Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιατρική’

Λινδερμάιερ  Αντώνιος


  

Βαυαρός  Στρατιωτικός Ιατρός, που συνόδευσε τον Όθωνα στην Ελλάδα. Υπήρξε ο ιδρυτής του πρώτου στρατιωτικού νοσοκομείου στο Ναύπλιο και κατόπιν ο διοργανωτής και διευθυντής του στρατιωτικού νοσοκομείου στην Αθήνα και της στρατιωτικής φαρμακαποθήκης.

Έφερε δε και τον τίτλο του αρχιάτρου  της Βασιλικής  Αυλής. Κατά την έξωση του Όθωνα τον ακολούθησε στη Βαυαρία. Όταν επανήλθε εκεί το 1864, ανέλαβε και πάλι στρατιωτικός  Αρχίατρος, από εκτίμηση στην επιστημονική του υπεροχή.

Έγινε συγγραφέας ικανών επιστημονικών μονογραφιών και ιστορικών σημειωμάτων στο γερμανικό τύπο, αναφερόμενος φιλικότατα  στην παλαιά και νέα Ελλάδα. Πέθανε στην Αθήνα το 1868.

 

Πηγή

  •  Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 4ος, Αθήνα, 1929. 

 

Read Full Post »

Φαρμακοποιία – Ναύπλιο 1828-1832


 Η εκπαίδευση στην  Αργολίδα επί Καποδίστρια (1828-1832)

Φαρμακοποιία

Γενικά

Κατά την περίοδο της Επανάστασης δεν υπήρχε οργανωμένη επιμελητεία για την περίθαλψη των πληγωμένων αγωνιστών. Ήταν φρικτά τα «μαρτύρια» τους στα πεδία των μαχών. Η επιβίωση τους τις περισσότερες φορές ήταν θέμα τύχης. Μεγάλες ήταν οι ελλείψεις ιατρικού προσωπικού, εργαλείων και του αναγκαίου ιατροφαρμακευτικού υλικού. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του Ιωάννη Φιλήμονα στο θέμα αυτό:

«Ελλείποντος οίουδήτινος νοσοκομείου στρατιωτικού, οι τραυματίαι και ασθενείς παρεπέμποντο εις τας οικίας αυτών, ή εις την πλησιεστέραν πόλιν, ή μονήν ή χωρίον. Άλλως, οι στρατιώται ενοσοκόμουν τούτους, τυγχάνοντας αλλοδαπούς μάλιστα, όπου και όπως ήδύναντο. Γραία δε τις, ή κουρεύς, ή μοναχός, ή εμπειρικός επεσκέπτοντο αυτούς, πολλάκις στερούμενοι και αυτών των προχειρότερων οργάνων και μέσων οίον μήλης ή φλεβοτόμου, αλοιφής ή κηρωτής, τιλτού και των τοιούτων […] Σπανιώτατοι ήσαν, και περιοδικοί ανεφαίνοντο, επιστήμονες ιατροί, άνθ’ ών οφείλομεν ειπείν, εμπειρικοί τινές χειρούργοι […], παρά τούτους δε και τινές μυστηριώδη τινά κατά παράδοσιν γνωρίζοντες φάρμακα εκ χόρτων και άλλων συνθέσεων, κατά πολύ ωφέλιμοι εγίνοντο».

φαρμακοποιιαΚατά την καποδιστριακή περίοδο καταβάλλονται προσπάθειες και για τη βελτίωση της φαρμακοποιίας. Αν και το ιατρικό επάγγελμα επηρεάστηκε από τις επιστημονικές επιτεύξεις και ο εμπειρικός βοτανιστής αρχίζει να γίνεται φαρμακοποιός, η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη βρίσκεται σε νηπιακή κατάσταση. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι επαφίεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία όχι μόνο η παρασκευή φαρμακευτικών σκευασμάτων για την προάσπιση της δημόσιας υγείας αλλά και η εκπαίδευση όσων ενδιαφέρονται να ασκήσουν «την φαρμακευτικήν τέχνην». Ο Ιωάννης Καποδίστριας, ως Κυβερνήτης και ιατρός, αποβλέποντας στην πρόληψη των ασθενειών που μάστιζαν τους κατοίκους της χώρας και γενικότερα στη βελτίωση της δημόσιας υγείας, φρόντισε για την εκπαίδευση τροφίμων του Ορφανοτροφείου της Αίγινας σε σχετικά επαγγέλματα.

Ήδη το 1830 ένας υπότροφος εκπαιδεύεται στη φαρμακευτική τέχνη « εις το φαρμακοπωλείον εν ‘Ύδρα». Το Μάρτιο του 1831 παρα­χωρήθηκαν επίσης στον Ιταλό γιατρό Γεώργιο Αλμπέρτη, «έμπειρον περί την εμβολίασιν της δαμαλίτιδος», δύο υπότροφοι, για να τους εκπαιδεύσει «εις τήν τέχνην τον κεντρώματος». Καθορίστηκε μάλιστα να δίδονται στον καθένα 60 γρόσια το μήνα για τα έξοδα της τροφής και του ταξιδιού τους. Ο Ανδρέας Μουστοξύδης εξέφρασε την ευχή «οι νέοι ούτοι, αποσπώμενοι τού εκπαιδευτικού των καταστήματος και επιτιθέ­μενοι νέα βάρη εις τήν Κυβέρνησιν, να κατασταθώσι πότε και προς εαυτούς ιδίως και προς το κοινόν ωφέλιμοι».

 

Σύσταση «καταστήματος φαρμακοποιίας Ναυπλίου  

Η λειτουργία φαρμακείων είναι γνωστή και κατά την περίοδο του Αγώνα. Ήδη από το 1825 «ηνοίχθησαν και ανοίγονται πολλά φαρμακοπωλεία, των οποίων τα ιατρικά και εις βαρύτατην πωλούνται τιμήν και κακής ποιότητος είναι…».

Για τη σύσταση εργαστηρίων φαρμακοποιίας κατά την καποδιστριακή περίοδο κινήθηκαν Έλληνες και ξένοι επιστήμονες. Έντονο επίσης ενδιαφέρον εκδηλώθηκε από την κυβέρνηση και από ιδιώτες για την εκπαίδευση νέων στη φαρμακευτική επιστήμη.

Πρώτος που ζήτησε άδεια από τον Κυβερνήτη για την ίδρυση εργαστηρίου φαρμακοποιίας και κηροποιΐας στην Ελλάδα ήταν ο Κερκυραίος Νικόλαος Βρακλιώτης, ο οποίος ήταν «ένας από τούς αρχαιότερους φαρμακοποιούς» στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Για την έγκαιρη πραγματοποίηση του στόχου του υπέβαλε σχέδιο του καταστήματος με τον απαραίτητο εξοπλισμό για τη λειτουργία του. Αγνοούμε την έκβαση που είχε η πρόταση του.

Οκτώ μήνες αργότερα, στις 18 Μαΐου 1830, ο επιχειρηματίας Adolphe Mahn, ευρισκόμενος στο Ναύπλιο, υπέβαλε στον Κυβερνήτη ανάλογη αίτηση. Οι προτάσεις του ήταν αξιοπρόσεκτες. Ανελάμβανε τη διεύθυνση των φαρμακείων των δημόσιων νοσοκομείων της πόλης, την παρασκευή των αναγκαίων φαρμάκων σ’ αυτά, την εκτέλεση συνταγών σε ιδιώτες με λογικές τιμές και την παραχώρηση όλων των εργαλείων του εργαστηρίου σε τιμή κόστους. Οι μισθολογικές του απαιτήσεις συμβάδιζαν με τις οικονομικές δυνατότητες της κυβέρνησης. Ιδιαίτερα ελκυστική ήταν η πρόταση του για την εκπαίδευση νέων στη φαρμακοποιία.

Σημειώνουμε ότι τη δημιουργία «εργαστηρίου φαρμακοποιίας» στο Ναύπλιο επεδίωξε και ο Γερμανός χημικός και φαρμακοποιός Σλαάβ κατά την παραμονή του στην πόλη. Ο Κυβερνήτης μάλιστα ενέκρινε την αίτηση του και εξουσιοδότησε το Διοικητή Ναυπλίας να του ενοικιάσει ένα κατάστημα παρά την Πύλη της Ξηράς. Αγνοούμε όμως την εξέλιξη και αυτής της περίπτωσης.

Η μοναδική πρόταση για σύσταση φαρμακείου στο Ναύπλιο που ευοδώθηκε με σκοπό την κάλυψη των αναγκών της πόλης και την εκπαίδευση νέων στη φαρμακευτική τέχνη είναι του Νικόλαου Ζαβιτσιάνου. Με αίτηση που υπέβαλε στην κυβέρνηση στις 13 Σεπτεμβρίου 1830 έκανε τις ακόλουθες προτάσεις:

Ζητούσε να διοριστεί φαρμακοποιός στο Κεντρικό Φαρμακείο και παράλληλα να διδάξει στους ενδιαφερόμενους τη χημεία, με αντιμισθία ανάλογη των υπηρεσιών του. Ως εναλλακτική λύση πρότεινε να οργανώσει στο Ναύπλιο με έξοδα του φαρμακείο σε οίκημα που θα του χορηγούσε η κυβέρνηση, στο οποίο θα παρασκεύαζε όλα τα φάρμακα για λογαριασμό του. Αντί ενοικίου αναλάμβανε την εκπαίδευση δύο νέων από το Ορφανοτροφείο της Αίγινας στην «φαρμακευτικήν τέχνην» και τη διατροφή τους.

Η κυβέρνηση θεώρησε δελεαστικές τις προτάσεις του Νικόλαου Ζαβιτσιάνου. Για το λόγο αυτό μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, στις 29 Σεπτεμβρίου 1830, έθεσε τους παρακάτω όρους «διά να βάλη» σε πράξη τη σύσταση του φαρμακείου και την εκπαίδευση των υποψηφίων φαρμακοτεχνιτών στο Ναύπλιο:

 

«Α. Η κυβέρνησις θέλει σάς δώση τον άναγκαίον τόπον εις οικοδομήν Καταστή­ματος και τα έξοδα της οικοδομής αυτού.

Β. Θέλεια αγοράζη τα αναγκαία ιατρικά διά το ορφανοτροφείων, και τα νοσοκομεία τής Κυβερνήσεως από το φαρμοκοποιεΐον.

Γ. Θέλει δώση εις υπηρεσίαν σου εκ των παίδων του Ορφανοτροφείου διά να διδαχθώσι το πρακτικόν της Φαρμακοποιίας.

Δ. Όταν δώσητε απόδειξιν τής περί την τέχνην ικανότητος σας ημπορείτε νά διδάξητε επί μισθώ και το θεωρητικόν μέρος αυτής εις τους προηγμένους μαθητάς του κεντρικού σχολείου, όσοι έχουσιν έφεσιν να διδαχθώσιν την επιστήμην ταύτην.

Ε. Όταν η Κυβέρνησης κρίνη αναγκαίον να συστήση φαρμακοποιεϊον, θέλει αγοράση παρά σου εις την αξίαν τιμήν όλα τα εργαλεία της τέχνης τα οποία θέλετε πρόβλεψη εξ ιδίων σας διά την σύστασιν του εργαστηρίου της χημείας».

 

Η κυβέρνηση επομένως έκανε δεκτό το αίτημα του Ζαβιτσάνου για τη χορήγηση οικήματος και την αγορά «ιατρικών» από το φαρμακείο του, με απώτερο στόχο την εκπαίδευση υποτρόφων ορφανών στην πρακτική της φαρμακευτικής τέχνης. Σημειώνουμε ότι με τον Δ’ και τον Ε’ όρο του συμφωνητικού δηλώνεται με σαφήνεια το ενδιαφέρον της για την εισαγωγή της φαρμακευτικής επιστήμης στο Κεντρικό Σχολείο της Αίγινας, όπου οι μαθητευόμενοι θα αποκτούσαν θεωρητική και πρακτική κατάρτιση. Διαπιστώνουμε παράλληλα την πρόθεση της να προχωρήσει στη σύσταση δημόσιου φαρμακείου· ανέβαλε όμως την υλοποίηση του ελπίζοντας να εξασφαλισθούν ευνοϊκότερες προϋποθέσεις στο μέλλον, προφανώς οικονομικές.

Μετά την υπογραφή του συμφωνητικού ο Νικόλαος Ζαβιτσάνος αναχώρησε για την Ευρώπη, όπου παρέμεινε μέχρι το Μάρτιο του 1831. Εκεί προμηθεύτηκε «όλα τα ιατρικά και εργαλεία» για τη σύσταση του φαρμακείου του. Δε διαθέτουμε στοιχεία για τις γνώσεις ή τις σπουδές του. Η μετάβαση του στο εξωτερικό και η πρόταση για διδασκαλία του μαθήματος της χημείας στο Κεντρικό Σχολείο αποκλείουν την εμπειρική γνώση της φαρμακευτικής και συνηγορούν για την υπόθεση προηγούμενων σπουδών του στην Ευρώπη.

Για τη στέγαση του φαρμακείου διατέθηκε με εντολή του Γραμματέα Δημόσιας Παιδείας «εν από τα εθνικά εργαστήρια, κείμενα εις την πόρταν της ξηράς», σε επίκαιρο μέρος του Ναυπλίου. Ο Ζαβιτσάνος διέθεσε για την επισκευή και τον ευπρεπισμό του τρεις χιλιάδες περίπου γρόσια.

Ο Ζαβιτσάνος αμέσως μετά την επιστροφή του από την Ευρώπη (Μάρτιος 1831) ασχολήθηκε με την οργάνωση του φαρμακείου του, το οποίο λειτούργησε μάλλον στις αρχές Μαΐου 1831. 

Ταυτόχρονα με την έναρξη λειτουργίας του φαρμακοπωλείου Ναυπλίου, άρχισαν να παρακολουθούν την φαρμακευτική τέχνη δύο τρόφιμοι του Ορφανοτροφείου της Αίγινας.  Ο Ζαβιτσάνος συνέχισε να εκπαιδεύει και άλλους τροφίμους και απεδείχτη απόλυτα συνεπής στα όσα είχε συμφωνήσει με την Κυβέρνηση. Κατά αυτόν τον τρόπο ξεκίνησε  η «φαρμακευτική τέχνη» στο Ναύπλιο στα πλαίσια μιας γενικότερης πολιτικής του Καποδίστρια, που είχε ως μακροπρόθεσμο στόχο τη βελτίωση της κοινωνίας.     

 

Αδάμ Γ. Αθουσάκης, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828-1832», Εκδόσεις «Καταγράμμα», Κόρινθος, 2003.

 

Read Full Post »

Ιατρική στην Αργολίδα 1800-1820 


 Πληροφορίες περί ιατρικής από το Αρχείο Περούκα  

για την περίοδο 1800-1820. 

Όλγα Καραγεώργου-Κουρτζή, 

Διδάκτωρ Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Σχολική Σύμβουλος. 

  

Σύντομος ερμηνεία περί της ενεργείας και ωφελείας μερικών εκλεκτών και δοκιμασμένων Ιατρικών, 1772.

Σύντομος ερμηνεία περί της ενεργείας και ωφελείας μερικών εκλεκτών και δοκιμασμένων Ιατρικών, 1772.

Η προστασία και η αποκατάσταση της υγείας των κατοίκων μιας περιοχής λαμβάνει την ιδιαίτερη χροιά που η κάθε χρονική περίοδος, το επίπεδο ανάπτυξης (ατομικό-συλλογικό) και οι γενικότερες πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες ευνοούν. Είναι αυτονόητο ότι και κατά την υπό Οθωμανική κυριαρχία διαβίωση των Ελλήνων η αντιμετώπιση μιας επιδημίας ή μιας συνήθους αρρώστιας, η απαλλαγή από έντονους σωματικούς πόνους ή από απλές οργανικές διαταραχές κλπ. καθορίζονταν από τις προθέσεις και δυνατότητες του ασθενούς σε σχέση με τις υπάρχουσες επιστημονικές και κοινωνικές συνθήκες προστασίας της υγείας και ήταν στο επίκεντρο των καθημερινών ενδιαφερόντων, ιδίως για τις προνομιούχες οικογένειες με υψηλή οικονομική και κοινωνική θέση. Στην τελευταία εικοσαετία πριν την Επανάσταση, εστιάζεται το ενδιαφέρον μας, για να ανιχνεύσουμε πώς αντιμετώπιζαν οι κάτοικοι τα θέματα υγείας (από ποιες αρρώστιες υπέφεραν, ποια η σχέση τους με τους γιατρούς, ποιες θεραπευτικές μέθοδοι υπήρχαν και ποιες επέλεγαν κλπ.) και να φωτίσουμε πλευρές του ιστορικού παρελθόντος που συνάπτονται με τον τομέα της υγείας. 

Ως πηγή χρησιμοποιήθηκε το Αρχείο της οικογένειας Περούκα του Άργους, οικογένειας προεστών, γαιοκτημόνων, εμπόρων και χρηματιστών [1] που κατά την περίοδο αυτή τα μέλη της, με τις οικονομικές τους δραστηριότητες και τους γάμους τους, έχοντας ως αφετηρία το Άργος, είχαν εξακτινωθεί σε όλη τη βόρεια Πελοπόννησο, με μόνιμες ή παροδικές εγκαταστάσεις. Μεταξύ των πολλών και αξιολογότατων πληροφοριών, που παρέχουν τα έγγραφα της συλλογής αυτής, είναι και όσες αναφέρονται στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Σ’ αυτές περιλαμβάνονται και οι σχετικές με τις ασθένειες και την ιατρική γενικότερα, που θα αποτελέσουν και το αντικείμενο της παρούσας εργασίας. 

Το πρώτο με ιατρικές πληροφορίες έγγραφο ανάγεται στο 1802. Προέρχεται από την Όρσα Περούκα– σύζυγο του Αποστόλου Περούκα[2], εγκατεστημένοι στην Πάτρα – και απευθύνεται στον ιατροφιλόσοφο σιορ δοτόρο Χριστόδουλο στο Άργος. Η ανωτέρω – χωρίς να αναφέρει την ασθένεια της – ζητά από το γιατρό να της στείλει ένα επιπλέον «μποτζόνι» με στάλες, επειδή έχει μείνει ικανοποιημένη από τη θεραπευτική αγωγή που της έχει ήδη συστήσει και επιθυμεί να την συνεχίσει. 

Η ιατρική πληροφορία που εντοπίζουμε σχετίζεται αφενός με την επίκληση ιατρού για την αντιμετώπιση της ασθένειας, αφετέρου με τη χρήση σκευάσματος (στάλες) για την αντιμετώπιση του. Να υπογραμμιστεί επίσης ότι η ασθενής, αν και γυναίκα, διεκπεραίωνε αφ’ εαυτής την υπόθεση της αρρώστιας της, επικοινωνώντας απευθείας με το γιατρό, χωρίς την προστατευτική διαμεσολάβηση του ανδρός της, ενώ είναι σημαντική και η ικανότητα αποτίμησης εκ μέρους της: «της έχει κάνει πολύ καλό» τής αποτελεσματικότητας του φάρμακου, ως ένδειξη της επαφής της με τη θεραπευτική αγωγή και της εμπιστοσύνης που έχει η ίδια στην κρίση της. Είναι η γυναίκα που αποπειράται -συνειδητά ή ασυνείδητα δεν έχει σημασία- την καταξίωση της προσωπικότητας της έξω από τα συμβατικά πλαίσια που της καθόριζε η κηδεμονία της από το σύζυγο, τον πατέρα ή το γιο. Παρακολουθεί την υγεία της, παίρνει πρωτοβουλίες για τη θεραπεία της, εμπιστεύεται την επιστήμη και καταφεύγει στο γιατρό. 

Αν και σήμερα η προσφυγή στην επιστήμη για τη θεραπεία ή πρόληψη των ασθενειών είναι αυτονόητη, δε συνέβαινε ασφαλώς το ίδιο στα χρόνια που αναφερόμαστε και μάλιστα υπό το οθωμανικό καθεστώς, το οποίο απαξίωνε κάθε νεωτερισμό που προερχόταν από μη μουσουλμανικές χώρες και ως εκ τούτου αδιαφορούσε για τα επιτεύγματα της ιατρικής επιστήμης. Η κατάσταση της ιατρικής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν αξιοθρήνητη, αν και οι πασάδες επεδίωκαν να έχουν πάντα κοντά τους γιατρούς, οι οποίοι ανταποκρίνονταν με προθυμία λόγω των υψηλών αμοιβών[3]. Παρόλα αυτά, η χριστιανική κοινωνία διαφοροποιούμενη από το αντιεπιστημονικό πνεύμα της οθωμανικής διοίκησης, φαίνεται πως όχι μόνο είχε αρχίσει να εκτιμά τη σημασία της ιατρικής για την ανθρώπινη υπόσταση, αλλά είχε προχωρήσει στην καθιέρωση θεσμών ιδιαίτερα επωφελών για το κοινωνικό σύνολο, όπως αυτός του «κοινού ιατρού»

 «Οι άρχοντες της πολιτείας του Άργους Παναγιώτης Ιωαννούσης και Παναγιώτης Πασχαλδής συμφώνησαν με τον δόκτορα Χριστόδουλο Σεβαστό να έχει την επιστασία της πολιτείας αυτής και να κουράρει τους τυχόν ασθενείς που θα τον πληρώνουν από δικά τους έξοδα για φάρμακα. Οι άρχοντες του κόβουν κοντότα [μισθό][4] κατ’ έτος 1000 γρόσια και ένα κονάκι να κάθηται».  

Ο ανωτέρω ιατρός λειτουργούσε σε επίπεδο κοινότητας, παρέχοντας ιατρική κάλυψη σε όλους ανε­ξαιρέτως τους κατοίκους της, μισθοδοτούνταν από τους πόρους της και ήταν μόνιμος κάτοικος της περιοχής[5]. Μαρτυρείται δηλαδή παροχή δημόσιας υγείας με σύστημα κοινωνικής πρόνοιας που απευθυνόταν σε όλα ανεξαιρέτως τα μέλη της χριστιανικής κοινότητας, απεικονίζοντας μια άλλη διάσταση στις συνθήκες της καθημερινής ζωής των υποδούλων της περιοχής. Να σημειώσουμε εδώ ότι οι ασθενείς επιβαρύνονταν με τη δαπάνη του φαρμάκου, για το ύψος της οποίας δυστυχώς δεν υπάρχουν στοιχεία. 

Τις ιατρικές υπηρεσίες προσέφεραν παραλλήλως και ιδιώτες γιατροί, που αμείβονταν από τους ασθενείς και μπορούσαν να είναι όχι μόνο Έλληνες αλλά και αλλοεθνείς, όπως προκύπτει από το γράμμα ενός άλλου γιατρού του Ά­ργους, του Αυγουστίνου Λιβαθηνού προς τον άρχοντα της Ζαρούχλας Σωτήρη Χαραλάμπη: «Πείτε τι έπραξε ο νεωστί φερμένος Άγγλος ιατρός περί της κατα­στάσεως ποδός του αφεντός μας». 

Αρχιμανδρίτου Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού, « Εγκόλπιον των ιατρών», 1831.

Αρχιμανδρίτου Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού, « Εγκόλπιον των ιατρών», 1831.

Οι γιατροί της εποχής, ανεξάρτητα από τη σχέση με την οποία ασκούσαν το επάγγελμα τους, έφεραν και τον τίτλο του ιατροφιλόσοφου, που δεν προσδιόριζε κάποια ειδικότητα, αλλά διέγραφε σαφέστερα τον τύπο του επιστήμονα γιατρού της εποχής. Ο τίτλος αυτός ήταν ο τυπικός του διπλώματος για όσους απο­φοιτούσαν από τα Πανεπιστήμια της Ιταλίας, όπου υπήρχαν δύο τομείς: legisti & artisti- στον τελευταίο ανήκαν οι γιατροί, οι φιλόλογοι κλπ. Παράλληλα όμως πιστοποιούσε ότι ήταν ο άνθρωπος των γραμμάτων, μελετητής και φιλόσοφος, είχε αποκτήσει ήδη από την περίοδο των σπουδών του μια ευρύτερη μόρφωση και παιδεία, ικανή – εκτός των άλλων – να του αποδώσει μεγαλύτερη καταξίωση και να εμπνεύσει περισσότερο σεβασμό στον κοινωνικό του περίγυρο. 

«Είχα σκοτούρα της κεφαλής δια την οποία αναμένω τον σινιόρ Αυγουστή[6] δια να με διορίσει τι ν’ ακολουθήσω», γράφει ο Χαράλαμπος Περούκας[7] από το Άργος σε συνεργάτη του στη Βοστίτσα (Αίγιο). Η σκοτούρα είναι λαϊκή έκφραση της λέξης ζάλη, αλλά δεν θα πρέπει να αποκλειστεί ιατρικά και η κεφαλαλ­γία ή η σκοτοδίνη. Προέρχεται ετυμολογικά από τη λέξη σκότος που σύμφωνα με την Ιπποκράτεια ορολογία σημαίνει την παροδική αμαύρωση έως και την τύφλωση, την απώλεια της όρασεις. 

Η «σκοτούρα» στη σύγχρονη ιατρική προσδιορίζεται ως σύμπτωμα πολλών παθήσεων, ανάλογα με το πώς θα ερμηνευθεί (ζάλη, κεφαλαλγία ή σκοτοδίνη;). Αντίθετα, στην παραδοσιακή ιατρική, που εφαρμοζόταν τότε, το εξωτερικό σύμπτωμα (εδώ: η σκοτούρα) θεωρείται ως αυθύπαρκτη νόσος και ως τέτοια αντιμετωπιζόταν. Ποια ήταν η γνωμάτευση του ιατρού στην ανωτέρω περίπτωση δεν γνωρίζουμε και θα ήταν ουτοπικό-περιορίζοντας το πλαίσιο των υποθετικών διαγνώσεων-να καταλήξουμε σε κάποιο συμπέρασμα. 

 «Εγώ ασθενώ από πάθη ονομαζόμενα υπό των ιατρών νευρικά, αναμένω την άνοιξη να εξακολουθήσω τα μπάνια τα οποία θέλουσι θεραπευτικά», γράφει ο Χαράλαμπος στον αδελφό του Δημήτριο Περούκα στην Κωνσταντινούπολη[8]. Σημειώνουμε την ονομασία «νευρικά» ως έκφραση προσδιορισμού της ασθέ­νειας, που δεν μας βοηθά όμως να αντιληφθούμε από τι ακριβώς έπασχε ο άρ­ρωστος, καθώς ο όρος «νευρικά» είναι περιγραφικός και μπορεί-με τα σημερινά δεδομένα- να αφορά πληθώρα ασθενειών. 

Ο Χαράλαμπος πάλι, όταν τον Αύγουστο του 1818 βρίσκεται στη Βοστίτσα, λαμβάνει γράμμα από την Τριπολιτσά και ενημερώνεται για την περίπτωση φίλου του που ασθενούσε από «θέρμες». Η ασθένεια ανακοινώνεται ως ήδη γνωστή και το συγκεκριμένο άτομο φαίνεται πως συχνά κατά το παρελθόν είχε εμφανίσει τα συμπτώματα της νόσου. Αυτό είναι φυσικό, αφού με το λαϊκό όρο «θέρμες» αποδίδεται η ασθένεια της ελονοσίας, που εμφανίζει τις ετήσιες εξάρσεις κατά τους θερινούς μήνες. Από θέρμες έπασχε και ο Χαράλαμπος, όπως προκύπτει από γράμμα του πατέρα του Νικολάου τον Απρίλιο του 1819, όπου με ανακούφιση προσθέτει ότι ο γιος του ήδη ξεπέρασε την κρίση[9]. 

Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι η Αργολίδα, στην περίοδο που αναφερόμαστε ήταν γεμάτη από ελώδεις εκτάσεις και ως εκ τούτου η ελονοσία ενδημούσε. Η πληροφορία αυτή έχει καταγραφεί κυρίως από τις περιγραφές των ξένων περιηγητών, οι οποίοι χαρακτήριζαν το κλίμα ως ιδιαίτερα νοσηρό, που ευνοούσε την ανάπτυξη σχετικών επιδημιών. 

 «Πάσχουσα από διάρροιαν και κοψίματα» βρήκε τη σύζυγο του Ευδοκία, όταν επέστρεψε από ταξίδι ο Δημητράκης Ζαΐμης, προεστός των Καλαβρύτων. Η εικόνα της «αδύνατη και αχαμνή» και το γεγονός ότι υπέφερε για αρκετό χρονικό διάστημα, τον ανησύχησαν ιδιαίτερα και απευθύνθηκε σε ειδικό. Η θεραπεία που προτάθηκε είναι «κίνα[10] και δίαιτα». Το μακροχρόνιο της νόσου, οι συνοδοί πόνοι (τα κοψίματα) και η εικόνα της ασθενούς χαρακτηρίζουν κάποιο χρόνιο δι­αρροϊκό σύνδρομο. Η επιλογή της κίνας ως θεραπευτικού μέσου οφείλεται στις εξαιρετικές δυνατότητες του φυτού αυτού, που προφανώς είχαν ήδη εκτιμηθεί[11]. Η δίαιτα εξάλλου αποτελούσε και αποτελεί απαραίτητο θεραπευτικό μέτρο για την αντιμετώπιση της διάρροιας. Παρόλα αυτά, η άρρωστη «ούτε κίνα μεταχει­ρίζεται ούτε δίαιτα κάμνει» ο σύζυγος της, ο οποίος σέβεται τις οδηγίες του ειδι­κού, βρίσκεται σε απόγνωση αλλά αδυνατεί να επιβάλλει το σωστό. 

Η Ευδοκία – αντίθετα με την Όρσα – δεν κατέφυγε στη βοήθεια της επιστήμης, ο σύζυγος της την επέπληξε για την αδιαφορία της, αλλά αυτή παρέμεινε αμετάπειστη. Η Ευδοκία αδυνατεί να συμβαδίσει με τις σύγχρονες περί της θεραπείας της απόψεις και διαφοροποιείται από την εξ αγχιστείας συγγενή της Όρσα Περούκα, όσον αφορά το θέμα της υγείας. Εν τούτοις, η κοινωνική συμπεριφορά και των δύο, αν εξεταστεί από τη θέση του φύλου τους, ταυτίζεται ως προς το γεγονός ότι και οι δύο είχαν την πρωτοβουλία των αποφάσεων. Η Ευδοκία μάλιστα δε δίστασε να έρθει σε φανερή αντίθεση με τον άντρα της και να τον φέρει σε από­γνωση, μη μπορώντας να μεταστρέψει τη γνώμη της. 

Εκδήλωση αιμόπτυσης αναφέρεται σε έγγραφο που έχει συντάξει ο Ιωάννης Περούκας: «Ο Ηλιάδης αιμόπτυσεν και είναι σχεδόν εις βαθμόν μαρασμού». Τα συμπτώματα και η περιγραφή του ασθενούς οδηγούν στην εκτίμηση ότι έπασχε από βαρύ πνευμονικό νόσημα και βρισκόταν σε τελικό στάδιο. 

Το θάνατο από «κόλπο» του Ιμπραήμ Αγά Λάλα ανακοινώνει ο Χαράλαμπος στον αδελφό του Ιωάννη. Πρόκειται για λαϊκή έκφραση του αιφνίδιου θανάτου από ισχαιμία, δηλαδή για εγκεφαλικό επεισόδιο στο οποίο ο πληγείς κατέληξε. «Αρρώστησαν ενδοξομεγαλοπρεπέστατε Μπέη Εφέντη οι πεζαϊδεδαίοι σας [τα παιδιά του] από ευλογιά», ενημερώνει ο προεστός της Ζαρούχλας Σωτήρης Χαραλάμπης τον μπέη, με τον οποίο αλληλογραφεί. Η βαρύτατη και λίαν θανατηφόρος αυτή ασθένεια, μεταδομένη από την Ανατολή έπληξε την Δ. Ευρώπη μετά τον ΣΤ αιώνα αλλά και τον Ελλαδικό χώρο κυρίως μέχρι του τέλους του ΙΖ’ αιώνα[12] (τότε άρχισε η απομόνωση των ασθενών και η απολύμανση με καπνισμούς). Στο ΙΗ’ αιώνα εντοπίζονται μέτρα πρόληψης της επιδημίας με εμπειρικό εμβολιασμό[13] -ευλογιασμό – για προφύλαξη των πληθυσμών. Στο έγγραφο μας δεν προτείνεται καμία θεραπευτική αγωγή, αλλά διατυπώνεται η ευχή «ο Άγιος Θεός ας τους δώσει την υγεία τους». 

Η επίκληση του Θεού για την ίαση της ασθένειας θα πρέπει ν’ αναγνωστεί πολλαπλώς: ως ένδειξη του φόβου των ανθρώπων για τις οδυνηρές επιπτώσεις της, ως έλλειψη εμπιστοσύνης στην ιατρική αλλά κυρίως ως επίγνωση ότι η ασθένεια αυτή δεν επιδέχεται ειδική θεραπευτική αγωγή και η αποθεραπεία του ασθενούς – αν αυτός δεν καταλήξει – ακολουθεί ορισμένη διαδικασία, στην οποία δεν είναι δυνατόν να επέμβει ο ανθρώπινος παράγων παρά μόνο ανακουφιστικά. Η αναζήτηση εξάλλου διεξόδου στη μεταφυσική προσφεύγοντας στα θεία, φαίνεται πως, εκτός από ψυχική ανακούφιση, έχει και ενοποιητική επίδραση. Γι’ αυτό και στην περίπτωση μας, αν και αλληλογραφεί ένας χριστιανός με έναν μουσουλμάνο, αρκεί και μόνο η λέξη «θεός» ως κώδικας επικοινωνίας μεταξύ δύο αλλοθρήσκων για την αντιμετώπιση ενός κοινού προβλήματος, ανεξάρτητα εάν, κάτω από την ίδια λέξη, στεγάζονται ο Τριαδικός Θεός των Χριστιανών και ο Αλλάχ των Μουσουλμάνων. Η καθημερινότητα, οι σχέσεις εξάρτησης, το πολυχρόνιο της συμβίωσης, καθώς και η ανάγκη για συμπαράσταση στις δύσκολες ώρες, φαίνεται πως είχαν δημιουργήσει έναν ιδιόμορφο κώδικα θρησκευτικής επικοινωνίας, κοινά αποδεκτό και από τις δύο πλευρές. 

Το Δεκέμβριο του 1819 εντοπίζεται στο Άργος επιδημία, η οποία οφειλόταν σε λαιμόπονο και περιγράφεται ως εξής : «η επιδημία τρέχει σ’ όλο το σεμπίτη [έκταση] του κάμπου μας και με θανάτους. Δεν έμεινε σπιτάκι που να μην ασθέ­νησαν και ασθενούν όλοι…». Τα επιδημιολογικά (έντονη μεταδοτικότητα) και κλινικά στοιχεία που περιγράφονται συνηγορούν ότι η νόσος που είχε διαδοθεί θα πρέπει να ήταν η διφθερίτιδα. 

Ασθενής με ορθοπεδικό πρόβλημα παρουσιάστηκε από την Αθήνα, ήταν ο I. Αβραμιώτης, συνεταίρος των Περούκα, ο οποίος παραπονούνταν: «πάσχω πολύ καιρό επικίνδυνα βασανιζόμενος από παλαιούς ρευματισμούς, που με κατήντησαν σε μεγάλη αγωνία». Η αρρώστια εντοπίζεται παράλληλα με τη διευκρίνιση των συμπτωμάτων και τη διαπίστωση του ανίατου της νόσου. Για ορθοπεδικό επίσης πρόβλημα – που αφορά την πεθερά του – κάνει λόγο ο Απόστολος Περούκας σε γράμμα του προς τον Ιωάννη Περούκα, όπου διαβάζουμε πως είχε σπάσει το πόδι της «τέσσερα δάχτυλα πάνω από το στραγάλι». Εκτός όμως από τη διάγνωση και τους αναφερόμενους φοβερούς πόνους της, δεν παρέχονται άλλες πληροφορίες σχετικές με την αντιμετώπιση. Ορθοπεδικής φύσεως ίσως ήταν και η ασθένεια του «αφεντός», που έπασχε από το πόδι του, και κάλεσε προς τούτο τον μόλις αφιχθέντα Άγγλο ιατρό να τον κουράρει. Η οξυμένη κατάσταση των ορθοπεδικών ασθενών, με χρονική διάρκεια και χωρίς τον εντοπισμό κάποιας θεραπείας, μας υποχρεώνει να υποθέσουμε ότι η ιατρική αντιμετώπιση υπολειπόταν σοβαρά στον τομέα αυτό. 

Η πανώλη, η μάστιγα των προηγούμενων αιώνων, είχε προσβάλει επανειλημμένως τους πληθυσμούς της περιοχής μας. Δραματικά στην αφήγηση τους είναι τα έγγραφα που αναφέρονται σ’ αυτήν και προέρχονται από διάφορες περιοχές: από την Αθήνα: «έπεσε αυτή η φοβερή αρρώστια», από την Κόρινθο: «στην Κόρινθο από τα χαρέμια διαδόθηκε ότι υπάρχει μόλεμα. Εντοπίστηκαν ένα-δύο σπίτια και σκόρπισαν μερικά. Το χαρέμι σηκώθηκε να φύγει», από νησιά: «η πανώλη κατακυρίευσε την Ύδρα και τον Πόρο», «στην ‘Υδρα ελαβώθη ένας από θανατικό και έγινε καλά. Στην Τήνο και Μύκονο έχει θανατικό», από την Κωνσταντινούπολη: «πέσαμε εις δριμείαν πανώλη, η οποία ανηλεώς θερίζει τους κατοίκους της πόλεως». 

Οι εκτενέστερες και δραματικότερες αφηγήσεις αφορούν την πανώλη που ενέσκυψε στο Άργος και το Ναύπλιο το χειμώνα του 1819:  

«έχουμε ανέλπι­στο συμβάν πανώλης. Ήλθε πλοίο, έφθασε παραμονή Χριστουγέννων στους Μύλους. Μέσα ήταν πεθαμένος ένας Τούρκος, εκ του οποίου εμολύνθη ένας Κεφαλλήνιος, όστις απέθανε ελθών εις Άργος. Εμόλυνε όμως τον νοικοκύρη του σπιτιού, όστις απέθανε μετά από οκτώ ημέρες. Οι τρεις θάνατοι δεν έβαλαν σε υποψία. Ο τέταρτος θάνατος της γυναικός έδωκε την υποψία. Έκαμαν αμέ­σως τας αναγκαίας προφυλάξεις με την έξοδον των φαμελιών, οι οποίες έδιδαν την υποψίαν επικοινωνίας. Μετά πέντε ημέρες εκτυπήθη άλλο ένα οσπίτιον, όπου απέθαναν τρεις άνθρωποι. Αμέσως διορίστηκε σκορπισμός. Είναι δώδεκα ημέρες που δεν ακούστηκε νέος θάνατος». 

Από το πλήθος και την ποικιλία των πληροφοριών που υπάρχουν στα ανωτέρω έγγραφα (οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές) λόγω του εξειδικευμένου περί ιατρικής θέματος θα περιοριστούμε στις σχετικές με την ασθένεια και τις αντιδράσεις της διοίκησης και των κατοίκων κατά τον εντοπισμό της. Κατ’ αρχάς, διαπιστώνουμε ότι προσανατολίστηκαν στη διάγνωση της πανώλης, αφού προέκυψε θάνατος και μάλιστα όχι ένας αλλά τέσσερις, ενώ τα μέτρα ελήφθησαν μετά τους επτά θανάτους. Αν και τα συμπτώματα της αρρώστιας είχαν εμφανιστεί – και μάλιστα στη χειρότερη εκδοχή τους, το θάνατο – γίνεται φανερό πως η έλλειψη «ιατρικής παιδείας» και στενής επαφής των ανθρώπων με το γιατρό αλλά και η αντικειμενική δυσκολία που υπήρχε στη διάγνωση της, καθιστούσε αδύνατη τον άμεσο εντοπισμό της. Παρόλα αυτά, κατάφεραν να την περιορίσουν, πριν εξαπλωθεί ανεπανόρθωτα, έχοντας ως όπλο την εμπειρία τους από παρελθούσες επιδημίες. 

Οι κατευθύνσεις για τη συλλογική αντιμετώπιση της επιδημίας δόθηκαν από τη διοίκηση[14] του Μωρέως. Τα μέτρα περιλάμβαναν ριζική απολύμανση των προσβεβλημένων εστιών και ανθρώπων, την απομόνωση των ασθενούντων με ταυτόχρονη ανάληψη της ευθύνης διαβίωσης τους από την τοπική διοίκηση, την απομάκρυνση των λοιπών κατοίκων από τις οικίες τους και διαμονή τους στην ύπαιθρο, την απαγόρευση κάθε μορφής συναλλαγής των κατοίκων της προσβεβλημένης περιοχής με άτομα από άλλα μέρη. Στην ανωτέρω διαταγή είναι αξιόλογη η ταυτόχρονη κινητοποίηση όλων των κατοίκων (μολυσμένων, ύποπτων ή καθαρών) και η αυστηρότητα με την οποία διατυπώνονται προς όλους -ανεξαρτήτως εθνικότητας, τάξης ή θρησκεύματος – και οι ποινές σε περίπτωση παραβίασης της. Να παρατηρήσουμε εδώ ότι τα μέτρα αυτά αποτελούσαν συγκερασμό της πρακτικής που εφαρμοζόταν μέχρι και τον προηγούμενο αιώνα, όταν οι μεν Μουσουλμάνοι κατέφευγαν στον οίκοι περιορισμό ασθενών και οικογένειας και στη στοργική περίθαλψη του πάσχοντος – σύμφωνα με τις επιταγές της θρησκείας, οι δε Χριστιανοί στην απομόνωση των προσβεβλημένων, μέτρο σκληρό και απάνθρωπο, που επέφερε ρήξεις στις ανθρώπινες σχέσεις. Η απομόνωση εξάλλου της περιοχής είχε δυσμενέστατες επιπτώσεις και στην οικονομία του τόπου με τη διακοπή των συναλλαγών και του εμπορίου και ίσως θα πρέπει να συνεκτιμηθεί ως ένας παράγοντας των δυσχερειών που αντιμετώπιζε ο καζάς του Άργους εκείνη την περίοδο. 

Την απόδοση των μέτρων αυτών είμαστε σε θέση να διαπιστώσουμε από γράμ­μα που συνέταξε ο Σωτήριος Περούκας ενάμιση περίπου μήνα μετά τη λήψη τους: «Είναι 43 ημέρες που δεν επόνεσε κεφάλι κάποιου ούτε από τους μολεμένους ούτε από τους ύποπτους. Μόνο τρεις φαμίλιες είναι ακόμη στην κουτουμάζα [απομόνωση] και οι μόρτες [οι έχοντες ανοσία][15] . Ο κόσμος μαζεύτηκε δεν μένει έξω. Μόνο η δική μας φαμίλια [σ. οι Περουκαίοι]. Η καλή διοίκησης ας έχει δόξα. Ο Άγιος Θεός οπού ογλήγορα επαστρεύφθει». Η έκφραση «καλή διοίκησις» συμπυκνώνει και την αντίληψη του κόσμου για το ποιος είχε την ευθύνη της σωστής αντιμετώπισης, η οποία συνίστατο στην έγκαιρη, άμεση και συνολική οργάνωση του πληθυσμού, την περίθαλψη των πασχόντων και την τιμωρία των ανυπάκουων. Για τη λογική όμως των ανθρώπων εκείνης της εποχής δεν θα ήταν επιτεύξιμος ο έλεγχος της επιδημίας μόνο με την ανθρώπινη παρέμβαση και τη συνεργασία διοίκησης και πληθυσμού δίχως την αρωγή της θείας βοήθειας. Στα λόγια του Σ. Περούκα αλλά και στο κείμενο της διοικητικής απόφασης- που επικαλείται δύο φορές την ανάγκη της θεϊκής υποστήριξης- είναι εμφανής, υπό την απειλή αυτής της τρομερής αρρώστιας που πρόσβαλε αδιακρίτως ηλικίες, φύλα και τάξεις, η εναπόθεση των ελπίδων τους στο Θεό. 

Αξίζει όμως να παρατηρήσουμε πως, παρά την σχεδόν απόλυτη εξάρτηση των ανθρώπων από εξωεπιστημονικούς παράγοντες, ο παράλληλος έπαινος της διοίκησης για τις αποτελεσματικές της ενέργειες σηματοδοτεί τη θετική αξιολόγηση των δυνατοτήτων της ανθρώπινης παρέμβασης και την προσέγγιση πλέον των κοινωνιών – εμπειρικά κατ’ αρχάς – προς επιστημονικές μεθόδους. Αν και πουθενά δεν αναφέρεται η προσφυγή σε γιατρό ή η επίκληση της επιστήμης για την αντιμετώπιση της πανώλης, εν τούτοις τα μέτρα που ελήφθησαν δεν απείχαν από αυτά που υποδείκνυε και η ιατρική παρά την εμφανή απουσία της. Μάταιο εξάλλου θα ήταν να αναζητήσει κάποιος μέτρα πρόληψης και υγειονομικής προστασίας στα πλαίσια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, διότι θα συναντήσει την αδιαφορία για λήψη και την αδυναμία γενικευμένης και αδιάκοπης επιβολής τους. 

Η τελευταία ιατρική πληροφορία που καταγράφεται στα 1820 αφορά ασθένεια του Δημήτριου Περούκα: «εις τας 19 Μαΐου εμίσευσεν δια Προύσσα επειδή τον εσυμβούλευσαν ιατροί να μεταχειρισθεί τα εκεί λουτρά προς ωφέλεια της πά­ντοτε ενοχλούσης αυτόν εκπυρώσεως αλμύρας του αίματος και γυρίζει σε 15-20 ημέρες». Σύμφωνα με την Ιπποκράτεια ορολογία «αλμυρός πυρετός αίματος» προκαλείται, όταν μεταφερθεί φλέγμα [ένας από τους τέσσερις βασικούς χυμούς του σώματος] στο αίμα. Δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί το είδος της ασθένειας, αν και η χρήση του επιθέτου αλμυρός σε συνδυασμό με τη χρόνια βάση του προβλήματος [ «πάντοτε»] και τη σύσταση των ιαματικών λουτρών μας υποψιάζει για πνευμονία. Προτρέπεται όμως ο ασθενής από γιατρούς της Πόλης να καταφύγει στα μπάνια ως μόνη λύση για το πρόβλημα του. Η επιλογή της Προύσσας δεν είναι τυχαία, αλλά οφείλεται στην τεράστια φήμη που έχουν τα θειούχα και σιδηρούχα λουτρά της, που λειτουργούσαν από τα βυζαντινά χρόνια. Από τις θεραπευτικές μεθόδους που προτείνονταν, ιδιάζουσα θέση κατείχαν τα «μπάνια» ή αλλιώς τα «λουτρά». Την αγωγή αυτή συνιστούσαν κατ’ εξοχήν οι γιατροί στις πόλεις της Ιταλίας, όπως μαρτυρούν τα ακόλουθα αποσπάσματα: «πήγα στην Πίζα και ομίλησα με τους καλλίτερους ιατρούς. Μου έδωσαν καλές ελπίδες. Την ερχόμενη άνοιξη θα μεταχειρισθώ τα αναγκαία ιατρικά και ως αναγκαιότερα τα λουτρά», «ασθενώ από νευρικά. Αναμένω την άνοιξη να εξακολουθήσω τα μπά­νια »… «ο αδελφός δοτόρος με το πέρασμα του εις Λιβόρνο έλαβε την ιατρεία του πάθους και αφού ακολουθήσει και τα μπάνια της Κασπάνης, όπως εδιορίσθει θα λάβει ολοτελώς ιατρεία και θα έλθει υγιής», «ο κυρ Παναγιωτάκης ευρίσκε­ται εις Νεάπολη και μεταχειρίζεται τα μπάνια». Η θεραπευτική ιδιότητα των ιαματικών λουτρών δεν εκτιμούνταν μόνο στην Ιταλία, αλλά ήταν πολύ ευρύτερα αναγνωρισμένα, φθάνοντας μέχρι την Ανατολή. 

Ολοκληρώνοντας την εξέταση των ανωτέρω εγγράφων, μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι οι κάτοικοι της  Πελοποννήσου – και κατ’ εξοχήν τα μέλη των αρχο­ντικών οικογενειών – είχαν αρχίσει να γεφυρώνουν τη σχέση τους με την ιατρική επιστήμη, παρά τα εμπόδια που όρθωνε το οθωμανικό καθεστώς και η πολιτισμική υστέρηση των ιδίων. Η προσφυγή των ασθενών σε γιατρό, η αναζήτηση θεραπειών και σκευασμάτων επιστημονικά αποδεκτών, η κατίσχυση του θεσμού του «κοινοτικού ιατρού» καταδεικνύουν – χωρίς να είναι τα μόνα – την αλλαγή προσανατολισμού του κόσμου στα θέματα υγείας. Η ευρωπαϊκή αύρα δειλά και περιορισμένα άρχισε να πνέει στην περιοχή μας χάρη στην ανάπτυξη νέων οικονομικών δραστηριοτήτων (κυρίως από το χριστιανικό πληθυσμό), στην πολυεπίπεδη επαφή της με τη Δύση και την ανοχή – ίσως ως προσπάθεια εκσυγχρονισμού – της Οθωμανικής εξουσίας. 

   

Υποσημειώσεις  


  

[1] Το αρχείο φυλάσσεται στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία Ελλάδος (κτίριο Παλαιάς Βουλής) με την επωνυμία «Αρχείο Άργους» και είναι ανέκδοτο. Το παλαιότερο έγγραφο της συλλογής ανάγεται στο 1727, ενώ ίχνη της οικογένειας έχουν εντοπιστεί στα 1687 [Όλγα Καραγεώργου-Κουρτζή, Οικονομικές και Κοινωνικές συνθήκες στη β. Πελοπόννησο κατά την εικοσαετία 1800-1820, διδακτορική διατριβή (αδημοσίευτη), σελ 9]. Για την παρούσα μελέτη αξιοποιήθηκε το υλικό που προήλθε από την αποδελτίωση περί των 1500 εγγράφων της περιόδου 1727-1820, που μελετήθηκαν διεξοδικά κατά την εκπόνηση της διδακτορικής μου διατριβής. Στην εργασία έχει γίνει αποκατάσταση της ορθογραφίας και διατύπωσης για να διευκολυνθεί η κατανόηση του. Όπου το κείμενο διατηρεί την πρωτογενή του μορφή, δηλώνεται με εισαγωγικά 

[2] Απόστολος Περούκας ήταν ένας εκ των τεσσάρων υιών του Δημητρίου Περούκα (οι υπόλοιποι ήσαν οι: Γεωργαντάς, Νικόλαος και Σωτήριος), που αποτέλεσαν τον πυρήνα της οικογένειας από τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα Ήταν έμπορος και δανειστής εγκατεστημένος στην Πάτρα, με κατοικίες στην Πάτρα και στη Βοστίτσα (Αίγιο) και διατηρούσε οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις με τα μέλη της οικογένειας του στο Άργος ή αλλού. 

[3] Βλ. σχ. Αριστ. Σταυρόπουλος, Σημειώματα για την Ιστορία της Ιατρικής, Αθήνα 1984, σελ. 23. Μεταξύ των προνομίων που απολάμβαναν οι γιατροί ήταν και η ελευθερία στην επιλογή της αμφίεσης τους, όπως π.χ. στη Χίο που φορούσαν παπούτσια από κίτρινο μαροκινό και ντύνονταν με ζωηρόχρωμα υφάσματα, προνόμιο που είχαν μόνο οι 0θωμανοί(βλ. Κ. Σιμόπουλος,ο.π., σελ. 72). 

[4] Λεξικό Μπαμπινιώτη, από το λατινικό condoctus «μισθωτός». O μισθός των 1000 γροσίων θα πρέπει να ήταν ικανοποιητικός, αν και όχι ιδιαίτερα υψηλός, εάν λάβουμε υπόψη μας ότι το μεροκάματο των εργατών γης ήταν περίπου 20 παράδες, των τεχνιτών 30-40, το ψωμί έκανε 4 παράδες η οκά, ενώ το βοδινό 6 και το αρνί 12 [40 παράδες=1 γρόσι]. 

[5] Την ανωτέρω συμφωνία φαίνεται πως αξιοποίησε η Όρσα Περούκα και παρότι διέμενε σε άλλη πολιτεία απολάμβανε και αυτή το κοινοτικό προνόμιο. Αυτό ίσως να οφείλεται στη συγγενική της σχέση με τους Περούκα του Άργους, αλλά και σε πιθανούς στενότερους δεσμούς του ιατρού Χριστόδουλου με την οικογένεια τους, του οποίου η σύζυγος Ευγενία ίσως ήταν και αυτή κόρη – εκτός της Ευδοκίας και Βιτορίτσας – του προεστού και λογοθέτη του ‘Αργους Νικολάου Περούκα [17359/6(15-1-1819)]. 

[6] Το όνομα του γιατρού Αυγουστή εντοπίσαμε και σε γράμμα του Απόστολου Περούκα προς το ‘Αργος, με το επίθετο Γαλανός και Κεφαλλονίτικη καταγωγή.[Νθ: 17331/27(16-8-1816)]. Την ύπαρξη πολλών Επτανησίων ιατρών(Κεφαλλήνιων, Ζα­κυνθινών κ.α.) αναφέρει και ο Αρ. Σταυρόπουλος, ο.π, σελ.23. Η γειτνίαση με την Ιταλία, όπου μπορούσαν να σπουδάσουν, η απουσία της Οθωμανικής κυριαρχίας και η σπουδαιότητα του επαγγέλματος θεωρούμε πως μπορούν να δικαιολογήσουν την τάση αυτή. Γιατρό Αυγουστή στην Τριπολιτσά με αδελφό εγκατεστημένο στο ‘Αργος μνημονεύει και η Αν. Κυρκίνη, ο.π., σελ. 123. 

[7] Νο:17352/35 (11-11-1818). Ο Χαράλαμπος Περούκας ήταν ο ένας από τους τρεις γιους του προαναφερθέντος Νικο­λάου. Οι άλλοι δύο ήσαν οι Δημήτριος και Ιωάννης. Είχε ακόμη και δύο κόρες, την Βιτορίτσα [Βικτωρία] και την Ευδοκία που είχε παντρευτεί τον άρχοντα των Καλαβρύτων Δημητράκη Ζαίμη. 

[8] Νο 17360/6(1-3-1819). Ο Δημήτριος Περούκας, γιος του Νικολάου, βρισκόταν εκείνη την περίοδο στην Πόλη ως βεκίλης [εκπρόσωπος] των χριστιανών του Μοριά. Πρόκειται για πολύ σημαντικό αξίωμα, που έδινε στον κάτοχο του ιδιαίτερη πολιτική δύναμη. 

[9] Νο: 17360/28(24-4-1819). Φαίνεται πως ο Χαράλαμπος αντιμετώπιζε αρκετά προβλήματα υγείας, και ίσως γι’ αυτό να ζητά με γράμμα, που αποστέλλει στο ‘Αργος, να του αγοράσουν από τη φημισμένη του αγορά ένα καλό άλογο «για τα καπρίτζια του και την υγεία του»[βλ. Νο: 17360/28(24-4-1819)]. 

[10] Η κίνα είναι φαρμακευτικό φυτό το οποίο χρησιμοποιούνταν στην πρωτογενή μορφή του χάρη στην αντισηπτική, αντιπυρετική και τονωτική της στομαχικής δύναμης δράση. Χορηγούνταν ειδικότερα και ως επικουρικό φάρμακο «κατά των λίαν επίμονων και μακροχρονίων ελειογενων πυρετών, τον τυφοειδή πυρετόν μετά καταβολής των δυνάμεων…τας χοιραδικάς εξαντλητικός παθήσεις(φυματίωση τραχηλικών λεμφαδένων)» Τα αλκαλοειδή της κίνας αποτελούν κατηγορία φαρμάκων στην οποία ανήκει η γνωστή μας η κινίνη (βλ Γ Καρυοφύλλη,Ιατρικόν Λεξικόν χειρουργικής, φαρμακολογίας, θεραπευτικής και των συναφών αυταίς επιστημών, Εν Αθήναις 1895,σελ.596). Την κίνα συνιστούσαν επίσης και στην ελονοσία, ως μοναδικό φάρμακο. Όλοι οι περιηγητές την κουβαλούσαν στις αποσκευές τους και την προσδιόριζαν με την ονομασία «φλοιός του Περού». Τον περουβιανό φλοιό έφεραν οι Ισπανοί στα μέσα του ΙΖ αιώνα στην Ευρώπη 

[11] Η ευρεία χρήση της κινίνης (που παράγεται από την κίνα) για την αντιμετώπιση διαφόρων ασθενειών διήρκεσε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’50, που εκτός από φάρμακο εκλογής για τον ελώδη πυρετό, τη χορηγούσαν για τη γρίπη, τους πονοκεφάλους κ.α. 

[12] Το πρώτο ελληνόγλωσσο ντοκουμέντο που κάνει λόγο για την αρρώστια της ευλογιάς είναι το Χρονικόν, που γράφτηκε το 1623 από τον Παπασυναδινό, μετά το θάνατο της κόρης του Ζωής που είχε προσβληθεί από τον ιό, ενώ τον 11ο αιώνα, στο Βυζάντιο, μεταφράστηκε στα ελληνικά σύγγραμμα Πέρση γιατρού που περιέγραφε τη νόσο, η οποία φαίνεται πως θα τους απασχολούσε (βλ.Κ. Κωστής, ο.π., σελ. 78). 

[13] Οι γυναίκες σε περίοδο χειμώνα έπαιρναν πύον από καλοήθους και ελαφράς μορφής ευλογιά από ασθενή εύρω­στο και κατά τα άλλα υγιή, το έκλειναν ερμητικά σε μπουκαλάκι καθαρό και ζεστό, που το κρατούσαν στον κόλπο τους για να διατηρείται θερμό μέχρι να το μεταφέρουν στο σπίτι του υποψηφίου να εμβολιαστεί. Τον εμβολιαζόμενο τρυπούσαν με βελόνα πλαγίως στο μέτωπο, το πηγούνι, τα μάγουλα, την παλάμη και τα πόδια όπου έριχναν το πύον. Κατόπιν τα κάλυ­πταν και διάταζαν να μην τα βρέξουν ή ξύσουν και να ακολουθήσουν αυστηρή δίαιτα για 40 ημέρες. Η θνητότητα από τον εμβολιασμό αυτό κυμαινόταν σε 1-2 στα 300. Την μέθοδο αυτή παρακολούθησαν ο αρχίατρος πολλών ηγεμόνων και του Μ. Πέτρου, Ιάκωβος Πυλαρινός και ο ιατρός Εμμανουήλ Τιμόνης, οι οποίοι αφού μελέτησαν και σπούδασαν την εφαρμογή της, την ανακοίνωσαν με σχετικά έργα: Ιάκωβος Πυλαρινός, «Περί νέας και ασφαλούς μεθόδου του προξενείν την ευλογίαν δί εγκεντρώσεως, νεωστίανακαλυφθείσης και συνήθως εκτελουμένης, δι’ ης τα σώματα προφυλάσσονται από επιγενούς μολύνσεως», 1713 [στα λατινικά], Εμμανουήλ Τιμόνης, «Περί της δί εντομών ή εμβολιασμού παραγωγής της νόσου ευλο­γίας», 1713 [στα αγγλικά]. Και ο μεν Τιμόνης τη μέθοδο αποδίδει σε γυναίκες Κιρκάσιες και Γεωργιανές ο δε Πυλαρινός σε θεσσαλές (Πυλαρινός, Βιογραφία τούτου παρά Μαζαράκη, σελ. 127, Σεργίου Ιωάννου, Πραγματεία ιατρικής 1818, σελ. 310, περιοδ «Εστία» Β’ 1876, σελ. 632. Οι πληροφορίες από τη Μ.Ε.Ε,ο.π, τομ ΙΑ’, σελ. 740) 

[14] Η σχετική απόφαση της οθωμανικής διοίκησης στην Τριπολιτσά, η οποία ελήφθη μετά από κοινή σύσκεψη των Οθωμανών και χριστιανών αξιωματούχων που αποτελούσαν το διοικητικό συμβούλιο της Τριπολιτσάς και απευθύνεται στις τοπικές διοικητικές και κοινοτικές αρχές της επαρχίας του Άργους, που δημοσίευσε η Αν Κυρκίνη, (ο.π., σελ.121-122) περιλαμβάνεται ομοίως στο Αρχείο Περούκα αλλά στη συλλογή των οθωμανικών εγγράφων Νο: 47460 (19-2-1819). Το κείμενο είναι συνταγμένο στα ελληνικά από τον επίσημο διερμηνέα [δραγομάνο] του πασά, που εκείνη την περίοδο ήταν ο Θεοδόσιος Μιχαλόπουλος. Σύμφωνα με την απόφαση όφειλαν: «το σπίτι εκείνο οπού ακολούθησε το θανατικόν..ό,τι πράγματα είναι μέσα από σκουτιά στρωσίματα και λοιπά έως το παραμικρόν όλα αμέσως να κατακαούν όπου να γίνουν στάκτη και ύστερον η εξ εκείνων ύλη να κατασβεσθή με νερόν πολύ, και να βαλθούν καπνίσματα διάφορα κατά την συνήθειαν εις διασκέδασιν και σκορπισμόν εκείνης της αναθυμιάσεως», «..το ίδιον εκείνο σπήτι να καή διά να σηκωθεί η υποψία…», «εις τους μολυσμένους ανθρώπους οπού ευρίσκονται έξω, ευθύς να οικονομήσετε ενδύματα και σκεπάσματα παστρικά, και να τους δοθούν δια να αλλάξουν,.. τα ενδύματα και σκεπάσματα οπού έχουν και φορούν, όλα εκείνα να τα πλύνουν εις ένα παράμερον μέρος του ποταμού, και όλους εκείνους τους ανθρώπους να τους ευγάλετε έξω εις ένα μέρος μινασίπικον [κατάλληλο] και φτιάνοντες εκεί τρεις τέσσαραις καλύβαις να τους βάλετε, έχοντες μακρόθεν και ανθρώπους δια να τους φυλάξουν, οπού να μην κάνουν συναναστροφές με άλλους», «της ζωοτροφίας τους [διατροφής]… κάνετε ιδαρέ [μεριμνήσετε] και να στέλνετε δια να μη λάβουν στενοχωρίαν», «οι λοιποί κάτοικοι του ‘Αργους να μην κάνουν συναναστροφήν από σπήτι εις σπήτι, αλλά κάθε ένας να είναι εις το σπήτι του_νύκτα και ημέραν να μην γίνεται συναναστροφή..», «Αργίτες με κιράδες [αγώγια] και ζαχιρέδες [είδη διατροφής] να μην αφήσετε διά να εύγουν διά εδώ και διά άλλα μέρη του Μωρέως. Να μένουν αυτού εις τα σπίτια τους…εις ό,τι δρόμο τους ιδούν ή τους απαντούν να τους γυρίζουν οπίσω και να τους διώχνουν κακώς». 

[15] Οι μόρτες ή απόλοιμοι (Κώστας Κωστής, ο.π, σελ. 62) είχαν επιβιώσει μετά την προσβολή τους και είχαν αποκτήσει ανοσία που διαρκούσε το πολύ δέκα έτη. Σε εκδηλώσεις επιδημιών αναλάμβαναν την ταφή των νεκρών και τη φροντίδα των ασθενών και δεν είχαν αφήσει ιδιαίτερα κολακευτικές αναμνήσεις για τη συμπεριφορά τους. 

  

Πηγή 

 


  •    «Αργειακή Γη», Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Άργους, Τεύχος 2, Δεκέμβριος 2004.

 

Read Full Post »

Πύρρος Διονύσιος ο Θετταλός (1774 ή 1777 – 1853)


 

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος

Ο Διονύσιος Πύρρος γεννήθηκε το1774 ( ή 1777) στην Καστανιά Τρικάλων. Σε ηλικία πέντε ετών ορφανεύει από τον πατέρα του. Έχει έναν αδελφό, τον ιερομόναχο Ιωακείμ. Το πατρικό του όνομα είναι Πούρος ή Μπούρος. Έμεινε όμως στην ιστορία ως Διονύσιος Πύρρος ό Θετταλός. Τα πρώτα του γράμματα τα μαθαίνει στην Καστανιά και αργότερα χειροτονείται ιεροδιάκονος στη μονή Μεταμορφώσεως των Μετεώρων από τον Αμβρόσιο, πρώην Τρίκκης. Τώρα αρχίζει το μεγάλο του ταξίδι. Ο Πύρρος πηγαίνει στα Τρίκαλα για να διδαχθεί την ελληνική γραμματική από τον Κοζανίτη Στάμκο. Σε λίγο καιρό πηγαίνει στον Τύρναβο για να παρακολουθήσει τα μαθήματα του Ιωάννη Πέζαρου. Ξεκινά η μεγάλη περιοδεία του. Θεσσαλία, Μακεδονία, Άγιο Όρος, Λήμνος, Τένεδος, Θράκη. Ολοκληρώνεται με την άφιξή του στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, αφού εργάζεται στην αρχή ως οικοδιδάσκαλος και αργότερα ως γραμματέας του μητροπολίτη Χαλκηδόνας Ιερεμία, χειροτονείται ιερέας από τον μητροπολίτη Δέρκων Γρηγόριο και στη συνέχεια μαζί με τον αδελφό του Ιερομόναχο Ιωακείμ, αναχωρεί για τα Ιεροσόλυμα, επιθυμώντας να επισκεφθεί τους Αγίους Τόπους. Για δύο χρόνια ( 1803-1805)  παραμένει στις Κυδωνίες προκειμένου να παρακολουθήσει μαθήματα στο κέντρο ελληνικής παιδείας. Ένα φημισμένο σχολείο της εποχής. Εκεί, διδάσκεται μαθηματικά, φυσική και φιλοσοφία από τον Βενιαμίν τον Λέσβιο και αρχαίους Έλληνες συγγραφείς από τον Γρηγόριο.

Σειρά έχει η Χίος, όπου συμπληρώνει την μόρφωσή του με μαθήματα ρητορικής, θεολογίας και αστρονομίας από τον Ιωάννη Τσελέπη. Επιστρέφει στην Μικρά Ασία για να διδάξει αυτή την φορά, μετά από αίτημα των Σμυρναίων να σταλεί ιερομόναχος δάσκαλος. Διδάσκει για μικρό διάστημα, αλλά η ανήσυχη ψυχή του ζητά κι άλλες γνώσεις, κι άλλη μόρφωση. Φεύγει για την Ιταλία. Εφοδιασμένος με συστατικές επιστολές προυχόντων της Χίου προς τους εμπόρους του Λιβόρνο, σπάει την αλυσίδα των ταξιδιών του στην Ελλάδα και ξεκινά να αποκτήσει νέες εμπειρίες και γνώσεις  στην Ευρώπη.

Έρχεται στην πατρίδα του και σε λίγο, διά μέσου Κέρκυρας φθάνει στην Νεάπολη. Συνεχίζει το ταξίδι του –μετά λίγες ημέρες-προς την Τοσκάνη. Εκεί δέχεται πρόταση των Ορθοδόξων του Λιβόρνο να αναλάβει ως εφημέριος της τοπικής εκκλησίας, για τους επόμενους οκτώ μήνες. Στη συνέχεια, επισκέπτεται την Πίζα, την Φλωρεντία, την Μπολόνια και το Μιλάνο. Παρακολουθεί πρακτικά μαθήματα αστρονομίας και μαθηματικών.

Στον επόμενο σταθμό του, την Παβία, εγγράφεται στο πανεπιστήμιο (1807) και σπουδάζει ιατρική και φιλοσοφία. Στις 14 Απριλίου 1813, λαμβάνει το διδακτορικό του δίπλωμα. Το επόμενο χρονικό διάστημα παρακολουθεί μαθήματα, ως ακροατής, στις Ακαδημίες Μιλάνου και Πάδοβας. Ολοκληρώνει τις σπουδές του και την περιοδεία του στην Ευρώπη, στο πανεπιστήμιο της Βιέννης όπου θα φτάσει δια μέσου Βενετίας και Τεργέστης. Αποφασίζει να επιστρέψει στην Ελλάδα, δια μέσου Μιλάνου. Σκοπεύει να εγκατασταθεί στην Χίο και να ασκήσει το επάγγελμα του γιατρού. 

Όμως, από την Ιταλία θα πάει τελικά στην Ζάκυνθο για να καταλήξει στην Πάτρα. Επόμενος σταθμός – λόγω περιέργειας – η Αθήνα. Μετά από παρακίνηση του Μητροπολίτη Αθηνών Γρηγορίου Δ΄ του Λέσβιου, παρατείνει την παραμονή του στην πόλη. Ο ηγούμενος της μονής των Αγίων Ασωμάτων Διονύσιος Πετράκης, τον πείθει να μείνει και να διδάξει ιατρική, φυσικές επιστήμες και φιλοσοφία. Παραμένει στην Αθήνα από το 1813 μέχρι το 1815. Ιδρύει το πρώτο επιστημονικό σχολείο, από όπου απεφοίτησαν οι πρώτοι γιατροί και ένα βοτανικό κήπο με 300 είδη φυτών καθώς κι ένα ορυκτολογικό μουσείο στο σπίτι του Δημήτρη Καλλιφρονά.

To 1815 η επιστημονική σχολή Αθηνών έχει εγκαταλειφθεί και ουσιαστικά έχει διαλυθεί, για οικονομικούς λόγους. Μετά από μια οκτάμηνη παραμονή του στην Χαλκίδα όπου μετέβη μετά από παράκληση του πασά της Εύβοιας Οσμάν, προσφέροντας τις ιατρικές του υπηρεσίες, ο Πύρρος αποφασίζει να περιοδεύσει στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο για ένα διάστημα είκοσι μηνών. Γράφει ο ίδιος. « …εκίνησα και έκαμα την περιήγησιν της Ελλάδος, η οποία μέχρι τούδε έμεινεν ατύπωτος. Δέκα έξ μήνας έκαμα εις την περιήγησιν της Ελλάδος και πολλά εδαπάνησα εις την οδοιπορίαν μου, πλήν έμεινα κατά πολλά ευχαριστημένος ιδών τα πάντα…». 

Η Μεγαρίδα, η Βοιωτία, η Φωκίδα, η Αιτωλία, η Πελοπόννησος  και τα νησιά Σπέτσες, Ύδρα, Πόρος, Κύθηρα, Σύρος και Τζιά, με τελικό προορισμό την Κωνσταντινούπολη, είναι οι επόμενοι τόποι που επισκέπτεται. Το έργο του « Περιήγησις της Ελλάδος και πόλεμοι αυτής αρχαίοι και νεώτεροι» αποτελείται από δύο τόμους. Στον πρώτο τόμο περιέχονται: Εισαγωγή, Γενική καταγραφή της Ελλάδος, Αρχαίοι και νεώτεροι πόλεμοι αυτής, Αττικά και Ελευσινιακά, Μεγαρικά, Βοιωτικά και Ευβοϊκά, Λεβαδιακά, Λοκρικά, Φωκικά, Ναυπακτιακά και Αιτωλικά. Στον δεύτερο τόμο περιλαμβάνονται: Κορινθιακά και Σικυωνικά, Αχαικά, Ηλιακά και Τριφυλιακά, Αρκαδικά, Μεσσηνιακά, Λακωνικά, Αργολικά, Κύθηρα, Σπέτσες, Ύδρα, Πόρος, Αίγινα, Σαλαμίν και Κέως.

Το κεφάλαιο Αργολικά θα πρέπει να το συμπλήρωσε και μετά το 1815 γιατί αναφέρει γεγονότα που έγιναν αργότερα. Η καταστροφή του Δράμαλη το 1822 και η δημιουργία του χαρτοποιείου του το 1829. Στο κεφάλαιο αυτό ο Πύρρος αναφέρεται στην Γενική Ιστορία της Αργολίδας, στους πρώτους κατοίκους, στους βασιλείς, στην κατά της Τρωάδος βοήθεια, στους πολέμους των Αργείων, στα όρη, στα ποτάμια, στους κατοίκους, στα ήθη, στη θρησκεία, στις αρχαιότητες, στις ακροπόλεις ενώ επισκέφτηκε το Άργος, το Ναύπλιο, το Κεφαλάρι, τους Μύλους, το Ελληνικό, το Σκαφιδάκι, τις Μυκήνες, τα Δερβενάκια κ.α. 

Στην Κωνσταντινούπολη φτάνει το 1818, όπου Πατριάρχης είναι ο Κύριλλος. Στις 14 Ιανουαρίου του 1819, ο νέος Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄τον γνωρίζει με τον αρχίατρο  του σουλτάνου Μουσταφά Πεχξέτ, ο οποίος τον εφοδιάζει με την  απαιτούμενη άδεια ( Χάτι) άσκησης ιατρικού επαγγέλματος. Εργάζεται ως γιατρός τα επόμενα δύο χρόνια και στις 20 Φεβρουαρίου του 1820 ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ τον τιμά με το αξίωμα του «αρχιμανδρίτου του Οικουμενικού θρόνου» αναθέτοντας του συγχρόνως καθήκοντα ιεροκήρυκα.

 « … δεν απέρασε πολύς καιρός και ο Κόσμος τότε ανακατώθη, εν μια δε των ημερών, εις την οποίαν τότε εγίνετο το συμβούλιον παρά του σουλτάνου και των λοιπών εγκρίτων της αυλής του, δια να κακοποιήσωσι τους Χριστιανούς, ο άνω θεραπευθείς Τεσερφατσή Εφέντης, μοι λέγει μυστικώς εις την οικίαν του, ότι δια δύω, ή τρεις ημέρας, αφεύκτως πρέπει να αναχωρήσω από την Κωνσταντινούπολιν, και ύστερον, ας επιστρέψω, και τότε εάν θέλω να με κάμωσι και Πατριάρχην σχεδόν, επειδή και τότε οι Τούρκοι είχον σκοπόν να θανατώσωσι τον Πατριάρχην και τους Χριστιανούς της πόλεως, τούτο ακούσας ετρόμαξα…».

Όταν ξεσπά η επανάσταση, βρίσκεται στο Άγιον Όρος και επιχειρεί να φτιάξει πυρίτιδα για τον αγώνα. Δεν τα καταφέρνει λόγω έλλειψης πρώτων υλών. Με εντολή της κοινότητας του Αγίου Όρους περιοδεύει στην Σκόπελο, την Ύδρα και τις Σπέτσες προκειμένου να στείλουν βοήθεια στις απειλούμενες μονές κι έτσι να εμποδίσουν την καταπάτηση του Περιβολιού της Παναγίας από τους Τούρκους. Στην Πελοπόννησο και μάλιστα στην Τρίπολη βοηθά τους τραυματίες του αγώνα και συμβάλει στην καταπολέμηση της πανούκλας που πλήττει την πόλη, ενθαρρύνοντας τους κατοίκους και εκφωνώντας λόγους στις εκκλησίες.

Το 1827 επιχειρεί να οργανώσει στο Μιστρά, το πρώτο χαρτοποιείο στην Ελλάδα. Η επιδρομή του Ιμπραήμ πασά τον αναγκάζει να εγκαταλείψει χαρτί και μηχανήματα και να καταφύγει δια μέσου Κυθήρων στο Ναύπλιο. Το 1829, με την συνεργασία του στρατηγού Νικηταρά ιδρύει νέο χαρτουργείο όπως το αποκαλεί, σ̉ ένα μύλο του Ερασίνου, στο Κεφαλάρι. Όμως και αυτή η προσπάθεια δεν τελεσφόρησε. Το χαρτοποιείο οδηγήθηκε στην χρεοκοπία αφού ο Καποδίστριας δεν χρηματοδότησε το έργο, λόγω ελλείψεως πόρων. Όταν δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας φυλακίστηκε για 15 ημέρες, επειδή ήταν φίλος και παλαιός δάσκαλος του Γεωργίου Μαυρομιχάλη.

Αλλά ούτε ο Μαυροκορδάτος μετά τον ερχομό του Όθωνα προσέφερε την παραμικρή βοήθεια προς τους δύο επιχειρηματίες. Τα μηχανήματα κατέληξαν – άχρηστα πλέον- στο σπίτι του Νικηταρά. Το 1835 έρχεται στην Αθήνα, τυπώνει πολλά από τα βιβλία του και στη συνέχεια φεύγει για το Βουκουρέστι, Ιάσιο και Κωνσταντινούπολη. Επιστρέφει στην Αθήνα.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τον συναντάμε στην Αθήνα να ασκεί την ιατρική με μεγάλη επιτυχία και να γράφει βιβλία. Λόγω αμοιβαίας αντιπάθειας με τον Όθωνα δεν επιδιώκει να διοριστεί καθηγητής στο Οθωναίο πανεπιστήμιο αλλά και κανένας δεν τον προτείνει με δική του πρωτοβουλία. Στις 12 Φεβρουαρίου του 1853, ο αρχιμανδρίτης του Οικουμενικού θρόνου, ο ιατροφιλόσοφος, ο διδάσκαλος Διονύσιος Πύρρος, καταλείπει τα επίγεια και μετοικεί στην ποθητή πατρίδα της Βασιλείας των Ουρανών.

 

Τα βιβλία του Πύρρου.

(Κατά χρονολογική σειρά).

 

  • Εκκλησιαστικόν Παραλληλοκύκλιον. Λιβόρνο 1806.
  • Χειραγωγία των Παίδων, ήτοι πραγματεία περί χρεών του ανθρώπου. Βενετία 1810.
  • Άτλας, ήτοι νέα Γεωγραφική Χάρτα. Μεδιόλανα 1814.
  • Γεωγραφία Μεθοδική απάσης Οικουμένης. Βενετία 1818.
  • Φαρμακοποιία, γενική εκ των πλέον νεωτέρων σοφών χυμικών και φαρμακοποιών. Κωνσταντινούπολη 1818.
  • Σαπιλερέ φαζιλέτ Κουλαουζού. Ασιτανετέ 1819.
  • Η προς Θεόν Ομολογία Πίστεως και το απάνθισμα του Ψαλτηρίου προς καθημερινήν Χρήσιν και προσευχήν εκάστου Χριστιανού. Βενετία 1827.
  • Γραμματική Δινυσιάς. Ναύπλιο 1827.
  • Αριθμητική. Ναύπλιο 1828.
  • Χυμική των τεχνών. Ναύπλιο 1828.
  • Εγκόλπιον των ιατρών, ήτοι πρακτική ιατρική. Ναύπλιο 1831.
  • Τριών ειδών Υδρόγειοι Σφαίραι. Αθήνα 1835.
  • Πρακτική Αστρονομία. Αθήνα 1836.
  • Επιστολή προς τον ευγενέστατον άρχοντα Θεσσαλών κύριον Αθανάσιον Παπα-Πολημέρου. Αθήνα 1837.
  • Βοτανική πρακτική προσαρμοσμένη εις την ιατρικήν και οικονομίαν. Αθήνα 1838.
  • Η ζωή του Ιησού Χριστού. Αθήνα 1843.
  • Άτλας νεώτερος περιέχων γενικώς τε και μερικώς όλας τας βασιλείας του παλαιού και νέου κόσμου εις είκοσι τέσσαρες γεωγραφικούς πίνακες. Αθήνα 1845.
  • Βίος, πράξεις και κατορθώματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αθήνα 1846.
  • Ιερά ιστορία και Βίοι των τριών βασιλέων Σαούλ, Δαβίδ και Σολομώντος, συγκροτηθείσα κατ᾽ επιστομήν εκ της όλης ιεράς ιστορίας των εβδομήκοντα. Αθήνα 1847.
  • Βίοι των δώδεκα στρατηγών και διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αθήνα 1848.
  • Περιήγησις ιστορική και βιογραφία Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού. Αθήνα 1848.
  • Περιγραφή της εν Τήνω ευρεθείσης αγίας και θαυματουργού εικόνος της κυρίας ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας και των θαυμάτων αυτής. Αθήνα 1849.
  • Φαρμακοποιία γενική πλουσιωτάτη και εντελεστάτη του σοφού Αντωνίου Καμπανά, διδασκάλου της εν Ιταλία Φερράρας. Αθήνα 1850.
  • Πανθέκτη ιερά εκκλησιαστική. Αθήνα 1850.
  • Ορυκτολογία του Βερνέρου. (ανέκδοτο).
  • Διατριβή περί της αρχαίας ελληνικής μουσικής.( ανέκδοτο).
  • Περιγραφή της νήσου Κέω. ( ανέκδοτο).
  • Περιήγησις της Ελλάδος και πόλεμοι αυτής αρχαίοι και νεώτεροι. ( ανέκδοτο).

     

Πηγές

  

  • Πύρρος Διονύσιος ο Θετταλός, «Το πρώτο ελληνικό χαρτοποιείο», Εφημερίδα Μακεδονία, ένθετο «Πανσέληνος», 25 Μαρτίου 2000.
  • Αντωνίου Μηλιαράκη, «Το πρώτον εν Ελλάδι χαρτοποιείον», Εφημερίδα Ίναχος, 24 Ιανουαρίου 1903.
  • Ανδρέα Κεραμίδα, Φιλολόγου, « Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού – ΑΡΓΟΛΙΚΑ». ΑΠΟ ΕΝΕΚΔΟΤΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ ΓΙΑΝΝΗ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗ, ΤΩΝ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΡΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ. Εκδότης: Ηλίας Καμπανάς, 1981.

 



Read Full Post »

Λαϊκή Ιατρική στο Κρανίδι Αργολίδας

 

 

Τις αρρώστιες τις έστελνε ο Θεός κι ανάβανε τα καντήλια, για να τους κάνει καλά. Και περνούσανε κατ’ απ’ τον Επιτάφιο οι άρρωστοι και τα μικρά, για υγεία. Παίρνανε και λουλούδια και κεριά απ’ τον Επιτάφιο. Τα κεριά τ’ ανάβανε όταν βρόνταγε και άστραφτε και στο καράβι, αν έχει τρικυμία. Τα λουλούδια τα καίγανε και λιβανίζανε τον ματιασμένο και το πρόσωπο, όταν πρηζότανε. Λέγανε τότε ότι είχε ανεμοπύρωμα, κι αυτό ήτανε αγερικό. Τ’ ανεμοπύρωμα το στέλνανε οι νεράιδες.

Παλιά, όσους είχανε ευλογιά, τους κλείνανε στα σπίτια και δεν αφήνανε κανένα να τους δει. Απ’ τα παράθυρα τους δίνανε ψωμί, φαΐ και μετά τους επήγανε στον Προφήτη Ελισσαίο, ένα ερημοκκλήσι έξω και τους κλείσανε μέσα. Κι ήσανε ‘κει οι συγγενείς και τους περιποιούσανε, αλλά για λίγο καιρό. Μετά είπανε ότι ο Προφήτης Ελισσαίος έδιωξε την αρρώστια.

Όταν ένα μωρό είχε σιδρωστιές από κάτω στον λαιμό, γιατί με το σήκωμα τ’ απότομο του ‘πεφταν οι σιδρωστιές κι έκλαιγε πολύ το παιδί, το ‘παιρνε μια πραχτική, του σταύρωνε τα χέρια πίσω, τα πόδια, και το κυλούσε στο κρεβάτι, το τύλιγε με φασκιά και γινότανε καλά.

Βότανα βράζουνε μέχρι τώρα. Είν’ ένας απ’ την Τσακωνιά που τα κάνει αυτά. Και χέρια, πόδια, που σπάζουνε, τα δένει με μαλλί άπλυτο, με χαρτόνι, δεν βάζει γύψο και πιάνει το κόκαλο. Πολλοί εδώ δεν θέλουνε τους γιατρούς. Να, η μάνα μου, που ‘σπασε το πόδι της και δεν ήθελε να πάει σε γιατρό. Πήγε σε πραχτικό. Κι αυτός βράζει διάφορα βότανα.

 

Παλιά, παθαίνανε πολύ κοιλιακά, δηλητηρίαση. Και πέθαιναν από τους πόνους στην κοιλιά. Και πίνανε πολύ χαμόμηλο τότε. Βράζανε και χαμομήλι με λάδι, το σουρώνανε και το είχανε για εντριβή, που πιανόντουσαν που σηκώνανε τα βαρέλια στην πλάτη και φέρνανε νερό. Όταν κρυολογούσανε, βάζανε καταπλάσματα από πίτουρο.

Στις αμυγδαλές, όταν αρρώσταινε κανένας, βάζανε ζάχαρη, σ’ ένα μαντίλι, του ανοίγανε το στόμα και βάζανε το μαντίλι εκεί μέσα, το πιέζανε με τα δάχτυλα, έσκαζαν οι αμυγδαλές κι έβγαινε το πύον. Ήσανε κάτι ειδικές γι’ αυτό, που ξέρανε. Όταν πρηζόντουσαν, φωνά­ζανε τον παπά για να τους περάσει ευχή και να ξορκίσει το κακό, γιατί το πρήξιμο το λέγανε δαιμονικό. Κι έψελνε ο παπάς ευχέλαιο, περ­νούσε ευχή κι ακουμπούσε τον σταυρό πάνω στο κεφάλι. Μάγια, ξόρκια δεν κάνανε.

Είχανε τα βότανα απ’ το βουνό· τη ρίγανη, ας πούμε, τη μολόχα. Παίρνανε απ’ την τριανταφυλλιά την απριλιάτικη τα φύλλα του λου­λουδιού, τα ξεραίνανε, τ’ ανακατεύανε με μολόχα κι όταν το ‘βραζες, αυτό ήτανε ευκοίλιο.

Τα φάρμακα τους, παλιά, ήσανε οινόπνευμα και καμιά πλακίτσα καμφορά.

Είχανε και βεντούζες. Ήσανε ποτήρια του κρασιού, ή, παλαιά, κάτι φούσκες και βάζαν’ ένα δίφραγκο· παλιά, το λέγανε δεκάρα. Κι είχανε πανί ψιλό, τουλουπάνι, βάζανε μέσα το δίφραγκο, το σουρώνανε και το δένανε με κλωστή κι απάνου αφήνανε μια φουντίτσα. Και το κόβανε κι αφήνανε τη φουντίτσα και την ανάβανε, το βά­ζανε στο κρέας του ανθρώπου, έσβηνε και σήκωνε τη φουσκάλα. Κάνανε και έμπλαστρα. Βάζανε χαρτί μπλε, έπαιρναν απ’ τον πεύκο ρετσίνι και το ραντίζανε με τουλπάνι και το κολλάγανε πάνω στο κρέας.

Όταν πονούσε η κοιλιά, λέγανε ότι είχε ξεστρίψει ο αφαλός, γι’ αυτό είχε μεγάλο πόνο. Και πήγαιναν κάποιοι ειδικοί και τον γυρίζανε με το δάχτυλο. Άμα γινότανε απόστεμα, δεν τ’ ανοίγανε μόνοι τους. Όλο με ζεστά, με καταπλάσματα, με λιναρόσπορο. Με τα ζε­στά, ή διέλυε ή άνοιγε και έβγαιναν κάτι ξερά, μαύρες τα λέγανε.

 

Όταν πρηζόντουσαν κάτω απ’ το λαιμό, βάζανε κατάπλασμα. Κρεμμύδι ψητό, το λιώνανε με αλάτι, βάζανε και λουκούμι, και άνοι­γε. Είχανε και τσιρέτο. Άμα βγάζανε το κακό σπυρί, πεθαίνανε. Άμα βγάζανε καλόγερο, βάζανε μαλαχτικα, ζεστά. Ζεστά πίνανε για τον βήχα. Για την ελονοσία, τις θέρμες που λέμε, είχανε κινίνο. Και μερικοί που ξέρανε, φτιάνανε ένα πράμα σαν μελάνι. Κι ο πατέρας μου είχε ελονοσία κι είχε πάρει τέτοιο μελάνι και του είχε γίνει μέσα το στόμα κατάμαυρο. Η επιληψία δεν έφευγε. Όταν τον έπιανε τον άνθρωπο, του τρίβανε τα χέρια, το κεφάλι. Για τη χρυσή, ήτανε μια ‘δω πέρα που ήξερε. Έκοβε ένα κομματά­κι κρέας από τα χείλη, από μέσα, και τους έδινε κάτι χαπάκια κίτρι­να, που τα ‘φτιανε μόνη της, και περνούσε η χρυσή. Όταν έπιανε η ιλαρά τα παιδιά, όλο γλυκά τους δίνανε. Στις μαγουλάδες βάζανε ‘κει που ‘χε πρηστεί ζεστά και μετά τ’ αλείφανε με κατράμι και το μαυρίζανε για να ψοφήσει ο πόνος. Όταν είχανε κοκκύτη, τους δίνανε ζεστά και τα πηγαίνανε στη θάλασσα για να φύγει. Κι άμα μπορούσανε και κάνανε ένα ταξιδάκι με καραβάκι, ακόμα καλύτερα.

Άμα πονούσε το αυτί, ρίχνανε μια σταγόνα λάδι απ’ το καντήλι ή κανένα κεροπάνι. Είναι πανί άσπρο, το βουτούσανε στο κερί, στέγνωνε, το κάνανε σαν χωνί και βάζανε το φαρδύ μέρος στο αυτί και ανάβανε τη μύτη του χωνιού. Κι από τη ζεστασιά, ή θα ‘σκαζε τ’ αυ­τί ή θα ξεθύμαινε και θα γινότανε καλά σιγά σιγά. Οι άρρωστοι τρώγανε καμιά σούπα, καμιά χυλοπίτα, γάλα απ’ τα ζωντανά· δεν είχανε και πολλά πράματα τότε. Στα μωρά, άμα δεν κοιμόντουσαν, πολλοί τους δίνανε κούπζες, δηλαδή αυτό τ’ αφιόνι από τις παπαρούνες· το βράζανε και τους το δίνανε με ζάχαρη. Αλλά και πολλοί φοβόντουσαν και δεν τους δίνα­νε.

 

Κτηνιατρική

 

 

Από ζώα, δώθε, πιο πολύ, είχανε άλογα. Κι όταν τα ‘πιανε η κοιλιά, τα φέρνανε στην εκκλησία απέξω και τα φέρνανε τρεις φορές γύ­ρω. Στον Άη Γιώργη, γιατ’ ήτανε κι αυτός καβαλάρης. Και τους βά­ζανε τηγάνια ζεστά στην κοιλιά ή τους ανάβανε φωτιά από κάτου. Κι όταν τα έπιανε ξεροσαγκαή ή αμυγδαλές, βράζανε κριθάρι, κι όπως ήτανε ζεστό, τους το βάζανε σ’ ένα ντορβά και τους το κρεμάγανε στο λαιμό και τους πήγαινε το άχνος, έσπαγαν οι αμυγδαλές κι έβγαζαν, όπως ο άνθρωπος, βρόμες. Κι όταν τους πονούσε η κοιλιά, τα τρέχα­νε.

Οι κότες, άμα δεν πίνανε νερό, βγάζανε την πιπίτα (=κόρυζα). Κι αυτό, όταν διψάνε πολύ οι άνθρωποι, το λένε: «Θα βγάλω την πιπί­τα». Και βγάζανε οι κότες ένα κοκαλάκι στη γλώσσα. Ήσανε κάτι ειδικοί και πηγαίνανε, τους ανοίγανε το στόμα και τους το βγάζανε.

Πιάνανε και ψείρες, τις κοτόψειρες, και ξυνόντουσαν, αλλά αυ­τές δεν έρχονται στον άνθρωπο. Παθαίνανε και τη χολέρα που λέμε και μαραζώνουν, μαυρίζει το λειρί και ψοφάνε. Αυτό είναι κολλητι­κό και μπορούσες να χάσεις σε μια βδομάδα, ξέρω ‘γω, τριάντα κό­τες, γιατί δε μπορούσες να κάνεις τίποτε. Βγάζανε τις άρρωστες απ’ το κοτέτσι και τις δένανε κάπου μακριά, για να μη μολύνουν τις άλ­λες.

Οι γίδες παθαίνανε κλαμπάτσα και πρηζόντουσαν οι κοιλιές τους.

 

Μαρτυρίες

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Ελένη Μανιάτη, ετών 84, απόφοιτη Τρίτης Δημοτικού.

 

Πηγή

 

  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

 

 

Read Full Post »

Σάμιουελ Γκρίντλεϋ Χάου [S.G. Howe] (1801-1876)

 

 

Σάμιουελ Γκρίντλεϋ Χάου Ο Σάμιουελ Γκρίντλεϊ Χάου ήταν ένας εξέχων Αμερικανός γιατρός, υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας, πραγματικός φιλέλληνας, φιλάνθρωπος και πρωτοπόρος στην εκπαίδευση τυφλών και ανάπηρων παιδιών. Γεννήθηκε στη Βοστόνη στις 10 Νοεμβρίου 1801 και καταγόταν από πλούσια οικογένεια. Μετά τη λήψη του πτυχίου του της ιατρικής το 1824 από το Μπράουν της Πρόβιντενς αποφάσισε να προσφέρει τις ιατρικές του υπηρεσίες στην επαναστατημένη Ελλάδα, στην οποία έφθασε το τέλος του 1824. Ανέλαβε αμέσως υπηρεσία στον Αγώνα, περιθάλποντας τραυματίες και άρρωστους μαχητές. Στο πρώτο γράμμα προς τον πατέρα του αναφέρει μεταξύ άλλων:   

«…ως προς τον μισθόν μου, ουδέν λαμβάνω, ούτε μ’ ενδιαφέρει, αφού η Κυβέρνησις δεν είναι εις θέσιν ούτε να θρέψη και να ενδύση τους δεινοπαθούντας στρατιώτας…».

 

Από το ημερολόγιό του διαβάζουμε:

 

«… η δουλειά μου τη νύχτα που πέρασε ήταν ατέλειωτη … έκαμα τόσες εγχειρήσεις που αμφιβάλω αν θα κατόρθωνα να τις κάμω κατά τη διάρκεια ολόκληρων ετών στη Βοστώνη … δύο μήνες τώρα κοιμάμαι στο έδαφος με τα ρούχα … είχα σκεφτεί να φύγω από δω, αλλά θα ήταν πράξη επονείδιστη…».

 

Ο Σαμουήλ Χάου επιστρέφει το 1827 στην Αμερική και οργανώνει έρανο για την ελληνική υπόθεση. Συγκεντρώνει 60.000 δολάρια και αγοράζει ρούχα και τρόφιμα για τους επαναστάτες. Ένα χρόνο αργότερα έρχεται και πάλι στην Ελλάδα και οργανώνει καταφύγια για την περίθαλψη των προσφύγων. Ένα από αυτά στον Ισθμό της Κορίνθου θα το ονομάσει «Ουασινγκτονία».

 

Το 1831 επιστρέφει στη Βοστώνη και ιδρύει το πρώτο σχολείο για τυφλούς στις Ηνωμένες Πολιτείες, του οποίου διετέλεσε πρώτος διευθυντής. Το 1848 δημιουργεί ένα ανάλογο σχολείο για άτομα με διανοητικές διαταραχές. Το 1866, γηραιός πλέον, βρίσκεται για μια ακόμα φορά στην Ελλάδα, για να συνδράμει τους επαναστατημένους Κρητικούς. Πέθανε στις 9 Ιανουαρίου 1876.

 

 

Η περίθαλψη του πληθυσμού και των στρατιωτών κατά την διάρκεια της

Επαναστάσεως του ’21

 

 

Πρόταση του Σάμουελ Χάου για τη Δημιουργία Κινητών Νοσοκομείων Εκστρατείας.

 

Απόσπασμα Άρθρου από την  ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ

Κωνσταντίνος Γρ. Κυριακόπουλος, Νευροχειρουργός

Χρίστος Μαυρογιώργος, Νευροχειρουργός

 

 

Όπως παραπάνω αναφέρεται, κατά τη διάρκεια της εδώ παραμονής του υπήρξε γιατρός διαφόρων στρατοπέδων. Σε ιδιαίτερο ημερολόγιό του, το οποίο όμως δεν διασώθηκε ολόκληρο, κατέγραφε κατά την παραμονή του στην Ελλάδα διάφορα γεγονότα, τις σκέψεις του, τις κρίσεις και ενέργειές του. Το σωζόμενο εκδόθηκε, τροποποιημένο σε πολλά σημεία από τον εκδότη του. Το 1971 μεταφράσθηκε στα Ελληνικά και εκδόθηκε.

 

Στη σελ. 147 αναφέρεται: «Από του Φεβρουαρίου μέχρι Ιουνίου 1827 ούτε ημερολόγιο, ούτε επιστολαί του Χάου υπάρχουν».

 

Στη σελ. 185 αναφέρεται: «ο Χάου πεισθείς εις τας προτροπάς της Ελληνικής Κυβερνήσεως, μετέβη εις Αμερικήν όπως προσωπικώς εργασθύ ύπέρ συλλογής εράνων…».

 

Η μη ύπαρξη σημειώσεων του ημερολογίου για το παραπάνω διάστημα δικαιολογεί την άγνοια του σκοπού της μεταβάσεώς του στην Αμερική. Δεν παρακλήθηκε από την Ελληνική Κυβέρνηση, αλλά ο ίδιος εζήτησε χορήγηση της επιστολής που αναφέρεται στο ημερολόγιό του.

 

O Αμερικανός ιατρός Σάμιουελ Γκρίντλι Χάου (Samuel Gridley Howe, 1801-1876).

 

 

Στα ΓΑΚ, υπάρχει επιστολή του Χάου προς την Ελληνική Κυβέρνηση την οποία δημοσιεύουμε, διότι έχει ιδιαίτερη αξία.

 

«Προς τηv Σεβαστήν Avτικυβερνητικήν Eπιτρoπήv.

 

Είναι δύω ήμισυ χρόνοι, αφ ού ανεχώρησα από την Αμερικήν με σκοπόν να δουλεύσω την Ελλάδα, δια του επαγγέλματός μου. Έφερον συστατικά γράμματα από το εν Aμερική Ελληνικόν Κομιτάτον. Όλα δε τα έξοδα εις τόν δρόμον και αλλαχου εγένοντο εξ ιδίων μου.

Φθάσας εις την Ελλάδα επρόσφερα τας δουλεύσεις μου εις την τότε προσωρινήν Διοίκησιν παρά της οποίας επεφoρτίσθην να συνακολουθήσω με το Ελληνικόν Στράτευμα εις Μεσσηνίαν, Όπου ηκολούθησα μετά χαράς. Έμεινα δύω μήνας εις Καλαμάταν επισκεπτόμενος τους εκεί εκ των στρατοπέδων πεμπομένους πληγωμένους και άλλους. Μετά ταύτα επέμφθην εις Γραμπουσαν, Όπου έδούλευσα μήνας πέντε και εις αυτήν και έξωθεν αυτής εις άλλα μέρη. Επιστρέψας δε από την Γραμπουσαν επεφoρτίσθην να δουλεύσω εις τα εν Ναυπλίω Εθνικά Νοσοκομεία των ασθενών και των πληγωμένων. Το χρέος τούτο εκτέλεσα καθ’ Όσον ηδυνήθην ένα σχεδόν χρόνον. Μετά ταύτα κατ’ αίτησιν του Κυρίου Αστιγξ  εισήλθον εις τό Ατμοκίνητον ή Καρτερία, Όπου και μένω έως σήμερον. Δι’ Όλας τας ανωτέρω εκδουλεύσεις μου εις την Ελλάδα δεν έλαβον σχεδόν τίποτε δια μισθόν μου. Διότι επιθυμούσα πάντοτε να δουλεύσω Όσον ημπορούσα χωρίς πληρωμήν. 

 
Σάμουελ Χάου με ελληνική στολή

Σάμουελ Χάου με ελληνική στολή

Μ’ Όλα ταυτα δεν ευχαριστούμαι εις τας μερικάς ταύτας εκδουλεύσεις. Αλλά θέλω να φανώ πρόξενος μεγαλυτέρων ωφελειών εις το Ελληνικόν Έθνος. Και γράμματα τα οποία κατ’ αυτάς έλαβον από την Αμερικήν με δίδουν χρυσάς Ελπίδας. Το σχέδιόν μου είναι να συστήσω Νοσοκομείον στερεον εις τόπον κατάλληλον, δια τας ανάγκας των στρατευμάτων της Ελλάδος, τόπον, Όστις να ημπoρή να χωρέση εκατόν περίπου πληγωμένους. Μετά τούτο να συστήσω Νοσοκομεία κινητά δηλ. να διορίσωεις παν στρατόπεδον επιστάτας χειρούργους, οίτινες να έχουν μεθ’ εαυτών τινάς ύπηρέτας, και Όλα τα αναγκαία Ιατρικά και λοιπά ώστε αυτοί να λαμβάνουν τους κατα τας μάχας πληγωμένους να τους επισκέπτωνται προσωρινώς και έπειτα να φροντίζουν να τους διευθύνουν εις το στερεόν Νοσοκομειον.

Γνωρίζω εκ πείρας, Ότι οι στρατιώται Έλληνες πάντοτε φοβούνται μη πληγωθούν εν καιρώ μάχης, προβλέποντες την έλλειψιν Ιατρού να τους επισκεφθή. Δια τούτο επιθυμώ νά συστήσω τά κινητά Νοσοκομεία, τα όποία μάλιστα είναι γνωστά εις όλον τόν κόσμον. Τά Νοσοκομεία ταύτα πρέπει νά έχουν χωριστά όλα τά χρειώδη ως ζώα, ύπηρέτας κ.λπ. Οί ύπηρέται αυτών πρέπει νά είναι ενδεδυμένοι με ιδίαν στολήν, διά να γνωρίζουν οί στρατιώται, ότι όταν πληγώνωνται, θέλουν δέχεσθαι παρά τούτων, ειμελείσθαι και διευθύνεσθαι εις τό στερεόν Νοσοκομείον, διά να επισκέπτωνται και θεραπεύωνται εις αυτό χωρις κανεν ίδιόν των έξοδον. Τούτο ύπόσχομαι νά κατορθώσω χωρίς νά εξoδεύση τίποτε ή Ελληνική Κυβέρνησις. Αιτώ δέ από μέρους της μόνον και μόνον γράμματα πρός τα εν Aμερική Ελληνικά Κομιτάτα μαρτυρούντα, ότι έκαμα τό χρέος άρκετόν καιρόν εις τήν Ελλάδα, όπου εδούλευσα επεμελήθην καθ’ όλην την έκτασιν τό γενικόν Νοσοκομείον, και ότι επιθυμεί ή Κ υβέρνησις νά βαλθή εις πράξιν τό ειρημένον σχέδιόν μου.

 

Εν Πόρω τη 3 Μαίου / 21 Απριλίου 1827

Σ.Γ. Χάου

Και ή Ελληνική ύπογραφή αυτόγραφος.

 

Πρόκειται για πολύ σημαντικό έγγραφο, γιατί σε αυτό υπάρχουν  πληροφορίες για τον τρόπο άσκησης της ιατρικής στα χρόνια του αγώνα. Εισάγεται για πρώτη φορά η διάκριση ανάμεσα στο «σταθερό» και το «κινητό» νοσοκομείο.

 

Η Αντικυβερνητική Επιτροπή αποδέχθηκε την αίτησή του και του εχορήγησε το ακόλουθο συστατικό γράμμα:

 

«Αριθ. 419 Σχέδιον Συλλογής Βλαχογιάννη

Ελληνική Πολιτεία Γραφή Γ. Γλαράκη

ή Αντικυβερνητική Επιτροπή

 

Πρός τόν Σεβαστόν Πρόεδρον και τά λοιπά Σεβαστά Μέλη τής ύπέρ των Ελλήνων Φιλανθρωπικής Εταιρίας τών Ομοσπόνδων Επικρατειών της Αμερικής. Τό Ελληνικόν Έθνος γνωρίζει κάλλιστα τούς ύπέρ τού ίερού τούτου άγώνος άκαμάτους κόπους και τάς πολλάς και πολυειδείς προς αυτό ευεργασίας Σας και αισθανόμενον βαθυτάτην ευγνωμοσύνην και μη έχον άλλο τι σάς προσφέρει διά τής Κυβερνήσεως αυτού τάς άπείρους εγκαρδίους ευχαριστίας. Είναι δέ εύελπις ότι και τού λοιπού ως άδολοι φίλοι τής άνθρωπότητος και ένθερμοι ύπερασπισταί τού δικαίου δέν θέλετε παύσει ενεργούντες και κοπιάζοντες ύπέρ τών άναντιρρήτων και άναφαιρέτων δικαίων αυτού, τά όποία ό τουρκικός, ό επί τής γής μοναδικός δεσποτισμός, τέσσαρας όλοκλήρους αιώνας κατασπάραττε, και ήδη άγωνιά να καταπίη εξ όλοκλήρου.

 

Ο συμπολίτης Σας, ό Ιατρός κύρους Άου (Howe), άνήρ άξιόλογος και διά τάς Ιατρικάς του γνώσεις, και διά τάς άρετάς του, ύπηρέτησε τήν Ελλάδα ως Ιατροχειρούργος δύω ήμισυ χρόνους περίπου μέ τιμήν, ύπόληψιν, ευαρέστησιν, και πλήρη τής Κυβερνήσεως ευχαρίστησιν. Ο άξιότιμος ούτος άνήρ επιθυμών νά ύπηρετήση εις τό έξής τήν Ελλάδα σημαντικότερον, άναλόγως τής πρός τόν ίερόν αυτής άγώνα άφοσιώσεώς του, συνέλαβε σκοπόν, να καταστήση ενταύθα νοσοκομεία συστηματικά ύπέρ των μαχομένων στρατιωτών.

Ο σκοπός τού ούτος τού άνδρός είναι τω όντι ευγενής και μυρίων επαίνων άξιος, όστις πραγματοποιούμενος δύναται νά ωφελήση τήν Ελλάδα τα μέγιστα. Αλλά πώς νά πραγματοποιηθή ενταύθα με τήν παντελή άχρηματίαν τής Ελλάδος;

Διά τούτο ό ευγενής ούτος άνήρ ελπίζων νά προμηθεύση τά εις τόν σκοπόν του άπαιτούμενα χρηματικά μέσα τών αυτόσε Φιλελλήνων έρχεται με τοιαύτην άπόφασιν αυτόθι. Η δέ Κυβέρνησις θαυμάζουσα τον φιλάνθρωπον και ευγενή ζήλον του άνδρός, συσταίνει τούτον πρός Σάς τα Σεβαστά της φιλανθρώπου Εταιρίας μέλη, ως άξιον τής εμπιστοσύνης αυτής, παρακαλούσα νά τόν συνδράμετε εις τόν προκείμενον ωφέλιμον εις τήν Ελλάδα σκοπόν του.

Κύριοι ή χρηματική κατάστασις τής Ελλάδος είναι οίκτου άξία. Ο έπταετής άγων άφ’ ένός μέν μέρους εσμίκρυνε και σμικρύνει επι μάλλον και μάλλον τάς εθνικάς προσόδους, άφ’ ετέρου δέ αυξάνει και πολλαπλασιάζει τάς χρείας εις τό άκρον. Ο Ελληνικός λαός άφιέρωσε τάς ελπίδας του εις την ευγενή μεγαλοδωρίαν τών φιλελλήνων τού φωτισμένου κόσμου, κατ’ εξαίρεσιν δέ τών τής Αμερικής, οιτινες ως ποτέ όμοιοπαθείς δύνανται αισθανθώσιν άκριβώς όποία είναι ή τοιαύτη κατάστασις. Υγιαίνετε και ευτυχείτε»

 

Ο Howe δεν έφυγε αμέσως για της ΗΠΑ. Προηγουμένως ο Jonathan Ρ. Miller, Αμερικανός συνταγματάρχης, απεσταλμένος του Αμερικανικού Κομιτάτου με βοηθήματα προς τους Έλληνες τον διόρισε αντιπρόσωπό του για τη διανομή αυτή.

 

Ο Χάου περιγράφει στο ημερολόγιό του, ότι την 20ην Αυγούστου του 1827 κατέπλευσε από τη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ το βρίκι «Ανατολή» γεμάτο με εφόδια για τους φτωχούς και το Κομιτάτο του ανέθεσε το ρόλο του συμβούλου για τη διανομή των. Την 13 Νοεμβρίου 1827 (ν.η.) αναχώρησε με το βρίκι «Ιωάννα» για τη Ν. Υόρκη. Στο ημερολόγιό του περιγράφει τις δυσκολίες που αντιμετώπισε στην Αμερική, όπου παραπέμπεται ο αναγνώστης. Πληροφορεί την Αμερικανική κοινή γνώμη για τα προβλήματα των Ελλήνων τραυματιών:

 

«…διέρχονται επί εβδομάδας άνευ των απαραιτήτων επιτηδείων και Ιδίως άρτου. Η θέσις του Ιατρού εις τας περιπτώσεις ταύτας είναι τω όντι οδυνηρά καθόσον είνε ύποχρεωμένος να παρίσταται μάρτυς της δυστυχίας χωρίς να δύναται να πρoσέλθη αρωγός, εύρίσκει δε Την εξάσκησιν του επαγγέλματός του ανωφελή εξ ελλείψεως των κοινοτάτων επιτηδείων της ζωής…».

 

Πρότεινε στην Κυβέρνηση την ανάγκη ιδρύσεως κεντρικού νοσοκομείου και άλλων μικρών που να ακολουθούν τα διάφορα σώματα, που έγινε αποδεκτό από αυτήν και η οποία

 

«κατενόησε την ανάγκην του πράγματος και προέβη εις επανειλημμένας αποπείρας προς πραγματοποίησιν τούτων αλλ’ αι προσπάθειαί της έμειναν άνευ αποτελέσματος εξελλείψεως χρημάτων… «και πληροφορεί ότι το δημιουργηθέν τελευταία στον Πόρο νοσοκομείο» «…Δύναται να καταστή, εξευρισκομένων των καταλλήλων πόρων, εκτάκτως επωφελές όχι μόνον προς τους απόρους ασθενείς, αλλά και προς τους πεινώντας…».

 

Προτείνει διάφορα μέτρα για την οργάνωσή του. Καταλήγει δε λέγοντας, ότι θεωρεί τον εαυτό του βρισκόμενο στην υπηρεσία της Ελλάδος και σκοπός της μετάβασής του στην Αμερική ήταν ανεύρεση βοήθειας, ήταν δε έτοιμος να ξαναγυρίσει στην Ελλάδα.

 

 

Πηγές

 

 

  • Σάμιουελ Γκρίντλεϋ Χάου, Ιστορική σκιαγραφία της Ελληνικής Επανάστασης, Εκάτη, Αθήνα 1997.
  • Σάμιουελ Γκρίντλεϋ Χάου, Ημερολόγιο από τον Αγώνα 1825-1929, Καραβίας, Αθήνα 1971.
  • ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ , www.helsocmilmed.gr

 

 

Read Full Post »

Το πρώτο χαρτοποιείο στην Ελλάδα – Κεφαλάρι Άργους (1827-1829-1833)


  

Παράξενα θα αντηχήσει στα αυτιά, όσων δεν έτυχε να εντρυφήσουν στην ανάγνωση παλιών βιβλίων, η είδηση ότι όταν η Ελλάδα αγωνιζόταν για την ανοικοδόμηση της και καθώς άρχισε να υποβόσκει το φως της σωτηρίας της, ιδρύθηκε και λειτούργησε σ’ αυτήν χαρτοποιείο. Δυστυχώς οι χρονογράφοι του αγώνα ουδέποτε ανέφεραν το κοινωνικό αυτό γεγονός, αλλά όπως συνηθιζόταν, ασχολούνταν μόνο με την καταγραφή και περιγραφή των πολιτικών και πολεμικών γεγονότων της επικαιρότητας. Ίσως πάλι η ύπαρξη τέτοιου βιομηχανικού ιδρύματος, να μην προκάλεσε τον θαυμασμό ή την προσοχή των πολιτών. Θα περνούσε λοιπόν απαρατήρητο και ασχολίαστο το γεγονός, αν δεν σωζόταν η αγγελία που εξήγγειλε ο ιδρυτής του χαρτοποιείου το 1829 και σύμφωνα με τον οποίο, ζητούσε βαμβακερά, λινά και μεταξωτά πανιά από τους κατοίκους της περιοχής.

 

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος ο Πύρρος

 

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος

Πρώτος ιδρυτής και δάσκαλος αυτής της βιομηχανίας υπήρξε ο ιατροδιδάσκαλος Αρχιμανδρίτης Διονύσιος ο Πύρρος. Ο άντρας αυτός, που κατά τη διάρκεια του αγώνα δίδασκε και δημοσίευε παιδαγωγικά, εκκλησιαστικά , ιατρικά, χημικά, βοτανικά γεωγραφικά και μαθηματικά βιβλία, γεννήθηκε το 1777 στην  Κασθεναία της Θεσσαλίας. Συνεχίζοντας μάλιστα τις προκαταρκτικές του σπουδές που έκανε στα σχολεία της Θεσσαλονίκης, στην Κωνσταντινούπολη και τα Ιεροσόλυμα, ταξίδεψε στην Ιταλία, για να επισκεφτεί διάφορες μεγαλουπόλεις. Εκτός των άλλων σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Παταυίου (1807)  Ιατρική, Χημεία, Βοτανική,  Φυσική και την χαρτοποιεία, αυξάνοντας τις γνώσεις του ποσοτικά και ποιοτικά, με απώτερο στόχο να τις μεταλαμπαδεύσει στο δύστυχο Γένος. 

 

Στην Ελλάδα τελικά επέστρεψε λίγα χρόνια πριν την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης. Αρχικά πήγε στην Πάτρα, όπου γνώρισε τον Σπυρίδωνα Τρικούπη και τον γιατρό Π. Σοφιανόπουλο. Στη συνέχεια μετέβη στην Αθήνα, όπου έμενε στη Μονή του Διονυσίου Πετράκη. Τότε λοιπόν με τις παροτρύνσεις του ηγούμενου Πετράκη και του αρχιερέα Γρηγορίου Λεσβίου και των υπόλοιπων μελών της Φιλόμουσης εταιρείας, ανέλαβε τη διδασκαλία των επιστημών και της φιλοσοφίας στην Αθήνα, ενώ συγχρόνως ασκούσε το ιερό λειτούργημα του γιατρού σε Χριστιανούς και Τούρκους ανιδιοτελώς. Κατά τη διάρκεια του 2ου έτους διδασκαλίας του στην Αθήνα, σύστησε πρώτος  Βοτανικό κήπο, που περιελάμβανε 300 είδη φυτών και ορυκτολογικό μουσείο με 300 είδη ορυκτών, στο σπίτι του Δημήτρη Καλλιφουρνά. Αργότερα ταξίδεψε για την  Κωνσταντινούπολη, όπου άσκησε το επάγγελμα του γιατρού και προάγη σε αρχιμανδρίτη απ’ τον πατριάρχη Γρηγόριο. Επανερχόμενος στην Ελλάδα γνώρισε στην Πελοπόννησο τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και τους γιους του, τον Γιατράκο και Παναγιώτη Κρεββατά. Έκτοτε παρακολουθούσε από κοντά τον  απελευθερωτικό αγώνα  διδάσκοντας, εκφωνώντας πατριωτικούς λόγους, δημοσιεύοντας τους και διανέμοντας τα βιβλία του. Σ ένα από τα βιβλία του, εξέφρασε ανοιχτά το μένος που έτρεφε για το πρόσωπο του Καποδίστρια,  επισημαίνοντας πως ο Πρωθυπουργός δεν τηρεί τη Νηστεία και  του οποίου βιβλίου βέβαια την κυκλοφορία απαγόρευσε και γι’ αυτό τον λόγο δεν έχει σωθεί.

 

Ο δραστήριος αυτός αρχιμανδρίτης λοιπόν, εν όσο βρισκόταν στην Πελοπόννησο, έστησε χαρτοποιείο στον Μυστρά και κατασκεύασε χίλια φύλλα χαρτιού περίπου, μέχρι που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την προσπάθεια, υπό την απειλή της επιδρομής του Ιμπραήμ Πασά στη Λακωνία και κατέφυγε στα Κύθηρα.    

 

Ωστόσο ο Πύρρος δεν αποθαρρύνθηκε απ’ αυτήν του την αποτυχία, δεδομένου ότι η Ελλάδα εκείνο τον καιρό είχε πολλά θέματα να διευθετήσει και να επιλύσει. Αποφάσισε λοιπόν, όντας δραστήριο και ανήσυχο πνεύμα, ο αρχιμανδρίτης να συμπράξει με τον στρατηγό Νικηταρά και με  κοινή καταβολή των 3.000 γροσίων ίδρυσαν νέο χαρτοποιείο σ έναν μύλο του Ερασίνου ποταμού στο Κεφαλάρι Άργους. Τότε μάλιστα ανακοίνωσε και την αγγελία προς αναζήτηση κουρελιών. Τελικά κατασκεύασε χίλια φύλλα χαρτιού αλλά τα χρήματα εξαντλήθηκαν αμέσως και διακόπηκαν οι περαιτέρω διαδικασίες.

 

Μετά από άκαρπες προσπάθειες ανεύρεσης  κεφαλαίων, ο Πύρρος και ο Νικηταράς αναγκάστηκαν να αναζητήσουν την αρωγή του Καποδίστρια, αν και ο Πύρρος δεν ήταν θετικά διακείμενος προς τον Κυβερνήτη. Παρά ταύτα διατηρούσε ο αρχιμανδρίτης μια ελπίδα, ότι στο άκουσμα του ονόματος του Νικηταρά ο Καποδίστριας θα ανταποκρινόταν στην έκκληση των δύο για χρηματοδότηση του χαρτοποιείου. Ο Κυβερνήτης όμως, επειδή προέβλεπε την αποτυχία της επιχείρησης και συγχρόνως είχε να  αντιμετωπίσει πολλές δυσχερείς καταστάσεις στο προσκήνιο της πολιτικής ζωής της Ελλάδας, αρνήθηκε να απαντήσει. Βέβαια ο Πύρρος με τη σειρά του μετάφρασε την απαξίωση του Πρωθυπουργού σε προσωπική εμπάθεια που θεωρούσε ότι έτρεφε για τον ίδιο, καθώς συνδεόταν  φιλικά με τον Πετρόμπεη, ο οποίος φυσικά δεν συγκαταλεγόταν στους οπαδούς του επίτιμου Κυβερνήτη.

 

Έτσι το χαρτοποιείο διαλύθηκε και ο Νικηταράς μετέφερε τις μηχανές στο σπίτι του ενώ ο Πύρρος συνέχισε απτόητος τις φιλότιμες προσπάθειες του. Πλησίασε λοιπόν μετά από παρότρυνση του Κολιόπουλου και του Νικηταρά, τον τότε υπουργό οικονομικών, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και ζήτησε την συνδρομή του. Αφού πέρασαν τρεις μήνες προσκάλεσε τον Πύρρο και τον ρώτησε ποια δαπάνη απαιτούνταν για την ανασύσταση του χαρτοποιείου και ποια θα ήταν τα πιθανά έξοδα. Ο Πύρρος απάντησε αμέσως ότι 30.000 δραχμές είναι το απαιτούμενο ποσό για να ιδρυθεί το κατάστημα, για τις μηχανές, για την αγορά ενός έτους υλικού και για την μισθοδοσία 40 εργατών. Οι εισπράξεις όμως θα ανέρχονταν στις 500.000 δραχμές, ίσως και περισσότερα. Η απάντηση του υπουργού δυστυχώς περιοριζόταν στο γεγονός ότι η Κυβέρνηση δεν διέθετε  την πολυτέλεια να χορηγήσει κεφάλαια σε βιομηχανίες.

 

 

Εργοστάσιο κατασκευής χάρτου. Χαλκογραφία, Παρίση 1767.

Εργοστάσιο κατασκευής χάρτου. Χαλκογραφία, Παρίσι 1767.

 

Η αλήθεια ήταν πως ο Μαυροκορδάτος συμπαθούσε και εκτιμούσε τέτοιες κινήσεις σαν αυτή του φιλοπρόοδου Πύρρου. Γνώριζε όμως πολύ καλύτερα απ’ τον καθένα ποια ήταν η τύχη των βιομηχανιών, που υποστηρίζονταν από δημόσιες δαπάνες και ότι η κατασκευή του χαρτιού δεν ήταν η πρώτη, την οποία έπρεπε να υποστηρίξει η Κυβέρνηση της Ελλάδας, η οποία μόλις συνερχόταν από τον λήθαργο της δουλείας. Η παραπάνω συνέντευξη εξάλλου δεν διατήρησε ήρεμους τόνους, αντίθετα οι δύο συνδιαλεγόμενοι αντάλλαξαν ανάρμοστες εκφράσεις και μετά από αρκετά χρόνια στην αυτοβιογραφία του ο αρχιμανδρίτης, εξέφρασε την οργή που συντηρούσε μέσα του για την μη ικανοποίηση του εύλογου αιτήματος του. Εντωμεταξύ την αρνητική ατμόσφαιρα ήρθε να παροξύνει και η εξέγερση των εμπόρων χαρτιού του Ναυπλίου και του Άργους, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι η επικείμενη βιομηχανία έβλαπτε τα συμφέροντα τους.

 

«Και αν η Κυβέρνηση», είπε χαρακτηριστικά στον Μαυροκορδάτο, «δεν μπορεί να στηρίξει τέτοια ωφέλιμα ιδρύματα, πως αξιώνει να ανελιχθεί οικονομικά το κράτος και μάλιστα στον κλάδο της οικονομίας; Αν η Κυβέρνηση ίδρυε τέτοια καταστήματα με πιστούς ανθρώπους, θα επωφελούνταν οι φτωχοί Έλληνες. Χάθηκαν όμως ήδη πολλά εκατομμύρια δραχμές και τίποτα ουσιαστικό δεν δημιουργήθηκε στην Ελλάδα. Ανόητοι Έλληνες, κατηγορεί με πάθος, εξαπατημένοι από τους φθονερούς υπουργούς και τους εμπόρους της Ελλάδας, που δεν επιζητούν την πρόοδο και τη βελτίωση της ζωής του».

 

 

Εφημερίδα "Ίναχος" 1903

Εφημερίδα

 

Κατέκρινε μάλιστα και τον βασιλιά Όθωνα ως εξής: «Οι βασιλιάδες του κόσμου δεν επιτρέπουν ούτως ή άλλως  την δραστηριοποίηση των αδύνατων», ενώ μετά την ίδρυση του σακχαροποιέιου και του υαλοποιείου στον Πειραιά το 1948 σχολίασε ανάλογα: Έτσι απογοητεύτηκα και εγώ και μούντζωσα αυτή την απαρχαιωμένη οικονομία. Έκτοτε ασχολήθηκε με τις γεωγραφικές του μελέτες και με την άσκηση του επαγγέλματος της ιατρικής μέχρι το τέλος της ζωής του (1853). Δυστυχώς καμιά άλλη πληροφορία δεν σώθηκε σχετικά με τα μηχανήματα που χρησιμοποιήθηκαν, ούτε η ποιότητα χαρτιού, ούτε αν το χαρτί ήταν κατάλληλο για εκτύπωση, κοινή γραφή ή και τα δύο.

Στο μουσείο της ιστορικής και εθνολογικής εταιρείας τρία μόνο ιστορικά βιβλία βρέθηκαν, τα οποία αναφέρονταν στη μνήμη του ιατροδιδάσκαλου Πύρρου: α) η χειρόγραφη  εικόνα του, β) το Επισκεπτήριο του πάνω σε απλό χαρτί (10 επί 0,4), όπου ήταν τυπωμένο το όνομά του με κόκκινα γράμματα, γ) η αγγελία με τη συλλογή πανιών, την οποία αναφέραμε παραπάνω. Η έντυπη αγγελία είναι τυπωμένη στο συνηθισμένο για την εποχή χοντρό χαρτί και διαθέτει υδατογραμμές. Δυστυχώς ούτε δείγμα του Αργείτικου χαρτιού βρέθηκε.

 Άξιο λόγου να αναφερθεί είναι και το γεγονός, ότι μετά από μισή  και πλέον εκατονταετηρίδα από τη σύσταση του πρώτου ελληνικού χαρτοποιείου, το οποίο εξέπνευσε πριν γεννηθεί, ιδρύθηκε χαρτοβιομηχανία στο Φάληρο.

 

Read Full Post »

« Newer Posts