Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ψηφιακές Συλλογές’

Αξιωματούχοι στην αυλή του Αλή Πασά, Αλεξάνδρα Πεταλά, «Μνήμων», τόμος 2 (1972), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού


 

Αλή Πασάς, ζωγραφική σε ελεφαντοδόντο, Jacob Ritter von Hartmann,1822.  Μητροπολιτικό Μουσείο, Νέα Υόρκη.

Αλή Πασάς, ζωγραφική σε ελεφαντοδόντο, Jacob Ritter von Hartmann,1822.
Μητροπολιτικό Μουσείο, Νέα Υόρκη.

Στην Οθωμανική αυτοκρατορία από τα μέσα του 18ου αιώνα αρχίζει να εκδηλώνεται επιτακτική η ανάγκη για ανάληψη από μέρους της Υψηλής Πύλης μεταρρυθμιστικών προσπαθειών, που έχουν σα σκοπό τη με­ταβολή της πολιτικής της στην αντιμετώπιση των εσωτερικών ζητημάτων του κράτους. Όμως οι μεταρρυθμιστικές αυτές προσπάθειες έχουν αμφί­βολα αποτελέσματα και παραμένουν στο στάδιο της απόπειρας. Έτσι, η άγνοια, ο δεσποτισμός και η αυταρχικότητα, που χαρακτήριζε τη δια­κυβέρνηση των περισσοτέρων σουλτάνων, η έλλειψη τάξεως και πει­θαρχίας, που επικρατούσε στο σώμα των γενιτσάρων, καθώς και η ανά­μειξή τους στα εσωτερικά πράγματα του κράτους και στα δυναστικά ζητήματα της διαδοχής, οδηγούν στην αποδιοργάνωση, τόσο των αυτο­νόμων, όσο και των διοικουμένων από το κέντρο επαρχιών και γενικά αναστατώνουν τον κρατικό μηχανισμό. Αντίθετα προς τη σύγχρονη απο­λυταρχική Ευρώπη, όπου τελικά η φεουδαρχική αριστοκρατία έχει πια υποταχθεί στη μοναρχική κεντρική εξουσία, στην Οθωμανική αυτοκρα­τορία η συγκεντρωτική εξουσία, ακολουθώντας μια αντίθετη τροχιά, αρ­χίζει να φθείρεται και το αποτέλεσμα της φθοράς αυτής εκδηλώνεται μέσα στο απέραντο κράτος με τάσεις αποσχίσεως των εντοπίων αρχόντων ή των επαρχιακών διοικητών.

Οι επαρχίες στη Β. Αφρική που εν μέρει αυτοδιοικούνται, όπως η Αλγερία, η Τυνησία, η Τριπολίτιδα, είναι σχεδόν ανεξάρτητες και κατ’ όνομα μόνο συνδέονται με την αυτοκρατορία, ενώ η Αίγυπτος, παλαιότερα στην ίδια κατάσταση, δείχνει στην περίοδο του Mohamet Ali υπο­ταγή αμφίβολη. Στις ευρωπαϊκές επαρχίες του Οθωμανικού κράτους εκδηλώνονται επίσης φυγόκεντρες ροπές και ισχυροί άνδρες, όπως ο Πασβάνογλου του Βιδινίου, οι Μπουσατλήδες (Bushatli) στη Σκόδρα, ο Ισμαήλ πασάς των Σερρών στρέφονται ενάντια στην κεντρική εξουσία και δημιουργούν ημιανεξάρτητα «δεσποτάτα». Ακριβώς κατά την περίοδο αυτή παρου­σιάζεται στο βαλκανικό χώρο κι’ ένα άλλο συναφές φαινόμενο.

Πολλοί από τους διοικητές βαλκανικών περιοχών, πασάδες, μπέηδες, αγιάνηδες (ayan), εξ αιτίας της εξασθενήσεως της κεντρικής εξουσίας και στην προσπάθειά τους να ισχυροποιηθούν, προσλαμβάνουν στην υπηρεσία τους Αλβανούς μισθοφόρους, που έτσι αρχίζουν να διεισδύουν στις πεδινές περιοχές.

Οι Αλβανοί, πλουτίζοντας από τις υπηρεσίες που έχουν προσ­φέρει, επιστρέφουν στην πατρίδα τους έχοντας βελτιώσει οικονομικά τη θέση τους , ενώ άλλοι απ’ αυτούς σκορπίζονται στα βουνά, συγκροτούν συμμορίες και χτυπούν χωρίς διάκριση Τούρκους κυρίαρχους και ντόπιους υπηκόους.

Ανάμεσα σ’ αυτούς τούς Αλβανούς, αρχικά ληστής και πολεμιστής ανεξάρτητος, στην υπηρεσία του σουλτάνου αργότερα, επαναστάτης τε­λικά ενάντια στην εξουσία της Πύλης και με βάσιμες προοπτικές για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους στην Αλβανία, ο Αλής Τεπελενλής αποτέλεσε το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα που δημιούργησαν η αναρχία, η αταξία και οι φυγόκεντρες ροπές στην Οθωμανική αυτοκρα­τορία.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Αλεξάνδρας Πεταλά πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:  Αξιωματούχοι στην αυλή του Αλή Πασά

 

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και οι Μαυρομιχαλαίοι, Χρήστος Κ. Λούκος, «Μνήμων», τόμος 4 (1974), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού


 

Οι Μαυρομιχαλαίοι φαίνονταν πρόθυμοι, έναντι ουσιαστικών ανταλλαγμάτων, να γίνουν στυλοβάτες του καθεστώτος το οποίο ο Ιωάννης Καποδίστριας εγκαθίδρυσε στην επαναστατημένη Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1828. Νόμιζαν ότι θα ήταν από τους πρώτους που θα καλούνταν να βοηθήσουν τον Κυβερνήτη στο έργο του. Αυτός όμως δεν επιθυμούσε να κυβέρνηση τους Έλληνες έχοντας ως στήριγμα τους Μαυρομιχαλαίους ή άλλους καπεταναίους και προκρίτους, οι οποίοι, αν και πρόσφεραν πολλά στον Αγώνα, είχαν, κατά τη γνώμη του, πάντοτε εκμεταλλευθεί το λαό και με πείσμα αγωνίζονταν να τον κρατήσουν κάτω από την πολιτική τους κηδεμονία.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, 1833. Έργο, εκ του φυσικού, του  Άγγλου ζωγράφου και περιηγητή Francis Hervé (1781-1850).   Δημοσιεύεται στο: Francis Hervé, «A residence in Greece and Turkey: With notes of the journey through Bulgaria, Servia, Hungary, and the Balkan», by Francis Herve, Esq. Illustrated by tinted lithographic engravings, from drawings by the author. London: Whittaker & Co.,1837. (τόμος 1ος)

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, 1833. Έργο, εκ του φυσικού, του Άγγλου ζωγράφου και περιηγητή Francis Hervé (1781-1850).
Δημοσιεύεται στο: Francis Hervé, «A residence in Greece and Turkey: With notes of the journey through Bulgaria, Servia, Hungary, and the Balkan», by Francis Herve, Esq. Illustrated by tinted lithographic engravings, from drawings by the author. London: Whittaker & Co.,1837. (τόμος 1ος)

Το όραμα του Κυβερνήτη για το σχηματισμό ενός κράτους μικρών καλλιεργητών και βιοτεχνών, που θα ζούσαν κάτω από την άγρυπνη φροντίδα της πατρικής του κηδεμονίας, ήταν ασυμβίβαστο με τη διατήρηση των κοινωνικών μορφών που δημιουργήθηκαν στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και τις οποίες δεν μπόρεσε να ξεριζώσει η Επανάσταση.

Αναμφίβολα ο στόχος αυτός του Καποδίστρια αποτελούσε μια από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την οργάνωση σύγχρονου κράτους, αλλά στην πράξη δεν εφαρμόστηκε με την αποφασιστικότητα που χρειαζόταν. Τα εμπόδια υπήρξαν ομολογουμένως μεγάλα: η ρευστή κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας και η στενή εξάρτηση του σχηματιζόμενου κράτους από τις τρεις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, που με τις συχνές επεμβάσεις τους παρέλυαν την πρωτοβουλία της Κυβερνήσεως.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, εξάλλου, δεν αναζήτησε σε άλλες κοινωνικές δυνάμεις το έρεισμα για την εφαρμογή του προγράμματός του παρά μόνο σε αφοσιωμένους οπαδούς ή στην παθητική αγάπη του λαού. Η βασισμένη σε υψηλές αρχές αλλά πολλές φορές άκαμπτη πολιτική του, καθώς και το ανελεύθερο θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκε επέτρεψαν στη βαλλόμενη τάξη των προκρίτων και καπεταναίων να μεταθέσει σε άλλο πεδίο τη διαμάχη και να εμφανίσει την υπεράσπιση των συμφερόντων της ως αγώνα κατά του συγκεντρωτισμού και της απολυταρχικής διακυβερνήσεως.

Γενικά η αντίσταση στα μέτρα του Κυβερνήτη υπήρξε σφοδρή. Οι πρόκριτοι και οπλαρχηγοί αισθάνθηκαν τον κίνδυνο που τους απειλούσε και οι περισσότεροι – με εξαίρεση κυρίως τον Θ. Κολοκοτρώνη και τους συνεργάτες του – πάλεψαν με κάθε μέσο για να εξουδετερώσουν τις κυβερνητικές προσπάθειες. Προβάλλοντας τις υπηρεσίες τους στον Αγώνα κέρδισαν τη συμπάθεια και μερικές φορές την υποστήριξη των συμπατριωτών τους, οι οποίοι δεν μπορούσαν να αντιληφθούν το βαθύτερο νόημα της συγκρούσεως. Τελικά πέτυχαν, με τη βοήθεια και άλλων παραγόντων, να παραμείνουν η ηγετική τάξη και στους επόμενους χρόνους, εμποδίζοντας έτσι την ανάπτυξη των λοιπών κοινωνικών δυνάμεων. Οι παραπάνω διαπιστώσεις προκύπτουν σαφέστερα από την ανάλυση της διαμάχης ανάμεσα στον Κυβερνήτη και τους Μαυρομιχαλαίους.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης του κυρίου Χρήστου Λούκου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και οι Μαυρομιχαλαίοι

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το Καποδιστριακό Κόμμα 1832 – 1833 | Από την ήττα στον παραγκωνισμό και την καταδίωξη. Αλέκα Μπουτζουβή – Μπανιά, «Μνήμων», τόμος 8 (1982), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού.


 

Ορισμένα έγγραφα του Ιστορικού Αρχείου Κερκύρας (Ι.Α.Κ) και του Αρχείου της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος (Ι.Ε.Ε.) περιέχουν πληροφορίες για την ιδεολογία, την πολιτική δραστηρι­ότητα και τους στόχους του καποδιστριακού ή ρωσικού κόμματος από την παραίτηση του Αυγουστίνου Καποδίστρια (Μάρτιος 1832) ως τη σύλληψη του Θ. Κολοκοτρώνη (Σεπτέμβριος 1833). Παρακάτω επιχειρείται αξιο­λόγηση των νέων αυτών πληροφοριών. Στο τέλος δημοσιεύονται τα ίδια τα έγγραφα.

Αυγουστίνος Καποδίστριας

Αυγουστίνος Καποδίστριας

Μετά την 27 Σεπτεμβρίου 1831 το καποδιστριακό κόμμα κατάφερε για ένα διάστημα να διατηρήσει την εξουσία. Είχε τον έλεγχο της Γερουσίας καθώς και την πλειοψηφία της διορισμένης από αυτήν Διοικητικής Επι­τροπής, η οποία συστήθηκε για να καλύψει το κενό της εκτελεστικής εξουσίας που άφησε η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια. Την αποτε­λούσαν οι Αυγουστίνος Καποδίστριας, Θ. Κολοκοτρώνης και I. Κωλέττης. Η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στα μέλη της Δ.Ε. ανατράπηκε, όταν τα πιστά στον Αυγουστίνο στρατεύματα συγκρούσθηκαν με τους Ρου­μελιώτες στο Άργος (Δεκ. 1831) κατά την έναρξη της Ε’ Εθνοσυνέλευσης. Ο Θ. Κολοκοτρώνης παραιτήθηκε από την Δ.Ε. και στις 8 Δεκεμβρίου η παραπάνω Εθνοσυνέλευση εξέλεξε τον Αυγουστίνο πρόεδρο της προσω­ρινής Κυβερνήσεως της Ελλάδος. Απομονωμένος πια ο I. Κωλέττης αποχώρησε από την Δ.Ε. Σε λίγες μέρες «οι συνταγματικοί» εγκατέλειψαν το Ναύπλιο με τον Κωλέττη επικεφαλής.

Σε συνεργασία με τους αντικαποδιστριακούς της Ύδρας, με τους οποίους είχε αρνηθεί να συμφιλιωθεί ο Αυγουστίνος, ο I. Κωλέττης σχημάτισε την κυβέρνηση της Περαχώρας και συγκρότησε νέα Εθνοσυνέλευση. Διαμορφώθηκαν έτσι δύο κέντρα εξουσίας: στο Ναύπλιο η κυβέρνηση Αυγουστίνου και η Ε’ Εθνοσυνέλευση· στην Περαχώρα ο I. Κωλέττης και η Δ’ κατά συνέχεια Εθνική Συνέλευση. Η κρίση είχε κορυφωθεί και οδηγούσε στον εμφύλιο πόλεμο.

Στις εξελίξεις αυτές αναμείχθηκαν ενεργά οι αντιπρέσβεις των τριών δυνάμεων. Ο Ρώσος Rückman υποστήριζε ανεπιφύλακτα τους καποδιστριακούς, ενώ ο Γάλλος Rouen τον I. Κωλέττη και τους συνεργάτες του. Αμφίρροπη ήταν η στάση του Άγγλου αντιπρέσβη Dawkins: ήθελε τη συντριβή των καποδιστριακών και κατά συνέπεια τη μείωση της ρωσικής επιρροής στην Ελλάδα· ωστόσο φοβόταν μήπως η χωρίς έλεγχο ενδυνά­μωση των Ρουμελιωτών του I. Κωλέττη αυξήσει τη γαλλική επιρροή. Ο φόβος αυτός τον ωθούσε σε πρόσκαιρες συμμαχίες με τη ρωσική πλευρά.

Η προέλαση των Ρουμελιωτών ως το Άργος και η γνωστοποίηση του πρωτοκόλλου της 7ης Μαρτίου 1832, που ήταν καρπός της Διάσκεψης του Λονδίνου, οδήγησαν τον Αυγουστίνο σε παραίτηση. Τότε ο αγώνας των ατόμων και των πολιτικών ή κοινωνικών ομάδων που στεγάζονταν κάτω από τον τίτλο του καποδιστριακού κόμματος μπήκε σε νέα φάση. Στόχος τους ήταν να αποτραπεί η ολοκληρωτική νίκη των συνταγματικών που θά είχε σαν αποτέλεσμα τη δική τους συντριβή. Η δράση τους δεν ήταν συν­τονισμένη· ωστόσο υπάρχουν αρκετά κοινά σε όλους σημεία, στον ιδεο­λογικό κυρίως τομέα, όπως δείχνουν τα κείμενά τους.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κυρίας Αλέκας Μπουτζουβή – Μπανιά πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το Καποδιστριακό Κόμμα 1832 – 1833. Από την ήττα στον παραγκωνισμό και την καταδίωξη

Read Full Post »

Η Πελοπόννησος κατά την έβδομη δεκαετία του 15ου αιώνα: Η μαρτυρία των πηγών – Φωτεινή Β. Πέρρα. «Εκκλησιαστικός Φάρος», έκδοσις της Αφρικής, AlexandriaJohannesburg, 2012.


 

Μια από τις πλουσιότερες σε ιστορικό παρελθόν περιοχές του ελλαδικού χώρου, στενά συνδεδεμένη με την παρουσία ποικίλλων κυριάρχων κατά την εποχή του Μεσαίωνα αποτελεί η Πελοπόννησος, ο «τόπος του Μορέως» σύμφωνα με το ομώνυμο Χρονικό. Επαρχία της βυζαντινής αυτοκρατορίας την περίοδο της ακμής της τελευταίας, παρέμεινε στην κατοχή της ως το 1205, οπότε και πέρασε στην κυριαρχία των Φράγκων, οι οποίοι ίδρυσαν το πριγκιπάτο της Αχαΐας.

Παράσταση νίκης Οθωμανού σουλτάνου, Λαόνικος Χαλκοκονδύλης στο: L'histoire de la decadence de l'empire grec, et establissement de celuy des Turcs, par Chalcondile Athenien..., Parisien, Claude Sonnius, 1632.

Παράσταση νίκης Οθωμανού σουλτάνου, Λαόνικος Χαλκοκονδύλης στο: L’histoire de la decadence de l’empire grec, et establissement de celuy des Turcs, par Chalcondile Athenien…, Parisien, Claude Sonnius, 1632.

Από το 1348/49 η Πελοπόννησος πολιτικά μετατράπηκε σε Δεσποτάτο όταν ο Μανουήλ Καντακουζηνός ανέλαβε την εξουσία ως πρώτος Δεσπότης. Κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα, οι βυζαντινοί κύριοι της αρχικά του οίκου των Καντακουζηνών και στη συνέχεια της δυναστείας των Παλαιολόγων χρειάστηκε να έρθουν αντιμέτωποι με τις εισβολές Αλβανών και Τουρκομάνων μέχρι την ουσιαστική κατάλυση του Δεσποτάτου το 1460/61 περίοδο κατά την οποία κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς, με εξαίρεση τις περιοχές που βρίσκονταν υπό βενετική κυριαρχία δηλαδή, τη Μεθώνη, την Κορώνη, το Άργος και το Ναύπλιο. Οι ιστορικές τύχες της Πελοποννήσου κατά τις διάφορες φάσεις της από τον 13Ο αι. και έπειτα έχουν γίνει αντικείμενο ενδελεχούς έρευνας από πολλούς μελετητές, οι οποίοι μας έχουν δώσει σημαντικότατες συμβολές για τις κυριότερες φάσεις της μεσαιωνικής πελοποννησιακής ιστορίας ως το 1463, στις οποίες ήδη αναφερθήκαμε συνοπτικά.

Τη βυζαντινή παρουσία στην Πελοπόννησο διαδέχθηκε η περίοδος των Οθωμανικών εισβολών, τις οποίες πρόσφατα έχει περιγράψει και αναλύσει ο L. Kayapinar και οι οποίες σταδιακά οδήγησαν στην πλήρη επικράτηση των Οθωμανών στα πελοποννησιακά εδάφη. Οι γενικότερες εξελίξεις όμως στο χώρο της Μεσογείου που σχετίζονταν με τη διαπάλη μεταξύ της Βενετίας και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας για την κυριαρχία στην περιοχή, οδήγησαν την Πελοπόννησο σε νέες περιπέτειες πολεμικού περιεχομένου. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο αυτών δυνάμεων, ο οποίος σοβούσε, ήδη πολύ καιρό και κατέληξε στη μεταξύ τους σύγκρουση, επρόκειτο να έχει ως ένα από τα κύρια πεδία του το γεωγραφικό χώρο της Πελοποννήσου, όπου είχε σχεδόν παγιωθεί η οθωμανική παρουσία. Με αυτό τον τρόπο από το 1463 ο Μοριάς βρέθηκε στη δίνη του Α’ βενετο-οθωμανικού πολέμου (1463-1479) και οι κάτοικοί του θα βίωναν όλες τις φάσεις και τα δεινά του, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία μεταξύ του 1463-1473.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Φωτεινής Πέρρα πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η Πελοπόννησος κατά την έβδομη δεκαετία του 15ου αιώνα- Η μαρτυρία των πηγών

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Το Ναύπλιο του 1500 στα βενετσιάνικα έγγραφα – Μετάφραση-διασκευή- επιμέλεια – Γιώργος Ρούβαλης


The Greek Correspondence of Bartolomeo Minio Μια άκρως ενδιαφέρουσα διατριβή παρουσιάστηκε το 1999 στα αγγλικά στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Αμερικής με τίτλο «Bartolomeo Minio Venetian Administration in 15th century Nauplion». Συγγραφέας η Diana Gilliland Wright. Με βάση τις μηνιαίες αναφορές του βενετσιάνου προβλεπτή στο Ναύπλιο Bartolomeo Minio από το 1478 ως το 1483 η συγγραφέας αναλύει την καθημερινότητα της βενετσιάνικης διοίκησης στο Ναύπλιο, τη διάταξη και λειτουργία του στρατού, τις σχέσεις με τους Τούρκους σε ειρήνη και σε πόλεμο, καθώς και το ξεκίνημα του χτισίματος της σημερινής κάτω πόλης του Ναυπλίου. Είναι η πρώτη φορά που ένας ερευνητής παρουσιάζει συγκεκριμένα στοιχεία για το βενετσιάνικο Ναύπλιο, για το οποίο μέχρι τώρα μόνο γενικότητες γνωρίζαμε. Μια άλλη εικόνα, αλλά μυθιστορηματική, της κτήσεως του Παλαμηδιού γύρω στο 1710-14 μπορούμε να βρούμε και στο μυθιστόρημα του Bruno Racine «Ο άρχων του Μορέως» [«Ο Κυβερνήτης του Μορέως»], μεταφρασμένο στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κέδρος, 1981 [1982]. Εκεί, ο συγγραφέας μπαίνει στο πετσί του Augustino Sagredo, που έχει λάβει την εντολή να χτίσει το Παλαμήδι.

Όμως, η διατριβή της Diana Wright είναι πολύ πιο λεπτομερειακή και φανερώνει χρόνια έρευνας και ανάλυσης των βενετσιάνικων ντοκουμέντων, που έχουν διασωθεί. Ας σημειώσουμε εδώ ότι για πολλές περιοχές της βενετσιάνικης Ελλάδας τα αρχεία της Βενετίας υπάρχουν – σε διάφορες βιβλιοθήκες – και βέβαια θέλει ψάξιμο και έρευνα για να τα βρεις και να τα ερμηνεύσεις. Τούτο έκανε – στον καιρό του – και ο ιστοριοδίφης Τάκης Μαύρος, ο οποίος δημοσίευσε στο Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου που εξέδιδε (δεκαετία 1990) πλήθος τέτοιων και άλλων εγγράφων.

Θα κάνουμε εδώ μία σύντομη παρουσίαση της διατριβής της Diana Wright στα ελληνικά με την ελπίδα ότι θα χρησιμεύσει σε όσους δεν μπορούν να διαβάσουν το πρωτότυπο.

Τιντορέττο (Jacopo Tintoretto 1518-94), Πορτρέτο Ενετού Ναυάρχου. Museo Nacional del Prado (Spain - Madrid).
Τιντορέττο (Jacopo Tintoretto 1518-94), Πορτρέτο Ενετού Ναυάρχου. Museo Nacional del Prado (Spain – Madrid).

Η ερευνήτρια αναλύει τα dispacci, δηλαδή μηνιαίες αναφορές του Bartolomeo Minio προς την έδρα της Βενετίας. Διορίστηκε Provveditor, δηλαδή προβλεπτής στο Ναύπλιο στις 13 Φεβρουαρίου 1478[79]. Το βενετσιάνικο έτος άρχιζε την 1η Μαρτίου. Έφτασε στο Ναύπλιο μετά από μια στάση στη Μεθώνη στις 8 Νοεμβρίου του 1478. Το Ναύπλιο για 90 χρόνια ήταν μια ελάσσων αποικία της Βενετίας, αλλά μετά από την απώλεια του Negroponte (Χαλκίδα) το 1370, το Ναύπλιο «Napoli di Romania» γίνεται «η πιο σημαντική γη του κράτους μας (Stato Mar, δηλαδή τις υπερπόντιες αποικίες σε αντίθεση με το stato terra, που ήταν εκτάσεις στην ιταλική χερσόνησο) στην Ανατολή». Επίσης αρχίζουν να χτίζονται σημαντικές οχυρώσεις στο Ναύπλιο. Ας θυμηθούμε εδώ ότι ο βενετοτουρκικός πόλεμος, που είχε αρχίσει με την Παπική Σταυροφορία του 1463, είχε παραταθεί έως το 1479 με τρομερές συνέπειες για τα ελληνικά εδάφη. Η κατάσταση στο Μοριά ήταν εύθραυστη, διότι τοπικοί Οθωμανοί αγάδες αποσπούσαν γαίες και προέβαιναν σε πειρατικές πράξεις, οι μισθοφόροι δεν είχαν πληρωθεί για πολύ καιρό, ενώ πολλοί ντόπιοι Μοραΐτες, Έλληνες και Αλβανοί, θεωρούσαν την επιλογή της ειρήνης με την Τουρκία ως βενετσιάνικη προδοσία. Ο Bartolomeo Minio λοιπόν φτάνει στο Ναύπλιο στην αρχή μιας πρόσφατης και μακράς περιόδου ειρήνης.

Νωρίτερα από την παρούσα διατριβή, μία σύντομη πηγή για το βενετσιάνικο Ναύπλιο είναι το άρθρο του Γ.Σ. Πλουμίδη «Ειδήσεις για το βενετοκρατούμενο Ναύπλιον, 1440-1550», στο Πελοποννησιακά, αρ. 8 (1971), 261-275., καθώς , βέβαια, και το βιβλίο της Ευτυχίας Λιάτα «Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αιώνα ,οικιστικά μεγέθη και κατανομή της γης», Ακαδημία Αθηνών, 2002, που αναλύει το Κτηματολόγιο των Βενετσιάνων, με στοιχεία των ετών 1703-1705.

Ας σημειωθεί ότι η πραγμάτωση της ειρήνης εξαρτάτο όχι τόσο από την υπογραφή ενός φιρμανίου, αλλά από τις ενέργειες των τοπικών Βενετσιάνων και Οθωμανών ηγετών για τις λεπτομέρειες, π.χ. διαμόρφωση ορίων κ.λπ., που συνεπάγεται. Ο Minio ως προβλεπτής επρόκειτο να συμμετάσχει κατά τη διάρκεια της θητείας του σε τέσσερις διαφορετικές διαπραγματεύσεις για όρια, μια παμπελοποννησιακή εξέγερση, καθώς και σε διαρκή αγώνα κατά των πειρατών στη θάλασσα και στη στεριά. 84 dispacci του Minio προς την Signoria και τον Capitan Generale του στόλου βρίσκονται στη βιβλιοθήκη του Μουσείου Correr στη Βενετία «dispacci al Senato ed at altri Bartolomeo Minio» κι έχουν δημοσιευτεί στον έκτο τόμο του Κ. Σάθα «Μνημεία ελληνικής ιστορίας». Το πρώτο dispaccio έχει χρονολογία 12 Νοεμβρίου 1479 και το τελευταίο 25 Μαρτίου 1483. Υπάρχουν επίσης στην ίδια βιβλιοθήκη εκθέσεις τέλους διακυβέρνησης από τρεις κυβερνήτες του Ναυπλίου το 1525, το 1527 και το 1531. Οι εκθέσεις αυτές (relationes) προσφέρουν βασική πληροφόρηση, που ο Minio δεν δίνει: αριθμοί πληθυσμού και αλλαγές, σχόλια περί του Συμβουλίου (Consilio) του Ναυπλίου, εκθέσεις για φόρους, όμως τα dispacci είναι καθημερινές περιγραφές των θεμάτων και των κρίσεων, αναχωρήσεις και αφίξεις στρατιωτών, αξιωματικών και πλοίων, περιοδικές επιθεωρήσεις και πληρωμές, εξέλιξη των σχέσεων. Επίσης, τα dispacci, που καλύπτουν 42 διαδοχικούς μήνες, κάνουν δυνατή την ανίχνευση σχέσεων μεταξύ εποχών και γεγονότων.

Όπως σημειώνει η ερευνήτρια, οι εκθέσεις του Minio μπορούν να συγκριθούν με ανάλογες του Giacomo Barbarigo, που γράφτηκαν μεταξύ 1465 και 1466. Εξάλλου έχουμε λίγες ή σχεδόν ανύπαρκτες πηγές για την περίοδο εκείνη εκ μέρους των Ελλήνων. Η μόνη, η οποία φαίνεται να υπάρχει, είναι το κείμενο του Δωροθέου της Μονεμβασίας, «Bιβλίον Iστορικόν» του 17ου αιώνα, το οποίο παρουσιάζει μια θετική εικόνα της βενετσιάνικης κυριαρχίας.

Ποιος ήταν όμως ο Bartolomeo Minio; Όταν φτάνει στο Ναύπλιο, βρίσκεται σε μια μέση ηλικία με προηγούμενη εμπειρία μια θητεία στην Κέρκυρα ως cancelliere. Έπασχε από συχνούς πονοκεφάλους και πόνους στον αυχένα. Ήταν μάλλον μοναχικός άνθρωπος. Τη θητεία του ελαφρύνει η συχνή άφιξη του κουνιάδου του, Piero Trevisan, κυβερνήτη μιας γαλέρας, ο οποίος έφτασε στο Ναύπλιο με αποστολή αρκετές φορές. Αισθανόταν απομονωμένος «in questa terra in luogo remoto» με τη δουλειά του να μην αναγνωρίζεται, τα γράμματά του να μένουν χωρίς απάντηση και τα αιτήματά του για χρήματα, τρόφιμα και προμήθειες να αγνοούνται. Ο Minio βρίσκεται συνέχεια κουρασμένος ζητώντας χρήματα, σιτηρέσια για τους στρατιώτες, εργάτες, υλικά, δηλαδή η απελπισία και η απογοήτευσή του είναι προφανείς.

Για τη συνέχεια του άρθρου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το Ναύπλιο του 1500 στα βενετσιάνικα έγγραφα

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Όψεις της εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής του Αλή Πασά. Ελένη Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη, Ο Ερανιστής», τόμος 19, Όμιλος Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 1993. 


 

Προσωπογραφία του Αλή Πασά. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο, 1826.

Προσωπογραφία του Αλή Πασά. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο, 1826.

Η εξωτερική πολιτική του Αλή Πασά έχει γίνει επανειλημμένα αντικείμενο έρευνας και αρκετά βιβλία αφιερώνουν μεγάλο μέρος τους στο θέμα αυτό. Συχνά επίσης έχουν εξεταστεί και οι επαφές του Αλή με τους σύγχρονούς του ξένους περιηγητές. Εντούτοις η ιδιαίτερη αύτη σχέση που ανέπτυσσε, ο Αλή Πασάς, και σε μικρότερο βαθμό ο γιος του Βελή Πασάς, με τους ξένους που τους επισκέπτονταν, σε αντίθεση με τους άλλους υψηλά ιστάμενους αξιωματούχους της Οθωμανικής Αυτοκρα­τορίας, δεν τονίζεται πάντοτε επαρκώς, ούτε άλλωστε διερευνάται βα­θύτερα.

Στην πραγματικότητα η στάση του αυτή αποτελούσε μια μορφή άσκη­σης της εξωτερικής πολιτικής του. Και τούτο είτε γιατί οι ξένοι αυτοί πε­ριηγητές είχαν τη διπλή ιδιότητα του ταξιδιώτη και του επίσημου αντι­προσώπου ενός κράτους, κατά κύριο λόγο της Γαλλίας ή τής Βρετανίας, με συγκεκριμένη αποστολή στην επικράτειά του, είτε διότι οι περιηγητές αυ­τοί ήταν, ή ο Αλής πίστευε ότι ήταν, πρόσωπα σημαντικά στην πατρίδα τους, που θα μπορούσαν ενδεχομένως να εξυπηρετήσουν τα σχέδιά του και να διαδώσουν τη φήμη του. Σε κάθε περίπτωση ο Αλής προσπαθούσε, συχνά με μεγάλη επιτυχία, να δημιουργήσει ευνοϊκή εικόνα για το άτομό του δίνοντας την εντύπωση του άξεστου ίσως, άλλά ικανού, φιλοπρόοδου και φωτισμένου ηγέτη που με επιτυχία κυβερνούσε ως απόλυτος μονάρχης την επικράτειά του και εισήγαγε νέο πνεύμα και μεθόδους άγνωστες στην υπόλοιπη Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η εντυπωσιακή προσωπικότητα του Αλή, οι έξυπνοι χειρισμοί του και η πονηριά με την οποία κολάκευε τη ματαιοδοξία των ξένων είχαν τις περισσότερες φορές το επιθυμητό αποτέλεσμα. Έτσι οι περισσότεροι επι­σκέπτες έφευγαν από τα Γιάννινα γοητευμένοι και επαινώντας το έργο του, έχοντας δώσει μικρή ή καθόλου σημασία στην τυραννική του διακυ­βέρνηση, στον συμφεροντολογικό χαρακτήρα των ενεργειών του και στις αρνητικές συνέπειες που είχε η επέκταση της εξουσίας του στον ελλαδικό χώρο. Δεν ήταν πολλοί εκείνοι που πρόσεξαν μεν τα νεωτεριστικά στοιχεία που είχε εισαγάγει, αντιλήφθηκαν όμως παράλληλα και τα μελανά σημεία της διακυβέρνησής του και τις οδυνηρές επιπτώσεις που είχε για τους Έλληνες, χωρίς να παρασυρθούν από το προσωπείο που παρουσίαζε για να εντυπωσιάσει τους περιηγητές.

William Martin Leake, by Christian Albrecht Jensen oil on canvas, 1838

William Martin Leake, by Christian Albrecht Jensen oil on canvas, 1838

Πιο κάτω θα εξετάσουμε ορισμένες επιστολές του Αλή Πασά προς τρία πρόσωπα – τα δύο απ’ αυτά, ο Γεώργιος Φορέστης και ο William Martin Leake, είχαν άμεση σχέση με τη διαμόρφωση της εξωτερικής πο­λιτικής του. Ο γνωστός περιηγητής William Martin Leake, που βρισκό­ταν σε ειδική αποστολή στην Ελλάδα από το 1804 σταλμένος από το Foreign Office, εκπροσωπούσε επισήμως τη Βρετανία στην αυλή του Αλή Πασά από το 1809. Μετά την αναχώρησή του στη θέση αυτή τον διαδέ­χτηκε ο Γεώργιος Φορέστης το 1810. Το τρίτο πρόσωπο με το οποίο επίσης αλληλογραφούσε ο Αλή Πασάς ήταν ο φιλέλληνας Frederick North, ο μετέπειτα λόρδος Guilford, τον οποίο ο Βεζύρης είχε γνωρίσει ως απλό περιηγητή. Από τα γράμματα αυτά μπορούμε να δούμε διάφο­ρες πτυχές και πρακτικές της πολιτικής του Αλή σε σχέση με τη Μεγάλη Βρετανία, καθώς οι άντρες στους οποίους απευθύνονταν ήταν οι μεν δύο Βρετανοί και ο τρίτος Έλληνας αλλά και αυτός στην υπηρεσία της Βρε­τανίας. Ταυτόχρονα μπορούμε να παρακολουθήσουμε μέχρι κάποιο σημείο τη νοοτροπία του Αλή, διάφορα θέματα που σχετίζονται με γεγονότα στο εσωτερικό της επικράτειάς του αλλά και τον αντίχτυπο των διεθνών πολι­τικών εξελίξεων στις πράξεις και τη διαμόρφωση της πολιτικής του.

Η πρώτη, και χρονικά παλαιότερη, επιστολή του Αλή, γραμμένη από τα Γιάννινα στις 2/14 Δεκεμβρίου 1808, απευθύνεται στον Γεώργιο Φορέστη. Ο Γ. Φορέστης ήταν γιος του Σπυρίδωνα Φορέστη από τη Ζά­κυνθο∙ ο πατέρας του ήταν αρχικά γενικός πρόξενος της Βρετανίας στην Κέρκυρα, και με την ίδρυση της Επτανήσου Πολιτείας διορίστηκε, στις 29 Ιουνίου 1803, από τον Γεώργιο Γ’ της Μ. Βρετανίας «επιτετραμμένος λειτουργός» (Resident Minister) στο ίδιο νησί. Οι Βρετανοί του προσέφεραν για τις υπηρεσίες του τίτλο ευγενείας. Ο Γεώργιος Φορέστης είχε σταλεί να σπουδάσει στην Αγγλία, αλλά η συμπεριφορά του νέου εκεί δεν προδίκαζε την καλή εξέλιξη που θά είχε αργότερα – το είχε ρίξει στη χαρ­τοπαιξία και αναγκάστηκε να γυρίσει μάλλον άδοξα στην πατρίδα του. Μετά την επιστροφή του άρχισε να εργάζεται κι αυτός για τους Άγγλους, δεν γνωρίζουμε όμως πότε και πώς άρχισε τη σταδιοδρομία του. Την εποχή που του γράφει ο Αλή Πασάς ο Γεώργιος Φορέστης δεν είχε, από όσο ξέρουμε, κάποιο επίσημο αξίωμα στην υπηρεσία της Βρετανίας, το γράμμα όμως κάνει φανερό ότι είχε δραστήρια ανάμειξη στην πολιτική της στην περιοχή. Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο Γ. Φορέστης ορίστηκε πρόξενος στα Γιάννινα τους πρώτους μήνες του 1810 και από τότε η δράση του κοντά στον Αλή και οι ενέργειές του αναφέρονται, συχνά τόσο στα επίσημα έγγραφα της εποχής όσο και από τους περιηγητές που επισκέπτονταν τα Γιάννινα. Δυστυχώς δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη εργασία για την προσωπικότητα και τη δράση ούτε του Σπυρίδωνα ούτε του Γεωργίου Φορέστη, μολονότι αποτελούν σημαντικές προσωπικότητες για την εποχή τους και έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στα Επτάνησα κατά τη διάρκεια της Αγγλοκρατίας αλλά και πριν από αυτήν, και αναφέρονται πολύ συχνά από τους περιηγητές της εποχής.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Ελένης Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Όψεις της εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής του Αλή πασά

 

Σχετικά θέματα:

William Martin Leake (1777-1860)

Γκίλφορδ Φρέντερικ Νορθ  – Frederick North Guilford (1766-1827)

Ο Αλή Πασάς ο Τεπελενλής και η περιουσία του, Ahmet Uzun, Cumhuriyet Üniversitesi

 

Read Full Post »

Το «Κρυφό Σχολειό» και πάλι, Χρίστος Γ. Πατρινέλης, «Ο Ερανιστής», τόμος 25, Όμιλος Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 2005. 



Ο θρύλος του «Κρυφού Σχολειού» ήταν ευρύτατα διαδεδομένος ανάμεσα στον ελληνικό λαό καθ’ όλη τη μετεπαναστατική περίοδο, ιδίως από τα μέσα του ΙΘ’ αι. και ιδιαίτερα μετά τη δημοσίευση (1899) του γνω­στού πίνακα του Νικολάου Γύζη και του ομότιτλου ποιήματος του Ιωάννου Πολέμη.

Πρώτος ο Γιάννης Βλαχογιάννης αμφισβήτησε την ιστορικότητα του θρύλου, επικαλούμενος τη μακρά πείρα του: ανάμεσα στα χιλιάδες έγγραφα που αναδίφησε δεν συνάντησε καμία γραπτή μαρτυρία περί λειτουργίας «Κρυφών Σχολειών» κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας. Η μελέτη του Βλαχογιάννη έπεσε μάλλον στο κενό. Ο θρύλος του «Κρυφού Σχολειού», χάρη στα σχολικά αναγνώσματα και τους πανηγυρικούς λόγους, εξακολούθησε να επιζεί ακλόνητος. Είναι κι αυτό ένα ακόμη δείγμα της αντιστάσεως που προβάλλει η συλλογική συνείδηση σε καινοφανείς θεωρίες και στην αμφισβήτηση παραδοσιακών συμβόλων. Οι λαοί βεβαίως έχουν το δικαίωμα να περιβάλλουν επιφανείς προσωπικότητες και σπουδαία γεγονό­τα με την αχλύ του θρύλου. Απαράδεκτη είναι η σκόπιμη εκμετάλλευση των λαϊκών αυτών παραδόσεων από πολιτικούς, εκκλησιαστικούς ή ιδεολο­γικούς φορείς.

«Κρυφό Σχολειό», ο πίνακας του Νικόλα Γύζη και το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, πρωτοσέλιδο στο περιοδικό του Γ. Δροσίνη «Εθνική Αγωγή», 1η Ιανουαρίου 1899.

«Κρυφό Σχολειό», ο πίνακας του Νικόλα Γύζη και το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, πρωτοσέλιδο στο περιοδικό του Γ. Δροσίνη «Εθνική Αγωγή», 1η Ιανουαρίου 1899.

Η διένεξη για την ύπαρξη ή όχι του «Κρυφού Σχολειού» αναζωπυρώ­θηκε τα τελευταία τριάντα χρόνια, αφ’ ότου δηλαδή ο Άλκης Αγγέλου δη­μοσίευσε το 1974 ένα σχετικό συνοπτικό άρθρο και κατόπιν το βιβλίο του Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός μύθου (έκδ. Εστίας, Αθήνα 1997, 81 σ.). Το σπουδαίο εύρημα του Αγγέλου είναι ότι ο πρώτος που διατύπωσε (το 1822) τη θεωρία ότι οι Τούρκοι απαγόρευαν την ίδρυση και λειτουργία σχο­λείων ήταν ο νεαρός γιατρός και λόγιος Στέφανος Κανέλλος. Αποτέλεσμα της απαγορεύσεως αυτής ήταν, κατά τον Κανέλλο, να «συστένουν» οι Έλληνες «κοινά σχολεία κρυφίως», αυτά δηλαδή που αργότερα θα ονομα­στούν «Κρυφά Σχολειά».

Το μικρό άρθρο του Αγγέλου (το 1974) και ιδίως το βιβλίο του περί «Κρυφού Σχολειού» (1997) προκάλεσαν αντιδράσεις με τη δημοσίευση δεκα­πέντε τουλάχιστον άρθρων και βιβλίων, όλων – πλην ενός – επικριτικών.

Το θέμα της αμφισβητήσεως του «Κρυφού Σχολειού» απασχόλησε ακόμη και την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία σε συνε­δρίασή της (7-10 Ιουλίου 1998) αποφάσισε να εκδοθεί από την Αποστολική Διακονία ειδική πραγματεία του κ. Κωνστ. Χολέβα, αναιρούσα τις ενστά­σεις για την ιστορική ύπαρξη του «Κρυφού Σχολειού». Το βιβλίο δεν κυ­κλοφόρησε ακόμη. Εκδόθηκε όμως στο μεταξύ από την Αποστολική Δια­κονία φυλλάδιο με τίτλο Το Κρυφό Σχολειό: Μύθος ή πραγματικότητα; Αθήνα 1999, 24 σ. Στη θέση του ονόματος του συγγραφέα αναγράφεται ότι η έκδοση έγινε «με την ευθύνη και επιμέλεια της Επιτροπής Εθνικής Κλη­ρονομιάς της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών».

Δεν είναι βέβαια δυνατόν να σχολιάσω όλα τα δημοσιεύματα που, είτε αδιστάκτως είτε με κάποια επιφύλαξη, δέχονται την ιστορική ύπαρξη του «Κρυφού Σχολειού». Δεν είναι άλλωστε αναγκαίο, αφού τα περισσότερα επαναλαμβάνουν τα ίδια κατ’ ουσίαν επιχειρήματα, τις ίδιες παρεκκλίσεις προς άσχετα θέματα, την ίδια άγνοια των ιστορικών μεθόδων. Ο Τάσος Γριτσόπουλος, που περισσότερο από κάθε άλλον ασχολήθηκε με το θέμα, κα­ταλήγει σε σχετικό δημοσίευμά του: «Υπήρξεν όμως πράγματι τό περιλάλητον «Κρυφό Σχολειό»; Ιστορικώς δεν αποδεικνύεται βεβαίως η ύπαρξίς του… Αλλά η ζώσα περί αυτού παράδοσις; Και ιστορικό ψέμα αν θεωρηθή τελικώς, κατεχωρίσθη ήδη εις τον πίνακα των εθνικών μας συμβόλων». Σύμφωνοι. Αλλά οι λαϊκές παραδόσεις και τα συλλογικά σύμβολα είναι αντικείμενα μελέτης της λαογραφίας, της κοινωνικής ανθρωπολογίας κ.λπ. Δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τη γραπτή ιστορική μαρτυρία. Pas de documents, pas d’ histoire.

Στην παρούσα επομένως μελέτη θά διατυπωθούν γενικές παρατηρή­σεις και σχόλια (χωρίς άμεση συνοχή μεταξύ τους) που αναφέρονται πά­ντως στα δημοσιεύματα που σημειώθηκαν παραπάνω.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης του Χρίστου Γ. Πατρινέλη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το «Κρυφό Σχολειό» και πάλι

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η δολοφονία του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, Βασίλης Κρεμμυδάς, «Ο Ερανιστής», τόμος 14, Όμιλος Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 1977. 


 

Μια πολιτική δολοφονία είναι πάντοτε ένα σημαντικό Ιστορικό γεγονός, επειδή συνήθως εκφράζει ένα κρίσιμο πολιτικό κλίμα και είναι δυνατό να οδηγήσει σε αλλαγές στο χώρο άσκησης τής πολιτικής. Είναι ευνόητο ότι το πολιτικό κλίμα γίνεται ακόμη πιο βαρύ, αν στόχος της δολοφονικής ενέργειας είναι ο αρχηγός του κράτους. Δεν πρέπει μάλιστα να αμφιβάλλουμε ότι μια τέτοια δολοφονία μαρτυρεί ποικίλους ανταγω­νισμούς και κοινωνικές αντιθέσεις εξαιρετικά έντονες.

 

Η δολοφονία του πρώτου αρχηγού του ελληνικού κράτους σ’ αυτό ακριβώς το ιστορικό πλαίσιο τοποθετείται: το ελεύθερο τμήμα της νεο­ελληνικής κοινωνίας αναζητούσε την ταυτότητα του μέσα σε ένα κράτος με εύθραυστη ακόμη την ανεξαρτησία του, με ακαθόριστα όρια και με μια έκταση που, αντί να ρυθμίζει, έθετε μάλλον στον ελληνισμό σοβα­ρότατα προβλήματα εθνικής απελευθέρωσης και ανεξαρτησίας.

 

Η Δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, Λιθογραφία.

Η Δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, Λιθογραφία.

 

 

Η αφορμή για να ξαναερευνηθεί το ζήτημα της δολοφονίας του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια δόθηκε από την πληρέστερη δικογρα­φία που γνωρίζουμε ως τώρα και που περιήλθε σε γνώση του συντάκτη αυτής της μελέτης. Η δικογραφία αυτή ανήκει σε ιδιώτη και αυτό μας υποχρεώνει να ξαναθέσουμε το ζήτημα της προστασίας των ιδιωτικών αρχείων, πολύ περισσότερο μάλιστα τώρα που με τη δικογραφία για τη δολοφονία του I. Καποδίστρια αποδεικνύεται ότι και επίσημα αρχεία βρίσκονται σε ιδιωτικά χέρια.

Με τη μελέτη της δικογραφίας αυτής ανασκευάζονται οι ουσια­στικότερες ερμηνείες που έχουν ως τώρα διατυπωθεί για το γεγονός αυτό. Παράλληλα, η γνώση μας για την πολιτική ατμόσφαιρα της στι­γμής εκείνης γίνεται ακριβέστερη, ενώ αποκαλύπτεται μια ευρύτατη αντικυβερνητική συνωμοσία, στην οποία όχι δευτερεύοντα ρόλο είχαν παί­ξει ξένα συμφέροντα, καθώς και οι οργανωτικές αδυναμίες του καποδιστριακού κράτους.

 

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης του κ. Βασίλη Κρεμμυδά, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η δολοφονία του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια

  

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »