Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Συγγραφέας’

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Ζαβιτσάνος Γεώργιος (1838-1893)


  

Ζαβιτσάνος Γεώργιος

Ζαβιτσάνος Γεώργιος

Έλληνας χημικός γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1838 και πέθανε στην Αθήνα το 1893. Μετά το πέρας των γυμνασιακών του σπουδών γράφτηκε στο Εθνικό Πανεπιστήμιο για να σπουδάσει Φυσικές Επιστήμες. Δύο χρόνια μετά πήγε στο Παρίσι και συνέχισε τις σπουδές του στο ανώτερο φαρμακευτικό σχολείο, από το οποίο κατόπιν ευδοκίμου πτυχιακής εξετάσεως πήρε τον τίτλο του «πρωτοταγούς  φαρμακέως». Στο Παρίσι έγραψε την πραγματεία «Περί της επιδράσεως του φωσφόρου εις τον ζωικόν οργανισμό».

Το 1863 έγινε υφηγητής στο Εθνικό Πανεπιστήμιο, το1869 διορίστηκε έκτακτος  καθηγητής της φαρμακευτικής χημείας και συνταγολογίας. Το 1875 τακτικός καθηγητής. Υπήρξε εύγλωττος και μεθοδικός διδάσκαλος και πολύ καλός πειραματιστής.

Εξέδωσε: «Φαρμακευτικόν δελτίον» επί μια τετραετία, «Φαρμακευτική χημεία»  (τ.Α΄), «Ουρολογίαν», «Συνταγολογία», μετέφρασε δε τα χημικά σύμβολα, έτσι ώστε να γράφει  Αργ = αργίλλιον, Μ = μόλυβδος, Λ= λευκόχρυσος, Χρ = χρυσός κλπ.

Ως αντιπρόσωπος της Ελλάδος παρακάθησεν σε ευρωπαϊκά συνέδρια υποβάλλοντας ανακοινώσεις «Περί της φαρμακευτικής εκπαιδεύσεως» και «Περί των εν Ελλάδι τελουμένων νοθειών», οι οποίες κρίθηκαν πολύ επιτυχείς. 

  

Πηγή


  •  Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 11, έκδοσις δευτέρα δια συμπληρωμάτων, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», 1926-1934, 24 τόμοι.

Read Full Post »

Λάνδερερ Ξαβέριος (Xaver Landerer, 1809-1885)


 

Ο πρώτος καθηγητής της Χημείας στην Ελλάδα.

 

Πορτρέτο του καθηγητή Ξαβιέρου Λάνδερερ (1809-1885). Συλλογή φωτογραφιών του Μουσείου Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ο Ξαβέριος Λάνδερερ γεννήθηκε σε προάστιο του Μονάχου της Βαυαρίας το 1809, σπούδασε φυσικές επιστήμες και ιατρική στο εκεί Πανεπιστήμιο και αναγορεύθηκε διδάκτωρ της Φιλοσοφίας. Στην Ελλάδα τον έστειλε νεότατο, το 1833, ο Βασιλεύς Λουδοβίκος για να υπηρετήσει τον γιό του Βασιλέα Όθωνα, στο Ναύπλιο, ως αρχιφαρμακοποιός του. Στρατιωτικός φαρμακοποιός αρχικά, διορίσθηκε, μόλις ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο Αθηνών, έκτακτος καθηγητής του για τα μαθήματα της Γενικής Χημείας και της Πειραματικής Φυσικής (14 Απριλίου 1837) και σε λίγο τακτικός καθηγητής της ίδιας έδρας (11 Ιανουαρίου 1838).

Μετά τα γεγονότα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, απολύθηκε ως αλλοδαπός, σε εφαρμογή του σχετικού γενικού μέτρου, για να ξαναδιορισθή σε λίγο (12 Σεπτεμβρίου 1844), ως τακτικός καθηγητής της Φαρμακευτικής Χημείας, της Συνταγολογίας και της Βοτανικής, και να συνεχίσει διδάσκοντας, έκτοτε, με εξαιρετικό ζήλο, επί ολόκληρη 25ετία. Στις 17 Ιανουαρίου 1869 λόγοι υγείας τον ανάγκασαν να παραιτηθεί, αλλά στις 26 Ιουνίου 1875 διορίσθη εκ νέου ως επίτιμος πια καθηγητής.

Επιστήμων εμβριθείς και πολυπράγμων, ερευνητής ακούραστος, διδάσκαλος ευφραδής και απολαυστικός, πρόσφερε και σαν πνευματικός άνθρωπος και σαν κοινωνικός παράγων πολύτιμες υπηρεσίες στον τόπο μας, τον πρωτόγονο ακόμη τότε και καθυστερημένο. Τον αγάπησε, του αφοσιώθηκε και έγινες ένας αληθινός Έλληνας. Κοντά στις άλλες πολύτιμες υπηρεσίες του για τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του κράτους της εποχής εκείνης, στις οποίες ανταποκρίθηκε, του ανήκει η τιμή να είναι ο πρώτος που δίδαξε επί πανεπιστημιακού επιπέδου, τη χημεία στην Ελλάδα. Χημικός, φαρμακοποιός και ιατρός συγχρόνως, προσέτρεχε και βοηθούσε πρόθυμα και ακούραστα όπου ζητούσαν τη συνδρομή του.

Διατέλεσε μέλος του Ιατροσυνεδρίου για πολλά χρόνια, άμισθος καθηγητής της Χημικής Τεχνολογίας στο σχολείο των Τεχνών (1833 – 1868), συνεργάσθηκε στην ίδρυση του Οφθαλμιατρείου και το βοήθησε στη λειτουργία του, οργάνωσε τις ολυμπιακές εκθέσεις και δούλεψε αποτελεσματικά και για πολλούς ακόμη ελληνικούς και ξένους επιστημονικούς οργανισμούς και ιδρύματα. Παντού και πάντοτε έτοιμος για όλα. Ιδιαίτερα μνημονεύεται η με αυτοθυσία προσωπική του συμβολή στην καταστολή της πανώλης, που κτύπησε τον Πόρο το 1837.

Τα μαθήματά του, πριν κτισθή το Πανεπιστήμιο, γίνονταν στο Βασιλικό Φαρμακείο, στη γωνία των δρόμων Ακαδημίας και Κηφισίας (στο κτίριο που μεταγενέστερα χρησιμοποιήθηκε ως υπουργείο Στρατιωτικών) και τα παρακολουθούσαν, εκτός από τους φοιτητές, και πολλοί ιδιώται ακροαταί.

Στο στρατιωτικό φαρμακείο στεγαζόταν επίσης και το προσωπικό του μικρό χημικό εργαστήριο, που είχε δημιουργήσει με δικές του δαπάνες. Ο Λάνδερερ έφθανε στην αίθουσα του μαθήματος με παραγεμισμένες τις τσέπες της φαρδιάς ρεντιγκότας του από χημικά σκεύη και ουσίες, για τα πειράματα που σε λίγο θα παρουσίαζε. Τα σπασμένα ελληνικά του δεν χαλούσαν την πηγαία ευφράδεια και μάλιστα με τους ιδιωματισμούς τους, προκαλούσαν ακόμη μεγαλύτερο το ενδιαφέρον.

Αργότερα, όταν χτίσθηκε το Πανεπιστήμιο, το υποτυπώδες χημείο του, που εν τω μεταξύ ενισχυόταν και από το κράτος, με ετήσια επιχορήγηση 600 δραχμών, μεταφέρθηκε σε δωμάτιο της βορεινής πλευράς του, ενώ τα μαθήματα διδάσκονταν στην αίθουσα της Φιλοσοφικής Σχολής.

Η αγάπη του για την επιστήμη του και το ακούραστο ενδιαφέρον του για τη νέα του πατρίδα, εκδηλωνόταν και με το ερευνητικό του έργο για τον φυσικό της πλούτο, το οποίο υπήρξε αξιόλογο, μάλιστα όταν κριθή υπό τις δύσκολες συνθήκες και τα πενιχρά μέσα της εποχής. Ασχολήθηκε κυρίως με τα ιαματικά μας νερά και δημοσίευσε σχετικές μελέτες που περιγράφουν τη σύστασή τους, την ωφελιμότητά τους και τη θεραπευτική τους εφαρμογή. Έγραψε για τα νερά της Μήλου, της Κύθνου, της Υπάτης, της Αιδηψού, των Θερμοπυλών και των Μεθάνων. Και άλλα θέματα ερεύνησε και πολλά γι’ αυτά δημοσίευσε, σε ελληνικά και σε ξένα ειδικά περιοδικά. Ακούραστος επίσης συλλέκτης, απέκτησε πλούσια βιβλιοθήκη και κατάρτισε συλλογές φαρμακογνωστικές και ορυκτολογικές.

Πολυγραφότατος, εξέδωσε πολλά διδακτικά βιβλία που υπήρξαν πολύτιμα στην εποχή τους για τους φοιτητές του και τον άλλο κόσμο και είναι από τα πρώτα του χημικού κλάδου. Η δουλειά του αυτή ήταν δύσκολη και κουραστική για εκείνον, αφού οι γνώσεις του της ελληνικής υστερούσαν. Και όμως κατόρθωνε να ξεπερνά το εμπόδιο αυτό με επιτυχία. Στα συγγράμματά του περιλαμβάνονται: Αναλυτική Χημεία (1842), Χημεία (ανόργανος 1840, οργανική 1842), Οδηγίαι προς παρασκευήν Χημικών και Φαρμακευτικών σκευασμάτων (1857), Εγχειρίδιον Ζωολογίας (1844), Εγχειρίδιον Συνταγολογίας (1845), Εγχειρίδιον Τοξικολογίας (1843) κ.ά.

Τη φημισμένη αναλυτική του δεξιοτεχνία, που γινόταν με τα ολίγα και πτωχά μέσα του εργαστηρίου του, τη συμπλήρωνε, χρησιμοποιώντας και τη γλώσσα του. Δοκίμαζε κάθε τι που ανέλυε, ακόμη κι εκείνα που ήσαν ή φαίνονταν αηδή και αποκρουστικά. Απαράδεκτο αυτό για τον πολύ κόσμο, υπήρξε αφορμή να τον χαρακτηρίζουν μερικοί ως «ρυπαρό».

Ο Ξ. Λάνδερερ, που έφθασε στον τόπο μας μόλις 24 χρονών, που πολύ εργάσθηκε γι’ αυτόν κι πέρασε ολόκληρη τη ζωή του στην αγαπημένη του Αθήνα και που τόσο αγαπήθηκε και θαυμάστηκε από όλους τους Έλληνες, πέθανε* στις 7 Ιουλίου του 1885.

 

Υποσημείωση


* Εφημερίς, αρ. φύλ. 189, 08.07.1885

Υπό κεραυνοβόλου αποπληξίας βληθείς εξέπνευσε χθες ο ΞΑΒΕΡΙΟΣ ΛΑΝΔΕΡΕΡ. Γεννηθείς εν Βαυαρία κατά το 1809 επεράτωσεν εκεί τα γυμνασιακά αυτού μαθήματα και ενεγράφη φοιτητής εις την φιλοσοφικήν σχολήν του Πανεπιστημίου του Μονάχου, ίνα τραπή κατόπιν εις την σπουδήν της ιατρικής. Περατώσας τας εις την ιατρικήν σπουδάς του, ηκολούθησε προσκληθείς τον μακαρίτην Όθωνα εις Ελλάδα, όπου ανέλαβε την διδασκαλίαν της φαρμακευτικής, αναδείξας τότε πλείστους φαρμακοποιούς διασπαρέντας ανά πάσαν την Ελλάδα. Κατά το 1834 εκλήθη ως μέλος της συστάσης επιτροπής προς έκδοσιν ελληνικής φαρμακολογίας, ήτις εξεδόθη κατά το 1837 και ης δευτέρα έκδοσις εγένετο κατά το 1868. Κατά το 1837 ιδρυθέντος του Εθνικού Πανεπιστημίου, διωρίσθη τακτικός καθηγητής της φυσικής χημείας και φαρμακευτικής μετά ζήλου εργασθείς.

Ευθύς μετά τον διορισμόν του εξερράγη εν Πόρω η πανώλης, ένθα μετέβη και συνέτεινε προς περιορισμόν της εξαπλώσεως της νόσου. Κατά το 1843 μετά των άλλων Βαυαρών ο Λάνδερερ ηναγκάσθη να αποσυρθή του Πανεπιστημίου, αλλά επειδή ουδείς υπήρχεν ο αντικαταστήσων αυτόν, εξεδόθη μετά δύο έτη Β. Διάταγμα, δια ου επανήλθε πάλιν εις την προτέραν εν τω Πανεπιστημείω έδραν του. Ο Λάνδερερ ειργάσθη και επί 25 έτη αμισθώς ως καθηγητής της χημικής τεχνολογίας εν τη πολυτεχνική σχολή. Την εν τω Πανεπιστημίω θέσιν του ετήρησε και μετά την έξωσιν του Όθωνος, μετ΄ ολίγον ηναγκάσθη να παραιτηθή, αλλά και μετά τούτο παρέμεινεν εν τω ανωτάτω τούτω εκπαιδευτηρίω διδάσκων επί τίνα χρόνον αμισθί την Βοτανικήν. Κατά το 1847 το εν Ερλάγγη πανεπιστήμιον ανηγόρευσε τον Λάνδερερ διδάκτορα της φιλοσοφίας. Και μετά την εκ του πανεπιστημίου απομάκρυνσιν του ο Λάνδερερ ουκ επαύσατο εργαζόμενος υπέρ κοινοφελών σκοπών άλλοτε μεν συγγράφων άλλοτε δε εις εφημερίδας καταχωρίζων κοινωφελείς γνώσεις.

Ο μακαρίτης ετιμήθη διά παρασήμων διαφόρων κρατών, έφερε δε και τον χρυσούν σταυρόν του Σωτήρος. Διετέλει μέλος πεντήκοντα επιστημονικών συλλόγων και εταιριών, συνέγραψε δε γερμανιστί και ελληνιστί περί τα είκοσι συγγράμματα. Άμα τη γνώσει του θανάτου του συνήλθεν εις συνεδρίασιν η του πανεπιστημίου σύγκλητος, ήτις διά δημοψηφίσματός της απεφάσισεν, ίνα εκφρασθώσι διά του πρυτάνεως τα συλλυπητήρια τη οικογενεία του θανόντος, καθηγηταί του Πανεπιστημίου να κρατώσι κατά την κηδείαν τας ταινίας του φερέτρου του και εξελέγη ο καθηγητής του Πανεπιστημίου κ. Χρηστομάνος να εκφωνήση από μέρους του Πανεπιστημίου τον επικήδειον.

Δρ. Ιωάννης Δ. Κανδήλης

 

Πηγή


  • Βιομηχανική Επιθεώρησις 49, 565-569 (Αύγουστος 1981).

 

Read Full Post »

Λινδερμάιερ  Αντώνιος


  

Βαυαρός  Στρατιωτικός Ιατρός, που συνόδευσε τον Όθωνα στην Ελλάδα. Υπήρξε ο ιδρυτής του πρώτου στρατιωτικού νοσοκομείου στο Ναύπλιο και κατόπιν ο διοργανωτής και διευθυντής του στρατιωτικού νοσοκομείου στην Αθήνα και της στρατιωτικής φαρμακαποθήκης.

Έφερε δε και τον τίτλο του αρχιάτρου  της Βασιλικής  Αυλής. Κατά την έξωση του Όθωνα τον ακολούθησε στη Βαυαρία. Όταν επανήλθε εκεί το 1864, ανέλαβε και πάλι στρατιωτικός  Αρχίατρος, από εκτίμηση στην επιστημονική του υπεροχή.

Έγινε συγγραφέας ικανών επιστημονικών μονογραφιών και ιστορικών σημειωμάτων στο γερμανικό τύπο, αναφερόμενος φιλικότατα  στην παλαιά και νέα Ελλάδα. Πέθανε στην Αθήνα το 1868.

 

Πηγή

  •  Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 4ος, Αθήνα, 1929. 

 

Read Full Post »

Ολύμπιος, Κώστας του Νικολάου ( Ναύπλιο, 1872 – Άργος 25-12-1937)


 

Διδάκτορας της Νομικής και δικηγόρος, γιος υποθηκοφύλακα του Άργους, και αυτός επηρεασμένος από τον Βαρδουνιώτη, ασχολήθηκε από νωρίς με την δημοσιογραφία ( το 1901-1902 εξέδωσε και δική του εφημερίδα, το « Σθένος». Υπήρξε ανταποκριτής Αθηναϊκών εφημερίδων και αρθρογράφος σε τοπικές, από τα ιδρυτικά μέλη του «Δαναού» και συντάκτης ιστορικού δοκιμίου με τίτλο « Περί γυμναστικής και γυμναστηρίων περά τοις Αρχαίοις Έλλησι». Ιστοριόφιλος, ολιγογράφος, το 1930 συμβάλλει στη διάσωση ιδιωτικών αρχείων και δημοσιεύει στα χρόνια εκείνα σειρά άρθρων για τοπικά ιστορικά θέματα.

 

Ολύμπιος Κώστας

Δικηγόρος που, όμως, τελικά δεν άσκησε δικηγορία, δημοσιογράφος σε τοπικές εφημερίδες και ανταποκριτής αθηναϊκών εφημερίδων στο Άργος. Η οικογένεια του πατέρα του καταγόταν από τη Ραψάνη Μακεδονίας και εί­χε καταφύγει στο Ναύπλιο μετά την Επανάσταση του 1821. Η μητέρα του (γένος Σανοπούλου) ήταν από το Άργος. Το 1903 αποκτά πτυχίο Νομικής και εγκαθίσταται οριστικά στο Άργος. Συνεργάστηκε με διάφορες τοπικές εφημερί­δες, όπως τον Δαναό (του ομωνύμου συλλόγου), Μυκήναι, Τελέσιλλα από το 1928 και με το π. Τα Τυ­χερά (1924). Ανταποκρίσεις του έχουν εντοπιστεί στο αθηναϊκό Το Άστυ, όπου καλύπτει γενικότερου ενδιαφέροντος γεγονότα, όπως την 1η Πανελλήνια Γεωργοκτηνοτροφική Έκθεση στους «Στρατώνες Καποδίστρια» του Άργους αλλά και τοπικά θέματα με οξύ και κριτικό πνεύμα.

Ο αργείος λογοτέχνης Γιώργος Λογοθέτης τον χαρακτηρίζει ως «ορμητικό, αμείλικτο, σκληρό, αλλά πάντοτε τίμιο. Η ανάμιξίς του στα διάφορα ζητήματα της πόλεως έδινε ένα έντονο παλμό. Η συμβολή του και ως θέσις και ως άρνησις ήταν πολύτιμη. Αλλά η μεγαλύτερη υπηρεσία που προσέφερε ο Ολύμπιος στην πόλη του Άργους ήταν η παρουσία του, υπό την έννοιαν του αντιπάλου δέ­ους. Δεν ήταν εύκολο να τον αγνόηση κανείς». Και συνεχίζει τονίζοντας ότι αναμίχθηκε σε κάθε είδος του λόγου χωρίς σύστημα, τάξη, συγκέντρωση και γενικότερη κατεύθυνση, γι’ αυτό και το έργο του έμεινε με χαρακτήρα του πρόσκαιρου και στενού τοπικού ενδιαφέροντος, με σπατάλη κάθε πνευματικής ζωτικότητας, γι’ αυτό και με λίγες αξιώσεις μελλοντικής προσοχής. Παρ’ όλα αυτά, υποστηρίζει ο Λογοθέτης, αν το έργο του μπορούσε να συγκεντρωθεί θα τον κατέτασσε στους πνευματικούς ηγέτες του Άργους, «δίπλα στους Διοσκούρους, που μας έδωσε η ίδια γενεά, τον Βαρδουνιώτη και τον Κοφινιώτη».

Ο Ολύμπιος σε ένα άρθρο του στην εφ. Τελέ­σιλλα («Το γυμνάσιον», αρ. φ. 23, 27 Απρ. 1930) με το ψευδώνυμο «Όλυμπος», με το οποίο υπέγραφε τις ανταποκρίσεις του στο Άστυ, αυτοχαρακτηρίζε­ται ως «ανήκων εις τας τάξεις των φανατικών βασιλοφρόνων» χτυπώντας τη βενιζελική παράταξη ως «λυμεώνες του δημοσίου χρήματος», αλλά και χαρακτηρίζοντάς τους «ανήκοντας εις την ημετέραν παράταξιν» ως «ανεξαιρέτως αδέξιοι, μπουνταλάδες (που) έφαγαν το κουτόχορτο ατελώνιστο». Στη συνέχεια χαρακτηρίζει «κοιμισμένους» τους κατοίκους του Άργους και καταλήγει με το «ημείς οι γερμανόφιλοι». Πάθος, ανεξαρτησία γνώμης (παρά τη σαφή ένταξή του σε παράταξη), ελεύθερο φρόνημα και εξυγιαντική διάθεση χαρακτήριζαν τον Ολύμπιο σε κάθε στιγμή της δημοσιογραφικής δράσης του. Στις αρχές του 20ου αιώνα διακρίθηκε για τη θαρραλέα αντίθεσή του προς τον βουλευτή Πλατούτσα, μια χαρακτηριστική μορφή λαϊκιστή και φαυλοκράτη της εποχής εκείνης.

Τα πιο συγκροτημένα άρθρα του έχουν θέμα τον αθλητισμό και τη γυμναστική, προφανώς επηρεασμένα από το κλίμα των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896. Προς το τέλος της ζωής του δημοσίευσε δύο άλλες εξίσου σημαντικές σειρές άρθρων, στην εφ. Τελέσιλλα του 1930 και με την ευκαιρία της εκατο­νταετηρίδας από την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους.

Στα άρθρα αυτά εμπεριέχονται σημαντικά ανέκδοτα στοιχεία για το Άργος του 19ου αιώνα. Τέλος, στην εφ. Αργειακά Νέα δημοσιεύεται το 1933 μια άλλη σειρά άρθρων του υπό τον τίτλο: «Αι εξοχαί του Άργους», όπου επίσης έχουν καταγραφεί πολύτιμες μαρτυρίες για την πόλη και για ιστορικά κτήριά της αλλά και οξύτατη κριτική για τα κακώς κείμενα σε αυτή. Έξι χρόνια πριν τον θάνατό του έχασε το φως του, απομονώθηκε και εγκαταλείφθηκε από παλαιούς φίλους και γνωστούς του, μια «μοίρα» που βίωσε και ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης στο τέλος της ζωής του.

Βιβλιογραφία: Κ. Ολύμπιος. Περί γυμναστηρίων παρά τοις αρχαίοις ‘Ελλησι, σειρά άρθρων στην εφ. Δαναός στα φ. 16. 18, 19. 21. 22. 24. 25. 28, 29 και 30 (Απρ. – Ιουλ. 1896)· του ίδιου. Διαφορά μεταξύ γυμναστικής και αθλητισμού εν τη αρχαιότητι, εφ. Δαναός, αρ. φ. 51, 26 Ιαν.1897· Γ. Λογοθέ­της, Κώστας Ολύμπιος (νεκρολογία στο π. Τα Ηραία, τχ. 3 (Φεβρ.- Μαρτ. 1938).

 

Βασίλης Δωροβίνης

 

Πηγές


  • Βασίλης Κ. Δωροβίνης, «Ο Ιωάννης Κ. Κοφινιώτης και η Ιστορία του Άργους / Αργείοι λόγιοι και ιστορική μνήμη», Εκδόσεις Εκ προοιμίου, Άργος, 2009.
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, «Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου 1784-1974», τόμος Γ, Αθήνα, 2008.

 

Read Full Post »

Ζεγκίνης Ερν. Ιωάννης (1917-1998)


  

Ζεγκίνης Ερν. Ιωάννης (1917-1998)

Ζεγκίνης Ερν. Ιωάννης (1917-1998)

Γεννήθηκε στο Άργος το 1917 και πέθανε στην Αθήνα το 1998. Καταγόταν από πολύ παλιά οικογένεια που ήταν ενεργή από τον 18ο  αιώνα. Προσπάππος του και ομώνυμός του, αποτελεί μέλος της τριμελούς δημογεροντίας της πόλης (με τον Αλμπανόπουλο και τον Μοθωνιό) στα τελευταία χρόνια της Επανάστασης και στα πρώτα του Καποδίστρια. Κάνει σπουδές Νομικής και περνά από το 1945 στον εισαγγελικό κλάδο (κατέληξε εισαγγελέας Εφετών).

Συνέγραψε το «Άργος δια μέσου των αιώνων» ( Α΄ έκδοση 1948, Θεσσαλονίκη, Β΄ έκδοση 1968, Πύργος και η Γ΄ έκδοση 1996, Αθήνα ). Το έργο αυτό αποτελεί συλλογή πληθώρας ιστορικών στοιχείων για την πορεία του Άργους ανά τους αιώνες, με συνθετικά κεφάλαια για ορισμένες περιόδους, και στηρίζεται σε δημοσιευμένες μελέτες και μονογραφίες, αλλά και σε πληροφορίες περί Άργους από αρχαία κείμενα.

Ο Ζεγκίνης  δημοσίευσε και  δύο  αυτοτελείς  νομικές  μελέτες,  « Το έγκλημα και η γυναίκα» ( 1951) και « Η δίκη του Γ. Τερτσέτη» ( 1960), ενώ νομικά άρθρα του δημοσιεύτηκαν σε νομικά περιοδικά και ιστορικές επιφυλλίδες του στον τοπικό τύπο.

  

Πηγή


  • Ανέκδοτο δοκίμιο του Βασίλη Δωροβίνη « Νεότεροι Αργείοι ιστορικοί και ιστοριοδίφες».

 

 

Read Full Post »

Ο Προτεστάντης ιεραπόστολος  Ιλάϊας Ρίγκς, η αποστολή του στην Ελλάδα και τα Σχολεία του στο Άργος.


  

Ποιος ήταν

    

Ιλάϊας Ρίγκς ( Elias Riggs)

Ιλάϊας Ρίγκς ( Elias Riggs)

Ο Προτεστάντης ιεροκήρυκας Ιλάϊας Ρίγκς ( Elias Riggs) γεννήθηκε στο Νιού Πρόβιντενς της πολιτείας του Νιού Τζέρσεϊ της Αμερικής στις 19 Νοεμβρίου 1810 και πέθανε στην Κωνσταντινούπολη στις 17 Ιανουαρίου 1901. Στην Ελλάδα ήρθε για πρώτη φορά στις 27 Ιανουαρίου 1832 σε ηλικία μόλις 21 ετών. Υπήρξε σημαντικός διανοούμενος, ενώ θα μπορούσαμε  να τον χαρακτηρίσουμε ως ιδιαίτερα χαρισματικό άτομο αφού από τεσσάρων μόλις ετών γνώριζε να διαβάζει ενώ στα εννέα του άρχισε να μαθαίνει ελληνικά και στα δεκατρία του εβραϊκά. Η εταιρεία του (American Board of Commissioners for Foreign Missions)*, πολύ νωρίς τον διόρισε ως ιεραπόστολο εκτιμώντας μεταξύ των άλλων προσόντων του την άριστη γνώση της ελληνικής, της εβραϊκής, της αρμενικής και της βουλγαρικής γλώσσας, αλλά και την επαρκή γνώση της τουρκικής και της αραβικής.

Είχε αποφοιτήσει από το Κολέγιο Άμχερστ και υπήρξε ακούραστος και ικανός μεταφραστής. Γι’ αυτό και η ιεραποστολική εταιρεία της οποίας ήταν στέλεχος, τον επέλεξε για να μεταφράσει την Βίβλο στη σύγχρονη αρμενική και βουλγαρική. Σημαντική εργασία που έτυχε ξεχωριστών επαίνων κυρίως γιατί τα κείμενα ήταν ιδιαιτέρως εύληπτα. Οι Βούλγαροι διανοούμενοι θεωρούν ότι ο ιερωμένος Ρίγκς έθεσε σε μεγάλο βαθμό τις βάσεις της σύγχρονης αρμενικής και βουλγαρικής γλώσσας.

Ο Ρίγκς μετέφρασε από τα αγγλικά στα ελληνικά, στα τουρκικά, στα αρμενικά και στα βουλγαρικά πολλούς λαοφιλείς ύμνους, ενώ συνέταξε λεξικό στην αρμενική και τουρκική. Στην Ελλάδα παρέμεινε έξη χρόνια ενώ στην Τουρκία εξήντα τρία. Για πενήντα πέντε χρόνια τον συντρόφεψε και εργάστηκε μαζί του η σύζυγός του Μάρθα, μέχρι τον θάνατό της το 1887. Τον βοήθησε δε σημαντικά στο μεταφραστικό του έργο.

 

Δράση

    

Μετά από παραμονή 2 σχεδόν ετών στην Αθήνα, ο Ρίγκς με την σύζυγό του Μάρθα ήρθαν στο Άργος με σκοπό την δημιουργία ενός σχολείου θηλέων. Στο Άργος λειτουργούσε ήδη ένα σχολείο θηλέων (ιδιαίτερο παρθεναγωγείο). Η εκπαίδευση των κοριτσιών είχε ιδιαίτερα αναπτυχθεί τότε στο Άργος, όπως στην Αίγινα, στο Ναύπλιο και στην Ερμούπολη της Σύρου.

Μετά από παραμονή έξη μηνών ο Ρίγκς διατηρεί ισχυρές επιφυλάξεις για την επιτυχία της προσπάθειάς του, εκφράζοντας την υποψία ότι εκείνοι που αντιδρούσαν στην ίδρυση του σχολείου του είχαν ισχυρές προσβάσεις στην Κυβέρνηση. Παρ’ όλα αυτά, συμπληρώνοντας ένα χρόνο παραμονής και λειτουργίας στο Άργος, στο σχολείο του φοιτούν 40 μαθήτριες. Φιλοδοξεί να ιδρύσει Ελληνικό σχολείο ενώ σχεδιάζει το σχολείο του να διαθέτει τρία τμήματα.

Α. Νηπιαγωγείο

Β. Αλληλοδιδακτικό και

Γ. Διδασκαλείο, για την επιμόρφωση διδασκαλισσών.

Οι ιεραπόστολοι στα πλαίσια των μορφωτικών και εκπαιδευτικών σχεδιασμών τους, στρέφονται προς τις γυναίκες των μικρότερων αστικών κέντρων για δύο βασικούς λόγους. Ο πρώτος λόγος ήταν ο ανταγωνισμός που συνεχώς αύξανε μεταξύ των σχολείων στα μεγάλα αστικά κέντρα. Ο δεύτερος ήταν το γεγονός ότι οι γυναίκες – στα πλαίσια των συνεχών αλλαγών των κοινωνικών συνθηκών- επεδίωκαν να μορφωθούν προκειμένου να αποκτήσουν κάποιο επάγγελμα και κατ’ επέκταση να εργαστούν.

Βέβαια, ένα άλλος σημαντικός λόγος που οι ιεραπόστολοι άρχισαν να απευθύνονται στις γυναίκες ήταν η γρήγορη εξάπλωση των σχολείων σε όλη την Ελλάδα αλλά μόνο σε επίπεδο σχεδιασμών και προοπτικής και σ’ ένα περιβάλλον εχθρικό αφού ήδη είχαν αρχίσει οι έντονες αντιδράσεις της Εκκλησίας και οι παρεμβάσεις του Κράτους. Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής ήταν η ψήφιση του Νόμου της 6ης/ 18ης Φεβρουαρίου 1834, ο οποίος έδινε άδεια διδασκαλίας αποκλειστικά στους αποφοίτους του Δημόσιου Διδασκαλείου στο Ναύπλιο.     

Το άσχημο κλίμα του 1834 ανατρέπεται στα τέλη του 1835. Οι ιεραπόστολοι βλέπουν τις συνθήκες να βελτιώνονται αισθητά αλλά δεν παύουν να υπάρχουν διακυμάνσεις. Άλλοτε ευνοϊκές και άλλοτε εχθρικές.

Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ο ιερομόναχος Γερμανός με την συμπαράσταση κάποιων πολιτών, λιθοβόλησαν το σχολείο του Ρίγκς με την δικαιολογία ότι στο Αμερικανικό σχολείο γινόταν προσηλυτισμός. Ο εισαγγελέας εφετών Ναυπλίου σε έγγραφό του αναφέρει ότι «φρόνιμον να μη γενή περαιτέρω εξέτασις περί του συμβάντος».

Παρά τις αντιδράσεις και το αμφιλεγόμενο κλίμα που επικρατεί, οι ιεραπόστολοι Ρίγκς και Κίνγκ συνεχίζουν το έργο τους και μάλιστα παίρνουν την πρωτοβουλία, περισσότερο παρακινούμενοι από την ιδιότητα του δασκάλου παρά του ιεροκήρυκα – χωρίς την έγκριση της εταιρείας τους- να προγραμματίσουν την αποστολή τριών Ελληνοπαίδων στην Αμερική για να μορφωθούν σε εκεί πανεπιστήμια, με το σκεπτικό ότι άξιζαν αυτή την βοήθεια επειδή ήταν επιδεκτικά στην καλή, ηθική διδασκαλία και η επιμέλεια και η επιθυμία τους ήταν δοκιμασμένη.

Τα ονόματά τους ήταν: Λουκάς Οικονόμος, Κωνσταντίνος Μεναίος, Αναστάσιος Μεναίος ενώ ένα τέταρτος με το όνομα Αργυρός δεν ήταν βέβαιο ότι θα σταλεί με τους άλλους.

Από επιστολή του προς τους προϊσταμένους του στην Αμερική, προκύπτει ότι στις αρχές του 1836 ο Ρίγκς διατηρεί δύο σχολεία κοριτσιών με 70 μαθήτριες εκ των οποίων οι 50 παρακολουθούν συστηματικά. Ακόμη τους πληροφορεί ότι τα σχολεία του στο Άργος προοδεύουν ενώ ήδη έχουν οργανώσει ένα ανώτερο τμήμα στο οποίο φοιτούν 9 κορίτσια, το οποίο λειτουργεί με την δική τους αποκλειστική ευθύνη.

Στα μέσα του 1836 το ανώτερο αυτό τμήμα που αποκαλούν « Σεμινάριο» έχει 14 μαθήτριες οι οποίες μετά την αποφοίτηση τους θα γίνουν βοηθοί. Το τμήμα επομένως θα αποτελούσε ένα είδος Υποδιδασκαλείου και οι απόφοιτες θα βοηθούσαν στα σχολεία του.

Παρ’ όλες τις προόδους, ο Αμερικανός ιερωμένος εκφράζεται με επιφυλάξεις για το μέλλον των σχολείων και δείχνει απαισιόδοξος λόγω της παρέμβασης του Κράτους, το οποίο προγραμματίζει την ανάρτηση εικόνων στα σχολεία και την διδασκαλία της κατήχησης από Ορθόδοξους ιερείς. Αν αυτό συμβεί, τότε το μέλλον προδιαγράφεται δυσοίωνο για τα μισιοναρικά σχολεία. Βέβαια, μια άλλη κίνηση ιεραποστόλων, των επισκοπιανών, έχουν ήδη δεχτεί Ορθόδοξο ιερέα στα σχολεία τους και εύκολα- σύμφωνα με την γνώμη του Ρίγκς- θα δεχτούν και τις εικόνες.

Στα τέλη του 1836 οι ιεραπόστολοι της Αμερικανικής αποστολής (A.B.C.F.M.) οργανώθηκαν σε σώμα. Με την άφιξη ενός ακόμη ιεραποστόλου, του Νάθαν Μπέντζαμιν η ιεραποστολή ενισχύθηκε σημαντικά.

Ομόφωνα αποφασίστηκε ο Μπέντζαμιν να παραμείνει στο Άργος μαζί με τον Ρίγκς, ενώ παράλληλα πάρθηκε απόφαση για την έκδοση μιας θρησκευτικής εφημερίδας, της οποίας την ευθύνη της έκδοσης θα ανελάμβανε κάποιος ενάρετος Έλληνας.

Κι ενώ οι αντιδράσεις στο Άργος συνεχίζονται και κάποιος Ορθόδοξος ιερομόναχος ξεσηκώνει τον κόσμο να κάψουν τους ιεραπόστολους, τα σχολεία λειτουργούν κανονικά με ελάχιστες αποχωρήσεις μαθητριών. 40 μαθήτριες φοιτούν κανονικά και μάλιστα η σύζυγος του Ρίγκς, ιδρύει νηπιαγωγείο με 25 περίπου νήπια.

 

 

Οι Μαθητές των σχολείων των Ρίγκς στο Άργος

 

 1834. Ίδρυση αλληλοδιδακτικού σχολείου θηλέων.

1835. Αλληλοδιδακτικό θηλέων. 40 μαθήτριες.

1836. Οι Ρίγκς διαθέτουν δύο σχολεία αλληλοδιδακτικά. 70 μαθήτριες.

1836. Ανώτερο τμήμα, Υποδιδασκαλείο. 14 μαθήτριες.

1837. Νηπιαγωγείο. 25 νήπια.

1838. Διακοπή των προτεσταντικών σχολείων Ρίγκς.

Επόμενη κίνηση του προτεστάντη ιερέα είναι η δημιουργία Ελληνικού σχολείου. Ζητά από τα κεντρικά γραφεία την ενίσχυσή του με 500 δολάρια προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η νέα του πρωτοβουλία. Ο ιδιοκτήτης του ακινήτου όμως, ο οποίος είναι και πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου της πόλης, ανατρέπει τα σχέδια του Ρίγκς. Του προτείνει να στηρίξουν το δημόσιο Ελληνικό σχολείο.

Ο Ρίγκς συμφώνησε με την προϋπόθεση να διδάσκουν το μάθημα της Αγίας Γραφής οι ιεραπόστολοι όπως εκείνοι νόμιζαν, όπως γινόταν στα Ελληνικό σχολείο της Αθήνας. Ο Δήμαρχος συμφώνησε, όμως τα σχέδια του Ρίγκς για την δημιουργία Ελληνικού σχολείου αρρένων στο Άργος δεν υλοποιήθηκε. Τελικά, ο Ρίγκς χωρίς αιτιολογία, ειδοποίησε την εταιρεία του ότι δεν χρειαζόταν πλέον την επί πλέον χρηματοδότηση, αφού ο σχεδιασμός για σχολείο ματαιώθηκε. Προφανώς ο λόγος ματαίωσης της συνεργασίας ήταν το αίτημα του ιεραπόστολου που αφορούσε στην διδασκαλία της Αγίας Γραφής από τους προτεστάντες.

Το έτος 1837 τα σχολεία των Ρίγκς και Μπέντζαμιν συνεχίζουν να λειτουργούν ενώ το σχολείο του Κίνγκ στην Αθήνα έχει κλείσει από τις αρχές του 1837.

Ένα χρόνο αργότερα, το 1838 θα κλείσει και τα σχολεία του Άργους. Στην διακοπή της λειτουργίας των σχολείων των προτεσταντών στο Άργος,  οδήγησαν κυρίως κοινωνικοί λόγοι. Στο περιοδικό « The Missionary Herald» αναφέρεται ότι « Η παράδοξα μη ευνοϊκή διάθεση του πληθυσμού στο  Άργος μας έκανε να πάρουμε μια τέτοια απόφαση».

Ο Ν. Μπέντζαμιν πήγε κοντά στον Ιωνά Κίνγκ και συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο Σταθμό της Αθήνας ενώ ο Ιλάϊας Ρίγκς με την οικογένειά του μετέβη στην Σμύρνη κι ύστερα στην Κωνσταντινούπολη για να συνεχίσει εκεί.

  

Υποσημείωση

  

 * Στις αρχές  του ΙΘ’ αιώνος, παρατηρήθηκε ζωηρή κίνηση Προτεσταντών Μισσιοναρίων προς Ανατολάς. Η αποκατάσταση της τάξεως στην Μεσόγειο διευκόλυνε την εγκατάστασή τους, ενώ η δυστυχία, η φτώχεια και η αμάθεια, οι οποίες επικρατούσαν σε αυτόν τον γεωγραφικό χώρο, απέβησαν ευκόλως αντικείμενο εκμεταλλεύσεως προς επικράτησή τους. Δυτικοί Προτεστάντες διαφόρων εθνικοτήτων – Άγγλοι, Αμερικανοί, Γερμανοί, Ελβετοί κ.α.- αλλά και Παπικοί ίδρυσαν πολυάριθμους ιεραποστολικούς σταθμούς – σφύζουσες δυτικές Εστίες – στα σπουδαιότερα εκκλησιαστικά και πολιτικά κέντρα της ελευθέρης και υποδούλου Ελλάδας, τέλεια οργανωμένους, «κατεργαζόμενοι  μεθοδευμένα τον δυτικότροπο κοινωνικοπολιτικό μετασχηματισμό της».

 Κυρία οδός αυτής της προσπάθειας τους, απετέλεσε η Εκπαίδευση του αμόρφωτου λαού και μάλιστα των νέων, και η ίδρυση σχολείων, τα οποία ευρίσκοντο υπό την άμεση εποπτεία τους, καθώς η προσφερομένη σε αυτά παιδεία – οργανωμένη εκ των ιδίων – βάσει συγκεκριμένου προγράμματος, διευκόλυνε την διάδοση των ιδεών τους, αφ’ ού στους μαθητές εύρισκαν τα ευήκοα ώτα, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα αντιστάσεως από τους διαπλαθομένους και συνεπώς ευάλωτους νέους, οι οποίοι, αφ’ ενός θα διέδιδαν τις νέες σε αυτούς διδασκόμενες ιδέες, στους – συχνά αμόρφωτους – γονείς τους, κατ’ επέκτασιν δε και σε όλη την κοινωνία, αφ’ ετέρου οι ίδιοι θα αποτελούσαν την ελληνική κοινωνία του μέλλοντος, εξοικειωμένοι εξ απαλών ονύχων μετά του δυτικού περιβάλλοντος και με διαμορφωμένο αναλόγως το φρόνημα τους! Ταυτοχρόνως, στους χώρους της εκπαιδεύσεως υπήρχε πρόσφορο έδαφος για διακίνηση των προπαγανδιστικών τους εντύπων και μεταφράσεων. Έτσι οι Μισσιονάριοι, ανέπτυξαν  ένα τεράστιο εκπαιδευτικό έργο στην Ελλάδα.

   

Πηγές

 

  •  Θαναηλάκη Πόλλη, «Αμερική και Προτεσταντισμός», Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2005.
  • Georgi Genov, «American Elias Riggs and his contribution to the Bulgarian National Revival», Historical Archives. Sofia, Issue 9-10, November 2000 – May 2001. (in Bulgarian)

  

Read Full Post »

The Greek Correspondence of Bartolomeo Minio – Volume I: Dispacci from Nauplion (1479-1483)


The Greek Correspondence of Bartolomeo Minio Dianna Gilliland Wright

John R. Melville – Jones

UNIPRESS

PADOVA

Italy 2008

[…] Bartolomeo Minio q. Marco was elected provveditor and capitaneo of Napoli di Romania in February 1478-79 to replace the previous rettor of Nauplion, Christoforo de Priuli, who died before the end of his term. Leonardo Diedo, capitaneo of Coron, was transferred to Nauplion until Minio arrived. As Minio’s first letter reports, he got as far as Modon in September, but did not arrive in Nauplion until 8 November, as Venetian shipping was either suspended or on war alert because of the Ottoman attack on the Ionian Islands.

Bartolomeo was about 40 when he began the Nauplion assignment, the usual age for a provveditor in the stato da mar. The dispacci suggest that he had a tendency to migraines and an aching neck. Perhaps marked by the early loss of his mother, he appears in his letters as a lonely man, writing of himself as “essendo solo rector,” rarely mentioning officials other than those who came by galley for rare, brief stays, never mentioning the name of the assistant on whom he relied the most, the cancellier for whom he fought a long and tiring battle with Venetian bureaucracy. In the final dispaccio of 25 March 1483, he mentions “nui suo rectori” and “nui suo provveditori” but these refer to rettori of other citta`. Five years later, there were at least thirteen officials appointed to Nauplion in addition to the provveditor, and Minio may have had several of these with him: this cannot be deduced from the dispacci and cannot be assumed, given the many variations from the standard noted at Nauplion. His wife’s brother, “mio cognado Piero Trevisan,” commanded a light galley and came to Nauplion several times on assignment. Minio looked forward to Trevisan’s visits, and in the dispacci emphasized their relationship— “mio cognado”— insisting on it in what he perceived as the blank face of Venetian bureaucracy. As official papers, the dispacci give no suggestion as to what non-official correspondence he might have had […]

Read Full Post »

Abraham Ortelius:  Argonautica (1598)  


Argonautica. Illustrissimo Principi Carolo Comiti Arenbergio, Baroni Septimontii, Domino Miravartii, Equiti Aurei Velleris, etc. . . .  (Antwerp: 1598).

Abraham Ortelius:  Argonautica (1598)

Abraham Ortelius: Argonautica (1598)

Διακοσμητικός χάρτης της Αρχαίας Ελλάδας και των γειτονικών περιοχών. Αμβέρσα, 1598. 

Read Full Post »

Coronelli Vincenzo Maria, Napoli Di Romania, 1686


 Napoli Di Romania assediato e presso dall’Armi alla Serenissima Republica di Venezia, sotto il comando dellEccellenza del Cap: Gen: Francesco Morosini Cavelier e Procur: di S. Marco 20 ag: 1686

H Napoli di Romagna πολιορκήθηκε και κατακτήθηκε με τα όπλα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, υπό την διοίκηση της Εξοχότητας του Γενικού Καπετάνιου Ιππότη και Δημόσιου Επιτρόπου Francesco Morosini. Ημέρα 20 Αυγούστου 1686.

Coronelli Vincenzo Maria, Napoli Di Romania, 1686

Coronelli Vincenzo Maria, Napoli Di Romania, 1686

Η σκηνή της μάχης στο Napoli di Romania (Ναύπλιο) τον Αύγουστο του 1686 κάτω από την αρχηγία του Γενικού Λοχαγού Francesco MorοsiniΑυτό το λιμάνι του Μοριά στο κόλπο του Άργους ήταν σημαντικός σταθμός στον εμπορικό δρόμο ανάμεσα στη Βενετία και την Κωνσταντινούπολη και θα γινόταν αργότερα η πρώτη πρωτεύουσα του Βασιλείου της Ελλάδας.

Το σχέδιο έδειχνε τη Βενετική υπεροχή του κάστρου της θάλασσας (Μπούρτζι) και της οχυρωμένης πόλης από τους βομβαρδισμούς του Παλαμηδίου καταμήκος με τις Τουρκικές δυνάμεις στη μακρινή πλευρά του βουνού και διάφορες άλλες συμπλοκές. Η θέα ήταν κυκλωμένη από σύμβολα, συμπεριλαμβανομένου του Λέοντα του San Marco.

Το Ναύπλιο αρχικά έπεσε στους Βενετούς στα τέλη του 14ου αιώνα. Αργότερα είχαν τον έλεγχο οι Τούρκοι από το 1540 μέχρι 1686. Το σχλεδιο δείχνει τους Βενετούς να ξαναπαίρνουν το Ναύπλιο, το οποίο κράτησαν μέχρι το 1715, όπου και το ξαναπήραν οι Τούρκοι. Τελικά οι Έλληνες πήραν τον έλεγχο της πόλης το 1822, κατά τη στιγμή την οποία έγινε η πρώτη πρωτεύουσα του Βασιλείου της Ελλάδας. (Βενετία 1686).

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »