Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολίδα’

Παζιώτα Ευαγγελία


 

Vangy Paziotas

Vangy Paziotas

Η Ευαγγελία Παζιώτα γεννήθηκε καταμεσής μιας άνοιξης, αρκετά χρόνια μετά τον εμφύλιο πόλεμο, στην αρχαιότερη συνεχώς κατοικούμενη πόλη, στο Άργος, με το αρχαιότερο λαξευτό  θέατρο, το δεσποτικό μεσαιωνικό κάστρο και τους απέραντους καταπράσινους πορτοκαλεώνες. Μετά από απουσία πολλών ετών στο εξωτερικό, επιστρέφει στην ¨πολυπόθητη Ιθάκη της¨, τη γενέτειρα της, όπως της αρέσει να την αποκαλεί. Ασχολήθηκε με ζέση με τη διδασκαλία της Αγγλικής γλώσσας, έχοντας αποκομίσει ως εκπαιδευτικός, προσοδοφόρες κρυστάλλινες εμπειρίες, ερχόμενη σε επαφή με το ψυχικό κόσμο των μικρών μαθητών, που τις διοχετεύει στα έργα της. Ταυτόχρονα με ενθουσιασμό και μεράκι περιδιαβαίνει τα υπέροχα μονοπάτια της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

 

Γλυπτουργήματα – Έκθεση στο πάρκο του Άργους

Γλυπτουργήματα – Έκθεση στο πάρκο του Άργους

 

Περιπλανιέται στις αχανείς έρημους αναζήτησης νέων δεδομένων καλλιτεχνικής έκφρασης. Απόδειξη, οι εκθέσεις της να υπάγονται η κάθε μια ξεχωριστά σε διαφορετική τεχνοτροπία. Συνήθως στις περιπλανήσεις της νοιώθει εξουθενωμένη από τους κακεντρεχείς προβληματισμούς, διψασμένη για ποιοτική αντιμετώπιση της καθημερινότητας και αναζητάει διακαώς να βρίσκει στερνό καταφύγιο μόνο στις οάσεις της  δημιουργίας.

Αναδυομένη

Αναδυομένη

 

Ταξιδεύοντας στο κόσμο της τέχνης, δεν ξεχνά να ευγνωμονεί τα υλικά της πλάσης που τις συμπαραστέκονται και τη συντροφεύουν χαρίζοντας της εργαλεία εκτέλεσης  αποτύπωσης της ατελείωτης ποικιλίας των μεταλλαγών που παρουσιάζει η ασύλληπτη αισθητική της ομορφιάς. Υλικά όπως το λάδι, το χρώμα, το μελάνι, το τρίχωμα του πινέλου, πεταμένα ανακυκλώσιμα υλικά, ο βαμβακερός καμβάς, το ξύλο, οι πέτρες  και τόσα άλλα.

 

Psychedelic reflactions

Psychedelic reflactions

 

Αρέσκεται να ξεδιαλέγει τη χρωματική συσχέτιση και να τη ζευγαρώνει με την αρμονία του αντικατοπτρισμού της ψυχοσύνθεσης της. Υιοθετεί συνήθως ονειρικά μυστηριακά ψήγματα ανασυρμένα από έντονες αναμνήσεις. Προσπαθεί να εδραιώσει τις καταγραφές του χειμάρρου των συναισθημάτων και των ερεθισμάτων της σκέψης. Τα απλώνει με συλλογική λεπτομέρεια στα έργα της και επιδιώκει να παρασύρει το θεατή σε ένα νοητό διάλογο που αποβλέπει την επιθυμητή μεταμόρφωση του. 

 

Vangy Paziotas

Vangy Paziotas

 

Η Ευαγγελία Παζιωτα, η Vangy Paziotas, όπως υπογράφει τα έργα της, είναι απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών του πανεπιστήμιου του Waterloo του Canada.

 

Read Full Post »

Το εν Άργει Κεντρικόν Σχολείον της Ελλάδος


 

 Από το Αργολικόν Ημερολόγιον του 1910 φιλοξενούμε εργασία του Δημ. Βαρδουνιώτη, η οποία περιέχει αξιόλογα ιστορικά στοιχεία της επαναστατικής κυρίως περιόδου, ίσως άγνωστα σε πολλούς από εμάς.

 

Από  των πρώτων ετών της Επαναστάσεως το Έθνος εμερίμνησε περί μορφώ­σεως της νεολαίας. Εν μέσω των μυρίων περιπετειών της χώρας οι διέποντες τας τύχας αυτής έλαβον σοβαράν πρόνοιαν και περί της δημοσίας εκπαιδεύσεως, ην εθεώρησαν ως αναγκαιότατη ν διά την ευδαιμονίαν του Έθνους. Η εν Άστρει Β’ Εθνική Συνέλευσις, τον Απρίλιον 1823 έθετο την δημοσίαν εκπαίδευσιν υπό την προστασίαν του Βουλευτικού Σώματος και εθεσπίσατο την εισαγωγήν και οργάνωσιν αυτής καθ’ όλην την Επικράτειαν.

Μετά δύο μήνας περίπου διωρίσθη υπό της Προσωρινής Διοικήσεως Γενικός Έφορος της Παιδείας και Ηθικής ανατροφής των παίδων ο διαπρεπής λόγιος και τεσσαρακοντούτης κληρικός Θεόκλητος Φαρμακίδης, ο ύστερον καθηγητής της Θεολογίας εν τη Ιονίω Ακαδημία Γυλφόρδ. Ο Γενικός Έφορος αυτός είχε την εξουσίαν να εποπτεύη και διευθύνη όλα τα εν Ελλάδι Σχολεία και διατάσση παν μέτρον, συντελούν εις την διαπαι­δαγώγησιν και μόρφωσιν της νεολαίας. Αλλ’ ο Φαρμακίδης μετά έν έτος (τη 21 Ιουνίου 1824) παρητήθη του υπουργήματος αυτού. Τη δε 10η Ιουλίου 1824 διωρίσθη αντ’ αυτού ο διάσημος Γρηγόριος Κωνσταντάς.

Ο Κωνσταντάς ήτο επιφανής σοφός, έξοχος πατριώτης και σεβάσμιος κληρικός. Εκ Μηλεών της Θετταλομαγνησίας καταγόμενος, ηλικίας 71 ετών, συγγραφεύς, διδάσκα­λος του Γένους και μέλος όλων των Εθνικών Συνελεύσεων και Βουλών, επεβάλλετο γενικώς και ενέπνεεν εις πάντας εμπιστοσύνην απεριόριστον. Ως δε χαρακτηρίζει αυτόν ο σοφός μαθητής του, ο αείμνηστος καθηγητής της Φιλοσοφίας Φίλιππος Ιωάννου, είχεν ήθος αληθούς φιλοσόφου και τρόπον αρχαϊκόν. Ήτο απλούς, ακέραιος, ειλικρινής, ενάρετος, έντιμος, οξυδερκής, ευεργετικός, σεμνός, ακαλλώπιστος, διηγηματικός και ευφυέστατος.

Πολύτιμους υπηρεσίας προσήνεγκεν ο Κωνσταντάς εις την Δημοσίαν Εκπαίδευσιν του Έθνους και την μόρφωσιν της νεολαίας, μετά μεγίστου ζήλου και πατριωτισμού ερ­γασθείς. Διωργάνωσε τα Σχολεία και τον τρόπον της Εκπαιδεύσεως και εμόρφωσε τους διδασκάλους και τους μαθητάς. Κατήρτισε δε μετ’ ου πολύ Κανονισμόν περί των καθη­κόντων και δικαιωμάτων του Υπουργήματός του, ον ενέκρινε το Βουλευτικόν παμψη­φεί. Δι’ αυτού συν πολλοίς και άλλοις εμερίμνησε και περί συστάσεως βιβλιοθηκών και αρχαιολογικών μουσείων.

Δύο σχεδόν μήνας προ του διορισμού του Γρηγορίου Κωνσταντά, ως Γενικού Εφόρου της Παιδείας, τη 19η Μαΐου 1824, το Βουλευτικόν Σώμα μετά μικράν συζήτησιν περί συστάσεως σχολείων διώρισε πενταμελή επιτροπήν, ίνα κατάρτιση και υποβάλη νομοσχέδιον «περί της Κοινής Παιδείας του Έθνους». Η Επιτροπή δε αυτή κατηρτίσθη εξ αν­δρών, διαπρεπών επί γράμμασι, των Ανθίμου Γαζή, Πανούτσου Νοταρά, Μιχαήλ Κάββα, Σπυρίδωνος Τρικούπη και Κ. Λιβερίου.

Η Επιτροπή αυτή εξετέλεσε μετά ζήλου και φιλοτιμίας το ανατεθέν αυτή έργον και υπέβαλε τον Ιούλιον 1824 εις το Βουλευτικόν Σώμα το περί της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως νομοσχέδιον δι’ εκθέσεως αυτής, δι’ ης προέτεινε τα εξής:

Να συστηθώσιν εν τη Ελληνική Επικράτεια τρία είδη σχολείων. Το πρώτον να περιλαμβάνη τα σχολεία της Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως, δι’ ης ο μαθητής να διδάσκηται ανάγνωσιν, γραφήν και αριθμητικήν.

Το δεύτερον να περιλαμβάνη τα Λύκεια, συστηθησόμενα εν τη πρωτευούση εκά­στης επαρχίας ή καν των σημαντικωτέρων. Εν αυτοίς δε να διδάσκηται ο μαθητής την αρχαίαν Ελληνικήν γλώσσαν, την Λατινικήν και Γαλλικήν και στοιχειώδη μαθήματα των επιστημών και της φιλοσοφίας.

Το δε τρίτον και τελευταίον ήτο να συστηθή εν τουλάχιστον πανεπιστήμιον εν Ελλάδι, περιλαμβάνον τους τεσσάρας μεγάλους κλάδους της επιστημονικής Παιδείας, ήτοι της Θεολογίας, Φιλοσοφίας, Νομικής και Ιατρικής, και εν τω οποίω να σπουδάζωσιν όσοι, περατούντες τα μαθήματα των Λυκείων, ήθελον να τελειοποιηθώσιν είς τινα επιστήμην και έχωσιν αυτήν ως επάγγελμα.

Ούτω προετάθη η πλάσις σχολείων της Στοιχειώδους, Μέσης και Ανωτάτης εκ­παιδεύσεως. Εκ τούτων τα πρώτα ήσαν τα λεγόμενα Αλληλοδιδακτικά, τα κατόπιν Δημοτικά Σχολεία, τα δε της Μέσης εκπαιδεύσεως περιελάμβανον τα μαθήματα των κατόπιν Γυμνασίων. Τα δε των νεωτέρων Ελληνικών σχολείων εδιδάσκοντο εις τ’ Αλληλοδιδακτικά ή τα Λύκεια ή και εις αμφότερα. Το σχέδιον αυτό της δημοσίας εκπαιδεύσεως ήτο πλήρες και τέλειον.

Αλλ’ η Επιτροπή σκεφθείσα και περί της εκτελέσεως αυτού, είδεν, ότι αι τότε περι­στάσεις του Έθνους δεν επέτρεπον την πλήρη εφαρμογήν του και συνεπώς την σύστασιν όλων αυτών των εκπαιδευτηρίων. Και διά τούτο περιωρίσθη μόνον εις την Στοιχειώδη εκπαίδευσιν, την κοινώς ονομαζομένην Αλληλοδιδασκαλίαν, ήτις ήτο αναγκαιότατη και κοινωφελεστάτη εις την Ελλάδα, άμα δε και ολιγοδάπανος διά την Επικράτειαν και ανέ­ξοδος διά τους μαθητάς. Υπέδειξε δε και τον τρόπον της εισαγωγής και διαδόσεως της εκπαιδεύσεως αυτής προς εκτέλεσιν του υπ’ αυτής καταρτισθέντος σχεδίου.

Προς τούτο προέτεινε να συστηθή εν πρώτοις εν μόνον αλληλοδιδακτικόν σχολείον να συγκροτηθή όμως καθώς πρέπει, και ούτως, ώστε ν’ αποβή μεγάλη πηγή εξ ής να εκρεύσωσι τα νάματα της αλληλοδιδασκαλίας εις όλην την Ελληνικήν Επικράτειαν.

Προς επίτευξιν του σκοπού αυτού εκρίθη επάναγκες, όπως, εκτός των εντοπίων και άλλων παιδιών, των όλως αγραμμάτων, φοιτήσωσιν εις το Σχολείον αυτό και ολίγοι άξιοι και χρηστοήθεις νέοι, εγκρατείς οπαδοί της Ελληνικής γλώσσης. Οι νέοι ούτοι, τελειοποιούμενοι ταχέως, να στέλλωνται ως διδάσκαλοι, εις άλλας επαρχίας, αντικαθί­στανται δε εν τω σχολείω δι’ άλλων, έως ου εκάστη επαρχία της Ελλάδος απόκτηση ένα διδασκάλον εκ του σχολείου αυτού. Αφετέρου δε οι διδάσκαλοι ούτοι εγκαθιστάμενοι εις τας πρωτεύουσας των διαφόρων επαρχιών και ανοίγοντες σχολεία να προσλάβωσιν ωσαύτως εις αυτά, εκτός των εντοπίων και άλλων παιδιών, και άλλους νέους εκ των χωρίων της επαρχίας, οίτινες, γυμναζόμενοι, να επιστρέφωσιν εις τα χωρία των, ως διδά­σκαλοι. Διά του τρόπου τούτου, ως έκρινεν η Επιτροπή, θα εξηπλούτο ταχέως εις όλο το Έθνος η Στοιχειώδης Εκπαίδευσις, ήτις ηδύνατο κατόπιν να επεκταθή και εις τα θήλεα διά της συστάσεως Παρθεναγωγείων.

Αυτά προέτεινεν εις το Βουλευτικόν Σώμα η επί της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως επι­τροπή και υπέδειξε το Άργος, ως τόπον κατάλληλον προς σύστασιν του πρώτου δημο­σίου σχολείου της Ελλάδος. Περί τα μέσα Οκτωβρίου του αυτού έτους το Βουλευτικόν, επιληφθέν και πάλιν του ζητήματος, απεφάσισε να συστηθή εν μόνον κεντρικόν σχολείον κατά το παρόν εις την Ελλάδα και τούτο πλησίον της Διοικήσεως. Διώρισε δε επιτροπήν εκ των Γρηγορίου Κωνσταντά, γενικού Εφόρου της Παιδείας, Θεοφίλου Καΐρη, Γεωργίου Γενναδίου, διαπρεπέστατων διδασκάλων του Γένους, Αναγνώστου Διδασκάλου και Γεωργίου Καλαρά, εγκρίτων λογίων και βουλευτών, όπως επεξεργασθή το περί του Οργανισμού των Σχολείων νομοσχέδιον, όπερ είχεν υποβληθή από του Ιουλίου. Και η νέα επιτροπή ενέκρινε το νομοσχέδιον αυτό, ως είχεν’ ενέκρινε δε αυτό και το Βουλευτικόν. Κατά τας ημέρας εκείνας εν τούτοις έλαβε χώραν γεγονός, εξόχως τιμών την φιλοπατρίαν των Ελλήνων.

Είχεν αφιχθή προ μικρού εις Ναύπλιον εκ Ρωσσίας ο φιλογενέστατος Ψαριανός Ιωάννης Ανδρεάδης Βαρβάκης, γέρων ζάπλουτος και ενθουσιώδης πατριώτης. Εγεννήθη το 1750 έτος και από της επαναστάσεως του 1769 διεκρίθη, ως πλοίαρχος βρικίου κατα­δρομικού. Μετά δε την επανάστασιν εκείνην κατέφυγεν εις Ρωσσίαν, όπου επεδόθη εις το εμπόριον. Και δι’ αυτού απέκτησε μεγάλην περιουσίαν, δι’ ης ευηργέτησε τα Ψαρά και την όλην Ελλάδα.

Ο μέγας αυτός πατριώτης μετέβη εις την Συνέλευσιν και εισήλθεν εις την αίθουσαν της συνεδριάσεως αυτής. Η φήμη του ονόματος του, αι χάριν της πατρίδος θυσίαι του είχον περιβάλει αυτόν δι’ εξόχου αίγλης και βαρύτητος. Όλοι οι βουλευταί υπεδέχθησαν αυτόν μετά σεβασμού και τον ήκουσαν εν βαθεία σιγή. Ο έξοχος πατριώτης εδήλωσεν ότι αφιεροί ποσότητα χρημάτων, ικανήν προς σύστασιν ενός κεντρικού σχολείον εις την Ελλάδα και ότι τα χρήματα αυτά θα καταθέσει εις τον πάγκον (Τράπεζαν) της Ρωσσίας επί τόκω διά να πληρώνωνται εξ αυτού οι μισθοί των διδασκάλων. Το Βουλευτικόν Σώμα ήκουσε ταύτα μετά ρίγους συγκινήσεων και δακρύων. Αφού δε τον ηυχαρίστησε διά τας προς την πατρίδα προσφοράς του, υπεσχέθη, ότι «η Διοίκησις θα φροντίση περί κτιρίου και διδασκάλων σοφών και πεπαιδευμένων».

Μετά τινας δε ημέρας ο Βαρβάκης απέστειλε προς το Βουλευτικόν το από 8ης Νοεμβρίου 1824 αφιερωτικόν γράμμα του, όπερ ανεγνώσθη εν πλήρει συνεδριάσει και συγκινήσει των βουλευτών. Δι’ αυτού ο λαμπρός πατριώτης εξήγησε και επεκύρωσε τα της Εθνικής δωρεάς του προς σύστασιν του Κεντρικού Εθνικού Σχολείου. Εδήλωσε συν άλλοις, ότι αφιεροί εις το Έθνος ρούβλια 300.000, άτινα θα κατάθεση εις το Βασιλικόν ταμείον της Μόσχας, ως κεφάλαιον αιωνίως άθικτον ο δε τόκος αυτών προς 5 τοις 100 (ρούβλια 15.000) θα διατίθηται ετησίως εις μισθούς και τροφάς των διδασκάλων. Το αφιέρωμα δε αυτό θ’ αρχίση να δίδεται, αφ’ ης ώρας γίνη έναρξις της επισκευής του σχολείου, όπερ ωρίσθη παρά της Διοικήσεως κατά το παρόν εν Αργεί. Το Βουλευτικόν, τιμών τον πατριωτισμόν του ανδρός, ανεκήρυξεν αυτόν τη 20η Νβρίου 1824 μέγαν ενεργέτην του ‘Εθνους.

Ούτως η ιδέα υπερωρίμασε πλέον και υπελείπετο μόνον η επίσημος σύστασις του Κεντρικού Εθνικού Σχολείου, ην και εθέσπισε το Βουλευτικόν τη 22α Δεκεμβρίου 1824 διά της εξής πράξεως του.

 

«Βουλευτικόν συνέδριον»

 Τη 22α Δεκεμβρίου.

Προεδρεύοντος του κυρίου Πανούτσου Νοταρά εκινήθη το περί συστάσεως του εν Άργει σχολείου κοινή γνώμη και αποφάσει της Συνελεύσεως όθεν εστάλη Προβούλευμα εις το Εκτελεστικόν μετά του Θεσπίσματος, το οποίον έχει επί λέξεως ουτωσί.

 

Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος

 

Επειδή η εν Άστρει Εθνική Συνέλευσις, γνωρίζουσα, καλώς, ότι διά της παιδείας αυξάνουσιν, ευτυχούσιν, ενδυναμούνται και στερεώνονται τα Έθνη, ενομοθέτησεν εις τον Οργανικόν Νόμον  ότι η δημόσιος εκπαίδευσις είναι υπό την προστασίαν του Βουλευτικού Σώματος και  ότι συστηματικώς να οργανισθή η εκπαίδευσις της νεο­λαίας από την Διοίκησιν.

 

Το Βουλευτικόν εθεσπίσατο

 

Α’. Εις την πόλιν του Άργους να συστηθή σχολείον κεντρικόν της Ελληνικής Επικρατείας, εις το οποίον να παρεισαχθώσι διάφορα είδη μαθήσεως.

Β’. Ο Υπουργός των Εσωτερικών να ενεργήση το παρόν Θέσπισμα.

Γ. Το παρόν Θέσπισμα να δημοσιευθή διά του τύπου και να καταχωρισθή εις τον Κώδικα των Θεσπισμάτων.

Τη 22 Δεκεμβρίου 1824 εν Ναυπλίω.

 

Ο πρόεδρος

Πανούτσος Νοταράς

Ο Β. Γραμματεύς

Ανδρ. Παπαδόπουλος».

 

Ως έδρα του πανελληνίου αυτού Κεντρικού Σχολείου ωρίσθη το Άργος. Και τούτο, διότι η πόλις αυτή ήτο πλησίον της εν Ναυπλίω εδρευούσης Διοικήσεως και έκ των σημαντικωτέρων της Πελοποννήσου. Εκτός δε τούτου εν Άργει υπήρχεν από Τουρκοκρατίας και ελειτούργει από του έτους 1800, εξαίρετον σχολείον κοινοτικόν, έχον αίθουσαν ευρύχωρον και κατάλληλον διά την διδασκαλίαν και περίβολον ευρύν και περιτετειχισμένον προς άσκησιν και σωματικήν γύμνασιν των νέων. Και συνεπώς ελήφθη το μέτρον να εγκατασταθή το νυν ιδρυόμενον Κεντρικόν Εθνικόν Σχολείον εν τη οικοδομή του κοινοτικού. Έκειτο δε το κοινοτικόν αυτό σχολείον κατά το νοτιοανατολικόν άκρον της σήμερον πλησίον και νοτίως του ναού του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου δημοτικής πλατείας, ήτις περικλείεται υπό των οικιών Ευαγγ. Δρίτσα, Θεωναίων και άλλων.

Πρωτίστη μέριμνα της Διοικήσεως ήτο η εύρεσις αξίου διδασκάλου και διευθυντού του Κεντρικού Εθνικού Σχολείου. Και απέβλεψεν ευστόχως προς τον αείμνηστον διδάσκαλον του Γένους Γεώργιον Γεννάδιον, ελθόντα εξ Οδησσού εις Ναύπλιον περί τας αρχάς Σεπτεμβρίου 1824. Επειδή δε η σύστασις του άνω σχολείου εθεωρείτο τετελεσμένον γεγονός από του παρελθόντος Ιουλίου, ότε υπέβαλε το περί αυτού σχέδιον η επί της Εκπαιδεύσεως Επιτροπή, το Βουλευτικόν τη 14η Σεπτεμβρίου ενέκρινε να διορισθή αρχιδιδάσκαλος και διευθυντής του Σχολείου αυτού ο διάσημος Γεννάδιος, «ως πολυμαθής και ικανός εις το σχολαρχείον».

Ο επιφανής διδάσκαλος απεδέχθη προθύμως τον διορισμόν του αυτόν. Πλην δεν ηδυνήθη ν’ αναλάβει τα καθήκοντα του. Ένεκα της συρροής πολλών προσφύγων εκ δια­φόρων μερών της Τουρκίας ενέσκηψεν εν Ναυπλίω από του Αυγούστου 1824 επιδημία τυφοειδούς πυρετού, ήτις μετεδόθη και εις το Άργος της ενταύθα μετοικήσεως πολλών ασθενών. Εκ της επιδημίας δε αυτής ενόσησε και ο Γεννάδιος και ως εκ τούτου ηναγκάσθη να καταλίπη την Αργολίδα και απέλθη εις Αθήνας. Αναχωρήσαντος δε του Γενναδίου διωρίσθη διδάσκαλος και διευθυντής του Κεντρικού Σχολείου ο Δημήτριος Πλατανίτης. Ο διδάσκαλος ούτος ήτο έγκριτος λόγιος και είχε διδαχθή την αλληλοδιδακτικήν μέθοδον εν Βουκουρεστίω παρά του Γεωργίου Κλεοβούλου, σπουδάσαντος αυτήν εν Παρισίοις.

Εκτός τούτου διωρίσθησαν και επιστάται άμισθοι είδος εφορευτικής επιτροπής του Σχολείου, κατά πρότασιν της αυτής επί της εκπαιδεύσεως επιτροπής, ο ηγούμενος της εν Άργει Μονής της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης Παρθένιος και ο βουλευτής Αργούς και ιατρός Μιχαήλ Κάββας. Οι επιστάται ούτοι είχον καθήκον «να φροντίζωσι τα περί του σχολείου και περί της εκπληρώσεως των χρεών του διδασκάλου και των μαθητών.

Ο διευθυντής δε και οι επιστάται αυτοί μετά του γενικού Εφόρου της Παιδείας, Γρηγορίου Κωνσταντά, φιλοτίμως συνεργασθέντες, διωργάνωσαν και κατέστησαν έτοιμον καθ’ όλα το εν Άργει Κεντρικόν Εθνικόν Σχολείον. Και υπό τας ευχάς πάντων των Ελλήνων και την πάνδημον και ενθουσιώδη υποστήριξιν των Αργείων ετελέσθησαν τα εγκαίνια αυτού τον Δεκέμβριον 1824.

Ούτω το Σχολείον αυτό υπό τας ρηθείσας συνθήκας και τον ένθερμον και αδιάπτωτον ζήλον του διευθυντού αυτού ελειτούργησε και ηυδοκίμησε θαυμασίως. Δεν ήτο δε απλώς Σχολείον της Αλληλοδιδακτικής, αλλ’ ανώτερον Εκπαιδευτήριον, αφού εδιδάσκοντο εν αυτώ διάφορα είδη μαθήσεως και μάλλον Διδασκαλείον, καθόσον ήτο το φυτώριον όλων εν γένει των διδασκάλων του Έθνους.

Ενωρίς απέκτησε φήμην αρίστην και ευρυτάτην. Πολλοί νέοι αυθόρμητοι έσπευδον πολλαχόθεν να καταταχθώσιν, ως μαθηταί αυτού, διά να διδαχθώσι την νέαν διδακτικήν μέθοδον και διδάξωσι αυτήν κατόπιν εις άλλα μέρη της ελευθέρας Ελλάδος. Τόση δε ήτο η συρροή αυτών, ώστε περί τα μέσα Φεβρουαρίου 1825 οι μαθηταί υπερέβησαν τους 150.

Εξ αυτών πολλοί διεκρίθησαν εις τα γράμματα. Μεταξύ δε τούτων αναφέρεται, ως αριστεύς, ο Ιωάσαφ Καΐρης, αδελφός του διασήμου σοφού και μεγάλου διδασκάλου του Γένους Θεοφίλου Καΐρη. Ο Ιωάσαφ αυτός, τελειοποιηθείς, έλαβε τακτικόν δίπλωμα του εν Άργει Σχολείου και τόσω διεφημίσθη πανταχού η ικανότης του, ώστε κατέστη πε­ριζήτητος διδάσκαλος και προσεκλήθη εις διάφορα μέρη της Ελλάδος πάντων όμως προετίμησε την ιδιαιτέραν πατρίδα του Άνδρον, όπως σχολαρχήση εν αυτή.

Κατά το έαρ του 1825 το εν Αργεί Κεντρικόν Σχολείον ήκμασε. Κατήλθε τότε εις την Ελλάδα ο φιλέλλην κόμης Ιωσήφ Πέκκιος, όστις επεσκέφθη και το  Άργος  και το Σχολείον του. Ο ευγενής ξένος απεκόμισεν εξ αυτών αρίστας εντυπώσεις. Είδεν, ότι το Σχολείον ήτο εκτισμένον κατά το σχέδιον των Αγγλικών σχολείων, είχε δε πλησίον και την κατοικίαν του διδασκάλου’ αλλ’ ήτο υπέρ το δέον μικρόν διά την πληθύν των μαθητών του, οίτινες ανήρχοντο τότε εις διακόσιους. Προστίθησι δε, ότι εφοίτων εις αυτό παιδία άρρενα και θήλεα, σπουδάζοντα εν τούτοις χωριστά, και ότι κυρία τις εκ Χίου, θέλουσα να παράσχη εις τα θήλεα αγωγήν καταλληλοτέραν διά το φύλον αυτών, προετίθετο να κτίση παραπλεύρως ίδιον δι’ αυτά σχολείον και ότι εγίνετο τότε εν Αργεί σκέψις περί της πραγματοποιήσεως του σχεδίου αυτού.

Ο φιλέλλην κόμης διηγείται και άλλην περίεργον λεπτομέρειαν. Φαίνεται, ότι το ιδεώδες του Βαρβάκη ήτο η διά της μεγάλης δωρεάς του ίδρυσις ανωτάτου εκπαι­δευτηρίου, ήτοι Πανεπιστημίου εν Ελλάδι. Τοιαύτην δε είχε βεβαίως έννοιαν και σκοπόν, έστω και απώτερον, και το θέσπισμα του βουλευτικού, δι’ ου συνεστήθη εν Άργει «Κεντρικόν Σχολείον της Ελληνικής Επικρατείας, εις το οποίον να παρεισαχθώσι διά­φορα είδη μαθήσεως».

Αλλά το Σχολείον αυτό ιδρύθη εν τη πόλει του Άργους  και το οικοδόμημα του δεν επήρκει εις τας ανάγκας ανωτέρου εκπαιδευτηρίου. Τούτου ένεκα οι Αργείοι, περί πολ­λού ποιούμενοι την εν τη πόλει αυτών ανέγερσιν Πανεπιστημίου, ανέπτυξαν έκτακτον φιλομουσίαν, ενεκολπώθησαν την ιδέαν μετ’ ενθουσιασμού και εφρόντισαν δραστηρίως περί του καταλλήλου προς τούτο γηπέδου. Είχον δ’ εκλέξει ήδη τοιούτον, όπερ ηγόρασεν η πόλις του Άργους  προς τον ρηθέντα σκοπόν και όπου ο διοικητής και οι προεστώτες της πόλεως εξενάγησαν τον ευγενή φιλέλληνα.

Το γήπεδον αυτό απετέλει και αποτελεί το προαύλιον ή μάλλον μεσαύλιον του έτι και νυν σωζόμενου στρατώνος του Ιππικού. Είναι δε ούτως αρχαία και πελώρια διώ­ροφος οικοδομή, λιθόκτιστος, εν μέσω κεντρικής, μεγίστης και ευρύτατης πλατείας, και σχεδόν τετράγωνος περικλείει δε χώρον λιθόστρωτον, έχοντα εμβαδόν Β. μέτρων 5.278,20 και εν τω μέσω αρχαίαν κρήνην τετράπλευρον και τετράκρουνον. Άγνωστον, εν τούτοις, αν τότε εφράσσετο και πώς η βόρεια πλευρά ή πρόοψις του μεγίστου κτιρίου, ήτις είνε μήκους Β. μ. 76 και αν αρχήθεν τούτο είχεν ως σήμερον, δύο εισόδους, ανά μίαν εις το μέσον της βόρειας και νοτιάς πλευράς. Αλλ’ αι λοιπαί πλευραί, η μεν νοτία μήκους Β. μ. 76, η δε ανατολική και δυτική ανά μ. 69,45, υπήρχον αρχήθεν και είχον εκάστη ανά μίαν διπτέρυγον μεγάλην λιθίνην κλίμακα εξωτερικώς εν τω περιβάλω δι’ ων ανήρχο­ντο εις τους ευρύτατους θαλάμους αυτών.

Είνε ιστορικόν διά την πόλιν του Άργους  το εν λόγω οικοδόμημα. Κατά τοπικήν παράδοσιν, ήτο Ενετικόν, κτισθέν κατά την τελευταίαν Ενετοκρατίαν της Πελοποννήσου (1687-1715) και χρησίμευσαν αρχικώς, ως νοσοκομείον, διευθυνόμενον υπό Αδελφών τον Ελέους. Επί της Τουρκοκρατίας δε μετεβλήθη εις Μπεζεστένι (αγοράν) και εν αυτώ ετελείτο μάλιστα κατά Κυριακήν αγορά επαρχιακή. Υπήρχε δι’ εν αυτώ και το ταχυδρομείον (Μεντζή – χανέ) της πόλεως.*

Δυστυχώς, ου μόνον ουδέποτε ιδρύθη Πανεπιστήμιον εν Αργεί, αλλά και αυτό το συστηθέν Κεντρικόν Σχολείον κατεστράφη ταχέως. Το χρυσούν όνειρον των Αργείων του 1826 διέλυσαν απρόοπτα ατυχήματα.

Ο Αιγύπτιος Αττίλας, ο φοβερός Ιμβραήμ πασάς, επιδραμών εις την Πελοπόννησον και ενσπείρων πανταχού το πυρ και την φρίκην, εισέβαλε και εις το Άργος περί τα μέσα Ιουνίου 1825. Έθετο δε πυρ εις την πόλιν και μετά πλείστων οικιών αυτής έκαυσε και το Κεντρικόν Εθνικόν Σχολείον, όπερ απετεφρώθη άρδην μεθ’ όλων των εν αυτώ δι­δακτικών επίπλων, οργάνων και βιβλίων. Και ουδέν άλλο εξ αυτού διεσώθη, ειμή μό­νον η θέσις, ήτις και έμεινεν ιστορική. Επί πολλά έτη ύστερον και ότε ακόμη ο χρόνος εσάρωσε τα ίχνη της οικοδομής της, η θέσις εκείνη επωνομάζετο Παλαιόν ή Ελληνικόν Σχολείον.

Εν τούτοις το περιώνυμον εκείνο εκπαιδευτήριον, εις ο ητένισε μετά μεγάλων παλ­μών και ελπίδων ολόκληρος η Ελλάς, δεν ανηγέρθη εκ της τέφρας του. Αι εθνικαί πε­ριστάσεις μετεβλήθησαν έκτοτε πολύ. Περί ιδρύσεως Πανεπιστημίου εν Άργει ουδέ λόγος καν εγένετο πλέον ουδείς δ’ εσκέφθη ν’ ανεγείρη επί τέλους το αποτεφρωθέν Κεντρικόν Εθνικόν Σχολείον.

Το Άργος απώλεσε τους φίλους και προστάτας του. Ο εξαιρέτως αγαπήσας αυτό Κυβερνήτης Καποδίστριας περιωρίσθη εις τα σχολεία της Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως. Ο δε βασιλεύς Όθων έστρεψε τον νουν και την καρδίαν αυτού προς τας Αθήνας, όπου και μετέθεσεν εκ Ναυπλίου την καθέδραν του βασιλείου. Η νέα πρωτεύουσα απερρόφησεν όλην την Ελλάδα, συγκεντρώσασα εν αυτή πάντα τα μεγάλα και άξια λόγου δημόσια ιδρύματα.

Διά τας Αθήνας ωσαύτως εχρησιμοποιήθη και το κληροδότημα του Βαρβάκη. Ο εθνικός ευεργέτης ανεχώρησε τη 26 Νοεμβρίου  1824 εκ Ναυπλίου εις Ζάκυνθον. Εκεί δ’ ενόσησε. Και αφού τη 10 Ιανουαρίου 1825 συνέταξε κωδίκελλον, συμπληρωματικόν της από 22 Μαΐου 1824 διαθήκης του και του από 8 Νοεμβρίου 1824 προς την Διοίκησιν της Ελλάδος αφιερωτικού γράμματος αυτού, απέθανεν εν τω λοιμοκαθαρτηρίω Ζακύνθου τη 12η Ιανουαρίου 1825. Πολλά δ’ έτη ύστερον διά Βασ. Διατάγματος της 26 Φεβρουαρίου 1843 το προς ανέγερσιν και συντήρησιν Λυκείου και εκπαίδευσιν της Ελληνικής νεολαί­ας κληροδότημα του αοιδίμου ανδρός, ανερχόμενον εις δραχ. 1.988.992,97% διετέθη εις ίδρυσιν και συντήρησιν του εν Αθήναις Βαρβακείου Λυκείου.

Τοιαύτη υπήρξεν η φορά των πραγμάτων και η τύχη του εν Άργει Κεντρικού Εθνικού Σχολείου. Αλλ’ επί πάσιν η πόλις του Άργους  δικαιούται να σεμνύνηται, ότι έσχε την τιμήν και την δόξαν να γίνη η πρώτη λαμπρά εστία, αφ’ ης ηκτινοβόλησε και διεχύθη το φως της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως ανά πάσαν την αναγεννηθείσαν Ελλάδα.

 

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΒΑΡΔΟΥΝΙΩΤΗΣ

Δικηγόρος

 Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου.

Υποσημείωση


 

 *Κατά το 1829 ο Κυβερνήτης Ιω. Καποδίστριας έκτισε την βορειαν πρόοψιν, πλάτους μ. 14,50 μετά κλίμακος, ομοίας των λοιπών και ούτως όλη η ανατολική πλευρά έλαβε μήκος μ. 83,95. Μετέβαλε δε την όλην οικοδομήν εις στρατώνα Ιππικού. Όλων των πλευρών τα εισόγαια διεσκευάσθησαν εις σταύλους, τα δε ανώγαια, της μεν βορείας προόψεως εις γραφεία και θαλάμους αξιωματικών, των δε λοιπών πλευρών εις θαλάμους στρατιωτών. 0 στρατών αυτός είνε συνδεδε­μένος μετά μεγάλων γεγονότων του Άργους. Εξ αυτού εδόθη τη 4η Ιανουαρίου 1833 το απαίσιον πρόσταγμα της υπό των Γάλλων σφαγής των Αργείων. Μέχρι του 1862 ήτο διαρκώς στρατών Ιππικού, μετά ταύτα δε κατά διαλείμματα. Εν αυτώ κατά το 1866 ετελέσθη το πρώτον η τότε συστάσα ετησία εμπορική πανήγυρις της πόλεως. Εν αυτή και κατά το 1899 ενηργήθη υπό την προεδρείαν του Βασιλέως η πρώτη Κτηνοτροφική Έκθεσις κ.λ,π.

 

 Πηγή


  •  Αργολικόν Ημερολόγιο 1910. Εκδιδόμενων υπό του εν Αθήναις συλλόγου των Αργείων. Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Δημ. Τερζόπουλου 1910.

H Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη

Ιστορίας και Πολιτισμού

ενημερώνει τους επισκέπτες της ότι διαθέτει

άδετα ανάτυπα των πιο κάτω βιβλίων:

 

  • Αργολικόν Ημερολόγιο 1910. Εκδιδόμενων υπό του εν Αθήναις συλλόγου των Αργείων. Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Δημ. Τερζόπουλου 1910.
  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    

Read Full Post »

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

Έργο του βαυαρού αξιωματικού Α. Haubenschmid που  υπηρέτησε στην Ελλάδα κατά την οθωνική περίοδο.

 

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

 

Μόναχο – Staatliche Graphische Sammlung.

Η Graphische Staatliche Sammlung στο Μόναχο είναι ένα από τα πιο σημαντικά κέντρα συλλογής γραφικών στον κόσμο.

Read Full Post »

Γεωγραφία Μεθοδική – Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος 1834


  « Διατρίβων δια τρεις χρόνους σχεδόν εις τας Αθήνας ερανίσθην και έκαμα την μεθοδικήν μου Γεωγραφίαν, την οποίαν εξηγήσας εις τους μαθητάς μου έπεμψα και ετυπώθη εις Βενετίαν…».

 

Αυτά γράφει ο ίδιος ο Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος στην βιογραφία του, σχετικά με την συγγραφή και έκδοση του συγκεκριμένου βιβλίου του. Αναφέρεται βέβαια στην πρώτη έκδοση η οποία πραγματοποιήθηκε το 1818 στην Βενετία.

Υπάρχει και η δεύτερη έκδοση ( την οποία παραθέτουμε), διορθωμένη και βελτιωμένη του 1834, η οποία τυπώθηκε στο Ναύπλιο.

 

ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΜΕΘΟΔΙΚΗ

ΚΑΙ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ

ΑΠΑΣΗΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΣ

 

ΕΚ ΠΑΛΑΙΩΝ ΤΕ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΩΝ ΣΟΦΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΣΥΝΕΡΑΝΙΣΘΕΙΣΑ ΚΑΙ ΣΥΝΤΕΘΕΙΣΑ

 

Παρά του

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΚΑΙ ΙΑΤΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ

ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΥΡΡΟΥ

ΤΟΥ ΘΕΤΤΑΛΟΥ.

 

ΝΕΩΣΤΙ ΔΕ

ΔΙΟΡΘΩΘΕΙΣΑ ΚΑΙ ΕΠΑΥΞΗΘΕΙΣΑ ΜΕ ΤΑ ΔΙΑΤΡΕΞΑΝΤΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ.

 

Εκδίδεται το δεύτερον

 

Προς όφελος των αυτού φίλων Μαθητών και του

Ελληνικού Γένους.

 

ΕΝ ΝΑΥΠΛΙΩ.

 

ΕΚ ΤΗΣ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ

Α. ΚΑΙ Ν. ΑΓΓΕΛΙΔΩΝ.

1834.

 

 

Σε αυτή την έκδοση, διαβάζουμε σχετικά με τον Νομό Αργολίδας και τις Επαρχίες της:

 

Ν ο μ α ρ χ ί α  η  Α ρ γ ο λ ί ς


 

Πύρρος,-Διονύσιος,-αρχιμανδρίτης,-Γεωγραφία-μεθοδική-και-καταγραφή-απάσης-της-οικουμένης--1834-5Η Αργολίς είναι μία Νομαρχία εκτεταμένη εις πλάτος και μήκος. πρωτεύουσα πόλις της Νομαρχίας ταύτης είναι η αρχαία Ναυπλία, όπου κατά το παρόν είναι ο Βασιλικός θρόνος του Βασιλέως της Ελλάδος, και η διανομή του επάρχου. η Ναυπλία εκτίσθη υπό Ναυπλίου του υιού του Ποσειδώνος καί της Αμυμώνης νύμφης, τά θεμέλια της αρχαίας Ναυπλίας σώζονται εδώ και εκεί, εις την αρχαίαν Ναυπλίαν, η αρχαία Ναυπλία κείται εις θέσιν καλήν και ωραίαν, είς τι ακτρωτήριον πετρώδες, τό κάτωθεν Ναύπλιον είναι κτίσμα των Βενετών πρό τεσσάρων αιώνων, οι Βενετοί γεμίσαντες τήν θάλασσαν έκτισαν την πόλιν ταύτην καθόν καιρόν εκυρίευον την Πελοπόννησον οι τούρκοι. άνωθεν της Ναυπλίας κείται το περίφημον Παλαμίδι συγκείμενον από επτά δυνατώτατα οχυρώματα, τό εν μέ το άλλον διαφεντεύεται. Επήραν οι Έλληνες το Παλαμίδιον με προδοσίαν μάλλον, παρά μέ έφοδον εν έτει 1822 τη 30 του Νοεμβρίου μηνός. Η πόλις Ναυπλία είναι καλώς κατοικημένη με οικοδομάς μεγάλας και ωραίας, πλήν τα ενοίκια των οικιών της Ναυπλίας διά την πλεονεξίαν υπερβαίνουσι τά των Παρισίων και Λόνδρας, ή Ναυπλία έχει κατοίκους κατά τό παρόν έως έγγιστα 25,000, μήκος γεωγραφικόν 40˚, 57’, καί πλάτος 37˚,32’.

Δευτέρα επαρχία είναι ή κυρίως Αργολίς, πρωτεύουσα της οποίας είναι το Άργος, κτίσμα του Ινάχου του Βασιλέως, πρό Χριστού έτη 1783, όπου διατρίβει ο κατά καιρόν έπαρχος. την Ακρόπολιν ταύτην έκτισεν ο Δαναός ο υιός του Βόλου του Βασιλέως της Αιγύπτου, κατά το 1572 έτος. Η Αργολίς εγέννησε τους μεγαλητέρους και ανδρειοτέρους άνδρας του κόσμου, Περσέα, Ηρακλέα, Διομήδην, Αγαμέμνονα καί τους λοιπούς, πλήν αθλίους κατά την τύχην τους. τόσον τό Άργος, όσον και η λοιπή Αργολίς κατοικείται από περισσοτέρους αλβανούς. Όλοι οι κάτοικοι της Αργολίδας και Ναυπλίας είναι έως 34810. εκτός των της Ναυπλίας. Παράγει προϊόντα επέκεινα των 1’,000,000 δραχμών. Απέχει το Άργος από την Ναυπλίαν μίλια 4. από Τρίπολιν 22 και από Κόρινθον 18 από το μεσημβρινόν 40˚, 18’ και Ισημερινόν 37˚ 32’. πρός άρκτον του Άργους 4 μίλια είναι τα ερείπια των Μυκηνών πόλεως, και ο τάφος του Αγαμέμνονος Βασιλέως αυτών. προς ανατολάς ταύτης 4 μίλια είναι τα ερείπια του ναού της Αργείας λεγομένης Ήρας Ηραίον καλούμενον.

Τρίτη επαρχία είναι η Κορινθία, την κλήσιν λαβούσα από του Κορίνθου του υιού του Μαραθώνος αυτή πρότερον ελέγετο καί Εφύρα, και πόλις Ηλίου κτλ’. Αύτη συνορεύει προς άρκτον με το Κρισαίον κόλπον, πρός  νότον με την Αργολίδα καί πρός δυσμάς με την Αρκαδίαν. πρωτεύουσα πόλις της επαρχίας ταύτης είναι η ομώνυμος Κόρινθος, η ακρόπολις της οποίας κείται εις υψηλοτάτην τινά πέτραν, όλη περιτειχισμένη καλώς και οπλισμένη με πολλότατα κανόνια, επήραν την ακρόπολιν ταύτην οι Έλληνες με πολιορκίαν εν έτει 1822. η πόλις αύτη το πάλαι ήτον ευδαίμων και πλουσία εξ αιτίας, ότι τα εμπορικά πλοία εξεφόρτωναν ενταύθα καί πάλιν εφόρτωναν εις τον άλλον λιμένα. προς ανατολάς της πόλεως ήτον ο ναός της ωραίας Αφροδίτης, της οποίας Ιέρεσσαι και εταίραι ήσαν έως χίλιαι. εις αυτό το Κράνειον μέρος διέτριβεν ενίοτε και Διογένης ο Κυνηκός φιλόσοφος. η Κορινθία έχει κατοίκους 23,760 και προϊόντα 1’,000,000 δραχμάς, μήκος 40˚,50’ και πλάτος 37˚,38΄.

Τετάρτη επαρχία είναι η Τροιζηνία, πρωτεύουσα της οποίας είναι η Καλαυρία νήσος των παλαιών, ήτις τά νυν Πόρος καλείται. Τροιζηνία ωνομάσθη από την Τροιζήνην ποτέ πόλιν την νυν Δαμαλάν, η πόλις Τροιζήν είναι αρχαιοτάτη, κειμένη άνωθεν του Σαρωνικού κόλπου 2 μίλια. ο τόπος αυτός είναι καρποφόρος και ωραίος, πλήν νοσώδης. εις την Τροιζηνίαν εγενήθη ο Θησεύς ο Βασιλεύς των Αθηνών, εις την Τροιζήνα εις έτι ευρίσκονται πολλοί Ελληνικοί ναοί, και μάρμαρα διάφορα με γράμματα και επιγραφάς. αυτού προλαβόντως έγινε και εθνική Συνέλευσις των Ελλήνων.

Η Πόρος νήσος γυρίζει 18 μίλια γεωγραφικά εις την μέσην αυτής ήτον το πάλαι ο ναός του Ποσειδώνος, όπου ο Δημοσθένης πιών το κώνιον απέθανε. κάτωθεν εις την σφαιρίαν νήσον είναι η πόλις Πόρος, όπου είναι ο Ναύσταθμος ο Βασιλικός. η Καλαυρία νήσος,  έχει κατοίκους έως 6000 και πλοία της δευτέρας κλάσεως 165. παράγει δε και λεμόνια εις πλήθος. όλοι οι Ποριώται είναι ναύται έμπειροι, τίμιοι και καλοί, επί Καποδίστρια και αυτοί εδοκίμασαν τα κακά της τύχης των. εις τον Λιμένα του Πόρου έκαυσαν το μεγαλήτερον πλοίον των Ελλήνων Ελλάς καλούμενον.

Πέμπτη επαρχία είναι η Ερμιονίς, η οποία πρότερον ελέγετο Κάτω Ναχαές. αύτη κείται προς μεσημβρίαν της Ναυπλίας, την κλήσιν λαβούσα από την Ερμιόνην ποτέ πόλιν, την νυν Καστρί καλουμένην, εις την οποίαν σώζονται εις έτι μερικοί αρχαίοι ναοί και το Ολυμπιακόν Θέατρον χαλασμένον, η επαρχία αύτη σύγγειται από το Κρανίδι και Πέτσαν, απέχει το Κρανίδι προς δυσμάς μίλια 7 και από την θάλασσαν μίλια 2. οι αρχαίοι κάτοικοι της παραλίας ταύτης αλιείς ελέγοντο˙ δηλ. ψαράδες, οίτινες και μέχρι την σήμερον ψαρεύουσιν οψάρια και σπόγγους θαλασσίνους. οι Κρανιδιώται είναι ναύται κάλλιστοι, μάλιστα εις τα μικρά πλοιάριά των.

Η Πέτσα νήσος το πάλαι Τιπάρινος ελέγετο. αύτη γυρίζει μίλια 1.3. είναι καλώς κατοικημένη με 7000 κατοίκους. Έχει πλοία της πρώτης κλάσεως 79˙ και της δευτέρας 120. όλοι οι Πετσιώται είναι ναύτοι εμπειρότατοι, οι οποίοι εις τον Ελληνικόν αγώνα επολέμησαν γενναίως με τα πλοία των εναντίον των εχθρών της Ελλάδος, ηνδραγάθησαν και εις διαφόρους μάχας. εις την νήσον ταύτην διατρίβει και ο κατά καιρόν έπαρχος αυτής.

Έκτη επαρχία της Αργολίδος είναι η Ύδρα, ήτις  και Υδραία το πάλαι ελέγετο, ίσως την κλήσιν λαβούσα εκ της Ύδρας αρχαίας πόλις, τα ερείπια της οποίας φαίνονται εις την μέσην της νήσου, Επισκοπήν τα νυν λεγομένην. διότι μόνον αυτού φαίνεται ότι ήτον νερόν πηγαίον, και πότιμον ως μέχρι την σήμερον εκεί σώζεται. η νήσος αύτη είναι επί μήκη και στενή, γυρίζει μίλια γεωγραφικά 20. Η πόλις Ύδρα είναι καλώς κατοικημένη με καλάς και ωραίας οικοδομάς. είς άναντες τόπον κτισμένε. αύτη πρότερον είχε 30,000 κατοίκους και πλοία  μεγάλα 120. και την σήμερον μόλις έχει 15,000. και πλοία της πρώτης κλάσεως 95, και της Β᾿. 301. οι Υδριώται είναι ναύται εμπειρότατοι, αξιώτατοι, ως και οι Πετσιώται. Αυτοί διαπλέουσιν όλα σχεδόν τα μέρη του Κόσμου, ώστε εμπορούν να φιλονεικήσωσιν με όλα σχεδόν τα έθνη του Κόσμου διά την θαλασσοπορίαν. η φύσις ως φαίνεται, εσυνερίσθη να τους πλάτη ευκινήτους, μεγαθύμους και επιτηδείους εις την Ναυτικήν και πολεμικήν.

Όλοι οι γενναίοι Υδριώται εις την επανάστασιν των Ελλήνων έχοντες αρχιναύαρχον της Ελλάδος τον αγαθόν πατριώτην  τους Ανδρέα Μιαούλην, άνω κάτω έφερον  την θάλασσαν, πολεμώντες γενναίως με τους Τούρκους των τριών δυνάμεων της Τουρκίας και καίοντες τα πλοία και τους αρχιγούς αυτών. Κατά τούτον τον αιώνα οι Υδριώται εφάνησαν οι πλέον άξιοι πολεμιστάί ναύται της Ελλάδος και οι τιμιώτεροι, ούτοι ενίκησαν μέν τους εχθρούς των εις διαφόρους μάχας πλην εχάθησαν οι περισσότεροι από τον πόλεμον, εδυστύχησην και επτώχηναν εις άκρον από τάς αδράς δαπάνας των τοσούτων χρόνων της επαναστάσεως και παράβλεψιν των κατά καιρών Διοικήσεων.

Ο άξιος και ενάρετος Λάζαρος Κουντουριώτης ως ένας εύσπλαχνος και αγαθός πατήρ των τέκνων εβοήθησε τα μέγιστα την πατρίδα του, πολλούς πτωχούς Υδριώτας έθρεψε και πολλάς χήρας και ορφανά των φονευθέντων ηλέησεν και εβοήθησε με τα ελέη του, το όνομα του εναρέτου τούτου ανδρός θέλει μείνειν αθάνατον εις τας επερχομένας γεννεάς, ως του Δικαίου Αριστίδου του Αθηναίου. Η περίμετρος της Ύδρας είναι μίλια 20. 

  

Πηγές

  •  Γεωγραφία μεθοδική και καταγραφή απάσης της οικουμένης / Εκ παλαιών τε και νεωτέρων σοφών συγγραφέων Συνερανισθείσα και συντεθείσα παρά του Αρχιμανδρίτου και Ιατροδιδασκάλου Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού. Νεωστί δε διορθωθείσα και επαυξηθείσα με τα διατρέξαντα του νέου Βασιλείου της Ελλάδος και λοιπών Βασιλείων. Εκδίδεται το δεύτερον προς όφελος των αυτού φίλων Μαθητών και του Ελληνικού Γένους. 1834
  •  Επιστολή του Αρχιμανδρίτου και Ιατροδιδασκάλου Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού προς τον Ευγενέστατον άρχοντα των Θεσσαλων κύριον Αθανάσιον Παπα Πολυμέρου του Θετταλού. Αθήνηθεν :Εκ της Τυπογραφίας Αγγέλου Αγγελίδου,1837.

 

 

   

Read Full Post »

Smith Agnes & Margaret


 «Την άνοιξη του 1883 η Αγνή Σμιθ (Agnes Smith) συνοδευομένη από τη δίδυμη αδελφή της και μία φίλη περιηγείται την Ελλάδα της εποχής εκείνης. Είχαν φύγει στις 26 Ιανουαρίου από την Αγγλία και μετά από ένα περιπετειώδες θαλάσσιο ταξίδι έφτασαν στην ελληνική πρωτεύουσα στα μέσα του Φεβρουαρίου. Στην πεδιάδα του Άργους έφτασαν στα μέσα Απριλίου. Καρπός της περιήγησης αυτής υπήρξε το βιβλίο Glimpses of Greek life and scenery, που εκδόθηκε στο Λονδίνο στα 1884», όπου και αναφέρουν εντυπώσεις από το Άργος.

 

Η Agnes Smith Lewis (1843 – 1926) και η Margaret Dunlop Gibson (1843 – 1920) πρώην Agnes και Margaret Smith (κάποιες φορές αναφέρονται και ως αδερφές Westminster) ήταν σημαντικές σπουδάστριες σημιτικής καταγωγής. Και οι δύο δίδυμες κόρες του John Smith από το Irvine, Ayrshire της Σκωτίας έμαθαν περισσότερες από 12 γλώσσες και υπήρξαν πρωτοπόρες στην ακαδημαϊκή τους εργασία και ευεργέτες της Πρεσβυτεριανής εκκλησίας της Αγγλίας, ειδικά του κολεγίου Westminster του Cambridge.

 Πρώιμη ζωή και εκπαίδευση

A portrait of Agnes Smith Lewis in the Westminster College, Cambridge.

A portrait of Agnes Smith Lewis in the Westminster College, Cambridge.

Οι δίδυμες ανατράφηκαν από τον πατέρα τους John (η μητέρα τους είχε πεθάνει τρεις  εβδομάδες μετά τη γέννησή τους), αστικολόγο και ερασιτέχνη γλωσσολόγο. Εκπαιδεύτηκαν σε ιδιωτικά σχολεία στο Birkenhead και στο Λονδίνο και πραγματοποίησαν πολλά ταξίδια στην Ευρώπη με οδηγό τον John. Μετά το θάνατο του John, εγκαταστάθηκαν στο Λονδίνο και προσχώρησαν στην Πρεσβυτεριανή εκκλησία του Kingston επί του Τάμεση. Συνέχισαν να μαθαίνουν γλώσσες και ταξίδεψαν στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή. Το 1870 η Agnes έγραψε το “Eastern pilgrims” (Ανατολικοί πρόσφυγες), έναν απολογισμό των εμπειριών τους σε Αίγυπτο και Παλαιστίνη. Το 1883 η Margaret παντρεύτηκε το James Gibson και το 1887 η Agnes παντρεύτηκε το Samuel Lewis, βιβλιοθηκάριο του κολεγίου Corpus Christi του Cambridge. Και οι δύο άντρες ήταν ιερωμένοι. Δυστυχώς, και οι δύο γάμοι έληξαν πρόωρα με το θάνατο των δύο συζύγων.

 
  
A portrait of Margaret Dunlop Gibson in the Westminster College, Cambridge.

A portrait of Margaret Dunlop Gibson in the Westminster College, Cambridge.

Ακαδημαϊκό έργο

Έως το 1890 οι αδερφές κατοικούσαν στο Cambridge και ξεκίνησαν να μελετούν συριακά και αραβικά. Το 1892 ταξίδεψαν στο μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης στο όρος Σινά, όπου ανακάλυψαν τη νεότερη συριακή έκδοση των ευαγγελίων γνωστή έως σήμερα. Τον επόμενο χρόνο επέστρεψαν για να αντιγράψουν το χειρόγραφο, γνωστό ως Σιναϊτικό Παλίμψηστο ή Σιναϊτικό χειρόγραφο (Lewis), το οποίο παρείχε νέα στοιχεία για τις σπουδές περί Καινής Διαθήκης. Συνέχισαν να ταξιδεύουν και να γράφουν μέχρι τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Αν και το Πανεπιστήμιο του  Cambridge δεν τις τίμησε ποτέ με ακαδημαϊκούς τίτλους (δε δεχόταν να δώσει τίτλο σε γυναίκα μέχρι το 1948), έλαβαν τιμητικούς τίτλους από τα Πανεπιστήμια του Heidelberg, του Δουβλίνου και του St Andrews, συμπεριλαμβανομένων και των πρώτων διδακτορικών τίτλων στη θεολογία που απονεμήθηκαν σε γυναίκες.

Στο Cambridge συμμετείχαν στην εκκλησία St Columba. Υπήρξαν γενναιόδωρες οικοδέσποινες στην οικία τους στο Castlebrae, το οποίο και έγινε κέντρο ενός έντονου πνευματικού και θρησκευτικού κύκλου.

Αγαθοεργία

Οι αδερφές χρησιμοποίησαν την κληρονομιά τους ως επιχορήγηση στο κολέγιο Westminster του Cambridge. Πράγμα που έγινε αφού επιτράπηκε στους αντικομφορμιστές να γίνουν πλήρη μέλη των πανεπιστημίων του Oxbridge με την κατάργηση κάποιων θρησκευτικών δοκιμασιών της βρετανικής ποινικής νομοθεσίας και αφού το Πρεσβυτεριανό κολέγιο μεταφέρθηκε από την Queen Square του Λονδίνου σε ένα νέο χώρο που αποκτήθηκε από το κολέγιο St John του Cambridge, το 1889. Επίσης βοήθησαν στην ίδρυση του Πρεσβυτεριανού ιερατείου του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, σήμερα Ενιαία Αναμορφωμένη Εκκλησία της St Columba.

Φαίνεται όμως ότι ποτέ δεν ξέχασαν τις επισκέψεις τους στην Ελλάδα και την Κύπρο, ή τη γνώση τους των νέων ελληνικών που διευκόλυνε σημαντικά τις έρευνες τους στη Μονή της Αγίας Αι­κατερίνης του Σινά. Το 1918, η Agnes Lewis προσέφερε στο Πανεπιστήμιο το ποσό των 6.500 λιρών για την προικοδότηση μιας θέσης αναπληρωτή καθηγητή στα Νέα Ελληνικά. Η Margaret Gibson πέθανε το 1920 και η αδελφή της, Agnes, έξι χρόνια αργότερα.

 

Απόδοση στα Ελληνικά: Σοφία Δασκαλάκη 

 

Πηγές 

  • Wikipedia
  • D. Cornick and C. Binfield (editors) (2006) From Cambridge To Sinai. United Reformed Church.

Read Full Post »

Γεννάδιος Γεώργιος (Σηλυβρία 1786 – Αθήνα 1854)


Εκπαιδευτικός και λόγιος με εθνική δράση.
Πρώτος διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης
 
Από τις κορυφαίες ελληνικές προσωπικότητες. Σπούδασε στα Δολιανά, στα Γιάννενα και αργότερα στο Λάμπρο Φωτιάδη στη Δακία και τελείωσε τις σπουδές του στη Λειψία. Το 1820 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Το 1821 αγωνίσθηκε μαζί με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Μετά την καταστροφή στο Δραγατσάνι έφυγε στη Γερμανία και επέστρεψε το 1824. Επί Καποδίστρια ο Γεννάδιος οργάνωσε το Ορφανοτροφείο και το κεντρικό σχολείο στην Αίγινα. Ήταν από τους ιδρυτές του Εθνικού Τυπογραφείου και της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

Βίος

Γεννάδιος Γεώργιος

Γεννάδιος Γεώργιος

Ηπειρώτης, γεννημένος όμως στα 1786 στη Σηλυβρία της Θράκης.  Εκεί είχαν καταφύγει οι γονείς του, ο ιερέας Αναστάσιος και η σύζυγός του Σωσάννα, εξαιτίας των πιέσεων που ασκούσαν οι Οθωμανοί κρατούντες των Δολιανών της Ηπείρου στους χριστιανούς της περιοχής.  Διδάχθηκε τα κοινά γράμματα στον τόπο καταγωγής του, στα Δολιανά του Ζαγορίου, και επέστρεψε στα Ιωάννινα, όπου άρχισε το δεύτερο κύκλο των σπουδών του. Το 1797, σε ηλικία έντεκα ετών, ο Γεννάδιος στάλθηκε σε θείο του ηγούμενο σε μοναστήρι του Βουκουρεστίου και μαθήτευσε κοντά στο διάσημο δάσκαλο και λόγιο Λάμπρο Φωτιάδη (1752-1805). Το 1804 ξεκίνησε τις σπουδές του στη φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας κοντά στον Ερνέστο Ουέβερο (Wilhelm Ernst Weber) και, όταν τις ολοκλήρωσε το 1814, επέστρεψε στο Βουκουρέστι.
 

Δράση

Το 1815 ο Νεόφυτος Δούκας (1760-1845), σχολάρχης στην Αυθεντική Σχολή του Βουκουρεστίου, προσκάλεσε το Γεννάδιο βοηθό του. Εκεί γνωρίστηκε και ανέπτυξε βαθιά φιλία με το Χριστόδουλο Κλωνάρη και τον Ιωάννη Μακρύ. Μαζί με τον τελευταίο, το 1817, αναχώρησε για την Οδησσό, ύστερα από πρόσκληση της εκεί ελληνικής κοινότητας και του Ιωάννη Καποδίστρια για την οργάνωση της ελληνεμπορικής σχολής.
Τα τρία χρόνια που παρέμεινε στην Οδησσό, εργάστηκε σκληρά «τόσο διά την ευταξίαν των μαθητιών των, όσο και διά την εισαγωγήν της στοιχειώδους και συστηματικής παιδείας».4 Μετέφρασε από τα ιταλικά το έργο του Φραγκίσκου Σοαβίου (Francesco Soave) Περί Χρεών του Ανθρώπου και συνεργάστηκε με το Γεώργιο Λασσάνη για τη συγγραφή της εξάτομης Στοιχειώδους Εγκυκλοπαίδειας των Παιδικών Μαθημάτων, η οποία χρησιμοποιήθηκε στη δεύτερη και τρίτη τάξη της σχολής.

Το 1820 ο Γεννάδιος επέστρεψε στο Βουκουρέστι, όταν ο ηγεμόνας Αλέξανδρος Σούτσος τον κάλεσε μαζί με τον Κωνσταντίνο Βαρδαλάχο και το Γεώργιο Κλεόβουλο, για να προσφέρει τις γνώσεις και την εμπειρία του στην αναδιοργάνωση της Σχολής του Βουκουρεστίου. Ο Γεννάδιος πρέπει ήδη να είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και ως εκ τούτου επιδόθηκε με πολύ ζήλο όχι μόνο στη μόρφωση της ελληνικής νεολαίας αλλά και στην καλλιέργεια πατριωτικών αισθημάτων. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του μαθητή του Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή (1809-1892) ότι: «…και μας ωμίλησε περί της τύχης της Ελλάδος, ήτις ην άλλοτε η μήτηρ της δόξης και της ελευθερίας, επ’ εσχάτων δε κατέκειτο δούλη περιφρονουμένη, και ηυχήθη, μέχρις ου δάκρυα ανέβλησαν εις τους οφθαλμούς του…».

Πολλοί μαθητές του επηρεασμένοι από τις απόψεις του στελέχωσαν λίγο αργότερα τον Ιερό Λόχο. Ο ίδιος ο Γεννάδιος δεν έλαβε μέρος στη μάχη στο Δραγατσάνι, καθώς εκείνο το διάστημα βρισκόταν στην Τρανσυλβανία. Μετά την ήττα των Ιερολοχιτών, κατέφυγε αρχικά στην Οδησσό και στη συνέχεια στη Δρέσδη, όπου και εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος έως το 1824.

Ελλάδα

Η δράση του, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, υπήρξε πολυσχιδής. Κεντρικός άξονας παρέμενε πάντα η ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας και εκπαίδευσης. Παρά ταύτα, ακολουθώντας τον επιστήθιο φίλο του γάλλο φιλέλληνα και στρατιωτικό Φαβιέρο (Charles Fabvier), συμμετείχε στην ατυχή εκστρατεία στην Κάρυστο το 1826. Σημαντικότερη πάντως έχει κριθεί η συμβολή του στα γεγονότα του Ναυπλίου (Ιούνιος 1826), όταν με την παρέμβασή του αποσοβήθηκε ο κίνδυνος αναρχίας και ανυπακοής προς τις Αρχές από απλήρωτους Σουλιώτες και Ρουμελιώτες, δυσαρεστημένους στρατιώτες και καταπτοημένους αμάχους, στων οποίων τις ανάγκες αδυνατούσε να ανταποκριθεί το δημόσιο ταμείο. Την κατάσταση αποφόρτισε η ομιλία του Γενναδίου στην κεντρική πλατεία του Ναυπλίου, όπου παρότρυνε το συγκεντρωμένο πλήθος να βοηθήσει από το υστέρημά του και έδωσε πρώτος το παράδειγμα.

Η έκκληση του Γ. Γεννάδιου στον πλάτανο της πλατείας του Ναυπλίου μετά την πτώση του Μεσολογγίου:

«Η πατρίς καταστρέφεται, ο αγών ματαιούται, η ελευθερία εκπνέει. Απαιτείται βοήθεια σύντονος. Πρέπει οι ανδρείοι αυτοί (οι ήρωες – πρόσφυγες του Μεσολογγίου), οίτινες έφαγον πυρίτιν και ανέπνευσαν φλόγας, και ήδη αργοί και λιμώττοντες μας περιστοιχίζουσιν σπεύσωσιν όπου νέος κίνδυνος τους καλεί. Προς τούτο απαιτούνται πόροι και πόροι ελλείπουσιν. Αλλ΄αν θέλωμεν να έχωμεν πατρίδα, αν ήμεθα άξιοι να ζώμεν άνδρες ελεύθεροι, πόρους ευρίσκομεν. Ας δώσει έκαστος ό,τι έχει και δύναται. Ιδού η πενιχρή εισφορά μου. Ας με μιμηθεί όστις θέλει!» 

(εκκένωσε κατά γής το ισχνόν του βαλάντιον, το μόνον προϊόν των επιπόνων οικονομιών του). 

«Αλλ’ όχι! Η συνεισφορά αύτη είναι ουτιδανή! Οβολόν άλλον δεν έχω να δώσω, αλλ΄ έχω εμαυτόν και ιδού τον πωλώ! Τις θέλει διδάσκαλον επί τέσσερα έτη δια τα παιδία του; Ας καταβάλη το τίμημα!»  

Συμμετείχε δε ως εκπρόσωπος των Ηπειρωτών στη συνέλευση της Τροιζήνας. Η στενή του σχέση με την ιδιαίτερη πατρίδα του τον οδήγησε το 1854, την περίοδο δηλαδή του Κριμαϊκού πολέμου, να συμμετάσχει στο βραχύβιο επαναστατικό κίνημα των Ηπειρωτών ως πρόεδρος της επαναστατικής επιτροπής τους.

 

 «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών»,  Υπό Αναστασίου Ν. Γούδα, . Τόμος Β': Παιδεία. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Μ. Π. Περίδου, 1870.

 

 

Όσον αφορά τον τομέα της εκπαίδευσης, ήδη από το 1824 το βουλευτικό τον διόρισε δάσκαλο στο υπό σύσταση κεντρικό σχολείο του Άργους, προσπάθεια που δεν ευοδώθηκε. Ωστόσο, λίγα χρόνια αργότερα ο κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας επιστράτευσε το Γεννάδιο αναθέτοντάς του (μαζί με το Γρηγόριο Κωνσταντά και τον Ιωάννη Βένθυλο) τη σύνταξη γραμματικής και ανθολογίας των εγκύκλιων μαθημάτων της ελληνικής γλώσσας, όπως και τη διδασκαλία και οργάνωση της Κεντρικής Σχολής της Αίγινας (1829) και του Ορφανοτροφείου. Ο Γεννάδιος ανέλαβε τη διδασκαλία στην Κεντρική Σχολή, αλλά φρόντισε παράλληλα και για την ίδρυση Δημόσιας Βιβλιοθήκης συγκεντρώνοντας βιβλία και έντυπο υλικό, έθεσε δε τις βάσεις και του Νομισματικού Μουσείου. Και τα δύο ιδρύματα μεταφέρθηκαν στην Αθήνα (1835) μαζί με την Κεντρική Σχολή, η οποία μετονομάσθηκε σε Γυμνάσιον, με διευθυντή το Γεννάδιο.

Αν και το ενδιαφέρον του ήταν εστιασμένο στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, δίδαξε και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών γενική ιστορία. Σύντομα ωστόσο παραιτήθηκε προκειμένου να αναλάβει και να οργανώσει τη Ριζάρειο Σχολή. Υπήρξε από τους ενθερμότερους ιδρυτές της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και εργάστηκε ως διδάσκαλος στην Αρσάκειο. Ήταν επίσης και από τους θεμελιωτές και για ένα διάστημα αντιπρόεδρος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Τέλος, ο Γεννάδιος συνέβαλε ουσιαστικά και στην ολοκλήρωση της ανοικοδόμησης του ναού της Ζωοδόχου Πηγής στην Αθήνα.

Συνεργασίες

Ο Γεννάδιος συνεργάστηκε με τους Γερμανούς λόγιους φιλέλληνες Ειρηναίο Θείρσιο (Friedrich W. Thiersch 1784-1860) και Θεόδωρο Κιντ (Karl Theodor Kind 1799-1868). Η θέση που κατείχε στη Ριζάρειο Σχολή τον έφερε επίσης σε επαφή με σημαντικές προσωπικότητες του εκκλησιαστικού χώρου, όπως με το Θαβωρίου Ιερόθεο και τον Ουγγροβλαχίας Νεόφυτο. Προσωπικά συνδεόταν επίσης με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη (1770-1843), τον Ιωάννη Γκούρα (1771-1826), τον Αλέξανδρο Σούτσο (1803-1868), το Νεόφυτο Δούκα, το Γρηγόριο Κωνσταντά κ.ά., ενώ μαθητές του αναδείχτηκαν σε σημαντικές προσωπικότητες της ελληνικής διανόησης, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο (1815-1891) και τον Αλέξανδρο Ρ. Ραγκαβή.

Ο Γεννάδιος παντρεύτηκε την Άρτεμη Μπενιζέλου, κόρη του Προκοπίου Μπενιζέλου της μεγάλης αθηναϊκής οικογένειας των Μπενιζέλων, και απέκτησε μαζί της 8 παιδιά (4 γιους και 4 κόρες), τα περισσότερα από τα οποία διακρίθηκαν στην πολιτική, στις τέχνες και στα γράμματα.

Το 1854 πέθανε στην Αθήνα κατά τη διάρκεια μιας επιδημίας χολέρας.

 

Εργογραφία:

 

Έγραψε: “Γραμματική της αρχαίας Ελληνικής γλώσσης” (1832) και επιμελήθηκε τη “Σύνοψιν της Ιεράς Ιστορίας” (1835) και την “Κατήχησιν ή Ορθόδοξον διδασκαλίαν της Ανατολικής Εκκλησίας”(1835).

Μετέφρασε τα έργα: “Πρώτη τροφή του υγιούς ανθρωπίνου νοός” (1819), “Ελληνικά τα εξαιρετώτερα της Ελληνικής Ιστορίας μέχρι του Πελοποννησιακού πολέμου”(1850), “Ελληνική Γραμματολογία”(1851) και “Στοιχειώδης πραγματεία περί των χρεών του ανθρώπου” (1853).

Μερικά από τα σημαντικότερα βιογραφικά σημειώματα για το Γεώργιο Γεννάδιο εντοπίζονται στα ακόλουθα έργα: Γούδας, Α., Βίοι παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών 2 (Αθήνα 1874), σελ. 311-338, και Σφώκος, Κ., «Γεώργιος Γεννάδιος», Εθνικόν Ημερολόγιον 6 (1891), σελ. 193-204, και B.J., “Georges Gennadios”, La Bibliophilie 11-12 (1883), σελ. 291-293, και B.J., “Georges Gennadios”, La Bibliophilie 13 (1883), σελ. 330-332, και Αναστασιαδής, Ξ. (Γεννάδιος Ιωάννης), Γεωργίου Γενναδίου βίος, έργα, επιστολαί (Παρίσι 1926).

 

Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος
 
 
 
 Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών  1895H Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (ΕΒΕ) ιδρύθηκε τυπικά με το Διάταγμα, που εκδόθηκε στις 15 Μαΐου 1832,  με την επωνυμία «Δημοσία Βιβλιοθήκη» και με Διευθυντή το Γεώργιο Γεννάδιο, που έφερε τον τίτλο του «Επιστάτου». Οι πρώτες «Σκέψεις περί σχηματισμού Εθνικής Ελληνικής Βιβλιοθήκης» δημοσιεύτηκαν από το φιλέλληνα Ιω. Μάγερ σε άρθρο του στα «Ελληνικά Χρονικά» του Μεσολογγίου, τον Αύγουστο του 1824. Η ιδέα υλοποιήθηκε το 1829 από τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος συμπεριέλαβε τη Βιβλιοθήκη μαζί με τα άλλα πνευματικά Ιδρύματα -Σχολεία, Εθνικό Μουσείο, Τυπογραφία- στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας, και ανέθεσε την επιστασία της στον Ανδρέα Μουστοξύδη, Πρόεδρο της Επιτροπής του Ορφανοτροφείου, Έφορο και Διευθυντή του Εθνικού Μουσείου, Έφορο του Κεντρικού Σχολείου κ.λπ.

Στο τέλος του 1830 η Βιβλιοθήκη, που χαρακτηριζόταν από τον ίδιο το Μουστοξύδη ως Εθνική Βιβλιοθήκη, αριθμούσε 1.018 τόμους εντύπων βιβλίων, που είχαν συλλεγεί μετά από έκκληση των Αρχών προς όλους τους Έλληνες και φιλέλληνες, προς τους διοικητές και προς τις μονές της χώρας. Το 1834 η Βιβλιοθήκη μεταφέρθηκε στη νέα πρωτεύουσα του Κράτους, την Αθήνα, και στεγάστηκε προσωρινά στο κτίσμα του Λουτρού (στη Ρωμαϊκή Αγορά) και αργότερα στην εκκλησία του Αγίου Ελευθερίου (δίπλα στη Μητρόπολη) και σε άλλα κτίρια.

Παράλληλα με την κρατική μέριμνα για τον εμπλουτισμό της με αγορές ιδιωτικών βιβλιοθηκών, όπως αυτή του Δημ. Ποστολάκα (1.995 τόμοι), η Βιβλιοθήκη δέχτηκε πολλές δωρεές βιβλίων, όπως αυτές των Χριστόφ. και Κωνστ. Σακελλαρίου (5.400 τόμοι), του Μάρκου Ρενιέρη (3.401 τόμοι) κ.ά. Το 1842 η Δημόσια Βιβλιοθήκη (με 35.000 τόμους) ενοποιήθηκε με τη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου (15.000 τόμους) και συστεγάστηκαν, μαζί με τη Νομισματική Συλλογή, στο νέο κτίριο του Οθώνειου Πανεπιστημίου. Πρώτος Έφορος (Διευθυντής) ορίστηκε ο Γεώργιος Κοζάκης-Τυπάλδος, που παρέμεινε στη θέση αυτή ως το 1863. Την εποχή αυτή η Βιβλιοθήκη εμπλουτίστηκε με σημαντικές δωρεές σπάνιων ξενόγλωσσων βιβλίων. Με το βασιλικό διάταγμα του 1866 οι δύο Βιβλιοθήκες συγχωνεύτηκαν και διοικητικά σε μία, με τον τίτλο «Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος«.

Στις 16 Μαρτίου 1888 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος του νεοκλασσικού μαρμάρινου κτηρίου, που χρηματοδοτήθηκε από τους Κεφαλλήνες αδελφούς Παναγή, Μαρίνο και Ανδρέα Βαλλιάνο. Η Βιβλιοθήκη παρέμεινε στο κτήριο του Πανεπιστημίου μέχρι το 1903, οπότε μεταφέρθηκε στο νέο λαμπρό κτήριο, που σχεδιάστηκε από το Θεόφιλο Χάνσεν και οικοδομήθηκε με γενική επίβλεψη του Ερνέστου Τσίλλερ.

Σήμερα η Εθνική Βιβλιοθήκη εξακολουθεί να στεγάζεται στο Βαλλιάνειο κτίριο, στο κέντρο της Αθήνας (Πανεπιστημίου 32, Αθήνα) καθώς και σε δύο άλλα κτίρια (Αγία Παρασκευή – Νέα Χαλκηδόνα) και η πολύτιμη, στο σύνολό της, Συλλογή του υλικού της περιλαμβάνει το γραπτό εθνικό πολιτιστικό θησαυρό της Ελλάδας.

Πηγές

  • «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών»,  Υπό Αναστασίου Ν. Γούδα, . Τόμος Β’: Παιδεία. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Μ. Π. Περίδου, 1870.
  • Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού.
  • «Γεννάδειο» 1ο Πειραματικό Γενικό Λύκειο Αθηνών.
  •  Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος.

Read Full Post »

Διδακτικά βιβλία Αλληλοδιδακτικών και Ελληνικών σχολείων (1828-1832)


 

   Η εκπαίδευση στην  Αργολίδα επί Καποδίστρια (1828-1832)

                                                                 

Διδακτικά βιβλία Αλληλοδιδακτικών σχολείων

 

Αρμόδιες για τα διδακτικά βιβλία και το εποπτικό υλικό των αλληλοδιδακτικών σχολείων, σύμφωνα με το 46 διάταγμα, ήσαν η Α’ και Γ’ Επιτροπή. Και τα τέσσερα μέλη της Α’ Επιτροπής ήσαν αρχιερείς: Ο Αιγίνης Γεράσιμος, ο Ταλαντίου Νεόφυτος, ο Ρεθύμνης Ιωαννίκιος και ο Κυρήνης Παρθένιος. Σ’ αυτήν ανατέθηκε η σύνταξη θρησκευτικών σχολικών βιβλίων (Ευχολογίου, Σύνοψης και Κατήχησης), με βάση το σχέδιο που είχε εκπονήσει ένας άλλος αξιόλογος εκκλησιαστικός άνδρας και λόγιος της εποχής, ο Βαρθολομαίος Κουτλουμουσιανός.

Στην Γ΄ ή «Επί της Προπαιδείας Επιτροπήν», αποτελούμενη από τον Henri Auguste Dutróne, τον Ιωάννη Κοκκώνη και το Νεόφυτο Νικητόπουλο, συμμετείχε ο πρόεδρος του Ορφανοτροφείου της Αίγινας Ανδρέας Μουστοξύδης. Σ’ αυτήν ανατέθηκε το σημαντικό έργο «των βιβλίων και των αντικείμενων, όσων η Κυβέρνησις έχει χρείαν διά να οργανίση ακολούθως τα αναγκαία εις την Επικράτειαν αλληλοδιδακτικά σχολεία». Όφειλε επίσης να λάβει όλα τα μέτρα, ώστε να εφοδιαστούν τα αλληλοδιδακτικά εκπαιδευτήρια με ομοιόμορφους πίνακες. Στις αρμοδιότητες της ήταν και η εποπτεία των μεταφράσεων ξένων βιβλίων που εκπονούσαν ο Κοκκινάκης, ο Ρωσσέτος και ο Σκαρλάτος. Στη συνεδρίαση της 8 Δεκεμβρίου 1829 ο Ιωάννης Κοκκώνης έθεσε θέμα για τα βιβλία όλων των μαθημάτων που έπρεπε να εισαχθούν στα σχολεία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Πρότεινε μάλιστα ότι τα «εις αυτά χρειαζόμενα είναι πίνακες αναγνώσεως και αριθμητικής, υποδείγματα γραφής, απάνθισμα Ιερού Ευαγγελίου, Κα­τηχήσεως μικράς και των τριπλών καθηκόντων του άνθρωπου, περί ιστορίας της πα­λαιάς γραφής και της Ελλάδος». Πρέπει να σημειώσουμε ότι η επί της Προπαιδείας Επιτροπή, παρά τις επανειλημμένες συσκέψεις της, δεν είχε κατορθώσει μέχρι τον Ιούνιο του 1830 να αποστείλει τις θέσεις της στην κυβέρνηση. Η απόφαση της για τα βιβλία και το εποπτικό υλικό των σχολείων δε διασώθηκε· έμμεσα όμως πληρο­φορούμεθα τις θέσεις της από τον «Κατάλογον τών στελλομένων βιβλίων εις τα κατά την Έπικράτειαν Αλληλοδιδακτικά Σχολεία».

Από τα πρώτα βοηθήματα που εκδόθηκαν και αποκτούσαν οι διδάσκαλοι για την οργάνωση των αλληλοδιδακτικών σχολείων ήταν το «Εγχειρίδιον διά τ’ Αλληλοδιδακτικά Σχολεία ή Οδηγός τής Αλληλοδιδακτικής μεθόδου» του Sarazin, που μετέφρασε ο Ιωάννης Κοκκώνης.

Στα βασικά βιβλία για τη διδασκαλία των αλληλοδιδακτικών μαθημάτων συγκαταλέγονται:

«Νέα διαθήκη εις το απλούν, Νέα διαθήκη εις το Ελληνικόν, Περιλήψεις τον Ιερού Ευαγγελίου, Χριστιανικής διδασκαλίας Α’, Β΄ και Γ΄ τμήμα, Οδηγός της Γραμμικής Ιχνογραφίας, Σοφίας απάνθισμα, εκ του Κομμητά (Παλαιά Γεωγραφία, Νέα Γεωγραφία, Αλφαβητάριον, Εκλογάριον, Ονομαστικόν, Χρηστοήθεια, Αριθμητική, Επιτομή Παλαιάς Ιστορίας και Εκκλησιαστική Ιστορία».

Αναγνωστικά. Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Εν Πέστη 1827. Βιβλιοθήκη Γιώργου Γιαννούση.

Αναγνωστικά. Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Εν Πέστη 1827. Βιβλιοθήκη Γιώργου Γιαννούση.

 

Στα σχολεία αποστέλλονταν επίσης και τα ακόλουθα βιβλία για εμπλουτισμό των σχολικών βιβλιοθηκών: «Ιστορία τής Ελλάδος, Ιστορία τής Ρώμης, Βίος του προφήτου Δανιήλ, Βίος τον πατριάρχου Ιωσήφ, Ιστορία Μωϋσέως, Βοηθός τέκνον, Περίληψις Παλαιάς Διαθήκης, Προσευχητάριον, Μικρός Φιλόσοφος, Μικρή Άννα, Αναγνώστης, Χριστιανικαί Θεωρίαι, Παιδαγωγία, Αποθήκη των παίδων». Οι συγκυρίες της εποχής οδήγησαν αναγκαστικά στον εφοδιασμό των αλληλοδιδακτικών σχολείων με βιβλία προγενέστερων κυρίως εκδόσεων, όπως της δεκαεξάτομης παιδαγωγικής σειράς του Στεφάνου Κομητά, καθώς και βιβλίων τυπωμένων στη Μάλτα από το τυπογραφείο των Αμερικανών ιεραποστόλων. Τα βιβλία φυλάσσονταν σε βιβλιοθήκη του σχολείου. Αποκλειστικά για τη χρήση των διδασκάλων ήσαν η Παλαιά και η Νέα Διαθήκη, ο Οδηγός της αλληλοδιδακτικής μεθόδου και τα συγγράμματα διδασκαλίας της γραμμικής ιχνογραφίας, της γραμματικής και της κατήχησης. Τα βιβλία αποτελούσαν περιουσία του σχολείου και παραδίδονταν στους διδασκάλους· σε περίπτωση παραίτησης τους τα επέστρεφαν «σωστά και ακέραια». Μόνο τα «βιβλίδια» δίνονταν στους μαθητές, για να τα χρησιμοποιήσουν την ώρα του μαθήματος· εκτός του σχολείου όμως «δεν εκβάλλωνται ποτέ». Για την κατ’ οίκο μελέτη τους προμηθεύονταν τα βιβλία από το εμπόριο. Προβλέπεται επίσης από τον Οδηγό να δίδονται στους πτωχούς, επιμελείς και φρόνιμους μαθητές ως βραβεία «βιβλίδια» από τη σχολική βιβλιοθήκη, πάντοτε όμως με τη συναίνεση των διδασκάλων. Σε ορισμένες περιπτώσεις η βράβευση τους με «βιβλίδια», όπως Ιερές Συνόψεις, γινόταν από την κυβέρνηση.

  

Διδακτικά Βιβλία Ελληνικών σχολείων

 

Ο Κυβερνήτης φρόντισε επίσης για τη συγγραφή βιβλίων των τυπικών ή ελληνικών σχολείων. Με το υπ’ αριθ. 46 διάταγμα της 18 Οκτωβρίου 1829 συγκροτήθηκε επιτροπή από τον ιεροδιάκονο Γρηγόριο Κωσταντά και τους διδασκάλους Γεώργιο Γεννάδιο και Ιωάννη Βενθύλο. Έργο τους ήταν να παρουσιάσουν στην κυβέρνηση «Γραμματικήν και Ανθολογίαν των Εγκυκλίων μαθημάτων της Ελληνικής γλώσσης».

Η επιτροπή σε σύντομο χρονικό διάστημα στις 17 Νοεμβρίου 1829 ολοκλήρωσε τον κατάλογο με τα απολύτως αναγκαία βιβλία τα οποία η κυβέρνηση έπρεπε να προμηθευθεί από τη Γαλλία και τη Γερμανία, αξίας 600 ταλλήρων. Παράλληλα ετοίμασε «σχέδιον» με βιβλία για τη χρήση των σπουδαστών «της προπα­τορικής σοφίας».

Το ενδιαφέρον της επιτροπής επικεντρώθηκε στην έκδοση «Ανθολογίας» με κείμενα από τη θύραθεν γραμματεία. Τα ανθολογημένα κείμενα πεζογράφων και ποιητών έπρεπε να εκδίδονται σταδιακά κατά τομίδια και θα ανέρχονταν σε δεκαεννέα. Κρίθηκε μάλιστα σκόπιμο να συνοδεύονται με σύντομη βιογραφία του συγγραφέα και με επαρκείς γραμματικές και ετυμολογικές σημειώσεις για την καλύτερη κατανόηση τους. Η επιτροπή πρότεινε επίσης την έκδοση μιας σειράς συμπληρωματικών έργων που θα διευκόλυναν την αρχαιομάθεια των σπουδαστών, των εξής: «Λεξικόν σύντομον, μονότομον τής παλαιάς γλώσσης (οίον το του Schmidt). Γραμματικήν της ελληνικής γλώσ­σης (τεχνολογικόν – συντακτικόν). Συναγωγή των πρωτοτύπων λέξεων της Ελληνικής. Νέα Διαθήκη μετά σημειώσεων γραμματικών και άλλων. Μετρικήν. Ρητορικήν. Ποιητικήν. Φιλοσοφίαν. Ιστορίαν της Φιλοσοφίας. Εγκυκλοπαιδείαν και Μεθολογίαν της φιλολογίας. Ιστορίαν της Παιδαγωγίας, και κυρίως Παιδαγωγίαν. Διαιτητικήν.»

Από τον αριθμό και την ποικιλία προτεινομένων βιβλίων φαίνεται ο μονοδιάστατος εκπαιδευτικός προσανατολισμός των ελληνικών σχολείων προς την κλασική μόρφωση. Η ύλη και η δομή των αρχαίων συγγραμμάτων ήταν αποτέλεομα εμπεριστατωμένης έρευνας και μελέτης άξιων εκπαιδευτικών. Η επιτροπή, λαμ­βάνοντας προφανώς υπόψη την οικονομική αδυναμία του δημόσιου ταμείου, πρότεινε τη σταδιακή έκδοση τους σε τομίδια από τα «απλούστερα εις τα δυσκολότερα», έτσι ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες των μαθητών ανάλογα με την πρόοδο τους. Γεγονός είναι ότι υπήρχε η βούληση για την έκδοση αξιόλογης «Ανθολογίας» αρχαίων ελλήνων συγγραφέων.

Η κυβέρνηση πάντως μερίμνησε και εφοδίασε τα ελληνικά σχολεία, δημόσια και ιδιαίτερα, με αξιόλογα έργα αρχαίων ελλήνων συγγραφέων, αλλά και θετικών επιστημών τα βιβλία είχαν εκδοθεί στο σύνολο τους σχεδόν στο εξωτερικό πριν ή κατά τη διάρκεια του Αγώνα, όπως προκύπτει από τον «Κατάλογον των στελλομένων βιβλίων εις τά κατά τήν Έπικράτειαν Ελληνικά Σχολεία», τα εξής:

 «Λυκούργου κατά Αεωκράτους λό­γος, Απολλοδώρου κ.λ. Μυθολ. βιβλιοθήκη, Ευτροπίου επιτομή Ρωμαϊκής Ιστορίας, Αρριανού τά σωζόμενα, Οι δέκα ρήτορες, Θουκυδίδης, Τα αρέακοντα τοις φιλοσόφοις, Γενουησίου Μεταφυσική, Τακουεντίου Γεωμετρία, περί Συστήματος τού παντός, Αισχύνου Σωκρατικού διάλογοι, Αρριανού εις Έπίκτητον διατριβαί, Περί συγγενείας της Σλαβονορρωοσικής και Ελληνικής γλώσσης, Συλλογή παλαιών γεωγράφων, Σειρά μαθηματικών Καρανδηνού, Υγιεινά παραγγέλματα Καραθεοδωρή, Άτακτα Κοραή, Γεω­γραφία Ν. Θεοτόκη, Μαθηματική φυσική Κούμα, Επιτομή παλαιάς Ιστορίας Σιλλη-βέργου, Τό Δίκαιον τών Εθνών Βάτελλ, Εισαγωγή εις των Γραμματικήν, Σύλλεκτα έκ των Θουκυδίδου, Ηροδότου Ιστοριών, Επιτάφιοι λόγοι των παλαιών, Κριτικός επιστάσεις επί των παρεκβολών Νεοφύτου, Σχόλια εις το δ΄ του Γαζή, Πολυαίνου Στρα­τηγήματα, περί εκφωνήσεως των Ελληνικών στοιχείων, Ηθική Ν. Βάμβα, Συντακτικόν Σκαλιόρα, Ομήρου Ιλιάς, Όμηρου Οδύσσεια, Ιστορία Π. και Ν. Γραφής Γαλαγάνη».

Φτωχή πρέπει να ήταν η βιβλιοθήκη της ιδιαίτερης ελληνικής σχολής Άργους, του Παναγιώτη Κορδία. Ο Τοποτηρητής Αργούς, Ιωάννης Βρατσάνος, σημειώνει ότι «υστερείται όλα τα αναγκαία».

Η Γραμματεία Παιδείας διέθεσε στις αρχές Αυγούστου του 1832 στην ελληνική σχολή (έλληνικόν παιδευτήριον) Ναυπλίου εβδομήντα πέντε τόμους βιβλίων (τριάντα οκτώ τίτλοι) για τον εμπλουτισμό της σχολικής βιβλιοθήκης  καλούσε μάλιστα τους εφόρους της σχολής να τα παραλάβουν εγκαίρως από τις αποθήκες του Ναυπλίου.

 

Αδάμ Γ. Αθουσάκης, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828-1832», Εκδόσεις «Καταγράμμα», Κόρινθος, 2003.

 

 Σημείωση Επιμελητή


 

Παραθέτουμε ορισμένους τίτλους και μια σύντομη περιγραφή  από τα βιβλία του Σ. Κομμητά για να γίνει πιο κατανοητό το τη διδασκόταν στα αλληλοδιδακτικά σχολεία. 

  • Γεωγραφία Παλαιά, Περιέχουσα τας ονομασίας των τόπων, και πόλεων, και διαφόρων μερών της γής, οίον, επικρατειών, επαρχιών, ποταμών, θαλασσών, και των τοιούτων, καθώς τα ωνόμαζον οι παλαιοί.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκη. 1828.

  •  Γεωγραφία Νέα. Περιέχουσα τας εν γένει γεωγραφικάς θεωρίας εν επιτομή και εκάστου των γενικών μερών της γης τα διάφορα μέρη, Επικρατείας, Επαρχίας, ποταμούς, θαλάσσας, πόλεις, και ει τι τοιουτότροπον.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκη. 1828.

  •  Ελληνικά συλλεγέντα μετ΄ εκλογής εκ των Ελλήνων αρίστων Συγγραφέων. Οις προσετέθησαν και αναγκαίαι υποσημειώσεις, και Λεξικά, ονοματικόν τε και λεκτικόν, εις τε των δυσχερεών σαφήνειαν, και των Λέξεων εξήγησιν. Τόμος Α’.: Περιέχων εκ διαφόρων συγγραφέων διάφορα, οίον αστεία, μύθους, διηγήματα, διαλόγους, και τα τοιαύατ, χρήσιμα διά τους πρωτοπείρους. – Τόμος Β’.: Περιέχων εκ των Λουκιανού διαλόγων ε’, εκ των Πλάτωνος γ’, τον Πίνακα του Κέβητος, και εκ της Κύρου Παιδείας του Ξενοφώντος. – Τόμος Γ’.: Περιέχων εκ των παλαιών αρίστων ρητόρων λόγους τινάς κατ’ εκλογήν, και εκ των μεγάλων διδασκάλων της εκκλησίας Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Γρηγορίου του Θεολόγου, και Βασιλείου του μεγάλου.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών, τ. 1. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκη. 1828.

  • Μυθολογία, περιέχουσα, την Ιστορία των Θεών, την ιεροπραξίαν την προς αυτούς, και την ιστορίαν των Ηρωικών αιώνων.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών, Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, 1827.

  •  Αναγνωστικά. Ονομαστικόν. περιέχον όσα συμβάλλουσιν ου μόνον εις έτι ευχερεστέραν ανάγνωσιν εν επιγνώσει, αλλά και εις γνώσιν πραγμάτων οικιακών τε και φυσικών.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, ….Εν Πέστη … 1827.

  •  Αναγνωστικά. Εκλογάριον, περιέχον όσα συμβάλλουσιν εις ευχερή ανάγνωσιν εν επιγνώσει΄ οίον Αστεία, Μύθους, Ιστορίδια ηθικά, και των ενδοξοτέρων Ελλήνων τους βίους εν επιτομή.

Παιδαγωγικά μαθήματα.  Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκζ’. 1827.

  •  Εκκλησιαστική Ιστορία, περιέχουσα, τα αναγκαιότατα συμβεβηκότα εις την ιεράν Εκκλησίαν΄ οίον ΄ το κήρυγμα της πίστεως, τους διωγμούς, τας αιρέσεις. τας συνόδους, και τλ.

Παιδαγωγικά μαθήματα.  Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκζ’. 1827.

  •  Ελληνικά. Γραμματική, περιέχουσα τους Τύπους, τους αναγκαίους κανόνας της Τεχνολογίας, της Ετυμολογίας, της Συντάξεως, και της Συνθέσεως’ και Περί Ανωμάλων Ρημάτων.

Παιδαγωγικά μαθήματα.  Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών… Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, 1828.

 

Να τονίσουμε ότι ορισμένα από τα παραπάνω βιβλία είναι αυτά που διδάσκονταν στο Αλληλοδιδακτικό σχολείο του Άργους την εποχή που εξετάζουμε – άψογα διατηρημένα –  και ανήκουν στη συλλογή του Γιώργου Γιαννούση

Read Full Post »

Ιδιαίτερη αλληλοδιδακτική «Γυναικεία Σχολή» Ναυπλίου της Ελένης Δανέζη


 

Η εκπαίδευση στην  Αργολίδα επί Καποδίστρια (1828-1832)

              Ιδιαίτερη αλληλοδιδακτική «Γυναικεία Σχολή» Ναυπλίου της Ελένης Δανέζη

 

Τρεις μήνες περίπου μετά την άφιξη του Καποδίστρια στο Ναύπλιο παρουσιάζονται ευοίωνες προοπτικές για την πορεία της γυναικείας εκπαίδευσης στην Αργολίδα, με την ίδρυση σχολής θηλέων στην έδρα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Η δασκάλα Ελένη Δανέζη προχωρεί με συντονισμένες ενέργειες στη σύσταση αλληλοδιδακτικού σχολείου στο Ναύπλιο. Με αναφορά στις 17 Απριλίου 1828 γνωστοποιεί στη Γενική Γραμματεία της Επικράτειας τις προθέσεις της και παράλληλα υποβάλλει «Όργανισμόν της γυναικείας αλληλοδιδακτικής σχολής, καθώς και τον κατάλογον των συνδρο­μητών αυτής…». Με πρωτοβουλία επομένως της «διδασκάλου» Ελένης Δανέζη και την οικονομική ενίσχυση οκτώ αρχικά κατοίκων της πόλης, οι οποίοι συγκέντρωσαν ποσό 800 γροσιών, ιδρύθηκε η πρώτη «γυναικεία σχολή» Ναυπλίου. Η ίδια εκφράζει την αισιοδοξία ότι οι συνδρομητές «εντός ολίγου θέλει πολλαπλασιασθή». Πράγματι, το έτος 1832 ο κατάλογος των συνδρομητών παρουσιάζεται αρκετά διευρυμένος με είκοσι έξι «ευπειθείς πολίτας» του Ναυπλίου, οι οποίοι αποβλέπουν «εις την συγκρότησιν Σχολείου κατά τε την ευμάθειαν και καλλωπισμόν της Κορασιακής Νεολαίας». 

Παρά τον ιδιωτικό χαρακτήρα της σχολής, η κυβέρνηση έρχεται αρωγός σ’ αυτή την εκπαιδευτική προσπάθεια στο μέτρο των δυνατοτήτων της. Η λειτουργία της σχολής άρχισε αμέσως μετά τη σύσταση της, τον Απρίλιο του 1828, και με μικρά διαστήματα παύσεων υφίσταται καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου που εξετάζομε. Η λειτουργία της συνεχίστηκε και κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας.

Καινοτομία για τα εκπαιδευτικά δεδομένα της εποχής αποτελεί ο «Οργανισμός της Γυναικείας Σχολής» Ναυπλίου. Τέθηκε σε ισχύ από την έναρξη λειτουργίας της και αποτελεί αδιάσειστο στοιχείο σοβαρής υποδομής και υπεύθυνης αντιμετώπισης της εκπαίδευσης των κοριτσιών απ’ όλους τους ιδρυτικούς της παράγοντες. Είναι συνοπτικός και καθορίζει τις βασικές αρχές που διέπουν τη λειτουργία της. Στον οργανισμό αυτό γίνεται λόγος για το σκοπό, τη μέθοδο, τα μαθήματα, τους μαθητές (ηλικία, φύλο, οικονομικές υποχρεώσεις), τους διδασκάλους, τους εφόρους και τα εισοδήματα που απαιτούνταν για τη συντήρηση της.

Ο οργανισμός φέρει ημερομηνία 17 Απριλίου 1828, αποτελείται από έντεκα άρθρα και υπογράφεται από τη δασκάλα Ελένη Δανέζη. Στο Α’ άρθρο αναφέρεται: «Σκοπούμενον του καταστήματος τούτου είναι ή εκπαίδευσης των Κορασιών». Η σαφήνεια με την οποία τίθεται ο σκοπός της σχολής δεν αφήνει περιθώρια για τυχόν παρεκκλί­σεις. Αξίζει να μνημονευθεί ότι με το άρθρο Δ’ λαμβάνεται ιδιαίτερη πρόνοια για τις οικονομικά ασθενείς τάξεις, οι οποίες απαλλάσσονται από την καταβολή διδάκτρων.

Δε γνωρίζομε κατά πόσο εφαρμόστηκε αυτή η επαγγελία. Το ενδιαφέρον στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι η οικονομική αδυναμία των ελληνικών οικογενειών δε δημιουργεί φραγμούς στην εκπαίδευση των κοριτσιών τους. Η αλληλοδιδακτική σχολή της Ελένης Δανέζη είναι η πρώτη γυναικεία σχολή της περιόδου αυτής, της οποίας η λειτουργία διέπεται από επίσημο «Οργανισμόν».

 

Στέγαση ιδιαίτερης αλληλοδιδακτικής «Γυναικείας σχολής» Ναυπλίου


 

Η σχολή δεν αντιμετώπισε άμεσα προβλήματα στέγασης κατά το αρχικό στάδιο της λειτουργίας της. Τον Ιούλιο του 1830, κατά τη μαρτυρία του Διοικητή Ναυπλίας, Νικολάου Γερακάρη, «το σχολείον των παρθένων (Ναυπλίου) περιθάλπεται παρά της Σ. Κυβερνήσεως με μόνον το δημόσιον κατάστημα». Η κυβέρνηση παραχώρησε εθνική οικία για τη στέγαση της. Η απουσία εξάλλου από τον οργανισμό της σχολής σχετικού άρθρου, μας οδηγεί στην υπόθεση ότι το θέμα αυτό είχε διευθετηθεί έγκαιρα. Το οίκημα όμως δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις της αλληλοδιδακτικής μεθόδου, διότι «είναι στενόχωρον και εις θέσιν μη αρμοδίαν διά παρθένους». Η ακαταλληλότητα του και η παντελής έλλειψη σχολικών «επίπλων» επιδεινώνουν την κατάσταση. Δε διέθετε ούτε «θρανία ουδέ γραφεία». Συμπεραίνουμε ότι η γραφή γινόταν «επί των γονάτων».

Το Μάιο του 1832, είκοσι έξι πολίτες του Ναυπλίου, προφανώς γονείς των μαθητριών, αναφέρουν στον Κυβερνήτη ότι το σχολείο «διαμένει ήδη έν άεργεία» εξαιτίας της έλλειψης κατάλληλου οικήματος. Η δυσλειτουργία της κυβέρνησης ώθησε τους γονείς να αναλάβουν πρωτοβουλίες και να επιλέξουν νέο κατάστημα, «το παρά τη πηγή γειτνιάζον εθνικό οίκημα τής πάλαι Αστυνομίας, εν τω όποίω έγεγόνασι αί εδραίαι έργασίαι». Η συγκεκριμένη προσπάθεια δεν απέδωσε, διότι το επισκευασθέν αυτό οίκημα, ως εθνικό, δημοπρατήθηκε και κατακυρώθηκε στον Ρόδιο. Την ίδια τύχη είχε και η υπ’ αριθ. 638 εθνική οικία, στην οποία λειτουργούσε το «σχολείο κορασίδων» μέχρι τον Απρίλιο του 1832, «οτε κατασχεθέντος και τούτου του οικήματος παρά του Στρατηγού Γαρδικιώτου, έμειναν χωρίς οίκημα και αι εργασίαι διεκόπησαν». Κάτω από τα δεδομένα αυτά οι γονείς ζητούν επίμονα από την κυβέρνηση το οίκημα «από το όποιον προ ολίγου από τον Ρόδιον εξώσθηοαν», επειδή το θεωρούσαν ως το πλέον κατάλληλο για σχολείο «διδασκομένων Νεανίδων».

Τη διερεύνηση της υπόθεσης ανέθεσε η κυβέρνηση στο διοικητή Ναυπλίας, ο οποίος αποφάνθηκε ότι παράνομα ο Ρόδιος ιδιοποιείται την εθνική οικία, διότι δε διαθέτει «πωλητήριον», και κατά συνέπεια «ή έκποίησις αύτη μένει ατελεύτητος». Με το πόρισμα του συμφωνεί η Γραμματεία Παιδείας. Εισηγείται μάλιστα στη Διοικητική Επιτροπή την παραχώρηση της εθνικής οικίας για τη στέγαση της «γυναικείας σχολής» Ναυπλίου, με το σκεπτικό «ότι ό σκοπός διά τον όποιον ζητούν οι πολίται το οίκημα τούτο, αποβλέπει την εκπαίδευσιν των νεανίδων, πράγμα τόσον ουσιώδες και σύμφωνον με όσα ή Σ. Διοίκησις διέταξεν ήδη προς την πρόοδον της παιδείας».

Τελικά μετά από πολλές διαβουλεύσεις η Διοικητική Επιτροπή αποφάσισε: «το εθνικόν οίκημα το παρά την πηγήν και την εκκλησίαν του αγίου Σπυρίδωνος, προσδιορισθέν, κατ αρχάς διά σχολείον των Κορασιών προσδιορίζεται και ήδη, διά να χρησιμοποιηθή προς τον σκοπόν τούτον». Ο σχολικός χώρος βρισκόταν σε πλήρη αρμονία με τα οριζόμενα από τον Οδηγό της αλληλοδιδακτικής μεθόδου. Η γειτνίαση του τόσο με την πηγή και ιδιαίτερα με το ναό του Αγίου Σπυρίδωνος αποτέλεσε ίσως βασικό κριτήριο επιλογής του συγκεκριμένου κτιρίου από τους γονείς των μαθητριών. Η διάθεση του δεν πρέπει να διήρκεσε πολύ. Έτσι οι γονείς των μαθητριών επανέρχονται με αναφορά τους, τον Απρίλιο του 1833, προς την Αντιβασιλεία, χωρίς να βρουν ανταπόκριση. Η λειτουργία της συνεχίστηκε σε ιδιωτικό χώρο « εις βάρος των γονέων των στελλόντων εις  αυτό τα κοράσια των».

 

 Διδακτικό προσωπικό


 Δασκάλες ιδιαίτερης αλληλοδιδακτικής «Γυναικείας Σχολής» Ναυπλίου

Με το Ε’ άρθρο του οργανισμού της σχολής καθορίζεται το διδακτικό προσωπικό της και τα καθήκοντα του: «Η σχολή έχει μίαν διδάσκαλον και μίαν υποδιδάσκαλον. Η υποδιδάσκαλος εις τα γράμματα είναι διδάσκαλος εις τας γυναικείας τέχνας». Είναι αξιοσημείωτο ότι οι διδακτικές υποχρεώσεις της «υποδιδασκάλου» προβλέπο­νται από τον οργανισμό με σαφήνεια και δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της «διδασκά­λου».

Στον κατάλογο των διδασκομένων κορασιών «εν τη ιδιαιτέρα σχολή του Ναυπλί­ου», της 29 Νοεμβρίου 1829, γίνεται λόγος μόνο για τη δασκάλα Ελένη Δανέζη. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Διοικητή Ναυπλίας, Νικολάου Γερακάρη, η «γυναικεία σχολή» Ναυπλίου «σχολαρχεΐται» τον Ιούλιο του 1830 από την Ελένη Δανέζη και την ανιψιά της Αργυρή, οι οποίες κατάγονταν από τα Χανιά Κρήτης. Συμπληρωματικά στοιχεία παρέχει ο επιθεωρητής των διδακτικών καταστημάτων Πελοποννήσου Ιωάν­νης Κοκκώνης, το Δεκέμβριο του 1830: «Η κυρία Ελένη Δανέζη μετά της ανεψιάς της Αργυρούλας Χαραλάμπους έχουσι σχολείο εις Ναύπλιον […] και αι δύο αύται κυρίαι εμαθήτευσαν την μέθοδον εις τα Κύθηρα, όπου εδίδαξαν 3 έτη και γράφουσι και εκφράζονται όποσουν καλώς εις  την γλώσσάν μας. Η νεάνις Αργυρούλα εσπούδασεν ολίγα ελληνικά».

Η Ελένη Δανέζη και η ανιψιά της Αργυρούλα Χαραλάμπους, διευθύντρια και υποδι­δάσκαλα αντίστοιχα, διέθεταν κάποια ουσιαστικά διδακτικά προσόντα. Αλληλοδιδασκάλες και οι δύο διδάχθηκαν τη μέθοδο στα Ιόνια νησιά και συγκεκριμένα στα Κύθηρα, όπου στη συνέχεια απέκτησαν τριετή διδακτική εμπειρία. Οι επιδράσεις που δέχθηκαν από το εκπαιδευτικό σύστημα που ίσχυε εκεί είναι εμφανείς στη «γυναικεία σχολή» Ναυπλίου. Οι διδακτικές τους ικανότητες συμπληρώνονται με την ευχέρεια στο γραπτό και προφορικό λόγο, απαραίτητα προσόντα για τις αλληλοδιδασκάλες που διευθύνουν σχολεία. Η Αργυρούλα Χαραλάμπους, εκτός από την σπουδή των ελληνικών, διέθετε και τις απαραίτητες για τα αλληλοδιδακτικά σχολεία των θηλέων γνώσεις ραπτικής, προσαρμοσμένες μάλιστα στην αλληλοδιδακτική μέθοδο. Η Ελένη Δανέζη συνέχισε την εκπαιδευτική της δραστηριότητα και κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας. Το έτος 1834 έλαβε από την εξεταστική επιτροπή των δημοδιδασκάλων πτυχίο δημοδιδασκάλισσας γ΄ τάξης με το χαρακτηρισμό «καλή».

 

 Μισθοδοσία διδασκαλισσών


Τα αλληλοδιδακτικά παρθεναγωγεία που λειτούργησαν στην Αργολίδα, με εξαίρεση τη σχολή θηλέων της Πρόνοιας, ήσαν ιδιαίτερα έτσι η μισθοδοσία του διδακτικού τους προσωπικού στηρίζεται στα δίδακτρα των μαθητών και στις συνεισφορές των πολιτών.

Η ρύθμιση των αποδοχών του διδακτικού προσωπικού της αλληλοδιδακτικής «γυναικείας σχολής» Ναυπλίου ανήκει σύμφωνα με τον οργανισμό της στα χρέη των εφόρων, οι οποίοι υποχρεούνται «να συμφωνούσι και να πληρώνουσι τον προσδιοριζόμενον μισθόν εις τας διδασκάλους». Η μισθοδοσία επομένως της Ελένης Δανέζη και της Αργυρούλας Χαραλάμπους ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας τους με τους σχολικούς εφόρους.

Στα κύρια εισοδήματα της σχολής περιλαμβάνονταν οι συνεισφορές «των φιλόμου­σων» και «ή διά την διδασκαλίαν κατά μήνα πληρωμή των ευκατάστατων κορασιών». Για τα δίδακτρα των μαθητριών ο οργανισμός προβλέπει: «Τα κοράσια των ευκαταστάτων πληρώνουσι εκαστον ανά γρόσια πέντε τον μήνα. Μόνα των πτωχών διδά­σκονται άμισθί». Αν λάβουμε υπόψη ότι από τα τριάντα τρία κορίτσια που ήσαν έτοιμα να καταταχθούν στη σχολή αμέσως μετά τη σύσταση της, τον Απρίλιο του 1828, τα δώδεκα μόνο ήσαν ευκατάστατα, αντιλαμβανόμαστε ότι η μισθοδοσία των διδασκαλισσών προερχόταν κυρίως από τις συνδρομές «των φιλόμουσων πολιτών».

 

Μαθητικό δυναμικό


 

Σχετικά με τον αριθμό των κοριτσιών που επρόκειτο να εγγραφούν στην ιδιαίτερη αλληλοδιδακτική «γυναικεία σχολή» Ναυπλίου κατά την έναρξη λειτουργίας της, αξιόπιστη είναι η μαρτυρία της δασκάλας Ελένης Δανέζη: «Κατά το παρόν είναι έτοιμα να καταταχθώσιν εις  την σχολήν έως τριάκοντα τρία […] Δεν έχω καμμίαν αμφιβολίαν ότι εν διαστήματι, δύο ή τριών μηνών, ό αριθμός θέλει είναι… τετραπλάσιος».

Σκοπός της σχολής, σύμφωνα με τον οργανισμό της, είναι «ή εκπαίδευσις των κορασίων», τα οποία γίνονται δεκτά «από εξ μέχρι δεκαπέντε ετών». Επιφορτισμένοι με την εγγραφή των μαθητριών είναι οι έφοροι, και μόνο κατόπιν «έγγραφου άδειας» τους γίνονται δεκτές στη σχολή. Κατά το Δ’ άρθρο του οργανισμού υποχρεούνται να καταβάλλουν δίδακτρα «τα κοράσια των ευκατάστατων», όχι όμως και των «πτωχών» γονέων τα οποία «διδάσκονται άμισθί».

Ο Διοικητής Νικόλαος Γερακάρης σε έκθεση του, τον Ιούλιο του 1830, αναφέρει ότι η Ελένη Δανέζη «μεταξύ των παρθένων διδάσκει και τίνα αρσενικά βρέφη». Το σύνολο «των μαθητευομένων συνίσταται εις είκοσι πέντε μαθήτριας και δέκα πέντε μαθητάδια». Παραπλήσια εικόνα συναντούμε το Δεκέμβριο του 1830. Σύμφωνα με την έκθεση του Ιωάννη Κοκκώνη εκείνη την περίοδο φοιτούν «25 κο­ράσια καί 20 άγόρια». Παρά τις αισιόδοξες επομένως προβλέψεις της Ελένης Δανέζη για τετραπλασιασμό των μαθητριών της σε σύντομο χρονικό διάστημα, δεν κατόρθωσε τελικά να διπλασιάσει το μαθητικό δυναμικό της σχολής.

Αν και κατά τον πρώτο χρόνο της λειτουργίας της ήταν αμιγής «κορασιών», σταδιακά παρουσιάζει εικόνα μεικτού σχολείου, έτσι ώστε μετά από δύο χρόνια τα ποσοστά των αγοριών έφτασαν να ισοδυναμούν με εκείνα των κοριτσιών.  Διαπι­στώνεται επίσης ότι η ισχύς του οργανισμού της σχολής ατονεί, καθώς η λειτουργία της απομακρύνεται από βασικά άρθρα του που αφορούν στο σκοπό, στην ηλικία και στο φύλο των εκπαιδευομένων. Η εφαρμογή της συνεκπαίδευσης στη «γυναικεία σχολή» Ναυπλίου και η μείωση κατά δύο έτη της ηλικίας των μαθητών, απέβλεπαν στην αύξηση του μαθητικού δυναμικού και κατά συνέπεια στη συγκέντρωση περισσοτέρων εσόδων.

 Από τους τόπους καταγωγής των μαθητών αποκτούμε αμυδρή εικόνα της πληθυσμιακής σύνθεσης της πόλε­ως Ναυπλίου. Από τους 47 μαθητευομένους δύο μόνο, η Ελένη Λυμπερίου 11 ετών και ο Αθανάσιος Γεωργίου 12 κατάγονται από το Ναύπλιο, ενώ «οι υπόλοιποι αντιπροσωπεύουν ένα ευρύτατο φάσμα περιοχών, με έντονη οπωσδήποτε διαφορά πολιτισμικής στάθμης». Συγκεκριμένα οι μαθητευόμενοι προέρχονται από είκοσι τρεις πόλεις και κωμοπόλεις του ελεύθερου και αλύτρωτου ελληνισμού: 17 (ποσοστό 36,17%) κατάγονται από την Πελοπόννησο, εκ των οποίων 6 (12,76%) μόνο από την Αργολίδα και την Κορινθία. Ικανός αριθμός, 15 (31%), προέρχεται από το νησιωτικό και 13 (27,65%) από τον ηπειρωτικό χώρο.

 

 Αδάμ Γ. Αθουσάκης, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο 1828-1832», Εκδόσεις «Καταγράμμα», Κόρινθος, 2003.

Read Full Post »

Πύρρος Διονύσιος ο Θετταλός (1774 ή 1777 – 1853)


 

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος

Ο Διονύσιος Πύρρος γεννήθηκε το1774 ( ή 1777) στην Καστανιά Τρικάλων. Σε ηλικία πέντε ετών ορφανεύει από τον πατέρα του. Έχει έναν αδελφό, τον ιερομόναχο Ιωακείμ. Το πατρικό του όνομα είναι Πούρος ή Μπούρος. Έμεινε όμως στην ιστορία ως Διονύσιος Πύρρος ό Θετταλός. Τα πρώτα του γράμματα τα μαθαίνει στην Καστανιά και αργότερα χειροτονείται ιεροδιάκονος στη μονή Μεταμορφώσεως των Μετεώρων από τον Αμβρόσιο, πρώην Τρίκκης. Τώρα αρχίζει το μεγάλο του ταξίδι. Ο Πύρρος πηγαίνει στα Τρίκαλα για να διδαχθεί την ελληνική γραμματική από τον Κοζανίτη Στάμκο. Σε λίγο καιρό πηγαίνει στον Τύρναβο για να παρακολουθήσει τα μαθήματα του Ιωάννη Πέζαρου. Ξεκινά η μεγάλη περιοδεία του. Θεσσαλία, Μακεδονία, Άγιο Όρος, Λήμνος, Τένεδος, Θράκη. Ολοκληρώνεται με την άφιξή του στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, αφού εργάζεται στην αρχή ως οικοδιδάσκαλος και αργότερα ως γραμματέας του μητροπολίτη Χαλκηδόνας Ιερεμία, χειροτονείται ιερέας από τον μητροπολίτη Δέρκων Γρηγόριο και στη συνέχεια μαζί με τον αδελφό του Ιερομόναχο Ιωακείμ, αναχωρεί για τα Ιεροσόλυμα, επιθυμώντας να επισκεφθεί τους Αγίους Τόπους. Για δύο χρόνια ( 1803-1805)  παραμένει στις Κυδωνίες προκειμένου να παρακολουθήσει μαθήματα στο κέντρο ελληνικής παιδείας. Ένα φημισμένο σχολείο της εποχής. Εκεί, διδάσκεται μαθηματικά, φυσική και φιλοσοφία από τον Βενιαμίν τον Λέσβιο και αρχαίους Έλληνες συγγραφείς από τον Γρηγόριο.

Σειρά έχει η Χίος, όπου συμπληρώνει την μόρφωσή του με μαθήματα ρητορικής, θεολογίας και αστρονομίας από τον Ιωάννη Τσελέπη. Επιστρέφει στην Μικρά Ασία για να διδάξει αυτή την φορά, μετά από αίτημα των Σμυρναίων να σταλεί ιερομόναχος δάσκαλος. Διδάσκει για μικρό διάστημα, αλλά η ανήσυχη ψυχή του ζητά κι άλλες γνώσεις, κι άλλη μόρφωση. Φεύγει για την Ιταλία. Εφοδιασμένος με συστατικές επιστολές προυχόντων της Χίου προς τους εμπόρους του Λιβόρνο, σπάει την αλυσίδα των ταξιδιών του στην Ελλάδα και ξεκινά να αποκτήσει νέες εμπειρίες και γνώσεις  στην Ευρώπη.

Έρχεται στην πατρίδα του και σε λίγο, διά μέσου Κέρκυρας φθάνει στην Νεάπολη. Συνεχίζει το ταξίδι του –μετά λίγες ημέρες-προς την Τοσκάνη. Εκεί δέχεται πρόταση των Ορθοδόξων του Λιβόρνο να αναλάβει ως εφημέριος της τοπικής εκκλησίας, για τους επόμενους οκτώ μήνες. Στη συνέχεια, επισκέπτεται την Πίζα, την Φλωρεντία, την Μπολόνια και το Μιλάνο. Παρακολουθεί πρακτικά μαθήματα αστρονομίας και μαθηματικών.

Στον επόμενο σταθμό του, την Παβία, εγγράφεται στο πανεπιστήμιο (1807) και σπουδάζει ιατρική και φιλοσοφία. Στις 14 Απριλίου 1813, λαμβάνει το διδακτορικό του δίπλωμα. Το επόμενο χρονικό διάστημα παρακολουθεί μαθήματα, ως ακροατής, στις Ακαδημίες Μιλάνου και Πάδοβας. Ολοκληρώνει τις σπουδές του και την περιοδεία του στην Ευρώπη, στο πανεπιστήμιο της Βιέννης όπου θα φτάσει δια μέσου Βενετίας και Τεργέστης. Αποφασίζει να επιστρέψει στην Ελλάδα, δια μέσου Μιλάνου. Σκοπεύει να εγκατασταθεί στην Χίο και να ασκήσει το επάγγελμα του γιατρού. 

Όμως, από την Ιταλία θα πάει τελικά στην Ζάκυνθο για να καταλήξει στην Πάτρα. Επόμενος σταθμός – λόγω περιέργειας – η Αθήνα. Μετά από παρακίνηση του Μητροπολίτη Αθηνών Γρηγορίου Δ΄ του Λέσβιου, παρατείνει την παραμονή του στην πόλη. Ο ηγούμενος της μονής των Αγίων Ασωμάτων Διονύσιος Πετράκης, τον πείθει να μείνει και να διδάξει ιατρική, φυσικές επιστήμες και φιλοσοφία. Παραμένει στην Αθήνα από το 1813 μέχρι το 1815. Ιδρύει το πρώτο επιστημονικό σχολείο, από όπου απεφοίτησαν οι πρώτοι γιατροί και ένα βοτανικό κήπο με 300 είδη φυτών καθώς κι ένα ορυκτολογικό μουσείο στο σπίτι του Δημήτρη Καλλιφρονά.

To 1815 η επιστημονική σχολή Αθηνών έχει εγκαταλειφθεί και ουσιαστικά έχει διαλυθεί, για οικονομικούς λόγους. Μετά από μια οκτάμηνη παραμονή του στην Χαλκίδα όπου μετέβη μετά από παράκληση του πασά της Εύβοιας Οσμάν, προσφέροντας τις ιατρικές του υπηρεσίες, ο Πύρρος αποφασίζει να περιοδεύσει στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο για ένα διάστημα είκοσι μηνών. Γράφει ο ίδιος. « …εκίνησα και έκαμα την περιήγησιν της Ελλάδος, η οποία μέχρι τούδε έμεινεν ατύπωτος. Δέκα έξ μήνας έκαμα εις την περιήγησιν της Ελλάδος και πολλά εδαπάνησα εις την οδοιπορίαν μου, πλήν έμεινα κατά πολλά ευχαριστημένος ιδών τα πάντα…». 

Η Μεγαρίδα, η Βοιωτία, η Φωκίδα, η Αιτωλία, η Πελοπόννησος  και τα νησιά Σπέτσες, Ύδρα, Πόρος, Κύθηρα, Σύρος και Τζιά, με τελικό προορισμό την Κωνσταντινούπολη, είναι οι επόμενοι τόποι που επισκέπτεται. Το έργο του « Περιήγησις της Ελλάδος και πόλεμοι αυτής αρχαίοι και νεώτεροι» αποτελείται από δύο τόμους. Στον πρώτο τόμο περιέχονται: Εισαγωγή, Γενική καταγραφή της Ελλάδος, Αρχαίοι και νεώτεροι πόλεμοι αυτής, Αττικά και Ελευσινιακά, Μεγαρικά, Βοιωτικά και Ευβοϊκά, Λεβαδιακά, Λοκρικά, Φωκικά, Ναυπακτιακά και Αιτωλικά. Στον δεύτερο τόμο περιλαμβάνονται: Κορινθιακά και Σικυωνικά, Αχαικά, Ηλιακά και Τριφυλιακά, Αρκαδικά, Μεσσηνιακά, Λακωνικά, Αργολικά, Κύθηρα, Σπέτσες, Ύδρα, Πόρος, Αίγινα, Σαλαμίν και Κέως.

Το κεφάλαιο Αργολικά θα πρέπει να το συμπλήρωσε και μετά το 1815 γιατί αναφέρει γεγονότα που έγιναν αργότερα. Η καταστροφή του Δράμαλη το 1822 και η δημιουργία του χαρτοποιείου του το 1829. Στο κεφάλαιο αυτό ο Πύρρος αναφέρεται στην Γενική Ιστορία της Αργολίδας, στους πρώτους κατοίκους, στους βασιλείς, στην κατά της Τρωάδος βοήθεια, στους πολέμους των Αργείων, στα όρη, στα ποτάμια, στους κατοίκους, στα ήθη, στη θρησκεία, στις αρχαιότητες, στις ακροπόλεις ενώ επισκέφτηκε το Άργος, το Ναύπλιο, το Κεφαλάρι, τους Μύλους, το Ελληνικό, το Σκαφιδάκι, τις Μυκήνες, τα Δερβενάκια κ.α. 

Στην Κωνσταντινούπολη φτάνει το 1818, όπου Πατριάρχης είναι ο Κύριλλος. Στις 14 Ιανουαρίου του 1819, ο νέος Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄τον γνωρίζει με τον αρχίατρο  του σουλτάνου Μουσταφά Πεχξέτ, ο οποίος τον εφοδιάζει με την  απαιτούμενη άδεια ( Χάτι) άσκησης ιατρικού επαγγέλματος. Εργάζεται ως γιατρός τα επόμενα δύο χρόνια και στις 20 Φεβρουαρίου του 1820 ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ τον τιμά με το αξίωμα του «αρχιμανδρίτου του Οικουμενικού θρόνου» αναθέτοντας του συγχρόνως καθήκοντα ιεροκήρυκα.

 « … δεν απέρασε πολύς καιρός και ο Κόσμος τότε ανακατώθη, εν μια δε των ημερών, εις την οποίαν τότε εγίνετο το συμβούλιον παρά του σουλτάνου και των λοιπών εγκρίτων της αυλής του, δια να κακοποιήσωσι τους Χριστιανούς, ο άνω θεραπευθείς Τεσερφατσή Εφέντης, μοι λέγει μυστικώς εις την οικίαν του, ότι δια δύω, ή τρεις ημέρας, αφεύκτως πρέπει να αναχωρήσω από την Κωνσταντινούπολιν, και ύστερον, ας επιστρέψω, και τότε εάν θέλω να με κάμωσι και Πατριάρχην σχεδόν, επειδή και τότε οι Τούρκοι είχον σκοπόν να θανατώσωσι τον Πατριάρχην και τους Χριστιανούς της πόλεως, τούτο ακούσας ετρόμαξα…».

Όταν ξεσπά η επανάσταση, βρίσκεται στο Άγιον Όρος και επιχειρεί να φτιάξει πυρίτιδα για τον αγώνα. Δεν τα καταφέρνει λόγω έλλειψης πρώτων υλών. Με εντολή της κοινότητας του Αγίου Όρους περιοδεύει στην Σκόπελο, την Ύδρα και τις Σπέτσες προκειμένου να στείλουν βοήθεια στις απειλούμενες μονές κι έτσι να εμποδίσουν την καταπάτηση του Περιβολιού της Παναγίας από τους Τούρκους. Στην Πελοπόννησο και μάλιστα στην Τρίπολη βοηθά τους τραυματίες του αγώνα και συμβάλει στην καταπολέμηση της πανούκλας που πλήττει την πόλη, ενθαρρύνοντας τους κατοίκους και εκφωνώντας λόγους στις εκκλησίες.

Το 1827 επιχειρεί να οργανώσει στο Μιστρά, το πρώτο χαρτοποιείο στην Ελλάδα. Η επιδρομή του Ιμπραήμ πασά τον αναγκάζει να εγκαταλείψει χαρτί και μηχανήματα και να καταφύγει δια μέσου Κυθήρων στο Ναύπλιο. Το 1829, με την συνεργασία του στρατηγού Νικηταρά ιδρύει νέο χαρτουργείο όπως το αποκαλεί, σ̉ ένα μύλο του Ερασίνου, στο Κεφαλάρι. Όμως και αυτή η προσπάθεια δεν τελεσφόρησε. Το χαρτοποιείο οδηγήθηκε στην χρεοκοπία αφού ο Καποδίστριας δεν χρηματοδότησε το έργο, λόγω ελλείψεως πόρων. Όταν δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας φυλακίστηκε για 15 ημέρες, επειδή ήταν φίλος και παλαιός δάσκαλος του Γεωργίου Μαυρομιχάλη.

Αλλά ούτε ο Μαυροκορδάτος μετά τον ερχομό του Όθωνα προσέφερε την παραμικρή βοήθεια προς τους δύο επιχειρηματίες. Τα μηχανήματα κατέληξαν – άχρηστα πλέον- στο σπίτι του Νικηταρά. Το 1835 έρχεται στην Αθήνα, τυπώνει πολλά από τα βιβλία του και στη συνέχεια φεύγει για το Βουκουρέστι, Ιάσιο και Κωνσταντινούπολη. Επιστρέφει στην Αθήνα.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τον συναντάμε στην Αθήνα να ασκεί την ιατρική με μεγάλη επιτυχία και να γράφει βιβλία. Λόγω αμοιβαίας αντιπάθειας με τον Όθωνα δεν επιδιώκει να διοριστεί καθηγητής στο Οθωναίο πανεπιστήμιο αλλά και κανένας δεν τον προτείνει με δική του πρωτοβουλία. Στις 12 Φεβρουαρίου του 1853, ο αρχιμανδρίτης του Οικουμενικού θρόνου, ο ιατροφιλόσοφος, ο διδάσκαλος Διονύσιος Πύρρος, καταλείπει τα επίγεια και μετοικεί στην ποθητή πατρίδα της Βασιλείας των Ουρανών.

 

Τα βιβλία του Πύρρου.

(Κατά χρονολογική σειρά).

 

  • Εκκλησιαστικόν Παραλληλοκύκλιον. Λιβόρνο 1806.
  • Χειραγωγία των Παίδων, ήτοι πραγματεία περί χρεών του ανθρώπου. Βενετία 1810.
  • Άτλας, ήτοι νέα Γεωγραφική Χάρτα. Μεδιόλανα 1814.
  • Γεωγραφία Μεθοδική απάσης Οικουμένης. Βενετία 1818.
  • Φαρμακοποιία, γενική εκ των πλέον νεωτέρων σοφών χυμικών και φαρμακοποιών. Κωνσταντινούπολη 1818.
  • Σαπιλερέ φαζιλέτ Κουλαουζού. Ασιτανετέ 1819.
  • Η προς Θεόν Ομολογία Πίστεως και το απάνθισμα του Ψαλτηρίου προς καθημερινήν Χρήσιν και προσευχήν εκάστου Χριστιανού. Βενετία 1827.
  • Γραμματική Δινυσιάς. Ναύπλιο 1827.
  • Αριθμητική. Ναύπλιο 1828.
  • Χυμική των τεχνών. Ναύπλιο 1828.
  • Εγκόλπιον των ιατρών, ήτοι πρακτική ιατρική. Ναύπλιο 1831.
  • Τριών ειδών Υδρόγειοι Σφαίραι. Αθήνα 1835.
  • Πρακτική Αστρονομία. Αθήνα 1836.
  • Επιστολή προς τον ευγενέστατον άρχοντα Θεσσαλών κύριον Αθανάσιον Παπα-Πολημέρου. Αθήνα 1837.
  • Βοτανική πρακτική προσαρμοσμένη εις την ιατρικήν και οικονομίαν. Αθήνα 1838.
  • Η ζωή του Ιησού Χριστού. Αθήνα 1843.
  • Άτλας νεώτερος περιέχων γενικώς τε και μερικώς όλας τας βασιλείας του παλαιού και νέου κόσμου εις είκοσι τέσσαρες γεωγραφικούς πίνακες. Αθήνα 1845.
  • Βίος, πράξεις και κατορθώματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αθήνα 1846.
  • Ιερά ιστορία και Βίοι των τριών βασιλέων Σαούλ, Δαβίδ και Σολομώντος, συγκροτηθείσα κατ᾽ επιστομήν εκ της όλης ιεράς ιστορίας των εβδομήκοντα. Αθήνα 1847.
  • Βίοι των δώδεκα στρατηγών και διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αθήνα 1848.
  • Περιήγησις ιστορική και βιογραφία Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού. Αθήνα 1848.
  • Περιγραφή της εν Τήνω ευρεθείσης αγίας και θαυματουργού εικόνος της κυρίας ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας και των θαυμάτων αυτής. Αθήνα 1849.
  • Φαρμακοποιία γενική πλουσιωτάτη και εντελεστάτη του σοφού Αντωνίου Καμπανά, διδασκάλου της εν Ιταλία Φερράρας. Αθήνα 1850.
  • Πανθέκτη ιερά εκκλησιαστική. Αθήνα 1850.
  • Ορυκτολογία του Βερνέρου. (ανέκδοτο).
  • Διατριβή περί της αρχαίας ελληνικής μουσικής.( ανέκδοτο).
  • Περιγραφή της νήσου Κέω. ( ανέκδοτο).
  • Περιήγησις της Ελλάδος και πόλεμοι αυτής αρχαίοι και νεώτεροι. ( ανέκδοτο).

     

Πηγές

  

  • Πύρρος Διονύσιος ο Θετταλός, «Το πρώτο ελληνικό χαρτοποιείο», Εφημερίδα Μακεδονία, ένθετο «Πανσέληνος», 25 Μαρτίου 2000.
  • Αντωνίου Μηλιαράκη, «Το πρώτον εν Ελλάδι χαρτοποιείον», Εφημερίδα Ίναχος, 24 Ιανουαρίου 1903.
  • Ανδρέα Κεραμίδα, Φιλολόγου, « Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού – ΑΡΓΟΛΙΚΑ». ΑΠΟ ΕΝΕΚΔΟΤΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ ΓΙΑΝΝΗ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗ, ΤΩΝ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΡΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ. Εκδότης: Ηλίας Καμπανάς, 1981.

 



Read Full Post »

Άργος (1883) – Αγνή Σμιθ  (Smith Agnes, 1843-1926)


 Την άνοιξη του 1883 η Αγνή Σμιθ (Agnes Smith) συνοδευομένη από τη δίδυμη αδελφή της και μία φίλη περιηγείται την Ελλάδα της εποχής εκείνης. Είχαν φύγει στις 26 Ιανουαρίου από την Αγγλία και μετά από ένα περιπετειώδες θαλάσσιο ταξίδι έφτασαν στην ελληνική πρωτεύουσα* στα μέσα του Φεβρουαρίου. Στην πεδιάδα του Άργους έφτασαν στα μέσα Απριλίου. Καρπός της περιήγησης αυτής υπήρξε το βιβλίο Glimpses of Greek life and scenery, που εκδόθηκε στο Λονδίνο στα 1884. Παρακάτω παραθέτουμε  τις εντυπώσεις από το Άργος της εποχής εκείνης. Να σημειώσουμε ότι η Αγνή Σμιθ το 1918, προσέφερε στο Πανεπιστήμιο του Cambridge το ποσό των 6.500 λιρών για την προικοδότηση μιας θέσης αναπληρωτή καθηγητή στα Νέα Ελληνικά.

 

 Άργος


 

Αγνή Σμιθ, «Βλέμματα επί του υλικού βίου και της ελληνικής τοπιογραφίας». Μετάφραση από τα αγγλικά I. Περβάνογλου. Εν Λειψία 1884.

Αγνή Σμιθ, «Βλέμματα επί του υλικού βίου και της ελληνικής τοπιογραφίας». Μετάφραση από τα αγγλικά I. Περβάνογλου. Εν Λειψία 1884.

[…] Μετά μιας ώρας οδοιπορίαν εφθάσαμεν εις Άργος. Διήλθομεν εν νυκτί δια οδών πολυάνθρωπων και ταραχή με κατέλαβεν ολίγη όταν ο Άγγελος μας ωδήγησε δια μικράς αυλής προς πενιχράν τινα οικίαν. Το δωμάτιον δεν μας εφάνη πολύ ευχάριστον μέχρις ου εφαιδρύνθη δια της παραθέσεως του γεύματος. Ο ύπνος ημών κάπως εταράχθη εκ των κινήσεων των ίππων, οίτινες φανερόν ήτο ότι ευρίσκοντο κάτωθεν ημών, ενω μας είπον ότι είχον τοποθετηθεί εις άλλο μέρος της αυλής. Οι σκύλοι, οι χοίροι και αι όρνιθες έκαμναν αδιάκοπον θόρυβον. Επειδή τα παράθυρα του κοιτώνος μας έβλεπον προς στενήν τί­να οδόν, άνθρωποι τίνες ιδιαιτέραν έδειξαν περιέργειαν ως προς την πρωινήν μας ενδυμασίαν εγώ επροσπάθησα να κλείσω τα εξώφυλλα των παραθύρων και εις τούτο λί­αν προθύμως μ’ εβοήθησε μία των εν τη οδώ γυναικών.

 Το Άργος δικαίως σεμνύνεται δια τας γυναίκας του. Υπάρχει αρχαία παράδοσις περί Τελεσίλλης τινός, ην οι νεώτεροι ιστορικοί υπέρ το δέον παρέβλεπαν. Ίσως δεν πρέπει να περιμένωμεν παρά των ανδρών ν’ αποδώσωσιν ημίν εντελή δικαιοσύνην. Η Τελέσιλλα ήτο ποιήτρια, εις την οποίαν ανηγέρθη ποτέ ανδριάς εν τη γενέτειρα αυτής πόλει· παρίστατο δε ως βλέπουσα επί της περικε­φαλαίας τη, ην εκράτει εν τη χειρί, ενω παρά τους πόδας αυτής ήσαν ερριμμένα βιβλία. Ήτο διάσημος δια τους στίχους της και δι’ άλλα κατορθώματα ακόμη.

Συνέβη ποτέ οι Αργείοι να νικηθώσιν εν τινι μετά του Κλεομένους και των Σπαρτιατών έριδί ηττηθέντες έφυγον προς το άλσος τον Άργους, εξ ου εξήλθον πάλιν πεποιθότες εις τους όρους ανακωχής. Ιδόντες ότι ηπατήθησαν έκαυσαν και το άλσος και εαυτούς, και ο Κλεομένης ωδήγησε τους στρατιώτας του εναντίον πόλεως όλως ακατοίκητου. Αλλά η Τελέσιλλα συλέξασα όλα τα εν ταις οικίαις και εν τοις ναοίς εναπολειφθέντα όπλα διένειμεν αυτά εις τας γυναί­κας, εις τους γέροντας και εις τους παίδας, και ότε έφθασαν οι Σπαρτιάται και είδον ότι αι γυναίκες δεν εφοβούντο αλλ’ ανθίσταντο γενναίως, συνεσκέφθησαν και απεφάνθησαν ότι έντιμον δεν ήτο να νικήσωσιν, ατύχημα δε μέγα να νικηθώσι, και ούτως απήλθον.

 –  Το διήγημα τούτο φαίνεται ως τι Σκωτικόν, είπεν η Εδήθ, τη οποία διηγήθην αυτό. Η μαύρη Αγνή του Δούμβαρ τα αυτά περίπου έπραξεν.

 –  Και μήπως οι Σκώτοι δεν ομοιάζουσι προς τους Έλ­ληνας; παρετήρησα εγώ. Αμφότεροι είναι ανδρείοι και από των αρχαιοτάτων ήδη χρόνων γνωστοί δια τας φυλετι­κάς αυτών αρετάς·  αμφότεροι είναι εσκεμμένοι και αγαπώσι τας θεολογικός συζητήσεις·  ζήτημα είναι επίσης τις των δύο τούτων λαών γνωρίζει καλλίτερον το συμφέρον του· οι χωρικοί όμως αμφοτέρων την αυτήν έχουσιν επίθυμίαν να ίδωσι τους υιούς των προαγόμενους εν τω κοσμώ.

 –  Η ιδέα μου περί του ελληνικού χαρακτήρος μετεβλή­θη αφ’ ότου ανεχώρησα εξ Αθηνών, είπεν η Βιολέττα. Είχον πάντοτε ακούσει ότι οι Έλληνες είναι έθνος πανούργον και δόλιον αλλ’ όλοι οι χωρικοί, άνδρες και γυναί­κες, έχουσι φυσιογνωμίαν τόσον ελκυστικήν και με τόσην ευπροσηγορίαν μας υπεδέχθησαν, ώστε δεν δύναμαι να τοις αποδώσω έλλειψιν ειλικρίνειας. Ό,τι πολύ με λυπεί είναι, ότι οι Έλληνες είναι τόσον ολίγοι.

 –  Η σμικρότης του έθνους, παρετήσεν η Εδήθ, αποδει­κνύει τον ηρωισμόν αυτού, καθότι υπέρ το ήμισυ αυτού εφονεύθη κατά τον υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνα. Όταν αναλογισθώμεν ότι τούτο συνέβη προ πεντήκοντα μόλις ετών, και ότι οι Τούρκοι ούτε οικίας ούτε δένδρου σχεδόν εφείσθησαν, πρέπει να μη μεμφόμεθα τους Έλληνας δια την έλλειψιν προόδου. Οι επιζήσαντες ήσαν τόσον πτω­χοί, ώστε ολίγιστοι μόνον εξ αυτών ηδύνατο να εγείρωσι καλύβην υπεράνω της κεφαλής των. Τολμώ ειπείν ότι αυ­τοί οι προγονοί μας (οι Σκώτοι) επί πολύν χρόνον μετά την μάχην του Βαμμοκβούρν ήσαν πολύ των Ελλήνων πτωχότεροι και ελεεινότεροι.

 –  Τούτο είναι αληθές, απεκρίθην εγώ· αναγιγνώσκων τις την ιστορίαν της Ελληνικής Επαναστάσεως πείθεται ότι οι ήρωες αυτοί ουδόλως κατώτεροι ήσαν των ηρώων του Μαραθώνος και των Θερμοπυλών. Οι περιπίπτοντες εις αιχμαλωσίαν υπεβάλλοντο εις φοβερά βασανιστήρια, τα οποία όμως ηδύναντο ν’ ανταλλάξωσι δια τιμών εάν απηρνώντο την χριστιανικήν πίστιν. Ουδείς λαός, εξαιρέ­σει των Ιουδαίων, διήλθε δια τοιούτων βασάνων. Και το πενεύμα τούτο της αυταπαρνήσεως δεν ήτο περιωρισμένον εις μίαν τάξιν ανθρώπων. Πόσους ηδύνατό τις να ευρη πτωχούς υιούς πλουσίων εμπόρων, θυσιασάντων τα υ­πάρχοντα των χάριν του έθνους!

Εστάθημεν ολίγον δια να ίδωμεν το μέγα αρχαίον θέατρον, του οποίου τα εδώλια είναι λελαξευμένα εν τω στερεώ βράχω της Ακροπόλεως. Παράκεινται ερείπια ρωμαϊκού λουτρού. Ενταύθα μικροί τίνες παίδες μας εβοήθησαν να αποδιώξωμεν δια λίθων υλακτούντα σκύλον. Ο Άγγελος αντήμειψε τους παίδας τούτους δια τίνων χαλ­κών νομισμάτων.

Ελυπήθημεν μη δυνάμενοι να επισκεφθώμεν την Τί­ρυνθα κατά την εις Ναύπλιον μετάβασιν ημών. Τα τείχη της Τίρυνθος έχουσι πάχος 25 ποδών και είναι σχεδόν α­νέπαφα. Ο Παυσανίας περιγράφει αυτά και τα λέγει Κυ­κλώπεια έργα. Ο μικρότερος των λίθων, των αποτελού­ντων αυτά, δεν δύναται ουδέ δια ζεύγους ημιόνων να μετακινηθή.

Η οδός διέρχεται την Αργολικήν πεδιάδα, ήτις κατά τον Όμηρον (Ιλιάδα I, 141) είναι το ευφορώτερον μέρος της όλης Ελλάδος. Σήμερον παράγει ελαφρούς μόνον στάχεις, αποτέλεσμα της επιπολαίας αροτριώσεως του ε­δάφους. Διήλθον κατόπιν χωρίον ονομαζόμενον οι Μύλοι και είδομεν την Λέρνην, την κατοικίαν της υπό του Ηρα­κλέους φονευθείσης ύδρας. Η οδός γίνεται ανωφερής και αι λέξεις δεν περιγράφουσι την ωραιότητα της θέσεως, ή­τις ομοιάζει πολύ προς τας ωραίας τοποθεσίας της Ελβε­τίας· τα όρη και οι λόφοι δεν είναι μεν τοσούτον κατάφυ­τοι και δασώδεις αλλά φωτίζονται υπό των ζωηρών ακτινών του ηλίου και ποικίλλονται δια των χρωμάτων πλεί­στων όσων αγρίων ανθέων. Εις απόστασίν τίνα, κείται ο ευρύς, ήρεμος, κυανούς κόλπος του Ναυπλίου, περιβαλ­λόμενος υπό μεγαλοπρεπών λόφων και φαιδρυνόμενος υπό πολλών λευκών ιστίων. Η νήσος Σπέτσαι περικλείει το πανόραμα, και εννοήσαμεν τότε πόσον ισχυρά ώφειλε να είναι η ναυτική της Ελλάδος δύναμις. Και αυτοί οι εργάται, οι κόπτοντες λίθους παρά την οδόν, διεγείρουσι την προσοχήν ημών· αι υψηλαί, εύκαμπτοι αυτών μορφαί και τα κανονικά του προσώπου αυτών χαρακτηριστικά κηρύττουσιν αυτούς απογόνους των αρχαίων Ελλήνων. Ότε εφθάσαμεν εις την κορυφήν του στενού, όλως διάφο­ρος σκηνή προσέβαλε τα βλέμματα μας· όρη εφαίνοντο συσσωρευμένα επί ορέων εν ατελευτήτω διαδοχή, αποτε­λούντα θέαν θαυμασίαν, άδενδρον μεν αλλά ζωηράν, και η καρδία ημών έπαλλε ταχύτερον επί τη ιδέα ότι ευρι­σκόμεθα εν Αρκαδία[…].

  

Agnes και Margaret Smith 


Η Agnes και η Margaret Smith γεννήθηκαν το 1843. Η μητέρα τους πέθανε μόλις τρεις εβδομάδες μετά από τη γέννηση τους και έτσι τα δυο κορίτσια μεγάλωσαν με τον πατέρα τους και πήραν την πρώτη τους εκπαίδευση από μια γκουβερνάντα. Στη συνέχεια φοίτησαν σε σχολείο στη Σκωτία, ενώ αργότερα, σε ηλικία 15 ετών, μπήκαν οικότροφες σε σχολείο στην Αγγλία. Ο πατέρας τους πέθανε το 1866, αφήνοντας τους σημαντική περιουσία, όπως και την ελευθερία να ακολουθήσουν τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα τους. To 1868 ξεκίνησαν με πλοίο για τον γύρο της Ευρώπης και έφθασαν μέχρι την Κωνσταντινούπολη, την Κύπρο, την Αίγυπτο, τους Άγιους Τόπους και την Ελλάδα ενώ επέστρεψαν με σταθμούς στη Βενετία και το Παρίσι. Στη διάρκεια των επόμενων είκοσι ετών η Agnes έγραψε αρκετά βιβλία, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται και μυθιστορήματα καθώς και δύο περιηγητικές αφηγήσεις βασισμένες στον πρώτο αυτό γύρο της Μέσης Ανατολής και στα ταξίδια που τον ακολούθησαν: Glimpses of Greek life and scenery (1884)** και Through Cyprus (1887). Οι δύο αδελφές αναδείχθηκαν σε ειδικούς των σημιτικών γλωσσών και των βιβλικών σπουδών και έτυχαν διεθνούς αναγνώρισης. Στο μεταξύ παντρεύτηκαν και εγκαταστάθηκαν στο Cambridge όπου οι σύζυγοι τους κατείχαν ακαδημαϊκές θέσεις. Εκεί έζησαν και μετά τον θάνατο των συζύγων τους, ως το τέλος της ζωής τους. Φαίνεται όμως ότι ποτέ δεν ξέχασαν τις επισκέψεις τους στην Ελλάδα και την Κύπρο, ή τη γνώση τους των νέων ελληνικών που διευκόλυνε σημαντικά τις έρευνες τους στη Μονή της Αγίας Αι­κατερίνης του Σινά. Το 1918, η Agnes Lewis προσέφερε στο Πανεπιστήμιο το ποσό των 6.500 λιρών για την προικοδότηση μιας θέσης αναπληρωτή καθηγητή στα Νέα Ελληνικά. Η Margaret Gibson πέθανε το 1920 και η αδελφή της, Agnes, έξι χρόνια αργότερα.

 

Υποσημειώσεις


 * Δρομολόγιο: Cythera, Athens, Sunium, Marathon, Aegina, Mycenae, Argos, Tripolitza, Tegea, Sparta, Sinano(Megalopolis), Leondari, Ithome, Phigaleia, Bassae, Olympia, Kalabryta, Megaspelion, Aigion, Corinth, Galaxidi, Delphi, Arachova, Daulia, Leuctra, Corfu.

 ** Η Αγνή Σμιθ ερχόταν για δεύτερη φορά στην Αθήνα την προηγούμενη φορά, στα 1869, επανακάμπουσα από την Παλαιστίνη, είχε μείνει μερικές ημέρες σ’ αυτήν. Περιηγήθηκαν την Αττική, την Πελοπόννησο, τους Δελφούς και τη Θήβα και αναχώρησαν πάλι ατμοπλοϊκώς προς Τεργέστη στις αρχές του Ιουνίου. Καρπός της περιήγησης αυτής υπήρξε το βιβλίο Glimpses of Greek life and scenery, που εκδόθηκε στο Λονδίνο στα 1884. Το βιβλίο αυτό — μια έμμεση απάντηση στις κατά των Ελλήνων κατηγορίες των Marc Twain και Edmond About (La Crece  contemporaine) — μεταφράστηκε το  Νοέμβριο του 1884) στα ελληνικά και τυπώθηκε στη Λειψία το 1885.

 

Πηγές


  •  Κώστας Δανούσης, «Το Άργος της Αγνής Σμιθ 1883», περιοδικό Αναγέννηση, Μάιος 1999.
  •  David Holton, « Οι Νεοελληνικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Cambridge».
  •  Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/ ΕΙΕ

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »