελεύθερο μόνο το δεξί χέρι. Απαιτούσε μεγάλη επιδεξιότητα και πολύ χρόνο για να φορεθεί λόγω της ιδιαίτερης επιτήδευσης των πτυχώσεών της. Οι χρωματικές της διαβαθμίσεις ήταν ενδεικτικές για την κοινωνική θέση του πολίτη. Η τόγκα των ανώτερων αξιωμα­τούχων είχε κατά μήκος της άκρης της μια πλατιά πορφυρή ταινία, σύμβολο εξουσίας και πλούτου, ε­νώ τόγκα του μέσου ενήλικου πολίτη είχε το φυσικό χρώμα του μάλλινου υφάσματος.

Οι πιο συντηρητικοί αριστοκράτες έριχναν πάνω από την τόγκα την τήβεννο, κατά το παράδειγμα του Αυγούστου, ως ένδειξη της πίστης τους στα παλιά ήθη. Τέλος, ο ελληνικού τύπου χιτώνας, δύο κομ­μάτια μάλλινου ή λινού υφάσματος ραμμένα μαζί, ήταν ένα πολύ συνηθισμένο ένδυμα για τους Ρωμαίους και φοριόταν τόσο από άντρες όσο και από γυναίκες. Πίσω έπεφτε ακανόνιστα μέχρι τα γόνα­τα, ενώ μπροστά κατέβαινε πιο χαμηλά και είχε κο­ντά μανίκια.

Ο χιτώνας των γυναικών ήταν μακρύτερος και έφθανε συχνά μέχρι τη φτέρνα. Συχνά δενόταν με μια ζώνη πάνω από τη μέση. Μέσα από το χιτώνα, την τήβεννο και την τόγκα φοριόταν ένα λινό κομμάτι ύφασμα που δενόταν γύρω από τη μέση και αποτελούσε το εσώρουχο. Τέλος, ένα άλλο ένδυμα το οποίο φοριόταν κάτω από την τόγκα, αλλά και μέσα στο σπίτι ήταν το χιτώνιο. Τα υποδήματα των Ρωμαίων ήταν ο σολέες, ένα είδος δηλαδή σανδαλιών των οποίων η σόλα δενό­ταν με κορδόνια στο πάνω μέρος του ποδιού ή πέδι­λα με σχοινένια ή δερμάτινη σόλα που συγκρατείτο με διασταυρούμενους ιμάντες, καθώς και τα χοντρά, ξύλινα παπούτσια, οι κόθορνοι.

 

Η περιποίηση του σώματος

 

Από την εποχή του Αυγούστου γενικεύτηκε η καθημερινή φροντίδα του σώματος με το λουτρό πριν από το δείπνο, που σηματοδοτούσε τη μετάβαση από την ένταση της ημέρας στη χαλάρωση, καθώς και με την περιποίηση των μαλλιών και το τακτικό ξύρισμα των αντρών. Η περιποίηση του σώματος αποτελούσε ένα βασικό στοιχείο της καθημερινής ζωής της πόλης – οι Ρωμαίοι που ζούσαν στην επαρχία έδιναν σε αυτή λιγότερη σημασία – και χαρακτήριζε τον άνθρωπο, όπως και το ένδυμα. Οι Ρωμαίοι έκαναν το ημερήσιο μπάνιο τους είτε στα δημόσια λουτρά, χωριστά για άντρες και γυναίκες, είτε σε ιδιωτικά, εάν ήταν αρκετά εύποροι και διέθεταν λουτρά στο σπίτι τους. Τα δημόσια λουτρά ήταν προσιτά ακόμη και στους πιο φτωχούς, καθώς η είσοδος στοίχιζε πολύ λίγο. Διέθεταν επίσης χώρους για αθλοπαιδιές και ηλιοθεραπεία, πισίνες, αποδυτήρια και δωμάτια για μασάζ.

Η διαδικασία σε ένα οργανωμένο λουτρό περιλάμβανε δύο φάσεις: στην πρώτη με τη θερμότητα και τον ατμό το σώμα ζεσταινόταν και κατά συνέπεια χαλάρωνε και το νερό στη συνέχεια το καθάριζε και το αναζωογονούσε. Για την επίτευξη του πρώτου στόχου εφαρμόζονταν η παραμονή σε δωμάτιο ατμού (σάουνα), το παιχνίδι της μπάλας ή η ηλιοθεραπεία. Έπειτα ακολουθούσε το ζεστό, το χλιαρό και το κρύο μπάνιο σε διαφορετικούς χώρους. Το τακτικό ξύρισμα των αντρών ήταν ένα επίσης χαρακτηριστικό που σηματοδότησε την εποχή του Αυγούστου. Μόνο βέβαια οι πιο κομψοί ξυρίζονταν καθημερινά. Όσοι πολίτες δεν ήταν σε θέση να ε­πωμιστούν το έξοδο του ιδιωτικού κουρέα συνωστίζονταν στα κουρεία της Ρώμης και των άλλων ρω­μαϊκών πόλεων, τα οποία σταδιακά απέκτησαν το χαρακτήρα ενός χώρου κοινωνικής συναναστροφής.

Οι κουρείς ξύριζαν, κούρευαν, κατσάρωναν και έβαφαν τα μαλλιά των πελατών τους. Αρκετοί Ρω­μαίοι για να αποφύγουν τα ατυχήματα του ξυραφιού κατέφευγαν σε πιο ριζικές μεθόδους, όπως η χρήση αποτριχωτικών αλοιφών (από ρητίνη και πίσσα) ή ακόμη και στις λαβίδες της τσιμπίδας. Η πρώτη φροντίδα της Ρωμαίας το πρωί ήταν το χτένισμα των μαλλιών της, το οποίο την εποχή του Αυγούστου δεν διαρκούσε πολύ ώρα, καθώς η κόμμωση δεν ήταν περίτεχνη. Συχνό ήταν το χτένισμα σε κοτσίδες που τις τύλιγαν σε σχήμα στεφάνης πάνω από το μέτωπο. Οι γυναίκες κατέφευγαν στις κομμώτριες για τα πολύπλοκα χτενίσματα, αλλά και για αποτρίχωση, βάψιμο μαλλιών και προσώπου.

 

Τα φαγητά

 

Τα φημισμένα ρωμαϊκά συμπόσια με τα «εξωτικά» φαγητά (π.χ. παγόνια και στρουθοκαμήλους) δημιουργούν μια εσφαλμένη εικόνα για τις διατροφικές συνήθειες των μεσαίων και των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Το σιτάρι ήταν ο βασικό συστατικό της τροφής της ρωμαϊκής οικογένειας στα χρόνια του Αυγούστου. Με αυτό μαγείρευαν έναν πολτό για το δείπνο (ce­na) – το κύριο γεύμα της μέρας γύρω στις 17.00 – 18.00 το χειμώνα και μια ώρα νωρίτερα το καλοκαίρι, με το τέλος της δουλειάς – του οποίου η γευστική μονο­τονία έσπαγε με τη χρήση καρυκευμάτων.

Η ποικιλία στο βραδινό τραπέζι εξασφαλιζόταν με τα λαχανικά και τις ελιές, ενώ μόνο σε εορταστικές ημέρες έτρωγαν ελάχιστο κρέας, ψάρια και πουλερικά. Το ψωμί αλειφόταν με ένα μίγμα τυριού, λαδιού, σκόρδου και αλατιού. Πολλοί Ρωμαίοι ξεκινούσαν τη μέρα τους χωρίς πρωινό (jentaculum), ενώ άλλοι έτρωγαν πολύ ελαφρά, όπως ψωμί με αλάτι ή μέλι, χουρμάδες ή ε­λιές. Το πρόγευμα ήταν συνήθως ένα κομμάτι τυρί και ψωμί, ενώ το μεσημεριανό (prandium), που μπορούσε και αυτό να περιοριστεί σε ένα κομμάτι ψωμί, εμπλουτιζόταν συχνά με λαχανικά, φρούτα και λίγο κρασί.

Οι εύποροι Ρωμαίοι, αντίθετα, έτρωγαν καθημερινά πλουσιοπάροχα και συχνά οργάνωναν συμπόσια, δηλαδή επίσημα γεύματα για συγγενείς, φίλους και πελάτες. Το γεύμα ξεκινούσε με πολλά ορεκτικά, όπως σαλάτες, ραπανάκια, μανιτάρια, αυγά, στρείδια, σαρδέλες, τα οποία συνοδεύονταν από κρασί με μέ­λι. Στη συνέχεια ακολουθούσαν τα κύρια πιάτα με ψάρια (τόνος, μπαρμπούνια, χέλια, γαρίδες), πουλε­ρικά (κοτόπουλο, πάπια, χήνα, στρουθοκάμηλος, πέρδικα, φασιανός, περιστέρι, παγόνι) και κρέας (ε­λάφι, αγριογούρουνο, αγριοκάτσικο, χοιρινό, αρνί, λαγός). Τα κρέατα σερβίρονταν ψητά, βραστά ή γεμιστά με φρούτα και καρυκεύματα. Σε όλη τη διάρκεια του φαγητού, δούλοι πρόσφεραν κρασί, το οποίο συνήθως έπιναν, όπως και οι Έλληνες, αναμεμιγμένο με νερό σε αναλογία 1 προς 2. Τέλος, προσφέρονταν τα επιδόρπια, φρούτα και αρτοπαρασκευάσματα με μέλι. Το φαγητό συχνά σερβιρόταν σε πολυτελή ασημένια σκεύη. Οι συνδαιτυμόνες εί­χαν στη διάθεσή τους μαχαίρια, οδοντογλυφίδες και κουτάλια. Οι Ρωμαίοι έτρωγαν με τα δάχτυλα.

 

Διασκεδάσεις – παιχνίδια

 

Ο Αύγουστος της Πρίμα Πόρτα, μια από τις διασημότερες απεικονίσεις του πρώτου Αυτοκράτορα της Ρώμης. Μουσείο Βατικανού.

Ο Αύγουστος εξασφάλισε για το λαό της Ρώμης «άρτο και θεάματα», δηλαδή ανέλαβε τον επισιτισμό των απόρων υπηκόων με τακτικά συσσίτια και επίσης φρόντισε για τη διασκέδαση τους, οργανώνοντας θεάματα και εκδηλώσεις στο χώρο της αγοράς (forum) στα στάδια, στον ιππόδρομο, στα αμφιθέατρα, στα θέατρα. Ο ίδιος κι η οικογένειά του παρακολουθούσαν τα θεάματα αυτά ανελλιπώς. Αυτό ήταν το μεγάλο έργο της εσωτερικής του πολιτικής με στόχο τη διαρκή απασχόληση των υπηκόων, μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο στάσεων και άλλων εκδηλώσεων δυσαρέσκειας. Οι Ρωμαίοι είχαν πολλές αργίες, σχετιζόμενες κατά κανόνα με τις θρησκευτικές γιορτές, κατά τη διάρκεια των οποίων διοργανώνονταν ποικίλες εκδηλώσεις και αγώνες. Ο Αύγουστος καθιέρωσε από το 11 π.Χ. τακτικούς αγώνες την ημέρα των γενεθλίων του και αναδιοργάνωσε τους αγώνες για τον εορτασμό της αλλαγής εκατονταετηρίδας (17 π.Χ.).

Ιππόδρομος: Εκεί πραγματοποιούνταν οι ιπποδρομίες και οι αρματοδρομίες, η συχνότητα των οποίων, την εποχή του Αυγούστου, έφθανε τις 12 την ημέρα. Αποτελούσαν σημαντική διέξοδο για ο λαό της Ρώμης και την πρώτη θέση στις προτιμήσεις του. Στον ιππόδρομο, πέρα από τους αγώνες, το πρόγραμμα περιλάμβανε συχνά και ακροβατικά. Οι έφιπποι οδηγούσαν δύο άλογα και πηδούσαν από το ένα στο άλλο ή ιππεύοντας συμμετείχαν σε χει­ρισμούς όπλων. Ο λαός πήγαινε στον ιππόδρομο ντυμένος επίσημα, φορώντας δηλαδή την εορταστι­κή του τήβεννο, όπως είχε καθορίσει σχετικό διά­ταγμα του Αυγούστου. Συχνότατο φαινόμενο αποτε­λούσαν τα στοιχήματα σχετικά με την απόδοση συ­γκεκριμένων αλόγων και ιππέων.

θέατρο: Παίζονταν ακόμη τα έργα των κλασικών Ελλήνων δημιουργών, αλλά η θεατρική παραγωγή αυτού του τύπου είχε αρχίσει να φθίνει. Τα θεατρικά είδη που επικράτησαν ήταν ο μίμος και η παντομίμα. Ο μίμος συνίστατο σε κωμικές σκηνές που παρουσίαζαν με φαιδρότητα γεγονότα από την καθημερινή ζωή σχολιάζοντας πρόσωπα και καταστάσεις. Η πολιτική σάτιρα ήταν επίσης μέρος της θε­ματολογίας του. Στο μίμο συμμετείχαν και γυναίκες ηθοποιοί. Διάσημος μιμογάφος κατά την εποχή του Αυγούστου ήταν ο Φιλιστίων από τη Μ. Ασία. Στην παντομίμα όλη η ερμηνεία περιορίστηκε σε έναν μόνο ηθοποιό, ο οποίος με τις ρυθμικές κινήσεις και τις χειρονομίες ενσάρκωνε όλα τα πρόσωπα και τη δράση. Πολύ φημισμένος παντομίμος της εποχής ήταν ο Πυλάδης.

Αμφιθέατρο: Εκεί πραγματοποιούνταν οι μονομαχίες  που αποτελούσαν μια από τις πιο αγαπημένες διασκεδάσεις του ρωμαϊκού λαού. Μπορούσαν να τις παρακολουθούν πέρα από τους Ρωμαίους πολίτες, γυναίκες, ξένοι και δούλοι. Οι παραστάσεις διαρκούσαν από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου. Οι μονομάχοι (gladiatores) ήταν δούλοι, αλλά και ελεύθεροι που προέρχονταν από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και δελεάζονταν από τις μεγάλες ανταμοιβές των νικητών μονομάχων. Ανάμεσα τους βρίσκονταν ακόμη αιχμάλωτοι πολέμου και κακοποιοί. Στην αρένα καλούνταν να αναμετρηθούν με άγρια ζώα (venationes) ή να συμπλακούν μεταξύ τους σε αιματηρές μονομαχίες. Πέρα από τις μονομαχίες υπήρχαν και παραστάσεις εξημερωμένων και γυμνασμένων ζώων, αλλά και αιματηρές συ­μπλοκές ζώων. Ο μικρός αριθμός των αμφιθεάτρων που βρέθηκαν στις ανατολικές επαρχίες της Ρώμης αποτελεί ένδειξη ότι τα αιματηρά θεάματα άργησαν να εδραιωθούν σε περιοχές με ελληνικούς πληθυσμούς. Η αρχαιολογική έρευνα, όμως, έχει δείξει ό­τι για τις μονομαχίες και την πάλη ζώων χρησιμοποιούνταν στις περιοχές αυτές κατάλληλα διαμορφωμένα θέατρα.

Ο Αύγουστος, πέρα από τις αιματηρές μονομαχίες, έκανε προσπάθεια να ανασυστήσει τους ελληνικούς αθλητικούς αγώνες, οι οποίοι ανέπτυσσαν άλλα ιδεώδη στο λαό και ενίσχυαν το πνεύμα μέσω της άσκησης του σώματος. Μάλιστα μετά τη νίκη του κατά του Αντωνίου στη ναυμαχία στο Άκτιο, οργάνωσε τα Άκτια, αθλητικούς αγώνες που τελού­νταν στη Ρώμη, αλλά και στις επαρχίες κάθε τέσσερα χρόνια. Στάδια, όπως της Ολυμπίας, των Δελ­φών και της Επιδαύρου στέγαζαν αγώνες κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο. Τις ημέρες που δεν υπήρχαν θεάματα, οι Ρωμαί­οι περνούσαν το απόγευμα τους κάνοντας περιπά­τους στους δρόμους, στις πλατείες, στις στοές και στους κήπους με παιχνίδια, αθλητικές ασκήσεις και λουτρά, μένοντας έτσι απασχολημένοι μέχρι την ώρα του δείπνου.

Το μεγάλο πάθος των Ρωμαίων ή­ταν τα τυχερά παιχνίδια, τα οποία μάλιστα ελέγχονταν από τον Αύγουστο και απαγορεύονταν εκτός από την περίοδο των Σατουρναλίων. Δημοφιλή ήταν τα ζάρια, τα κότσια και το τάβλι, καθώς και ένα παιχνίδι με καρύδια που διασκέδαζε μικρούς και με­γάλους. Συναγωνίζονταν να ανοίξουν τα καρύδια χωρίς να τα σπάσουν ή άλλοτε με βολή ακριβείας να στήσουν το καρύδι τους σε ένα σωρό από αυτά χωρίς να τα διαλύσουν ή, τέλος, να χτυπήσουν με έ­να καρύδι εκείνα των αντιπάλων τους.

 

Θρησκεία

 

Η ρωμαϊκή θρησκεία ήταν ένα κράμα θεοτήτων των ντόπιων ιταλικών φυλών και των ελληνικού πανθέου. Οι Ρωμαίοι δεν δίστασαν να υιοθετήσουν και νέους θεούς από τους κατακτημένους λαούς, ό­πως τις μυστηριακές λατρείες της Ανατολής προς τι­μή της Μεγάλης Μητέρας θεάς, της φρυγικής Κυ­βέλης, της αιγυπτιακής Ίσιδας. Τηρούσαν επίσης με μεγάλη τυπικότητα το τελετουργικό των θρησκευτι­κών τους εορτών, σημαντικότερες από τις οποίες ήταν τα Paternalia, κατά την οποία τιμούσαν τους προγό­νους, τα Cerialia, αφιερωμένα στη γεωργία και τα Campitalia προς τιμήν των θεοτήτων των οδών.

Πα­ράλληλα, οι υπήκοοι των επαρχιών της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν ελεύθεροι να ακολουθούν τη δι­κή τους θρησκεία και να τελούν τις δικές τους γιορ­τές σύμφωνα με το ημερολογιακό τους έτος. Ο Αύγουστος, γοητευμένος από τις μυστηριακές λατρείες, στάθηκε ιδιαίτερα ευνοϊκός απέναντί τους και μάλιστα ταξίδεψε ο ίδιος στην Αθήνα για να μυηθεί στα Ελευσίνια Μυστήρια. Ανέλαβε επίσης την αναδιοργάνωση παλαιότερων λατρειών, κυρίως των θεοτήτων των οδών και την ανοικοδόμηση να­ών. Από την εποχή του και σε όλη τη διάρκεια της αυτοκρατορικής περιόδου, παρουσιάστηκε έξαρση της λατρείας των αφηρημένων εννοιών, όπως της Ειρήνης (Pax), της Τύχης (Fortuna), της Ομόνοιας (Concordia), της Αφθονίας (Ops). Η λατρεία τους εξυπηρετούσε κυρίως την πολιτική προπαγάνδα και είχε μεγάλη απήχηση σε όλη την αυτοκρατο­ρία, καθώς οι υπήκοοι είχαν πειστεί ότι μόνο κάτω από μια ισχυρή Ρώμη, όπως αυτή εμφανιζόταν την εποχή του Αυγούστου, θα μπορούσαν οι ιδέες αυτές να πραγματωθούν.

Η συστηματοποίηση της λατρείας του αυτοκράτορα ως θεού, μετά το θάνατό του, πραγματοποιήθηκε στη Ρώμη από τον Αύγουστο και βρήκε μεγάλη απήχηση στις επαρχίες, κυρίως τις ανατολικές όπου ανάλογες τιμές αποδίδονταν στους ηγεμόνες ήδη α­πό την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου. Έτσι, τιμούσαν τους Ρωμαίους αυτοκράτορες με αγώνες, λατρευτικά αγάλματα, ναούς και θυσίες προς τιμήν τους, πράξεις κυρίως πολιτικού – διπλωματικού και λιγότερο θρησκευτικού χαρακτήρα. Τέλος, ο Αύγουστος συγκέντρωσε στο πρόσωπό του όλα τα ανώτατα ιερατικά αξιώματα, συνδέοντας έτσι τη ρωμαϊκή θρησκεία με το πρόσωπό του. Επωμίστηκε μάλιστα όλες τις δαπάνες για την ανοικοδόμηση και επισκευή ναών, ανυψώνοντας τον εαυτό του σε μέγιστο προστάτη της θρησκείας και αναδεικνύοντας τη μοναδική του σχέση με το θεό.

 

Ελένη Ζυμή

Δρ Κλασικής Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Οξφόρδης

 

Βιβλιογραφία


 

 

  • ALPOELDI, G., Ιστορία της Ρωμαϊκής Κοινωνίας. Μτφ. Α. Χανιώτης, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Α8ήνα 1988.
  • BALDSON, J.P.VD., Ρωμαίες γυναίκες και τα έθιμά τους. Μτφ. Ν. Πετρόχειλος, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1984.
  • BRADLEY, KR., Slavery and Society in the Roman Empire,CambridgeUniversityPress,Cambridge1994.
  • COWELL, F.R., Everyday Life in ancientRome, B.T. Batsford,London1961.
  • DIXON, S., The Roman family, John Hopkins University Press, Baltimore 1992.
  • DUPONT, F., Daily Life in ancientRome, TransL CH. WcodalL, BlackwelL,Oxford1992.
  • GALINSKY, K, Augustan Culture. An Interpretive Introduction. Princeton University Press, Princeton, N. Jersey 1996.
  • ΚΑΡΚΩΠΙΝΟ, Ζ., Η καθημερινή ζωή στη Ρώμη στο απόγειο της Αυτοκρατορίας. Μτφ. Κ. Παναγιώτου, Εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1990.
  • POTTER, D.S., MATTINGLY, D.J., Life, Death and Entertainment in the Roman Empire, TheUniversityofMichiganPress,Ann Arbor1999.
  • PRICE, S.R.F., «The place of religion:Romein the Early Empire», στο The Cambridge Ancient History. Vol. X The Augustan Empire, 43 BC-AD 69, Cambrigde University Press, Cambridge 1996.
  • ROBERT, L., Les gladiateurs dans Γ Orient Grec, A.M. Hakkert,Amsterdam1971.
  • VEYNE, P., (éd.), A History of Private Life. I. From PaganRometoByzantium,HarvardUniversityPress,Cambrigde,Massachusetts/London,England1996.
  • WIEDEMAN, T., Adults and children in theRoman empire, Yale University Press, N. Heaven/London 1989.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Έτος 1 μ.Χ.», τεύχος 11, 30 Δεκεμβρίου 1999.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Χαλκοκονδύλης Δημήτριος (1423 – 1511)


 

 Έλληνες διαπρέψαντες στη Δύση (15ος αιώνας)

Έλληνας λόγιος και συγγραφέας των χρόνων της Αναγέννησης γεννημένος στην Αθήνα, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας. Ήταν συγγενής του Βυζαντινού ιστορικού Λαονίκου Χαλκοκονδύλη. Η οικογένειά του έφυγε από την Αθήνα το 1435 και εγκαταστάθηκε στον Μιστρά. Το 1449, ο Χαλκοκονδύλης έφτασε στη Ρώμη, αφού προηγουμένως είχε σπουδάσει κοντά στον Πλήθωνα. Στη Ρώμη μαθήτευσε κοντά στον Θεόδωρο Γαζή, με τον οποίο συνδέθηκε φιλικά. Δίδαξε στην Περούτζια τα έτη 1452-1455 και μετά στη Ρώμη μέχρι το 1463, συμμετέχοντας στη διαμάχη πλατωνιστών και αριστοτελιστών, καθώς ο ίδιος ήταν επηρεασμένος από την πλατωνική σκέψη, αλλά υπεράσπισε επίσης και την αριστοτελική φιλοσοφία.

 

Στην ιστορία της αναβίωσης των ελληνικών γραμμάτων και του ελληνικού πνεύματος στην Ιταλία σημα­ντικό ρόλο διαδραμάτισαν οι Βυζαντινοί λόγιοι που έφυγαν από την Κωνσταντινούπολη και γενι­κότερα από την Ανατολική Αυτοκρατορία πριν και μετά την Άλωση της Πόλης. Από τα τέλη του 14ου μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα έφταναν διαρκώς α­πό την Ανατολή και κατέκλυζαν τις χώρες της Ευ­ρώπης λόγιοι από βυζαντινές ή πρώην βυζαντινές περιοχές.

Η εικόνα που θέλει τον Έλληνα σοφό να φεύγει μπροστά από τον Τούρκο κατακτητή σφίγ­γοντας στα χέρια του πολύτιμα χειρόγραφα και να τα διασώζει μεταφέροντας με αυτό τον τρόπο την αρχαία ελληνική γραμματεία στη Δύση, δεν αντα­ποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τα ελληνικά χειρόγραφα αναζητούνταν και αγοράζονταν από τους Δυτικούς πολλά χρόνια πριν από την Άλωση και Βυζαντινοί διανοούμενοι βρέθηκαν στη Δύση, όπου δίδαξαν την ελληνική γλώσσα και διέδωσαν την ελληνική σκέψη δεκαετίες πριν από το 1453.

Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, μεγάλο κύμα λογίων προσφύγων, όπως ήταν φυσικό, κατέφυγε στην Ιταλία για να διδάξει την ελληνική γλώσσα και την ελληνική σκέψη, εφ’ όσον μάλι­στα το κλίμα είχε ήδη διαμορφωθεί νωρίτερα από τις συνεχείς επαφές της δυτικής διανόησης με τα επιτεύγματα της ελληνικής κουλτούρας και αφού είχε προηγηθεί η διάδοση των ελληνικών στην Ιταλική χερσόνησο από τους «πρόδρομους» διδα­σκάλους.

  

Δημήτριος Χαλκοκονδύλης

 

Πορτραίτο του Δημητρίου Χαλκοκονδύλη (Giovio, Paolo, 1483-1552)

Ανάμεσα σε εκείνους, οι οποίοι ακολούθησαν το δρόμο προς τη Δύση και συνέβαλαν στο ουμανι­στικό κίνημα που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται, ήταν και ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης (1423-1511), από τους τελευταίους μεγάλους δασκάλους των ελληνικών την εποχή της ιταλικής Αναγέν­νησης και από τους πρώτους λογίους που εκτίμη­σαν την αξία της τυπογραφίας και διείδαν το ρόλο που θα διαδραμάτιζε στην εξάπλωση του ανθρωπιστικού κινήματος.

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, γόνος αρχοντι­κής οικογένειας, γεννήθηκε στην Αθήνα, πιθανόν τον Αύγουστο του 1423. Συγγενής (εξάδελφος) του Βυζαντινού ιστορικού της Άλωσης Λαονίκου Χαλ­κοκονδύλη, ακολούθησε την οικογένειά του στη φυγή της από την πόλη της Παλλάδας, το 1435, ε­ξαιτίας προστριβών με τους Φλωρεντινούς δούκες της Αθήνας, Ατσαγιόλι.

Οι Χαλκοκονδύληδες κατέφυγαν στο Δεσποτάτο του Μορέως, αλλά δεν γνω­ρίζουμε λεπτομέρειες για τη ζωή του Δημητρίου στον Μυστρά. Η πρώτη πληροφορία που υπάρχει προέρχεται από έναν μαθητή του, ο οποίος αναφέ­ρει ότι το 1449 έφτασε στη Ρώμη, αφού είχε σπου­δάσει φιλοσοφία, πιθανότατα κοντά στον Γεώργιο Γεμιστό (Πλήθων). Στην ιταλική πρωτεύουσα συμπλήρωσε τις σπουδές του κοντά στον Θεόδωρο Γαζή, από τον οποίο ίσως διδάχθηκε και λατινικά. Η φιλία που έ­νωσε τους δυο άνδρες επισφραγίστηκε με τη δια­θήκη του Γαζή, ο οποίος κληροδότησε αργότερα στον Δημήτριο την προσωπική βιβλιοθήκη του.

Μεταξύ των ετών 1452 και 1455 ο Χαλκοκονδύ­λης βρισκόταν στην Περούτζια, όπου πιθανότατα παρέδιδε μαθήματα ελληνικής και το 1455 επα­νήλθε στη Ρώμη. Εκεί παρέμεινε ως το 1463 και με την παρουσία του συνέβαλε στην άμβλυνση της διαμάχης που είχε ξεσπάσει μεταξύ των Ελλήνων λογίων γύρω από την προτεραιότητα της αριστοτε­λικής ή της πλατωνικής σκέψης. Ο ίδιος, αν και ο­παδός του Πλάτωνα, υπεραμύνθηκε των θέσεων του Αριστοτέλη με ένα κείμενο, το οποίο όμως δεν δια­σώθηκε. Ας σημειωθεί ότι οπαδός των ιδεών του Αριστοτέλη ήταν ο Θεόδωρος Γαζής, εναντίον του οποίου στρεφόταν ένα μανιφέστο που είχε συντάξει άλλος Έλληνας, ο Μιχαήλ Αποστόλης. Η στάση του Χαλκοκονδύλη να υπερασπιστεί τη φιλοσοφία του Σταγιρίτη φανερώνει τα αισθήματα φιλίας που έτρεφε για τον αριστοτελικό δάσκαλο και προστάτη του, αφού, παρά την προσωπική κλίση του προς τον Πλάτωνα, πήρε μαχητικά το μέρος ενός αρι­στοτελικού.

Από το 1463 ως το 1472 ο Χαλκοκονδύλης έζησε στην Πάντοβα, όπου ανέλαβε την έδρα των ελληνι­κών στο εκεί πανεπιστήμιο. Διασώζονται εναρκτή­ριοι λόγοι της διδασκαλίας του, που αντικατοπτρί­ζουν τα πιστεύω του και αποτελούν πολύτιμο υλικό για το πρόγραμμα διδασκαλίας των μαθημάτων της ελληνικής γλώσσας.

Από τους λόγους αυτούς πα­ρατίθενται χαρακτηριστικά αποσπάσματα (σε μετά­φραση από τα λατινικά του Κ. Γιαννακόπουλου στο έργο Βυζάντιο και Δύση. Η αλληλεπίδραση των αμφιθαλών πολιτισμών στον Μεσαίωνα και στην ιταλική Αναγέννηση, 330-1600, Αθήνα 1985, 372-388):

 

«Όταν, λοιπόν, […] εκλέχθηκα δημόσια να διδάξω ελληνικά γράμματα, νόμισα σωστό να πω κάτι, που δεν είναι εκτός θέματος, πόση χρησιμότη­τα, ύφος και τελειότητα φέρνουν [τα ελληνικά γράμματα] και πως η μελέτη της ελληνικής φιλο­λογίας έχει εξηγήσει και εξηγεί τα λατινικά γράμ­ματα. […] Πιστεύω ότι κανείς από σας δεν αγνοεί ό­τι οι Λατίνοι παρέλαβαν κάθε είδος ελευθερίων τε­χνών από τους Έλληνες. Και άλλο τόσο είναι γνω­στό ότι δημιουργοί όλων αυτών των τεχνών ήταν οι Έλληνες και το ίδιο το όνομα των τεχνών έχει τις ρίζες του στα ελληνικά. […] Εφ’ όσον η λατινική γραμματική συνδέεται με την ελληνική και φαίνε­ται να εξαρτάται από αυτή, πως είναι δυνατόν να έ­χει κανείς μια πλήρη γνώση της, αν δεν γνωρίζει τα ελληνικά γράμματα; […] Κανείς από εκείνους (τους παλαιούς Λατίνους συγγραφείς) δεν αγνοούσε τα ελληνικά γράμματα. Πραγματικά πολλοί από αυ­τούς τιμούσαν την ελληνική λογοτεχνία τόσο βαθιά ώστε αναρωτιέται κανείς αν γνώριζαν καλύτερα την ελληνική ή τη λατινική φιλολογία».

 

Σε άλλον εναρκτήριο λόγο του, στις 10 Νοεμβρί­ου του 1464, ο Χαλκοκονδύλης ήταν τολμηρότερος στην υπεράσπιση της διδασκαλίας της ελληνικής: «Επειδή σχεδόν όλοι εκείνοι [οι Ρωμαίοι] κατανο­ούσαν τη γλώσσα τους όσο και την ελληνική, προ­τιμούσαν να εκφράζουν τις διαθέσεις του πνεύμα­τός τους και την έννοια και υφή των πραγμάτων πιο συχνά στα ελληνικά παρά στα λατινικά». Και τε­λείωνε την ομιλία του προτρέποντας τους ακροατές και μελλοντικούς μαθητές του να στραφούν με επι­μέλεια στην εκμάθηση των ελληνικών, όπως έκα­ναν και οι πρόγονοί τους Ρωμαίοι, οι οποίοι έστελ­ναν τα παιδιά τους στην Αθήνα για να μορφωθούν καλύτερα: «Νέοι εσείς, […] ασκηθείτε και προσθέ­στε τις σπουδές αυτές στις άλλες και είθε σ’ αυτό να μιμηθείτε τους προγόνους σας. […] θα με βρεί­τε πάντα στη διδασκαλία των γραμμάτων αυτών πρόθυμο να σας βοηθήσω. […] Να θεωρείτε σίγου­ρο ότι θα σας εκπαιδεύσω στη σπουδή των γραμ­μάτων αυτών και σε σύντομο χρόνο θα σας παράσχω ίσως όχι ευκαταφρόνητη παιδεία αυτών».

Ανάγλυφο με τη μορφή του Αριστοτέλη, 15ος αιώνας. Επισκοπικό Μέγαρο του Τρέντο.

Δεν είναι γνωστό τι ακριβώς δίδαξε ο Χαλ­κοκονδύλης στην Πάντοβα. Είναι πιθανόν ότι εισήγαγε τους ακροατές του στις φιλο­σοφικές θεωρίες του Πλάτωνα και του Αρι­στοτέλη και ότι μεγάλο μέρος της διδασκα­λίας του αφιέρωσε στην παράδοση της ελληνικής γραμματικής. Εκείνο που γνωρίζουμε είναι ότι από τους επιφανέστερους μαθητές του ήταν ο νεαρός Ια­νός Λάσκαρις, τον οποίο διέκρινε ο καθηγητής από τους άλλους συμμαθητές του.

Το 1472 ο Χαλκοκονδύλης εγκατέλειψε τα πανε­πιστημιακά μαθήματα του στην Πάντοβα και εγκαταστάθηκε στη Φλωρεντία, χωρίς να γίνουν γνωστοί οι λόγοι που τον ώθησαν σε αυτή τη μετακίνηση. Πάντως, η πόλη των Μεδίκων κρατούσε αναμφισβήτητα τα σκήπτρα ως το σπουδαιότερο κέντρο ανθρωπι­στικών σπουδών και επομένως πολλοί Έλληνες λό­γιοι έτρεφαν τη φιλοδοξία να διδάξουν στην πόλη και στο Studium, όπου είχαν διακριθεί ο Χρυσολωράς, ο Τραπεζούντιος και ο Αργυρόπουλος.

Η Φλωρεντία, επιπλέον, ήταν ο χώρος στον οποίο για πρώτη φορά καλλιεργούνταν παράλληλα οι δυο με­γάλες φιλοσοφικές κοσμοθεωρίες, ο αριστοτελισμός και ο πλατωνισμός. Το 1475 ο Χαλκοκονδύλης προ­τάθηκε επίσημα για την περίφημη καθέδρα των ελ­ληνικών στη Φλωρεντία, όπου για δεκάξι χρόνια (ως το 1490) θα περνούσε την πιο ήρεμη περίοδο της ζωής του, διδάσκοντας και αποκτώντας φήμη στην πνευματική κοινότητα της πόλης. Υποθέσεις μόνο μπορούμε να κάνουμε για τα είδη που υπηρέτησε με τη διδασκαλία του ο Χαλκοκονδύλης στο περίφημο Studium: ποίηση (Όμηρο και άλλους επικούς ποι­ητές), ρητορική (κυρίως Ισοκράτη) και φιλοσοφία (Πλάτωνα και Αριστοτέλη, ως οπαδός πλέον της θε­ωρίας του Αργυρόπουλου για τη σύντονη καλλιέρ­γεια των δυο φιλοσοφιών).

Ανάμεσα στο πλήθος των μαθητών του ξεχωρίζουν οι Ιταλοί: Τζοβάνι Πίκο ντελα Μιράντολα (Giovanni Pico della Mirandola), Τζοβάνι Μέντιτσι (Giovanni Medici) – ο μελλοντικός πάπας Λέων Ι’- και ο Πέτρος των Μεδίκων, γιος του Λαυρεντίου, καθώς και πολλοί ξένοι που ήλθαν να τον ακούσουν, όπως ο Γιόχαν Ρόιχλιν (Johann Reuchlin), ο περιφημότερος από τους Γερμανούς ανθρωπιστές.

Στη Φλωρεντία, ο Έλληνας λόγιος, εκτός από τη διδασκαλία, αφοσιώθηκε και στην έκδοση ολό­κληρου του σωζόμενου ποιητικού έργου του Ομή­ρου. Το Ομήρου τα σωζόμενα αποτελεί την απαρ­χή της ενασχόλησης του Χαλκοκονδύλη με την έκ­δοση βιβλίων, εργασία πολύ κοπιαστική, αν αναλογιστεί κανείς τις δυσκολίες να συγκεντρωθεί το χειρόγραφο υλικό και να τύχει της ανάλογης μελέ­της. Ο ίδιος ο εκδότης σημείωνε ότι για να αποκα­ταστήσει το κείμενο χρησιμοποίησε πολλές πηγές και ότι συμβουλεύθηκε τα υπομνήματα του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Ευσταθίου.

Το 1491 ο Δημήτριος εγκαινίασε την τρίτη φάση της σταδιοδρομίας του. Βρέθηκε στο Μιλάνο, χωρίς και πάλι να είναι γνωστοί οι λόγοι για τους οποίους εγκατέλειψε τη θέση του στη Φλωρεντία. Ανέλαβε διδακτικά καθήκοντα στην αυλή του δούκα Λουδο­βίκου Σφόρτσα και έγινε δεκτός με ενθουσιασμό α­ποκτώντας νέους μαθητές σε ένα κέντρο στο οποίο δεν είχαν καλλιεργηθεί συστηματικά τα ελληνικά γράμματα, παρ’ όλο που στην πόλη είχαν διδάξει για λίγο χρονικό διάστημα οι Μανουήλ Χρυσολωράς και Κωνσταντίνος Λάσκαρις.

Η ανακάλυψη της τυπογραφίας έδωσε μεγάλη ώθηση στην διάδοση των ελληνικών γραμμάτων στη Δύση.

Στην πρωτεύουσα της Λομβαρδίας παρέμεινε μέ­χρι το 1500 και συνέχισε το εκδοτικό έργο του, με την παρουσίαση τριών βιβλίων: Ισοκράτης, Λόγοι, Χαλκοκονδύλης, Ερωτήματα, Λεξικό Σουίδας. Όταν τα γαλλικά στρατεύματα του Λουδοβίκου ΙΒ’ κατέλαβαν το Μιλάνο (1499), ο Δημήτριος εγκατέλειψε την πόλη και προσπάθησε ανεπιτυχώς να α­ναλάβει την έδρα των ελληνικών στη Βενετία. Στη συνέχεια κατέφυγε στη Φεράρα, απ’ όπου ανακλήθηκε το 1501 από τη γαλλική κυβέρνηση για να ασκήσει πάλι διδακτικά καθήκοντα στην πόλη. Στη λομβαρδική πρωτεύουσα συνέχισε να διδά­σκει μέχρι το θάνατό του σε βαθιά γεράματα, στην ηλικία των ογδόντα οκτώ ετών, το 1511.

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης παντρεύτηκε σε μεγάλη ηλικία, όταν βρισκόταν στη Φλωρεντία, και από το γάμο του είχε αποκτήσει δέκα παιδιά, πολλά από τα οποία πέθαναν στη διάρκεια της πα­ραμονής του στο Μιλάνο, γεγονός που σκίασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Η σταδιοδρομία του Χαλκοκονδύλη ως δασκάλου σε τρεις από τις σημαντικότερες πόλεις της ιταλικής Αναγέννησης, την Πάντοβα, τη Φλωρεντία και το Μιλάνο, συνέπεσε με το χρόνο που οι πόλεις αυτές βρίσκονταν στο κέντρο της ουμανιστικής παιδείας.

Δίδαξε συνολικά περίπου τριάντα πέντε χρόνια και απέκτησε εκατοντάδες μαθητές, μεταξύ των οποίων ήταν και άνθρωποι που συνέχισαν το έργο του, όπως ο Άγγελος Πολιτιανός (Angelo Poli-ziano), ο ο­ποίος έθρεψε μια μεγάλη ομάδα ελληνιστών, ο Μαρσίλιο Φιτσίνο (Marsillio Ficino), στενός συνεργάτης του στην πολύχρονη προετοιμασία της μετάφρασης του πλατωνικού έργου, και ο Άλδος Μανούτιος, ο οποίος παρακολούθησε μαθήματά του στο Μιλάνο. Η προσπάθειά του για τη διάδοση του ελ­ληνικού πνεύματος κορυφώθηκε με την αδιάκοπη ενασχόλησή του με τη μετάφραση και έκδοση ελ­ληνικών κειμένων.

Έργα του

Ο Χαλκοκονδύλης υπήρξε ο πρώτος Έλληνας εκδότης στη Φλωρεντία και στο Μιλάνο. Κυκλοφόρησε τέσσερα βιβλία: Ομήρου τα σωζόμενα (1488), Ισοκράτης, Λόγοι (1493), Χαλκοκονδύλης, Ερωτήματα (περ. 1494), Λεξικό Σουίδας (1499). Είχε συναίσθηση του γεγονότος ότι για τη διάδοση των ελληνικών σπουδών δεν αρκούσαν μόνον καλοί καθηγητές και επιμελείς μαθητές, αλ­λά χρειάζονταν πλήρεις εκδόσεις των ελληνικών κειμένων και σωστό μεταφραστικό έργο, έτσι ώστε να υπάρξει η κατάλληλη υποδομή. Σ’ αυτό το σκο­πό αφοσιώθηκε ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης και με την παράλληλη προσφορά του στη διδασκαλία αναδείχθηκε σε σημαντικό παράγοντα της διάδοσης της ελληνικής σκέψης και παιδείας στην Ιταλία.

  

Ειρήνη Χρήστου

Διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

  

Βιβλιογραφία


  • Κ. Γιαννακόπουλος, Βυζάντιο και Δύση. Η αλληλεπίδραση των αμφιθαλών πολιτισμών στον Μεσαίωνα και στην ιταλική Αναγέννηση (330-1600), Αθήνα 1985.
  • Κ. Στ. Στάικος, Χάρτα της Ελληνικής Τυπογραφίας. Η εκδοτική δραστηριότητα των Ελλήνων και η συμβολή τους στην πνευματική Αναγέννηση της Δύσης, Αθήνα 1989.
  • Ν. G. Wilson, Από το Βυζάντιο στην Αναγέννηση, Αθήνα 1994.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Έλληνες διαπρέψαντες στη Δύση (15ος αιώνας)», τεύχος 221, 29 Ιανουαρίου 2004.

  

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Έλληνες Πάπες


Η ελληνική παρουσία  στον θρόνο των ποντιφήκων

Ο παπικός θρόνος δεν μονοπωλήθηκε ευθύς εξαρχής από Δυτικοευρωπαίους ιεράρχες. Η ακτινοβολία του ελληνικού πολιτισμού, ιδίως στους αιώνες πριν από το Σχίσμα μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, είχε τον αντίκτυπό της στην παρουσία παπών ελληνικής καταγωγής στον θρόνο του Αγίου Πέτρου. Στη μελέτη αυτή κατ’ αρχήν εξετάζεται και αναδεικνύεται η ελληνικότητα της Εκκλησίας της Ρώμης, στη συνέχεια παρουσιάζονται οι Έλληνες επίσκοποί της και στο τέλος γίνεται λόγος για τον τελευταίο Έλληνα πάπα, τον Κρητικό Αλέξανδρο Ε’.

 

Η Ελληνικότητα της Αρχαίας Εκκλησίας της Ρώμης  

 

Ο Άγιος Πέτρος, Μονή Αγ. Αικατερίνης, Σινά.

Η άποψη του αείμνηστου καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανε­πιστημίου Αθηνών Παναγιώτη Τρεμπέλα (1886-1979)[1] είναι πώς μεταξύ των πιστών της πρώτης Εκκλησίας της Ρώμης συγκαταλέγονταν και Χρι­στιανοί ιουδαϊκής προέλευσης, αλλά ότι ως επί το πλείστον η Εκκλησία αυ­τή αποτελείτο από Χριστιανούς εξ εθνών, δηλαδή από τη Συρία, Μικρά Ασία, Μακεδονία και Ελλάδα, οι οποίοι επισκέπτονταν συχνά την πρωτεύουσα, για εμπορικούς και πολιτικούς λόγους. Αξίζει εδώ να επισημανθούν και να αναδειχθούν ορισμένα σημεία που πιστοποιούν και επιβεβαιώνουν την ελληνικότητα της Εκκλησίας της Ρώμης[2].

Ο απόστολος Παύλος έγραψε την επιστολή του προς τους Χριστιανούς της Ρώμης στην ελληνική γλώσσα, γεγονός που προϋποθέτει ότι οι παραλήπτες ήσαν και ελληνόφωνοι, που διαβιούσαν στο κέντρο του ρωμαϊκού κόσμου. Ένα δεύτερο σημαντικό γεγονός που συνηγορεί υπέρ της ελληνικότητας της πρώτης Εκκλησίας της Ρώμης, είναι ο αριθμός των πρώτων  Ελλήνων επισκόπων της, για τους οποίους γίνεται αναλυτικός λόγος στη συνέχεια. Τέλος, ένα ακόμη γεγονός που πιστοποιεί την ελληνικότητα της αρχαίας αυτής Εκκλησίας είναι η διασωθείσα φιλολογία.

Η ελληνόφωνη Εκκλησία της Ρώμης κατά το τελευταίο τέταρτο του 1ου μ.Χ. αιώνα ήταν ήδη «αξιόθεος», δηλαδή «αντάξια του Θεού»[3], διότι η «Ρωμαίων Εκκλη­σία» ενσωμάτωσε όλη την κληρονομιά της αποστολικότητας του Πέτρου και του Παύλου και από αυτήν προέκυψε το καθήκον να υπερασπίζεται ως «πρωτοκάθεδρη» με κύρος τις αλήθειες της πίστης και της παράδοσης[4]. Επομένως, η καταξίωσή της δεν οφειλόταν στο μέγεθός της ή στο ότι ήταν η Εκκλησία της πρωτεύουσας και στο ότι περιλάμβανε πολλούς πιστούς, αλλά στην προέλευση και την αποστολική καταβολή της, όπως και στο ορ­γανωτικό πνεύμα της, που διασφάλιζε την ευστάθεια και την ευταξία της [5].

Η ευθύνη της έγκυρης στήριξης της πίστης και της τάξης, μετά τους επισκόπους Ρώμης Λίνο (64/67-76/79) και Ανέγκλητο ή Ανάκλητο (76/79-88/91), διαβιβάσθηκε, σύμφωνα με τους αρχαίους καταλόγους του Ηγησίππου[6], στον τρίτο διάδοχο των κορυφαίων αποστόλων, τον ελληνομαθέστατο επίσκοπο Φλάβιο Κλήμεντα (88/91-97/100), που θεώρησε καθήκον εξ ονόματος της Εκκλησίας του να αναλάβει πρωτοβουλία παρέμβασης για την επίλυση ενός σοβαρού εσωτερικού προβλήματος του εκκλησιαστικού σώματος της Κορίνθου, όταν αμφισβητήθηκε η μονιμότητα της διακονίας του «Πρεσβυτερίου» της από νεώτερα «λαϊκά» μέλη της.

Έτσι, «η μεγάλη τε και θαυμασία» κατά τον Ευσέβιο Καισαρείας (Εκκλησιαστική Ιστορία, Γ’ ιστ’ 16′) επιστολή του Κλήμη είναι γραμμένη στα Ελληνικά. Παράλληλα, στη Ρώμη γράφτηκε στα Ελληνικά, περί τα μέσα του 2ου αιώνα, το λεγόμενο Αποστολικό Σύμβολο[7]. Εκτός από τα έργα του Κλήμη και του Ερμά, συγγραφέα του έργου «Ο Ποιμήν» και αδελφού του πάπα Πίου, διασώθησαν και άλλα έργα, όπως η επι­στολή του Ιγνατίου Αντιοχείας (68-107) προς την Εκκλησία της Ρώμης και η επιστολή του επισκόπου Ρώμης Σωτήρα (166-174) προς την Εκκλησία της Κο­ρίνθου, οι οποίες επίσης γράφτηκαν στα Ελληνικά.

 

Η βασιλική του Κωνσταντίνου (σχέδιο μεταξύ 1483 και 1506)

 

Ο Ιγνάτιος Αντιοχείας αναγνωρίζεται ως ο κορυφαί­ος εκφραστής του δημόσιου αισθήματος της αρχαϊ­κής Εκκλησίας για την αποστολική λειτουργία της Εκκλησίας της Ρώμης, την οποία αναγνωρίζει ως «πρωτοκάθεδρη της αγάπης», όχι μόνο για τη φιλάνθρωπη αλληλεγγύη της, αλλά κυρίως για τη στοργική επιστασία της σε κάθε είδους ποιμαντική και διοικητική ανάγκη των «περιοικουσών» Εκκλησιών. Έτσι, δεν άργησε να τιμηθεί η καθέδρα του επισκόπου Ρώμης, ως η «ύπατη αποστολική αρχή» για τη στήριξη της πίστης και της παράδοσης, και να εξαρθεί η λειτουργία της ως «ο τόπος των Απο­στόλων» και ως κεντρικού «στύλου» του ιερού θε­σμού της Εκκλησίας.

Κατά τους τρεις πρώτους αιώνες, καμία άλλη Εκκλησία δεν επιχείρησε να την υποκαταστήσει ή να της απευθύνει νουθεσίες, παραινέσεις ή ελέγ­χους, ώστε να κλονισθεί η αποστολική αυθεντία της. Η εξαιρετική προέλευση και τα έργα της αλλη­λεγγύης αυτής της Εκκλησίας ενίσχυσαν το κύρος της στην υπεράσπιση της αποστολικής παράδοσης για τα σοβαρά θέματα του «συνεορτασμού του Πάσχα» και του αναβαπτισμού των «αιρετικών».

Οι απολογητές Ιουστίνος (πεθ. 165) και Τατιανός (120-172), που ήταν εγκατεστημένοι στη Ρώμη, έγραψαν στα Ελληνικά, όπως Ελληνικά έγραψαν γνωστοί και μεγάλοι αιρετικοί συγγραφείς, εγκατεστημένοι στη Ρώμη, και στα Ελληνικά αντιμετωπί­σθηκαν τόσο από τον Ιουστίνο όσο και από τον γνω­στό Σμυρναίο επίσκοπο Λουγδούνου (Λυών) Ειρη­ναίο (140 – 202, επίσκοπος το 178). Ο Barnard[8] γρά­φει σαφώς ότι «μέχρι του τέλους του 2ου αιώνα η Ρωμαϊκή Εκκλησία ήταν κυρίως ελληνόφωνη και στη σύνθεσή της ανατολική. Τα ονόματα των επι­σκόπων είναι ελληνικά ή ανατολικά. Οι επιγραφές επί των παπικών τάφων ήταν κυρίως στην ελληνική ως το τέλος περίπου του 3ου αιώνα, ενώ η χρήση της ελληνικής στη λειτουργία συνεχίσθηκε ακόμη περισσότερο».

  

Πλατεία Αγίου Πέτρου

 

Η ελληνική γλώσσα, όπως εύστοχα σημειώνει ο αρχιεπίσκοπος πρώην Θυατείρων και Μ. Βρετανίας, μητροπολίτης Πισιδίας Μεθόδιος (Φούγιας) (1924-2006), στο εξαίρετο και βαθυστόχαστο έργο του «Έλληνες και Λατίνοι» (σελ. 53), ήταν παράγο­ντας μεγάλης σπουδαιότητας για την ενότητα της Εκκλησίας της Ρώμης με τις άλλες Εκκλησίες, διό­τι η λατινική ήταν ανεπαρκής για να εκφράσει τις μεταφυσικές αναζητήσεις της ελληνικής φιλοσο­φίας. Μία παράγραφος του Αουλου Γέλλιου (Aulus Gellius), σημειώνει ο Η. Milman[9], απεικονίζει την ενσυνείδητη ανεπάρκεια της λατινικής να εκφράσει, παρά τις καινοτομίες του Κικέρωνα, τις κομψότατες διδασκαλίες της ελληνικής φιλοσοφίας.

Ένα πρόσθετο στοιχείο που ενισχύει την ελλη­νικότητα της Εκκλησίας της Ρώμης, και το οποίο κατά τη γνώμη μας έχει παραγνωρισθεί, έγκειται στον τρόπο ανάδειξης του Λίνου ως επισκόπου Ρώμης. Ο Ευσέβιος Καισαρείας είναι σαφής ως προς το ότι ο Λίνος αναδείχθηκε με κλήρωση: «μετά Πέτρον της Ρωμαίων εκκλησίας την επισκοπήν ήδη πρότερον κληρωθείς δεδήλωται» και σε ένα άλλο σημείο: «μετά την Παύλου και Πέτρου μαρτυρίαν, πρώτος κληρούται την επισκοπήν Λίνος»[10]. Η ανάδειξη με κλήρωση στα αξιώματα κάποιας ελλη­νικής πόλης αποτελούσε την πιο δημοκρατική δια­δικασία.

Καίρια το επισημαίνει αυτό ο Αριστοτέλης, όταν δηλώνει: «Λέγον δ’ οίον δοκεί δημοκρατικόν είναι το κληρωτάς είναι τας αρχάς το δ’ αιρετός ολιγαρχικόν»[11], περιγράφοντας τους θεσμούς της αθηναϊκής δημοκρατίας, στους οποίους κυ­ριαρχούσε η κλήρωση. Η διαδικασία αυτή δεν ήταν άγνωστη στην αρχαία Εκκλησία. Η ανάδειξη του Ματθία στη θέση του Ιούδα ως δωδέκατου αποστόλου έγινε με κλήρωση[12], κατά τον τρόπο που προέβλεπε το αθηναϊκό πολίτευμα[13], γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η οργάνωση της Εκκλησίας στην Ιερουσαλήμ μετά την ανάληψη του Χριστού έγινε με βάση ελληνικά πρότυπα[14].

Το πολιτικό ήθος των Ελλήνων υπεισήλθε στο ήθος και της Εκκλησίας της Ρώμης. Αξίζει να επισημανθεί ότι πριν από την αρχιερα­τεία του Σωτήρα (166-174), οι προεστώτες της εκ­κλησίας της Ρώμης ήσαν πρεσβύτεροι, όπως σα­φώς προκύπτει από τις επιστολές του Ειρηναίου προς τον επίσκοπο Ρώμης Βίκτωρα, όταν του γρά­φει «οι προ σου πρεσβύτεροι», και προς τον επί­σκοπο Ρώμης Ανίκητο «λέγοντα, την συνήθειαν των προ αυτού πρεσβυτέρων οφείλειν κατέχειν»[15]. Η λεπτομέρεια αυτή μπορεί να εκληφθεί ως τάση ορ­γάνωσης της Εκκλησίας κατά το δημοκρατικό ήθος των Ελλήνων[16].

 

Πλατεία Αγίου Πέτρου

 

Η λατινική παράδοση εγκαινιάσθηκε στην Εκκλησία της Ρώμης όχι από Ρωμαίους, αλλά από Αφρικανούς Χριστιανούς. Έτσι, όταν ο Ευσέβιος Καισαρείας γράφει περί του Νοβάτου, του βίου και της αίρεσής του, αναφέρεται στην επιστολή του Κορνηλίου Ρώμης (251-252) προς τον Αντιοχείας Φάβιο (252-255) που γράφτηκε στα Ελληνικά[17], ενώ θεωρεί ως εξαιρετική και άξια μνείας την επιστολή του αγίου Κυπριανού (248/9-258) που γράφτηκε στα Λατινικά: «Ρωμαϊκή φωνή συντεταγμέναι, Κυπρια­νού και των αμ’ αυτώ κατά την Αφρικήν».

Μόλις περί τα μέσα του 3ου αιώνα υποχώρησε η ελληνική επιρροή στην Εκκλησία της Ρώμης, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως εξαφανίσθηκε η συμβολή της στη δημιουργία της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, διότι εάν δεν προϋπήρχε, δεν θα δινόταν η ευκαιρία στους Τερτυλλιανό, Αρνόβιο και Νοβατιανό να γράψουν χριστιανικά κείμενα στα Λατινικά.

Ο πλούτος όμως της πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας της Ρώμης μέχρι την εποχή του Ευσέβιου αποκαλύπτει και την κοινωνική κατάσταση των Ελλήνων μελών και ηγε­τών της. Αυτό το δηλώνει ο επίσκοπος Κορίνθου Διονύσιος, ο οποίος γράφοντας στα Ελληνικά στον επίσκοπο Ρώμης Σωτήρα, του αναφέρει ότι «εξ αρ­χής γαρ υμίν έθος εστίν τούτο» και «το μέχρι του καθ’ ημάς διωγμού (δηλ. του Δεκίου, 249-251) φυλαχθέν Ρωμαίων έθος», και του υπογραμμίζει τον ελε­ήμονα και ευεργετικό ρόλο της Εκκλησίας προς τις άλλες Εκκλησίες («πάντας μεν αδελφούς ποικίλως ευεργετείν εκκλησίαις τε πολλαίς ταις κατά πάσαν πόλιν εφόδια πέμπειν, ώδε μεν την των δεομένων πενίαν αναψύχοντας, εν μετάλλοις δε αδελφοίς υπάρχουσιν επιχορηγούντας δι’ ων πέμπετε αρχήθεν εφοδίων πατροπαράδοτον έθος Ρωμαίων Ρω­μαίοι φυλάττοντες»)[18].

Εκείνος όμως που καθιέρωσε κηρύγματα στη λατινική γλώσσα ήταν ο πάπας Λέων Α’ (440-461), ο οποίος στερέωσε τον λατινικό χαρακτήρα της Εκκλησίας της Ρώμης[19]. Αναμφισβήτητα υπήρξε μέγας, δεδομένου ότι διέσωσε τη Ρώμη τόσο από τον Αττίλα όσο και από τον Γιζέριχο, εγκαινιάζοντας παράλληλα το παπικό πρωτείο, το οποίο στήριξε σε ομιλίες του κα­τά την επέτειο της μνήμης του αποστόλου Πέτρου, κατά τις επετείους της εκλογής του στο παπικό αξίωμα και στις επιστολές που έστελνε στις Εκκλησίες της Αφρικής, του Ιλλυρικού, της Γαλλίας, στον πατριάρχη Αλεξανδρείας Διόσκορο, στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ανατόλιο και στους αυτοκράτορες Μαρκιανό και Πουλχερία, εκθέτοντας τις απόψεις του για τον επίσκοπο Ρώμης ως «primus omnium episcoporum» και δηλώνο­ντας ότι σ’ αυτόν μεταβιβάζεται η «plenitudo potestatis», η «solicitudo omnium pastorum» και η «communis cura universalis ecclesiae»[20]. Πρόκειται για εκ­φράσεις και συμπεριφορές που απομάκρυναν την Εκκλησία της Ρώμης όχι μόνο από τους Έλληνες της Ρώμης, αλλά απ’ όλη την Ανατολική Εκκλησία.

 

Οι Έλληνες Επίσκοποι της Εκκλησίας της Ρώμης

 

Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία παρέμεινε ενωμένη, έστω και με δύο μέρη, υπό τους γυιούς του Μ. Κωνσταντίνου και του Θεοδοσίου του Μεγάλου. Η Εκκλησία, αντίθετα, έδειχνε σημεία διαίρεσης σε Λατινική και Ελληνική. Στην Ανατολή επικράτησαν τα ελληνικά στοιχεία, κυρίως στον στρατό και στη νομοθεσία.

Η Ιστορία γνωρίζει Λατίνους στη Δύση και Έλληνες στην Ανατολή, με την κορυφαία διαφορά ότι αρκετοί Έλληνες έγιναν πάπες (του­λάχιστον 12 κατά τον π. Νικηφόρο Βιδάλη)[21] ή αντιπάπες, αλλά ουδείς Λατίνος έγινε πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Το γεγονός αυτό θα μπο­ρούσε να ερμηνευθεί ως απόδειξη της μεγαλύτερης ελευθερίας που επικρατούσε στην Ρώμη προς τους Έλληνες, ως ένδειξη ασφάλειας που αισθάνονταν οι Ρωμαίοι ή ακόμη και ως μία οφειλή που αισθάνονταν οι Ρωμαίοι προς τους Έλληνες που ίδρυσαν την Εκκλησία της Ρώμης[22]. Οι Έλληνες πάπες της Ρώ­μης υπερβαίνουν τους 20, διότι οι Σύριοι και οι άλλοι Ανατολί­τες πάπες πρέπει να θεωρη­θούν ελληνίζοντες, δεδομένου ότι έγραψαν στα Ελληνικά[23].

Χαρακτηριστική είναι η περί­πτωση του αγίου Ιππολύτου (217-235), μαθητή του αγίου Ει­ρηναίου, επισκόπου Λυών, ο οποίος φέρεται στο Annuario Pontifico ως Ρωμαίος, ενώ οι Ρω­μαιοκαθολικοί πατρολόγοι J. Quasten και Β. Altaner γράφουν χωρίς επιφυλάξεις ότι ήταν Έλληνας από την Ανατολή[24]. Τα γεγονότα και τα δεδομένα αυτά επιβεβαιώνουν ότι η Λατι­νική Εκκλησία της Ρώμης αποτελούσε συνέχεια της Ελληνι­κής Εκκλησίας στη ρωμαϊκή πρωτεύουσα.

Η προσάρτηση της διοικητικής περιφέρειας του Ιλλυρικού στη Νέα Ρώ­μη είχε αρνητικές ιστορικές και εκκλησιολογικές επιπτώσεις στην Ορθό­δοξη εξέλιξη του πρώτου Δυτικού πατριαρχείου. Στην αρχαία αυτή καθέ­δρα είχαν αρχιερατεύσει μέχρι τότε 13 ελληνόφωνοι επίσκοποι, με τελευταίους τον Εφέσιο πάπα Ιωάννη ΣΤ’ (701-705) και τον Καλαβρό Ιωάννη Ζ’ (705-707). Κατά την περίοδο της βασιλείας των Λέοντα Γ’ και Κωνσταντίνου Ε’ αρχιεράτευσαν ο συριακής καταγωγής πάπας Γρηγόριος Γ’ (731-741) και ο Έλληνας Ζαχαρίας (741 -752). Οι ελληνικής και συριακής καταγωγής πάπες οι οποίοι κάθισαν στο Σύνθρονο της Ρωμαϊκής Εκκλησίας από το 607 έως το 752, υποστήριξαν σθε­ναρά την Ορθόδοξη πίστη, ίσως διότι διατελούσαν ακόμη υπό την πνευμα­τική επιρροή της Ανατολής.

Οι περισσότεροι προστάτευσαν την οικουμενι­κότητα του θρόνου τους, παρά τις επεμβάσεις των Φράγκων, τόσο στο θέ­μα της παρεξήγησης του όρου περί των αγίων εικόνων, όσο και στην εισαγωγή του διφορούμενου όρου του filioque στο Σύμβολο της Πίστεως, που δυστυχώς άνοιξε τον δρόμο προς την ετεροδοξία. Όσο κυριαρχούσε το ελ­ληνικό εικονόφιλο πνεύμα, το πατριαρχείο Παλαιάς Ρώμης ήταν το κέντρο αντίστασης της Ορθοδοξίας και το καταφύγιο ευσεβών κληρικών.

Η περίοδος της αρχιερατείας του επισκόπου Στεφάνου Β’ (752-757) αποτέλεσε καμπή στην ιστορία της Εκκλησίας της Ρώμης στρέφοντας οριστικά την παπική έδρα προς τους Φράγκους. Η προ­οδευτική εγκατάλειψη της Ρώμης από το Βυζάντιο, οι απειλές των εικονομάχων και οι επιθέσεις των Λογγοβάρδων, ανάγκασαν τον πάπα Στέφανο Β’ να καταφύγει στον Πιπίνο τον Βραχύ, που ουσιαστικά «ελευθέρωσε» τη Ρώμη από τη διπλή απειλή εξ Ανατολών και Βορρά[25].

 

 Έλληνες Πάπες

 

Πάπας Ανάκλητος

Ως ένας από τους πρώτους Έλληνες επισκό­πους της Εκκλησίας της Ρώμης φέρεται ο Ανάκλη­τος ή Ανάγκλητος (76/79-88/91), ο διάδοχος του Λί­νου, ο οποίος ήταν Αθηναίος. Διάδοχός του υπήρξε ο Κλήμης. Τρίτος επίσκοπος Ρώμης, σύμφωνα με τον Ειρηναίο, ήταν ο Ευάρεστος που διετέλεσε επίσκοπος της επτάλοφης πόλης, σύμφωνα με τον Ευσέβιο, από το δωδέκατο έτος της βασιλείας του Δομιτιανού μέχρι το τρίτο του Τραϊανού, δηλαδή από το 97 μέχρι το 105 μ.Χ.[26]

Πάπας Ευάρεστος

Η πληροφορία ότι ο Κλήμης καταγόταν από τον αυτοκρατορικό οίκο των Φλαβίων, έχει κριθεί ανυπόσταστη[27]. Σύμφωνα με την παράδοση, πρόκειται για τον συνεργάτη του αποστόλου Παύλου στην κοινότητα των Φιλιππησίων, άποψη που αποδέχεται ο Ωριγένης[28], θεωρείται όμως απί­θανη, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται από τον Ειρηναίο, ο οποίος αναφέρει ως βοηθό του αποστόλου τον Λίνο[29]. Η είδηση του μαρτυρικού θανάτου του με την πρόσδεση άγκυρας στον λαιμό του, στο λιμάνι της Χερσώνας, δεν φαίνεται ακριβής, δεδομένου ότι ο Ειρηναίος δεν αναφέρει κάτι τέτοιο και ότι ο Ευσέβιος κάνει λόγο για φυσικό θάνατό του[30]. Ο Κλήμης είναι ο συγγραφέας των δύο περίφημων επιστολών προς τους Κορινθίους.

 

Πάπας Τελεσφόρος

Επόμενος Έλληνας πάπας μετά τον Ευάρεστο ήταν ο Τελεσφόρος (125-136), του οποίου η θητεία συνέπεσε με τη βασιλεία του αυτοκράτορα Αδριανού (117-138)[31]. Με ελληνική καταγωγή (γεννήθηκε στον Τάραντα της Μεγάλης Ελλάδας), πολέμησε τις αιρέσεις των Γνωστικών και εισήγαγε πολλές λατρευτικές διατάξεις, όπως τη νηστεία της Σαρακοστής, την καθιέρωση τριών λειτουργιών κατά τα Χριστούγεννα (ανάλογα με την επιθυμία του ιερέα) και τη θέσπιση του ύμνου «Δόξα εν υψίστοις Θεώ» κατά τη θεία λειτουργία. Μαρτύρησε δι’ αποκεφαλισμού («ός και ενδόξως εμαρτύρησεν», γράφει ο Ειρηναίος Λουγδούνου)[32].

Πάπας Υγίνος

 Τον Τελεσφόρο διαδέχθηκε ο Υγίνος ο οποίος, σύμφωνα με παλαιές πηγές, φέρεται ως Αθηναίος[33]. Η αρχιερατεία του διήρκεσε από το 136 έως το 140, ή, σύμφωνα με τον Ευσέβιο Καισαρείας, από 148 έως το 142. Απεβίωσε κατά το «τέταρτον της επισκοπής έτος»[34]. Η περίοδος της αρχιερατείας του συμπίπτει με τη μακρά ειρηνική και εποικοδο­μητική περίοδο διακυβέρνησης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τον Αντώνιο Πίο (138-161).

 

 

 Στον Υγίνο αποδίδονται αρκετές εκκλησιαστικές, λατρευτικές και θεολογικές οδηγίες, όπως ο προσδιορισμός των μικρών βαθμών του ιερατείου, η ονομασία των ιερατικών οφφικίων, η επιβεβαίωση ότι η πληρότητα του ιερατείου περιέχεται μόνον στο επι­σκοπικό αξίωμα, η άποψη ότι οι επί­σκοποι μαζί με τον πάπα αποτελούν τη διδάσκουσα Εκκλησία, η θέσπιση αναδόχων για το βάπτισμα των κα­τηχούμενων.

Πάπας Ελεύθερος

Ξεχωριστή είναι η περίπτωση του Ελευθέρου ή Ελευθερίου (που αναφέρεται ως «δωδέκατος από των αποστόλων»), Έλληνα την καταγωγή από τη Νικόπο­λη της Ηπείρου[35]. Η Νικόπολη, ιδρυμένη από τον Αύγουστο σε ανάμνη­ση της νίκης του επί του Αντωνίου στη ναυμαχία στο Άκτιο (31 π.Χ.), απο­τελούσε σημαντικό κέντρο της Δυτικής Ελλάδας. Η χριστιανική Εκκλησία της Νικόπολης ιδρύθηκε από τον απόστολο Παύλο, και γι’ αυτό τον λόγο ακόμη και σήμερα η Μητρόπολη Νικοπόλεως και Πρεβέζης αναγνωρίζεται ως αποστολική. Από πληροφορία του Ηγησίππου (που αναφέρεται στην προς Κορινθίους επιστολή του Κλήμεντα Ρώμης), συνάγεται ότι ο Ελεύθερος υπήρξε διάκονος του Ανικήτου (τον Ανίκητο διαδέχθηκε ο Σωτήρ από την Καμπανία (166-175) και αυτόν ο Ελεύθερος).

Ο Ελεύθερος ποίμανε την Εκκλησία κατά την περίοδο της αυτοκρατο­ρίας του Μάρκου Αυρηλίου (168-180) και του γιου του Κόμμοδου (180-192). Παρά το γεγονός ότι ο Κόμμοδος δεν είχε τις αρετές του πατέρα του, κα­τά την περίοδο της διακυβέρνησής του, σύμφωνα με τον Ευσέβιο Καισαρείας, «η κατάσταση των Χριστιανών βελτιώθηκε και, θεία βουλήσει, η ει­ρήνη επεκτάθηκε σε όλες τις Εκκλησίες της αυτοκρατορίας. Ο λόγος της σωτηρίας άρχισε να ελκύει τις καρδιές των ανθρώπων κάθε κοινωνικής τά­ξης και εκτενώς δόξαζαν τον Πλάστη του Σύμπαντος, έτσι ώστε στη Ρώμη πολλοί επιφανείς άνθρωποι με ολόκληρη την οικογένειά τους αγκάλιαζαν τη διδασκαλία της σωτηρίας»[36]. Η αρχιερατεία του Ελεύθερου συνέπε­σε με την αίρεση του Μοντανισμού και με τους διωγμούς του Μάρκου Αυ­ρηλίου (177-178) κατά των Χριστιανών.

Ο επόμενος Έλληνας επίσκοπος Ρώμης ήταν ο Αντέρως, ο οποίος εποίμανε την Εκκλησία επί 43 ημέρες (29/11/235-3/1/236).

Η ποιμαντορία της ρωμαϊκής Εκκλησίας από τον αθηναϊκής καταγωγής Σίξτο (30/8/257-6/8/258) σημαδεύθηκε από ένα διάταγμα του Βαλεριανού (τον Αύγουστο του 257), το οποίο θεωρούσε τη χριστιανική θρησκεία παράνομη, υποχρέωνε τον κλήρο να θυσιάζει στους θεούς και απαγόρευε στους Χριστιανούς να συγκεντρώνονται στις κατακόμβες[37].

 

Tο μαρτύριο του πάπα Σίξτου.

 

Ο Ευσέβιος Καισαρείας[38] εξηγεί τους λόγους για τους οποίους ο Βαλεριανός άλλα­ξε τακτική έναντι των Χριστιανών και, ενώ στην αρχή ήταν ανεκτικός, στη συνέχεια έγινε εχθρός τους. Μεταξύ των μαρτύρων αυτού του διωγμού συ­γκαταλέγεται ο Κυπριανός, επίσκοπος Καρθαγένης (13/9/257), αλλά και ο ίδιος ο Σίξτος (6/8/258). Βραχεία υπήρξε και η ποιμαντορία της Εκκλησίας της Ρώμης από τον Ευσέβιο (18/4/309 ή 310 – 17/8/309 ή 310), ο οποίος βρέθηκε ενώπιον των δραματικών καταστάσεων της εποχής του Κωνσταντίνου, του Λικίνιου και του Μαξέντιου.

Πάπας Ζώσιμος

Η ποιμαντορία της έδρας του αποστόλου Πέτρου από τον Έλληνα Ζώ­σιμο (από την Καππαδοκία) (18/3/417-26/12/418) χαρακτηρίζεται από τη στά­ση του έναντι της αίρεσης του πελαγιανισμού (η οποία είχε καταδικασθεί από τον προκάτοχό του Ιννοκέντιο Α’), καθώς και από την έκδοση εγγρά­φου σχετικού με την αμαρτία, το οποίο ο ιερός Αυγουστίνος επαινεί για τη σαφήνειά του.

Ο Ζώσιμος αγωνίσθηκε για την επιβολή πειθαρχίας στον κλήρο, την κατάργηση της δουλείας και των ανήθικων θεαμάτων. Επιπλέον κατόρθωσε να επιβάλει τα δικαιώματα της Αποστολικής Έδρας στους επισκόπους της Αφρικής[39].

 

Ρωμαίος, αλλά ελληνικής καταγωγής, ήταν ο Βονιφάτιος Γ’ (19/2/607 -12/11/607), ο οποίος είχε διατελέσει αποκρισάριος του πάπα Γρηγορίου του Μεγάλου (590-604), του επονομαζόμενου Διαλόγου, λόγω του συγγραφικού του έργου στην Κωνσταντινούπολη.

 

Πάπας Θεόδωρος Α΄

Ο Ιεροσολυμίτης, Έλληνας πάπας, Θεόδωρος Α’ (642-649) τάχθηκε κατά της αίρεσης του μονοθελητισμού και υιοθέτησε τον τίτλο «πατριάρχης της Δύσεως». Ο Κύπρου Σέργιος του απέστειλε εγκάρδιο γράμμα, στο οποίο τον αποκαλεί «στήριγμα θεοπαγές και ασάλευτον, και στηλογραφίαν δια­φανή της πίστεως… την σην αποστολικήν καθέδραν ιδρύσατο Χριστός ο Θεός ημών. Συ γαρ… υπάρχεις Πέτρος, και τω σω θεμελίω της Εκκλησίας οι στύλοι πεπήγασι»[40].

Πάπας Ιωάννης ΣΤ΄

Από τη Μικρά Ασία, και ειδικότερα από την Έφεσο, καταγόταν ο Ιωάν­νης ΣΤ’ (30/10/701 – 11/1/705), του οποίου η διαποίμανση χαρακτηρίσθηκε από σύνεση και από το ειρηνοποιό του πνεύμα. Δύο επιτεύγματα ιστορικής σημασίας καταγράφονται στο ενεργητικό του. Πρώτον, η συνετή του στά­ση έναντι του αξιωματούχου Θεοφύλακτου, Βυζαντινού έξαρχου στην Ιτα­λία, που κατευθυνόταν στη Ρώμη με κακές προθέσεις και τον οποίο ο Ιω­άννης κατόρθωσε να τον κατευνάσει ώστε να μην καταστρέψει την πόλη. Δεύτερον, η σωτηρία και η αποσόβηση του κινδύνου των επαρχιών της Ν. Ιταλίας από τον δούκα των Λογγοβάρδων Γκισούλφο Μπαμπάρδο[41].

 

Πάπας Ιωάννης Ζ΄

Τον Ιωάννη ΣΤ’ διαδέχθηκε ο γεννημένος στην Καλαβρία Έλληνας Ιωάννης Ζ’ (1/3/705 – 18/10/707), ο οποίος άφησε αγαθή μνήμη για τη διαχείρι­ση της εκκλησιαστικής περιουσίας και για τη φροντίδα του να στολίσει τη Ρώμη με μνημεία.

Στον Έλληνα πάπα Ζαχαρία (10/12/741 – 22/3/752) οφείλεται η μετάφρα­ση από τα Λατινικά στα Ελληνικά των τεσσάρων βιβλίων «Διάλογοι του πά­πα Γρηγορίου του Μεγάλου» (590-604), καθώς και η στέψη του Πιπίνου του Βραχέος ως βασιλέα των Φράγκων (751), πράξη που εγκαινίασε τη δυνατότητα των παπών να στέφουν και να καθαιρούν τους Φράγκους βασιλείς δια­σφαλίζοντας ταυτόχρονα την ιερότητα αυτής της πράξης από τους Φρά­γκους[42].

Πάπας Ζαχαρίας

Στην ιστορική αναδρομή των Ελλήνων που ποίμαναν την αποστολική έδρα του Πέτρου πρέπει να προσθέσουμε δύο στοιχεία. Πρώτον, την ανα­γνώριση της σημαντικής συμβολή της Ρώμης κατά την Εικονομαχία, δεδο­μένου ότι στην Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο (Νίκαια, 24/9-23/10/787) μετείχαν ως εκπρόσωποι του πάπα Αδριανού Α’ (772-795) δυο τοποτηρητές του, ο πρω­τοπρεσβύτερος Πέτρος στη βασιλική του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη και ο Έλληνας ηγούμενος Πέτρος «ελληνικής» μονής του Αγίου Σάββα στη Ρώμη[43]. Δεύτερον, το γεγονός ότι ο πάπας Ιωάννης Α’ (523-526) ήταν ο πρώτος πάπας που επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη, τον Μάρτιο του 524. Πα­ράλληλα, υπήρξε ο πρώτος και τελευταίος πάπας που έστεψε Βυζαντινό αυτοκράτορα, τον Ιουστίνο Α’, το Πάσχα (19 Απριλίου) του 524, όταν λει­τούργησε «λατινίδι τη φωνή» στη δεύτερη βασιλική της του Θεού Σοφίας, του Θεοδοσίου Β’.

 

Αλέξανδρος Ε’: Ο τελευταίος Έλληνας πάπας

 

Για την πολυκύμαντη και πολυσχιδή δραστηριότητα του πάπα Αλεξάν­δρου Ε’ κάνει λόγο ο Μάρκος Ρενιέρης (1815-1897). Ο Πέτρος Φιλάργης εί­χε γεννηθεί στην Κρήτη περί το 1340[44]. Προφανώς δεν είχε οικογένεια και έλαβε το όνομα Πέτρος από τον Χάνδακα. Διδάχθηκε Λατινικά από έναν Μινορίτη μοναχό. Ως Φραγκισκανός μοναχός στην Κρήτη το 1357, στάλθηκε από το ισχυρό τάγμα του Αγίου Φραγκίσκου στην Πάδοβα, φοί­τησε στο εκεί πανεπιστήμιο και συνέχισε τις σπουδές του στη Θεολογία στα περίφημα πανεπιστήμια της Οξφόρδης και των Παρισίων, όπου αναγο­ρεύθηκε διδάκτωρ, διδάσκοντας μάλιστα επί ένα διάστημα. Στο συγγραφι­κό του έργο συγκαταλέγονται σχόλια στα Sententiae του Πέτρου του Λομ­βαρδού[45].

Αλέξανδρος Ε’

Εγκατέλειψε όμως την ακαδημαϊκή σταδιοδρομία όταν το 1378 εκδηλώθηκε στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας το μεγάλο σχί­σμα και όλοι οι οπαδοί του πάπα Ουρβανού ΣΤ’ εκδιώχθηκαν από το Πανε­πιστήμιο των Παρισίων. Το 1384 μετέβη στην Παβία, το 1386 εξελέγη επί­σκοπος Πιατσέντσας και το 1388 επίσκοπος Βιτσέντσας. Παράλληλα γνώ­ρισε τον Τζιαν Γκαλεάτσο Βισκόντι και έγινε πολιτικός του σύμβουλος, με­τέχοντας σε διπλωματικές αποστολές στην Πράγα.

Με την υποστήριξη του Βισκόντι αναδείχθηκε αρχιεπίσκοπος Μεδιολάνων το 1402. Αν και στενά συνδεδεμένη με την Αυλή της Γαλλίας (λόγω του μεγάλου σχίσματος στο εσωτερικό της), η οικογένεια Βισκόντι δεν είχε εντούτοις εγκαταλείψει και τον ποντίφηκα της Ρώμης. Πάπας στην Αβινιόν ήταν ο Βενέδικτος ΙΓ’, ενώ στη Ρώμη ο Ιννοκέντιος Ζ’, ο οποίος επιζητούσε τη φιλία των Βισκόντι και του Πέτρου Φιλάργη. Από τότε ο Φιλάργης έγινε ιδιαίτερα σημαίνον πρό­σωπο για την παπική Αυλή. Το 1405 τιμήθηκε με τον τίτλο του καρδιναλίου και στάλθηκε ως πρεσβευτής στη βόρεια Ιταλία, όπου συνασπίσθηκε με τους υπόλοιπους καρδιναλίους προγραμματίζοντας σύνοδο για να επιτευ­χθεί η ένωση της Καθολικής Εκκλησίας.

Στις 25 Μαρτίου 1409 άρχισε η Σύνοδος της Πίζας, κατά την οποία ο Πέ­τρος Φιλάργης αναδείχθηκε εξαιρετικά δραστήριος. Στις 26 Ιουνίου 1406 εκλέχθηκε πάπας, έχοντας εξα­σφαλίσει τα δύο τρίτα του κον­κλαβίου. Έλαβε το όνομα Αλέ­ξανδρος Ε’ και όφειλε πλέον να φροντίσει για την ειρήνη του Καθολικού κόσμου, και για την καλή λειτουργία της μηχανής της παπικής εξουσίας, με όρα­μα την Ένωση της Ορθόδοξης με την Καθολική Εκκλησία. Ως Φραγκισκανός, προώθησε αμέ­σως βούλλες (προνόμια) υπέρ του τάγματός του, ελπίζοντας ίσως ότι οι Φραγκισκανοί θα ανανέωναν το εκκλησιαστικό σώμα.

Ο Αλέξανδρος Ε’ επιθυμούσε το τέλος του σχίσματος μεταξύ της Αβινιόν και της Ρώμης. Αναγνωρίσθηκε από πολλές ιταλικές πόλεις, από τη Γαλλία, την Αγγλία, ένα τμήμα της Γερμανίας και από τη Βοημία. Ο σπουδαιότερος αντίπαλός του ήταν βέ­βαια η ίδια η Ρώμη. Μετά από οκτώ μήνες, την 1η Μαΐου 1410, η Ρώμη έπε­σε και ο Αλέξανδρος Ε’ θα μπορούσε να εγκατασταθεί εκεί ως πνευματικός ηγέτης της παπωσύνης με τη δύναμη των όπλων. Τελικά όμως δεν κατόρ­θωσε να εισέλθει στη Ρώμη. Ασθένησε στην Μπολώνια, απεβίωσε στις 4 Μαΐου 1410 και ετάφη στο κοιμητήριο του τάγματος των Φραγκισκανών.

Ευαίσθητος στις πράξεις συμφιλίωσης, ο Μάρκος Ρενιέρης υπογραμμί­ζει ιδιαίτερα τη διαλλακτική στάση του Αλεξάνδρου και τις προσπάθειές του να κατευνάσει τα πάθη και να συμβιβάσει τα πνεύματα στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας. Ο Ρενιέρης θέλησε να προβάλει στο πρόσωπό του τις αστείρευτες δυνάμεις του Ελληνισμού ο οποίος, αν και κάτω από ξένη κυριαρχία, κατόρθωσε, παρά τις εθνικές αντιξοότητες, να διαδραμα­τίσει ηγετικό ρόλο στη Δύση[46].

Αντίστοιχη είναι η περίπτωση του επίσης Κρητικού Οικουμενικού πατριάρχη Κυρίλλου Λούκαρι (1572-1638), ο οποίος με σπάνιες ικανότητες, οπλισμένος με μόρφωση, παρρησία και μεγαλειώ­δες παράστημα, υπηρέτησε τον Ελληνισμό στις πλέον κρίσιμες στιγμές του, κατορθώνοντας να καταστήσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο παράγο­ντα της ευρωπαϊκής πολιτικής. Στις δύο αυτές προσωπικότητες της Κρή­της διέβλεπε ο Ρενιέρης δυνατότητες για την αποκατάσταση της Ένωσης των Εκκλησιών, που αποτελεί μείζον ζήτημα της Ευρωπαϊκής Ιστορίας.

 

 Χρήστος Π. Μπαλόγλου

Διδάκτωρ Κοινωνικών & Οικονομικών

Επιστημών του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης

 Περιοδικό, «Ιστορικά θέματα», τεύχος 90, Δεκέμβριος 2009.

 

Υποσημειώσεις


  

[1] Π.Ν. Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις τας Επιστολάς του Παύλου, Αθήνα 1937, σελ. 10.

[2] Μεθόδιος Φούγιας, Έλληνες και Λατίνοι, Εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1994, 48-54 (β’ έκδ.).

[3] Ιγνάτιος Αντιοχείας, Προς Ρωμαίους Ι 6-9, στη σειρά Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων και Εκκλησιαστικών Συγγραφέων, τ. Β’, Αθήνα 1955.

[4] Ειρηναίος, Κατ’ Αιρέσεων 3,33.

[5] Αριστείδης Πανώτης, Το Συνοδικόν της εν Ελλάδι Εκκλησίας, τ. Α’ (50 μ.Χ. -1850), Εκδ. Σταμούλης, Αθήνα 2008, σελ.69.

[6] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Δ’ 51,5.

[7] Α. Hahn et al., Bibliothek der Symbole und Glaubensregeln der alten Kirche, Μπρεσλάου 1897 (ανατ. G. Olms, Χίλντεσχαίμ 1962), 22-23.

[8] L. W. Barnard, Studies in Church History and Patristics, Θεσσαλονίκη 1978, 26 (στη σειρά Analekta Vlatadon, αρ. 26).         

[9] Η. Milman, History of Latin Christianity; including that of the Popes to the Pontificate of Nicholas V, τ. I, Λονδίνο 1857 (β’ έκδ.), σελ. 31, σε σημείωση.

[10] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία Γ’ 4,8, και Γ’ 1,2, αντίστοιχα.

[11] Αριστοτέλης, Πολιτικά Δ’ 9, 1294 β 8-9.

[12] Πράξεις των Αποστόλων α’ 23-26.

[13] Για τη σύνδεση της αρχαίας ελληνικής πρακτικής της κλήρωσης με την εκκλησιαστική παράδοση βλ. Χ. Π. Μπαλόγλου, «Η άμεση δημοκρατία στην εκλογή επισκόπων και ο τελευταίος Έλλην πάπας», Η Νέα Πολιτική, τχ. 19, Μάιος 2007, σελ. 61, του ιδίου, «Εναλλακτική πρόταση για την εκλογή επισκόπων», Το Βήμα, Μ. Παρασκευή 25 Απριλίου 2008, σ. Α10, του ιδίου, «Η εκλογή επισκόπων και η αρχαία ελληνική δημοκρατία», Η Νέα Πολιτική, τχ. 34, Οκτώβριος 2008, 39-40. 

[14] Ιωάννης (Ζηζιούλιας) Περγάμου, Ελληνισμός και Χριστιανισμός. Η συνάντηση δυο κόσμων, Εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 2008 (β’ έκδ.), σελ. 127.

[15] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ε’ 24,15 και 24,16 αντίστοιχα.

[16] Αρχιμ. Βασ. Στεφανίδης, Εκκλησιαστική Ιστορία. Απ’ αρχής μέχρι σήμερον, Εκδ. Αστήρ, Αθήνα, 1959, σελ. 49, σημ. 7.

[17] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία ΣΤ’ 43 και ΣΤ’ 43, 3, αντίστοιχα.

[18] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Δ’ 23, 9 και 10.

[19] Milman, Α’, 170. Πρβλ. Στεφανίδη, «Οι πάπαι Κελεστίνος Α’ και Λέων ο Α’ εν ταις σχέσεσιν αυτών προς τους Βυζαντινούς αυτοκράτορας και τας υπ’ αυτών συγκαλουμένας οικουμενικάς συνόδους», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, 1924.

[20] Φούγιας, σελ. 54.

[21] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, Οι Ρωμαίοι Ποντίφικες και το έργο τους, Εκδόσεις Κ.Ε.Ο, Αθήνα, 1994, σελ. 170.

[22] Ch. Diehl, Byzantium. Greatness and Decline, Rutgers Univ. Press, 1957, σσ. 241-50.

[23] Gay, «Quelques remarques sur les papes Grecques et Syriens avant la querelle des Iconoclastes (678-715)», Melanges P. Schlumberger, τ. I, Παρίσι 1924, 40 (αναφ. από τον Φούγια, σελ. 62, σημ. 41).

[24] J. Quasten, Patrology, τ. II (1962), 163, Β. Altaner, Patrologie. Leben Schriften und Lehre der Kirchenvaeter, Φράιμπουργκ 1958,183 (5η έκδ.). To ίδιο ισχύει και στους καταλόγους των παπών που έχει συντάξει ο αρχιμ. Βασ. Στεφανίδης, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 802-4.

[25] Πανώτης, σσ. 252-3.

[26] Ειρηναίος, Έλεγχος 3,3,3, Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Γ’ 15, 34.

[27] Για τη σχετική επιχειρηματολογία βλ. Δ. Μπαλάνο, Πατρολογία, τ. Α’, Αθήνα 1930, σελ. 31 κ.εξ.

[28] Απ. Παύλος, προς Φιλιππησίους δ’ 3, Ωριγένης, Εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον εξηγητικών, ΣΤ’ 36.

[29] Δημ. Μπαλάνος, Πατρολογία, σελ. 32, Σωφρόνιος (Ευστρατιάδης) Λεοντοπόλεως, Λεξικόν της Καινής Διαθήκης, Πατριαρχικό Τυπογραφείο, Αλεξάνδρεια, 1910 (ανατ.: Αθήνα, εκδ. Πελεκάνος, 2001), σελ. 436.

[30] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Γ’ 34.

[31] Ο όρος «πάπας» προέρχεται από το αραμαϊκό Abba (ab στην εβραϊκή), που σημαίνει πατέρας. Ο τίτλος του πάπα προσλήφθηκε για πρώτη φορά από τον πειθαρχικό και αυστηρό επίσκοπο Ρώμης Σιρίκιο (384-399), αλλά η τακτική χρήση του άρχισε επί, επισκόπου Ρώμης Αγαπητού (535-536): Πανώτης, σα. 151, 220, σημ. 26.

[32] Ειρηναίος, Κατά των αιρέσεων Γ 3,3. Πρβλ. Ευσέβιο, Εκκλησιαστική Ιστορία, Δ’ 10, Ε’ 6,4.

[33] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, Οι Ρωμαίοι ποντίφικες, σελ. 57.

[34] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία Δ’ 10, 11, 6.

[35] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία Ε’ (πρόλογος) 1. Ε 3,4, Π. Χρήστου, «Ο Έλλην πάπας Ελεύθερος (175-189)», Ηπειρωτικό Ημερολόγιο Β’ (1980).

[36] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία Ε 3,4, 4,1, Ε 21,1.

[37] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, Οι Ρωμαίοι, σελ. 73.

[38] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ζ’ 10.

[39] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, Σελ. 94.

[40] Πανώτης, Το Συνοδικόν, σελ. 229.

[41] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, 150-1.

[42] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, σελ. 160.

[43] Β. Σταυρίδης, Η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος Νίκαια (β’), Θεσσαλονίκη 1987, Πανώτης, 262-5.

[44] Μ. Ρενιέρης, Ιστορικαί Μελέται. Ο Έλλην Πάπας Αλέξανδρος Ε’. Η εν Βασιλεία Σύνοδος, σσ. 1-105, κεφ. Ι-Θ.

[45] Fr. Ehrle, Der Sentenzenkommentar Peters von Candia, des Pisaner Papstes Alexander V (1925) (αναφ. από τον Στεφανίδη, Εκκλησιαστική Ιστορία, 562-3).

[46] Ρωξάνη Α. Αργυροπούλου «Μάρκος Ρενιέρης: Η ρομαντική ιστοριογραφία στην φιλοσοφική της θεώρηση», Μ. Ρενιέρη, Ιστορικαί Μελέται, σσ. ξα’- πγ’.

Read Full Post »