Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for 2011

Map of Peloponnese, επιχρωματισμένη λιθογραφία του Ολλανδού,  Frederik de Wit (1629 ή 30 – 1706).

 

Χάρτης της Πελοποννήσου (Map of Peloponnese) - Frederik de Wit, 1702.

 

Κατά την εποχή της δεύτερης Ενετοκρατίας η Πελοπόννησος αναδιοργανώθηκε διοικητικά και οικονομικά. Ονομάστηκε Regno di Morea  και χωρίστηκε σε τέσσερις Νομούς. Την Ρωμανία με πρωτεύουσα το Ναύπλιο, την Αχαΐα με πρωτεύουσα την Πάτρα, την Μεσσηνία με πρωτεύουσα την Καλαμάτα και την Λακωνία με πρωτεύουσα τον Μυστρά.   

Read Full Post »

Πρόσυμνα –  Ντιάνα Αντωνακάτου


 

 Το Μπερμπάτι, Πρόσυμνα σήμερα, είναι χτισμένο στους πρόποδες μερικών λόφων στη βόρεια Αργολίδα, δώδεκα χιλιόμετρα Β.Α. του Άργους. Μπροστά του απλώνεται ένα μικρό άνυδρο λεκανοπέδιο, που δέχεται αχόρταγα τον ιδρώτα του γεωργού. Ο χώρος είναι μαθημένος στην αξίνα και στο αλέτρι από αιώνες πολλούς. Πάντα καλοδεχτικός στους ανθρώπους είχε τη μεγάλη τύχη να μη στερηθεί σχεδόν ποτέ τα βήματά τους, τη λαλιά τους, την αγάπη τους. Ας δούμε παρακάτω πως περιγράφει την Πρόσυμνα Αργολίδας,  η ζωγράφος και συγγραφέας Ντιάνα Αντωνακάτου στο βιβλίο της ¨Αργολίδα¨.

 

Εδώ δεσπόζει η φύση. Το τοπίο κυριαρχεί και στο καινούργιο χωριό της Προσύμνας (Μπερμπάτι ως χθες), κι’ ως την μυκηναϊκή πολιτεία. Εδώ ο κάμπος με την οικειότητά του κλείσθηκε πίσω από το στενό βραχωμένο πέρασμα της Κλεισούρας, λησμονήθηκε η ευκολοδάμαστη γη του πέρα κατά τα νοτιοδυτικά. Η απόσταση από το Άργος είναι 12 χιλιόμετρα. Από το τελευταίο καμπίσιο περιβόλι δυο-τρία. Σε χωρίζει όμως ένα σύνορο. Άλλον κόσμο άφησες, άλλον κόσμο χαιρετάς, κι’ άλλον κόσμο θωρούνε από τούτα τα βουνά οι άνθρω­ποι, κι’ ας μην είναι ολότελα ορεινοί.

Αν είναι να προτιμήσει ο ταξιδιώτης μιαν εποχή για πρωτογνωριμιά της αρχαίας Προσύμνας, ας μην είναι τούτη βροχερή, χειμωνιάτικη. Θ’ αγριέψει αν δεν αντέχει, αν αποζητάει εύκολη απόλαυση ματιού. Θα νοιώσει τη διάθε­σή του να χτυπιέται αλύτρωτη από μουντό λόφο σε μολυβί βουνό, να βουλιά­ζει σε μουσκεμένα κοκκινοχώματα. Να μη μπορεί να βρει παρηγοριά πάνω στα μουλιασμένα, απρόσωπα, χωρίς παράδοση, σπίτια του νέου χωριού. Και θα του φανεί η πορεία προς την κυκλώπεια Ακρόπολη της Προσύμνας, μια λασπωμέ­νη ταλαιπωρία.

Κι’ ούτε νάναι το καλοκαίρι. Τότε που αχνίζουν ξερά κι’ αναμμένα τα χώ­ματα, τα σπίτια μια κοκκινόπηλη καυτή συνέχειά τους, φλογισμένες οι μάντρες, τα λιγοστά δεντράκια ανάπηρα να σου κρατήσουν ίσκιο. Κι’ ως να φθάσεις εκεί στο στόχο σου, στην Προσύμνα, να σου ρίχνουν από γύρω βέλη, φλογισμέ­νες τις ανάσες τους οι φρυγμένες ανηφοριές.

Πρόσυμνα – Ντιάνα Αντωνακάτου

Νάναι, σαν πας, μια πρώιμη άνοιξη για τούτο το προσκύνημα. Μάρτης. Ένα απομεσήμερο αστραφτερό. Και το χωριό, αλλιώτικο, να φέγγει μ’ ένα πρόσωπο δικό του, μέσα στην απουσία κάθε ρυθμού.  Να ξεχύνει μια ζεστασιά και νάναι σαν ανάγλυφο απλοϊκό γεωμετρικής εποχής, ψημένης γης το υλικό του. Η λιγοστή χλόη στη σκιά, πολύτιμο χαλάκι της κάθε πόρτας. Που και που μια ανθισμένη ροζ αγριαμυγδαλιά να στέκει απορεμένη, τρυφερό στολίδι πάνω στο σκληρό μέτωπο του χωριού: στην κοκκινόθωρη πλαγιά του. Και μες στο φως της λαμπρότατης μέρας, πάνω από όλα τούτα τα φτωχανθρώπινα, τα ντόπια κόπια, ν’ αρμενίζει από ψηλά εκείνη η ανεκπλήρωτη ελπίδα του από­δημου Προσυμνιώτη, να δώσει στο χωριό του το μόχθο του της ξενητιάς: ένα μεγάλο κτίριο – ατέλειωτο ύστερα από το θάνατο του ξενητεμένου – που κυριαρχεί. Σημάδι πως δούλεψε εκεί στην Αμερική, πως μόνο τούτο το κομματάκι της γης συλλογιόταν. Αρμενίζει μεγαλόστομη και συγκινημένη, άχαρη και πολύ­τιμη τούτη η άμοιρη και δραματική προσφορά μέσα στο γαλάζιο της ελληνικής άνοιξης.

Τούτο το κρυστάλλινο γαλάζιο, ένας φακός που ομορφαίνει το ασήμαντο και ξεχωρίζει το ταπεινό, που αναδείχνει σε μια πυρή αναλαμπή και τούτο το χωριό και μας κάνει να ξεχνάμε μια αθέλητη σύγκριση με τα Αιγιοπελαγίτικα, τα Πηλιορίτικα, τα Επτανησιώτικα, τα Ορεινά χωριά όχι της πρώτης ανάγκης.

Όσο προσεγγίζεις την Προσύμνα τόσο φαίνεται μακρινή, προσκολλημένη πάνω σε ψηλούς όγκους, αξεχώριστη. Το τοπίο γίνεται όλο και πιο δυνατό. Και ξαφνικά το νοιώθεις βιβλικό. Είναι ο καιρός του αλετριού. Φυτεύεται σε λίγο ο καπνός. Οι μικρές ανθρώπινες φιγούρες πίσω από το μουλάρι και το άροτρο, σκορπισ­μένες σ’ όλες τις πλαγιές, έχουν την ίδια κίνηση, όπως χιλιάδες χρόνια πίσω, καθώς ξανοίγουν βαθυκόκκινες χαραματιές στ’ ανηφορικά χωράφια.

Ο τόπος γύρω τους αιώνιος, όλο και μεγαλώνει, καθώς βραδιάζει, γεμάτος μυστήριο, και οι φιγούρες χάνονται, θαρρείς, μέσα στις εποχές, πάντα ίδιες στο αντάμωμά τους κατά το γυρισμό, που μοιάζει από μακριά χαιρετισμό μερμηγκιών όμοιο από χρόνο σε χρόνο μέσα στους αιώνες. Ο τόνος του ζεστός κοντά, σαν τον ήλιο της μέρας που υποσχόταν μιαν άλλη παρόμοια, δινόταν πάλι με την προσ­φώνηση προς τον ξένο διαβάτη, που αντάμωνε κιόλας με τη συγκινημένη μνήμη του το φανταστικό μέγαρο, ξεθεμελιωμένο αιώνες πριν. «Έρημος δ’ εστί κακείνη και η πλησίον Μιδέα… ταύτη δ’ όμορος Προσύμνα… ηρήμωσαν δε τας πλείστας οι Αργείοι απειθώσας»…

Πώς τόλμησε, αλήθεια, τούτη η μικρή πολιτεία να πάει ενάντια στο Άργος, έτσι που στέκει, πεντάμονη, χαμένη στα κορφοβούνια της, με το ποτάμι της μονάχα – τότε σίγουρα πλατύστομο -, να την υπερασπίζει – και συμμαχικές στη ράχη της οι Μυκήνες μόνον; Πώς τόλμησε;

Έρημη η Ακρόπολη. Συλημένοι οι τάφοι – πάνω από ογδόντα. Ίσα που ξέμεινε κανένας θαλαμωτός να θυμίζει πως κι’ εδώ είταν ευσεβείς. Κι’ εδώ πολεμούσαν, κι’ εδώ αγαπούσαν με το ίδιο πάθος τη ζωή και την ομορφιά. Με ξίφη εμπαιστικά, με πλούσια κοσμήματα χρυσά, και με αγγεία ζωγραφισμένα θαυμαστά θαλασσινά θέματα, με μικρές πήλινες θεότητες – γεμάτος ο τά­φος. Να θυμίζουν ακόμη πως σίγουρα οι γυναίκες θα κρατούσαν όπλα. Σαν τούτες τις σύγχρονες απόγονές τους – κι’ η μνήμη κάνει πήδημα τρανό – τις γειτόνισσες, που αν δεν είχαν να χειρισθούν κομψά όπλα, η καρδιά τους βρήκε τρόπο να υπερασπίσει τα πάτρια, τότε στ’ Αγιονοριού τη μάχη, χτυπών­τας τον εχθρό με λιθάρια. Κι’ η ιστορική μνήμη μας φέρνει κοντά.

Στις 28 Ι­ουλίου 1822 που ο στρατός του Δράμαλη φεύγοντας από τη Γλυκειά, από το Ναύπλιο, με προορισμό τη δίοδο του Αγιονοριού, κατάστρεψε όσα σπίτια πρόφ­τασε στο Μπερμπάτι (Προσύμνα). Για να βρει εκεί στ’ Αγιονόρι, όπου τον παραφύλαγε ο Νικηταράς, την ελληνική εκδίκηση. Ελληνικά βόλια δέχτηκαν οι Τούρκοι μα και πελώρια κοτρώνια σπρωγμένα από τις γυναίκες των Λιμνών, της Προσύμνας και των άλλων γειτονικών χωριών.

Η ματιά ακολουθάει στο βάθος βορεινά εκείνη τη φυγή του δρόμου που γλιστράει μέσα από τις πλαγιές τ’ Αγιονοριού. Πιο έντονη, όμως, η παρουσία του ερημικού «άλλοτε» μας γυρίζει πίσω.

Ωστόσο, η Ακρόπολη δεν ξεσκεπάζει κανένα από τα μυστικά της. Φτωχά αχνάρια από τα τείχη της, από τις κατοικίες της, από τους τάφους, σβήνουν λίγο λίγο. Η δύση εδώ είναι βιαστική, βαθαίνουν οι ίσκιοι γρήγορα. Όμως, σ’ αυτήν την περασμένη ώρα, εδώ μέσα στην σφραγισμένη σιωπή του λόφου, περισσότερο απ’ όλες τις επικοινωνίες με τις πολύτιμες, εύγλωττες προθήκες των Μουσείων, ο επισκέπτης μπορεί ν’ αφουγκραστεί τη βαθειά σιωπή που καλύπτει τις θαμμένες χιλιετηρίδες.

Ό,τι και να μας φανερώνεται στα ευρήματα από τα συμπληρώματα, τις αναπαραστάσεις, τις εικασίες, λείπει εκείνη η αλήθεια, η ψυχή των πραγμάτων. Εκεί στην Προσύμνα, εκείνη την ώρα της σιωπής, σεβαστική η μνήμη ακούμπησε για ένα ελάχιστο χρόνο, πάνω σ’ αυτήν την αλήθεια, που κλείνει ό,τι δεν είναι πράξη, ό,τι δεν είναι λόγος, αφή κι’ ακοή κι’ όραση, που φυλάει ό,τι είναι ανθρώπινος λυγμός ή γέλιο. Σ’ αυτό το βιβλικό τοπίο γύρω, στα τριγυρνά βουνά του τα «σκιόεντα» αντήχησε, για μια φανταστική στιγμή τέτοιο ζευγάρι, ο ήχος.

Ντιάνα Αντωνακάτου

Διατηρήθηκε η ορθογραφία και η σύνταξη της συγγραφέως.

 

Πηγή


  • Ντιάνα Αντωνακάτου, «Αργολίδα», Αθήνα, Δεκέμβριος 1967.

 

Διαβάστε ακόμη σε μορφή pdf:

 

  • Πρόσυμνα – Αρχαιολογική έρευνα. Αναζητώντας την Ιστορία των Ελλήνων – Μπέριτ Ουέλλς, Υποδιευθύντρια Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών, Περιοδικό Αρχαιολογία & Τέχνες, τεύχος 49: Αναζητώντας την Ιστορία των Ελλήνων

Read Full Post »

Πασχαλινά Αβγά (Λαογραφία)


 

 «…κατέεις παιδί μου γιάντα τα βάφουμε κόκκινα; Γιατί όντεν ανα­στήθηκε ο Χριστός, πρωί-πρωί ήτανε παόμενος ένας αβγουλάς στην πιάτσα μ’ ένα καλάθι αβγά και πούλιε. Από ‘κειδά πέρασε η Μαρία μια μαθήτρια του Χριστού και του λέει: ο Χριστός αναστήθηκε και δε χαίρεσαι; παρά κάθεσαι και πουλείς αβγά και δεν σε νοιάζει είντα γίνεται παρά όξω. Τοτεσάς τσή λέει ο αβγουλάς. Μόνο άνε γεννούνε κόκκινα ταβγά του καλαθιού θα πιστέψω πως αναστήθηκε. Και πραγματικώς δεν επρόλαβε να τελειώσει τη κουβέδα του και γινήκανε κατακόκκινα ταβγά. Άπου τούτονα βάφουνε οι άνθρωποι κόκκι­να αβγά τη Λαμπρή».

(Χειρόγραφο Λαογραφικής Ύλης του σπουδαστηρίου Λαογραφίας της  Φιλοσοφικής  Σχολής του Πανεπιστημίου  Αθηνών,  1738, σ. 171. Σφηνάρι Κισσάμου Χανίων, 1973, Γεωργακάκη Γεωργία)

 

Ανάσταση

 

Το αβγό βαμμένο «κόκκινο» αποτελεί το κύριο σύμβολο της Αναστάσεως του Χριστού και του Πάσχα. Για το λόγο αυτό είναι επιβεβλημένη η πάνδημος συμμετοχή  στη λειτουργία της Αναστάσεως, την οποία έπρεπε να ακούσουν ως και … «οι κλώσσες»: «… όλοι παν στ’ ν Ανάσταση. Κανένας δε γκάθιτι στου σπίτι. Ως κι τ’ ς άρρωστοι πάϊναν στ’ ν ικκλησιά. Σήκουναν κι τ’ ς κλουσσαριές (κλώσσες). Δεν τ’ ς άφηναν πάν'(ω) στ’ αβγά. Ν’ ακούσ’ ν τ’ ν Ανάσταση».

Στην Ήπειρο αιτιολογείται η ενέργεια ως έξης: «Τη νύχτα της Λαμπρής όποια νοικοκυρά έχει κότα στον «κλώσσο» (κλώσσισμα) πρέπει όταν χτυπήσουν οι καμπάνες να τη σηκώσει από    τ ’αβγά της ν’ ακούσει την Ανάσταση, γιατί το πρωί θα βρεθεί ψόφια». Ο συμβολικός συσχετισμός κλώσσας – αβγού με την Ανάσταση είναι έντονα ριζωμένος  στη συνείδηση του λαού, γεγονός το οποίο  εκφράζεται με ποικίλες ενέργειες και τρόπους  όπως οι ανωτέρω.

Το ερυθρό χρώμα, γνωστό ήδη από τους προχριστιανικούς χρόνους, ως ενισχυτικό της συμβολικής ανανεώσεως και ενδυναμώσεως της φύσεως, πρόσφορο και γι’ άλλες εθιμολατρευτικές τελετουργίες επεκτάθηκε και στα κόκκινα αβγά της Λαμπρής, ή αλλιώς πασχαλινά ή λαμπριάτικα. Ας σημειωθεί, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία πολλές φορές υιοθέτησε ειδωλολατρικές δεισιδαιμονίες, τις οποίες έντυσε, φόρτισε και σημασιοδότησε με χριστιανικές μυστικές ερμηνείες και δοξασίες.

 

Πασχαλινά Αβγά

 

Το γεγονός ότι δεν εννοείται Πάσχα «χωρίς κόκκινο αβγό», σύμβολο της Αναστάσεως του Χριστού είναι κοινός τόπος. Με το κόκκινο «ανοίγεται»το βουλωμένο με το αβγό της Τυρινής στόμα των πιστών με τον «χάσκα (μαγικό – μαντικό παίγνιο με βρασμένο αβγό ή ψημένο για την αποτροπή δαιμονικών όντων)», μετά την νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής κατά την Ανάσταση. «Αβγό πρέπει να είναι το πρώτο αρτύσιμο φαγητό», το όποιο τρώγεται πολλές φορές και πριν την «απολύση» της Εκκλησίας αφού το «τσουγκρίσουν», αμέσως μετά το «Χριστός Ανέστη».

Ενώ  στον Βαθύλακκο Κοζάνης «το πρώτο τσούγκρισμα των κόκκινων αβγών επιβάλλεται να γίνεται αμέσως μετά την Ανάσταση, η οποία θεωρείτο «ιερή στιγμή», εις τον Βελβενδό Κοζάνης τελευταίο όριο για την βρώση των αβγών, τα οποία βάφτηκαν την Μεγάλη Πέμπτη θεωρείται η εορτή της Ζωοδόχου Πηγής, «αλλιώς δεν είναι καλό» και πρέπει να βαφούν νέα την Πέμπτη της Διακαινησίμου.

Χριστός Ανέστη !

Βασικό χαρακτηριστικό της Αναστάσεως είναι το έθιμο του τσουγκρίσματος των αβγών, γνωστό ενδεχομένως από τους Βυζαντινούς Χρόνους (ιγ’ αι.), με την ευετηρική ανταγωνιστικότητά του (νικητής πανελληνίως θεωρείται αυτός του οποίου το αβγό δε θα σπάσει κατά το τσούγκρισμα, όπως π.χ.  στο χωριό Αγγίστη Σερρών «που λένε ότι τυχερός θα είναι αυτός που το αβγό του θα μείνει άσπαστο και ότι θα του πάει καλά η χρονιά») βοηθάει εμμέσως την φύση και τις συνθήκες του βίου για κοινή νίκη και συγχρόνως έχει μαντικό, χαιρετιστήριο, διθυραμβικό, πανηγυρικό και εορταστικό χαρακτήρα.

Πλην των ανωτέρων γνωστών ως προς το τσούγκρισμα δοξασιών υπάρχουν και ποικίλες άλλες  στις οποίες συμφύρονται λαϊκές πίστεις και χριστιανικοί συμβολισμοί.  Στην Φυλή (Χασιά): «μόλις χτύπαγε η καμπάνα, πηγαίνανε στην Εκκλησία μ’ ένα αβγό στην τσέπη, που το σπάνε στην πόρτα της Εκκλησίας με το Χριστός Ανέστη». Ανάλογο έθιμο υπάρχει και  στο Χιλιόδενδρο Καστοριάς: «την πρώτ’ μέρα το Πάσχα, άμα βγαίναμε άπ’ την πόρτα της εκκλησιάς σπάναμε μια γκογκαλνίτσα (αβγό) σταυρωτά στην πόρτα».

Παρατηρούμε ότι  στην ενέργεια αυτή υπάρχει μία επί πλέον προσπάθεια ενισχύσεως του ήδη φορτισμένου με ποικίλες δεισιδαιμονίες αβγού και με τη θεϊκή δύναμη και ευλογία μέσω της θύρας της εκκλησίας, η οποία ως χώρος θεωρείται ηγιασμένη, ώστε η θεϊκή αυτή δύναμη να μεταβιβαστεί και  στον άνθρωπο, ο οποίος θα το φάει. Ανάλογο έθιμο έχουμε και αλλού  στη Μακεδονία, όπου «μετά τη λειτουργία της Αναστάσεως και αφού ο παπάς διαβάσει όλα τα αβγά, θα βγούνε οι κάτοικοι και θα πάει ένας – ένας να σπάσει το αβγό του στο ξύλινο σήμαντρο, το οποίο είναι κρεμασμένο έξω από την Εκκλησία. Ύστερα πιάνεται χορός, κυρίως από γυναίκες που τραγουδούν».

Αξιοσημείωτη είναι και μία εξευμενιστική ενέργεια των κατοίκων του Αγίου Νικολάου Τριχωνίδας, οι οποίοι «του προυί του Πάσχα ταΐζουν και τη βρύση που τρέχει το καθαρό νερό με κόκκινο αβγό, τυρί φρέσκου και καλό ψωμί». Η ενέργεια της προσφοράς ποικίλων η μεμονωμένων τροφικών ειδών, συνήθως πρωτογενών (αβγό, βούτυρο, βασιλόπιττα κλπ.) η πανσπερμιών σε μεταφυσικώς προσωποποιημένες δυνάμεις, όπως είναι η βρύση, το πηγάδι, η πηγή κ.α. την Πρωτοχρονιά με την συνειρμική ευχή «όπως τρέχει το νερό, να τρέχει και το βιος» ή από τη νεόνυμφο προς τον δαίμονα της βρύσης κατά την πρώτη επίσκεψή της εκεί μετά τον γάμο είναι γνωστή και έχει γονιμικό και εξευμενιστικό χαρακτήρα.

Πιστεύω ότι σ’ αυτό αποσκοπεί και η προσφορά του αβγού, ειδικώς φορτισμένου και με τον Αναστάσιμο συμβολισμό, η οποία λειτουργεί και ως μαγικό – θρησκευτική κάλυψη και ψυχολογικό – κοινωνική καταξίωση για τους ίδιους τους κατοίκους. Το έθιμο με παραλλαγές, αλλά με τον ίδιο συμβολισμό του αβγού «ως θυσία για τους δαίμονες του νερού» είναι γνωστό και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

 

Ημέρα βαφής. Ενέργειες και δοξασίες.

 

Το βάψιμο των αβγών στην Μονή Παναγίας (Ν. Ψιλάκη, Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη).

Τα αβγά ανά το πανελλήνιο βάφονται συνήθως από τη μητέρα – οικοδέσποινα τη Μεγάλη Πέμπτη, αλλιώς  και «κόκκινη Πέμπτη», διότι πιστεύεται ότι «τότε τ‘ αβγά δεν χαλάνε». Σ’ ελάχιστες περιπτώσεις τα αβγά βάφουν οι νεόνυμφες γυναίκες «για το καλό τους». Κατά τόπους υπάρχουν ποικίλες δοξασίες και ως προς την ώρα κατά την οποίαν βάφονται τα αβγά τη Μεγάλη Πέμπτη.

Ο πλέον κατάλληλος χρόνος για τη βαφή θεωρείται αυτός ο οποίος μεσολαβεί προ της ανατολής του ηλίου έως «το χτύπημα της πρώτης καμπάνας για τον όρθρο της πρωινής λειτουργίας». Επί πλέον  στο Πισοδέριο Φλωρίνης, το Βογατσικό Καστοριάς και αλλού, κυρίως  στην Βόρειο Ελλάδα: «τη Μεγάλη Πέμπτη το πρωί πριν ανατείλει ο ήλιος και πριν από τον όρθρο απλώναμε μία κόκκινη βελέντζα ή ύφασμα, κατόπιν ανάβαμε τη φωτιά στο τζάκι και βάφαμε τα αβγά κόκκινα».

Εφ’ όσον σύμφωνα με τις αιτιολογικές παραδόσεις «το κόκκινο χρώμα» συμβολίζει το αίμα του Χριστού, προφανώς τη σημασία αυτή έχει και η συνήθεια της αναρτήσεως ερυθρών υφασμάτων από τα παράθυρα, τους εξώστες, την εξώθυρα κλπ. Σύμφωνα και προς τη μαρτυρία από το Δοξάτο Δράμας: «τη Μεγάλη Πέμπτη, μόλις ξυπνήσει η οικοδέσποινα βάζει στην κεντρική πόρτα του σπιτιού της απ’ έξω ένα κόκκινο ύφασμα για να δείξει ότι όλη η ημέρα είναι κόκκινα βαμμένη από το αίμα του Κυρίου πάνω στο Σταυρό».

Στη Νιγρίτα Σερρών τα αβγά βάφονται μετά την πρωϊνή λειτουργία και βεβαίως με ιεροπρεπή τελετουργικό τρόπο.  Στη Θεόπετρα Καλαμπάκας: «τα πασχαλινά αβγά τα βάφουν το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης. Όμως βάφουν τη Μεγάλη Τετάρτη τρία μόνο αβγά — είναι η Αγία Τριάδα — από τα οποία το ένα το χαρίζουν στην Παναγιά». Η συνήθεια βαφής συμβολικού αριθμού αβγών και τη Μεγάλη Τετάρτη μαρτυρείται και  στην Αμυγδαλή Αγυιάς Λαρίσης, όπου «απ’ τη Μεγάλη Τετάρτη το βράδυ εβάφαμε πέντε αβγά. Τα βαστάμι για το Χριστό γιατί με 5 καρφιά σταυρώθηκε».

Γενικώς τα αβγά κατά τη Μεγάλη Πέμπτη συνηθίζεται να βάφονται προ της ενάρξεως της ακολουθίας, διότι αλλιώς πιστεύεται ότι άμα χτυπούσαν οι καμπάνες κι ήταν άβαφα θα έσπαζαν». Σε άλλες περιοχές «από τη στιγμή όμως που ‘θελε να σταματήσει η καμπάνα να χτυπάει, δηλαδή από το μεσημέρι της Μεγάλης Πέμπτης μέχρι το Μέγα Σάββατο το χάραμα δεν πιάνανε αβγά γιατί κλουβιαίνανε. Γι’ αυτό πολλοί τα βάφανε το Μέγα Σάββατο το πρωί». Για το λόγο αυτό  στην Κοντογενάδα Πάλλης: «τα αβγά τα βάφουνε το Μεγάλο Σάββατο και όχι τη Μεγάλη Πέμπτη».

Σε πολλούς τόπους τα αβγά «τα οποία γεννήθηκαν τη Μεγάλη Πέμπτη, όταν τα βάφουν τα ξεχωρίζουν γιατί έχουν ξεχωριστές ιδιότητες και τα χρησιμοποιούν σε πολλές περιστάσεις».  Στον Αλμυρό Μαγνησίας «το αβγό της Μεγάλης Πέμπτης αν γεννηθεί από μαύρη κότα βάφεται χωριστά και φυλάγεται  στο εικόνισμα και χρησιμοποιείται για το «ξεμάτιασμα» των παιδιών». Στις Λιθίνες Σητείας πιστεύεται ότι «τα αβγά της Μεγάλης Πέμπτης όσο και να μείνουν υπάρχει πίστη ότι δεν χαλάνε. Λένε μάλιστα ότι εάν μείνουν πέντε χρόνια γίνονται φλουριά».

Η βαφή των αβγών γίνεται με μεγάλη φροντίδα και τελετουργικό τρόπο. Χρώμα των αβγών, όπως ήδη σημειώθηκε, είναι το κόκκινο, χωρίς βεβαίως να αποκλείονται και τα άλλα χρώματα, όπως κίτρινα (σημαίνει την πίκρα για την Σταύρωση του Χριστού), μπλε κ.α. Ιδιαίτερη σημασία δίδεται και  στη διακόσμηση των αβγών «πολλές φορές τ’ αβγά τα στολίζουν με ζωγραφιές και «ξόμπλια» (δηλαδή στολίδια) διάφορα, που εικονίζουν λουλούδια ή πουλιά. Αυτά τ’ αβγά τα λένε ξομπλωτά, κεντημένα ή πέρδικες».

Μάλιστα τα κορίτσια βάζουν στ’ αβγά και φτερά από χρωματιστό χαρτί καθώς και ουρά από ζυμάρι και τα κάνουν και μοιάζουν σαν πουλάκια έτοιμα να πετάξουν. Αλλού γράφουν σεβαστικές επίκαιρες ευχές και τη φράση «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»!, ή τα αρχικά Χ-Α, εφ’ όσον γνώριζαν «γράμματα». Ας σημειωθεί ότι η κάθε ενέργεια, η οποία σχετίζεται με την βαφή των αβγών σηματοδοτείται από σεβασμό για τα ήδη φορτισμένα με άφθονες μυστικές ιδιότητες και θεοτικές δυνάμεις βαμμένα αβγά.

Οι μυστικές ιδιότητες και οι θείες δυνάμεις του αβγού ενισχύονται ακόμη από την τοποθέτησή τους κατά την Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ  στα πόδια του Εσταυρωμένου κατά την ανάγνωση των Ευαγγελίων. Παραθέτω μία εθιμοτυπική τελετουργία βαφής αβγών από τα Μέγαρα όπου φαίνεται σαφώς όλος ο σεβασμός και οι σχετικές προς αυτά δοξασίες: «τη Μεγάλη Πέμπτη οι γυναίκες βάφουνε κόκκινα αβγά και μετά τα αλείφουνε με λάδι για να γυαλίζουν και να ‘ναι όμορφα. Όλα τα φτιάχνουν όμορφα και ας υπήρχε φτώχια.

Είναι πολύ νοικοκυρές και καθαρές. Ένα αβγό, συνήθως το πρώτο, που θα βαφτεί το βάζουν στα εικονίσματα κι’ εκεί μένει μέχρι το επόμενο Πάσχα που θα αντικατασταθεί. Στη συνέχεια τα βαμμένα αβγά οι Μεγαρίτισσες τα βάζουν σε μια πιατέλα την οποία τοποθετούν πάνω στο τραπέζι του «ανωγιού». Την πιατέλα με τα αβγά τη σκεπάζουν με μια λευκή καθαρή και καλοσιδερωμένη πετσέτα, γιατί είναι αμαρτία να τα βρει η Μεγάλη Παρασκευή που είναι η πιο λυπημένη μέρα».

Την ίδια λογική ενέχει και η ενέργεια των γυναικών  στη Νιγρίτα Σερρών οι οποίες «πριν από την Αποκαθήλωση μαζεύουν τα κόκκινα υφάσματα που ήταν απλωμένα στα μπαλκόνια από τη Μεγάλη Πέμπτη μετά τη βαφή των αβγών». Η Μεγάλη Παρασκευή ως η κατ’ εξοχήν πένθιμη ημέρα του έτους, συνήθως παρουσιάζεται προσωποποιημένη και ως εκ τούτου δεν πρέπει να προκαλείται, ως πενθούσα (οι πενθούντες δεν βάφουν αβγά) με το ερυθρό χρώμα των αβγών (και αυτών των ερυθρών υφασμάτων) τα οποία ήδη προοιωνίζουν το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως.

Ανάλογη είναι και η δοξασία από την Ήπειρο: «όπου τη Μεγάλη Παρασκευή κρύβουν (να μη φαίνεται) και το κόκκινο ακόμη αβγό που έχουν βάλει στο εικόνισμα τη Μεγάλη Πέμπτη». Παρεμφερείς είναι και οι ενέργειες  στα Κύθηρα, όπου «τη Μεγάλη Παρασκευή δεν τυροκομούσαν, δεν πιάνανε τυρί, ούτε αβγά από τη φωλιά, διότι ότι πιάνανε εκείνη την ημέρα βρώμιζε, γι’ αυτό τα κάνανε από τη Μεγάλη Πέμπτη».

Πλην της Μεγάλης Πέμπτης η οποία εθεωρείτο η κατ’ εξοχήν ημέρα για την βαφή αβγών σύμφωνα προς τις πανελλήνιες αντιλήψεις, αβγά έβαφαν σπανιότερα το Μέγα Σάββατο, την Κυριακή του Θωμά, του αγίου Γεωργίου, της Αναλήψεως έως και την Πεντηκοστή. Το έθιμο της βαφής αβγών καθ’ όλη την διάρκεια του πεντηκονταημέρου μετά το Πάσχα και της υποχρεωτικής προσφοράς για «τσούγκρισμα» μεταξύ των συγγενών και των φίλων επιχωριάζει σ’ όλους σχεδόν τους ελληνικούς τόπους.

 

Πασχαλινά Αβγά

 

Αβγά έβαφαν και κάθε Πέμπτη των έξι εβδομάδων μετά το Πάσχα, τα οποία ονομάζονται «εξάπεφτα». Η ενέργεια επεξηγείται ως εξής: «επειδή η βαφή των αβγών θεωρείται ιερή τελετουργία … εμείς είχαμε συνήθεια όλες τις Πέμπτες μετά το Πάσχα, σύνολο 6, που βάφαμε αβγά μέχρι της Αναλήψεως να μην πηγαίνουμε στη δουλειά γιατί ήταν αργία». Δηλαδή η ημέρα της βαφής των αβγών, λόγω της ιερότητάς της, επιτάσσει αργία. Η Πέμπτη της Διακαινησίμου λέγεται και «αγιοπέφτη» όπως και όλες οι Πέμπτες του Απρίλη και τ’ αβγά «αγιοπεφτιάτικα».

Στη Θράκη υπήρχε η δοξασία, ότι «εάν έβαφαν τις εφτά Πέμπτες, συμπεριλαμβανομένης και της κόκκινης Πέμπτης (Μεγάλης) από έξι αβγά, ήταν καλό για να ζει το στεφάνι (οι σύζυγοι) και τα παιδιά». Σχετική είναι και η αντίληψη από την Σαλαμίνα: «Το πρώτο κόκκινο αβγό το βάζουν στη στεφανοθήκη. Το λένε αβγό του Χριστού, όπου το αφήνουν ένα χρόνο. Είναι καλό για το αντρόγυνο». Αβγά βάφονται επίσης την Πρωτομαγιά, εφ’ όσον αυτή συνέπιπτε εντός της πασχαλινής περιόδου, η οποία όπως δηλώνει και το όνομά της είναι κατ’ εξοχήν μαγική και μαντική ημέρα.  Στην Φυλή «Όταν η Πρωτομαγιά πέφτει στην περίοδο του Πάσχα οι κοπέλες πρωί – πρωί θα βάψουν αβγά και θα βγούνε στον ήλιο να δούνε την «ισκιά» (μαντική ενέργεια)».

Τα τσόφλια των πασχαλινών αβγών χρησιμοποιούνται και ως σημειολογικά της Αναστάσεως του Χριστού, έτσι «το Πάσχα με τα τσόφλια από τα κόκκινα αβγά έφτιαχναν έξω από την πόρτα ένα σταυρό που σήμαινε το «Χριστός Ανέστη».  Στην Ήπειρο πάλι όταν γυρίζουν από την Ανάσταση, ξημερώνοντας γεμίζουν μισό τσόφλι από κόκκινο αβγό με κοπριά αγελάδας (ευφορικό σύμβολο) και το κολλούν πάνω στο πράκι της θύρας τους.

 

Εξορκιστικές ενέργειες

 

«Τα τσόφλια των πασχαλινών αβγών τα φυλάνε και τα ρίχνουν μαζί με ροδοπέταλα και άλλα λουλούδια έξω από την είσοδο του σπιτιού τα χαράματα της Πρωτομαγιάς για το καλό του χρόνου»(διαβατήριος – μεταβατική ώρα). Για το καλό του χρόνου και την απαλλαγή από τους ψύλλους γίνεται  στο Στασίο και η εξής εξορκιστική ενέργεια την Κυριακή της Τυρινής (μεταβατική ώρα από τον χειμώνα  στην άνοιξη): «στο τέλος του φαγητού μαζεύουν τα υπολείμματα και τις αβγόφλουδες» και μια κοπέλα τρέχει σε ένα γειτονικό σπίτι και τα πετά στην αυλή φωνάζοντας Κυρα… τους ψύλλους εγώ τους ξεχειμώνιασα, εσύ να τους ξεκαλοκαιριάσεις».

Ως γνωστόν τα ποικίλα ζωύφια, ψύλλοι, κοριοί κ.α. κάνουν την εμφάνισή τους κατά την άνοιξη για αυτό γίνεται προσπάθεια να εξορκισθούν με πολλούς τρόπους και μαγικές ενέργειες όπως π.χ. με τα τσόφλια των αβγών της Τυρινής, τα οποία ενέχουν μεταξύ των άλλων αποτρεπτική δύναμη, η οποία ενισχύεται και με τη χρησιμοποιημένη επωδή.

 

Δοξασίες ποιμένων

 

Ενώ όμως ο περισσότερος κόσμος βάφει τα αβγά τη Μεγάλη Πέμπτη ή το Μέγα Σάββατο, οι ποιμενικοί πληθυσμοί «ή δε βάφουν ή δεν τσουγκρίζουν αβγά τη Λαμπρή γιατί δεν έκανε να πιάσουν κόκκινα αβγά, γιατί τα ζώα παθαίνουν «αβγουλήθρα», ασθένεια των προβάτων. Τα αβγά οι ποιμένες τα βάφουν συνήθως την Δευτέρα του Πάσχα». Πρόκειται για πανελλήνιο ομοιοπαθητική πίστη με κατά τόπους παραλλαγές όπως θα φανεί από τα παρατιθέμενα ενδεικτικά παραδείγματα:

 «Μετά την Ανάσταση τσουγκρίζουν μεν, αλλά δεν τα τρώνε τα αβγά, για να μη βγάλουν αβγουλήθρες τα πρόβατα».

«Ανήμερα το Πάσχα οι τσοπάνηδες δεν τρώνε κόκκινα αβγά για να μη βγάλουν αβγουλήθρα τα πρόβατα. Την ίδια μέρα δεν τρώνε και γάλα για να μη τους φτύσει η μύγα».

«Ανήμερα το Πάσχα οι τσοπάνηδες δεν πιάνουν αβγά για να μη πάθουν τα ζώα κακό (γενικώς), να πάθουν αβγουλήθρες, να βγάλουν σπυριά στα μαστάρια τους».

«Την Ανάσταση απαγορεύεται ο τσοπάνος να πιάσει αβγά είτε κόκκινα είτε άσπρα, αν δεν έχει προηγουμένως αρμέξει. Σε περίπτωση που ξεχάσει και πιάσει αβγά πρέπει να πιάσει τη γάτα (εξορκιστικό του κακού) και μετά να πάει να αρμέξει»κ.α.

Η απαγόρευση σε πολλά μέρη επεκτείνεται και  «στις τυρόπιττες», διότι εμπεριέχουν και αβγά.

Η βρώση ή και το τσούγκρισμα των αβγών ανήμερα το Πάσχα απαγο­ρεύεται και προληπτικώς βάσει της αναλογικής σκέψεως και αφορά  στην υγεία των ανθρώπων σύμφωνα με τη μαρτυρία από το Χιλιόδενδρο του νομού Καστοριάς: «…μα δε το σπάναμε ουδέ τρώγαμε κόκκινα αβγά την πρώτ’ μέ­ρα να μη μας μελανιάζουν τα χείλια». Ακόμη «το αβγό της Πασχαλιάς δεν κάνει να μοιρασθεί γιατί τα γίδια παθαίνουν αβγουλίτιδα».

Σε πολλά μέρη πιστεύεται ότι «κι’ οι γυναίκις δεν έκανι να φαν για να μην τ’ς βρίσκ’ν τα «ρούχα» τ’ς μέρις του Πάσχα».

 

Πένθος

                    

Όσοι έχουν πένθος, αναλόγως με τα κατά τόπους έθιμα ή δε βάφουν καθόλου αβγά ή βάφουν υποχρεωτικώς ένα μόνο αβγό, όπως στα Καλύβια «δια το καλόν». Διότι όπως πιστεύεται γενικώς  στην Αττική «άμα δεν βάψεις τον πρώτο χρόνο, μετά απαγορεύεται να βάψεις επί τρία συνεχόμενα χρόνια». Αντίστοιχη είναι η συνήθεια από την Κυπαρισσία: «Το Πάσχα δεν βάφουνε αβγά, όμως μπορεί να δώσουν στην γειτόνισσα να τους βάψει λί­γα κόκκινα, για το καλό, γιατί αν δε βάψουν καθόλου πρέπει να περάσουν τρία χρόνια για να ξαναβάψουν». Σε άλλες πάλι περιοχές, όπως  στην Κά­τω Λαψίστα Ιωαννίνων «τα έβαφαν μαύρα ή δεν έβαφαν καθόλου», όπως συμβαίνει  στη Θράκη και σχεδόν σ’ όλο τον ελληνικό πολιτισμικό χώρο.  Στο Αχλάδι Ευβοίας πάλι: «οι πενθούντες δε βάφουν τ’  αβγά κόκκινα, χρώμα της χαράς, αλλά μπλε, καφέ ή «μπλιτζιονίσια» (μώβ)… Έμ τε πρώτη χρουνιά κι να βάφτει κόκκινα αβγά! …δε γκάνει!».

 

Αιτιολογία του ερυθρού χρώματος

                                                                                                              

Ερμηνευτική του ερυθρού χρώματος των αβγών του Πάσχα είναι και η αιτιολογική παράδοση της Αττικής γνωστή με ποικίλες ανά το πανελλήνιο παραλλαγές: «μια γυναίκα εβραία, ή ό,τι άλλο, είχε άσπρα αβγά στην ποδιά της. Της είπανε το λοιπόν ότι ανεστήθη ο Χριστός κι’ εκείνη είπε: «αν κοκκινίσουν τα άσπρα αβγά, τότε θα έχει αναστηθεί ο Χριστός». Και τότε εκείνα κοκκίνισαν!».

Ενδιαφέρουσα είναι η παραλλαγή από τον Κάμπο Βοιών Λακωνίας για το ερυθρό χρώμα των αβγών: «Τη Μεγάλη Πέμπτη βάφουν τα αβγά κόκκι­να, γιατί λένε ότι η Παναγία μετά τη Σταύρωση του Χριστού έβαψε κόκκι­να αβγά και τα μοίρασε, γιατί ήταν Πάσχα, χωρίς να την εμποδίσει ο πόνος για τον γιό της».  Στο Αχλάδι Ευβοίας «τα αβγά τα βάφουν κόκκινα διότι θεωρείται ότι είναι το αίμα του Χριστού που χύθηκε».

Πλην των αιτιολογικών δημωδών παραδόσεων ως προς το χρώμα των αβγών, υπάρχουν και οι επιστημονικές ερμηνείες των: Νικολάου Πολίτου, Α. Κεραμοπούλλου, Φαίδωνος Κουκουλέ, Στίλπωνος Κυριακίδου, Γεωργίου Μέγα, Γεωργίου Σπυριδάκη, Δημ. Λουκάτου, Στεφ. Ημέλλου κ.ά., των οποί­ων τις θεωρίες καταγράφει ενδεικτικώς ο Ανδρέας Ρουσουνίδης.

 

Βαφή

 

Άφθονες είναι και οι δεισιδαίμονες δοξασίες, οι οποίες σχετίζονται με τη βαφή των αβγών, τη χρήση και φύλαξή της, το αγγείο  στο οποίο τοποθετείται, τη σύσταση της βαφής (συνήθως από φυτικές ύλες). Το δοχείο  στο οποίο βάφονται τα αβγά πρέπει να είναι καινούργιο(η χρήση του αμεταχείριστου είναι γνωστή και από άλλες ενέργειες).

Η βαφή σε πολλές περιοχές της Ελλάδας φυλάσσεται «τεσσαράκοντα ημέρες και εν συνεχεία τη «σκορπίζουν» ή τη χύνουν στη θάλασσα της Α­ναλήψεως την ώρα πού χτυπάνε οι καμπάνες για εσπερινό».

Στη Μύρινα της Λήμνου τη Μεγάλη Πέμπτη «τοποθετούν λίγο χρώμα (βαφή) από το κόκκινο των αβγών στο καντήλι για το καλό. Αυτό το κρατούν 40 ήμε­ρες».  Στην Κατοχή Βόνιτσας υπάρχει η εξής δοξασία ως προς τη χρονική διάρκεια της διατηρήσεως της βαφής: «η γυναίκα αν δεν βάψ’ αβγά τ’ μηγάλ’ Πέμπτ’ τα βάφτ’ του μέγα Σάββα(το). Άμα τα βάψ’ τ’ μηγάλ’ Πέμπτ’ πρέπ’ να κρατήσ’ τ’ βαφή σαράντα μέρις κι ύστηρα να ντή χύσ’. Άμα όμους τα βάψ’ του μέγα Σάββα μπουρεί να ‘νη χύσ’ αμέσους. Δεν κάν’ νά χύσ’ τ’ βαφή τσ’ μεγάλ’ ς Πέμπτ’ ς γιατί τότι χύθκη τού αίμα τ’ Χριστού» (ομοιοπα­θητικός παραλληλισμός).

Οι βαφές (μπογιές) των αβγών παλαιότερα ήταν φυτικές και «τις έφτιαναν οι νοικοκυρές μόνες τους», όπως  στην Αττική.  Στο Βογατσικό Καστοριάς «θεωρείται μεγάλη αμαρτία η χρήση έτοιμης μπογιάς». Επίσης έντονη ήταν και η πρόληψη: «άμα τα αβγά δεν παίρνανε χρώμα λένε το ‘χει η κότα. Η επιτυχία της βαφής πιστεύεται ότι εξαρτάται από το ίδιο το αβγό. Για την αποτυχία του χρώματος ενοχοποιείται και η όρνις.

Η αποτυχία του χρώματος πιστεύεται επίσης ότι είναι δυσοίωνο σημείο για την οικογένεια: «…δίνουμε σημασία στο χρώμα πού θα πάρουνε τα αβγά. Αν το κόκκινο είναι χτυπητό, ετούτο σημαίνει καλό για την φαμελιά, αν είναι μουντό, ετούτο είναι κακό ή κάποιος θα πεθάνει». Όμως υπάρχει και η αντίθετη δοξασία: ότι το αποτυχημένο κατά τη βαφή «ασπριδερό» αβγό ο «τζιουμπάνος», όπως αποκαλείται  στα χωριά της Καλαμπάκας, είναι φυλακτικό της υγείας: «Τη Μιγάλι Πέμπτη βάφιν’ τάβγά προυΐ – προυΐ κόκκινα. Του προύτου (πρώτο) πού βάζ’ ν μέσα (στη μπογιά) δε βάφει (βάφεται) καλά λεν (λένε). Βγαίνει άσπρου κι λέν’: α αυτό είνι ου τζουμπάνους, γι’ αυτό είνι άσπρου. Τόβγαν (το έθεταν) κουντά (δίπλα) αυτό τ’ άσπρου κι σταύρωναν όλη τ’ ν οικουγένεια να ‘ν γιρός. Μιτά τόβαζαν στου καντήλ’ (εικονοστάσι) κι του κρατάν’ όλη τ’ χρουνιά, όπως τ’ αντίδουρου».

 

«Μεγαλοπεφτιάτικα» αβγά

 

Ιδιαίτερα φορτισμένο με δοξασίες, θεωρείται πανελληνίως «το πρώτο αβγό», το οποίο γεννήθηκε και βάφτηκε την Μεγάλη Πέμπτη και πολύ περισσότερο εφ’ όσον προέρχεται από «μαύρη κότα». Στον Αλμυρό Μαγνησίας το αβγό της Μεγάλης Πέμπτης αν γεννηθεί από μαύρη κότα βάφεται χωριστά και φυλάγεται  στο εικόνισμα και χρησι­μοποιείται για το «ξεμάτιασμα των παιδιών».  Στις Λιθίνες Σητείας πιστεύεται ότι «τα αβγά της Μεγάλης Πέμπτης όσο και να μείνουν υπάρχει πίστη ότι δε χαλάνε. Λένε μάλιστα ότι εάν μείνουν χρόνια γίνονται φλουριά». Σε πολλούς τόπους γενικώς τ’ αβγά «τα οποία γεννήθηκαν τη Μεγάλη Πέμπτη, όταν τα βάφουν τα ξεχωρίζουν γιατί έχουν ξεχωριστές ιδιότητες και τα χρησιμοποιούν σε πολλές περιπτώσεις».

Τα «μεγαλοπεφτιάτικα» αβγά, όπως ονομάζονται κοινώς, χρησιμοποι­ούνται σε ποικίλες τελετές, δεισιδαίμονες ενέργειες, συμβολικές πράξεις, λατρευτικές συνήθειες κ.ά. Ολόκληρα τα «μεγαλοπεφτιάτικα» αβγά ή μόνο τα «τσόφλια» χρησιμοποιούνται ως φίλτρα και «μισητικά» σε ποικίλους καταδέσμους, αποτρεπτικά των δαιμονικών δυνάμεων, προληπτικά βλαπτικών ενεργειών, αλεξητήριος δύναμη ασθενειών (πανώλης).

Στους αγροτικούς πληθυσμούς, όπως και της Αττικής, η χρήση του «μεγαλοπεφτιάτικου» αβγού γίνεται για την ευόδωση της καλλιέργειας φυτών και δένδρων. Γνωστή γενικώς είναι και η αντιβασκάνιος χρήση των αβγών για την προστασία των φυτών τόσο  στην Αττική (Κουβαράς, Καλύβια κ.ά.), όσο και αλλού: «Στις γλάστρες πού έχουν ωραία άνθη συνηθίζουν να βάζουν ένα σκόρδο και ένα αβγό φυσικά άδειο (το κέλυφος) για να μη τα πιάσει το κακό μάτι και μαραθούν».

Πολλές φορές δε και προληπτικώς σε ποι­κίλες ενέργειες, οι οποίες αφορούν  στην προστασία των αγρών και την αποτροπή θεομηνιών, όπως το χαλάζι του Αγίου Παντελεήμονος, οριακή και επικίνδυνη για θεομηνίες καλοκαιρινή ώρα, «χώνανε τ’ αβγά που γεν­νούσαν οι κότες τη Μεγάλη Πέμπτη στο αμπέλι, για να φυλάξουνε από το χαλάζι». Οριακή για τη χαλαζόπτωση θεωρείται  στο νομό Πέλλας και η εορτή του Αγίου Γεωργίου.

Για το λόγο αυτό προληπτικώς «παίρνουν ένα κόκκινο αβγό και το πηγαίνουν και το χώνουν στα χωράφια. Σε περίπτω­ση δε που πιάνει χαλάζι το καλοκαίρι βγάζουν έξω με την πυροστιά ένα κόκ­κινο αβγό που το φυλάσσουν στο εικόνισμα από τη Μεγάλη Πέμπτη, και το χαλάζι σταματάει». Η πυροστιά  στη λαϊκή αντίληψη, συνδεόμενη με την εστία διαθέτει και αυτή αποτρεπτική δύναμη, η οποία ενισχύεται και με άλλα σύμβολα, όπως  στην προκειμένη περίπτωση με τη δύναμη του αβγού, οπότε η ενέργεια για την ανατροπή του χαλαζιού πιστεύεται ότι θα είναι πλέον αποτελεσματική.

 

Μαρία Μηλίγκου – Μαρκαντώνη

 

Πηγή      


  • « Λαογραφικά του «αβγού» και της «αβγοκουλούρας» και κυρίως εις τον Νομόν Αττικής, Μαρία Μηλίγκου – Μαρκαντώνη, Ανατύπωσις εκ του Ν΄, 1999-2000, τόμου της Επετηρίδος της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, Εν Αθήναις, 2006.

Read Full Post »

Ζαφειρόπουλος Απ. Ζαφείριος (†1851)


 

Διακεκριμένος πρωτοψάλτης και μουσικοδιδάσκαλος του 19ου αιώνα, γνωστός και ως «Ζαφείριος ο Σμυρναίος». Γιος του Αποστόλη Ζαφειρόπουλου.* Μαθήτευσε στον Γεώργιο τον Κρήτα και κατόπιν στους «Τρεις διδασκάλους» της «Νέας Μεθόδου», παίρνοντας δίπλωμα μουσικού από την πατριαρχική Μουσική Σχολή Κωνσταντινουπόλεως. Δίδαξε στο Αϊβαλί της Σμύρνης και το 1826 κατέφυγε με άλλους Μικρασιάτες στην Αίγινα, όπως πολλοί τότε άφησαν τα τουρκοκρατούμενα μέρη για να εγκατασταθούν στην ελεύθερη Ελλάδα.  

Το καμπαναριό του Αγιώργη Ναυπλίου.

Εκεί διετέλεσε μουσικοδιδάσκαλος των παιδιών του Ορφανοτροφείου που συνέστησε ο Καποδίστριας, διδάσκοντας παράλληλα με τον Αθανάσιο Αβραμιάδη. Τους πρώτους μήνες του 1828, διορίστηκε πρώτος μουσικοδιδάσκαλος του Σχολείου Εκκλησιαστικής Μουσικής στην Αίγινα, ο περίφημος Γεώργιος ο Λέσβιος, εισηγητής του ομώνυμου νέου συστήματος γραφής της βυζαντινής μουσικής.      

Μετά το θάνατο του κυβερνήτη (1831) και το κλείσιμο του ορφανοτροφείου, ο Ζαφειρόπουλος  έρχεται στο Ναύπλιο (1832-1837). Εδώ τον συναντάμε πρωτοψάλτη «εις την πρωτεύουσαν των εν Ναυπλίω εκκλησιών» δηλαδή τον μητροπολιτικό Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου.   

Τρία χρόνια μετά την μετακίνηση του Όθωνα στην Αθήνα, τη νέα πρωτεύουσα του Κράτους (1834), ο Ζαφειρόπουλος διορίζεται καθηγητής της βυζαντινής μουσικής, στο «Σχολείο Ψαλτικής» που ιδρύθηκε από τον Όθωνα το 1837 και το Μάρτιο του ίδιου χρόνου εγκαταλείπει το Ναύπλιο και μεταφέρεται με την πολυμελή οικογένειά του στην Αθήνα. Εκεί έχει ευρεία διδακτική, συγγραφική και πρακτική μουσική δραστηριότητα. Δίδασκε στο Διδασκαλείο, όπου πρωτοστάτησε στην καθιέρωση του μαθήματος της εκκλησιαστικής μουσικής ως υποχρεωτικού, στη Ριζάρειο και στο Σχολείο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Ήταν δεξιός ψάλτης στον καθεδρικό ναό της Αγίας Ειρήνης, της οδού Αιόλου, όπου συνέστησε πολυμελή μουσικό χορό.  

Υπήρξε σφοδρός πολέμιος του νέου συστήματος διδασκαλίας της βυζαντινής μουσικής του παλαιού συμμαθητή του, Γεωργίου Λέσβιου, μάλιστα εξέδωσε  και μια διατριβή εναντίον του Λεσβιακού συστήματος** με τίτλο, «Ο Γεώργιος Λέσβιος και το Λέσβιον αυτού σύστημα», Αθήνα, 1842.

Ο ίδιος παρουσίασε αξιόλογο μουσικό συγγραφικό έργο. Στα έργα του ανήκουν το  «Άξιον εστίν» (σε Ήχο Πλάγιο Α’ και Πλάγιο Β’), ένα πολυέλεο (Ήχος εναρμόνιος), χερουβικά, κοινωνικά και η δοξολογία της εθνικής τελετής (δηλαδή ο Κ’ ψαλμός «Κύριε εν τη δυνάμει σου») και εξέδωσε  ακόμη το Αναστασιματάριο του Πέτρου Πελοποννήσιου. Στους μαθητές του και ο Αδαμάντιος Ιωαννίδης***. Πέθανε στην Αθήνα το 1851.

 

Υποσημειώσεις


 

* Αποστόλης Ζαφειρόπουλος. Διακεκριμένος Πελοποννήσιος μουσικοδιδάσκαλος και ιεροψάλτης του 18ου αι. Για 30 χρόνια διετέλεσε πρωτοψάλτης Αγίου Γεωργίου Σμύρνης (1782-1812).

** Κατά του Λεσβιακού συστήματος εκτός του Ζαφειρίου  Ζαφειρόπουλου, τάχτηκαν  και οι εν Κωνσταντινουπόλει  Κωνσταντίνος Βυζάντιος  Πρωτοψάλτης της Μ. Εκκλησίας και Θεόδωρος Φωκαεύς, στο ότι ο Γεώργιος Λέσβιος μετάλλαξε της μουσικής τα σημεία και αύξησε τον αριθμόν των ήχων. Υπάρχουν οι πιστεύοντες ότι αυτοί οι τρεις μουσικοί έπραξαν αυτό, διότι είχαν εκδώσει πολλά μουσικά βιβλία και εξακολουθούσαν να εκδίδουν και να εμπορεύονται μονοπωλιακά αυτά, για πάνω από είκοσι και πλέον χρόνια και μάλιστα ο Θεόδωρος ο Φωκαεύς. Το 1846, οι ίδιοι μουσικοί έπεισαν τον Πατριάρχη Άνθιμο ΣΤ’ να εκδώσει πατριαρχική Εγκύκλιο (υπογεγραμμένη και από 12 επισκόπους) κατά του Λέσβιου συστήματος. Ο Λέσβιος δημοσίευσε στην Αθήνα το 1848 ανασκευή της κατά των μουσικών βιβλίων του συστήματος αυτού εκδοθείσης πατριαρχικής εγκυκλίου. (Γεώργιος Παπαδόπουλος, Ιστορική επισκόπησις της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής από των αποστολικών χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς (1-1900 μ.Χ), Εκδόσεις «Τέρτιος», Κατερίνη. 

*** Αδαμάντιος Ιωαννίδης. Μουσικοδιδάσκαλος του 19ου αι. Δίδαξε μουσική στο Διδασκαλείο Αθηνών. Αναφέρεται ότι εργάστηκε ευδόκιμα και στον Εκκλησιαστικό Μουσικό Σύλλογο Αθηνών από το 1873, και ότι εξέδωσε σε μικρό φυλλάδιο μελέτη για την ορθόδοξη εκκλησιαστική μουσική («Περί μουσικής», Αθήνα 1873). Πέθανε στην Αθήνα το 1886.

 

Πηγές


  • Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Μουσική Παιδεία και Ζωή στο Ναύπλιο / 18ος – 20ος αιώνας», Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον, 1994.
  • Τάκη Καλογερόπουλου, «Λεξικό της Ελληνικής μουσικής», Εκδόσεις Γιαλλελή, 2001.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ο ποιητής Γιάννης Σκαρίμπας και οι “χαμηλές φωνές” του Μεσοπολέμου


 

Σας ενημερώνουμε ότι την Τετάρτη 13 Απριλίου και ώρα 20.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη η κυρία Κατερίνα Κωστίου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών.

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2011” του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών, θα είναι: «Ο ποιητής Γιάννης Σκαρίμπας και οι “χαμηλές φωνές” του Μεσοπολέμου».

 

Κατερίνα Κωστίου

 

Η Κατερίνα Κωστίου γεννήθηκε στο Πήλιο και σπούδασε νεοελληνική φιλολογία στη Θεσσαλονίκη και στην Αγγλία (στο Norwich και στο Cambridge). Διδάσκει νεοελληνική λογοτεχνία στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών. Έργα της είναι: » Εργογραφία – βιβλιογραφία Γ. Θ. Βαφόπουλου (1918-1988)» Θεσσαλονίκη, Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης, 1988, «Οι Κυπριακές επιστολές του Γιώργου Σεφέρη (1954-1962): Από την αλληλογραφία του με τον Γ. Π. Σαββίδη» Αθήνα, Στιγμή, 1991, Άπαντα Γιάννη Σκαρίμπα (10 τόμοι), Αθήνα, Νεφέλη 1992-1998 κ.ά.

Read Full Post »

Στα χνάρια του χθεςΟι αντανακλάσεις στα προσωπικά βιώματα και εμπειρίες, ένα από τα μεγάλα ωφελήματα της έκδοσης…


 

Παρουσίαση του Βιβλίου «Στα χνάρια του χθες»

του Οδυσσέα Κουμαδωράκη από τον φιλόλογο Γιώργο Τασσιά.

 Άργος, Σάββατο 12 -3 -2011, Μπουσουλοπούλειο θέατρο.

 

Το νόημα μιας έκδοσης…

  

Ο φιλόλογος Γιώργος Τασσιάς

Σε μια εποχή  κρίσης της παγκοσμιοποίησης, όταν τα βλέμματα όλων είναι στραμμένα με δυσθυμία στο μέλλον, όπου και είχαν συνηθίσει να κοιτούν αρπαγμένα στο δίχτυ της τεχνολογικής ουτοπίας, ένας πρόσκοπος του παρελθόντος αποδύεται σε μια κοπιαστική ιχνηλασία, αναζητώντας το φως του μέλλοντος στις ομιλούσες σκιές του χθες. Σκιές, γιατί δεν βρίσκονται στο προσκήνιο της ιστορίας πια. Μιλούμε βέβαια για τον Οδυσσέα Κουμαδωράκη  που ανέλαβε ένα τέτοιο εγχείρημα στο οποίο μπορούμε να κοινωνήσουμε χάρη στη γενναιοδωρία του εκδοτικού οίκου «Εκ προοιμίου» του Τάκη Ουλή που εδώ και αρκετά χρόνια βρίσκεται σε μια εκδοτική ευφορία. Και οι δυο με συμπαραστάτες το Σταύρο Ξηρουχάκη, στην ευθύνη της παραγωγής και τον Αναστάσιο Τσάγκο, στο συντονισμό της έκδοσης, επιμένουν σε πείσμα των καιρών  να προσφέρουν στην τοπική κοινότητα ένα νέο βιβλίο υπό τον τίτλο «Στα χνάρια του χθες» που σε γενικές γραμμές διευρύνει τα όρια της γνώσης μας για την τοπική ιστορία, κοινωνία και λαογραφία.

 

Ανιχνεύοντας τα κίνητρα…

 

Πρόκειται για μια ιχνηλασία κοπιαστική, αφού τρία χρόνια έρευνας και συγγραφής  χρειάστηκαν προκειμένου ο συγγραφέας να καταλήξει στην τελική μορφή του πονήματός του. Κοπιαστική, επίσης, γιατί δεν πρόκειται για μια δουλειά γραφείου μόνον, αλλά για μια πορεία στην κυριολεξία που μάζευε στην εξέλιξή της ενθουσιασμό αλλά και πολλές απογοητεύσεις. Κοπιαστική, τέλος, γιατί και ο χρόνος που έπρεπε να καλυφθεί ήταν μεγάλος. Η πιο παλιά μαρτυρία – όπως σημειώνεται στην εισαγωγή – φτάνει στα 1844, ενώ ο κύριος όγκος των πληροφοριών καλύπτει τη μεταπολεμική περίοδο μέχρι και τη δεκαετία του 1970.

 

Θρησκευτική συγκέντρωση επιχειρηματιών Άργους στη Μονή Κατακεκρυμμένης το 1898 στη γιορτή της Αναλήψεως. (αρχείο Παν. Βύρλου).

 

Χρειαζόταν, επομένως ένα καλό κίνητρο. Στο εισαγωγικό του σημείωμα ξεκαθαρίζει τις προθέσεις του: Αντιγράφω: «Μπροστά στην απειλή της ισοπέδωσης που επιβάλλει η παγκοσμιοποίηση, τα τελευταία χρόνια εκφράζεται η ανησυχία της Ελληνικής κοινωνίας με διάφορους τρόπους, σε μια προσπάθεια να μην αποκοπούμε από τις ρίζες μας». Σ΄ αυτό δεν έχει άδικο. Πολύμορφη είναι η προσπάθεια ν΄ αποφευχθεί η εθνική αλλοτρίωση‧ προσπάθεια η οποία, όταν δεν εξαντλείται σε εθνικιστικές κορώνες και σε παραληρηματική ρητορεία, όταν γίνεται με ρεαλισμό, νηφαλιότητα, διανοητική συνέπεια, αγάπη αληθινή στον τόπο και τους ανθρώπους, συντελεί στην εθνική αυτογνωσία, είναι πηγή αυτοελέγχου που δεν καταλήγει σε γεροντοκορίστικη μεμψιμοιρία, αλλά ωθεί σε μια δυναμική αναδιάταξη και αναπτύσσει τη δημιουργική ευφυΐα. Καταγράφω σύντομα μερικές τέτοιες προσπάθειες: Λευκώματα, λογοτεχνικά κείμενα-όπως τα ιστορικά μυθιστορήματα ή διηγήματα, που ανθούν τα τελευταία χρόνια, προγράμματα περιβαλλοντικά και πολιτιστικά στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ποικίλες δραστηριότητες τοπικών πολιτιστικών συλλόγων, Ειδικά προγράμματα πανεπιστημιακών σχολών, εκθέσεις καλλιτεχνικής δημιουργίας σχετικές με την παράδοση, θεατρική δραστηριότητα-αναπαραγωγή πολιτιστικών μύθων και άλλα που θα έχετε στο νου σας οι περισσότεροι. Μέσα, λοιπόν σ΄ αυτή τη γενικότερη συνθήκη και την ατμόσφαιρα που δημιουργείται εντάσσεται και το νόημα μιας τέτοιας έκδοσης και μιας τέτοιας προσπάθειας. Βέβαια τα κίνητρα του συγγραφέα δεν εξαντλούνται εδώ. Σε αυτό όμως θα αναφερθώ και στη συνέχεια.

 

Δομή και περιεχόμενο ακροθιγώς…

 

Στις 14 θεματικές ενότητες του βιβλίου καταγράφεται  ένα πλήθος επαγγελματικών κατηγοριών και επαγγελμάτων. Το αλφαβητικό ευρετήριο που παρατίθεται στο τέλος διευκολύνει τον αναγνώστη να προσανατολιστεί  μέσα στο σύμπαν των πεντακοσίων τεσσάρων σελίδων και να σχεδιάσει τον προσωπικό  του χάρτη μνήμης.

 

Οι αντανακλάσεις στα προσωπικά βιώματα και εμπειρίες, ένα από τα μεγάλα ωφελήματα της έκδοσης…

 

Έναν τέτοιο χάρτη προσπάθησα να κατασκευάσω κι εγώ για τον εαυτό μου – νομίζω πως αυτή η δυνατότητα ανήκει στα μεγάλα ωφελήματα του βιβλίου. Θυμήθηκα κάμποσα χρόνια πριν την προσκοπική μου ιδιότητα. Μια από τις αγαπημένες μου ασχολίες ήταν να κατασκευάζω εκμαγεία ιχνών σε μακρινές πορείες που κάναμε. Τότε, στ΄ αλήθεια – πέρα από την τεχνική δεξιότητα που αποκτούσαμε – δεν πολυκαταλάβαινα την αξία μιας τέτοιας ασχολίας. Όταν πήρα στα χέρια μου όμως ετούτο το βιβλίο κατανόησα πως έπρεπε να ενεργοποιήσω αυτή μου τη χαμένη δεξιότητα, αν δεν ήθελα να χαθώ σε άσκοπες – για μένα βέβαια – περιπλανήσεις. Μα σκέφτηκα, επιπλέον πως απέναντί σας απόψε, μόνο μ΄ αυτόν τον τρόπο θα μπορούσα να ζωντανέψω ετούτο το βιβλίο – αφήνοντας κατά μέρος τις ανάγκες μιας ακαδημαϊκής παρουσίασης, στην εκλεκτή και αγαπητή κ. Μαρία Βελιώτη. Θάρρεψα, μάλιστα, πως θα βρισκόμουν πιο κοντά στη ζωντάνια και στο παιγνιώδες ύφος του κ. Κουμαδωράκη που λατρεύει τις αφηγήσεις, να αφηγείται και, μάλιστα, με ένα ύφος απλό, λιτό, δωρικό που θα το χαρακτηρίζαμε Μακρυγιαννικό.

 

Στα χνάρια του χθες

 

Αυτόν  τον προσωπικό μου χάρτη, λοιπόν, θα απλώσω μπροστά σας  αρχικά και, πιστεύω ότι σε τέτοιου είδους μνημονικές επαναβιώσεις θα στραφεί σε ένα πρώτο επίπεδο αυθόρμητα ο ενυγχάνων.

Γύρισα πίσω  χρόνους πολλούς κι έβαλα ζηλόφθονα στο γύψο τις αναμνήσεις μου συνειδητοποιώντας, στο φυλλομέτρημα του βιβλίου το φυλλορόημα του ανθρώπου και πως, τελικά, το χρόνο στο γύψο δεν τον βάζεις.

Θυμάμαι: (αυτή διαλέγω για λέξη γύψο) στις περιπλανήσεις μου στην πόλη του Άργους – από τις πρώτες εικόνες – το σαρωθροποιείο του Μπούφα στη Ναυπλίου, κοντά κάπως στη στάση του λεωφορείου από και προς το Ναύπλιο. Παραξένεμα μεγάλο, αφού η μητέρα μου δε χρησιμοποιούσε πια παραδοσιακό σάρωθρο. Στην πλατεία κοντά, σαν περνούσα, οι μυρωδιές των ποτών που πότιζαν τα ξύλινα πατώματα και τα έπιπλα στην ποτοποιία του Μαυράκη – ακόμα στέκει σ΄ αδιάκοπο φλερτ με τις τεχνικές εξελίξεις κρατώντας τη ρετρό γοητεία. Κοντά στην πλατεία το στιλβωτήριο του Τσαρσιταλίδη. Θα ήταν τα τελευταία χρόνια μιας μακράς πορείας. Μα το θυμάμαι ζωηρά. Μου φαινόταν- φορούσα κυρίως σπορτέξ και στις καλές δερμάτινα – περίεργο ποιοι είχαν χρόνο να μπαίνουν για ένα γυάλισμα, αλλά και πολλή κουβέντα.

 

Η Αργολίδα δεν είχε επάρκεια σιτηρών και κατά καιρούς γίνονταν εισαγωγές. Στη φωτ. σιτάρια από την Ρωσία ζυγίζονται στο λιμάνι του Ναυπλίου υπό τον έλεγχο του τότε πρωθυπουργού Ι. Μεταξά (πίσω από το τραπέζι). (Αρχείο Κ. Ταρλή, 1938;)

 

Μια κουβέντα που δεν έλλειπε και από τα παραδοσιακά κουρεία όπως αυτό του Αναστάση Μαρίνου στην Βασιλέως Κωνσταντίνου. Εδώ η φωτογραφία που εντίθεται στάθηκε γλυκά στη μνήμη ενώ η χειροκίνητη μηχανή κουρέματος που δημοσιεύεται στην ίδια σελίδα μου έφερε πικρές στιγμές της παιδικής μου ηλικίας, όταν στο σχολειό έπρεπε να πηγαίνω εν χρω κεκαρμένος. Κούρεμα, καλό ντύσιμο συνδυασμένο με καλοστημένες πόζες από τους επαγγελματίες φωτογράφους. Τις θυμάμαι, στο Ναύπλιο αυτές, όπου και έμενα τα χρόνια που περιδιάβαζα μια φορά την εβδομάδα στο Άργος. Και συγκεκριμένα στο Πάρκο. Οι πόζες της οικογένειας ακίνητες σαν του Κολοκοτρώνη.

Όταν όμως διαβάζω σχετικά «Κι αν η φωτογραφία ήταν εβδομαδιαία, έπρεπε να γίνει πάνω στο φιλμ το ρετουσάρισμα με μολύβι, δηλαδή κάποια επεξεργασία για την αισθητική βελτίωση της φωτογραφίας» η σκέψη τρέχει στο σαλόνι του πατρικού μου σπιτιού όπου βρισκόταν το σημαιοστάσιο της οικογενείας: οι φωτογραφίες του παππού της γιαγιάς των θείων κτλ. Επίσης, στη γειτονιά, στο Ναύπλιο, έμενε ένας λαγκαδιανός χτίστης. Φτιάχτηκε, έκανε οικογένεια. Διαβάζοντας μερικές γραμμές του βιβλίου συνειδητοποίησα πως δεν ήταν ο μόνος, αλλά και πώς ο σύλλογος των Αρκάδων έγινε ένας δυναμικός σύλλογος στην περιοχή. Τα στρώματα της οικογενείας μου, πάλι,  ήταν κατασκευής Σαουλίδη.

Αργότερα, όταν πια είχα εγκατασταθεί στο Άργος,  ο δρόμος με έφερνε αρκετές φορές μπροστά από τη βιοτεχνία υποδημάτων του Τάσου Λαλουκιώτη στην οδό Παπαρρηγοπούλου, ενώ ζωντανή διατηρώ και την ανάμνηση του βιβλιοδετείου που βρισκόταν δίπλα. Θρήνησα, πάλι,  μαζί με πολλούς ντόπιους, νομίζω, τη μετατροπή της χρήσης των δυο μεγάλων τοπικών κινηματογράφων προτού εμφανιστούν τα μούλτιπλεξπολυσινεμά που θα μπορούσαν να δώσουν νέες επιχειρηματικές ιδέες στους ιδιοκτήτες.

 

Η υφάντρια Μαρία Κλεισιάρη, 1958.

 

Στην Παναγία την Πορτοκαλούσα, εν ενεργεία Ιερά Μονή σήμερα, πολλές φορές προσκύνησα την εικόνα που δημοσιεύεται στη σελ. 472 και χαρακτηρίζεται ως η αρχαιότερη χρονική αναφορά του βιβλίου. Θαύμασα τώρα όμως την εξυπνάδα των σχοινοποιών οι οποίοι κατόρθωσαν να βρουν χώρο ταπεινά μεν στα πόδια των Αγίων αποστόλων, στην αφιερωματική επιγραφή, μέσα όμως στο χρυσό ουρανό της αιωνιότητας. Για μένα έμενε στη σκοτεινή του βίου θάλασσα το φως του φάρου  στο Ναύπλιο εκεί που οδηγούσε τα βήματά μας η Κυριακάτικη ραστώνη εντείνοντας τη μελαγχολία του απογεύματος το οποίο προηγείται της προκομμένης Δευτέρας, όταν μπαίνει το νερό στ΄ αυλάκι της εργασίας.

 

Η εικόνα των Αγίων Αποστόλων στην Μονή Κατακεκρυμμένης Άργους, αφιερωμένη από τη συντεχνία Σχοινοποιών, με ημερομηνία 5 Ιανουαρίου 1844. ( ο Απόστολος Παύλος ήταν σχοινοποιός).

 

Διάβασα  για τους φάρους και τους φαροφύλακες που, όταν  βρίσκονταν σε απομεμακρυσμένα σημεία διέθεταν κι ένα σπιτάκι για τον μοναχικό τους ένοικο. Θυμήθηκα έναν φάρο με σπιτάκι που με γύρισε στις εκδρομές της παιδικής μου ηλικίας, αλλά, παράλληλα,  ο συγγραφέας φρόντισε να μου θυμίσει και το παρόν των σπουδών του παιδιού μου παραθέτοντας δίπλα  στη φωτογραφία του φάρου του Ναυπλίου αυτή του φάρου της πόλης των Χανίων. Βέβαια δεν νομίζω πως το έκανε για χατήρι μου. Και μάλιστα, τέτοιες τυχαίες αναφορές στα Χανιά είναι αρκετές, διάσπαρτες μέσα στο βιβλίο. Μου έφεραν στο νου τους ζωγράφους  που διαλέγουν μια γωνιά στην άκρη του πίνακα για να τοποθετήσουν τον εαυτό τους ή τους σκηνοθέτες που κάνουν ένα σύντομο πέρασμα από τις ταινίες τους! Τέτοια περάσματα τα κάνει είτε αναλαμβάνοντας το χρέος της μαρτυρίας ο ίδιος, είτε δια συμβόλων όπως στην περίπτωση του φάρου.

Δε θα σας κουράσω άλλο με τις προσωπικές μου περιπλανήσεις. Θα τονίσω όμως για άλλη μια φορά πως διατρέχοντας τις σελίδες του βιβλίου η πρώτη λέξη που θα έρθει στο μυαλό μας θα είναι η λέξη θυμάμαι ζεσταίνοντας έτσι την καρδιά μας με το αμφίθυμο πυρ της νοσταλγίας.

 

Η προσωπική εμπειρία διευρύνεται…

  

 Θυμάμαι… η λέξη γύψος που κρατάει τα σχήματα μα που τα σχήματα ξεφεύγουν παίρνουν ζωή,  διεκδικούν τα δικαιώματά τους από την συγκαιρινή ζωή και ζητούν να τοκίσουν το κεφάλαιό τους στο μέλλον. Το ενδιαφέρον στην περιδιάβαση ήταν ότι η οργάνωση του βιβλίου τακτοποίησε τις αναμνήσεις, διεύρυνε την εμπειρία και με βοήθησε να τις εντάξω σε ένα ευρύτερο σχήμα ζωής που δεν περιλάμβανε φυσικά μόνο εμένα. Διάλλαξε το υποκειμενικό με το ιστορικό – αντικειμενικό, ανοίγοντας την προοπτική της αυτογνωσίας της ατομικής αλλά και της κοινωνικής και αυτής, τόσο της τοπικής  όσο και της εθνικής, αφού μέσα από τις ιστορικές αναδρομές που παρατίθενται  σε πλάγια γράμματα ξεπερνώνται τα όρια του τόπου και του χρόνου φτάνοντας πολλές φορές ν΄αγγίξουν το λυκόφως του μύθου.

 

Μαθήματα κεντήματος. Η Φωτούλα Καραμάνου με μαθήτριές της.

 

Αναδεικνύονται μ΄ αυτόν τον τρόπο οι ιδιαίτερες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες – όπως αντανακλώνται από τα παραδοσιακά επαγγέλματα – που διαμορφώθηκαν σε ένα ιστορικό πλαίσιο συνεχών  και κομβικών αλλαγών από το 19ο στον 20ό αιώνα. Τότε δηλαδή που τα χωριά άρχισαν να γεμίζουν τις πόλεις (για λόγους πολλούς και κυρίως πολιτικούς) εγκαταλείποντας τα πάντα και ερημώνοντας την ύπαιθρο.

 

Παγοπώλες. Ο Βασίλης Μαρίνης στο τιμόνι και ο αδελφός του Χρήστος έτοιμοι για τη διανομή, δεκαετία 1950.

 

Ο λαϊκός πολιτισμός δέχεται καίριο πλήγμα, αφού οι εστίες που τον δέχονταν, τον έτρεφαν και τον κληροδοτούσαν ως πολύτιμη παρακαταθήκη στις επόμενες γενεές έπαψαν να υπάρχουν πια. Η επίδραση του νέου πολιτισμού πάνω στους Επαρχιώτες αστούς θα παραμορφώσει τη ζωή τους, μεταβάλλοντας τον κοινωνικό ιστό, κόβοντας το νήμα με το παρελθόν και προσανατολίζοντάς τους σε νέα επαγγέλματα, άλλους τρόπους ζωής και νέες συνήθειες. Αυτός ο νέος πολιτισμός όμως και οι νέες συνήθειες τώρα πλέον νοούνται από την απόσταση του χρόνου- ο οποίος απομάκρυνε πια τις Κασσάνδρες που προηγούνται κάθε μεταβατικής περιόδου- και  εκτίθενται ενώπιόν μας ως μία κατάκτηση, ως ανανέωση της  προγενέστερης παράδοσης. Γι΄αυτό το λόγο  δικαιούνται το σεβασμό και την καλόπιστη κριτική προσέγγιση.

 

Η προσέγγιση του συγγραφέα…

  

Θεωρούμε ότι μια τέτοια προσέγγιση επιχειρεί και ο κ. Κουμαδωράκης.  Τη διακρίνει συνέπεια στη συλλογή, οργάνωση και παράθεση του υλικού. Στηριγμένη σε ένα πλήθος ποικίλων πηγών – οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στην επαρκή βιβλιογραφία την οποία  βρίσκει ο αναγνώστης στις τελευταίες σελίδες, στην προσωπική έρευνα οπωσδήποτε και την προσωπική μαρτυρία όπου  αυτό είναι αναγκαίο. Στην τεκμηρίωση αξίζει να εξαρθεί η παράθεση του φωτογραφικού υλικού, ιδιαίτερα σημαντικού, όταν μάλιστα περιγράφεται η διαδικασία της παραγωγής ενός αντικειμένου όπως ενός πήλινου στις σελ. 222-227 όπου επιστρατεύτηκε για τις ανάγκες της φωτογράφισης η κ. Κων/να Περιβολάρη για να κατασκευάσει ένα αγγείο στο προσωπικό της εργαστήρι στα Φίχτια. Άλλες φορές τα γραφικά σκαριφήματα αντικαθιστούν την απουσία φωτογραφικού υλικού ή το συμπληρώνουν, όταν δε διαθέτει αυτό την αρτιότητα που επιτρέπει τη σαφή αντίληψη.

 

Η Κωνσταντίνα Περιβολάρη ενώ κατασκευάζει ένα αγγείο στο εργαστήριό της στα Φίχτια Άργους.

 

Tην οπτική του συγγραφέα  τη χαρακτηρίζουν, επίσης η συγχρονική και η διαχρονική προσέγγιση και ο ανθρωποκεντρισμός. Σε κάθε περίπτωση μελετώνται οι ιστορικές ρίζες κάθε επαγγέλματος, οι παλαιότερες μαρτυρίες, οι πηγές και τα αρχεία, αλλά και η σύγχρονη κατάσταση των επαγγελμάτων και εργαστηρίων, προϊόντων, αγορών και τεχνικών και όλα αυτά σε άμεση και στενή σχέση του τεχνουργήματος με τον τεχνίτη, του δημιουργού με το αντικείμενο. Οι παρατηρήσεις και οι διαπιστώσεις του συγγραφέα αποκτούν έτσι ευρύτερη σημασία για τον ελληνικό παραδοσιακό (με την ευρύτερη έννοια) πολιτισμό στο σύνολό του καθώς έχουμε τη δυνατότητα για μια εποπτική θεώρηση του κοινωνικού ιστού της τοπικής και όχι μόνο κοινωνίας μέσα σε ένα διευρυμένο χρονικό πεδίο. Ο συγγραφέας μας, δεν παύει, επίσης, κι επιμένει συχνά, όταν  του δίνεται η ευκαιρία μιας δημόσιας παρέμβασης, να καταθέτει τις προτάσεις του. Εδώ, λοιπόν, υπογραμμίζει την ανάγκη δημιουργίας ενός  τοπικού λαογραφικού μουσείου για να δώσει σάρκα και οστά στη μνήμη και να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για τους επιγενόμενους. Αυτό το χρέος το προσγράφει στη δημοτική αρχή του τόπου.

 

Οι ατομικές μαρτυρίες ως πεμπτουσία της έκδοσης που συναντιέται με την πεμπτουσία της ζωής…

 

Ό,τι  ξεχωρίζει ιδιαίτερα το βιβλίο είναι το πλήθος των μαρτυριών που συνάζονται και αποτελούν πολύτιμο εργαλείο για τον κοινωνιολόγο, τον ιστορικό ερευνητή, πλούσια πηγή καλλιτεχνικής έμπνευσης αλλά και χρήσιμο παιδαγωγικό εργαλείο που μπορεί να δώσει ώθηση στην περιβαλλοντική και πολιτιστική εκπαίδευση.

Οι μαρτυρίες διακρίνονται για το παραστατικό ύφος τους και, έτσι, αν και μεταφέρονται στον γραπτό λόγο, διατηρούν τη φρεσκάδα και την αμεσότητα του προφορικού λόγου μυσταγωγώντας με αυτόν τον τρόπο τον αναγνώστη τους  στην ζωή που κρύβεται πίσω από τα πράγματα. Ανιχνεύεται πίσω από τις γραμμές η τραγικότητα του ανθρώπου που παλεύει να ταιριάξει το πρόσκαιρο με το αιώνιο μέσω της δημιουργίας νέων μορφών ζωής.

 

Άδεια ηνιοχείας Αναστασίου Τσάγκου, 1950.

 

Αυτή η τραγικότητα είναι αίσθημα που διαποτίζει το βιβλίο και αφήνει έντονη επίγευση στο ξεθύμασμα της ανάγνωσης την ώρα που το βιβλίο υποχωρεί μπροστά στη ζωντάνια της ανάμνησης που πυροδότησε ή τον προβληματισμό που διήγειρε. Και θαρρώ ότι, υπόγεια, η αίσθηση αυτή κινεί τη συγγραφική πένα που αναζητά στο λόγο μια επιβεβαίωση αθανασίας ενάντια στο δόλο των θεών, φιλάδελφα συμπαριστάμενη στην ανθρώπινη αμηχανία. Είναι η αίσθηση ενός ανθρώπου που χρόνια τώρα ασκείται στο λόγο, το θεϊκό ετούτο χάρισμα με το οποίο ο άνθρωπος αγωνίζεται να υπερβεί τη φθορά στην κοιλάδα του κλαυθμώνος.

 

Η «γενιά» του συγγραφέα, γενιά της φτώχειας (πνευματικής και υλικής), αλλά και των εκπαιδευτικών οραματισμών…

 

Αξίζει να σημειώσουμε πως ο συγγραφέας μας ανήκει σ΄ εκείνη τη γενιά των φιλολόγων οι οποίοι παρά το γεγονός ότι η παιδεία τους βαπτίστηκε στην κολυμβήθρα της αρχαιογνωσίας, ωστόσο αναγεννήθηκε στο πνεύμα της παράδοσης του λαού και μόρφωσε ανθρώπους της πόλεως με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου. Ανθρώπους δηλαδή που έταξαν τους εαυτούς τους στην υπηρεσία της κοινότητας, μετέφεραν στις νέες γενιές τους διαχρονικούς αξιακούς κώδικες με ένα πνεύμα ελεύθερο έχοντας κατά νου όπως σημειώνει ο Παναγιώτης Κονδύλης ότι,  « Το πρώτο και βασικό βήμα για να μην είναι η παράδοση νεκρό παρελθόν, αλλά ζωντανό παρόν συνίσταται στη συνειδητοποίηση ότι όποιος θέλει να ζήσει σύμφωνα με την παράδοση οφείλει να μην ξεκόψει από τον σημερινό κόσμο και να μην ανασυστήσει με ακρίβεια το παρελθόν για να φωλιάσει πάλι εκεί, παρά πρέπει να εγκύψει στην παράδοση για να βρει μέσα της την πίστη και τις οδηγίες με τη βοήθεια των οποίων θα μπορέσει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα του παρόντος. Η παράδοση δεν πρέπει να σημαίνει εγκλεισμό σε ορισμένο χώρο και χρόνο, παρά να συνιστά δύναμη στραμμένη προς τα έξω ικανή να δώσει κάτι παραπάνω από μάχες οπισθοφυλακών».

Στο πνεύμα αυτό συγκεντρώνει όλη του τη δραστηριότητα – κατά την ταπεινή μου άποψη – τόσο τη διδακτική όσο και τη συγγραφική. Διατηρεί  το νου προσηλωμένο στις νεότερες γενιές των εφήβων που δεν θα έχουν τη δυνατότητα όχι μόνο να γνωρίσουν τις προγενέστερες εποχές, αλλά ούτε ν΄ ακούσουν καν για τον τρόπο ζωής των παππούδων και των προπάππων τους, ώστε να στηρίξουν τη δράση τους στα στέρεα θεμέλια της ανθρωπιάς.  Και τούτο ιδιαίτερα σε εποχές μεταβατικές και γι΄ αυτό κρίσιμες όπως η δική μας που τα βήματα του χθες χάνονται μέσα στον ήχο των μηχανών όπως θα ‘λεγε και ο Δημήτρης Χατζής και τα χνάρια τους σιγά σιγά χάνονται στο ανελέητο πέρασμα του καιρού.

 

Λαϊκή αγορά Άργους, 1935.

 

Επισημαίνουμε πως, υπηρετώντας ετούτο ακριβώς το πνεύμα, δεν αισθάνεται ως μια ξεχωριστή φωνή, αλλά ως κορυφαίος ενός χορού φωνών της γενιάς του, εντεταλμένος κατά κάποιον τρόπο να εκφράζει τη σκέψη και το αίσθημα της κοινότητας, λειτουργώντας αφυπνιστικά με τη δράση που ταιριάζει στην ιδιότητά του η οποία με τα χρόνια έχει γίνει αξεχώριστος σύντροφος του βίου του.

Έγνοια για τη διατήρηση της εθνικής φυσιογνωμίας, αγάπη στον δημιουργικό άνθρωπο, χρέος του πνευματικού ανθρώπου απέναντι στους επιγενόμενους είναι μερικά από τα κίνητρα που τον ωθούν στη δημιουργική συγγραφική δράση  της οποίας άλλος ένας καρπός έρχεται στο φως με την παρούσα έκδοση.

 

Το χρέος στην πατρική γη, κίνητρο – ανάμεσα στα άλλα – της συγγραφής…

  

Ο συγγραφέας Οδυσσέας Κουμαδωράκης

Στα κίνητρα αυτά, οφείλω να προσθέσω κάτι ακόμα. Φαίνεται ότι ο δικός μας Οδυσσέας ακολουθώντας τα χνάρια του αρχετυπικού Ομηρικού Οδυσσέα, κατόρθωσε να παρωδήσει – ο όρος από τους Ρώσους φορμαλιστές – με την  προσωπική του ζωή και το έργο του τον παραδοσιακό μύθο. Μπόρεσε να απολαύσει τη ζωή κοντά στη μάγισσά του, εδώ στο Άργος, μπόρεσε όμως και  να διατηρήσει τη ζωτική του ορμή πραγματοποιώντας το νόστο του στην Πηνελόπη μνήμη.

 Στο δεύτερο αναφέρεται και ο ίδιος  εξομολογητικά στην κατατοπιστική εισαγωγή του στο βιβλίο: « Θα ήθελα να κάνω – γράφει – μια προσωπική εξομολόγηση, και να μιλήσω για τη ζωή μου και το χωριό μου». Και τούτο μ΄ αυτό τον τρόπο θαρρώ πως το πέτυχε. Είχε την αγωνία να μην ξεχάσει τις ρίζες του και δηλώνει περήφανος και ευτυχής που απέφυγε ετούτο το τρομερό. Θέλει να αποκαταστήσει στη μνήμη και την καρδιά μας  τη σκληροτράχηλη, αυτάρκη και περήφανη γενιά των πατέρων και των προπατόρων που είχαν πέσει θύματα της σύγχρονης αυτοδικαιωτικής φληναφολογίας της καταναλωτικής προπαγάνδας. Επομένως, δε θα ήταν, νομίζω, σφάλμα, να θεωρήσουμε – ανάμεσα στα άλλα – και αυτή του την προσπάθεια και ως μνημόσυνον αιώνιον της πατρικής φτωχικής του γης, της Σαρακήνας Χανίων.

 

Ο συγγραφέας ακρίτας της… μνήμης στα σύνορα του καιρού του…

 

Αφήνω για το τέλος ένα απόσπασμα από το έργο του μεγάλου του συντοπίτη, Παντελή Πρεβελάκη, όταν έγραφε στο  χρονικό της Ρεθεμνιώτικης πολιτείας.

«Γράφω όλα τούτα κ΄ έχω  το φόβο μέσα μου μήπως και ο σημερινός που δεν τα ξέρει τα καταφρονέσει και βρει πως είναι χαμένος ο κόπος να τα διαβάζει. Όμως εκείνος που ξαστοχά τις τέχνες της περασμένης ζωής, ξαστοχά και την ίδια τη ζωή, πού  ναι καμωμένη από τον κάματο των ανθρώπων και τα μεράκια τους. Η ιστορία που γράφεται στα χαρτιά και τη διαβάζουνε στα σχολειά είναι ένα τίποτα μπροστά σε τούτο τον καθημερινό ίδρο που χύσαν οι ανθρώποι πάνω στα σύνεργα και τα υλικά της δουλειάς τους για να γεμίσουνε τον κόσμο ομορφιές και πλούτη. Καθένας με το δικό του, άλλος στον πάγκο του μαραγκού, άλλος στο αμόνι ή στον τροχό, με το σφυρί, με το δοξάρι, πλήθυνε την κληρονομιά του ανθρώπου, ωφελήθηκε και ο ίδιος κι ωφέλησε περισσότερο από τον κάθε άγριο μαχαιρά που ξοδιάζει χωρίς να σοδιάζει και τρώει τον κόπο του αλλουνού. Γι΄ αυτό που μιλώ μονάχα για τις τέχνες και τα σύνεργα των περαζούμενων, μου φαίνεται πως γυρίζω πίσω και τους πετυχαίνω απάνω στη ζωή τους και μπαίνω μέσα στην ψυχή τους όπως καμιά ιστορία του πολέμου δε θα μ΄ έμπαζε. Σε τούτο θέλω να σύρω και τον αναγνώστη μου κι ας μη μου πιάσει κάκητα, γιατί είναι καλός ο σκοπός μου».

Θέλω να πιστεύω, Οδυσσέα, ότι αυτές οι γραμμές συναντώνται με τις διαθέσεις σου και σε τοποθετούν σε μια  μακρά σειρά ανθρώπων οι οποίοι αναζήτησαν στα χνάρια του χθες  την αισιοδοξία για τη μελλοντική πορεία του ανθρώπου, μια αισιοδοξία που βασίζεται στην πεποίθηση – Ομηρική κληρονομιά – πως η Ιθάκη είναι μια ανοιχτή δυνατότητα στη δημιουργική ανθρώπινη φύση και στην άγρυπνη συνείδηση.

 

Γιώργος Τασσιάς

Φιλόλογος

Read Full Post »

Μύλοι της Αργολίδας 


 

Ο λαϊκός μας πολιτισμός του χθες, υλικός και πνευματικός, αποτελεί σήμερα καταφύγιο ανθρωπιάς, απάγκιο και βάλσαμο απέναντι στα σύγχρονα κοινωνικά αδιέξοδα που μέρα τη μέρα γίνονται όλο και πιο ασφυκτικά. Η απλότητα και η αλήθεια, που χαρακτηρίζουν τα λαϊκά έργα ως δημιουργήματα έκφρασης και επιβίωσης, μπορούν σήμερα να διαμορφώσουν συνειδήσεις, ν’ αποκαταστήσουν τη λαϊκή μνήμη, ν’ αποτελέσουν σπουδαίες ιστορικές πηγές, αφού τα μνημεία αποτελούν μέρος του πολιτισμού άλλων παλαιότερων μορφών κοινωνικής οργάνωσης ικανά να δώσουν πληροφορίες γι’ αυτή, για τις κοινωνικές συνθήκες και ασχολίες, τις κοινωνικές σχέσεις, τις τεχνικές δυνατότητες των ανθρώπων του απώτερου και πρόσφατου παρελθόντος. Για έναν κόσμο που λειτούργησε σε ισορροπία με τη φύση, ικανό σήμερα όχι μόνο να υπενθυμίσει, αλλά και να εμπνεύσει και να νουθετήσει.

Οι νερόμυλοι και ανεμόμυλοι και στο νομό μας, ταπεινοί, ερειπωμένοι και εγκαταλελειμμένοι σήμερα, αποτελούν σημαντικά μνημεία της προβιομηχανικής περιόδου με πολλαπλή σημασία, ιστορική, αρχιτεκτονική, οικονομική, κοινωνική και λαογραφική. Η αναζήτηση, ο εντοπισμός και η καταγραφή των μύλων της Αργολίδας – που διήρκεσε περί τα δύο χρόνια – έφερε στο φως 185 μύλους (131 νερόμυλους και 54 ανεμόμυλους) που βρίσκονται σε 57 πόλεις, χωριά και οικισμούς του νομού. Προφανώς θα υπήρξαν κι άλλοι, οι οποίοι δεν εντοπίστηκαν.

 

Ανεμόμυλος Γιάννη Ζερβού, Κουρτάκι Άργους, χτίστηκε τη δεκαετία του 1840.

Τα ξεχασμένα αυτά κτίσματα, που δεν κεντρίζουν εύκολα το ενδιαφέρον, αναζητήθηκαν στις παρυφές των χωριών, μα κυρίως έξω από αυτά, σε ερημικές – κατά βάση- περιοχές, σε χείμαρρους και ποταμιές πνιγμένες στη βλάστηση (οι νερόμυλοι) ή σε υψώματα και λόφους, αλλά και σε πεδινές περιοχές (οι ανεμόμυλοι). Άλλα κτίσματα από αυτά κρατούν με δυσκολία όρθιο το κορμί τους, άλλα έχουν λυγίσει από το βάρος του χρόνου, άλλα δίνουν το στίγμα τους με ένα λιθοσωρό, ενώ κάποια – άγνωστο πόσα – δεν άφησαν κανένα ίχνος τους, κατέρρευσαν παίρνοντας μαζί τους τα μυστικά τους και μόνο το τοπωνύμιο μαρτυρά την ύπαρξή τους (π.χ. Παλιόμυλος, Μυλόλακα, Μυλόρρεμα, Μύλος κλπ.).

Διασκορπισμένοι σ’ όλη την Αργολίδα οι νερόμυλοι συγκροτούν σε αρκετές περιοχές μυλοτόπια. Πρόκειται για ομάδες μύλων που λειτουργούσαν με την υδροκίνηση που παρείχε η διαδοχική εκμετάλλευση του νερού του ίδιου χειμάρρου. Οκτώ νερόμυλοι ήταν συγκεντρωμένοι στο Κεφαλάρι, έντεκα κατά μήκος του χειμάρρου που συνδέει τη Δήμαινα με τη Νέα Επίδαυρο, οκτώ στη Φρουσιούνα, επτά στο Κεφαλόβρυσο, οκτώ στο χείμαρρο Ξοβριός από το Κιβέρι ως την Ανδρίτσα, επτά στην Καρυά, επτά στην Προσύμνη, πέντε στον Αχλαδόκαμπο, πέντε στην Άνω Επίδαυρο, τέσσερις στη Τζιρίστρα και στο χείμαρρο Ράδο στα Καρνεζέϊκα, ενώ στις παρυφές δεκάδων άλλων χωριών λειτούργησαν κατά καιρούς από ένας έως τρεις νερόμυλοι.

 

Μύλος Μπούζιου (Ελευθερογιάννη), Λέρνα

 

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τους ανεμόμυλους, οι οποίοι έχουν διαφορετική πηγή ενέργειας, την αιολική. Από τους 57 συνολικά ανεμόμυλους που εντοπίστηκαν οι περισσότεροι ήταν στην Ερμιονίδα. Δεκατρείς τουλάχιστον λειτούργησαν στο Κρανίδι (οι τέσσερις έχουν αναστηλωθεί), εννέα στην Ερμιόνη (από τους οποίους οι περισσότεροι κατεδαφίστηκαν κατά τη δεκαετία του 1930-1940, ενώ υπάρχει ένας αναστηλωμένος στο Μπίστι). Σώζονται επίσης από δύο στα Δίδυμα και τους Φούρνους, ένας στην Κοιλάδα και υπάρχουν ίχνη δύο ανεμόμυλων στον Ίναχο, τριών στην Πουλακίδα και άλλων τριών ΒΑ του Άργους (ενός υπάρχει μισοερειπωμένο το κτίσμα).

Επίσης υπάρχουν τα κτίσματα δύο ανεμόμυλων στο Κουτσοπόδι, δύο στο Κουρτάκι και στο Ανυφί. Ένας έως πέντε λειτούργησαν κατά καιρούς στην Ακροναυ­πλία, δύο στο Αραχναίο, ενώ ένας υπήρξε στην Πυργέλα, το Δρέπανο, την Α­σίνη, δύο στο Λιγουριό και ο μοναδικός της δυτικής ορεινής Αργολίδας υπήρξε μεταξύ Φρουσιούνας και Αλέας.

Με βάση γραπτές μαρτυρίες, ο παλαιότερος μύλος στο νομό μας πρέπει να είναι αυτός που κτίστηκε στην έπαυλη του Όθωνα ντε λα Ρος, Μέγα Κύρη των Αθηνών, λίγο μετά το 1212 μετά την παραχώρηση σε αυτόν της Αργολιδοκορινθίας από το Γοδεφρείδο Βιλλαρδουίνο.

Ο Δημήτριος Λαμπρόπουλος, (Δημητρίου Α. Λαμπρόπουλου, Η Λέρνα, Αθήνα 1959, σ. 81), επισημαίνει σχετικά: «Ήρξατο και εις την Λέρνην η κατασκευή στρατιωτικών οχυρωματικών έργων και η ίδρυσις παραθαλασσίων υδρόμυλων κινουμένων δια των υδάτων των πηγών της δια την άλεσιν σιτηρών. Επίσης έκτισαν επί του Ποντίνου Φρούριον – Κάστρον και πλησίον της οικοδομής του υδρόμυλου κα­τοικίας μικρόν καθολικόν ναόν».

Επίσης ο ίδιος συγγραφέας, περιγράφοντας τη θερινή έπαυλη του Όθωνα ντε λα Ρος στην παραλία του Κιβερίου, αναφέ­ρει ότι «…οικοδόμησαν οχυρόν πύργον μεθ’ υπογείων στοών. Εν τη παραλία πλησίον της επαύλεως ανώρυξαν τα φρέατα ποσίμου ύδατος και οικοδόμησαν τον παραθαλάσσιον θολωτόν υδρόμυλον δια την άλεσιν σιτηρών και εκ του ο­ποίου διατηρείται μικρόν τμήμα και λειτουργεί και νυν ως υδρόμυλος δια του ύδατος πηγής του Πανός» (στο σημείο αυτό υπήρχε ο νερόμυλος Νταβέλου, ο οποίος λειτούργησε ως τη δεκαετία του 1970).

Αναφορά σε μύλους της περιοχής μας συναντάμε και το 1479 στο κείμενο συνθήκης μεταξύ Ενετών και Τούρκων επί Μωάμεθ του Β’: « Το δε Τσιβέριν όπερ έστι κεχαλασμένον νυν έστω μεν τη αυθεντία των Βενετών μη κτισθήτω δε ομοίως και όσοι μύλοι ευρεθώσι εις την περιοχήν αυτού ήτις μέλλει γενήσεσθαι, έστωσαν και ούτοι της αυθεντίας των Βενετών».

Επίσης σε έκθεση του συνδίκου της Ενετίας Μαρίνου Μικέλλι το 1691 προς το Δόγη της Ενετίας μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι «Η πεδιάς αύτη – του Άργους – αρδεύεται δε υπό πηγής, ήτις έρχεται υπογείως εκ της κοιλάδος του Καίσαρι και δι’ ης κινούνται οι πλείστοι μύλοι…».

Άλλη γραπτή αναφορά που χρονολογείται το 1715 μαρτυρά την ύπαρξη νερόμυλων στον Αχλαδόκαμπο. Πρόκειται για απόσπασμα από το ημερολόγιο Γάλλου, διερμηνέα της γαλλικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος αναφέρει, (Ιωάννη Αναγνωστόπουλου, Η ιστορία του Αχλαδοκάμπου, Αθήνα 1961): «εγένετο καταυλισμός – των δυνάμεων του Μεγάλου Βεζύρη- εις τόπον αρκούντως ευρύχωρον καλούμενον «Achlado Campo», όπου υπήρχεν δροσερότατον ύδωρ και μύλοι τίνες εις ερείπια…».

Πληθαίνουν βέβαια τα στοιχεία για την ύπαρξη και λειτουργία μύλων κατά τις επόμενες χρονικές περιόδους. Για παράδειγμα σημαντική οικονομική αλλά και ιστορική σημασία διαδραμάτισαν οι μύλοι της Λέρνης. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μακρυγιάννης για τη μάχη των Μύλων του 1825: «…τότε έπιασα τους Μύλους και έφτιασα ταμπούρια κι έκλεισα τους μύλους μέσα. Τον τοίχο τον έχτισα ως μέσα στη θάλασσα και τον ασφάλισα καλά με όλα με όλα τα μαζγάλια… έκοψα και νερό από το μυλαύλακο … δυνάμωσα τη θέση των Μύλων να πολεμήσουμε εκεί όσο να λειώσουμε…».  

Ο λόγος γίνεται βέβαια για τους «αυθεντικούς» ή «αφεντικούς» λεγόμενους μύλους της Λέρνας ή αλλιώς τους «εθνικούς» ή «μύλους του Ναυπλίου», γιατί οι μύλοι του Κεφαλαρίου αναφέρονται και ως «Αργείτικοι μύλοι». Τους «αυθεντικούς» μύλους διεκδίκησε το 1823 ομάδα 32 Αργείων, (Θεοδώρου Γιαννακόπουλου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα 3 (1998), έκδ. Δήμου Ναυπλιέων, σ. 60). οι οποίοι με σχετική αναφορά τους προς την Υπέρτατη Διοίκηση αιτιολογούν το αίτημά τους γράφοντας ότι: «εκ νεαράς ηλικίας ηξεύρομεν κάλλιστα ότι οι αυθεντικοί μύλοι και όσα περιβόλια και χωράφια ευρίσκονται από το νερόν και εδώθεν, όλα ανήκουν εις το Άργος, καθότι επί Τουρκίας τα χωράφια εδεκατίζοντο από το Άργος…».

Με την ίδρυση του νέου Ελληνικού κράτους βρέθηκαν περίπου 6.000 νερόμυλοι πανελλαδικά κατά τα 3/4 κατεστραμμένοι. Από αυτούς οι 5.500 ήταν τούρκικοι και περιήλθαν στο Δημόσιο που τους νοίκιασε σε ιδιώτες. Σήμερα τα παλιά υδροκίνητα προβιομηχανικά εργαστήρια, συνολικά υπολογίζονται σε 30.000 (μύλοι, νεροτριβές κλπ), εκ των οποίων ελάχιστα δουλεύουν. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς των μύλων ποικίλει, αφού ακολουθεί τις κοινωνικό-πολιτικές αλλαγές και συνθήκες κάθε εποχής.

Διακρίνουμε τους μύλους που κατασκεύασαν οι κατά καιρούς κατακτητές, Φράγκοι, Ενετοί, Τούρκοι, εκείνους που κατείχε το Δημόσιο και η Εκκλησία και τους αυτοδιαχειριζόμενους, από καλόγερους – μυλωνάδες, μύλους («καλογερικοί» μύλοι). Ως καλογερικούς μύλους αναφέρουμε ενδεικτικά το μύλο του Αντωνόπουλου στον Αχλαδόκαμπο, που λειτούργησε ως τις αρχές του 20ου αι. από καλόγερους της Μονής Βαρσών, τρεις μύλους της Καρυάς, της Επιδαύρου κ.ά. Πολλοί από τους μύλους του Δημοσίου αλλά και της εκκλησίας νοικιάζονταν, ενώ κάποιοι παραχωρήθηκαν σε αξιωματούχους της εποχής (Τσώκρης, Περρουκαίοι, Νικηταράς κ.ά.). Πολλοί βέβαια μύλοι ανήκαν σε ιδιώτες. Επρόκειτο για οικογενειακές επιχειρήσεις με συγκεκριμένες παραγωγικές δυνατότητες.

Οι νερόμυλοι στην περιοχή μας προτιμήθηκαν έναντι των ανεμόμυλων εκτός από την περιοχή της Ερμιονίδας, όπου υπερτερούν οι ανεμόμυλοι (20 ανεμόμυλοι έναντι 10 νερόμυλων).

Ο μύλος αποτελούσε σημαντικό περιουσιακό στοιχείο και προϋπέθετε μεγάλη – για την εποχή –  επένδυση. Σωζόμενα κτίσματα νερόμυλων, π.χ. οι μύλοι των Μπαρμπουλέτου και Ελευθερόγιαννη στον Ξοβριό Κιβερίου, του Σωτηρίου και ο μύλος «Σαραβάκο» στην Πρόσυμνα, ο μύλος στο Μετόχι Θερμησίας, οι μύλοι του Κεφαλόβρυσου, της Φρουσιούνας, του Κεφαλαρίου και της Τζιρίστρας ήταν έργα μεγάλης έκτασης.

Να σημειωθεί δε ότι η δαπάνη κατασκευής των υδραυλικών εγκαταστάσεων που συνόδευαν ένα νερόμυλο (μυλαύλακα, κρεμάσεις, στέρνες, βαγένια, νεροκράτες κλπ.) ξεπερνούσε κατά πολύ το κόστος της κατασκευής του κτίσματος του ίδιου του μύλου. Υπήρχαν μύλοι των οποίων το μυλαύλακο ξεκινούσε από πολύ μεγάλη απόσταση προκειμένου να μεταφερθεί το νερό στον αλεστικό μηχανισμό. Παράλληλα έπρεπε να κατασκευαστεί και ένα – έστω στοιχειώδες – δίκτυο οδοποιίας για την απρόσκοπτη προσπέλαση των φορτωμένων ζώων και των ανθρώπων.

Μυλόπετρα έξω από το μύλο Παπαμπόμπου (Άργος)

Το δικαίωμα που εισέπραττε ο μυλωνάς για τα αλεστικά, το λεγόμενο ξάι, κυμαινόταν σε ποσοστό από 3% έως 12% ανάλογα με την περιοχή, ενώ σε κάποιες περιοχές υπήρχε και το «κεφαλιάτικο» (χρέωση για άλεσμα ενός χρόνου). Με ένα μέρος από το αλεύρι που έπαιρναν οι μυλωνάδες κάλυπταν τις οικογενειακές διατροφικές τους ανάγκες και το υπόλοιπο το πουλούσαν σε ακτήμονες, κυρίως, χωρικούς.

Το εισόδημα που απέφεραν οι μύλοι στους ιδιοκτήτες τους ήταν αρκετά σημαντικό, αν σκεφτεί κανείς ότι η αλεστική ικανότητα του μύλου έφτανε και τις 100 οκάδες την ώρα. Για να κατανοηθεί καλύτερα ο ρόλος και το οικονομικό στίγμα των μύλων στην Αργολίδα αρκεί να αναφέρουμε ότι – με βάση τον Αντώνη Μηλιαράκη, ( Γεωγραφία Πολιτική Νέα και Αρχαία του νομού Αργολίδος και Κο­ρινθίας, Αθήναι 1886) – το 1885 η παραγωγή δημητριακών μόνο στην περιοχή του Άργους ανέρχονταν σε 150.000 κιλά σιτάρι και 130.000 κιλά κριθάρι. Ανάλογη πα­ραγωγή παρατηρείται την ίδια χρονιά και στις υπόλοιπες περιοχές του νομού αφού η συνολική παραγωγή άγγιξε τα 330.000 κιλά σιτάρι που πέρασε κατά βάση από τους μύλους.

Αν κάνουμε ένα χρονικό άλμα και μεταφερθούμε στο 1938, (Ν. Αναγνωστόπουλου – Γ. Γάγαλη, Η Αργολική Πεδιάς, Αθήνα 1938),  βλέπουμε μια παραγωγή πολλαπλάσια αυξημένη που φτάνει τα 350.000 κιλά σιτάρι ή το 30% της συνολικής αγροτικής παραγωγής και 1.500.000 κιλά κριθάρι.

Το σύνολο σχεδόν της παραγωγής αυτής πέρασε από τους νερόμυλους και ανεμόμυλους της περιοχής, ενώ ένα πολύ μικρό μέρος αλέστηκε από τους χειρόμυλους ή χερόμυλους που διέθεταν τότε πολλά νοικοκυριά προκειμένου να καλύψουν συμπληρωματικές ανάγκες άλεσης για την παρασκευή τρα­χανάδων κλπ. Οι μύλοι ανάλογα με τις συνθήκες δεν άλεθαν μόνο σιτάρι και κριθάρι, αλλά και σιμιγδάλι, καλαμπόκι, βίκο, λαθούρια, κουκιά, ρεβίθια, ενώ στα δύσκολα χρόνια της κατοχής άλεσαν και ξυλοκέρατα (χαρούπια), γκόρτσα, σάρωμα κ.ά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κατασκευαστικό – αρχιτεκτονικό αλλά και τεχνολογικό μέρος των μύλων. Οι νερόμυλοι κτίζονταν συνήθως έξω από οικισμούς. Ήταν μεμονωμένα, ανεξάρτητα κτίσματα μέσα σε ποταμιές, ενώ αρκετοί συγκροτούσαν μυλοτόπια (ομάδες μύλων).

Πετρόκτιστοι στο σύνολό τους, οι μύλοι – συχνά με προσεγμένη λιθοδομή – κτίζονται σύμφωνα με τις τοπικές κατασκευαστικές – αρχιτεκτονικές συνήθειες και με ανάλογα υλικά. Ήταν μονώροφοι ή διώροφοι (μυλόσπιτα που στον επάνω όροφο στέγαζαν την οικογένεια του μυλωνά) με κεραμοσκεπές μονόριχτες, δίριχτες ή τετράριχτες. Ανάμεσά τους υπήρχαν και μύλοι με πολυεπίπεδες κατασκευές και πολλούς χώρους, όπως στο Μετόχι της θερμησίας, ο μύλος του Μπαρμπουλέτου στο Κιβέρι και του Παναγόπουλου στο Μπόρσα). Συνήθως στη μία γωνία βρίσκονταν ο αλεστικός μηχανισμός, ενώ στον υπόλοιπο χώρο ήταν τα αποθηκευμένα σακιά με τα δημητριακά ή το αλεύρι, η πλάστιγγα, ο χώρος συναλλαγών κλπ. Το πάτωμα ήταν συνήθως πλακόστρωτο ή χωμάτινο. Κάποιοι από τους νε­ρόμυλους διέθεταν τζάκι, ενώ σε πολλά από τα κτίσματα που σώζονται έως σήμερα διακρίνονται χωνευτά ντουλάπια, μικρά παράθυρα και πεζούλια. Κάποιοι διέθεταν και χώρο για το σταυλισμό των ζώων και αυλή για τη φορτο­εκφόρτωση τους.

 

Μέρος του αλεστικού μηχανισμού (Άγιος Νικόλαος)

 

Οι μεγαλοπρεπείς συχνά κρεμάσεις των μύλων ήταν λιθοδομή κτισμένη με κουρασάνι (υλικό το οποίο περιείχε τριμμένο κεραμίδι ακόμη και ασπράδι αυγών). Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι ενώ σε αρκετούς μύλους έχει καταρρεύσει το κυρίως κτίσμα τους οι κρεμάσεις παραμένουν αλώβητες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν σήμερα οι σωζόμενες τοξωτές κρεμάσεις ορισμένων νερόμυλων (στο Κιβέρι, στην Πρόσυμνα, στο Λιγουριό).

Ανάλογο είναι και το ενδιαφέρον για το ζουργιό ή χούρχουρη που βρίσκονταν στο υπόγειο του μύλου. Ήταν ένας θολωτός χώρος στον οποίο ήταν τοποθετημένη η φτερωτή (μεταλλικό στεφάνι με πτερύγια), η οποία γύριζε με τη δύναμη του νερού και ο κεντρικός της κάθετος άξονας μετέδιδε την κίνηση στις μυλόπετρες που βρίσκονταν στο ισόγειο του μύλου. Από ‘κει μέσω της τοξωτής εξόδου το νερό συνέχιζε το ταξίδι του για άλλο μύλο ή για το πότισμα των καλλιεργειών. Να σημειωθεί δε ότι η χρήση του νερού αποτελούσε συχνά αιτία αντιδικιών μεταξύ του μυλωνά και κατοίκων της περιοχής.

Το ότι οι νερόμυλοι αποτελούσαν σημαντικά κοινωνικο-οικονομικά κέντρα της περιοχής αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι κοντά τους δημιουργούνταν και χώροι αρκετών άλλων παραγωγικών δραστηριοτήτων. Έτσι συνυπάρχουν μύλοι με νεροτριβές, όπως στο Κεφαλάρι όπου οι πέντε από τους οκτώ συνολικά μύλους διέθεταν νεροτριβή.

Συχνά η μεταφορά δημητριακών συνδυάζονταν με τη μεταφορά μάλλινων υφασμάτων, που χρησιμοποιούνταν για γυναικείες τοπικές ενδυμασίες (σιγκούνια, γιουρτιά) για ανδρικές ποιμενικές κάπες κλπ. Νεροτριβές σε μύλους συναντάμε επίσης στο Κεφαλόβρυσο, στον Αχλαδόκαμπο κ.α. Συνηθισμένη ήταν επίσης η συνύπαρξη νερόμυλου με λιοτρίβι (Μύλοι του Μπαρμπουλέτου και Νταβέλου στο Κιβέρι, στην Άνω Επίδαυρο κλπ). Σε άλλες περιπτώσεις ο μύλος συνυπήρχε με ταβέρνα, καφενείο, πηγάδι, αλώνι, τυροκομείο και χάνι.

 

Ανεμόμυλοι

 

Εντελώς διαφορετικά ήταν τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά των ανεμόμυλων. Κυλινδρικοί, με κωνική στέγη, ήταν κτισμένοι συνήθως σε ανεμόδαρτα υψώματα ή σε πεδινές εκτάσεις με προσανατολισμένες τις πελώριες ξύλινες φτερωτές τους προς το συνηθέστερο άνεμο της κάθε περιοχής. Σε σχέδιο του Ναυπλίου (G. F. Camocio, 1571-1575) της περιόδου της πρώτης Βενετοκρατίας διακρίνονται πέντε ανεμόμυλοι στο σημερινό χώρο της Α­κροναυπλίας. Στην περιοχή του Ναυπλίου υπήρχε ένας ακόμη μεμονωμένος ανεμόμυλος (μύλος Ταμπακόπουλου) στη θέση «Γλυκειά».

 

Ο ανεμόμυλος Ντουνέτα (Κρανίδι)

 

Χαρακτηριστικό της επιλογής του τόπου ανέγερσης των ανεμόμυλων είναι το γεγονός ότι στη νοητή ευθεία Αγ. Αδριανός – Κουτσοπόδι λειτούργησαν κατά περιόδους περίπου 20 ανεμόμυλοι (2 στο Κουρτάκι, 2 στο Ανυφί, 1 στον Αγ. Αδριανό, 5 στο Άργος, 1 στην Πυργέλα, 3 στην Πουλακίδα, 3 στον Ίναχο, και 2 στο Κουτσοπόδι), προφανώς επειδή υπήρχε ευνοϊκό ρεύμα αέρα, ενώ στη δυτική ορεινή Αργολίδα εντοπίστηκε μόνο 1 ένας στην Αλέα.

Οι ανεμόμυλοι ήταν δίπατοι και χωρίζονταν με ξύλινο πάτωμα. Οι χώροι τους ήταν περιορισμένοι. Στο ισόγειο ήταν η πρόχειρη αποθήκη με τα σακιά ενώ στον επάνω όροφο ήταν ο αλεστικός μηχανισμός, ο οποίος από τους ιστορικούς της τεχνολογίας θεωρείται ως το πιο σύνθετο δείγμα μηχανισμού ευρείας χρήσης της προβιομηχανικής περιόδου. Σημειωτέον ότι ο πολύπλοκος αυτός μηχανισμός ήταν χειροποίητος και συναρμολογημένος από 550 περίπου κομμάτια κατεργασμένου ξύλου.

Εσωτερικός και εξωτερικός μηχανισμός χωρίζονταν σε τρία βασικά μέρη. Στον αλεστικό που προαναφέραμε (μυλόπετρες, σκαφίδα κλπ.) στον κινητικό (τεράστια φτερωτή, αξόνι, αντένες) και στο μηχανισμό προσανατολισμού της φτερωτής.

 

Μέρος του μηχανισμού του ανεμόμυλου Ντουνέτα (Κρανίδι)

 

Οι ανεμόμυλοι άρχισαν να φθίνουν μαζικά και στην Αργολίδα λίγο μετά το 1920 και έως τον πόλεμο είχαν σταματήσει να λειτουργούν σχεδόν όλοι. Πολλοί κατεδαφίστηκαν – ιδιαίτερα αυτοί των πεδινών περιοχών – και οι πέτρες τους χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή σπιτιών, αποθηκών, πηγαδιών κλπ.

Με βάση την προαναφερθείσα σύντομη περιγραφή του τεχνολογικού μέρους των ανεμόμυλων και νερόμυλων αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα τη σημασία τους ως μνημεία της προβιομηχανικής εποχής. Οι πολύπλοκοι ξύλινοι – κατά βάση – μηχανισμοί τους ήταν δημιούργημα του ίδιου του μυλωνά, ενός απλού καθημερινού ανθρώπου χωρίς ιδιαίτερες τεχνικές γνώσεις.

Και όμως ο άνθρωπος αυτός στην προσπάθεια επιβίωσής του και στηριγμένος στη συλλογική πείρα και τη γνώση που απορρέει από αυτή, επινόησε ένα μηχανισμό, που στις βασικές τουλάχιστον αρχές του, στηρίχτηκε και η δημιουργία ανάλογων μηχανισμών στις νεότερες εποχές. Επομένως οι μύλοι αποτέλεσαν σταθμό στην εξέλιξη της τεχνολογίας και με την κατάργησή τους τελείωσε μια ολόκληρη εποχή. Αμέσως μετά εμφανίζονται οι κυλινδρόμυλοι με τους μεταλλικούς, ντιζελοκίνητους και στη συνέχεια ηλεκτροκίνητους μηχανισμούς τους.

Σήμερα η παραμελημένη αυτή τεχνολογία χάνεται κάτω από τα βάτα και τα ερείπια των κτισμάτων των μύλων. Πάρα πολλές μυλόπετρες – τα σύμβολα των μύλων – αφανίζονται μέρα με τη μέρα, εκτός βέβαια από αυτές που κοσμούν τις αυλές και τις βεράντες των απογόνων των μυλωνάδων.

Κάποιοι από τους μύλους της Αργολίδας συνδέθηκαν με μεγάλα ή μικρότερα ιστορικά γεγονότα ή συμβάντα της εποχής τους. Έτσι εκτός από τους «αυθεντικούς μύλους» της Λέρνης που προαναφέρθηκαν, ο ανεμόμυλος του Ταμπακόπουλου στη θέση «Γλυκειά» του Ναυπλίου έπαιξε το ρόλο του οχυρού κατά τη διάρκεια της Ναυπλιακής επανάστασης, όπου σε δύο διαφορετικές μάχες φονεύθηκαν περίπου 200 στρατιώτες, ενώ διπλάσιοι ήταν οι τραυματίες. Στο ζουριό του μύλου της Φρουσιούνας Έλληνες στρατιώτες εγκλώβισαν Τούρκους και τους έπνιξαν στα νερά του.  Στο μύλο του Παναγόπουλου, στο Μπόρσα, οι Γερμανοί συνέλαβαν ομάδα πατριωτών με ασύρματους και τους εκτέλεσαν. Το μυλόσπιτο του Λαλούση στο Ηλιόκαστρο οι Γερμανοί το έκαναν στάχτη μαζί με το νοικοκυριό της μυλωνάδικης οικογένειας κ.ά.

Ψυχή και κεντρικό πρόσωπο του νερόμυλου ήταν βέβαια ο μυλωνάς που η ζωή του κυλούσε μέσα σ’ ένα πανδαιμόνιο από φωνές ανθρώπων και ζώων που πνίγονταν από το συνεχές βουητό των νερών και το κροτάλισμα του βαρδαλιού και της μυλόπετρας. Η συνάντηση πολλών ανθρώπων στο μύλο έδινε την εικόνα καθημερινού λαϊκού πανηγυριού. Πολλοί πελάτες (απαλέτες) αναγκάζονταν να διανυκτερεύσουν στο μύλο περιμένοντας τη σειρά τους και έτσι τα βράδια τόριχναν στο φαγοπότι με το μυλωνά. Η μυλωνού πηγαινοερχόταν με τις τσιγαρίδες και το κρασί (σχεδόν όλοι οι μύλοι είχαν το βαρέλι τους) και άρχιζαν τα χωρατά και το τραγούδι. Άλλες φορές άρχιζαν τις ιστορίες, τα παραμύθια και τ’ ανέκδοτα κι έτσι τους εύρισκε το πρωί.

Πρωταγωνιστής ο μυλωνάς, που τους κρατούσε ξύπνιους συχνά με τις υπερβολές και τα ψέματά του. Δεν είναι τυχαία η φράση που έχει επικρατήσει «λόγια του μύλου» που υποδηλώνει λόγια που στερούνται σοβαρότητας. Πάντως ο μυλωνάς είναι ίσως το πιο τραγουδισμένο επάγγελμα. Καλόκαρδος, αγαθός και γελαστός, κάπου έκανε όμως και τις… ζαβολιές του στο ζύγι ιδίως. «Μη κάνεις φίλο μυλωνά, ψαρά και μακελάρη, γιατί άκουσε τη γνώμη μου είναι κι οι τρεις γάιδαροι», λέει η λαϊκή μούσα η οποία τους έχει καταγράψει και ως μουρντάρηδες και ευάλωτους στη γυναικεία παρουσία. «Χωριατοπού­λες τ’ άλεσμα / στο μύλο καρτερούνε / και με το γέρο μυλωνά / μονάχες ξενυ­χτούνε…», λέει υπαινικτικά ένα από τα πολλά μυλωνάδικα τραγούδια.

Αμέτρητες είναι ακόμα οι παροιμίες ή παροιμιακές φράσεις για το μυλω­νά, τη μυλωνού και το μύλο:

– «από μυλωνάς δεσπότης»,

– «Φτηνός στ’ αλεύρι ακριβός στα πίτουρα», ή

– «Μπάτε σκύλοι [ χίλιοι]  αλέστε κι αλεστικά μη δίνετε».

Υπάρχει κι ένα τοπικό τραγούδι γραμμένο για έναν από τους πιο γνωστούς μυλωνάδες της περιοχής μας, το Σπύρο τον Κεφάλα από το Κεφαλάρι.

 Μπάρμπα, μωρέ μπάρμπα

Θανάση μυλωνά

για δεν αλέθει ο μύλος

της θειας μας της Κοντύλως.

Το κό- μωρέ το κόψαν

τόρημο νερό

το κόψανε στη στάλα

στου Σπύρου του Κεφάλα.

Το κό- μωρέ το κόψαν

οι Αργίτισσες

με τ’ άσπρα τους τα μπράτσα

που βγάζουνε τα πράσα.

Το κό- μωρέ το κόψαν οι Αναπλιώτισσες

με τ’ άσπρα τους τα πόδια

που πιάνουν τα χταπόδια.

Τέλος για αρκετούς μύλους της Αργολίδας η λαϊκή φαντασία έπλασε μύθους για δαίμονες και για νεράιδες, για ξωτικά, αράπηδες και καλικάτζαρους. Για παράδειγμα στο μύλο του Ελευθερόγιαννη στο Σπηλιωτάκη λέγανε πως ένας αράπης και μάλιστα φουστανελάς τροφοδοτούσε με νερό το μύλο τα μεσάνυχτα και τον έβαζε να δουλέψει. Στο μύλο του Σελή στον Αχλαδόκαμπο τα ίδια. Ένα ξωτικό, που πολλοί το είχαν δει με τα ίδια τους τα μάτια, εμφανίζονταν στο μύλο του Κατσιάμη στον Αχλαδόκαμπο.

Καλικάτζαρος κυνήγησε ένα Λιγουριάτη που ερχόταν από το μύλο με το γάιδαρό του και σώθηκε γιατί κουλουριάστηκε ανάμεσα στα τσουβάλια του αλευριού. Απροσδιόριστο ξωτικό εμφανιζόταν και στον ανεμόμυλο των Κατσικανίων, γι’ αυτό οι γονείς συμβούλευαν τότε τα παιδιά τους ν’ αποφεύγουν να τον πλησιάζουν. Επίσης ο Νικόλαος Πολίτης, (Νικολάου Πολίτη, Παραδόσεις, βιβλίο Β’, έκδοση «Ιστορική έρευνα»), αναφέρει: «Κοντά στους αφθεντικούς μύλους έ­βγαινε την ημέρα μια Νεράιδα με πράσινα μάτια, που τα στόλιζε με μαργαρι­τάρια και μερτζάνια και στέγνωνε τα ρούχα της στους βράχους. Τη νύχτα με φεγγάρι η ίδια νεράιδα χόρευε πάνω στα κύματα της θάλασσας».

Έχει περάσει ήδη μισός αιώνας από τότε που οι μύλοι έκλεισαν τον ιστορικό τους κύκλο. Η έρευνα για τον εντοπισμό και μια πρώτη καταγραφή τους, δεν είναι παρά το πρώτο στάδιο. Τώρα το λόγο πρέπει να πάρει η Πολιτεία,  οι τοπικοί φορείς και η ίδια η τοπική κοινωνία. Κάποιοι από τους ξεχασμένους σήμερα μύλους της Αργολίδας θα μπορούσαν να πάρουν πνοή και να διηγηθούν την ιστορία τους στον τουρίστα, τον περιπατητή, το φυσιολάτρη, το μαθητή προκειμένου να έλθουν όλοι αυτοί σε επαφή με την παραδοσιακή αγροτική κοινωνία. Με μια ζωή σκληρή αλλά αληθινή….

 

Κείμενο – Φωτογραφίες: Γιώργος Αντωνίου

 

Πηγές

 

 

  • Άργος, Κοινωνία και Πολιτισμός, Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης της 22 και 23 Μαρτίου 2003, Εκδόσεις Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», Αθήνα, 2009.
  • Γιώργος Αντωνίου, «Μύλοι της Αργολίδας», Έκδοση Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αργολίδας,  Ναύπλιο, 2005.

 

 

Read Full Post »

Χώροι Θεάματος στην Αρχαία Πελοπόννησο  


 

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

 

Ομιλία θα πραγματοποιήσει το Σάββατο 9 Απριλίου 2011 και ώρα 20.00, στο Θέατρο της οδού Ατρέως στο Άργος, ο καθηγητής κ. Κωνσταντίνος Τζιαμπάσης ( Discam – Universita degli Studi di Messina), προσκεκλημένος  του Συλλόγου «Πολιτιστική Αργολική Πρόταση».

Θέμα της ομιλίας, θα είναι: «Χώροι Θεάματος στην Αρχαία Πελοπόννησο». Η είσοδος είναι ελεύθερη.

 

 

Read Full Post »

Ομιλία στο Δαναό, «Διαταραχές στη διαμόρφωση του φύλου»  


 

O Σύλλογος Αργείων « O Δαναός» έχει την τιμή και την ευχαρίστηση να σας αναγγείλει, ότι  την  Κυριακή  10  Απριλίου 2011 και ώρα  7  μ.μ θα φιλοξενήσει στο Βήμα του, τον  Ιατρό – Παιδοχειρουργό κ. Δημήτριο  Κ. Κεραμίδα  με θέμα:

  « Διαταραχές στη διαμόρφωση του φύλου».

Θα ακολουθήσει συζήτηση.

Η παρουσία σας θα αποτελέσει τιμή για τον ομιλητή και τον Σύλλογο.

 

Κεραμίδας Κ. Δημήτριος


 

Γεννήθηκε στο Άργος. Πρωτότοκος γιός του χειρουργού Κωνσταντίνου Δ. Κεραμίδα και της Αλίκης Κεραμίδα. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Άργους, γράφτηκε κατόπιν εξετάσεων στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αποφοίτησε με βαθμό «λίαν καλώς» και ειδικεύτηκε σε δυο ειδικότητες, Γενικής Χειρουργικής και Παιδοχειρουργικής την οποία ασκεί. Παντρεμένος με την ιατρό αιμοπαθολογοανατόμο Δήμητρα Αναγνώστου  και έχει μία κόρη φιλόλογο-γλωσσολόγο.

Τίτλοι

-Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών (1967)

-Υφηγητής Χειρουργικής του Πανεπιστημίου Αθηνών (1978)

-Καθηγητής Παιδοχειρουργικής του Πανεπιστημίου Πατρών  (εκλογή 1998)

-Fellow of European Board of Pediatric Surgery(1997)

Νοσοκομειακή Θητεία

Έχει εργασθεί επί σειρά ετών στα δύο Νοσοκομεία  Παίδων Αθηνών, Επιμελητής στο Αγλαΐας Κυριακού και  Διευθυντής στο Αγία Σοφία  καθώς και στο νοσοκομείο Νοrwich στην Αγγλία

Επίσης έχει εργασθεί ως υπότροφος ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας (University of Southern California,Los Angels,USA)  την περίοδο 1973-1974.

Εκπαιδευτικό Έργο

Έχει εκπαιδεύσει μεγάλο αριθμό ιατρών ειδικευομένων στη Παιδοχειρουργική, από τους οποίους πολλοί έχουν εκπονήσει Διδακτορικές διατριβές υπό την επίβλεψή του, καθώς και φοιτητές της ιατρικής.

Ερευνητικό Έργο

Στο ερευνητικό του έργο περιλαμβάνονται πρωτότυπες μελέτες σε πειραματόζωα οι οποίες είχαν κλινική εφαρμογή στον άνθρωπο. Επτά  έχουν δημοσιευτεί στο εξωτερικό και αναφέρονται στους τόμους του Citations Index Medicus (USA).

Χειρουργικές Τεχνικές

Έχει δημοσιεύσει στο εξωτερικό τα αποτελέσματα δικών του χειρουργικών επεμβάσεων που έγιναν αποδεκτές και  εφαρμόστηκαν  σε  κέντρα του εξωτερικού :

1) Τεχνική συντηρητικής εγχείρησης τραυμάτων του σπληνός : Surgery 1980

2) Τεχνική επανεμφύτευσης των ουρητήρων : Pediatr Surg 1980 και Br J Urol 1993

3) Τεχνική αφαίρεσης συγγενών κύστεων του προστάτη : Br J Urol 1995

4) Τεχνική διόρθωσης του περιφερικού υποσπαδία: Eur J Pediatr Surg 1995

5)Τεχνική διασφιγκτηριακής και διαορθικής διακοπής της συγγενούς ορθοκολπικής επικοινωνίας : Eur J Pediatr Surg 1997                                    

Δημοσιεύσεις

Έχει δημοσιεύσει  252 εργασίες από τις οποίες οι 57 σε ξένα επιστημονικά περιοδικά και έχει συγγράψει, κατόπιν προσκλήσεως,  κεφάλαια της  ειδικότητάς του σε τρία ξένα συγγράμματα:

1) Hypospadias Surgery,Heidelberg,Springer 2003

2) Liver and Βiliary Tract Surgery,Wien-N.York,Springer 2006

3) History of Surgical Pediatrics,N Jersey-London,W.Scientific,2009

Επίσης έχει συγγράψει κεφάλαια παιδοχειρουργικής σε πανεπιστημιακά βιβλία και σε βιβλία της Ελληνικής Χειρουργικής Εταιρείας.

Aνακοινώσεις σε Στρογγυλές Τράπεζες

Έχει 161 διαλέξεις και συμμετοχές σε στρογγυλές τράπεζες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και  314 ανακοινώσεις ή συμμετοχές σε ανακοινώσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Βιβλιογραφικές Παραπομπές σε Εργασίες του (Citations)

Ξένα βιβλία παιδοχειρουργικής περιλαμβάνουν βιβλιογραφικές παραπομπές σε εργασίες του. Οι αναφορές ξένων επιστημονικών  περιοδικών στις εργασίες του ανέρχονται σε εκατοντάδες.

Μέλος Συντακτικών Επιτροπών Επιστημονικών Περιοδικών

1) Μέλος της συντακτικής Επιτροπής του European Journal of Pediatric Surgery

2) Κριτής (Referee) στο Journal of Pediatric Surgery

3) Μέλος της Συντακτικής Επιτροπής της «Ελληνικής Χειρουργικής»

4) Διευθυντής Σύνταξης της «Ελληνικής Χειρουργικής»

Μέλος Επιστημονικών Εταιρειών

Έχει διατελέσει :

1) Πρόεδρος της Mediterranean Association of Pediatric Surgeons

2) Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Χειρουργών Παίδων

3) Πρόεδρος της Ελληνικής Χειρουργικής Εταιρείας

4) Εκπρόσωπος της Ελληνικής Εταιρείας Χειρουργών Παίδων στο Ευρωπαικό Συμβούλιο Παιδοχειρουργών

5) Μέλος της British Association of Pediatric Surgeons

6) Ιδρυτικό μέλος της International Society of Pediatric Surgical Oncology

Κοινωνικό Έργο

1) Εκτέλεση χειρουργικών επεμβάσεων, ως εθελοντική προσφορά, σε  παιδιά της Λωρίδας της Γάζας στη Παλαιστίνη, κατόπιν προσκλήσεως της Οργάνωσης Medecins du Monde, 1998.

2) Εθελοντική προσφορά και εκτέλεση χειρουργικών επεμβάσεων, κατόπιν προσκλήσεων στο Μακάριο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, στην Κύπρο.

 

Read Full Post »

Εικονοστάσια


 

«… Από τη μικρότητα του τόπου,

ο οποίος παλεύει με μεγάλες ενάντιες δυνάμεις,

θέλει να έβγουν οι μεγάλες ουσίες».

(Δ. Σολωμός. Ποιήματα και πεζά, Αθήνα, Εξάντας 1990)

 

Εικονοστάσι στη Νέα Τίρυνθα Αργολίδας

θεός και άνθρωπος είναι οι δύο πόλοι της θρησκείας. Υπερβατικό το ένα στοιχείο της πραγματικότητας και ενδοκοσμικό το άλλο, το θείο και το ανθρώπινο συνιστούν τις παραμέτρους της έννοιας του ιερού. Το ανθρώπινο αναφέρεται στο θείο με δύο διαφορετικούς τρόπους: θετικά και αρνητικά. Η θετική στάση συνιστά το θεϊσμό και η αρνητική τον αθεϊσμό.

Καλούμαστε να προλογίσουμε, αυτό – που κατά την ταπεινή μας γνώμη – ανήκει στην πρώτη περίπτωση αγγίζοντας την υπερβολή ίσως: τα εικονοστάσια ή προσκυνητάρια, κατά τη λαϊκή έκφραση. Η ύπαρξή τους έχει λόγο: υποδηλώνει την επιθυμία να εξιλεωθεί το θείο, την επισήμανση κάποιου ιερού τόπου ή τέλος, την ανάμνηση κάποιου καλού ή κακού γεγονότος. Για τους λόγους αυτούς ίσως να μην ήταν άστοχη η ονομασία «μαρτύρια».

Η κατασκευή ενός «προσκυνηταριού» υπερβαίνει τις «καθ’ ύλην» υποχρεώσεις του πιστού, ο οποίος πραγματοποιεί με τον τρόπο αυτό μια επιπλέον προσφορά στο θείο. Τα ιδιότυπα αυτά μνημεία συνίστανται από έναν στοιχειώδη δομικό πυρήνα με μικρές διαστάσεις, που έχει απαραιτήτως στην κορυφή του το χριστιανικό σταυρό.

Ο πυρήνας αυτός περιλαμβάνει στους κόλπους του δύο κοιλότητες, το εικονοστάσι και τον κορμό για τις ελεημοσύνες, κάτι που παλαιότερα υπήρχε στα περισσότερα προσκυνητάρια, όπου οι πιστοί έριχναν τον όβολό τους. Στον επάνω χώρο φυλάσσεται η εικόνα του Αγίου, στη μνήμη του οποίου είναι αφιερωμένο το προσκυνητάρι, το λάδι και όλα τα απαραίτητα για τη συντήρηση του καντηλιού.

 

Εικονοστάσι στη Μιδέα Αργολίδας

 

Υπάρχει πληθώρα προσκυνηταριών, που συναντά κανείς διάσπαρτα στην πατρίδα μας, τα περισσότερα στην ύπαιθρο χώρα, κυρίως στο κεντρικό και επαρχιακό δίκτυο.  Οι ιδιότυποι αυτοί ιεροί χώροι έχουν ποικίλη μορφή και περιεχόμενο. Ως ταπεινά ναΐδρια καταθέτουν τη «μαρτυρία» και τον πόνο των ανθρώπων. Όσον αφορά στη διαμόρφωση των προσκυνηταριών, κυρίαρχο ρόλο έχουν τα διαθέσιμα δομικά υλικά του χώρου της κατασκευής τους, τα οικονομικά μέσα και τέλος, η έμφυτη αισθητική του λαϊκού τεχνίτη που αναλαμβάνει την κατασκευή τους.

Ο συνδυασμός των παραπάνω προϋποθέσεων έχει ως αποτέλεσμα την ποικιλία των μορφών και τη διαφορετική τεχνοτροπία του ενός από το άλλο, ώστε πολλές φορές η ποιότητά τους να είναι αμφίβολη και η αισθητική τους αμφισβητήσιμη. Σε μερικές περιπτώσεις, χωρίς υπερβολή, παρατηρούμε ότι εμφανίζονται σε όμοιες μορφές ομάδες και άλλοτε πάλι, με κάποια γεωγραφική συνοχή.

 

Εικονοστάσι στην Αρχαία Επίδαυρο

 

Εκφράζουν πηγαία συναισθήματα. Και κυρίως, συνοψίζουν την ιδιότυπη λαϊκή θρησκευτικότητα. Αυτό φαίνεται στα κοιλώματα των δένδρων, στα βραχώδη τοιχώματα, στα μικρά σπήλαια και σε όλα αυτά τα απίθανα μέρη που επιλέγει η ανθρώπινη παρόρμηση, για να καταθέσει την ψυχή της. Αξιοσημείωτο είναι το ότι συναντάμε προσκυνητάρια ακόμα και έξω από την Ελλάδα.

Να σημειωθεί επίσης ότι στην εκκλησιαστική τέχνη η Πίστη προηγείται, ενώ η Τέχνη κυριαρχείται από αυτήν. Δεν εκφράζονται ατομικά συναισθήματα, αλλά συλλογική αποδοχή του «ακατάληπτου» μυστηρίου που «εισέβαλε» στην ιστορική πραγματικότητα «διά την ημετέραν σωτηρίαν», γι’ αυτό και διατηρείται η ανωνυμία του εκκλησιαστικού καλλιτέχνη, ακόμη και αν είναι γνωστός.

 

Κείμενο: Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Σελλής

Έρευνα – φωτογραφίες : Γιώργος Αντωνίου

  

Πηγή


Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »