Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Εκκλησιαστικά’

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Σημειοφόρος και Θαυματουργός (852 – 922)


 

Άγιος Πέτρος ο Άργους – Φώτης Κόντογλου

Ο βίος και τα έργα του Αγίου Πέτρου, αποτελούν περίλαμπρο μνημείο που μαρτυρά την Εκκλησιαστική Δόξα της τότε Αγιωτάτης Επισκοπής Άργους. Είναι όντως πολύεδρος, πολύτιμος λίθος που εκπέμπει φως σωτηρίας και λαμπρύνει την όλη ιστορία της πόλης μας.  Ο «από βρέφους Κυρίω ανατεθείς» Πέτρος, εγεννήθη εις το ένδοξο Βυζάντιο. Ιερός και άγιος πόθος να υπηρετήσει τον Κύριο και Θεό του, είχε κατακυριεύσει την ψυχή και την διάνοια του. 

Πρώτος ο Παύλος, ο πρωτότοκος της οικογένειας επιλέγει την οδό της ένθεης διαβίωσης. Την οδό των στερήσεων, των δοκιμασιών, της προσευχής και της προσφοράς. Ακολουθεί ο Διονύσιος και κατόπιν οι Γονείς και η νεαρή αδελφή τους, δεχθέντες το θείο κάλεσμα, επέλεξαν την οδό της θυσίας, της αυταπάρνησης, και  « ήγαγον τον Σταυρόν της μοναχικής πολιτείας ακολουθήσαντες τον Χριστό».  Λίγο αργότερα νεαρώτατος κατά την ηλικία ο Πέτρος μετά του μικρότερου αδελφού του Πλάτωνος « καταλιπόντες τον κόσμον και τον οίκον αυτών απήλθον εις ερημικούς τόπους, τη ασκήσει και τη νηστεία και ταις προσευχαίς δουλεύοντες τω Κυρίω». Εγκαταλείπουν την περιουσία τους και τις ανέσεις που αυτή τους διασφάλιζε, και επιλέγουν τον τραχύ αλλά ωραίο αγώνα της μοναστικής ζωής.

Η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας του, τον καθιστούν πρότυπο στην μοναστική κοινότητα. Οι συνομήλικοι του τον αγαπούν και τον έχουν ως πρότυπο. Επιδιώκουν να τον μιμηθούν. Εκείνος, πάντοτε εύχαρις και μειλίχιος, αναλαμβάνει τις πιο σκληρές και ταπεινές εργασίες, ενισχύοντας την ταπεινοφροσύνη και την υπομονή του.  Στις συγκεντρώσεις και τις συντροφιές  εκφράζει με σοβαρότητα και ευφράδεια μοναδική, τις μεγάλες αλήθειες της πίστης επικαλούμενος ρητά ή αποφθέγματα των Πατέρων της Εκκλησίας αλλά και των Αρχαίων Ελλήνων Φιλοσόφων. Η υπομονή, η καρτερικότητα, η αυστηρή ασκητική ζωή, η συνεχής προσευχή τον οπλίζουν με γαλήνη, δύναμη και εγκράτεια.

« το κάλλος και η λαμπρότης της ψυχής αυτού εγίγνοντο κατάδηλα και επί του σώματος, του οποίου η ωραιότης θαυμασίως απέστιλβε, διότι είχε, κατά τον αυτόπτην μαθητήν, και το σχήμα και το βάδισμα και το βλέμμα, και το μειδίαμα αξιοθαύμαστα.». 

Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαος Α΄ ο Μυστικός, Ιεράρχης σοφός  και λόγιος, πληροφορείται τα χαρίσματα, την αξιοσύνη και την ευσέβεια του Μοναχού Πέτρου και επιθυμεί να τον τιμήσει με τον βαθμό της Αρχιερωσύνης. Ο κενός Αποστολικός  θρόνος του Μητροπολίτη Κορίνθου θεωρείται από τον Πατριάρχη ως η κατάλληλη ευκαιρία. Καλεί τον Πέτρο και του εκφράζει την επιθυμία του αυτή. 

Ο Πέτρος, «το επικίνδυνον του πράγματος ευλαβούμενος», αρνείται κατηγορηματικά. Μετά την άρνηση του, ο Πατριάρχης προσφεύγει στον μεγαλύτερο αδελφό του Παύλο, το οποίον και καθιστά Μητροπολίτη Κορίνθου.

Παρά τις συνεχείς αρνήσεις του Αγίου Πέτρου, ο Πατριάρχης δεν σταματά να προσπαθεί να πείσει τον Πέτρο να αποδεχτεί την Αρχιερωσύνη, την οποία από ταπεινοφροσύνη αυτός μονίμως αρνείται. Για να αποφύγει τις πιέσεις και να μην πικράνει «εν τη αγαθή και αγία προσπαθεία του» τον Πατριάρχη, μεταβαίνει στην Κόρινθο, κοντά στον αδελφό του. Αλλά η θεία χάρις καταδιώκει τον Πέτρο. Χηρεύει η θέση της επισκοπής Άργους και Αργείοι και Ναυπλιείς απευθύνονται  προς τον Μητροπολίτη Κορίνθου Παύλο, ζητούντες επιμόνως ως επίσκοπο της περιοχής τους τον Πέτρο.

Επιμένουν, ικετεύουν και  ισχυρίζονται ότι αρτιμελή νήπια πεθαίνουν αβάπτιστα και πολλοί πεθαμένοι θάβονται χωρίς να ψαλλεί η σχετική ακολουθία. Επιτυγχάνουν τελικά, καμφθέντος του Αγίου, να αποδεχτεί την θέση του επισκόπου.

  

Επίσκοπος Άργους  

 

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Ως επίσκοπος, υπήρξε «λύχνος επί την λυχνίαν φαίνων πάση τη οικία της περιοχής Αυτού ου μην αλλά και εις πάσαν την γήν εξήλθεν ο φθόγγος Αυτού και εις τα πέρατα της Οικουμένης τα ρήματα Αυτού». 

Όταν, όπως αναφέρει ο Μητροπολίτης Νικαίας Θεόδωρος, «Λοιμός επίεζε την του Πέλοπος επί τοσούτω δε ταύτην επεβόσκετο και κατέτρυχεν, ως και τας οικίας, και στενωπούς και άμφοδα και πλατείας, έτι δε και το ύπαιθρον εμπλησθήναι νεκρών » ο Άγιος « περιήρχετο τας οδούς συλλέγων τους θνήσκοντας, ανορθών τους επιδεομένους, κηδεύων ως συγγενής και προστάτης, τους εις οίκους νεκρούς». 

Στήριξε κλονιζομένους, έθρεψε πεινώντας, Λύτρωσε αιχμαλώτους από τους πειρατές, προστάτευσε αδυνάτους ως η διωκόμενη κόρη υπό τινος Στρατηγού, θεράπευσε δαιμονιζομένους, εβάπτισε απίστους, δίδαξε αδιαλείπτως λόγω και έργω.

Το έτος 920 και σε αρκετά προχωρημένη ηλικία, ασθενής κατά το σώμα αλλά ισχυρός κατά το πνεύμα και την πίστη, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και μετέσχε τοπικής Συνόδου, που είχε συγκαλέσει ο Πατριάρχης Νικόλαος ο Μυστικός επί Αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου.

Ο αείμνηστος Ιερεύς Χρήστος Παπαοικονόμος αναφέρει:

«Διήγεν ήδη ο μακάριος Πέτρος το εβδομηκοστόν έτος της ηλικίας αυτού και ενέμενε στερρώς εις την εκ νεότητος τακτικήν της ασκήσεως, μη αποσπώμενος αυτής ούτε ένεκα του γήρατος, ούτε ένεκα της κατατριχούσης αυτόν νόσου. Προσήγγισε τέλος ο υπ΄αυτού προσδοκώμενος χρόνος, επλησίασαν αι δι΄αυτόν ποθηταί ημέραιτου θανάτου τον οποίον είχε προγνωρίσει κατά θαυμαστόν τρόπον, ως προεγνώρισε και την μετ΄ολίγα έτη γενομένην καταστροφήν της Πελοποννήσου υπό των βαρβάρων. Αφού δε εγνώσθη ότι ο μέγας ανήρ ασθενεί, αθρόα συνέρρεον τα πλήθη των πόλεων και κωμών, παρήσαν δε και μοναζόντων αγέλαι, και των μοναζουσών η κοσμιότης και των παρθένων η σεμνότης διαλάμπυσα εις την όψιν και των γυναικών η σωφροσύνη και νέοι και γέροντες, ίνα πάντες ίδωσι δια τελευταίαν φορά την γλυκυτάτην εκείνην μορφήν και ακούσωσι την μέλι στάζουσα φωνήν και λάβωσι την ευλογίαν του αγίου ποιμενάρχου αυτών».

Εκείνος, επί τριήμερον νουθετεί γαλήνια και ήρεμα τα πνευματικά του τέκνα. Τα συμβουλεύει  να επιζητούν την μέλλουσα ζωή, εκπληρώνοντας τα καθήκοντα τους προς τον Θεό και τους συνανθρώπους τους. Η φωνή του εξασθενεί. Ευλογεί όσους βρίσκονται δίπλα του και με νεύματα τους παρακαλεί να αποχωρήσουν.

Γράφει ο μαθητής του:

 «Και ημάς δε τους περί αυτόν τω Θεώ αναθείς και μικρόν καθ΄εαυτόν υποψιθυρήσας και τον σταυρόν τω προσώπω περιγραψάμενος και ιλαρόν επιβλέψας, γεγανωμένω και χαίροντι εοικώς ώσπερ υπομειδιών, τα όμματα μύσας αταράχως διαφήκε το πνεύμα».

Και φεύγει για τις αιώνιες πολιτείες  του ανεσπέρου φωτός.

Τότε:

» Και πάλιν ηθροίζετο τα πλήθη και συστήματα ιερά, και χοροί μοναστών περιστάντες το ιερόν εκείνο σώμα ύμνοις εγέραιρον και ψαλμοίς., και τον ιεροφόρον άραντες σκίμποδα υποβασταζόντων ιερέων δια μέσης της πόλεως υπό λάμπασιν ήεσαν άδοντες. Και περί δείλην οψίαν υποστρέφοντες το θείον της Θεοτόκου κατειλήφεσαν τέμενος και της ιεράς τελετής και μυσταγωγίας τελουμένης- ειωθός τούτο επι τοις ερχιεύσι γίνεσθαι- αθρόον φωτί το πρόσωπον περιλάμπετο του θείου ανδρός και λεπτός αυτώ περιερρείτο ιδρώς και τον χρώτα είχεν ερυθραινόμενον, ωσεί ζών και υπνών». 

Επί 500 χρόνια, ο Άγιος αναπαύεται στην ιερή Αργειακή γη. Από τους Ουρανούς προστατεύει ως ο καλός ποιμήν το ποίμνιον του, « ο την Ψυχήν Αυτού θείς υπέρ των προβάτων».

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Την 21η  Ιανουαρίου του 1421  ξημερώνει αποφράς ημέρα για τους Αργείους. Ο Επίσκοπος των Καθολικών Secundus Nani ( Σιγουντονάνης ) δίδει εντολή να ανοίξουν τον τάφο του Αγίου. Η βάρβαρη ιεροσυλία πραγματοποιείται δυστυχώς από Χριστιανούς ( κατά το θρήσκευμα αλλά σκληρούς κατακτητές, κάτω από τους οποίους στενάζει η Πατρίδα. Οι Λατίνοι επίσκοποι είναι οι κρατούντες, εκδιωχθέντων των Ορθοδόξων.)  

«Όταν ήνοιξαν τον τάφον εκείνον, εγένετο σεισμός εν τω τόπω και εξήλθεν ευωδία πλείστη και ο τάφος πεπληρωμένος φωτός και τα τίμια λείψανα σεμνώς κατακείμενα, α και λαβόμενοι τινές των πιστών εγένοντο πολλαί ιάσεις».

Δαιμονισμένος επί χρόνια πλησιάζοντας, θεραπεύεται και άλλου το παράλυτο και στρεβλωμένο χέρι αποκαθίσταται αμέσως.

Τα Άγια λείψανα παραλαμβάνει ο Λατίνος Επίσκοπος – διαβάζουμε στον Ιωάννη Ζεγκίνη – και τα μεταφέρει στο Ναύπλιο, γιατί όπως αναφέρει ο συγγραφέας του, « βραχέος χρονικού» στις 17 Δεκεμβρίου του 1420, ημέρα Τετάρτη, εγένετο χειμών φοβερός, πλήθος αστραπών και βροντών και εχάλασεν ο νάρθηκας του Αγίου Ανδρέως, και ηνεώχθησαν αι πύλαι της εκκλησίας, και μνημεία ηνεώχθησαν και η καμπάνα έπεσε και σημεία εγένοντο εις τους τοίχους και εις τας πύλας ως από ξίφους».  

Αργότερα τα Άγια λείψανα μεταφέρθηκαν στην Ρώμη.

Βαθύτατη επιθυμία Κλήρου και Λαού, ήταν η επιστροφή του Αγίου στην πόλη στην οποία «….κατώρθου δια της σκαπάνης του λόγου να εκριζώνει πάθη χρόνια και ανίατα, άτινα υπήρχον  ερριζωμένα εν ταις καρδίαις πολλών των του κλήρου και του λαού….».

Μετά από άοκνες προσπάθειες όλων των Αρχιερέων της Μητροπόλεως Αργολίδος, ο Θεός αξίωσε – επί Αρχιερατείας του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου  κ.κ. Ιακώβου Β΄ – τα Άγια Λείψανα του Αγίου να επιστρέψουν στην πόλη του Άργους, στις 21 Ιανουαρίου 2008. Η μνήμη του τελείται στις 3 Μαΐου.

  

Τσάγκος Αναστάσιος.

 

Πηγές


  • Χρήστος Παπαοικονόμος, «Ο Πολιούχος του Άργους Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους ο Θαυματουργός», Τυπογραφείο Σ. Βλαστού, Αθήνα 1908.
  • Πέτρος, επίσκοπος Άργους”, εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τόμ. 49, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 2004-2005.
  • Πέτρος, επίσκοπος Άργους”, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 10, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1967, στ. 369-371.
  • Νικόδημος Αγιορείτης, «Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού», τόμ. Β’, Αθήνησι 1868, σελ. 127-128.
  • Πατήρ Γεώργιος Σελλής, «Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους Σημειοφόρος και Θαυματουργός», Έκδοσις Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου, Άργος 2008.
  • P. Enrico Rickenbach, «Storia e scritti di S. Pietro d΄ Argo», Tipografia del cav. V. Salviucci, Roma 1899.
  • Κωνσταντίνος Κυριακόπουλος, «Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους, Βίος Και Λόγοι», Έκδοσις Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος 1976.

 

Read Full Post »

Κυριακή των Βαΐων στο Άργος – William George Clark  

 

 

Ο περιηγητής William George Clark έφτασε στο Άργος (1856), παραμονές του Πάσχα αφού προηγουμένως έχει επισκεφθεί τη Νεμέα και τις Μυκήνες. Θα παρακολούθηση  μάλιστα στο Μητροπολιτικό ναό της πόλης και τη λειτουργία των Βαΐων, της οποίας μας δίνει μια ωραιότατη περιγραφή.

Από το Άργος θα κινηθεί προς Μαντινεία μέσω Καρυάς. Στο βιβλίο του «Peloponnesus: notes of study and travel», για το Άργος αφιερώνει 25 σελίδες (90-114), όπου μας προσφέρει μια ενδιαφέρουσα περιγραφή των κατοίκων, της πόλης και των αρχαιοτήτων της. 

 

 

[…] Η επόμενη ήταν Κυριακή των Βαΐων, σύμφωνα με το εορτολόγιο των ορθοδόξων. Για να στολίσουν τις εκκλησίες και τις παραστάδες των σπιτιών δε χρησιμοποιούσαν βάγια αλλά δάφνες. Τα παιδιά κρατούσαν στα χέρια τους κλαδιά, οι άνδρες είχαν μικρά κλωναράκια στη μπουτονιέρα τους.

 

 

Κυριακή των Βαΐων στο Άργος - William George Clark

Κυριακή των Βαΐων στο Άργος - William George Clark

Πήγαμε στη μητρόπολη για την πρωινή λειτουργία, μια και εκεί υπάρχει επίσκοπος. Η μητρόπολη είναι ένα απέριττο αλλά ευρύχωρο οικοδόμημα. Οι πίσω θέσεις ήταν κατειλημμένες από τις παντρεμένες. Οι ανύπαντρες κάθονταν σ’ έναν εξώστη με σκαλισμένο ξύλο μπροστά. Η παρουσία αυτών των τελευταίων στην εκκλησία ήταν σαν την παρουσία γυναικών στη Βουλή των Κοινοτήτων: δεν επιτρέπονταν αλλά αυτό παραβλεπόταν. Το καλύτερο μέρος της εκκλησίας ήταν γεμάτο από άντρες. Αμέσως μόλις εμφανιστήκαμε, το πλήθος μας άνοιξε χώρο με ευγένεια για να περάσουμε και μπήκαμε – για να πούμε την αλήθεια, σπρωχτήκαμε – και καθίσαμε σε πολύ εμφανές σημείο. Τότε παρατήρησα, και σε πολλές άλλες ανάλογες περιπτώσεις αργότερα, ότι το ελληνικό εκκλησίασμα, συνεχίζοντας να ψάλλει μονότονα αλλά με ζέση την ακολουθία, δε χάνει ευκαιρία να παρατηρεί με θαυμασμό και έκπληξη οποιονδήποτε ξένο βρίσκεται μέσα στην εκκλησία. Δεν υπάρχει, όμως, σ’ αυτό ίχνος υποκρισίας, όπως στο καθολικό εκκλησίασμα, το οποίο περιορίζεται στην ικανοποίηση της περιέργειας με κρυφοκοιτάγματα με την άκρη του ματιού.

 

Οι ιερείς κατά τη διάρκεια της ακολουθίας ήταν κρυμμένοι πίσω από ένα μεγάλο ξύλινο παραπέτασμα, καθώς μια μονότονη ψαλμωδία ακούγεται έξω.  Μια ατμόσφαιρα  αταξίας και ανησυχίας στο εκκλησίασμα, η οξεία ένρινη φωνή και η πένθιμη μονοτονία της ψαλμωδίας καθώς και η απουσία ενόργανης μουσικής εντυπωσιάζουν έναν ξένο πολύ λιγότερο από όσο θα τον εντυπωσίαζε μια λειτουργία στη Ρωμαϊκή εκκλησία. Εκτός από αυτά, και η σκηνική εντύπωση της τελευταίας είναι ανώτερη. Μπροστά στην Αγία Τράπεζα στολισμένη με λουλούδια και με τα καντήλια αναμμένα στέκεται ο ιερέας, ντυμένος πλούσια, μετρημένος και κομψός σε κάθε του κίνηση ή ακίνητος προσευχόμενος σιωπηλά, με ασπροντυμένους βοηθούς γονατιστούς, και σε όλη τη διάρκεια πάνω από τους γονατιστούς ανθρώπους ηχούν οι όμορφοι ψαλμοί της χορωδίας ενώ το έδαφος σείεται από τις βροντές του εκκλησιαστικού οργάνου. Η όλη σκηνή είναι έτσι σχεδιασμένη, ώστε να προσηλώσει την προσοχή, να γοητεύσει τις αισθήσεις, να ικανοποιήσει το γούστο και να ηρεμήσει το πνεύμα: η κατεξοχήν τελειότητα της ιερουργίας.

 

Στην ελληνική εκκλησία όλα αυτά λείπουν και ο αγιασμός και η μετουσίωση των στοιχείων, η κορύφωση του ιερού δράματος, δεν εκτελείται μπροστά τα μάτια του λαού, αλλά στα παρασκήνια, ενώ, κατά διαστήματα, το απότομο άνοιγμα και κλείσιμο της πύλης, στην οποία ο ιερέας εμφανίζεται για μια στιγμή και εξαφανίζεται με άτακτη βιασύνη την άλλη, δίνει την εντύπωση θεατρικής κωμωδίας. Αλλά δε θα ‘θελα να ασχοληθώ άλλο με αυτό το θέμα. Ίσα-ίσα θα έπρεπε να προσέξω να μην πω κάτι επηρεασμένος από διάθεση για αυθάδεια και χωρατό. Ένας ξένος κρίνει αυτά τα θέματα από μια λανθασμένη οπτική γωνία. Δεν μπορεί να καταλάβει και να εγκρίνει χιλιάδες συσχετισμούς, οι οποίοι, ακολουθώντας τους ανθρώπους από τα γεννοφάσκια τους ακόμα, προσδίδουν αγιότητα και ιεροπρέπεια σε ιεροτελεστίες που με πρώτη ματιά θα φαίνονταν ασήμαντες ή και βέβηλες ακόμη. Ούτε μπορεί να κρίνει με επιείκεια και να παραβλέψει αυτή τη μακρά οικείωση που κάνει τους ανθρώπους αναίσθητους σε ανωμαλίες και ανοησίες αμβλύνοντας τα όρια του γελοίου.

 

Η μόνη στιγμή κατά την οποία η τελετή προσελκύει το θεατή, αν και εξαιτίας του συνηθισμένου στους Έλληνες νευρικού και θορυβώδους τρόπου ακόμη και τότε μόλις και μετά βίας σοβαρή, είναι όταν ανοίγει η πύλη στο μεγάλο παραπέτασμα και εμφανίζεται ο ιερέας με τα αγία των Αγίων και το δισκοπότηρο καλυμμένα με κεντητό ύφασμα. Όλο το εκκλησίασμα σταυροκοπιέται (κατά τον ελληνικό τρόπο, από τα δεξιά προς τα αριστερά) και σκύβει κάνοντας μια κίνηση σα να θέλει ν’ αγγίξει το πάτωμα με τα χέρια. Αυτό το τελευταίο είναι τουρκική συνήθεια.

 

Αυτή η εκκλησία στο Άργος, αν και είναι πρόσφατα χτισμένη, δε διαφέρει εξωτερικά ή εσωτερικά από τις παλαιότερες εκκλησίες της χώρας. Ο αυστηρός και αναλλοίωτος χαρακτήρας που σφραγίζει την ανατολική Εκκλησία σε όλα τα πράγματα είναι ολοφάνερος στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική[…].

 

 

Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 21-22, τεύχος 11, 1994.

Μετάφρασηεπιμέλεια: Λεφτέρης Μπαρδάκος.

 

 

Πηγή

  •  Clark, William George, 1821-1878. « Peloponnesus :notes of study and travel». London : John W. Parker and son,1858.

 

 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Μητροπολίτης Ύδρας, Σπετσών, Αιγίνης, Ερμιονίδος & Τροιζηνίας  Εφραίμ

 

 

 

Ο Μητροπολίτης Ύδρας, Σπετσών, Αιγίνης, Ερμιονίδος & Τροιζηνίας  κ. Εφραίμ Ο Μητροπολίτης Ύδρας, Σπετσών, Αιγίνης, Ερμιονίδος & Τροιζηνίας  κ. Εφραίμ (κατά κόσμον Ευάγγελος) Στενάκης, γεννήθηκε τό 1948 στην Κυψέλη Αιγίνης και είναι ο πρωτότοκος υιός υπερπολυτέκνου δεκαεξαμελούς οικογενείας. Παρακολούθησε τις Εγκυκλίους σπουδές στην γενέτειρά του. Εφοίτησε στην Εκκλησιαστική Σχολή Κορίνθου κατά τα έτη 1962-1968. Το 1968 εισήχθη στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία απεφοίτησε το 1972 με το βαθμό «άριστα». Κατά τούς θερινούς μήνες πρόσφερε την διακονία του ως στέλεχος των Εκκλησιαστικών Κατασκηνώσεων της Ιεράς Μητροπόλεως Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης. Το 1972 προσήλθε ως δόκιμος στην Ιερά Μονή Πατερικής Διακονίας «Η  Αγία Τριάς» Ύδρας. Την 30η Δεκεμβρίου το 1973 εκάρη Μοναχός, και έλαβε το μοναχικό όνομα Εφραίμ και την επομένη χειροτονήθηκε Διάκονος, υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ύδρας, κ. Ιεροθέου. Στην εν λόγω Ιερά Μονή παρέμεινε έως το 1976 διακονήσας παραλλήλως και στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Παναγίας Φανερωμένης Ύδρας. Τούς πρώτους μήνες του 1977 ανέλαβε καθήκοντα Διευθυντού του μαθητικού Οικοτροφείου Αιγίνης, ως και Καθηγητής των τεχνικών Σχολείων επί 10ετίαν (σχολεία τα οποία πρωτοποριακά ίδρυσε η τοπική Εκκλησία και λειτούργησε υπό την ευθύνη της), προσφέροντας συνάμα  την διακονία του στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Αιγίνης και στα Κατηχητικά Σχολεία της Νήσου.

 

Τον Ιανουάριον του 1979 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος-Αρχιμανδρίτης και διαδοχικώς προσέφερε μέχρι σήμερα τις υπηρεσίες του ως Εφημέριος – Ιεροκήρυξ των Ιερών Ναών της Αιγίνης και ως προϊστάμενος του Ιερού Καθεδρικού Ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου Ύδρας ως και του Ιερού Ναού Εισοδίων Θεοτόκου Αιγίνης.

 

Καλλιέργησε, με τη Χάρη του Θεού, φυτώριο νέων υποψηφίων Κληρικών και έτσι επανδρώθηκε η Τοπική Εκκλησία της Αιγίνης με νέους μορφωμένους και ευσεβείς Κληρικούς. Από το 1979, ανέλαβε καθήκοντα Αρχιερατικού Επιτρόπου Αιγίνης, διακονία την οποία ήσκησε επί δεκαεπταετίαν, παράλληλα προς το λειτούργημα του Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Μητροπόλεως το οποίον επιτέλεσε ευδοκίμως από το 1983 μέχρι της εκλογής του εις Επίσκοπον, καθώς επίσης και την Διεύθυνσιν των Οικονομικών Υπηρεσιών της Ιεράς Μητροπόλεως.  Από του έτους 1989 διατέλεσε Πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Νοσοκομείου Αιγίνης «Ο Άγιος Διονύσιος», το οποίον επί των ημερών του ανεκαινίσθη εκ βάθρων και προσετέθη νέα πτέρυξ εξοπλισθείσα με υπερσύγχρονα ακτινοδιαγνωστικά μηχανήματα, και ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εκκλησιαστικού Νοσοκομείου Ύδρας « Π Α Ν Α Γ Ι Α  Η  Φ Α Ν Ε Ρ Ω Μ Ε Ν Η ». 

 

Διετέλεσε μέλος της Επιτροπής Παιδείας του Δήμου Αιγίνης, και συνέλαβε τα μέγιστα στην προώθηση και την λύση των προβλημάτων στέγης και λειτουργίας των Σχολείων της Νήσου, και Αντιπρόεδρος της Δημοτικής Καποδιστριακής Βιβλιοθήκης Αιγίνης, μιας από τις αρτιώτερες και πλουσιότερες επαρχιακές Βιβλιοθήκες. Από το 1985 διωρίσθη Ηγούμενος της Ιεράς και Σταυροπηγιακής Μονής Ζωοδόχου Πηγής Πόρου, επί των ημερών του οποίου ανεκαινίσθη εκ βάθρων η Ιερά αυτή ιστορική Μονή. Κατά καιρούς έχει πραγματοποιήσει αξιόλογες εισηγήσεις για θεολογικά και πνευματικά θέματα, σε Ιερατικά Συνέδρια και Συνάξεις της Ιεράς Μητροπόλεως.

 

Μητροπολίτης Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης εξελέγη υπό της Σεπτής Ιεραρχίας την 12.1.2001 εις διαδοχήν του παραιτηθέντος Γέροντός του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου πρώην Ύδρας κ. Ι ε ρ ο θ έ ο υ. 

 

 

Πηγή

 

  •  Ιερά Μητρόπολις Ύδρας, Σπετσών, Αιγίνης, Ερμιονίδος & Τροιζηνίας

Read Full Post »

 

Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Διδύμων

 

 

Ο παλαιός Ναός του Αγίου Νικολάου

 

Αν λάβουμε υπόψη τις εικόνες του παλαιού τέμπλου που σώζονται στον Ι. Ναό και χρονολογούνται τη περίοδο 1700-1750, το πιθανότερο είναι ότι πρώτος Ναός του αγίου Νικολάου είχε κτιστεί στα τέλη του 17ου αρχές του 18ου αιώνα.

 

Γράφει ο Εμμανουήλ Δρίτσας:  

 

img_1119a1«…Εις το νοτίως μέρος των οικιών μεταξύ τούτων, ένθα υπάρχει το υψηλότερο έδαφος, είδος μικράς ραχούλας …υπήρχε ο ειδωλολατρικός ναός του θεού της θαλάσσης Ποσειδώνος π. Χ. Εις τα ερείπια του Ναού τούτου οι πρόγονοί μας Διδυμιώται έκτισαν επί Οθωμανικής εποχής (τουρκικής) πριν του 1800 μ.Χ. Εκ θεμελίων μίαν καινουργή εκκλησίας διαστάσεων 40 Χ 15 μέτρων περίπου όν η σκεπή του ήτον ολόκληρος συνεχόμενη από το Ιερόν μέχρι του καμπαναριού θολωτή με θόλον και από του θόλου είχαν Κεραμοσκεπή και με κεράμους (κεραμίδια) αρχαία μεγάλου μεγέθους 0,50 Χ 0,15 εκατοστών του μέτρου, ήταν χριστιανικός Ιερός Ναός αφιερωμένος και εορτάζοντος εις την μνήμην του Αγίου Νικολάου 6 Δεκεμβρίου που είναι προστάτης θαλασσινών (ναυτικών μας)…»

 

Ο ίδιος μνημονεύει ένα ποίημα «…το οποίο άγνωστος ποιητής πρόγονός μας το είχε συντάξει Αλβανιστί…» που εν ολίγοις μαρτυρεί πως ο πρώτος αυτός Ναός φτιάχτηκε κρυφά από τον πασά της Τρίπολης (άλλωστε απαγορευόταν με νόμο το εκ θεμελίων κτίσιμο χριστιανικών Ναών) μετά από δωροδοκία του Αγά των Διδύμων με τριακόσια γρόσια.

 

«Ο παπαδήμας που τον φάγαν οι λύκοι και το Ιερό Ευαγγέλιο του 1813»

 

 

Η παλαιότερη γραπτή μαρτυρία για την Εκκλησία μας υπάρχει στην πρώτη σελίδα σωζόμενου Ιερού Ευαγγελίου εκδόσεως 1813, το οποίο φυλάσσεται μετά από συντήρηση στον Ιερό Ναό. Εκεί διαβάζουμε την παρακάτω ιδιόχειρη αφιέρωση του ιερέως Ιωάννου:

 

« 1803 Φεβρουαρίου 20 Εχειροτονήθη ο Παπαδήμας υπό Αρχιερέως του τόπου Γρηγορίου και έδωσε γρόσια του Δεσπότη 20 1803 2 Ιουλίου ελάβωσε ο λύκος λυσσασμένος τον Παπαδήμα εις την Πελεγή και έζησε μήνες 2. Πρώτη Σεπτεμβρίου έδωσε τέλος της ζωής του ο Θεός μακαρίση αυτόν και μνημονεύεται, αφιερώνει το Ευαγγέλιον εις τον Άγιον Νικόλαον Δημητρίου ιερέως Λαβρεντίου μοναχού Ιωαν. Αγγελίνας των γονέων, εγράφη δια χειρός εμού του αμαρτωλού, Ιωάννου Ιερέως του ποτέ Δημητρίου Μερκούρη από χωρίου Δίδυμον. Η χειρ γράψαντος θα σήπεται το δε γράψιμον εις τον αιώνα μένει δια ενθύμιον, γράφω δε ότι εις τας χίλιας οκτακοσίας ογδοήκοντα οκτώ εχειροτονήθη και παρά αρχιερέως του τόπου ονόματι Ιακώβου χωρίς κανένα παρά…. ο Θεός εξεύρει.»

 

 

Ο νέος Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου

 

 

Η νέα εκκλησία του Αγίου Νικολάου άρχισε να κτίζεται γύρω από την παλαιά το 1911. Γράφει ο Εμ. Δρίτσας:

 

 «…απέχουν περίπου 4 μέτρα εκ του παλαιού τοίχους της παλαιάς εκκλησίας σκάβονται τα νέα θεμέλια… επί 6 μέτρα βάθους και 1 μέτρο πλάτους…» Αρχιτέκτων Μηχανικός ήταν «..καταγόμενος εξ Ιταλίας και λεγόμενος κύριος Σαβατίνος…». Αυτός πήρε την ευθύνη να προχωρήσει η ανέγερση του Ναού καθώς στη θεμελίωση δεν εύρισκαν στέρεο έδαφος αλλά χώμα, κεραμίδια και ανθρώπινα οστά. Οι κτίστες ήταν από την Κάρπαθο και «…οικοδομήθη… με όλην την οικοδομικήν τέχνην των σχεδιαγραμμάτων των Βυζαντινών Χριστιανικών Ναών με μεγάλους ασβεστόλιθους όλους πελεκητούς σε τετράγωνους (αγκωνάρια) και έφθασε το κτίσιμο τούτο εις ύψος 6 μέτρων περίπου χρησιμοποιηθέντων οικοδομικών υλικών μόνον άμμον και άσβεστον και εκτίσθηκαν όλες οι αι εξωτερικές θύρες και παράθυρα με θολωτά σκεπάσματα (πρέκια)…»

Α΄ Χαιρετισμοί εις την θεοτόκον. Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Διδύμων 2009.

Α΄ Χαιρετισμοί εις την θεοτόκον. Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Διδύμων 2009.

 

 

Το κτίσιμο του Ναού σταμάτησε εκεί στα 6 μέτρα το Σεπτέμβριο του 1912 με την κήρυξη του ελληνοτουρκικού πολέμου.

 

Το 1939 έγινε νέα προσπάθεια της κοινότητος Διδύμων για αποπεράτωση του Ναού καθώς:

 

«…κατόρθωσε να συγκεντρώσει στο ταμείο της περίπου 1.000.000 δραχμάς αλλά επειδή το ποσόν δεν επαρκούσε να τελειοποιηθεί εις το αρχικόν σχέδιον του συνταχθέντος από το 1911…ανέθεσε η κοινότης Διδύμων μετά των εκκλησιαστικών συμβούλων εις του συμπατριώτας μας αρχιτέκτονας …Αλέξανδρον Π. Βερδελήν και Ιωάννην Αν. Αντωνόπουλον και δωρεάν εργασθέντες ετροποποοίησαν το αρχικόν σχέδιον του Ιερού του Αγίου Νικολάου με νέο σχεδιάγραμμα… προκυρήχθη και μειοδοτική δημοπρασία και αναδείχθη τελευταίος μειοδότης εκ Κρανιδίου καταγόμενος και εις Αθήνας εδρεύον διπλωματούχος εργολάβος κ. Αντώνιος Σκρεπετής, αλλά φεύ επήλθεν συν τω χρόνω το έτος 1940 ο Ελληνο-Ιταλικός πόλεμος…»

 

Η αποπεράτωση

 

 Ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου τελικώς αποπερατώθηκε στο διάστημα που ήταν εφημέριος ο κρητικός π. Καλλίνικος Καρπαθιωτάκης (1967-1970), Ιερομόναχος της Μονής Αγίου Γεωργίου Επανωσήφη του Ηρακλείου Κρήτης, με πρωτοβουλία και επίβλεψη του τότε Μητροπολίτου Ύδρας κου Ιεροθέου. Υπό του ιδίου Μητροπολίτου έγιναν τα εγκαίνια του Ιερού Ναού την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών του έτους 1980 εφημερεύοντος του π. Χαράλαμπου Οικονομόπουλου (1975-2006). Επί της 30ετούς εφημερίας του π. Χαράλαμπου έγιναν πλείστα έργα στο εσωτερικό και εξωτερικό του Ναού, κτίστηκε το περίτεχνο Καμπαναριό, διαμορφώθηκε και καλλωπίστηκε ο προαύλιος χώρος, ανακαινίσθηκαν πολλά εξωκλήσια.

 

Αρχιτεκτονική

 

 Ο Ναός είναι εγγεγραμμένος σταυροειδής με τρούλο, έχει ελαφρώς εξέχουσες τις κεραίες του σταυρού, τρία κλίτη που χωρίζονται με 10 πεσσούς (τετράγωνες κολώνες), τρία διαφορετικά επίπεδα (κυρίως Ναός, σολέας και Ιερό Βήμα) ενώ υπάρχουν τρεις κόγχες εξωτερικές (μια μεγάλη κεντρική και δύο μικρές), και δυο μικρές εσωτερικές (πρόθεση και διακονικό). Το συνολικό εμβαδόν του είναι περίπου 260 m2 .

 

Ο Ναός σήμερα

 

Ο Ναός μας σήμερα οδεύει προς την ολοκλήρωσή του. Σε εξέλιξη βρίσκεται η αποπεράτωση της Εικονογράφησης απομένουν όμως ακόμα το δυτικό μέρος με παραστάσεις του δωδεκαόρτου και ο γυναικωνίτης. Ταυτόχρονα πραγματοποιείται ορθομαρμάρωση στο εσωτερικό, ήδη τελείωσε το Ιερό Βήμα και ακολουθούν οι πεσσοί(κολώνες) και ο υπόλοιπος Ναός. Θα ακολουθήσει η αποπεράτωση και διαμόρφωση του γυναικωνίτη.

Ο Ενοριακός Ναός διαθέτει συνολικά 14 εξωκκλήσια που μαζί με τον Κοιμητηριακό Ναό λειτουργούνται πολλάκις στη διάρκεια του έτους, επίσης περιλαμβάνει την εκκλησία του αγίου Αθανασίου του χωριού Ράδου και τη σπουδαία «Μονή Αυγού» του 15ου αιώνα.

 

Υποσημείωση

 

 

Οι Ιστορικές Πηγές: «Μηχανογραφημέναι Ιστορικαί Αληθιναί Περιηγήσεις Περιφερείας Διδύμων – Κρανιδίου υπό του ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Δ. ΔΡΙΤΣΑ εκ ΔΙΔΥΜΩΝ ΚΡΑΝΙΔΙΟΥ ΕΡΜΙΟΝΙΔΟΣ από τα έτη 1907-1973.»

Αυτός είναι ο τίτλος του πρωτότυπου, δακτυλογραφημένου εντύπου του 1974, το οποίο αποκαλείται από τον ίδιο τον συγγραφέα «Ιστορική Μελέτη» «συνταχθείσα ιδιοχείρως… το έτος 1973» και δωρήθηκε πρόσφατα στην Ενορία μας από τον κο Κωνσταντίνο Σκυλή τον οποίον ευχαριστούμε θερμά. Το περιεχόμενο αυτής της κατάθεσης και μαρτυρίας αποδείχτηκε πολύτιμο αφού μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για την ιστορία του τόπου, του Ναού και των Παρεκκλησίων. Στην πρώτη σελίδα έχει αντίγραφο επιστολής του Μητροπολίτου Κορινθίας Παντελεήμων με ημερομηνία 11-4-1970 που παρακινεί τον συγγραφέα να στείλει αντίγραφο της Μελέτης στην Ακαδημία Αθηνών ενώ σε υποσημείωση στην ίδια σελίδα αναφέρεται ότι εστάλη στην Ακαδημία «προς κρήσιν» με αριθ. Πρωτ. 74917/6-5-1974.

Πληροφορίες από την μελέτη αυτή περιέλαβε στο βιβλίο του «Μνήμες Ερμιονίδος», ο Ηπειρώτης Προκόπιος Τσιμάνης, το 1975. Αν και στο βιβλίο κυριαρχεί η υποκειμενική κριτική του συγγραφέα, δεν παύει να είναι άλλη μια σημαντική ιστορική πηγή.

 

 

 

Το παρόν αντλεί τις πληροφορίες του από το αντίστοιχο άρθρο της Ενορίας Διδύμων, στο διαδυκτιακό ενοριακό «συμπόσιο».  Υπεύθυνος: Πατήρ Κοσμάς.

Read Full Post »

Δήμας Βασίλης (1960 – 2020)

 

 

Δήμας ΒασίληςΖωγράφος – Αγιογράφος. Γεννήθηκε στο Άργος το 1960. Παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής από τους ζωγράφους  Βασίλη Κορκόβελο και Τάσο Ρήγα. Ασχολήθηκε για αρκετά χρόνια με τη μελέτη της Βυζαντινής ζωγραφικής φιλοτεχνώντας πλήθος φορητών εικόνων, αλλά και ειδικότερα κάνοντας μια σημαντική έρευνα σε πολλά βυζαντινά μνημεία, ζωγραφίζοντας αντίγραφα και σχέδια για την μελέτη των εικονογραφικών προγραμμάτων και των λεπτομερειών των μνημειακών συνόλων.

Επίσης ασχολήθηκε επισταμένως με την έρευνα των νεοκλασικών και λαϊκών τοιχογραφιών οικιών.

Συνεργαζόταν από το 1988 με τον αγιογράφο Γεώργιο Αγγελή και ομάδα συνεργατών για την αγιογράφηση τοιχογραφιών Ιερών Ναών, φορητών εικόνων, καθώς επίσης και για τη ζωγραφική σύγχρονων τοιχογραφιών σε οικίες και επαγγελματικούς χώρους και για αποκαταστάσεις παλαιών τοιχογραφιών. Κατοικούσε στο Άργος και στην Αθήνα.

Την Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2020, υπέστη ξαφνικά έμφραγμα του μυοκαρδίου (καρδιακή προσβολή)  και απεβίωσε σε ηλικία 60 ετών. Ετάφη στον Ιερό Ναό Αγίου Βασιλείου στο Άργος.

 

  

Κοινή  επαγγελματική  δραστηριότητα  των  συνεργαζομένων  αγιογράφων

 

     

Αγιογραφίες ( τοιχογραφίες )  των  κυριοτέρων  Ιερών  Ναών:

 

Ενοριακοί  Ιεροί  Ναοί  – Ιερές  Μονές

 

Ενοριακός  Ι. Ν. Αγίου  Βασιλείου – Άργος

Ενοριακός  Ι. Ν. Αγίου Ανδρέου – Λαύριο

Ενοριακός  Ι. Ν. Αγίου Νικόλαου – Σπάτα

Ενοριακός  Ι. Ν. Αγίου  Φανουρίου – Οικισμός Κάρελλα Κορωπί

Ενοριακός  Ι. Ν. Υπαπαντής – Αρτέμιδα ( λούτσα )

Ενοριακός  Ι. Ν. Αγίου  Ραφαήλ – Φρέγκαινα Αργολίδος

Ιερό Ησυχαστήριο Κοιμήσεως της Θεοτόκου – Κορωπί

Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Μωυσέως – Δαλαμανάρα Αργολίδος

Ιερά Μονή Ευαγγελισμού – Αθίκια Κορινθίας

Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους

Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους

 

Ιδιωτικοί  Ιεροί  Ναοί

 

Ι. Ν. Αγίου Νικόλαου – Πορτοχέλι   ( Ιδιοκτησίας Μήνου Κυριακού )

Ι. Ν. Αγίου Νικόλαου – Εκάλη  ( Ιδιοκτησίας Νικόλαου Τσαβλίρη)

Ι. Ν. Παναγίας  Μυρτιδιωτίσσης – Χαλκίδα ( Ιδιοκτησίας Γιάννη Κυριακόπουλου)

Ι. Ν. Αγίου Κων/νου και Ελένης – Κερατέα ( Ιδιοκτησίας  Ζαχαρία Καπλανίδη)

Ι. Ν. Αγίου Ευσταθίου – Κερατέα ( Ιδιοκτησίας Τοπικού Συλλόγου)

 

Ιερός Ναός Αγίου Ανδρέου – Λαύριο

Ιερός Ναός Αγίου Ανδρέου – Λαύριο

Οροφογραφία εισόδου σε σύγχρονη κατοικία

Οροφογραφία εισόδου σε σύγχρονη κατοικία

Οροφογραφία σε αίθουσα δεξιώσεων αστικού οικήματος

Οροφογραφία σε αίθουσα δεξιώσεων αστικού οικήματος

Read Full Post »

Μποβόπουλος Δ. Κωνσταντίνος (1874-1948)

 

 

ΜποβόπουλοςΓεννήθηκε το 1874. Ο πατέρας του Δημήτρης Μποβόπουλος ήταν Ιερέας στον Ι. Ν. Αγίου Βασιλείου Άργους, Σπούδασε στο Ανώτατο Μετσόβιο Πολυτεχνείο Αθηνών, στο οποίο και δίδαξε για δέκα χρόνια εικαστικά και καλλιγραφία, ως Καθηγητής Πανεπιστημίου. Όταν επέστρεψε στο Άργος, εγκαταστάθηκε στο πατρικό του σπίτι, στην οδό Βλάσση 22, όπου και παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Εργάστηκε ως καθηγητής Καλλιτεχνικών και συνταξιοδοτήθηκε από το Μπουσουλοπούλειο Γυμνάσιο το 1941. Παντρεύτηκε την Παρασκευή Κατσούλη από τη Νεμέα και απέκτησαν τρεις κόρες: την Δήμητρα, την Πηνελόπη και την Κατερίνα. Η Δήμητρα, σύζυγος του αειμνήστου εργοστασιάρχη Δημητρίου Μπόνη, έχει αποβιώσει. Η Πηνελόπη, είναι σύζυγος του αειμνήστου Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών Βασιλείου Τραγουστή.

 

Στα έργα του χρησιμοποιούσε την τεχνική του λαδιού και στη θεματική και τεχνοτροπία ήταν επηρεασμένος από την δυτική τέχνη της Αναγεννήσεως. Σύμφωνα με το προσωπικό του ημερολόγιο, είναι καταγεγραμμένες εξακόσιες εικόνες σε διάφορους ναούς στην Αργολίδα. Χαρακτηριστική είναι η αγιογραφία του τέμπλου του παλαιού Ιερού Ναού του Αγίου Βασιλείου στο Άργος, που απεικονίζει την Παναγία, τον Ιησού Χριστό και τον Άγιο Ιωάννη. Σήμερα, το έργο αυτό βρίσκεται στους Αγίους Πάντες, στο υπόγειου του νέου Ιερού Ναού του Αγίου Βασιλείου. Ο Κωνσταντίνος Μποβόπουλος έφυγε από τη ζωή το 1948, σε ηλικία 74 ετών.

 

Read Full Post »

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιάκωβος Β΄ (1932-2013)

 

 

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιάκωβος Β΄

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιάκωβος Β΄

Ο Μητροπολίτης Αργολίδος Ιάκωβος (κατά κόσμον Δαμιανὸς Παχὴς) γεννήθηκε στο Μαρούσι Αττικής (1932). Ιεροκήρυκας στην Άρτα, κήρυξε το Θείο Λόγο, περιδιαβαίνοντας όλα τα χωριά του κάμπου και όλους τους οικισμούς του ορεινού όγκου των Αθαμανικών ορέων. Απὸ το ιστορικό Πέττα στο Βουλγαρέλι κι΄ από κει στους Μελισουργοὺς και την Κυψέλη.

Ακούραστος εργάτης της Εκκλησίας, κατάφερε με την Θεία χάρι, να αγγίξει τις πονεμένες ψυχές, να παρηγορήσει με τον ήπιο γλυκύ του λόγο τις πικραμένες  καρδιές, να μοιραστεί την δύσκολη και  ταπεινή ζωή τους. Υπήρξε ο αγαπημένος Ιεροκήρυκας της Άρτας. Χαρακτηριστική η χαρμολύπη των Αρτινών, που συγκινημένοι και με δάκρυα στα μάτια, κατέφθασαν από την πόλη και τα χωριά τους, κατά την ενθρόνισή του στο θρόνο του Μητροπολίτη Αργολίδος. Λύπη, γιατί έχαναν έναν αδελφό, ένα πατέρα, ένα φωτισμένο κληρικό. Χαρά, γιατί ο άνθρωπος τους αξιώθηκε της Αρχιεροσύνης στην οποία τον τοποθέτησε το θέλημα του Θεού, και του υψηλού χρέους να διδάσκει την πραγματική, ενάρετη και χριστιανική ζωή.

Ιερατικά συνέδρια, Σχολὲς Αγιογραφίας και Ψαλτικής, υαλοποίηση της αποστολής του φιλοπτώχου ταμείου της Μητροπόλεως, ανάπτυξη του Ραδιοφωνικού σταθμού, είναι τα ελάχιστα από όσα θα μπορούσε κανεὶς να απαριθμήσει. Προστατεύει τις Μονὲς και τους Ναοὺς και ίδρυσε τον μεγαλοπρεπή Ναὸ του Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως.

 

Έργο ζωής υπήρξε η συνεχὴς και αδιάλειπτος προσπάθειά του για τον εντοπισμό και την μετακομιδή στο Άργος, των Αγίων Λειψάνων του Αγίου Πέτρου, Επισκόπου Άργους του Θαυματουργού. Προσπάθεια που ευτύχησε να τελεσφορήσει και να είναι αυτός πού στις 19 Ιανουαρίου του 2008, πήρε στα χέρια του, πλήρης συγκινήσεως και ιερού δέους τα Άγια Λείψανα του εν Αγίοις Πατρὸς Πέτρου και προκατόχου του στον θρόνο της Επισκοπής, που επέστρεψαν επιτέλους στην πόλη πού τόσο είχε αγαπήσει και υπηρετήσει ο Άγιος. 

Μετά από 22 χρόνια γόνιμης και σεμνής ποιμαντορίας στην Αργολίδα, ο γαλήνιος, ακάματος, εμπνευσμένος και φιλάνθρωπος Ποιμενάρχης, ο Μητροπολίτης Αργολίδος Ιάκωβος Β΄,  την Τρίτη 26 Μαρτίου 2013 τα ξημερώματα, έφυγε  από την ζωή για το μεγάλο ταξίδι εις την αιωνιότητα, σε ηλικία ογδόντα ενός ετών.

 

 

Πηγή

  • Πατήρ Γεώργιος Σελλής, «Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους Σημειοφόρος και Θαυματουργός», Έκδοσις Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου, Άργος 2008.

  

Read Full Post »

Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Aντώνιος (Κόμπος) 1920-2005

 

Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Aντώνιος (Κόμπος) 1920-2005

Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Aντώνιος (Κόμπος) 1920-2005

Ο Μακαριστός  Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης κ. Αντώνιος Κόμπος γεννήθηκε το 1920 στο Άργος Αργολίδος. Είναι απόφοιτος της Μαρασλείου Παιδαγωγικής Ακαδημίας Αθηνών και της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

 

 

Κάτοχος μεγάλης θεολογικής παιδείας, συμπλήρωσε της σπουδές του στα Πανεπιστήμια Οξφόρδης και Παρισίων. Διετέλεσε καθηγητής και Διευθυντής Ιερατικών Σχολών. Κατά τα έτη 1971-74 υπηρέτησε ως ιεροκήρυκας εις την Ιεράν Μητρόπολιν Αιτωλίας και Ακαρνανίας. Διάκονος εχειροτονήθη εις τας 3.12.67, πρεσβύτερος δε εις τας 4.12.67. Την 23ην Μαΐου 1974 εξελέγη Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης.

Εξέδωσε αξιόλογα επιστημονικά έργα. Δημοσίευσε βιβλιοκρισίας και άρθρα εποικοδομητικά εις διάφορα περιοδικά. Εκοιμήθη εν Κυρίω τη 17/12/2005.

 

 

Στην εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος» διαβάζουμε:

 

 «… Πάντα χωρίς θόρυβο, σεμνός, ταπεινός, λιτοδίαιτος, πρότυπο ιερέα, που αρέσει στο Μέγα Διδάσκαλο. Δεν τον ξεχώριζες ανάμεσα στους κληρικούς της Μητρόπολής του. Εκεί που τον έβλεπες, χανόταν σαν να μην ήταν αυτός ο Μητροπολίτης, αλλά κάποιος άσημος υποτακτικός. Τον αναγνώριζες, όμως, από την λεπτή φιγούρα του, τη ζωντάνια των ματιών του, την απαλή του ευγένεια, τα φθαρμένα του ράσα. Ξεχνούσε το φαγητό, αλλά πάντα είχε κάτι να κάνει. Έμπαινε μπροστά κι’ αν ακολουθούσαν και οι άλλοι καλώς κι’ αν όχι, πάλι καλώς. Όμως, έναν τέτοιο ποιμένα ποιός να τον αφήνει μόνο του. Φωνή ήταν το παράδειγμά του και προσκλητήριο! Δεν σήκωσε ποτέ τη φωνή του σε κανένα. Νουθετούσε με το βλέμμα του, με το παράδειγμά του και «δίκαζε» με το πνευματικό του ανάστημα».


«Ορθόδοξος Τύπος», 13 Ιαν. 2006, τ. 1626, σ. 2

 

 

Η εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» έγραψε:

 

Ο «ασκητής της πόλης» που δεν ακολουθεί την… τεχνολογία.


Τον χαρακτηρίζουν «ασκητή της πόλης». Μαγειρεύει μόνος του, καθαρίζει ο ίδιος το μητροπολιτικό σπίτι, δεν χρησιμοποιεί κινητό τηλέφωνο, ενώ σπάνια μιλά και στο σταθερό. Επισκέπτεται την Αθήνα για να συμμετάσχει στις Συνόδους χρησιμοποιώντας… το λεωφορείο του ΚΤΕΛ, κάνει περιοδείες στα «κουτσοχώρια» με τα πόδια και έχει ξεχάσει πώς είναι τα πλούσια αρχιερατικά άμφια. «Εγώ είμαι ένας καλόγερος», επιμένει ο ίδιος.
Ο 84χρονος Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Αντώνιος ξεχωρίζει για τη λιτή και ταπεινή ζωή που κάνει. Μητροπολίτης από τις «Νέες Χώρες», τρέφει θαυμασμό για τον Οικουμενικό Πατριάρχη, «είναι άγιος άνθρωπος», λέει.

«Τι να το κάνει ένας καλόγερος το κινητό, αφήστε που βλάπτει κιόλας», απαντά με χαμόγελο στην παρατήρηση των «ΝΕΩΝ», ότι δεν ακολουθεί την τεχνολογία. «Εγώ είχα γέροντα τον Μητροπολίτη Κορινθίας, που πήγε μετά στην Αμερική. Αυτός μου είχε πει ότι ο επίσκοπος είναι καλόγερος και έτσι πρέπει να είναι». Όταν καλείται να σχολιάσει το ότι δεν συμβαίνει το ίδιο με άλλους μητροπολίτες, περιορίζεται να πει πως «πρέπει να έχουμε ακτημοσύνη, καρτερία και παρθενία, αυτές είναι οι αρετές του μοναχού».
«Άγιος άνθρωπος». Οι κάτοικοι της Σιάτιστας κάνουν λόγο για «άγιο άνθρωπο», που είναι κλειστός, δεν δίνει δικαιώματα και ζει όπως οι καλόγεροι.

 

Ο Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης απαντά με χαμόγελο σε όλα. Όταν όμως καλείται να σχολιάσει τα σκάνδαλα που συνταράσσουν το τελευταίο διάστημα την Εκκλησία της Ελλάδος, παίρνει αποστάσεις. «Δεν θα κρίνω κανέναν, εγώ είμαι πιο αμαρτωλός απ’ όλους, δεν μπορώ να πω τίποτε. H Ιεραρχία αποφάσισε να γίνει κάθαρση», λέει και κλείνει το θέμα.
«Ευτυχώς έχουμε δωρεές». Όσο για τις περιουσίες των Μητροπόλεων, ο ίδιος αποκαλύπτει, χωρίς μάλιστα να ερωτηθεί, ότι τα ετήσια έσοδα από τους ναούς δεν υπερβαίνουν τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ. «Ευτυχώς έχουμε και κάποιες δωρεές και φροντίζουμε τα παιδιά να σπουδάσουν· με πενταροδεκάρες και φραγκοδίφραγκα χτίσαμε μοναστήρια», λέει.


Είναι πρόθυμος να ξεναγήσει στα διαμερίσματα της Μητρόπολης, ενώ παράλληλα ικανοποιεί όλα τα αιτήματα υπαλλήλων και μοναχών. H μοναχή Ειρήνη, από το μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου, που επισκέφθηκε τη Μητρόπολη για δουλειές του μοναστηριού, λέει: «Δεν τον βλέπετε, πόσο ταπεινός είναι; Ακόμη και τα ράσα του τα πλένει ο ίδιος, δεν αφήνει κανέναν να τον βοηθήσει».  

«Είναι κατ’ ουσίαν ασκητής, ζει γι’ αυτό που τάχθηκε, που δεν είναι επάγγελμα αλλά λειτούργημα», υποστήριξε ο υπάλληλος της Μητρόπολης κ. Ζήσης Γούτας. Ο Μητροπολίτης ασχολείται και με τις δουλειές, εξυπηρετώντας τον κόσμο που έρχεται να τον συναντήσει. «Δεν αρνείται σε κανέναν να ασχοληθεί με το πρόβλημά του».

H μεγάλη αγάπη του είναι τα «κουτσοχώρια», όπως χαρακτηρίζει ο ίδιος τα ορεινά χωριά της περιφέρειάς του, αυτά των 20 και 30 κατοίκων. «Πήγαινα σε ένα χωριό με στρατιωτικό αυτοκίνητο και τα υπόλοιπα τα περπατούσα με τα πόδια». Αισθάνεται ακμαίος για να συνεχίσει τις περιοδείες του σε όλες τις ενορίες της Μητρόπολης, παρά τα χρόνια του. «Όταν ύστερα από χρόνια δεν θα μπορώ άλλο, θα αποσυρθώ στο μοναστήρι, εκεί είναι η ζωή μου», καταλήγει.»
ΤΑ ΝΕΑ , 05/03/2005 

 

Πηγές

 

  • «Ο Μοναχός και Φιλομόναχος Επίσκοπος», Έκδοση Ιεράς Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μικροκάστρου Σιατίστης, 2005.
  •  Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 
  •  Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος, Έκδοση, 2005.

 

Read Full Post »

Μητροπολίτης Καισαρείας Βασίλειος ( Μπλάτσος)

 

 

Μητροπολίτης Καισαρείας Βασίλειος

Ο κατά κόσμον Χρήστος Μπλάτσος γεννήθηκε στο Άργος το 1923. Το 1939 μετέβη στα Ιεροσόλυμα. Διάκονος χειροτονήθηκε στις 11 Ιουλίου 1946 από τον Νεαπόλεως Παντελεήμονα και Πρεσβύτερος στις 23 Ιανουαρίου 1954 από τον Σεβαστείας Αθηναγόρα.

Αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή Αθηνών το 1950. Διετέλεσε Διευθυντής του περιοδικού «Νέα Σιών», Γραμματέας και από τις 8 Ιουνίου 1956 Αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου. Στις 26 Αυγούστου 1962 χειροτονήθηκε Αρχιεπίσκοπος Ιορδάνου. Την χειροτονία τέλεσε ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Βενέδικτος, συμπαραστατούμενος από τους Αρχιεπισκόπους Θαβωρίου Βησσαρίωνα, Φιλαδελφείας Επιφάνιο, Γάζης Στέφανο και τον Μητροπολίτη Δράμας Φίλιππο. Παρέμεινε στη θέση του Αρχιγραμματέα μέχρι το 1981. 

Στις 20 Αυγούστου 1975 εξελέγη Μητροπολίτης Καισαρείας, ενώ το 1981 διορίσθηκε  Πατριαρχικός Επίτροπος. Αναχώρησε για τους ουρανούς σε ηλικία 90 ετών, την Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012.

 

 

Πηγές

  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 
  • Ιστοσελίδα Μάρκου Μάρκου, Θεολόγου.

Read Full Post »

Μητροπολίτης Πολυανής και Κιλκισίου  Ιωακείμ (Σμυρνιώτης) 1885-1965

 

 

Γενέτειρά του υπήρξε το ‘Αργος της Πελοποννήσου. Νεώτατος ακολούθησε τον μοναχικό βίον, πηγαίνοντας στην Μονήν Ιβήρων Αγίου Όρους. Μετά από λίγο έγινε αρχιμανδρίτης.   

 

Υπηρέτησε ως κληρικός στη Μητρόπολη Σερρών, όπου συμμετείχε στο Μακεδονικό Αγώνα και βασανίστηκε το 1907. Επίσης διετέλεσε εφημέριος στην Αρτάκη Μ. Ασίας (1910-1912), στρατιωτικός ιερέας στο μικρασιατικό εκστρατευτικό σώμα και εφημέριος στην Αθήνα. Το 1945 τοποθετήθηκε στη Μητρόπολη Πολυανής και Κιλκισίου την οποία διαποίμανε μέχρι την εκδημία  του το έτος 1965.        

 

 

Πηγές

 

  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 
  •  Ιστοσελίδα Ιεράς Μητροπόλεως Πολυανής και Κικλισίου.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »