Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Θρησκεία’

Άργος και Ορθοδοξία στο διάβα των αιώνων

  

Υπό Αρχιμ. Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη

Ιεροκήρυκος Ι. Μητροπόλεως Αργολίδος

 

Εκκλησιαστική διοίκηση

 Ο Παυλίνος (354-431μ.Χ.) αναφέρει ότι στο Άργος κήρυξε το λόγο του Θεού ο Απόστολος Ανδρέας, ο οποίος έτσι παρουσιάζεται ως ιδρυτής της Αργειακής Εκκλησίας. Πιθανώς εις το Άργος να ήλθε και ο Απόστολος Παύλος, διότι περί το 50-60 μ.Χ. διέμεινε εις την Κόρινθο για αρκετούς μήνες και επισκέφθηκε και τις γύρω της Κορίνθου περιοχές. Πολύ νωρίς το Άργος ανυψώθηκε σε Επισκοπή, χωρισμένη από την Επισκοπή Ναυπλίου, υπό τη δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Κορίνθου. Πρώτος γνωστός Επίσκοπος του Άργους είναι ο Περιγένης. Στα τέλη του 9ου αιώνος Επίσκοπος Άργους διετέλεσε ο πολιούχος, Άγιος Πέτρος. Οι Επισκοπές Άργους και Ναυπλίου ενώθηκαν σε μία το 1166. Κατ’ άλλη γνώμη, η ένωση των Επισκοπών Άργους και Ναυπλίου πιθανώς είχε συντελεσθεί λίγα χρόνια μετά το 879. Πάντως στα πρακτικά Σύνοδου του 879 που έγινε στην Κωνσταντινούπολη, υπογράφουν ως μέλη, ο Άργους Θεότιμος και χωριστά ο Ναυπλίου Ανδρέας. Το 1189 η ενιαία Επισκοπή Άργους και Ναυπλίου αποσπάται από τη Μητρόπολη Κορίνθου και προάγεται σε Μητρόπολη, με πρώτο Μητροπολίτη τον Ιωάννη.

 Το 1212, οι σταυροφόροι καταλαμβάνουν το Άργος και το Ναύπλιο, καταργείται η ορθόδοξη Ιεραρχία και στο Άργος εγκαθίσταται λατίνος Επίσκοπος. Καθ’ όλη τη διάρκεια της φραγκοκρατίας (1212-1540) η ορθόδοξη Μητρόπολη Άργους είναι σχολάζουσα. Για τα θέματα των Ορθοδόξων υπήρχε υπό την έγκριση του λατίνου Επισκόπου ένας πρωτοπαπάς διορισμένος από τους Ενετούς.

 Το 1540 το Ναύπλιο παραδίδεται από τους Ενετούς στους Τούρκους. Το 1541 ο Πατριάρχης Ιερεμίας Α΄ δέχθηκε στην Κωνσταντινούπολη πρεσβεία από Αργείους και Ναυπλιείς, οι οποίοι ζήτησαν την ανασύσταση της Μητροπόλεως που ήταν σχολάζουσα από το 1212, δηλαδή για 329 χρόνια. Η Μητρόπολη ανασυνεστάθη με έδρα το Ναύπλιον και προήχθη εις αυτήν ως μητροπολίτης, ο Δωρόθεος.

 Από το 1686 η έδρα της Μητροπόλεως μεταφέρεται στο Άργος, διότι το Ναύπλιον καταλαμβάνεται για δεύτερη φορά από τους Ενετούς. Το 1715 αρχίζει η Β΄ τουρκική κυριαρχία στο Άργος και γίνεται έδρα της μητροπόλεως το Μέρμπακα (Αγία Τριάδα) έως το 1770, οπότε έχουμε επιδρομή Αλβανών και καταστροφές που επιβάλλουν τη μεταφορά της στο Άργος. Εδώ θα παραμείνει μέχρι την επανάσταση του 1821, οπότε θα ξαναγίνει το Ναύπλιο έδρα της Μητροπόλεως, μέχρι σήμερα. Στις 19 Σεπτεμβρίου 1821  πέθανε στη φυλακή της Τριπολιτσάς ο εθνομάρτυρας Μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου Γρηγόριος Καλαμαράς. Από το θάνατό του έως το 1833 η Μητρόπολη διοικείται από τοποτηρητές.

 Με το από 16 Δεκεμβρίου 1833 Β.Δ., η Μητρόπολη Άργους και Ναυπλίας  μετονομάζεται «Μητρόπολις Αργολίδος», αποτελούμενη από τις επαρχίες Ναυπλίας, Τροιζήνος και Ερμιονίδος. Με το ίδιο διάταγμα το Άργος καθώς και η επαρχία Άργους υπάγονται υπό την Μητρόπολη Κορίνθου και όχι υπό τη Μητρόπολη Αργολίδος. Με το από 16 Δεκεμβρίου 1841 Β.Δ. η Μητροπόλη Κορίνθου- Άργους και η Μητρόπολη Αργολίδος συγχωνεύθηκαν σε μία, τη Μητρόπολη Κορίνθου και Αργολίδος. Με το από 18 Δεκεμβρίου 1842 Β.Δ., εις τη Μητρόπολη Κορίνθου και Αργολίδος συνεχωνεύθη και η Επισκοπή Ύδρας. Αυτές οι συγχωνεύσεις γίνονταν διότι η Ι. Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, είχε ανακηρύξει το αυτοκέφαλό της. Δεν ήθελε λοιπόν,  να προβεί σε αρχιερατικές εκλογές, έως ότου το Οικουμενικό Πατριαρχείο υιοθετήσει αυτή την ενέργειά της, για να μη θεωρηθεί ότι αυθαιρετεί εντελώς. 

Με τον Πατριαρχικό Τόμο του 1850 αναγνωρίσθηκε το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος.  Μετά την έκδοση του νόμου Σ΄ του 1852, η Ι. Σύνοδος καθόρισε τα όρια των   Μητροπόλεων και πλήρωσε όσες ήταν χηρεύουσες. Για τη Μητρόπολη Αργολίδος όρια καθορίστηκαν αυτά που ισχύουν μέχρι σήμερα και εξελέγη Μητροπολίτης, το Σεπτέμβριο του 1852 ο Πρωτοσύγκελος και τοποτηρητής Μεσσηνίας, Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Παγώνης ή Παγωνόπουλος.

 

Ιστορικοί Ναοί

  

Ο ναός του Τιμίου Προδρόμου άρχισε να χτίζεται το 1822 και αποπερατώθηκε με χρηματική βοήθεια του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Χρησίμευσε ως μητροπολιτικός έως το 1865. Εδώ έγιναν οι τελετές για την έλευση και ενηλικίωση των βασιλέων Όθωνος και Γεωργίου Α΄. Στον περίβολό του ετάφησαν προύχοντες και φιλέλληνες. Εδώ φυλάσσονται άμφια δωρηθέντα από τη Ρωσία και από το 1929 τελείται  κάθε χρόνο η δοξολογία της 25ης Μαρτίου.

 Ο ναός της Παναγίας Κατακεκρυμμένης ιδρύθηκε τον 9ο ή 10ο αιώνα, ως γυναικεία Μονή. Επανιδρύθηκε το 1700 και διατηρήθηκε ως Μοναστήρι μέχρι την 17η Μαρτίου 1856, οπότε γίνεται ενοριακός ναός. Από το 1911 μέχρι σήμερα, υπάγεται ως παρεκκλήσιο στην ενορία Τιμίου Προδρόμου. Συνδέθηκε με γεγονότα της επανάστασης του 1821. Προ του 1821 λειτούργησε ως σχολείο. Το 1822 ιδρύθηκε εδώ το πρώτο Ελληνικό Νομισματοκοπείο. Το 1906-1907 κατασκευάστηκε το ρολόι της πόλης από τους παντοπώλες του Άργους. Στο ναό υπάρχουν εικόνες και εκκλησιαστικά βιβλία του 18ου και 19ου αιώνα.

 Ο ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης επί τουρκοκρατίας υπήρξε τζαμί και νεκροταφείο των Τούρκων. Χτίστηκε περί το 1570-1580. Το 1871 καθαγιάσθηκε με εγκαίνια και μετετράπη σε χριστιανικό Ναό. Λειτουργεί ως παρεκκλήσιο της ενορίας Αγίου Πέτρου. Εδώ φυλάσσονται ιερά Σκεύη του ναού του Αγίου Νικολάου της οικογένειας των Περρουκαίων, ο οποίος βρισκόταν εκεί που είναι χτισμένος ο σημερινός ναός του Αγίου Πέτρου Άργους και κατεδαφίστηκε το 1865.

 Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι κτίσμα του 11ου αιώνος. Ανεκαινίσθη το 1699. Παλαιότερα λεγόταν Παναγία Αμπελούσα διότι υπήρχαν τριγύρω πολλά αμπέλια. Εδώ ορκίστηκαν οι πληρεξούσιοι της Δ΄ Εθνικής Συνέλευσης το1829 καθώς και της Ε΄ Εθνικής Συνέλευσης το 1831. Την 5η Μαΐου 1824 έγινε εδώ τελετή για το θάνατο του Βύρωνα. Εδώ υπάρχουν Ευαγγέλια του 18ου  και 19ου καθώς και εικόνες του 19ου αιώνα.

 Ο ναός του Αγίου Πέτρου θεμελιώθηκε το 1859 από τον Αργολίδος Γεράσιμο, ο οποίος έκανε και τα εγκαίνια το 1865. Χτίστηκε στη θέση, που βρισκόταν άλλοτε ναός του Αγίου Νικολάου της οικογένειας Περρούκα. Έχει τρεις Άγιες Τράπεζες. Η κεντρική είναι αφιερωμένη εις τον Άγιο Πέτρο Άργους, η δεύτερη στον Άγιο Νικόλαο λόγω της εκκλησίας των Περρουκαίων που βρισκόταν εδώ και η τρίτη στον Άγιο Ανδρέα τον ιδρυτή της Αργειακής Εκκλησίας. Εδώ φυλάσσονται Ευαγγέλια του18ου και 19ου και ιερά Σκεύη του 19ου αιώνα.

 Τέλος, αξιόλογα μνημεία είναι οι δύο σταυρεπίστεγοι ναοί του Άργους, που έχουν χτιστεί επί τουρκοκρατίας, ο παλαιός ναός του Αγίου Βασιλείου και ο παλαιός ναός του Αγίου Νικολάου.

 

Αργειακή Αγιολογία

 

 Ο Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους γεννήθηκε στην Κων/πολη το 850 μ.Χ. Οι γονείς και τα τέσσερα αδέλφια του ασπάζονται το μοναχικό βίο. Ενώ ασκητεύει πλησίον του αδελφού του, Παύλου Επισκόπου Κορίνθου, κάμπτεται απ’ τις πιεστικές παρακλήσεις των Αργείων και χειροτονείται Επίσκοπος Άργους. Αφού ανεδείχθη στοργικός πατέρας όλων, εκοιμήθη το 925 μ. Χ. Η μνήμη του εορτάζεται την 3η Μαΐου.

 Ο  Όσιος Λεόντιος γεννήθηκε στο Άργος το 1520. Εμόνασε από το 1545, έως το θάνατό του στη Μονή του Οσίου Διονυσίου του Αγίου Όρους. Κοιμήθηκε το 1605. Από τον τάφο του ανέβλυσε μύρο και έτσι ονομάστηκε μυροβλύτης. Η μνήμη του τιμάται στις 18 Ιουνίου.

 Ο Νεομάρτυρας Αγγελής γεννήθηκε στο Άργος. Ήταν εμπειρικός Ιατρός. Βρισκόταν στη Νέα Έφεσο. Αποκεφαλίστηκε στη Χίο, στις 3 Δεκεμβρίου του 1813.

 

Δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό «Ματίες στην Αργολίδα», τευχ. 10, Μάιος – Ιούνιος 2002.

 

Read Full Post »

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Σημειοφόρος και Θαυματουργός (852 – 922)


 

Άγιος Πέτρος ο Άργους – Φώτης Κόντογλου

Ο βίος και τα έργα του Αγίου Πέτρου, αποτελούν περίλαμπρο μνημείο που μαρτυρά την Εκκλησιαστική Δόξα της τότε Αγιωτάτης Επισκοπής Άργους. Είναι όντως πολύεδρος, πολύτιμος λίθος που εκπέμπει φως σωτηρίας και λαμπρύνει την όλη ιστορία της πόλης μας.  Ο «από βρέφους Κυρίω ανατεθείς» Πέτρος, εγεννήθη εις το ένδοξο Βυζάντιο. Ιερός και άγιος πόθος να υπηρετήσει τον Κύριο και Θεό του, είχε κατακυριεύσει την ψυχή και την διάνοια του. 

Πρώτος ο Παύλος, ο πρωτότοκος της οικογένειας επιλέγει την οδό της ένθεης διαβίωσης. Την οδό των στερήσεων, των δοκιμασιών, της προσευχής και της προσφοράς. Ακολουθεί ο Διονύσιος και κατόπιν οι Γονείς και η νεαρή αδελφή τους, δεχθέντες το θείο κάλεσμα, επέλεξαν την οδό της θυσίας, της αυταπάρνησης, και  « ήγαγον τον Σταυρόν της μοναχικής πολιτείας ακολουθήσαντες τον Χριστό».  Λίγο αργότερα νεαρώτατος κατά την ηλικία ο Πέτρος μετά του μικρότερου αδελφού του Πλάτωνος « καταλιπόντες τον κόσμον και τον οίκον αυτών απήλθον εις ερημικούς τόπους, τη ασκήσει και τη νηστεία και ταις προσευχαίς δουλεύοντες τω Κυρίω». Εγκαταλείπουν την περιουσία τους και τις ανέσεις που αυτή τους διασφάλιζε, και επιλέγουν τον τραχύ αλλά ωραίο αγώνα της μοναστικής ζωής.

Η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας του, τον καθιστούν πρότυπο στην μοναστική κοινότητα. Οι συνομήλικοι του τον αγαπούν και τον έχουν ως πρότυπο. Επιδιώκουν να τον μιμηθούν. Εκείνος, πάντοτε εύχαρις και μειλίχιος, αναλαμβάνει τις πιο σκληρές και ταπεινές εργασίες, ενισχύοντας την ταπεινοφροσύνη και την υπομονή του.  Στις συγκεντρώσεις και τις συντροφιές  εκφράζει με σοβαρότητα και ευφράδεια μοναδική, τις μεγάλες αλήθειες της πίστης επικαλούμενος ρητά ή αποφθέγματα των Πατέρων της Εκκλησίας αλλά και των Αρχαίων Ελλήνων Φιλοσόφων. Η υπομονή, η καρτερικότητα, η αυστηρή ασκητική ζωή, η συνεχής προσευχή τον οπλίζουν με γαλήνη, δύναμη και εγκράτεια.

« το κάλλος και η λαμπρότης της ψυχής αυτού εγίγνοντο κατάδηλα και επί του σώματος, του οποίου η ωραιότης θαυμασίως απέστιλβε, διότι είχε, κατά τον αυτόπτην μαθητήν, και το σχήμα και το βάδισμα και το βλέμμα, και το μειδίαμα αξιοθαύμαστα.». 

Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαος Α΄ ο Μυστικός, Ιεράρχης σοφός  και λόγιος, πληροφορείται τα χαρίσματα, την αξιοσύνη και την ευσέβεια του Μοναχού Πέτρου και επιθυμεί να τον τιμήσει με τον βαθμό της Αρχιερωσύνης. Ο κενός Αποστολικός  θρόνος του Μητροπολίτη Κορίνθου θεωρείται από τον Πατριάρχη ως η κατάλληλη ευκαιρία. Καλεί τον Πέτρο και του εκφράζει την επιθυμία του αυτή. 

Ο Πέτρος, «το επικίνδυνον του πράγματος ευλαβούμενος», αρνείται κατηγορηματικά. Μετά την άρνηση του, ο Πατριάρχης προσφεύγει στον μεγαλύτερο αδελφό του Παύλο, το οποίον και καθιστά Μητροπολίτη Κορίνθου.

Παρά τις συνεχείς αρνήσεις του Αγίου Πέτρου, ο Πατριάρχης δεν σταματά να προσπαθεί να πείσει τον Πέτρο να αποδεχτεί την Αρχιερωσύνη, την οποία από ταπεινοφροσύνη αυτός μονίμως αρνείται. Για να αποφύγει τις πιέσεις και να μην πικράνει «εν τη αγαθή και αγία προσπαθεία του» τον Πατριάρχη, μεταβαίνει στην Κόρινθο, κοντά στον αδελφό του. Αλλά η θεία χάρις καταδιώκει τον Πέτρο. Χηρεύει η θέση της επισκοπής Άργους και Αργείοι και Ναυπλιείς απευθύνονται  προς τον Μητροπολίτη Κορίνθου Παύλο, ζητούντες επιμόνως ως επίσκοπο της περιοχής τους τον Πέτρο.

Επιμένουν, ικετεύουν και  ισχυρίζονται ότι αρτιμελή νήπια πεθαίνουν αβάπτιστα και πολλοί πεθαμένοι θάβονται χωρίς να ψαλλεί η σχετική ακολουθία. Επιτυγχάνουν τελικά, καμφθέντος του Αγίου, να αποδεχτεί την θέση του επισκόπου.

  

Επίσκοπος Άργους  

 

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Ως επίσκοπος, υπήρξε «λύχνος επί την λυχνίαν φαίνων πάση τη οικία της περιοχής Αυτού ου μην αλλά και εις πάσαν την γήν εξήλθεν ο φθόγγος Αυτού και εις τα πέρατα της Οικουμένης τα ρήματα Αυτού». 

Όταν, όπως αναφέρει ο Μητροπολίτης Νικαίας Θεόδωρος, «Λοιμός επίεζε την του Πέλοπος επί τοσούτω δε ταύτην επεβόσκετο και κατέτρυχεν, ως και τας οικίας, και στενωπούς και άμφοδα και πλατείας, έτι δε και το ύπαιθρον εμπλησθήναι νεκρών » ο Άγιος « περιήρχετο τας οδούς συλλέγων τους θνήσκοντας, ανορθών τους επιδεομένους, κηδεύων ως συγγενής και προστάτης, τους εις οίκους νεκρούς». 

Στήριξε κλονιζομένους, έθρεψε πεινώντας, Λύτρωσε αιχμαλώτους από τους πειρατές, προστάτευσε αδυνάτους ως η διωκόμενη κόρη υπό τινος Στρατηγού, θεράπευσε δαιμονιζομένους, εβάπτισε απίστους, δίδαξε αδιαλείπτως λόγω και έργω.

Το έτος 920 και σε αρκετά προχωρημένη ηλικία, ασθενής κατά το σώμα αλλά ισχυρός κατά το πνεύμα και την πίστη, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και μετέσχε τοπικής Συνόδου, που είχε συγκαλέσει ο Πατριάρχης Νικόλαος ο Μυστικός επί Αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου.

Ο αείμνηστος Ιερεύς Χρήστος Παπαοικονόμος αναφέρει:

«Διήγεν ήδη ο μακάριος Πέτρος το εβδομηκοστόν έτος της ηλικίας αυτού και ενέμενε στερρώς εις την εκ νεότητος τακτικήν της ασκήσεως, μη αποσπώμενος αυτής ούτε ένεκα του γήρατος, ούτε ένεκα της κατατριχούσης αυτόν νόσου. Προσήγγισε τέλος ο υπ΄αυτού προσδοκώμενος χρόνος, επλησίασαν αι δι΄αυτόν ποθηταί ημέραιτου θανάτου τον οποίον είχε προγνωρίσει κατά θαυμαστόν τρόπον, ως προεγνώρισε και την μετ΄ολίγα έτη γενομένην καταστροφήν της Πελοποννήσου υπό των βαρβάρων. Αφού δε εγνώσθη ότι ο μέγας ανήρ ασθενεί, αθρόα συνέρρεον τα πλήθη των πόλεων και κωμών, παρήσαν δε και μοναζόντων αγέλαι, και των μοναζουσών η κοσμιότης και των παρθένων η σεμνότης διαλάμπυσα εις την όψιν και των γυναικών η σωφροσύνη και νέοι και γέροντες, ίνα πάντες ίδωσι δια τελευταίαν φορά την γλυκυτάτην εκείνην μορφήν και ακούσωσι την μέλι στάζουσα φωνήν και λάβωσι την ευλογίαν του αγίου ποιμενάρχου αυτών».

Εκείνος, επί τριήμερον νουθετεί γαλήνια και ήρεμα τα πνευματικά του τέκνα. Τα συμβουλεύει  να επιζητούν την μέλλουσα ζωή, εκπληρώνοντας τα καθήκοντα τους προς τον Θεό και τους συνανθρώπους τους. Η φωνή του εξασθενεί. Ευλογεί όσους βρίσκονται δίπλα του και με νεύματα τους παρακαλεί να αποχωρήσουν.

Γράφει ο μαθητής του:

 «Και ημάς δε τους περί αυτόν τω Θεώ αναθείς και μικρόν καθ΄εαυτόν υποψιθυρήσας και τον σταυρόν τω προσώπω περιγραψάμενος και ιλαρόν επιβλέψας, γεγανωμένω και χαίροντι εοικώς ώσπερ υπομειδιών, τα όμματα μύσας αταράχως διαφήκε το πνεύμα».

Και φεύγει για τις αιώνιες πολιτείες  του ανεσπέρου φωτός.

Τότε:

» Και πάλιν ηθροίζετο τα πλήθη και συστήματα ιερά, και χοροί μοναστών περιστάντες το ιερόν εκείνο σώμα ύμνοις εγέραιρον και ψαλμοίς., και τον ιεροφόρον άραντες σκίμποδα υποβασταζόντων ιερέων δια μέσης της πόλεως υπό λάμπασιν ήεσαν άδοντες. Και περί δείλην οψίαν υποστρέφοντες το θείον της Θεοτόκου κατειλήφεσαν τέμενος και της ιεράς τελετής και μυσταγωγίας τελουμένης- ειωθός τούτο επι τοις ερχιεύσι γίνεσθαι- αθρόον φωτί το πρόσωπον περιλάμπετο του θείου ανδρός και λεπτός αυτώ περιερρείτο ιδρώς και τον χρώτα είχεν ερυθραινόμενον, ωσεί ζών και υπνών». 

Επί 500 χρόνια, ο Άγιος αναπαύεται στην ιερή Αργειακή γη. Από τους Ουρανούς προστατεύει ως ο καλός ποιμήν το ποίμνιον του, « ο την Ψυχήν Αυτού θείς υπέρ των προβάτων».

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Την 21η  Ιανουαρίου του 1421  ξημερώνει αποφράς ημέρα για τους Αργείους. Ο Επίσκοπος των Καθολικών Secundus Nani ( Σιγουντονάνης ) δίδει εντολή να ανοίξουν τον τάφο του Αγίου. Η βάρβαρη ιεροσυλία πραγματοποιείται δυστυχώς από Χριστιανούς ( κατά το θρήσκευμα αλλά σκληρούς κατακτητές, κάτω από τους οποίους στενάζει η Πατρίδα. Οι Λατίνοι επίσκοποι είναι οι κρατούντες, εκδιωχθέντων των Ορθοδόξων.)  

«Όταν ήνοιξαν τον τάφον εκείνον, εγένετο σεισμός εν τω τόπω και εξήλθεν ευωδία πλείστη και ο τάφος πεπληρωμένος φωτός και τα τίμια λείψανα σεμνώς κατακείμενα, α και λαβόμενοι τινές των πιστών εγένοντο πολλαί ιάσεις».

Δαιμονισμένος επί χρόνια πλησιάζοντας, θεραπεύεται και άλλου το παράλυτο και στρεβλωμένο χέρι αποκαθίσταται αμέσως.

Τα Άγια λείψανα παραλαμβάνει ο Λατίνος Επίσκοπος – διαβάζουμε στον Ιωάννη Ζεγκίνη – και τα μεταφέρει στο Ναύπλιο, γιατί όπως αναφέρει ο συγγραφέας του, « βραχέος χρονικού» στις 17 Δεκεμβρίου του 1420, ημέρα Τετάρτη, εγένετο χειμών φοβερός, πλήθος αστραπών και βροντών και εχάλασεν ο νάρθηκας του Αγίου Ανδρέως, και ηνεώχθησαν αι πύλαι της εκκλησίας, και μνημεία ηνεώχθησαν και η καμπάνα έπεσε και σημεία εγένοντο εις τους τοίχους και εις τας πύλας ως από ξίφους».  

Αργότερα τα Άγια λείψανα μεταφέρθηκαν στην Ρώμη.

Βαθύτατη επιθυμία Κλήρου και Λαού, ήταν η επιστροφή του Αγίου στην πόλη στην οποία «….κατώρθου δια της σκαπάνης του λόγου να εκριζώνει πάθη χρόνια και ανίατα, άτινα υπήρχον  ερριζωμένα εν ταις καρδίαις πολλών των του κλήρου και του λαού….».

Μετά από άοκνες προσπάθειες όλων των Αρχιερέων της Μητροπόλεως Αργολίδος, ο Θεός αξίωσε – επί Αρχιερατείας του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου  κ.κ. Ιακώβου Β΄ – τα Άγια Λείψανα του Αγίου να επιστρέψουν στην πόλη του Άργους, στις 21 Ιανουαρίου 2008. Η μνήμη του τελείται στις 3 Μαΐου.

  

Τσάγκος Αναστάσιος.

 

Πηγές


  • Χρήστος Παπαοικονόμος, «Ο Πολιούχος του Άργους Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους ο Θαυματουργός», Τυπογραφείο Σ. Βλαστού, Αθήνα 1908.
  • Πέτρος, επίσκοπος Άργους”, εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τόμ. 49, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 2004-2005.
  • Πέτρος, επίσκοπος Άργους”, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 10, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1967, στ. 369-371.
  • Νικόδημος Αγιορείτης, «Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού», τόμ. Β’, Αθήνησι 1868, σελ. 127-128.
  • Πατήρ Γεώργιος Σελλής, «Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους Σημειοφόρος και Θαυματουργός», Έκδοσις Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου, Άργος 2008.
  • P. Enrico Rickenbach, «Storia e scritti di S. Pietro d΄ Argo», Tipografia del cav. V. Salviucci, Roma 1899.
  • Κωνσταντίνος Κυριακόπουλος, «Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους, Βίος Και Λόγοι», Έκδοσις Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος 1976.

 

Read Full Post »

Μητροπολίτης Ύδρας, Σπετσών, Αιγίνης, Ερμιονίδος & Τροιζηνίας  Εφραίμ

 

 

 

Ο Μητροπολίτης Ύδρας, Σπετσών, Αιγίνης, Ερμιονίδος & Τροιζηνίας  κ. Εφραίμ Ο Μητροπολίτης Ύδρας, Σπετσών, Αιγίνης, Ερμιονίδος & Τροιζηνίας  κ. Εφραίμ (κατά κόσμον Ευάγγελος) Στενάκης, γεννήθηκε τό 1948 στην Κυψέλη Αιγίνης και είναι ο πρωτότοκος υιός υπερπολυτέκνου δεκαεξαμελούς οικογενείας. Παρακολούθησε τις Εγκυκλίους σπουδές στην γενέτειρά του. Εφοίτησε στην Εκκλησιαστική Σχολή Κορίνθου κατά τα έτη 1962-1968. Το 1968 εισήχθη στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία απεφοίτησε το 1972 με το βαθμό «άριστα». Κατά τούς θερινούς μήνες πρόσφερε την διακονία του ως στέλεχος των Εκκλησιαστικών Κατασκηνώσεων της Ιεράς Μητροπόλεως Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης. Το 1972 προσήλθε ως δόκιμος στην Ιερά Μονή Πατερικής Διακονίας «Η  Αγία Τριάς» Ύδρας. Την 30η Δεκεμβρίου το 1973 εκάρη Μοναχός, και έλαβε το μοναχικό όνομα Εφραίμ και την επομένη χειροτονήθηκε Διάκονος, υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ύδρας, κ. Ιεροθέου. Στην εν λόγω Ιερά Μονή παρέμεινε έως το 1976 διακονήσας παραλλήλως και στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Παναγίας Φανερωμένης Ύδρας. Τούς πρώτους μήνες του 1977 ανέλαβε καθήκοντα Διευθυντού του μαθητικού Οικοτροφείου Αιγίνης, ως και Καθηγητής των τεχνικών Σχολείων επί 10ετίαν (σχολεία τα οποία πρωτοποριακά ίδρυσε η τοπική Εκκλησία και λειτούργησε υπό την ευθύνη της), προσφέροντας συνάμα  την διακονία του στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Αιγίνης και στα Κατηχητικά Σχολεία της Νήσου.

 

Τον Ιανουάριον του 1979 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος-Αρχιμανδρίτης και διαδοχικώς προσέφερε μέχρι σήμερα τις υπηρεσίες του ως Εφημέριος – Ιεροκήρυξ των Ιερών Ναών της Αιγίνης και ως προϊστάμενος του Ιερού Καθεδρικού Ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου Ύδρας ως και του Ιερού Ναού Εισοδίων Θεοτόκου Αιγίνης.

 

Καλλιέργησε, με τη Χάρη του Θεού, φυτώριο νέων υποψηφίων Κληρικών και έτσι επανδρώθηκε η Τοπική Εκκλησία της Αιγίνης με νέους μορφωμένους και ευσεβείς Κληρικούς. Από το 1979, ανέλαβε καθήκοντα Αρχιερατικού Επιτρόπου Αιγίνης, διακονία την οποία ήσκησε επί δεκαεπταετίαν, παράλληλα προς το λειτούργημα του Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Μητροπόλεως το οποίον επιτέλεσε ευδοκίμως από το 1983 μέχρι της εκλογής του εις Επίσκοπον, καθώς επίσης και την Διεύθυνσιν των Οικονομικών Υπηρεσιών της Ιεράς Μητροπόλεως.  Από του έτους 1989 διατέλεσε Πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Νοσοκομείου Αιγίνης «Ο Άγιος Διονύσιος», το οποίον επί των ημερών του ανεκαινίσθη εκ βάθρων και προσετέθη νέα πτέρυξ εξοπλισθείσα με υπερσύγχρονα ακτινοδιαγνωστικά μηχανήματα, και ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εκκλησιαστικού Νοσοκομείου Ύδρας « Π Α Ν Α Γ Ι Α  Η  Φ Α Ν Ε Ρ Ω Μ Ε Ν Η ». 

 

Διετέλεσε μέλος της Επιτροπής Παιδείας του Δήμου Αιγίνης, και συνέλαβε τα μέγιστα στην προώθηση και την λύση των προβλημάτων στέγης και λειτουργίας των Σχολείων της Νήσου, και Αντιπρόεδρος της Δημοτικής Καποδιστριακής Βιβλιοθήκης Αιγίνης, μιας από τις αρτιώτερες και πλουσιότερες επαρχιακές Βιβλιοθήκες. Από το 1985 διωρίσθη Ηγούμενος της Ιεράς και Σταυροπηγιακής Μονής Ζωοδόχου Πηγής Πόρου, επί των ημερών του οποίου ανεκαινίσθη εκ βάθρων η Ιερά αυτή ιστορική Μονή. Κατά καιρούς έχει πραγματοποιήσει αξιόλογες εισηγήσεις για θεολογικά και πνευματικά θέματα, σε Ιερατικά Συνέδρια και Συνάξεις της Ιεράς Μητροπόλεως.

 

Μητροπολίτης Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης εξελέγη υπό της Σεπτής Ιεραρχίας την 12.1.2001 εις διαδοχήν του παραιτηθέντος Γέροντός του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου πρώην Ύδρας κ. Ι ε ρ ο θ έ ο υ. 

 

 

Πηγή

 

  •  Ιερά Μητρόπολις Ύδρας, Σπετσών, Αιγίνης, Ερμιονίδος & Τροιζηνίας

Read Full Post »

 

Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Διδύμων

 

 

Ο παλαιός Ναός του Αγίου Νικολάου

 

Αν λάβουμε υπόψη τις εικόνες του παλαιού τέμπλου που σώζονται στον Ι. Ναό και χρονολογούνται τη περίοδο 1700-1750, το πιθανότερο είναι ότι πρώτος Ναός του αγίου Νικολάου είχε κτιστεί στα τέλη του 17ου αρχές του 18ου αιώνα.

 

Γράφει ο Εμμανουήλ Δρίτσας:  

 

img_1119a1«…Εις το νοτίως μέρος των οικιών μεταξύ τούτων, ένθα υπάρχει το υψηλότερο έδαφος, είδος μικράς ραχούλας …υπήρχε ο ειδωλολατρικός ναός του θεού της θαλάσσης Ποσειδώνος π. Χ. Εις τα ερείπια του Ναού τούτου οι πρόγονοί μας Διδυμιώται έκτισαν επί Οθωμανικής εποχής (τουρκικής) πριν του 1800 μ.Χ. Εκ θεμελίων μίαν καινουργή εκκλησίας διαστάσεων 40 Χ 15 μέτρων περίπου όν η σκεπή του ήτον ολόκληρος συνεχόμενη από το Ιερόν μέχρι του καμπαναριού θολωτή με θόλον και από του θόλου είχαν Κεραμοσκεπή και με κεράμους (κεραμίδια) αρχαία μεγάλου μεγέθους 0,50 Χ 0,15 εκατοστών του μέτρου, ήταν χριστιανικός Ιερός Ναός αφιερωμένος και εορτάζοντος εις την μνήμην του Αγίου Νικολάου 6 Δεκεμβρίου που είναι προστάτης θαλασσινών (ναυτικών μας)…»

 

Ο ίδιος μνημονεύει ένα ποίημα «…το οποίο άγνωστος ποιητής πρόγονός μας το είχε συντάξει Αλβανιστί…» που εν ολίγοις μαρτυρεί πως ο πρώτος αυτός Ναός φτιάχτηκε κρυφά από τον πασά της Τρίπολης (άλλωστε απαγορευόταν με νόμο το εκ θεμελίων κτίσιμο χριστιανικών Ναών) μετά από δωροδοκία του Αγά των Διδύμων με τριακόσια γρόσια.

 

«Ο παπαδήμας που τον φάγαν οι λύκοι και το Ιερό Ευαγγέλιο του 1813»

 

 

Η παλαιότερη γραπτή μαρτυρία για την Εκκλησία μας υπάρχει στην πρώτη σελίδα σωζόμενου Ιερού Ευαγγελίου εκδόσεως 1813, το οποίο φυλάσσεται μετά από συντήρηση στον Ιερό Ναό. Εκεί διαβάζουμε την παρακάτω ιδιόχειρη αφιέρωση του ιερέως Ιωάννου:

 

« 1803 Φεβρουαρίου 20 Εχειροτονήθη ο Παπαδήμας υπό Αρχιερέως του τόπου Γρηγορίου και έδωσε γρόσια του Δεσπότη 20 1803 2 Ιουλίου ελάβωσε ο λύκος λυσσασμένος τον Παπαδήμα εις την Πελεγή και έζησε μήνες 2. Πρώτη Σεπτεμβρίου έδωσε τέλος της ζωής του ο Θεός μακαρίση αυτόν και μνημονεύεται, αφιερώνει το Ευαγγέλιον εις τον Άγιον Νικόλαον Δημητρίου ιερέως Λαβρεντίου μοναχού Ιωαν. Αγγελίνας των γονέων, εγράφη δια χειρός εμού του αμαρτωλού, Ιωάννου Ιερέως του ποτέ Δημητρίου Μερκούρη από χωρίου Δίδυμον. Η χειρ γράψαντος θα σήπεται το δε γράψιμον εις τον αιώνα μένει δια ενθύμιον, γράφω δε ότι εις τας χίλιας οκτακοσίας ογδοήκοντα οκτώ εχειροτονήθη και παρά αρχιερέως του τόπου ονόματι Ιακώβου χωρίς κανένα παρά…. ο Θεός εξεύρει.»

 

 

Ο νέος Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου

 

 

Η νέα εκκλησία του Αγίου Νικολάου άρχισε να κτίζεται γύρω από την παλαιά το 1911. Γράφει ο Εμ. Δρίτσας:

 

 «…απέχουν περίπου 4 μέτρα εκ του παλαιού τοίχους της παλαιάς εκκλησίας σκάβονται τα νέα θεμέλια… επί 6 μέτρα βάθους και 1 μέτρο πλάτους…» Αρχιτέκτων Μηχανικός ήταν «..καταγόμενος εξ Ιταλίας και λεγόμενος κύριος Σαβατίνος…». Αυτός πήρε την ευθύνη να προχωρήσει η ανέγερση του Ναού καθώς στη θεμελίωση δεν εύρισκαν στέρεο έδαφος αλλά χώμα, κεραμίδια και ανθρώπινα οστά. Οι κτίστες ήταν από την Κάρπαθο και «…οικοδομήθη… με όλην την οικοδομικήν τέχνην των σχεδιαγραμμάτων των Βυζαντινών Χριστιανικών Ναών με μεγάλους ασβεστόλιθους όλους πελεκητούς σε τετράγωνους (αγκωνάρια) και έφθασε το κτίσιμο τούτο εις ύψος 6 μέτρων περίπου χρησιμοποιηθέντων οικοδομικών υλικών μόνον άμμον και άσβεστον και εκτίσθηκαν όλες οι αι εξωτερικές θύρες και παράθυρα με θολωτά σκεπάσματα (πρέκια)…»

Α΄ Χαιρετισμοί εις την θεοτόκον. Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Διδύμων 2009.

Α΄ Χαιρετισμοί εις την θεοτόκον. Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Διδύμων 2009.

 

 

Το κτίσιμο του Ναού σταμάτησε εκεί στα 6 μέτρα το Σεπτέμβριο του 1912 με την κήρυξη του ελληνοτουρκικού πολέμου.

 

Το 1939 έγινε νέα προσπάθεια της κοινότητος Διδύμων για αποπεράτωση του Ναού καθώς:

 

«…κατόρθωσε να συγκεντρώσει στο ταμείο της περίπου 1.000.000 δραχμάς αλλά επειδή το ποσόν δεν επαρκούσε να τελειοποιηθεί εις το αρχικόν σχέδιον του συνταχθέντος από το 1911…ανέθεσε η κοινότης Διδύμων μετά των εκκλησιαστικών συμβούλων εις του συμπατριώτας μας αρχιτέκτονας …Αλέξανδρον Π. Βερδελήν και Ιωάννην Αν. Αντωνόπουλον και δωρεάν εργασθέντες ετροποποοίησαν το αρχικόν σχέδιον του Ιερού του Αγίου Νικολάου με νέο σχεδιάγραμμα… προκυρήχθη και μειοδοτική δημοπρασία και αναδείχθη τελευταίος μειοδότης εκ Κρανιδίου καταγόμενος και εις Αθήνας εδρεύον διπλωματούχος εργολάβος κ. Αντώνιος Σκρεπετής, αλλά φεύ επήλθεν συν τω χρόνω το έτος 1940 ο Ελληνο-Ιταλικός πόλεμος…»

 

Η αποπεράτωση

 

 Ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου τελικώς αποπερατώθηκε στο διάστημα που ήταν εφημέριος ο κρητικός π. Καλλίνικος Καρπαθιωτάκης (1967-1970), Ιερομόναχος της Μονής Αγίου Γεωργίου Επανωσήφη του Ηρακλείου Κρήτης, με πρωτοβουλία και επίβλεψη του τότε Μητροπολίτου Ύδρας κου Ιεροθέου. Υπό του ιδίου Μητροπολίτου έγιναν τα εγκαίνια του Ιερού Ναού την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών του έτους 1980 εφημερεύοντος του π. Χαράλαμπου Οικονομόπουλου (1975-2006). Επί της 30ετούς εφημερίας του π. Χαράλαμπου έγιναν πλείστα έργα στο εσωτερικό και εξωτερικό του Ναού, κτίστηκε το περίτεχνο Καμπαναριό, διαμορφώθηκε και καλλωπίστηκε ο προαύλιος χώρος, ανακαινίσθηκαν πολλά εξωκλήσια.

 

Αρχιτεκτονική

 

 Ο Ναός είναι εγγεγραμμένος σταυροειδής με τρούλο, έχει ελαφρώς εξέχουσες τις κεραίες του σταυρού, τρία κλίτη που χωρίζονται με 10 πεσσούς (τετράγωνες κολώνες), τρία διαφορετικά επίπεδα (κυρίως Ναός, σολέας και Ιερό Βήμα) ενώ υπάρχουν τρεις κόγχες εξωτερικές (μια μεγάλη κεντρική και δύο μικρές), και δυο μικρές εσωτερικές (πρόθεση και διακονικό). Το συνολικό εμβαδόν του είναι περίπου 260 m2 .

 

Ο Ναός σήμερα

 

Ο Ναός μας σήμερα οδεύει προς την ολοκλήρωσή του. Σε εξέλιξη βρίσκεται η αποπεράτωση της Εικονογράφησης απομένουν όμως ακόμα το δυτικό μέρος με παραστάσεις του δωδεκαόρτου και ο γυναικωνίτης. Ταυτόχρονα πραγματοποιείται ορθομαρμάρωση στο εσωτερικό, ήδη τελείωσε το Ιερό Βήμα και ακολουθούν οι πεσσοί(κολώνες) και ο υπόλοιπος Ναός. Θα ακολουθήσει η αποπεράτωση και διαμόρφωση του γυναικωνίτη.

Ο Ενοριακός Ναός διαθέτει συνολικά 14 εξωκκλήσια που μαζί με τον Κοιμητηριακό Ναό λειτουργούνται πολλάκις στη διάρκεια του έτους, επίσης περιλαμβάνει την εκκλησία του αγίου Αθανασίου του χωριού Ράδου και τη σπουδαία «Μονή Αυγού» του 15ου αιώνα.

 

Υποσημείωση

 

 

Οι Ιστορικές Πηγές: «Μηχανογραφημέναι Ιστορικαί Αληθιναί Περιηγήσεις Περιφερείας Διδύμων – Κρανιδίου υπό του ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Δ. ΔΡΙΤΣΑ εκ ΔΙΔΥΜΩΝ ΚΡΑΝΙΔΙΟΥ ΕΡΜΙΟΝΙΔΟΣ από τα έτη 1907-1973.»

Αυτός είναι ο τίτλος του πρωτότυπου, δακτυλογραφημένου εντύπου του 1974, το οποίο αποκαλείται από τον ίδιο τον συγγραφέα «Ιστορική Μελέτη» «συνταχθείσα ιδιοχείρως… το έτος 1973» και δωρήθηκε πρόσφατα στην Ενορία μας από τον κο Κωνσταντίνο Σκυλή τον οποίον ευχαριστούμε θερμά. Το περιεχόμενο αυτής της κατάθεσης και μαρτυρίας αποδείχτηκε πολύτιμο αφού μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για την ιστορία του τόπου, του Ναού και των Παρεκκλησίων. Στην πρώτη σελίδα έχει αντίγραφο επιστολής του Μητροπολίτου Κορινθίας Παντελεήμων με ημερομηνία 11-4-1970 που παρακινεί τον συγγραφέα να στείλει αντίγραφο της Μελέτης στην Ακαδημία Αθηνών ενώ σε υποσημείωση στην ίδια σελίδα αναφέρεται ότι εστάλη στην Ακαδημία «προς κρήσιν» με αριθ. Πρωτ. 74917/6-5-1974.

Πληροφορίες από την μελέτη αυτή περιέλαβε στο βιβλίο του «Μνήμες Ερμιονίδος», ο Ηπειρώτης Προκόπιος Τσιμάνης, το 1975. Αν και στο βιβλίο κυριαρχεί η υποκειμενική κριτική του συγγραφέα, δεν παύει να είναι άλλη μια σημαντική ιστορική πηγή.

 

 

 

Το παρόν αντλεί τις πληροφορίες του από το αντίστοιχο άρθρο της Ενορίας Διδύμων, στο διαδυκτιακό ενοριακό «συμπόσιο».  Υπεύθυνος: Πατήρ Κοσμάς.

Read Full Post »

Πάσχα στο Κρανίδι Αργολίδας

 

 

 

Σάββατο του Λαζάρου 1959.

Σάββατο του Λαζάρου 1959.

Το Σάββατο του Λαζάρου φτιάνανε οι γονείς στα παιδιά Λάζαρο με πουκάμισο, με γραβάτα κόκκινη και κόκκινο σκουφάκι. Του βάζανε και κίτρινα λουλούδια, τα λούλετ Σεν Λάζαρι (=λουλούδια του Άγιου Λάζαρου). Και τα παιδιά τον βάζανε σε δύο ξύλα και τον γυρνούσανε στα σπίτια και λέγανε το τραγουδάκι και του δίνανε αυγό άσπρο και στραγάλια, τέτοια. Οι παλιές φτιάνανε και κουλούρια, λαζαρούδια, με τρύπα στη μέση. Την Κυριακή των Βαΐων, ρίχνανε βάγια χάμω στην εκκλησία. Ο παπάς μετά έδινε φυλλαράκια βάγια και τα βάζανε στις εικόνες. Τα ρίχνανε στη φακή και γινότανε ωραία, αλλά και λιβανίζανε μ’ αυτά τις λεχώνες, τους ματιασμένους. Πλέχανε και σταυρούς με βάγια, δύο κλώνους εκεί, και τους σιάχνανε σταυρό.

 

Όλη τη Σαρακοστή κάνανε ευχέλαια. Τη Μεγάλη Τετάρτη πιάνα­νε μπροζύμι και τη Μεγάλη Πέμπτη φτιάνανε το προσκόμιδο που θα πηγαίνανε στην εκκλησία για το Μεγάλο Σάββατο, γιατί τη Μεγάλη Παρασκευή δε δίνανε ούτε αντίδερο, ούτε τίποτα. Και κρατούσανε το μπροζύμι της Μεγάλης Πέμπτης και το είχανε όλο το χρόνο και ήτανε καλό το μπροζύμι αυτό, γιατ’ ήτανε της Μεγάλης Πέμπτης. Και τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ βάζανε στον σταυρό μπροζύμι και μια μποτίλια νερό. Μέχρι τώρα το κάνουν αυτό. Το μπροζύμι το φτιάνουν με σκέτο αλεύρι και φούσκωνε και γι­νότανε ως εκεί πάνω. Το νερό το είχανε σαν αγιασμό. Και καθόντου­σαν το βράδυ και φιλάγανε τον Χριστό και λέγανε:

 

Σήμερο μαύρος ουρανός, σήμερις μαύρη μέρα.

Σήμερις όλοι θλί­βονται και τα βουνά λυπούνται.

Σήμερις έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυ­λιά, οι τρισκατηραμένοι.

 

Τον Ιησού τον πιάσανε και τον χαλκιά τον πάνε:

Χαλκιά, χαλκιά, φτιάξε καρφιά, φτιάξε τρία πηρούνια.

Τα δυό βάλ ‘ τα στα χέρια τον, τα άλλα δυό στα πόδια,

το τρίτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του,

να τρέξει αίμα και νερό, να λιγωθεί η καρδιά του.

Κι η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, έπεσε μοναχή της,

γιατί πολύ λυπήθηκε για το Μονογενή Της.

Αυτό το λέγανε και στην εκκλησία και στα σπίτια, έτσι πένθιμα.

 

Τη Μεγάλη Πέμπτη τότες, παλιά, δε φτιάνανε τσουρέκια. Φτιάνανε κουλούρια, τα κάνανε στρογγυλά και τους βάζανε το μπροζύμι σταυρό επάνου και βάζανε στη μέση ένα κόκκινο αυγό και τα είχανε έτοιμα για την Ανάσταση. Και τα τσιμπούσανε γύρω γύρω με το ψα­λίδι, για να γίνει όπως το αγκάθινο στεφάνι. Και ήσανε ψωμί τα κου­λούρια, δεν ήσανε γλυκά. Μπροζύμι.

Βάφανε και τ’ αυγά κόκκινα και τα είχαν’ έτοιμα, γιατί τη Μεγά­λη Παρασκευή δεν τρώγανε ούτε ψωμί. Μαχαίρι δεν βάζανε στο τρα­πέζι. Τρώγανε μαρούλι με ξίδι, τέτοια πράματα. Και καθόλου δεν τρώγανε! Το βράδυ πια. Τ’ αυγά τα βάφανε κόκκινα, όπως το αίμα τον Χριστού. Και το βράδυ στην εκκλησία, στο έκτο ευαγγέλιο, βγάζανε το Χρι­στό. Και λένε ότι τη Μεγάλη Πέμπτη βγαίνανε οι πεθαμένοι απ’ τον Κάτω Κόσμο και μένανε σαράντα ημέρες έξω. Είχανε και στεφάνια, λουλούδια, και τα πηγαίνανε στον Χριστό.

 

Επιτάφιος

 

Τον Επιτάφιο, τον στολίζανε τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί, με λουλούδια, κορδέλες, φαναράκια, λαμπάδες στις γωνίες. Το απόγευμα γινότανε η Αποκαθήλωση και πηγαίνανε ντυμένοι ο κόσμος με τα καλά τους, παιδιά, γέροι, νέοι, γριές, όλοι, και γινότανε η Αποκαθήλωση. Και τον έπαιρνε ο παπάς το Χριστό και τον έβαζε στο σεντό­νι, τον τύλιγε και τον έβαζε στην Αγία Τράπεζα. Το βράδυ γινότανε ο ενταφιασμός. Τον Επιτάφιο τον βγάζανε έξω, σημαίναιναν οι καμπάνες, τον γυρίζουν στο χωριό και τον ξανα­φέρνουν πίσω. Τον κρατάνε τέσσερις στην πόρτα της εκκλησίας και τότε περνάει όλος ο κόσμος από κάτω. Πίσω είναι ο παπάς, οι ψάλ­τες, και ψέλνουνε. Και τα παιδιά και τα κορίτσια λένε κι αυτά ψαλμωδίες. Τα κεριά και τα λουλούδια του Επιταφίου δεν κάνει να τα πά­ρουν από τον Επιτάφιο. Αυτά τα πετάει ο παπάς το Μεγάλο Σάββατο το πρωί, που λέει το «Ανάστα ο Θεός!». Τα έχει σ’ ένα πανέρι και τα πετάει και τα πιάνει ο κόσμος. Τα παίρνουνε στο σπίτι για φυλαχτό. Τα βάζουνε στις ει­κόνες, κι όταν τα χρειαστούν, τα βάζουνε στα κάρβουνα και λιβανίζουνε. Το κερί του Επιταφίου το ανάβουνε και στη στεριά και στη θάλασσα. Όταν έχει βροντές, αστραπές, κύματα, τ’ ανάβουνε, κι έτσι ησυχάζει η βροντή και η αστραπή κι ο κεραυνός.

Τη Μεγάλη Παρασκευή φτιάνουνε και τα παιδιά επιτάφιο. Παίρνανε μία πίτα από φραγκόσυκα (κομμάτι του πράσινου κορμού του κάκτου), βάζανε δύο ξυλαράκια που λυγίζανε και τα μπήγανε σταυ­ρωτά στην πίτα. Σταυρώνανε τα ξυλαράκια, πάνω έκαναν σταυρό, όπως το ‘βλεπες, ή βάζανε και τέσσερα ξυλαράκια όρθια, για να γίνει τετράγωνο, όπως ο Επιτάφιος της εκκλησίας. Στη μέση κάνανε μια τρύπα κι εκεί βάζανε ένα κουτί της βερνίκης, αυτό το σιδερένιο, το στρογγυλό, με καρβουνάκι και λιβάνι. Και βάζανε λουλουδάκια στα ξυλάκια και γυρνούσανε τα σπίτια και λέγανε «Η Ζωή εν Τάφω» και «Παναγία Δέσποινα φύλαξε τους δούλους Σου, να γελάσει ο Χρι­στός και να σκάσει ο πειρασμός». Αυτή την ημέρα πηγαίνανε και στα ξωκλήσια κι ανάβανε τα καντήλια. Μετά τον εσπερινό, γυρνούσανε όλες τις εκκλησίες και βλέπανε τους επιτάφιους, ποιος ήτανε πιο ωραίος.

 

Λαμπρή

 

Το Μεγάλο Σάββατο φτιάνουνε τα κουλούρια της Λαμπρής, αν δεν τα έχουνε φτιάξει τη Μεγάλη Πέμπτη. Σφάζουνε τ’ αρνιά, ετοι­μάζουν τη μαγειρίτσα. Και το βράδυ πηγαίνανε στην εκκλησία οι οι­κογένειες. Στις δώδεκα, έλεγε ο παπάς το Χριστός Ανέστη και πε­τούσανε τρίγωνα, βεγγαλικά, τρακατρούκες, βαρελότα. Αγκαλιαζό­ντουσαν ο παπάς με τους επιτρόπους κι ο κόσμος. Μετά, γυρίζανε στα σπίτια τους και φέρνανε τις λαμπάδες αναμμένες και πριν μπού­νε, κάνουνε σταυρό μαύρο με τη λαμπάδα πάνω στην πόρτα. Το φως της Αναστάσεως το φέρνανε μέσα στο σπίτι για ν’ ανάβουν το καντήλι και να ‘μενε αναμμένο σαράντα μέρες. Το κερί της Αναστάσεως το είχανε όλο τον χρόνο κι ανάβανε το καντήλι. Τρώγανε τη μαγειρίτσα, διασκεδάζανε. Την Κυριακή του Πάσχα και σούβλα φτιάνανε, και το κρέας μαγειρεμένο το είχανε, και μαγειρίτσα τρώγανε. Αλλά, πιο πολύ, το κρέας το κάνανε σούπες, γιατ’ ήσανε απ’ τη νηστεία. Οι τσοπαναραίοι φτιάνανε τραχανάδες. Διασκεδάζανε, χορεύανε, τραγουδάγανε, ρίχνανε και βαρελότα. Οι αρραβωνιασμένοι πηγαίνανε στην πεθερά την κουλούρα και αυγά κόκκινα.

 

Κρανίδι, το κάψιμο του Ιούδα Κυριακή του Πάσχα.

Κρανίδι, το κάψιμο του Ιούδα Κυριακή του Πάσχα.

Το απόγευμα είχανε τον εσπερινό της αγάπης. Πηγαίνανε στην εκκλησία, λέγανε τα ευαγγέλια και μετά, απέξω από μια εκκλησία, εί­χανε τον Γιούδα (Ιούδα). Γεμίζανε άχερο ένα ύφασμα, το ράβανε, του βάζανε χέρια, πόδια και τον είχανε ‘κει. Και του βάζανε φωτιά και τον καίγανε. 

Τη Δευτέρα του Πάσχα πηγαίνανε το πρωί στην εκκλησία με τα καλά τους. Και το μεσημέρι κάνανε το κρέας στον φούρνο. Ανάβανε όλοι τους φούρνους και ψήνανε το φαΐ. Κι ήτανε μεγάλη γιορτή κεί­νη την ημέρα, γιατί, τις πιο πολλές φορές, τότε πέφτει του Αγίου Γιωργιού. Κάνανε περιφορά της εικόνας· τα πρώτα χρόνια, όχι σ’ όλο το χωριό, εκεί γύρω στην εκκλησία. Οι βοσκοί σφάζανε αρνί, το αγιογιωργίτικο, και πανηγυρίζανε. Μεγάλο πανηγύρι αυτή την ημέρα γίνεται στα Δίδυμα, πο ‘χουν εκκλησία μέσα σε σπηλιά. Κι είχανε μυτζήθρες, ψητά, χορεύανε, τραγουδούσανε.

 

 

Μαρτυρίες

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαριγούλα Λάμπρου, ετών 80, αυτοδίδακτη στην ανάγνωση.

 

 

Πηγή

 

  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

 

Read Full Post »

Δαγρές Ανανίας                                       

 

 

Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Παναγίας Κατακεκρυμμένης Άργους. Γόνος της γνωστής οικογένειας των Δαγρέων από την Καρυά. Ο πατέρας του Δημήτριος αδελφός των οπλαρχηγών Γιαννάκου και Θανάση Δαγρέ εγκαταστάθηκε στο Κουρτάκι (χωριό ανατολικά του Άργους), και λίγα χρόνια πριν την επανάσταση παντρεύτηκε  μια αρχοντοπούλα της περιοχής. Καρποί του γάμου τους ήταν οι Αδριανός (μετέπειτα ιερομόναχος και ηγούμενος), Κων/νος, Αθανάσιος, Αναστάσιος και μια κόρη. Ο Αδριανός σε νεαρή ηλικία ασπάσθηκε το Αγγελικό σχήμα στο Άγιο Όρος και μετονομάσθηκε σε Ανανία. Επέστρεψε το 1846 στην Αργολίδα και έγινε ηγούμενος της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης.

 

Παναγία Κατακεκρυμμένη ή Πορτοκαλούσα

Παναγία Κατακεκρυμμένη ή Πορτοκαλούσα

Ήταν μεγαλοπρεπής, επιβλητικός, άριστος στην λειτουργία, φιλάνθρωπος και ελεήμων. Με την μεγάλη περιουσία που διέθετε έκανε πολλά και σημαντικά έργα στην μονή. Ίδρυσε πρακτική ιερατική σχολή από την οποία αποφοίτησαν μεταξύ των άλλων οι Δημήτριος Παπαδημητρίου ή Καπαρελιώτης 1892, και Γεώργιος Θεωνάς 1896, ιερείς και εφημέριοι του ναού του Τιμίου Προδρόμου

Ο σημαντικός αυτός άνθρωπος έπεσε στη δυσμένεια του στρατηγού Δημήτρη Τσώκρη. Η παράδοση αναφέρει ως αφορμή τις οικογενειακές καθώς και τις πολιτικές μεταξύ τους διαφορές που οδήγησαν τον στρατηγό να διώξει τον ηγούμενο από την μονή. Ο πατέρας Ανανίας με μεγάλη θλίψη και αγανάκτηση αναγκάζεται να εγκαταλείψει το μοναστήρι. Κατηφορίζοντας και περνώντας έξω από το σπίτι του στρατηγού το οποίο έδειξε με το δάκτυλό του  είπε σε αυτούς που τον συνόδευαν: Παιδιά μου δεν καταρώμαι αλλά προαισθάνομαι ότι εις αυτό το σπίτι θα λαλήσουν κουκουβάγιαις !!!. Και προφέροντας αυτές τις λέξεις σκούπιζε με το μαντήλι τα δάκρυα του. Την  εξαφάνιση της οικογένειας Τσώκρη οι παλαιότεροι Αργείοι την απέδιδαν στην « κατάρα» του ηγούμενου και έλεγαν: « το είπε ο παπά- Ανανίας κουκουβάγιες θα λαλήσουν στο σπίτι του Τσώκρη». Ο Ανανίας στη συνέχεια μετέβη στην ιερά μονή της Κοιλάδας Κρανιδίου την οποία ανέδειξε και αύξησε οικονομικά με κινητή και ακίνητη περιουσία. Κοιμήθηκε το 1865 και ετάφη στο Κουρτάκι Αργολίδας.

 

Ελένη Φλέσσα

 

Πηγές

 

  • Εκλογικοί κατάλογοι Δήμου Άργους (χωριό Κουρτάκι) 1844.
  • Αναστάσιος Τσακόπουλος, « Iστορικά και λαογραφικά σημειώματα» τόμος Ά, σελ. 181-182, Αθήναι, 1960.   
  • Ιωάννης Χαβιαρλής, «Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη του Άργους», Άργος, 2004.

 

Read Full Post »

Πάσχα στον Άγιο Αδριανό (Κατσίγκρι)

 

 

 

Οι προετοιμασίες για το Πάσχα, ή τη Λαμπρή, όπως την έλεγαν, ξεκινούσαν με το άσπρισμα. Αγόραζαν ασβέστη (χωρή) και άσπριζαν τα σπίτια μέσα και έξω. Τα δάπεδα των σπιτιών ήταν από χώμα. Έφτιαχναν πηλό και σε τακτά χρονικά διαστήματα έκαναν επάλειψη. Τις αυλές, που ήταν μεγάλες και τις λέρωναν οι κότες και τα υπόλοιπα κατοικίδια ζώα, τις σκούπιζαν με θυμάρι. Ο πατέρας έπαιρνε τα παπούτσια των παιδιών που είχαν χαλάσει και τα πήγαινε στον τσαγκάρη (μπαλωματή). Μπαλωματής στο χωριό ήταν ο Ανάστασης Αναγνωστόπουλος ή μάστρο – Αναστάσης.

 

Στολισμός Επιταφίου γύρω στα 1970.

Στολισμός Επιταφίου γύρω στα 1970.

Τη Μεγάλη Εβδομάδα έφτιαχναν τα πασχαλινά κουλούρια και τα γαλο-κούλουρα που τα έτρωγαν και για ψωμί. Τη Μεγάλη Πέμπτη έβαφαν τα κόκκινα αυγά και τη Μεγάλη Παρασκευή οι κοπέλες του χωριού ξεκινούσαν από το πρωί το στόλισμα του επιτάφιου.

 

 

Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, όλο το χωριό πήγαινε στον επιτάφιο. Οι άντρες της μεγάλης ηλικίας πήγαιναν ο καθένας στη δική του θέση, στο δικό του στασίδι. Αυτό δεν το παραβίαζε κανείς. Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου πήγαιναν να κοινωνήσουν ή να μεταλάβουν, όπως έλεγαν. Πήγαιναν τμηματικά, γιατί δεν είχαν όλα τα παιδιά παπούτσια. Πήγαιναν μερικά πρώτα, γυρνούσαν και μετά πήγαιναν τα υπόλοιπα.

 

Το Μεγάλο Σάββατο έσφαζαν τα αρνιά, τα έγδερναν και το απόγευμα έπαιρναν τα δέρματα και τα πήγαιναν στην εκκλησία. Ο παπάς με τους επιτρόπους τα πουλούσαν και με τα χρήματα που έπαιρναν συντηρούσαν την εκκλησία. Το βράδυ της Ανάστασης τα αγόρια έπαιρναν μαζί τους από ένα αυγό και ένα κουλούρι. Με το Χριστός Ανέστη που έλεγε ο παπάς έβγαιναν έξω, τσούγκριζαν τα αυγά και τα έτρωγαν γιατί η μεγάλη νηστεία τα έκανε να μη μπορούν να περιμένουν. Γυρνώντας από την εκκλησία, η μάνα είχε έτοιμη τη μαγειρίτσα και όλη η οικογένεια έτρωγε.

 

Ανήμερα το Πάσχα έβαζαν ψητό στο φούρνο και το μεσημέρι καθόταν η οικογένεια στο τραπέζι. Ο παππούς έπαιρνε το μαχαίρι και έβγαζε προσεκτικά την πλάτη του αρνιού. Από την πλάτη του αρνιού έβλεπαν αν θα είχαν χαρά, αρρώστια ή και θάνατο. Τρώγοντας και πίνοντας κρασί έρχονταν  στο κέφι. Όλο το χωριό μαζευόταν στο προαύλιο της εκκλησίας και ξεκινούσε το γλέντι με τα πασχαλινά τραγούδια.

 

Σήμερα Χριστός Ανέστη

 

 

Σήμερα Χριστός Ανέστη

μες στους ουρανούς ευρέθη

σήμερα και οι παπάδες

με κεριά και με λαμπάδες.

 

Σήμερα τα παλικάρια

στέκονται σαν τα λιοντάρια

σήμερα και τα κορίτσια

στέκονται σαν κυπαρίσσια.

Σήμερα κι οι παντρεμένες

είναι λαμπροφορεμένες.

 

 

Του μπροστινού θέλω να πω

 

 

Του μπροστινού θέλω να πω

ωραίο τραγουδάκι

γιατί είναι το κορμάκι του

σαν το κυπαρισσάκι.

 

Τράβα το χορό με νάζι γιατί

 είσαι ωραίος και σου μοιάζει.

Τράβα το χορό με νιότη

όμορφε Κατσιγκριώτη.

Τράβα το πανάθεμα σε

τα σκαρπίνια μη φοβάσαι.

 

Να’ μουνα και τι να’ μουνα

μαντήλι του χεριού σου

κορδέλα του καπέλου σου

κλειδί του ρολογιού σου.

Να’ μουνα στη γη βελόνι

να πατάς να σ’ αγκυλώνει.

 

 

 

Γιορτή Μυροφόρων

 

 

Δεκαετία του 50. Εορτή των Μυροφόρων στο μοναστήρι Αγ. Δημήτριος.

Δεκαετία του 50. Εορτή των Μυροφόρων στο μοναστήρι Αγ. Δημήτριος.

Μετά το Πάσχα, στη γιορτή των Μυροφόρων ανέβαιναν στα γαϊδουράκια και άλλοι με τα πόδια και πήγαιναν στη Μονή Καρακαλά. Το μοναστήρι ήταν ανδρικό, μετά το 1960 όμως έγινε γυναικείο. Μετά τη Θεία Λειτουργία έπαιρναν τα φαγητά που είχαν φέρει μαζί τους, κάθονταν κάτω από τα δέντρα, έτρωγαν και έπιναν. Γλεντούσαν ως το απόγευμα και ξεκινούσαν έπειτα για το χωριό.

 

 

 

Πηγή

 

 

  • Βασίλης Ι. Παπαμιχαλόπουλος, « Ένα χωρίο γράφει την ιστορία του, Κατσίγκρι – Άγιος Αδριανός », Έκδοση, Δημοτικό σχολείο Αγίου Αδριανού, 2002.

 

Read Full Post »

Μάρκου Γεώργιος, ο Αργείος Αγιογράφος


 

Ο Γεώργιος Μάρκου γεννήθηκε γύρω στα 1690. Βέβαια, σχετικά με την γέννηση του δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο. (Ο  Κώστας Δανούσης παίρνοντας υπόψη του ότι το πρώτο γνωστό του έργο, το καθολικό της Μονής Πετράκη, χρονολογείται το 1719, υπολογίζει ότι θα πρέπει να γεννήθηκε γύρω στα 1690). Έζησε στην Αττική, όπου πιθανόν ολοκλήρωσε την μόρφωσή του, αλλά επισκέφθηκε το Άγιο Όρος και την Βενετία. Το γιατί εγκαταστάθηκε στην Αττική δεν είναι εύκολο να εξακριβωθεί. Μια λογική υπόθεση είναι το γεγονός ότι εκεί οι αρχές του ΙΗ’ αιώνα συμπίπτουν με το ξεκίνημα μιας νέας εποχής, μετά την αποτυχη­μένη εκστρατεία και προσωρινή κατοχή της Αθήνας από το Μοροζίνη (1688). Οι κάτοικοι επιστρέφουν, ο πληθυσμός πυκνώνει και οι νέες εκκλησίες που κτίζο­νται ή οι παλαιότερες που ανακαινίζονται, έχουν ανάγκη από διακόσμηση. Τις νέες καλλιτεχνικές ανάγκες έρχονται να καλύψουν τεχνίτες από άλλες περιοχές, αφού στον τομέα αυτό η τοπική παράδοση ήταν αρκετά φτωχή. Τα έργα του είναι επηρεασμένα – όχι πάντα – από την τεχνοτροπία των Κρητικών αγιογράφων του 16ου και 17ου αιώνα.

 

«Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής», Γεώργιος Μάρκου. Καθολικό της Μονής των Ασωμάτων Ταξιαρχών, γνωστό ως Καθολικό της Μονής Πετράκη.

 

Γνωστά έργα του Γεωργίου Μάρκου είναι:

 

Α. Οι τοιχογραφίες τμήματος του καθολικού της Μονής Πετράκη[1] το 1719. Σ’ αυτόν αποδίδεται μόνον ο κυρίως ναός. Το ιερό ανήκει σε άγνωστο παλαιότερο ζωγράφο, ενώ ο νάρθηκας είναι νεότατο έργο. Η παρουσία του Μάρκου στο μνημείο αυτό επιβεβαιώνεται από την παράδοση, η οποία όμως γίνεται απο­δεκτή από όλους τους ιστορικούς της μεταβυζαντινής τέχνης, εκτός από τη Μ. Σωτηρίου, η οποία προτιμά να το αποσιωπήσει[2]. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιάκωβος Β΄ (1932-2013)

 

 

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιάκωβος Β΄

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιάκωβος Β΄

Ο Μητροπολίτης Αργολίδος Ιάκωβος (κατά κόσμον Δαμιανὸς Παχὴς) γεννήθηκε στο Μαρούσι Αττικής (1932). Ιεροκήρυκας στην Άρτα, κήρυξε το Θείο Λόγο, περιδιαβαίνοντας όλα τα χωριά του κάμπου και όλους τους οικισμούς του ορεινού όγκου των Αθαμανικών ορέων. Απὸ το ιστορικό Πέττα στο Βουλγαρέλι κι΄ από κει στους Μελισουργοὺς και την Κυψέλη.

Ακούραστος εργάτης της Εκκλησίας, κατάφερε με την Θεία χάρι, να αγγίξει τις πονεμένες ψυχές, να παρηγορήσει με τον ήπιο γλυκύ του λόγο τις πικραμένες  καρδιές, να μοιραστεί την δύσκολη και  ταπεινή ζωή τους. Υπήρξε ο αγαπημένος Ιεροκήρυκας της Άρτας. Χαρακτηριστική η χαρμολύπη των Αρτινών, που συγκινημένοι και με δάκρυα στα μάτια, κατέφθασαν από την πόλη και τα χωριά τους, κατά την ενθρόνισή του στο θρόνο του Μητροπολίτη Αργολίδος. Λύπη, γιατί έχαναν έναν αδελφό, ένα πατέρα, ένα φωτισμένο κληρικό. Χαρά, γιατί ο άνθρωπος τους αξιώθηκε της Αρχιεροσύνης στην οποία τον τοποθέτησε το θέλημα του Θεού, και του υψηλού χρέους να διδάσκει την πραγματική, ενάρετη και χριστιανική ζωή.

Ιερατικά συνέδρια, Σχολὲς Αγιογραφίας και Ψαλτικής, υαλοποίηση της αποστολής του φιλοπτώχου ταμείου της Μητροπόλεως, ανάπτυξη του Ραδιοφωνικού σταθμού, είναι τα ελάχιστα από όσα θα μπορούσε κανεὶς να απαριθμήσει. Προστατεύει τις Μονὲς και τους Ναοὺς και ίδρυσε τον μεγαλοπρεπή Ναὸ του Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως.

 

Έργο ζωής υπήρξε η συνεχὴς και αδιάλειπτος προσπάθειά του για τον εντοπισμό και την μετακομιδή στο Άργος, των Αγίων Λειψάνων του Αγίου Πέτρου, Επισκόπου Άργους του Θαυματουργού. Προσπάθεια που ευτύχησε να τελεσφορήσει και να είναι αυτός πού στις 19 Ιανουαρίου του 2008, πήρε στα χέρια του, πλήρης συγκινήσεως και ιερού δέους τα Άγια Λείψανα του εν Αγίοις Πατρὸς Πέτρου και προκατόχου του στον θρόνο της Επισκοπής, που επέστρεψαν επιτέλους στην πόλη πού τόσο είχε αγαπήσει και υπηρετήσει ο Άγιος. 

Μετά από 22 χρόνια γόνιμης και σεμνής ποιμαντορίας στην Αργολίδα, ο γαλήνιος, ακάματος, εμπνευσμένος και φιλάνθρωπος Ποιμενάρχης, ο Μητροπολίτης Αργολίδος Ιάκωβος Β΄,  την Τρίτη 26 Μαρτίου 2013 τα ξημερώματα, έφυγε  από την ζωή για το μεγάλο ταξίδι εις την αιωνιότητα, σε ηλικία ογδόντα ενός ετών.

 

 

Πηγή

  • Πατήρ Γεώργιος Σελλής, «Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους Σημειοφόρος και Θαυματουργός», Έκδοσις Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου, Άργος 2008.

  

Read Full Post »

Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Aντώνιος (Κόμπος) 1920-2005

 

Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Aντώνιος (Κόμπος) 1920-2005

Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Aντώνιος (Κόμπος) 1920-2005

Ο Μακαριστός  Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης κ. Αντώνιος Κόμπος γεννήθηκε το 1920 στο Άργος Αργολίδος. Είναι απόφοιτος της Μαρασλείου Παιδαγωγικής Ακαδημίας Αθηνών και της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

 

 

Κάτοχος μεγάλης θεολογικής παιδείας, συμπλήρωσε της σπουδές του στα Πανεπιστήμια Οξφόρδης και Παρισίων. Διετέλεσε καθηγητής και Διευθυντής Ιερατικών Σχολών. Κατά τα έτη 1971-74 υπηρέτησε ως ιεροκήρυκας εις την Ιεράν Μητρόπολιν Αιτωλίας και Ακαρνανίας. Διάκονος εχειροτονήθη εις τας 3.12.67, πρεσβύτερος δε εις τας 4.12.67. Την 23ην Μαΐου 1974 εξελέγη Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης.

Εξέδωσε αξιόλογα επιστημονικά έργα. Δημοσίευσε βιβλιοκρισίας και άρθρα εποικοδομητικά εις διάφορα περιοδικά. Εκοιμήθη εν Κυρίω τη 17/12/2005.

 

 

Στην εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος» διαβάζουμε:

 

 «… Πάντα χωρίς θόρυβο, σεμνός, ταπεινός, λιτοδίαιτος, πρότυπο ιερέα, που αρέσει στο Μέγα Διδάσκαλο. Δεν τον ξεχώριζες ανάμεσα στους κληρικούς της Μητρόπολής του. Εκεί που τον έβλεπες, χανόταν σαν να μην ήταν αυτός ο Μητροπολίτης, αλλά κάποιος άσημος υποτακτικός. Τον αναγνώριζες, όμως, από την λεπτή φιγούρα του, τη ζωντάνια των ματιών του, την απαλή του ευγένεια, τα φθαρμένα του ράσα. Ξεχνούσε το φαγητό, αλλά πάντα είχε κάτι να κάνει. Έμπαινε μπροστά κι’ αν ακολουθούσαν και οι άλλοι καλώς κι’ αν όχι, πάλι καλώς. Όμως, έναν τέτοιο ποιμένα ποιός να τον αφήνει μόνο του. Φωνή ήταν το παράδειγμά του και προσκλητήριο! Δεν σήκωσε ποτέ τη φωνή του σε κανένα. Νουθετούσε με το βλέμμα του, με το παράδειγμά του και «δίκαζε» με το πνευματικό του ανάστημα».


«Ορθόδοξος Τύπος», 13 Ιαν. 2006, τ. 1626, σ. 2

 

 

Η εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» έγραψε:

 

Ο «ασκητής της πόλης» που δεν ακολουθεί την… τεχνολογία.


Τον χαρακτηρίζουν «ασκητή της πόλης». Μαγειρεύει μόνος του, καθαρίζει ο ίδιος το μητροπολιτικό σπίτι, δεν χρησιμοποιεί κινητό τηλέφωνο, ενώ σπάνια μιλά και στο σταθερό. Επισκέπτεται την Αθήνα για να συμμετάσχει στις Συνόδους χρησιμοποιώντας… το λεωφορείο του ΚΤΕΛ, κάνει περιοδείες στα «κουτσοχώρια» με τα πόδια και έχει ξεχάσει πώς είναι τα πλούσια αρχιερατικά άμφια. «Εγώ είμαι ένας καλόγερος», επιμένει ο ίδιος.
Ο 84χρονος Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Αντώνιος ξεχωρίζει για τη λιτή και ταπεινή ζωή που κάνει. Μητροπολίτης από τις «Νέες Χώρες», τρέφει θαυμασμό για τον Οικουμενικό Πατριάρχη, «είναι άγιος άνθρωπος», λέει.

«Τι να το κάνει ένας καλόγερος το κινητό, αφήστε που βλάπτει κιόλας», απαντά με χαμόγελο στην παρατήρηση των «ΝΕΩΝ», ότι δεν ακολουθεί την τεχνολογία. «Εγώ είχα γέροντα τον Μητροπολίτη Κορινθίας, που πήγε μετά στην Αμερική. Αυτός μου είχε πει ότι ο επίσκοπος είναι καλόγερος και έτσι πρέπει να είναι». Όταν καλείται να σχολιάσει το ότι δεν συμβαίνει το ίδιο με άλλους μητροπολίτες, περιορίζεται να πει πως «πρέπει να έχουμε ακτημοσύνη, καρτερία και παρθενία, αυτές είναι οι αρετές του μοναχού».
«Άγιος άνθρωπος». Οι κάτοικοι της Σιάτιστας κάνουν λόγο για «άγιο άνθρωπο», που είναι κλειστός, δεν δίνει δικαιώματα και ζει όπως οι καλόγεροι.

 

Ο Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης απαντά με χαμόγελο σε όλα. Όταν όμως καλείται να σχολιάσει τα σκάνδαλα που συνταράσσουν το τελευταίο διάστημα την Εκκλησία της Ελλάδος, παίρνει αποστάσεις. «Δεν θα κρίνω κανέναν, εγώ είμαι πιο αμαρτωλός απ’ όλους, δεν μπορώ να πω τίποτε. H Ιεραρχία αποφάσισε να γίνει κάθαρση», λέει και κλείνει το θέμα.
«Ευτυχώς έχουμε δωρεές». Όσο για τις περιουσίες των Μητροπόλεων, ο ίδιος αποκαλύπτει, χωρίς μάλιστα να ερωτηθεί, ότι τα ετήσια έσοδα από τους ναούς δεν υπερβαίνουν τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ. «Ευτυχώς έχουμε και κάποιες δωρεές και φροντίζουμε τα παιδιά να σπουδάσουν· με πενταροδεκάρες και φραγκοδίφραγκα χτίσαμε μοναστήρια», λέει.


Είναι πρόθυμος να ξεναγήσει στα διαμερίσματα της Μητρόπολης, ενώ παράλληλα ικανοποιεί όλα τα αιτήματα υπαλλήλων και μοναχών. H μοναχή Ειρήνη, από το μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου, που επισκέφθηκε τη Μητρόπολη για δουλειές του μοναστηριού, λέει: «Δεν τον βλέπετε, πόσο ταπεινός είναι; Ακόμη και τα ράσα του τα πλένει ο ίδιος, δεν αφήνει κανέναν να τον βοηθήσει».  

«Είναι κατ’ ουσίαν ασκητής, ζει γι’ αυτό που τάχθηκε, που δεν είναι επάγγελμα αλλά λειτούργημα», υποστήριξε ο υπάλληλος της Μητρόπολης κ. Ζήσης Γούτας. Ο Μητροπολίτης ασχολείται και με τις δουλειές, εξυπηρετώντας τον κόσμο που έρχεται να τον συναντήσει. «Δεν αρνείται σε κανέναν να ασχοληθεί με το πρόβλημά του».

H μεγάλη αγάπη του είναι τα «κουτσοχώρια», όπως χαρακτηρίζει ο ίδιος τα ορεινά χωριά της περιφέρειάς του, αυτά των 20 και 30 κατοίκων. «Πήγαινα σε ένα χωριό με στρατιωτικό αυτοκίνητο και τα υπόλοιπα τα περπατούσα με τα πόδια». Αισθάνεται ακμαίος για να συνεχίσει τις περιοδείες του σε όλες τις ενορίες της Μητρόπολης, παρά τα χρόνια του. «Όταν ύστερα από χρόνια δεν θα μπορώ άλλο, θα αποσυρθώ στο μοναστήρι, εκεί είναι η ζωή μου», καταλήγει.»
ΤΑ ΝΕΑ , 05/03/2005 

 

Πηγές

 

  • «Ο Μοναχός και Φιλομόναχος Επίσκοπος», Έκδοση Ιεράς Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μικροκάστρου Σιατίστης, 2005.
  •  Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 
  •  Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος, Έκδοση, 2005.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »