Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Περιηγητές’

Ντόντουελ Έντουαρντ  – Edward Dodwell (1767 – 1832)


 

 

Edward Dodwell

Ο Edward Dodwell, υπήρξε ζωγράφος, περιηγητής, αρχαιοδίφης και συγγραφέας. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Γεννήθηκε το 1767 στο Δουβλίνο, σπούδασε φιλολογία και αρχαιολογία στο Trinity College του Cambridge και συνέχισε τις σπουδές του αποκτώντας το πτυχίο του Bachelor of Arts. Κάτοχος σημαντικής περιουσίας, χωρίς επαγγελματική υποχρέωση, επιδίδεται απερίσπαστος στη μελέτη των πολιτισμών της Μεσογείου.

Επισκέφτηκε την Ελλάδα τρεις φορές:  το 1801, το 1805 και το 1806. Το 1819  εξέδωσε το, «A Classical and Topographical Tour through Creece», μια λεπτομερής έκθεση των ταξιδιών του σε δύο μεγάλους τόμους, που αποτελεί πολύτιμη πηγή πληροφοριών πάνω στις συνθήκες ζωής της Ελλάδας πριν τον αγώνα για την ανεξαρτησία. Συνοδευόταν από τον προσωπικό του ζωγράφο τον Ιταλό Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. Το Δεκέμβριο του 1805 βρίσκεται στην Κόρινθο και από εκεί επισκέπτεται το Άργος, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα, την Επίδαυρο, το Κρανίδι και άλλες περιοχές της Αργολίδας.  Για  τις εντυπώσεις του στην Αργολίδα αφιερώνει 100 περίπου σελίδες, στον δεύτερο τόμο του έργου του.     

Όπως λέει και ο τίτλος, η εργασία του Dodwell ήταν, στο μεγαλύτερο μέρος της,  τοπογραφική και αρχαιολογική σε έκταση. Έχοντας αποκτήσει μια τυπική κλασσική εκπαίδευση στο Trinity College, του Cambridge, ήταν ικανός να εφαρμόσει τη γνώση του πάνω στις πηγές σε αρχαιολογικά θέματα για να συλλέξει ένα τεράστιο όγκο υλικών που το κατηγοριοποίησε με τρόπο λεπτομερή και πολυμαθή.

Στη γερμανική του μετάφραση το, «A Classical and Topographical Tour through Creece», 1821,  περιλαμβάνει τριάντα έγχρωμα χαρακτικά με τοπία της χώρας. Η ακρίβεια στην απόδοση των τοπίων, των αρχαίων ερειπίων και των ανθρωπίνων μορφών με τις ενδυμασίες τους καθιστούν τις γκραβούρες του πραγματικές μαρτυρίες της εποχής. Η ακρίβεια και η παρουσία χρώματος καθιστά, δύο αιώνες μετά τη δημιουργία τους, τα έργα του Ντόντουελ δυσεύρετα και πολύτιμα.

Το δεύτερο έργο του «Views in Creece», εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1821, με πολλές γκραβούρες, δίνοντας  έτσι μια ολοκληρωμένη άποψη της Ελλάδας του 19ου αιώνα.

Με την ολοκλήρωση των περιηγήσεών του ζει στην Ιταλία, κυρίως  στη Ρώμη και τη Νεάπολη, ευνοούμενος του Βατικανού. Το 1830 όταν εξερευνά τα όρη της Ιταλίας προσβάλλεται από σοβαρή ασθένεια από την οποία και πέθανε στις 13 Μαΐου 1832 στη Ρώμη. Η τριάντα χρόνια νεότερη σύζυγός του Theresa, κόρη του Count Giraud, έγινε γνωστή σαν η «όμορφη» κόμισσα του Spaur, και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην πολιτική ζωή της παπικής πόλης.

Η τελευταία του δουλειά, «Views and Descriptions of Cyclopian or Pelasgic Remains in Italy and Creece », κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του, στο Λονδίνο το 1834.

Πηγές


 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Καλλέργης Δημήτριος – Η αιχμαλωσία και η απελευθέρωσή του, 1827


  

Δημήτριος Καλλέργης – Η αιχμαλωσία και η απελευθέρωσή του κατά την αφήγηση του Γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ.

 

Ο πετυχημένος και δη­μοφιλής συγγραφέας, πρίγκιπας Χέρμαν φον Πύκλερ-Μούσκαου (Hermann von Pueckler-Muskau, 1785-1871), ξεκίνησε ένα μεγάλο ταξίδι προς την Βόρεια Αφρική και την Ανατολή το οποίο διήρκεσε σχεδόν έξι χρόνια. Από το Αλγέρι πήγε στην Τυνησία. Από εκεί πέρασε στη Μάλτα και έφθασε στην Ελλάδα όπου έμεινε ένα ολόκληρο χρόνο. Στην Ελλάδα, το 1836, ο Γερμανός πρίγκιπας, διασχίζει την χώρα από την μια μεριά στην άλλη. Τις ποικίλες και πλούσιες εντυπώσεις του τις καταγράφει, με εξαιρετική λεπτομέρεια, σχεδόν μέρα με την ημέρα, στο ημερολόγιό του.

Κατά την μεγάλη περιοδεία του στην Πελοπόννησο από το Μάιο μέχρι τον Ιούλιο του 1836 ο Πύκλερ συναντά άλλους διάσημους αγωνιστές, τον Καλλέργη στο Άργος, τον Κολιόπουλο (ή Πλαπούτα) στην Τριπολιτσά, τον Ιατράκο στο Μυστρά και την αρχοντική οικογένεια Μαυρομιχά­λη στη Μάνη. Όλοι του διηγούνται, ο ένας περισσότερα, ο άλλος λιγότερα, κάτι από τα παλαιά βιώματά τους στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας. Το πιο ανατριχιαστικό επεισόδιο το ακούει από το στόμα του συνταγματάρχη Δημήτρη Καλλέργη στο Άργος. Την 30η  Μαΐου του 1836 γράφει στο ημερολόγιό του:

 

Δημήτριος Καλλέργης

« Ο συνταγματάρχης Καλλέργης, ένας από τους αρχηγούς και ο πιο πλούσιος γαιοκτήμονας της χώρας, ένας πολύ μορφωμένος άνδρας που έχει ταξιδέψει σε όλη την Ευρώπη και είχε μια φοβερή περιπέτεια στον πόλεμο, με κάλεσε ήδη από την Αθήνα να τον επισκεφθώ στο Άργος. Για αυτό πήγα σήμερα σε αυτή την πόλη, που δεν είναι μακριά απ’ εδώ [το Ναύπλιο], ούτε δυο ώρες δρόμου [……………].

Στο Άργος, στη φιλόξενη οικεία του ξενοδόχου μας, μας υποδέχθηκαν εκτός από τον ίδιον και την νέα σύζυγό του ένας ψηλός αλλά από την ηλικία και τις ταλαιπωρίες κάπως κυρτωμένος ήρωας της παλαιάς φρουράς του Ναπολέοντα, ο λοχαγός Σαρντόν ντέ λά Μπάρ, αξιωματικός της Λεγεώνας της Τιμής, επίσης ένας όμορφος πιο νέος Γάλλος, ο ίλαρχος Σεδάζ, και ένας Ιταλός με μαύρα μαλλιά με μπούκλες, ο μοίραρχος της χωροφυλακής Μοράντι, ο οποίος έπαιζε ένα σπουδαίο ρόλο στην ιταλική επανάσταση και διέφυγε ως εκ θαύματος από το κρέμασμα στη Μόντενα.

Είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο να βλέπεις μπροστά σου έναν πολεμιστή από την παλαιά φρουρά του Ναπολέοντα, σου φαίνεται σαν να είναι ένα απομεινάρι από μια ράτσα που έχει εξαφανιστεί, ένα γένος που έχει περάσει, και κοιτάζεις τον πρώην εχθρό με λύπη και συγχρόνως με ένα είδος σεβασμού. Διότι, όπως οι μύτες των βουνών στη δύση του ηλίου φωτίζονται, ακόμη από το χρυσό του χρώμα, έτσι φαίνεται να λάμπει ακόμη μια ακτίνα από το αστέρι του Ναπολέοντα επάνω στο πρόσωπο αυτών των γενναίων. Το σπίτι του συνταγματάρχη Καλλέργη είναι ίσως, έξω από την Αθήνα, το μόνο σπίτι στην Ελλάδα που ανήκει σε έναν ντόπιο όπου υπάρχουν ευρωπαϊκά κομφόρ. Έτσι η ημέρα μας πέρασε πολύ ευχάριστα με υλικές και πνευματικές απολαύσεις» [………….].

 

Ο Καλλέργης ξεναγεί τον φιλοξενούμενό του στο Άργος και το βράδυ οι δυο ανεβαίνουν με τα άλογά τους στην Ακρόπολη για να εξερευνήσουν λεπτομερώς το κάστρο και για να απολαύσουν από εκεί το ηλιοβασίλεμα. Την άλλη μέρα ο Καλλέργης οδηγεί τον Πύκλερ με την άμαξά του στο Ηραίον έξω από το Άργος όπου υπήρχε παλαιά ο τόσο λαμπρός ναός της Ήρας, τον οποίον είχε περιγράψει ο Παυσανίας. Στο γυρισμό τους προς το Άργος ο Καλλέργης διηγείται στον Πύκλερ την τρομερή περιπέτεια της αιχμαλωσίας του κατά τη δεύτερη πολιορκία της Ακροπόλεως των Αθηνών, τον Απρίλιο του 1827 [1]:

 

«Σε αυτή την άτυχη υπόθεση 4000 Έλληνες παρακινούμενοι κυρίως από τις παρακινήσεις και πικρές παρατηρήσεις του Λόρδου Κόχραν και προσβεβλημένοι στην τιμή τους, δέχθηκαν να αποβιβαστούν από τα πλοία και να πάρουν την πιο επικίνδυνη θέση σε μια πεδιάδα απέναντι σε ένα στρατό 30.000 Τούρκων ενώ δεν διέθεταν καθόλου πυροβόλο. Μόλις άρχισαν να χαρακωθούν λίγο, το τούρκικο ιππικό αποτελούμενο από 12.000 άνδρες έκανε μια τόσο δυνατή και καλά επιχειρημένη επίθεση εναντίον τους που η μικρή ομάδα σε ένα δευτερόλεπτο εξαφανίστηκε από προσώπου γης – όπως το περιέγραψε χαρακτηριστικά ο Καλλέργης.

Οι Τούρκοι έκαναν την επίθεσή τους περίπου με τον τρόπο τον οποίο είχε προτείνει ο φόν Μπύλω [von Buelow, Πρώσος στρατηγός] για τις επιθέσεις εναντίον του τετραγώνου του πεζικού, δηλαδή κράτησαν τα ηνία στο στόμα τους, σκέπασαν με το αριστερό χέρι τα μάτια τους και με το σπαθί ψηλά στο δεξί χέρι όρμησαν τυφλά στα χαρακώματα τα οποία οι Έλληνες είχαν ανοίξει βιαστικά.

Ο Καλλέργης βρέθηκε σε ένα από τα πιο μπροστινά χαρακώματα και δέχθηκε από ένα ιππέα του οποίου το άλογο πήδηξε πάνω από το χαράκωμα ένα τέτοιο κτύπημα με το μυτερό τούρκικο αναβολέα στο στήθος που έπεσε ανάσκελα και δεν μπόρεσε πια κα­θόλου να αμυνθεί. Τώρα ο ιππέας τράβηξε επάνω του με το διπλοπιστόλι του και οι δυο σφαίρες του τρύπησαν το πόδι ενώ μια άλλη σφαίρα του κατασύντριψε τελείως το κόκκαλο του ποδιού πάνω από τον αστράγαλο. Μετά ο Ιππέας έσπευσε παρά πέρα αλλά ένας άλλος τον ακολούθησε αμέσως και έριξε άλλη μια τουφεκιά στον πεσμένο καπετάνιο. Αυτή η σφαίρα του τρύπησε το μπούτι και ο Καλλέργης έμεινε για ορισμένο καιρό εντελώς αναίσθητος.

Όταν συνήλθε από την λιποθυμία και άνοιξε τα μάτια του είδε έναν ντελή πασά που σταμάτησε μπροστά του και διέταξε μερικούς της ακολουθίας του να τον σηκώσουν. Τον μετέφεραν στο στρατόπεδο των Τούρκων και τον κατέβασαν σε μια σκηνή, γεγονός το οποίο οφειλόταν πιθανώς στον πολύ πλούσιο Ιματισμό του πού πρό­διδε ότι ήταν καπετάνιος. Τώρα προσπάθησε μόνος του να επιδέσει προσωρινά, με λωρίδες που έσκισε από τη φουστανέλα του, τις πληγές του που άρχισαν να του προκαλούν ισχυρότατους πόνους. Την επόμενη μέ­ρα ενώ είχε πολύ ψηλό τραυματικό πυρετό τον έσυραν μπροστά από τον Κιουταχή πασά, ο οποίος τον ρώτησε πως λέγεται και γιατί είχε σηκώσει τα όπλα εναντίον του νόμιμου κυρίαρχού του.

Ο Καλλέργης απάντησε: «Για την προστασία της θρησκείας μου». Ο Κιουταχής πασάς απάντησε ειρωνικά ότι σίγουρα η θρησκεία θα τον ανησυχούσε το λιγότερο. «Πρέπει όμως να μ’ επηρεάζει», απάντησε ο Καλλέργης, «αφού με έφερε εδώ χωρίς να με ανάγκασε καμία δυσχέρεια». Ο Κιουταχής πασάς έκανε μια περιφρονητική χειρονομία και έδωσε ένα σήμα το οποίο σήμαινε την καταδίκη σε θάνατο. Μετά ο αιχμάλωτος οδηγήθηκε, μαζί με μερικές εκατοντάδες συντρόφους του, σε μια ανοικτή πλατεία και όλοι έπρεπε να στέκονται σε μια σειρά- ο Καλλέργης ήταν ένας από τους τελευταίους.

Από πάνω άρχισε τώρα ο αποκεφαλισμός ο οποίος έγινε με μεγάλη ταχύτητα έτσι ώστε μετά από λίγο καιρό μόνο τέσσαρες με πέντε άνδρες έμειναν ζωντανοί στη σειρά πριν από τον Καλλέργη. Μετά από την κα­τάργησή τους σίγουρα η σειρά θα ερχόταν σε αυτόν. «Η άθλια κατάστα­σή μου», είπε ο συνταγματάρχης, «οι αφόρητοι πόνοι που με ταλαιπώρησαν, η νάρκωση στην οποία με έφεραν όλα που έβλεπα γύρω μου, με έκαναν εντελώς αναίσθητο για το φόβο του θανάτου˙ επιθύμησα το θάνατο και θυμάμαι πολύ έντονα την αίσθηση χαρούμενης περιέργειας με την σκέψη τι θα συναντούσα τώρα στον άλλο κόσμο.

 

Δημήτριος Καλλέργης

 

Αυτή τη στιγμή δημιουργήθηκε ένας φοβερός θόρυβος. Ο γνωστός μου ντελής πασάς με μια ακολουθία πάνω από εκατό ιππέων πλησίασε με πλήρη καλπασμό των αλόγων και έσπρωξε τους Αλβανούς της φρουράς μας στην άκρη. Δυο άνδρες με άρπαξαν, με έριξαν πάνω σε ένα άλογο και έτρεξαν με εμένα προς το μέρος του στρατοπέδου, όπου ο προστάτης μου είχε τη δική του σκηνή. Εκεί με κατέβασαν και προσέφεραν κάποια ανακούφιση στην θλιβερή κατάστασή μου.

Ο λόγος αυτού του συμβάντος ήταν ο εξής: Ο ντελής πασάς με είχε ρωτήσει από την αρχή αν είχα περιουσία και αν θα μπορούσα να πληρώσω λύτρα και εγώ απάντησα καταφατικά. Αυτό τον παρακίνησε στην πραγματοποίηση αυτής της απόπειρας και όταν, την άλλη μέρα, πλησίασε στον κοιτώνα μου με ρώτησε εκ νέου, πόσο θα του πλήρωνα αν θα έσωζε τη ζωή μου, και με ποιο τρόπο τα χρήματα θα έρχονταν στα χέρια του. Απάντησα ότι αν θα μπορούσα να στείλω μια επιστολή στον αδελφό μου αυτός σίγουρα θα πλήρωνε μερικές χιλιάδες κολονάτα για την απελευθέρωσή μου και ότι οπωσδήποτε διαθέτει τα μέ­σα πραγματοποίησης ενός τέτοιου σχεδίου. «Καλά», απάντησε ο Τούρκος, «γράψε στον αδελφό σου και ζήτησέ του 4000 κολονάτα [2]. Αλλά πρόσεχε», πρόσθεσε με άγριο ύφος, «στην περίπτωση που προσπαθήσεις να με απατήσεις, μόνο και μόνο για να πετύχεις την αναβολή, θα σε κόψουν από κάτω μέχρι επάνω σε κομμάτια». Χωρίς να απαντήσω σε αυτή την απειλή έγραψα την απαιτούμενη επιστολή και την έδωσα στον ντελή πασά. Φαίνεται ότι αυτός ήταν ευχαριστημένος και με ένα πιο καταδεχούμενο ύφος πλέον μου εξάγγειλε ότι έχει πολλή δυσκολία να με σώσει διότι οι Αλβανοί τον έχουν καταγγείλει στον Κιουταχή πασά και θυμωμένοι ζητούν το κεφάλι του. Να μη ανησυχήσω όμως, είπε, θα με πάνε τώρα στους υπόλοιπους αιχμαλώτους που υπάρχουν ακόμη, για να κάνω την ίδια δουλειά με αυτούς, αλλά να μη τους πω ούτε μια λέξη από τη συζήτηση που είχαμε μεταξύ μας, διότι με την πρώτη αναφορά σε αυτή σίγουρα θα μου έκοβαν αμέσως το κεφάλι».

«Στη μεγάλη σκηνή όπου οδηγήθηκα βρήκα 14 από τους άτυχους συντρόφους μου που από χθες έπρεπε να υποβάλλονται με ζήλο στη εξής δουλειά – να βγάλουν το δέρμα από τα κεφάλια των εκτελεσμένων. Αυτό έγινε με τον εξής τρόπο: Πίσω στο κρανίο γίνεται μια τομή και τα κόκαλα και οι χόνδροι εξάγονται προσεκτικά – μετά όλα αλατίζονται πολύ καλά και, όπως συνηθίζεται στην κατασκευή του κόκκινου φεσιού, το δέρμα τυλίγεται επάνω και συμπιέζεται. Μετά τα κρέμασαν στη σειρά σε ένα τεντωμένο σχοινί, κατά δωδεκάδες συρραμμένα μαζί. Οι σύντροφοί μου είχαν φτάσει ήδη σε μια θλιβερή επιδεξιότητα σε αυτή τη τρομερή δουλειά στην οποία έπρεπε τώρα να υποβάλλομαι και εγώ. Όταν αρχικά αρνήθηκα γεμάτος τρόμο, με κακοποίησαν με το πιο άγριο τρόπο, με κτύπησαν και με κλότσησαν στο πρόσωπο, μέχρι που, στην απελπισία μου, αποφάσισα να πράξω το αναπόφευκτο. Ήταν μια φοβερή σύμπτωση ότι το πρώτο κεφάλι που μου έδωσαν στο χέρι ήταν αυτό του πιο πιστού υπηρέτη μου, ενός μουγκού, ο οποίος από μικρό παιδί είχε μεγαλώσει δίπλα μου και μου έχει σώσει πάνω από μια φορά τη ζωή. Αυτός λόγω της τόλμης και της ανδρείας του, ήταν γνωστός σε όλο το ελληνικό στρατό. Έκλαψα σαν ένα παιδί, αλλά παρά ταύτα δεν μπορούσα να προκαλέσω τον οίκτο των απάνθρωπων βασανιστών μου.

Φαντασθείτε τα αισθήματα μου, ξεφώνησε ακόμη τώρα με δάκρυα πόνου στα μάτια του ο συνταγματάρχης, όταν έπρεπε να αρχίσω, κάτω από συνεχείς σφοδρές κακοποιήσεις, την φρικτή εγχείρηση στο κεφάλι του πλάσματος που ήταν ίσως, σε όλο τον κόσμο, το πιο αφοσιωμένο σε μένα. Πέρασα μερικές μέρες εδώ, ενώ το κατασυντριμμένο πόδι μου είχε μετατραπεί μέχρι επάνω σε μια άμορφη φουσκωμένη μάζα μαύρου χρώματος, έτσι ώστε μπορούσα να ελπίσω ότι αυτά τα σημάδια μιας φλεγμονής θα έβαλαν γρήγορα ένα επιθυμητό τέλος στην άθλια ύπαρξή μου. Είχαμε τώρα επεξεργαστεί όλα τα κεφάλια που ήταν συνολικά πάνω από 1200. Μόλις τα είχαμε παραδώσει, όλοι οι σύντροφοί μου, τους οποίους είχαν αφήσει ζωντανούς μόνο και μόνο για να κάνουν αυτή τη δουλειά, οδηγήθηκαν χωρίς καθυστέρηση στην δική τους εκτέλεση, και πριν από την παρέλευση μισής ώρας έριξαν τα κεφάλια εκείνων μπροστά μου και με γέλια μου έδωσαν την διαταγή να ασκήσω τώρα μόνος μου την τέχνη μου σε αυτά.

Μόλις αυτό είχε γίνει ο ντελής πασάς ήρθε πάλι στη σκηνή και μου εξάγγειλε ότι ο αδελφός μου είχε απαντήσει και είχε καταθέσει τα χρήματα έτσι ώστε, την στιγμή της παράδοσής μου, θα μπορούσαν να αναληφθούν με σιγουριά. Μετά δίστασε, σαν να ντρεπόταν να συνεχίσει. Στο τέλος είπε με πολλή ευγένεια ότι λυπάται, αλλά ότι οι επείγουσες καταστάσεις απαιτούν κάτι ακόμη που θα είναι απαραίτητο για τη σωτηρία μου. Δηλαδή η εκτέλεση του σχεδίου αυτού έπρεπε να γίνει με απόλυτη μυστικότητα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο Κιουταχής πασάς είχε δώσει την σιωπηλή έγκρισή του, διότι οι Αλβανοί στασίασαν ήδη εξ αιτίας μου και ζητούν με τέτοια επιμονή το θάνατό μου, που κανείς δεν μπορεί πια να τους το απαρνηθεί επίσημα. «Για αυτό», πρόσθεσε, «πρέπει να απατηθούν και ο μόνος τρόπος που υπάρχει είναι να τους παρουσιαστεί ένα μέρος του κεφαλιού σου με φρέσκα αίματα για να πιστέψουν στο ότι εσύ έχεις σκοτωθεί μαζί με τους υπόλοιπους. Μετά, την νύχτα, θα σε εξαφανίσω κρυφά».

Πριν συνέλθω από την έκπληξή μου λόγω μιας τόσο παράξενης προσφώνησης, δυο δυνατοί άνδρες μ’ έπιασαν από τα χέρια και την ίδια στιγμή ένας τρίτος μου έκοψε με ένα μαχαίρι ξυρίσματος το αριστερό αυτί, το οποίο μου προκάλεσε έναν φοβερά καυτό πόνο. Σαν ένα θηρίο ελευθερώθηκα, αλλά αμέσως οι δυο άνδρες ήθελαν πάλι να με πιάσουν. Ο ντελής πασάς έδωσε όμως ένα σήμα ότι αυτά που έγιναν ήταν αρκετά. Ο ίδιος πήρε με προσοχή το αυτί μου στα χέρια του και έσπευσε έξω από τη σκηνή, ενώ εγώ, μισό αναίσθητος, έμεινα μόνος μου. Κατά τα μεσάνυχτα ήρθαν να με πάρουν, και με έβαλαν, ενώ είχα φοβερούς πόνους, επάνω σε ένα άλογο. Τελικά έφτασα στο λιμάνι όπου ο πλοίαρχος Χάμιλτον με παρέλαβε από τους Τούρκους που με είχαν φέρει εκεί.

Όλοι όπως και εγώ ο ίδιος θεωρούσαμε πως ήταν ένα πραγματικό θαύμα ότι – παρ’ όλη την κατάσταση των πληγών μου που είχαν μείνει για δέκα μέρες χωρίς καμία ιατρική περίθαλψη και παρ’ όλες τις συγκινήσεις που με τάραξαν αυτές τις μέ­ρες – θεραπεύθηκα εντελώς, έτσι ώστε μετά από λίγους μήνες ήμουν πάλι στη θέση να λάβω ενεργό μέρος στην απελευθέρωση της πατρίδας μου που προχωρούσε όλο πιο πολύ. Επίσης τα επόμενα χρόνια δεν είχα ποτέ πια προβλήματα υγείας λόγω αυτού που έπαθα. Ο χειρουργός του πλοίου ήθελε μεν να μου κόψει οπωσδήποτε το βλαμμένο πόδι και με προειδοποίησε ότι θα πεθάνω αν αυτό δεν γίνει, όμως εγώ επέμενα στην άρνη­σή μου, και σε αυτή οφείλω, δόξα στο Θεό, την ευτυχή διατήρηση του πο­διού μου. Μόνο το αυτί που μου λείπει θα μου μείνει για πάντα ως ενθύμιο αυτών των τρομερών καιρών, όπως επίσης μια βαθιά θλίψη για αυτά που πέρασα, που ακόμη σήμερα με γεμίζει συχνά με μια αξεπέραστη μελαγχολία».

Ο συνταγματάρχης ήταν φανερά συγκλονισμένος από την αφήγησή του και μου ήρθε η σκέψη στο νου μου ότι πολλές φορές η πραγματικότητα ξεπερνάει την πιο τολμηρή πτήση της φαντασίας. Πάντως, όποιος γνωρίζει τον συνταγματάρχη Καλλέργη, τον οποίον όλοι εκτιμούν και αγαπούν, όποιος ξέρει την μετριοφροσύνη και την απλότητά του, δεν μπορεί να αμφισβητήσει την απόλυτη αλήθεια της παραμικρής λεπτομέρειας της αφήγησής του, την οποίαν άλλωστε τόσοι ονομαστοί μάρτυρες επιβεβαιώνουν σαν αυθεντική».

 

Υποσημειώσεις


[1] Ο Δημήτρης Καλλέργης ηγείτο τότε, στη μάχη του Φαλήρου, το σώμα των Κρητικών. (Βλ.: Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. Ζ’, σ. 726).

[2] Το «κολονάτο» ήταν αυτή την εποχή ένα νόμισμα στην Ανατολή και τη Βε­νετία. Η ονομασία προερχόταν από την πίσω πλευρά του νομίσματος, που έδειχνε τις κολόνες του Ηρακλή. Η αξία του κολονάτου ήταν 6 δραχμές. Δηλαδή ο Τούρκος ζήτησε λύτρα 24.000 δραχμών για τον Καλλέργη.

 

Πηγή


  • Ρεγγίνα Quack Μανουσάκη, « Ήρωες και επεισόδια από την Ελληνική Επανάσταση κατά την αφήγηση του Γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ»,  Μνημοσύνη, Ετήσιον περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού,  τόμος 16ος, 2003-2005, Εν Αθήναις, χ.χ.

 

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου (Théâtre D’ Épidaure), επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843, δημοσιεύεται στο «Voyage pittoresque en Grèce et dans le Levant  fait en 1843-1844», Λυών,  1867.

 

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

 Το Θέατρο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου οικοδομήθηκε στη δυτική πλευρά του Κυνορτίου όρους, στα τέλη της Κλασικής εποχής, γύρω στο 340-330 π.Χ., στο πλαίσιο της γενικής ανοικοδόμησης του ιερού και χρησιμοποιήθηκε τουλάχιστον έως τον 3ο αι. μ.Χ. Το μοναδικό αυτό μνημείο, το τελειότερο και διασημότερο αρχαίο ελληνικό Θέατρο, το οποίο συνδυάζει την κομψότητα με την τέλεια ακουστική, είναι κατά τον Παυσανία, έργο του Πολύκλειτου (του Νεώτερου), του δημιουργού της Θόλου στο ίδιο ιερό.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

 Γκραβούρες – Ερείπια της αρχαίας Σπάρτης ( Ruins of the dromos in Sparta) –  J. D. Le Roy, 1770.  Χαλκογραφία του Γάλλου αρχιτέκτονα, Julien David Le Roy (1724-1803), ο οποίος ταξίδεψε το 1754 στην Ελλάδα για να μελετήσει και να αποτυπώσει σε σχέδια τα αρχαία μνημεία της.

 

Ερείπια της αρχαίας Σπάρτης ( Ruins of the dromos in Sparta) - J. D. Le Roy, 1770.

 

Ηλιοβασίλεμα πάνω από τα ερείπια της αρχαίας Σπάρτης σε χαλκογραφία του 1770 του J. D. Le Roy. Διακρίνονται διάσπαρτοι σπόνδυλοι κιόνων και στο βάθος ο Ευρώτας. Η θέση του δρόμου μέσα στην πόλη της Σπάρτης αμφισβητείται. Αρχικά αναζητήθηκε στα βορειοδυτικά του ιερού της Όρθιας ή στα ανατολικά κράσπεδα της σύγχρονης Σπάρτης, προς τα βόρεια του ρεύματος της Μαγούλας και δυτικά του Ευρώτα, έξω από το τείχος. Με την σειρά όμως την οποία ακολουθεί ο Παυσανίας, στην περιγραφή του μέσα στην πόλη, συμβιβάζεται περισσότερο η άποψη πως ο δρόμος ήταν στα δυτικά της αρχαίας πόλεως, προς ανατολάς του εκεί ρεύματος της Μαγούλας και μέσα στην περιοχή του τείχους, γιατί παρά τον δρόμο είναι τα γυμνάσια που αναφέρει και που πρέπει να ήταν κτίσματα (με στοές κ.λ.π., τουλάχιστο του Ευρυκλή), το άγαλμα του Ηρακλή, το σπίτι του Μενέλαου κ.λπ.

 Πηγή: Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library at Athens.

Read Full Post »

Αναπαράσταση Αρχαίας Ολυμπίας (Representation of Ancient Olympia) – J. van Falke, 1880.  

Στην καταπράσινη κοιλάδα του Αλφειού και του Κλαδέου η αρχαία Ολυμπία, με τους διασημότερους αρχαιολογικούς χώρους σε όλο τον κόσμο, ανάγει την κατοίκισή της στους προϊστορικούς χρόνους και συν­δέει το όνομά της με την ελληνική Μυθολογία. Εδώ ο Πέλοπας νίκησε τον Αιτωλό Οινόμαο σε αρματοδρομία και λατρεύτηκε σαν θεός δίνοντας το όνομά του στην Πελοπόννησο. Το Πελόπειο είναι ο παλαιότερος ναός στον λατρευτικό χώρο της Ολυμπίας. Τόπος των Ολυμπιακών Αγώνων που κατά την παράδοση όρισε ο Ηρακλής ο οποίος και χάραξε τον ιερό περίβολο, η Ολυμπία, εξελίχθηκε σε λατρευτικό κέντρο της αρχαιότητας και σύμβολο της ειρήνης έως τις μέρες μας.

 

Αναπαράσταση Αρχαίας Ολυμπίας (Representation of Ancient Olympia) - J. van Falke, 1880.

 

Οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες χρονολογούνται εδώ από το 776 π.χ. και γινόντουσαν κάθε 4 χρόνια έως το 393 μ.Χ. οπότε και σταμάτησαν με διάταγμα του αυτοκράτορα Θεοδοσίου. Στην αναπαράσταση αυτή, του J. van Falke από το βιβλίο του » Hellas und Rom » (1880 περ.), διακρίνουμε τον αρχαιολογικό χώρο ανάμεσα στην κοιλάδα του Κλαδέου ποτα­μού αριστερά και του Αλφειού δεξιά. Στο κέντρο και πίσω διακρίνεται το θέατρο και μπροστά αριστερά το γυμνάσιο. Μπροστά και δεξιά από το στάδιο προβάλλει το Ηραίο, ένας από τους αρχαιότερους γνωστούς δωρι­κούς ναούς των αρχών του 6ου π.χ. αιώνα, σε μια κόχη του οποίου βρέθηκε στις ανασκαφές το άγαλμα του Ερμή του Πραξιτέλη με το μικρό Διόνυσο. Το στρογγυλό κτίσμα στο κέντρο είναι το Φιλιππείο με ιωνι­κό περιστύλιο το οποίο άρχισε να κτίζεται από τον Φίλιππο τον Β μετά την μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.χ. Στα δεξιά της αναπαράστασης διακρίνουμε το στάδιο μπροστά από το οποίο απλωνόταν η εικονιζόμενη στοά της Ηχούς ή Ποικίλη,  η οποία συνέδεε το στάδιο με τον ιερό χώρο της Άλτεως. Στο κέντρο, η αναπαράσταση του δωρικού ναού του Δία μέσα στον οποίο φυλασσόταν το κολοσσιαίο χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία, έργο του Φειδία, το οποίο και καταστράφηκε το 475 μ.χ. στην Κωνσταντινούπολη.

Το μεγαλύτερο κτίριο της Ολυμπίας είναι το Λεωνιδαίο ιωνικού ρυθμού, που κτίστηκε από τον Νάξιο Λεωνίδη και φιλοξενούσε τους επίσημους προσκεκλημένους των Αγώνων. Οι ανασκαφές στον αρχαιολογικό χώρο άρχισαν το 1823 από τα μέλη της γαλλικής επιστημονικής αποστολής Bluet και Dybouat που συνόδευαν το γαλ­λικό εκστρατευτικό σώμα και συνεχίζονται έως σήμερα.

 

Πηγή: Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library at Athens.

Read Full Post »

Γκραβούρες –  Η αρχαία Γόρτυς ή Γόρτυνα, σε λιθογραφία από το έργο του E. Dodwell «Views and descriptions of cyclopian or pelagian remains in Italy and Greece», London, 1834.

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. 

 

Αρχαία Γόρτυς, ( Ruins of Gortys in Arcadia) - Edward Dodwell, 1834

  

Η αρχαία Γόρτυς ή Γόρτυνα (όπως συνήθως ονομαζόταν στα ύστερα χρόνια της αρχαιότητας) βρίσκεται κοντά στην Καρύταινα της Αρκαδίας, δίπλα στο χωριό Ατσίλοχος, στην δεξιά όχθη του ποταμού Λούσιου (παραπόταμου του Αλφειού) που  στον κάτω ρου του ονομάζεται Γορτυνίας. Τον 4ο π.Χ. αι., με το που κτίσθηκε η  Μεγαλόπολις από τον Επαμεινώνδα, οι κάτοικοι της Γόρτυνας συνοίκισαν την Μεγαλόπολη, αλλά η πόλη εξακολούθησε να θεωρείται επίκαιρη θέση για την άμυνα της αρκαδικής ομοσπονδίας και γι αυτό οχυρώθηκε με ισχυρά τείχη και ιδρύθηκαν σε αυτήν δυο ναοί αφιερωμένοι στον Ασκληπιό. Η ακρόπολη προς Β. της πόλης περιλάμβανε ένα θρησκευτικό κέντρο και ένα φρούριο στα νοτιότερα.

Στις ανασκαφές της Γαλλικής  Αρχαιολογικής Σχολής, στην ακρόπολη (το 1941 και 1947-8), βρέθηκαν λείψανα ενός οχυρωματικού περιβόλου με τρεις πύλες και πέντε κυκλικούς προμαχώνες. Το φρούριο κτίσθηκε τον 3ο π.χ. αι., πιθανότατα πάνω σε παλαιότερες οχυρώσεις. Ο δεύτερος ναός του Ασκληπιού διαστάσεων 27μ. βρισκόταν στα νοτιοδυτικά αυτών των οχυρώσεων και μάλλον ήταν αρχαιότερος ίσως του 5ου ή 6ου π.χ. αι.

 

Read Full Post »

 Γκραβούρες – Αρχαία Λυκόσουρα (Lycosoura) – Edward Dodwell, 1834

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. 

 

Αρχαία Λυκόσουρα (Lycosoura) - Edward Dodwell, 1834

Τα ερείπια της αρχαίας Λυκόσουρας βρίσκονται 22 περίπου χιλιόμετρα από τη Μεγαλόπολη. Βρίσκεται στις νότιες υπώρειες του Λυκαίου όρους. Σήμερα, 1 χμ. βόρεια, υπάρχει ομώνυμο χωριό με πληθυσμό 65 περίπου κατοίκους. Θεωρείται η αρχαιότερη πόλη στον κόσμο (10.000 – 8.000 π.Χ.) Κατά την αρχαιότητα ήταν ιερή πόλη των Αρκάδων. Ήταν μια πόλη γεμάτη φως. Άλλωστε βρίσκεται στο όρος Λύκαιο, που σημαίνει φωτεινό, και δεσπόζει στον Πελοποννησιακό χώρο προσφέροντας μοναδική θέα. Ο Παυσανίας τη χαρακτηρίζει ως την αρχαιότερη απ΄ όλες τις πόλεις που υπήρξαν ποτέ πάνω σε ηπειρωτική ή νησιωτική γη, ως την πρώτη πόλη που είδε το φως του ήλιου, ως την πόλη υπόδειγμα για τη δημιουργία άλλων πόλεων (Παυσανίας VIII,38,1).

Πάνω στο λόφο διακρίνονται λείψανα από την οχυρωματική περίβολο της αρχαίας ακρόπολης, ενώ στα νότια και στα ανατολικά κράσπεδά του, οι ανασκαφές (που άρχισαν το 1889) έφεραν στο φως κατάλοιπα του περίφημου ιερού της Δέσποινας. Στο βουκολικό τοπίο σήμερα, διακρίνονται ερείπια βωμών της Δέσποινας, της Δήμητρας και της Μεγάλης Μητέρας, μιας μεγάλης στοάς, και ένα εκτεταμένο συγκρότημα οικοδομημάτων στα δυτικά του κυρίως ιερού. Στο δυτικό άκρο του ιερού υπήρχε ναός της Δέσποινας, πρόστυλος με 6 δωρικούς κίονες στον πρόναο και δυο στρογγυλά βάθρα γλυπτών εικόνων, όπου υπήρχαν αγάλματα της Δέσποινας, της Δήμητρας, της Άρτεμης και του γίγαντα Άνυτου, έργα του μεσσήνιου γλύπτη Δαμοφώντα του 2ου  π.χ. αι.

Read Full Post »

Γκραβούρες – Μεθώνη ή Μοθώνη (Methoni or Modon) – Χαλκογραφία του Olfert Dapper, 1688.

Η Μεθώνη ή Μοθώνη ονομάσθηκε έτσι από τον Όθωνα λίθο, ένα βράχο συνέχεια της ακτής, που προχωρεί σαν ύφαλος κάτω από την θάλασσα. Το 1209 την κατέβαλαν οι Βενετοί και την οχύρωσαν με το κάστρο που ακόμα και σήμερα εντυπωσιάζει με τον όγκο του.

 

Μεθώνη ή Μοθώνη (Methoni or Modon) – Χαλκογραφία του Olfert Dapper, 1688.

 

Το 1500 την κατέβαλαν οι Τούρκοι για να την παραδώσουν και πάλι στους Βενετούς μέχρι το 1715, οπότε και την κράτησαν μέχρι το 1828 που απελευθερώθηκε. Στο μόνο μέρος που το κάστρο συνδέεται με την στεριά οι Βενετοί άνοιξαν τάφρο και κατασκεύασαν ξύλινη γέφυρα που αντικαταστάθηκε από τον στρατηγό Μαιζών, με μια πέτρινη με μια πέτρινη με 14 τόξα, η οποία σώζεται μέχρι σήμερα. Το φρούριο έχει πολυγωνικό σχήμα και προσδίδει στην πόλη αρχοντιά. Στο νότιο άκρο του τείχους, μια επιβλητική πύλη βγάζει στην γέφυρα που ενώνει την οχυρωμένη πόλη με το Μπούρτζι, τον οκταγωνικό πύργο που κτίσθηκε από τους Τούρκους μετά το 1500 πάνω σε ένα νησάκι, για να ενισχύσει την προστασία του λιμανιού, με επάλληλες ταράτσες και πολεμίστρες. Η χαλκογραφία του 1688 ανήκει στον Φλαμανδό χαρτογράφο Olfert Dapper.

 

Read Full Post »

Ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου – Καλάβρυτα  (Monastery of Megaspelion). Λιθογραφία χρωματισμένη από το έργο του E. Dodwell «Views and descriptions of cyclopian or pelagian remains in Italy and Greece», London, 1834.

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. 

 

Ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου – Καλάβρυτα (Monastery of Megaspelion), Edward Dodwell, 1834.

 

Άποψη του φυσικού περιβάλλοντος των Καλαβρύτων και της ιστορικής μονής του Μεγάλου Σπηλαίου. Η μονή της οποίας κτήτορες αναφέρονται οι μοναχοί Συμεών και Θεόδωρος εκ Θεσσαλονίκης είναι κτισμένη μέσα σε σπήλαιο των Αροάνιων Ορέων (Χελμού) και χρονολογείται από το 362 μ.X. όταν ανεγέρθη ο ναΐσκος της Αγίας Ευφροσύνης στη θέση όπου η ομώνυμος βοσκοπούλα ανακάλυψε την εικόνα της Θεομήτορος.

Η μονή ανοικοδομήθηκε εκ βάθρων το 1285 από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο και εκ νέου το 1641. Ήταν Σταυροπηγιακή, δηλαδή ανήκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Στην διάρκεια της επανάστασης του 1821 παρέμεινε αδούλωτη με υπερασπιστές τους Πετμεζαίους. Καταστράφηκε πολλές φορές από πυρκαγιές και το 1943 λεηλατήθηκε από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Η εικόνα της Θεομήτορος διασώζεται έως σήμερα στην εκκλησία την αφιερωμένη στην Παναγία την Χρυσοσπηλιώτισσα. Η απεικόνιση είναι λιθογραφία χρωματισμένη με την τεχνική «aqua tinte» από το έργο του E. Dodwell «Views and descriptions of cyclopian or pelagian remains in Italy and Greece» London 1834.

Read Full Post »

Αρκαδική πύληΑρχαία Μεσσήνη (Messene) λιθογραφία του Otto Magnus Von Stackelberg – (Όττο Μάγκνους Φον Στάκελμπεργκ), 1834.

Άποψη της Αρκαδικής πύλης στην Αρχαία Μεσσήνη, της πεδιάδας της Στενύκλαρου στη μέση, και στο βάθος του Μεσσηνιακού κόλπου. Η Μεσσήνη κτίσθηκε στους πρόποδες του βουνού Ιθώμη από τον Επαμεινώνδα, γύρω στο 370 π.χ., αφού συγκέντρωσε εκεί τους επί αιώνες σκορπισμένους Μεσσηνίους. Η πόλη οχυρώθηκε με την τελευταία λέξη της οχυρωματικής τεχνικής για να αντέχει στις Σπαρτιάτικες επιδρομές. Το τείχος της είχε μήκος 9 χμ. και πάχος σχεδόν3 μέτρακαι έφερε κατά διαστήματα διώροφους ισχυρούς πύργους και επάλξεις. Από τα τείχη αυτά σώζονται εκτεταμένα τμήματα, κυρίως δεξιά και αριστερά από τις δυο πλευρές της Αρκαδικής πύλης.

 

Αρκαδική πύλη - Αρχαία Μεσσήνη (Messene) λιθογραφία του Otto Magnus Von Stackelberg - (Όττο Μάγκνους Φον Στάκελμπεργκ), 1834.

 

Τα τείχη είναι κτισμένα από ντόπιο ασβεστόλιθο και κατά διαστήματα είχαν πύλες ενισχυμένες με ισχυρούς πύργους που έπαιρναν το όνομά τους από την κατεύθυνση που ακολουθούσαν οι δρόμοι. Σήμερα σώζονται 4 πύλες με κυριότερη την Αρκαδική η οποία είναι ακόμα σε χρήση. Η πύλη αυτή είναι διπλή με δυο εισόδους, τις οποίες χωρίζει κυκλική αυλή, όπου πρέπει να ήταν τοποθετημένα αγάλματα θεών, προστατών της πόλης, μέσα σε κόγχες. Μέσα στην μεγάλη έκταση, σχήματος τετράγωνου που περικλείεται από τα τείχη, αποκαλύφθηκαν σημαντικά μνημεία, δείγματα αρχιτεκτονικής του 4ου π.χ. αι., σε αρκετά καλή κατάσταση που θεωρούνται ότι θα προσδώσουν σταδιακά στον χώρο την αίγλη της Ολυμπίας.

Πηγή: Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library at Athens.

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »