Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Οπλαρχηγός’

Τζώρτζ Τζάρβις (George Jarvis, 1797-1828)


 

Ο πρώτος αμερικανικής καταγωγής φιλέλληνας. Γεννήθηκε στην Αλτόνα της Δανίας. Σήμερα η Αλτόνα είναι ένα προάστιο του Αμβούργου της Γερμανίας. Πατέρας του Jarvis ήταν ο Benjamin Jarvis (Βενιαμίν Τζάρβις), Αμερικανός έμπορος από την Νέα Υόρκη, ο οποίος ανέλαβε στη συνέχεια καθήκοντα Προξένου των ΗΠΑ στην Αλτόνα της Δανίας. Μητέρα του η Γερμανίδα Maria Carolina Dede (Μαρία-Καρολίνα Βέντε).

Ο Jarvis είχε λάβει κλασσική παιδεία, ήταν λάτρης του Ελληνικού πολιτισμού, και όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση μεταβλήθηκε σε ενθουσιώδη οπαδό της. Επηρεάσθηκε από το Γερμανικό φιλελληνικό ρεύμα και είχε έντονη δράση ως φοιτητής, στο Πανεπιστημίου στο οποίο σπούδαζε στην Χαϊδελβέργη. To 1821 ήταν ήδη ένας μορφωμένος νέος ο οποίος μιλούσε Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά.

Τον Νοέμβριο του 1821 αποφασίζει να μεταβεί στην Ελλάδα. Μετά από ένα μεγάλο και δύσκολο ταξίδι, με το Σουηδικό πλοίο «Trondjem» που είχε προορισμό την Ελλάδα, και έφθασε στην Ύδρα στις 3 Απριλίου 1822. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ίδιο πλοίο μετέφερε στην Ελλάδα, έναν άλλο από τους ιδιαίτερα γενναίους και εμβληματικούς Φιλέλληνες, τον αξιωματικό του Βασιλικού Ναυτικού του Ηνωμένου Βασιλείου, τον Frank Abney Hastings.

Όταν έφθασε στην Ελλάδα, παρουσιάσθηκε στην κυβέρνηση στην Κόρινθο, και κατατάχθηκε στο Ελληνικό ναυτικό, υπό τον Γιακουμάκη Τομπάζη και τον Αντώνη Ραφαήλ, καπετάνιο της κορβέτας «Θεμιστοκλής». Επίσης ανέπτυξε στενή φιλία με τον Υδραίο Δημήτριο Βούλγαρη (μετέπειτα πρωθυπουργό της Ελλάδας) και τον Έλληνα έμπορο και μέλος της Φιλικής Εταιρείας, Εμμανουήλ Ξένο. Με το Ελληνικό ναυτικό έλαβε μέρος σε 13 ναυμαχίες και πολεμικές επιχειρήσεις. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ο Τουρκοφάγος (1782 ή 1787-1849)


 

Νικηταρά –Νικηταρά

Πού ᾽χεις στα πόδια σου φτερά

και στην καρδιά ατσάλι.

 

Νικήτας, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Ο Νικηταράς γεννήθηκε στο χωριό Μεγάλη Αναστάσοβα των Πισινών Χωριών του Μυστρά (σημερινή Νέδουσα Μεσσηνίας), στους πρόποδες του Ταϋγέτου, 25 χλμ από την πόλη της Καλαμάτας όπως μας διηγείται ο ίδιος στα απομνημονεύματά του που κατέγραψε ο Γεώργιος Τερτσέτης.

«Εγεννήθηκα εις ένα χωριό Μεγάλη Αναστασίτσα (Αναστάσοβα) αποδώθε από του Μυστρά προς την Καλαμάτα. Ο προπάππος μου ήτον Προεστός και ο πατέρας μου έφυγε δεκαέξι χρόνων και επήγε με τα στρατεύματα τα Ρούσικα στην Πάρο και ήτον πολεμικός. Τον εσκότωσαν εις την Μονεμβασιά μαζί με έναν αδελφό και μ’ έναν κουνιάδο μου. Από ένδεκα χρόνων, μαζί με τον πατέρα μου, έσερνα άρματα. Ετουφέκισα ένα Τούρκο στο Λεοντάρι…».

Ο Φωτάκος στο βιβλίο του «Βίοι Πελοποννησίων ανδρών», αναφέρει ότι τόπος γεννήσεως του ήταν το  χωριό Τουρκολέκα της Μεγαλόπολης. Τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο χωριό του πατέρα του, στο χωριό Τουρκολέκα του Δήμου Φαλαισίας της επαρχίας Μεγαλουπόλεως, του Νομού Αρκαδίας.

Πατέρας του ήταν ο κλέφτης Σταματέλος Τουρκολέκας. Η μητέρα του Σοφία Καρούτσου ήταν αδελφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο Νικηταράς λοιπόν ήταν ανιψιός του Γέρου του Μωριά.

Εντεκάχρονος, βγήκε στο αρματολίκι ακολουθώντας τον πατέρα του. Αργότερα εντάχθηκε στο «μπουλούκι» του περίφημου κλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη. Κοντά του έμαθε τα μυστικά της πολεμικής τέχνης, ξεχωρίζοντας για την ανδρεία και την ευρωστία του. Ήταν ψηλός, μελαχρινός, πρώτος στο πήδημα και γρήγορος στο τρέξιμο. Η αλληλοεκτίμηση και η φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ του Καπετάνιου και του Νικηταρά, οδήγησαν τελικά στον γάμο του  με την κόρη του Ζαχαριά, την  Αγγελίνα.

Το 1805, στο μεγάλο διωγμό των κλεφταρματολών, ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους και ο Νικηταράς ακολούθησε τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στην Ζάκυνθο. Έκτοτε,  δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Την αφοσίωση του Νικηταρά προς τον θείο του ο λαός την είπε με δύο λόγια. «Μπροστά πηγαίνει ο Νικηταράς και πίσω ο Κολοκοτρώνης»  αλλά και θέλοντας να τονίσουν την στενή και άρρηκτη σχέση των δύο ανδρών έλεγαν: «Η κεφαλή ήτο του Κολοκοτρώνη και η χειρ του Νικηταρά ».

Εκείνο τον καιρό τα Επτάνησα τα εξουσίαζαν οι Ρώσοι. O Νικηταράς εντάχθηκε στο ρωσικό στρατό και με το τάγμα του πολέμησε εναντίον του Ναπολέοντα στην Ιταλία. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Ζάκυνθο και υπηρέτησε αυτή την φορά τους Γάλλους, που στο μεταξύ είχαν καταλάβει το νησί με την συνθήκη του Τίλσιτ.

Στις 18 του Οκτώβρη του 1818  – ενώ βρισκόταν στην Καλαμάτα – μυήθηκε στη Φιλική εταιρεία από τον Ηλία Χρυσοσπάθη. Με συντροφιά τον Αναγνωσταρά και αργότερα τον Δ. Πλαπούτα, περιόδευσε την Πελοπόννησο κατηχώντας πολλούς στο μεγάλο μυστικό και ετοιμάζοντας τον λαό για τον επερχόμενο ξεσηκωμό.

Με την έκρηξη της επανάστασης, μαζί με τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και άλλους οπλαρχηγούς μπήκε στην Καλαμάτα, στις 23 του Μάρτη του 1821. Είχε ενστερνισθεί βαθιά τις απόψεις και τα σχέδια του θείου του και πήρε μέρος σε όλες τις επιχειρήσεις για την κατάληψη της Τρίπολης που τότε ήταν το Διοικητικό κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο.

Στις 12-13 του Μάη επικεφαλής 800 ανδρών συμμετείχε στην νικηφόρα μάχη στο Βαλτέτσι. Αμέσως μετά και ενώ κατευθυνόταν προς το Ναύπλιο με 200 μόλις άντρες, προέκυψε η ανάγκη να αντιμετωπίσει στα Δολιανά, ισχυρή Τουρκική δύναμη 6.000 ανδρών υπό τον Κεχαγιάμπεη, υποστηριζόμενη και από πυροβόλα. Ήταν 18 του Μάη του 1821. Εκεί απέδειξε στο έπακρο τον ηρωισμό του και την σπάνια στρατιωτική του αρετή και ικανότητα. Κατάφερε να τους προξενήσει τεράστια  καταστροφή και σχεδόν να τους αποδεκατίσει.

Έντρομοι οι Τούρκοι σκορπίστηκαν στις γύρω ρεματιές για να γλυτώσουν, εγκαταλείποντας τα ζώα και τα πυροβόλα τους στα χέρια των Ελλήνων. Ο Νικηταράς, βλέποντας τους να φεύγουν τους φώναζε : «Σταθήτε Πέρσαι να πολεμήσωμε» και μάλιστα τους αποκαλούσε Περσιάνους.

Αν στη μάχη στο Βαλτέτσι διακρίθηκε για την ανδρεία του, στην μάχη των Δολιανών, η ιστορία τον πήρε στα φτερά της. Οι επευφημίες των συντρόφων του έφτασαν ίσαμε τα ουράνια και για πρώτη φορά, βγαλμένο απ’ τις καρδιές των συναγωνιστών του, ακούστηκε το παρατσούκλι που θα τον συνόδευε σε όλη του την ζωή. Με αυτό πέρασε στην ιστορία. Με αυτό έμεινε στη συνείδηση και την ψυχή των Ελλήνων.

 

Νικηταράς, ακουαρέλα, έργο του Δανού ζωγράφου, το 1836, Martinus Rørbye (1803-1848).

 

Στρατηγός Νικηταράς ο Τουρκοφάγος

 

Με τις μάχες των Δολιανών και των Βερβένων, προξενήθηκαν ιδιαίτερα σοβαρές ζημιές στους Τούρκους – που αναγκάστηκαν να κλειστούν στην Τρίπολη – ξανάδωσαν κουράγιο  στους ξεσηκωμένους ραγιάδες, και προετοίμασαν το κλίμα για την άλωση της πρωτεύουσας του Μωριά, που πραγματοποιήθηκε στις 23 Σεπτέμβρη 1821, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμη φορά, την στρατηγική του Κολοκοτρώνη. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Φωτάκος ή Φώτιος Χρυσανθόπουλος (1798-1878)

 

Αγωνιστής του 1821, υπασπιστής του Θ. Κολοκοτρώνη και απομνημονευματογράφος. Ο πατέρας του ήταν ο ιερέας παπα – Γιαννάκης,  γι’ αυτό και τ’ αδέρφια του (Αναγνώστης, Κωνσταντίνος, Παναγιώτης και Νικόλαος) ονομάσθηκαν Παπαγιαννακόπουλοι, ενώ ο Φωτάκος διατήρησε το πατρικό επώνυμο Χρυσανθόπουλος. Στην ιστορία  έμεινε γνωστός ως Φωτάκος.

Γεννήθηκε στα Μαγούλιανα* Γορτυνίας. Διδάχτηκε τα πρώτα του γράμματα στο χωριό του με δάσκαλο τον Αγάπιο. Κατόπιν πήγε στη Βυτίνα, όπου είχε δάσκαλο τον Παρθένιο. Επειδή όμως ήταν πολύ ζωηρό, σκληρό και φιλόνικο παιδί, ο πατέρας του φοβούμενος μη φιλονικήσει με τους Τούρκους, τον έστειλε στη Ρωσία, στο Κισνόβι της Βεσσαραβίας ως εμποροϋπάλληλο. Ήταν η εποχή που η Φιλική Εταιρεία όλο και δυνάμωνε με τη μύηση στο μυστικό πολλών ομογενών. Ο Φωτάκος εγκαταλείπει τη δουλειά του και μεταβαίνει στην Οδησσό, όπου το 1814 είχε ιδρυθεί η Φιλική Εταιρεία, και γίνεται φιλικός. Στη συνέχεια παίρνει εντολή να μεταβεί στα Λαγκάδια Γορτυνίας, για να συναντήσει τον πρόκριτο Κανέλλο Δεληγιάννη και να τον ενημερώσει για τις εξελίξεις και για την ημέρα του γενικού ξεσηκωμού.

 

Βίοι Πελοποννησίων ανδρών

Βίοι Πελοποννησίων ανδρών

Τον Οκτώβριο του 1820 ο Φωτάκος, συντροφιά με τον φίλο του και συναγωνιστή Δημήτριο Αρκαδινό, φτάνει στην Ύδρα και στη συνέχεια οι δύο άνδρες μεταβαίνουν στο Ναύπλιο, για να κατασκοπεύσουν, προσποιούμενοι ο Φωτάκος τον ευρωπαίο γιατρό και ο Αρκαδινός τον διερμηνέα. Στη συνέχεια ο Φωτάκος περνώντας από το Άργος, φτάνει στην Τρίπολη με χίλιες προφυλάξεις και μιλώντας Ρώσικα, έρχεται σε επαφή με Τριπολιτσιώτες φιλκούς, κατόπιν μεταβαίνει στο χωριό του, τ’ αγαπημένα του Μαγούλιανα, και στη συνέχεια στο αρχοντικό του Δεληγιάννη στα Λαγκάδια. Με το ξέσπασμα της επανάστασης ο Φωτάκος ήταν αρχικά με το Δεληγιάννη έξω από την Τριπολιτσά, την οποία άρχισαν να πολιορκούν πολλοί καπεταναίοι με τους στρατιώτες τους, που ολοένα γίνονταν περισσότεροι. Ο Κολοκοτρώνης τότε (τον Απρίλιο 1821), εκτιμώντας την προσωπικότητα και αξιοσύνη του Φωτάκου, τον ονόμασε πρώτο καπετάνιο του λόχου που πρωτοΐδρυσε στο χωριό Πιάνα, έξω από την Τρίπολη. Αμέσως  τον πήρε υπασπιστή του και τον είχε μαζί του σ’ όλες τις εκστρατείες και επιχειρήσεις που διεξήγαγε. Πόσο τον αγαπούσε ο Κολοκοτρώνης**  φαίνεται και από το γεγονός ότι, μετά την αποφυλάκισή του το 1825 από την Ύδρα, προκειμένου ως αρχιστράτηγος ν’ αντιμετωπίσει τις ορδές του Ιμπραήμ, ζήτησε από την Κυβέρνηση να του δοθεί ο καλός και άξιος υπασπιστής και γραμματικός του Φωτάκος.

 Ο Φωτάκος παντρεύτηκε το 1824 την κόρη του εύπορου Τριπολιτσιώτη Σωτήρη Σαρδέλη. Αργότερα, όταν τελείωσε ο απελευθερωτικός αγώνας, εγκαταστάθηκε στην Τρίπολη, αλλά χήρεψε χωρίς να έχει αποκτήσει παιδιά. Δεν ξαναπαντρεύτηκε. Ξόδεψε την περιουσία της γυναίκας του, βοηθώντας οικογένειες αγωνιστών που υπέφεραν.

Στα χρόνια του Καποδίστρια ήταν ταγματάρχης και στην εποχή του Όθωνα διορίστηκε  δασάρχης. Ο θάνατος τον βρήκε ταγματάρχη της Φάλαγγας, στα 1878. Κηδεύτηκε και ετάφηκε  στην Αγία Βαρβάρα της Τρίπολης.

Ο σεμνός αυτός αγωνιστής μας άφησε αξιολογότατο συγγραφικό έργο. Τα απομνημονεύματά του αποτελούν πολυτιμότατη ιστορική πηγή, γιατί ως υπασπιστής του Κολοκοτρώνη είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει πρόσωπα και γεγονότα. Ειλικρινής, με φιλελεύθερα και δημοκρατικά φρονήματα, αποφάσισε να γράψει με αγάπη και αίσθημα ευθύνης και να μας αφήσει τ’ απομνημονεύματά του, όπου διακρίνουμε ένα σπάνιο μνημονικό, ειλικρίνεια και βαθύ πατριωτισμό. Επίσης, έγραψε το «Βίο του Παπαφλέσσα» και τους «Βίους Πελοποννησίων ανδρών» κ.ά. Το σπίτι του Φωτάκου στην Τρίπολη δεν υπάρχει πια. Στη θέση του κτίστηκε το μέγαρο του ΟΤΕ .

Υποσημειώσεις

* Τα Μαγούλιανα είναι οικισμός της Αρκαδίας και αποτελεί το ψηλότερο κατοικήσιμο χωριό της Πελοποννήσου (1.365μ). Βρίσκεται πλησίον του Αργυροκάστρου όπου παραθέριζαν οι Βιλαρδουίνοι. Ανήκει στον Δήμο Βυτίνας και έχει 256 κατοίκους (2001).

Σύμφωνα με διάφορες πηγές το χωριό ιδρύθηκε μεταξύ 1530 και 1600 μ.Χ από πέντε οικισμους, Άγιος Αθανάσιος (Κάστρο), Άγιος Κωνσταντίνος (Λειβάδι), Άγιος Ιωάννης (Καμπέας), το Πετροβούνι και το Μεγίστου ή Κατσίποδας, με σκοπό να γλυτώσουν από τις επιδρομές των Λαλαιών Τούρκων. Η ονομασία προέρχεται πιθανότατα από την σλαβική λέξη Magila, που σημαίνει λόφος – ύψωμα. Το 1927 μετονομάστηκε σε Αργυρόκαστρο όπως και πολλά χωριά εκείνη την περίοδο που είχαν σλαβικά ή λατινικά ονόματα, σύντομα όμως το όνομα αυτό εξέπεσε λόγω αντιδράσεων των κατοίκων. Τα Μαγούλιανα αποτέλεσαν έδρα του δήμου Μυλάοντος ως το 1912 όταν και καταργήθηκαν οι δήμοι. Σπουδαία ήταν η συνεισφορά του χωριού στην επανάσταση του 1821. Πατρίδα του Φώτιου Χρυσανθόπουλου (Φωτάκου) Α’ υπασπιστή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και άλλων πολλών οπλαρχηγών.

 

** Έγγραφο του Κολοκοτρώνη για τον Φωτάκο (με ημερομηνία 4 Μαΐου 1833).

 

Ο κύριος Φώτιος Χρυσανθόπουλος εκ Μαγουλιάνων της Γορτυνίας από την αρχήν της επαναστάσεως παρευρέθη εις τον υπέρ ελευθερίας αγώνα της πατρίδος. Τούτον διά την πολεμικήν του ευτολμίαν και ικανότητα και διά τον άοκνον και ενεργητικόν του χαρακτήρα έλαβον απ’ αρχής μετ’ εμαυτού ως πρώτον υπασπιστήν μου, βοηθόν εις όλας τας κατά των εχθρών εκστρατείας μου. Απ’ αρχής του αποκλεισμού της Τριπολιτσάς μέχρι της αναχωρήσεως των Αιγυπτίων εκ Πελοποννήσου και εις όλας τας παρεμπεσούσας εκστρατείας και μάχας. Εν γένει όπου παρευρέθην εγώ και ενιαχού τυχών περιστατικώς μόνος υπηρέτησε, δείξας πάντοτε ανδρείαν και αξιότητα, ευπείθειαν και προθυμίαν εις την εκπλήρωσιν των ανωτέρων διαταγών μου, τιμίαν και άμεμπτον διαγωγήν, εδικαίωσε την εκλογήν μου. Και μετά ταύτα μέχρι της σήμερον εξηκολούθησε διατελών εν χρήσει του επαγγέλματος του υπασπιστού μου. Πιστός μάρτυς των προς την πατρίδα εκδουλεύσεών του δίδωμι το παρόν ενδεικτικόν εις χείρας του, διά να τω χρησιμεύσει όπου ανήκει…

 

Θ. Κολοκοτρώνης

 

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Γ. Π. Κουρνούτου, «Το Απομνημόνευμα 1453- 1953», Τόμος Β΄, Εκδόσεις Αετός, Αθήναι 1954.

 

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος (1770-1843)

 

 

«Όταν αποφασίσαμε να κάμομε την Επανάσταση,

δεν εσυλλογισθήκαμε, ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχομε άρματα,

ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις,

 ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε: «που πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά , ως μία βροχή, έπεσε σε όλους μας η επιθυμία

της ελευθερίας μας,  και όλοι, και οι κληρικοί, και οι προεστοί,

και οι καπεταναίοι, και οι πεπαιδευμένοι, και οι έμποροι,

μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό

και εκάμαμε την Επανάσταση».

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Γέρος του Μοριά. Ο ανεπανάληπτος μέγας πολέμαρχος του ιερού Αγώνα, ο θρυλικός κλέφτης, η εξοχότερη πολεμική φυσιογνωμία της νεότερης ιστορίας μας. Μετά την αποτυχία της ορλοφικής επανάστασης, η οικογένειά του αναγκάστηκε να φύγει από το χωριό της το Λιμποβίσι της Καρύταινας, της σημερινής Γορτυνίας, και να καταφύγει στη Μεσσηνία. Τότε γεννήθηκε ο Κολοκοτρώνης, κάτω από ένα δένδρο, στο Ραμαβούνι Μεσσηνίας, τη Δευτέρα του Πάσχα (3-4-1770). Πατέρας του ήταν ο θρυλικός κλέφτης Κωσταντής, που σκοτώθηκε το 1780 κατά την ηρωική έξοδο των Κολοκοτρωναίων από τον πύργο της Καστάνιτσας. Σκοτώθηκαν κι άλλοι πολλοί τότε από το σόι τους. Ο δεκάχρονος Θοδωρής γλίτωσε με τη μητέρα του Ζαμπιά, το γένος Κωτσάκη, και με το θείο του Αναγνώστη, που τους πήρε για προστασία. Αργότερα, το 1785, εγκαταστάθηκαν κοντά στο Λοντάρι. Μα την ίδια χρονιά ο Θοδωρής, δεκαπέντε χρονών παλικάρι, έγινε κλέφτης και μετά αρματωλός στην επαρχία Λονταρίου. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με την παλικαριά, την αξιοσύνη του και την εξυπνάδα του γλίτωνε από όλες τις παγίδες που του έστηναν οι Τούρκοι, για να τον ξεκάμουν. Πατρογονικό ήταν το μίσος των Κολοκοτρωναίων προς τον κατακτητή. Ποτέ δεν είχαν συμβιβαστεί με την τυραννία, από την εποχή που ο Μοριάς έπεσε στους Τούρκους. Γιατί οι ρίζες των Κολοκοτρωναίων φτάνουν μέχρι και την Ενετοκρατία. Και μια και δεν κατάφεραν να τον εξοντώσουν, τον έκαμαν από δυο φορές αρματολό στο Λοντάρι και στην Καρύταινα και τον αναγνώρισαν δερβέναγα του Μοριά (1787). Τους μισθούς που έπαιρνε τότε, τους μοίραζε σ’ όλα τα καπετανάτα του Μοριά.Κάποτε όμως οι Τούρκοι θέλησαν να ξεπαστρέψουν την κλεφτουριά. Ο Σoυλτάνος υποχρέωσε τον Πατριάρχη να εκδώσει αφοριστικό έγγραφο (1805), όχι μόνο για τους κλέφτες, μα και για όσους τους έκρυβαν και τους περιέθαλπαν. Και υποχρέωνε το έγγραφο τους Ρωμιούς σαν καλούς ραγιάδες να τους προδίδουν και να τους καταδιώκουν. Αλίμονο σ’ εκείνους που προσέφεραν προστασία στους επικηρυγμένους κλέφτες. Οι Τούρκοι σούβλιζαν ομαδικά τους γιατάκηδες. Έτσι τους έλεγαν, όσους παρείχαν άσυλο στους κλέφτες. Οι διωγμοί άρχισαν το Γενάρη του 1806. Έπεσε μεγάλος φόβος. Όλοι φοβούνταν το μαχαίρι του τυράννου και τις κατάρες του πατριαρχείου. Η κλεφτουριά δέχτηκε τέτοιο κτύπημα, που δεν μπόρεσε να ξανασηκώσει κεφάλι μέχρι το 1821.

 

Άλλοι χάθηκαν κι άλλοι κατέφυγαν στα Επτάνησα. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, που κατέφυγε στη Ζάκυνθο τον Μάιο του 1806. Μα και πάλι δεν ησύχασε, μόνο με ένα καραβάκι και όπως αλλιώς μπορούσε πολεμούσε εναντίον των Τούρκων με το ξέσπασμα του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1807). Ύστερα υπηρέτησε στον Αγγλικό στρατό με το βαθμό του μαγιόρου (Ταγματάρχη). Κατάλοιπο της υπηρεσίας εκείνης ήταν η γνωστή σ’ εμάς εντυπωσιακή περικεφαλαία.

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Στη Φιλική Εταιρεία κατηχήθηκε από τον Αναγνωσταρά στη Ζάκυνθο (1818). Εκείνη την εποχή έκανε τον ζωέμπορο και τον χασάπη, για να ζήσει την οικογένειά του, γιατί από το 1816 δεν ήταν πια αξιωματικός των Άγγλων, αφού οι τελευταίοι διέλυσαν τα Ελληνικά τάγματα μετά την ήττα του Ναπολέοντα. Ο Κολοκοτρώνης είχε παντρευτεί είκοσι χρονών την Κατερίνα Καρούτσου, της οποίας τον πατέρα, πρόκριτο Λονταρίου, είχαν σκοτώσει οι Τούρκοι. Μ’ αυτήν είχε αποκτήσει τρεις γιους και δυο θυγατέρες. Ζούσε ακόμα κι η μάνα του η Ζαμπία. Και ούτε πείνασε η οκταμελής οικογένειά του, ούτε ο ίδιος έγινε βάρος σε κανέναν, αλλά εργαζόταν και εξοικονομούσε τίμια το ψωμί τους. Τώρα πια περίμενε την ώρα του σηκωμού.

Τον Γενάρη του 1821 από τη Ζάκυνθο πέρασε στην Καρδαμύλη της Μάνης, όπου φιλοξενήθηκε από τον πατρικό του φίλο Παν. Μούρτζινο. Συμφιλίωσε τους Μανιάτες και συνεργάστηκε με τον Νικηταρά, τον Παπαφλέσσα, τον Αναγνωσταρά και άλλους ενόψει της επανάστασης. Στο εξής η δράση του είναι έντονη και συνεχής. Συμμετείχε στην κατάληψη της Καλαμάτας (23 Μαρτίου) και στη συνέχεια πολιόρκησε την Τριπολιτσά, πιστεύοντας πως έπρεπε να πέσει στα χέρια των Ελλήνων η πρωτεύουσα του Μοριά, για να ορθοποδίσει ο αγώνας. Έτσι, παρά την αντίθετη γνώμη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και άλλων, ξεκίνησε με 300 περίπου εναντίον της Τρίπολης, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Παπαφλέσας με τον Νικηταρά. Η πρώτη μάχη του αγώνα δόθηκε από τον Κολοκοτρώνη έξω από την Καρύταινα (27 Μαρτίου), όπου σκοτώθηκαν ή πνίγηκαν στον Αλφειό ποταμό 500 περίπου από τους Τούρκους, που τρέχανε για να σωθούν στην Τρίπολη. Αλλά στη συνέχεια οι Τούρκοι με γιουρούσια απωθούσαν τους Έλληνες, οι οποίοι σκόρπιζαν εδώ κι εκεί, μαθημένοι στον κλεφτοπόλεμο, χωρίς να πειθαρχούν. Ο Κολοκοτρώνης, ύστερα από πρόταση του Κανέλλου Δεληγιάννη, ανέλαβε να οργανώσει τα γύρω από την Τρίπολη στρατόπεδα, να εμπνεύσει πειθαρχία στα παλικάρια και να σκάψει λαγούμια. Αποτέλεσμα της στρατηγικής του Γέρου ήταν να κερδίσουν οι Έλληνες λαμπρή νίκη στο Βαλτέτσι (12-13 Μαΐου) και κατόπιν στα Δολιανά και στα Βέρβενα. Ο κλοιός γύρω από την Τρίπολη άρχισε να σφίγγει, οργανώθηκε και το στρατόπεδο των Τρικόρφων, έφτασε μετά και ο Δημήτριος Υψηλάντης και η Τρίπολη έπεσε στα χέρια των Ελλήνων στις 23 Σεπτεμβρίου. Εκεί φάνηκαν οι οργανωτικές και στρατηγικές ικανότητες του Κολοκοτρώνη.

 

«Όταν έμβηκα εις την Τριπολιτσά, με έδειξαν τον Πλάτανο εις το παζάρι όπου εκρέμαγαν τους Έλληνας. Αναστέναξα και είπα: «Άϊντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθηκαν εκεί», και διέταξα και το έκοψαν».

 

Theodoros Kolokotronis - Lithography by Karl Krazeisen (1794-1878)

Theodoros Kolokotronis – Lithography by Karl Krazeisen (1794-1878)

Στη συνέχεια ήθελε να πάει στην Πάτρα, με την ελπίδα ότι οι έγκλειστοι στο κάστρο Τουρκαλβανοί θα παραδίδονταν, επειδή μόνο αυτόν εμπιστεύονταν. Όμως, οι άρχοντες της Αχαΐας έγραψαν να μην πάει, επειδή ανησυχούσαν από τις επιτυχίες των στρατιωτικών και ήθελαν να κάμουν κι εκείνοι κάτι. Ο Κολοκοτρώνης τελικά δεν πήγε, μια και απειλούσαν κιόλας, με αποτέλεσμα η Πάτρα να παραμείνει στα χέρια του εχθρού μέχρι το τέλος της επανάστασης. Έτσι φάνηκε η ανικανότητα των πολιτικών στα πεδία της μάχης και ο φθόνος, τον οποίο έτρεφαν προς τους στρατιωτικούς με τα λαμπρά κατορθώματά τους. Γιατί και την επόμενη χρονιά έτρεξε στην πολιορκία της Πάτρας, αλλά η κυβέρνηση που είχε προκύψει από την Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, αντί να τον ενισχύσουν με κάθε τρόπο, του δημιουργούσαν προβλήματα και υπονόμευαν τη στρατηγική του, μέχρι που έληξε άδοξα η πολιορκία της Πάτρας και ο Κολοκοτρώνης αποσύρθηκε προσωρινά στην Τρίπολη. Εν τω μεταξύ είχε καταλάβει την Ακροκόρινθο, χωρίς να νοιαστεί για όσα γίνονταν στην Επίδαυρο από τους πολιτικούς κατά την Α΄ Εθνοσυνέλευση, που ενδιαφέρονταν μόνο για τα αξιώματα και τις υψηλές θέσεις.

 

Το άγαλμα του έφιππου Γέρου του Μοριά, τοποθετημένο πάνω σε βάθρο, μέσα στο οποίο φυλάσσονται τα οστά του, εποπτεύει την πλατεία του Άρεως στην πρωτεύουσα του Μοριά, την Τρίπολη, εκεί που κάποτε ήταν το Σεράγι και τα μπουντρούμια όπου είχαν κλειστεί οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου. Φωτογραφία από το εξώφυλλο του περιοδικού «Εφημέριος», τεύχος 3, Μάρτιος 2007.

 

Εκεί όμως όπου ο Κολοκοτρώνης δοξάστηκε σώζοντας την επανάσταση από τη στρατιά του Δράμαλη, ήταν τα Δερβενάκια (26-28 Ιουλίου 1822, Εφάρμοσε τη στρατηγική της καμένης γης στο Άργος και ο Δράμαλης αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο. Και όμως ο Κολοκοτρώνης δεν πίστεψε τον προδότη που ορκιζόταν πως ο Δράμαλης θα προχωρούσε για την Τρίπολη. Ο Γέρος μάζεψε τα παλικάρια, τους μίλησε και τα έκανε να χλιμιντράνε σαν άλογα. Ακολούθησε η λαμπρή νίκη στα Δερβενάκια, τη στιγμή που οι πολιτικοί τρομοκρατημένοι είχανε μπει στα καράβια, για να γλιτώσουν. Αυτή τη δόξα οι πολιτικοί την «αντάμειψαν» στη Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους, χαρίζοντας το βαθμό του στρατηγού σε 50 ακόμη ανθρώπους, για να μειώσουν τον Κολοκοτρώνη. Είναι φανερό πως ο Μαυροκορδάτος και οι άλλοι ανησύχησαν τόσο πολύ από τις συνεχείς επιτυχίες των στρατιωτικών και του Κολοκοτρώνη ιδιαίτερα, που δεν τους ενδιέφερε καλά καλά η πορεία του αγώνα όσο η προσωπική τους εξασφάλιση. Αποτέλεσμα ήταν να ξεσπάσει ο εμφύλιος πόλεμος (1824), ο οποίος τόσο ζημίωσε την επανάσταση. Ο Κολοκοτρώνης έχασε στον εμφύλιο το γιο του Πάνο (13-11-1824) και ο ίδιος, συντριμμένος από την απώλεια του γιου του, παραδόθηκε στους εχθρούς του, οι οποίοι τον φυλάκισαν στην Ύδρα (Φεβρ. 1825). Την εποχή εκείνη ξεμπάρκαραν τα στρατεύματα του Ιμπραήμ στο Μοριά. Στη δύσκολη στιγμή ο Κολοκοτρώνης αποφυλακίστηκε, γιατί δεν υπήρχε άλλος τόσο ικανός ν’ αντιμετωπίσει το φοβερό εχθρό, ο οποίος κατέστρεφε τον Μοριά και έσπερνε παντού τον πανικό. Ο λαός κοίταζε πώς να γλιτώσει, εγκαταλείποντας χωριά και πόλεις, και ο Κολοκοτρώνης πάσχιζε μέσα από πολλές δυσκολίες να μαζέψει παλικάρια και να συγκροτήσει στρατό. Αλλά δεν μπορούσε να κτυπήσει τον Ιμπραήμ και περιοριζόταν στην τακτική του κλεφτοπολέμου. Παράλληλα κοίταζε πώς να κρατήσει το ηθικό του πληθυσμού. Γιατί ο κόσμος υπέκυπτε και δήλωνε υποταγή στον Ιμπραήμ. Οπότε ο Γέρος έδωσε μάχη και κατά του προσκυνήματος με το καλό και με το άγριο («φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους»).

 

«O Ιμπραΐμης μου επαράγγειλε μια φορά διατί δεν στέκω να πολεμήσωμεν (κατά μέτωπον). Εγώ του αποκρίθηκα, ας πάρη πεντακόσιους, χίλιους, και παίρνω και εγώ άλλους τόσους, και τότε πολεμούμε, ή αν θέλη ας έλθη και να μονομαχήσωμεν οι δύο. Αυτός δεν με αποκρίθηκε εις κανένα. Και αν ήθελε το δεχθή το έκαμνα με όλην την καρδιάν, διότι έλεγα αν χανόμουν, ας πήγαινα, αν τον χαλούσα, εγλύτωνα το έθνος μου».    

 

Ο Κολοκοτρώνης στάθηκε στο πλευρό του Καποδίστρια όπως και πολλοί άλλοι τίμιοι αγωνιστές και πατριώτες (Νικηταράς, Πλαπούτας, Κανάρης κ.ά.π.). Κι όμως λίγο αργότερα κατηγορήθηκε για συνωμοσία κατά του θρόνου και της αντιβασιλείας, τον συνέλαβαν (Σεπτ. 1833) και τον φυλάκισαν στην Ακροναυπλία. Δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο με τον Πλαπούτα, που είχε θεωρηθεί συνένοχος. Την απόφαση δεν υπέγραψαν οι έντιμοι δικαστές Γεώργιος Τερτσέτης και Αναστάσιος Πολυζωίδης. Ο κόσμος αγανάκτησε στην είδηση και οι ξένοι δεν τόλμησαν να σκοτώσουν τους αγωνιστές. Η κατακραυγή του πλήθους των απλών Ελλήνων ανάγκασε τον βασιλιά Όθωνα – με το πρόσχημα του γιορτασμού της ενηλικίωσής του– να τους χορηγήσει αμνηστεία (Μάιος 1835). Ο Θ. Κολοκοτρώνης υπαγόρευσε τ’ απομνημονεύματά του στον Γεώργιο Τερτσέτη. Ο ίδιος ήξερε να διαβάζει — αγαπούσε πολύ την ιστορία –, αλλά με δυσκολία έγραφε. Το έργο του διακρίνεται για το κοφτό ύφος και τη συντομία στην έκφραση και είναι πολύτιμη ιστορική πηγή, για πολλούς λόγους, αλλά και διότι όσους τον αδίκησαν και τον έβλαψαν τους κρίνει μεγαλόψυχα χωρίς κανένα πάθος και χωρίς μνησικακία. Γι’ αυτό πιστεύεται ότι είναι γραμμένο αμερόληπτα.

 

Ο Κολοκοτρώνης υπήρξε ο κορυφαίος του μεγάλου Αγώνα και η συμβολή του στην υπόθεση της ελευθερίας μοναδική και ασύγκριτη. Πέθανε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 1843 σε ηλικία 73 ετών από συμφόρηση. Τον έθαψαν στο Α΄ νεκροταφείο της Αθήνας. Τα οστά του σήμερα βρίσκονται στο ηρώο της Τρίπολης, στο πεδίο του Άρεως.

 

 

Πηγές


  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη, «Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.

 

Διαβάστε επίσης:

Read Full Post »

 

Πλαπούτας Δημήτριος ή Κολιόπουλος (1786-1864)

 

 

 

Πλαπούτας Δημήτριος ή Κολιόπουλος (1786-1864)

Πλαπούτας Δημήτριος ή Κολιόπουλος (1786-1864)

Οπλαρχηγός του 1821 και αργότερα στρατηγός, από τις ηρωικότερες και αγνότερες μορφές της ελληνικής επανάστασης. Γεννήθηκε στο χωριό Παλούμπα Γορτυνίας και ήταν παντρεμένος με μια πρώτη εξαδέλφη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη από το 1803. Οι Τούρκοι τον είχανε κάμει στην Καρύταινα κάπο, δηλαδή αρχηγό στρατιωτών για την τάξη και ασφάλεια. Γι’ αυτό και τον κράτησαν όμηρο, όταν έγινε ο μεγάλος διωγμός των κλεφτών (1806). Αργότερα ξανάγινε κάπος (1812), ενώ ενδιάμεσα υπηρέτησε στον Αγγλικό στρατό στη Ζάκυνθο.

Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1818 και στη συνέχεια βάλθηκε μαζί με το Νικηταρά να κατηχεί ο ίδιος. Κατήχησε τον πατέρα του το γερο – Κόλια, τον αδελφό του Γεωργάκη και πολλούς άλλους. Από την αρχή κιόλας του πολέμου, όπως και τα αδέλφια του κι άλλοι Πλαπουταίοι, πολέμησε για την ελευθερία του γένους, στην Καρύταινα, στο Λεβίδι κι ύστερα στο Βαλτέτσι, όπου έτρεξε από την Πιάνα. Εκεί στην Πιάνα, τον είχε διορίσει ο ξάδερφός του Κολοκοτρώνης αρχηγό του στρατοπέδου, συμμετέχοντας στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Έλαβε μέρος επίσης στην πολιορκία του Ακροκορίνθου και της Πάτρας και πολέμησε τον Δράμαλη, όταν πολιορκούσε το κάστρο της Λάρισας στο Άργος, λίγο πριν από την καταστροφή του στα Δερβενάκια. Ο Πλαπούτας αντιπάθησε πολύ τους συμπατριώτες του Δεληγιανναίους, όταν διαπίστωσε πως δεν έβλεπαν με καλό μάτι τις επιτυχίες και τη δόξα του. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, πάλι, θέλησε να παντρέψει το μικρό του γιο Κολίνο με τη μικρή κόρη του Κανέλλου Δεληγιάννη Μαριορίτσα, για να διαλυθεί η ψυχρότητα. Ο Πλαπούτας όμως θύμωσε και με τον Κολοκοτρώνη. Μετά τον εμφύλιο, όταν ο Ιμπραήμ απειλούσε όλο το Μοριά και την επανάσταση, ο Πλαπούτας τον πολέμησε σε πολλές μάχες. Επί Καποδίστρια έγινε Συνταγματάρχης. Στάθηκε πιστός στο πλευρό του κυβερνήτη. Αργότερα πήγε στο Μόναχο μαζί με τον Α. Μιαούλη και τον Κώστα Μπότσαρη, για να καλέσουν τον Όθωνα, που τον είχαν εκλέξει ήδη οι μεγάλες δυνάμεις για το στέμμα της Ελλάδας.

 

Εντούτοις, κατηγορήθηκε μαζί με το Θ. Κολοκοτρώνη, ότι τάχα συνωμοτούσαν κατά της βασιλείας, προφυλακίστηκαν (Σεπτ. 1833) δικάστηκαν στο Ναύπλιο και καταδικάστηκαν σε θάνατο (Μάιος 1834). Είναι γνωστό ότι την απόφαση των Βαυαρών δεν υπέγραψαν ο Αναστάσιος Πολυζωίδης και ο Γεώργιος Τερτσέτης. Παράλληλα, ο λαός ξεσηκώθηκε και οι ξένοι δυνάστες δεν τόλμησαν να εκτελέσουν την ποινή. Μετά από 11 μήνες ο ενήλικος πια Όθων τους έδωσε χάρη.

 

Ο Πλαπούτας χρημάτισε γερουσιαστή ς και υπασπιστής του Όθωνα. Το 1861 έγινε αντιστράτηγος. Μετά την έξωση του Όθωνα πήγε στο χωριό του Παλούμπα, όπου και πέθανε, αφήνοντας έξι κόρες και ένα γιο. Ο Πλαπούτας υπήρξε από τους πιο ηρωικούς αγωνιστές του 1821. Η δόξα του Κολοκοτρώνη τον επισκίασε, αλλά η συνεργασία του με το Γέρο του Μοριά απέδωσε καρπούς. Ο Κολοκοτρώνης σαν αρχιστράτηγος στάθηκε τυχερός, που άξιοι καπεταναίοι εκτελούσαν τις διαταγές του, όπως ο Πλαπούτας, ο Νικηταράς, ο γιος του ο Γενναίος και άλλοι.

 

 

Στον Φωτάκο διαβάζουμε: 

 

 

Δημήτριος Πλαπούτας ή Κολιόπουλος

 

Οὗτος ὁ φιλοπόλεμος στρατηγὸς κατήγετο ἀπὸ τὸ χωρίον Παλούμπα τῆς Λιοδώρας. Ἐν ἀρχῇ τῆς ἐπαναστάσεως ἔγεινεν ἀρχηγὸς ἑνὸς τμήματος (σέμπτι) τῆς ἐπαρχίας Καρυταίνης, τοῦ λεγομένου τῆς Λιοδώρας. Αἱ ἐκδουλεύσεις του εἶναι ἐπίσημοι καὶ γνωσταί.

Κατ᾿ ἀρχὰς εὑρέθη εἰς τὴν πρώτην μάχην, τὴν ὁποίαν ὁ Κολοκοτρώνης ἔκαμε μὲ τοὺς Φαναρίτας Τούρκους, καὶ ἦλθε κατόπιν των εἰς Καρύταιναν. Μετὰ δὲ ταῦτα ὅταν ἐσυναθροίζοντο οἱ στρατιῶται εἰς τὸ Διάσελον τῆς Ἁλωνίσταινας, ὅπου ἦτον ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ Πλαπούτας εὑρέθη εἰς Βυτίναν, καὶ ἐκεῖθεν ὑπῆγεν εἰς Λεβίδι, ὅπου ἔλαβε μέρος καὶ εἰς αὐτὸν τὸν πόλεμον. Ὕστερον δὲ εἰς τὸ συσταθὲν στρατόπεδον εἰς Πιάναν ἦτον ὡς ἀρχηγὸς ἀντί τοῦ Κανέλου Δεληγιάννη ἐφόρου ὄντος. Κατόπιν ὑπῆγε μὲ τοὺς στρατιώτας του εἰς τὸ Βαλτέτσι καὶ κατὰ τὴν μάχην ἐκείνην ἀνδραγάθησε καὶ ἐφάνη ἡ παληκαριά του. Ὅταν δὲ εἴμεθα εἰς τὰ Τρίκορφα, αὐτὸς ὑπῆγεν εἰς τοῦ Λάλα διὰ νὰ σταθῇ εἰς τὸ σῶμα ἐκεῖνο τοῦ ἀδελφοῦ του Γεωργάκη, ὅστις ἐφονεύθη εἰς Λάλα. Ἐκεῖ δὲ ἔμεινεν ὀλίγας ἡμέρας, καὶ μετὰ τὴν μάχην τὴν γενομένην εἰς τοῦ Ποῦσι, ὅτε οἱ Λαλαῖοι Τοῦρκοι ἔφυγον εἰς Πάτρας, ὁ Πλαπούτας ἐπανῆλθεν εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν Τρικόρφων, ὅπου ἔμεινε μέχρι τῆς ἁλώσεως τῆς Τριπολιτσᾶς, καὶ κατόπιν ἐσυντρόφευσε τοὺς Ἀλβανοὺς εἰς τὴν Βοστίτσαν διὰ νὰ περάσουν εἰς τὴν Στερεὰν καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὴν πατρίδα των κατὰ τὰ συμφωνηθέντα. Μετὰ δὲ ταῦτα παρηκολούθησε τὸν Θ. Κολοκοτρώνην εἰς Ἄργος καὶ Κόρινθον, ἔχων ἴδιον σῶμα στρατιωτῶν, καὶ μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ φρουρίου τῆς Κορίνθου, διετάχθη ἀπὸ τὸν Κολοκοτρώνην νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν πολιορκίαν τῶν Πατρῶν, ὅπου κατὰ τὴν περίφημον μάχην τῆς 9 Μαρτίου ἀνδραγάθησεν. Κατόπιν ἀντιπροσώπευσε τὸν Κολοκοτρώνην κατὰ τὴν πολιορκίαν ταύτην, ἀναχωρήσαντα εἰς Κόρινθον μέχρι τῆς ἐκεῖθεν ἐπιστροφῆς του. Πρὶν δὲ ὁ Κολοκοτρώνης λύσῃ τὴν πολιορκίαν τῶν Πατρῶν, ὁ Πλαπούτας εἶχεν ἀναχωρήσει ἐκεῖθεν εἰς Καρύταιναν. Καὶ εἰς ἄλλας ἀκόμη ἐποχὰς τοῦ ἐδόθη ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Γενικοῦ ἀρχηγοῦ παρὰ τοῦ Κολοκοτρώνη.


Κατὰ δὲ τὴν ἐποχὴν τοῦ προσκυνήματος καὶ τοῦ προδότου Νενέκου πολὺ ὠφέλησεν, βοηθῶν τὸν Κολοκοτρώνην, καὶ ἐμποδίσας οὕτω τὸ κακὸν καὶ δὲν ἐπροώδευσεν. Παρευρέθη δὲ καὶ εἰς ἄλλας μάχας ἐπὶ τοῦ Ἰμβραὴμ πασᾶ καὶ πρὸ πάντων εἰς ἐκείνην τῆς Καυκαριᾶς.

Η σημαία του Δ.Πλαπούτα με το μονόγραμμα "Iησούς Χριστός ΝιΚά"

Η σημαία του Δ.Πλαπούτα με το μονόγραμμα "Iησούς Χριστός ΝιΚά"

Μετὰ δὲ ταῦτα κατὰ τὴν εἰσβολὴν τοῦ Δράμαλη εἰς Πελοπόννησον ὁ Πλαπούτας ἔγεινεν ἔτι ἐπισημότερος στρατηγὸς, διότι πρῶτος αὐτὸς ἐκτύπησε κατὰ τὸ χωρίον Χαρβάτι καὶ Φίχτια τὸν στρατὸν ἐκείνου, ὅτε ἔμπλεξε μέ τινας Τούρκους, ἦλθεν εἰς μονομαχίαν μὲ ἕνα ἐξ αὐτῶν, καὶ ἐκινδύνευσε, διότι ὁ Τοῦρκος, ὅταν ἦλθον εἰς θέσιν νὰ μεταχειρισθοῦν τὰ σπαθιά των, ἐκτύπησε καὶ ἐτσάκισε τὸ σπαθὶ τοῦ Πλαπούτα, ἀλλ᾿ οὗτος εὐτυχῶς τὸν ἐσκότωσε. Κατόπιν ἐσύστησε τὸ φροντιστήριον εἰς τὸ Σχοινοχῶρι, καὶ ἐκεῖθεν ἐστρατοπέδευσεν ὄπισθεν τοῦ Παλαιοκάστρου Ἄργους κατὰ τὴν θέσιν Ἄκοβα, ὅπου συνεκέντρωσε στρατὸν ὑπὲρ τὰς δύο χιλιάδας μετὰ τῆς Ἐπαρχίας Τριπολιτσᾶς, καὶ την Φαναριτῶν ἀρχομένων ἀπὸ τὸν Τσανέτον
Χρηστόπουλον, τοῦ δὲ ὅλου στρατοπέδου ἀρχηγὸς ἦτον ὁ ἴδιος Πλαπούτας. Ἐκεῖθεν ἐπολέμει ἀδιακόπως μέχρι τέλους τὸν Δράμαλη, καὶ ὕστερον μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ Ναυπλίου διωρίσθη φρούραρχος αὐτοῦ ἕως ὅτου τὸν ἀντικατέστησεν ὁ Πάνος Θ. Κολοκοτρώνης. 

 

Ἡ οἰκογένεια τοῦ Πλαπούτα εἶχεν ἐπισημότητα καὶ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως, διότι ὁ πατέρας του ὁ Γέρω Κόλιας ὑπῆρξε στρατιωτικὸς (κάπος) καὶ ἁρματωλὸς, καὶ εἶχε τρομάξει τοὺς Λαλαίους Τούρκους, καὶ δὲν ἐπατοῦσαν τὰ ὅρια τῆς Καρύταινας ἐδῶθεν τοῦ ποταμοῦ Ἀλφειοῦ (Ροφιά). Ὑπερασπίζετο ὅμως τοῦτον ὁ Γέρων Γιάννης Δεληγιάννης, καὶ τοῦτον πάλιν ἐπίσης εἰς τὰς καταδρομάς του ἀπὸ τοὺς Πασάδες ὑπερασπίζετο ὁ Γέρω Κόλιας, διότι ἔβγαινε μὲ στρατιώτας καὶ ἐφύλαττε τοὺς Δεληγιανναίους. Διὰ τοῦτο ἡ Τουρκικὴ ἐξουσία τοῦ ἔκαψε τὰ σπίτια του πολλαῖς φοραῖς, καὶ ἡ ἐπαρχία τοῦ ἔκαμνε βοήθειαν. Ὁ Γέρων Δεληγιάννης, ὡς ἀρχηγὸς πολιτικὸς τῆς ἐπαρχίας Καρυταίνης, τὸν ἐβοήθει, καὶ οὕτω τὸν εἶχεν εἰς τὰς καταδρομάς του, καὶ μάλιστα ὅταν ἡ Τουρκικὴ ἐξουσία ἀπεστρέφετο τὸν Δεληγιάννην, ὁ Γέρω Κόλιας μὲ τὰ παιδιά του ἐπήγαινεν εἰς τὰ Λαγκάδια καὶ ἔπαιρνε τὴν οἰκογένειάν του ὅλην καὶ τὴν ἐφύλαττε διὰ τῶν ὅπλων, ὅπως τότε εἶχον τὰ μέσα τῆς προφυλάξεως.

 

Ἐκτὸς τούτου καὶ οἱ ἀδελφοί του Γεωργάκης Θανάσης καὶ Παρασκευᾶς, περὶ τῶν ὁποίων κατωτέρω θὰ εἴπωμεν, συνετέλεσαν ὡς στρατιωτικοί. Ἀλλ᾿ ἐκ τούτων ὁ Γεωργάκης ἐπρωτοχάθη εἴς τινα μάχην, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ Τοῦρκοι Λαλαῖοι ἐνίκησαν τοὺς Ἕλληνας, πρὶν γείνῃ ὁ πόλεμος εἰς τὸ Ποῦσι, ὅπου εὑρέθησαν οἱ Κεφαλλῆνες ὅλοι περὶ τοὺς 300, ἔχοντες καὶ κανόνια, καὶ ὅπου ἔδειξαν ὅλην τὴν παληκαριάν των, καὶ τοὺς ὁποίους ἐφοβήθησαν οἱ Λαλαῖοι καὶ ἀπεφάσισαν τὴν φυγήν των ἀπὸ τοῦ Λάλα. Εἰς δὲ τὴν μάχην ταύτην τοῦ Πουσιοῦ ἐλαβώθη καὶ ὁ Ἀνδρέας Μεταξᾶς.

 

 

Πηγές

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.

Read Full Post »

Οικονόμου Αντώνης (†1821)

 

 

Αντώνης Οικονόμου

Αντώνης Οικονόμου

Υδραίος πλοίαρχος και φιλικός, αρχηγός της επανάστασης στην Ύδρα. Ο Οικονόμου είχε δικό του πλοίο, μια σκούνα, αλλά ναυάγησε κάπου κοντά στο Γιβραλτάρ και τότε αποφάσισε να πάει στην Πόλη, για να δανειστεί από ομογενείς και να χτίσει καινούργιο πλοίο. Εκεί συναντήθηκε με τον φλογερό Παπαφλέσσα, ο οποίος τον μύησε στο μεγάλο μυστικό, με την πεποίθηση πως ο καπετάν Οικονόμου ήταν άξιος να ξεσηκώσει την Ύδρα, αφού ήταν γνωστό ότι η συντηρητική αριστοκρατία που κυβερνούσε το νησί, δεν θα το αποτολμούσε.

 

 

Όταν ξέσπασε η επανάσταση στον Μοριά, ο καπετάν Οικονόμου είχε πολλούς φίλους και συνεργάτες στην Ύδρα, μερικοί από τους οποίους ήταν Μοραΐτες, όπως ο Γ. Αγαλλόπουλος από τον Μυστρά, ο Π. Μαρκέζης από την Κυνουρία, ο Σπ. Σπηλιωτόπουλος από τη Δημητσάνα και άλλοι. Και είχε στρατολογήσει 500 άνεργους ναύτες, για να πάει τάχα να πολεμήσει στον Μοριά.

 

Όμως, το βράδυ της 27ης Μαρτίου ξεσήκωσε το νησί και κατέλαβε τα πλοία των προκρίτων, τα οποία ήταν δεμένα και δεν ταξίδευαν λόγω της ανεργίας μετά τους ναπολεόντιους πολέμους. Ο αιφνιδιασμός του Οικονόμου εκείνο το βράδυ πέτυχε και σύσσωμος ο λαός τάχθηκε στο πλευρό του. Την άλλη μέρα οι επαναστάτες κατέλαβαν την καγκελαρία – το διοικητήριο – και εκδίωξαν τον κυβερνήτη Νικ. Κοκοβίλα, που ήταν διορισμένος από την Πύλη. Οι πρόκριτοι αναγκάστηκαν στη συνέχεια να δώσουν χρήματα για τον αγώνα και να αναγνωρίσουν ως κυβερνήτη του νησιού τον Οικονόμου.

 

Στη συνέχεια άρχισαν οι ετοιμασίες για την έξοδο της Ύδρας στον Αγώνα. Αλλά η δοξολογία για την επίσημη πια συμμετοχή της Ύδρας στην επανάσταση έγινε στις 15 Απριλίου, δηλαδή με μεγάλη καθυστέρηση κι αφού πια είχαν επαναστατήσει τα άλλα δύο ναυτικά νησιά, οι Σπέτσες και τα Ψαρά, τα οποία ανέλαβαν αμέσως δράση. Η σημαντικότερη επιχείρηση που έγινε μετά τις 15 Απριλίου, ήταν η εκστρατεία για την απελευθέρωση της Χίου, με την ελπίδα πως η πλούσια Χίος θα επωμιζόταν στη συνέχεια μέρος από τα οικονομικά βάρη, που μέχρι τότε σήκωναν οι πλούσιοι πρόκριτοι της Ύδρας. Η εκστρατεία απέτυχε, διότι οι Χιώτες δε θέλησαν να επαναστατήσουν. Όμως, οι Υδραίοι συνέλαβαν κάποιο καράβι με μωαμεθανούς, που πήγαιναν ως προσκυνητές στη Μέκκα, κατέσφαξαν τους επιβαίνοντες και άρπαξαν τους θησαυρούς και τα χρήματα που βρήκαν. Αυτή η λεία στάθηκε αιτία να χάσει ο Οικονόμου τη δημοτικότητά του και τη λαϊκή υποστήριξη, όταν θέλησε να επιβάλει στους ναύτες να παραδώσουν τη λεία, για να μοιραστεί σύμφωνα με τον κανονισμό. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης, ο πλουσιότερος και ισχυρότερος πρόκριτος, με διαβήματα προς τον κυβερνήτη επέμενε να εφαρμοστεί ο κανονισμός διανομής της πολεμικής λείας, για να πάρει και η πατρίδα το μερίδιό της. Οι ναύτες, μαθημένοι στην πειρατεία, αντέδρασαν δυναμικά. Και οι πρόκριτοι που καιροφυλακτούσαν, βρήκαν την ευκαιρία να κτυπήσουν.

 

Έτσι, στις 12 Μαΐου επιτέθηκαν στην καγκελαρία – Αντ. Κριεζής, Λάζαρος Παναγιώτας, Θεόφιλος Δρένιας – αλλά ο Οικονόμου κατόρθωσε να διαφύγει και να σωθεί, καταφεύγοντας στο νότιο τμήμα του νησιού, όπου τελικά συνελήφθη. Τον επιβίβασαν τότε σε μια βάρκα και τον οδήγησαν απέναντι, στην Αργολίδα, για να τον σκοτώσουν εκεί. Δεν τον σκότωσαν όμως, γιατί κάποιοι από τους ναύτες δεν το θέλησαν, και ο Οικονόμου κατέφυγε στο Κρανίδι.

 

Έτυχε τότε να περάσει από την Ύδρα ο πρόκριτος Αγ. Βαρβάρας Καλαβρύτων Σωτήρης Θεοχαρόπουλος, εκλιπαρώντας τους Υδραίους για την αποστολή πλοίων στον Κορινθιακό. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης του έθεσε όρο να συλλάβει τον Οικονόμου και να τον περιορίσει σε κάποιο μοναστήρι, εάν θέλει ν’ ανταποκριθεί η Ύδρα στις ανάγκες του αγώνα. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης και οι πρόκριτοι της Ύδρας δεν μπόρεσαν ποτέ να συγχωρήσουν τον Οικονόμου για την επανάσταση που έκανε. Είχε θιγεί ο πατριωτισμός τους και αισθάνονταν ταπεινωμένοι. Η υπερηφάνειά τους είχε πληγωθεί. Και περίμεναν να χάσει ο Οικονόμου τη δημοτικότητά του, για να χτυπήσουν. Μέχρι τότε, μόνο εμπόδια δημιουργούσαν στο έργο του.

Γι’ αυτό και η Ύδρα έβγαινε καθυστερημένα στον Αγώνα. Αλλά και για την δράση του Οικονόμου κατά το σύντομο χρονικό διάστημα που κυβέρνησε, δεν ξέρουμε παρά ελάχιστα· τα πρακτικά των αποφάσεων εκείνης της περιόδου δε σώζονται, γιατί κάποιοι φρόντισαν να κοπούν τα αντίστοιχα φύλλα. Φαίνεται πως οι πρόκριτοι, και ιδιαίτερα οι Κουντουριώτηδες, θέλησαν να αφανίσουν καθετί και να σβήσουν τη μνήμη του Οικονόμου, κάτι που τελικά δεν κατάφεραν.

 

Ο Θεοχαρόπουλος πραγματικά κατόρθωσε να συλλάβει τον Οικονόμου στο Κρανίδι. Στη συνέχεια τον οδήγησε στο χωριό του σε κάποιο μικρό μοναστήρι. Ο Οικονόμου δραπέτευσε από εκεί και πήγε στη μονή Αγίου Γεωργίου Φενεού, όπου και τον άφησαν τελικά, με την υπόσχεση πως μετά την άλωση της Τριπολιτσάς θα μπορούσε να φύγει. Η Τριπολιτσά έπεσε στις 23 Σεπτεμβρίου, αλλά ο Οικονόμου αναγκαζόταν να παραμένει εκεί περιορισμένος. Κι όταν άρχισαν να μαζεύονται στο Άργος οι αντιπρόσωποι των επαρχιών για την πρώτη Εθνοσυνέλευση το Δεκέμβριο, ο Οικονόμου πήρε την απόφαση να φύγει. Πήγε από το Φενεό στη μονή του Βράχου Νεμέας κι από εκεί με 14 παλικάρια ξεκίνησε για το Άργος. Οι προσπάθειες του ηγούμενου της μονής του Βράχου Ναθαναήλ να τον σταματήσει, δεν καρποφόρησαν. Ο Οικονόμου δεν κρατιόταν άλλο, ήθελε να πολεμήσει για την πατρίδα.

 

Οι άρχοντες στο Άργος αναστατώθηκαν. Οι εκπρόσωποι της Ύδρας απειλούσαν πως αν ο Οικονόμου φτάσει στο Άργος, θα αποχωρήσουν και θα εγκαταλείψουν την επανάσταση. Και τότε αποφασίστηκε από τους πρόκριτους η θανάτωσή του. Την εκτέλεση της απόφασης ανέλαβαν ο Ανδρέας Λόντος και ο Σωτήρης Χαραλάμπης από την περιοχή Καλαβρύτων, για να ευχαριστήσουν τους Κουντουριώτηδες και τους άλλους Υδραίους, και έστειλαν 70 μισθοφόρους στρατιώτες τους με την εντολή να τον σκοτώσουν όπου τον συναντήσουν. Μάλιστα, για να έχει νομιμοφάνεια αυτή η εγκληματική πράξη, έπεισαν το Δημ. Υψηλάντη να υπογράψει έγγραφο για τη σύλληψη τάχα και τον περιορισμό του καπετάν Οικονόμου. Ο αγαθός Υψηλάντης δεν μπορούσε να υποψιαστεί την απάτη, ότι τον έβαζαν να υπογράψει τη θανατική καταδίκη του.

 

Οι μισθοφόροι του Λόντου και του Χαραλάμπη ξεκίνησαν από τον Αϊ-Γιάννη του Άργους, ανηφόρισαν κατά τις Πορτίτσες και συνάντησαν τον Οικονόμου με τους συντρόφους του στον Ξεριά. Εκεί τον σκότωσαν. Ο Τσώκρης, που είχε τρέξει κατ’ εντολή του Κολοκοτρώνη να προλάβει το κακό, έφτασε αργά.

 

Στη συνέχεια το Άργος αναστατώθηκε και ο Υψηλάντης λυπήθηκε πολύ και καταριόταν τους πρόκριτους και ιδιαίτερα το σύμβουλό του Νεόφυτο Βάμβα, ο οποίος παρά το σχήμα του – ήταν ιερωμένος – τόλμησε να τον εξαπατήσει. Γι’ αυτό και στη συνέχεια έφυγαν όλοι τους από το Άργος, για να πραγματοποιήσουν τις εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο.

 

Το μνημείο του Αντώνη Οικονόμου στη γφυρα του Ξεριά Άργους (1988).

Το μνημείο του Αντώνη Οικονόμου στη γέφυρα του Ξεριά Άργους (1988).

Ο Αντώνης Οικονόμου άργησε πολύ να δικαιωθεί ιστορικά και να αποκατασταθεί η μνήμη του. Το συντηρητικό πολιτικό σύστημα που επικράτησε μετά την επανάσταση – Αντιβασιλεία, Όθων – κατά το οποίο μάλιστα πολλοί Υδραίοι της αριστοκρατικής ολιγαρχίας αναδείχθηκαν σε υψηλά αξιώματα, δεν επέτρεψε τη δικαίωση του Οικονόμου και την αποζημίωση της οικογένειάς του με κάποια σύνταξη. Η Επιτροπή για την αποκατάσταση των αγωνιστών έκρινε ως πολιτικό το θέμα και το παρέπεμπε στο πολιτικό τμήμα.

 

 

Κατά τους νεότερους χρόνους, εκείνος που κατ’ εξοχήν αγωνίστηκε για την αποκατάσταση της μνήμης του μεγάλου επαναστάση και αγωνιστή, ήταν ο Δήμαρχος Ύδρας Αντώνιος Λιγνός, ο οποίος οργάνωσε και το ιστορικό αρχείο του νησιού. Τέλος, το 1988 στήθηκε μία γρανιτένια πέτρα με ένθετη την ανάγλυφη μορφή του Οικονόμου από την Ομοσπονδία Εκδρομικών Σωματείων Ελλάδας στη γέφυρα του Ξεριά Άργους, εκεί κοντά δηλαδή που δολοφονήθηκε. Τα αποκαλυπτήρια έγιναν στις 24 Απριλίου 1988 παρουσία εκπροσώπων των Δήμων Ύδρας και Άργους, της Νομαρχίας Αργολίδας και πλήθους κόσμου.

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

Μακρυγιάννης Ιωάννης (1797-1864)

  

 

Μακρυγιάννης Αγωνιστής του 1821 και αργότερα στρατηγός,  γνωστός για τα δημοκρατικά του φρονήματα. Γεννήθηκε στο Αβορίτι της Φωκίδας, ένα χωριουδάκι τρεις ώρες δρόμο μακριά από το Λιδωρίκι. Ήταν μωρό ακόμη, όταν ο πατέρας του Δημήτριος Τριανταφύλλου δολοφονήθηκε από τους Τούρκους. Ο ίδιος ονομάστηκε αργότερα Μακρυγιάννης για το ψηλό του ανάστημα. Η μάνα του, η φτωχή Βασιλική, που τον είχε γεννήσει επιστρέφοντας στο σπίτι μ’ ένα δεμάτι ξύλα στην πλάτη, αναγκάστηκε να φύγει στη Λειβαδιά.

 

Eφτάχρoνoς ο Γιάννης μπήκε υπηρέτης. Αργότερα, το 1811, σε ηλικία 14 ετών, τον έστειλε η μάνα του υπηρέτη στην Άρτα, στο σπίτι του Θανάση Λιδωρίκη. Εκεί ασχολήθηκε ταυτόχρονα με το εμπόριο, έμπορας και δανειστής, με αποτέλεσμα στις παραμονές της επανάστασης να έχει αποκτήσει σημαντική περιουσία και συνείδηση μικροαστού. Έμεινε στην Άρτα δέκα χρόνια.

  

Παραμονές του Αγώνα κατηχήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Τον Μάρτιο 1821 τον έστειλαν οι Φιλικοί στην Πάτρα, για να εκτιμήσει την κατάσταση και κινδύνεψε να συλληφθεί. Επέστρεψε στην Άρτα, αλλά οι Τούρκοι, που είχαν τις πληροφορίες τους, τον φυλάκισαν περνώντας του σίδερα στα πόδια και τον βασάνιζαν 70 μέρες, για να τους μαρτυρήσει πού έκρυβε το βιος του. Ο Μακρυγιάννης, προσποιούμενος τον ετοιμοθάνατο, κατόρθωσε να ξεφύγει και ύστερα από περιπέτειες, έφτασε στο Πέτα, όπου πολέμησε στο πλευρό του Γώγου Μπακόλα.

 

Κατόπιν αρρώστησε και κατέβηκε στο Μεσολόγγι κι από κει στα Σάλωνα, μέχρι που έγινε καλά. Στη συνέχεια έλαβε μέρος σε διάφορες επιχειρήσεις στην ανατολική Στερεά Ελλάδα. Τον Αύγουστο 1822 ακολούθησε σαν μικροκαπετάνιος τον Οδ. Ανδρούτσο και τον Γιάννη Γκούρα στην Αθήνα, όπου έγινε για λίγο πολιτάρχης (αστυνόμος). Απογοητευμένος, όμως, από τα φερσίματά τους και προπαντός από τη φιλαργυρία και την πλεονεξία του Γκούρα, τους εγκατέλειψε και κατέβηκε στον Μοριά.

 

Ιωάννης Μακρυγιάννης, σχέδιο Benjamin Mary, 30 Απριλίου 1840.

 

Ο Κολοκοτρώνης τού έδωσε εντολή να ακολουθήσει το γιο του Γενναίο. Αλλά ούτε στο Μοριά ήταν ευχαριστημένος από την αταξία και τις αντιθέσεις των πολιτικών, ιδιαίτερα του Μαυροκορδάτου. Όταν σχηματίστηκε το παράνομο εκτελεστικό στο Κρανίδι και υπήρχαν δύο κυβερνήσεις, ο Μακρυγιάννης βρέθηκε με το νέο εκτελεστικό του Κρανιδίου στο πλευρό του Γ. Κουντουριώτη, του Κωλέττη και του Μαυροκορδάτου και πολέμησε για λογαριασμό τους εναντίον της άλλης παράταξης στη Δαλαμανάρα (9 και 10 Μαΐου 1824). Μετά τον έστειλαν στην Αρκαδία και Μεσσηνία, επειδή οι κάτοικοι αρνούνταν να πληρώνουν φόρους στην κυβέρνηση Κουντουριώτη. Κόντεψε μάλιστα να συλληφθεί και επιστρέφοντας στ’ Ανάπλι διηγήθηκε στους κυβερνητικούς τις περιπέτειές του. Τότε τον πίεσαν να μεταβεί στην Αθήνα και να πείσει τον Γκούρα, τον Καρατάσο, τον Γάτσο και άλλους να κατέβουν στον Μοριά, να πολεμήσουν τους «αντάρτες». Με τα πολλά παρακάλια τους έπεισε, κατέβηκαν εκείνοι και εξαπέλυσαν όργιο αρπαγών και αυθαιρεσιών. Ο Μακρυγιάννης παραπονιόταν για όλα αυτά, αλλά ο ίδιος είχε μεγάλη ευθύνη για το φούντωμα του εμφυλίου.

 

Η κυβέρνηση Κουντουριώτη τον είχε κάνει αντιστράτηγο για τις υπηρεσίες που της είχε προσφέρει. Ο αγνός Μακρυγιάννης παρασύρθηκε από τη δίνη των γεγονότων. Χωρίς να το καταλάβει, έγινε όργανο της παράνομης κυβέρνησης. Ο ίδιος σημειώνει στ’ απομνημονεύματά του: «Δεν ήξερε κανείς τι να κάμει. Ήμουν άμαθος από τέτοια». Ήταν μια ειλικρινής εξομολόγηση. Απογοητευμένος εξάλλου από όλους, σημειώνει παρακάτω: «Μούτζες και στρούτζες να ’χουν και το ’να και τ’ άλλο μέρος».

 

Όταν ο Ιμπραήμ πάτησε τον Μοριά, ο Μακρυγιάννης τον πολέμησε στο Νιόκαστρο και μετά στους Μύλους, αποφασιστικά τούτη τη φορά (13 Ιουνίου 1825), μαζί με τον Δημ. Υψηλάντη, τον Κων/νο Μαυρομιχάλη και άλλους και στάθηκε ο κυριότερος συντελεστής της νίκης. Τραυματίστηκε μάλιστα σοβαρά στο δεξί χέρι.

 

Αργότερα παραιτήθηκε από τον βαθμό του στρατηγού και κατατάχθηκε ως απλός στρατιώτης στο τακτικό σώμα του Φαβιέρου για εκγύμναση. Μετά έγινε πολιτάρχης στην Αθήνα. Όταν ο Κιουταχής πολιορκούσε την Ακρόπολη, ο Μακρυγιάννης πολέμησε ηρωικά, ιδιαίτερα στις μάχες του Σερπετζέ (θέατρο Ηρώδη του Αττικού), όπου και τραυματίστηκε. Πήρε μέρος και σε πολλές άλλες μάχες, στον Πειραιά και αλλού, και έφερε σε πέρας πολλές επικίνδυνες αποστολές.

 

Σπάνια λιθογραφία που απεικονίζει πιθανότατα τον Ιωάννη Μακρυγιάννη. Από τη συλλογή σχεδίων του Ch. De Sictivaux του Γαλλικού Εκστρατευτικού Σώματος στην Πελοπόννησο, 1829.

 

 

Επί Καποδίστρια διετέλεσε στρατιωτικός διοικητής Πελοποννήσου (1828-1830), αλλά έγινε αντικαποδιστριακός και αντικαταστάθηκε από τον Νικηταρά. Την εποχή του Όθωνα έδειξε θερμό ενδιαφέρον για τους αγωνιστές του 1821 και υποστήριξε τα δίκαιά τους. Οι αντιβασιλικοί μπαινόβγαιναν στο σπίτι του στην Πλάκα. Εκεί δόθηκε και ο όρκος πριν από την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που έκανε μαζί με το Δημ. Καλλέργη «Ορκιζόμαστε αβιάστως να φυλάξωμεν την πατρίδα μας, ότι κινδυνεύει από τους τοιούτους… Και ορκίζομαι εγώ πρώτος ο Mακρυγιάννης να φυλάξω όλα αυτά…».

 

Η μεγαλύτερή του προσφορά κατά την Οθωνική περίοδο ήταν η επανάσταση αυτή, που είχε ως αποτέλεσμα ν’ αποκτήσει η χώρα μας το πρώτο της Σύνταγμα (1844). Οι βασιλικοί τον κατηγόρησαν στη συνέχεια για συνωμοσία και τον φυλάκισαν (1852). Καταδικάστηκε σε θάνατο, η ποινή του μετατράπηκε σε φυλάκιση και τέλος αποφυλακίστηκε (1854) με εντολή του τότε πρωθυπουργού και συναγωνιστή του Δημ. Καλλέργη. Η φυλακή και η κακομεταχείριση τον κατέβαλαν. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε καταληφθεί από βαθιά θρησκευτικότητα και προσευχόταν συνεχώς σε μια σπηλιά κοντά στη γειτονιά του, που την είχε μετατρέψει σε ερημητήριο. Μετά την έξωση του Όθωνα τιμήθηκε με τον βαθμό του υποστρατήγου (1862) και αντιστρατήγου (1864). Μετά από λίγες μέρες πέθανε σε ηλικία 67 χρονών. Ο λαός της Αθήνας τον έκλαψε και τον κήδεψε με μεγάλες τιμές στο Α΄νεκροταφείο. Είχε αποκτήσει δώδεκα παιδιά με την Κατερίνα Σκουζέ, που είχε παντρευτεί στην Αθήνα το 1825. Η συνοικία της Αθήνας όπου κατοικούσε πήρε το όνομά του.

 

Τ’ απομνημονεύματά του  τα διακρίνει πηγαίο πεζογραφικό ταλέντο με πολλές αφηγηματικές αρετές. Το ύφος είναι απλό και ανεπιτήδευτο και θεωρείται υποδειγματικό.  Ο Μακρυγιάννης ήταν αγράμματος, αλλά σε ηλικία 33 χρόνων – «στα γεράματά του», όπως σημειώνει χαριτολογώντας – «έμαθε γράμματα, για να γράψει το βίο του». Τα χειρόγραφά του ανακάλυψε και αποκατέστησε με πολύ κόπο ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο οποίος και τα εξέδωσε με εκτενή πρόλογο το 1907.

 

Απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του:

 

«Εκεί οπούφκιαχνα τις θέσες εις τους Μύλους (Κοντά στο Ναύπλιο) ήρθε ο Ντερνυς (Γάλλος Στρατιωτικός) να με ιδή. Μου λέγει. ‘Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσεις είναι αδύνατες. Τι πόλεμον θα κάνετε με τον Μπραϊμη αυτού;’ – Του λέγω, είναι αδύνατες οι θέσεις κι’ εμείς, όμως είναι δυνατός ο θεός όπου μας προστατεύει. Και θα δείξωμεν την τύχη μας σ’ αυτές τις θέσεις τις αδύνατες. Κι αν είμαστε ολίγοι εις το πλήθος του Μπραϊμη, παρηγοριόμαστε μ’ ένα τρόπον, ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν. Κι όταν κάνουν αυτήνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν»

 

Πρόλογος από τα απομνημονεύματα του:

 

 

Αδελφοί αναγνώστες!

 
Μακρυγιάννης - Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Μακρυγιάννης – Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Επειδή έλαβα αυτείνη την αδυναμία να σας βαρύνω με την αμάθειά μου (αν έβγουν εις φως αυτά οπού σημειώνω εδώ και ξηγώμαι πότε με κόλλησε αυτείνη η ιδέα, -από τα 1829, Φλεβαρίου 26, εις το Αργος – και ακολουθώ αγώνες και άλλα περιστατικά της πατρίδος) σας λέγω, αν δεν τα διαβάσετε όλα, δεν έχει το δικαίωμα κανένας από τους αναγνώστες να φέρη γνώμη ούτε υπέρ, ούτε κατά.

‘Οτι είμαι αγράμματος και δεν μπορώ να βαστήσω ταχτική σειρά ‘σ τα γραφόμενα, και… τότε φωτίζεται και ο αναγνώστης. Μπαίνοντας εις αυτό το έργον και ακολουθώντας να γράφω δυστυχήματα αναντίον της πατρίδος και θρησκείας, οπού της προξενήθηκαν από την ανοησίαν μας και ‘διοτέλειά μας και από θρησκευτικούς και από πολιτικούς και από ‘μάς τους στρατιωτικούς, αγαναχτώντας και εγώ απ’ ούλα αυτά, ότι ζημιώσαμε την πατρίδα μας πολύ και χάθηκαν και χάνονται τόσοι αθώοι άνθρωποι, σημειώνω τα λάθη ολωνών και φτάνω ως την σήμερον, οπού δεν θυσιάζομε ποτές αρετή και πατριωτισμόν και είμαστε σε τούτην την άθλια κατάστασιν και κιντυνεύομεν να χαθούμεν.

Γράφοντας αυτά τα αίτια και τις περίστασες, οπού φέραμεν τον όλεθρον της πατρίδας μας όλοι μας, τότε ως έχοντας και εγώ μερίδιον εις αυτείνη την πατρίδα και κοινωνία, γράφω με πολλή αγανάχτησιν αναντίον των αιτίων, όχι να ‘χω καμμιά ιδιαίτερη κακία αναντίον τους, αλλά ο ζήλος της πατρίδος μου δίνει αυτείνη την αγανάχτησιν και δεν μπόρεσα να γράψω γλυκώτερα. Αυτό το χειρόγραφον, από την περίστασιν οπού μου έγιναν πολλές καταδρομές, το είχα κρυμμένο. Τώρα οπού το έβγαλα, το διάβασα όλο και έγραψα ως τα 1850 Απρίλη μήνα, και διαβάζοντάς το είδα ότι δεν ξηγώμαι γλυκώτερα δια κάθε άτομον.

 

Πρώτο λοιπόν αυτό, και ύστερα σε πολλά μέρη ‘παναλαβαίνω πίσω τα ίδια (ότι είμαι αγράμματος και δεν θυμώμαι και δεν βαστώ σειρά ταχτική) και τρίτο, εκείνα οπού σημειώνω εις την πρωτοϋπουργίαν του Κωλέτη, οπού έκαμεν τόσα μεγάλα λάθη αναντίον της πατρίδος του και της θρησκείας του και των συναγωνιστών του, όλων των τίμιων ανθρώπων και να χύση τόσα άδικα αίματα των ομογενών του και να πάθη η δυστυχισμένη του πατρίδα και να παθαίνη και τώρα εις τον πεθαμό του από τους ίδιους τους μαθητάς του και συντρόφους του, οπού μας κυβερνούν, και οι προκομμένες του οι Βουλές και άλλοι τοιούτοι, οπού δεν άφησαν λεπτό εις το ταμείο, και όλο το κράτος τό’ ‘φεραν σε μίαν μεγάλη δυστυχία και ανωμαλία, και ένας μεγάλος στόλος των σκύλων μας έχουν μπλόκον, οπού ‘ναι περίτου από τρεις μήνες, και μας πήραν όλα τα καράβια και μας κατακερμάτισαν όλο το εμπόριον και τζαλαπάτησαν την σημαίαν μας και πεθαίνουν της πείνας οι ανθρώποι των νησιών και εκείνοι οπού ‘χουν τα καράβια τους γκιζερούν εις τους δρόμους και κλαίνε με μαύρα δάκρυα.

 

‘Ολα αυτά τα δεινά και άλλα πλήθος είναι έργα του Κωλέτη και της συντροφιάς του, οπού άφησε εντολή να κυβερνιώμαστε με αυτό το σύστημα και με τους τοιούτους συντρόφους του. Και από αυτό παθαίνομεν και τι θα πάθωμεν ακόμα ο Θεός το γνωρίζει. Και αυτά ήταν δια τους ξένους σκοπούς του και τις ‘διοτέλειές του και για να κατακερματίσουνε και την Τρίτη Σεπτεβρίου -οπού διαλαβαίνει περί θρησκείας και άλλης σωτηρίας της πατρίδος αυτό το Σύνταμα – και τό’ ‘χομεν εις το χαρτί και αντίς να μας ωφελήση μας αφανίζει ολοένα. ‘Ολοι οι άλλοι, οπού γράφω εξ αρχής, είναι άγιοι ομπρός ‘σ αυτόν και την συντροφιά του τη σημερνή, μ’ όλον οπού τα λάθη τα πρώτα εγέννησαν και τούτα.

 

Δια όλα αυτά γράφω εδώ. Ως άνθρωπος μπορώ να πεθάνω και ή τα παιδιά μου, ή άλλος τα αντιγράψη, για να τα βγάλη εις φως, πρώτο τους ανθρώπους, οπού γράφω μ’ αγανάχτησιν αναντίον τους, να βάνη τις πράξες του κάθε ενού και τ’ όνομά του με καλόν τρόπον, όχι με βρισές, δια να χρησιμεύουν αυτά όλα εις τους μεταγενεστέρους και να μάθουν να θυσιάζουν δια την πατρίδα τους και θρησκεία τους περισσότερη αρετή, να ζήσουν ως ανθρώποι ‘σ αυτήν την πατρίδα και μ’ αυτήν την θρησκείαν. Χωρίς αρετή και πόνο εις την πατρίδα και πίστη εις την θρησκεία τους έθνη δεν υπάρχουν. Και προσοχή να μην τους απατάγη η ‘διοτέλεια.

 

Και αν σκοντάψουν, τότε εις τον κρεμνόν θα πηγαίνουν, καθώς το πάθαμεν εμείς. ‘Ολο εις τον κρεμνόν κυλάμεν κάθε ‘μέρα. ‘Οταν λοιπόν βγη αυτό το χειρόγραφον εις φως, διαβάζοντάς το όλο οι τίμιοι αναγνώστες, αρχή και τέλος, τότες έχουν το δικαίωμα να κάμη ο καθείς των την κρίση του είτε υπέρ, είτε κατά.

Στρατηγός Μακρυγιάννης

  

Οικία στρατηγού Μακρυγιάννη στο Άργος

 

 

Πρόκειται για πλινθόκτιστη ισόγεια μονοκατοικία, που είχε τετράρριχτη κεραμοσκεπή. Από παλιές φωτογραφίες και δημοσιεύματα φαίνεται ότι το σπίτι του στρατηγού Μακρυγιάννη ήταν αντιπροσωπευτικό δείγμα λαϊκής αρχιτεκτονικής.Ο Μακρυγιάννης την περίοδο 1829-1832 έζησε στο Άργος και το σπίτι το έκτισε τότε, περίπου το 1830, και έμενε σ’ αυτό, όταν άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά του. Αυτή τη στιγμή η στέγη έχει καταρρεύσει, τα κουφώματα δεν υπάρχουν και οι τοίχοι ολοένα φθίνουν, μια και η πλίθρα είναι ιδιαίτερα ευπαθής στην υγρασία και τη βροχή. Έχει  κηρυχτεί  διατηρητέο μνημείο.

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Στρατηγού Mακρυγιάννη, Aπομνημονεύματα, τόμος A΄, Eλληνικά Γράμματα/Tα Nέα 2006)

 

Διαβάστε επίσης:

 

Read Full Post »

Καραμουτζάς Θεοδόσιος

 

Πλούσιος κτηματίας και καπετάνιος του 1821. Πολέμησε υπό τις διαταγές του Δημητρίου Τσώκρη και για τις υπηρεσίες του κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.* Επίσης, όπως προκύπτει από έγγραφα, διετέλεσε δήμαρχος Άργους το 1865.**

Η ιστορική οικογένεια Καραμουτζάδων έμενε στα Γεφύρια*** και η γειτονιά παλιότερα, και πριν το 1821, ονομαζόταν Καραμουτζά Μαχαλάς. Οι πληροφορίες μας για τον Καραμουτζά είναι λιγοστές. Αξίζει να σημειώσουμε ότι στο τμήμα χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης δεν υπάρχει ο φάκελός του, ο οποίος θα περιείχε στοιχεία. Αυτό δε σημαίνει πως δεν πολέμησε· είναι γνωστό ότι πολλοί αγωνιστές δεν έκαμαν αίτηση για την αναγνώριση των υπηρεσιών τους.

 

Υποσημειώσεις

 

* Ιστορία Ι. Ζεγκίνη, σ. 332.

** Βλ. περ. «Αναγέννηση», τχ 329, σ. 12.

***  Το όνομα Γεφύρια είναι μεταγενέστερο και οφείλεται σε γεφύρι που υπήρχε για τη διέλευση των πεζών.

 

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

 Λύκος Γεώργιος  ή Χελιώτης – Οπλαρχηγός

 

Η καταγωγή του  Γεωργίου Λύκου ή Χελιώτη ήταν από το Χέλι (Αραχναίο) της Αργολίδας. Έδρασε προεπαναστατικά αλλά κυρίως κατά την Επανάσταση. Ο Κλεφταρματολός Α. Γρηγοριάδης από την Μεσσηνία στα κείμενά του αναφέρει ότι:  Όταν το Φεβρουάριο του 1805 οι Κλέφτες και Αρματολοί της Πελοποννήσου νικήθηκαν κατά κράτος από τον Μώρα – Βαλή της Τριπολιτσάς, Βελή πασά ( γιό του Αλή πασά των Ιωαννίνων) μεταξύ των αγωνιστών ήταν και ο Λύκος. Αυτός, και άλλοι διασωθέντες ( Θ. Κολοκοτρώνης, Νικηταράς, Κεφάλας, Πετμεζάς, Δαγρές κ.ά)  κατάφυγαν αρχικά στη Λακωνία και κατόπιν μέσω  Γυθείου, έφτασαν στις 18 Μαρτίου του 1805 στα Κύθηρα.

Εκεί, κατετάγησαν ως μισθοφόροι στον Ρωσικό στρατό. Αργότερα πήγαν στα Επτάνησα όπου και παρέμειναν μέχρι την ημέρα που κηρύχτηκε η Επανάσταση. Τότε,  όλοι γύρισαν στις πατρίδες τους. Ο Γεώργιος Λύκος αναδείχθηκε ένας από τους πιο γενναίους οπλαρχηγούς του Αγώνα, κυρίως υπό τις διαταγές του Γενικού Αρχηγού Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, με το χαρακτηριστικό όνομα Καπετάν Γιωργάκης Χελιώτης.

 

Στο εγερτήριο σάλπισμα, ο Καπετάν Γιωργάκης Χελιώτης, συγκρότησε στρατιωτικό τμήμα από 90 Χελιώτες και έλαβε μέρος στην πρώτη πολεμική ενέργεια των Ελλήνων στην Αργολίδα. Την πολιορκία του Ναυπλίου στις 4 Απριλίου 1821. Μετά την πολιορκία, αφού ενώθηκε με τους Κορίνθιους αγωνιστές, δημιούργησε χιλιαρχία με την οποία έδωσε πολλές μάχες στην Κορινθία, Αργολίδα, Μεγαρίδα, Δερβενοχώρια  και την Στερεά Ελλάδα.

Τον Απρίλιο του  ̉21 με την κάθοδο του Κεγιάμπεη στην Κόρινθο και την πολιορκία της Ακροκορίνθου, τον βρίσκουμε υπερασπιστή του κάστρου και λίγο αργότερα πυρπολητή του παλατιού του Κιαμήλ Μπέη. Στα τέλη Μαΐου, συνδράμει τους συναγωνιστές του έξω από το Ναύπλιο που με επικεφαλής τον Νικήτα Σταματελόπουλο, δέχονται ισχυρές πιέσεις από τους Τούρκους του Ναυπλίου.  Τρέπει σε φυγή τους Τούρκους και ελευθερώνει όσους Χριστιανούς είχαν αιχμαλωτισθεί..

Στα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη διαβάζουμε: Στείλαμεν μ̉ άλλους εκατό τον γενναίον Γιωργάκη Χελιώτη, άξιον πολεμιστή και τίμιον Πατριώτη…

Σε όλο το διάστημα του Αγώνα τον συναντάμε να πολεμά ηρωικά τους κατακτητές.

 

Στην πολιορκία και κατάληψη της Τριπολιτσάς στις 23/09/1821.

Στο Κριεκούκι  στα τέλη Ιουλίου 1821.   

Στις 01/04/1822 στην Αγία Μαρίνα και την  Στυλίδα.    

Στη μάχη που δόθηκε στο κάστρο του Άργους, στις 22 και 23 Ιουλίου του 1822.     

Στο Αγιονόρι. ( Μάχη των Δερβενακίων).

 

Ο Παναγιώτης Μπιμπής γράφει:

 

Έτσι ο Δράμαλης 27 προς 28 Ιουλίου 1822 με 14.000 στρατό πέρασε ανενόχλητος την κλεισούρα του Μπερμπατιού με κατεύθυνση προς το Αγιονόρι. Κατά τα ξημερώματα της 28ης Ιουλίου μεταξύ των υψωμάτων « Ρουμάνια Θανάση» και «Μεγάλο Τραχώνι» όπου βρισκόταν το Στρατιωτικό σώμα των Κορινθίων με αρχηγό τον Καπετάν Γεωργάκη Χελιώτη, κτύπησε πρώτος την εμπροσθοφυλακή του Δράμαλη. Ο Χελιώτης αφού αποσύρθηκε με το σώμα του, φρόντισε να ειδοποιήσει τον Νικηταρά ότι οι Τούρκοι πλησιάζουν.

 

Στο βασιλικό Κορινθίας στις 12 Αυγούστου 1822, στην Περαχώρα τον Σεπτέμβριο, και στην Κουρτέσα στις 28 Νοεμβρίου 1822.

 

Στις 5 Ιανουαρίου του1823 μαζί με τον Παναγιώτη Γεραρή αποδεκατίζουν τους Τούρκους στην  Ακράτα και τα Μαύρα λιθάρια, κοντά στο Δερβένι. Στην δεύτερη πολιορκία της Ακροκορίνθου. Στις 19 Οκτωβρίου 1823 μαζί με τον Θ. Κολοκοτρώνη και τον Στάϊκο Σταϊκόπουλο, καταφέρνουν να υπογραφεί η παράδοση του κάστρου από τους Τούρκους. Ο Κολοκοτρώνης ορίζει τον Γιωργάκη Χελιώτη, φρούραρχο της Ακροκορίνθου. Με τον Νοταρά στην πολιορκία της Πάτρας στις 25 Οκτωβρίου 1824 και στην μάχη του Χαιδαρίου, ως αρχηγός του σώματος του Ιωάννη Νοταρά.( 6/8/1826). Στους τρεις πύργους στις 20 Φεβρουαρίου του 1827, δίνει χείρα βοηθείας στον αποκλεισμένο από τον Κιουταχή, Δημήτριο Καλλέργη. Στις 22 Μαρτίου 1827 ο Καραϊσκάκης διατάσσει επίθεση κατά των θέσεων των Τούρκων στο Φάληρο. Σε βοήθεια του ήρωα, έρχονται οι Οπλαρχηγοί  Γιωργάκης Χελιώτης, Μέλλος και Σισίνης.

Μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη οι Πελοποννήσιοι αγωνιστές με αρχηγούς τον Γενναίο Κολοκοτρώνη και τον Γιωργάκη Χελιώτη, ξεκινούν για την Πατρίδα τους. Οι Τούρκοι τους ακολουθούν και στην Ελευσίνα, επιτίθενται κατά των Ελλήνων. Οι Έλληνες πολεμούν όρθιοι. Τρέπουν σε φυγή τους Τούρκους. Παίρνουν τον δρόμο για την Πελοπόννησο, αφήνοντας τον Χελιώτη με αρκετούς άνδρες ως οπισθοφυλακή.

 

Στις αρχές Ιουλίου 1827 στο χωριό Πασάκους, κοντά στο Μέγα Σπήλαιο, λίγοι αγωνιστές υπό τον Βασίλειο Πετμεζά, δέχονται επίθεση από 6000 Τούρκους. Μπροστά στις υπέρτερες δυνάμεις του εχθρού τα σώματα του Πετμεζά που είχαν στο μεταξύ ενισχυθεί από 500 Αργείους στρατιώτες αναγκάζονται να υποχωρήσουν. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 17 Ιουλίου, στον Άγιο Ιωάννη στο χωριό Τσετσεβά της Βοστίτσας ( Αίγιο) οι Έλληνες με Αρχηγούς τον Φεϊζόπουλο και τον Καπετάν Γιωργάκη Χελιώτη, μετά από πεισματώδη μάχη, νικούν και κατορθώνουν να διώξουν τους Τούρκους. Οι απώλειες των Τούρκων υπήρξαν σοβαρότατες.

 

Το 1832, μετά την δολοφονία του Καποδίστρια πραγματοποιήθηκε εμφύλια σύρραξη μεταξύ των Ελλήνων. Φρούραρχος στην Ακροκόρινθο ήταν ο Γιωργάκης Χελιώτης με 600 Κορίνθιους. Ανήκε στους Καποδιστριακούς. Μετά από ισχυρή πίεση από τους Αντικαποδιστριακούς, αναγκάστηκε να υπογράψει συνθήκη και να παραδώσει το φρούριο στους Γάλλους. Πήγε στην Τρίπολη και ενώθηκε με τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους Καποδιστριακούς.

Μετά την Επανάσταση και την αναγνώριση της Ελεύθερης Ελλάδας από τις μεγάλες δυνάμεις Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, το Σεπτέμβριο του 1829, οι αγωνιστές γυρίζουν στα σπίτια τους.

Η Πολιτεία συγκροτεί επιτροπή αρμόδια για την απονομή σύνταξης ή χορήγηση κάποιου βοηθήματος ή ακόμη και ηθικής αμοιβής στους αγωνιστές. Αυτή η επιτροπή αναγνωρίζει την πολύτιμη προσφορά  του Γιωργάκη Χελιώτη προς την Πατρίδα. Όμως, μολονότι του είχε απονεμηθεί ο βαθμός του Αντιστράτηγου κατά την εκστρατεία στην Αττική, η επιτροπή τον κατέταξε στην Βασιλική Φάλαγγα με τον βαθμό του Ταγματάρχη και με μισθό 10.000 γρόσια τον μήνα.

Αργότερα, η γυναίκα του Μπήλιω, διαμαρτυρήθηκε έντονα προς την επιτροπή για την αδικία. Ο Καπετάν Γιωργάκης Χελιώτης είχε καταταγεί τρίτος στον πίνακα των Κορινθίων  Οπλαρχηγών, μετά τον Γιαννάκη Νοταρά  και Παναγιωτάκη Νοταρά.

 

Στον Φωτάκο διαβάζουμε:

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΥΚΟΣ.

Ο καπετάνιος ούτος ήταν από το χωρίον Χέλι. Υπηρέτησεν δε την πατρίδα στρατιωτικώς εντός και εκτός της Πελοποννήσου, παρακολουθών πάντοτε τον στρατηγόν Νικήταν Σταματελόπουλον. Πολύ δε συνετέλεσεν εις την πολιορκίαν της Κορίνθου, και ιδίως επί της εποχής του Δράμαλη κατά την περίφημον μάχην του Αγιονόρι, όταν ο Δράμαλης επέστρεψεν από την Αργολίδα εις την Κόρινθον.         

 

Πηγές

  • Παναγιώτη Ι. Μπιμπή, « Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους», Άργος 2002. 
  • Ηλίας Χρ. Ξενοφώντας, «Ο τέως Δήμος Κλεωνών Κορινθίας 19ος – 20ος αιώνας», Αθήνα, 2003.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Αλίκη Φακούρα, « Από την Οθωμανική στην Ελληνική Πόλη. Οι λειτουργίες της πόλης του Ναυπλίου 1715-1833. Κοινωνία, οικονομία και διοίκηση», Διπλωματική εργασία, Αθήνα, 2006.

 

ΑΙΤΗΣΙΣ Μπίλιως Λύκου

ΑΙΤΗΣΙΣ Μπίλιως Λύκου

Read Full Post »

Δαγρές ή Νταγρές Γιαννάκος

 

  

Προτομή Γιαννάκου Δαγρ� στην Καρυά

Προτομή Γιαννάκου Δαγρέ στην Καρυά

Καπετάν Γιαννάκος Δαγρές οπλαρχηγός από την Καρυά Αργολίδας.

Ο Γιαννάκoς Δαγρές και ο αδελφός του Θανάσης είχαν χρηματίσει προεπαναστατικά κλέφτες. Με την έναρξη της επανάστασης του 1821 οργάνωσαν δικό τους σώμα από Καρυώτες και άλλους ντόπιους και πολέμησαν τους Τούρκους.

Έτσι, τους συναντάμε να συμμετέχουν και αυτοί στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Στις 10 Αυγούστου 1821 βρίσκονταν στο χωριό Λουκά έξω από την Τρίπολη, όπου δέχτηκαν αιφνιδιασμό από τούρκικο ασκέρι. Ο Γιαννάκoς πρόλαβε με τους πιο πολλούς στρατιώτες του και χώθηκε σε μια σπηλιά, όπου οι Τούρκοι προσπάθησαν να βάλουν φωτιά, ρίχνοντας από ψηλά κλαδιά στο στόμιο. Πιεζόμενοι όμως από άλλους Έλληνες, αναγκάστηκαν να κάμουν πίσω και τότε πέρασε κι ο Γιαννάκoς Δαγρές στην αντεπίθεση, και οι Τούρκοι δεχόμενοι από παντού χτυπήματα και προπαντός στη Γράνα, έπαθαν μεγάλη ζημιά. Ο αδερφός του, όμως, ο Θανάσης* δεν τον ακολούθησε στη σπηλιά, φοβούμενος προφανώς μην εγκλωβιστεί, μέχρι που κυκλώθηκε από τους Τούρκους και για να μη συλληφθεί, αυτοπυροβολήθηκε. Έπεσαν επίσης και οι δεκατρείς σύντροφοί του.

 

Ο Γιαννάκoς Δαγρές έλαβε μέρος και σ’ άλλες μάχες και πολέμησε εναντίον των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ μέχρι τέλους. Ο Φωτάκος γράφει στ’ απομνημονεύματά του πως όταν έπεσε η Τριπολιτσά, ο Δαγρές τιμώρησε με θάνατο τον κoτζάμπαση Σωτηράκη Κουγιά, ο οποίος ήταν προδότης και είχε αποκαλύψει στους πασάδες της Τρίπολης το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας. Έτυχε να πέσει κατά την άλωση στα χέρια του κι αφού του έκοψε τ’ αυτιά και τον βασάνισε, τον σκότωσε.

 

Οι Καρυώτες, τιμώντας τη μνήμη και την προσφορά του Γιαννάκου στην υπόθεση της ελευθερίας του γένους, του έφτιαξαν προτομή στο χωριό τους, που βρίσκεται στην αυλή της εκκλησίας του Ιωάννου Προδρόμου.

Υποσημείωση

 

 

* Δαγρές Αθανάσιος αδελφός του Γέρο Γιαννάκου Δαγρέ. Έλαβε μέρος στη μάχη του Λεβιδίου, και στην κατά του Άργους εισβολή του Κεχαγιά μπέη την 24η Απριλίου 1821. Κατά τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και τον ιστορικό Σπυρίδωνα Τρικούπη έπεσε ηρωικά στη μάχη της Γράνας την 10η Αυγούστου 1821. Κατά τον Φωτάκο Χρυσανθόπουλο (υπασπιστή του Θ. Κολοκοτρώνη) σκοτώθηκε μόνος του για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων.

Βιβλιογραφία

 

  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Δημητρίου Θ. Σπανού, « Καπετάν Δαγρές 1766 – 1849 » Β΄ Έκδοσις 1980.
  • Κωνσταντίνου Μπούκουρα, «Άγραφη Αργειακή Ιστορία – Στις Πλαγίες του Φαρμακά ».  Άργος 1961
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »