Μακαρονοποιεία Άργους-Ναυπλίου
Στο Άργος και στο Ναύπλιο είχαν ιδρυθεί προπολεμικά εργαστήρια ζυμαρικών, τα οποία έπαψαν να λειτουργούν πριν από πολλά χρόνια είτε γιατί δεν ήταν τα μηχανήματά τους επαρκή είτε γιατί αναπτύχθηκαν οι μεγάλες βιομηχανίες ζυμαρικών.
Στο Άργος υπήρχαν προπολεμικά δύο μακαρονοποιεία.[1] Το ένα ήταν ιδιοκτησίας Μπιτσαξή-Τσεκρέκου κοντά στο Εργατικό Κέντρο (πίσω από την οδό Βασ. Αλεξάνδρου). Τα τελευταία χρόνια λειτουργίας του το είχε ενοικιάσει ο Ευάγγελος Καραγιάννης, ο οποίος ήθελε να αγοράσει το οίκημα μαζί με τα μηχανήματα και να τα αντικαταστήσει με άλλα σύγχρονα, κάτι που δεν έγινε, διότι οι συνιδιοκτήτες διαφωνούσαν ως προς την πώληση ή μη του εργαστηρίου.[2] Τελικά, το εργοστάσιο αυτό, του Βασίλη Καραγιάννη, όπως το θυμούνται πολλοί, έκλεισε το 1956 περίπου. Απασχολούσε πεντέξι εργάτες.
Το άλλο εργαστήριο ήταν του Γεωργίου Μπουλαμάκη, στην οδό Τσώκρη 32, εκεί όπου τώρα στεγάζεται το φαρμακείο του Πέτρου Αναγνωστόπουλου, το οποίο έκλεισε πιο νωρίς, στις αρχές της δεκαετίας 1950.
Τα παραπάνω εργαστήρια ζυμαρικών ήταν πολύ αξιόλογα για την εποχή τους, αλλά τα μηχανήματά τους ήταν ανεπαρκή και δεν διέθεταν ξηραντήρια, με αποτέλεσμα τα μακαρόνια επάνω στο μήνα να πιάνουν σκουληκάκια. Τα μακαρόνια, καθώς έβγαιναν από τη φόρμα, ένας εργάτης τα έπαιρνε μ’ ένα λεπτό καθαρό καλάμι, το οποίο στη συνέχεια τοποθετούσε σε δύο τρίποδα, για να ξεραθεί το προϊόν. Ύστερα το προωθούσαν στο εμπόριο σε χάρτινη συσκευασία των πέντε οκάδων. Ο μπακάλης πουλούσε τα μακαρόνια με το ζύγι και τα τύλιγε σε εφημερίδα ή λαδόκολλα, όπως τις ρέγκες. Οι πιο ηλικιωμένοι θα θυμούνται ίσως ότι τα μακαρόνια είχανε μαγκουρίτσα στη μιαν άκρη από το δίπλωμά τους στο καλάμι.
Στο Ναύπλιο η εικόνα ήταν διαφορετική. Ξεκινώντας από πιο παλιά, σημειώνουμε ότι υπήρχε εργοστάσιο μακαρονοποιίας και ζυμαρικών του Θ. Κοκκίνου ήδη από τη δεκαετία 1910 στην Άρεια Ναυπλίου. Στο ίδιο όνομα έχει καταχωρηθεί και ελαιοτριβείο στην Άρεια και εργοστάσιο παγοποιίας στο Ναύπλιο.[3]
Η εικόνα για τα ζυμαρικά στην Αργολίδα αλλάζει αργότερα, όταν το 1938 ιδρύεται το εργαστήριο ζυμαρικών του Φωτόπουλου. Ο Βασίλειος Φωτόπουλος έφερε δύο πρέσες και άλλα σύγχρονα για την εποχή μηχανήματα από την Ελβετία, τα οποία εγκατέστησε σε ιδιόκτητο κτίριο επί της οδού Άργους 5 στο Ναύπλιο, εκεί όπου στεγαζόταν μέχρι πρότινος το ιχθυοπωλείο «Κοράλλι».

Μακαρονοποιείο, στο Ναύπλιο, Βασ. Φωτόπουλου (δεξιά) με το προσωπικό της επιχείρησης, 1958 (αρχ. Γ. Φωτόπουλου).
Πρώτες ύλες ήταν το σιμιγδάλι και το νερό, τίποτε άλλο. Το σιμιγδάλι, ως γνωστόν, είναι το καλής ποιότητας χοντρό αλεύρι από σκληρό σιτάρι. Επειδή το Ναύπλιο υπέφερε από έλλειψη νερού, ο Φωτόπουλος προμηθευόταν νερό από βυτιοφόρα, που γέμιζαν τη δεξαμενή του εργαστηρίου. Η αναλογία σιμιγδαλιού-νερού ρυθμιζόταν αυτόματα.
Η πρέσα ήταν το ζυμωτήριο. Στη συνέχεια ένας κοχλίας, ο σαλίγκαρος, προωθούσε την πάστα στην κεφαλή, όπου προσαρμοζόταν η φόρμα. Υπήρχαν αρκετές φόρμες για ψιλά ή χοντρά μακαρόνια. Ένας αυτόματος κόφτης ρύθμιζε το μήκος των ζυμαρικών. Κατόπιν τα μακαρόνια απλώνονταν σε ειδικές ράβδους από αλουμίνιο και προωθούνταν στο ξηραντήριο – προξηραντήριο και καμπίνες τελικής ξήρανσης -, όπου με βεντιλατέρ θερμού αέρα, με ειδικά καλοριφέρ και με την παρακολούθηση διαφόρων οργάνων, θερμομέτρου και υγρομέτρου, ξεραίνονταν τα ζυμαρικά, χωρίς να πιάνουν αργότερα σκουληκάκια και χωρίς να λασπώνουν στο βράσιμο.
Το τελευταίο στάδιο παραγωγής ήταν το τμήμα συσκευασίας, όπου συσκευάζονταν τα μακαρόνια σε χαρτοσακούλες των πέντε οκάδων, ενώ το κοφτό μακαρονάκι σακιαζόταν σε σακιά των 25 οκάδων.[4] Ο μπακάλης αγόραζε ένα σακί κοφτό μακαρονάκι και το πουλούσε χύμα. Αργότερα έγινε η τυποποίηση σε συσκευασίες του μισού ή του ενός κιλού.
Στο εργαστήριο ζυμαρικών του Βασ. Φωτόπουλου, το οποίο είχε αρχικά τη φίρμα «Κολοκοτρώνης» και αργότερα DIAΝΑ, εργάζονταν 20-25 άτομα και η παραγωγή ανερχόταν σε 3-4 τόνους ζυμαρικών στο οκτάωρο λειτουργίας της επιχείρησης.
Η επιχείρηση ζυμαρικών DIAΝΑ Ναυπλίου έκλεισε το 1973, όταν είχαν αναπτυχθεί οι μεγάλες βιομηχανίες ζυμαρικών – ΜΙΣΚΟ, ΜΕΛΙΣΣΑ κ.ά.- και δεν ήταν εφικτός ο ανταγωνισμός.[5]
Σημείωση Βιβλιοθήκης: Στο Ναύπλιο λειτούργησε η πρώτη καταγεγραμμένη «Φάμπρικα Μακαρονιών» στην Ελλάδα κατά την Οθωνική περίοδο (1834). Σύντομα δημιουργήθηκαν και άλλες μικρές βιομηχανίες ζυμαρικών, κυρίως από ιδιοκτήτες αλευρόμυλων. Όμως, χρειάστηκε να περάσουν πολλές δεκαετίες μέχρι μια επιχείρηση να βάλει τη «σφραγίδα» της στην ιστορία των ζυμαρικών στην Ελλάδα.
Η οικοτεχνία Χαραλαμπόπουλου. Το 1875, ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, από την Τεγέα της Αρκαδίας, δημιούργησε την πρώτη οικοτεχνία παραγωγής μακαρονιών. H γυναίκα του έφτιαχνε τα καλύτερα ζυμαρικά της περιοχής και εκείνος διέβλεψε ότι υπήρχε μια εμπορική ευκαιρία. Το 1890, η οικοτεχνία μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο και μετατράπηκε σε βιοτεχνία, τότε λανσάρεται και η πρώτη μάρκα ζυμαρικών με την επωνυμία «Βεζούβιος» ίσως να είναι και τα πρώτα επώνυμα ζυμαρικά στην ιστορία του κλάδου και η επιχείρηση ονομάζεται «Χαραλαμπόπουλος Μακαρόνια». Επρόκειτο για τα πρώτα επώνυμα ζυμαρικά στην ιστορία του κλάδου. Η επιλογή της ονομασίας ήταν προφανής: για να παραπέμπουν στη Νάπολη και τα αυθεντικά ιταλικά ζυμαρικά. Το 1909, η μακαρονοποιία αναζητά την τύχη της στον Πειραιά, όπου είχαν δημιουργηθεί και άλλες μικρές βιομηχανίες ζυμαρικών. Με το πέρασμα των ετών, μετεξελίχθηκε σε βιομηχανία με την επωνυμία «Αφοί Χαραλαμπόπουλοι ΑΕ» και, το 1952, μια ακόμη σειρά μακαρονιών, τα «ΣΤΑΡ», λανσαρίστηκαν στην αγορά.[6]
Υποσημειώσεις
[1] Ν. Αναγνωστόπουλου – Γ. Γάγαλη, Η Αργολική Πεδιάς, Αθήνα 1938, σ. 76 (Δεν μνημονεύονται στη μελέτη τα ονόματα των μακαρονοποιείων).
[2] Μαρτυρία Παναγιώτας Καραγιάννη.
[3] Οδηγός Ν. Ιγγλέση, σ. 334.
[4] Η οκά, που είχε 400 δράμια και ισοδυναμούσε με 1282 γραμμάρια, ίσχυσε μέχρι 31 Μαρτίου 1959. Από την επομένη καθιερώθηκε επισήμως και στην Ελλάδα το κιλό ή χιλιόγραμμο.
[5] Ευχαριστούμε τον γιο του ιδρυτή Γεώργιο Φωτόπουλο για τη συνέντευξη που μας παραχώρησε.
[6] Το κείμενο αποτελεί τμήμα της μεγάλης έρευνας της «Μηχανής του Χρόνου» σχετικά με τη διατροφή των Ελλήνων τον 20ό αιώνα, που προβλήθηκε στο Cosmote History.
Φιλόλογος – Συγγραφέας
Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.
Σχετικά θέματα:
- «Εμείς» και οι «Άλλοι» : Η περίπτωση του ανταγωνισμού Άργους – Ναυπλίου
- Ο Κόσμος της εργασίας: Όψεις, Χρόνοι, Χώροι









Σχολιάστε