Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Μυθολογία’ Category

 

Η ερωτική ζωή στα χρόνια του Ομήρου


 

Ο Έρωτας – Ο Πλατωνικός έρωτας – Ο γάμος: ο συζυγικός έρωτας, οικογένεια, προβλήματα, γκρίνιες – Πώς έβλεπαν οι άντρες της ομηρικής εποχής τις γυναίκες – Ο συζυγικός έρωτας και οι γκρίνιες Άλλες πτυχές της Ομηρικής ψυχής – Ο σαρκικός έρωτας, – Οι γυναίκες – Χωρισμός των γυναικών κατά κατηγορίες – To sexΤα νόθα – Απαγωγές – Ο έρωτας και το θέατρο – Sensualités raffinées (εκλεπτυσμένη ηδονή, απόλαυση) – Η ομοφυλοφιλία – Ο έρωτας σαν ποινή ή εκδίκησηΗ Ζήλεια – Αιμομιξίες

 

Ο Έρωτας

Μετά την διασφάλιση της επιβίωσης, το δεύ­τερο σημαντικό μέλημα στη ζωή ενός ο­μηρικού ήρωα ήταν ο Έρωτας. Εδώ – προς διευκόλυνση των αναγνωστών- θα πρέ­πει να χωρίσουμε το θέμα μας σε μικρότερα τμήματα, εξετάζοντας λεπτομερέστερα κάθε έκφανση της ερωτικής συμπεριφοράς.

 

Ο Πλατωνικός έρωτας

 

«Η Βρισηίς οδηγείται στον Αγαμέμνονα από τους Ταλθύβιο και Ευρυβάτη.» Τοιχογραφία του Τιέπολο στη Villa Valmarana της Βιτσέντζα (1757).

Πιστεύουμε πως στα Ομηρικά χρό­νια δεν είναι δυνατόν παρά να υπήρχε και αυτή η σπανίζουσα μορφή έρωτα. Στα Έπη απαντούμε λίγους, ελάχιστους στίχους, ό­που ο Όμηρος αναφέρεται σε κάτι που μοιά­ζει σ’ αυτό που πολύ αργότερα χαρακτηρί­στηκε «πλατωνικός έρωτας», και που δεν εί­ναι τίποτ’ άλλο από έναν έρωτα που από την αντιξοότητα των περιστάσεων δεν πρόλαβε να πάψει να είναι «πλατωνικός». Σ’ ένα τέτοιο στίχο, λοιπόν, βλέπουμε τη Βρισηίδα να οδηγείται στον Αγαμέμνονα «αέκουσα» (χωρίς την θέλησή της) (Ιλ. Α, 348). Και ήταν φυσικό γι­ατί ο Αγαμέμνονας θα μπο­ρούσε να ήταν και πατέρας της  από απόψεως ηλικίας και ή­ταν και παντρεμένος. Αντίθετα με τον Αχιλ­λέα που άφηνε, που και νεότερος ήταν και ωραίος και ανύπαντρος και ο οποίος της άρεσε.

«Νεαρούς να γλυκοκουβεντιάζουν» μας παρουσιάζει ο Όμηρος στους στίχους (Ιλ. Χ, 127) και είναι μια από τις τρυφερές εικό­νες τις τόσο σπάνιες που συναντά κανείς στους συνεχώς οργισμένους και αιματόβρεχτους στίχους της Ιλιάδας. Να ακόμη μερι­κοί, σταχυολογημένοι και από τα δύο Έπη: Η θεά Ειδοθέα, κόρη του θαλασσινού Πρωτέα, ερωτεύεται τον Μενέλαο (Οδ. α, 366), αλλά οι σχέσεις τους αυτές παραμένουν σε πλατωνικό επίπεδο, αν κρίνει κανείς από όσα αφηγείται ο Μενέλαος επί παρουσία της γυναίκας του Ελένης. Τελείως παιδιάστικη είναι η συμπεριφορά της Ναυσικάς όταν πρωτοσυναντά τον Οδυσσέα, και τη μια τον βλέπει «αείκελον» (ασκημομούρη), και την άλλη δε «θεοίσιν έοικεν» (έμοιαζε σαν θεός) (Οδ. ζ, 242).

Οδυσσέας και Ναυσικά, Christoph Amberger, 1619. Alte Pinakothek, Munich.

Η περίπτωση της Ναυσικάς πιστοποιεί για μια ακόμη φορά την αιώνια γοητεία των «γκρίζων κροτάφων» στις νεαρές ηλικίες, γιατί πουθενά ο Όμηρος δεν μας λέει αν ο Οδυσσέας ήταν ωραίος άντρας. Η Ναυσικά, παρ’ όλο τον ενθουσιασμό της, δείχνει αρ­κετά πεπειραμένη και σέβεται το τι θα πει ο κόσμος αν την δούν μ’ έναν άγνωστο (Οδ. ζ, 285). Δεν θέλει ν’ ακουστούν γι’ αυτήν τα κουτσομπολιά που η ίδια ομολογεί ότι κάνει για τις άλλες, που «ανδράσι μίσγηται, πριν γ’ αμφάδιον γάμον ελθείν», δηλαδή: «που δίχως του πατέρα τους τη γνώμη και της μάνας / και πριν ακόμη παντρευτούν με τα παλικάρια σμίγουν». (Οδ. ζ, 288).

Άγνωστο για ποιους λόγους, το πιθανό­τερο είναι για καθαρά καιροσκοπικούς, ο Ο­δυσσέας, όλως απρόσμενα για ένα πρόσωπο σαν κι αυτόν, στα αισθήματα της Ναυσικάς, κρατά μια αξιοπρεπή αρνητική στάση και περιορίζει σε στενά πλατωνικά πλαίσια, παρ’ όλες τις παροτρύνσεις του πατέρα της Αλκίνοου, που προσπαθεί να την παντρέψει την κόρη του «άρων των αρών» που λένε. Άσχετα τώρα από όλα αυτά, εννοώ τις γε­μάτες δυσπιστία σκέψεις, που μπορεί να εί­ναι χρήσιμες και απαραίτητες στην καθημε­ρινή ζωή αλλά δεν είναι διόλου ευχάριστες, ο Όμηρος στο επεισόδιο αυτό του έρωτα της Ναυσικάς για τον Οδυσσέα, βρίσκει την ευ­καιρία να γράψει ανεπανάληπτους σε χάρη και τρυφερότητα στίχους. Παρουσιάζει τη Ναυσικά ακουμπισμένη στην παραστάδα μιας πόρτας να περιμένει να βγει ο Οδυσσέας από το λουτρό. Του λέει κοιτώντας τον μ’ α­γάπη: «Καλό σου ταξίδι ξένε, και θυμήσου σαν φτάσεις / στην πατρίδα σου, πως τη ζωή σου μου χρωστάς». (Οδ. ε, 457)

Μια άλλη σκηνή γεμάτη λεπτότατο λυρισμό, είναι εκείνη του αποχαιρετισμού του Οδυσσέα και της Κίρκης. Να την δούμε πρώτα στο κείμενο και κατόπιν την μεταφράζουμε:

«Οι μεν κοιμήσαντο παρά πρυμνήσια νηός / η δε με χειρός ελούσα φίλων απονόσφιν εταίρων / εισέ τε και προσέλεκτο και εξερέεινεν έκαστα / αυτάρ εγώ τη πάντα κατά μοίραν κατέλεξα».

Και του λέει η Κίρκη: «Ταύτα μεν ουν πάντα πεπείρανται, συ δ’ άκουσον».(Οδ. μ, 231)

Και η μετάφραση:

«Τότε όλοι κοιμηθήκανε κοντά στα παλαμάρια / κι αυτή απ’ το χέρι μ’ έπιασε κι αλάργα από τους συντρόφους / με κάθισε και στρίμωνε κοντά μου και ρωτούσε / κι εγώ όλα της τα ιστόρησα με τάξη κι όπως ήταν».

Και του λέει η Κίρκη:

«Έτσι όλα αυτά τελειώσανε, μον’ άκουσέ με τώρα». Πιο γαλήνιο, πιο αξιοπρεπή χωρισμό, είναι δύσκολο να διαβάσει κανείς.

 

Ο γάμος: ο συζυγικός έρωτας, οικογένεια, προβλήματα, γκρίνιες

 

Ο γάμος με μια γυναίκα, τη νόμιμη σύζυ­γο, έπαιζε έναν ξεχωριστό και σημαντικό ρό­λο στη ζωή των Ομηρικών ανθρώπων. Στην απόφαση για ένα γάμο, έστω και ελεύθερου ανθρώπου, φαίνεται πως παρενέβαιναν και άλλοι παράγοντες, εκτός από τους συναισθηματικούς, αν υπήρχαν κι αυτοί πιθανόν οικονομικοί, ταξικοί που είναι το ίδιο. Ο Αχιλλέας περιμένει να τον παντρέψει ο πατέρας του (Ιλ. I, 393-99): «Γιατί», λέει, «ε­μένα αν γυρίσω σπίτι μου, μια φορά ο Πηλέας έπειτα, θα με παντρέψει ο ίδιος… Εκεί που βρισκόμουν ακόμα, πάρα πολύ το τραβούσε η ψυχή μου να παντρευτώ γυναίκα με στεφά­νι. Μια που να μου ταιριάζει».

Παρ’ όλον ότι ο Αχιλλέας είχε ήδη στη Σκύρο ένα γιο, τον Νεοπτόλεμο (Ιλ. Τ, 327). Κατά μείζονα λόγο αυτό ίσχυε για τα κορίτσια που έπρεπε να έ­χουν τη γνώμη του πατέρα και της μάνας τους. Αν και απ’ αυτά που λέει η Ναυσικά (Οδ. ζ, 286), δεν ήταν πάντα απαραίτητο.

 

Γάμος του Έρωτα και της Ψυχής, Πομπέο Μπατόνι (1756)

 

Τη γυναίκα το στεφάνι του γάμου την κα­θιστούσε πρόσωπο σοβαρό, που έπρεπε να έ­χει ξεχωριστή εκτίμηση. Ο Μενέλαος κατη­γορεί τους Τρώες ότι του έκλεψαν «κουριδίην άλοχον» γυναίκα δηλαδή επίσημη, νόμι­μη, στεφανωμένη, και αυτό ήταν σοβαρότε­ρο από την αρπαγή μιας οποιασδήποτε άλ­λης γυναίκας (Ιλ. Ν, 626). Να υποθέσουμε ότι η σπουδαιότητα που απέδιδαν στο πρό­σωπο της νόμιμης συζύγου, της «στεφανωμέ­νης», είχε σχέση με τη στερεή δομή της οι­κογένειας και των οικογενειακών και κοι­νωνικών δεσμών που έπαιζαν τότε, αλλά και σήμερα, τόσο σημαντικό ρόλο;

Είναι μια σκέψη. Μια άλλη είναι ότι τη νό­μιμη σύζυγο, την αγόραζαν ουσιαστικά, και η απώλειά της σήμαινε την απώλεια ση­μαντικού περιουσιακού στοιχείου. Πέραν ό­μως απ’ αυτές τις ρεαλιστικές σκέψεις, υ­πήρχαν και ηθικά παραγγέλματα, τουλάχι­στον στην επιφάνεια, όπως εκείνο του στί­χου (Ιλ. I, 341), που συμβουλεύει: «Ο γνω­στικός άντρας πρέπει ν’ αγαπάει τη γυναίκα του, κι αν ακόμα την άρπαξε στον πόλεμο». Η απουσία της γυναίκας τους τούς κόστιζε πολλαπλώς: «Γιατί κι ένα μόνο μήνα μένον­τας κανείς μέσ’ το πολύκουπο καράβι του μακριά από τη γυναίκα του στενοχωριέται» (Ιλ. Β, 292).

Και ο Σαρπηδόνας λέει στον ‘Εκτορα (Ιλ. Ε, 480), «…(άφησα στη Λυδία) γυναίκα αγα­πημένη και γιο μωρό». Η Πηνελόπη επίσης «…τον άντρα μου πο­θώ και αιώνια τον θυμούμαι» (Οδ. α, 343). Και μάλιστα τον ονειρεύεται: «Αυτή τη νύχτα πάλι εγώ, τον είχα στο πλευρό μου / ως ήταν όταν έφυγε με το στρατό και τόσο / χαιρόμουν, που είπα αληθινό, κι όχι όνειρο πως ήταν». (Οδ. γ,). Βέβαια υπήρχαν και καθυστερημένες και ύποπτες συζυγικές αγάπες. Και βλέπουμε έ­τσι την Ελένη, όταν η πλάστιγγα έγειρε προς το μέρος των Αχαιών και οι Τρωαδίτισσες άρχισαν τα μοιρολόγια, να δηλώνει χωρίς καμιά συστολή: «μα εγώ πετούσα από χαρά, γιατί είχε πια γυρίσει / μέσα η καρδιά μου, κι ήθελα στο σπίτι να γυρίσω».  (Οδ. λ, 268)

Αυτά έλεγε ξεδιάντροπα η Ελένη, οπότε αναγκάζεται ο Μενέλαος να της πει εις επήκοον όλων: «τρεις γύρους το’ φερες το κουφωτό λημέρι (το δούρειο ίππο), το ψηλαφούσες κι έκραζες των Δαναών τους πρώτους με τ’ όνομά τους, τη φωνή των γυναικών τους ίδια κάνοντας». (Οδ. δ, 277-9)

Τέλος μιαν έντονη επιθυμία ν’ αποκτήσουν γυναίκα, και μάλιστα όμορφη, είχαν και οι δούλοι (Οδ. ξ, 63). Σπίτι και γυναίκα υπόσχεται ο Οδυσσέας στον Εύμαιο και τον Φιλοίτιο αν τον βοηθούσαν να ξεκάνει τους Μνηστήρες (Οδ. φ, 213).

Όλα αυτά ήσαν βέβαια καλά και ωραία, υπό τον όρον ότι οι σχέσεις του ζεύγους ή­σαν αγαθές, κάτι που το εύχεται ο Οδυσσέας στη Ναυσικά (Οδ. ζ, 182): «Γιατί δεν έχει πιο όμορφο παρ’ όταν με μια γνώμη αγαπημένο αντρόγυνο, φρον­τίζει για το σπίτι». Φυσικά δεν έλειπαν οι mariages de raison ( Γάμοι κατά συνθήκην). Σε μια τέτοια περίπτωση η Θέτις μέμφεται την τύχη της γιατί ο Δίας την πάντρεψε με τον Πηλέα, και παραπονιέται: «υπομονεύτηκα να πλαγιάζω μ’ άνθρωπο (θνητό) / μ’ όλο που δεν το ήθελα καθόλου» (Ιλ. Σ, 433-4). Μια εξήγηση, από πολλές άλλες, είναι και γιατί το παιδί της θα γεννιόταν «θνητό».

Ο Τηλέμαχος αναχωρεί από την Πύλο, χαρακτικό του 19ου αι. του Χένρι Χάουαρντ.

Κατά την ημέρα του γάμου όλοι γιόρτα­ζαν, και χάριζαν δώρα σ’ αυτούς που έρχον­ταν να πάρουν τη νύφη (Οδ. ζ, 27). Όταν μπορούσε ο πατέρας, έδινε κάποια προίκα στην κόρη του, που παντρευόταν, υπό την μορ­φή δώρων (Ιλ. I, 290). Και μια και μιλήσαμε για δώρα, ας προσθέσουμε, πως σπουδαίο δώρο εθεωρείτο μια μαύρη προβατίνα με το αρνάκι της (Ιλ. Κ, 215). Αντίθετα η ημέρα της επιστροφής της χή­ρας, αλλ’ ασφαλώς και της ζωντοχήρας, αν και στον Όμηρο δεν αναφέρεται καμία πε­ρίπτωση διαζυγίου ή αποπομπής συζύγου, η ημέρα αυτή ήταν ημέρα συμφοράς.

Τις κατά­ρες της αποπεμπομένης χήρας, συνόδευαν η οργή των θεών και των ανθρώπων (Οδ. β, 135). Αν όμως η απερχόμενη χήρα είχε εξα­σφαλίσει την αντικατάσταση του μακαρίτη, τότε η συμπεριφορά της σκληρυνόταν. Από εκεί κει πέρα έπρεπε να καταβληθεί ειδική προσοχή και μεταχείριση. Γι’ αυτό και η Α­θηνά συμβουλεύει τον Τηλέμαχο:

 

«Μον’ ζήτα απ’ τον βροντόφωνο Μενέ­λαο να σε στείλει να βρεις ακόμα σπίτι σου την ακριβή σου μάνα, γιατί της λέν’ τ’ αδέρφια της κι ο γέρος της πατέρας να πάρει τον Ευρύμαχο, που τους Μνηστή­ρες όλους περνά στα δώρα, κι έδωσε χιλιά­δες γαμοπροίκια, μη σου τ’ αδειάσει φεύ­γοντας το σπίτι άθελά σου. Γιατί την ξέ­ρεις την καρδιά πώς είναι της γυναίκας. Το σπίτι εκείνου προσπαθεί να τ’ αρχονταίνει μόνο που θα την πάρει, και ξεχνά τα πρώτα τα παιδιά της και μήτε πια τον νοιάζεται τον πεθαμένο άντρα». (Οδ. ο,14)

 

Αλλοίμονο. Πόσα περισσότερα ήξερε η κα­ημένη η Αθηνά από όσα μαθαίναμε εμείς στο σχολειό για την «πιστή Πηνελόπη».

«Γιος του πως είμαι (του Οδυσσέα) η μάνα μου μού λέει, μα εγώ δεν ξέρω, γιατί τη φύ­τρα του κανείς δεν την γνωρίζει ο ίδιος», λέει ο μόλις εικοσαετής αλλά σοφός ήδη Τηλέμαχος στην Αθηνά (Οδ. α, 215).

 

Πώς έβλεπαν οι άντρες της ομηρικής εποχής τις γυναίκες

  

Οι γνώμες που είχαν οι άνδρες της ομηρικής εποχής για τις γυναίκες δεν ήταν πάντα κολακευτικές γι’ αυτές: «Άλλο πιο άπονο θεριό δεν έχει από τη γυναίκα» μας διαβεβαιώνει ο Αγαμέμνων (Οδ. λ, 426), και ίσως με το δίκιο του. Γι’ αυτό και συμ­βουλεύει: «Γι’ αυτό ποτέ σου μη σταθείς καλός πια σε γυναίκα / μήτε να της εμπιστευτείς το μυστικό που ξέρεις / μόν’ άλλα να της λες, κι άλλα στο νου να κρύβεις». (Οδ. λ, 441-3)

Κατά της Κλυταιμνήστρας καταφέρεται και η ψυχή του Αμφιμέδοντα – ενός από τους Μνηστήρες- «που άφησε στων θηλυκών το γένος, / φήμη κακή που να μισούν και τις καλές ακόμα».(Οδ.ω,200-2) Ο Ήφαιστος καταφέρεται εναντίον της μάνας του της Ήρας και την αποκαλεί «κυνώπιδα», δηλαδή σκυλομούρα, γιατί, επειδή ή­ταν κουτσός, τον είχε πετάξει μακριά όταν ή­ταν μικρός (Ιλ. Σ, 397). Μερικές φορές οι καταγγελίες αυτές, εί­χαν και κάποια δόση αλήθειας, κάποια βά­ση. Η Μελανθώ, επί παραδείγματι, η πιο ό­μορφη από το υπηρετικό προσωπικό των α­νακτόρων, το είχε παρακάνει. Γιατί, παρ’ ό­λον ότι η Πηνελόπη τη μεγάλωσε σαν κόρη της και της χάριζε διάφορα αξεσουάρ, αυτή η αχάριστη: «…Ευρυμάχω μισγέσκετο και φιλέεσκεν» ( Ευτυχισμένη πλάγιαζε με τον Ευρύμαχο) (Οδ. σ, 325).

Ο αναγνώστης, αν θέλει να εξηγήσει την μορφή της Πηνελόπης, θα πρέπει να ανατρέξει λίγο παραπάνω (Οδ. ο, 14), εκεί όπου ο Ευρύμαχος περιγράφεται ως εξαιρετικά γαλαντόμος και στις αγκάλες του οποίου φαίνεται ότι ήταν έτοιμη να πέσει η Πηνελόπη, και χωρίς τις παραινέσεις του πατέρα της και των αδελφών της.

 

Ο συζυγικός έρωτας και οι γκρίνιες

 

Παρ’ όλες τις πικρές γνώμες που είχαν οι άντρες για το γυναικείο φύλο, τις γυναίκες τις παντρεύονταν. Και εξακολουθούν να τις παντρεύονται ακόμη μέχρι των ημερών μας. Η πλάνη ξεκινά – ξεκινούσε μάλλον – α­πό τη ροζ εικόνα μιας γυναικούλας καθισμέ­νης με τα παιδάκια της γύρω από κάποιο τραπέζι. Αλλ’ αν κρίνει κανείς από τα συμ­βαίνοντα στα τραπέζια στον Όλυμπο, μπο­ρεί να σχηματίσει μιαν εικόνα και για το τι γινόταν στα σπίτια των κοινών θνητών. Η σκηνή, και τότε όπως και τώρα, άρχιζε πρώτα-πρώτα με μια ελαφρά γκρίνια.

Δίας και Ήρα

Ο Δίας τρέμει κυριολεκτικά τη γκρίνια της Ήρας, γιατί τόλμησε η ανιψιά του η Θέτις να του ζητήσει μια χάρη (Ιλ. Α, 51 ) και κά­νει ό,τι μπορεί για να την αποφύγει. Τελικά δεν την αποφεύγει. Η Ήρα τον είδε και ζητά να μάθει τι είπαν μεταξύ τους. Ο Δίας αρνεί­ται να δώσει εξηγήσεις και της απαγορεύει να αναμιγνύεται στις δουλειές του. Η Ήρα βγάζει μια γλώσσα τόση, τον αποκαλεί «δολομήτη», δηλαδή πανούργο (Ιλ. Α, 540-3), και ο Δίας οργίζεται. «Δαιμόνια», της λέει, «όλο νομίζεις, και ποτέ δεν έκανα κάτι χωρίς να το μάθεις. Μ’ αυτά που κάνεις δεν κερδί­ζεις παρά να βγεις περισσότερο από την καρδιά μου… Θα κάνω ό,τι μ’ αρέσει. Και κοίτα να μη σε πιάσω στα χέρια μου». (Ιλ. Α, 561 κ.ε.)

Η Ήρα «ακέουσα καθήστο», κάθισε χω­ρίς να βγάλει μιλιά (Ιλ. Α, 569). Επεμβαίνει ο γιος της ο Ήφαιστος, που λέει της Ήρας: «Σώπαινε και κάνε υπομονή, μη σου δώσει κανένα χέρι ξύλο και δεν μπορώ να βλέπω να σε δέρνουν, και μας αναποδογυρίσει το τρα­πέζι και δεν φάμε μια πιρουνιά γλυκό φαΐ» (Ιλ. Α, 570-74). Αλλά μετά τον καυγά οι σχέσεις αποκατεστάθησαν, και όταν ο Δίας πήγε να κοιμηθεί ανέβηκε στο κρεβάτι και ξάπλωσε δίπλα του και η Ήρα (Ιλ. Α, 611), και: «Une reconcilia­tion vaut toujours la peine de la dispute» ( Για μια συμφιλίωση αξίζει τον κόπο να φιλονικήσεις).

Παρ’ όλα αυτά οι σχέσεις του θεϊκού ζεύ­γους παρέμεναν πάντα τεταμένες. «Με την Ήρα δεν συγχύζομαι τόσο ούτε θυμώνω, γι­ατί πάντα συνηθίζει να εναντιώνεται σ’ ό,τι κι αν πω», καταλήγει απελπισμένος ο Δίας (Ιλ. Ε, 407). Το οξύθυμο του Διός είναι και άλλοθεν γνωστόν.

Ο Άρης μαθαίνει το θάνατο του γιου του Ασκάλαφου, και οργισμένος απει­λεί ότι θα παρακούσει τις εντολές του Δία, και θα πάει να τιμωρήσει τους Αχαιούς. Η πάντα σοφή Αθηνά τον συμβουλεύει:« Άφησε τα τώρα αυτά. Θέλεις να μας δώ­σεις τίποτα λαχτάρες; Γιατί τον ξέρεις. Είναι άξιος (ο Δίας) να αφήσει τους Τρώ­ες και τους Αχαιούς, και να’ρθη εδώ απά­νω στον Όλυμπο, και να μας αρπάξει έναν- έναν» «Ος τ’ αίτιος ος τε και ουκί» ( Αυτόν που έφταιγε και αυτόν που δεν έφταιγε). (Ιλ. Ο, 131-7)

Στους ελεεινούς αυτούς τρόπους δεν υστε­ρούσε και η γυναίκα του Δία, η Ήρα, η ο­ποία σε μια στιγμή οργίζεται με την Άρτε­μη, της παίρνει το τόξο και τη δέρνει μ’ αυτό (Ιλ. Τ, 491).

Παράλληλα όμως με τους καυγάδες, υ­πήρχαν και στιγμές γαλήνης, έστω και επι­φανειακής. Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας απατηλής στιγμής, η Ήρα προσπαθεί ν’ α­ποκοιμήσει τον Δία, ώστε να μπορέσει να συνδράμει τους προστατευόμενούς της τους Αχαιούς, παρ’ όλον ότι ο Δίας είχε διατάξει στους θεούς αυστηρή ουδετερότητα (Ιλ. Θ, 10-1, Ξ, 311-352).

Παρφουμαρισμένη και συνοδευόμενη από τον θεό Ύπνο, με τον οποίον είχε προηγουμέ­νως συνεννοηθεί, ανεβαίνει στην κορυφή Γάργαρο της Ίδης, απ’ όπου ο Δίας παρακο­λουθούσε τα διατρέχοντα στην Τροία. (Κάτι σαν πύργο ελέγχου ας πούμε). Μόλις την εί­δε ο Δίας, ο έρωτας του θόλωσε το νου, σαν τότε που μικρά παιδιά πρωτόσμιγαν ερωτικά πηγαίνοντας κάθε τόσο στο κρεβάτι κρυφά από τους γονείς τους (Ιλ. Ξ, 295). «Πώς από δω;» τη ρωτά. Κι αυτή δίνει μιαν αόριστη και παραπλανητική απάντηση. Ότι δήθεν πάει να κάνει επίσκεψη στους θετούς γονείς της, τον Ωκεανό και την Τηθή, γιατί έχουν αρχίσει τους καυγάδες και δεν κοιμούνται πια στο ίδιο κρεβάτι, και πάει να τους συμ­φιλιώσει, και ότι ήρθε να του το πει ότι θα λείπει για να μην ανησυχεί. Ο Δίας δείχνει ό­τι πείθεται, αλλά δεν παραιτείται από το σκοπό του, και της λέει:

«Ήρα, εκεί μπορείς να πας κι αργότερα. Έλα τώρα να πλαγιάσουμε και να χαρού­με τον έρωτα, γιατί ποτέ ως τώρα δεν είχα μια τόσο έντονη ερωτική διάθεση σαν κι αυτήν, ούτε με τις άλλες – κι αναφέρει σωρεία δεσμών του με διάφορες θεές και θνητές – ούτε και με σένα». Η Ήρα φέρνει αντιρρήσεις. Όχι, όχι εδώ, γιατί μας βλέπουν. Να πάμε σπίτι, «επεί νυ τοι εύαδεν ευνή» (αφού πεθύμησες κρεβάτι) (Ιλ. Ξ, 340). Τελικά βρίσκεται μια άλλη λύση που συμβίβαζε και το επείγον του πράγμα­τος αλλά και τη σεμνοτυφία της Ήρας.

Ξα­πλώνουν πάνω στη φρέσκια χλόη, «λωτόν θ’ ερσήεντα (δροσερόν) ιδέ κρόκον, η δ’ υάκινθον» πυκνό και μαλακό, και τυλίγονται μ’ ένα χρυσό σύννεφο αδιαπέραστο από τις α­κτίνες του ήλιου, και πολύ περισσότερο από τα αδιάκριτα βλέμματα, χωρίς να σκεφτεί ο Δίας ότι τυλιγμένον μέσα στο χρυσό σύννε­φο δεν τον έβλεπαν, βέβαια, αλλά δεν έβλεπε κι εκείνος τι γινόταν στην Τροία. Δαμασμένος από τον έρωτα και τον ύπνο ο Δίας κοιμόταν ήσυχος, κρατώντας στην αγ­καλιά του την Ήρα. Ο Ύπνος, δασκαλεμέ­νος από πριν, τρέχει και ειδοποιεί τον Πο­σειδώνα που προστάτευε τους Αχαιούς. Οι τελευταίοι περνούν στην αντεπίθεση και απωθούν τους Τρώες μέχρι τα τείχη της πόλης τους.

Εκείνη τη στιγμή ξυπνά ο Δίας, πετάγεται πάνω, βλέπει τον Ποσειδώνα με το μέρος των Αργείων, αγριοκοιτάζει την Ήρα και της λέ­ει: «πολύ πρόστυχος ήταν ο δόλος σου Ήρα (Ιλ. 9,14) και δεν ξέρω αν δε σε ξαναδείρω με το λουρί. Ή μήπως ξέχασες τότε που σε κρέμασα ψηλά από τα πόδια;» Την απειλεί ότι θα της κάνει και άλλα πολλά για να σταματήσει τις απάτες, και για να δει ότι δεν θα κερδίσει τίποτα με τον έρωτα και το κρεβάτι «ην (ευνήν) εμίγης ελθούσα θεών άπο και με ηπάτησας». (Ιλ. Ο, 32-33) Η Ήρα προσποιείται την τρομαγμένη, και του ορκίζεται στο «στεφάνι» τους, «το μεν ουκ αν εγώ ποτέ μαψ ομόσαιμι» (που πάνω του ποτέ όρκο ψεύτικο δεν παίρνω) (Ιλ. Ο, 40) πως όλα αυτά τα έκανε ο Ποσειδώνας! Ο Δίας χαμογελάει και… έκτοτε η ιστορία συ­νεχίζεται.

  

Άλλες πτυχές της Ομηρικής ψυχής

 

Παρ’ όλον ότι οι ομηρικοί ήρωες και ο κόσμος τους ζούσαν σ’ ένα σκληρό περιβάλ­λον, και για να μπορέσουν να επιβιώσουν έ­πρεπε να είναι ψυχικά ανάλογα προετοιμα­σμένοι, εν τούτοις βλέπουμε και σκηνές που φωτίζουν και από άλλη πλευρά την ομηρική ψυχή. Ο Αχιλλέας αγαπάει τη μητέρα του, και το δείχνει. Σε στιγμές μεγάλης θλίψης προσεύ­χεται σ’ αυτήν (Ιλ. Α, 351). Ο Χρύσης προ­σφέρει λύτρα αμέτρητα για να πάρει πίσω τη Χρυσηΐδα, την κόρη του. (Ιλ. Α, 13)

Και σε πολλές άλλες περιπτώσεις βλέ­πουμε μέσα σ’ εκείνες τις θηριώδεις ψυχές ό­τι κρύβονταν και τρυφερότητα λίγη ή πολ­λή, κυρίως για συγγενείς εξ αίματος, πρώ­του, το πολύ και δεύτερου βαθμού. Δεν έλειπαν όμως και οι οπορτουνιστικές σκέψεις. Άλλωστε είναι κι αυτές τόσο ανθρώπινες. Η χήρα Βρισηίδα κλαίει και χτυπιέται πάνω στο νεκρό του Πάτροκλου, γιατί της είχε υποσχεθεί ότι θα… την πάν­τρευε με τον Αχιλλέα, που είχε σκοτώσει τον άντρα και τρία αδέλφια της (Ιλ. Τ, 287-98).

Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις άγριου μίσους. Ο Αγαμέμνων παραπονείται για τη συμπεριφορά της γυναίκας του και την απο­καλεί «σκύλα» (Οδ. λ, 409). Σε μιαν άλλη σκηνή μας δίνει ο Όμηρος τη φοβερή εικό­να μιας μάνας, της Αλθαίας, να κλαίει, και γονατισμένη να χτυπάει τη γη με τα χέρια της, καλώντας τον Άδη και την Περσεφόνη να σκοτώσουν το γιο της τον Μελέαγρο, ε­πειδή της είχε σκοτώσει στη μάχη τον αδελ­φό της (Ιλ. I, 587-8).

 

Έρως και Ψυχή, γλυπτό του Αντόνιο Κανόβα (Antonio Canova)

 

 

Ο σαρκικός έρωτας, το sex 

 

Αναφέραμε πάρα πάνω τον πλατωνικό έ­ρωτα και τον συζυγικό οικογενειακό έρωτα, έτσι όπως τους απαντούμε στα Έπη. Μένει τώρα ν’ ασχοληθούμε και με τον σαρκικό έ­ρωτα, αυτόν που διεθνώς πια ονομάζουμε sex και που απασχολεί σημαντικό αριθμό στί­χων. Σ’ αυτόν τον έρωτα μπορούσε βέβαια να συνυπάρχει και η τρυφερότητα, η αγάπη, η συμπάθεια ή κάποιο άλλο ευγενές αίσθημα, αλλά δεν ήταν αναγκαίο.

 

Οι γυναίκες

 

Δίας και Δανάη

Τις γυναίκες τις αποκτούσαν ή με το σπαθί τους, και οι εκστρατείες είχαν σχεδόν απο­κλειστικό σκοπό την αρπαγή γυναικών (Οδ. λ, 403). Οι σκηνές του Αγαμέμνονα είναι γε­μάτες με γυναίκες (Ιλ. Β, 225). Και ο Αχιλλέ­ας απειλεί ότι θα φορτώσει τα καράβια του με χαλκό, χρυσάφι, σίδερο και όμορφες γυ­ναίκες, και θα φύγει για την πατρίδα του (Ιλ. I, 365). Ή τις κέρδιζαν στους αγώνες όταν έ­παθλο ήταν μια ή περισσότερες γυναίκες. Ένα αμάξι με δυο άλογα ή μια γυναίκα του κρεβατιού αθλοθετεί ο Αγαμέμνων (Ιλ. Ε, 291). Ένα τρίποδα ή μια γυναίκα αθλοθετούν όταν πεθάνει κανένας τρανός (Ιλ. Χ, 164). Ε­πτά γυναίκες που να ξέρουν λεπτές εργασίες προσφέρει ο Αγαμέμνων στον Αχιλλέα για να τον εξευμενίσει (Ιλ. I, 270), και του υπό­σχεται άλλες είκοσι μετά την κατάληψη της Τροίας. Χώρια που του χαρίζει και μια από τις τρεις κόρες του, όποια θέλει (Ιλ. I, 284).

Ένας τρίποδας με αφτιά και μια καλή γυ­ναίκα, ειδικευμένη σε λεπτές εργασίες, ορί­ζεται σαν πρώτο έπαθλο στους αγώνες αρμα­τοδρομίας που οργάνωσε ο Αχιλλέας κατά την ταφή του Πάτροκλου (Ψ, 263). Άλλοτε πάλι τις αγόραζαν, κι έτσι βλέ­πουμε τον Ιφιδάμα, να πληρώνει για τη γυ­ναίκα του, την κόρη του Κισσέα, 100 βόδια, και υπόσχεται και 1000 γιδοπρόβατα (Ιλ. Λ, 244). Την Ευρύκλεια, «που μόλις είχε βγάλει χνούδι», την αγόρασε ο Λαέρτης για 20 βό­δια (Οδ. α, 430).

Κατά κανόνα, για να πάρουν μια γυναίκα έ­πρεπε να πληρώσουν, με μοναδική εξαίρεση τον Αγαμέμνονα, που υπόσχεται να δώσει πολλά στον Αχιλλέα, αν θελήσει να παν­τρευτεί μια από τις τρεις κόρες του* (Ιλ. I, 148). Ένας από τους λόγους που οι Μνηστήρες αποφεύγουν να πάνε να ζητήσουν την Πηνε­λόπη επίσημα από τους δικούς της, τον πατέ­ρα της Ικάριο και τ’ αδέρφια της είναι και αυτός. Το ότι δηλαδή έπρεπε να πληρώσουν για να την πάρουν και μάλιστα πολλά (Οδ. β, 52), χώρια που το δικαίωμα επιλογής το είχε ο Ικάριος. Ενώ πολιορκώντας την στην Ιθά­κη, και πιο ευχάριστα περνούσαν και δεν πλήρωναν ούτε μια δραχμή.

 * Ο Αγαμέμνων αναφέρεται στις τρεις κόρες του, την Ηλέκτρα, την Χρυσόθεμι και την Λαοδίκεια. Την άλλη κόρη του, την Ιφιγένεια είχε θυσιάσει στην Αυλίδα.

 

Χωρισμός των γυναικών κατά κατηγορίες

 

Η ωραία Ελένη

Τις γυναίκες τις χώριζαν σε τρεις κατηγο­ρίες, τρεις ποιότητες. Η πρώτη περιελάμβανε τις γυναίκες του κρεβατιού, που ήσαν και οι ακριβότερες. Η δεύτερη εκείνες που ήξεραν να πάρουν τα χέ­ρια τους και να κάνουν κάποια λεπτή εργα­σία. Και τέτοιες περίφημες ήσαν οι γυναίκες της Λέσβου (Ιλ. I, 270), και της νήσου των Φαιάκων (Οδ. η, 109-10), αν και από αυτές τις τελευταίες, σκλάβες δεν αναφέρονται. Και τέλος, η τρίτη κατηγορία, όλες τις άλλες, που τις χρησιμοποιούσαν κυρίως για να αλέ­θουν στους χειρόμυλους (Οδ. υ, 110), και άλ­λες χοντροδουλειές. Μερικές προορίζονταν για πιο σύνθετες ασχολίες. Ο Αγαμέμνων θέ­λει τη Χρυσηΐδα και για να υφαίνει και για να κοιμάται μαζί του (Ιλ. Α, 31).

Εκτός από μια περίπτωση, δεν αναφέρον­ται γυναίκες σε γεωργικές εργασίες, κάτι που αργότερα ήταν ο κανόνας. Η εξαίρεση είναι εκείνη όπου η δούλα του πατέρα του Εύ­μαιου συνελήφθη από ληστές «αγρόθεν ερ­χομένη» (Οδ. β, 427). Δεν είναι αρκετά ισχυ­ρό αποδεικτικό στοιχείο, αλλά δεν έχουμε κι άλλο. Και για να σχηματίσουμε μιαν ιδέα, έστω και αμυδρά, του κόστους μιας γυναίκας θα προσθέσουμε την εξής πληροφορία. Ένας μεγάλος τρίποδας άξιζε τόσο όσο και 12 βό­δια, μια σκλάβα καλή, τέσσερα βόδια (Ιλ. Ψ, 702). Και στο Ιλ. Ψ, 752 μαθαίνουμε πως ένα βόδι άξιζε μισό χρυσό τάλαντο. Από τις πληροφορίες αυτές, κάνοντας μιαν αναγωγή του βοδιού σε πιθανή ποσότητα κρέατος, έ­χουμε μια πολύ θολή πληροφορία για το ποια ήταν η αγοραστική αξία του τάλαντου, και ποια μιας σημερινής καλής γυναίκας. Εκτός των αρετών που αναφέρθηκαν πάρα πάνω, και η παρθενία ήταν ένας συντελεστι­κός παράγων στην κοστολόγηση μιας γυ­ναίκας (Ιλ. I, 132). Ο Αγαμέμνων υπόσχεται ότι η Βρισηίδα είναι απείραχτη όταν την επιστρέφει στον Αχιλλέα, «παρ’ όλον ότι το αντίθετο είναι φυσικό να γίνεται ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες» (Ιλ. I, 276). Πλην της παρθενίας, το ανάστημα, η επι­δεξιότητα στα χέρια, το μυαλό, τα έργα, έ­παιζαν αποφασιστικό ρόλο στον Αγαμέμνο­να, και γι’ αυτό δηλώνει ότι προτιμά τη Χρυσηΐδα από την Κλυταιμνήστρα (Ιλ. Α, 113).

Τέλος και η ομορφιά ήταν ένας σημαν­τικός παράγοντας, και φυσικά όμορφες γυ­ναίκες εθεωρούντο -ποιες άλλες; – οι Μωραΐτισσες. «Αχαΐδα καλλιγύναικα» αναφέ­ρει ο Όμηρος (Ιλ. Γ, 75, 258). Και τα νιάτα, φυσικά, έπαιζαν κι αυτά το ρόλο τους. Και ο Οδυσσέας είχε την ειλικρίνεια να δηλώσει στην Καλυψώ: «Συμπάθα λατρευτή θεά. Καλά κι εγώ το ξέρω σαν πόσο φαίνεται άσχημη μπρο­στά σου η Πηνελόπη στ’ ανάστημα και τη μορφή, τις δυο σας όποιος συγκρίνει θνη­τή είναι εκείνη, μα θεά κι αγέραστη είσαι ατή σου» (Οδ. ε, 215-16)

 

To sex

 

Φαίνεται πως στο σημείο αυτό οι ομηρι­κοί ήρωες είχαν προχωρημένες αντιλήψεις. Γι’ αυτό και η Θέτις συνιστά στο γιο της Α­χιλλέα: «Αγαθόν δε γυναίκα περ’ εν φιλότητι μίσγεσθαι» ( γιατί είναι καλό να συνευρίσκεται κανείς με γυναίκα που αγαπά). (Ιλ. Ω, 130) Συμβουλή που δεν πάει χαμένη, γιατί ο Α­χιλλέας, παρ’ όλα τα κλάματα για τον Πά­τροκλο, παίρνει και τη Βρισηίδα δίπλα του, όταν πέφτει να κοιμηθεί, για να τον πάρει ο ύπνος (Ιλ. Ω, 676). Αυτή η σύσταση της Θέτιδας εύρισκε πλή­ρη εφαρμογή, όχι μόνο στους άντρες, αλλά και στις κοπέλες, για τις οποίες γράφει ο Όμηρος: «ευνή και φιλότητι, τας τε φρένας ηπεροπεύει θηλυτέρησι γυναιξί, και η κ’ ευεργός έησιν» που θα πεί: «…(το κρεβάτι και ο έρωτας) τα κάνουν αυτά, τα μυαλά των κοριτσιών να στρί­ψουν κι ας ήταν πρώτα φρόνιμα» (Οδ. ο, 421)

 

Σκηνή από συμπόσιο. Τέλος 6ου αιώνα π.χ. Βασιλικό Μουσείο Τέχνης και Ιστορίας, Βρυξέλες.

 

Τη συμβουλή που είπαμε πάρα πάνω ότι η Θέτις έδωσε στο γιο της τον Αχιλλέα, την είχε από τον πατέρα της τον Δία, του οποίου οι κατακτήσεις υπερβαίνουν σε αριθμό όλων των άλλων θεών. Μόνος του καυχόμενος α­ναφέρει τους δεσμούς του με τη γυναίκα του Ιξίονα – δεν θυμάται τ’ όνομα της – τη Δα­νάη με τα ωραία πόδια, την κόρη του Φοίνι­κα – ούτε αυτηνής θυμάται τ’ όνομα, κι ας του γέννησε τον Μίνωα και τον Ραδάμανθυ – τη Σεμέλη, την Αλμήνη, τη Δήμητρα, τη Λητώ (Ιλ. Ξ, 307-27), τη Λαοδάμεια (Ιλ. Ζ, 197), την Αντιόπη (Οδ. λ, 260).

Σκηνή από συμπόσιο, λεπτομέρεια. Τέλος 6ου αιώνα π.χ.

Όλες αυτές οι συναντήσεις, όχι μόνο του Δία αλλά και των άλλων θεών και ημιθέων, είχαν σαν αποτέλεσμα να γεννιούνται εκά­στοτε από ένα έως δύο παιδιά, γεγονός που αποδεικνύει ότι: «ουκ αποφώλιαι ευναί αθα­νάτων», που σημαίνει σ’ ελεύθερη μετάφρα­ση πως «οι θεοί δεν παίζαν στο κρεβάτι» (Οδ. λ, 249). Τελικά, από τη σωρεία των ερωτικών περιπετειών που συναντούμε στον Όμηρο αναφέρουμε: Τον Άρη με την Αστυόχη (Ιλ. Β, 515), «την ντροπαλή παρθένα που γέννησε δυο γιους όταν ανέβηκε στο ανώι να κοιμηθεί και ο θεός Άρης πήγε και πλάγιασε κρυφά μαζί της».

Τον Αγχίση με την Αφροδίτη, που γέννησαν τον Αινεία (Ιλ. Β, 8). Τον Βουκολίωνα με την Αβαρβαρίη (Ιλ. Ζ, 24), τον Βελερεφόντη με την Άντεια (Ιλ. Ζ, 159). Τον Τιθωνό με την Αυγή (Ιλ. Λ, 1· Οδ. ε, 1). Τον Σπερχειό με την Πολυδώρα (Ιλ. Π, 175). Τον Ερμή με την Πολυμήλη (Ιλ. Π, 180). Τον Ο­δυσσέα με την Καλυψώ, που ο δεσμός τους κράτησε επτά χρόνια (Οδ. α, 14, 55). Τον Ποσειδώνα με την Βόωσσα (Οδ. α, 71). Τη Δήμητρα με τον Ιασίωνα (Οδ. ε, 125).

Τον Ποσειδώνα με την Περίβοια (Οδ. η, 57). Τον Ενιπέα με την Τυρώ (Οδ. λ, 235). Τον Ποσει­δώνα με την Ιφιμέδεια (Οδ. λ, 305). Την Ερι­φύλη, που απατούσε τον άνδρα της «επί χρήμασιν» (Οδ. λ, 326). Τον Τιτυό, ο οποίος ξε­πλήρωσε στον Δία όλα τα στεφάνια που δεν σεβάστηκε, απλώνοντας χέρι στη Λητώ, την επίσημη μαιτρέσσα του Δία (Οδ. λ, 580). Ά­σε πια τους Μνηστήρες, που περιμένοντας από τριετίας να πει η Πηνελόπη το ναι έσερ­ναν τις σκλάβες «αεικελίως κατά δώματα καλά» (απρεπώς, ανάρμοστα προς τα ωραία δωμάτια) (Οδ. π, 108). Εδώ όμως σταματά το κουτσομπολιό αυτό. Αυτό το «ποιος, πού, ποιαν».

 

Τα νόθα

 

Κάτω από αυτές τις τόσο διαδεδομένες στον Ομηρικό κόσμο συναντήσεις Θεών με θνητές, και με τις συνέπειές τους, νομίζω πως θα πρέπει να δούμε τις τόσο φυσικές προγα­μιαίες ή εξωσυζυγικές σχέσεις, που τα προϊ­όντα τους έσπευδαν να τα περιβάλουν με θεϊκή ιδιότητα, για να τα προστατέψουν, και να προστατευθούν και οι ίδιες οι μητέρες, α­πό την οργή του περιβάλλοντος. Η λύση αυτή, η αναγνώριση δηλαδή της θείας επέμβασης στη γέννηση του νεογνού, απήλλασσε και τους άνδρες από την υποχρέ­ωση να παίξουν αυτόν τον δυσάρεστο ρόλο του αρσενικού τιμωρού και εκδικητή. Βόλευε όλο τον κόσμο. Και το μικρό, και τη μητέρα, και τον μη πατέρα.

Καμιά φορά, οι γείτονες ήσαν κάπως δύ­σπιστοι και είχαν αμφιβολίες για την πατρό­τητα του νεογέννητου. Όπως στην περί­πτωση της Πολυδώρας της αδελφής του Α­χιλλέα, που παρ’ όλη την επιμονή της ότι ο Μενέσθιος ήταν γιος του άντρα της του Βώρου, δεν έπεισε κανέναν. Ήταν κοινό μυστι­κό πως τον είχε συλλάβει με τον «ακούρα­στο» Σπερχειό (Ιλ. Π, 175).

Μια περίπτωση συζυγικής τρυφερότητας και αφοσίωσης είναι και η Θεανώ, που για χάρη του άντρα της Αντήνορα, του μεγάλω­σε το νόθο γιο του, εξ ίσου φροντισμένα με τα δικά της παιδιά (Ιλ. Ε, 70). Νόθος ήταν και ο Μέδοντας ο νόθος γιος του Οϊλέα, βασιλιά της Θαυμακίας (Δομοκός) (Ιλ. Β, 727), και ο Τεύκρος ο γιος του Τελαμώνα (Ιλ. Θ, 284).

Το ρεκόρ στα νόθα, το είχε ο Πρίαμος, ο ο­ποίος είχε πενήντα παιδιά, εξ ων, δέκα εννέα ομομήτρια. Τα άλλα όλα νόθα. (Ιλ. Ω, 495) Τα παιδιά, γνήσια και νόθα, συνήθως μεγά­λωναν μαζί, χωρίς διακρίσεις. Αλλά όταν ερχόταν η ώρα της διανομής της πατρικής περιουσίας «…μα λιγοστά σε μένα μου δώ­σανε στη μοιρασιά κι ένα του σπίτι μόνο» (Οδ. ξ, 210), παραπονείται στη φανταστική του διήγηση ο Οδυσσέας, που σημαίνει, πως ήταν συνηθισμένο να γίνεται έτσι στην πρα­γματικότητα.

 

Απαγωγές

 

Ο Πάρης και η ωραία Ελένη , Jacques-Louis David, 1788.

Καμιά φορά ο ερωτικός παροξυσμός ο­δηγούσε και σε απαγωγή της κόρης, η οποία φεύγουσα συναπεκόμιζε και όσα τιμαλφή προλάβαινε. Τέτοια ήταν και η περίπτωση της Ελένης, που φεύγοντας με τον Πάρι, του σηκώνει το σπίτι του Μενέλαου, αφήνοντάς του μόνο το μικρό κοριτσάκι τους την Ερμιό­νη. (Ιλ. Γ, 175) Αργότερα, νοσταλγεί τον… Μενέλαο (Ιλ. Γ, 139), και αναγνωρίζει την ά­πρεπη συμπεριφορά της, «τα αίσχεα και ανείδεά της» ( τις αισχρές και άσχημες πράξεις της). (Ιλ. Γ, 242) Οι τύψεις όμως αυτές δεν την εμποδίζουν να καταφύγει στην κρεβατοκάμαρα του Πάρι, διαμαρτυρόμε­νη καθ’ οδόν στη θεά Αφροδίτη, γιατί την… έσπρωχνε προς τα εκεί (Ιλ. Γ, 395-420). Εκεί την περίμενε ο Πάρις, ο οποίος αφού τη γλύτωσε παρά τρίχα στη μονομαχία του με το Μενέλαο, είναι τώρα εκτός εαυτού από ερω­τική διάθεση, και επίμονα απαιτεί από την Ελένη «εδώ και τώρα».

 

Ο έρωτας και το θέατρο

 

Ανυπέρβλητη σε νάζι και υποκρισία είναι η σκηνή που ακολουθεί. Η Ελένη, παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες και τις κατάρες κατά του Πάρι, που της λέει με κατεβασμένα μάτια, «όσσε πάλιν κλίνασα», τον ακολουθεί και στο σκαλιστό κρεβάτι (Ιλ. Γ, 448). Και όλα αυτά καθ’ ον χρόνον η μάχη μαινόταν έξω από τα τείχη, και ο Μενέλαος έψαχνε ανά­μεσα στους Τρώες πολεμιστές, να τον βρει. Ο Έρωτας θέλει και λίγο θέατρο.

Γι’ αυτό και ο Όμηρος βάζει τη θεά Αφροδίτη να λα­βαίνει μέρος στη… μάχη, και μάλιστα να τραυματίζεται στο χέρι (Ιλ. Ε, 335). Μεταφέ­ρεται με ασθενοφόρο της εποχής, και συγκεκριμένως με τα άλογα του Άρη, εσπευσμέ­νως στον Όλυμπο, όπου ο πατέρας της ο Δί­ας της λέει: «Δεν είναι για σε παιδάκι μου τα έργα του πολέμου. Συ τις ευχάριστες δουλειές του γάμου να κοιτάζεις». (Ιλ. Ε, 429)

Aphrodite, National Archaeological Museum of Athens

Η Αφροδίτη σαν θεά του Έρωτα ήταν ά­φθαστη σε τερτίπια ερωτικά και τις σχετικές γνώσεις, που τις διέθετε μάλιστα αφιλοκερ­δώς. Η Ήρα καταφεύγει στις συμβουλές της, προκειμένου να ξυπνήσει το συζυγικό ενδι­αφέρον του Δία (Ιλ. Ξ, 215). Το θέατρο όμως αυτό θέλει και προσοχή και δεν πρέπει να το αφήνουμε να φτάνει στα άκρα. Σε μια θεατρική χειρονομία, ο Πάρις κα­λεί σε μονομαχία τον Μενέλαο, και γλυτώνει ως εκ θαύματος (Ιλ. Γ, 69 κ.ε.).

Εκεί όμως που το θέατρο φτάνει στην αποκορύφωσή του, είναι στη σκηνή όπου ο Οδυσσέας, «επεί ουκέτι ήνδανε νύμφη», (γιατί του γύρισε η καρδιά να ζει με την νεράιδα, με δικά μας λό­για, αφού βαρέθηκε να ζει εφτά χρόνια με την Καλυψώ, κι ας ήτανε Νεράιδα), άρχισε να χρησιμοποιεί τα μεγάλα μέσα. Κατέβαινε κάτω στην παραλία, και: «Όλη μέρα κάθονταν σε βράχους σ’ α­κρογιάλια με κλάμα, πόνους, στενα­γμούς, σπαράζοντας τα στήθια». Αλλά τη νύχτα κατ’ ανάγκην, «μέσα στις όμορφες σπηλιές μαζί της εκοιμόταν, χωρίς να θέλει αυτός εκείνη το ζητούσε» (Οδ. ε, 154-5).

Τα ίδια επαναλαμβάνονται αργότερα και με την Κίρκη (Οδ. ι, 3), της οποίας δεν αρ­νείται τας αγκάλας, τη συμβουλή του Ερμή ακολουθώντας (Οδ. κ. 297), και την πρόταση της ίδιας: «να πάμε στο κρεβάτι μου μαζί να κοιμη­θούμε, το στρώμα και τ’ αγκάλιασμα κάθε υποψία να σβήσουν» (Οδ. κ, 3). Έτσι κι έγινε. «Και τότε εκεί καθίσαμε ολόκληρο ένα χρόνο» (Οδ. κ, 467).

 

Sensualités raffinées (εκλεπτυσμένη ηδονή, απόλαυση)

 

Η Πηνελόπη και οι μνηστήρες από τον John William Waterhouse (1912)

Παρ’ όλον ότι οι πολλαπλοί έρωτες που παρεμβάλλονται στα Έπη αφήνουν ελεύθε­ρο έδαφος για την παρεμβολή τολμηρών λε­πτομερειών, που τόσο ενθουσιάζουν συγ­γραφείς και αναγνώστες, εντούτοις δεν τις συναντούμε παρά ελάχιστες φορές, κι εκεί­νες υπονοούμενες. Μια φορά στην Ιλιάδα (Ιλ. Τ, 261-3), ορκί­ζεται ο Αγαμέμνων: «Μη μεν εγώ κούρη Βρισηίδι χείρ’ επέκεινα ούτ’ ευνής πρόφασιν κεχρημένος ούτε τευ άλλου αλλ’ έμεν’ απροτίμαστος ενί κλισίησιν εμήσιν».

 Μια άλλη πληροφορία που εμφανίζει τον Αχιλλέα να κοιμάται με την Διομήδη, και τον Πάτροκλο με την Ίφη στην ίδια σκηνή (Ιλ. I, 662-7), δεν μπορεί να στηρίξει κατηγορία για amours en commun (κοινοί έρωτες), αν και τίποτα δεν τους αποκλείει. Και τέλος μια τρίτη. Ασφαλώς δεν έβαλε τυχαία ο Όμηρος την Πηνελόπη να αναγνωρίζει τον Οδυσσέα, μό­νο όταν της έκανε περιγραφή του κρεβατιού τους (Οδ. ψ, 205).

Κάποια αλληγορία κρύβεται πίσω από τους στίχους αυτούς. Μόνο από τις λεπτομέρειες της περιγραφής πείθεται η Πηνελόπη για την ταυτότητα του Οδυσσέα, και: «εκείνοι τότε, στο παλιό κρεβάτι με λα­χτάρα, της παντρειάς θυμήθηκαν την ορισμένη τάξη» (Οδ. ψ, 296). Από την αποφυγή της παράθεσης τέτοιων λεπτομερειών, μπορούμε να συμπεράνουμε ό­τι τα Έπη, στη μορφή τουλάχιστον που τα κληρονομήσαμε, προορίζονταν για συντη­ρητικό ακροατήριο.

 

Η ομοφυλοφιλία

 

Άνδρας διεγείρει ένα αγόρι. Μουσείο Ashmolean, Οξφόρδη. Γύρω στα 480 π.χ.

Σ’ όλα τα Έπη συναντούμε δύο σχετικούς υπαινιγμούς. Ο πρώτος, στους στίχους (Ιλ. Ε, 266), εκεί που ο Δίας αρπάζει το ωραίο βοσκόπουλο, τον Γανυμήδη, τον γιο του Τρώα, και για αποζημίωση δίνει στον συγκαταβατικό πατέρα μια περίφημη ράτσα αλό­γων, του Αχιλλέα με τον Πάτροκλο, που και μεγαλύτερός του ήταν (Ιλ, Λ, 787) και ιατρι­κές γνώσεις είχε (Ιλ. Λ, 830). Οι υπερβολές του πένθους του Αχιλλέα για τον φίλο που έχασε, γεννούν μερικές αμ­φιβολίες. Οι πράξεις του Αχιλλέα μέχρι ποίου σημείου μπορούν να θεωρηθούν πρά­ξεις ανθρώπου οργίλου που δεν ελέγχει εαυ­τόν; Ή είναι πραγματικά δείγματα βαθειάς ερωτικής απελπισίας; Ας δούμε τους σχετικούς στίχους: Στο στίχο (Ιλ. Π, 247) ο Αχιλλέας προσεύ­χεται στο Δία «ασκηθής μοι έπειτα θοάς επί νήας ίκοιτο» (μετά την μάχη ας μου γυρίσει γερός – ο Πάτροκλος- κοντά στα γρήγορα καράβια).

Στους στίχους (Ιλ. Τ, 317 κ.ε.) στους οποί­ους, αναφερόμενος ο Αχιλλέας στις αρετές του νεκρού Πάτροκλου, λέει: «Φίλτατ’ εταίρων»… μου έφερνες νόστιμο φαγητό μέσα στη σκη­νή γρήγορα και πρόθυμα. Και παρακάτω: «αυτόν (τον Πάτροκλο) εγώ δεν θα τον ξεχάσω, ούτε ζωντανός, ούτε πεθαμένος» (Ιλ. Χ, 388) Και τώρα η πολυσυζητημένη σκηνή της εμφάνισης του φάντασματος του Πάτροκλου (Ιλ. Ψ, 69). Εμφανίζεται το φάντασμα και λέει του κοιμισμένου Αχιλλέα: «Κοιμάσαι, αλλά με ξέχασες, Αχιλλέα. Όσο ζούσα με φρόντι­ζες. Τώρα που πέθανα όχι πια. Θάψε με όσο μπορείς πιο γρήγορα για να περάσω τις Πύ­λες του Άδη». «Ζωντανοί πια δε θα συσκεφτούμε μακριά από τους αγαπημένους συν­τρόφους». Και ακόμη τον παρακαλεί: «Μη εμά σων επάνευθε τιθήμεναι οστέ, Αχίλλευ» (Τα κόκκαλά μου να μη μπουν χωριστά από τα δικά σου).  (Ιλ. Ψ, 83)

Μέχρις εδώ δεν μπορεί να βρει κανείς στη σχέση Αχιλλέα – Πάτροκλου τίποτ’ άλλο από μια μεγάλη φιλία. Οι στίχοι όμως (Ιλ. Ψ, 97) αφήνουν ανοιχτό ένα παραθυράκι: «αλλά μοι άσσον στήθι μίνυν θά περ αμφιβαλόντε αλλήλους ολοοίο τεταρπώμεθα γόοιο» (αλλά στάσου πιο κοντά μου. Για λίγο. Κι αγκαλιασμένοι ας παρηγορηθούμε κλαίγον­τας), λέει ο Αχιλλέας στο φάντασμα του Πά­τροκλου. Ένα δεύτερο παραθυράκι ανοίγουν οι στίχοι (Ιλ. Ω, 6). Ο Αχιλλέας δεν μπορεί να κοιμηθεί και στριφογυρίζει πάνω στο κρεβά­τι του: «Πατρόκλου ποθέων ανδρότητά τε και μένος ευ ηδ’ οπόσα τολύπευσε συν αυτώ και πάθεν άλγεα» (ποθώντας ή θυμούμενος τον ανδρισμό ή την γενναιότητα και το θάρρος του Πατρόκλου και όσα υπέφερε μαζί του και όσους γνώρισε πόνους).

Αν δοθεί η πονηρά ερμηνεία εις τον όρο «ανδρότητα», τότε εύκολα θα μπορούσε να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι οι θρυλικοί αυτοί φίλοι ήσαν και ομοφυλόφι­λοι. Αν όμως δώσουμε στο «ποθέων ανδρό­τητα και μένος» την ερμηνεία «νοσταλγών­τας την παλικαριά και το θάρρος, και τα όσα τραβήξανε μαζί», τότε καταπίπτει η επαρίστερος αυτή σκέψη. Αργότερα, όταν σκοτώθηκε και ο Αχιλλέ­ας, τα οστά του μπαίνουν μαζί με του Πάτροκλου, στον ίδιο αμφιφορέα, σύμφωνα με την εντολή και του Αχιλλέα και του Πατρόκλου.

Ενώ τα οστά του Αντίλοχου, που κι εκείνος ήταν από τους επιστήθιους φίλους του Α­χιλλέα, μπαίνουν χωριστά (Οδ. Ω, 76-7). Αλλά είναι τόσο δύσκολο από το λίγο φως που δίνουν τα παραθυράκια αυτά στα σκοτά­δια της ανθρώπινης ψυχής, να βγάλει κανείς ένα κατηγορηματικό συμπέρασμα! Πάντως ένα είναι βέβαιο και σαφές. Στα Ομηρικά Έπη αποφεύγουν να θίξουν το θέ­μα της ομοφυλοφιλίας, κι αυτό μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι το γνώριζαν, αλλά δεν το ευλογούσαν.

 

Ο έρωτας σαν ποινή ή εκδίκηση

  

Τα αισθήματα που υποκινούσαν τον έρωτα στους Ομηρικούς ανθρώπους δεν ήσαν πά­ντα ευγενικά. Υπάρχουν περιπτώσεις που βλέπουμε ήρωες να εμφανίζονται σαν ερω­τευμένοι, ενώ στην πραγματικότητα δεν ή­ταν. Τέτοια είναι η περίπτωση του Αχιλλέα, που την Βρισηίδα δεν την αγαπά, παρ’ ότι δηλώνει «εγώ αυτήν την αγαπούσα μέσα από την καρδιά μου, μ’ όλο που την κέρδισα με το κοντάρι μου» (Ιλ. 1,343), αλλά είναι οργι­σμένος γιατί θεωρεί τον εαυτό του ταπεινωμέ­νο (Ιλ. Α, 293). Μια δεύτερη περίπτωση είναι εκείνη που ο σοφός Νέστορας παροτρύνει τους Αχαιούς να μη βιάζονται να φύγουν και να γυρίσουν σπίτια τους «πριν τινα παρ’ Τρώων αλόχω κατακοιμηθείναι» ( πριν κανείς πλαγιάσει με κάποια Τρωαδίτισσα) (Ιλ. Β, 355).

   

Η Ζήλεια

 

Μαρμάρινο άγαλμα της Αφροδίτης που δείχνει να περιποιείται τα μαλλιά της μετά από μπάνιο. Μουσείο Ρόδου.

Λέγεται πως ο Έρωτας είναι μια από τις ευγενέστερες εκδηλώσεις της ανθρώπινης ψυχής. Συνήθως ο ένας αγαπά, ο άλλος υφίσταται την αγάπη του πρώτου. Ουαί όμως και αλλοίμονο σ’ εκείνον που θα επιχειρήσει να παρεμβληθεί σ’ αυτή την χιλιοτραγουδημένη τρυφερή σχέση. Ή και απλώς τολμήσει να ζητήσει, ο ένας από τους δύο, τη διακοπή, ή και προσωρινή αναστολή, της επιβεβλημέ­νης και αναγκαστικής αυτής αγάπης. Κάπως έτσι γεννιέται η ζήλεια. Πολλοί στίχοι του Ομήρου έχουν αφιερωθεί στην αντίθετη αυ­τή αλλά και απαραίτητη πλευρά του έρωτα. Σταχυολογούμε όσους μπορούμε.

Ο Αμύντορας, ο πατέρας του γερο-Φοίνικα, είχε οργιστεί εναντίον του γιου του από την εξής αφορμή: Ο Αμύντορας είχε στο σπίτι του μεταξύ του προσωπικού του και μια κοπελίτσα «καλλικόμοιον», κι αδιαφορούσε για τα μαραμένα κάλλη της γυναίκας του. Η τελευταία πείθει το γιο της να πλαγιάσει με την κοπελίτσα πρώτος αυτός ώστε να σιχα­θεί το γέρο. Έτσι κι έγινε. Το έμαθε όμως ο γέρος και τον καταριέται. Κι ο γιος αναγκά­ζεται να εγκαταλείψει το σπίτι (Ιλ. 1,448-75).

Ο Λαέρτης είχε αγοράσει μια νεαρή σκλά­βα «πρωτόχνουδη», με την οποία όμως απέ­φυγε να κοιμηθεί, για να μη ζηλέψει η γυ­ναίκα του η Αντίκλεια, η μητέρα του Οδυσ­σέα (Οδ. α, 430).

Η μικρή Ευρύκλεια όμως, δεν ξέρω πώς τα κατάφερε, και είχε γάλα για να θηλάσει τον Οδυσσέα όταν ήταν βρέφος (Οδ. τ, 4). Δεν ζήλευαν όμως μόνο οι άνθρωποι. Ζή­λευαν και οι θεοί. Οργισμένη η Καλυψώ τους στηλιτεύει: «Σκληροί θεοί, ζηλιάρηδες, πιο πάνω σεις απ’ όλους, / που σκάζετε με τις θεές, αν με θνητό πλαγιάσουν / κι αν ίσως κά­μει ομόκλινο κι αν πάρει στο κρεβάτι της καμιά τον ποθητό της» (Οδ. ε, 118).

Ζηλιάρης όμως ήταν και ο Δίας, που δεν θα το περίμενε κανείς. Έτσι, κι όταν η Δή­μητρα… «πήγε σε βαθυχόρταρο χωράφι να πλαγιά­σει / με τον Ιασίονα αγκαλιά, καμένη από την αγάπη / τόμαθε ο Δίας στη στιγμή, και μ’ ένα αστροπελέκι / καυτό χτυπώ­ντας τούσβησε τη νιότη του κι εκείνου. / Τώρα έτσι πάλε σκάσατε, θεοί, μαζί μου, πόχω / άνδρα θνητόν…», τους καταμαρ­τυρεί η Πηνελόπη (Οδ. ε, 125).

Λόγους να ζηλεύει και ν’ ανησυχεί είχε και ο Αγαμέμνων. Γι’ αυτό κι όταν έφευγε για την Τροία, ανέθεσε σ’ έναν τραγουδιστή, άνθρωπο της εμπιστοσύνης του, την παρα­κολούθηση της γυναίκας του Κλυταιμνή­στρας. «Κι όταν μια μέρα η μοίρα της την έ­σπρωξε να πέσει / (στην αγκαλιά του Αί­γισθου) πέταξε τον τραγουδιστή / σ’ ερη­μονήσι απάνω / κι εκεί τον άφησ’ άσπλα­χνα, τα όρνια να τον φάνε» (Οδ. γ, 24).

Μια περίπτωση που ίσως πρέπει να μας α­πασχολήσει περισσότερο, είναι η ξέφρενη ζήλεια που νιώθει ο Οδυσσέας κυρίως για «τας δμωάς του» ( τις δούλες του). (Οδ. η, 225)

Η πρώτη σκέψη που τον απασχολεί, δεν είναι: τι έκανε η γυναίκα του, αλλά θέλει να μάθει «των γυναικών τη γνώμη». Ποιες γυναίκες τον ατιμάζουν και ποιες όχι (Οδ. π, 304, τ, 497, τ, 500). Όχι μόνον αυτός, αλλά και ο γιος του ο Τηλέμαχος, δείχνει ξεχωριστό ενδιαφέρον για τις ερωτοτροπίες των νεαρών κοριτσιών που είχαν σαν σκλάβες στ’ ανά­κτορα. Μεταμφιεσμένος ο Οδυσσέας, άκου­γε τις δούλες που ξεπόρτιζαν το βράδυ, και «ένδον η κραδίη (του) υλάκτει», και δεν του πήγαινε ύπνος από τη ζήλεια του (Οδ. υ, 5-10).

Η ερμηνεία που δίνει ο Όμηρος μπερδεύ­ει αντί να ξεδιαλύνει τα πράγματα: «Κι ως τρέχει η σκύλα ολόγυρα στα τρυ­φερά κουτάβια / σα νιώσει ξένο κι αλυ­χτά κι ορμά να τον δαγκώσει / έτσι αλυ­χτούσε κι η καρδιά στα στήθια του Δυσσέα / κι έβραζε τις παράνομες δουλειές αυ­τές να βλέπει» (Οδ. υ, 14-7). Κάτι τέτοιο επαναλαμβάνει απευθυνόμε­νος στους Μνηστήρες λίγο πριν αρχίσει ο φόνος τους (Οδ  . χ, 37).                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                             

Αυτή η ζήλεια είναι εκείνη που οδήγησε τον Οδυσσέα στην απόφαση να καταδικάσει εις θάνατον τις δώδεκα κοπέλες, τα δουλάκια, του υπηρετικού προσωπικού των ανα­κτόρων, με μόνη την κατηγορία ότι «μ’ αγά­πες σμίγανε κρυφά με τους Μνηστήρες» (Οδ. χ, 464). Απόφαση που σπεύδει με ικανοποί­ηση να εκτελέσει ο γιος του Τηλέμαχος, και τις κρεμάει σαν τσίχλες. Κι αυτές λίγο τα πό­δια τίναξαν και πέταξε η ψυχή τους» (Οδ. χ, 473). Γιατί όμως; Τραυματισμένος εγωισμός του αρσενικού; Είναι πολύ πιθανόν, γιατί βλέπουμε και τον Τηλέμαχο να ζηλεύει: «…και προτιμώ να πέσω να πεθάνω / παρά τις άνομες δουλειές αυτές να βλέπω πάντα / …τις δούλες / αδιάντροπα να σέρνετε μέσ’ τ’ όμορφο παλάτι», λέει απευθυνόμενος στους Μνηστήρες (Οδ. γ, 316-9).

Στη συγχορδία αυτή της ζήλειας που παί­ζεται στ’ ανάκτορα μπαίνει και η Ευρύκλεια, η οποία στην επίμονη ερώτηση του Οδυσσ­έα· «Μόν’ έλα τώρα να μου πεις, απ’ του σπι­τιού τις δούλες / ποιες τι ψωμί μου ατίμασαν, και ποιες δεν έχουν κρίμα» (Οδ. χ, 417-8), α­παντά: «Πενήντα στο παλάτι σου έχεις γυναίκες δούλες / …/δώδεκα απ’ όλες έπεσαν σ’ αδιαντροπιά μεγάλη» (Οδ. χ, 421- 4). Κι εδώ ο αναγνώστης βλέπει τον Οδυσσέα να ενδιαφέρεται για το τι έκαναν οι δούλες.

Κι ενώ μπορούσε να ρωτήσει τη γριά Ευρύ­κλεια στην οποίαν είχε και κάθε εμπιστοσύ­νη, για το τι έκανε η Πηνελόπη με τους τό­σους Μνηστήρες, δεν το κάνει, αποφεύγει να μάθει την αλήθεια, συμβιβάζεται με τη βο­λική και αόριστη σκέψη «ότι ήθελαν να του πάρουν το ταίρι του», και δίνει μια καθαρή εικόνα ενός bon mari. Και η Πηνελόπη καταλαμβάνεται από μια τέτοια άγρια ζήλεια εναντίον της όμορφης Μελανθώς, αλλά εκείνη ήταν καθαρή αντι­ζηλία, γιατί η Μελανθώ κοιμόταν με τον Ευρύμαχο (Οδ. σ, 32). Αυτά όμως τα είπαμε πά­ρα πάνω.

Η ζήλεια ήταν μια έκρηξη τραυματισμένου εγωισμού. Τις δούλες όμως τις αγόρα­ζαν, όπως άλλωστε και τη σύζυγο, και απο­τελούσαν περιουσιακό στοιχείο. Οι Ομηρι­κοί ήρωες θα είχαν κάθε λόγο να το βλέπουν να πολλαπλασιάζεται, γιατί το παιδί της δού­λας ήταν κι εκείνο δούλος γεννημένος. Γιατί λοιπόν, όχι μόνο δεν το επεδίωκαν, αλλά και αυστηρά το απαγόρευαν; Εκτός από την ψυχολογική εξήγηση που έ­γινε δεκτή πάρα πάνω, θα πρέπει, νομίζω, να δεχθούμε ακόμη ότι ο ανεξέλεγκτος αριθμός γεννήσεων μέσα σ’ ένα κοινωνικό πυρήνα δημιουργούσε ανεπιθύμητα προβλήματα όχι μόνο επισιτιστικά, αλλά και κοινωνικής ισορροπίας.

Aphrodite and Eros (Pellegrini)

Από τις πιο σπαρταριστές σκηνές ζήλειας στον Όμηρο, είναι εκείνη του Ηφαίστου – Αφροδίτης – Άρη. Θα την αφηγηθούμε πε­ριληπτικά, γιατί είναι λίγο μεγάλη (Οδ. θ, 265 κ.ε.): Ο Άρης «παρασύρει» την Αφροδί­τη και ατιμάζουν το στρώμα του άντρα της του Ηφαίστου. Τους βλέπει όμως ο Ήλιος «μιγαζομένους φιλότητι», και το λέει του Ηφαίστου. Θυμώνει ο απατημένος σύζυγος και αποφασίζει να τους συλλάβει έπ’ αυτο­φώρω. Και αρχίζει να κατεβαίνει ένα-ένα τα σκαλοπάτια της ζήλειας.

Πρώτα, πιάνει και φτιάχνει ένα αόρατο και άθραυστο δίχτυ και τυλίγει μ’ αυτό, πάνω κάτω και ολόγυρα, το συζυγικό κρεβάτι, και λέει της γυναίκας του ότι έχει δουλειές στη Λήμνο και ότι θα λείψει μερικές ημέρες. Δεν είχε επιβιβαστεί καλά- καλά στο καΐκι, όταν ο Άρης πηγαίνει στο σπίτι του, βρί­σκει την Αφροδίτη, και χωρίς περιστροφές της λέει: «Δεύρο, φίλη, λέκτρον δε τραπείομεν ευνηθέντες» (Έλα, αγάπη μου, και πάμε στο κρεβάτι να ξαπλώσουμε). «Είπε, κι εκεί­νη με χαρά να κοιμηθούν ποθούσε / και στο κρεβάτι ανέβηκαν γλυκό να πάρουν ύπνο».

Μπλέκονται όμως στα δίχτυα του Ηφαίστου και δεν μπορούν πια να αποχωριστούν.

Ο Ήφαιστος επιστρέφει, στέκεται στην εξώπορτα και βάζει τις φωνές, καλώντας τον κόσμο να είναι μάρτυρας της διαπραττομένης μοιχείας, διότι φαίνεται ότι από τότε η Δικονομία απαιτούσε να υπάρχει το στοιχείο του nudus ad nudam ( γυμνός ενώπιον γυμνής). «Ελάτε να δείτε τα ρεζιλίκια (έργα γελα­στά) τ’ ανυπόφορα / που εμένα του σακά­τη μου κάνει η Αφροδίτη / …/ Δέστε πώς κοιμούνται αγκαλιασμένοι / ανεβασμέ­νοι πάνω στο κρεβάτι μου». Από το σημείο αυτό και πέρα ο Ήφαιστος τα σκαλοπάτια της ζήλειας τα κατεβαίνει δύο-δύο. Τους κρατά δεμένους ώσπου να έρ­θει ο Δίας, να δει τα χάλια της κόρης του της ξετσίπωτης (κυνώπιδος), και… του επιστρέ­φει τα δώρα που της είχε κάνει. 

Σε λίγο αρχίζουν να μαζεύονται οι θεοί. Από σεμνοτυφία οι θεές δεν πήγαν να δούν το θέαμα (Οδ. ε, 324). Οι θεοί βλέποντας τους δύο μοιχούς δεμένους χωρίς να μπορούν να ξεκολλήσουν ο ένας από τον άλλον, ξεραί­νονται στα γέλια, και αναρωτιούνται μεταξύ τους:

«Θάθελες τάχα στα σφιχτά δεσμά πιασμένος νάσαι / αν στο κρεβάτι πλάγιαζες με τη χρυσή Αφροδίτη;» Και ο άλλος απαντά: «Μακάρι αυτό να γίνονταν, κι ας ήμουν τυλιγμένος / με δίχτυα τρεις φορές πε­ρισσότερα / κι όλοι ας κοιτάζανε οι θεοί με τις θεές, εγώ όμως / στην αγκαλιά μου τη χρυσή Αφροδίτη νάχω».

Νέα γέλια των θεών υποδέχονται την απά­ντηση. Επεμβαίνει ο Ποσειδώνας, και προ­τείνει να δοθεί από τον Άρη μια αποζημίω­ση στον Ήφαιστο, και αυτός να τον λύσει, και εγγυάται ο ίδιος την πληρωμή της απο­ζημιώσεως. Ο Ήφαιστος δέχεται και λύνει τους μοιχούς. Πετιούνται απάνω, κι ο Άρης φεύγει για τη Θράκη, «κι η Αφροδίτη γελα­στή κατά την Κύπρο πήγε» (Οδ. ε, 362).

 

Αιμομιξίες

Το φαινόμενο αυτό που δεν λείπει από κα­μιά κοινωνία, στον Όμηρο το απαντούμε τρεις φορές. Μια τότε που ο Όμηρος γράφει ότι ο Δίας ήταν αδελφός και σύζυγος της Ή­ρας (Ιλ. Σ, 35). Μια δεύτερη, που ο Αίολος παντρεύει τους γιους του με τις κόρες του (Οδ. κ. 7), και μια τρίτη, του Αλκίνοου που είχε παντρευτεί την ανιψιά του την Αρήτη, κόρη του αδελφού του Ρηξήνορα (Οδ. η, 65).

 

Τάκης Μαύρος.

Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, τ. 111-114, Μηνιαία έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1997.


Read Full Post »

Οι Μύθοι του νερού στην Αργολίδα


  

Αν προσπαθήσουμε να αποδώσουμε σε γενικές γραμμές τον ορισμό του μύθου μπορούμε να τον προσδιορίσουμε ως την αφήγηση που αφορά σε θεούς, ήρωες, ημίθεους και «δαίμονες» σε μια εποχή που ο άνθρωπος αγωνιούσε να εξηγήσει τα όσα συνέβαιναν γύρω του. Η γόνιμη φαντασία των αρχαίων Ελλήνων δεν δίσταζε να αναγνωρίζει μεταφυσικές δυνάμεις και πνεύματα σε κάθε αντικείμενο και κυρίως σε κάθε φυσικό φαινόμενο ή αφηρημένη έννοια. Οι απαρχές του σύμπαντος, η γέννηση των θεών, η κοσμογονία, οι θεοί του Ολύμπου, τα ηρωϊκά κατορθώματα, οι οικογενειακοί κύκλοι συνετέλεσαν στη δημιουργία μιας μυθολογίας που συνδέεται άρρηκτα με τη θρησκευτική σκέψη.

Δίας και Ήρα, λάδι σε μουσαμά , James Barry (1741–1806)

Στη μοιρασιά του κόσμου που έγινε με κλήρο ανάμεσα στους τρεις γιους του Κρόνου, ο Δίας αναγνωρίστηκε ως κύριος του ουρανού, ο Ποσειδώνας ως κύριος των υδάτων και ο Πλούτωνας του Κάτω Κόσμου. Η θεϊκή παρουσία είναι αισθητή στη προφορική παράδοση και ακολούθως στη λυρική ποίηση. Ποιητές και ιστορικοί την επικαλούνται σχεδόν πάντα και η αρχαία εικονογραφία συμπληρώνει με πολύ παραστατικό τρόπο τις πηγές.

Εκτός όμως από αυτά το φυσικό περιβάλλον με οποιαδήποτε μορφή – βουνά, σπηλιές, δάση, ποταμοί, θάλασσα, πηγές, έλη – έχει επηρεάσει τους μυθολογικούς κύκλους και έχει προκαλέσει συναίσθημα ή δέος. Όλα τα ποτάμια ήταν θεοί, οι νύμφες λατρεύονταν ομαδικά ή σε μικρά ιερά και οι θάλασσες και τα βουνά είχαν δικά τους πνεύματα. Σε κάθε βράχο της Ελλάδας μπορεί κάποτε να κατοικούσε ένα θεός, σύμφωνα με τη διατύπωση του Ίωνα Δραγούμη στο βιβλίο του «Σαμοθράκη». Μέσα από τις περιγραφές της γραπτής παράδοσης (Ομηρική ποίηση, Ησίοδος, Ομηρικοί ύμνοι) μπορούμε να κατανοήσουμε τις απεικονίσεις των θεών που συνδέονται με το ελληνικό τοπίο.

Καθένας στον ιδιαίτερο χώρο επιρροής του συγκεντρώνει τις δυνάμεις, τις ιδιότητες, τις αρετές και τα αγαθά που προσβλέπουν κάθε φορά οι θνητοί, που προσπαθούν με τις κατασκευές τους (ιερά, ναούς, βωμούς) και με τελετές να πλησιάσουν μέσα από τη φύση τους αθάνατους και μάκαρες.

Το νερό κατέχει σημαντική θέση για τους περισσότερους θεούς και τους μύθους γύρω από αυτούς. Περιγράφεται ως μέλαν, δνοφερόν, γλυκερόν, πλατύ. Η θάλασσα και τα ποτάμια αναζωογονούν τις δυνάμεις των θεών καθώς αγάλματα ή ομοιώματά τους ανάλογα με τις προβλεπόμενες για κάθε περίσταση ιεροτελεστίες εμβαπτίζονται ή πλένονται στο νερό. Με τον τρόπο αυτό παραμένουν αγέραστοι, αθάνατοι και παντοδύναμοι.

Υπερτερούν οι γυναικείες θεότητες με γονιμοποιό χαρακτήρα, όπως π.χ. η Αφροδίτη με το προγαμιαίο λουτρό ή η σπουδαιότητα του λουτρού της Αθηνάς Παλλάδος στο Άργος που αναφέρεται σε ποίημα του Καλλίμαχου. Σύμφωνα δε με την αργολική αντίληψη η Ήρα, πάρεδρος του Δία, ανακτά διαρκώς την παρθενική της υπόσταση με το γνωστό λουτρό του αγάλματός της στο νερό της πηγής που λέγεται Κάναθος. Γι’ αυτό και ο ιερός γάμος της, που είναι ένα δρώμενο για την γενική ευφορία στη βλάστηση, στα ζώα και στον άνθρωπο, γίνεται κάθε χρόνο.

Αλλά και στις τελετές καθαρμού το πιο διαδεδομένο μέσο είναι το νερό. Γι΄ αυτό πριν από τις σπονδές και τις θυσίες ζώων προηγείτο το πλύσιμο των χεριών (χέρνιψ) με νερό στο οποίο είχαν προσθέσει αλάτι. Στις εισόδους των ιερών υπήρχαν δοχεία με νερό, τα περιρραντήρια, αρκετά από τα οποία έφεραν πλαστικό διάκοσμο. Δεν ήταν λίγα τα ιερά που είχαν το καθένα δική του πηγή ή πηγάδι, σε ορισμένες όμως περιπτώσεις έπρεπε να το μεταφέρουν από μεγαλύτερη απόσταση από μια αέναη πηγή.  

Η παρθένα που μεταφέρει το νερό με το δοχείο πάνω στο κεφάλι (υδριαφόρος), είναι σταθερό θέμα στην λατρευτική εικονογραφία. Ιδιαίτερες πηγές έχουν σχεδόν όλα τα ιερά της Δήμητρας. Το Ηραίο του Άργους είχε τη δική του πηγή στους πρόποδες του λόφου.

Από το Άργος είναι γνωστή αναθηματική επιγραφή για τη γιορτή Αδώνια. Στον διήμερο εορτασμό και κυρίως τη δεύτερη μέρα οι γυναίκες έψαλαν ύμνους και ανέθεταν αγγεία με σπόρους που βλαστάνουν γρήγορα με συχνό πότισμα. Σκοπός της γιορτής ήταν η εξασφάλιση ευφορίας για το επόμενο έτος, της οποίας το μεγαλύτερο εμπόδιο αποτελούσε η ανομβρία. Μαγική πράξη για την αποτροπή της ανομβρίας ήταν το ρίψιμο των κήπων του Αδώνιδος σε κρήνες.

Σε μαγική πράξη οφείλεται η ανακάλυψη μιας πηγής με άφθονο νερό, της Περσείας, κάτω από τη ρίζα ενός μανιταριού, ενός μύκητος, που ο Περσέας, γιος του Δία και της πριγκίπισσας Δανάης, ξερίζωσε για να πιει νερό. Ο περιηγητής Παυσανίας αναφέρει και μια δεύτερη εκδοχή κατά την οποία ο Περσέας ονόμασε την πόλη Μυκήνες, επειδή στην περιοχή έπεσε ο μύκης, δηλαδή η άκρη της λαβής του ξίφους του, πράγμα που ο ήρωας θεώρησε ως σημάδι των θεών για την υπόδειξη της θέσης που θα έπρεπε να ανοικοδομήσει μια νέα πόλη.

Εκτός από τις πηγές τα ποτάμια επίσης ήταν ιερά, το καθένα είχε ιδιαίτερη θεϊκή υπόσταση και οι θνητοί ζητούσαν τη βοήθειά τους όχι μόνο για την ευφορία της γης αλλά και την ευγονία των ανθρώπων. Η αφιέρωση των μαλλιών των εφήβων σε ποταμούς που ζήτησαν τη βοήθειά τους αναφέρεται συχνά στην αρχαία γραμματεία. Η τοπογραφία της Αργολίδας ορίζεται καθοριστικά από τους ποταμούς Ερασίνο, Χάραδρο και Ίναχο.

Στην αρχαιότητα ήταν αδιανόητη η διάβαση ποταμού χωρίς θυσία και ο Ερασίνος αποτελεί μια από τις περιπτώσεις που αναφέρεται στον Ηρόδοτο. Ο Χάραδρος έχει δημιουργήσει αρκετά προβλήματα στην πόλη του Άργους με πλημμύρες που κάλυψαν οικιστικά κατάλοιπα κυρίως όμως τάφους. Σημαντικότερος από τους ποταμούς αυτούς θεωρείται ο Ίναχος καθώς συνδέεται με την γενεαλογία των αργείων.

Ο Απολλόδωρος (1ος – 2ος αι. μ.Χ.) κατέγραψε σε μια μυθολογική επισκόπηση τη γενεαλογία των θεών και των ηρώων. Αρχίζει με τον Ουρανό και τη Γαία και μετά τη γενιά του Δευκαλίωνα, ο οποίος μαζί με τη γυναίκα του Πύρρα σώθηκαν από τη θεϊκή μήνι που με κατακλυσμό έπνιξε όλους τους ανθρώπους της εποχής του χαλκού, συνεχίζει με τη γενιά του Ινάχου. 

Ο ποταμός Ίναχος

Ο Τιτάνας Ωκεανός, πατέρας των γλυκών υδάτων, και η Τηθύς γέννησαν ένα γιο τον ποταμό Ίναχο. Ο Ίναχος γέννησε με τη Μελία, θυγατέρα του Ωκεανού, τον Φορωνέα και τον Αιγιαλέα. Ο Φορωνέας έγινε βασιλιάς σ’ ολόκληρη τη χώρα που αργότερα ονομάστηκε Πελοπόννησος. Οι Αργείοι έλεγαν πως ο Ίναχος έζησε πριν από το ανθρώπινο γένος και πως ο γιος του Φορωνέας ήταν ο πρώτος άνθρωπος. Λένε πως συγκέντρωσε τους ανθρώπους μετά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα και τους είχε εγκαταστήσει στην κοιλάδα του Ίναχου, στον οποίο είχαν δώσει το όνομά του σε ανάμνηση του ευεργετήματος αυτού.

Η ευθύνη της προστασίας μιας πόλης αποτελούσε τιμή για τους θεούς. Αρκετοί μύθοι αναφέρονται σε διαγωνισμό των θεών για την κατάληψη της ζηλευτής θέσης του πολιούχου στα σημαντικά ελληνικά πολίσματα. Όταν η Ήρα και ο Ποσειδώνας διαφιλονίκησαν για την εξουσία στην αργεία γη διάλεξαν τον Ίναχο ως κριτή της διαμάχης μαζί με τα άλλα δύο ποτάμια της περιοχής, τον Κηφισό και τον Αστερίωνα.

Ο Ίναχος αποφάσισε υπέρ της θεάς. Ο Ποσειδώνας εξοργισμένος τον καταράστηκε, ο Ίναχος έχασε τη θεϊκή του δύναμη και η κοίτη του ξεράθηκε. Η οργή του θεού συνεχίσθηκε και το μεγαλύτερο μέρος της Αργολίδας πλημμύρισε. Χρειάσθηκε η παρέμβαση της Ήρας για να αποσύρει ο Ποσειδώνας το θαλασσινό νερό. Μετά από αυτό οι Αργείοι ίδρυσαν το ιερό του Προκλύστιου Ποσειδώνα.

Ποσειδώνας - Agnolo Bronzino, Ritratto dell'ammiraglio Andrea Doria come Nettuno. Conservato nella Pinacoteca di Brera a Milano. 1540-1550 ca.

Μέσα από τους μύθους αυτούς οι αρχαίοι θεωρούν τον Ποσειδώνα υπεύθυνο για τη διαμόρφωση της γήινης επιφάνειας με κοιλάδες, βουνά, ισθμούς – για σεισμούς και καταποντισμούς – για τον κόσμο της θάλασσας – για ποτάμια, λίμνες, πηγές και πλημμύρες. Μάλιστα κατά τον Αισχύλο όλες οι πηγές θεωρούνται ότι δημιουργούνται από τον Ποσειδώνα. Τα νερά που αναπηδούν ορμητικά από τα έγκατα της γης, όπως και τα ρεύματα των ποταμών και τα κύματα του πελάγους συνδυάζονται σταθερά με τα άλογα και τους ταύρους, ζώα που χαρακτηρίζονται για την ορμητικότητά τους. Μερικοί μύθοι αναφέρουν πως παρουσιαζόταν με μορφή αλόγου και πως αυτός έπλασε το άλογο.

Η γέννηση του αλόγου συνδέεται με το νερό το ίδιο και ο καταποντισμός τους. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι στο ρεύμα γλυκού νερού που αναβλύζει μέσα στη θάλασσα στη Δίνη έριχναν για τον Ποσειδώνα άλογα στολισμένα με χαλινούς. Η περιοχή όπου βρισκόταν η Δίνη, κοντά στο σημερινό Ανάβαλο, ονομαζόταν στην αρχαιότητα Γενέθλιον. Η ονομασία οφείλεται σε ένα σπάνιο επίθετο του Ποσειδώνα, που έχει ταυτόσημη έννοια με το Γενέσιον που αναφέρει ο Παυσανίας πάνω στη διαδρομή από τη Λέρνα για τη Θυρεάτιδα, μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περιοχή από στρατηγικής απόψεως για τους αργείους.   

Είναι όμως ο ίδιος θεός που μπορεί να κάνει να αναβλύσει ακόμα και γλυκό νερό, όταν για κάποιο λόγο καταλαγιάζει ο θυμός του. Έτσι για την κόρη του Δαναού Αμυμώνη, η οποία ενώθηκε με τον θεό της θάλασσας ερωτικά, ανέβλυσαν στη στιγμή οι πλούσιες πηγές της Λέρνας. Καρπός της ένωσης αυτής ήταν ο Ναύπλιος, οικιστής του Ναυπλίου, με απέραντη σοφία στη ναυσιπλοία. Το όνομα της Νύμφης δόθηκε στην κυριότερη πηγή της Λέρνας στους πρόποδες του Ποντίνου όρους. Από μελετητές ταυτίστηκε με το σημερινό Κεφαλάρι των Μύλων και μαζί με τα νερά της Αλκυονίας κινούσαν τους υδρόμυλους που έδωσαν το όνομά τους στο χωριό.

Μία ακόμα από τις Δαναϊδες η Υπερμήστρα έσωσε τον Λυγκέα, γιο του Αίγυπτου, αρνούμενη να υπακούσει την πατρική εντολή να τον θανατώσει την πρώτη νύχτα του γάμου τους. Οι υπόλοιπες υποχρεώθηκαν ως τιμωρία για την ομαδική δολοφονία των συζύγων τους στην αέναη προσπάθεια να γεμίζουν στον κάτω κόσμο με νερό ένα τρύπιο πιθάρι. Ο μύθος έχει απασχολήσει διαχρονικά τους μελετητές  οι οποίοι τον έχουν αναλύσει και από την πλευρά της ψυχολογίας.  

Ήρα, η πολιούχος θεά του Άργους

Η λευκόχερη Ήρα, νικήτρια στη διαμάχη με τον Ποσειδώνα, σύζυγος του ύψιστου θεού Δία και βασίλισσα του Ολύμπου, αναφέρει στην Ιλιάδα τη Σπάρτη, τις Μυκήνες και το Άργος  ως τις πιο αγαπημένες της πόλεις. Προστάτρια των ναυτιλομένων και κυρίαρχη των λιβαδιών ήταν η θεότητα που είχε τα πλουσιότερα ιερά από τον 8ο αι. π. Χ, καθώς η σύνδεσή της με τη θάλασσα, τη γονιμότητα της γης και κατ΄ επέκταση με τη γεωργία συνιστά νέο είδος κοινωνίας.

Ο μύθος λέει ότι ο Ίναχος (ή ο γιος του Φορωνέας) έχτισε πρώτος ναό στην Ήρα την Αργεία. Το άνδηρο στην πλαγιά του όρους Εύβοια περιτριγυρισμένο από βοσκοτόπια και δύο ρυάκια ήταν αφιερωμένο στη δέσποινα της αργολικής πεδιάδας. Το δυτικό ρυάκι ταυτίζεται με το ονομαζόμενο Ελευθέριο Ύδωρ ενώ το ανατολικό είναι ο Αστερίων. Στις όχθες του δεύτερου φύτρωνε η ομώνυμη πόα από την οποία έπλεκαν στεφάνια στη θεά, που πιθανότατα αποδίδονται ανάγλυφα στον πόλο (κυλινδρικό διάδημα) αγαλματιδίων και ειδωλίων της θεότητας. Θρησκευτικοί καθαρμοί και απόρρητες τελετές τροφοδοτούνται από τα νερά του πρώτου ρυακιού κατά τη φημισμένη αργειακή γιορτή τα Ηραία.

Η γιορτή συγγενεύει με τη γιορτή των Λερναίων που είχε κι εκείνη μυστικά «λεγόμενα και δρώμενα» με θέμα την ευφορία, τη βλάστηση, την αθανασία της ψυχής. Το πολύρρυτο άλσος των πλατάνων και των άλλων δέντρων έκρυβε μυστικές τελετές για το Διόνυσο. Κατά την εορτή της Επιφάνειάς του οι Αργείοι καλούσαν τον «βουγενή» Διόνυσο με σάλπιγγες να βγει από τη λίμνη της Λέρνας και βύθιζαν ένα αρνί ως θυσία στο αχανές βάθος . Και για τη Δήμητρα Πρόσυμνα τελούνταν ετησίως εορτές από τους αργείους μέσα σε τέμενος ναών και ιερών μεταφέροντας με πυρσούς φλόγα από το ιερό της Πυρωνίας Αρτέμιδος στο όρος Κράθι της γειτονικής Αρκαδίας.

Ο Ηρακλής σκοτώνει τη Λερναία Ύδρα (παράσταση από αμφορέα του 540 π.X.).

Στην περιοχή της Λέρνας όμως η άφθονη υδροχαρής βλάστηση δεν αντικατοπτρίζει το κάλλος της Δαναϊδας νύμφης Αμυμώνης. Κρύβει το έρεβος της άπατης λίμνης που τη φυλάει ένα τέρας, η Λερναία Ύδρα, με εννέα φιδίσια κεφάλια, γέννημα του Τυφώνα και της Έχιδνας, που η δηλητηριασμένη του ανάσα κατάκαιγε τα πάντα: φυτά, ζώα, ανθρώπους. Εδώ ο Ηρακλής με τη βοήθεια του ανιψιού του Ιόλαου και τη σοφία της θεάς Αθηνάς εξόντωσε το φοβερό φίδι.

Στον Απολλόδωρο στο σχετικό εδάφιο διαβάζουμε περιγραφή της αποκοπής των κεφαλιών της Λερναίας ‘Υδρας από τον ήρωα. Αναφέρεται χαρακτηριστικά: «…και τούτον τον τρόπον των αναφυομένων κεφαλών περιγενόμενος, την αθάνατον αποκόψας κατώρυξε και βαρείαν επέθηκε πέτραν, παρά την οδόν την φέρουσαν δια Λέρνης εις Ελαιούντα».

Το θέμα του μύθου, που περιγράφει το δεύτερο και πιο σημαντικό από τους άθλους του Ηρακλή, ήταν ιδιαίτερα προσφιλές στις εικαστικές τέχνες από το τέλος του 8ου – αρχές 7ου αι. π.Χ. Ο κορινθιακός κεραμεικός θεωρείται η αρχή της επεξεργασίας του θέματος στην τέχνη της αγγειογραφίας που επηρέασε στη συνέχεια τους αγγειογράφους άλλων εργαστηρίων. Η ερμηνεία του έχει απασχολήσει μέχρι σήμερα επιστήμονες πολλών ειδικοτήτων και οδήγησε στη διατύπωση διαφόρων θεωριών: καρστικό φαινόμενο, ταύτιση του Ηρακλή με τον θερμό ήλιο που το καλοκαίρι στερεύει τις πηγές και την Ύδρα – έλος.

Για τους αρχαίους τα έλη ήταν ολέθρια γιατί τα συνέδεαν με τις δυνάμεις του υπερφυσικού. Η αισθητή αύξηση της νόσου της ελονοσίας από τον 5ο αι. ως την περίοδο των αυτοκρατορικών χρόνων είχε θεωρηθεί παλαιότερα ως η κύρια αιτία της ερήμωσης της αρχαίας Ελλάδας. Ο αμερικανός ανθρωπολόγος J. L. Angel βασίσθηκε στα ποσοστά εμφάνισης της πορώδους υπερόστωσης για τον εντοπισμό μεγάλων επιδημιών ελονοσίας στον ελληνικό χώρο κατά την αρχαιότητα.

Το λιμάνι της Λέρνας το προστάτευε η λιμενία ή εύπλοια Αφροδίτη, ιερό της οποίας υπάρχει στο Τημένιο του Άργους  μαζί με το ιερό του Ποσειδώνα. Ο τελευταίος ως γενάρχης του Ναύπλιου λατρεύεται ως η κυριότερη θεότητα στη Ναυπλία, σε ναό τα κατάλοιπα του οποίου υποτίθεται πως έχουν εντοιχισθεί στο μεσαιωνικό τείχος της Ακροναυπλίας.

Δαναΐδες

Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων έχει άμεση σχέση με το νερό, γιατί αποτελεί το στοιχείο που κατοικούν τα αρχέγονα μυστήρια. Το Άργος, όπως προαναφέρθηκε, έχει γνωρίσει την οργή του Ποσειδώνα και έχει γίνει πολυδίψιο. Όλες οι Δαναϊδες, που τα ονόματά τους θυμίζουν Νηρηίδες – Ωκεανίδες, είναι Νύμφες των πηγών. Ο συσχετισμός των Δαναϊδων στις γραπτές πηγές με τα φρέατα του Άργους δεν αποκλείεται να συνδέεται με κάποια αρδευτικά έργα που έδωσαν τη δυνατότητα στο Δαναό να γίνει βασιλιάς στο Άργος.

Ο Στράβωνας αναφέρει ότι τέσσερα από τα πηγάδια οι αργείοι τα θεωρούσαν ιερά και τα τιμούσαν ειδικά, πιστεύοντας ότι όταν υπήρχε νερό αυτά δεν είχαν.

Στις ανατολικές υπώρειες του λόφου της Λάρισας και σε μικρή απόσταση από το αρχαίο Θέατρο ο χώρος που οι ανασκαφείς ονόμασαν «Κριτήριο»  πήρε τη σωζόμενη μορφή στα ρωμαϊκά χρόνια (123/4 μ. Χ.) όταν ο Αδριανός επισκέφθηκε το Άργος. Τότε διαμορφώνεται ένα Νυμφαίο που αποτελείται από δυο δεξαμενές νερού σκαλισμένες στο βράχο. Εδώ πιθανότατα ήταν στημένο και το άγαλμα που βρέθηκε το 1906 στη δυτική δεξαμενή και εκτίθεται στον αύλειο χώρο του Μουσείου Άργους, όπου ο αυτοκράτορας με τη μορφή του ήρωα Διομήδη άφηνε το νερό να τρέχει ως θεϊκό δώρο από την παλάμη του αριστερού χεριού. Τμήμα επιγραφής που ήρθε στο φως στις ανασκαφές της Γαλλικής Αρχαιολογικής σχολής στην αρχαία Αγορά του Άργους αποτελεί υπόμνηση των υδραυλικών έργων που έγιναν στην πόλη από τον Αδριανό, τα οποία προστέθηκαν στις αντίστοιχες σημαντικές εργασίες των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων στην περιοχή της Αγοράς.

Στο Νυμφαίο κατέληγε το νερό που κυλούσε στον βόρειο αγωγό του Αδριάνειου Υδραγωγείου που σώζεται σε μήκος 600 μ. περίπου στις ανατολικές υπώρειες της Λάρισας. Διανύοντας μια πολύ μεγάλη διαδρομή από το Κεφαλόβρυσο, Δούκα, Τζιρίστρα, Στέρνα, Σχοινοχώρι έφερνε το νερό στην πόλη. Μάρτυρες της πορείας του σημαντικού αυτού έργου οι πλινθόκτιστες βάσεις που είναι ορατές στην περιοχή «Σταθέικα» βορειοδυτικά του Άργους  και στο χωριό Γυμνό στη θέση «Αγ. Θωμάς».

Στην περιοχή της Στέρνας κοντά στο ύψωμα του Αγ. Νικολάου στη θέση που στους ντόπιους είναι γνωστή με το όνομα «Τσόλορη» μέσα στην κοίτη του Ίναχου ήρθε στο φως η κατώτερη επιφάνεια έδρασης πεσσού του υδαταγωγού. Στις εργασίες διάνοιξης της νέας Εθνικής Οδού Κορίνθου – Καλαμάτας βρέθηκε μικρό τμήμα υδραγωγείου στην περιοχή Ρουσάλια στη θέση «Ντράσιζα» κτηματικής περιφέρειας Μαλανδρενίου. Η από νότο προς βορρά πορεία του δεν αποκλείεται να υποδεικνύει σύνδεση με το νότιο υδραγωγείο του Άργους που τροφοδοτούνταν από το Κεφαλάρι.

Νότια του «Κριτηρίου» κατάλοιπα δεξαμενής έχουν ερμηνευθεί ως ένδειξη της λατρείας της Ίσιδας, που πρέπει να ήταν δημοφιλής στο Άργος από τον 3ο αι. π.Χ. έως τον 3ο αι. μ.Χ. και με την οποία πιθανότατα συνδέεται η χρήση υπόγειου πλινθόκτιστου οικοδομήματος που ήρθε στο φως στη διάρκεια σωστικής ανασκαφικής έρευνας.

Ο καλλωπισμός του σώματος αποτελούσε κύριο μέλημα της αρχαίας κοινωνίας. Η καθημερινή φροντίδα του σώματος σε λουτρά, θέρμες και βαλανεία, σηματοδοτούσε την ευκαιρία για κοινωνική συναναστροφή, αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, χαλάρωση και ξεκούραση. Στο Άργος στη διάρκεια σωστικών ανασκαφικών ερευνών ήρθαν στο φως κατάλοιπα που ταυτίζονται με λουτρά των ρωμαϊκών χρόνων.

Απεικόνιση του Ασκληπιού και της οικογένειάς του

Εκτός από τον καλλωπισμό και η ίαση του σώματος όφειλε πολλά στη χρήση του νερού σε ιαματικά κέντρα όπου κατέφευγαν οι ασθενείς και ονομάζονταν Ασκληπιεία από το όνομα του θεραπευτή θεού, του Ασκληπιού. Γιος του Απόλλωνα, είχε διδαχθεί την ιατρική από τον σοφό Κένταυρο Χείρωνα και την ασκούσε σε φυσικό περιβάλλον με άλση, πηγές με τρεχούμενα ιαματικά νερά, που η ακτινοβολία του ιερού χώρου και οι διαιτητικές θεραπείες συντελούσαν στη θεραπεία του σώματος και της ψυχής.

Στο Άργος στις Θέρμες στην περιοχή του Θεάτρου μεγάλο κτίσμα τροφοδοτούμενο από ένα υδραγωγείο μετατράπηκε σε Σαραπείο. Επί Αδριανού δημιουργείται μια εγκατάσταση λουτροθεραπείας (cure balnéaire) και επικρατεί η ιαματική πλευρά του νερού αναμφίβολα κάτω από την προστασία του Ασκληπιού. Ο χώρος χρησιμοποιείται και στους υστερορωμαϊκούς χρόνους επί Γορδιανού ΙΙΙ. Η παρουσία άφθονου νερού στο εσωτερικό του οικοδομήματος καλύπτει τις ανάγκες του ιερατείου (κάθαρση) αλλά και των πιστών (θεραπεία). Σ’ αυτά τα λουτρά οι θεραπευτικές ιδιότητες του νερού φαίνεται πως ουσιαστικά βασίζονταν στην αντίθεση ανάμεσα στις θερμοκρασίες των εναλλάξ εμβαπτισμών σε δεξαμενές θερμές και ψυχρές.

Στο ανατολικό τμήμα της Αργολίδας, στην Επίδαυρο το νερό γίνεται φορέας του ιερού χαρακτήρα της θεότητας. Οι πάνδημοι εορτασμοί, οι συναθροίσεις και οι συμβολικές πράξεις στον κύκλο λατρείας ενός θεού-γιατρού απαιτούσαν συνεχή ροή νερού σε πηγάδια, κρήνες και υδραγωγεία. Ήδη από τον 8ο αι. π.χ, στο ιερό του Απόλλωνα Μαλεάτα, πατέρα του Ασκληπιού και αργότερα στον μεγάλο ιερό χώρο του Ασκληπιείου υπήρξε πρόβλεψη για εκτέλεση τεχνικών έργων που διασφάλιζαν την ύπαρξη νερού μέχρι την ύστερη αρχαιότητα (5ος αι. μ. Χ). Στη διάρκεια του 4ου αι. π.χ., η υλοποίηση του μεγάλου οικοδομικού προγράμματος συνδέθηκε με ένα άψογο τεχνικό σύστημα παροχής, διανομής αλλά και αποχέτευσης του νερού στο σπουδαιότερο ιερό της αρχαιότητας. Σε επιγραφές αναφέρονται κατασκευαστικά στοιχεία, υλικά και δαπάνες που αφορούν στα υδραυλικά έργα του ιερού με τα οποία το νερό μεταφέρεται και αποθηκεύεται σε τεράστιες δεξαμενές τροφοδοτώντας τις κρήνες και τα λουτρά.

Στην ΝΑ Αργολίδα, στην Ερμιόνη, κυριαρχεί η λατρεία του Ποσειδώνα, της Αθηνάς, της Δήμητρας – θεά της σποράς και του Κάτω Κόσμου, της Αφροδίτης και της Ίσιδας. Oι επικλήσεις της Αφροδίτης ως ποντία, λιμενία και εύπλοια δείχνουν την άμεση σχέση της περιοχής με το νερό. Η Ίσιδα, όπως και η Αφροδίτη, τιμώνταν στα λιμάνια ως θεότητες προστάτριες της ναυσιπλοϊας. Στην εποχή του περιηγητή Παυσανία ονομαστές είναι οι κρήνες που τροφοδοτούν τα ιερά και την πόλη της Ερμιόνης που δεν στερεύουν ποτέ.

Οι μύθοι στους οποίους αναφερθήκαμε επιγραμματικά φανερώνουν διάρθρωση, ιεραρχία ίσως και κάποια αντινομία. Μιλούν για πράξεις με επικοινωνιακό χαρακτήρα γύρω από μια θεότητα ή ένα ήρωα που ενσαρκώνει την υπερφυσική δύναμη. Τα κοινά στοιχεία μεταξύ των περιοχών δεν οφείλονται μόνο σε πολιτιστικές επιδράσεις αλλά σε κοινές εμπειρίες και μνήμες που κυλούν μαζί με το νερό από τη μια άκρη της Αργολίδας στην άλλη σε περιοχές που αναφερθήκαμε αλλά και σε όλες τις άλλες που τα όρια της παρουσίασης αυτής δεν επιτρέπουν.

Μνήμες που γύρω στο 700 π.Χ. σε κάποια πλαγιά του όρους Ελικών, ο ποιητής Ησίοδος, πλάθει στην αρχαιότερη ερμηνεία σχετικά με τη δημιουργία του κόσμου και τη γέννηση των θεών χωρίς να εξαλείφει τις αμέτρητες τοπικές παραλλαγές. Η προσέγγιση ενός μυθικού κόσμου διατρέχει πάντα τον κίνδυνο να φανεί κάπως άστατη, καθώς οι ολύμπιοι θεοί, οι ήρωες και οι ημίθεοι δεν αναγνωρίζονται με μια μοναδική υπόσταση ή σε μια γεωγραφική περιοχή. Και το νερό είναι το στοιχείο που κατοικούν τα αρχέγονα μυστήρια που συνδέονται με τη θεϊκή παρουσία αλλά και με τις ανθρώπινες καταβολές.

Στην Αργολίδα, όπως και σε άλλες περιοχές, η σχέση του ανθρώπου με το νερό είναι ζωτική, μυστηριακή, εξαγνιστική  και έχει αφήσει τις μαρτυρίες της σε διάφορες κατηγορίες έργων της αρχαιότητας. Μύθοι αναζωπυρώνονται από εκτεταμένες περιόδους ξηρασίας και ο Ίναχος με τη γενιά του και τους δυναστικούς κρίκους της αργειακής γενεαλογίας έρχεται σε αντίθεση με τους μύθους για την αφθονία του νερού στη Λέρνα, τον Δαναό και τις Δαναϊδες.

Η συνύπαρξη του μυθολογικού με το ερωτικό στοιχείο που αποδίδεται σε ανάγλυφο με τη μορφή της Λήδας και του Δία μεταμορφωμένου σε κύκνο υπενθυμίζει ότι η αρχαία ελληνική τέχνη δείχνει με καλλιτεχνικό τρόπο πόσο συνυφασμένη ήταν η ζωή με τους μύθους για το νερό ακόμα και με την έμμεση επισήμανσή του.

Στην αρχιτεκτονική αναφέρουμε ενδεικτικά τις πήλινες λεοντοκεφαλές – υδροόες που παραπέμπουν στη δύναμη του υγρού στοιχείου ή στα ακροκέραμα με το φυτικό πλαστικό διάκοσμο. Στην αγγειογραφία φαίνεται μια προτίμηση στις σκηνές που «συνομιλούν» με τον θεατή για τη ζωή. Εμφανίζεται πολύ συχνά ο δαμαστής αλόγων που ελέγχει είτε ένα είτε δύο άλογα, θέμα ιδιαίτερα προσφιλές στο αργείτικο εργαστήρι καθώς συνδέεται με το ιππόβοτο Άργος. Έμβια όντα (δελφίνι), ψάρια, υδρόβια πουλιά στα αγγεία των γεωμετρικών χρόνων έχουν θεωρηθεί ως παραπληρωματικά θέματα στην εικονογραφία που ερμηνεύεται ως απεικόνιση της σχέσης της αργείας γης με το νερό.

Στην ημερίδα [Νοέμβριος 2009] αυτή με κυρίαρχο θέμα το πρόβλημα του νερού από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα επισημαίνουμε ο καθένας με το δικό του τρόπο ότι το νερό είναι η πηγή και η ουσία της ζωής, χωρίς την οποία η φύση και ο άνθρωπος ασφυκτιούν και κινδυνεύουν.

Η ευλογία του νερού όμως δεν είναι δίκαια μοιρασμένη. Αν και απολύτως απαραίτητο για τη ζωή και την υγεία, περισσότεροι από τους μισούς κατοίκους του Τρίτου Κόσμου δεν έχουν πόσιμο νερό και τα τρία τέταρτα απ’ αυτούς δεν έχουν ούτε εγκαταστάσεις υγιεινής, ενώ περίπου 80% των ασθενειών που προσβάλλουν τον άνθρωπο οφείλονται στην έλλειψη καθαρού πόσιμου νερού.

Η Ουνέσκο ασχολείται με το πρόβλημα του νερού από το 1950, όταν εγκαινίασε ένα πρόγραμμα ερευνών στις άνυδρες περιοχές της υδρογείου. Σήμερα το Διεθνές Υδρολογικό Πρόγραμμα (ΔΥΠ) έχει ως στόχο να αναπτύξει την επιστημονική βάση για την ορθολογική χρήση των πηγών του νερού και να αναζητήσει λύσεις των ιδιαίτερων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν χώρες με διαφορετικές γεωγραφικές συνθήκες και επίπεδα τεχνολογικής και οικονομικής ανάπτυξης. Η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών κήρυξε το Νοέμβριο του 1980 τη Διεθνή Δεκαετία Πόσιμου Νερού και Εγκαταστάσεων Υγιεινής (1981-1990), με στόχο «Πόσιμο νερό και εγκαταστάσεις υγιεινής για όλους ως το 1990» .

Από το 1991 με πρωτοβουλία του Συμβουλίου της Ευρώπης ξεκίνησε ο θεσμός των εκδηλώσεων για τον εορτασμό των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς, στον οποίο η Ελλάδα συμμετέχει από το 1994. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι βασικές εκδηλώσεις που διοργανώθηκαν από το Υπουργείο Πολιτισμού στο διάστημα από το 1997 – 1999 σχετίζονται άμεσα με το νερό, όπως η μικρή αλλά περιεκτική έκθεση στον προθάλαμο του Αρχαιολογικού Μουσείου Άργους με τίτλο «Πολυδίψιον Άργος – Το πρόβλημα του νερού στην Αργολίδα». Συστήματα υδρομάστευσης και κατασκευές με έμφαση στις γεωτεχνικές μηχανικές μεθόδους της αρχαιότητας συνιστούν βασικές υποδομές στην πολιτιστική – ιστορική διαδρομή κάθε περιοχής. Οι Μυκήνες, όπως και η Τίρυνθα, αποτελούν τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα της ορθής διαχείρισης των υδάτινων πόρων στην αρχαιότητα.  Είναι καθήκον μας να φροντίσουμε αυτή την πολύτιμη κληρονομιά και στους εποικοδομητικούς μύθους της αρχαιότητας για το νερό στην Αργολίδα να μη προσθέσουμε τη δική μας αρνητική πραγματικότητα.

 

Άννα Μπανάκα

Διευθύντρια Δ΄ Εφορείας Προϊστορικών

και Κλασικών Αρχαιοτήτων Ναυπλίου

 

Read Full Post »

Κλυταιμήστρα ή Κλυταιμνήστρα


 

Κλυταιμήστρα, και Κλυταιμνήστρα (ο πρώτος τύπος είναι ο αρχαιότερος, χρησιμοποιούμενος στις επιγραφές). Κόρη του Τυνδάρεω και της Λήδας. Αδέλφια της είναι οι Διόσκουροι κι’ οι αδελφές της η Φοίβη, η Φυλονόη (από άλλον πατέρα), η ωραία Ελένη κι’ η Τιμάνδρα. Οι δύο τελευταίες, όπως κι’ αυτή, απατούν τον άντρα τους – είναι μια κατάρα που βαραίνει τις Τυνδαρίδες. Πληρώνουν την οργή της Αφροδίτης εναντίον του πατέρα τους, που δεν πρόσφερε θυσία, όπως λέει ο Στησίχορος.

Η Κλυταιμνήστρα διστάζει πριν σκοτώσει τον Αγαμέμνονα, έργο του Pierre-Narcisse Guérin, 1817.

Αν και Σπαρτιάτισσα παίζει σπουδαίο ρόλο στην πολιτική ζωή των Μυκηνών. Ήταν γυναίκα του Αγαμέμνονα, με τον οποίο απέκτησε τη Χρυσόθεμη, την Ηλέκτρα, την Ιφιγένεια και τον Ορέστη. Στην «Ιλιάδα» (Α, 1/3) μνημονεύεται απλώς ως νόμιμη σύζυγος του Αγαμέμνονα (κουριδίη άλοχος)· στη δε «Οδύσσεια» εκτίθενται εκτενέστερα τα περί αυτής.

Ο Νέστορας διηγείται τα της Κλυταιμήστρας σαν να είναι παγκοσμίου φήμης γεγονός (γ 195 και εφ.). Η διήγηση του Νέστορα καλύπτει κατάτι την Κληταιμήστρα. Κατ’ αρχάς αρνιόταν, διότι είχε σκέψεις αγαθές, αλλά επί τέλους πείσθηκε με τους θελκτικούς λόγους του Αίγισθου. Ο Αγαμέμνονας φονεύεται στο σπίτι του Αίγισθου με την ανοχή της Κλυταιμήστρας.

Ο Αγαμέμνονας διηγείται (λ. 405 και εφ.) διαφορετικά τα της Κλυταιμήστρας, όταν τον συνάντησε ο Οδυσσέας στον Άδη.  

Είναι αυτή δόλια, αναίσχυντη και κακούργα. Λαμβάνει μέρος στο φόνο του συζύγου της και σκοτώνει η ίδια την Κασσάνδρα δίπλα στον Αγαμέμνονα· δε θέλει να κλείσει τα μάτια, του ενώπιόν της αποθνήσκοντος συζύγου της, ο οποίος αναφωνεί ότι «ουκ αινότερον και κύντερον άλλο γυναικός».

 «Διογέννητε του Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Οδυσσέα,
μήτε στα πλοία με ρήμαξε ο θεός ο Ποσειδώνας,
κακή φουρτούνα στέλνοντας μ’ ανάποδους ανέμους,
μήτε στη γης με χάλασαν οχτροί, παρά τη μοίρα
του Χάρου μου ‘φερε ο Αίγιστος με την καταραμένη

γυναίκα μου, και μ’ έκαψε· με κάλεσε σε δείπνο,
και μ’ έσφαξε όπως σφάζουνε μες στο παχνί το βόδι».

Το ήθος λοιπόν της Κλυταιμήστρας δεν παρουσιάζεται το ίδιο σε όλα τα χωρία της «Οδύσσειας», τα οποία όμως συμφωνούν σ’ αυτό, ότι ο φόνος έγινε στο σπίτι του Αίγισθου κατόπιν δείπνου.

Η Κλυταιμνήστρα μετά τον φόνο του Αγαμέμνονα, πίνακας του John Collier, 1882.

Επτά χρόνια βασίλευσε ο Αίγισθος και τον όγδοο σκοτώθηκε μαζί με την Κλυταιμήστρα από τον Ορέστη. Το τέλος τους όμως δε το διηγείται με σαφήνεια ο Όμηρος (γ 310).

Μετά τον Όμηρο ασχολήθηκαν με τη Κλυταιμήστρα οι τραγικοί. Ο Αισχύλος στην «Ορέστεια» παρουσιάζει την Κλυταιμήστρα να διηγείται στο χορό με αναισχυντία τα του φόνου του συζύγου της και προτρέπει το χορό να χαρεί και αυτός.

Στην απορία του χορού για την θρασύτητα και τους κομπαστικούς της λόγους επαναλαμβάνει ότι έπρεπε να το κάνει αδιαφορώντας για τους ψόγους του χορού. Ο δε Αίγισθος παρουσιάζεται ως τιμωρός του γένους του, διότι ο Ατρέας σκότωσε τον πατέρα του Θυέστη.

Και στο Σοφοκλή το ίδιο παρουσιάζεται η Κλυταιμνήστρα. Έχει μεν συνείδηση της κακή της πράξης αλλά δε μετανοεί και προσπαθεί, χωρίς ντροπή να εξηγήσει το φόνο του συζύγου της ως αντίποινα για τη θυσία της Ιφιγένειας.

Απ’ όλους τους αρχαίους μόνο ο Ευριπίδης προσπαθεί να δικαιολογήσει αυτή, παρουσιάζοντάς την ως εκδικούμενη και ότι την προέτρεψαν άλλοι. Ως δείγμα κακής γυναίκας ήταν κατάλληλη η Κλυταιμήστρα να γίνει υπόθεση και σε σοφιστικά εγκώμια. Ρητορικά μνημεία με αυτή την υπόθεση αναφέρονται του Ισοκράτους και του σοφιστού Πολυκράτους. Αλλά και η γλυπτική και η ζωγραφική ασχολήθηκαν με την Κλυταιμήστρα.

Πολλές παραστάσεις της υπάρχουν σε αγγεία, σαρκοφάγους, τεφροδόχους κάτοπτρα κτλ.

Ανάγλυφο σε σαρκοφάγο του μεγάρου Circi που βρίσκεται στη Ρώμη παριστάνει το φόνο του Αίγισθου και της Κλυταιμήστρας από τον Ορέστη. Σε πίνακα του Γάλλου ζωγράφου Guerin (1774-1883) που βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου, παρουσιάζεται ωθούμενη από τον Αίγισθο να πλησιάζει τον κοιμώμενο Αγαμέμνονα.

  

Πηγές


  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  
  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος δέκατος τέταρτος, «Πυρσός», Αθήναι, 1930.
  • Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια, «Κόσμος», Θεόδωρος Γ. Κοντέος, Εκδοτικός Οργανισμός Θεσσαλονίκης, 1978.     

 

Read Full Post »

Μελάμπους, ο μέγας θεραπευτής του Άργους


 

Ο Μελάμπους*, μάντης, ιατρομάντης και καθαρτής των πρωίμων ιστορικών χρόνων, είναι άμεσα συνδεδεμένος με το Άργος. Μορφή εξέχουσα της ελληνικής μυθολογίας, υμνήθηκε ιδιαίτερα κατά την αρχαιότητα. Ένα μεγάλο έπος που θεωρείται, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ότι περιελάμβανε τουλάχιστον τρία βιβλία, ίσως και περισσότερα, έφερε την ονομασία Μελαμπόδεια ή Μελαμποδία. Δυστυχώς δεν έχει διασωθεί.

Οι προσπάθειες των ερευνητών κατόρθωσαν μόνον να ταυτίσουν ορισμένα αποσπάσματα και να οδηγήσουν σε κάποια συμπεράσματα. Αρχικά ο Marckscheffel ανεγνώρισε ότι η Μελαμποδία ξεκινώντας από τον Μελάμποδα διηγείτο την ιστορία των περιφημότερων Ελλήνων μάντεων και εξυμνούσε με λαμπρά παραδείγματα την μαντική τους τέχνη (Loffler, σελ. 30).

Ο Friedlander στα Argolica, 1905, υποστήριξε τη γνώμη ότι η Μελαμποδία ήταν ένα γενεαλογικό έπος που διηγείτο, ακολουθώντας χρονολογική σειρά, τους μύθους τους συνδεδεμένους με τα ονόματα των μάντεων του γένους των Μελαμποδιδών.

Νεότερη εργασία στο θέμα της Μελαμποδίας παρουσίασε η Ingrid Löffler, στα Beitrage zur klassischen Philologie το 1963. Η Loffler καταλήγει ότι η Μελαμποδία πρέπει να ακολουθούσε τη γενεαλογική σειρά του Ησιόδου, αλλά η διήγηση πρέπει να ήταν πολύ πιο ζωντανή, διότι περιελάμβανε ένα πλούσιο υλικό λαϊκών παραδόσεων (σελ. 3).

Παρ’ όλες όμως τις προσπάθειες, η Μελαμποδία παραμένει κατά το μεγαλύτερο μέρος άγνωστη και μαζί της ίσως πολλοί από τους αρχαίους μύθους, τους συνδεδεμένους με τον Μελάμποδα. Σε ότι όμως αφορά το Άργος οι μαρτυρίες που έχουμε είναι αρκετά ικανοποιητικές. Ο Μελάμπους αναδεικνύεται μέγας θεραπευτής. Στο Άργος κατόρθωσε να θεραπεύσει τις κόρες του βασιλιά Προίτου ή κατ’ άλλους, τις γυναίκες των Αργείων από την πάθηση που η αρχαιότητα την χαρακτηρίζει ως μανία. Ανάμεσα στις θεραπευτικές μεθόδους που εφήρμοσε, ανήκει και ο καθαρμός με τον μέλανα    ελλέβορο.

Ο Μελάμπους, για την επιτυχία του αυτή, έγινε ένας από τους τρεις βασιλείς του Άργους και η μυθική μέθοδος της θεραπείας της μανίας με τον μέλανα ελλέβορο πάνω από 3000 χρόνια κατέκτησε την λαϊκή και την επιστημονική ιατρική. Το γεγονός όμως αυτό, έκτος από το ότι είναι εντυπωσιακό, γίνεται και παράδοξο, αν λάβουμε υπόψη μας σύγχρονα πειράματα εφαρμογής του ελλέβορου επί ψυχοπαθών.

Τα συμπεράσματα είναι αρνητικά, τονίζει ο καθηγητής της Φαρμακογνωσίας Παναγιώτης Κρητικός στην εργασία του «Συμβολή εις την ιστορίαν των ελλεβόρων» το 1962 (σελ. 107). (Το θέμα όμως δεν τελείωσε ως εκεί. Το εργαστήριο Φαρμακογνωσίας συνέχισε τις έρευνες του και ο καθηγητής Κ. Φιλιάνος – όπως μου ανακοίνωσε προφορικά- έχει αναπτύξει μια δική του θεωρία επί του θέματος των ελλέβορων γενικότερα).

Πέρα όμως από την φαρμακολογική πλευρά του θέματος, ο Μελάμπους και η θεραπευτική του μέθοδος επί της μανίας, προσφέρουν στην έρευνα ένα άλλο σπουδαίο θέμα: τη θέση του αρχαίου ιατρομάντη στη συνείδηση του αρχαίου κόσμου και την επίδραση του στην ιστορία της Ιατρικής. Στην ανακοίνωσή μου αυτή θα ασχοληθώ κατ’ αρχήν με την γνωριμία των τριών παραγόντων, που συνιστούν το όλο θέμα, δηλαδή, Π ρ ώ τ ο ν  με τον Μελάμποδα, Δ ε ύ τ ε ρ ο ν  με τη νόσο μανία κατά την αρχαιότητα και Τ ρ ί τ ο ν  τον ελλέβορο, πού χρησιμοποιείται ως θεραπευτικό. Εν συνεχεία θα ερευνήσω την εξέλιξη της μορφής του ιατρομάντη στον αρχαίο κόσμο.

  

Ο μύθος του Μελάμποδα


  

Ο Μελάμπους, γιος του Αμιθάονος και της Ειδομένης, ήταν εγγονός του οικιστή της Ιωλκού Κρηθέως και γεννήθηκε στην Πύλο (Απολλόδωρος, βιβλ. Α, 11). Σύμφωνα με την παράδοση ονομάστηκε Μελάμπους, γιατί η μητέρα του τον άφησε βρέφος κάτω από την σκιά ενός δένδρου. Τα πόδια του παιδιού έμειναν εκτεθειμένα στον ήλιο και μαύρισαν. Αργότερα, φίδια, που είχε ο ίδιος προστατέψει και αναθρέψει, λένε ότι καθάρισαν τ’ αυτιά του με τις γλώσσες τους και έτσι μπορούσε να εννοεί τις φωνές των πτηνών και μαθαίνοντας απ’ εκείνα, έγινε ικανός να προλέγει τα μέλλοντα. Ακόμη, σύμφωνα με τον Στράβωνα (Γεωγρ. Η, 347), την τέχνη της μαντικής την διδάχτηκε από τον ίδιο τον Απόλλωνα και έγινε έτσι άριστος μάντης (Απολλόδωρος, όπ.π.). Τέλος, συνδέθηκε με τη λατρεία του Διονύσου και σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, εκείνος που τον μύησε στα μυστήρια του Θεού, ήταν ο Κάδμος (Ηρό­δοτος, Ίστορ. Β, 49).

Η παράδοση για την μαντική τέχνη του Μελάμποδα εξιστορείται λεπτομερώς κυρίως από τον μυθογράφο Απολλόδωρο, εν συντομία από τον Παυσανία και από διάφορους άλλους συγγραφείς. Με την ικανότητά του να αντιλαμβάνεται την γλώσσα των ζώων κατόρθωσε να πάρει από τον Φύλακο τα κοπάδια των βοδιών προς χάριν του αδελφού του Βίαντα και να θεραπεύσει τον γιο του Φύλακος Ίφικο από την σεξουαλική του ανικανότητα.

Εκεί όμως που κορυφώνεται η θεραπευτική του δεινότητα είναι στη θεραπεία των Προιτίδων ή κατά τον Παυσανία, στη θεραπεία των Αργείων γυναικών, που τιμωρήθηκαν με μανία, από τον Διόνυσο ή κατ’ άλλους από την Ήρα ή την Αφροδίτη.

Ο Μελάμπους, τονίζει ο Απολλόδωρος, «μάντης ων, και δια φαρμάκων και καθαρμών θεραπείαν πρώτος ευρηκώς», θεραπεύει τις κόρες του Προίτου με διαφόρους τρόπους, σύμφωνα με τις διάφορες εκδοχές που εκφράζουν οι αρχαίοι συγγραφείς. Κατά μίαν εκδοχή, «παραλαβών τους δυνατοτέρους των νεανιών, μετ’ αλαλαγμού και τινος ενθέου χορείας εκ των όρων αυτάς ες Σικυώνα συνεδίωξε», οπότε κατά την καταδίωξη πέθανε η πρώτη από τις θυγατέρες του Προίτου, η Ιφινόη, «ταις δε λοιπαίς τυχούσαις καθαρμού σωφρονήσαι συνέβη».

Για αυτή και άλλες μεθόδους του χαρακτηρίζεται σήμερα ο Μελάμπους ως ο πρώτος ψυχοθεραπευτής. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, που καταγράφει ο Παυσανίας (Αρκαδικά Η, 18, 7-8), «ο Μελάμπους θυσίαις τε απορρήτοις και καθαρμοίς κατήγαγεν τας θυγατέρας του Προίτου ες χωρίον καλούμενον Λουσούς… και ηκέσατο της μανίας εν Αρτέμιδος ιερώ», ενώ σύμφωνα με τρίτη πληροφορία (Ηλιακά, Ε, 5, 5), πάλι από τον Παυσανία, τα «καθάρσια» ερρίφθησαν εις το Άγρινον ποταμόν. Τέλος, κατ’ άλλους, καθήρε τις Προιτίδες με τον μέλανα ελλέβορο. Ουσιαστικά δηλαδή, η θεραπεία των γυναικών από την μανία έγινε με ένα σοκ και με κάποια μορφή καθαρμού. Ένα βασικό μέσον γι’ αυτόν τον καθαρμό υπήρξε ο ελλέβορος ο μέλας, ή μελαμπόδιον, για το οποίον θα μιλήσουμε σε λίγο, αφού γνωρίσουμε πρώτα την ίδια την νόσο, την μανία.

  

Η νόσος της μανίας κατά την αρχαιότητα


 

Με το θέμα της μανίας στον αρχαίο ελληνικό χώρο έχει ασχοληθεί ένας μεγάλος αριθμός συγγραφέων, διαφόρων ειδικοτήτων. Από το πλήθος των γνωμών πού έχουν εκφρασθεί, θα προσπαθήσω να αναφέρω τις βασικότερες. Είναι αλήθεια πώς από καμιά από αυτές τις εργασίες δεν λείπει το θέμα της μανίας των Προιτίδων ή γενικά των Αργείων γυναικών.

Κατ’ αρχήν είναι γνωστό ότι η πρωτόγονη σκέψη δέχεται πως όλοι οι τύποι των νοητικών διαταραχών είναι αποτέλεσμα υπερφυσικής επεμβά­σεως (Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο σελ. 70 κ.έξ.). Αυτή η βασική εντύπωση είναι έντονη στον αρχαίο κόσμο. Το βήμα στο οποίο προχώρησαν οι Έλληνες ήταν να διαχωρίσουν τη μανία που οφείλεται σε ασθένεια, από τη «θεία» μανία, που με τέσσερις «θείους» τύπους της ασχολήθηκε η φιλοσοφία με επί κεφαλής τον Πλάτωνα.

Ο Ηρόδοτος αναγνωρίζει τουλάχιστον δύο τύπους μανίας, έναν που έχει υπερφυσική καταγωγή, χωρίς να είναι αγαθοποιός και ένα δεύτερο που οφείλεται σε φυσικές αιτίες. Επίσης, είναι γνωστό πώς ο Εμπεδοκλής και η σχολή του είχαν χωρίσει τη μανία που προέρχεται ex purgamento animae από τη μανία που οφείλεται σε σωματικές αρρώστιες (Dodds, σελ. 70). Πάντως στη λαϊκή αντίληψη από την απώτατη αρχαιότητα η μανία εθεωρείτο ως αποτέλεσμα υπερφυσικών δυνάμεων που επενεργούν πάνω στον άνθρωπο και μάλιστα ως τιμωρία.

Όσο κι αν ορισμένοι σύγχρονοι μελετητές υποστήριξαν την ιδέα ότι η δαιμονική αυτή κατοχή απουσιάζει από τον Όμηρο, ο Dodds στο βιβλίο του, «Οι Έλληνες και το παράλογο», έχει αποδείξει ότι «η υπερφυσική καταγωγή της ψυχικής ασθένειας ήταν κοινός τόπος στη λαϊκή σκέψη των χρόνων του Ομήρου και πιθανόν πολύ πριν». Αργότερα, μέσα στην Αθήνα των κλασσικών χρόνων, πολλοί απέφευγαν τους ψυχικά αρρώστους, γιατί ήταν πρόσωπα που κουβαλούσαν μια θεία κατάρα. Κάθε επαφή μαζί τους ήταν επικίνδυνη, τους έριχναν πέτρες για να τους κρατήσουν μακριά ή έπαιρναν άλλες προφυλάξεις (Dodds, σελ. 72).

Παρ’ ολ’ αυτά τους απέδιδαν ένα σεβασμό που έφθανε στο δέος, επειδή βρίσκονταν σε επαφή με τον υπερφυσικό κόσμο και καμιά φορά μπορούσαν να επιδείξουν δυνάμεις απαγορευμένες σε κοινούς θνητούς (Dodds, όπ.π.). Όσο και αν οι φιλόσοφοι στην κλασσική εποχή προχώρησαν σε μια εκλογικευμένη μελέτη και προσέγγιση της «θείας» μανίας, ο λαός συνέχισε να ζει το μύθο της μανίας μέσα από την Διονυσιακή λατρεία και την τραγωδία.

Ο Ηρακλής μαινόμενος και οι Βάκχες του Ευριπίδη προβάλλουν ανάγλυφα τη δραματική παρουσία της θεϊκής καταλήψεως ή τιμωρίας. Έτσι, φιλοσοφία και ποίηση έζησαν για αιώνες και προβληματίστηκαν με την εικόνα της ψυχής του ανθρώπου, που βρίσκεται σε επαφή ή ταυτίζεται με υπερφυσικά όντα ή δυνάμεις τέτοιες που τον ξεχωρίζουν από τους συνανθρώπους του.

Ακόμη, η ιατρική του 5ου π.Χ. αιώνα, με εκπρόσωπο τον Ιπποκράτη, στράφηκε γύρω από το θέμα αυτό. Το περί «ιερής νόσου» βιβλίο του Corpus Hippocraticum είναι το χαρακτηριστικότερο δείγμα για την σκέψη και την αντιμετώπιση των ιερών αυτών καταλήψεων. Η όλη θέση της καινούργιας εκλογικευμένης ιατρικής είναι χαρακτηριστική των βασικών προσπαθειών ερμηνείας των ψυχικών παθήσεων. Πάντα όμως μέσα στους μύθους, που άφθονα στην ύστερη πλέον αρχαιότητα εμφανίζονται, προβάλλει το μεγάλο και παλιό πρότυπο μανίας των Προιτίδων και των Αργείων γυναικών.

 

Ο μέλας ελλέβορος


 

Αυτή τη μανία, ο μάντης Μελάμπους κάπου στα πρώιμα ιστορικά χρόνια τη θεραπεύει εκτός των άλλων τρόπων και με τον μέλανα ελλέβορο. Είναι περίεργο πώς ο συνδυασμός ελλέβορου και Μελάμποδα εμφανίζεται ουσιαστικά στην αρχαία ελληνική γραμματεία μόλις τον 4 π.Χ. αιώνα από τον Θεόφραστο. Ο Θεόφραστος τονίζει: «καλούσι δε τον μέλανα τινές έκτομον μελαμπόδιον, ως εκείνου (του Μελάμποδα)  πρώτον ταμόντος και ανευρόντος» (Hist. Plant. IX, 10, 4).

Tοv Θεόφραστο ακολουθεί ο Διοσκουρίδης: «ελλέβορον μέλας, οι δε μελαμπόδιον, οι δε έκτομον, οι δε πολύρριζον καλούσι. Μελαμπόδιον δε, επειδή δοκεί Μελάμπους τις αιπόλος τας Προίτου θυγατέρας μανείσας αυτώ καθήραι και θεραπεύσαι» (De materia Medica II, 306).

Παράλληλη είναι η μαρτυρία του Πλινίου, ο οποίος προσθέτει μιαν άλλη εκδοχή, που δείχνει πως προχωρεί η εκλογίκευση. Ο Πλίνιος, γράφει, ότι ο Μελάμπους θεράπευσε τις Προιτίδες δίδοντας τους να πιουν γάλα αιγών που είχαν φάει ελλέβορο.

Ακόμη, τον 2ο αιώνα μ.Χ. παρόμοια γνώμη εκφράζεται από τον ιατρό Ρούφο τον Εφέσιο: «Λέγουσι δε και Μελάμποδα τον Αμαθάονος τούτω (τω μέλανι ελλεβόρω) καθήραι τας θυγατέρας του Προίτου μανείσας, όθεν δη και την επωνυμίαν μελαμπόδιον έσχε καλείσθαι» (Ορειβάσιος, τόμ. II, 108).

Την ίδια εποχή ο Γαληνός στη Ρώμη αναφωνεί: «ουδείς γάρ ούτως απαίδευτός εστί των εν Έλλησι τεθραμμένων, ος μητ’ αναγνωκέναι μήτ’ ακηκοέναι τας Προίτου θυγατέρας μανείσας υπό Μελάμποδος ιαθήναι καθαρθείσας ούτως» (Γαληνού περί μελαίνης χολής, I, σελ. 132, Kuhn).

Αν όμως ως τώρα δεν ανέφερα την θεραπευτική του Ιπποκράτους, δεν σημαίνει ότι δεν γνώριζε τον ελλέβορο, μόνον στο Corpus δεν αναφέρεται ο Μελάμπους, αλλά χρησιμοποιείται ευρύτατα το φαρμακευτικό μέσο όχι μόνον επί παραφροσύνης ή οξείας μανίας, αλλά και σε πάμπολλες άλλες περιπτώσεις.

Μετά τον Ιπποκράτη ο ελλέβορος κυριαρχεί στην θεραπεία της μανίας. Ο Έλληνας ιατρός Ηρόδοτος (τέλη του 1ου αιώνα μ.Χ.), ο Αρχιγένης στα χρόνια του αυτοκράτορα Τραϊανού και ο Αντίλλος τον 2ο αιώνα μ.Χ., ο Ορειβάσιος τον 4ο και ο Αφρικανός ιατρός Cassius Felix τον 5ον αιώνα, ο Αέτιος ο Αμιδηνός τον 7ο και ο Παύλος Νικαίος τον 8ο, ο Ιωάννης Σεραπίων Δαμασκηνός τον 9ο και ο Θεοφάνης Νόννος, ο Ιωάννης Μεσσούης και ο Αβικένας τον 10ο αιώνα, για να σταματήσω ως εδώ, με μια εκπληκτική εμμονή, συνιστούν τον ελλέβορο για την θεραπεία της μανίας.

Αυτή η εμμονή, όπως δείχνουν οι αρχαίες μαρτυρίες, στηρίζεται στην εγγύηση που δίδει το γεγονός ότι πρώτος εφήρμοσε την θεραπεία ο σπουδαίος ιατρομάντης, ο Μελάμπους, και αποκαλύπτει την εξέχουσα θέση που κατείχε στην συνείδηση του αρχαίου κόσμου. Ο Μελάμπους, ο μελανοπόδης θεραπευτής και καθαρτής, αυτός μπορούσε να θεραπεύει τη μαύρη αρρώστια, τη μανία και τη μελαγχολία, αυτός επέβαλε και το μελαμπόδιο. Ο μέλας ελλέβορος, παλαιό δυναμικό αποτροπαϊκό μέσο με έντονη καθαρτική δράση στο γαστρεντερικό σύστημα ταυτίστηκε με το μέσον που θα έπρεπε ένας αρχαίος θεραπευτής να χρησιμοποιεί, έγινε μελαμπόδιον και συνέχισε για αιώνες να ζει στην επίσημη Ιατρική.

 Αν όμως ο μέλας ελλέβορος διέγραψε μια τόσο ένδοξη πορεία στην ιστορία της θεραπευτικής και έφτασε μέχρι τις μέρες μας να αποτελεί τον πονοκέφαλο των ειδικών, δεν μπορούμε να πούμε ότι συνέβη το ίδιο και με τους απογόνους του ίδιου του Μελάμποδα.

Είναι αλήθεια ότι η μορφή, η θέση και οι τρόποι ενεργείας των μάντεων διέγραψαν μέσα στους αιώνες μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα καμπύλη. Στην απώτατη αρχαιότητα οι μάντεις, με επί κεφαλής τον Μελάμποδα, είχαν μια εξέχουσα θέση στη ζωή των αρχόντων, στον πόλεμο και στην θεραπευτική.

Στο πρόσωπό τους συγκεντρώθηκε η δύναμη του νου που μπορεί να κατευθύνει τους λαούς χαρίζοντάς τους τη ζωή και την επιτυχία. Η μεγάλη όμως δυναστεία των ιατρομάντεων διασπάσθηκε κάποτε στα ιστορικά χρόνια. Ο Μελάμπους και οι απόγονοί του έγιναν οι μυθικοί πρόδρομοι των μεγάλων οικογενειών-μάντεων του Πελοποννησιακού πολέμου.

Το θεραπευτικό όμως λειτούργημα του Μελάμποδα απορροφήθηκε:

α. από την κοσμική ιατρική

β. από τα μαντεία, π.χ. των Δελφών

γ. από τους θεραπευτές θεούς και ήρωες και

δ. μεταφέρθηκε στα μαγικά θεραπευτικά μέσα των καθαρτών του 5ου και 4ου π.Χ. αιώνων.

Τους καθαρτές αυτούς το Corpus Hippocraticum τους κατακεραυνοβολεί, ενώ ο Δίφιλος τους διακωμωδεί. Ήσαν λοιπόν αγύρτες; Εμφανίζονται έτσι αφότου επιβάλλεται η ορθολογιστική θεραπευτική του Ιπποκράτους. Πρέπει να δεχθούμε αναμφισβήτητα ένα πράγμα: πώς οι αρχαίοι ιατρομάντεις ήσαν σπουδαίοι, διότι απαντούσαν στην αιώνια ανάγκη του ανθρώπου για θεραπεία. Κάποτε όμως άρχισε να διαφαίνεται η διαφορά ανάμεσα στον ιατρικό και τον τελετουργικό καθαρμό. Η σχέση ανάμεσα στις δυο μορφές καθαρμού διά της τελετουργίας και διά της Ιατρικής είναι πολύ λεπτή.

Ο κύκλος όμως κλείνει και πάλι, διότι και οι δύο μέθοδοι προέρχονται από ένα αδιαφοροποίητο ιδεώδες καθαρότητας, φυσικό και υπερφυσικό. Και τα δυο ήταν αναγκαία: α) για την διατήρηση της ζωής και της υγείας και β) για την καθαυτό σχέση με τους θεούς.

Στην θεραπεία της μανίας, που καταχωρείται στον Μελάμποδα, οι δύο μέθοδοι συγκλίνουν. Έτσι, παράλληλα με το τελετουργικό, στο οποίον αναφέρονται οι αρχαίοι συγγραφείς, που ήταν σύνηθες για την θεραπεία της μανίας, μια άλλη λαϊκή μορφή θεραπείας εφαρμόζει ο Μελάμπους στις κόρες του Προίτου, κάθαρση με τον ελλέβορο. Ο ελλέβορος, είναι γνωστό σήμερα, όπως ανέφερα ήδη, ότι δεν έχει θεραπευτικά αποτελέσματα επί της μανίας, δρα στο γαστρεντερικό σύστημα, εθεωρείτο όμως από την απώτατη αρχαιότητα σπουδαίο μαγικό μέσο καθαρμού. Ο μέλας ελλέβορος με τις κάποιες φαρμακολογικές του επενέργειες και το κύρος του μεγάλου καθαρτή σχηματίζουν ένα ακαταγώνιστο σύμπλεγμα.

Ο λόγος του Γαληνού που ακούσατε το βεβαιώνει: «Ουδείς γαρ ούτως απαίδευτός εστί των εν Έλλησι τεθραμμένων, ος μητ’ αναγνωκέναι μητ’ ακηκοέναι τας Προίτον θυγατέρας μανείσας υπό Μελάμποδος ιαθήναι καθαρθείσας ούτως».

Το Άργος, με τον μεγάλο του μάντη, ιατρομάντη, θεραπευτή και βασιλιά, τον Μελάμποδα, κυριάρχησε πάνω από 3000 χρόνια στο ιατρικό στερέωμα. Κυριάρχησε δηλ. περίπου από το 1500 π.Χ. έως το 1500 μ.Χ.

Καθώς έχω φθάσει στο τέλος της ανακοίνωσής μου, θα μου επιτρέψετε να τονίσω τα εξής: εκτός από τα αλλεπάλληλα προσωπικά μου πορίσματα στην εργασία μου αυτή επιχειρείται για πρώτη φορά και η ολοκληρωτική συγκέντρωση και ανασύνθεση όλων των επιχειρημάτων και πορισμάτων της ευρωπαϊκής βιβλιογραφίας για το ίδιο θέμα.

 

                                  

Υποσημείωση


 

* Melampus, Pauly-Wissowa, R. E. 1931, τόμ. 29, στ. 392-399. Τα αρχαία Αιγόσθενα ήταν ο κατεξοχήν τόπος της λατρείας του μάντη και θεραπευτή ήρωα Μελάμποδα. Το τοπωνύμιο Αιγόσθενα πιστεύουν μερικοί πως οφείλεται στον τοπικό θεό που ήταν αρχικά αιγόμορφος. Το όνομα Μελάμπους υποτίθεται πως αποτελεί υπαινιγμό στην αρχική φύση του θεού ως μαυρόποδος κατσικιού (συγγενικό ήταν το επίθετο του Διονύσου μελάναιγες, (Ερμιόνη, Κορ. Λακωνίας) με τη λατρεία του οποίου παρέμειναν στενά σχετισμένοι οι τράγοι). Στα Αιγόσθενα όμως απουσιάζει η μαντική ιδιότητα του Μελάμποδα από την τοπική λατρεία. Το γεγονός επιτρέπει την υπόθεση πως ο αιγόμορφος Μελάμπους των υπωρειών του Κιθαιρώνα αρχικά ήταν διαφορετικός θεός από τον Αργείο μάντη Μελάμποδα, προς τον οποίον αργότερα ταυτίστηκε (Παπαχατζής, Παυσ. I, 44, 5, σημ. σελ. 511 κ.έξ.).

  

Αγλαΐα Μπιμπή – Παπασπυροπούλου

Dr Med. Dent. Πανεπ. Mainz και δ.Φ.

Πελοποννησιακά. Πρακτικά του Β΄ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών ( Άργος 30 Μαΐου – 1 Ιουνίου 1986), Αθήνα, 1989. 

  

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Διομήδης  

 


  

 Ο Διομήδης, γιος του Τυδέα και σύζυγος της Αιγιάλειας, ανήκε στη γενιά των Επιγόνων μαζί με τον Σθένελο και τον Ευρύαλο. Οι τρεις τους έφτασαν στην Τροία με ογδόντα πλοία επανδρωμένα με άντρες από το Άργος.   

   

Διομήδης

Ο βασιλιάς του Άργους και άλλων αργολικών πόλεων είναι ο ευνοούμενος ήρωας του Ομήρου, ο οποίος αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος της Ε’ ραψωδίας για να εξυμνήσει τα ηρωικά κατορθώματά του. Ως μνηστήρας της Ελένης, είχε χρέος μετά την απαγωγή της να είναι κι αυτός παρών, όπως είχε υποσχεθεί με όρκο στον πατέρα της.  Η μορφή του κυριαρχεί από την αρχή της Ιλιάδας και συναγωνίζεται σε ανδρεία τον Αχιλλέα και τον Αίαντα, μετά τους οποίους θεωρείται «ο ανδρειότατος καν στρατηγικότατος των πάντων».  

Στις μάχες εισορμούσε στις εχθρικές φάλαγγες χωρίς να νοιάζεται αν τον ακολουθεί ο στρατός του και τις διέτρεχε σκορπώντας το θάνατο και διασκορπίζοντάς τες. Απελπισμένος ο Έκτωρ παρακαλούσε την Αθηνά να τον πάρει μακριά από τις μάχες.[1]   

Ο Όμηρος για να εξάρει την ανδρεία του, σε κανένα μέρος της Ιλιάδας δεν βάζει τον Αχιλλέα και τον Διομήδη να πολεμούν μαζί. Όταν διαπρέπει ο ένας στο πεδίο της μάχης, ο άλλος απουσιάζει είτε γιατί έχει τραυματιστεί, είτε για κάποια άλλη αιτία.  

Για την γενναιότητα του είχε διακριθεί επίσης και στην «εκστρατεία των επτά επιγόνων» κατά των Θηβών, όπως μνημονεύει επίσης ο Όμηρος {Ιλ. Δ, 405}.  

Στον Τρωικό πόλεμο πήρε μέρος με 80 πλοία και άνδρες από όλη την επικράτειά του, που εκτός από το Άργος επεκτεινόταν στην Τίρυνθα, την Ασίνη, την Ερμιόνη, την Αίγινα, την Επίδαυρο, την Τροιζήνα και άλλες πολιτείες:  

 

 «Οι δ’ Άργος τ’ είχον Τίρυνθα τε τειχιόεσσαν,  

Ερμιόνην Ασίνην τε, βαθύν κατά κόλπον εχούσας,  

Τροιζήν’ Ηϊόνας τε καί αμπελόεντ’ Επίδαυρον,  

οί τ’ έχον Αίγιναν Μάσητά τε κούροι Αχαιών,  

των αύθ’ ηγεμόνευε βοήν αγαθός Διομήδης  

και Σθένελος, Καπανήος αγακλειτού φίλος υιός».[2]   

 

Ο Διομήδης πληγώνει την θεά Αφροδίτη.

Όταν γύρισε από την Τροία, βρήκε και αυτός τον οίκο του αλλοτριωμένο. Ο γιος του Ναυπλίου Οίαξ είχε ξεκινήσει από την Κλυταιμνήστρα και την Αιγιάλη σύζυγο του Διομήδη, το εκδικητικό έργο του πατέρα του για τον άδικο θάνατο του Παλαμήδη. Στο διάβημά του αυτό ο Οίαξ βρήκε σύμμαχό του την Αφροδίτη, που ήθελε κι αυτή την τιμωρία του Διομήδη, γιατί στη διάρκεια μιας μάχης στην Τροία την είχε τραυματίσει. (Ιλιάς Ε 335).  

Έτσι και με θεϊκή επέμβαση, η Αιγιάλη, αφού συνδέθηκε με πολλούς εραστές, κατέληξε στον γιο του Σθένελου Κομήτη, στον οποίο ο Διομήδης είχε εμπιστευθεί την φροντίδα του οίκου του. Ο Κομήτης και η Αιγιάλη είχαν αποφασίσει να τον εξοντώσουν, στήνοντάς του ενέδρα μόλις γύριζε στο Άργος.  

Η πολεμική πείρα έσωσε τον Διομήδη από την προδοσία, όταν χωρίς τους συντρόφους του ξεκίνησε μόνος και επιφυλακτικός για το παλάτι. Εκεί δέχτηκε την αιφνιδιαστική επίθεση του Κομήτη και των φρουρών του. Απέκρουσε με το ξίφος του την παγίδα και οπισθοχωρώντας πρόλαβε και κατέφυγε ικέτης στον βωμό της Αθηνάς, όπου δεν τόλμησε να τον πλησιάσει ο Κομήτης. Όταν νύχτωσε βγήκε κρυφά για να βρει τους συντρόφους του, που περίμεναν στα πλοία.  

Θα ήταν πολύ εύκολο για τον πορθητή των Επτάπυλων Θηβών και τους παλαίμαχους άνδρες του να πολιορκήσουν το Άργος και να το κυριεύσουν, για να τιμωρήσει όπως τους άξιζε την άπιστη Αιγιάλη και τον αγνώμονα σφετεριστή του θρόνου του Κομήτη. Δεν βαστούσε όμως η καρδιά του να αιματοκυλίσει την δοξασμένη πόλη, που ήταν άλλοτε το βασίλειό του.  

Έτσι την ίδια νύχτα παίρνοντας μαζί του στα Αργείτικα πλοία όσους συντρόφους θέλησαν να αφήσουν και αυτοί την πατρίδα τους και να τον ακολουθήσουν, έφυγε αναζητώντας μια νέα γη για να εγκατασταθεί και να ιδρύσει ένα νέο βασίλειο στη μακρινή Εσπερία.  

Για το τέλος του υπάρχουν διάφορες παραδόσεις.  

Ο Γλαύκος και ο Διομήδης ανταλλάσσουν τον οπλισμό τους. Αττική πελίκη του «Ζωγράφου του Hasselmann», περ. 420 π.Χ.

Σύμφωνα με την επικρατέστερη παραλλαγή ο Διομήδης αποβιβάστηκε στην Απουλία, χώρα της Αδριατικής. Ο βασιλιάς της Δαύνος βρισκόταν σε πόλεμο με τους Μεσσάπιους και ζήτησε τις πολεμικές υπηρεσίες του. Σε αντάλλαγμα του υποσχέθηκε μέρος του βασιλείου του και την κόρη του Ευίππη για σύζυγο. Αφού έλαβε όμως τη βοήθεια, δεν τήρησε την υπόσχεση του.  

Τότε ο Διομήδης κυριεύει την χώρα μόνος του, σημαδεύοντας τα σύνορα του δυτικού βασιλείου του με πέτρες από τα τείχη της Τροίας, που τις είχε χρησιμοποιήσει για έρμα στα καράβια του. Εκεί ίδρυσε πόλεις και την πρώτη την ονόμασε Άργος Ίππιον, (Argirippa) τα δε κοντινά νησιά ονομάστηκαν Διομήδειαι νήσοι.  

Σύμφωνα με άλλη παράδοση, η διαμάχη του με τον Δαύνο απέβη μοιραία, αφού ο τελευταίος κατάφερε με δόλο να τον σκοτώσει. Ο Διομήδης θάβεται σ’ ένα κοντινό νησί που πήρε το όνομά του. Στον τάφο του χάραξαν το εξής επίγραμμα: «Τον πάντεσι κράτιστον επιχθονίοις Διομήδην ήδ’ ιερά κατέχει νήσος επωνυμίη».[3]   

Η Αθηνά όμως του χάρισε την αθανασία, και οι σύντροφοί του επειδή θρηνούσαν απαρηγόρητοι, μεταμορφώθηκαν από την θεά σε ερωδιούς: «έν ή καί τόν Διομήδη μυθεύουσιν αφανισθήναι τίνες καί τούς εταίρους απορνιθωθήναι…[4]  

Την παράδοση αυτή μνημονεύει και ο Πίνδαρος, ο οποίος τον αποκαλεί πολέμοιο νέφος (αστραποσύννεφο πολέμου): τον Διομήδη η γλαυκομάτα ξανθιά θεά, θεό τον κάνει…[5]   

Τα πουλιά – σύντροφοι του Διομήδη – πετούσαν πάνω από τα γύρω νησιά, που γι’ αυτό ονομάστηκαν Διομήδειαι νήσοι. Κάθε φορά – λέει η παράδοση – που αγκυροβολούσαν η περνούσαν από εκεί Ελληνικά πλοία, τα πουλιά πετούσαν χαρούμενα γύρω τους, πλησίαζαν τους Έλληνες ναύτες και άφηναν να τα χαϊδεύουν και να τα ταΐζουν, ενώ απέφευγαν τα πληρώματα των βαρβαρικών πλοίων:  

(Υπάρχει ένα νησί που λέγεται Διομήδεια, και έχει πολλούς ερωδιούς. Αυτοί, λένε, πως τους βαρβάρους ούτε αποστρέφονται αλλά ούτε και τους πλησιάζουν. Εάν όμως φθάσει εκεί Έλληνας ταξιδιώτης, σαν από θεία χάρη τον πλησιάζουν και απλώνοντας τα φτερά τους σαν χέρια, τους καλωσορίζουν και τους αγκαλιάζουν. Και όταν οι Έλληνες τους χαϊδεύουν, δεν φεύγουν αλλά κουρνιάζουν άφοβα στην αγκαλιά τους σαν να υποδέχονται αγαπητούς καλεσμένους.   

Λέγεται λοιπόν ότι αυτοί είναι οι σύντροφοι του Διομήδη, που πήραν μαζί του μέρος στον πόλεμο της Τροίας, και μετά αλλάξανε την προηγούμενη φύση τους και γίνανε πουλιά, αλλά ακόμη και τώρα διαφύλαξαν το να είναι Έλληνες και Φιλέλληνες).[6]  

Στη χώρα που κατέφυγε, σε πολλά μέρη των ανατολικών ακτών της Ιταλίας, στη Βενετία, στη Σαλαμίνα της Κύπρου, στην Κέρκυρα καν σε άλλα μέρη της Ελλάδας, λατρεύτηκε σαν θεός.  

Υπάρχει ακόμη και μια παράδοση που συναντούμε σε λατίνους συγγραφείς (Pompeious Trogus, Siculus Flaccus), ότι οι Κέλτες θεωρούν τον Διομήδη πρόγονό τους και μυθικό αρχηγό τους κατά τις μεταναστεύσεις τους προς την Απουλία.  

Συγκεκριμένα ο S. Flaccus στο έργο του «De condicio nibus agrorum» (= Περί της καταστάσεως των χωρών μας) γράφει: «Συνέβη μετά πλήθη ανθρώπων να βρίσκονται σε συνεχή μεταναστευτική κίνηση, συχνά αλλάζοντας τόπο στην Ιταλία και στις επαρχίες, όπως οι Τρώες στο Lazio, όπως ο Διομήδης με τους Γαλάτες στην Απουλία».[7]   

   

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003.    

   

Υποσημειώσεις  


[1] Αθ. Σταγειρίτου, Ωγυγία. Βίβλος Β’ σελ 425.  

[2] Ιλιάς, Β 559-564.   

[3] Αθ. Σταγερίτου, Ωγυγία, Βίβλος Β’, σελ.430.  

[4] Στράβωνος, Γεωγραφικά, C, 284, βιβλ. ΣΤ’  

[5] Νέμεα 10,8, Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Β. Τάσσου:  «Διομήδεα δ’ άμβροτον ξανθά ποτέ Γλαυκώπις έθηκε θεόν…»  

[6] Κλαυδίου Αιλιανού (2ος αι μ.Χ), «Περί Ζώων Ιδιότητος», ελεύθερη απόδοση.  

«Καλείται τις Διομήδεια νήσος, καί ερωδιούς έχει πολλούς. Ούτοι φασί τούς βαρβάρους ούτε αδικούσιν ούτε αυτοίς προσίασιν˙ εάν δε Έλλην κατάρη ξένος, οί δέ θεία τινί δωρεά προσιάσι πτέρυγας απλώσαντες οιονεί χείρας τινές ές δεξίωσιν τε καί περιπλοκάς. Καί απτομένων των Ελλήνων ούχ υποφεύγουσιν, αλλ’ ατρέμουσι καί ανέχονται, καί καθημένων ές τούς κόλπους καταπέτονται, ώσπερ ούν επί ξένια κληθέντες. Λέγονται ούν ούτοι Διομήδους εταίροι είναι καί σύν αυτώ των όπλων των επί τήν Ίλιον μετασχηκέναι, είτα τήν προτέραν φύσιν ές τό των ορνίθων μεταβαλλόντες είδος, όμως έτι καί νύν διαφυλάττειν τό είναι Έλληνες καί Φιλέλληνες.  

 [7] Μηνιαίο περιοδικό «Αναγέννηση», τεύχη 272- 275, 2001.   

 

Read Full Post »

Αργειακός Πολιτισμός


 

Αναδιφώντας σε μαρτυρίες αρχαίων ιστορικών και στις τοπικές παραδόσεις διαπιστώνουμε ότι στο Άργος πρωτοφεγγοβόλησε από τα πανάρχαια χρόνια η αυγή του πολιτισμού μας και αυτή η αρχαιότερη πόλη είναι το πρώτο φυτώριο και τόπος καταγωγής πολλών από τους γεννήτορες του ελληνικού πολιτισμού.

 

Τα επιτεύγματα του Αργειακού Πολιτισμού


 

Εκτός από ένα πλήθος σοφών επινοήσεων του ήρωα Παλαμήδη που η γενεαλογική ρίζα του αρχίζει από το Άργος, θα παραθέσουμε στην συνέχεια επιτεύγματα στα γράμματα, τις τέχνες, τις εφευρέσεις και ανακαλύψεις και τις άλλες πολιτισμικές εκφάνσεις, που είδαν το πρώτο φως στην Ιναχία γη.

Από Αργείο ποιητή γράφτηκε το αρχαιότερο έπος «Φορωνίς», που δυστυχώς χάθηκε, αλλά γίνεται λόγος γι’ αυτό από άλλους ιστορικούς. Παρόμοιο περιεχόμενο είχε και ένα ακόμη έπος με τίτλο «Αιγίμιος» που αποδιδόταν στον Ησίοδο, και αναφερόταν στην ίδρυση της βασιλικής και ηρωικής δυναστείας του Άργους.

Επίσης η αρχαιότερη τραγωδία του Ευριπίδη «Ικέτιδες«, έχει ως θέμα της τον ερχομό του Δαναού και των θυγατέρων του, στην προγονική τους γη. Στο Άργος, ως κοιτίδας των Πελασγών, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά η Πελασγική γραφή, που αναφέρει ο Διόδωρος: «ιδία δέ των Πελασγών πρώτων χρησαμένων τοις μετατεθείσι χαρακτήρσι, πελασγικά προσαγορευθήναι».[1]

Η πρώτη δε υπόμνηση για χρήση γραπτού λόγου με ανακοίνωση αισθημάτων και διανοημάτων, έχει αφετηρία το Άργος. Προηγουμένως οι πινακίδες της Γραμμικής Γραφής Β’ των ανακτορικών αρχείων, είχαν λογιστικό περιεχόμενο και αναφέρονταν σε δοσοληψίες και παραγωγή αγαθών. Ο βασιλιάς της Τίρυνθας Προίτος, δισέγγονος του Δαναού, έστειλε τον Βελλερεφόντη στη Λυκία, για να παραδώσει στον πενθερό του Ιοβάτη δίπτυχο πινάκιο με σήματα λυγρά, με γραπτή δηλαδή μυστική παραγγελία να θανάτωση τον κομιστή του: «και τον έστειλε στη Λυκία, και μέσα σε κλειστό πίνακα του έδωσε σημεία που χάραξε κακόβουλα, με νόημα θανάτου». [2]

Περισσότερο συγκεκριμένος ο Απολλόδωρος αναφέρει ότι ο Προίτος παρέδωσε στον Βελλερεφόντη γραπτές επιστολές:

«Ο Προίτος το πίστεψε και του δίνει γράμμα να το πάη στον Ιοβάτη. Μέσα στο γράμμα του έγραφε να θανατώση τον Βελλερεφόντη. Ο Ιοβάτης όταν το διάβασε, τον προστάζει να πάη να σκοτώση την Χίμαιρα…» [3]

Για πρώτη φορά αναφέρεται ως υλικό γραφής η δίπτυχη ξύλινη πινακίδα ο πτυκτός πίναξ, που ήταν επιστρωμένος εσωτερικά με λεπτό στρώμα κεριού ή ρητίνης, πάνω στο οποίο γινόταν η χάραξη μηνυμάτων.

Οι Αργείοι χρησιμοποιούσαν τοπικό αλφάβητο, το αργολικό, με διαφορές σε ορισμένα γράμματα από τα άλλα ελληνικά. Όμοιο με το αργειακό αλφάβητο ήταν και το παλαιότερο ροδιακό, λόγω εποικισμού της Ρόδου από Αργείους. Σε παραστάσεις που εικόνιζαν σκηνές του Τρωικού πολέμου στην ροδιακή πόλη Κάμιρο, τα ονόματα των ηρώων ήταν γραμμένα με αργειακά γράμματα.

Τα πρώτα σπέρματα δημοκρατίας τα συναντούμε στο αρχαίο Άργος. Όπως γράφει ο Παυσανίας«Οι Αργείοι όμως που από τα παλιά χρόνια αγαπούν την ανεξαρτησία της γνώμης, και την θέληση να αυτοδιοικούνται, περιόρισαν εις το ελάχιστο την βασιλική εξουσία».[4]

Ο γενάρχης βασιλιάς Πελασγός μιλάει σαν δημοκρατικός άρχοντας που υπολογίζει τη γνώμη του λαού: «Λόγο να δώσω μονάχος μου, πριν την γνώμη των πολιτών πάρω δεν πρέπει».[5]

Και λίγο πιο κάτω: «Είπα και πριν: Δεν παίρνω απόφαση χωρίς την γνώμη του λαού, κι ας έχω την εξουσία».[6]

Τα περίφημα πυραμιδοειδή κτίσματα του ελληνικού χώρου ανεγέρθηκαν στην Αργολίδα. Η πυραμίδα των Κεγχρεών (Ελληνικού) και η αναφερόμενη από τον Παυσανία μεταξύ Άργους και Τίρυνθας που ήταν διακοσμημένη με αργολικές ασπίδες, βρίσκονται σε ελάχιστη απόσταση από το Άργος:

«Όσοι έρχονται από το Άργος στην Επίδαυρο, θα βρουν στα δεξιά του δρόμου ένα οικοδόμημα που μοιάζει πολύ με πυραμίδα κι έχει ασπίδες που είναι φκιαγμένες κατά το σχήμα σαν τις Αργολικές».[7]

 

Otto Magnus von Stackelberg, «Ερείπιον πυραμίδος παρά το Άργος», 1834.

 

Σύμφωνα με το πόρισμα ομάδας της Ακαδημίας Αθηνών, που προέβη στην χρονολόγησή τους με την μέθοδο της οπτικής θερμοφωταύγειας και του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, οι πυραμίδες του Ελληνικού και της Λήσσης (Λυγουριού), προσδιορίζονται χρονικά στα τέλη της 4ης ή στις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. Συγκεκριμένα, για την πυραμίδα του Ελληνικού, η μέση ηλικία των μεγαλίθων υπολογίζεται από τα αποτελέσματα των μετρήσεων, στο 2720 (± 580, ± 1050 π.Χ). [8]

Στην αρχαία αμαξιτή οδό που ξεκινώντας από Άργος – Μυκήνες έφτανε στην Επίδαυρο, διασώζεται ακόμη σε άριστη κατάσταση Μυκηναϊκή γέφυρα από λαξευτούς ογκόλιθους, μία από τις αρχαιότερες της Ελλάδας ίσως η αρχαιότερη, κοντά στο χωριό Αρκαδικό, στη θέση Καζάρμα.

Ονομαστό ήταν επίσης το Αργείον Εργαστήριον, από όπου πρόβαλε η αυγή της τέχνης, αφού εκεί πρωτοδημιουργούσαν κάθε λογής καλλιτέχνες, ζωγράφοι, γλύπτες, χαράκτες ξυλουργοί, αγγειοπλάστες. Εκεί οι Αργείοι, τέχνας ειδότες έκ προτέρων όπως γράφει ο Παυσανίας (6,10,5), κατασκεύασαν τα πρώτα ξόανα (ξύλινα ομοιώματα) θεών. Σύμφωνα με την Αργεία παράδοση το αρχαιότερο ξόανο της Ήρας, σκαλισμένο σε ξύλο αχλαδιάς, κατασκευάστηκε στο Άργος και αφιερώθηκε στη θεά, από τον βασιλιά Πείρασο, γιο του Άργου.

Στο Άργος επίσης πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά η μετατροπή της ξοανοποιΐας σε μαρμαρογλυφία από τους γιους ή μαθητές του Δαιδάλου Δίποινο και Σκύλλη, που κατέφυγαν εκεί από την Κρήτη, καθώς μας λένε ο Πλίνιος (36,4) και ο Παυσανίας:

«Στο μέρος αυτό, – στις Κλεωνές – είναι ιερό της Αθηνάς, το δε άγαλμά της είναι της τεχνοτροπίας του Σκύλλη και του Διποίνου, αυτοί δε είναι μαθητές του Δαιδάλου υπάρχουν όμως άλλοι που λένε πως ο Δίποινος και ο Σκύλλης ήταν παιδιά του Δαιδάλου από μια γυναίκα που καταγόταν από τη Γορτυνία».[9]

Στο Αργείον εργαστήριον διέπρεψε ο περίφημος γλύπτης και χαλκοπλάστης Αγελάδας, κοντά στον οποίο μαθήτευσαν οι μετέπειτα μέγιστοι καλλιτέχνες Μύρων, Πολύκλειτος και Φειδίας, στον οποίο αναφέρεται και το εξής επίγραμμα: «Φειδίας ο περίθρυλος ο Αττικός ο πλάστης Ο γεγονώς και μαθητής Γελάδου του Αργείου»[10] 

Αργείος ήταν και ο διάσημος αρχιτέκτων Πολύκλειτος, του οποίου έργο είναι το περίφημο – από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα – για την ακουστική του, την αρμονία, το μέγεθος και την αρχιτεκτονική του, θέατρο της Επιδαύρου, καθώς και η αινιγματική θόλος.

 

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

Επίσης ο Αργείος ιεροφάντης Τροχίλος κατασκεύασε το πρώτο άρμα, το οποίο αφιέρωσε κι αυτός στην Ήρα: «Ο Αργείος Τροχίλος είναι ο κατασκευαστής της άμαξας. Αυτό το έργο το αφιέρωσε στην πατρώα Ήρα».[11]

Ο κατασκευαστής του Δουρείου Ίππου Επειός (Οδυσσ. Θ, 492), ήταν γόνος Αργείων που είχαν αποικήσει την Φωκίδα.

Η πρώτη κατά τον Α. Σταγειρίτη μακρά ναυς Αργώ, με την οποία ο Ιάσων και οι Αργοναύτες του πραγματοποίησαν την αρχαιότερη υπερπόντια ναυτική επιχείρηση για το χρυσόμαλλον δέρας, ναυπηγήθηκε από τον Άργο, με την βοήθεια της Αθηνάς ή της Ήρας.[12]

Όπως μας πληροφορούν ο Απολλόδωρος και ο Παυσανίας, στο Άργος εφευρέθηκαν οι ασπίδες και εκεί χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά από τους δίδυμους γιους του βασιλιά Άβαντα Ακρίσιο και Προίτο και τον στρατό τους, στον μεταξύ τους πόλεμο για τον θρόνο του Άργους.

«Λένε πως τότε για πρώτη φορά κι αυτοί κι ο στρατός τους κατά τη μάχη που  έγινε ήταν οπλισμένοι με ασπίδες» [13]

Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, (Β,2,1) η διαμάχη τους είχε ξεκινήσει ενώ βρίσκονταν ακόμη στην κοιλιά της μητέρας τους, και όταν ανδρώθηκαν ήρθαν σε πόλεμο, κατά τη διάρκεια του οποίου πρωτοχρησιμοποιήθηκαν οι ασπίδες : «Ούτοι καί κατά γαστρός μέν έτι όντες εστασίαζον προς αλλήλους, ώς δέ ανετράφησαν, περί της βασιλείας επολέμουν, καί πολεμούντες εύρον ασπίδας πρώτοι».[14]

Γι’ αυτό οι Αργείοι αποκαλούνται από τον Αισχύλο «ασπιδηφόρος λεώς». Όταν μετά την μάχη οι αδελφοί συνθηκολόγησαν, επειδή κανένας δεν βγήκε νικητής, για να τιμήσουν αυτούς που έπεσαν στο πεδίο της μάχης, ανήγειραν στον ίδιο τόπο κοινό μεγαλοπρεπές μνημείο σε σχήμα πυραμίδας, σύμφωνα με την παράδοση του Παυσανία, το οποίο διακόσμησαν με ανάγλυφες παραστάσεις αργολικών ασπίδων.

Στα Ηραία, εορτή των Αργείων προς τιμήν της πολιούχου των Ήρας, τελούσαν αγώνες, με έπαθλο στον νικητή μια χάλκινη ασπίδα και στέφανο μυρτιάς.

Στην αρχαιότερη ακρόπολή τους, είχαν αναρτήσει μιαν ασπίδα ως σύμβολο της πόλης. Λόγω του σεβασμού των Αργείων προς αυτήν, είχε προέλθει η παροιμιώδης φράση «ώς τήν έν Άργει ασπίδα καθελών σεμνύνεται».[15]

Περσέας (Μπενβενούτο Τσελίνι).

Ο δε ιδρυτής και πρώτος βασιλιάς των Μυκηνών Περσεύς, εγγονός του Ακρίσιου, εφεύρε τον δίσκο και καθιέρωσε το αγώνισμα της δισκοβολίας: «Εκεί ο Περσεύς, νέος και γεμάτος σφρίγος, ,ένιωθε μεγάλη ευχαρίστηση να επιδεικνύη τα χαρίσματά του, και ιδιαίτερα να ρίχνει μπροστά στον πολύ κόσμο τον δίσκο, που ήταν δική του εφεύρεση».[16]

Στους αγώνες που διοργάνωναν μεταξύ τους οι αρχηγοί της Τρωικής εκστρατείας στην Αυλίδα, ο Διομήδης χαιρόταν με το αγώνισμα της δισκοβολίας:

«Είδα και τον Διομήδη ολόχαρο

από του δίσκου την απόλαψη

και πλάι του τον Μηριόνη…,

τον αντρειωμένο πολέμαρχο

που όλοι τον θαυμάζουν»[17]

Αλλά και σε όλους τους πολεμιστές ήταν το πιο προσφιλές άθλημα η δισκοβολία, όπως μαρτυρούν ο Όμηρος και ο Ευστάθιος:

«οι λαοί στην ακροθαλασσιά με δίσκους

ετέρποντο και με ακόντια που έριχναν και τόξα»[18]

Η Νιόβη κόρη του Φορωνέα και εγγονή του Ινάχου ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία έσμιξε ο Δίας. Από την ένωση τους γεννήθηκαν ο Άργος και ο Πελασγός, από αυτόν δε πρώτοι οι κάτοικοι της Πελοποννήσου πήραν το όνομα Πελασγοί:

«Ο Ζευς και η Νιόβη – ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία πλάγιασε ο Ζευς – γέννησαν τον Άργο, όπως δε λέγει ο Ακουσίλαος και τον Πελασγό, από τον οποίο οι κάτοικοι της Πελοποννήσου ονομάστηκαν Πελασγοί».[19]

Από τον Άργο πήρε το όνομά της και η πολιτεία που πριν λεγόταν Απία, όπως και όλη η Πελοπόννησος, από τον αδελφό της Νιόβης Άπι.

Στο Άργος πρωτοκαλλιεργήθηκε ο σίτος, γι’ αυτό από τον Όμηρο αποκα­λείται πολύπυρον (πυρός και σπυρός = σίτος) και οι αργείτικοι αγροί «άρουραι πυροφόροι» (Ιλιάς Ξ 121). Τον έφερε ο Άργος από την Λιβύη και δίδαξε στους Αργείτες την καλλιέργειά του (Πολέμων απόσπ. 44).

Οι Αργείοι μετά την Ήρα που κατείχε την πρώτη θέση στην λατρεία τους, τιμούσαν · ιδιαίτερα και την Δήμητρα, και την αποκαλούσαν Εύπυρον, Πυροφόρον, Φιλόπυρον και Λίβυσσαν. Λέγανε μάλιστα πως όταν η θεά ήρθε στο Άργος, την φιλοξένησε ο βασιλιάς Πελασγός.[20]

Ο Φείδων απόγονος του πρώτου Ηρακλείδη βασιλιά του Άργους Τήμενου, είναι ο πρώτος Έλληνας που έκοψε αργυρά και χάλκινα νομίσματα και ίδρυσε το πρώτο νομισματοκοπείο της Ευρωπαϊκής Ηπείρου στην Αίγινα, που ήταν Αργειακή αποικία και υπαγόταν στην εξουσία του Άργους: «Καί μέτρα εξεύρε τά Φειδώνια καλούμενα καί σταθμά καί νόμισμα κεχαραγμένον τό τέ άλλο καί τό αργυρούν»[21]

«Ο δε Έφορος λέγει ότι ο Φείδων έκοψε το πρώτο αργυρό νόμισμα στην Αίγινα».[22]

«άφ’ ου ό Φείδων ό Αργείος εδήμευσε τά μέτρα καί σταθμά, κατεσκεύασε καί νόμισμα αργυρούν έν  Αιγίνη… βασιλεύοντος Αθηνών Φερεκλέους».[23]

Τα πρώτα Αργείτικα νομίσματα εικόνιζαν δύο δελφίνια. Αργότερα αντικαταστάθηκαν από παράσταση λύκου, σύμβολο του Δαναού και της λατρείας του Λυκίου Απόλλωνα, στον ναό του οποίου φυλαγόταν το άσβεστο πυρ του Φορωνέως.[24]

Όπως μας πληροφορεί επίσης το Πάριον Χρονικόν, ο Φείδων όρισε τα μέτρα και τα σταθμά που επεκράτησαν σε όλη την Ελλάδα από τον 7ο  π.Χ. αιώνα. Εκτός από τα μέτρα και τα σταθμά, όρισε και τα μέτρα των υγρών. Καθιέρωσε ακόμη και τον πόδα, ελληνική μονάδα μετρήσεως του μήκους.[25]

Οι πρώτες ελληνικές αποικίες ιδρύθηκαν από Αργείους. Καμιά άλλη πόλη δεν ίδρυσε τόσες πολλές αποικίες και στους πλέον απόμακρους τόπους, από τον καιρό των Πελασγών. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, μας διασώζει μια παράδοση που δείχνει πόσο νωρίς οι Αργείοι ξεκίνησαν τις αποικιακές εξορμήσεις τους:

Όταν εξαφανίστηκε η βασιλοκόρη Ιώ, ο πατέρας της Ίναχος επάνδρωνε πλοία και τα έστελνε να την αναζητήσουν σε στεριές και θάλασσες, με την εντολή να μην επιστρέψουν αν δεν την φέρουν μαζί τους. Όταν οι έρευνες απέβαιναν άκαρπες, οι επικεφαλής των αποστολών αναγκάζονταν να παραμένουν σε ξένη γη και να κτίζουν νέες πόλεις, στις οποίες έδιναν συνήθως το όνομα της γενέτειράς τους. Στην ηπειρωτική Ελλάδα, σε πολλά νησιά του Αιγαίου, στην Κύπρο, στα Μικρασιατικά παράλια, στην Κάτω Ιταλία, υπήρχαν πόλεις με το όνομα Άργος. Στην Κρήτη τελούσαν εορτή τα «Ινάχεια».

Αλλά και η εξιστόρηση των περιπλανήσεων της ίδιας της Ιούς, θεωρείται ως μια εξερευνητική επιχείρηση των Αργείων κατά τους προϊστορικούς χρόνους με σκοπό τον αποικισμό, που κατέληξε στην Αίγυπτο:

Πολυάριθμες είναι οι πόλεις που το Άργος έχτισε και εποίκισε στην Αίγυπτο Με το χέρι του Επάφου.[26]

Και τέλος, κάτι επίσης πολύ σημαντικό, το Άργος υπήρξε η γενέτειρα της βασιλικής γενιάς των Μακεδόνων, εξ ου και Αργεία καταγωγή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

  

Υποσημειώσεις


[1] Διοδώρου Σικελιώτου Ιστορική Βιβλιοθήκη, 3,67,1

[2] Ιλιάς Ζ,168. «πέμπε δε μιν Λυκίηνδε, πόρεν δ’ό γε σήματα λυγρά, γράψας έν πίνακι πτυκτώ θυμοφθόρα πολλά,»

[3] Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη Β’ ΙΙΙ, Ι Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Μετ. I. Χατζηφώτη.

«Προίτος δέ πιστεύσας έδωκεν επιστολάς αυτώ πρός Ιοβάτην κομίσαι, έν αίς ενεγέγραπτο Βελλερεφόντην αποκτείναι. Ιοβάτης δέ αναγνούς, επέταξεν αυτόν Χίμαιραν κτείναι…».

(Για να προσδιορισθεί χρονικά το περιστατικό, υπενθυμίζουμε ότι ο Αργείος Ταλαός που πήρε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία, ήταν εγγονός του Προίτου).

[4] Παυσανίου Κορινθιακά 19,2 Εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου. » Αργείοι δέ άτε ισηγορίαν καί τό αυτόνομον αγαπώντες έκ παλαιοτάτου, τά της εξουσίας των βασιλέων ές ελάχιστα προήγαγον».

[5] Αισχύλου Ικέτιδες, στιχ.368. «εγώ δ’αν ου κραίνοιμ’ ύπόσχεσιν πάρος αστοίς δε πάσι των δε κοινώσας πέρι».

[6] Αισχύλου Ικέτιδες, στ. 398 μετ. φιλολογική ομάδα ΚΑΚΤΟΥ. «Είπον δέ καί πρίν, ούκ άνευ δήμου τάδε πράξαιμ’ άν ουδέ πέρ κρατών…»

[7] Παυσανίου Κορινθιακά, 25, 7, εκδ. Ζαχαρ. Μετ. Γιάννη Κορδάτου.

«ερχόμενος δέ έξ Άργους ές τήν Επιδαυρίαν εσίν οικοδόμημα έν δεξιά πυραμίδι μάλιστα εικασμένον, έχει δέ ασπίδας σχήμα Αργολικάς επειργασμένας».

[8] Από σχετική ομιλία του καθηγητή Περικλή Σ. Θεοχάρη στο Ναύπλιο, 15/5/95, που περιέχεται στο βιβλίο του Χρήστου Δ. Λάζου «Πυραμίδες στην Ελλάδα» Εκδ. ΑΙΟΛΟΣ, σελ 183.

Ο Χρήστος I. Πιτερός αρχαιολόγος Δ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, σε μελέτη του με θέμα ΟΙ «ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ» ΤΗΣ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ υποστηρίζει ότι οι «πυραμίδες» ήταν διώροφοι ή τριώροφοι οχυρωματικοί πύργοι και τους χρονολογεί στο β’ μισό του 4ου αι. π.Χ. (Βλ. πρακτικά του Ε’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμ. Γ’, σελ. 370. Άργος-Ναύπλιον 6-10 Σεπτεμβρίου 1995).

[9] Παυσανίου Κορινθιακά, 15,1 εκδ. Ζαχαρόπουλου μτ. Γιάννη Κορδάτου. » Ενταύθα έστιν ιερόν Αθηνάς, τό δέ άγαλμα Σκύλλιδος τέχνη καί Διποίνου μαθητάς  δέ είναι Δαιδάλου σφάς, οί δέ καί γυναίκα έκ Γόρτυνος εθέλουσι λαβείν Δαίδαλον,  καί τόν Δίποινον και Σκύλλον έκ της γυναικός οί ταύτης γενέσθαι».

[10] Ι. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, σελ. 251

[11] «Tertullien de spektae 9: Si vero Trohilos argivus auktor est currus patriae Iunoni id opus suum dedicavit». Τερτυλλιανός

[12] Α. Σταγειρίτη Ωγυγία, βιβλ. Θ ‘σελ.143. «Τό δέ σχήμα της Αργούς ήτο επίμηκες. «Οθεν ωνομάσθη μακρά ναύς. Καί πρώτη μακρά ναύς αυτή εφάνη εις τήν Ελλάδα επειδή μέχρι τότε μετεχειρίζοντο μικρά καί στρογγυλοειδή πλοία».

Και κατά τον Απολλώνιο «ταύτην λέγουσιν πρώτην ναύν γεγενήσθαι».

[13] Παυσανίου Κορινθιακά,25,7, εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γ. Κορδάτου. «συμβαλείν δέ σφάς λέγουσιν ασπίσι πρώτον τότε καί αυτούς καί τό στράτευμα οπλισμένους».

[14] Σύμφωνα με ιστορικούς, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι και ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος στην ελληνική ιστορία έχει την αφετηρία του στο Άργος και ξεκίνησε από τον Ακρίσιο και Προίτο απογόνους του Δαναού, από την κόρη του Υπερμνήστρα.

[15] Το Άργος είχε δύο ακροπόλεις: Η αρχαιότερη και σημαντικότερη σ’ όλες τις εποχές ήταν η Λάρισα, ένα τμήμα της οποίας ονομαζόταν στους ιστορικούς χρόνους Ασπίδα (2800- 1900 π.Χ.) ήταν η κύρια ακρόπολη και βορειότερα υπάρχει μια μικρότερη ακρόπολη της Δειράδας (προφήτης Ηλίας).

[16] Παυσανίου Κορινθιακά,25,3, εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου.

«καί ό μέν Περσεύς οία ηλικία τε ακμάζων καί τού δίσκου χαίρων τω ευρήματι επεδείκνυτο   εις άπαντας…»

[17] Ευριπίδου Ιφιγένεια η εν Αυλίδι 200, εκδ. Πάπυρος, μετ. Α. Παπαχαρίση.

Διομήδεά θ’ ήδοναίς δίσκον κεχαρημένον, παρά δέ Μηριόνην, Άρεος όζον, θαύμα βροτοίσιν.

[18] Ιλιάς Β, 773 Μετ. Κ. Δούκα.

 λαοί δέ παρά ρηγμίνι θαλάσσης δίσκοισιν τέρποντο καί αιγανέησιν ίέντες τόξοισίν θ’.»

«Δίσκοι δέ ώς καί έν Οδυσσεία, λίθοι στρογγυλοί οις χειριζόμενοι ερρίπτουν εις μήκος οί γυμναζόμενοι. Ει δέ ήν έκ σιδήρου, σόλος τό τοιούτον ελέγετο. Τόν αγώνα τούτον κατ’εξοχήν ηγάπων οί Αχαιοί». [ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ]

[19] Απολλόδωρος Β, 1, εκδ. Βιβλιοθήκη των Ελλήνων μετ. I. Χατζηφώτη.

«Νιόβης δέ καί Διός (ή πρώτη γυναικί Ζεύς θνητή εμίγη), παίς Άργος εγένετο, ώς δέ

Ακουσίλαος φησί, καί Πελασγός, άφ ου κληθήναι τούς τήν Πελοπόννησον οικούντας Πελασγούς».

[20] Παυσανίας 1,14,2: «Λέγεται ούν ώς Δήμητραν ές Άργος ελθούσαν Πελασγός δέξαιτο οίκω».

[21] Στράβων Η, 3,33.

[22] Στράβων Η, 375, 16. » Έφορος δ’ έν Αιγίνη άργυρον πρώτον κοπήναι φησίν υπό Φείδωνος «.

[23] Από το Πάριον Χρονικόν.

[24] Από τα Αιγινήτικα νομίσματα που εικόνιζαν θαλάσσια χελώνη, προήλθε ο στατήρας και από αυτόν το εθνικό ελληνικό νόμισμα η δραχμή. Αυτή υποδιαιρέθηκε σε έξι μέρη, τους οβολούς. Στο Ηραίο (ναό της Ήρας) του Άργους, είχαν αναρτηθεί δείγματα αυτών των αρχαίων μονάδων οι οβελίσκοι: «Πρώτος δέ πάντων Φείδων Αργείος νόμισμα έκοψεν έν Αιγίνη, καί διδούς τό νόμισμα, καί αναλαβών τούς οβελίκους, ανέθηκεν τή έν Άργει Ήρα. Επειδή τότε οι οβελίσκοι τήν χείρα επλήρουν, τουτέστι τήν δράκα, ημείς καίπερ μή πληρούντες τήν δράκα τοις έξ οβολοίς, δραχμήν αυτήν λέγομεν, παρά τό δράξασθαι».

(Ωρίων Ετυμολογικόν, – 5ος αι. μ.Χ. – 118,19, λήμμα οβολός).

[25] Ι. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, σελ. 227.

[26] Πινδάρου 10ος Νεμεόνικος στιχ. 5-6, μετ. Β. Λαζανά.  Πολλά δ’Αιγύπτω καταοίκισεν άστη ταις Επάφου παλάμαις»

Read Full Post »

Παλαμήδης

 


 

 Ο Παλαμήδης ήταν ήρωας της Τρωικής εκστρατείας, εφευρέτης, συγγραφέας και δημιουργός. Ήταν γιος του Ναύπλιου και της Ησιόνης και ξεχώριζε για τη σοφία του.  

 Στον Παλαμήδη αποδίδονται η επινόηση των μέτρων και των σταθμών, η διαίρεση του έτους σε ώρες ημέρες και μήνες και η εφεύρεση διαφόρων παιχνιδιών (επιτραπέζιων και στρατηγημάτων) που ονομάζονται και του Παλαμήδους ή αθύρματα ή πεσσοί ή πεττοί.   

    

Το όνομα Παλαμήδης  

 


 

Όπως είναι γνωστό τα ονόματα που έδιναν οι πρόγονοί μας στα νεογέννητα παιδιά τους κατά την τελετουργία της ονοματοθεσίας τους, εξέφραζαν κατά κανόνα την επιθυμία τους για την πραγματοποίηση κάποιας ευχής των γονέων, που θα αφορούσε στα χαρίσματα και τις ιδιότητες που θα τα χαρακτήριζαν στην μετέπειτα ζωή τους ή για να διαπρέψουν στο επαγγελματικό στάδιο που θα ακολουθούσαν. 

Ο βασιλιάς Ναύπλιος όπως φαίνεται ήθελε ο πρωτότοκος γιος που θα τον διαδεχόταν να είναι προικισμένος με σοφία, επινοητικότητα, και πρακτικό νου. Γι’ αυτό του έδωσε το όνομα Παλαμήδης (παλάμη + μήδομαι).[1]  

Και όπως αποδείχθηκε ο Παλαμήδης ανταποκρίθηκε στις ευχές του ονοματοθέτη του, αφού τίμησε επάξια αυτό το τόσο αντιπροσωπευτικό γι’ αυτόν όνομα, στο οποίο πρόσωπο και δράση ταυτίζονται. Και ήταν ο πρώτος αλλά και ο μοναδικός στην Ιστορία που είχε αυτό το όνομα, από τα πανάρχαια χρόνια.  

Το όνομα λοιπόν Παλαμήδης συνδυάζει την πρακτική (παλάμη) με την πνευματική (μήδης) σοφία.  

Από την προηγούμενη ανάλυση προκύπτει επομένως η εικόνα μιας ηγεμονικής μορφής που εμπνέει σεβασμό και επιβάλλεται στους άλλους χάρη στις ικανότητές της να απλουστεύει και τα πιο δυσεπίλυτα προβλήματα, δίνοντας σοφές πρακτικές λύσεις.[2]  

    

Εφηβικά χρόνια  

   

Παλαμήδης

Ο Ναύπλιος, καθώς προόριζε τον πρωτότοκο γιο του για διάδοχό του στον θρόνο, φρόντισε να του δώσει όλα τα εφόδια που θα τον έκαναν ηγέτη αντάξιο της θεογέννητης προγονικής κληρονομιάς και του τόπου του. Γι’ αυτό, όπως ήταν συνήθεια των τότε ηγεμόνων, όταν ο Παλαμήδης έφτασε στο στάδιο της εφηβείας, τον έστειλε στον Κένταυρο Χείρωνα, τον σοφό παιδαγωγό του Πηλίου, κοντά στον οποίο μαθήτευαν όλες οι γενιές των ηρώων, που το όνομα τους έμεινε αθάνατο. 

 «Το γεγονός ότι περιλαμβάνεται στον κατάλογο των διάσημων μαθητών του Χείρωνα, δείχνει ότι ο ήρωας είχε καταξιωθεί ως ισότιμος με τους πιο γνωστούς ήρωες της ελληνικής μυθολογίας».  [3]  

Ο Φιλόστρατος στον Ηρωικό (IX, 1) τον παρουσιάζει όμοιο με άνθρωπο (ανθρώπω όμοιον) που τον διέκρινε σοφία στα λόγια και στα έργα. Είχε ποικίλες κυνηγετικές γνώσεις, δίδασκε τις τέχνες του πολέμου, εκπαίδευε γιατρούς και μουσικούς και διαμόρφωνε δίκαιους χαρακτήρες. Εκεί συναντήθηκε με τους άλλους βασιλικούς γόνους των Αργοναυτών και κατοπινούς αρχηγούς των Αχαιών, που μαζί πρωταγωνίστησαν στην Τροία.  

Κοντά στον Χείρωνα ο Παλαμήδης διδάχτηκε την τέχνη του πολέμου μαζί με τον Αχιλλέα, τον Νέστορα, τον Οδυσσέα τον Διομήδη, τον Αντίλοχο τον Αινεία, τον Πάτροκλο, τον Πρωτεσίλαο και τους Αίαντες, και την ιατρική, με συντροφιά τους γιους του Ασκληπιού Μαχάονα και Ποδαλείριο, αλλά και τον Αχιλλέα. Εκτός από την χειρουργική διδάχτηκαν την χρήση των βοτάνων του βουνού, για να καταπραΰνουν τους πόνους και να γιατρεύουν τις πληγές. Τους δίδαξε ακόμη ο Χείρων την αστρονομία, τη μουσική, τη μαντική και κυνηγετική τέχνη.  

Επιστρέφοντας στο Ναύπλιον μετά την μαθητεία του κοντά στον σοφό δάσκαλο, άρχισε να δείχνει τα μοναδικά χαρίσματα με τα οποία ήταν προικισμένος. Μιλούσαν με θαυμασμό γι’ αυτόν και γρήγορα η φήμη του ως «πεπαιδευμένου καί λογίου σοφού», εφευρετικού νου και ετοιμοπόλεμου, πέρασε τα σύνορα της Ναυπλίας.  

   

Πως ήταν ο Παλαμήδης  

 


  

 Ο Φιλόστρατος[4] και ο Α. Σταγειρίτης, μας δίνουν μια περιγραφή του Παλαμήδη, όπως την αφηγήθηκε ο πρώτος νεκρός του Τρωικού πολέμου Πρωτεσίλαος:  

«Το ύψος του ήταν σχεδόν σαν του μεγάλου Αίαντα και η ομορφιά του εφάμιλλη με του Αχιλλέα, του Αντιλόχου, του Πρωτεσίλαου, – όπως λέει ο ίδιος- και του Τρωαδίτη Εύφορβου.  

Είχε γένια απαλά που σχημάτιζαν σιγά σιγά βοστρύχους, μαλλιά κοντά και τα φρύδια έδιναν ευγένεια στη μορφή του, ήταν ευθύγραμμα και έσμιγαν πάνω από τη συμμετρική και καλοσχηματισμένη μύτη του. Το βλέμμα του στις μάχες ήταν σταθερά προσηλωμένο και φοβερό, στην ανάπαυλα της μάχης φιλικό και οι ματιές γεμάτες καλοσύνη˙ λένε μάλιστα πως είχε τα μεγαλύτερα μάτια απ’ όλους τους ανθρώπους.  

Λέει ακόμα ότι ο Παλαμήδης γυμνός ήταν κάτι ανάμεσα σε βαρύ και ελαφρύ αθλητή και το κεφάλι του ήταν πιο ωραίο από τους χρυσούς πλοκάμους του Ευφόρβου. Είχε ρυπαρή κόμη και αυτό οφειλόταν στο ότι κοιμόταν όπου τύχαινε, γιατί παραμελώντας τελείως τον εαυτό του, έστρεφε όλη την φροντίδα του σε πολέμους φάλαγγες και την σωτηρία του στρατού. Πολλές φορές μάλιστα σε περιόδους ανακωχής, κατασκήνωνε στην κορυφή της Ίδης, διότι οι σοφοί από τις κορυφές μπορούν να μελετούν και να κατανοούν τα ουράνια φαινόμενα.  

Δεν είχε ακόλουθο ούτε κάποια δούλα ούτε Τέκμησσα ή Ίφη[5] για να τον λούζει ή να του στρώνει το κρεβάτι, αλλά όλα τα έκανε μόνος του και χωρίς τα απαραίτητα σκεύη.  

Όταν κάποτε του είπε ο Αχιλλέας «Παλαμήδη, ο κόσμος θα σε θεωρήσει αγροίκο επειδή δεν έχεις κάποιον να σε υπηρετεί», απάντησε: «Κι αυτά Αχιλλέα τι είναι;» απλώνοντας του τα δυο του χέρια».  

Επίσης και ο Αθαν. Σταγειρίτης (Ωγυγία Βίβλος Γ’σελ.460 ), γράφει:  

«Ο Παλαμήδης ήτο μακρόσωμος, λευκός, ξανθοκόμης και πιναροχαίτης (με ρυπαρή κόμη), επειδή δεν εφρόντιζε περί καλλωπισμού, αλλά περί πολέμου και φαλαγγών και σωτηρίας των στρατιωτών».  

Στη Λέσχη των Κνιδίων που υπήρχε στους Δελφούς, ο Παλαμήδης ήταν ο μοναδικός ήρωας του Τρωικού πολέμου που εικονιζόταν χωρίς γενειάδα:  

«Πάνω απ’ την Κασοτίδα είναι ένα κτίριο με τοιχογραφίες του Πολυγνώτου.  Είναι αφιέρωμα των Κνιδίων και ονομάζεται από τους κατοίκους των Δελφών Λέσχη, επειδή τα παλιά χρόνια σ’ αυτό το κτίριο συνήθιζαν να συχνάζουν και να συζητούν για τα σοβαρότερα θέματα για τις μυθικές ιστορίες… Μέσα σ’ αυτό το οίκημα, ολόκληρη η ζωγραφιά προς τα δεξιά, παριστάνει την άλωση της Τροίας και τον απόπλου των Ελλήνων. Όλοι αυτοί εκτός του Παλαμήδη εικονίζονται με γενειάδα.»  [6]  

   

Τρωικός Πόλεμος  

 


  
 

Παλαμήδης - Η ανωτέρω προμετωπίδα δημιουργήθηκε από τον F. Bleys Wijck (1671-1746).

Όπως μας πληροφορεί ο Δίκτυς, στην Αυλίδα θεωρήθηκε ο πλέον άξιος να αντικαταστήσει τον Αγαμέμνονα, ιδιαίτερα χάρη στα πνευματικά και ηγετικά του προσόντα. Όταν τα πλοία με τα αχαϊκά στρατεύματα αναχωρούσαν για την Τροία, οι αρχηγοί της στήριξαν τις περισσότερες ελπίδες τους για νικηφόρα έκβαση της επιχείρησης στην σύνεση και ιδιοφυΐα του Παλαμήδη.  

Με την αποβίβαση των Αχαιών στα Τρωικά παράλια και από τις πρώτες εχθροπραξίες, ο εφευρετικός νους, η οργανωτική και στρατηγική μεγαλοφυΐα του Παλαμήδη, κυριάρχησαν, επισκιάζοντας τους άλλους ηγέτες. Φροντίζει για το στόλο, για τα οχυρωματικά του έργα, επιθεωρεί τις φρουρές.  

Πρώτη του φροντίδα ήταν η κατασκευή ενός ισχυρού αμυντικού τείχους, που θα αναχαίτιζε τις επιθέσεις των Τρώων και θα εμπόδισε την πρόσβασή τους προς το μέρος που είχαν αγκυροβολήσει τα αχαϊκά πλοία.  

Πριν από κάθε μάχη εκπονούσε το σχέδιο διεξαγωγής της και τον τρόπο παρατάξεως των στρατευμάτων, για να εξασφαλίσει την νικηφόρα και με τις λιγότερες απώλειες έκβαση της. Όπως γράφουν ο Φιλόστρατος στον «Ηρωικό» και ο Αθ. Σταγειρίτης στην «Ωγυγία», παραμελούσε τελείως τον εαυτό του, και το μόνο που τον απασχολούσε, κυρίως στις παραμονές των μαχών, ήταν ο σχεδιασμός της, ώστε να έχει αίσια έκβαση και η σωτηρία των ανδρών.  

Ως πολεμικός αρχηγός παρατάσσει και ενθαρρύνει τον ναυπλιακό στρατό για τη μάχη, πολεμά με γενναιότητα αλλά και σύνεση. Γι’ αυτό ακόμη και ο Αχιλλεύς επιζητούσε να τον έχει κοντά του στις μάχες και στις εκστρατείες κατά των νησιών και των παραθαλασσίων πόλεων και χαιρόταν όταν πολεμούσαν ο ένας πλάι στον άλλον.  

Ανάμεσα στον Παλαμήδη και τον πιο γενναίο ήρωα του Τρωικού πολέμου είχε αναπτυχθεί μια στενή φιλική σχέση και συνεργασία. Είχαν αναλάβει τις εκστρατείες που πραγματοποιούσαν οι Αχαιοί στα περίχωρα της Τροίας και σύμφωνα με τον Όμηρο (Ιλ. I, 328-9) – που παραλείπει όπως πάντα τη συμμετοχή του Παλαμήδη – είχαν εκπορθήσει 23 πόλεις:  

«Όταν ο Αχιλλεύς ετοίμαζε την εκστρατεία κατά των νησιών και των παραθαλασσίων πόλεων, ζήτησε να εκστρατεύσουν οι Αχαιοί μαζί με τον Παλαμήδη. Ο Παλαμήδης πολεμούσε με γενναιότητα και σύνεση, ενώ ο Αχιλλέας ήταν ασυγκράτητος και η υπερβολική ορμή του τον οδηγούσε σε αταξία. Γι’ αυτό χαιρόταν όταν πολεμούσε μαζί του ο Παλαμήδης, διότι συγκρατούσε την ορμητικότητά του και του υποδείκνυε πως πρέπει να πολεμά.  

Έμοιαζε με θηριοδαμαστή που μπορεί να ηρεμεί και να ξεσηκώνει γενναίο λιοντάρι και όλα αυτά τα έκανε χωρίς να αφήνει τη θέση του, αλλά τοξεύοντας ταυτόχρονα και προφυλασσόμενος από τα βέλη, αποκρούοντας με την ασπίδα του και καταδιώκοντας τα στίφη των εχθρών».[7]  

Με τις ιατρικές του γνώσεις αντιμετώπισε αποτελεσματικά μια θανατηφόρα επιδημία λοιμού που μάστιζε την γύρω περιοχή και απειλούσε με αφανισμό τον αχαϊκό στρατό. Με την επινόηση των φρυκτωριών εγκατέστησε ένα πρωτοποριακό για την εποχή του δίκτυο επικοινωνίας με τις Μυκήνες και αναδείχθηκε ο πρόδρομος των τηλεπικοινωνιών.  

Παράλληλα ο Παλαμήδης συνέχισε να έχει την επιμελητεία, την ευθύνη δηλαδή του επισιτισμού όλου του στρατεύματος, που ήταν μία ακόμη αιτία της σύγκρουσης του με τον Οδυσσέα.  

Με τις διάφορες εφευρέσεις του, απαυγάσματα της «εντέχνου σοφίας» του, πρόσφερε παραμυθία, ψυχαγωγία και ειρηνική απασχόληση στους πολεμιστές, όταν δεν βρίσκονταν στα πεδία των μαχών, απομακρύνοντας τα δυσάρεστα επακόλουθα των επιδημιών που ενέσκηπταν στο στρατόπεδο και της απραξίας: Έριδες, κρούσματα απειθαρχίας, κρίσεις νοσταλγίας της πατρικής γης.  

Ο Παλαμήδης ήταν «ο από μηχανής θεός», η προσωποποίηση της ευρηματικότητας με μοναδική ικανότητα να δίνει την ιδανικότερη λύση και στην πιο δύσκολη κατάσταση, τόσο στο πεδίο της μάχης όσο και εκτός του πολέμου. Κάθε φορά που οι Αχαιοί συναντούσαν κάποιο δύσκολο εμπόδιο που τους έφερνε σε αδιέξοδο και άλλοτε σε απόγνωση, πρόστρεχαν στον Παλαμήδη. Και αυτός απλούστευε και το πιο δύσκολο πρόβλημα με τον δικό του ιδιοφυή τρόπο που άλλος δεν μπορούσε: Με την επινόηση μιας νέας εφευρέσεως, γέννημα της ιδιοφυίας του, που είχε χαρακτηριστικό της την σφραγίδα της τελειότητας.  

Και όταν οι έγνοιες του πολέμου του άφηναν για λίγο ελεύθερο τον σοφό νου, τότε έστρεφε το πρόσωπό του ψηλά στον έναστρο ουρανό, από όπου «τήν κατάληψιν των μετεώρων εντεύθεν από των υψηλοτάτων οί σοφοί ποιού­νται…», Άλλοτε πάλι αποθανάτιζε τις ηρωικές πράξεις που ζούσε σε έπη με συντροφιά τον μαθητή του Κόριννο, ή σκυμμένος στους άβακες, στοχαζόταν και σχεδίαζε γράμματα, αριθμούς, πεσσούς, για να κάνει καλύτερη την ζωή των ανθρώπων.  

Με τις τόσες υπηρεσίες που προσέφερε, είχε κερδίσει την αγάπη και τον σεβασμό όλων των ανδρών. Ο Αχιλλεύς και ο Αίας τον τιμούσαν ως ίσο τους και είχαν συνδεθεί με στενή φιλία μαζί του.  

Προκάλεσε όμως το μίσος του Οδυσσέα όταν αποκάλυψε ότι η παραφροσύνη του ήταν τέχνασμα για να αποφύγει τον πόλεμο αλλά και τον φθόνο του, καθώς ο Οδυσσεύς ένιωθε μειωμένος μπροστά στη σοφία και την στρατηγική ιδιοφυία του Παλαμήδη στη διάρκεια του Τρωικού πολέμου:  

   

«τά δέ Παλαμήδους ούκ ακήκοας πάθη;  

Τούτον γάρ δή πάντες υμνούσιν  

ώς διά σοφίας φθονηθείς υπό Οδυσσέως απόλλυται». [8]   

   

Για τα παθήματα του Παλαμήδη δεν έχεις ακούσει;  

Γιατί γι’ αυτόν όλοι συνέθεσαν ύμνους,  

ότι χάθηκε, επειδή φθονήθηκε από τον Οδυσσέα για τη σοφία του.  

(ελεύθερη απόδοση)  

   

Χρησιμοποιώντας ο Οδυσσεύς τις προσφιλείς του μεθόδους της δολοπλο­κίας και της διαβολής, κατόρθωσε να τον παρουσιάσει ένοχο εσχάτης προδοσίας, με αποτέλεσμα τον ατιμωτικό και μαρτυρικό θάνατο του σοφού παλικαριού.  

  

 Ο θάνατος του Παλαμήδη  

 


 

 Η αρχή της αιτίας που προκάλεσε τον άδικο και ατιμωτικό θάνατο του Παλαμήδη, ξεκινά από το αδυσώπητο μίσος του φθορέα ηρώων και εχθρού των αρίστων Οδυσσέα, στο οποίο προστέθηκε στη συνέχεια και ο φθόνος. Η ευκαιρία που αναζητούσε ο Οδυσσέας για να εξολοθρεύσει τον Παλαμήδη με δολοπλοκίες δεν άργησε να του δοθεί.  

Κάποτε ο Οδυσσέας αιχμαλώτισε ένα δούλο που έφερνε χρυσάφι στο σύμμαχο των Τρώων, Σαρπηδόνα, τον αρχηγό των Λυκίων. Υποχρέωσε τότε το δούλο να γράψει στη γλώσσα του ένα γράμμα, στο οποίο ο Πρίαμος απευθυνόμενος στον Παλαμήδη έλεγε πως είχε στείλει όσα είχαν συμφωνήσει και πως τον ευχαριστούσε που είχε βοηθήσει τους Τρώες. Άφησε το δούλο να φύγει, αλλά έστειλε κάποιον που τον σκότωσε πριν προλάβει να απομακρυνθεί πολύ.  

Έστειλε μήνυμα κατόπιν στον Αγαμέμνονα πως είχε δει σημαδιακό όνειρο που του υποδείκνυε να μετακινηθεί όλος ο στρατός από τις μόνιμες εγκαταστάσεις του σε άλλη θέση για στρατιωτικές ασκήσεις. Στο διάστημα που έλειπε ο στρατός, ο Οδυσσέας έβαλε κάποιον να θάψει το χρυσάφι που πήρε από το δούλο στη σκηνή του Παλαμήδη. Όταν βρέθηκε το πτώμα του δούλου και διαβάστηκε η επιστολή που ήταν γραμμένη στη γλώσσα του, κινήθηκαν, όπως ήταν φυσικό, υποψίες εναντίον του Παλαμήδη.  

Για να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα, διέταξε ο Αγαμέμνονας, με υπόδειξη φυσικά του Οδυσσέα, να γίνει έρευνα στη σκηνή του Παλαμήδη. Το χρυσάφι που βρέθηκε θαμμένο εκεί αποτελούσε αδιάσειστη απόδειξη της ενοχής του ήρωα.  

Συγκροτήθηκε αμέσως δικαστήριο που τον κήρυξε ένοχο προδοσίας και τον καταδίκασε σε θάνατο δια λιθοβολισμού, χωρίς να του επιτρέψουν το στοιχειώδες δικαίωμα να υπερασπισθεί την αθωότητα του.  

Έτσι αναπολόγητος ο αθώος σοφός ήρωας, μετά από τις τόσες υπηρεσίες που πρόσφερε σε ηγεμόνες και στρατό, οδηγήθηκε στον τόπο του θανάτου, σπιλωμένος από την επαχθή κηλίδα του προδότη.       

Μόνο ο στρατός του Αγαμέμνονα και του Οδυσσέα παρατάχτηκε για τον λιθοβολισμό του Παλαμήδη. Οι άλλοι άνδρες αρνήθηκαν να πάρουν μέρος και παρακολουθούσαν με την ψυχή πλημμυρισμένη από οργή και θλίψη για την ανόσια πράξη.   

Η άκρατη φιλαρχία του Αγαμέμνονα και ο φόβος απώλειας της εξουσίας, το σκοτάδι της ψυχής, η πανουργία και η προσφιλής συνήθεια του Οδυσσέα να εξυφαίνει υποχθόνια τεχνάσματα για να εξοντώνει τους καλύτερούς του, με συνεργό το φθονερό Διομήδη, σε μια ανίερη συμμαχία, είχαν υπερισχύσει  μπροστά στην αρετή, την πνευματική υπεροχή και την καθαρότητα της σοφίας του Παλαμήδη.    

   

 Η εκδίκηση του Ναυπλίου  

 


  

Το δεύτερο πιο τραγικό πρόσωπο της σκευωρίας, ήταν ο αδελφός του Παλαμήδη Οίαξ. Γνωρίζοντας καλύτερα από κάθε άλλον ότι ο αδελφός του έπεσε θύμα άθλιας πλεκτάνης, ζητούσε να πάρει εκδίκηση, αλλά ήταν ανήμπορος, μπροστά στους πανίσχυρους συνωμότες. Τον ναυπλιακό στρατό διοικούσε τώρα ο Διομήδης, ύστερα από εντολή του Αγαμέμνονα. Η μόνη του ελπίδα ήταν να βρει τρόπο να πληροφορήσει τον πατέρα του Ναύπλιο, για τον φρικτό θάνατο του αθώου Παλαμήδη.  

Ο γερο θαλασσοπόρος και παλιός πειρατής,[9] θα εύρισκε τον τρόπο να εκδικηθεί και να πάρει πίσω το αίμα του παιδιού του. Κατά τραγική ειρωνεία, ο μόνος τρόπος που μπορούσε να επικοινωνήσει με την μακρινή πατρίδα ήταν οι φρυκτωρίες, που είχε εφεύρει ο σοφός αδελφός του. Έπρεπε όμως να έχει την άδεια του Αγαμέμνονα, που τώρα ήταν ο χειρότερος εχθρός του.  

Καθώς τριγυρνούσε περιφρονημένος και αποξενωμένος στην παραλία γύρω από τα ναυπλιώτικα πλοία, το αδελφικό δαιμόνιο μίλησε μέσα του! Μάζεψε μερικά κουπιά και έπιασε να χαράζει με το ξίφος του στο πλατύ μέρος τους την θλιβερή είδηση . Έπειτα τα έριχνε ένα ένα στη θάλασσα, με την ελπίδα ότι κάποιο θα έφτανε στα χέρια του βασιλιά πατέρα τους.  

Πράγματι ένα κουπί έφτασε μέχρι τις ακτές της Εύβοιας όπου βρισκόταν ο Ναύπλιος. Διαβάζοντας το χαραγμένο οδυνηρό μήνυμα, επιβιβάστηκε σ’ ένα πλοίο και ξεκίνησε για την Τροία. Εκεί παρουσιάστηκε στους υπαίτιους και απαίτησε να αποκαταστήσουν την τιμή του παιδιού του. Συνάντησε όμως την σκαιή συμπεριφορά του Αγαμέμνονα και των συνενόχων του. Όσο για τους άλλους ηγεμόνες, κανένας δεν τολμούσε να εναντιωθεί στον βασιλιά αρχιστράτηγο και να αγνοήσει τις διαταγές του.  

Ο Αχιλλεύς και ο Αίας ήταν νεκροί.  

Έχοντας πειστεί ο Ναύπλιος για την αθωότητα του παιδιού του, πήρε τον Οίακα και έφυγε, αφού έδωσε όρκο ότι θα τιμωρήσει σκληρά τους συνωμότες προκαλώντας τους όσο πιο πολύ κακό μπορούσε.  

Φτάνοντας στην πατρίδα έβαλε αμέσως σε εφαρμογή τα εκδικητικά του σχέδια. Η πρώτη του ενέργεια ήταν να περιέρχεται τα παλάτια των ενόχων βασιλιάδων που πολεμούσαν στην Τροία, και να τους κατηγορεί παντού, και πρώτα στις γυναίκες τους, τις οποίες παρακινούσε να απιστήσουν, φανερώνοντας τους ότι οι άνδρες τους είχαν συνάψει σχέσεις με άλλες γυναίκες και παλλακίδες, τις οποίες μάλιστα θα έφερναν μαζί τους όταν θα επέστρεφαν.  

Το ίδιο έκανε και ο Οίαξ, αρχίζοντας από την Κλυταιμνήστρα. Τα αποτελέσματα αυτών των διαβημάτων ήταν ολέθρια για τους ένοχους ηγεμόνες…  

Όταν τελείωσε ο πόλεμος και γύριζαν οι Αχαιοί στις πατρίδες τους νικητές, έβαλε τους άνδρες. του να ανάβουν μεγάλες φωτιές στις βραχώδεις και απόκρημνες ακτές του Καφηρέα, που ήξερε ότι ήταν ο θαλασσινός δρόμος της επιστροφής τους.  

Αυτές οι φωτιές ήταν παγίδες που παραπλανούσαν τα πλοία που περνούσαν. Οι κυβερνήτες οδηγούσαν προς το μέρος τους τα πλοία, πιστεύοντας ότι είναι υπήνεμοι όρμοι, με αποτέλεσμα να συντρίβονται πάνω στους κοφτερούς βράχους. Όσοι ναυαγοί γλίτωναν και τα κύματα τους έβγαζαν στη στεριά, έβρισκαν πιο φρικτό θάνατο. Οι άνδρες του Ναυπλίου τους κομμάτιαζαν με τα ξίφη τους.  

Από τότε έμεινε παροιμιώδης η φράση «Ναυπλίου Ευβοϊκά πυρπολήματα», που συνήθιζαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας όταν τις νύχτες έβλεπαν φωτιές στις παραλίες.  

Ανεβασμένος σ’ έναν ψηλό βράχο ο Ναύπλιος «ώς θαλάσσιος δαίμων»[10] όπως τον χαρακτήρισαν όσοι γνώρισαν την κακή πλευρά του, παρακολουθούσε με άγρια ικανοποίηση τον χαλασμό των καραβιών και τον εξολοθρεμό των ανδρών.  

Ανάμεσα στα λίγα πλοία που γλίτωσαν από την εκδικητική μανία του Ναυπλίου ήταν και του Οδυσσέα, αυτό που ήθελε να συντριβεί όσο κανένα άλλο. Την τελευταία στιγμή απομακρύνθηκε, παρασυρμένο από αντίθετο άνεμο.  

Όταν είδε ο Ναύπλιος ότι ο κύριος υπεύθυνος για τον θάνατο του παιδιού του σώθηκε, κυριευμένος από απελπισία ρίχτηκε στη θάλασσα, για να βρει το ίδιο τέλος με τα θύματά του. Όσο για τον Οδυσσέα, βρήκε την τιμωρία που του άξιζε από τον Ποσειδώνα.  

Ο θεός της θάλασσας οργισμένος όχι εξαιτίας του ανθρωποφάγου Πολύφημου που θέλει ο Όμηρος, αλλά για τις δολοπλοκίες που είχε εξυφάνει σε βάρος του Παλαμήδη, που όπως είδαμε ήταν απόγονός του, αφού τον καταδίκασε να θαλασσοδέρνεται δέκα ολόκληρα χρόνια, του έστειλε τέλος μέσα από το θαλασσινό βασίλειό του τον θάνατο.  

Η ιστορία του Ναυπλίου, του τραγικού πατέρα, που τόσο σκληρά τον χτύπησε η μοίρα ενώ πλησίαζε στη δύση της ζωής του, δεν άφησε ασυγκίνητους τους τρεις μεγάλους τραγικούς ποιητές μας. Τα έργα όμως που έγραψαν γι’ αυτόν, είχαν την ίδια τύχη με αυτά που είχαν θέμα τον Παλαμήδη, εκτός από ελάχιστα αποσπάσματα.    

     

Οι εφευρέσεις του Παλαμήδη  

 


  

Τον σοφό γιο του Ναυπλίου και τραγικό ήρωα του Τρωικού πολέμου Παλαμήδη, εκτός από την ενασχόλησή του με τις επιστήμες και την επική ποίηση, του αποδίδεται και ένας μεγάλος αριθμός σπουδαίων εφευρέσεων, προϊόντων της εντέχνου σοφίας του, με χαρακτηριστικό τους την άμεση πρακτική εφαρμογή.  

Οι εφευρέσεις του αυτές τον έχουν κατατάξει μεταξύ των πρώτων ευρετών όπως ονομάστηκαν μυθικά αλλά και ιστορικά πρόσωπα, θεοί και ήρωες, στους οποίους αποδόθηκαν διάφορες εφευρέσεις, όπως ο Απόλλων, ο Ήφαιστος, ο Ερμής, η Εργάνη Αθηνά, ο Λίνος, ο Δαίδαλος, ο Προμηθεύς, ο Φορωνεύς κ. ά.  

Υπήρξε ιατρός, αστρονόμος και άριστος εποποιός, αλλά όπως μας πληροφορεί το λεξικό Σουίδα και η αρχαία παράδοση, τα έπη του εξαφανίστηκαν από τους απογόνους του Αγαμέμνονος δια βασκανίαν δηλ. από ζηλοφθονία.  

Εφεύρε ακόμη την αλφαβητική γραφή, και τους αριθμούς, τους πεσσούς και τους κύβους, τα μέτρα και τα σταθμά, επινόησε τις φρυκτωρίες, τον άβακα, τα νομίσματα και την υποδιαίρεση του χρόνου.  

   

 Το τέλος μιας ένδοξης γενιάς   

 


  

Μετά τον τραγικό χαμό του Παλαμήδη και του βασιλιά πατέρα του, στο Ναύπλιο κυβερνούσαν τα παιδιά που είχαν απομείνει, ο Οίαξ και ο Ναυσιμέδων. Αλλά η κακοδαιμονία που μάστιζε τον Ναυπλιακό οίκο δεν έλεγε να τελειώσει. Ο Ορέστης θεωρούσε τον βασιλιά Ναύπλιο και τον Οίακα υπεύθυνους για τον θάνατο του πατέρα του, επειδή είχαν ξελογιάσει την μητέρα του και την είχαν παρακινήσει στην απιστία. Αφού γύρισε στις Μυκήνες και τιμώρησε τον φονιά του πατέρα του, θέλησε να αποτελειώσει το εκδικητικό έργο του, ξεκληρίζοντας και αυτήν την εχθρική του γενιά.  

Ένας ακόμη λόγος ήταν ότι τα αδέλφια είχαν συμμαχήσει με τον Αίγισθο. Μία παλαιότερη τραγωδία του Στησιχόρου που λίγα αποσπάσματά της έχουν διασωθεί, ανέφερε ότι ο Οίαξ είχε πάρει γυναίκα του την κόρη του Αίγισθου και της Κλυταιμνήστρας Ηριγόνη. Η ευκαιρία του δόθηκε όταν στις μάχες που ακολούθησαν, τα αδέλφια παρατάχθηκαν στο πλευρό του Αίγισθου. Εκεί έπεσαν πολεμώντας από το σπαθί του Πυλάδη.  

Στην Πινακοθήκη της Ακρόπολης των Αθηνών, υπήρχε μια ζωγραφική σύνθεση, που εικονίζε τον Ορέστη να θανατώνει τον Αίγισθο και τον Πυλάδη τους γιους του Ναυπλίου:  

 «Υπάρχει επίσης αριστερά των Προπυλαίων κτίριο με ζωγραφιές… εδώ ανάμεσα στις ζωγραφιές, είναι και αυτή που παριστά τον Ορέστη να φονεύει τον Αίγισθο και τον Πυλάδη να σκοτώνει τα παιδιά του Ναυπλίου, που ήλθαν σε βοήθεια του Αιγίσθου».[11]  

Η θεογέννητη Ναυπλιώτικη δυναστεία που είχε ξεκινήσει από τον γιο του Ωκεανού Ίναχο, πρόγονο της Αμυμώνης και αυτή με τον Ποσειδώνα γέννησε τον πρώτο Ναύπλιο, βρήκε αυτό το οικτρό και άδοξο τέλος, από τον δολοπλόκο Οδυσσέα που έκανε την αρχή, για να συνεχίσει η μισητή απ’ τους θεούς γενιά των Ατρειδών.  

     

Πηγή   

 


  
  • Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003.   

   

Υποσημειώσεις   


 [1] Παλάμη: η εσωτερική επιφάνεια του χεριού \ έργο της χειρός \ ευφυΐα \ τέχνη \ επινόημα \  

 σχέδιο \ τέχνασμα \ έργο τέχνης.  

«παλάμαι αί χείρες καί αί τέχναι επεί δι’αυτών πολλά μαιόμεθα»  

 (επιζητούμε, κατασκευάζουμε) Ησύχιος.  

«θεού σύν παλάμα» ( τέχνασμα θεού). Σοφοκλής.  

«ώ παλάμαι (έργα, επινοήματα) θεών» Πίνδαρος.  

«τέκτονος έν παλάμησι δαήμονος, ός ρα τε πάσης εύ ειδή σοφίης…» (Ιλ. Ο, 412)   

(στις παλάμες ειδήμονα τέκτονα που καλά γνωρίζει κάθε σοφία…)   

«…συλλέξας έλεγε σφιν ώς δοκέοι έχειν παλάμην, τή ελπίζοι των βασιλέος  

συμμάχων αποστήσειν τους αρίστους» (συγκέντρωσε – ο Θεμιστοκλής – τους στρατηγούς και τους είπε ότι έχει ένα σίγουρο σχέδιο να υποκινήσει την λιποταξία των καλύτερων συμμάχων του βασιλιά), (των Περσών).    

Η λέξη παλάμη σημαίνει επομένως την επιδεξιότητα των χεριών, την επινοητικότητα αλλά και την ευφυΐα και τη σοφία, ιδιαίτερα την πρακτική σοφία. Αντίστοιχα η λέξη σοφία σημαίνει και εμπειρία, επιδεξιότητα.  

Παλάμημα: επινόημα, σχέδιο, τέχνασμα.  

παλαμάομαι: εκτελώ, μηχανώμαι.  

μέδομαι, μήδομαι: άρχω, φροντίζω, σκέπτομαι, προστατεύω, μηχανεύομαι, επινοώ.  

[2] Στα άλλα παιδιά του ο Ναύπλιος έδωσε τα ονόματα Οίαξ (πηδάλιο πλοίου αλλά και πηδαλιούχος). Ναυσιμέδων = ο κυβερνήτης του πλοίου (ναύς (πλοίο) + μέδω, μέδομαι = κυβερνώ, προστατεύω, φροντίζω). Δαμάστωρ (δαμαστής \ εξημερωτής).  

[3] Από την διδακτορική διατριβή της Γερασ. Ζωγράφου-Λύρα.   

[4] Ηρωικός, 715, 9 μετ. φιλολογική ομάδα Κάκτου.  

 [5] Η Τέκμησσα ήταν σκλάβα και γυναίκα του Τελαμώνιου Αίαντα, που τον συνόδευσε στην Τροία.  

Η Ίφις ήταν σύντροφος του Πατρόκλου στην Τροία, σκλάβα που του έδωσε ο Αχιλλέας από τα λάφυρα της Σκύρου.   

 [6] Παυσανίου Φωκικά 25,1 και 31,3 Βιβλιοθήκη των Ελλήνων μετ. Α Παπανδρέου:  

«Υπέρ δέ τήν Κασσοτίδα εστίν οίκημα γραφάς έχον του Πολυγνώτου, Ανάθημα μέν Κνιδίων, καλείται δέ ύπό Δελφών Λέσχη, ότι ενταύθα συνιόντες το αρχαίον τά τε σπουδαιότερα διελέγοντο καί οπόσα μυθώδη… Ές τούτο ούν εισελθόντι τό οίκημα το μέν σύμπαν τό έν δεξιά της γραφής Ιλιός τε εστίν εαλωκυία καί απόπλους ό Ελλήνων…τούτοις πλήν τω Παλαμήδει γενειά έστι τοις άλλοις».  

[7] Φιλοστράτου, Ηρωικός Χ, 5, μετ. φιλολογική ομάδα Κάκτου:  

«τον Αχιλλέα στρατεύονται επί τάς νήσους καί τάς ακταίας πόλεις αιτήσαι τους Αχαιούς ξύν Παλαμήδει στρατεύσαι. Εμάχοντο δέ ό μέν Παλαμήδης γενναίως καί σωφρόνως, ό δέ Αχιλλεύς ου καθεκτώς, ό γάρ θυμός εξαίρων αυτόν ες άταξίαν ήγεν όθεν έχαιρε τω Παλαμήδει ξυνασπίζοντι καί ακάγοντι μέν αυτόν της φοράς, υποτιθεμένω δέ, ως χρή μάχεσθαι καί γάρ δή καί εώκει λεοντοκόμω λέοντα γενναϊον πραύνοντι και εγείροντι, καί ουδέ εκκλίνων ταύτα έπραττεν, αλλά καί βάλλων καί φυλασσόμενος βέλη καί ασπίδα αντερείδων καί διώκων στίφος».  

[8] Ο Σωκράτης στον Ευθύδημο. Ξενοφώντος Απομνημονεύματα, Δ,33.  

[9] Η πειρατεία εκείνα τα χρόνια δεν είχε τίποτα το επιλήψιμο και εξομοιωνόταν με την αλιεία και το κυνήγι. Ήταν μάλιστα η πιο επίζηλη επαγγελματική επιλογή των αρίστων, που ήθελαν να αποκτήσουν φήμη σπουδαίου άνδρα.  

[10] Η φήμη της θανάσιμης οργής και της άγριας εκδίκησης του Ναυπλίου, έγινε αιτία να θεωρηθεί θαλάσσιος δαίμων και πειρατής και όταν οι ναυτικοί κινδύνευαν, έκαναν θυσίες για να τον εξευμενίσουν.  

[11] Παυσανίου Αττικά, 22, 6 εκδ. Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Α. Γεωργιάδου:   

«…έστι δέ έν αριστερά των Προπυλαίων οίκημα έχον γραφάς… ενταύθα έν ταις γραφαίς Ορέστης εστίν Αίγισθον φονεύων καί Πυλάδης τούς παίδας Ναυπλίου, βοηθούς ελθόντας Αιγίσθω». Πάντως άδοξο ήταν και το τέλος του Ορέστη. Ενώ βρισκόταν στην Αρκαδία, τον δάγκωσε ένα φίδι και πέθανε. (Απολλοδώρου «Επιτομή», VI, 28)  

 

Read Full Post »

Κύκλια έπη

 


Τι ορίζουμε ως Κύκλια έπη

 


Κομμάτι από αγγείο, απεικονίζει την τύφλωση του κύκλωπα Πολύφημου από τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του, 7ος αιώνας π.Χ., Μουσείο Άργους.

Κύκλος ή κύκλια έπη ονομάζονται όλα τα άλλα έπη εκτός των Ομηρικών και των Ησιόδειων. Συνολικά σώζονται μόνο τίτλοι και περί τους 120 στίχους. Οι διάφοροι μύθοι ακολουθούσαν χρονολογική σειρά και σχημάτιζαν κύκλο (θεματογραφικά ορίζεται από τη δημιουργία του κόσμου, δηλαδή την ένωση Ουρανού και Γης, μέχρι το θάνατο του Οδυσσέα). Υπάρχουν και έπη του Κύκλου που εξαρτώνται από τα ομηρικά. Τα έπη του Κύκλου ομαδοποιήθηκαν με βάση το θέμα τους. Το κέντρο αναφοράς είναι ο Τρωικός πόλεμος και η επιστροφή των πολεμιστών. Αυτά που χάθηκαν δεν ήταν του επιπέδου των Ομηρικών ή των Ησιόδειων. Πολλά απ’ αυτά αποδίδονταν στον Όμηρο. Πληροφορίες για τον αριθμό και το περιεχόμενό τους αντλούμε κυρίως από τον Πρόκλο, ένα συγγραφέα του 5ου αιώνα μ.Χ.

 

Χρονολόγηση

 


Η χρονολόγησή τους είναι  δύσκολη γιατί δε σώζονται παρά μόνο σπαράγματα. Οι ποιητές τους μάλλον κινούνται από 800-500 π.Χ. Μάλλον μετά τη συγγραφή των ομηρικών επών. Κάποιοι θεωρούν ότι υπάρχουν και προγενέστερα της Ιλιάδας και άλλα που χρησίμευσαν ως πρότυπα για την Οδύσσεια. Επικρατεί ασάφεια για τη χρονολόγηση, ασάφεια για τα ονόματα των συγγραφέων τους, για τα θέματά τους. Ακριβείς μάλλον είναι μόνο οι πληροφορίες των Αλεξανδρινών Γραμματικών για αριθμό βιβλίων και στίχων σε κάποια απ’ αυτά.

 

Μυθολογικοί κύκλοι*

 


Κύκλος θεών: Θεογονία, Τιτανομαχία.

Θηβαϊκός κύκλος: Οιδιπόδεια, Θηβαίδα, Επίγονοι, Οιχαλίας Άλωσις. (Υλικό εκτός από την ποίηση χρησιμοποιήθηκε και σε Καταλόγους και Γενεαλογίες)

Τρωικός κύκλος: Κύπρια (τα πριν από την Ιλιάδα), Αιθιοπίς (συνέχεια Ιλιάδας), Μικρά Ιλιάς (γεγονότα από το θάνατο του Έκτορα μέχρι την άλωση της Τροίας), Ιλίου Πέρσις (Άλωση Τροίας), ενδεχομένως κάποια τμήματα της Οδύσσειας ήταν αυτόνομα ποιήματα (Τηλεμάχεια, Πηνελόπεια, Νέκυια), Νόστοι (επιστροφή ηρώων Τρωικού πολέμου), Τηλεγόνεια ή Τηλεγονία (συνέχεια της Οδύσσειας). Στα Κύκλια έπη υπήρχαν άφθονα στοιχεία αφηγηματικού ενδιαφέροντος, δεν υπήρχε το αυστηρό ύφος της Ιλιάδας, δεν ήταν του επιπέδου ομηρικών επών ή αττικών δραμάτων.

 

Τα Κύκλια έπη

 


 

Ο Αχιλλέας δένει το τραύμα του Πάτροκλου. Αττικό αγγείο.

Κύπρια Έπη. Αποτελούνται από 11 βιβλία, που αποδίδονται στον Κύπριο ποιητή Στασίνο. Η υπόθεσή τους αναφέρεται στα προ του Τρωικού πολέμου (γάμος του Πηλέα και της Θέτιδας, κρίση του Πάρη, απαγωγή της Ελένης, απόβαση στη Μυσία, συγκέντρωση στην Αυλίδα) και στα πρώτα επεισόδια του πολέμου, μέχρι την διαμάχη Αγαμέμνονα – Αχιλλέα.

Αιθιοπίς ή Αμαζόνια (5 ραψωδίες, 5 βιβλία). Θεωρείται προγενέστερο και πρότυπο της Ιλιάδας. Την πρώτη ονομασία του πήρε το έργο από τον Αιθίοπα Μέμνονα, που πολέμησε στο πλευρό των Τρώων. Αποδίδεται στον Όμηρο ή τον Αρκτίνο. Αρχίζει με την άφιξη και τις περιπέτειες της βασίλισσας των Αμαζόνων Πενθεσίλειας, που θανατώθηκε από τον Αχιλλέα, τον ερχομό των Αιθιόπων και τον θάνατο του Μέμνονα. Συνεχίζει την Ιλιάδα και περιγράφει όσα συνέβησαν μετά τον θάνατο του Έκτορα, μέχρι τον θάνατο του Αχιλλέα. Περιλαμβάνει ακόμη την απομάκρυνση από το πεδίο της μάχης του νεκρού Αχιλλέα από τον Αίαντα τον Τελαμώνιο και την διεκδίκηση των όπλων του από τον Αίαντα και τον Οδυσσέα.**

Μικρά Ιλιάς (4 βιβλία). Αποδίδεται σε διάφορους ποιητές αλλά και στον Όμηρο. Είναι ουσιαστικά συνέχεια της Αιθιοπίδας. Περιγράφει την εκδήλωση της μανίας του Αίαντα του Τελαμώνιου όταν του στέρησαν τα όπλα του Αχιλλέα και την αυτοκτονία του. Περιλαμβάνει ακόμη την προσέλευση του Φιλοκτήτη και του Νεοπτόλεμου και την αρπαγή του Παλλαδίου. Τελειώνει με την επινόηση και κατασκευή του Δούρειου ίππου και την είσοδο του στην Τροία.

 

Η Ιφιγένεια οδηγείται στην Αυλίδα για να θυσιαστεί. Ψηφιδωτό στην Πομπηία.

Ιλίου Πέρσις (2 βιβλία). Ποιητής του έργου φέρεται ο Αρκτίνος ή ο Λέσχης ο Μυτιληναίος. Περιγράφει τα τελευταία γεγονότα της Ιλιάδας , αρχίζοντας από τον Δούρειο ίππο. Συνεχίζει με τις προειδοποιήσεις του Λαοκόοντα και τελειώνει με την περιγραφή της αλώσεως της Τροίας και την πριν από αυτήν αναχώρηση του Αινεία, σε αντίθεση με τον Βιργίλιο.

Νόστοι (5 βιβλία). Αναφέρονται στην επάνοδο των Αχαιών στις πατρίδες τους εκτός του Οδυσσέα, και τις περιπέτειες που αντιμετώπισαν. Περιγράφουν την δολοφονία του Αγαμέμνονα στις Μυκήνες από τον Αίγισθο και την Κλυται­μνήστρα, και την εκδίκηση του Ορέστη. Στη ενότητα αυτή ανήκει και η Οδύσσεια.

Τηλεγόνεια (2 βιβλία). Έργο του Κυρηναίου ποιητή Ευγάμμονα (περ. 586 π.Χ). Θεωρείται μέρος της Οδύσσειας. Περιγράφει τις περιπλανήσεις του Οδυσσέα και όσα επακολούθησαν μετά την μνηστηροφονία. Τελειώνει με τον θάνατο του Οδυσσέα και την μοίρα των απογόνων του .

  

Υποσημειώσεις

 


* Μεταξύ των επών που ανήκαν σε άλλους κύκλους αναφέρονται η Οιδιπόδεια, η Θηβαΐδα και οι Επίγονοι από το θηβαϊκό κύκλο, ενώ μία Τιτανομαχία και μία συρραφή ιστοριών με τίτλο Κορινθιακά αποδίδονται στον Εύμηλο τον Κορίνθιο, ο οποίος υπολογίζεται πως έζησε προς το τέλος του 8ου αιώνα π.Χ. Ένας διαφορετικός κύκλος ήταν αφιερωμένος στα κατορθώματα του Ηρακλή. Το παλιότερο έπος αυτού του κύκλου θεωρείται η Άλωση της Οιχαλίας, που κατά καιρούς αποδόθηκε στον Όμηρο ή τον Κρεώφυλο. Έπη για τον Ηρακλή συνέθεσαν επίσης ο Πείσανδρος ο Ρόδιος και ο Πανύασσης ο Αλικαρνασσέας (αρχές 5ου αιώνα π.Χ.). Τέλος στον Όμηρο αποδιδόταν κατά την αρχαιότητα και ένα έπος- παρωδία, ο Μαργίτης, το οποίο συντάχθηκε προφανώς τον 7ο ή τον 6ο αιώνα π.Χ. Όσο για τη δημοφιλή – κατά το Μεσαίωνα και την Αναγέννηση – παρωδία της Ιλιάδας με τίτλο Βατραχομυομαχία, το πιθανότερο είναι πως ανήκει στην ελληνιστική εποχή.

** Κατά κανόνα, στα μετά- ομηρικά έπη ο Οδυσσέας παρουσιάζεται ως ένας δολοπλόκος χαρακτήρας που δεν έχει αρετές και ηθικούς φραγμούς. Στο έργο «Κύπρια έπη» αναφέρεται ότι παρίστανε τον τρελό, οργώνοντας και σπέρνοντας τα χωράφια του με αλάτι αντί για σπόρους, με σκοπό να μη λάβει μέρος στην εκστρατεία. Όταν μάλιστα ο Παλαμήδης αποκάλυψε την αλήθεια αναγκάζοντάς τον να εκστρατεύσει, ο Οδυσσέας τον σκότωσε με την βοήθεια του Διομήδη. Στη «Μικρή Ιλιάδα» πάλι, ο Οδυσσέας προσπαθεί χωρίς αποτέλεσμα να δολοφονήσει τον Διομήδη για να οικειοποιηθεί τη δόξα από την κλοπή του παλλαδίου, ενώ αργότερα σκοτώνει και τον μικρό γιο του Έκτορα, Αστυάνακτα. Λέγεται ακόμη ότι ο Οδυσσέας ήταν αυτός που σχεδίασε τον ερχομό της Ιφιγένειας, με το πρόσχημα ότι θα παντρευτεί τον Αχιλλέα, για να θυσιαστεί επειδή δεν είχαν ούριο άνεμο.

 

Πηγές

 


  • Lesky A., «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας», μτφ. Αγαπητού Γ. Τσοπανάκη, Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1981.
  • ΕΛΠ 21, Γράμματα Ι, «Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία», Ακ. Έτος: 2008-9.
  • Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003.

Read Full Post »

Ναύπλιος ο Νεώτερος 


 

Ναύπλιος ο Νεώτερος

Απόγονος του πρώτου βασιλιά Ναυπλίου, μετά από πέντε γενιές είναι ο νεώτερος Ναύπλιος, γιος του Κλυτόνηου, ξακουστός ήρωας και θαλασσοπόρος κι αυτός, με άφθαστη ανδρεία και θεϊκό παράστημα όπως τον θέλει ο Ορφέας. Αντάξιος του προγόνου του, γιου των κυμάτων, κληρονόμησε όχι μόνο το όνομα αλλά και το χάρισμα της ναυτικής τέχνης.

Εκτός από δεινός θαλασσοπόρος, ήταν ευφυέστατος και κάτοχος αστρονομικών γνώσεων. Λέγεται ότι αυτός είχε ανακαλύψει τον αστερισμό της μιας από τις δύο Άρκτους, πολύτιμο βοηθό για να προσανατολίζεται όταν ταξίδευε στις άγνωστες μακρινές θάλασσες. Στην εποχή του έγινε η Αργοναυτική εκστρατεία, στην οποία πήραν μέρος οι πιο ονομαστοί ήρωες της εποχής, παιδιά θεών και ημιθέων οι περισσότεροι, για το χρυσόμαλλο δέρας, με το οποίο υποκαθιστούσαν τα πλούτη της μακρινής χώρας του Αιήτη.

Ο αρχηγός της εκστρατείας Ιάσων, έστειλε κήρυκες, που ξεκινώντας από την χώρα των Μινυών γυρνούσαν σ’ όλη την Ελλάδα, καλώντας να πάρουν μέρος σ’ αυτή τη ναυτική εποποιία, αλλά και πρώτη ναυτική εξερευνητική αποστολή με πανελλήνιο χαρακτήρα, που επιχειρούσε προς τη μακρινή Κολχίδα. Ακολουθώντας τους κήρυκες η Ήρα, άναβε πόθο γλυκό στις καρδιές των ηρώων, παρακινώντας τους όπως γράφει ο Πίνδαρος, «κανένας να μην μείνει έξω από την Αργώ».

Οι μελλοντικοί βασιλιάδες και οι πιο ονομαστοί ήρωες της εποχής ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα, και στο λιμάνι της Ιωλκού συγκεντρώθηκαν γύρω από τον Ιάσονα οι τολμηρότεροι άντρες. Ανάμεσα τους ο Ηρακλής, ο Θησεύς, ο Άργος κατασκευαστής της «Αργώς», οι Διόσκουροι Κάστωρ και Πολυδεύκης, η Αταλάντη, και οι πατέρες των ηρώων του Τρωικού πολέμου:

Ο Πηλεύς πατέρας του Αχιλλέα, ο Τελαμών πατέρας του Αίαντα, ο Λαέρτης του Οδυσσέα, ο Οϊλεύς πατέρας του Αίαντα του Λοκρού, ο Δευκαλίων πατέρας του Ιδομενέως, ο περίφημος θεραπευτής Ασκληπιός, πατέρας των γιατρών Μαχάονα και Ποδαλείριου.

Μαζί τους και όσοι θα πρόσφεραν την πείρα και τις γνώσεις τους γι’ αυτό το μακρινό ταξίδι όπως είχε συμβουλέψει τον Ιάσονα ο κένταυρος Χείρων: μάντεις, πηδαλιούχοι, ο αστρονόμος Αγκαίος, ο κυβερνήτης της Αργούς Τίφυς, ακόμη και ο ασθενικός αλλά θρυλικός δάσκαλος και μουσικός Ορφέας, που με το γλυκόλαλο ήχο της φόρμιγγάς του και με τα τραγούδια του, γλύκαινε τις καρδιές των συντρόφων του στο ατέλειωτο μακρινό ταξίδι, μάγευε τα στοιχεία της φύσης, ημέρευε τα κύματα και τ’ άγρια βράχια.

Από το πρώτο αυτό πανελλήνιο προσκλητήριο των προϊστορικών Ελλήνων δεν θα μπορούσε να λείψει και ο βασιλιάς Ναύπλιος, πατέρας του Παλαμήδη και του Οίακα, από τους κορυφαίους ναυτικούς της εποχής του, απόγονος του πρώτου Ναυπλίου, γιου του Ποσειδώνα όπως γράφει ο Απολλώνιος Ρόδιος:

 

«Πήγε ακόμα και ο απόγονος του θεϊκού Δαναού,

ο Ναύπλιος ήτανε γιος του Κλητόνηου, του γιου του Νάβολου,

κι επίσης ο Νάβολος γιος του Λέρνου.

Ξέρουμε για τον Λέρνο πως ήταν γιος του Προίτου,

γιου του Ναύπλιου, τον οποίο η Δαναΐδα

Αμυμώνη τον γέννησε με τον Ποσειδώνα, κι ήταν πρώτος στα ναυτικά».[1]

 

Όμοια εκθειάζει τον Ναύπλιο και ο Ορφεύς στα «Αργοναυτικά» του:

 

«Κι ήρθε κι ο αγαπημένος γιος της Αμυμώνης Ναύπλιος,[2]

που γέννησε πλαγιάζοντας με τον σείστη Ποσειδώνα,

άνθρωπο στην αντρειά λαμπρό, στο σώμα θεός ίδιος».[3] 

 

Στο λιμάνι των Παγασών, ο Άργος, γιος του Αργείου βασιλιά Αρέστορα, ναυπήγησε με την καθοδήγηση της Αθηνάς και της Ήρας την Αργώ, «το πιο ταχύπλοο και καλατάξιδο, από όσα πλοία με κουπιά δοκίμαζαν στην θάλασσα», όπως γράφει ο Απολλώνιος, (Α,110).

Το όνομά της σημαίνει λευκό, λαμπερό και γρήγορο. Ήταν τόσο ελαφρύ το σκαρί της, που μπορούσαν οι Αργοναύτες να το μεταφέρουν στους ώμους τους. Το ξύλο από την ιερή δρυ της Δωδώνης που είχε στο πρωραίο μέρος της, την είχε προικίσει με υπερφυσικές ιδιότητες. Όποτε οι Αργοναύτες επρόκειτο να συναντήσουν κάποια από τις αμέτρητες παγίδες που έκρυβαν οι άγνωστες θάλασσες, η Αργώ είχε το προφητικό χάρισμα να τους προειδοποιεί με ανθρώπινη φωνή.

Κατά την Αργεία παράδοση, στην εκστρατεία αυτή, ο Ναύπλιος ήταν κυβερνήτης πλοίου. Την Αργώ κυβερνούσε ο Τίφυς, και μετά τον θάνατο του στην χώρα των Μαριανδυνών ο Αγκαίος. Θα πρέπει επομένως στην Αργοναυτική εκστρατεία μια επιχείρηση που προετοιμάστηκε και οργανώθηκε συστηματικά, να πήραν μέρος περισσότερα του ενός πλοία.

Αυτήν την αντίληψη που υπήρχε στην αρχαιότητα, μας την βεβαιώνουν ο Απολλόδωρος και ο Στράβων, ο οποίος αναφέρει ότι ο Ιάσων εξεστράτευσε από την Κολχίδα προς την Αρμενία και Μηδία, αφού άφησε τα πλοία :

 

«… καθάπερ τον Ιάσονα όνπερ καί μέχρι της Αρμενίας καί της Μηδίας

έκ των Κόλχων στρατεύσαντα, άφέντα τάς ναύς»[4]

 

Επίσης ο Αθ. Σταγειρίτης γράφει σχετικά:

 

«Διά τούτο οί Έλληνες θέλοντες νά καταστήσωσιν αποικίας εκεί,

έπεμψαν στόλον πολλών πλοίων.

Αργώ δέ ωνομάζετο ή ναυαρχίς, καί από της

ναυαρχίδος ωνόμασαν οί ποιηταί όλον τό στόλον.

Το δέ σχήμα της Αργούς ήτο εις επίμηκες όθεν ονομάσθη μακρά ναύς.

Και πρώτη μακρά ναύς αύτη εφάνη τήν Ελλάδα».[5]

 

Όταν επέστρεψε από την εκστρατεία ο Ναύπλιος συνδέθηκε με τον βασιλικό οίκο της Κρήτης, παίρνοντας για σύζυγό του την Κλυμένη,[6] κόρη του βασιλιά Κατρέως και εγγονή του Μίνωος. Την αδελφή της Αερόπη είχε νυμφευθεί ο Ατρεύς, βασιλιάς του Άργους, και πατέρας του Αγαμέμνονα και του Μενελάου.

Από την Κλυμένη ο Ναύπλιος απέκτησε παιδιά τον Παλαμήδη, τον Οίακα και τον Ναυσιμέδονα. Ο Φερεκύδης αναφέρει και τέταρτο γιο τον Δαμάστορα.  

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

 

Υποσημειώσεις


 [1] Αργοναυτικά, Α,133, μετ. Φιλολογική ομάδα Κάκτου:

«Τω δ’ έπι δή θειοίο κίεν Δαναοίο γενέθλη, Ναύπλιος˙ ή γάρ έην Κλητονήου Ναυαλίδαο,

Ναύολος αύ Λέρνου, Λέρνον γε μέν ίδμεν εόντα Προίτου Ναυπλιάδαο, Ποσειδάωνι δέ κούρη

πρίν πότ’  Άμυμώνη Δαναΐς τέκεν ευνηθείσα Ναύπλιον, ός περί πάντας εκαίνυτο ναυτιλίησιν».

 [2] Ο Ορφεύς αναφέρεται στον πρώτο Ναύπλιο, ενώ στην Αργοναυτική εκστρατεία πήρε μέρος ο δεύτερος.

[3] Στιχ. 203-205, μετ. Πάικου Νικολαϊδη, εκδ. Φύλλα, Αθ. 1995

[4] Γεωγραφικά, Α’, c 48

[5] Ωγυγία, Βίβλος Θ’ σελ. 143

[6] Άλλες παραδόσεις αναφέρουν ως σύζυγό του την Φιλύρα ή την Ησιόνη, αλλά ο συσχετισμός τους, με τον Ναύπλιο και τον Παλαμήδη οφείλεται μάλλον σε παρερμηνεία των νεώτερων ιστορικών και δεν ευσταθούν.

 

Read Full Post »

Αγαμέμνων


 

Philippe Chery, "Costume for Agamemnon" (1802).

Βασιλιάς των Μυκηνών, γιος του Ατρέα και αδελφός του Μενέλαου βασιλιά της Σπάρτης. Ήταν ο αρχιστράτηγος και πρωτοβασιλιάς των Ελλήνων στον τρωικό πόλεμο, τους οποίους ο ίδιος είχε προσκαλέσει προσωπικά, και συμμετείχε με 100 πλοία στην εκστρατεία, δίδοντας ταυτόχρονα άλλα εξήντα στους ορεσίβιους Αρκάδες (Ομ. Β΄ 576 και 610-614). Το όνομα Αγαμέμνων (από το επίρρ. άγαν και το ρ. μένω = επιμένω) φανερώνει άνδρα πολύ επίμονο και πείσμονα. Αυτό φάνηκε, όταν ο Αγαμέμνων θέλησε ν’ αρπάξει από τον Αχιλλέα τη Βρισηίδα,  προκαλώντας την οργή του δευτέρου.

Κατά το τελευταίο έτος του δεκαετούς τρωικού πολέμου, η αιχμαλωσία της Χρυσηίδος, κόρης του Χρύση, που ήταν ιερέας του Απόλλωνα, προκάλεσε λοιμό στο ελληνικό στράτευμα. Ο Αγαμέμνων αναγκάστηκε να επιστρέψει την κόρη, αλλά για να μη μείνει ο ίδιος χωρίς «γέρας», αποσπά από τον Αχιλλέα το βραβείο του, τη Βρισηίδα. Το πείσμα του αρχιστρατήγου προκάλεσε την οργή του θεϊκού Αχιλλέα και την αποχή του από τον πόλεμο (Όμ. Α΄).

Eurybates and Talthybios Lead Briseis to Agamemmon, Giovanni Baptista (Giambattista) Tiepolo, 1757.

Μετά την άλωση και την καταστροφή της Τροίας, ο Αγαμέμνων αιχμαλωτίζει τη μάντισσα Κασσάνδρα, κόρη του Πριάμου και της Εκάβης. Επανερχόμενος στην πατρίδα, δολοφονείται από τη σύζυγό του Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της Αίγισθο. Την ίδια τύχη είχε και η Κασσάνδρα.

Στην τραγωδία Αγαμέμνων του Αισχύλου (458 π.Χ.) η Κλυταιμνήστρα προσπαθεί να δικαιολογηθεί για το αποτρόπαιο έγκλημά της, υποστηρίζοντας ότι εκδικήθηκε τον άνδρα της για τη θυσία της κόρης της Ιφιγένειας και διότι η Κασσάνδρα ήταν ερωμένη του. Ο Αίγισθος, επίσης, υποστηρίζει ότι τον εκδικήθηκε, διότι ο πατέρας του Ατρεύς είχε καλέσει τον Θυέστη, τον δικό του πατέρα προσφέροντάς του σε δείπνο τα ίδια του τα παιδιά (Επεισ. Δ΄. Για τα Θυέστεια δείπνα ).

Η Κλυταιμνήστρα διστάζει πριν σκοτώσει τον Αγαμέμνονα, έργο του Pierre-Narcisse Guérin, 1817.

Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι ο αιματοβαμμένος μύθος των Ατρειδών είναι μεταγενέστερος και ότι οι τρεις μεγάλοι τραγικοί, οι οποίοι εμπνέονται από αυτόν το περιεχόμενο πολλών τραγωδιών τους, τον διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό. Μελετώντας τις πηγές, μπορούμε να παρακολουθήσουμε την εξελικτική του πορεία. Έτσι, ο Όμηρος δε γνωρίζει ότι ο Ορέστης έγινε μητροκτόνος, αν και στο πρώτο συνέδριο των θεών (Οδ. α΄ 32-44) μέμφεται τον Αίγισθο για τη δολοφονία του Αγαμέμνονα. Στον Όμηρο δεν συναντάμε τα ονόματα της Ιφιγένειας και της Ηλέκτρας, αλλά της Χρυσόθεμης, της Λαοδίκης και της Ιφιάνασσας και το όνομα φυσικά του μοναχογιού Ορέστη.

  

Πηγή


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »