Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Αργειακός Πολιτισμός


 

Αναδιφώντας σε μαρτυρίες αρχαίων ιστορικών και στις τοπικές παραδόσεις διαπιστώνουμε ότι στο Άργος πρωτοφεγγοβόλησε από τα πανάρχαια χρόνια η αυγή του πολιτισμού μας και αυτή η αρχαιότερη πόλη είναι το πρώτο φυτώριο και τόπος καταγωγής πολλών από τους γεννήτορες του ελληνικού πολιτισμού.

 

Τα επιτεύγματα του Αργειακού Πολιτισμού


 

Εκτός από ένα πλήθος σοφών επινοήσεων του ήρωα Παλαμήδη που η γενεαλογική ρίζα του αρχίζει από το Άργος, θα παραθέσουμε στην συνέχεια επιτεύγματα στα γράμματα, τις τέχνες, τις εφευρέσεις και ανακαλύψεις και τις άλλες πολιτισμικές εκφάνσεις, που είδαν το πρώτο φως στην Ιναχία γη.

Από Αργείο ποιητή γράφτηκε το αρχαιότερο έπος «Φορωνίς», που δυστυχώς χάθηκε, αλλά γίνεται λόγος γι’ αυτό από άλλους ιστορικούς. Παρόμοιο περιεχόμενο είχε και ένα ακόμη έπος με τίτλο «Αιγίμιος» που αποδιδόταν στον Ησίοδο, και αναφερόταν στην ίδρυση της βασιλικής και ηρωικής δυναστείας του Άργους.

Επίσης η αρχαιότερη τραγωδία του Ευριπίδη «Ικέτιδες«, έχει ως θέμα της τον ερχομό του Δαναού και των θυγατέρων του, στην προγονική τους γη. Στο Άργος, ως κοιτίδας των Πελασγών, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά η Πελασγική γραφή, που αναφέρει ο Διόδωρος: «ιδία δέ των Πελασγών πρώτων χρησαμένων τοις μετατεθείσι χαρακτήρσι, πελασγικά προσαγορευθήναι».[1]

Η πρώτη δε υπόμνηση για χρήση γραπτού λόγου με ανακοίνωση αισθημάτων και διανοημάτων, έχει αφετηρία το Άργος. Προηγουμένως οι πινακίδες της Γραμμικής Γραφής Β’ των ανακτορικών αρχείων, είχαν λογιστικό περιεχόμενο και αναφέρονταν σε δοσοληψίες και παραγωγή αγαθών. Ο βασιλιάς της Τίρυνθας Προίτος, δισέγγονος του Δαναού, έστειλε τον Βελλερεφόντη στη Λυκία, για να παραδώσει στον πενθερό του Ιοβάτη δίπτυχο πινάκιο με σήματα λυγρά, με γραπτή δηλαδή μυστική παραγγελία να θανάτωση τον κομιστή του: «και τον έστειλε στη Λυκία, και μέσα σε κλειστό πίνακα του έδωσε σημεία που χάραξε κακόβουλα, με νόημα θανάτου». [2]

Περισσότερο συγκεκριμένος ο Απολλόδωρος αναφέρει ότι ο Προίτος παρέδωσε στον Βελλερεφόντη γραπτές επιστολές:

«Ο Προίτος το πίστεψε και του δίνει γράμμα να το πάη στον Ιοβάτη. Μέσα στο γράμμα του έγραφε να θανατώση τον Βελλερεφόντη. Ο Ιοβάτης όταν το διάβασε, τον προστάζει να πάη να σκοτώση την Χίμαιρα…» [3]

Για πρώτη φορά αναφέρεται ως υλικό γραφής η δίπτυχη ξύλινη πινακίδα ο πτυκτός πίναξ, που ήταν επιστρωμένος εσωτερικά με λεπτό στρώμα κεριού ή ρητίνης, πάνω στο οποίο γινόταν η χάραξη μηνυμάτων.

Οι Αργείοι χρησιμοποιούσαν τοπικό αλφάβητο, το αργολικό, με διαφορές σε ορισμένα γράμματα από τα άλλα ελληνικά. Όμοιο με το αργειακό αλφάβητο ήταν και το παλαιότερο ροδιακό, λόγω εποικισμού της Ρόδου από Αργείους. Σε παραστάσεις που εικόνιζαν σκηνές του Τρωικού πολέμου στην ροδιακή πόλη Κάμιρο, τα ονόματα των ηρώων ήταν γραμμένα με αργειακά γράμματα.

Τα πρώτα σπέρματα δημοκρατίας τα συναντούμε στο αρχαίο Άργος. Όπως γράφει ο Παυσανίας«Οι Αργείοι όμως που από τα παλιά χρόνια αγαπούν την ανεξαρτησία της γνώμης, και την θέληση να αυτοδιοικούνται, περιόρισαν εις το ελάχιστο την βασιλική εξουσία».[4]

Ο γενάρχης βασιλιάς Πελασγός μιλάει σαν δημοκρατικός άρχοντας που υπολογίζει τη γνώμη του λαού: «Λόγο να δώσω μονάχος μου, πριν την γνώμη των πολιτών πάρω δεν πρέπει».[5]

Και λίγο πιο κάτω: «Είπα και πριν: Δεν παίρνω απόφαση χωρίς την γνώμη του λαού, κι ας έχω την εξουσία».[6]

Τα περίφημα πυραμιδοειδή κτίσματα του ελληνικού χώρου ανεγέρθηκαν στην Αργολίδα. Η πυραμίδα των Κεγχρεών (Ελληνικού) και η αναφερόμενη από τον Παυσανία μεταξύ Άργους και Τίρυνθας που ήταν διακοσμημένη με αργολικές ασπίδες, βρίσκονται σε ελάχιστη απόσταση από το Άργος:

«Όσοι έρχονται από το Άργος στην Επίδαυρο, θα βρουν στα δεξιά του δρόμου ένα οικοδόμημα που μοιάζει πολύ με πυραμίδα κι έχει ασπίδες που είναι φκιαγμένες κατά το σχήμα σαν τις Αργολικές».[7]

 

Otto Magnus von Stackelberg, «Ερείπιον πυραμίδος παρά το Άργος», 1834.

 

Σύμφωνα με το πόρισμα ομάδας της Ακαδημίας Αθηνών, που προέβη στην χρονολόγησή τους με την μέθοδο της οπτικής θερμοφωταύγειας και του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, οι πυραμίδες του Ελληνικού και της Λήσσης (Λυγουριού), προσδιορίζονται χρονικά στα τέλη της 4ης ή στις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. Συγκεκριμένα, για την πυραμίδα του Ελληνικού, η μέση ηλικία των μεγαλίθων υπολογίζεται από τα αποτελέσματα των μετρήσεων, στο 2720 (± 580, ± 1050 π.Χ). [8]

Στην αρχαία αμαξιτή οδό που ξεκινώντας από Άργος – Μυκήνες έφτανε στην Επίδαυρο, διασώζεται ακόμη σε άριστη κατάσταση Μυκηναϊκή γέφυρα από λαξευτούς ογκόλιθους, μία από τις αρχαιότερες της Ελλάδας ίσως η αρχαιότερη, κοντά στο χωριό Αρκαδικό, στη θέση Καζάρμα.

Ονομαστό ήταν επίσης το Αργείον Εργαστήριον, από όπου πρόβαλε η αυγή της τέχνης, αφού εκεί πρωτοδημιουργούσαν κάθε λογής καλλιτέχνες, ζωγράφοι, γλύπτες, χαράκτες ξυλουργοί, αγγειοπλάστες. Εκεί οι Αργείοι, τέχνας ειδότες έκ προτέρων όπως γράφει ο Παυσανίας (6,10,5), κατασκεύασαν τα πρώτα ξόανα (ξύλινα ομοιώματα) θεών. Σύμφωνα με την Αργεία παράδοση το αρχαιότερο ξόανο της Ήρας, σκαλισμένο σε ξύλο αχλαδιάς, κατασκευάστηκε στο Άργος και αφιερώθηκε στη θεά, από τον βασιλιά Πείρασο, γιο του Άργου.

Στο Άργος επίσης πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά η μετατροπή της ξοανοποιΐας σε μαρμαρογλυφία από τους γιους ή μαθητές του Δαιδάλου Δίποινο και Σκύλλη, που κατέφυγαν εκεί από την Κρήτη, καθώς μας λένε ο Πλίνιος (36,4) και ο Παυσανίας:

«Στο μέρος αυτό, – στις Κλεωνές – είναι ιερό της Αθηνάς, το δε άγαλμά της είναι της τεχνοτροπίας του Σκύλλη και του Διποίνου, αυτοί δε είναι μαθητές του Δαιδάλου υπάρχουν όμως άλλοι που λένε πως ο Δίποινος και ο Σκύλλης ήταν παιδιά του Δαιδάλου από μια γυναίκα που καταγόταν από τη Γορτυνία».[9]

Στο Αργείον εργαστήριον διέπρεψε ο περίφημος γλύπτης και χαλκοπλάστης Αγελάδας, κοντά στον οποίο μαθήτευσαν οι μετέπειτα μέγιστοι καλλιτέχνες Μύρων, Πολύκλειτος και Φειδίας, στον οποίο αναφέρεται και το εξής επίγραμμα: «Φειδίας ο περίθρυλος ο Αττικός ο πλάστης Ο γεγονώς και μαθητής Γελάδου του Αργείου»[10] 

Αργείος ήταν και ο διάσημος αρχιτέκτων Πολύκλειτος, του οποίου έργο είναι το περίφημο – από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα – για την ακουστική του, την αρμονία, το μέγεθος και την αρχιτεκτονική του, θέατρο της Επιδαύρου, καθώς και η αινιγματική θόλος.

 

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

Επίσης ο Αργείος ιεροφάντης Τροχίλος κατασκεύασε το πρώτο άρμα, το οποίο αφιέρωσε κι αυτός στην Ήρα: «Ο Αργείος Τροχίλος είναι ο κατασκευαστής της άμαξας. Αυτό το έργο το αφιέρωσε στην πατρώα Ήρα».[11]

Ο κατασκευαστής του Δουρείου Ίππου Επειός (Οδυσσ. Θ, 492), ήταν γόνος Αργείων που είχαν αποικήσει την Φωκίδα.

Η πρώτη κατά τον Α. Σταγειρίτη μακρά ναυς Αργώ, με την οποία ο Ιάσων και οι Αργοναύτες του πραγματοποίησαν την αρχαιότερη υπερπόντια ναυτική επιχείρηση για το χρυσόμαλλον δέρας, ναυπηγήθηκε από τον Άργο, με την βοήθεια της Αθηνάς ή της Ήρας.[12]

Όπως μας πληροφορούν ο Απολλόδωρος και ο Παυσανίας, στο Άργος εφευρέθηκαν οι ασπίδες και εκεί χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά από τους δίδυμους γιους του βασιλιά Άβαντα Ακρίσιο και Προίτο και τον στρατό τους, στον μεταξύ τους πόλεμο για τον θρόνο του Άργους.

«Λένε πως τότε για πρώτη φορά κι αυτοί κι ο στρατός τους κατά τη μάχη που  έγινε ήταν οπλισμένοι με ασπίδες» [13]

Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, (Β,2,1) η διαμάχη τους είχε ξεκινήσει ενώ βρίσκονταν ακόμη στην κοιλιά της μητέρας τους, και όταν ανδρώθηκαν ήρθαν σε πόλεμο, κατά τη διάρκεια του οποίου πρωτοχρησιμοποιήθηκαν οι ασπίδες : «Ούτοι καί κατά γαστρός μέν έτι όντες εστασίαζον προς αλλήλους, ώς δέ ανετράφησαν, περί της βασιλείας επολέμουν, καί πολεμούντες εύρον ασπίδας πρώτοι».[14]

Γι’ αυτό οι Αργείοι αποκαλούνται από τον Αισχύλο «ασπιδηφόρος λεώς». Όταν μετά την μάχη οι αδελφοί συνθηκολόγησαν, επειδή κανένας δεν βγήκε νικητής, για να τιμήσουν αυτούς που έπεσαν στο πεδίο της μάχης, ανήγειραν στον ίδιο τόπο κοινό μεγαλοπρεπές μνημείο σε σχήμα πυραμίδας, σύμφωνα με την παράδοση του Παυσανία, το οποίο διακόσμησαν με ανάγλυφες παραστάσεις αργολικών ασπίδων.

Στα Ηραία, εορτή των Αργείων προς τιμήν της πολιούχου των Ήρας, τελούσαν αγώνες, με έπαθλο στον νικητή μια χάλκινη ασπίδα και στέφανο μυρτιάς.

Στην αρχαιότερη ακρόπολή τους, είχαν αναρτήσει μιαν ασπίδα ως σύμβολο της πόλης. Λόγω του σεβασμού των Αργείων προς αυτήν, είχε προέλθει η παροιμιώδης φράση «ώς τήν έν Άργει ασπίδα καθελών σεμνύνεται».[15]

Περσέας (Μπενβενούτο Τσελίνι).

Ο δε ιδρυτής και πρώτος βασιλιάς των Μυκηνών Περσεύς, εγγονός του Ακρίσιου, εφεύρε τον δίσκο και καθιέρωσε το αγώνισμα της δισκοβολίας: «Εκεί ο Περσεύς, νέος και γεμάτος σφρίγος, ,ένιωθε μεγάλη ευχαρίστηση να επιδεικνύη τα χαρίσματά του, και ιδιαίτερα να ρίχνει μπροστά στον πολύ κόσμο τον δίσκο, που ήταν δική του εφεύρεση».[16]

Στους αγώνες που διοργάνωναν μεταξύ τους οι αρχηγοί της Τρωικής εκστρατείας στην Αυλίδα, ο Διομήδης χαιρόταν με το αγώνισμα της δισκοβολίας:

«Είδα και τον Διομήδη ολόχαρο

από του δίσκου την απόλαψη

και πλάι του τον Μηριόνη…,

τον αντρειωμένο πολέμαρχο

που όλοι τον θαυμάζουν»[17]

Αλλά και σε όλους τους πολεμιστές ήταν το πιο προσφιλές άθλημα η δισκοβολία, όπως μαρτυρούν ο Όμηρος και ο Ευστάθιος:

«οι λαοί στην ακροθαλασσιά με δίσκους

ετέρποντο και με ακόντια που έριχναν και τόξα»[18]

Η Νιόβη κόρη του Φορωνέα και εγγονή του Ινάχου ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία έσμιξε ο Δίας. Από την ένωση τους γεννήθηκαν ο Άργος και ο Πελασγός, από αυτόν δε πρώτοι οι κάτοικοι της Πελοποννήσου πήραν το όνομα Πελασγοί:

«Ο Ζευς και η Νιόβη – ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία πλάγιασε ο Ζευς – γέννησαν τον Άργο, όπως δε λέγει ο Ακουσίλαος και τον Πελασγό, από τον οποίο οι κάτοικοι της Πελοποννήσου ονομάστηκαν Πελασγοί».[19]

Από τον Άργο πήρε το όνομά της και η πολιτεία που πριν λεγόταν Απία, όπως και όλη η Πελοπόννησος, από τον αδελφό της Νιόβης Άπι.

Στο Άργος πρωτοκαλλιεργήθηκε ο σίτος, γι’ αυτό από τον Όμηρο αποκα­λείται πολύπυρον (πυρός και σπυρός = σίτος) και οι αργείτικοι αγροί «άρουραι πυροφόροι» (Ιλιάς Ξ 121). Τον έφερε ο Άργος από την Λιβύη και δίδαξε στους Αργείτες την καλλιέργειά του (Πολέμων απόσπ. 44).

Οι Αργείοι μετά την Ήρα που κατείχε την πρώτη θέση στην λατρεία τους, τιμούσαν · ιδιαίτερα και την Δήμητρα, και την αποκαλούσαν Εύπυρον, Πυροφόρον, Φιλόπυρον και Λίβυσσαν. Λέγανε μάλιστα πως όταν η θεά ήρθε στο Άργος, την φιλοξένησε ο βασιλιάς Πελασγός.[20]

Ο Φείδων απόγονος του πρώτου Ηρακλείδη βασιλιά του Άργους Τήμενου, είναι ο πρώτος Έλληνας που έκοψε αργυρά και χάλκινα νομίσματα και ίδρυσε το πρώτο νομισματοκοπείο της Ευρωπαϊκής Ηπείρου στην Αίγινα, που ήταν Αργειακή αποικία και υπαγόταν στην εξουσία του Άργους: «Καί μέτρα εξεύρε τά Φειδώνια καλούμενα καί σταθμά καί νόμισμα κεχαραγμένον τό τέ άλλο καί τό αργυρούν»[21]

«Ο δε Έφορος λέγει ότι ο Φείδων έκοψε το πρώτο αργυρό νόμισμα στην Αίγινα».[22]

«άφ’ ου ό Φείδων ό Αργείος εδήμευσε τά μέτρα καί σταθμά, κατεσκεύασε καί νόμισμα αργυρούν έν  Αιγίνη… βασιλεύοντος Αθηνών Φερεκλέους».[23]

Τα πρώτα Αργείτικα νομίσματα εικόνιζαν δύο δελφίνια. Αργότερα αντικαταστάθηκαν από παράσταση λύκου, σύμβολο του Δαναού και της λατρείας του Λυκίου Απόλλωνα, στον ναό του οποίου φυλαγόταν το άσβεστο πυρ του Φορωνέως.[24]

Όπως μας πληροφορεί επίσης το Πάριον Χρονικόν, ο Φείδων όρισε τα μέτρα και τα σταθμά που επεκράτησαν σε όλη την Ελλάδα από τον 7ο  π.Χ. αιώνα. Εκτός από τα μέτρα και τα σταθμά, όρισε και τα μέτρα των υγρών. Καθιέρωσε ακόμη και τον πόδα, ελληνική μονάδα μετρήσεως του μήκους.[25]

Οι πρώτες ελληνικές αποικίες ιδρύθηκαν από Αργείους. Καμιά άλλη πόλη δεν ίδρυσε τόσες πολλές αποικίες και στους πλέον απόμακρους τόπους, από τον καιρό των Πελασγών. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, μας διασώζει μια παράδοση που δείχνει πόσο νωρίς οι Αργείοι ξεκίνησαν τις αποικιακές εξορμήσεις τους:

Όταν εξαφανίστηκε η βασιλοκόρη Ιώ, ο πατέρας της Ίναχος επάνδρωνε πλοία και τα έστελνε να την αναζητήσουν σε στεριές και θάλασσες, με την εντολή να μην επιστρέψουν αν δεν την φέρουν μαζί τους. Όταν οι έρευνες απέβαιναν άκαρπες, οι επικεφαλής των αποστολών αναγκάζονταν να παραμένουν σε ξένη γη και να κτίζουν νέες πόλεις, στις οποίες έδιναν συνήθως το όνομα της γενέτειράς τους. Στην ηπειρωτική Ελλάδα, σε πολλά νησιά του Αιγαίου, στην Κύπρο, στα Μικρασιατικά παράλια, στην Κάτω Ιταλία, υπήρχαν πόλεις με το όνομα Άργος. Στην Κρήτη τελούσαν εορτή τα «Ινάχεια».

Αλλά και η εξιστόρηση των περιπλανήσεων της ίδιας της Ιούς, θεωρείται ως μια εξερευνητική επιχείρηση των Αργείων κατά τους προϊστορικούς χρόνους με σκοπό τον αποικισμό, που κατέληξε στην Αίγυπτο:

Πολυάριθμες είναι οι πόλεις που το Άργος έχτισε και εποίκισε στην Αίγυπτο Με το χέρι του Επάφου.[26]

Και τέλος, κάτι επίσης πολύ σημαντικό, το Άργος υπήρξε η γενέτειρα της βασιλικής γενιάς των Μακεδόνων, εξ ου και Αργεία καταγωγή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

  

Υποσημειώσεις


[1] Διοδώρου Σικελιώτου Ιστορική Βιβλιοθήκη, 3,67,1

[2] Ιλιάς Ζ,168. «πέμπε δε μιν Λυκίηνδε, πόρεν δ’ό γε σήματα λυγρά, γράψας έν πίνακι πτυκτώ θυμοφθόρα πολλά,»

[3] Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη Β’ ΙΙΙ, Ι Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Μετ. I. Χατζηφώτη.

«Προίτος δέ πιστεύσας έδωκεν επιστολάς αυτώ πρός Ιοβάτην κομίσαι, έν αίς ενεγέγραπτο Βελλερεφόντην αποκτείναι. Ιοβάτης δέ αναγνούς, επέταξεν αυτόν Χίμαιραν κτείναι…».

(Για να προσδιορισθεί χρονικά το περιστατικό, υπενθυμίζουμε ότι ο Αργείος Ταλαός που πήρε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία, ήταν εγγονός του Προίτου).

[4] Παυσανίου Κορινθιακά 19,2 Εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου. » Αργείοι δέ άτε ισηγορίαν καί τό αυτόνομον αγαπώντες έκ παλαιοτάτου, τά της εξουσίας των βασιλέων ές ελάχιστα προήγαγον».

[5] Αισχύλου Ικέτιδες, στιχ.368. «εγώ δ’αν ου κραίνοιμ’ ύπόσχεσιν πάρος αστοίς δε πάσι των δε κοινώσας πέρι».

[6] Αισχύλου Ικέτιδες, στ. 398 μετ. φιλολογική ομάδα ΚΑΚΤΟΥ. «Είπον δέ καί πρίν, ούκ άνευ δήμου τάδε πράξαιμ’ άν ουδέ πέρ κρατών…»

[7] Παυσανίου Κορινθιακά, 25, 7, εκδ. Ζαχαρ. Μετ. Γιάννη Κορδάτου.

«ερχόμενος δέ έξ Άργους ές τήν Επιδαυρίαν εσίν οικοδόμημα έν δεξιά πυραμίδι μάλιστα εικασμένον, έχει δέ ασπίδας σχήμα Αργολικάς επειργασμένας».

[8] Από σχετική ομιλία του καθηγητή Περικλή Σ. Θεοχάρη στο Ναύπλιο, 15/5/95, που περιέχεται στο βιβλίο του Χρήστου Δ. Λάζου «Πυραμίδες στην Ελλάδα» Εκδ. ΑΙΟΛΟΣ, σελ 183.

Ο Χρήστος I. Πιτερός αρχαιολόγος Δ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, σε μελέτη του με θέμα ΟΙ «ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ» ΤΗΣ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ υποστηρίζει ότι οι «πυραμίδες» ήταν διώροφοι ή τριώροφοι οχυρωματικοί πύργοι και τους χρονολογεί στο β’ μισό του 4ου αι. π.Χ. (Βλ. πρακτικά του Ε’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμ. Γ’, σελ. 370. Άργος-Ναύπλιον 6-10 Σεπτεμβρίου 1995).

[9] Παυσανίου Κορινθιακά, 15,1 εκδ. Ζαχαρόπουλου μτ. Γιάννη Κορδάτου. » Ενταύθα έστιν ιερόν Αθηνάς, τό δέ άγαλμα Σκύλλιδος τέχνη καί Διποίνου μαθητάς  δέ είναι Δαιδάλου σφάς, οί δέ καί γυναίκα έκ Γόρτυνος εθέλουσι λαβείν Δαίδαλον,  καί τόν Δίποινον και Σκύλλον έκ της γυναικός οί ταύτης γενέσθαι».

[10] Ι. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, σελ. 251

[11] «Tertullien de spektae 9: Si vero Trohilos argivus auktor est currus patriae Iunoni id opus suum dedicavit». Τερτυλλιανός

[12] Α. Σταγειρίτη Ωγυγία, βιβλ. Θ ‘σελ.143. «Τό δέ σχήμα της Αργούς ήτο επίμηκες. «Οθεν ωνομάσθη μακρά ναύς. Καί πρώτη μακρά ναύς αυτή εφάνη εις τήν Ελλάδα επειδή μέχρι τότε μετεχειρίζοντο μικρά καί στρογγυλοειδή πλοία».

Και κατά τον Απολλώνιο «ταύτην λέγουσιν πρώτην ναύν γεγενήσθαι».

[13] Παυσανίου Κορινθιακά,25,7, εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γ. Κορδάτου. «συμβαλείν δέ σφάς λέγουσιν ασπίσι πρώτον τότε καί αυτούς καί τό στράτευμα οπλισμένους».

[14] Σύμφωνα με ιστορικούς, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι και ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος στην ελληνική ιστορία έχει την αφετηρία του στο Άργος και ξεκίνησε από τον Ακρίσιο και Προίτο απογόνους του Δαναού, από την κόρη του Υπερμνήστρα.

[15] Το Άργος είχε δύο ακροπόλεις: Η αρχαιότερη και σημαντικότερη σ’ όλες τις εποχές ήταν η Λάρισα, ένα τμήμα της οποίας ονομαζόταν στους ιστορικούς χρόνους Ασπίδα (2800- 1900 π.Χ.) ήταν η κύρια ακρόπολη και βορειότερα υπάρχει μια μικρότερη ακρόπολη της Δειράδας (προφήτης Ηλίας).

[16] Παυσανίου Κορινθιακά,25,3, εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου.

«καί ό μέν Περσεύς οία ηλικία τε ακμάζων καί τού δίσκου χαίρων τω ευρήματι επεδείκνυτο   εις άπαντας…»

[17] Ευριπίδου Ιφιγένεια η εν Αυλίδι 200, εκδ. Πάπυρος, μετ. Α. Παπαχαρίση.

Διομήδεά θ’ ήδοναίς δίσκον κεχαρημένον, παρά δέ Μηριόνην, Άρεος όζον, θαύμα βροτοίσιν.

[18] Ιλιάς Β, 773 Μετ. Κ. Δούκα.

 λαοί δέ παρά ρηγμίνι θαλάσσης δίσκοισιν τέρποντο καί αιγανέησιν ίέντες τόξοισίν θ’.»

«Δίσκοι δέ ώς καί έν Οδυσσεία, λίθοι στρογγυλοί οις χειριζόμενοι ερρίπτουν εις μήκος οί γυμναζόμενοι. Ει δέ ήν έκ σιδήρου, σόλος τό τοιούτον ελέγετο. Τόν αγώνα τούτον κατ’εξοχήν ηγάπων οί Αχαιοί». [ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ]

[19] Απολλόδωρος Β, 1, εκδ. Βιβλιοθήκη των Ελλήνων μετ. I. Χατζηφώτη.

«Νιόβης δέ καί Διός (ή πρώτη γυναικί Ζεύς θνητή εμίγη), παίς Άργος εγένετο, ώς δέ

Ακουσίλαος φησί, καί Πελασγός, άφ ου κληθήναι τούς τήν Πελοπόννησον οικούντας Πελασγούς».

[20] Παυσανίας 1,14,2: «Λέγεται ούν ώς Δήμητραν ές Άργος ελθούσαν Πελασγός δέξαιτο οίκω».

[21] Στράβων Η, 3,33.

[22] Στράβων Η, 375, 16. » Έφορος δ’ έν Αιγίνη άργυρον πρώτον κοπήναι φησίν υπό Φείδωνος «.

[23] Από το Πάριον Χρονικόν.

[24] Από τα Αιγινήτικα νομίσματα που εικόνιζαν θαλάσσια χελώνη, προήλθε ο στατήρας και από αυτόν το εθνικό ελληνικό νόμισμα η δραχμή. Αυτή υποδιαιρέθηκε σε έξι μέρη, τους οβολούς. Στο Ηραίο (ναό της Ήρας) του Άργους, είχαν αναρτηθεί δείγματα αυτών των αρχαίων μονάδων οι οβελίσκοι: «Πρώτος δέ πάντων Φείδων Αργείος νόμισμα έκοψεν έν Αιγίνη, καί διδούς τό νόμισμα, καί αναλαβών τούς οβελίκους, ανέθηκεν τή έν Άργει Ήρα. Επειδή τότε οι οβελίσκοι τήν χείρα επλήρουν, τουτέστι τήν δράκα, ημείς καίπερ μή πληρούντες τήν δράκα τοις έξ οβολοίς, δραχμήν αυτήν λέγομεν, παρά τό δράξασθαι».

(Ωρίων Ετυμολογικόν, – 5ος αι. μ.Χ. – 118,19, λήμμα οβολός).

[25] Ι. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, σελ. 227.

[26] Πινδάρου 10ος Νεμεόνικος στιχ. 5-6, μετ. Β. Λαζανά.  Πολλά δ’Αιγύπτω καταοίκισεν άστη ταις Επάφου παλάμαις»

Read Full Post »

Κύκλια έπη

 


Τι ορίζουμε ως Κύκλια έπη

 


Κομμάτι από αγγείο, απεικονίζει την τύφλωση του κύκλωπα Πολύφημου από τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του, 7ος αιώνας π.Χ., Μουσείο Άργους.

Κύκλος ή κύκλια έπη ονομάζονται όλα τα άλλα έπη εκτός των Ομηρικών και των Ησιόδειων. Συνολικά σώζονται μόνο τίτλοι και περί τους 120 στίχους. Οι διάφοροι μύθοι ακολουθούσαν χρονολογική σειρά και σχημάτιζαν κύκλο (θεματογραφικά ορίζεται από τη δημιουργία του κόσμου, δηλαδή την ένωση Ουρανού και Γης, μέχρι το θάνατο του Οδυσσέα). Υπάρχουν και έπη του Κύκλου που εξαρτώνται από τα ομηρικά. Τα έπη του Κύκλου ομαδοποιήθηκαν με βάση το θέμα τους. Το κέντρο αναφοράς είναι ο Τρωικός πόλεμος και η επιστροφή των πολεμιστών. Αυτά που χάθηκαν δεν ήταν του επιπέδου των Ομηρικών ή των Ησιόδειων. Πολλά απ’ αυτά αποδίδονταν στον Όμηρο. Πληροφορίες για τον αριθμό και το περιεχόμενό τους αντλούμε κυρίως από τον Πρόκλο, ένα συγγραφέα του 5ου αιώνα μ.Χ.

 

Χρονολόγηση

 


Η χρονολόγησή τους είναι  δύσκολη γιατί δε σώζονται παρά μόνο σπαράγματα. Οι ποιητές τους μάλλον κινούνται από 800-500 π.Χ. Μάλλον μετά τη συγγραφή των ομηρικών επών. Κάποιοι θεωρούν ότι υπάρχουν και προγενέστερα της Ιλιάδας και άλλα που χρησίμευσαν ως πρότυπα για την Οδύσσεια. Επικρατεί ασάφεια για τη χρονολόγηση, ασάφεια για τα ονόματα των συγγραφέων τους, για τα θέματά τους. Ακριβείς μάλλον είναι μόνο οι πληροφορίες των Αλεξανδρινών Γραμματικών για αριθμό βιβλίων και στίχων σε κάποια απ’ αυτά.

 

Μυθολογικοί κύκλοι*

 


Κύκλος θεών: Θεογονία, Τιτανομαχία.

Θηβαϊκός κύκλος: Οιδιπόδεια, Θηβαίδα, Επίγονοι, Οιχαλίας Άλωσις. (Υλικό εκτός από την ποίηση χρησιμοποιήθηκε και σε Καταλόγους και Γενεαλογίες)

Τρωικός κύκλος: Κύπρια (τα πριν από την Ιλιάδα), Αιθιοπίς (συνέχεια Ιλιάδας), Μικρά Ιλιάς (γεγονότα από το θάνατο του Έκτορα μέχρι την άλωση της Τροίας), Ιλίου Πέρσις (Άλωση Τροίας), ενδεχομένως κάποια τμήματα της Οδύσσειας ήταν αυτόνομα ποιήματα (Τηλεμάχεια, Πηνελόπεια, Νέκυια), Νόστοι (επιστροφή ηρώων Τρωικού πολέμου), Τηλεγόνεια ή Τηλεγονία (συνέχεια της Οδύσσειας). Στα Κύκλια έπη υπήρχαν άφθονα στοιχεία αφηγηματικού ενδιαφέροντος, δεν υπήρχε το αυστηρό ύφος της Ιλιάδας, δεν ήταν του επιπέδου ομηρικών επών ή αττικών δραμάτων.

 

Τα Κύκλια έπη

 


 

Ο Αχιλλέας δένει το τραύμα του Πάτροκλου. Αττικό αγγείο.

Κύπρια Έπη. Αποτελούνται από 11 βιβλία, που αποδίδονται στον Κύπριο ποιητή Στασίνο. Η υπόθεσή τους αναφέρεται στα προ του Τρωικού πολέμου (γάμος του Πηλέα και της Θέτιδας, κρίση του Πάρη, απαγωγή της Ελένης, απόβαση στη Μυσία, συγκέντρωση στην Αυλίδα) και στα πρώτα επεισόδια του πολέμου, μέχρι την διαμάχη Αγαμέμνονα – Αχιλλέα.

Αιθιοπίς ή Αμαζόνια (5 ραψωδίες, 5 βιβλία). Θεωρείται προγενέστερο και πρότυπο της Ιλιάδας. Την πρώτη ονομασία του πήρε το έργο από τον Αιθίοπα Μέμνονα, που πολέμησε στο πλευρό των Τρώων. Αποδίδεται στον Όμηρο ή τον Αρκτίνο. Αρχίζει με την άφιξη και τις περιπέτειες της βασίλισσας των Αμαζόνων Πενθεσίλειας, που θανατώθηκε από τον Αχιλλέα, τον ερχομό των Αιθιόπων και τον θάνατο του Μέμνονα. Συνεχίζει την Ιλιάδα και περιγράφει όσα συνέβησαν μετά τον θάνατο του Έκτορα, μέχρι τον θάνατο του Αχιλλέα. Περιλαμβάνει ακόμη την απομάκρυνση από το πεδίο της μάχης του νεκρού Αχιλλέα από τον Αίαντα τον Τελαμώνιο και την διεκδίκηση των όπλων του από τον Αίαντα και τον Οδυσσέα.**

Μικρά Ιλιάς (4 βιβλία). Αποδίδεται σε διάφορους ποιητές αλλά και στον Όμηρο. Είναι ουσιαστικά συνέχεια της Αιθιοπίδας. Περιγράφει την εκδήλωση της μανίας του Αίαντα του Τελαμώνιου όταν του στέρησαν τα όπλα του Αχιλλέα και την αυτοκτονία του. Περιλαμβάνει ακόμη την προσέλευση του Φιλοκτήτη και του Νεοπτόλεμου και την αρπαγή του Παλλαδίου. Τελειώνει με την επινόηση και κατασκευή του Δούρειου ίππου και την είσοδο του στην Τροία.

 

Η Ιφιγένεια οδηγείται στην Αυλίδα για να θυσιαστεί. Ψηφιδωτό στην Πομπηία.

Ιλίου Πέρσις (2 βιβλία). Ποιητής του έργου φέρεται ο Αρκτίνος ή ο Λέσχης ο Μυτιληναίος. Περιγράφει τα τελευταία γεγονότα της Ιλιάδας , αρχίζοντας από τον Δούρειο ίππο. Συνεχίζει με τις προειδοποιήσεις του Λαοκόοντα και τελειώνει με την περιγραφή της αλώσεως της Τροίας και την πριν από αυτήν αναχώρηση του Αινεία, σε αντίθεση με τον Βιργίλιο.

Νόστοι (5 βιβλία). Αναφέρονται στην επάνοδο των Αχαιών στις πατρίδες τους εκτός του Οδυσσέα, και τις περιπέτειες που αντιμετώπισαν. Περιγράφουν την δολοφονία του Αγαμέμνονα στις Μυκήνες από τον Αίγισθο και την Κλυται­μνήστρα, και την εκδίκηση του Ορέστη. Στη ενότητα αυτή ανήκει και η Οδύσσεια.

Τηλεγόνεια (2 βιβλία). Έργο του Κυρηναίου ποιητή Ευγάμμονα (περ. 586 π.Χ). Θεωρείται μέρος της Οδύσσειας. Περιγράφει τις περιπλανήσεις του Οδυσσέα και όσα επακολούθησαν μετά την μνηστηροφονία. Τελειώνει με τον θάνατο του Οδυσσέα και την μοίρα των απογόνων του .

  

Υποσημειώσεις

 


* Μεταξύ των επών που ανήκαν σε άλλους κύκλους αναφέρονται η Οιδιπόδεια, η Θηβαΐδα και οι Επίγονοι από το θηβαϊκό κύκλο, ενώ μία Τιτανομαχία και μία συρραφή ιστοριών με τίτλο Κορινθιακά αποδίδονται στον Εύμηλο τον Κορίνθιο, ο οποίος υπολογίζεται πως έζησε προς το τέλος του 8ου αιώνα π.Χ. Ένας διαφορετικός κύκλος ήταν αφιερωμένος στα κατορθώματα του Ηρακλή. Το παλιότερο έπος αυτού του κύκλου θεωρείται η Άλωση της Οιχαλίας, που κατά καιρούς αποδόθηκε στον Όμηρο ή τον Κρεώφυλο. Έπη για τον Ηρακλή συνέθεσαν επίσης ο Πείσανδρος ο Ρόδιος και ο Πανύασσης ο Αλικαρνασσέας (αρχές 5ου αιώνα π.Χ.). Τέλος στον Όμηρο αποδιδόταν κατά την αρχαιότητα και ένα έπος- παρωδία, ο Μαργίτης, το οποίο συντάχθηκε προφανώς τον 7ο ή τον 6ο αιώνα π.Χ. Όσο για τη δημοφιλή – κατά το Μεσαίωνα και την Αναγέννηση – παρωδία της Ιλιάδας με τίτλο Βατραχομυομαχία, το πιθανότερο είναι πως ανήκει στην ελληνιστική εποχή.

** Κατά κανόνα, στα μετά- ομηρικά έπη ο Οδυσσέας παρουσιάζεται ως ένας δολοπλόκος χαρακτήρας που δεν έχει αρετές και ηθικούς φραγμούς. Στο έργο «Κύπρια έπη» αναφέρεται ότι παρίστανε τον τρελό, οργώνοντας και σπέρνοντας τα χωράφια του με αλάτι αντί για σπόρους, με σκοπό να μη λάβει μέρος στην εκστρατεία. Όταν μάλιστα ο Παλαμήδης αποκάλυψε την αλήθεια αναγκάζοντάς τον να εκστρατεύσει, ο Οδυσσέας τον σκότωσε με την βοήθεια του Διομήδη. Στη «Μικρή Ιλιάδα» πάλι, ο Οδυσσέας προσπαθεί χωρίς αποτέλεσμα να δολοφονήσει τον Διομήδη για να οικειοποιηθεί τη δόξα από την κλοπή του παλλαδίου, ενώ αργότερα σκοτώνει και τον μικρό γιο του Έκτορα, Αστυάνακτα. Λέγεται ακόμη ότι ο Οδυσσέας ήταν αυτός που σχεδίασε τον ερχομό της Ιφιγένειας, με το πρόσχημα ότι θα παντρευτεί τον Αχιλλέα, για να θυσιαστεί επειδή δεν είχαν ούριο άνεμο.

 

Πηγές

 


  • Lesky A., «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας», μτφ. Αγαπητού Γ. Τσοπανάκη, Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1981.
  • ΕΛΠ 21, Γράμματα Ι, «Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία», Ακ. Έτος: 2008-9.
  • Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003.

Read Full Post »

Οικογένεια Περρούκα


Υπήρξε επιφανέστατη οικογένεια που άκμασε στο Άργος. Τα μέλη της κατείχαν πολιτικά και κοινωνικά πλεονεκτήματα κατά την εποχή των Βενετών και των Τούρκων και ήταν πλουσιότατοι μεγιστάνες και προεστοί του τόπου, τον οποίο στην ουσία κυβερνούσαν. Ήταν δε τόσο γνωστό το οίκημα που διέμεναν, ώστε λεγόταν «το Αρχοντικόν του Μωρέως Περρουκαίικον». Αξίζει να σημειωθεί ότι με πρωτοβουλία της συγκεκριμένης οικογένειας, ιδρύθηκε στο Άργος το πρώτο ελληνικό σχολείο το έτος 1798.

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

Ο πρώτος μέχρι σήμερα γνωστός γενάρχης της επιφανούς αυτής οικογένειας ήταν ο Γιαννάκης Περρούκας, ο οποίος έζησε επί Βενετών και πιθανώς επί της προ του 1687 Τουρκοκρατίας. Στα μέσα όμως του 18ου αιώνα αναφαίνεται ο γιος του Αποστόλης Περρούκας και ο γιος του κυρ Δημήτρης Περρούκας, μεγαλογαιοκτήμονες και τοκιστές. Ο κυρ Δημήτρης απέκτησε τέσσερεις γιους, τους Νικολή, Γεωργαντά, Σωτήρη και Απόστολο και υπήρξε ο πρώτος από όλους που διέπρεψε.

Ο Νικόλαος Περρούκας ήταν από την 18η εκατονταετηρίδα επιφανέστατος Αργείος, ο οποίος διετέλεσε και βεκίλης* της επαρχίας παρά τη Υψηλή Πύλη. Παντρεύτηκε την Αγγελική Ιωάν. Συλλιβέργου (της οποίας η μητέρα Ευδοκία ήταν γόνος της οικογένειας των Νοταράδων στην Κορινθία) και μετά την αρχοντική ζωή που έζησε, πέθανε την 12η Απριλίου 1822.

Απέκτησε δε λαμπρούς γιους, τον Ιωάννη, Δημήτριο και Χαραλάμπη και δύο κόρες, την Ευγενία, σύζυγο του δοτόρου Χριστόδουλου Σεβαστού, γιατρού και αδελφού του μητροπολίτη Κορίνθου Ζαχαρίου (1783 – 1819) και την Ευδοκία, σύζυγο του προεστού της Κερπίνης Δημητράκη Ζαήμη ή Ζαήμογλου, γιου του περίφημου εθνομάρτυρα Ανδρούτσου Ζαήμη, γενικού προεστού της Πελοποννήσου.

Οι γιοι του Νικολάου Περρούκα υπήρξαν λαμπροί απόγονοι της οικογένειας. Μεγάλοι επί Τουρκοκρατίας, μεγάλοι και κατά την επανάσταση. Ήταν μέλη της Φιλικής Εταιρείας και προεστοί και πήραν μέρος στην επανάσταση και στην προετοιμασία της.

Ο πρεσβύτερος και διαπρεπέστερος, ο Ιωάννης Περρούκας ανήκει στους εθνομάρτυρες. Ως προεστός του Άργους, κυβέρνησε κυρίως κατά την τελευταία δεκαετηρίδα της Τουρκοκρατίας και το 1821 φυλακίσθηκε στην Τρίπολη μαζί με τους υπόλοιπους προεστούς και αρχιερείς της Πελοποννήσου. Στη φυλακή υπέστη οδυνηρά μαρτύρια επί έξι μήνες και πέθανε λίγο μετά την άλωση της Τρίπολης και 12 ημέρες μετά την αποφυλάκισή του, την 4η Οκτωβρίου 1821 και θάφτηκε στο Άργος, σε τάφο που ανήκε στην οικογένειά του. Ήταν ο μοναδικός από όλα τα αδέλφια που παντρεύτηκε το 1814 την Ελένη Θεοδώρου Βλάσση, του επιφανέστατου Αργείου, με την οποία όμως δυστυχώς δεν απέκτησε παιδί.

Ο νεότερος αδελφός Χαραλάμπης Περρούκας ήταν από το 1816 μεγαλέμπορος στην Πάτρα. Όταν ήταν μικρός, πριν από την Επανάσταση, ήρθε στο Άργος, όπου και δημιούργησε εμπορικό κατάστημα, το οποίο όμως και κατέλαβαν οι Τούρκοι αργότερα με την έκρηξη της επανάστασης. Στον αγώνα προσέφερε ό,τι μπορούσε. Τον Ιούνιο του 1821 διορίσθηκε από τη Γερουσία της Πελοποννήσου έφορος της επαρχίας και του στρατεύματος του Άργους και γερουσιαστής. Συμμετείχε στις μάχες κατά του Δράμαλη. Το 1823 διορίσθηκε υπουργός των Οικονομικών. Πέθανε την 27η Οκτωβρίου 1824.

Ο δε Δημήτριος Περρούκας ξεπέρασε όλους σε προσωπική εξοχότητα και δόξα. Ήταν μορφωμένος και γνώριζε κάλλιστα, εκτός της ελληνικής γλώσσας, την τουρκική, τη γαλλική και την ιταλική. Σπούδασε Νομική και ιδίως Πολιτικές επιστήμες.

Ήταν προεστός της Πελοποννήσου και διετέλεσε από το 1812-1821 βεκίλης του Μωρηά, παρά τη Υψηλή Πύλη στην Κωνσταντινούπολη. Υπηρέτησε τον Αγώνα, ως πολιτικός άνδρας, σε Ελλάδα και Ευρώπη. Τον Δεκέμβριο του 1821 ψηφίσθηκε ως μέλος της Α’ Βουλής του Έθνους.

Επί Κυβερνήτη γνώρισε μεγάλη δόξα, αφού έγινε μέλος της Πανελληνίου και Πρώτος Γραμματέας του για τα εσωτερικά και δικαστικά θέματα, μέλος του Υπουργικού Συμβουλίου, πρόεδρος του θαλάσσιου Δικαστηρίου, γερουσιαστής και νομοθέτης του νεοσύστατου έθνους. Σε αυτόν οφείλονται οι νόμοι του Δημοσίου Δικαίου και οι Δικαστικοί, η διοικητική διαίρεση της Πελοποννήσου και πολλά άλλα.

Ο βασιλιάς Όθωνας τον ανέδειξε και ως Σύμβουλο της Επικρατείας το 1843. Ο διάσημος άνδρας υπήρξε μέλος της Δ’ και Ε’ Εθνικής Εθνοσυνέλευσης (1829 και 1831) έως και σε αυτή του 1843, έλαβε δε και πολλά αξιώματα, ενώ με τη φιλία και την εκτίμησή τους τον τίμησαν όλες οι εξέχουσες προσωπικότητες της Ελλάδας, της Ανατολής, αλλά και πολλές από την Ευρώπη. Επί πλέον διατήρησε μέχρι και τον θάνατό του όλη ανελλιπώς την απέραντη αλληλογραφία του ως μέγιστο ιστορικό αρχείο, το οποίο έγινε πλούσια πηγή ιστορικής ύλης.

Δυστυχώς όμως για τον τόπο ο μεγάλος Αργείος δολοφονήθηκε στο σπίτι του στο Άργος τη 13η Νοεμβρίου 1851, στην ακμή της σπουδαίας ζωής του.

 

Υποσημείωση


 *Βεκίλης: Αντιπρόσωπος, πληρεξούσιος, είδος βουλευτή. Πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος των Πελοποννησίων στην Κωνσταντινούπολη. Λόγω των σχέσεων που δημιουργούσαν με ισχυρά πρόσωπα μπορούσαν ακόμα και να περιορίζουν την εξουσία του βεζίρη. Κατά τις διάφορες εξεγέρσεις των ραγιάδων, οι βεκίλες θανατώνονταν από τους Τούρκους.

 

Πηγή


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    

 

Read Full Post »

Ναύπλιος ο Νεώτερος 


 

Ναύπλιος ο Νεώτερος

Απόγονος του πρώτου βασιλιά Ναυπλίου, μετά από πέντε γενιές είναι ο νεώτερος Ναύπλιος, γιος του Κλυτόνηου, ξακουστός ήρωας και θαλασσοπόρος κι αυτός, με άφθαστη ανδρεία και θεϊκό παράστημα όπως τον θέλει ο Ορφέας. Αντάξιος του προγόνου του, γιου των κυμάτων, κληρονόμησε όχι μόνο το όνομα αλλά και το χάρισμα της ναυτικής τέχνης.

Εκτός από δεινός θαλασσοπόρος, ήταν ευφυέστατος και κάτοχος αστρονομικών γνώσεων. Λέγεται ότι αυτός είχε ανακαλύψει τον αστερισμό της μιας από τις δύο Άρκτους, πολύτιμο βοηθό για να προσανατολίζεται όταν ταξίδευε στις άγνωστες μακρινές θάλασσες. Στην εποχή του έγινε η Αργοναυτική εκστρατεία, στην οποία πήραν μέρος οι πιο ονομαστοί ήρωες της εποχής, παιδιά θεών και ημιθέων οι περισσότεροι, για το χρυσόμαλλο δέρας, με το οποίο υποκαθιστούσαν τα πλούτη της μακρινής χώρας του Αιήτη.

Ο αρχηγός της εκστρατείας Ιάσων, έστειλε κήρυκες, που ξεκινώντας από την χώρα των Μινυών γυρνούσαν σ’ όλη την Ελλάδα, καλώντας να πάρουν μέρος σ’ αυτή τη ναυτική εποποιία, αλλά και πρώτη ναυτική εξερευνητική αποστολή με πανελλήνιο χαρακτήρα, που επιχειρούσε προς τη μακρινή Κολχίδα. Ακολουθώντας τους κήρυκες η Ήρα, άναβε πόθο γλυκό στις καρδιές των ηρώων, παρακινώντας τους όπως γράφει ο Πίνδαρος, «κανένας να μην μείνει έξω από την Αργώ».

Οι μελλοντικοί βασιλιάδες και οι πιο ονομαστοί ήρωες της εποχής ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα, και στο λιμάνι της Ιωλκού συγκεντρώθηκαν γύρω από τον Ιάσονα οι τολμηρότεροι άντρες. Ανάμεσα τους ο Ηρακλής, ο Θησεύς, ο Άργος κατασκευαστής της «Αργώς», οι Διόσκουροι Κάστωρ και Πολυδεύκης, η Αταλάντη, και οι πατέρες των ηρώων του Τρωικού πολέμου:

Ο Πηλεύς πατέρας του Αχιλλέα, ο Τελαμών πατέρας του Αίαντα, ο Λαέρτης του Οδυσσέα, ο Οϊλεύς πατέρας του Αίαντα του Λοκρού, ο Δευκαλίων πατέρας του Ιδομενέως, ο περίφημος θεραπευτής Ασκληπιός, πατέρας των γιατρών Μαχάονα και Ποδαλείριου.

Μαζί τους και όσοι θα πρόσφεραν την πείρα και τις γνώσεις τους γι’ αυτό το μακρινό ταξίδι όπως είχε συμβουλέψει τον Ιάσονα ο κένταυρος Χείρων: μάντεις, πηδαλιούχοι, ο αστρονόμος Αγκαίος, ο κυβερνήτης της Αργούς Τίφυς, ακόμη και ο ασθενικός αλλά θρυλικός δάσκαλος και μουσικός Ορφέας, που με το γλυκόλαλο ήχο της φόρμιγγάς του και με τα τραγούδια του, γλύκαινε τις καρδιές των συντρόφων του στο ατέλειωτο μακρινό ταξίδι, μάγευε τα στοιχεία της φύσης, ημέρευε τα κύματα και τ’ άγρια βράχια.

Από το πρώτο αυτό πανελλήνιο προσκλητήριο των προϊστορικών Ελλήνων δεν θα μπορούσε να λείψει και ο βασιλιάς Ναύπλιος, πατέρας του Παλαμήδη και του Οίακα, από τους κορυφαίους ναυτικούς της εποχής του, απόγονος του πρώτου Ναυπλίου, γιου του Ποσειδώνα όπως γράφει ο Απολλώνιος Ρόδιος:

 

«Πήγε ακόμα και ο απόγονος του θεϊκού Δαναού,

ο Ναύπλιος ήτανε γιος του Κλητόνηου, του γιου του Νάβολου,

κι επίσης ο Νάβολος γιος του Λέρνου.

Ξέρουμε για τον Λέρνο πως ήταν γιος του Προίτου,

γιου του Ναύπλιου, τον οποίο η Δαναΐδα

Αμυμώνη τον γέννησε με τον Ποσειδώνα, κι ήταν πρώτος στα ναυτικά».[1]

 

Όμοια εκθειάζει τον Ναύπλιο και ο Ορφεύς στα «Αργοναυτικά» του:

 

«Κι ήρθε κι ο αγαπημένος γιος της Αμυμώνης Ναύπλιος,[2]

που γέννησε πλαγιάζοντας με τον σείστη Ποσειδώνα,

άνθρωπο στην αντρειά λαμπρό, στο σώμα θεός ίδιος».[3] 

 

Στο λιμάνι των Παγασών, ο Άργος, γιος του Αργείου βασιλιά Αρέστορα, ναυπήγησε με την καθοδήγηση της Αθηνάς και της Ήρας την Αργώ, «το πιο ταχύπλοο και καλατάξιδο, από όσα πλοία με κουπιά δοκίμαζαν στην θάλασσα», όπως γράφει ο Απολλώνιος, (Α,110).

Το όνομά της σημαίνει λευκό, λαμπερό και γρήγορο. Ήταν τόσο ελαφρύ το σκαρί της, που μπορούσαν οι Αργοναύτες να το μεταφέρουν στους ώμους τους. Το ξύλο από την ιερή δρυ της Δωδώνης που είχε στο πρωραίο μέρος της, την είχε προικίσει με υπερφυσικές ιδιότητες. Όποτε οι Αργοναύτες επρόκειτο να συναντήσουν κάποια από τις αμέτρητες παγίδες που έκρυβαν οι άγνωστες θάλασσες, η Αργώ είχε το προφητικό χάρισμα να τους προειδοποιεί με ανθρώπινη φωνή.

Κατά την Αργεία παράδοση, στην εκστρατεία αυτή, ο Ναύπλιος ήταν κυβερνήτης πλοίου. Την Αργώ κυβερνούσε ο Τίφυς, και μετά τον θάνατο του στην χώρα των Μαριανδυνών ο Αγκαίος. Θα πρέπει επομένως στην Αργοναυτική εκστρατεία μια επιχείρηση που προετοιμάστηκε και οργανώθηκε συστηματικά, να πήραν μέρος περισσότερα του ενός πλοία.

Αυτήν την αντίληψη που υπήρχε στην αρχαιότητα, μας την βεβαιώνουν ο Απολλόδωρος και ο Στράβων, ο οποίος αναφέρει ότι ο Ιάσων εξεστράτευσε από την Κολχίδα προς την Αρμενία και Μηδία, αφού άφησε τα πλοία :

 

«… καθάπερ τον Ιάσονα όνπερ καί μέχρι της Αρμενίας καί της Μηδίας

έκ των Κόλχων στρατεύσαντα, άφέντα τάς ναύς»[4]

 

Επίσης ο Αθ. Σταγειρίτης γράφει σχετικά:

 

«Διά τούτο οί Έλληνες θέλοντες νά καταστήσωσιν αποικίας εκεί,

έπεμψαν στόλον πολλών πλοίων.

Αργώ δέ ωνομάζετο ή ναυαρχίς, καί από της

ναυαρχίδος ωνόμασαν οί ποιηταί όλον τό στόλον.

Το δέ σχήμα της Αργούς ήτο εις επίμηκες όθεν ονομάσθη μακρά ναύς.

Και πρώτη μακρά ναύς αύτη εφάνη τήν Ελλάδα».[5]

 

Όταν επέστρεψε από την εκστρατεία ο Ναύπλιος συνδέθηκε με τον βασιλικό οίκο της Κρήτης, παίρνοντας για σύζυγό του την Κλυμένη,[6] κόρη του βασιλιά Κατρέως και εγγονή του Μίνωος. Την αδελφή της Αερόπη είχε νυμφευθεί ο Ατρεύς, βασιλιάς του Άργους, και πατέρας του Αγαμέμνονα και του Μενελάου.

Από την Κλυμένη ο Ναύπλιος απέκτησε παιδιά τον Παλαμήδη, τον Οίακα και τον Ναυσιμέδονα. Ο Φερεκύδης αναφέρει και τέταρτο γιο τον Δαμάστορα.  

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

 

Υποσημειώσεις


 [1] Αργοναυτικά, Α,133, μετ. Φιλολογική ομάδα Κάκτου:

«Τω δ’ έπι δή θειοίο κίεν Δαναοίο γενέθλη, Ναύπλιος˙ ή γάρ έην Κλητονήου Ναυαλίδαο,

Ναύολος αύ Λέρνου, Λέρνον γε μέν ίδμεν εόντα Προίτου Ναυπλιάδαο, Ποσειδάωνι δέ κούρη

πρίν πότ’  Άμυμώνη Δαναΐς τέκεν ευνηθείσα Ναύπλιον, ός περί πάντας εκαίνυτο ναυτιλίησιν».

 [2] Ο Ορφεύς αναφέρεται στον πρώτο Ναύπλιο, ενώ στην Αργοναυτική εκστρατεία πήρε μέρος ο δεύτερος.

[3] Στιχ. 203-205, μετ. Πάικου Νικολαϊδη, εκδ. Φύλλα, Αθ. 1995

[4] Γεωγραφικά, Α’, c 48

[5] Ωγυγία, Βίβλος Θ’ σελ. 143

[6] Άλλες παραδόσεις αναφέρουν ως σύζυγό του την Φιλύρα ή την Ησιόνη, αλλά ο συσχετισμός τους, με τον Ναύπλιο και τον Παλαμήδη οφείλεται μάλλον σε παρερμηνεία των νεώτερων ιστορικών και δεν ευσταθούν.

 

Read Full Post »

Η Μωραΐτισσα γυναίκα στον αγώνα του 21 


Σκόρπια χαρακτηριστικά σκίτσα γυναικείας δραστηριότητος θα παρουσιαστούν στην γρήγορη παρακάτω έρευνα, γιατί μια μελέτη του ρόλου της γυναίκας στην Επαναστατική περίοδο του 1821 και πριν από αυτή, δεν μπορεί να περιοριστή σε λίγες σελίδες. Το έργο αυτό είναι πολύμοχθο μα και Εθνικά αναγκαίο για την συνειδητοποίηση της συνεισφοράς στην εθνική μας Αναγέννηση του μισού πλην παραγνωρισμένου ιστορικά πληθυσμού.

Νεαρή Ελληνίδα, Χαλκογραφία, C. L. Eastlake, London, 1848.

Δύο ακριτικές περιοχές, το Σούλι και η Μάνη μας δίδουν άφθονο υλικό και στα προεπαναστατικά χρόνια και στα κατοπινά για να εκτιμήσουμε τη συμβολή της Γυναίκας στην αναβίωση του Έθνους μας. Ελεύθερες και αυτόνομες κι’ οι δύο περιοχές, με ανεπτυγμένο δημοκρατικά το κοινοτικό τους σύστημα, στους αδιάκοπους αγώνες διά την διατήρηση της αυτονομίας τους, είχαν επιτύχει μια πολύ βελτιωμένη θέση στην κοινωνική ζωή της γυναίκας.

Χαρακτηριστικός τύπος της Σουλιώτισσας η Καπετάνισσα Τζαβέλαινα που επί κεφαλής των γυναικών του Σουλίου στην κρίσιμη στιγμή ρίχνεται στην μάχη, πλευροκοπεί το Τούρκικο ασκέρι και χαρίζει την νίκη που η ευγνώμων μούσα χιλιοτραγούδησε αργότερα.

Από την ίδια ηρωική γενιά βγαλμένη η χήρα του Γιώργη Μπότσαρη, γιαγιά του Μάρκου, μας γνωρίζει το ηθικό ύψος της αρετής της, όταν χάριν της ενότητος του αγώνος συγχωρεί τον Γώγο Μπακόλα, θανάσιμο αντίπαλο της οικογένειας της και φονιά του ανδρός της, και πείθει το ίδιο να κάνουν και τα παιδιά της και όλο το συγγενολόι.

Αργότερα την τραγική αυτή σύζυγο και μητέρα θα την συναντήσουμε αδάκρυτη και αλύγιστη μαζί με το γέρο Νώτη Μπότσαρη, αφού έχει θάψει το παιδί του παιδίου της  το Μάρκο με τα ίδια της τα χέρια, να παίρνει μέρος στην έξοδο του Μεσολογγιού επί κεφαλής των δικών της.

Αφίνοντας κατά μέρος τη θρυλική περίπτωση του Ζαλόγγου, βρίσκει κανείς άφθονα στοιχεία, της γυναικείας παρουσίας, στην άλλη αυτόνομη γωνιά, τη Μάνη. Πριν από την Επανάσταση η γυναίκα κι’ οι νυφάδες του φοβερού Παναγιώταρου που πολεμούν Τουρκαρβανίτες και τους νικούν.

Η ξακουστή Κωνσταντινιά αχώριστος σύντροφος και  συμπολεμιστής του Ζαχαριά που η παράδοση άλλοτε μας την φέρνει σαν την μονάκριβη όμορφη κόρη ενός παπά της Κυνουρίας που τιμώρησε ο Ζαχαριάς για τις ανομίες του κι’ άλλοτε πάλι σαν εκδικήτρια 7 αδελφιών της σκοτωμένων. Η καπετάνισσα η μάνα του Θόδωρου Κολοκοτρώνη, άλλη ιστορική μορφή του Μωρηά. Η Βλαχοθανάσω που συνέδεσε τ’ όνομά της με τη γόνιμη πατριωτική δράση του  Καπετάν – Μαντά, μεγάλου Κλέφτη στα μέσα του 18ου αιώνα.

Κι εδώ μια παρένθεση: Η γυναίκα αντάρτισσα, σύντροφος και συμπολεμιστής του Κλέφτη κι’ αργότερα του Επαναστάτη, δεν είναι σπάνιο φαινόμενο. Άλλες κοπέλες με φανερή την ιδιότητα του φύλλου τους και άλλες μεταμφιεσμένες σε παλικάρια, στάθηκαν κι’ αυτές δημιουργοί του Αθάνατου Έπους της Κλεφτουριάς.

Ο τύπος της Μανιάτισσας που συνοδεύει τον άνδρα, πολεμάει μαζί του, κουρσεύει μαζί του, γκρεμοτσακίζει τον Ιμπραήμ την κρίσιμη ώρα, είναι η άλλη όψη του ιδίου νομίσματος της Ελληνίδας γυναίκας του 21.

Ελληνίδες πατριώτισσες, Ατσαλογραφία σε χαρτί, W. Perring – J. Hall, 1839.

Η γυναίκα του Ηλία Μαυρομιχάλη μαθαίνει το θάνατο του ανδρός της στα Ψαχνά της Ευβοίας. Ζητάει να της φέρουν την πάλλα (σπαθί) του σκοτωμένου. Την βάζει στην κούνια του νεογέννητου παιδιού της και το νανουρίζει να μεγαλώσει για να εκδικηθή τον πατέρα του. Η γριά Μαυρομιχάλαινα μαθαίνει το σκοτωμό του Καποδίστρια και την εξόντωση του γιου της και ανεψιού της που ήσαν οι δολοφόνοι του… Κάνει μνημόσυνο και για τους τρεις…

Κι’ ερχόμεθα στην Επανάσταση. Στην Δημητσάνα οι γυναίκες με την αυτοθυσία τους μέσα σε μια νύχτα κατορθώνουν να καμουφλάρουν τόσο καλά τους μπαρουτόμυλους και να ξεγελάσουν τους Τούρκους. Οι ίδιες πάλι καθ’ όλην την διάρκεια του αγώνος ενισχυμένες κι’ από τις γυναίκες της υπόλοιπης Γορτυνίας, καταστρέφοντας την περίφημη Δημητσανίτικη Βιβλιοθήκη φτιάχνουν τ’ απαραίτητα πυρομαχικά και σώζουν την Επανάσταση.

Οι Μανιάτισσες στον πόλεμο και στο κούρσεμα ασυναγώνιστες δίπλα στους άνδρες είχαν την τιμή πρώτες να μπουν στην Καλαμάτα, και να ελευθερώσουν  την πόλη. Στην πολιορκία της Τριπολιτσάς από την στοματική παράδοση κι’ από τις αφηγήσεις των αγωνιστών, βρίσκουμε σκόρπια μα άφθονα στοιχεία της γυναικείας παρουσίας. Τα στρατόπεδα ήσαν ανάμικτα με άνδρες και γυναίκες. Η ίδια σκληρή ζωή δοκίμασε αμφότερα τα φύλα. Καθένας πρόσφερε τις υπηρεσίες του. Κι’ έμεινε ξακουστή η δράση των Τεγεατισσών, των γυναικών της Βορείας Κυνουρίας και του Χρυσοβιτσιού.

Εδώ ας θυμηθούμε τις γυναίκες απ’ τα Σουλιμοχώρια της Μεσσηνίας, περίφημες για τις πολεμικές τους ικανότητες. Ένα χρόνο ύστερα η ομαδική γυναικεία δραστηριότητα και τόλμη απαθανατίζεται από τον Φωτάκο: Η εκστρατεία του Δράμαλη και οι πρώτες του νίκες έχουν γεμίσει με τρόμο τον Μωριά. Μανιάτικα τμήματα που βρίσκονταν στο Άργος πανικόβλητα περνούν τον Αχλαδόκαμπο με κατεύθυνση την Τρίπολη.

Πετιούνται αγριεμένες οι γυναίκες του Αχλαδοκάμπου και με τα γουχαΐσματα και τις αποδοκιμασίες τους, καλώντας τους να τους δώσουν τα όπλα να πάν αυτές να πολεμήσουν, κατορθώνουν να συγκρατήσουν την κατάσταση και να σταματήσουν τον πανικό. Πιο ύστερα όταν ο Ιμπραήμ περνάει με την φωτιά και το σίδερο ολόκληρη την Πελοπόννησο, Μανιάτισσες στην μάχη της Βέργας θαυματουργούν.

Στο Ίσαρι της Αρκαδίας μονάχες οι γυναίκες με πρόχειρα μέσα άμυνας εμποδίζουν Τούρκικα αποσπάσματα να πατήσουν το χωριό. Κι’ εκεί κάπου κοντά στα σύνορα Αρκαδίας – Ηλείας ξετυλίγεται ένα από τα φοβερώτερα δράματα της Επαναστάσεως: Στα χέρια του Ιμπραήμ πέφτει ο ανθός από νεαρές κοπέλλες. Η παράδοση διέσωσε τα ονόματα της Τρισεύγενης Δεληβοριά από τα Λαγκάδια που καταδιωκομένη από τις ορδές του Ιμπραήμ προτίμησε να πνίξη τα δύο μικρά παιδιά της και να πνιγή κι’ αυτή στο Λάδωνα παρά να αιχμαλωτισθή και να ατιμασθή. Και η Ελένη Λιαροπούλου από τη Βυτίνα προτίμησε κι’ αυτή το θάνατο πέφτοντας μαζί με το παιδί της στον ποταμό Λούσιο.

Τι τράβηξαν οι γυναίκες αυτές το αφηγείται παραστατικά στο Μακρυγιάννη μια Παπαδιά από το χωριό του Μεγάλου Σπηλαίου. «Όταν ήρθαν οι Τούρκοι εμείς είμαστε μέσα στο Βάλτο, στο νερό, τόσες ψυχές να γλιτώσωμεν˙ κι’ ήρθαν οι Τούρκοι και μας πιάσανε κι’ ήταν το σώμα μας καταματωμένο από τις αβδέλλες – μας φάγαν και τα παιδιά πεταμένα μέσα – γιομάτο το νερό, σαν μπακακάκια πλέγαν˙ κι’ άλλα ζωντανά κι άλλα τελείωναν. Και μ’ έπιασαν οι Τούρκοι και με κοιμήθηκαν τριάντα οκτώ και με αφάνισαν κι’ εμένα και τις άλλες. Διατί τα τραβήξαμε αυτά; Δι’ αυτήνη την Πατρίδα. Και τώρα δικαιοσύνη δεν βρίσκομεν από κανέναν˙ όλο δόλο και απάτη».

Χωρίς να εξαντλείται το απέραντο θέμα της ομαδικής δραστηριότητος από ανάγκη χώρου, περνούμε στην υπόμνηση της ιστορικής δράσης εξαιρετικών γυναικών: Στην Δημητσάνα ή Κυρά-Θανάσω Αντωνοπούλου από το Δεληγιαννέϊκο σόϊ.  

Πιο κάτω στο Παλούμπα η αδελφή του Γιωργακλή Κολοκοτρώνη, η Στεκούλα, κατοπινή σύζυγος του Στρατηγού Πλαπούτα. Φημιζόταν για την παλληκαριά της και σε μάχη με Λαλαιούς Τουρκαλβανούς, είχε αφοπλίσει και σκοτώσει τον περίφημο για τη θηριωδία του Αχμέτ Αγά. Πιο κάτω στο Λεοντάρι η γυναίκα του Πέτρου Σαλαμώνου, παραστάτη (Βουλευτού) της επαρχίας Λεονταρίου, κατά την Επανάσταση, περίφημη για τις οικονομολογικές της ικανότητες και την ευψυχία της. Στάθηκε η ψυχή του ενοφοδιασμού των Λεονταρίτικων τμημάτων και δεν δίστασε νάρθη εις ανοιχτή σύγκρουση με τον Παπαφλέσσα!

Εδώ οι γυναίκες του Λεονταριού είναι ανάγκη να μιλήσουμε και για την περίφημη Χανούμισσα, φιλενάδα και εμπνεύστρια του Παπαφλέσσα που βαπτίσθηκε Χριστιανή. Η παράδοση δεν διέσωσε ούτε τ’ όνομά της κι’ όμως φαίνεται πως ήταν μια εξαιρετική γυναίκα που είχε υποτάξει το θρυλικό Αρχιμανδρίτη.

Η Αγγελίνα, κόρη του Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, γυναίκα του Νικηταρά, είναι μια άλλη εξαιρετική Ελληνίδα άξια σύζυγος πλάι στον υπεράξιο Τουρκοφάγο. Στη Μάνη ξεχωρίζει η γυναίκα του Ηλία Μαυρομιχάλη που πρόωρα σκοτώθηκε στην Εύβοια. Στο Μιστρά για τη σοφία της και τον πατριωτισμό της, η Ηγουμένη της Παντάνασσας.

Πιο κάτω στο Ναύπλιο έζησε και έδρασε, κυρίως στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια επί Όθωνος, η περίφημη Παπαλέξαινα. Απ’ τα Μελίσσια της Κορινθίας η Σοφία Ρέντη, στάθηκε η ηρωΐδα εμφυλίων πολέμων, γιατί για το χατίρι της οι Νοταράδες, ο Πάνος Κολοκοτρώνης και ο Καλλέργης, παρ’ ολίγο να πετσοκοφτούν για τα όμορφα μάτια της και τα πλούσια σταφιδοχώραφα του πατέρα της. Ας θυμηθούμε ακόμη και την Κυρά – Φλώρα, γυναίκα του Σισίνη στο Χλιμούτσι της Ανδραβίδας.

Υπάρχουν βέβαια εκατοντάδες κι’ ίσως χιλιάδες επώνυμες γυναίκες που δικαιούνται να μνημονεύονται για την Εθνική τους δράση στην Επανάσταση του 21 και πριν απ’ αυτή, και υπάρχουν, και εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες ανώνυμες που με την ομαδική τους δράση ορθοπόδησαν την Εθνική μας Απελευθέρωση.

Γιατί όσο και αν οι άνθρωποι έχουν ενισχυμένη την μνήμη τους μονάχα σαν πρόκειται για μεγάλους πολεμάρχους, για φονικές μάχες και για ηρωϊσμούς με τη στενή έννοια του όρου, η σύγχρονη ιστορία ενδιαφέρεται και δια τους οικονομικούς συντελεστάς μιας προσπαθείας.

Το πώς ο πολεμιστής έφθασε στην μάχη, έχοντας τα στοιχειώδη εφόδια, που βρέθηκαν τα υλικά μέσα, πως κρατήθηκε η παραγωγή σε ώρα πολέμου, όλα αυτά έπαψαν πλέον να αποτελούν τις φτωχοσυνοικίες της ιστορικής έρευνας, διότι δίχως αυτά δεν θα μπορούσε να κρατηθή η Ελληνική Επανάσταση.

  

Δήμητρα Θ. Κατριβάνου

Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1957, «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», Αθήνα, 1957.

 

Read Full Post »

Αγαμέμνων


 

Philippe Chery, "Costume for Agamemnon" (1802).

Βασιλιάς των Μυκηνών, γιος του Ατρέα και αδελφός του Μενέλαου βασιλιά της Σπάρτης. Ήταν ο αρχιστράτηγος και πρωτοβασιλιάς των Ελλήνων στον τρωικό πόλεμο, τους οποίους ο ίδιος είχε προσκαλέσει προσωπικά, και συμμετείχε με 100 πλοία στην εκστρατεία, δίδοντας ταυτόχρονα άλλα εξήντα στους ορεσίβιους Αρκάδες (Ομ. Β΄ 576 και 610-614). Το όνομα Αγαμέμνων (από το επίρρ. άγαν και το ρ. μένω = επιμένω) φανερώνει άνδρα πολύ επίμονο και πείσμονα. Αυτό φάνηκε, όταν ο Αγαμέμνων θέλησε ν’ αρπάξει από τον Αχιλλέα τη Βρισηίδα,  προκαλώντας την οργή του δευτέρου.

Κατά το τελευταίο έτος του δεκαετούς τρωικού πολέμου, η αιχμαλωσία της Χρυσηίδος, κόρης του Χρύση, που ήταν ιερέας του Απόλλωνα, προκάλεσε λοιμό στο ελληνικό στράτευμα. Ο Αγαμέμνων αναγκάστηκε να επιστρέψει την κόρη, αλλά για να μη μείνει ο ίδιος χωρίς «γέρας», αποσπά από τον Αχιλλέα το βραβείο του, τη Βρισηίδα. Το πείσμα του αρχιστρατήγου προκάλεσε την οργή του θεϊκού Αχιλλέα και την αποχή του από τον πόλεμο (Όμ. Α΄).

Eurybates and Talthybios Lead Briseis to Agamemmon, Giovanni Baptista (Giambattista) Tiepolo, 1757.

Μετά την άλωση και την καταστροφή της Τροίας, ο Αγαμέμνων αιχμαλωτίζει τη μάντισσα Κασσάνδρα, κόρη του Πριάμου και της Εκάβης. Επανερχόμενος στην πατρίδα, δολοφονείται από τη σύζυγό του Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της Αίγισθο. Την ίδια τύχη είχε και η Κασσάνδρα.

Στην τραγωδία Αγαμέμνων του Αισχύλου (458 π.Χ.) η Κλυταιμνήστρα προσπαθεί να δικαιολογηθεί για το αποτρόπαιο έγκλημά της, υποστηρίζοντας ότι εκδικήθηκε τον άνδρα της για τη θυσία της κόρης της Ιφιγένειας και διότι η Κασσάνδρα ήταν ερωμένη του. Ο Αίγισθος, επίσης, υποστηρίζει ότι τον εκδικήθηκε, διότι ο πατέρας του Ατρεύς είχε καλέσει τον Θυέστη, τον δικό του πατέρα προσφέροντάς του σε δείπνο τα ίδια του τα παιδιά (Επεισ. Δ΄. Για τα Θυέστεια δείπνα ).

Η Κλυταιμνήστρα διστάζει πριν σκοτώσει τον Αγαμέμνονα, έργο του Pierre-Narcisse Guérin, 1817.

Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι ο αιματοβαμμένος μύθος των Ατρειδών είναι μεταγενέστερος και ότι οι τρεις μεγάλοι τραγικοί, οι οποίοι εμπνέονται από αυτόν το περιεχόμενο πολλών τραγωδιών τους, τον διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό. Μελετώντας τις πηγές, μπορούμε να παρακολουθήσουμε την εξελικτική του πορεία. Έτσι, ο Όμηρος δε γνωρίζει ότι ο Ορέστης έγινε μητροκτόνος, αν και στο πρώτο συνέδριο των θεών (Οδ. α΄ 32-44) μέμφεται τον Αίγισθο για τη δολοφονία του Αγαμέμνονα. Στον Όμηρο δεν συναντάμε τα ονόματα της Ιφιγένειας και της Ηλέκτρας, αλλά της Χρυσόθεμης, της Λαοδίκης και της Ιφιάνασσας και το όνομα φυσικά του μοναχογιού Ορέστη.

  

Πηγή


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

Ιφιγένεια


Η θυσία της Ιφιγένειας, Απουλικός κρατήρας, 370-350 π.Χ., Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο.

Κόρη του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας. Σύμφωνα με το μύθο, ο ελληνικός στρατός που ήταν συγκεντρωμένος στην Αυλίδα, δεν μπορούσε να αποπλεύσει εναντίον της Τροίας λόγω άπνοιας. Ο λόγος οφειλόταν στην οργή της θεάς Άρτεμης κατά του Αγαμέμνονα, ο οποίος κυνηγώντας στο άλσος της σκότωσε το ιερό της ελάφι.

Ο μάντης Κάλχας, ο οποίος ακολουθούσε τους Έλληνες στην εκστρατεία, προφήτευσε ότι θα έπνεε ούριος άνεμος, εάν θυσιαζόταν η κόρη του αρχιστράτηγου Αγαμέμνονα Ιφιγένεια, για να εξιλεωθεί η οργισμένη θεά. Ο φιλόδοξος Αγαμέμνονας, μπροστά στο φοβερό δίλημμα να ματαιώσει την εκστρατεία για να σώσει την κόρη του, αποφασίζει – ύστερα από τις προτροπές του Μενελάου και του Οδυσσέα – να παραγγείλει στη γυναίκα του Κλυταιμνήστρα να μεταβεί με την κόρη τους στην Αυλίδα, προκειμένου να την παντρέψουν με το πρωτοπαλίκαρο των Ελλήνων Αχιλλέα.

Μάνα* και κόρη, όταν έφτασαν στην Αυλίδα και πληροφορήθηκαν τις πραγματικές προθέσεις του Αγαμέμνονα, τον ικέτευαν να εγκαταλείψει τα φιλόδοξα σχέδιά του και να λυπηθεί την κόρη του. Αλλά μπροστά στη δική του επιμονή, η Ιφιγένεια προσφέρεται να θυσιαστεί για την τιμή της Ελλάδας («Ιφιγένεια η εν Αυλίδι»)**.

Ιφιγένεια. Anselm Feuerbach, Λάδι σε μουσαμά (1862).

Η θεά Άρτεμη τότε παρεμβαίνει κατά θαυμαστό τρόπο. Μ’ ένα σύννεφο άρπαξε τη βασιλοπούλα και τη μετέφερε στη μακρινή χώρα των Ταύρων, αφήνοντας στη θέση της ένα ελάφι («Ιφιγένεια η εν Ταύροις»)***. Στην Ταυρίδα έγινε ιέρεια σε ναό της θεάς, όπου σύμφωνα με τα βαρβαρικά έθιμα γίνονταν ανθρωποθυσίες.

Μετά το τέλος του τρωικού πολέμου, ο Αγαμέμνονας επιστρέφει στις Μυκήνες όπου η Κλυταιμνήστρα παίρνει την εκδίκησή της βάζοντας τον εραστή της τον Αίγισθο να τον σκοτώσει, στη συνέχεια  ακολουθεί  η εκδίκηση  για τον θάνατό του από τον γιο του Ορέστη, ο οποίος με τη σειρά του σκοτώνει τη μητέρα του και τον Αίγισθο, και κυνηγημένος από τις τύψεις (Ερινύες) ως μητροκτόνος καταφεύγει στο μαντείο των Δελφών και ζητά χρησμό. Ο Απόλλωνας, διά στόματος Πυθίας, του δίδει εντολή να μεταβεί στη χώρα των Ταύρων, να αρπάξει το ξόανο της Άρτεμης και να το μεταφέρει στην Αττική.

"H θυσία της Ιφιγένειας", έργο του Giovanni Battista Tiepolo (18ος αιώνας).

Ο Ορέστης υπακούει στην προσταγή του θεού και μεταβαίνει πράγματι στην Ταυρίδα με τον εξάδελφό του Πυλάδη, που του συμπαραστέκεται σαν αδελφικός φίλος και τον συντροφεύει. Εκεί οι δύο νέοι συλλαμβάνονται και οδηγούνται στο ναό για θυσία. Όμως, ο Ορέστης αναγνωρίζει στο πρόσωπο της Ιέρειας την αδελφή του, η οποία κατορθώνει να εξαπατήσει το βασιλιά Θόαντα**** και να αποδράσουν και οι τρεις, συναποκομίζοντας και το ξόανο της θεάς. Η Ιφιγένεια κατέφυγε στον αττικό δήμο της Βραυρώνος και πέθανε ως ιέρεια στο ναό της Βραυρωνίας Αρτέμιδος.

Ο παραπάνω μύθος, ο οποίος αξιοποιήθηκε από τους τραγικούς, προέρχεται από τα κύπρια έπη του Στασίνου***** (8ος αι. π.Χ.).  

Κατά την αρχαϊκή εποχή ο μύθος της Ιφιγένειας είναι ακόμη άγνωστος. Μόνο το δράμα στην Αττική και ιδιαίτερα οι δύο σωζόμενες τραγωδίες του Ευριπίδη (Ιφιγένεια η εν Αυλίδι και Ιφιγένεια η εν Ταύροις) έκαναν πολύ γνωστό τον μύθο και δημιούργησαν καλλιτεχνικά ερεθίσματα, που φτάνουν μέχρι σήμερα. Ποιητές και καλλιτέχνες όλων των εποχών εμπνεύστηκαν από τον μύθο της Ιφιγένειας, ο οποίος διακρίνεται για την έντονη τραγικότητά του. Τραγωδία με τον τίτλο «Ιφιγένεια εν Ταύροις» συνέγραψε και ο Γκαίτε, ένα από τα κλασικότερα έργα του.

 

Υποσημειώσεις


 

Ιφιγένεια ΙΙ. Anselm Feuerbach, Λάδι σε μουσαμά (1871).

* Η Κλυταιμνήστρα 

δεν μπόρεσε ποτέ να του συγχωρήσει το γεγονός ότι θυσίασε το ίδιο τους το παιδί για την εκστρατεία «του» και προέβαλε αυτό το τραγικό γεγονός ως δικαιολογία για το φόνο του άντρα της.

**«Ιφιγένεια η εν Αυλίδι» τραγωδία που έγραψε ο Ευριπίδης με άγνωστο το έτος που διδάχτηκε (παίχτηκε). Το έργο εκτυλίσσεται με βάση το σχετικό μύθο της Ιλιάδας. Η επώνυμη ηρωίδα που βρίσκεται στις Μυκήνες προσκαλείται από τον πατέρα της Βασιλιά Αγαμέμνονα στο στρατόπεδο των Ελλήνων στην Αυλίδα λίγο πριν τον απόπλου για την εκστρατεία της Τροίας με δικαιολογία δήθεν να νυμφευθεί τον Βασιλέα των Μυρμιδόνων Αχιλλέα. Ενώ στη πράξη να θυσιαστεί υπέρ της πατρίδος στη Θεά Άρτεμη. Όταν όμως έφθασε συνοδευόμενη από την μητέρα της και έγινε γνωστός ο αληθής σκοπός της πρόσκλησης η μεν Κλυταιμνήστρα ικετεύει τον Αχιλλέα όπως σώσει την φημισμένη περί αυτού νύφη, η δε κόρη τον πατέρα της να μη προβεί σε τέτοια πράξη. Ο Αχιλλέας υπόσχεται να παρακωλύσει τη θυσία αλλά ο στρατός σε στασίαση απαιτεί την εκτέλεσή της θυσίας. Και ενώ τα πράγματα περιπλέκονται η ευγενική ηρωίδα αποδέχεται την ποθούμενη πράξη αφού εκούσια προσφέρεται εις θυσία για την Πατρίδα.

*** «Ιφιγένεια η εν Ταύροις» του Ευριπίδη. Το έργο εκτυλίσσεται με σκηνικά «εν Ταύροις» της Σκυθίας όπου ο Ορέστης και ο Πυλάδης προσορμίζονται προκειμένου να πάρουν το ξόανο της θεάς Άρτεμης και να το μεταφέρουν στην Αττική. Αλλά οι δύο ήρωες συλλαμβάνονται από βαρβάρους ως σύμφωνα με δικούς τους νόμους ιερόσυλοι καθώς ο βασιλιάς της Ταυρίδας, Θόας, μισούσε τους ξένους και τους Έλληνες. Προτού λοιπόν θανατωθούν ως θυσία προς τη θεά Άρτεμις, οδηγούνται για εξαγνισμό, στο ναό της θεά, από την ιέρεια του ναού. Όμως ιέρεια του Ναού της Θεάς τυγχάνει να είναι η αδελφή του Ορέστη η Ιφιγένεια με την οποία αναγνωρίζονται. Έτσι με τέχνασμα αυτής οι ήρωες και μαζί τους η Ιφιγένεια καταφέρνουν με την βοήθεια της Θεάς Αθηνάς να αποδράσουν αποκομίζοντας και το ιερό ξόανο της Θεάς.

**** Ο Σοφοκλής στην τραγωδία του «Χρύσης» που έχει χαθεί, αναφέρει και ένα περιστατικό που τους συνέβη στην επιστροφή τους. Οι τρεις φυγάδες έφτασαν στην πόλη Σμίνθιο. Εκεί ιερέας του Απόλλωνα ήταν ο Χρύσης, που είχε μαζί του τον εγγονό του από την κόρη του Χρυσηίδα με τον Αγαμέμνονα. Ο εγγονός του Χρύση λεγόταν κι αυτός Χρύσης. Ο νεαρός Χρύσης συνέλαβε τους φυγάδες και ετοιμαζόταν να τους παραδώσει στο βασιλιά της Ταυρίδας που τους καταδίωκε. Ο παππούς του του αποκάλυψε τότε το μυστικό της γέννησής του και ο νεαρός Χρύσης ακολούθησε τα αδέρφια του στις Μυκήνες. Άλλη παραλλαγή αναφέρει την Ιφιγένεια κόρη της Χρυσηίδας και του Αγαμέμνονα ή του Θησέα και της Ελένης ή ότι παντρεύτηκε τον Αχιλλέα.

***** Ο Στασίνος ήταν Κύπριος επικός ποιητής του 8ου αι. π.Χ., δηλαδή σχεδόν σύγχρονος του Ομήρου. Τα κύπρια έπη, που αποδίδονται σ’ αυτόν, αποτελούνταν από έντεκα βιβλία και κάλυπταν τα γεγονότα από την αρπαγή της Ελένης από τον Πάρη μέχρι και τον θυμό του Αχιλλέα (την μήνιν του Αχιλλέως, που είναι η αρχή της Ιλιάδας).

 

Πηγή


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

 

 

Read Full Post »

 

Ήρα


 

 

Η πολιούχος θεά του Άργους, η ιερή βασίλισσα του Ολύμπου, προστάτιδα του γάμου, της οικογενειακής ζωής και των χρηστών ηθών. Πρωτότοκη κόρη του Κρόνου και της Ρέας, σύζυγος του υψίστου των θεών, κατέχει την πρώτη, εξέχουσα θέση ανάμεσα στις θεές του Ολύμπου.

 

 

Δίας και Ήρα, λάδι σε μουσαμά , James Barry (1741–1806)

Γεννήθηκε, όπως ένας μύθος υποστηρίζει, στο Άργος, ενώ άλλες παραδόσεις θεωρούν γενέτειρά της τη Σάμο, την Αρκαδία και την Κόρινθο. Η Ήρα ήταν η ιδανική γυναίκα, ωραία, σεμνή και απόλυτα αφοσιωμένη στον άντρα της. Ουδέποτε σύναψε άλλη ερωτική σχέση, γι’ αυτό απαιτούσε από αυτόν να της είναι πιστός. Οι αναρίθμητες περιπέτειές του όμως την έκαναν ζηλότυπη[1] και οι συζυγικοί καβγάδες τους ήταν συχνότατοι και ιδιαίτερα έντονοι. Σε τέτοιες στιγμές αγανάκτησης η Ήρα γέννησε μόνη της, με την απλή επαφή ενός άνθους, το θεό του πολέμου Άρη.  

Αλλά χωρίς ερωτική συνεύρεση, λένε κάποιοι μύθοι, συνέλαβε και τη θεά της αιώνιας νιότης, την Ήβη– μετά από ένα γεύμα με μαρούλια.[2] Με τον ίδιο τρόπο έφερε στο φως την Ειλείθυια, τη θεά των τοκετών. Βέβαια άλλοι μύθοι αποδίδουν στο Δία και την Ήρα πολλά παιδιά και θεωρούν τον Ήφαιστο καρπό της προγαμιαίας σχέσης τους, ενώ αναφέρουν ότι ο Άρης γεννήθηκε μετά το γάμο, όπως και η Άγγελος που ανήκει στον υποχθόνιο κόσμο.

 

Οι διάφοροι μύθοι, στους οποίους αναφέρεται η Ήρα, δίνουν ως κύρια γνωρίσματα του χαρακτήρα της τον εγωισμό, την αυστηρότητα, τη φιλόνικη διάθεση και τη ζηλοτυπία[3].

 

Η Ήρα λατρευόταν σε όλες τις ελληνικές πόλεις και τις αποικίες της Μεγάλης Ελλάδας. Γιορτές αφιερωμένες στην Ήρα είναι τα Δαίδαλα, τα Καλλιστεία, τα Εκατόμβοια.

 

Ονομαστός ναός αφιερωμένος στην Ήρα ήταν το Ηραίο του Άργους[4], από τα αρχαιότερα ιερά.[5] Αρκετά φημισμένος ήταν και ο ναός της στην Ολυμπία, όπως και στις Μυκήνες, στην Τίρυνθα, στη Σπάρτη και το Ναύπλιο. Την τιμούσαν επίσης και στην Εύβοια όπου, κατά την παράδοση, είχε ανατραφεί, στη Θράκη, στη Σάμο, στη Λέσβο, στην Κνωσό της Κρήτης, καθώς και στη Σικελία, στον Ακράγαντα και τις Συρακούσες. 

 

 

Ηραία


 

Γιορτές προς τιμήν της θεάς Ήρας, που τελούνταν στις πόλεις όπου λατρευόταν η θεά (Άργος, Ήλιδα, Σάμο, Αθήνα, Κόρινθο, Κω, Δελφούς, Αμοργό, Ρώμη και αλλού).

 

Τα πιο ονομαστά Ηραία τελούνταν στο Άργος, όπου γιορτάζονταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα, αφού η θεά λατρευόταν στην πόλη ως πολιούχος. Κατά τη διάρκεια της γιορτής τελούνταν αθλητικοί, μουσικοί και ρητορικοί αγώνες. Κυριότερος θεωρούνταν ο «Χάλκεος», τον οποίο είχαν θεσπίσει – σύμφωνα με την παράδοση – οι αδελφοί Ακρίσιος και Προίτος. Ο νικητής στον αγώνα αυτό έπαιρνε ως έπαθλο χάλκινη ασπίδα και στεφάνι από μυρτιά. Μετά το τέλος των αγώνων ακολουθούσε μεγαλοπρεπής πομπή από το Άργος προς το ναό της θεάς. Προπορευόταν αγέλη εκατό βοδιών, που θα θυσιάζονταν, γι’ αυτό και η γιορτή ονομαζόταν και «εκατόμβαια».

 

Ακολουθούσε η πρώτη ιέρεια της θεάς, η οποία έδινε και το όνομά της στο έτος της θητείας της, ανεβασμένη σε άρμα που το έσερναν λευκά βόδια, ακολουθούσαν οι υπόλοιπες ιέρειες, οι λεγόμενες Ηρεσίδες, και πολύς κόσμος.

 

Η γιορτή γινόταν κάθε τέσσερα χρόνια, στο μέσον του δεύτερου έτους κάθε ολυμπιάδας, και διατηρήθηκε μέχρι τον 3ο αιώνα. μ.Χ., όπως μαρτυρούν αργείτικα νομίσματα με την επιγραφή ΗΡΑΙΑ.

 

 

Το Ηραίον του Άργους


 

 

Της αρχαιολόγου Όλγας Ψυχογυιού.

 

 

Ήρα

Το Ηραίο του Άργους βρίσκεται ανάμεσα στο Άργος και τις Μυκήνες, στις πλαγιές του λόφου που λεγόταν Αετόβουνο ή Εύβοια. Θεωρείται το κέντρο της λατρείας της Ήρας, της θεάς »Αργείας», όπως την ονομάζει ο Όμηρος. Το ιερό ιδρύθηκε στα μισά του 8ου αι. π.Χ. σε μία θέση που δεσπόζει στην αργολική πεδιάδα, αρχικά ως θρησκευτικό κέντρο της περιοχής και από τις αρχές του 7ου αι. π.Χ. ως επίσημο θρησκευτικό κέντρο αποκλειστικά της πόλης του Άργους.  

Η λατρεία ήταν μυστηριακή και είχε ως βασική γιορτή, τα Εκατόμβοια. Πιθανόν να λατρευόταν στην περιοχή μία προϊστορική χθόνια θεά, συνδεμένη με τη φύση, με την οποία ταυτίστηκε αργότερα η Ήρα. Σύμφωνα με την παράδοση κτίστηκε από τον ήρωα Άργο ή το Φορωνέα γιο του ποταμού θεού – Ινάχου. Η περίοδος ακμής του ιερού αν κρίνουμε από την αρχιτεκτονική του εξέλιξη τοποθετείται στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. και κυρίως στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ.


Το ηραίο κτίστηκε σε τρία άνδηρα στην νοτιοδυτική πλαγιά ενός υψώματος στους πρόποδες του όρους Αετόβουνο που ορίζει την ανατολική πλευρά της Αργολικής πεδιάδας. Στην περιοχή του ιερού, που ονομάζεται Πρόσυμνα, εντοπίστηκαν κατάλοιπα οικισμού της νεολιθικής και της Εποχής του Χαλκού καθώς και ένα εκτεταμένο μυκηναϊκό νεκροταφείο με ενδείξεις μεταγενέστερης λατρείας των προγόνων. Η περιοχή αυτή είχε πάντως ιδιαίτερη σημασία για τους Μυκηναίους αφού ένας διαμορφωμένος οδικός άξονας, μήκους 5 χιλ. την συνέδεε με τις Μυκήνες.

Κατά τον 8ο αι. π.Χ. το ψηλότερο άνδηρο ενισχύθηκε με έναν κυκλώπειο αναλημματικό τοίχο. Πιθανόν να υπήρχε αρχικά σ’ αυτό ένας υπαίθριος βωμός ή ένα μικρό οικοδόμημα, ανάλογο μ’ ένα πήλινο ομοίωμα που βρέθηκε εκεί. Στις αρχές του 7ου αι. π.Χ. η επιφάνεια του ανδήρου επεκτάθηκε με εκβραχισμούς και πάνω του οικοδομήθηκε ένας από τους πρώτους περίπτερους δωρικούς ναούς, τόσο σεβαστός που διατήρησε τους αρχαϊκούς ξύλινους κίονες έως την καταστροφή του το 423 π.Χ, πιθανώς από την πυρκαγιά που προκάλεσε η απροσεξία της ιέρειας Χρυσηίδας.

 

Το φημισμένο σ’ όλο τον αρχαίο κόσμο ιερό της Ήρας ήταν αφιερωμένο στη θεά που ευλογεί την αφθονία και προστατεύει στον πόλεμο. Στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. οικοδομήθηκαν στο μεσαίο άνδηρο, όπου πιθανόν να υπήρχε ήδη βωμός, δύο δωρικές στοές κάτω από τον κυκλώπειο αναλημματικό τοίχο με την πρόσοψή τους προς τα νότια, καθώς και ένα κτήριο συμποσίων, το »Δυτικό κτήριο». Μετά από μία περίοδο ύφεσης όπου την οδήγησε ο πόλεμος με την Σπάρτη και η βαριά ήττα της Σηπίας, η πόλη του Άργους γνωρίζει και πάλι την ανάπτυξη στα μέσα του 5ου αι. π.Χ., έχοντας κατακτήσει τις μικρότερες πόλεις της Αργολικής πεδιάδας, την Τίρυνθα και τις Μυκήνες. Το ιερό θα αποκτήσει τότε μνημειακό χαρακτήρα με τη διαμόρφωση της επίσημης εισόδου καθώς και την ανέγερση μίας τρίτης στοάς, δυτικά των αρχαϊκών, και του »ανατολικού κτηρίου», το οποίο θυμίζει το Τελεστήριο της Ελευσίνας. Τα έργα ολοκληρώνονται με την οικοδόμηση στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. ενός νέου δωρικού ναού, έργου του αρχιτέκτονα Ευπόλεμου, που θα αντικαταστήσει τον καταστραμμένο ναό, του οποίου τα κατάλοιπα σώζονται. Αργότερα προσθέτονται στα δυτικά του ιερού ένα ελληνιστικό γυμνάσιο και ρωμαϊκά λουτρά.


Στο ηραίο τελείτο η πιο φημισμένη εορτή αφιερωμένη στην Ήρα, τα Ηραία ή Εκατόμβοια, που άρχιζαν με πομπή από την πόλη του Άργους, γνωστή από το επεισόδιο του Κλέοβι και Βίτωνα. Από τον 6ο αιώνα π.Χ., όπου ο Ηρόδοτος τοποθετεί την απαρχή τους, έως τον 3ο αιώνα π.Χ. όποτε μεταφέρονται στο Άργος, διεξάγονταν επίσης στο ιερό αγώνες που συμπεριλήφτηκαν στην ομάδα των μεγάλων πανελλήνιων, των οποίων οι νικητές ονομάζονται »περιοδονίκαι». Ήταν γνωστοί στη διαχρονική τους εξέλιξη, αρχικά απλά ως »Παρ Ήρας Αργείας» και μετέπειτα ως Εκατόμβοια με έπαθλα, χάλκινα αντικείμενα (υδρίες, λέβητες, τρίποδα, ασπίδες και κρατήρες). Μετά την μεταφορά τους στο Άργος, όπου τελούνταν μαζί με τα Νέμεα, με έπαθλα το στεφάνι μυρτιάς και τη χάλκινη ασπίδα, ονομάζονται: «Ηραία τα εν Αργεί», και αργότερα «Η εξ Άργους ασπίς».


Μάρτυρες της μεγάλης σημασίας του Ηραίου είναι ο βασισμένος στον κατάλογο των ιερατείων υπολογισμός της τοπικής χρονολογίας, μίας από τις γνωστότερες της αρχαιότητας, καθώς και τα πλούσια αναθήματα του Νέρωνα και του Αδριανού. Η ακτινοβολία και η φήμη του επεκτάθηκαν σ’ όλον τον αρχαίο κόσμο και διατηρήθηκαν έως την απαγόρευση της αρχαίας θρησκείας. Κατά τον Βιτρούβιο -Ρωμαίο αρχιτέκτονα (88π.Χ. – 26μ.Χ.)- τον αρχαϊκό δωρικό περίπτερο ναό της Ήρας έκτισε ο Δώρος.

Ανασκαφές διενεργήθηκαν στην περιοχή από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή και από τον Αμερικανό αρχαιολόγο Blegen. Οι ανασκαφές οδήγησαν στην ανακάλυψη του ναού του Απόλλωνα κοντά στην ακρόπολη, του βουλευτηρίου, λουτρών, ενός ηρώου ρωμαϊκής εποχής, ενός νεκροταφείου και του ηραίου που ήταν κέντρο λατρείας της πολιούχου Ήρας.

 

 

 

 

Υποσημειώσεις

 

[1] Η οργή της Ήρας ξεσπούσε κάθε φορά στις ερωμένες του Δία ή στους καρπούς του έρωτά του. Τέτοιες μορφές είναι η μητέρα του Ηρακλή Αλκμήνη και ο ίδιος ο Ηρακλής, η μητέρα του Απόλλωνα και της Άρτεμης Λητώ, η κόρη του Ινάχου Ιώ, η μητέρα του Διόνυσου Σεμέλη και άλλες.

 

[2] Όμηρος Ιλιάς Δ 441· Οβίδιος Ημερολόγιων ν 255′ πρώτος Βα­τικανός μυθογράφος 204.

 

[3] Ένας από τους πιο παλιούς μύθους και πολύ γνωστός είναι αυτός που αναφέρεται στα πρώτα «καλλιστεία», κατά τα οποία ο Πάρης έδωσε το μήλο της Έριδος στην Αφροδίτη. Οι άλλες δυο θεές, η Αθηνά και η Ήρα, χολώθηκαν και έκτοτε αντιμάχονταν τους Τρώες με σφοδρότητα, ευρισκόμενες πάντα στο πλευρό των Ελλήνων. Στην Ιλιάδα η Ήρα προβάλλεται ως δυναμική γυναικεία προσωπικότητα και κατορθώνει με την εξυπνάδα και πονηριά της αλλά και με τον ερωτισμό της να πείθει ή να εξαπατά τον πανίσχυρο Δία. Είναι πάντα νέα, όμορφη και δυναμική. Κάθε χρόνο λουζόταν στην πηγή Κάναθο, κοντά στο Ναύπλιο, και αποκτούσε εκ νέου την παρθενία της, ανανεώνοντας έτσι συμβολικά τον ιερό γάμο με τον Δία.

 

[4] Επίσης, στην πόλη του Άργους υπήρχε ναός της Ανθείας Ήρας (Παυσ. ΙΙ 22, 1) και γινόταν γιορτή την άνοιξη, τα λεγόμενα «Ηροσάνθεια», κατά την οποία τα κορίτσια έφερναν λουλούδια στο ναό και ιερουργούσαν με τη συνοδεία αυλών. Τέλος, υπήρχε και το ιερό της Ακραίας Ήρας (Παυσ. ΙΙ, 24, 1) απέναντι από τον Απόλλωνα Δειραδιώτη, κοντά στην Παναγιά την Πορτοκαλούσα.

 

[5] Μέσα στο σηκό του περίστυλου, δωρικού ρυθμού, νεότερου ναού – αρχιτέκτονας του οποίου αναφέρεται ότι ήταν ο Αργείος Ευπόλεμος – βρισκόταν το περίφημο χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς, έργο του Αργείου γλύπτη Πολύκλειτου.

Η Ήρα απεικονιζόταν καθιστή σε θρόνο, κρατώντας στο χέρι της σκήπτρο. Αργότερα, ο αδελφός του Πολύκλειτου, ο Ναυκύδης, κατασκεύασε χρυσελεφάντινο επίσης άγαλμα της Ήβης, που έστησε πλάι στην Ήρα. Δυστυχώς, ο παντοκαταλύτης χρόνος δεν διέσωσε κανένα μέλος από τα αγάλματα.

 

 

 

Πηγές


  • Αρχαιολογία και Τέχνες, Δρ. Βάλια Ξενίδου, «Η Ήρα: Παρθένος τέλεια και χήρα», τεύχος 68, Σεπτέμβριος 1998.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Larousse, «Θρησκεία – Μυθολογία», τομ. 9, Τα Νέα 2008.
  • Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού, «Ηραίον Άργους», Όλγα Ψυχογυιού, αρχαιολόγος.
  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών », Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, εκδ. Εκ Προοιμίου 2008. 

 

Read Full Post »

Περσέας


Ο Δίας πέφτει σαν χρυσή βροχή στα πόδια της Δανάης.

Μυθικός ήρωας του Άργους, γιος του Δία και της Δανάης, κόρης του Ακρίσιου. Σύμφωνα με το μύθο, κάποιος χρησμός προειδοποιούσε τον Ακρίσιο, που ήταν βασιλιάς στο Άργος, ότι ο εγγονός του θα του άρπαζε το θρόνο σκοτώνοντάς τον. Τότε ο Ακρίσιος αποφάσισε να κλειδώσει την κόρη του σε υπόγειο χάλκινο δωμάτιο, για να εμποδίσει την ένωσή της με κάποιον άνδρα. Αλλά ο Δίας αγάπησε την όμορφη και γλυκιά Δανάη και μπήκε στο σκοτεινό δωμάτιο με τη μορφή χρυσής βροχής. Από την ένωση αυτή γεννήθηκε ο Περσέας. Κατατρομαγμένος ο Ακρίσιος έκλεισε την κόρη του και το μωρό σε κιβωτό και διέταξε τους ναύτες να την πετάξουν στο πέλαγο. Όμως, τα κύματα παρέσυραν την κιβωτό μέχρι τη Σέριφο, όπου μητέρα και γιος βρήκαν σωτηρία· κάποιος ψαράς τους ανέσυρε από τα κύματα και ο βασιλιάς του νησιού Πολυδέκτης τους προσέφερε φιλοξενία.

Ο Πολυδέκτης στη συνέχεια αγάπησε τη Δανάη και θεωρώντας τον Περσέα εμπόδιο στον έρωτά του, του αναθέτει να αποκεφαλίσει τη δαιμονική γοργόνα Μέδουσα.

Περσέας (Μπενβενούτο Τσελίνι)

Σ’ αυτή την επικίνδυνη αποστολή ο νέος είχε συμπαραστάτες τον Ερμή και την Αθηνά. Η Μέδουσα, ένα από τα τέρατα της ελληνικής μυθολογίας, ήταν θνητή κόρη του Φόρκυος και της Κητούς, που μαζί με τις δύο αθάνατες αδελφές της Σθεννώ και Ευρυάλη κατοικούσαν πέρα από τον Ωκεανό, στις εσχατιές της Δύσης.

Με κεφάλι γεμάτο φολίδες φιδιού, τεράστια δόντια, χάλκινα χέρια και χρυσά φτερά η Μέδουσα* απολίθωνε όποιον τολμούσε να την κοιτάξει. Ο Περσέας ακολουθώντας τις συμβουλές του Ερμή συνάντησε πρώτα τις Γραίες, που όπως και οι Γοργόνες ήταν κι αυτές κόρες του Φόρκυος και της Κητούς.

Ο Περσέας παίρνοντάς τους το μοναδικό μάτι και δόντι που είχαν και οι τρεις και μοιράζονταν μεταξύ τους, τις ανάγκασε να του δείξουν το δρόμο για τις Νύμφες, που κατείχαν τα απαραίτητα μαγικά αντικείμενα για να νικήσει τη Μέδουσα: την περικεφαλαία του Άδη, που όποιος τη φορούσε γινόταν αόρατος, τα φτερωτά σανδάλια, ένα ξίφος (τη χαλύβδινη άρπη) κι ένα σακίδιο. Μ’ αυτά τα αντικείμενα έφτασε στον τόπο που ζούσαν οι Γοργόνες και σκότωσε τη Μέδουσα την ώρα που κοιμόταν, αλλά για να μην απολιθωθεί από το βλέμμα της, την κοιτούσε μέσα από την χάλκινη ασπίδα της Αθηνάς.

Ο Περσέας έκοψε με το μαγικό ξίφος το κεφάλι της Μέδουσας, το έριξε στο σακίδιο και αόρατος από τη μαγική περικεφαλαία, εξαφανίστηκε με τα φτερωτά σανδάλια. Οι αδελφές της Μέδουσας δεν μπόρεσαν να τον καταδιώξουν. Από τον κορμό της αποκεφαλισμένης Μέδουσας ξεπήδησαν οι θεϊκοί ίπποι Χρυσάωρ και Πήγασος, καρποί και οι δύο της ένωσης της Μέδουσας με τον Ποσειδώνα, ενώ η θεά Αθηνά περισυνέλεξε το αίμα της που είχε τη δυνατότητα να σώζει ή να καταστρέφει ζωές και το δώρισε στον Εριχθόνιο ή τον Ασκληπιό.

Η Ανδρομέδα με τον Περσέα, σε τοιχογραφία της Πομπηίας.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ο Περσέας πέρασε από την Αιθιοπία, όπου απελευθέρωσε την Ανδρομέδα,** που ο πατέρας της, ο βασιλιάς Κηφέας, μετά από χρησμό του Άμμωνα Δία αναγκάστηκε να δέσει σ’ ένα βράχο, βορά σ’ ένα τέρας που έστειλε ο Ποσειδώνας, αφού η γυναίκα του Κηφέα, η Κασσιόπεια, καυχήθηκε πως ήταν πιο όμορφη από τις Νηρηίδες. Ο Περσέας παντρεύτηκε την Ανδρομέδα, την πήρε μαζί του στην Ελλάδα κι απόκτησαν επτά παιδιά.

Επιστρέφοντας στη Σέριφο και βρίσκοντας τη μητέρα του Δανάη και το σωτήρα τους Δίκτυ ικέτες στο βωμό του Δία για να γλιτώσουν από τον Πολυδέκτη, ο Περσέας απολίθωσε με το κεφάλι της Μέδουσας το διώκτη τους και έχρισε βασιλιά το Δίκτυ.

Όταν επανήλθε στο Άργος με τη μητέρα του, ο παππούς Ακρίσιος κατέφυγε στη Λάρισα, φοβούμενος για τη ζωή του. Ο Περσέας ήθελε να γνωρίσει τον παππού του και τον ακολούθησε με αγαθές προθέσεις. Στη Λάρισα όπου τον συνάντησε, έλαβε μέρος σε νεκρικούς αθλητικούς αγώνες και πετώντας το δίσκο τραυμάτισε άθελά του τον Ακρίσιο σοβαρά, ο οποίος στη συνέχεια πέθαινε. Έτσι ο χρησμός επαληθεύτηκε.

Έθαψε τον παππού του με τιμές αλλά επειδή δεν ήθελε να τον διαδεχθεί στον θρόνο του, έκανε συμφωνία με τον ξάδελφο του Μεγαπένθη, γιο του Προίτου, να ανταλλάξουν τα βασίλεια τους. Έτσι πήρε το βασίλειο της Τύρινθος αντί του Άργους και αργότερα έκτισε τις Μυκήνες.

Όταν ο Περσέας πέθανε, οι θεοί δεν τον έστειλαν στον Άδη, αλλά στα άστρα. Μαζί του καταστέρισαν την Ανδρομέδα και τους γονείς της Κηφέα και Κασσιόπη. Έτσι δημιουργήθηκαν οι αστερισμοί του Περσέα, της Ανδρομέδας, της Κασσιόπης και του Κηφέα, αποτυπώνοντας την ιστορία τους στον ουράνιο θόλο.

Ο μύθος της Δανάης και του Περσέα είναι από τους πιο όμορφους. Γι’ αυτό και οι καλλιτέχνες εμπνέονται απ’ αυτόν, ιδιαίτερα από την ένωση της Δανάης με το Δία και από τον αποκεφαλισμό της Μέδουσας. Ο μεγάλος λυρικός ποιητής και επιγραμματοποιός Σιμωνίδης ο Κείος*** έγραψε ένα τρυφερό και χαριτωμένο ποίημα, όπου φαντάζεται μάνα και γιο να ταξιδεύουν στο πέλαγος κάτω από τη βουή των κυμάτων. Η τραγική μάνα έχει χάσει τις μυθικές της διαστάσεις· είναι η απλή γυναίκα που υπομένει τον πόνο της, η τρυφερή και στοργική μάνα και ανεξίκακη κόρη, που δε μνησικακεί για τη σκληρότητα του πατέρα.

Παραθέτουμε ορισμένους στίχους. (Η Δανάη απευθύνεται στο μωρό της):

 … Γιε μου, καημό που νιώθω! Όμως εσύ κοιμάσαι!

Πα’ στ’ άχαρα σανίδια αυτά η μικρούλα σου καρδιά

γαλήνια υπνώνει. Ξαπλωμένο μου λάμπεις στο βαθύ

σκοτάδι μέσα και στη νυχτιά τη χαλκοκαρφοπλούμιστη.

Περνά του ανέμου ο βόγκος κι η άχνη του κυμάτου

απ’ τα μαλλιά σου απάνω, όμως εσύ, ως πλαγιάζει

σε πορφυρά στρωσίδια το γλυκό σου πρόσωπο,

έγνοια καμιά δεν έχεις…

 (μτφρ. Ι. Θ. Κακριδή)

 

Υποσημειώσεις


 

* Η Μέδουσα στην ελληνική μυθολογία αναφέρεται ως μία από τις τρεις Γοργόνες. Από τις τρεις αδελφές η Μέδουσα ήταν η θνητή. Το άλλο της όνομα ήταν Γοργώ, που σημαίνει άγρια ματιά. Κόρη του Φόρκυ ή Φορκέα και της Κητούς, αδελφή των Γοργόνων Σθενώ και Ευρυάλη, και των Γραιών Δεινώ, Ενυώ και Πεφρηδώ, ήταν στην αρχή Κενταύρισσα. Κατά μια εκδοχή ήταν τόσο όμορφη που ο Ποσειδώνας ήθελε να ενωθεί μαζί της. Μεταμορφωμένος σε άλογο βρέθηκε σε επαφή μαζί της, στον ιερό χώρο της Αθηνάς. Η θεά, εξοργισμένη με το γεγονός, δεν μπορούσε να έρθει σε ρήξη με τον Ποσειδώνα και έτσι ξέσπασε πάνω στην Μέδουσα. Την μεταμόρφωσε σε απεχθές τέρας, που αντί για μαλιά είχε φίδια. Η ασχήμια της ήταν τέτοια, που όποιος την κοιτούσε στο πρόσωπο πέτρωνε. Τελικά τη σκότωσε ο Περσέας, με την βοήθεια της Αθηνάς. Το κεφάλι της, το περίφημο «Γοργόνειο», το παρέλαβε η θεά από τον ήρωα και το επίθεσε στην ασπίδα της, επειδή το κεφάλι της, ακόμη και νεκρό, πέτρωνε όποιον το κοίταζε.

** Η Ανδρομέδα ήταν κόρη του Κηφέα και της Κασσιόπης, βασιλέων του Φοινικικού βασιλείου της Αιθιοπίας. Η Κασσιόπη, θεωρούσε ότι ήταν τόσο όμορφη όσο και οι Νηρηϊδες, γεγονός που προκάλεσε την οργή του Ποσειδώνα, ο οποίος έριξε λιμό στη χώρα και έστειλε ένα θαλάσσιο κτήνος που κατέτρωγε το λαό και τη χώρα. Σύμφωνα με το χρησμό του μαντείου του Άμμωνα η σωτηρία θα ερχόταν μόνο αν ο βασιλιάς παρέδιδε την κόρη του Ανδρομέδα στο κτήνος. Έτσι η Ανδρομέδα βρέθηκε δεμένη στο βράχο, στο έλεος του κτήνους.

*** Σιμωνίδης ο Κείος:  Μεγάλος λυρικός ποιητής της ελληνικής αρχαιότητας (556 – 468 π.Χ.). Γεννήθηκε στη μικρή πόλη Ιουλίδα του νησιού Κέω (σημερινή Τζιά). Το δώρο της ποίησης το κληρονόμησε από τον πατέρα και τον παππού του και το καλλιέργησε από τη νεανική του ηλικία. Γρήγορα η φήμη του έφτασε και στην Αθήνα, όπου τον προσκάλεσε ο Πεισιστρατίδης Ίππαρχος, ο οποίος τον είχε διαρκώς μαζί του και τον τιμούσε πολύ. Μετά το θάνατο εκείνου πήγε στη Θεσσαλία, όπου τον δέχτηκαν με φιλόφρονα αισθήματα οι Σκοπάδες και οι Αλευάδες και τους οποίους εγκωμίαζε με αμοιβή. Επειδή κατά την εισβολή των Περσών οι Θεσσαλοί μήδισαν, ο Σιμωνίδης  επέστρεψε στην Αθήνα και, μετά τη νίκη στο Μαραθώνα, νίκησε σε ποιητικό διαγωνισμό τον Αισχύλο, γράφοντας ελεγεία για τους υπερασπιστές της πατρίδας. Αργότερα ύμνησε τις νίκες των Ελλήνων στο Αρτεμίσιο, στη Σαλαμίνα και στις Πλαταιές. Οι ελεγείες και τα επιγράμματά του αυτά τον έκαναν διάσημο και τον αντάμειψαν με τη φιλία του Θεμιστοκλή, του Αριστείδη και του Παυσανία.

 

       
 
 
   

Πηγές

  


  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Larousse, «Θρησκεία – Μυθολογία», τομ. 9, Τα Νέα 2008.

 

Read Full Post »

Αρχιερείς και Προύχοντες στη φυλακή της Τριπολιτσάς (1821)


 

Ιωσήφ Ζαφειρόπουλος, Οι αρχιερείς και οι προύχοντες εντός της εν Τριπόλει φυλακής εν έτει 1821

Οι αρχιερείς και οι προύχοντες εντός της εν Τριπόλει φυλακής εν έτει 1821.

Οι επαναστατικοί σχεδιασμοί των Φιλικών Πελοποννήσιων προυχόντων-προεστών και κληρικών, οι ασυνήθιστες κινήσεις και η συμπεριφορά του υπόδουλου λαού ενόχλησαν και προβλημάτισαν την τουρκική διοίκηση στην Τριπολιτσά, μήνες πριν από την έκρηξη της Επανάστασης. Είχε προηγηθεί η μυστική Συνέλευση των προεστών και κληρικών στη Βοστίτζα (29 Ιανουαρίου 1821), όπου πολλά συζητήθηκαν, συνομολογήθηκαν και υπογράφτηκαν από τους παρευρεθέντες. Εκεί συμφώνησαν και αποφάσισαν να μη μεταβούν στην Τριπολιτσά, εάν κληθούν, γιατί ήταν βέβαιη η καταδίκη τους.

Από τα τέλη του 1820 είχαν σχεδιαστεί από τους Τούρκους σφαγές των Ελλήνων προυχόντων και θρησκευτικών ηγετών, για να προλάβουν ενδεχόμενες ανεπιθύμητες κινήσεις των υποδούλων. Περίπου ένα μήνα πριν από την έκρηξη της Επανάστασης, το Φεβρουάριο του 1821, η τουρκική διοίκηση αποφάσισε να προσκαλέσει στην Τριπολιτσά τους προύχοντες και αρχιερείς της Πελοποννήσου, υπό το πρόσχημα διαβουλεύσεων.

Σκοπός τους ήταν να αποφύγουν απρόβλεπτες εξελίξεις, οι οποίες θα ανέτρεπαν το κλίμα ηρεμίας στη χώρα, τη στιγμή μάλιστα που ο Χουρσίτ, ο νέος πασάς της Πελοποννήσου, ήταν απασχολημένος στα Γιάννενα, προσπαθώντας να περιορίσει τις δραστηριότητες του Αλή Πασά. Το έργο ανέλαβε ο Μεχμέτ Σελήχ, αναπληρωτής του απουσιάζοντος πασά, γνωστός ως καϊμακάμης. Οι προύχοντες και οι αρχιερείς, παρά τα συμφωνηθέντα στη Βοστίτζα, ανταποκρίθηκαν στις τουρκικές αρχές της Τριπολιτσάς προκειμένου να διασκεδάσουν τις βάσιμες υποψίες τους και να μη δώσουν επιχειρήματα για γενικευμένες σφαγές.

Το πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου 1821 (8-9 του μηνός) εμφανίστηκαν ενώπιον του καϊμακάμη δεκαέξι προεστοί και οχτώ αρχιερείς με τις συνοδείες τους˙ οι προεστοί Αναστάσιος Μαυρομιχάλης, γιος του Πετρόμπεη, Ιωάννης Τομαράς, Αντωνάκης Καραπατάς, Ιωάννης Βιλαέτης, Πανάγος Κυριακός, Αναγνώστης Κωστόπουλος, Ανδρέας Καλαμογδάρτης, Μήτρος Ροδόπουλος, Σωτηράκης Νοταράς, Ιωάννης Περούκας, Γιαννούλης Καραμάνος, Αναγνώστης Κοπανίτζας, Μελέτης Μελετόπουλος, Νικόλαος Γεωργακόπουλος, Θεόδωρος Δεληγιάννης και ο Παπαλέξης˙ οι αρχιερείς, Τριπολιτσάς Δανιήλ, Μονεμβασίας Χρύσανθος, Ανδρούσης Ιωσήφ, Δημητσάνης Φιλόθεος, Ναυπλίου Γρηγόριος, Χριστιανουπόλεως Γερμανός, Κορίνθου Κύριλλος και Ωλένης Φιλάρετος.

Οι προύχοντες και αρχιερείς των Πατρών και Καλαβρύτων δεν προσήλθαν, εφαρμόζοντας τη σχετική απόφαση της Βοστίτζας, παρά τις επίμονες προσκλήσεις και τις διαβεβαιώσεις των Τούρκων για την ασφάλειά τους. Το γεγονός ενίσχυσε τις υποψίες του Σελήχ και των Τούρκων της Τριπολιτσάς. Η τουρκική διοίκηση υπέθετε ότι με την αιχμαλωσία των πολιτικών και θρησκευτικών ηγετών θα φρονημάτιζε τους υποδούλους και θα ανέστελλε κάθε σκέψη και κίνηση αμφισβήτησης των πολιτικών πραγμάτων, που θα καθιστούσε επισφαλή τη θέση των Οθωμανών στον Μοριά.

Τις λεπτομέρειες της φυλάκισης των ομήρων γνωρίζουμε από τρία, μικρά σε έκταση, αλλά εξαιρετικής σημασίας, απομνημονεύματα αιχμαλώτων κληρικών˙ του διακόνου Ιωσήφ Ζαφειρόπουλου, του Τριπολιτσάς Δανιήλ (στιχούργημα) και του Ανδρούσης Ιωσήφ. Ο ιστορικός Τ. Γριτσόπουλος ομαδοποιεί τα αξιόλογα αυτά κείμενα και τα ονομάζει «Απομνημονεύματα κληρικών – δεσμωτών». Η ιστορική σπουδαιότητα αυτών των κειμένων έγκειται στο γεγονός ότι καταγράφουν με ακρίβεια την ψυχολογία των αιχμαλώτων, ψυχογραφούν τη στάση των δυναστών και αποδεικνύουν πόσο τεταμένες υπήρξαν οι σχέσεις και οι διαθέσεις κυριάρχων και υποδούλων.

Η Επανάσταση έχει γενικευθεί στον Μοριά και η Τριπολιτσά πολιορκείται από τους Έλληνες με την αρχηγία του Θ. Κολοκοτρώνη. Οι εξελίξεις στην πολιορκία της πόλης και η επιτυχημένη απόκρουση επιθετικών αντιπερισπασμών των εγκλείστων Τούρκων (μάχες Βαλτετσίου, Βερβαίνων, Γράνας), έχουν άμεσο αντίκτυπο στην ψυχολογική διάθεση και συμπεριφορά των Τούρκων˙ ο τουρκικός όχλος της Τριπολιτσάς εξεγείρεται και απαιτεί την άμεση εκτέλεση των ομήρων. Οι τελευταίοι προσεύχονται για την επιτυχία των ελληνικών όπλων και αγωνιούν.

Οι Τούρκοι πιέζουν τους αιχμαλώτους να ενδώσουν και να μεσιτεύσουν με τη θέλησή τους, ώστε να λυθεί η πολιορκία της πόλης, να ανασταλεί κάθε επαναστατική δραστηριότητα και να επιστρέψουν οι ραγιάδες στο προηγούμενο καθεστώς.

Παρά τη δεινή θέση τους, οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς έχουν χάσει την ψυχραιμία τους και συμπεριφέρονται προκλητικά όχι μόνο στους ομήρους, αλλά και στους εναπομείναντες εντός της πόλης χριστιανούς.

Την Κυριακή του Θωμά (17 Απριλίου 1821), καθώς εξιστορεί ο Ιωσήφ Ζαφειρόπουλος, οι όμηροι μεταφέρθηκαν «εις το κάτω μέρος του Σεραγίου, εις δεινοτάτην και φρικτοτάτην ειρκτήν των καταδίκων… Αυτή δε η ειρκτή περιωρισμένη εις εν δωμάτιον έκειτο υπό το Σεράγιον επί του εδάφους, αριστερώθεν του εισερχομένου διά της του Σεραγίου Πύλης» και δέθηκαν όλοι στο φοβερό Κούτσουρο, «εις τας οπάς του οποίου εισήρχοντο οι πόδες των βασανιζομένων….Εισελθόντες δε εις ταύτην την φυλακήν συνέδεσαν διά μακράς αλύσεως τους Αρχιερείς και Προύχοντας την εσπέραν εκείνην».

Φόβος και αγωνία κατέλαβε τους ομήρους. Ο προεστός Μήτρος Ροδόπουλος «ένεκα του φόβου ηρνήθη την πατρώαν ημών θρησκείαν» και απέφυγε τα δεινά της φυλακής, ενώ ο καϊμακάμης παρέλαβε υπό την προστασία του τον Αναστάση Καλαμογδάρτη και ο Κιαμήλμπεης τον Κορίνθου Κύριλλο και τον Σωκράτη Νοταρά, οι οποίοι δεν φυλακίστηκαν, αλλά παρέμειναν στο σεράγι καθ’ όλη τη διάρκεια της πολιορκίας.

Τόσο στενά ήταν στοιβαγμένοι μέσα στο μικρό χώρο οι δεκαεννέα φυλακισμένοι «ώστε ουδέ τους πόδας ηδύναντο να εκτείνωσιν, αλλά νυχθημερόν καθήμενοι διαλέγοντο, και ούτως εκοιμώντο επί πέντε ολόκληρους μήνας, μη δυνάμενοι να ανακληθώσι… Αέναος ιδρώς έρρε ποταμιδόν εκ των σωμάτων αυτών, εξ ου τα ενδύματα αυτών εσάπησαν».

Την επομένη, Δευτέρα 18 Απριλίου, εκτελέστηκαν δεκαοκτώ Έλληνες υπηρέτες και σωματοφύλακες των αιχμαλώτων «αφού έρριψαν επάνω τους επτακοσίας βολάς τηλεβόλων, απέτεμαν τας κεφαλάς», εκτός ενός νέου, ο οποίος δειλίασε, εξώμοσε και αφέθηκε ελεύθερος.

Δικαιολογήθηκαν οι Τούρκοι στους ομήρους ότι την εκτέλεση διέταξε ο καϊμακάμης για να σώσει τις ζωές τους από τη μανία του τουρκικού όχλου της Τριπολιτσάς, ο οποίος ορκίστηκε να εισβάλει στο σεράγι και να τους θανατώσει. Οι Τούρκοι ιθύνοντες ήλπιζαν ακόμη σε ειρηνικές διαπραγματεύσεις με τους πολιορκητές, χρησιμοποιώντας τους προεστούς και αρχιερείς ως όπλο.

Με την άφιξη στην Τριπολιτσά του κεχαγιά Μουσταφά μπέη (Κεχαγιάμπεη) μαζί με περίπου 4.000 Αλβανούς στρατιώτες, οι Τούρκοι αποφυλάκισαν προσωρινά τους ομήρους στο πλαίσιο της πολιτικής κατευνασμού των Ελλήνων. Μόλις δεκατρείς ημέρες πριν από την άλωση, στις 10 Σεπτεμβρίου, οι δέσμιοι μεταφέρθηκαν σε τρία μεγαλύτερα δωμάτια του σεραγιού και τους περιποιήθηκαν με την υστερόβουλη σκέψη ότι θα επηρεάσουν τους Έλληνες πολιορκητές, ώστε να επέλθει συμβιβασμός.

Η διάθεση συνεννόησης των Τούρκων αποδεικνύει απόγνωση, δεινή αμυντική θέση και πολιτικό αδιέξοδο, ενώ εμμέσως αναγνωρίζεται η επιτυχία της στρατηγικής τακτικής των πολιορκητών. Όμως καμιά θετική εξέλιξη δεν σημειώνεται˙ ο αποκλεισμός της πόλης ήταν απόλυτος και η πτώση της επήλθε στις 23 Σεπτεμβρίου.

Από τα δεινά της ειρκτής, τις κακουχίες, τον υποσιτισμό και τις αρρώστιες πέθαναν οι φυλακισμένοι πρόκριτοι Αναγνώστης Κωστόπουλος, Θεόδωρος Δεληγιάννης καθώς τον μετέφεραν εκτός της πόλης μετά την άλωσή της, ο Ιωάννης Περούκας στον Αχλαδόκαμπο, στο δρόμο προς τοΆργος και ο Παπαλέξης˙ από τους αρχιερείς, ο Ναυπλίου Γρηγόριος, ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός, ο Δημητσάνης Φιλόθεος και από τους κληρικούς ο πρωτοσύγκελος Ανδρούσης Χρύσανθος.

Προεστοί, αρχιερείς, φύλακες και υπηρέτες των προεστών, κληρικοί βοηθοί των αρχιερέων, έδωσαν από κοινού το δικό τους αγώνα με την αυθόρμητη μετάβασή τους στη φοβερή Τριπολιτσά, υπομένοντας τα πάνδεινα εντός της φυλακής, χωρίς διχογνωμίες και υπολογισμούς, επισπεύδοντας την έκρηξη της Επανάστασης.

 

 Παναγιώτης Βελισσάριος

ιστορικός, προϊστάμενος ΓΑΚ- Αρχείων

Νομού Αρκαδίας, Τρίπολη.

 

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η άλωση της Τριπολιτσάς», τεύχος 204, 25 Σεπτεμβρίου 2003.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »