Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Εικαστικά’

 
Xαλκογραφία του Βρετανού περιηγητή Bernard Randolph, από το έργο του : «The present state of the Mοrea, called anciently Peloponnesus together with a Description of the city of Athens, Islands of Zant, Strofades and Serigo,» 1689. Τον περιγράφει ως εξής: «Ο Μυζηθράς, που πριν ονομαζόταν Λακεδαίμων, είναι κτισμένος σε ανωφέρεια, στο πλάι μεγάλης πεδιάδας, 25 περίπου μίλια από την παραλία, και έχει προς τα Δ. της πεδιά­δας πολύ ψηλά βουνά. Στα Δ. υψώνεται το κάστρο πάνω σε πολύ ψηλό λόφο, με κατακόρυφες την δυτική και την νότια πλευρά, απ’ όπου είναι απρόσιτο, αλλά κεκλιμένη τη βόρεια πλευρά.
 
 
 

Μιστράς (Mistras) - Bernard Randolph, χαλκογραφία, 1681

 
 

Έχει δυο παλαιά τείχη που διασχίζουν τον λόφο από Β. προς Ν., διαιρώντας  τον σε τρία σχεδόν μέρη. Ο δρόμος για να μπεις στο κάστρο είναι δύσβατος πολύ. Τα τείχη του κάστρου είναι γεροκτισμένα αλλά πολύ παλαιά. Έχουν περίπου μισό μίλι διάμετρο και δυο πύλες απ’ όπου πρέπει να περάσει κανείς. Η πόλη είναι μεγάλη και θεωρείται η δεύτερη σε μέγεθος σε όλο το Μοριά, όμως η Πάτρα έχει πιο πολλά σπίτια. Τα ερείπια γύρω απ’ αυτήν είναι πολλά και προς το Ν. ξεπερνούν τα 4 μίλια και διατηρούν σε μερικά μέρη τα θεμέλια ενός πλάγιου τείχους το οποίο λένε ήταν το τείχος της Σπάρτης.

Στα Β. ένα τέταρτο του μιλίου περίπου από την πόλη βρίσκεται ένα μεγάλο και ψηλό κτίσμα που ήταν λένε η καμάρα ενός υδραγωγείου. Η πεδιάδα είναι πολύ όμορφη γεμάτη μικρά χωριά, ελαιόδεντρα και μουριές. Το μέρος αυτό και η Καλαμάτα παράγουν περισσότερο μετάξι απ’ όλα τα άλλα μέρη τον Μοριά. Ο ποταμός που διασχίζει την πεδιάδα ονομάζεται τώρα Βασιλοπόταμος. Το χειμώνα φουσκώ­νει αλλά το καλοκαίρι μέσα στην πόλη είναι σχεδόν ξερός. Η πόλη βρίσκεται μακριά από την θάλασσα και είναι απρόσβλητη από τους κινδύνους που προέρχονται από εκεί».

Ο άγγλος περιηγητής δεν αφηγείται τις εντυπώσεις του από κάποιο ταξίδι, ούτε προσωπικές αναμνήσεις, αλλά επιχειρεί συνεκτική περιγραφή των τόπων και των κατοίκων τους με σύντομες αναφορές στην πρόσφατη ιστορία της κάθε περιοχής. Έζησε πολλά χρόνια στην Ελλάδα και δεν κρύβει την απέχθειά του για την τούρκικη κατοχή, ενώ αντιθέτως αναφέρεται με ιδιαίτερα κολακευτικά λόγια στους Έλληνες.

Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library at Athens.

Read Full Post »

Άποψη των ερειπίων της αρχαίας Μεγαλόπολης (Ruins in Megalopolis). Xαλκογραφία, Guillaume Abel Blouet  (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1831. Ο Guillaume Abel Blouet,  ήταν Γάλλος αρχιτέκτονας,  επικεφαλής της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως, έφτασε στην Ελλάδα το 1829. 
 
 

Άποψη της αρχαίας Μεγαλόπολης, Guillaume Abel Blouet 1831.

 

Η αρχαία Μεγαλόπολη βρισκόταν στα Βορειοδυτικά προάστια της σημερινής Μεγαλόπολης, 35 χιλιόμετρα δυτικά της Τρίπολης,  στο κέντρο του λεκανοπεδίου της. Ήταν χτισμένη στις όχθες του ποταμού Ελισσώνα, στα δυτικά της γέφυρας του ποταμού στο σημερινό δημόσιο δρόμο Μεγαλόπολης – Καρύταινας. Χτίστηκε το 370 π.Χ. με διαταγή του Θηβαίου Στρατηγού Επαμεινώνδα μετά τη νίκη των Θηβαίων επί των Σπαρτιατών στα Λεύκτρα. 

Read Full Post »

Xαλκογραφία, Guillaume Abel Blouet  (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1831. Ο Guillaume Abel Blouet,  ήταν Γάλλος αρχιτέκτονας,  επικεφαλής της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως, έφτασε στην Ελλάδα το 1829. 
 
 

Νεμέα (Temple of Nemea), Guillaume Abel Blouet 1831.

 

Νεμέα (Temple of Nemea). Απεικονίζονται τρεις σωζόμενοι κίονες του ναού του Διός στην Νεμέα που χρονολογείται από το 330 π.χ.  Ο ναός ήταν δωρικός περίπτερος (44,57 x 22,15), με 6 κίονες στις στενές πλευρές και 12 στις μακρές. Ένας από την περίσταση και οι δύο του προδόμου παραμένουν ακόμη όρθιοι. Σώζονται επίσης σπόνδυλοι κιόνων, πολλά μέλη από την οροφή, τρίγλυφα, μετόπες.

 

 

Read Full Post »

Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Κορίνθου, χαλκογραφία, Guillaume Abel Blouet  (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1831. Ο Guillaume Abel Blouet,  ήταν Γάλλος αρχιτέκτονας,  επικεφαλής της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως, έφτασε στην Ελλάδα το 1829. 

 

Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Κορίνθου, Guillaume Abel Blouet 1831.

 

Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Κορίνθου – (View of Corinth).  Στη μέση διακρίνονται τα ερείπια του ναού του Απόλλωνα και στο βάθος υψώνεται το φρούριο του Ακροκορίνθου.

Read Full Post »

Μουσουλμανικό τέμενος στην Τρίπολη. Ατσαλογραφία του Christopher Wordsworth, από το έργο του, «Greece : pictorial, descriptive and Historical», London, 1839.

 

Μουσουλμανικό τέμενος στην Τρίπολη – Christopher Wordsworth, 1839.

 

 Ο Άγγλος Christopher Wordsworth ( Κρίστοφερ Γουόρντσγουορθ 1807-1885),  υπήρξε ένας από τους ελάχιστους περιηγητές που ήρθε στην Ελλάδα για να μελετήσει και όχι να λεηλατήσει τους αρχαίους θησαυρούς. Στα 1832 – 1833 ταξίδεψε στην Ελλάδα, και ήταν ο πρώτος Άγγλος που έγινε δεκτός από τον βασιλιά Όθωνα.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

O αρχαϊκός ναός του Απόλλωνα στην Κόρινθο. Xαλκογραφία του Γάλλου αρχιτέκτονα, Julien David Le Roy (1724-1803), ο οποίος ταξίδεψε το 1754 στην Ελλάδα για να μελετήσει και να αποτυπώσει σε σχέδια τα αρχαία μνημεία της.

 

Αρχαϊκός ναός του Απόλλωνα στην Κόρινθο – J. D. Le Roy, 1770

 

View of the ruins of  the temple of Apolloin Corinth. Χαλκογραφία: J.D. Le Roy, Les ruines des plus beaux monuments dela Grèce, considérées du coté du I’Histoire et de l’ Architecture. Παρίσι , 1770

Read Full Post »

Πρόσυμνα –  Ντιάνα Αντωνακάτου


 

 Το Μπερμπάτι, Πρόσυμνα σήμερα, είναι χτισμένο στους πρόποδες μερικών λόφων στη βόρεια Αργολίδα, δώδεκα χιλιόμετρα Β.Α. του Άργους. Μπροστά του απλώνεται ένα μικρό άνυδρο λεκανοπέδιο, που δέχεται αχόρταγα τον ιδρώτα του γεωργού. Ο χώρος είναι μαθημένος στην αξίνα και στο αλέτρι από αιώνες πολλούς. Πάντα καλοδεχτικός στους ανθρώπους είχε τη μεγάλη τύχη να μη στερηθεί σχεδόν ποτέ τα βήματά τους, τη λαλιά τους, την αγάπη τους. Ας δούμε παρακάτω πως περιγράφει την Πρόσυμνα Αργολίδας,  η ζωγράφος και συγγραφέας Ντιάνα Αντωνακάτου στο βιβλίο της ¨Αργολίδα¨.

 

Εδώ δεσπόζει η φύση. Το τοπίο κυριαρχεί και στο καινούργιο χωριό της Προσύμνας (Μπερμπάτι ως χθες), κι’ ως την μυκηναϊκή πολιτεία. Εδώ ο κάμπος με την οικειότητά του κλείσθηκε πίσω από το στενό βραχωμένο πέρασμα της Κλεισούρας, λησμονήθηκε η ευκολοδάμαστη γη του πέρα κατά τα νοτιοδυτικά. Η απόσταση από το Άργος είναι 12 χιλιόμετρα. Από το τελευταίο καμπίσιο περιβόλι δυο-τρία. Σε χωρίζει όμως ένα σύνορο. Άλλον κόσμο άφησες, άλλον κόσμο χαιρετάς, κι’ άλλον κόσμο θωρούνε από τούτα τα βουνά οι άνθρω­ποι, κι’ ας μην είναι ολότελα ορεινοί.

Αν είναι να προτιμήσει ο ταξιδιώτης μιαν εποχή για πρωτογνωριμιά της αρχαίας Προσύμνας, ας μην είναι τούτη βροχερή, χειμωνιάτικη. Θ’ αγριέψει αν δεν αντέχει, αν αποζητάει εύκολη απόλαυση ματιού. Θα νοιώσει τη διάθε­σή του να χτυπιέται αλύτρωτη από μουντό λόφο σε μολυβί βουνό, να βουλιά­ζει σε μουσκεμένα κοκκινοχώματα. Να μη μπορεί να βρει παρηγοριά πάνω στα μουλιασμένα, απρόσωπα, χωρίς παράδοση, σπίτια του νέου χωριού. Και θα του φανεί η πορεία προς την κυκλώπεια Ακρόπολη της Προσύμνας, μια λασπωμέ­νη ταλαιπωρία.

Κι’ ούτε νάναι το καλοκαίρι. Τότε που αχνίζουν ξερά κι’ αναμμένα τα χώ­ματα, τα σπίτια μια κοκκινόπηλη καυτή συνέχειά τους, φλογισμένες οι μάντρες, τα λιγοστά δεντράκια ανάπηρα να σου κρατήσουν ίσκιο. Κι’ ως να φθάσεις εκεί στο στόχο σου, στην Προσύμνα, να σου ρίχνουν από γύρω βέλη, φλογισμέ­νες τις ανάσες τους οι φρυγμένες ανηφοριές.

Πρόσυμνα – Ντιάνα Αντωνακάτου

Νάναι, σαν πας, μια πρώιμη άνοιξη για τούτο το προσκύνημα. Μάρτης. Ένα απομεσήμερο αστραφτερό. Και το χωριό, αλλιώτικο, να φέγγει μ’ ένα πρόσωπο δικό του, μέσα στην απουσία κάθε ρυθμού.  Να ξεχύνει μια ζεστασιά και νάναι σαν ανάγλυφο απλοϊκό γεωμετρικής εποχής, ψημένης γης το υλικό του. Η λιγοστή χλόη στη σκιά, πολύτιμο χαλάκι της κάθε πόρτας. Που και που μια ανθισμένη ροζ αγριαμυγδαλιά να στέκει απορεμένη, τρυφερό στολίδι πάνω στο σκληρό μέτωπο του χωριού: στην κοκκινόθωρη πλαγιά του. Και μες στο φως της λαμπρότατης μέρας, πάνω από όλα τούτα τα φτωχανθρώπινα, τα ντόπια κόπια, ν’ αρμενίζει από ψηλά εκείνη η ανεκπλήρωτη ελπίδα του από­δημου Προσυμνιώτη, να δώσει στο χωριό του το μόχθο του της ξενητιάς: ένα μεγάλο κτίριο – ατέλειωτο ύστερα από το θάνατο του ξενητεμένου – που κυριαρχεί. Σημάδι πως δούλεψε εκεί στην Αμερική, πως μόνο τούτο το κομματάκι της γης συλλογιόταν. Αρμενίζει μεγαλόστομη και συγκινημένη, άχαρη και πολύ­τιμη τούτη η άμοιρη και δραματική προσφορά μέσα στο γαλάζιο της ελληνικής άνοιξης.

Τούτο το κρυστάλλινο γαλάζιο, ένας φακός που ομορφαίνει το ασήμαντο και ξεχωρίζει το ταπεινό, που αναδείχνει σε μια πυρή αναλαμπή και τούτο το χωριό και μας κάνει να ξεχνάμε μια αθέλητη σύγκριση με τα Αιγιοπελαγίτικα, τα Πηλιορίτικα, τα Επτανησιώτικα, τα Ορεινά χωριά όχι της πρώτης ανάγκης.

Όσο προσεγγίζεις την Προσύμνα τόσο φαίνεται μακρινή, προσκολλημένη πάνω σε ψηλούς όγκους, αξεχώριστη. Το τοπίο γίνεται όλο και πιο δυνατό. Και ξαφνικά το νοιώθεις βιβλικό. Είναι ο καιρός του αλετριού. Φυτεύεται σε λίγο ο καπνός. Οι μικρές ανθρώπινες φιγούρες πίσω από το μουλάρι και το άροτρο, σκορπισ­μένες σ’ όλες τις πλαγιές, έχουν την ίδια κίνηση, όπως χιλιάδες χρόνια πίσω, καθώς ξανοίγουν βαθυκόκκινες χαραματιές στ’ ανηφορικά χωράφια.

Ο τόπος γύρω τους αιώνιος, όλο και μεγαλώνει, καθώς βραδιάζει, γεμάτος μυστήριο, και οι φιγούρες χάνονται, θαρρείς, μέσα στις εποχές, πάντα ίδιες στο αντάμωμά τους κατά το γυρισμό, που μοιάζει από μακριά χαιρετισμό μερμηγκιών όμοιο από χρόνο σε χρόνο μέσα στους αιώνες. Ο τόνος του ζεστός κοντά, σαν τον ήλιο της μέρας που υποσχόταν μιαν άλλη παρόμοια, δινόταν πάλι με την προσ­φώνηση προς τον ξένο διαβάτη, που αντάμωνε κιόλας με τη συγκινημένη μνήμη του το φανταστικό μέγαρο, ξεθεμελιωμένο αιώνες πριν. «Έρημος δ’ εστί κακείνη και η πλησίον Μιδέα… ταύτη δ’ όμορος Προσύμνα… ηρήμωσαν δε τας πλείστας οι Αργείοι απειθώσας»…

Πώς τόλμησε, αλήθεια, τούτη η μικρή πολιτεία να πάει ενάντια στο Άργος, έτσι που στέκει, πεντάμονη, χαμένη στα κορφοβούνια της, με το ποτάμι της μονάχα – τότε σίγουρα πλατύστομο -, να την υπερασπίζει – και συμμαχικές στη ράχη της οι Μυκήνες μόνον; Πώς τόλμησε;

Έρημη η Ακρόπολη. Συλημένοι οι τάφοι – πάνω από ογδόντα. Ίσα που ξέμεινε κανένας θαλαμωτός να θυμίζει πως κι’ εδώ είταν ευσεβείς. Κι’ εδώ πολεμούσαν, κι’ εδώ αγαπούσαν με το ίδιο πάθος τη ζωή και την ομορφιά. Με ξίφη εμπαιστικά, με πλούσια κοσμήματα χρυσά, και με αγγεία ζωγραφισμένα θαυμαστά θαλασσινά θέματα, με μικρές πήλινες θεότητες – γεμάτος ο τά­φος. Να θυμίζουν ακόμη πως σίγουρα οι γυναίκες θα κρατούσαν όπλα. Σαν τούτες τις σύγχρονες απόγονές τους – κι’ η μνήμη κάνει πήδημα τρανό – τις γειτόνισσες, που αν δεν είχαν να χειρισθούν κομψά όπλα, η καρδιά τους βρήκε τρόπο να υπερασπίσει τα πάτρια, τότε στ’ Αγιονοριού τη μάχη, χτυπών­τας τον εχθρό με λιθάρια. Κι’ η ιστορική μνήμη μας φέρνει κοντά.

Στις 28 Ι­ουλίου 1822 που ο στρατός του Δράμαλη φεύγοντας από τη Γλυκειά, από το Ναύπλιο, με προορισμό τη δίοδο του Αγιονοριού, κατάστρεψε όσα σπίτια πρόφ­τασε στο Μπερμπάτι (Προσύμνα). Για να βρει εκεί στ’ Αγιονόρι, όπου τον παραφύλαγε ο Νικηταράς, την ελληνική εκδίκηση. Ελληνικά βόλια δέχτηκαν οι Τούρκοι μα και πελώρια κοτρώνια σπρωγμένα από τις γυναίκες των Λιμνών, της Προσύμνας και των άλλων γειτονικών χωριών.

Η ματιά ακολουθάει στο βάθος βορεινά εκείνη τη φυγή του δρόμου που γλιστράει μέσα από τις πλαγιές τ’ Αγιονοριού. Πιο έντονη, όμως, η παρουσία του ερημικού «άλλοτε» μας γυρίζει πίσω.

Ωστόσο, η Ακρόπολη δεν ξεσκεπάζει κανένα από τα μυστικά της. Φτωχά αχνάρια από τα τείχη της, από τις κατοικίες της, από τους τάφους, σβήνουν λίγο λίγο. Η δύση εδώ είναι βιαστική, βαθαίνουν οι ίσκιοι γρήγορα. Όμως, σ’ αυτήν την περασμένη ώρα, εδώ μέσα στην σφραγισμένη σιωπή του λόφου, περισσότερο απ’ όλες τις επικοινωνίες με τις πολύτιμες, εύγλωττες προθήκες των Μουσείων, ο επισκέπτης μπορεί ν’ αφουγκραστεί τη βαθειά σιωπή που καλύπτει τις θαμμένες χιλιετηρίδες.

Ό,τι και να μας φανερώνεται στα ευρήματα από τα συμπληρώματα, τις αναπαραστάσεις, τις εικασίες, λείπει εκείνη η αλήθεια, η ψυχή των πραγμάτων. Εκεί στην Προσύμνα, εκείνη την ώρα της σιωπής, σεβαστική η μνήμη ακούμπησε για ένα ελάχιστο χρόνο, πάνω σ’ αυτήν την αλήθεια, που κλείνει ό,τι δεν είναι πράξη, ό,τι δεν είναι λόγος, αφή κι’ ακοή κι’ όραση, που φυλάει ό,τι είναι ανθρώπινος λυγμός ή γέλιο. Σ’ αυτό το βιβλικό τοπίο γύρω, στα τριγυρνά βουνά του τα «σκιόεντα» αντήχησε, για μια φανταστική στιγμή τέτοιο ζευγάρι, ο ήχος.

Ντιάνα Αντωνακάτου

Διατηρήθηκε η ορθογραφία και η σύνταξη της συγγραφέως.

 

Πηγή


  • Ντιάνα Αντωνακάτου, «Αργολίδα», Αθήνα, Δεκέμβριος 1967.

 

Διαβάστε ακόμη σε μορφή pdf:

 

  • Πρόσυμνα – Αρχαιολογική έρευνα. Αναζητώντας την Ιστορία των Ελλήνων – Μπέριτ Ουέλλς, Υποδιευθύντρια Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών, Περιοδικό Αρχαιολογία & Τέχνες, τεύχος 49: Αναζητώντας την Ιστορία των Ελλήνων

Read Full Post »

Επίδαυρος (Epidaurus) –  William Linton, 1856

 

Νυχτερινή άποψη της Παλαιάς Επιδαύρου και του λιμανιού της, William Linton, 1856.

 

Νυχτερινή άποψη της Παλαιάς Επιδαύρου και του λιμανιού της, 1856, λιθογραφία του William Linton (1791–1876).

Read Full Post »

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας – Guillaume Abel Blouet  (Γκιγιώμ Μπλουέ), χάραξη σε ατσάλι, 1833. Ο Guillaume Abel Blouet ήταν Γάλλος αρχιτέκτονας, μέλος της  Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως.

 

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας - Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

 

Το 1540 οι Τούρκοι καταλαμβάνουν το Ναύπλιο και θα το κρατήσουν μέχρι το 1676, όποτε και το παίρνουν οι Βενετοί. Κατά την διάρκεια της Ενετοκρατίας η πόλη θα οχυρωθεί, στην ανατολική της κυρίως πρόσβαση από την στεριά και θα αναπτυχθεί και το λιμάνι της. Οι Βενετοί θα το καταστήσουν το κέντρο των ανατολικών τους κτίσεων με το όνομα Νάπολη της Ρωμανίας. Μια νέα όμως περίοδος τούρκικης κυριαρχίας συρρίκνωσε την πόλη μετά το 1715, ιδιαίτερα μετά το 1786, που οι Τούρκοι έκαναν την Τρίπολη έδρα του πασά του Μοριά. Αμέσως μετά την ανεξαρτησία της Ελλάδας, το Ναύπλιο γίνεται η πρώτη πρωτεύουσα της (1828-34) και έδρα του πρώτου κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, για να δεχθεί το 1833 τον βασιλιά Όθωνα, που μετέφερε την πρωτεύουσα στην Αθήνα.

Read Full Post »

Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι, χάραξη σε ατσάλι.  J.J. Wolfensberger (1797-1850), 1844.

 

Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι, J.J. Wolfensberger, 1844.

 

Το Παλαμήδι είναι οικοδομημένο σε ψηλό λόφο στα ανατολικά της Ακροναυπλίας σε ύψος 216μ. Για πρώτη φορά οχυρώνεται από τους Ενετούς στη διάρκεια της Β΄ Ενετοκρατίας (1686-1715) με ένα τέλειο σύστημα συγχρονισμένης οχύρωσης. Το Παλαμήδι είναι ένα τυπικό φρούριο μπαρόκ, σε σχέδια των μηχανικών Giaxich και Lasalle. Το 1715 καταλαμβάνεται από του Τούρκους μέχρι το 1822, οπότε περιέρχεται στα χέρια των Ελλήνων.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »