Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘History’

Ορέστης


Ο Ορέστης σκοτώνει τον Αίγισθο, ερυθρόμορφη πελίκη, 500 π.Χ., Βιένη Ιστορικό Μουσείο.

 

Μυθικό πρόσωπο, γιος του Αγαμέμνονα και της Κληταιμνήστρας, από τα πιο τραγικά πρόσωπα της μυθολογίας μας. Μετά τη δολοφονία του Αγαμέμνονα από την Κλυταιμνήστρα και τον Αίγισθο, η Ηλέκτρα φυγάδευσε τον Ορέστη στη Φωκίδα κοντά στο βασιλιά Στρόφιο, που είχε παντρευτεί την αδελφή του Αγαμέμνονα Αναξιβία. Όταν ενηλικιώθηκε, πήρε εντολή απ’ το μαντείο των Δελφών να εκδικηθεί το θάνατο του πατέρα του, έτσι ήρθε  στο Άργος με το φίλο και ξάδελφό του Πυλάδη, και εκδικήθηκε το θάνατο του πατέρα του σκοτώνοντας την Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της.

Από τότε αρχίζουν τα βάσανά του. Ο μητροκτόνος, κυνηγημένος από τις Ερινύες καταφεύγει και πάλι στους Δελφούς κι ο Απόλλων τον προστάζει να πάει στην Αθήνα και να δικαστεί. Στον Άρειο Πάγο αθωώθηκε. Ορισμένες Ερινύες, δυσαρεστημένες από την απόφαση, εξακολούθησαν να τον κυνηγούν. Καταφεύγει για τρίτη φορά στο μαντείο και ο Απόλλων τούτη τη φορά τον προστάζει να μεταφέρει το ξόανο της  Άρτεμης από την Ταυρίδα (Κριμαία) στην Αττική.

Εκεί, στο ναό της Άρτεμης, συνάντησε την αδελφή του Ιφιγένεια, που ήταν ιέρεια, και την ελευθέρωσε, παίρνοντας και το ξόανο της θεάς, το οποίο έφερε στην Αθήνα, καθιερώνοντας έτσι τη λατρεία της στην Αττική γη. («Ιφιγένεια η εν Ταύροις» του Ευριπίδη).

Στη συνέχεια παντρεύτηκε την κόρη του θείου του Μενελάου, την Ερμιόνη, και απέκτησε από αυτή τον Τισαμενό.

Orestes slaying Aegisthus and Clytemnestra, Bernardino Mei, 1654.

Όταν πέθανε ο Μενέλαος, οι Σπαρτιάτες προσκάλεσαν τον Ορέστη για βασιλιά τους προτιμώντας τον ως εγγονό του Τυνδάρεω από τον Νικόστρατο και τον Μεγα­πενθη πού είχε κάνει ο Μενέλαος με μια σκλάβα. Αφού ο Ορέστης προσάρτησε μεγάλο μέρος της Αρκαδίας στο Βασίλειο του  των Μυκηνών με τη βοήθεια των δυνάμεων πού είχαν εξοπλιστεί από τούς σύμμαχους Φωκείς, έγινε βασιλι­άς του Άργους, επειδή ο βασιλιάς Κυλαβάρης, εγγονός του Καπανέα, πεθαίνοντας δεν είχε αφήσει διάδοχο. Ο Ορέστης κατέκτησε και την Αχαΐα, άλλα τελικά, ακολουθώντας τις προσταγές του μαντείου των Δελφών, από τις Μυκήνες μετανάστευσε στην Αρκαδία, όπου και πέθανε σε ηλικία εβδομήντα χρόνων από δάγκωμα φιδιού. Ο Ορέστης θάφτηκε στην Τεγέα αλλά ύστερα από χρησμό οι Λακεδαιμόνιοι μετέφεραν τα οστά του στη Σπάρτη. 

Ο Παυσανίας αναφέρει ότι στην αγορά της Σπάρτης υπήρχε τάφος του Ορέστη (Παυσ. ΙΙΙ, 11, 10).

Ο Ορέστης στάθηκε πηγή έμπνευσης, ιδίως για τους τραγικούς. Η μοναδική τριλογία που μας σώθηκε, η «Ορέστεια» του Αισχύλου, αναφέρεται στην τραγική μοίρα και στις περιπέτειες του Ορέστη.

  

Ορέστης – Ευριπίδης 408 π.Χ.


Μετά το φόνο της Κλυταιμνήστρας, ο Ορέστης, εξουθενωμένος από τις κρίσεις μανίας στις οποίες καταδιώκεται από τις Ερινύες, απειλείται με θανατική καταδίκη, τόσο ο ίδιος, όσο και η αδελφή του Ηλέκτρα. Τελευταία τους ελπίδα είναι η άφιξη του Μενέλαου.

Ο Ορέστης ζητά τη βοήθειά του για να μεταστραφεί η γνώμη των Αργείων, αλλά η δειλία του και η στάση του Τυνδάρεω εναντίον του μητροκτόνου εγγονού του οδηγούν σε αδιέξοδο. Φτάνει ο Πυλάδης και αποχωρούν μαζί με τον Ορέστη για τη συνέλευση.

Η Ηλέκτρα πληροφορείται την καταδικαστική απόφαση της συνέλευσης. Μαζί με τον Ορέστη και τον Πυλάδη αποφασίζουν τη δολοφονία της Ελένης για να εκδικηθούν τον Μενέλαο, και τη σύλληψη της κόρης του Ερμιόνης ως ομήρου. Ο Ορέστης και ο Πυλάδης μπαίνουν στο ανάκτορο για να εκτελέσουν το σχέδιο, ενώ η Ηλέκτρα περιμένει την Ερμιόνη. Την ώρα που εκείνη καταφθάνει, ακούγονται οι κραυγές της Ελένης, ενώ εξέρχεται ένας Φρύγας δούλος που, αφηγείται την απόπειρα. Με την άφιξη του Μενελάου, ο Ορέστης και ο Πυλάδης απειλούν να δολοφονήσουν την Ερμιόνη, εάν εκείνος δεν μεταπείσει τους Αργείους. Ο Μενέλαος δηλώνει αδυναμία, οπότε η Ηλέκτρα και ο Πυλάδης προχωρούν στην πυρπόληση του ανακτόρου.

Τη λύση δίνει η εμφάνιση του Απόλλωνα, ο οποίος αναγγέλλει τη σωτηρία της Ελένης, ορίζει την ανάληψη της εξουσίας του ‘Αργους από τον Ορέστη, το γάμο του με την Ερμιόνη, καθώς και της Ηλέκτρας με τον Πυλάδη.

 

Ορέστης, του Γιάννη Ρίτσου


Ο Ορέστης του Γιάννη Ρίτσου αποτελεί ποίημα από την συλλογή του Τέταρτη Διάσταση.  Γραμμένο το 1966, είναι εμπνευσμένο από την αρχαιοελληνική μυθολογία, της οποίας ο Γιάννης Ρίτσος υπήρξε λάτρης και εξαιρετικός μελετητής.

Το έργο αναφέρεται στην επιστροφή του γιου του Αγαμέμνονα στο Άργος, προκειμένου να πάρει εκδίκηση για το φόνο του πατερά του, να σκοτώσει δηλ. την μητέρα του και τον εραστή της.

Ο ποιητής ανατρέπει τον μύθο και παρουσιάζει έναν Ορέστη διαφορετικό από αυτόν των μεγάλων Τραγικών, ολοκληρωτικά αντίθετο με τις απόψεις της αδελφής του Ηλέκτρας που ζει για την εκπλήρωση της τιμωρίας, πάντα όμως με συνοδοιπόρο και συνεργό τον επιστήθιο φίλο του Πυλάδη, διόλου εκδικητικό και εναντίον των δολοφονικών αντιποίνων.

Ο Ορέστης του Γιάννη Ρίτσου δεν πιστεύει καθόλου πως με έναν ακόμη φόνο θα δικαιωθεί και θα ησυχάσει το Άργος.  Πίσω από την αναφορά του ποιητή στην «αρχαία βασιλική οικογένεια» και την τραγική της ιστορία, διαφαίνεται ξεκάθαρα η αγωνία του ανθρώπου που βρίσκεται αντιμέτωπος με το καθήκον που του επιβάλλουν.

Του καθήκοντος που είναι αντίθετο με το συναίσθημα και την προσωπική του θέση, και το οποίο καλείται να εκπληρώσει και να υπηρετήσει.  Η αγωνία, η αγάπη για την πατρίδα του, καθώς και η προσδοκία του για διακοπή των αιματηρών συγκρούσεων μεταξύ αδελφών, είναι διάχυτες στο έργο.

 

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Παυσανίου, «Ελλάδος Περιήγησις / Κορινθιακά – Λακωνικά»,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2004.

Read Full Post »

Ιφιγένεια


Η θυσία της Ιφιγένειας, Απουλικός κρατήρας, 370-350 π.Χ., Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο.

Κόρη του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας. Σύμφωνα με το μύθο, ο ελληνικός στρατός που ήταν συγκεντρωμένος στην Αυλίδα, δεν μπορούσε να αποπλεύσει εναντίον της Τροίας λόγω άπνοιας. Ο λόγος οφειλόταν στην οργή της θεάς Άρτεμης κατά του Αγαμέμνονα, ο οποίος κυνηγώντας στο άλσος της σκότωσε το ιερό της ελάφι.

Ο μάντης Κάλχας, ο οποίος ακολουθούσε τους Έλληνες στην εκστρατεία, προφήτευσε ότι θα έπνεε ούριος άνεμος, εάν θυσιαζόταν η κόρη του αρχιστράτηγου Αγαμέμνονα Ιφιγένεια, για να εξιλεωθεί η οργισμένη θεά. Ο φιλόδοξος Αγαμέμνονας, μπροστά στο φοβερό δίλημμα να ματαιώσει την εκστρατεία για να σώσει την κόρη του, αποφασίζει – ύστερα από τις προτροπές του Μενελάου και του Οδυσσέα – να παραγγείλει στη γυναίκα του Κλυταιμνήστρα να μεταβεί με την κόρη τους στην Αυλίδα, προκειμένου να την παντρέψουν με το πρωτοπαλίκαρο των Ελλήνων Αχιλλέα.

Μάνα* και κόρη, όταν έφτασαν στην Αυλίδα και πληροφορήθηκαν τις πραγματικές προθέσεις του Αγαμέμνονα, τον ικέτευαν να εγκαταλείψει τα φιλόδοξα σχέδιά του και να λυπηθεί την κόρη του. Αλλά μπροστά στη δική του επιμονή, η Ιφιγένεια προσφέρεται να θυσιαστεί για την τιμή της Ελλάδας («Ιφιγένεια η εν Αυλίδι»)**.

Ιφιγένεια. Anselm Feuerbach, Λάδι σε μουσαμά (1862).

Η θεά Άρτεμη τότε παρεμβαίνει κατά θαυμαστό τρόπο. Μ’ ένα σύννεφο άρπαξε τη βασιλοπούλα και τη μετέφερε στη μακρινή χώρα των Ταύρων, αφήνοντας στη θέση της ένα ελάφι («Ιφιγένεια η εν Ταύροις»)***. Στην Ταυρίδα έγινε ιέρεια σε ναό της θεάς, όπου σύμφωνα με τα βαρβαρικά έθιμα γίνονταν ανθρωποθυσίες.

Μετά το τέλος του τρωικού πολέμου, ο Αγαμέμνονας επιστρέφει στις Μυκήνες όπου η Κλυταιμνήστρα παίρνει την εκδίκησή της βάζοντας τον εραστή της τον Αίγισθο να τον σκοτώσει, στη συνέχεια  ακολουθεί  η εκδίκηση  για τον θάνατό του από τον γιο του Ορέστη, ο οποίος με τη σειρά του σκοτώνει τη μητέρα του και τον Αίγισθο, και κυνηγημένος από τις τύψεις (Ερινύες) ως μητροκτόνος καταφεύγει στο μαντείο των Δελφών και ζητά χρησμό. Ο Απόλλωνας, διά στόματος Πυθίας, του δίδει εντολή να μεταβεί στη χώρα των Ταύρων, να αρπάξει το ξόανο της Άρτεμης και να το μεταφέρει στην Αττική.

"H θυσία της Ιφιγένειας", έργο του Giovanni Battista Tiepolo (18ος αιώνας).

Ο Ορέστης υπακούει στην προσταγή του θεού και μεταβαίνει πράγματι στην Ταυρίδα με τον εξάδελφό του Πυλάδη, που του συμπαραστέκεται σαν αδελφικός φίλος και τον συντροφεύει. Εκεί οι δύο νέοι συλλαμβάνονται και οδηγούνται στο ναό για θυσία. Όμως, ο Ορέστης αναγνωρίζει στο πρόσωπο της Ιέρειας την αδελφή του, η οποία κατορθώνει να εξαπατήσει το βασιλιά Θόαντα**** και να αποδράσουν και οι τρεις, συναποκομίζοντας και το ξόανο της θεάς. Η Ιφιγένεια κατέφυγε στον αττικό δήμο της Βραυρώνος και πέθανε ως ιέρεια στο ναό της Βραυρωνίας Αρτέμιδος.

Ο παραπάνω μύθος, ο οποίος αξιοποιήθηκε από τους τραγικούς, προέρχεται από τα κύπρια έπη του Στασίνου***** (8ος αι. π.Χ.).  

Κατά την αρχαϊκή εποχή ο μύθος της Ιφιγένειας είναι ακόμη άγνωστος. Μόνο το δράμα στην Αττική και ιδιαίτερα οι δύο σωζόμενες τραγωδίες του Ευριπίδη (Ιφιγένεια η εν Αυλίδι και Ιφιγένεια η εν Ταύροις) έκαναν πολύ γνωστό τον μύθο και δημιούργησαν καλλιτεχνικά ερεθίσματα, που φτάνουν μέχρι σήμερα. Ποιητές και καλλιτέχνες όλων των εποχών εμπνεύστηκαν από τον μύθο της Ιφιγένειας, ο οποίος διακρίνεται για την έντονη τραγικότητά του. Τραγωδία με τον τίτλο «Ιφιγένεια εν Ταύροις» συνέγραψε και ο Γκαίτε, ένα από τα κλασικότερα έργα του.

 

Υποσημειώσεις


 

Ιφιγένεια ΙΙ. Anselm Feuerbach, Λάδι σε μουσαμά (1871).

* Η Κλυταιμνήστρα 

δεν μπόρεσε ποτέ να του συγχωρήσει το γεγονός ότι θυσίασε το ίδιο τους το παιδί για την εκστρατεία «του» και προέβαλε αυτό το τραγικό γεγονός ως δικαιολογία για το φόνο του άντρα της.

**«Ιφιγένεια η εν Αυλίδι» τραγωδία που έγραψε ο Ευριπίδης με άγνωστο το έτος που διδάχτηκε (παίχτηκε). Το έργο εκτυλίσσεται με βάση το σχετικό μύθο της Ιλιάδας. Η επώνυμη ηρωίδα που βρίσκεται στις Μυκήνες προσκαλείται από τον πατέρα της Βασιλιά Αγαμέμνονα στο στρατόπεδο των Ελλήνων στην Αυλίδα λίγο πριν τον απόπλου για την εκστρατεία της Τροίας με δικαιολογία δήθεν να νυμφευθεί τον Βασιλέα των Μυρμιδόνων Αχιλλέα. Ενώ στη πράξη να θυσιαστεί υπέρ της πατρίδος στη Θεά Άρτεμη. Όταν όμως έφθασε συνοδευόμενη από την μητέρα της και έγινε γνωστός ο αληθής σκοπός της πρόσκλησης η μεν Κλυταιμνήστρα ικετεύει τον Αχιλλέα όπως σώσει την φημισμένη περί αυτού νύφη, η δε κόρη τον πατέρα της να μη προβεί σε τέτοια πράξη. Ο Αχιλλέας υπόσχεται να παρακωλύσει τη θυσία αλλά ο στρατός σε στασίαση απαιτεί την εκτέλεσή της θυσίας. Και ενώ τα πράγματα περιπλέκονται η ευγενική ηρωίδα αποδέχεται την ποθούμενη πράξη αφού εκούσια προσφέρεται εις θυσία για την Πατρίδα.

*** «Ιφιγένεια η εν Ταύροις» του Ευριπίδη. Το έργο εκτυλίσσεται με σκηνικά «εν Ταύροις» της Σκυθίας όπου ο Ορέστης και ο Πυλάδης προσορμίζονται προκειμένου να πάρουν το ξόανο της θεάς Άρτεμης και να το μεταφέρουν στην Αττική. Αλλά οι δύο ήρωες συλλαμβάνονται από βαρβάρους ως σύμφωνα με δικούς τους νόμους ιερόσυλοι καθώς ο βασιλιάς της Ταυρίδας, Θόας, μισούσε τους ξένους και τους Έλληνες. Προτού λοιπόν θανατωθούν ως θυσία προς τη θεά Άρτεμις, οδηγούνται για εξαγνισμό, στο ναό της θεά, από την ιέρεια του ναού. Όμως ιέρεια του Ναού της Θεάς τυγχάνει να είναι η αδελφή του Ορέστη η Ιφιγένεια με την οποία αναγνωρίζονται. Έτσι με τέχνασμα αυτής οι ήρωες και μαζί τους η Ιφιγένεια καταφέρνουν με την βοήθεια της Θεάς Αθηνάς να αποδράσουν αποκομίζοντας και το ιερό ξόανο της Θεάς.

**** Ο Σοφοκλής στην τραγωδία του «Χρύσης» που έχει χαθεί, αναφέρει και ένα περιστατικό που τους συνέβη στην επιστροφή τους. Οι τρεις φυγάδες έφτασαν στην πόλη Σμίνθιο. Εκεί ιερέας του Απόλλωνα ήταν ο Χρύσης, που είχε μαζί του τον εγγονό του από την κόρη του Χρυσηίδα με τον Αγαμέμνονα. Ο εγγονός του Χρύση λεγόταν κι αυτός Χρύσης. Ο νεαρός Χρύσης συνέλαβε τους φυγάδες και ετοιμαζόταν να τους παραδώσει στο βασιλιά της Ταυρίδας που τους καταδίωκε. Ο παππούς του του αποκάλυψε τότε το μυστικό της γέννησής του και ο νεαρός Χρύσης ακολούθησε τα αδέρφια του στις Μυκήνες. Άλλη παραλλαγή αναφέρει την Ιφιγένεια κόρη της Χρυσηίδας και του Αγαμέμνονα ή του Θησέα και της Ελένης ή ότι παντρεύτηκε τον Αχιλλέα.

***** Ο Στασίνος ήταν Κύπριος επικός ποιητής του 8ου αι. π.Χ., δηλαδή σχεδόν σύγχρονος του Ομήρου. Τα κύπρια έπη, που αποδίδονται σ’ αυτόν, αποτελούνταν από έντεκα βιβλία και κάλυπταν τα γεγονότα από την αρπαγή της Ελένης από τον Πάρη μέχρι και τον θυμό του Αχιλλέα (την μήνιν του Αχιλλέως, που είναι η αρχή της Ιλιάδας).

 

Πηγή


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

 

 

Read Full Post »

 

Ήρα


 

 

Η πολιούχος θεά του Άργους, η ιερή βασίλισσα του Ολύμπου, προστάτιδα του γάμου, της οικογενειακής ζωής και των χρηστών ηθών. Πρωτότοκη κόρη του Κρόνου και της Ρέας, σύζυγος του υψίστου των θεών, κατέχει την πρώτη, εξέχουσα θέση ανάμεσα στις θεές του Ολύμπου.

 

 

Δίας και Ήρα, λάδι σε μουσαμά , James Barry (1741–1806)

Γεννήθηκε, όπως ένας μύθος υποστηρίζει, στο Άργος, ενώ άλλες παραδόσεις θεωρούν γενέτειρά της τη Σάμο, την Αρκαδία και την Κόρινθο. Η Ήρα ήταν η ιδανική γυναίκα, ωραία, σεμνή και απόλυτα αφοσιωμένη στον άντρα της. Ουδέποτε σύναψε άλλη ερωτική σχέση, γι’ αυτό απαιτούσε από αυτόν να της είναι πιστός. Οι αναρίθμητες περιπέτειές του όμως την έκαναν ζηλότυπη[1] και οι συζυγικοί καβγάδες τους ήταν συχνότατοι και ιδιαίτερα έντονοι. Σε τέτοιες στιγμές αγανάκτησης η Ήρα γέννησε μόνη της, με την απλή επαφή ενός άνθους, το θεό του πολέμου Άρη.  

Αλλά χωρίς ερωτική συνεύρεση, λένε κάποιοι μύθοι, συνέλαβε και τη θεά της αιώνιας νιότης, την Ήβη– μετά από ένα γεύμα με μαρούλια.[2] Με τον ίδιο τρόπο έφερε στο φως την Ειλείθυια, τη θεά των τοκετών. Βέβαια άλλοι μύθοι αποδίδουν στο Δία και την Ήρα πολλά παιδιά και θεωρούν τον Ήφαιστο καρπό της προγαμιαίας σχέσης τους, ενώ αναφέρουν ότι ο Άρης γεννήθηκε μετά το γάμο, όπως και η Άγγελος που ανήκει στον υποχθόνιο κόσμο.

 

Οι διάφοροι μύθοι, στους οποίους αναφέρεται η Ήρα, δίνουν ως κύρια γνωρίσματα του χαρακτήρα της τον εγωισμό, την αυστηρότητα, τη φιλόνικη διάθεση και τη ζηλοτυπία[3].

 

Η Ήρα λατρευόταν σε όλες τις ελληνικές πόλεις και τις αποικίες της Μεγάλης Ελλάδας. Γιορτές αφιερωμένες στην Ήρα είναι τα Δαίδαλα, τα Καλλιστεία, τα Εκατόμβοια.

 

Ονομαστός ναός αφιερωμένος στην Ήρα ήταν το Ηραίο του Άργους[4], από τα αρχαιότερα ιερά.[5] Αρκετά φημισμένος ήταν και ο ναός της στην Ολυμπία, όπως και στις Μυκήνες, στην Τίρυνθα, στη Σπάρτη και το Ναύπλιο. Την τιμούσαν επίσης και στην Εύβοια όπου, κατά την παράδοση, είχε ανατραφεί, στη Θράκη, στη Σάμο, στη Λέσβο, στην Κνωσό της Κρήτης, καθώς και στη Σικελία, στον Ακράγαντα και τις Συρακούσες. 

 

 

Ηραία


 

Γιορτές προς τιμήν της θεάς Ήρας, που τελούνταν στις πόλεις όπου λατρευόταν η θεά (Άργος, Ήλιδα, Σάμο, Αθήνα, Κόρινθο, Κω, Δελφούς, Αμοργό, Ρώμη και αλλού).

 

Τα πιο ονομαστά Ηραία τελούνταν στο Άργος, όπου γιορτάζονταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα, αφού η θεά λατρευόταν στην πόλη ως πολιούχος. Κατά τη διάρκεια της γιορτής τελούνταν αθλητικοί, μουσικοί και ρητορικοί αγώνες. Κυριότερος θεωρούνταν ο «Χάλκεος», τον οποίο είχαν θεσπίσει – σύμφωνα με την παράδοση – οι αδελφοί Ακρίσιος και Προίτος. Ο νικητής στον αγώνα αυτό έπαιρνε ως έπαθλο χάλκινη ασπίδα και στεφάνι από μυρτιά. Μετά το τέλος των αγώνων ακολουθούσε μεγαλοπρεπής πομπή από το Άργος προς το ναό της θεάς. Προπορευόταν αγέλη εκατό βοδιών, που θα θυσιάζονταν, γι’ αυτό και η γιορτή ονομαζόταν και «εκατόμβαια».

 

Ακολουθούσε η πρώτη ιέρεια της θεάς, η οποία έδινε και το όνομά της στο έτος της θητείας της, ανεβασμένη σε άρμα που το έσερναν λευκά βόδια, ακολουθούσαν οι υπόλοιπες ιέρειες, οι λεγόμενες Ηρεσίδες, και πολύς κόσμος.

 

Η γιορτή γινόταν κάθε τέσσερα χρόνια, στο μέσον του δεύτερου έτους κάθε ολυμπιάδας, και διατηρήθηκε μέχρι τον 3ο αιώνα. μ.Χ., όπως μαρτυρούν αργείτικα νομίσματα με την επιγραφή ΗΡΑΙΑ.

 

 

Το Ηραίον του Άργους


 

 

Της αρχαιολόγου Όλγας Ψυχογυιού.

 

 

Ήρα

Το Ηραίο του Άργους βρίσκεται ανάμεσα στο Άργος και τις Μυκήνες, στις πλαγιές του λόφου που λεγόταν Αετόβουνο ή Εύβοια. Θεωρείται το κέντρο της λατρείας της Ήρας, της θεάς »Αργείας», όπως την ονομάζει ο Όμηρος. Το ιερό ιδρύθηκε στα μισά του 8ου αι. π.Χ. σε μία θέση που δεσπόζει στην αργολική πεδιάδα, αρχικά ως θρησκευτικό κέντρο της περιοχής και από τις αρχές του 7ου αι. π.Χ. ως επίσημο θρησκευτικό κέντρο αποκλειστικά της πόλης του Άργους.  

Η λατρεία ήταν μυστηριακή και είχε ως βασική γιορτή, τα Εκατόμβοια. Πιθανόν να λατρευόταν στην περιοχή μία προϊστορική χθόνια θεά, συνδεμένη με τη φύση, με την οποία ταυτίστηκε αργότερα η Ήρα. Σύμφωνα με την παράδοση κτίστηκε από τον ήρωα Άργο ή το Φορωνέα γιο του ποταμού θεού – Ινάχου. Η περίοδος ακμής του ιερού αν κρίνουμε από την αρχιτεκτονική του εξέλιξη τοποθετείται στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. και κυρίως στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ.


Το ηραίο κτίστηκε σε τρία άνδηρα στην νοτιοδυτική πλαγιά ενός υψώματος στους πρόποδες του όρους Αετόβουνο που ορίζει την ανατολική πλευρά της Αργολικής πεδιάδας. Στην περιοχή του ιερού, που ονομάζεται Πρόσυμνα, εντοπίστηκαν κατάλοιπα οικισμού της νεολιθικής και της Εποχής του Χαλκού καθώς και ένα εκτεταμένο μυκηναϊκό νεκροταφείο με ενδείξεις μεταγενέστερης λατρείας των προγόνων. Η περιοχή αυτή είχε πάντως ιδιαίτερη σημασία για τους Μυκηναίους αφού ένας διαμορφωμένος οδικός άξονας, μήκους 5 χιλ. την συνέδεε με τις Μυκήνες.

Κατά τον 8ο αι. π.Χ. το ψηλότερο άνδηρο ενισχύθηκε με έναν κυκλώπειο αναλημματικό τοίχο. Πιθανόν να υπήρχε αρχικά σ’ αυτό ένας υπαίθριος βωμός ή ένα μικρό οικοδόμημα, ανάλογο μ’ ένα πήλινο ομοίωμα που βρέθηκε εκεί. Στις αρχές του 7ου αι. π.Χ. η επιφάνεια του ανδήρου επεκτάθηκε με εκβραχισμούς και πάνω του οικοδομήθηκε ένας από τους πρώτους περίπτερους δωρικούς ναούς, τόσο σεβαστός που διατήρησε τους αρχαϊκούς ξύλινους κίονες έως την καταστροφή του το 423 π.Χ, πιθανώς από την πυρκαγιά που προκάλεσε η απροσεξία της ιέρειας Χρυσηίδας.

 

Το φημισμένο σ’ όλο τον αρχαίο κόσμο ιερό της Ήρας ήταν αφιερωμένο στη θεά που ευλογεί την αφθονία και προστατεύει στον πόλεμο. Στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. οικοδομήθηκαν στο μεσαίο άνδηρο, όπου πιθανόν να υπήρχε ήδη βωμός, δύο δωρικές στοές κάτω από τον κυκλώπειο αναλημματικό τοίχο με την πρόσοψή τους προς τα νότια, καθώς και ένα κτήριο συμποσίων, το »Δυτικό κτήριο». Μετά από μία περίοδο ύφεσης όπου την οδήγησε ο πόλεμος με την Σπάρτη και η βαριά ήττα της Σηπίας, η πόλη του Άργους γνωρίζει και πάλι την ανάπτυξη στα μέσα του 5ου αι. π.Χ., έχοντας κατακτήσει τις μικρότερες πόλεις της Αργολικής πεδιάδας, την Τίρυνθα και τις Μυκήνες. Το ιερό θα αποκτήσει τότε μνημειακό χαρακτήρα με τη διαμόρφωση της επίσημης εισόδου καθώς και την ανέγερση μίας τρίτης στοάς, δυτικά των αρχαϊκών, και του »ανατολικού κτηρίου», το οποίο θυμίζει το Τελεστήριο της Ελευσίνας. Τα έργα ολοκληρώνονται με την οικοδόμηση στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. ενός νέου δωρικού ναού, έργου του αρχιτέκτονα Ευπόλεμου, που θα αντικαταστήσει τον καταστραμμένο ναό, του οποίου τα κατάλοιπα σώζονται. Αργότερα προσθέτονται στα δυτικά του ιερού ένα ελληνιστικό γυμνάσιο και ρωμαϊκά λουτρά.


Στο ηραίο τελείτο η πιο φημισμένη εορτή αφιερωμένη στην Ήρα, τα Ηραία ή Εκατόμβοια, που άρχιζαν με πομπή από την πόλη του Άργους, γνωστή από το επεισόδιο του Κλέοβι και Βίτωνα. Από τον 6ο αιώνα π.Χ., όπου ο Ηρόδοτος τοποθετεί την απαρχή τους, έως τον 3ο αιώνα π.Χ. όποτε μεταφέρονται στο Άργος, διεξάγονταν επίσης στο ιερό αγώνες που συμπεριλήφτηκαν στην ομάδα των μεγάλων πανελλήνιων, των οποίων οι νικητές ονομάζονται »περιοδονίκαι». Ήταν γνωστοί στη διαχρονική τους εξέλιξη, αρχικά απλά ως »Παρ Ήρας Αργείας» και μετέπειτα ως Εκατόμβοια με έπαθλα, χάλκινα αντικείμενα (υδρίες, λέβητες, τρίποδα, ασπίδες και κρατήρες). Μετά την μεταφορά τους στο Άργος, όπου τελούνταν μαζί με τα Νέμεα, με έπαθλα το στεφάνι μυρτιάς και τη χάλκινη ασπίδα, ονομάζονται: «Ηραία τα εν Αργεί», και αργότερα «Η εξ Άργους ασπίς».


Μάρτυρες της μεγάλης σημασίας του Ηραίου είναι ο βασισμένος στον κατάλογο των ιερατείων υπολογισμός της τοπικής χρονολογίας, μίας από τις γνωστότερες της αρχαιότητας, καθώς και τα πλούσια αναθήματα του Νέρωνα και του Αδριανού. Η ακτινοβολία και η φήμη του επεκτάθηκαν σ’ όλον τον αρχαίο κόσμο και διατηρήθηκαν έως την απαγόρευση της αρχαίας θρησκείας. Κατά τον Βιτρούβιο -Ρωμαίο αρχιτέκτονα (88π.Χ. – 26μ.Χ.)- τον αρχαϊκό δωρικό περίπτερο ναό της Ήρας έκτισε ο Δώρος.

Ανασκαφές διενεργήθηκαν στην περιοχή από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή και από τον Αμερικανό αρχαιολόγο Blegen. Οι ανασκαφές οδήγησαν στην ανακάλυψη του ναού του Απόλλωνα κοντά στην ακρόπολη, του βουλευτηρίου, λουτρών, ενός ηρώου ρωμαϊκής εποχής, ενός νεκροταφείου και του ηραίου που ήταν κέντρο λατρείας της πολιούχου Ήρας.

 

 

 

 

Υποσημειώσεις

 

[1] Η οργή της Ήρας ξεσπούσε κάθε φορά στις ερωμένες του Δία ή στους καρπούς του έρωτά του. Τέτοιες μορφές είναι η μητέρα του Ηρακλή Αλκμήνη και ο ίδιος ο Ηρακλής, η μητέρα του Απόλλωνα και της Άρτεμης Λητώ, η κόρη του Ινάχου Ιώ, η μητέρα του Διόνυσου Σεμέλη και άλλες.

 

[2] Όμηρος Ιλιάς Δ 441· Οβίδιος Ημερολόγιων ν 255′ πρώτος Βα­τικανός μυθογράφος 204.

 

[3] Ένας από τους πιο παλιούς μύθους και πολύ γνωστός είναι αυτός που αναφέρεται στα πρώτα «καλλιστεία», κατά τα οποία ο Πάρης έδωσε το μήλο της Έριδος στην Αφροδίτη. Οι άλλες δυο θεές, η Αθηνά και η Ήρα, χολώθηκαν και έκτοτε αντιμάχονταν τους Τρώες με σφοδρότητα, ευρισκόμενες πάντα στο πλευρό των Ελλήνων. Στην Ιλιάδα η Ήρα προβάλλεται ως δυναμική γυναικεία προσωπικότητα και κατορθώνει με την εξυπνάδα και πονηριά της αλλά και με τον ερωτισμό της να πείθει ή να εξαπατά τον πανίσχυρο Δία. Είναι πάντα νέα, όμορφη και δυναμική. Κάθε χρόνο λουζόταν στην πηγή Κάναθο, κοντά στο Ναύπλιο, και αποκτούσε εκ νέου την παρθενία της, ανανεώνοντας έτσι συμβολικά τον ιερό γάμο με τον Δία.

 

[4] Επίσης, στην πόλη του Άργους υπήρχε ναός της Ανθείας Ήρας (Παυσ. ΙΙ 22, 1) και γινόταν γιορτή την άνοιξη, τα λεγόμενα «Ηροσάνθεια», κατά την οποία τα κορίτσια έφερναν λουλούδια στο ναό και ιερουργούσαν με τη συνοδεία αυλών. Τέλος, υπήρχε και το ιερό της Ακραίας Ήρας (Παυσ. ΙΙ, 24, 1) απέναντι από τον Απόλλωνα Δειραδιώτη, κοντά στην Παναγιά την Πορτοκαλούσα.

 

[5] Μέσα στο σηκό του περίστυλου, δωρικού ρυθμού, νεότερου ναού – αρχιτέκτονας του οποίου αναφέρεται ότι ήταν ο Αργείος Ευπόλεμος – βρισκόταν το περίφημο χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς, έργο του Αργείου γλύπτη Πολύκλειτου.

Η Ήρα απεικονιζόταν καθιστή σε θρόνο, κρατώντας στο χέρι της σκήπτρο. Αργότερα, ο αδελφός του Πολύκλειτου, ο Ναυκύδης, κατασκεύασε χρυσελεφάντινο επίσης άγαλμα της Ήβης, που έστησε πλάι στην Ήρα. Δυστυχώς, ο παντοκαταλύτης χρόνος δεν διέσωσε κανένα μέλος από τα αγάλματα.

 

 

 

Πηγές


  • Αρχαιολογία και Τέχνες, Δρ. Βάλια Ξενίδου, «Η Ήρα: Παρθένος τέλεια και χήρα», τεύχος 68, Σεπτέμβριος 1998.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Larousse, «Θρησκεία – Μυθολογία», τομ. 9, Τα Νέα 2008.
  • Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού, «Ηραίον Άργους», Όλγα Ψυχογυιού, αρχαιολόγος.
  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών », Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, εκδ. Εκ Προοιμίου 2008. 

 

Read Full Post »

Περσέας


Ο Δίας πέφτει σαν χρυσή βροχή στα πόδια της Δανάης.

Μυθικός ήρωας του Άργους, γιος του Δία και της Δανάης, κόρης του Ακρίσιου. Σύμφωνα με το μύθο, κάποιος χρησμός προειδοποιούσε τον Ακρίσιο, που ήταν βασιλιάς στο Άργος, ότι ο εγγονός του θα του άρπαζε το θρόνο σκοτώνοντάς τον. Τότε ο Ακρίσιος αποφάσισε να κλειδώσει την κόρη του σε υπόγειο χάλκινο δωμάτιο, για να εμποδίσει την ένωσή της με κάποιον άνδρα. Αλλά ο Δίας αγάπησε την όμορφη και γλυκιά Δανάη και μπήκε στο σκοτεινό δωμάτιο με τη μορφή χρυσής βροχής. Από την ένωση αυτή γεννήθηκε ο Περσέας. Κατατρομαγμένος ο Ακρίσιος έκλεισε την κόρη του και το μωρό σε κιβωτό και διέταξε τους ναύτες να την πετάξουν στο πέλαγο. Όμως, τα κύματα παρέσυραν την κιβωτό μέχρι τη Σέριφο, όπου μητέρα και γιος βρήκαν σωτηρία· κάποιος ψαράς τους ανέσυρε από τα κύματα και ο βασιλιάς του νησιού Πολυδέκτης τους προσέφερε φιλοξενία.

Ο Πολυδέκτης στη συνέχεια αγάπησε τη Δανάη και θεωρώντας τον Περσέα εμπόδιο στον έρωτά του, του αναθέτει να αποκεφαλίσει τη δαιμονική γοργόνα Μέδουσα.

Περσέας (Μπενβενούτο Τσελίνι)

Σ’ αυτή την επικίνδυνη αποστολή ο νέος είχε συμπαραστάτες τον Ερμή και την Αθηνά. Η Μέδουσα, ένα από τα τέρατα της ελληνικής μυθολογίας, ήταν θνητή κόρη του Φόρκυος και της Κητούς, που μαζί με τις δύο αθάνατες αδελφές της Σθεννώ και Ευρυάλη κατοικούσαν πέρα από τον Ωκεανό, στις εσχατιές της Δύσης.

Με κεφάλι γεμάτο φολίδες φιδιού, τεράστια δόντια, χάλκινα χέρια και χρυσά φτερά η Μέδουσα* απολίθωνε όποιον τολμούσε να την κοιτάξει. Ο Περσέας ακολουθώντας τις συμβουλές του Ερμή συνάντησε πρώτα τις Γραίες, που όπως και οι Γοργόνες ήταν κι αυτές κόρες του Φόρκυος και της Κητούς.

Ο Περσέας παίρνοντάς τους το μοναδικό μάτι και δόντι που είχαν και οι τρεις και μοιράζονταν μεταξύ τους, τις ανάγκασε να του δείξουν το δρόμο για τις Νύμφες, που κατείχαν τα απαραίτητα μαγικά αντικείμενα για να νικήσει τη Μέδουσα: την περικεφαλαία του Άδη, που όποιος τη φορούσε γινόταν αόρατος, τα φτερωτά σανδάλια, ένα ξίφος (τη χαλύβδινη άρπη) κι ένα σακίδιο. Μ’ αυτά τα αντικείμενα έφτασε στον τόπο που ζούσαν οι Γοργόνες και σκότωσε τη Μέδουσα την ώρα που κοιμόταν, αλλά για να μην απολιθωθεί από το βλέμμα της, την κοιτούσε μέσα από την χάλκινη ασπίδα της Αθηνάς.

Ο Περσέας έκοψε με το μαγικό ξίφος το κεφάλι της Μέδουσας, το έριξε στο σακίδιο και αόρατος από τη μαγική περικεφαλαία, εξαφανίστηκε με τα φτερωτά σανδάλια. Οι αδελφές της Μέδουσας δεν μπόρεσαν να τον καταδιώξουν. Από τον κορμό της αποκεφαλισμένης Μέδουσας ξεπήδησαν οι θεϊκοί ίπποι Χρυσάωρ και Πήγασος, καρποί και οι δύο της ένωσης της Μέδουσας με τον Ποσειδώνα, ενώ η θεά Αθηνά περισυνέλεξε το αίμα της που είχε τη δυνατότητα να σώζει ή να καταστρέφει ζωές και το δώρισε στον Εριχθόνιο ή τον Ασκληπιό.

Η Ανδρομέδα με τον Περσέα, σε τοιχογραφία της Πομπηίας.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ο Περσέας πέρασε από την Αιθιοπία, όπου απελευθέρωσε την Ανδρομέδα,** που ο πατέρας της, ο βασιλιάς Κηφέας, μετά από χρησμό του Άμμωνα Δία αναγκάστηκε να δέσει σ’ ένα βράχο, βορά σ’ ένα τέρας που έστειλε ο Ποσειδώνας, αφού η γυναίκα του Κηφέα, η Κασσιόπεια, καυχήθηκε πως ήταν πιο όμορφη από τις Νηρηίδες. Ο Περσέας παντρεύτηκε την Ανδρομέδα, την πήρε μαζί του στην Ελλάδα κι απόκτησαν επτά παιδιά.

Επιστρέφοντας στη Σέριφο και βρίσκοντας τη μητέρα του Δανάη και το σωτήρα τους Δίκτυ ικέτες στο βωμό του Δία για να γλιτώσουν από τον Πολυδέκτη, ο Περσέας απολίθωσε με το κεφάλι της Μέδουσας το διώκτη τους και έχρισε βασιλιά το Δίκτυ.

Όταν επανήλθε στο Άργος με τη μητέρα του, ο παππούς Ακρίσιος κατέφυγε στη Λάρισα, φοβούμενος για τη ζωή του. Ο Περσέας ήθελε να γνωρίσει τον παππού του και τον ακολούθησε με αγαθές προθέσεις. Στη Λάρισα όπου τον συνάντησε, έλαβε μέρος σε νεκρικούς αθλητικούς αγώνες και πετώντας το δίσκο τραυμάτισε άθελά του τον Ακρίσιο σοβαρά, ο οποίος στη συνέχεια πέθαινε. Έτσι ο χρησμός επαληθεύτηκε.

Έθαψε τον παππού του με τιμές αλλά επειδή δεν ήθελε να τον διαδεχθεί στον θρόνο του, έκανε συμφωνία με τον ξάδελφο του Μεγαπένθη, γιο του Προίτου, να ανταλλάξουν τα βασίλεια τους. Έτσι πήρε το βασίλειο της Τύρινθος αντί του Άργους και αργότερα έκτισε τις Μυκήνες.

Όταν ο Περσέας πέθανε, οι θεοί δεν τον έστειλαν στον Άδη, αλλά στα άστρα. Μαζί του καταστέρισαν την Ανδρομέδα και τους γονείς της Κηφέα και Κασσιόπη. Έτσι δημιουργήθηκαν οι αστερισμοί του Περσέα, της Ανδρομέδας, της Κασσιόπης και του Κηφέα, αποτυπώνοντας την ιστορία τους στον ουράνιο θόλο.

Ο μύθος της Δανάης και του Περσέα είναι από τους πιο όμορφους. Γι’ αυτό και οι καλλιτέχνες εμπνέονται απ’ αυτόν, ιδιαίτερα από την ένωση της Δανάης με το Δία και από τον αποκεφαλισμό της Μέδουσας. Ο μεγάλος λυρικός ποιητής και επιγραμματοποιός Σιμωνίδης ο Κείος*** έγραψε ένα τρυφερό και χαριτωμένο ποίημα, όπου φαντάζεται μάνα και γιο να ταξιδεύουν στο πέλαγος κάτω από τη βουή των κυμάτων. Η τραγική μάνα έχει χάσει τις μυθικές της διαστάσεις· είναι η απλή γυναίκα που υπομένει τον πόνο της, η τρυφερή και στοργική μάνα και ανεξίκακη κόρη, που δε μνησικακεί για τη σκληρότητα του πατέρα.

Παραθέτουμε ορισμένους στίχους. (Η Δανάη απευθύνεται στο μωρό της):

 … Γιε μου, καημό που νιώθω! Όμως εσύ κοιμάσαι!

Πα’ στ’ άχαρα σανίδια αυτά η μικρούλα σου καρδιά

γαλήνια υπνώνει. Ξαπλωμένο μου λάμπεις στο βαθύ

σκοτάδι μέσα και στη νυχτιά τη χαλκοκαρφοπλούμιστη.

Περνά του ανέμου ο βόγκος κι η άχνη του κυμάτου

απ’ τα μαλλιά σου απάνω, όμως εσύ, ως πλαγιάζει

σε πορφυρά στρωσίδια το γλυκό σου πρόσωπο,

έγνοια καμιά δεν έχεις…

 (μτφρ. Ι. Θ. Κακριδή)

 

Υποσημειώσεις


 

* Η Μέδουσα στην ελληνική μυθολογία αναφέρεται ως μία από τις τρεις Γοργόνες. Από τις τρεις αδελφές η Μέδουσα ήταν η θνητή. Το άλλο της όνομα ήταν Γοργώ, που σημαίνει άγρια ματιά. Κόρη του Φόρκυ ή Φορκέα και της Κητούς, αδελφή των Γοργόνων Σθενώ και Ευρυάλη, και των Γραιών Δεινώ, Ενυώ και Πεφρηδώ, ήταν στην αρχή Κενταύρισσα. Κατά μια εκδοχή ήταν τόσο όμορφη που ο Ποσειδώνας ήθελε να ενωθεί μαζί της. Μεταμορφωμένος σε άλογο βρέθηκε σε επαφή μαζί της, στον ιερό χώρο της Αθηνάς. Η θεά, εξοργισμένη με το γεγονός, δεν μπορούσε να έρθει σε ρήξη με τον Ποσειδώνα και έτσι ξέσπασε πάνω στην Μέδουσα. Την μεταμόρφωσε σε απεχθές τέρας, που αντί για μαλιά είχε φίδια. Η ασχήμια της ήταν τέτοια, που όποιος την κοιτούσε στο πρόσωπο πέτρωνε. Τελικά τη σκότωσε ο Περσέας, με την βοήθεια της Αθηνάς. Το κεφάλι της, το περίφημο «Γοργόνειο», το παρέλαβε η θεά από τον ήρωα και το επίθεσε στην ασπίδα της, επειδή το κεφάλι της, ακόμη και νεκρό, πέτρωνε όποιον το κοίταζε.

** Η Ανδρομέδα ήταν κόρη του Κηφέα και της Κασσιόπης, βασιλέων του Φοινικικού βασιλείου της Αιθιοπίας. Η Κασσιόπη, θεωρούσε ότι ήταν τόσο όμορφη όσο και οι Νηρηϊδες, γεγονός που προκάλεσε την οργή του Ποσειδώνα, ο οποίος έριξε λιμό στη χώρα και έστειλε ένα θαλάσσιο κτήνος που κατέτρωγε το λαό και τη χώρα. Σύμφωνα με το χρησμό του μαντείου του Άμμωνα η σωτηρία θα ερχόταν μόνο αν ο βασιλιάς παρέδιδε την κόρη του Ανδρομέδα στο κτήνος. Έτσι η Ανδρομέδα βρέθηκε δεμένη στο βράχο, στο έλεος του κτήνους.

*** Σιμωνίδης ο Κείος:  Μεγάλος λυρικός ποιητής της ελληνικής αρχαιότητας (556 – 468 π.Χ.). Γεννήθηκε στη μικρή πόλη Ιουλίδα του νησιού Κέω (σημερινή Τζιά). Το δώρο της ποίησης το κληρονόμησε από τον πατέρα και τον παππού του και το καλλιέργησε από τη νεανική του ηλικία. Γρήγορα η φήμη του έφτασε και στην Αθήνα, όπου τον προσκάλεσε ο Πεισιστρατίδης Ίππαρχος, ο οποίος τον είχε διαρκώς μαζί του και τον τιμούσε πολύ. Μετά το θάνατο εκείνου πήγε στη Θεσσαλία, όπου τον δέχτηκαν με φιλόφρονα αισθήματα οι Σκοπάδες και οι Αλευάδες και τους οποίους εγκωμίαζε με αμοιβή. Επειδή κατά την εισβολή των Περσών οι Θεσσαλοί μήδισαν, ο Σιμωνίδης  επέστρεψε στην Αθήνα και, μετά τη νίκη στο Μαραθώνα, νίκησε σε ποιητικό διαγωνισμό τον Αισχύλο, γράφοντας ελεγεία για τους υπερασπιστές της πατρίδας. Αργότερα ύμνησε τις νίκες των Ελλήνων στο Αρτεμίσιο, στη Σαλαμίνα και στις Πλαταιές. Οι ελεγείες και τα επιγράμματά του αυτά τον έκαναν διάσημο και τον αντάμειψαν με τη φιλία του Θεμιστοκλή, του Αριστείδη και του Παυσανία.

 

       
 
 
   

Πηγές

  


  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Larousse, «Θρησκεία – Μυθολογία», τομ. 9, Τα Νέα 2008.

 

Read Full Post »

Αρχιερείς και Προύχοντες στη φυλακή της Τριπολιτσάς (1821)


 

Ιωσήφ Ζαφειρόπουλος, Οι αρχιερείς και οι προύχοντες εντός της εν Τριπόλει φυλακής εν έτει 1821

Οι αρχιερείς και οι προύχοντες εντός της εν Τριπόλει φυλακής εν έτει 1821.

Οι επαναστατικοί σχεδιασμοί των Φιλικών Πελοποννήσιων προυχόντων-προεστών και κληρικών, οι ασυνήθιστες κινήσεις και η συμπεριφορά του υπόδουλου λαού ενόχλησαν και προβλημάτισαν την τουρκική διοίκηση στην Τριπολιτσά, μήνες πριν από την έκρηξη της Επανάστασης. Είχε προηγηθεί η μυστική Συνέλευση των προεστών και κληρικών στη Βοστίτζα (29 Ιανουαρίου 1821), όπου πολλά συζητήθηκαν, συνομολογήθηκαν και υπογράφτηκαν από τους παρευρεθέντες. Εκεί συμφώνησαν και αποφάσισαν να μη μεταβούν στην Τριπολιτσά, εάν κληθούν, γιατί ήταν βέβαιη η καταδίκη τους.

Από τα τέλη του 1820 είχαν σχεδιαστεί από τους Τούρκους σφαγές των Ελλήνων προυχόντων και θρησκευτικών ηγετών, για να προλάβουν ενδεχόμενες ανεπιθύμητες κινήσεις των υποδούλων. Περίπου ένα μήνα πριν από την έκρηξη της Επανάστασης, το Φεβρουάριο του 1821, η τουρκική διοίκηση αποφάσισε να προσκαλέσει στην Τριπολιτσά τους προύχοντες και αρχιερείς της Πελοποννήσου, υπό το πρόσχημα διαβουλεύσεων.

Σκοπός τους ήταν να αποφύγουν απρόβλεπτες εξελίξεις, οι οποίες θα ανέτρεπαν το κλίμα ηρεμίας στη χώρα, τη στιγμή μάλιστα που ο Χουρσίτ, ο νέος πασάς της Πελοποννήσου, ήταν απασχολημένος στα Γιάννενα, προσπαθώντας να περιορίσει τις δραστηριότητες του Αλή Πασά. Το έργο ανέλαβε ο Μεχμέτ Σελήχ, αναπληρωτής του απουσιάζοντος πασά, γνωστός ως καϊμακάμης. Οι προύχοντες και οι αρχιερείς, παρά τα συμφωνηθέντα στη Βοστίτζα, ανταποκρίθηκαν στις τουρκικές αρχές της Τριπολιτσάς προκειμένου να διασκεδάσουν τις βάσιμες υποψίες τους και να μη δώσουν επιχειρήματα για γενικευμένες σφαγές.

Το πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου 1821 (8-9 του μηνός) εμφανίστηκαν ενώπιον του καϊμακάμη δεκαέξι προεστοί και οχτώ αρχιερείς με τις συνοδείες τους˙ οι προεστοί Αναστάσιος Μαυρομιχάλης, γιος του Πετρόμπεη, Ιωάννης Τομαράς, Αντωνάκης Καραπατάς, Ιωάννης Βιλαέτης, Πανάγος Κυριακός, Αναγνώστης Κωστόπουλος, Ανδρέας Καλαμογδάρτης, Μήτρος Ροδόπουλος, Σωτηράκης Νοταράς, Ιωάννης Περούκας, Γιαννούλης Καραμάνος, Αναγνώστης Κοπανίτζας, Μελέτης Μελετόπουλος, Νικόλαος Γεωργακόπουλος, Θεόδωρος Δεληγιάννης και ο Παπαλέξης˙ οι αρχιερείς, Τριπολιτσάς Δανιήλ, Μονεμβασίας Χρύσανθος, Ανδρούσης Ιωσήφ, Δημητσάνης Φιλόθεος, Ναυπλίου Γρηγόριος, Χριστιανουπόλεως Γερμανός, Κορίνθου Κύριλλος και Ωλένης Φιλάρετος.

Οι προύχοντες και αρχιερείς των Πατρών και Καλαβρύτων δεν προσήλθαν, εφαρμόζοντας τη σχετική απόφαση της Βοστίτζας, παρά τις επίμονες προσκλήσεις και τις διαβεβαιώσεις των Τούρκων για την ασφάλειά τους. Το γεγονός ενίσχυσε τις υποψίες του Σελήχ και των Τούρκων της Τριπολιτσάς. Η τουρκική διοίκηση υπέθετε ότι με την αιχμαλωσία των πολιτικών και θρησκευτικών ηγετών θα φρονημάτιζε τους υποδούλους και θα ανέστελλε κάθε σκέψη και κίνηση αμφισβήτησης των πολιτικών πραγμάτων, που θα καθιστούσε επισφαλή τη θέση των Οθωμανών στον Μοριά.

Τις λεπτομέρειες της φυλάκισης των ομήρων γνωρίζουμε από τρία, μικρά σε έκταση, αλλά εξαιρετικής σημασίας, απομνημονεύματα αιχμαλώτων κληρικών˙ του διακόνου Ιωσήφ Ζαφειρόπουλου, του Τριπολιτσάς Δανιήλ (στιχούργημα) και του Ανδρούσης Ιωσήφ. Ο ιστορικός Τ. Γριτσόπουλος ομαδοποιεί τα αξιόλογα αυτά κείμενα και τα ονομάζει «Απομνημονεύματα κληρικών – δεσμωτών». Η ιστορική σπουδαιότητα αυτών των κειμένων έγκειται στο γεγονός ότι καταγράφουν με ακρίβεια την ψυχολογία των αιχμαλώτων, ψυχογραφούν τη στάση των δυναστών και αποδεικνύουν πόσο τεταμένες υπήρξαν οι σχέσεις και οι διαθέσεις κυριάρχων και υποδούλων.

Η Επανάσταση έχει γενικευθεί στον Μοριά και η Τριπολιτσά πολιορκείται από τους Έλληνες με την αρχηγία του Θ. Κολοκοτρώνη. Οι εξελίξεις στην πολιορκία της πόλης και η επιτυχημένη απόκρουση επιθετικών αντιπερισπασμών των εγκλείστων Τούρκων (μάχες Βαλτετσίου, Βερβαίνων, Γράνας), έχουν άμεσο αντίκτυπο στην ψυχολογική διάθεση και συμπεριφορά των Τούρκων˙ ο τουρκικός όχλος της Τριπολιτσάς εξεγείρεται και απαιτεί την άμεση εκτέλεση των ομήρων. Οι τελευταίοι προσεύχονται για την επιτυχία των ελληνικών όπλων και αγωνιούν.

Οι Τούρκοι πιέζουν τους αιχμαλώτους να ενδώσουν και να μεσιτεύσουν με τη θέλησή τους, ώστε να λυθεί η πολιορκία της πόλης, να ανασταλεί κάθε επαναστατική δραστηριότητα και να επιστρέψουν οι ραγιάδες στο προηγούμενο καθεστώς.

Παρά τη δεινή θέση τους, οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς έχουν χάσει την ψυχραιμία τους και συμπεριφέρονται προκλητικά όχι μόνο στους ομήρους, αλλά και στους εναπομείναντες εντός της πόλης χριστιανούς.

Την Κυριακή του Θωμά (17 Απριλίου 1821), καθώς εξιστορεί ο Ιωσήφ Ζαφειρόπουλος, οι όμηροι μεταφέρθηκαν «εις το κάτω μέρος του Σεραγίου, εις δεινοτάτην και φρικτοτάτην ειρκτήν των καταδίκων… Αυτή δε η ειρκτή περιωρισμένη εις εν δωμάτιον έκειτο υπό το Σεράγιον επί του εδάφους, αριστερώθεν του εισερχομένου διά της του Σεραγίου Πύλης» και δέθηκαν όλοι στο φοβερό Κούτσουρο, «εις τας οπάς του οποίου εισήρχοντο οι πόδες των βασανιζομένων….Εισελθόντες δε εις ταύτην την φυλακήν συνέδεσαν διά μακράς αλύσεως τους Αρχιερείς και Προύχοντας την εσπέραν εκείνην».

Φόβος και αγωνία κατέλαβε τους ομήρους. Ο προεστός Μήτρος Ροδόπουλος «ένεκα του φόβου ηρνήθη την πατρώαν ημών θρησκείαν» και απέφυγε τα δεινά της φυλακής, ενώ ο καϊμακάμης παρέλαβε υπό την προστασία του τον Αναστάση Καλαμογδάρτη και ο Κιαμήλμπεης τον Κορίνθου Κύριλλο και τον Σωκράτη Νοταρά, οι οποίοι δεν φυλακίστηκαν, αλλά παρέμειναν στο σεράγι καθ’ όλη τη διάρκεια της πολιορκίας.

Τόσο στενά ήταν στοιβαγμένοι μέσα στο μικρό χώρο οι δεκαεννέα φυλακισμένοι «ώστε ουδέ τους πόδας ηδύναντο να εκτείνωσιν, αλλά νυχθημερόν καθήμενοι διαλέγοντο, και ούτως εκοιμώντο επί πέντε ολόκληρους μήνας, μη δυνάμενοι να ανακληθώσι… Αέναος ιδρώς έρρε ποταμιδόν εκ των σωμάτων αυτών, εξ ου τα ενδύματα αυτών εσάπησαν».

Την επομένη, Δευτέρα 18 Απριλίου, εκτελέστηκαν δεκαοκτώ Έλληνες υπηρέτες και σωματοφύλακες των αιχμαλώτων «αφού έρριψαν επάνω τους επτακοσίας βολάς τηλεβόλων, απέτεμαν τας κεφαλάς», εκτός ενός νέου, ο οποίος δειλίασε, εξώμοσε και αφέθηκε ελεύθερος.

Δικαιολογήθηκαν οι Τούρκοι στους ομήρους ότι την εκτέλεση διέταξε ο καϊμακάμης για να σώσει τις ζωές τους από τη μανία του τουρκικού όχλου της Τριπολιτσάς, ο οποίος ορκίστηκε να εισβάλει στο σεράγι και να τους θανατώσει. Οι Τούρκοι ιθύνοντες ήλπιζαν ακόμη σε ειρηνικές διαπραγματεύσεις με τους πολιορκητές, χρησιμοποιώντας τους προεστούς και αρχιερείς ως όπλο.

Με την άφιξη στην Τριπολιτσά του κεχαγιά Μουσταφά μπέη (Κεχαγιάμπεη) μαζί με περίπου 4.000 Αλβανούς στρατιώτες, οι Τούρκοι αποφυλάκισαν προσωρινά τους ομήρους στο πλαίσιο της πολιτικής κατευνασμού των Ελλήνων. Μόλις δεκατρείς ημέρες πριν από την άλωση, στις 10 Σεπτεμβρίου, οι δέσμιοι μεταφέρθηκαν σε τρία μεγαλύτερα δωμάτια του σεραγιού και τους περιποιήθηκαν με την υστερόβουλη σκέψη ότι θα επηρεάσουν τους Έλληνες πολιορκητές, ώστε να επέλθει συμβιβασμός.

Η διάθεση συνεννόησης των Τούρκων αποδεικνύει απόγνωση, δεινή αμυντική θέση και πολιτικό αδιέξοδο, ενώ εμμέσως αναγνωρίζεται η επιτυχία της στρατηγικής τακτικής των πολιορκητών. Όμως καμιά θετική εξέλιξη δεν σημειώνεται˙ ο αποκλεισμός της πόλης ήταν απόλυτος και η πτώση της επήλθε στις 23 Σεπτεμβρίου.

Από τα δεινά της ειρκτής, τις κακουχίες, τον υποσιτισμό και τις αρρώστιες πέθαναν οι φυλακισμένοι πρόκριτοι Αναγνώστης Κωστόπουλος, Θεόδωρος Δεληγιάννης καθώς τον μετέφεραν εκτός της πόλης μετά την άλωσή της, ο Ιωάννης Περούκας στον Αχλαδόκαμπο, στο δρόμο προς τοΆργος και ο Παπαλέξης˙ από τους αρχιερείς, ο Ναυπλίου Γρηγόριος, ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός, ο Δημητσάνης Φιλόθεος και από τους κληρικούς ο πρωτοσύγκελος Ανδρούσης Χρύσανθος.

Προεστοί, αρχιερείς, φύλακες και υπηρέτες των προεστών, κληρικοί βοηθοί των αρχιερέων, έδωσαν από κοινού το δικό τους αγώνα με την αυθόρμητη μετάβασή τους στη φοβερή Τριπολιτσά, υπομένοντας τα πάνδεινα εντός της φυλακής, χωρίς διχογνωμίες και υπολογισμούς, επισπεύδοντας την έκρηξη της Επανάστασης.

 

 Παναγιώτης Βελισσάριος

ιστορικός, προϊστάμενος ΓΑΚ- Αρχείων

Νομού Αρκαδίας, Τρίπολη.

 

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η άλωση της Τριπολιτσάς», τεύχος 204, 25 Σεπτεμβρίου 2003.

 

Read Full Post »

Παλαιών Πατρών Γερμανός Palaion Patron Germanos (1771-1826)


 

Παλαιών Πατρών Γερμανός (ξυλογραφία)

Παλαιών Πατρών Γερμανός (ξυλογραφία)

Κληρικός και αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης. Ονομαζόταν Γεώργιος Γκόζιας και γεννήθηκε στη Δημητσάνα στις 25 Μαρτίου 1771, τη Μεγάλη Παρασκευή. Ήταν η δύσκολη εποχή των Ορλωφικών, που σημαδεύτηκε από τις θηριωδίες των Αλβανών στην Πελοπόννησο. Σπούδασε στη φημισμένη σχολή της πατρίδας του και στο πρώτο σχολείο των Περουκαίων στο  Άργος το οποίο  λειτουργούσε από το 1798 στη Μονή της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης. Στη συνέχεια έγινε γραμματέας του μητροπολίτη Αργολίδας Ιάκωβου Πετράκη, οπότε και χειροτονήθηκε ως διάκονος και πήρε το όνομα Γερμανός.

 « Η Δημητσάνα, ορεινή κωμόπολις της Γορτυνίας, εφημίζετο κατά τους επί Τουρκοκρατίας χρόνους, δια τε το εύανδρον αυτής, την δραστηριότητα και την παιδείαν των κατοίκων, τον πλούτον εκ τε της εγχωρίου βιομηχανίας, ιδίως της κατασκευής νίτρου και πυρίτιδος, και εκ των εισφορών των αποδήμων, …

Εις ταύτην και τοιαύτην πόλιν εγεννήθη ο ιεράρχης Γερμανός την 25ην  Μαρτίου 1771, συνέπιπτε δε τότε προς την μεγάλην Παρασκευήν, εξ ενός χαρά Ευαγγέλια, ετέρωθεν ο Θεάνθρωπος κρεμάται επί ξύλου , ημέρα πένθους, μάλλον συνάδουσα προς τας περιστάσεις… Ο πατήρ του ιεράρχου, χρυσοχόος το επάγγελμα, ωνομάζετο Ιωάννης Γκόζιας ή Γκοζιόπουλος κατά την εγχώριον συνήθειαν, έλκων πιθανώς το γένος αυτός ή πρόγονοι αυτού εκ ομωνύμου χωρίου του δήμου Μαλευρίου της Λακωνίας…

 Η δε μήτηρ του Ιεράρχου ωνομάζετο Κανέλλα εκ του γένους Κουκουζοποπούλου…Τας δ’ αρετάς και τον βίον του Ιεράρχου Γερμανού περιέγραψαν και επήνεσαν πάντες αναξαιρέτως ημέτεροι τε και ξένοι συγγραφείς, ιδίως δε ο φίλος αυτού Πουκεβίλ εξήρε τον χαρακτήρα, παραμοιάσας αυτόν προς τον Σωκράτην …» (Προλεγόμενα- Γ. Ι. Παπούλας- Αθήνα 1900- Παλαιών Πατρών Γερμανός- Απομνημονεύματα).

Αργότερα μετέβη στην Κωνσταντινούπολη όπου παρακολούθησε ανώτερα μαθήματα στην περίφημη Πατριαρχική Σχολή Κουρούτσεσμε. Το Μάρτιο του 1806 ο Γερμανός, εκλέχτηκε σε ηλικία 36 ετών μητροπολίτης Παλαιών Πατρών και η ενθρόνισή του στην Πάτρα έγινε τον Μάιο του 1806. Κατά τον ερχομό του Γερμανού στην Πάτρα, οι πιστοί του επιφύλαξα θερμή υποδοχή. Η ποιμαντορία του στην Πάτρα ήταν επιτυχημένη και ο λαός τον περιέλαβε με μεγάλη αγάπη, σεβασμό και αφοσίωση. Κατά τα έτη 1815-1817, ο Γερμανός διετέλεσε και μέλος της πατριαρχικής Συνόδου της Κωνσταντινούπολης.

Ο Μητροπολίτης Γερμανός ευλογεί τη σημαία της ελευθερίας. Peter Von Hess.

Ο Μητροπολίτης Γερμανός ευλογεί τη σημαία της ελευθερίας. Peter Von Hess.

Το Νοέμβριο του 1818 ο Γερμανός μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Τα χρόνια της προετοιμασίας του αγώνα είχε δυναμική συμβολή. Την 23η Μαρτίου, επικεφαλής των επαναστατικών δυνάμεων της Αχαΐας, μπήκε  στην Πάτρα. ο Γερμανός οργάνωσε και πραγματοποιήθηκε τελετή ύψωσης και ευλογίας των επαναστατημένων όπλων στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου, σε μια μεγαλειώδη συγκέντρωση. Την επομένη, ο Γερμανός έστειλε εγκύκλιο στους πρόξενους των ξένων δυνάμεων με τον σκοπό της εξέγερσης, ζητώντας υποστήριξη και προστασία.

Τον Οκτώβριο του 1822 μετέβη στη Ρώμη μαζί με τον Γ. Μαυρομιχάλη, σαν απεσταλμένος του αγωνιζόμενου Έθνους για την ενημέρωση της γειτονικής Ιταλίας και του Βατικανού, όπου και παρέμεινε μέχρι τα μέσα Ιουνίου του 1824. Παράλληλα οι δύο άνδρες είχαν την αποστολή να ενημερώσουν όλους τους επιφανείς πατριώτες του εξωτερικού, μεταδίδοντας και διαδίδοντας την επιθυμία των Ελλήνων για αποτίναξη του ζυγού και ελευθερία και αποκομίζοντας κάθε είδους υποστήριξη από αυτούς και από τα ξένα κράτη. Η αποστολή του Γερμανού εξέφρασε εκείνη την περίοδο την επίσημη φωνή της επαναστατημένης Ελλάδας στο εξωτερικό και απέφερε αρκετά οφέλη στην επανάσταση .

Όταν επέστρεψε ο Γερμανός στην Ελλάδα, μαινόταν ο εμφύλιος σπαραγμός. Αφού είδε ότι οι παραινέσεις του δεν γίνονταν αποδεκτές, αποσύρθηκε αποκαρδιωμένος στη μονή της Χρυσοποδαρίτισσας. Εκεί, με εντολή του Γκούρα, οι στρατιώτες τον απήγαγαν με βία και τον έσυραν πεζό μέχρι τη Γαστούνη, το χειμώνα του 1825. Αποτέλεσμα αυτού ήταν ο σοβαρός κλονισμός της υγείας του.

Έλαβε μέρος στις εργασίες της Γ’ Εθνοσυνέλευσης στα 1826 και διορίστηκε μέλος της επιτροπής για εξωτερικές υποθέσεις. Στο Ναύπλιο ο Γερμανός προσεβλήθη από λοιμώδη νόσο από την οποία και απεβίωσε στις 30 Μαΐου 1826. Τάφηκε με τιμές και τα οστά του μεταφέρθηκαν στη Δημητσάνα.

Στα τελευταία του χρόνια ο Παλαιών Πατρών Γερμανός έγραψε τα απομνημονεύματά του, στα οποία αναφέρονται τα γεγονότα της Επανάστασης μέχρι το τέλος του 1822.

 

Πηγές


 

  • Αινιάν Δημήτριος, «Γερμανός ο Παλαιών Πατρών», της Βιβλιοθήκης του Λαού παράρτημα πρώτον, Αθήνησιν: Εκ του Τυπογραφείου Αθηνάς,1854.
  • Γερμανού Π. Πατρών Μητροπολίτου, «Απομνημονεύματα: Επιγραφόμενα απομνημονεύματα τινα της κατά του τυράννου των Ελλήνων οπλοφορίας, καί τινων πολιτικών συμβεβηκότων εν Πελοποννήσω κατά την πρώτην της διοικήσεως περίοδον», έκδοσις υπό Γ. Ι. Παπούλα μετά προλεγομένων υπό του ιδίου. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Σπύρου Τσαγγάρη, 1900.
  • Ιωάννη Π. Χαβιαρλή, « Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη του Άργους », Άργος, 2004.
  • Petter Von Hess, «1821 Η Ελληνική Επανάσταση», Εκδόσεις Δέλτα, Αθήνα, 1996.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Χαλέτ Εφέντης


Ο Χαλέτ Εφέντης καταγόταν από λαϊκή και άσημη οικογένεια. Γνώρισε ωστόσο μεγάλη δόξα, αφού διακρίθηκε ως πανέξυπνος, ρέκτης*, πανούργος, καιροσκόπος και επιτήδειος. Αρχικά έγινε γραμματέας του αρχικρεοπώλη της Κωνσταντινούπολης. Υπό την προστασία του αρχικουρέα και ευνοούμενου του Σουλτάνου Σελίμ Γ’, διορίσθηκε το 1806 ακόλουθος της τουρκικής πρεσβείας στη Γαλλία, αλλά κατάφερε να αποκτήσει και άλλες επιφανείς θέσεις, υπηρετώντας το Σουλτάνο.

 
Ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β

Ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β

Επί Μαχμούτ Β’, κυρίως από το 1815, σε ηλικία μόλις 40 ετών, ανήλθε δε στα πιο υψηλά αξιώματα της αυτοκρατορίας, απέκτησε  την τυφλή εμπιστοσύνη του Σουλτάνου, έγινε μυστικός σύμβουλός του και σφραγιδοφύλακας του κράτους (Νισσαντζής) με υπέρτατη εξουσία, ή πιο σωστά παντοδυναμία, κυβέρνησε την Τουρκία για επτά συνεχή έτη, ως απόλυτος δεσπότης.

Υπήρξε ευεργέτης του ιερού μας αγώνα, αν και ήταν φανατικός μισέλληνας, και αυτό γιατί κατά το 1820 μόνο αυτός στο Διβάνιο ψήφισε τον πόλεμο κατά του Αλή πασά** των Ιωαννίνων, ο οποίος για μεγάλο χρονικό διάστημα έβλαψε τις πολεμικές δυνάμεις της Τουρκίας και απομάκρυνε από την Πελοπόννησο τον φοβερό και πολύ επικίνδυνο σατράπη Χουρσίτ πασά, τον οποίο αντικατέστησε με τον υποδεέστερό του Δράμαλη και τον κατέστρεψε.

Το 1822 όμως οι παλιοί εχθροί του, οι Γενίτσαροι, εξεγέρθηκαν με λύσσα κατά αυτού κλονίζοντας την εμπιστοσύνη που είχε σε αυτόν ο Σουλτάνος. Ο Χαλέτ εφέντης εξορίστηκε στην Προύσσα και στο Ικόνιο, καταδικάστηκε δε σε θάνατο. Ένας θηριώδης γενίτσαρος εκτέλεσε την εντολή και στις 22 Νοεμβρίου 1822 το κεφάλι του φοβερού μεγιστάνα της αυτοκρατορίας βρισκόταν στην πύλη του Σουλτανικού Σεραγίου της Κωνσταντινούπολης.

  

Υποσημειώσεις


 

* ρέκτης : δραστήριος, ενεργητικός άνθρωπος

 ** […] Η εμπιστοσύνη και η εύνοιά του Μαχμούτ προς τον Χαλέτ εφέντη, τον έχοντα τον τίχλον του Δοβλέτ- Ναζιρή, πρώτου συμβούλου δηλαδή του σουλτάνου, και ο οποίος πράγματι είχε καταστή ισχυρότερος από τον μέγαν βεζύρην, έγινεν απεριόριστος, όταν κατά τό μυστικοσυμβούλιον, τό γενόμενον εις τα ανάκτορα δια την στάσιν της Πύλης απέναντι του Αλή πασσά, μόνο ο Χαλέτ συνέστησε τον πόλεμον εναντίον του αντάρτου, χωρίς καμμίαν προσπάθειαν συνδιαλλαγής.

Με την γνώμην αυτήν είχεν συνταχθή τότε και ο ηγεμών της Μολδαυίας Σούτσος, ο κληθείς να μετάσχη του συμβουλίου και δια τας σχέσεις του με τον Χαλέτ και δια την εκτίμησιν που έτρεφε προς τον ορθολογισμόν του σουλτάνου. Η γνώμη αυτή ήτο θαρραλέα και συνέπιπτε με την θέληση του Μαχμούτ. Αλλά κανείς Τούρκος από τους μετασχόντας του συμβουλίου δεν ετόλμησε να δώση αυτήν την συμβουλήν. Διότι όλοι εφοβούντο τον Αλή. Ο αντάρτης της Ηπείρου ασκούσε την επιρροήν του εντός αυτής της Κωνσταντινουπόλεως.

Οι γενίτσαροι, αλβανικής καταγωγής κατά τήν εποχήν εκείνην οι περισσότεροι, ήσαν όλοι υπέρ του Αλή και δεν ήθελαν την εξόντωσίν του. Και ήσαν μεν τότε οι γενίτσαροι παραγκωνισμένοι και ήτο φανερόν ότι ευρίσκοντο υπό δυσμένειαν, αλλ’ η δύναμίς των ήτο αναμφισβήτητος ακόμη. Ήρκεσεν εν τούτοις η υπό των γενιτσάρων ζωηρότατα επιδειχθείδα φιλική διάθεσης προς τον Αλή δια να δοθεί περισσότερα αξία εις την γνώμην του Χαλέτ. Και η εκστρατεία κατά του Αλή απεφασίσθη.

Οι γενίτσαροι τότε εφρύαξαν. Έβλεπαν εις την καταστροφήν του Αλή τον πρόλογον του ιδίου των αφανισμού. Και απειθάρχητοι όπως ήσαν και συνηθισμένοι να επικρίνουν τας αποφάσεις της Πύλης, χωρίς νά καταδιώκωνται, εξεδήλωσαν την δυσαρέσκειάν των. Έφθασαν μάλιστα μέχρι του σημείου να διαβιβάσουν εις τον σουλτάνον την γνώμην των, η όποια διετυπώθη ως εξής : « Αντί του πολέμου , τον οποίον επιχειρεί ο σουλτάνος εναντίον ενός ικανού και χρησίμου βεζύρη, του Αλή πασσά, ώφειλε να θανατώση τον Χαλέτ και να δαπανήση τα χρήματα του δια να παρασκευαστή δια τον πόλεμον που του ετοιμάζουν οι Ρώσσοι. »

(Διονυσίου Α. Κοκκίνου, «Η Ελληνική Επανάστασις», Αθήνα, 1956, τομ. Α. σελ. 363-365).

  

 Πηγή


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    

Read Full Post »

Κιαμίλ Μπέης Κορίνθου


 

Ο Κιαμίλη Μπέης ήταν επιφανέστατος Τούρκος της Πελοποννήσου και διάσημος για την καταγωγή του, την υψηλή περιωπή του, τα αμύθητα πλούτη και τα έξοχα προτερήματά του. Η οικογένειά του κυριάρχησε στην Κόρινθο από το 1717, για εκατό και πλέον χρόνια.

Χαλίλ μπέης λεγόταν ο γενάρχης της, ο οποίος και αναφέρεται ως πλουσιότατος δυνάστης της Κορίνθου κατά το 1778. Γιος και διάδοχός του ήταν ο Νουρή μπέης, ο οποίος πέθανε το 1815, αφήνοντας τον γιο του Κιαμίλ μπέη να τον διαδεχθεί στη δυναστεία της Κορίνθου. Υπήρξε ο τελευταίος Τούρκος διοικητής και δυνάστης της Κορίνθου.

 

Κόρινθος, το κάστρο του Κιαμίλ-μπέη, Th. du Moncel, 1843

 

Γεννήθηκε στην Κόρινθο το 1784. Είχε σπάνια σωματικά και ψυχικά προτερήματα και είχε τη φήμη του πολύ όμορφου άνδρα, ήταν ευφυέστατος, δίκαιος, φιλάνθρωπος και άριστος σε όλα. Είχε όμορφη, όσο και αυτός, σύζυγο, μητέρα, αδελφή και τρεις γιους, εκτός των υπαλλήλων και των ακολούθων του και ζούσε σε μυθική αφθονία και χλιδή.

Ως δυνάστης της Κορίνθου, ο Κιαμίλ μπέης υπήρξε διαπρεπέστατος, κατάφερε να προάγει και να δοξάσει τη χώρα, την οποία κυβέρνησε ως πατέρας, την οικογένειά του και όλους τους προγόνους του και αύξησε σε πολύ μεγάλο βαθμό τα πλούτη και τη δύναμή του. Τον χαρακτήριζαν μάλιστα ως τον καλύτερο όλων των Τούρκων της Πελοποννήσου.

Δυνάστης της Κορίνθου και της Σικυώνας και μεγάλος φεουδάρχης της γης της Μεγαρίδος, πλούτιζε σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη φορολογία των χωρών αυτών και των εσόδων της τεράστιας περιουσίας του, η οποία βρισκόταν σε αυτές και μέχρι τη Λιβαδειά, έως και τη Στυμφαλία, τη Νεμέα, την Αργολίδα και την Αρκαδία.

Απολάμβανε δε την εκτίμηση του σουλτάνου, ο οποίος του είχε παραχωρήσει το προνόμιο να κατοικεί όπου επιθυμούσε απεριόριστα. Γι’ αυτό τον λόγο κατείχε σε πολλές πόλεις μεγαλόπρεπα κτίρια, που έφθαναν σε αριθμό τα σαράντα, όπως λέγεται. Αλλά το πιο λαμπρό από όλα, αριστούργημα καλαισθησίας και ανατολίτικης τέχνης βρισκόταν στην Κόρινθο, την έδρα της διοίκησής του, στην παλαιά Ακροκόρινθο και περιβαλλόταν από το μαγευτικό τοπίο των Νερών της Αφροδίτης και από θαυμαστά άνθη και κήπους.

Τον αποκαλούσαν «Ενδοξομεγαλοπρεπέστατο Κιαμήλ μπέη, εφέντη, Νουρή εφέντη μπέη, ζαδέ*, βοεβόντα και ζαπίτη** της Κορίνθου, σαλαχώρα της κραταιάς βασιλείας***  και Αγιάννη του Μωριά».****

Ο τρισευτυχισμένος μπέης έζησε ευτυχισμένα χρόνια μέχρι την άλωση της Τρίπολης, στην οποία βρισκόταν και αιχμαλωτίστηκε από τους Έλληνες. Η αιχμαλωσία του ήταν πολύτιμη για τον αγώνα λόγο της μεγάλης διασημότητάς του και του απέραντου πλούτου του. Έτσι ελήφθησαν αυστηρά μέτρα για την φύλαξή του  με υπεύθυνο το στρατηγό Π. Γιατράκο ο οποίος τον κράτησε επί πέντε μήνες παρέχοντάς του κάθε δυνατή περιποίηση στην Τρίπολη, το Άργος, τη Νεμέα και στα Εξαμίλια της Κορίνθου, όπου τον μετέφεραν, έως της 19 Φεβρουαρίου 1822, που τον παρέδωσε στην Διοίκηση η οποία τον φυλάκισε στην Ακροκόρινθο.       

Από τότε πολλά υπέστη πολλά δεινοπαθήματα μέχρι την 7η Ιουλίου 1822, οπότε και έχασε τα πάντα και τη ζωή του.***** 

 

Υποσημειώσεις


* Υιός.

** Διοικητής και Δυνάστης.

*** Σαλαχώρας ή μαλλον σιλαχσόρ, επίτιμος υπερασπιστής και σωματοφύλακς του Σουλτάνου.

**** Πρόεδρος και επόπτης των προεστών της Πελοποννήσου.

*****  Ο ανάξιος φρούραρχος Ιάκωβος Θεοδωρίδης, παρά το ηχηρό προσωνύμιο που έφερε ως «Αχιλλέας», σαν είδε τη σκόνη που σήκωσαν τα λεφούσια του Τουρκικού στρατεύματος, δείλιασε, μάζεψε τους 150 άνδρες που είχε στις διαταγές του κι έφυγε από την Τενεατική πύλη (της Δραγονέρας).

Προηγούμενα όμως σε συμφωνία μαζί του, ο άλλοτε υπηρέτης του Κιαμήλ, Δημήτρης Μπενάκης, ο υποφρούραρχος Διαμαντής Λάλακας και ο ηγούμενος της μονής Φανερωμένης, Παρθένιος Βλάχος, εκτελούν εν ψυχρώ τον Κιαμήλ- Μπέη στο δωμάτιο που τον κρατούσαν φυλακισμένο.

Την επομένη ο Δράμαλης ανεβαίνει με επισημότητα στο Ακροκόρινθο ως ελευθερωτής. Του επιφυλάσσουν θερμή υποδοχή η χήρα και η μητέρα του Καμήλ, ντυμένες με πολυτελέστατα πέπλα ανάμεσα σε πλούσια στολισμένες θεραπαινίδες και του αποκαλύπτουν ένα πηγάδι με κρυμμένα 40.000 πουγκιά γεμάτα χρυσά νομίσματα. Για να τιμήσει τη χήρα του Κιαμήλ- Μπέη, την πανέμορφη Γκιούλ- Χανούμ ο Δράμαλης, την παντρεύτηκε πάνω στον Ακροκόρινθο με ανατολίτικη μεγαλοπρέπεια.

 

Πηγή


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    

 

 

Read Full Post »

Χουρσίτ Πασάς


 Ο Χουρσίτ πασάς, Καυκάσιος χριστιανικής καταγωγής που εξισλαμίστηκε, μετά την επιτυχή καταστολή της επανάστασης των Σέρβων διορίστηκε Βαλής (διοικητής) Πελοποννήσου το 1820. Όταν το 1822 περιέπεσε στην δυσμένεια του σουλτάνου αυτοκτόνησε.

 
Χουρσίτ πασάς, λιθογραφία του Bouvier.

Χουρσίτ πασάς, λιθογραφία του Bouvier.

Γεννήθηκε στη Γεωργία , ήταν φτωχό λαϊκό παιδί και πουλήθηκε ως δούλος. Εξισλαμίστηκε σε νεαρή ηλικία και κατατάχθηκε στο σώμα των Γενιτσάρων.  Μετά από κάποια χρόνια και με την προστασία του συμπατριώτη του και ναυάρχου Κουτσούκ Χουσεΐν πασά τοποθετήθηκε σε δημόσια υπηρεσία και διορίσθηκε τοποτηρητής του. Έχοντας ακόμα την εύνοια του Μεχμέτ Χοσρέφ πασά, ο Χουρσίτ προάχθηκε σε πασά το 1803, επί Σουλτάνου Σελίμ Γ’. Διορίσθηκε δε αντιβασιλέας και βεζύρης του Καΐρου και κατάφερε να δαμάσει Τούρκους, Μαμελούκους και Σκυπέταρους που με λυσσασμένους πολέμους προκαλούσαν δεινά στην Αίγυπτο.

Την 21η Οκτωβρίου 1806 διορίσθηκε βαλής (γενικός διοικητής) της Ρούμελης. Τον Ιούλιο του 1808 ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β’ τον μετέθεσε στη σατραπεία του Χαλεπίου της Συρίας. Το 1812 έγινε σπουδαίος βεζύρης και το 1813 ανέλαβε και περάτωσε με εκπληκτική δράση και θηριωδία την καταστολή των εξεγερθέντων υπέρ της ανεξαρτησίας των Σέρβων, τους οποίους και τιμώρησε με πανωλεθρία. Μετά από όλα αυτά διορίσθηκε ξανά βαλής της Ρούμελης, μετατέθηκε δε για πέντε χρόνια στο Χαλέπι.

Τον Νοέμβριο του 1820 διορίσθηκε διοικητής της Πελοποννήσου (μόρα βαλεσής) με έδρα την Τριπολιτσά και αρχηγός (σερασκέρης) της εκστρατείας κατά του αποστάτη Αλή Πασά των Ιωαννίνων.

Ήταν αιμοβόρος και θηριώδης, άκαμπτος και φοβερός σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό· κατέφτασε δε στην Πελοπόννησο με πομπώδη ασιατική μεγαλοπρέπεια, με συνοδεία πλήθος αυλικών, επιτελών, ακολούθων, γυναικών και υπηρετών και με πολυτελέστατες αποσκευές.

Πρώτα μετέβη στην Τριπολιτσά για να εξακριβώσει αν ευσταθούσαν οι φήμες για σχεδιαζόμενη επανάσταση των Ρωμιών. Οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου φρόντισαν να τον καθησυχάσουν. Συγκεντρώθηκαν στο Ναύπλιο για να τον υποδεχθούν και τον συνόδευσαν στις 8 Νοεμβρίου 1820 στην Τριπολιτσά.

Αφού πείστηκε για τις προθέσεις των ραγιάδων αναχώρησε στις 6 Ιανουαρίου 1821 για τα Γιάννινα, προκειμένου να καταστείλει την ανταρσία του Αλή. Στη θέση του άφησε ως τοποτηρητή (καϊμακάμη) τον Μεχμέτ Σαλήχ, με δύναμη 1.000 Αλβανών, για την επιβολή της τάξης.

Λίγες μέρες μετά τον Εθνικό Ξεσηκωμό, πληροφορείται το γεγονός και αμέσως αποστέλλει έφιππους αγγελιοφόρους στην Κωνσταντινούπολη για να αναγγείλουν στον σουλτάνο ότι οι ραγιάδες της Πελοποννήσου εξεγέρθηκαν. Χωρίς να περιμένει την απάντησή του, διατάσσει τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ Μεχμέτ να καταπνίξουν πρώτα την επανάσταση στην Ανατολική Στερεά και στη συνέχεια να διεκπεραιωθούν στην Πελοπόννησο. Παράλληλα, στέλνει τον επιτελάρχη του Κεχαγιάμπεη Μουσταφά με 3.000 άνδρες για την ενίσχυση της Τριπολιτσάς, καθώς στην πόλη βρισκόταν το χαρέμι και οι θησαυροί του.

Ο ίδιος παραμένει στα Γιάννινα και πολιορκεί τον Αλή Πασά. Παρά τα μαντάτα, πιστεύει ότι η εξέγερση στην Πελοπόννησο είναι μικρή σε έκταση και θα κατασταλεί εύκολα από τους στρατηγούς του. Η διπλή αυτή επιχείρηση του Χουρσίτ θα καταλήξει σε αποτυχία. Ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιοσέ Μεχμέτ δεν θα φθάσουν ποτέ στην Πελοπόννησο και ο Κεχαγιάμπεης δεν θα αποτρέψει την Άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) από τον Κολοκοτρώνη και τους άνδρες του. Μόνη παρηγοριά για τον Χουρσίτ, η διάσωση του χαρεμιού* και μεγάλου μέρους των θησαυρών του.

Τον Ιανουάριο του 1822 κατορθώνει να συλλάβει τον Αλή Πασά και να στείλει το κεφάλι του πεσκέσι στον Σουλτάνο. Μετά και την καταστολή της εξέγερσης στην Ήπειρο μένει απερίσπαστος να καταστείλει την επανάσταση στην Πελοπόννησο. Στη διάθεσή του έχει ένα πανίσχυρο στρατό, που αγγίζει τις 80.000 άνδρες.

Όμως, ένα αιφνίδιο γεγονός μετέβαλε εντελώς τα πράγματα. Οι εχθροί και οι αντίζηλοί του τον διέβαλαν στο Σουλτάνο ότι οικειοποιήθηκε μεγάλο μέρος της περιουσίας του Αλή Πασά. Ήταν μια συνηθισμένη τακτική για όσους πασάδες θεωρούνταν επιτυχημένοι. Και ο Χουρσίτ θεωρήθηκε από τους αντιπάλους, αλλά και τον Σουλτάνο, ότι θα αποκτούσε ακαταγώνιστη δύναμη, εάν κατέστειλε και την Επανάσταση στην Πελοπόννησο.

Ο Χουρσίτ είχε αποστείλει στην Κωνσταντινούπολη 40.000.000 γρόσια, με τη δήλωση ότι αυτά βρήκε στα θησαυροφυλάκια του Αλή. Η Πύλη εκτίμησε ότι η περιουσία του Αλή ξεπερνούσε τα 500.000.000 γρόσια και του ζήτησε λεπτομερή λογοδοσία. Ο υπερήφανος στρατάρχης φαίνεται ότι εθίγη από τη σουλτανική παραγγελία και δεν απάντησε. Τότε καταγγέλθηκε ως καταχραστής του δημόσιου θησαυρού και έπεσε σε δυσμένεια.

Αμέσως του αφαιρέθηκε η αρχηγία της εκστρατείας στην Πελοπόννησο, η οποία ανατέθηκε στον Μαχμούτ Πασά, τον επονομαζόμενο Δράμαλη. Ο Χουρσίτ διατασσόταν να παραμείνει στη Λάρισα και να φροντίζει την τροφοδοσία του στρατού του Δράμαλη. Ουσιαστικά, επρόκειτο για υποβιβασμό.

Όταν άρχισαν να φθάνουν στην Κωνσταντινούπολη οι δυσάρεστες ειδήσεις για την αποτυχία της εκστρατείας του Δράμαλη, ο Σουλτάνος έδωσε εντολή στον Χουρσίτ να εκστρατεύσει ο ίδιος για να σώσει την κατάσταση. Όμως, οι εις βάρος του ραδιουργίες συνεχίστηκαν και οι απεσταλμένοι του σουλτάνου πήραν το δρόμο για τη Λάρισα με τη διαταγή θανατώσεώς του.

Πληροφορήθηκε όμως εγκαίρως την καταδίωξη που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εις βάρος του και αυτοκτόνησε με δηλητήριο, γύρω στα τέλη του Νοεμβρίου στη Λάρισα.

Κηδεύτηκε μεγαλοπρεπώς και η ταφή του πραγματοποιήθηκε κοντά στη γέφυρα του Πηνειού, σε τάφο που έφερε πομπώδη επιτύμβια επιγραφή. Ωστόσο μετά από τρεις ημέρες έφθασε ο δήμιος της Πύλης, ο οποίος έφερε το σουλτανικό φιρμάνι της θανατικής του καταδίκης. Έπειτα από ανασκαφή που πραγματοποιήθηκε στο νωπό τάφο, έκοψε το κεφάλι του Χουρσίτ πασά και το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη.

 

Υποσημείωση


 

* Χαρέμια Χουρσίτ Πασά

ΑΡΧΕΙΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ-ΜΑΡΙΝΟΣ Θ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ (1791-1863)

Οι φάκελοι Α’και Β’ περιλαμβάνουν έγγραφα (επιστολές, εκθέσεις, αναφορές κ. ά. ) καθώς επίσης και μεταφράσεις των εγγράφων που αφορούν την υπόθεση της απελευθέρωσης και της ασφαλούς μεταφοράς των χαρεμιών του Χουρσίτ Πασά, μετά την άλωση της Τριπολιτσάς το 1821, με αντάλλαγμα την απελευθέρωση όλων των Ελλήνων αιχμαλώτων που βρίσκονταν στα χέρια των Τούρκων. Μεσολαβητικό ρόλο στην υπόθεση αυτή μεταξύ ελληνικής κυβερνήσεως και Υψηλής Πύλης, είχε διαδραματίσει ο ιατρός Παναγιώτης-Μαρίνος Θ. Στεφάνου μετά από πρόταση του αγγλου Αρμοστή Th. Maithland. Αναλυτική καταγραφή και αρίθμηση των εγγράφων έχει γίνει από μέλη της οικογένειας Στεφάνου και βρίσκεται στους οικείους φακέλους. (Ελληνικό λογοτεχνικό Ιστορικό Αρχείο, Αθήνα 1995).

 

Πηγές


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    
  • AHMET UZUN (Cumhuriyet Üniversitesi, Τμήμα Οικονομίας και Διοίκησης), «Ο Αλή Πασάς ο Τεπελένης και η περιουσία του», μετάφραση από τα τουρκικά: Γιώργος Σύρμας, 2001.

 

 

 

Read Full Post »

Λουδοβίκος Α’ της Βαυαρίας – Ludwig I of Bavaria (1786-1868)


 

Φιλέλληνας, λάτρης της κλασσικής τέχνης, ο ηγεμόνας της Βαυαρίας πίστευε ακράδαντα πως όσα χρωστούσε η Δύση στον Όμηρο, τον Πλάτωνα και τους τραγικούς όφειλε να τα ανταποδώσει στον Υψηλάντη, τον Μαυροκορδάτο και τον Κολοκοτρώνη.

 

Ludwig I of Bavaria πορτρέτο του Ζόζεφ Στίλερ, 1825.

Ludwig I of Bavaria πορτρέτο του Ζόζεφ Στίλερ, 1825.

Ο Κάρολος Αύγουστος Λουδοβίκος Α’, γεννήθηκε στις 25 Αυγούστου του 1786 στο Στρασβούργο, πέρασε τα πρώτα χρόνια της ηλικίας του στο Μάνχαϊμ και Σβίτουγγεν εκπαιδευόμενος από τη μητέρα του Γουλιελμίνη της Εσσης – Ντάρμσταντ (Augusta Wilhelmine of Hesse-Darmstadt). Μετά το θάνατο του εκλέκτορα Καρόλου Θεοδώρου (Karl Theodor) της Βαυαρίας στις 16 Φεβρουαρίου 1799, μένοντας το στέμμα χωρίς κληρονόμο, η Βαυαρία περιήλθε στον πατέρα του Λουδοβίκου, δούκα Μαξιμιλιανό Ιωσήφ του Zweibrücken (Maximilian Joseph of Zweibrücken). Ο πατέρας του πήρε  τον τίτλο του βασιλιά της Βαυαρίας την 1η Ιανουαρίου 1806.

Ο Λουδοβίκος κάτοχος πολλών ευρωπαϊκών γλωσσών, γνώστης των Αρχαίων Ελληνικών, έδειξε ιδιαίτερο ζήλο στη σπουδή της ιστορίας και το 1803 άρχισε τις  πανεπιστημιακές του σπουδές  στο Landshut, και στο Göttingen. Υπήρξε φανατικός συλλέκτης ελληνιστής και φίλος των τεχνών.  Τον Οκτώβριο του 1810, παντρεύτηκε την Θηρεσία της Σαξωνιας- Hildburghausen (1792-1854), κόρη του δούκα Φρειδερίκου της Σαξωνίας- Hildburghausen. Ο Λουδοβίκος απέρριψε έντονα τη συμμαχία του πατέρα του με τον Ναπολέοντα της Γαλλίας. Ανέβηκε στο θρόνο το 1825.

Therese Charlotte Luise of Saxony-Hildburghausen, μητέρα του Όθωνα.

Therese Charlotte Luise of Saxony-Hildburghausen, μητέρα του Όθωνα.

Σπουδαίος φιλέλληνας , υποστήριξε με πάθος την ελληνική επανάσταση του 1821 ενώ ο δευτερότοκος γιος του Όθων έγινε βασιλιάς της Ελλάδος το 1832. Παραιτήθηκε στις 20 Μαρτίου του 1848 υπέρ του γιου του, Μαξιμιλιανού, αλλά   και μετά την  παραίτησή του ο Λουδοβίκος παρέμεινε σημαντικός χορηγός των τεχνών.

 

Η Μαριλίζα Μητσού καθηγήτρια Νεοελληνικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου γράφει:

 

Σύμφωνα με τις κοινωνιολογικές μελέτες, στους φιλέλληνες της Γερμανίας υπερισχύουν αριθμητικά τα μέλη της ανώτερης αστικής τάξης – κυρίως κρατικοί υπάλληλοι – και οι ευαγγελικοί πάστορες, ενώ σημαντική μερίδα από τους εθελοντές ήταν άνεργοι ή ξεπερασμένοι αγρότες, που γύρευαν στον νότο μια καλύτερη μοίρα. Η γερμανική αριστοκρατία εκπροσωπείται από ένα και μοναδικό μέλος της: τον Λουδοβίκο Α’ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα.

Ludwig I of Bavaria, ca 1830

Ludwig I of Bavaria, ca 1830

Οπαδός της κοραϊκής «μετακένωσης», μολονότι αγνοούσε τον Κοραή, ο ηγεμόνας πίστευε ακράδαντα πως όσα χρωστούσε η Δύση στον Όμηρο, τον Πλάτωνα και τους τραγικούς όφειλε να τα ανταποδώσει στον Υψηλάντη, τον Μαυροκορδάτο και τον Κολοκοτρώνη – στην πατρίδα της ιστορίας και της τέχνης. Έγινε μέλος της Φιλομούσου Εταιρείας και χαιρέτισε την Ελληνική Επανάσταση – μόνος ανάμεσα στους Ευρωπαίους ηγέτες – με εθνεγερτήρια άσματα ανάλογα του Τσοπανάκου και του Μπουγιουκλή.

Στον αγώνα συνέβαλε καθοριστικά, στέλνοντας χρήματα, πολεμικούς συμβούλους και ασκώντας πολιτική επιρροή στις Μεγάλες Δυνάμεις υπέρ της Ελλάδας. Ως την εκθρόνισή του, το 1848, ενίσχυσε με υποτροφίες Έλληνες φοιτητές και με δωρεές την ελληνική παροικία του Μονάχου, δίνοντας τόσο ελληνικό χρώμα σε αυτή την πόλη, ώστε να ονομαστεί «Αθήνα του Ιζαρ».

Λάτρης της αρχαιότητας, ο Λουδοβίκος, πριν ακόμη ανέβει στον βαυαρικό θρόνο, δημιούργησε με βασικό σύμβουλο τον Γ. Μ. φον Βάγκνερ μια αξιοπρόσεκτη συλλογή ελληνικών γλυπτών, που στεγάζεται στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου. Το σημαντικότερο απόκτημα ήταν τα αετώματα του ναού της Αφαίας, που τα αγόρασε για λογαριασμό του από τους Τούρκους, το 1812, ο βαρόνος φον Χάλλερσταϊν, έναντι 70.000 φιορινιών (περ. ένα εκατομμύριο σημερινά ευρώ).

Όψιμοι στίχοι του βασιλιά, που είχε συναινέσει στα 1831 να γίνει ο γιος του πρώτος μονάρχης της απελευθερωμένης Ελλάδας, επιβεβαιώνουν μια δεκαπενταετία αργότερα την αμείωτη φιλελληνική του διάθεση. Η καρδιά μου χτυπούσε για τον λυτρωμό της Ελλάδας, σημειώνει, αδιάφορο αν θα γινόταν μοναρχική η δημοκρατική. Σε τελική ανάλυση, οι ηρωικές πράξεις των αγωνιστών του ’21 υπήρξαν καθ’ όλα εφάμιλλες με τους άθλους της αρχαιότητας.

«Απ’ αρχής σχεδόν του αγώνος μας το όνομα του βασιλέως Λουδοβίκου ήτον όχι γνωστόν μόνον, αλλ’ ιερόν εις έκαστον αληθή Έλληνα» γράφει ο πρώην υπότροφος του βασιλιά Α. Ρ. Ραγκαβής, όταν μεταφράζει τα Ποιήματα περί Ελλάδος  του Λουδοβίκου (1833).

Πράγματι με το «ιερό» αυτό όνομα βαφτίστηκε το 1884 η κεντρική πλατεία Κοτζιά, εν συνεχεία Εθνικής Αντιστάσεως. Σήμερα η πλατεία Λουδοβίκου βρίσκεται –λένε- απέναντι από το Α’ Νεκροταφείο.

  

Πηγές


  • Περιοδικό, «Απόλλων», τομ. 5, αρ. 51, 1888.
  • Καθημερινή, «Επτά Ημέρες», Κυριακή 17 Μαρτίου 2002.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »