Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Μυθολογία’ Category

Ορέστης


Ο Ορέστης σκοτώνει τον Αίγισθο, ερυθρόμορφη πελίκη, 500 π.Χ., Βιένη Ιστορικό Μουσείο.

 

Μυθικό πρόσωπο, γιος του Αγαμέμνονα και της Κληταιμνήστρας, από τα πιο τραγικά πρόσωπα της μυθολογίας μας. Μετά τη δολοφονία του Αγαμέμνονα από την Κλυταιμνήστρα και τον Αίγισθο, η Ηλέκτρα φυγάδευσε τον Ορέστη στη Φωκίδα κοντά στο βασιλιά Στρόφιο, που είχε παντρευτεί την αδελφή του Αγαμέμνονα Αναξιβία. Όταν ενηλικιώθηκε, πήρε εντολή απ’ το μαντείο των Δελφών να εκδικηθεί το θάνατο του πατέρα του, έτσι ήρθε  στο Άργος με το φίλο και ξάδελφό του Πυλάδη, και εκδικήθηκε το θάνατο του πατέρα του σκοτώνοντας την Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της.

Από τότε αρχίζουν τα βάσανά του. Ο μητροκτόνος, κυνηγημένος από τις Ερινύες καταφεύγει και πάλι στους Δελφούς κι ο Απόλλων τον προστάζει να πάει στην Αθήνα και να δικαστεί. Στον Άρειο Πάγο αθωώθηκε. Ορισμένες Ερινύες, δυσαρεστημένες από την απόφαση, εξακολούθησαν να τον κυνηγούν. Καταφεύγει για τρίτη φορά στο μαντείο και ο Απόλλων τούτη τη φορά τον προστάζει να μεταφέρει το ξόανο της  Άρτεμης από την Ταυρίδα (Κριμαία) στην Αττική.

Εκεί, στο ναό της Άρτεμης, συνάντησε την αδελφή του Ιφιγένεια, που ήταν ιέρεια, και την ελευθέρωσε, παίρνοντας και το ξόανο της θεάς, το οποίο έφερε στην Αθήνα, καθιερώνοντας έτσι τη λατρεία της στην Αττική γη. («Ιφιγένεια η εν Ταύροις» του Ευριπίδη).

Στη συνέχεια παντρεύτηκε την κόρη του θείου του Μενελάου, την Ερμιόνη, και απέκτησε από αυτή τον Τισαμενό.

Orestes slaying Aegisthus and Clytemnestra, Bernardino Mei, 1654.

Όταν πέθανε ο Μενέλαος, οι Σπαρτιάτες προσκάλεσαν τον Ορέστη για βασιλιά τους προτιμώντας τον ως εγγονό του Τυνδάρεω από τον Νικόστρατο και τον Μεγα­πενθη πού είχε κάνει ο Μενέλαος με μια σκλάβα. Αφού ο Ορέστης προσάρτησε μεγάλο μέρος της Αρκαδίας στο Βασίλειο του  των Μυκηνών με τη βοήθεια των δυνάμεων πού είχαν εξοπλιστεί από τούς σύμμαχους Φωκείς, έγινε βασιλι­άς του Άργους, επειδή ο βασιλιάς Κυλαβάρης, εγγονός του Καπανέα, πεθαίνοντας δεν είχε αφήσει διάδοχο. Ο Ορέστης κατέκτησε και την Αχαΐα, άλλα τελικά, ακολουθώντας τις προσταγές του μαντείου των Δελφών, από τις Μυκήνες μετανάστευσε στην Αρκαδία, όπου και πέθανε σε ηλικία εβδομήντα χρόνων από δάγκωμα φιδιού. Ο Ορέστης θάφτηκε στην Τεγέα αλλά ύστερα από χρησμό οι Λακεδαιμόνιοι μετέφεραν τα οστά του στη Σπάρτη. 

Ο Παυσανίας αναφέρει ότι στην αγορά της Σπάρτης υπήρχε τάφος του Ορέστη (Παυσ. ΙΙΙ, 11, 10).

Ο Ορέστης στάθηκε πηγή έμπνευσης, ιδίως για τους τραγικούς. Η μοναδική τριλογία που μας σώθηκε, η «Ορέστεια» του Αισχύλου, αναφέρεται στην τραγική μοίρα και στις περιπέτειες του Ορέστη.

  

Ορέστης – Ευριπίδης 408 π.Χ.


Μετά το φόνο της Κλυταιμνήστρας, ο Ορέστης, εξουθενωμένος από τις κρίσεις μανίας στις οποίες καταδιώκεται από τις Ερινύες, απειλείται με θανατική καταδίκη, τόσο ο ίδιος, όσο και η αδελφή του Ηλέκτρα. Τελευταία τους ελπίδα είναι η άφιξη του Μενέλαου.

Ο Ορέστης ζητά τη βοήθειά του για να μεταστραφεί η γνώμη των Αργείων, αλλά η δειλία του και η στάση του Τυνδάρεω εναντίον του μητροκτόνου εγγονού του οδηγούν σε αδιέξοδο. Φτάνει ο Πυλάδης και αποχωρούν μαζί με τον Ορέστη για τη συνέλευση.

Η Ηλέκτρα πληροφορείται την καταδικαστική απόφαση της συνέλευσης. Μαζί με τον Ορέστη και τον Πυλάδη αποφασίζουν τη δολοφονία της Ελένης για να εκδικηθούν τον Μενέλαο, και τη σύλληψη της κόρης του Ερμιόνης ως ομήρου. Ο Ορέστης και ο Πυλάδης μπαίνουν στο ανάκτορο για να εκτελέσουν το σχέδιο, ενώ η Ηλέκτρα περιμένει την Ερμιόνη. Την ώρα που εκείνη καταφθάνει, ακούγονται οι κραυγές της Ελένης, ενώ εξέρχεται ένας Φρύγας δούλος που, αφηγείται την απόπειρα. Με την άφιξη του Μενελάου, ο Ορέστης και ο Πυλάδης απειλούν να δολοφονήσουν την Ερμιόνη, εάν εκείνος δεν μεταπείσει τους Αργείους. Ο Μενέλαος δηλώνει αδυναμία, οπότε η Ηλέκτρα και ο Πυλάδης προχωρούν στην πυρπόληση του ανακτόρου.

Τη λύση δίνει η εμφάνιση του Απόλλωνα, ο οποίος αναγγέλλει τη σωτηρία της Ελένης, ορίζει την ανάληψη της εξουσίας του ‘Αργους από τον Ορέστη, το γάμο του με την Ερμιόνη, καθώς και της Ηλέκτρας με τον Πυλάδη.

 

Ορέστης, του Γιάννη Ρίτσου


Ο Ορέστης του Γιάννη Ρίτσου αποτελεί ποίημα από την συλλογή του Τέταρτη Διάσταση.  Γραμμένο το 1966, είναι εμπνευσμένο από την αρχαιοελληνική μυθολογία, της οποίας ο Γιάννης Ρίτσος υπήρξε λάτρης και εξαιρετικός μελετητής.

Το έργο αναφέρεται στην επιστροφή του γιου του Αγαμέμνονα στο Άργος, προκειμένου να πάρει εκδίκηση για το φόνο του πατερά του, να σκοτώσει δηλ. την μητέρα του και τον εραστή της.

Ο ποιητής ανατρέπει τον μύθο και παρουσιάζει έναν Ορέστη διαφορετικό από αυτόν των μεγάλων Τραγικών, ολοκληρωτικά αντίθετο με τις απόψεις της αδελφής του Ηλέκτρας που ζει για την εκπλήρωση της τιμωρίας, πάντα όμως με συνοδοιπόρο και συνεργό τον επιστήθιο φίλο του Πυλάδη, διόλου εκδικητικό και εναντίον των δολοφονικών αντιποίνων.

Ο Ορέστης του Γιάννη Ρίτσου δεν πιστεύει καθόλου πως με έναν ακόμη φόνο θα δικαιωθεί και θα ησυχάσει το Άργος.  Πίσω από την αναφορά του ποιητή στην «αρχαία βασιλική οικογένεια» και την τραγική της ιστορία, διαφαίνεται ξεκάθαρα η αγωνία του ανθρώπου που βρίσκεται αντιμέτωπος με το καθήκον που του επιβάλλουν.

Του καθήκοντος που είναι αντίθετο με το συναίσθημα και την προσωπική του θέση, και το οποίο καλείται να εκπληρώσει και να υπηρετήσει.  Η αγωνία, η αγάπη για την πατρίδα του, καθώς και η προσδοκία του για διακοπή των αιματηρών συγκρούσεων μεταξύ αδελφών, είναι διάχυτες στο έργο.

 

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Παυσανίου, «Ελλάδος Περιήγησις / Κορινθιακά – Λακωνικά»,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2004.

Read Full Post »

Ιφιγένεια


Η θυσία της Ιφιγένειας, Απουλικός κρατήρας, 370-350 π.Χ., Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο.

Κόρη του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας. Σύμφωνα με το μύθο, ο ελληνικός στρατός που ήταν συγκεντρωμένος στην Αυλίδα, δεν μπορούσε να αποπλεύσει εναντίον της Τροίας λόγω άπνοιας. Ο λόγος οφειλόταν στην οργή της θεάς Άρτεμης κατά του Αγαμέμνονα, ο οποίος κυνηγώντας στο άλσος της σκότωσε το ιερό της ελάφι.

Ο μάντης Κάλχας, ο οποίος ακολουθούσε τους Έλληνες στην εκστρατεία, προφήτευσε ότι θα έπνεε ούριος άνεμος, εάν θυσιαζόταν η κόρη του αρχιστράτηγου Αγαμέμνονα Ιφιγένεια, για να εξιλεωθεί η οργισμένη θεά. Ο φιλόδοξος Αγαμέμνονας, μπροστά στο φοβερό δίλημμα να ματαιώσει την εκστρατεία για να σώσει την κόρη του, αποφασίζει – ύστερα από τις προτροπές του Μενελάου και του Οδυσσέα – να παραγγείλει στη γυναίκα του Κλυταιμνήστρα να μεταβεί με την κόρη τους στην Αυλίδα, προκειμένου να την παντρέψουν με το πρωτοπαλίκαρο των Ελλήνων Αχιλλέα.

Μάνα* και κόρη, όταν έφτασαν στην Αυλίδα και πληροφορήθηκαν τις πραγματικές προθέσεις του Αγαμέμνονα, τον ικέτευαν να εγκαταλείψει τα φιλόδοξα σχέδιά του και να λυπηθεί την κόρη του. Αλλά μπροστά στη δική του επιμονή, η Ιφιγένεια προσφέρεται να θυσιαστεί για την τιμή της Ελλάδας («Ιφιγένεια η εν Αυλίδι»)**.

Ιφιγένεια. Anselm Feuerbach, Λάδι σε μουσαμά (1862).

Η θεά Άρτεμη τότε παρεμβαίνει κατά θαυμαστό τρόπο. Μ’ ένα σύννεφο άρπαξε τη βασιλοπούλα και τη μετέφερε στη μακρινή χώρα των Ταύρων, αφήνοντας στη θέση της ένα ελάφι («Ιφιγένεια η εν Ταύροις»)***. Στην Ταυρίδα έγινε ιέρεια σε ναό της θεάς, όπου σύμφωνα με τα βαρβαρικά έθιμα γίνονταν ανθρωποθυσίες.

Μετά το τέλος του τρωικού πολέμου, ο Αγαμέμνονας επιστρέφει στις Μυκήνες όπου η Κλυταιμνήστρα παίρνει την εκδίκησή της βάζοντας τον εραστή της τον Αίγισθο να τον σκοτώσει, στη συνέχεια  ακολουθεί  η εκδίκηση  για τον θάνατό του από τον γιο του Ορέστη, ο οποίος με τη σειρά του σκοτώνει τη μητέρα του και τον Αίγισθο, και κυνηγημένος από τις τύψεις (Ερινύες) ως μητροκτόνος καταφεύγει στο μαντείο των Δελφών και ζητά χρησμό. Ο Απόλλωνας, διά στόματος Πυθίας, του δίδει εντολή να μεταβεί στη χώρα των Ταύρων, να αρπάξει το ξόανο της Άρτεμης και να το μεταφέρει στην Αττική.

"H θυσία της Ιφιγένειας", έργο του Giovanni Battista Tiepolo (18ος αιώνας).

Ο Ορέστης υπακούει στην προσταγή του θεού και μεταβαίνει πράγματι στην Ταυρίδα με τον εξάδελφό του Πυλάδη, που του συμπαραστέκεται σαν αδελφικός φίλος και τον συντροφεύει. Εκεί οι δύο νέοι συλλαμβάνονται και οδηγούνται στο ναό για θυσία. Όμως, ο Ορέστης αναγνωρίζει στο πρόσωπο της Ιέρειας την αδελφή του, η οποία κατορθώνει να εξαπατήσει το βασιλιά Θόαντα**** και να αποδράσουν και οι τρεις, συναποκομίζοντας και το ξόανο της θεάς. Η Ιφιγένεια κατέφυγε στον αττικό δήμο της Βραυρώνος και πέθανε ως ιέρεια στο ναό της Βραυρωνίας Αρτέμιδος.

Ο παραπάνω μύθος, ο οποίος αξιοποιήθηκε από τους τραγικούς, προέρχεται από τα κύπρια έπη του Στασίνου***** (8ος αι. π.Χ.).  

Κατά την αρχαϊκή εποχή ο μύθος της Ιφιγένειας είναι ακόμη άγνωστος. Μόνο το δράμα στην Αττική και ιδιαίτερα οι δύο σωζόμενες τραγωδίες του Ευριπίδη (Ιφιγένεια η εν Αυλίδι και Ιφιγένεια η εν Ταύροις) έκαναν πολύ γνωστό τον μύθο και δημιούργησαν καλλιτεχνικά ερεθίσματα, που φτάνουν μέχρι σήμερα. Ποιητές και καλλιτέχνες όλων των εποχών εμπνεύστηκαν από τον μύθο της Ιφιγένειας, ο οποίος διακρίνεται για την έντονη τραγικότητά του. Τραγωδία με τον τίτλο «Ιφιγένεια εν Ταύροις» συνέγραψε και ο Γκαίτε, ένα από τα κλασικότερα έργα του.

 

Υποσημειώσεις


 

Ιφιγένεια ΙΙ. Anselm Feuerbach, Λάδι σε μουσαμά (1871).

* Η Κλυταιμνήστρα 

δεν μπόρεσε ποτέ να του συγχωρήσει το γεγονός ότι θυσίασε το ίδιο τους το παιδί για την εκστρατεία «του» και προέβαλε αυτό το τραγικό γεγονός ως δικαιολογία για το φόνο του άντρα της.

**«Ιφιγένεια η εν Αυλίδι» τραγωδία που έγραψε ο Ευριπίδης με άγνωστο το έτος που διδάχτηκε (παίχτηκε). Το έργο εκτυλίσσεται με βάση το σχετικό μύθο της Ιλιάδας. Η επώνυμη ηρωίδα που βρίσκεται στις Μυκήνες προσκαλείται από τον πατέρα της Βασιλιά Αγαμέμνονα στο στρατόπεδο των Ελλήνων στην Αυλίδα λίγο πριν τον απόπλου για την εκστρατεία της Τροίας με δικαιολογία δήθεν να νυμφευθεί τον Βασιλέα των Μυρμιδόνων Αχιλλέα. Ενώ στη πράξη να θυσιαστεί υπέρ της πατρίδος στη Θεά Άρτεμη. Όταν όμως έφθασε συνοδευόμενη από την μητέρα της και έγινε γνωστός ο αληθής σκοπός της πρόσκλησης η μεν Κλυταιμνήστρα ικετεύει τον Αχιλλέα όπως σώσει την φημισμένη περί αυτού νύφη, η δε κόρη τον πατέρα της να μη προβεί σε τέτοια πράξη. Ο Αχιλλέας υπόσχεται να παρακωλύσει τη θυσία αλλά ο στρατός σε στασίαση απαιτεί την εκτέλεσή της θυσίας. Και ενώ τα πράγματα περιπλέκονται η ευγενική ηρωίδα αποδέχεται την ποθούμενη πράξη αφού εκούσια προσφέρεται εις θυσία για την Πατρίδα.

*** «Ιφιγένεια η εν Ταύροις» του Ευριπίδη. Το έργο εκτυλίσσεται με σκηνικά «εν Ταύροις» της Σκυθίας όπου ο Ορέστης και ο Πυλάδης προσορμίζονται προκειμένου να πάρουν το ξόανο της θεάς Άρτεμης και να το μεταφέρουν στην Αττική. Αλλά οι δύο ήρωες συλλαμβάνονται από βαρβάρους ως σύμφωνα με δικούς τους νόμους ιερόσυλοι καθώς ο βασιλιάς της Ταυρίδας, Θόας, μισούσε τους ξένους και τους Έλληνες. Προτού λοιπόν θανατωθούν ως θυσία προς τη θεά Άρτεμις, οδηγούνται για εξαγνισμό, στο ναό της θεά, από την ιέρεια του ναού. Όμως ιέρεια του Ναού της Θεάς τυγχάνει να είναι η αδελφή του Ορέστη η Ιφιγένεια με την οποία αναγνωρίζονται. Έτσι με τέχνασμα αυτής οι ήρωες και μαζί τους η Ιφιγένεια καταφέρνουν με την βοήθεια της Θεάς Αθηνάς να αποδράσουν αποκομίζοντας και το ιερό ξόανο της Θεάς.

**** Ο Σοφοκλής στην τραγωδία του «Χρύσης» που έχει χαθεί, αναφέρει και ένα περιστατικό που τους συνέβη στην επιστροφή τους. Οι τρεις φυγάδες έφτασαν στην πόλη Σμίνθιο. Εκεί ιερέας του Απόλλωνα ήταν ο Χρύσης, που είχε μαζί του τον εγγονό του από την κόρη του Χρυσηίδα με τον Αγαμέμνονα. Ο εγγονός του Χρύση λεγόταν κι αυτός Χρύσης. Ο νεαρός Χρύσης συνέλαβε τους φυγάδες και ετοιμαζόταν να τους παραδώσει στο βασιλιά της Ταυρίδας που τους καταδίωκε. Ο παππούς του του αποκάλυψε τότε το μυστικό της γέννησής του και ο νεαρός Χρύσης ακολούθησε τα αδέρφια του στις Μυκήνες. Άλλη παραλλαγή αναφέρει την Ιφιγένεια κόρη της Χρυσηίδας και του Αγαμέμνονα ή του Θησέα και της Ελένης ή ότι παντρεύτηκε τον Αχιλλέα.

***** Ο Στασίνος ήταν Κύπριος επικός ποιητής του 8ου αι. π.Χ., δηλαδή σχεδόν σύγχρονος του Ομήρου. Τα κύπρια έπη, που αποδίδονται σ’ αυτόν, αποτελούνταν από έντεκα βιβλία και κάλυπταν τα γεγονότα από την αρπαγή της Ελένης από τον Πάρη μέχρι και τον θυμό του Αχιλλέα (την μήνιν του Αχιλλέως, που είναι η αρχή της Ιλιάδας).

 

Πηγή


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

 

 

Read Full Post »

 

Ήρα


 

 

Η πολιούχος θεά του Άργους, η ιερή βασίλισσα του Ολύμπου, προστάτιδα του γάμου, της οικογενειακής ζωής και των χρηστών ηθών. Πρωτότοκη κόρη του Κρόνου και της Ρέας, σύζυγος του υψίστου των θεών, κατέχει την πρώτη, εξέχουσα θέση ανάμεσα στις θεές του Ολύμπου.

 

 

Δίας και Ήρα, λάδι σε μουσαμά , James Barry (1741–1806)

Γεννήθηκε, όπως ένας μύθος υποστηρίζει, στο Άργος, ενώ άλλες παραδόσεις θεωρούν γενέτειρά της τη Σάμο, την Αρκαδία και την Κόρινθο. Η Ήρα ήταν η ιδανική γυναίκα, ωραία, σεμνή και απόλυτα αφοσιωμένη στον άντρα της. Ουδέποτε σύναψε άλλη ερωτική σχέση, γι’ αυτό απαιτούσε από αυτόν να της είναι πιστός. Οι αναρίθμητες περιπέτειές του όμως την έκαναν ζηλότυπη[1] και οι συζυγικοί καβγάδες τους ήταν συχνότατοι και ιδιαίτερα έντονοι. Σε τέτοιες στιγμές αγανάκτησης η Ήρα γέννησε μόνη της, με την απλή επαφή ενός άνθους, το θεό του πολέμου Άρη.  

Αλλά χωρίς ερωτική συνεύρεση, λένε κάποιοι μύθοι, συνέλαβε και τη θεά της αιώνιας νιότης, την Ήβη– μετά από ένα γεύμα με μαρούλια.[2] Με τον ίδιο τρόπο έφερε στο φως την Ειλείθυια, τη θεά των τοκετών. Βέβαια άλλοι μύθοι αποδίδουν στο Δία και την Ήρα πολλά παιδιά και θεωρούν τον Ήφαιστο καρπό της προγαμιαίας σχέσης τους, ενώ αναφέρουν ότι ο Άρης γεννήθηκε μετά το γάμο, όπως και η Άγγελος που ανήκει στον υποχθόνιο κόσμο.

 

Οι διάφοροι μύθοι, στους οποίους αναφέρεται η Ήρα, δίνουν ως κύρια γνωρίσματα του χαρακτήρα της τον εγωισμό, την αυστηρότητα, τη φιλόνικη διάθεση και τη ζηλοτυπία[3].

 

Η Ήρα λατρευόταν σε όλες τις ελληνικές πόλεις και τις αποικίες της Μεγάλης Ελλάδας. Γιορτές αφιερωμένες στην Ήρα είναι τα Δαίδαλα, τα Καλλιστεία, τα Εκατόμβοια.

 

Ονομαστός ναός αφιερωμένος στην Ήρα ήταν το Ηραίο του Άργους[4], από τα αρχαιότερα ιερά.[5] Αρκετά φημισμένος ήταν και ο ναός της στην Ολυμπία, όπως και στις Μυκήνες, στην Τίρυνθα, στη Σπάρτη και το Ναύπλιο. Την τιμούσαν επίσης και στην Εύβοια όπου, κατά την παράδοση, είχε ανατραφεί, στη Θράκη, στη Σάμο, στη Λέσβο, στην Κνωσό της Κρήτης, καθώς και στη Σικελία, στον Ακράγαντα και τις Συρακούσες. 

 

 

Ηραία


 

Γιορτές προς τιμήν της θεάς Ήρας, που τελούνταν στις πόλεις όπου λατρευόταν η θεά (Άργος, Ήλιδα, Σάμο, Αθήνα, Κόρινθο, Κω, Δελφούς, Αμοργό, Ρώμη και αλλού).

 

Τα πιο ονομαστά Ηραία τελούνταν στο Άργος, όπου γιορτάζονταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα, αφού η θεά λατρευόταν στην πόλη ως πολιούχος. Κατά τη διάρκεια της γιορτής τελούνταν αθλητικοί, μουσικοί και ρητορικοί αγώνες. Κυριότερος θεωρούνταν ο «Χάλκεος», τον οποίο είχαν θεσπίσει – σύμφωνα με την παράδοση – οι αδελφοί Ακρίσιος και Προίτος. Ο νικητής στον αγώνα αυτό έπαιρνε ως έπαθλο χάλκινη ασπίδα και στεφάνι από μυρτιά. Μετά το τέλος των αγώνων ακολουθούσε μεγαλοπρεπής πομπή από το Άργος προς το ναό της θεάς. Προπορευόταν αγέλη εκατό βοδιών, που θα θυσιάζονταν, γι’ αυτό και η γιορτή ονομαζόταν και «εκατόμβαια».

 

Ακολουθούσε η πρώτη ιέρεια της θεάς, η οποία έδινε και το όνομά της στο έτος της θητείας της, ανεβασμένη σε άρμα που το έσερναν λευκά βόδια, ακολουθούσαν οι υπόλοιπες ιέρειες, οι λεγόμενες Ηρεσίδες, και πολύς κόσμος.

 

Η γιορτή γινόταν κάθε τέσσερα χρόνια, στο μέσον του δεύτερου έτους κάθε ολυμπιάδας, και διατηρήθηκε μέχρι τον 3ο αιώνα. μ.Χ., όπως μαρτυρούν αργείτικα νομίσματα με την επιγραφή ΗΡΑΙΑ.

 

 

Το Ηραίον του Άργους


 

 

Της αρχαιολόγου Όλγας Ψυχογυιού.

 

 

Ήρα

Το Ηραίο του Άργους βρίσκεται ανάμεσα στο Άργος και τις Μυκήνες, στις πλαγιές του λόφου που λεγόταν Αετόβουνο ή Εύβοια. Θεωρείται το κέντρο της λατρείας της Ήρας, της θεάς »Αργείας», όπως την ονομάζει ο Όμηρος. Το ιερό ιδρύθηκε στα μισά του 8ου αι. π.Χ. σε μία θέση που δεσπόζει στην αργολική πεδιάδα, αρχικά ως θρησκευτικό κέντρο της περιοχής και από τις αρχές του 7ου αι. π.Χ. ως επίσημο θρησκευτικό κέντρο αποκλειστικά της πόλης του Άργους.  

Η λατρεία ήταν μυστηριακή και είχε ως βασική γιορτή, τα Εκατόμβοια. Πιθανόν να λατρευόταν στην περιοχή μία προϊστορική χθόνια θεά, συνδεμένη με τη φύση, με την οποία ταυτίστηκε αργότερα η Ήρα. Σύμφωνα με την παράδοση κτίστηκε από τον ήρωα Άργο ή το Φορωνέα γιο του ποταμού θεού – Ινάχου. Η περίοδος ακμής του ιερού αν κρίνουμε από την αρχιτεκτονική του εξέλιξη τοποθετείται στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. και κυρίως στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ.


Το ηραίο κτίστηκε σε τρία άνδηρα στην νοτιοδυτική πλαγιά ενός υψώματος στους πρόποδες του όρους Αετόβουνο που ορίζει την ανατολική πλευρά της Αργολικής πεδιάδας. Στην περιοχή του ιερού, που ονομάζεται Πρόσυμνα, εντοπίστηκαν κατάλοιπα οικισμού της νεολιθικής και της Εποχής του Χαλκού καθώς και ένα εκτεταμένο μυκηναϊκό νεκροταφείο με ενδείξεις μεταγενέστερης λατρείας των προγόνων. Η περιοχή αυτή είχε πάντως ιδιαίτερη σημασία για τους Μυκηναίους αφού ένας διαμορφωμένος οδικός άξονας, μήκους 5 χιλ. την συνέδεε με τις Μυκήνες.

Κατά τον 8ο αι. π.Χ. το ψηλότερο άνδηρο ενισχύθηκε με έναν κυκλώπειο αναλημματικό τοίχο. Πιθανόν να υπήρχε αρχικά σ’ αυτό ένας υπαίθριος βωμός ή ένα μικρό οικοδόμημα, ανάλογο μ’ ένα πήλινο ομοίωμα που βρέθηκε εκεί. Στις αρχές του 7ου αι. π.Χ. η επιφάνεια του ανδήρου επεκτάθηκε με εκβραχισμούς και πάνω του οικοδομήθηκε ένας από τους πρώτους περίπτερους δωρικούς ναούς, τόσο σεβαστός που διατήρησε τους αρχαϊκούς ξύλινους κίονες έως την καταστροφή του το 423 π.Χ, πιθανώς από την πυρκαγιά που προκάλεσε η απροσεξία της ιέρειας Χρυσηίδας.

 

Το φημισμένο σ’ όλο τον αρχαίο κόσμο ιερό της Ήρας ήταν αφιερωμένο στη θεά που ευλογεί την αφθονία και προστατεύει στον πόλεμο. Στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. οικοδομήθηκαν στο μεσαίο άνδηρο, όπου πιθανόν να υπήρχε ήδη βωμός, δύο δωρικές στοές κάτω από τον κυκλώπειο αναλημματικό τοίχο με την πρόσοψή τους προς τα νότια, καθώς και ένα κτήριο συμποσίων, το »Δυτικό κτήριο». Μετά από μία περίοδο ύφεσης όπου την οδήγησε ο πόλεμος με την Σπάρτη και η βαριά ήττα της Σηπίας, η πόλη του Άργους γνωρίζει και πάλι την ανάπτυξη στα μέσα του 5ου αι. π.Χ., έχοντας κατακτήσει τις μικρότερες πόλεις της Αργολικής πεδιάδας, την Τίρυνθα και τις Μυκήνες. Το ιερό θα αποκτήσει τότε μνημειακό χαρακτήρα με τη διαμόρφωση της επίσημης εισόδου καθώς και την ανέγερση μίας τρίτης στοάς, δυτικά των αρχαϊκών, και του »ανατολικού κτηρίου», το οποίο θυμίζει το Τελεστήριο της Ελευσίνας. Τα έργα ολοκληρώνονται με την οικοδόμηση στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. ενός νέου δωρικού ναού, έργου του αρχιτέκτονα Ευπόλεμου, που θα αντικαταστήσει τον καταστραμμένο ναό, του οποίου τα κατάλοιπα σώζονται. Αργότερα προσθέτονται στα δυτικά του ιερού ένα ελληνιστικό γυμνάσιο και ρωμαϊκά λουτρά.


Στο ηραίο τελείτο η πιο φημισμένη εορτή αφιερωμένη στην Ήρα, τα Ηραία ή Εκατόμβοια, που άρχιζαν με πομπή από την πόλη του Άργους, γνωστή από το επεισόδιο του Κλέοβι και Βίτωνα. Από τον 6ο αιώνα π.Χ., όπου ο Ηρόδοτος τοποθετεί την απαρχή τους, έως τον 3ο αιώνα π.Χ. όποτε μεταφέρονται στο Άργος, διεξάγονταν επίσης στο ιερό αγώνες που συμπεριλήφτηκαν στην ομάδα των μεγάλων πανελλήνιων, των οποίων οι νικητές ονομάζονται »περιοδονίκαι». Ήταν γνωστοί στη διαχρονική τους εξέλιξη, αρχικά απλά ως »Παρ Ήρας Αργείας» και μετέπειτα ως Εκατόμβοια με έπαθλα, χάλκινα αντικείμενα (υδρίες, λέβητες, τρίποδα, ασπίδες και κρατήρες). Μετά την μεταφορά τους στο Άργος, όπου τελούνταν μαζί με τα Νέμεα, με έπαθλα το στεφάνι μυρτιάς και τη χάλκινη ασπίδα, ονομάζονται: «Ηραία τα εν Αργεί», και αργότερα «Η εξ Άργους ασπίς».


Μάρτυρες της μεγάλης σημασίας του Ηραίου είναι ο βασισμένος στον κατάλογο των ιερατείων υπολογισμός της τοπικής χρονολογίας, μίας από τις γνωστότερες της αρχαιότητας, καθώς και τα πλούσια αναθήματα του Νέρωνα και του Αδριανού. Η ακτινοβολία και η φήμη του επεκτάθηκαν σ’ όλον τον αρχαίο κόσμο και διατηρήθηκαν έως την απαγόρευση της αρχαίας θρησκείας. Κατά τον Βιτρούβιο -Ρωμαίο αρχιτέκτονα (88π.Χ. – 26μ.Χ.)- τον αρχαϊκό δωρικό περίπτερο ναό της Ήρας έκτισε ο Δώρος.

Ανασκαφές διενεργήθηκαν στην περιοχή από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή και από τον Αμερικανό αρχαιολόγο Blegen. Οι ανασκαφές οδήγησαν στην ανακάλυψη του ναού του Απόλλωνα κοντά στην ακρόπολη, του βουλευτηρίου, λουτρών, ενός ηρώου ρωμαϊκής εποχής, ενός νεκροταφείου και του ηραίου που ήταν κέντρο λατρείας της πολιούχου Ήρας.

 

 

 

 

Υποσημειώσεις

 

[1] Η οργή της Ήρας ξεσπούσε κάθε φορά στις ερωμένες του Δία ή στους καρπούς του έρωτά του. Τέτοιες μορφές είναι η μητέρα του Ηρακλή Αλκμήνη και ο ίδιος ο Ηρακλής, η μητέρα του Απόλλωνα και της Άρτεμης Λητώ, η κόρη του Ινάχου Ιώ, η μητέρα του Διόνυσου Σεμέλη και άλλες.

 

[2] Όμηρος Ιλιάς Δ 441· Οβίδιος Ημερολόγιων ν 255′ πρώτος Βα­τικανός μυθογράφος 204.

 

[3] Ένας από τους πιο παλιούς μύθους και πολύ γνωστός είναι αυτός που αναφέρεται στα πρώτα «καλλιστεία», κατά τα οποία ο Πάρης έδωσε το μήλο της Έριδος στην Αφροδίτη. Οι άλλες δυο θεές, η Αθηνά και η Ήρα, χολώθηκαν και έκτοτε αντιμάχονταν τους Τρώες με σφοδρότητα, ευρισκόμενες πάντα στο πλευρό των Ελλήνων. Στην Ιλιάδα η Ήρα προβάλλεται ως δυναμική γυναικεία προσωπικότητα και κατορθώνει με την εξυπνάδα και πονηριά της αλλά και με τον ερωτισμό της να πείθει ή να εξαπατά τον πανίσχυρο Δία. Είναι πάντα νέα, όμορφη και δυναμική. Κάθε χρόνο λουζόταν στην πηγή Κάναθο, κοντά στο Ναύπλιο, και αποκτούσε εκ νέου την παρθενία της, ανανεώνοντας έτσι συμβολικά τον ιερό γάμο με τον Δία.

 

[4] Επίσης, στην πόλη του Άργους υπήρχε ναός της Ανθείας Ήρας (Παυσ. ΙΙ 22, 1) και γινόταν γιορτή την άνοιξη, τα λεγόμενα «Ηροσάνθεια», κατά την οποία τα κορίτσια έφερναν λουλούδια στο ναό και ιερουργούσαν με τη συνοδεία αυλών. Τέλος, υπήρχε και το ιερό της Ακραίας Ήρας (Παυσ. ΙΙ, 24, 1) απέναντι από τον Απόλλωνα Δειραδιώτη, κοντά στην Παναγιά την Πορτοκαλούσα.

 

[5] Μέσα στο σηκό του περίστυλου, δωρικού ρυθμού, νεότερου ναού – αρχιτέκτονας του οποίου αναφέρεται ότι ήταν ο Αργείος Ευπόλεμος – βρισκόταν το περίφημο χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς, έργο του Αργείου γλύπτη Πολύκλειτου.

Η Ήρα απεικονιζόταν καθιστή σε θρόνο, κρατώντας στο χέρι της σκήπτρο. Αργότερα, ο αδελφός του Πολύκλειτου, ο Ναυκύδης, κατασκεύασε χρυσελεφάντινο επίσης άγαλμα της Ήβης, που έστησε πλάι στην Ήρα. Δυστυχώς, ο παντοκαταλύτης χρόνος δεν διέσωσε κανένα μέλος από τα αγάλματα.

 

 

 

Πηγές


  • Αρχαιολογία και Τέχνες, Δρ. Βάλια Ξενίδου, «Η Ήρα: Παρθένος τέλεια και χήρα», τεύχος 68, Σεπτέμβριος 1998.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Larousse, «Θρησκεία – Μυθολογία», τομ. 9, Τα Νέα 2008.
  • Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού, «Ηραίον Άργους», Όλγα Ψυχογυιού, αρχαιολόγος.
  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών », Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, εκδ. Εκ Προοιμίου 2008. 

 

Read Full Post »

Περσέας


Ο Δίας πέφτει σαν χρυσή βροχή στα πόδια της Δανάης.

Μυθικός ήρωας του Άργους, γιος του Δία και της Δανάης, κόρης του Ακρίσιου. Σύμφωνα με το μύθο, κάποιος χρησμός προειδοποιούσε τον Ακρίσιο, που ήταν βασιλιάς στο Άργος, ότι ο εγγονός του θα του άρπαζε το θρόνο σκοτώνοντάς τον. Τότε ο Ακρίσιος αποφάσισε να κλειδώσει την κόρη του σε υπόγειο χάλκινο δωμάτιο, για να εμποδίσει την ένωσή της με κάποιον άνδρα. Αλλά ο Δίας αγάπησε την όμορφη και γλυκιά Δανάη και μπήκε στο σκοτεινό δωμάτιο με τη μορφή χρυσής βροχής. Από την ένωση αυτή γεννήθηκε ο Περσέας. Κατατρομαγμένος ο Ακρίσιος έκλεισε την κόρη του και το μωρό σε κιβωτό και διέταξε τους ναύτες να την πετάξουν στο πέλαγο. Όμως, τα κύματα παρέσυραν την κιβωτό μέχρι τη Σέριφο, όπου μητέρα και γιος βρήκαν σωτηρία· κάποιος ψαράς τους ανέσυρε από τα κύματα και ο βασιλιάς του νησιού Πολυδέκτης τους προσέφερε φιλοξενία.

Ο Πολυδέκτης στη συνέχεια αγάπησε τη Δανάη και θεωρώντας τον Περσέα εμπόδιο στον έρωτά του, του αναθέτει να αποκεφαλίσει τη δαιμονική γοργόνα Μέδουσα.

Περσέας (Μπενβενούτο Τσελίνι)

Σ’ αυτή την επικίνδυνη αποστολή ο νέος είχε συμπαραστάτες τον Ερμή και την Αθηνά. Η Μέδουσα, ένα από τα τέρατα της ελληνικής μυθολογίας, ήταν θνητή κόρη του Φόρκυος και της Κητούς, που μαζί με τις δύο αθάνατες αδελφές της Σθεννώ και Ευρυάλη κατοικούσαν πέρα από τον Ωκεανό, στις εσχατιές της Δύσης.

Με κεφάλι γεμάτο φολίδες φιδιού, τεράστια δόντια, χάλκινα χέρια και χρυσά φτερά η Μέδουσα* απολίθωνε όποιον τολμούσε να την κοιτάξει. Ο Περσέας ακολουθώντας τις συμβουλές του Ερμή συνάντησε πρώτα τις Γραίες, που όπως και οι Γοργόνες ήταν κι αυτές κόρες του Φόρκυος και της Κητούς.

Ο Περσέας παίρνοντάς τους το μοναδικό μάτι και δόντι που είχαν και οι τρεις και μοιράζονταν μεταξύ τους, τις ανάγκασε να του δείξουν το δρόμο για τις Νύμφες, που κατείχαν τα απαραίτητα μαγικά αντικείμενα για να νικήσει τη Μέδουσα: την περικεφαλαία του Άδη, που όποιος τη φορούσε γινόταν αόρατος, τα φτερωτά σανδάλια, ένα ξίφος (τη χαλύβδινη άρπη) κι ένα σακίδιο. Μ’ αυτά τα αντικείμενα έφτασε στον τόπο που ζούσαν οι Γοργόνες και σκότωσε τη Μέδουσα την ώρα που κοιμόταν, αλλά για να μην απολιθωθεί από το βλέμμα της, την κοιτούσε μέσα από την χάλκινη ασπίδα της Αθηνάς.

Ο Περσέας έκοψε με το μαγικό ξίφος το κεφάλι της Μέδουσας, το έριξε στο σακίδιο και αόρατος από τη μαγική περικεφαλαία, εξαφανίστηκε με τα φτερωτά σανδάλια. Οι αδελφές της Μέδουσας δεν μπόρεσαν να τον καταδιώξουν. Από τον κορμό της αποκεφαλισμένης Μέδουσας ξεπήδησαν οι θεϊκοί ίπποι Χρυσάωρ και Πήγασος, καρποί και οι δύο της ένωσης της Μέδουσας με τον Ποσειδώνα, ενώ η θεά Αθηνά περισυνέλεξε το αίμα της που είχε τη δυνατότητα να σώζει ή να καταστρέφει ζωές και το δώρισε στον Εριχθόνιο ή τον Ασκληπιό.

Η Ανδρομέδα με τον Περσέα, σε τοιχογραφία της Πομπηίας.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ο Περσέας πέρασε από την Αιθιοπία, όπου απελευθέρωσε την Ανδρομέδα,** που ο πατέρας της, ο βασιλιάς Κηφέας, μετά από χρησμό του Άμμωνα Δία αναγκάστηκε να δέσει σ’ ένα βράχο, βορά σ’ ένα τέρας που έστειλε ο Ποσειδώνας, αφού η γυναίκα του Κηφέα, η Κασσιόπεια, καυχήθηκε πως ήταν πιο όμορφη από τις Νηρηίδες. Ο Περσέας παντρεύτηκε την Ανδρομέδα, την πήρε μαζί του στην Ελλάδα κι απόκτησαν επτά παιδιά.

Επιστρέφοντας στη Σέριφο και βρίσκοντας τη μητέρα του Δανάη και το σωτήρα τους Δίκτυ ικέτες στο βωμό του Δία για να γλιτώσουν από τον Πολυδέκτη, ο Περσέας απολίθωσε με το κεφάλι της Μέδουσας το διώκτη τους και έχρισε βασιλιά το Δίκτυ.

Όταν επανήλθε στο Άργος με τη μητέρα του, ο παππούς Ακρίσιος κατέφυγε στη Λάρισα, φοβούμενος για τη ζωή του. Ο Περσέας ήθελε να γνωρίσει τον παππού του και τον ακολούθησε με αγαθές προθέσεις. Στη Λάρισα όπου τον συνάντησε, έλαβε μέρος σε νεκρικούς αθλητικούς αγώνες και πετώντας το δίσκο τραυμάτισε άθελά του τον Ακρίσιο σοβαρά, ο οποίος στη συνέχεια πέθαινε. Έτσι ο χρησμός επαληθεύτηκε.

Έθαψε τον παππού του με τιμές αλλά επειδή δεν ήθελε να τον διαδεχθεί στον θρόνο του, έκανε συμφωνία με τον ξάδελφο του Μεγαπένθη, γιο του Προίτου, να ανταλλάξουν τα βασίλεια τους. Έτσι πήρε το βασίλειο της Τύρινθος αντί του Άργους και αργότερα έκτισε τις Μυκήνες.

Όταν ο Περσέας πέθανε, οι θεοί δεν τον έστειλαν στον Άδη, αλλά στα άστρα. Μαζί του καταστέρισαν την Ανδρομέδα και τους γονείς της Κηφέα και Κασσιόπη. Έτσι δημιουργήθηκαν οι αστερισμοί του Περσέα, της Ανδρομέδας, της Κασσιόπης και του Κηφέα, αποτυπώνοντας την ιστορία τους στον ουράνιο θόλο.

Ο μύθος της Δανάης και του Περσέα είναι από τους πιο όμορφους. Γι’ αυτό και οι καλλιτέχνες εμπνέονται απ’ αυτόν, ιδιαίτερα από την ένωση της Δανάης με το Δία και από τον αποκεφαλισμό της Μέδουσας. Ο μεγάλος λυρικός ποιητής και επιγραμματοποιός Σιμωνίδης ο Κείος*** έγραψε ένα τρυφερό και χαριτωμένο ποίημα, όπου φαντάζεται μάνα και γιο να ταξιδεύουν στο πέλαγος κάτω από τη βουή των κυμάτων. Η τραγική μάνα έχει χάσει τις μυθικές της διαστάσεις· είναι η απλή γυναίκα που υπομένει τον πόνο της, η τρυφερή και στοργική μάνα και ανεξίκακη κόρη, που δε μνησικακεί για τη σκληρότητα του πατέρα.

Παραθέτουμε ορισμένους στίχους. (Η Δανάη απευθύνεται στο μωρό της):

 … Γιε μου, καημό που νιώθω! Όμως εσύ κοιμάσαι!

Πα’ στ’ άχαρα σανίδια αυτά η μικρούλα σου καρδιά

γαλήνια υπνώνει. Ξαπλωμένο μου λάμπεις στο βαθύ

σκοτάδι μέσα και στη νυχτιά τη χαλκοκαρφοπλούμιστη.

Περνά του ανέμου ο βόγκος κι η άχνη του κυμάτου

απ’ τα μαλλιά σου απάνω, όμως εσύ, ως πλαγιάζει

σε πορφυρά στρωσίδια το γλυκό σου πρόσωπο,

έγνοια καμιά δεν έχεις…

 (μτφρ. Ι. Θ. Κακριδή)

 

Υποσημειώσεις


 

* Η Μέδουσα στην ελληνική μυθολογία αναφέρεται ως μία από τις τρεις Γοργόνες. Από τις τρεις αδελφές η Μέδουσα ήταν η θνητή. Το άλλο της όνομα ήταν Γοργώ, που σημαίνει άγρια ματιά. Κόρη του Φόρκυ ή Φορκέα και της Κητούς, αδελφή των Γοργόνων Σθενώ και Ευρυάλη, και των Γραιών Δεινώ, Ενυώ και Πεφρηδώ, ήταν στην αρχή Κενταύρισσα. Κατά μια εκδοχή ήταν τόσο όμορφη που ο Ποσειδώνας ήθελε να ενωθεί μαζί της. Μεταμορφωμένος σε άλογο βρέθηκε σε επαφή μαζί της, στον ιερό χώρο της Αθηνάς. Η θεά, εξοργισμένη με το γεγονός, δεν μπορούσε να έρθει σε ρήξη με τον Ποσειδώνα και έτσι ξέσπασε πάνω στην Μέδουσα. Την μεταμόρφωσε σε απεχθές τέρας, που αντί για μαλιά είχε φίδια. Η ασχήμια της ήταν τέτοια, που όποιος την κοιτούσε στο πρόσωπο πέτρωνε. Τελικά τη σκότωσε ο Περσέας, με την βοήθεια της Αθηνάς. Το κεφάλι της, το περίφημο «Γοργόνειο», το παρέλαβε η θεά από τον ήρωα και το επίθεσε στην ασπίδα της, επειδή το κεφάλι της, ακόμη και νεκρό, πέτρωνε όποιον το κοίταζε.

** Η Ανδρομέδα ήταν κόρη του Κηφέα και της Κασσιόπης, βασιλέων του Φοινικικού βασιλείου της Αιθιοπίας. Η Κασσιόπη, θεωρούσε ότι ήταν τόσο όμορφη όσο και οι Νηρηϊδες, γεγονός που προκάλεσε την οργή του Ποσειδώνα, ο οποίος έριξε λιμό στη χώρα και έστειλε ένα θαλάσσιο κτήνος που κατέτρωγε το λαό και τη χώρα. Σύμφωνα με το χρησμό του μαντείου του Άμμωνα η σωτηρία θα ερχόταν μόνο αν ο βασιλιάς παρέδιδε την κόρη του Ανδρομέδα στο κτήνος. Έτσι η Ανδρομέδα βρέθηκε δεμένη στο βράχο, στο έλεος του κτήνους.

*** Σιμωνίδης ο Κείος:  Μεγάλος λυρικός ποιητής της ελληνικής αρχαιότητας (556 – 468 π.Χ.). Γεννήθηκε στη μικρή πόλη Ιουλίδα του νησιού Κέω (σημερινή Τζιά). Το δώρο της ποίησης το κληρονόμησε από τον πατέρα και τον παππού του και το καλλιέργησε από τη νεανική του ηλικία. Γρήγορα η φήμη του έφτασε και στην Αθήνα, όπου τον προσκάλεσε ο Πεισιστρατίδης Ίππαρχος, ο οποίος τον είχε διαρκώς μαζί του και τον τιμούσε πολύ. Μετά το θάνατο εκείνου πήγε στη Θεσσαλία, όπου τον δέχτηκαν με φιλόφρονα αισθήματα οι Σκοπάδες και οι Αλευάδες και τους οποίους εγκωμίαζε με αμοιβή. Επειδή κατά την εισβολή των Περσών οι Θεσσαλοί μήδισαν, ο Σιμωνίδης  επέστρεψε στην Αθήνα και, μετά τη νίκη στο Μαραθώνα, νίκησε σε ποιητικό διαγωνισμό τον Αισχύλο, γράφοντας ελεγεία για τους υπερασπιστές της πατρίδας. Αργότερα ύμνησε τις νίκες των Ελλήνων στο Αρτεμίσιο, στη Σαλαμίνα και στις Πλαταιές. Οι ελεγείες και τα επιγράμματά του αυτά τον έκαναν διάσημο και τον αντάμειψαν με τη φιλία του Θεμιστοκλή, του Αριστείδη και του Παυσανία.

 

       
 
 
   

Πηγές

  


  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Larousse, «Θρησκεία – Μυθολογία», τομ. 9, Τα Νέα 2008.

 

Read Full Post »

Ναύπλιος Ά  και το Αρχαίο Ναύπλιο


 Κατά τη μυθολογία, ο Ναύπλιος ίδρυσε την πόλη της Ναυπλίας κι ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης, κόρης του Δαναού, που ήταν Βασιλιάς του Άργους. Ο Δαμάστορας και ο Προίτος ήταν γιοι του. Ναύπλιος Β’ ή Νεότερος. Ήταν πέμπτος απόγονος του προηγούμενου. Παντρεύτηκε τη Φιλύρα ή την Ησιόνη ή την Κλυμένη και απέκτησε τρεις γιους: τον Παλαμήδη, τον Οίακα, το Ναυσιμέδοντα.

 

Από την ένωση του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης  που την έσωσε, αλλά την έκανε δική του, γεννήθηκε ο ιδρυτής της Ναυπλίας, Ναύπλιος. Μεγαλώνοντας ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα του και έγινε ξακουστός θαλασσοπόρος. Σ’ ένα από τα ταξίδια του, η μοίρα ίσως ή το θέλημα του πατέρα του, τον έφερε στην μητρική του γη, την Αργολίδα.

Πήγε συγκινημένος στη Λέρνη, στον τόπο που πάτησε για τελευταία φορά η μητέρα του, και δροσίστηκε από την πηγή που για χάρη της άνοιξε ο Ποσειδώνας. Εκεί πήρε την απόφαση να σταματήσει τις θαλασσινές περιπλανήσεις, τις περιπέτειες και την αδιάκοπη πάλη με τα κύματα και να ζήσει στον κόσμο της στεριάς.

Έπρεπε όμως να βρει για να στεριώσει, έναν τόπο που να ταιριάζει σ’ έναν γιο του θεού της θάλασσας. Και θα ήταν δώρο θεϊκό, αν τον τόπο που γύρευε τον εύρισκε εκεί στα πατρογονικά του χώματα. Πραγματικά, σαν να τον εισάκουσε ο πατέρας του, εκπλήρωσε τον ενδόμυχο πόθο του.

Οι σύντροφοί του άρχισαν να επιστρέφουν κουβαλώντας τις αναγκαίες για το επόμενο ταξίδι τους προμήθειες. Η Λέρνη,[1] ένας από τους τόπους της πιο πανάρχαιας πορείας των προγόνων μας πάνω στην αργολική γη, δεν ήταν τώρα ο άξενος ερημότοπος, άντρο αγριμιών και σατύρων, όπως τον καιρό της Αμυμώνης. Κάτω από τα ισχυρά Πελασγικά τείχη πού περίζωναν την ακρόπολη, και μέσα σ’ ένα μαγευτικό φυσικό περιβάλλον και άφθονα νερά, πρόβαλλε ένας πλούσιος οικισμός, με εντυπωσιακά για την εποχή κτίσματα και εργαστήρια, λαμπρό απαύγασμα του Αργολικού πολιτισμού.

Το λιμάνι της ήταν ένας εμπορικός σταθμός, όπου αγκυροβολούσαν πλοία από την Αίγυπτο, την Φοινίκη, τα μικρασιατικά παράλια, την νησιώτικη Ελλάδα και άλλα μέρη, για να ανταλλάξουν τις πραμάτειες τους με τα πλούσια αγαθά της Ιναχίας γης και ακόμη για να γνωρίσουν και να πάρουν μαζί τους τα κάθε λογής προϊόντα, που ο πρωτοπόρος αργείος πολιτισμός και οι τεχνίτες του δημιουργούσαν.

   

Το Αρχαίο Ναύπλιο


 

Από το ακρογιάλι της Λέρνης ο Ναύπλιος ρίχνει γύρω το βλέμμα του, γυρεύοντας τον κατάλληλο τόπο που θα γίνει η στεριανή πατρίδα του. Η κοφτερή ματιά του αγναντεύει απέναντι έναν γιγάντιο θαλασσόβραχο, να καθρεφτίζεται στον βαθυγάλαζο αργολικό κόρφο, από όπου πρόβαλε ο γεννήτοράς του Ποσειδώνας, για να συναντήσει την μητέρα του, την πανέμορφη Δαναΐδα Αμυμώνη.

Βλέποντάς τον να ορθώνεται και να δεσπόζει σ’ όλον τον κόλπο από τη μεριά της θάλασσας και να προσφέρει φυσική αρματωσιά από τη στεριά, από την οποία μια στενή λωρίδα θάλασσας το χώριζε ανατολικά, πήρε την απόφασή του.

«Η φυσική του οχύρωση, η πέτρινη θωριά του, που ανάδιναν δύναμη και περηφάνια, το ασφαλές λιμάνι του και ο καρπερός καταπράσινος κάμπος να απλώνεται μέχρι τα πρόποδα σαν βασιλικό χαλί, καλούσαν τον Ναύπλιο να ριζώσει σ’ αυτόν τον αδάμαστο όμορφο τόπο».[2]

Ο Ναύπλιος κάλεσε τους συντρόφους γύρω του και απλώνοντας το χέρι του κατά τον νοτιά, τους έδειξε τον τόπο που θα γινόταν η στεριανή πατρίδα τους. Έπειτα έδωσε εντολή να βάλουν πλώρη για εκεί. Πράγματι, σ’ αυτό το αγέρωχο πετρονήσι, ο θαλασσοπόρος Ναύπλιος και οι σύντροφοί του, απόγονοι της πολυπλάνητης αγαπημένης του Δία Ιούς, μαγεμένοι από την ομορφιά της προγονικής τους γης, αγκυροβόλησαν και έχτισαν πάνω στον βράχο την πόλη που πήρε τ’ όνομά του, βρίσκοντας ασφάλεια για τα πλοία τους στα λιμάνια της και σιγουριά στη φυσική αρματωσιά της στεριάς.

«Κατά την γνώμη μου οι Ναυπλιείς ήταν παλαιότερα Αιγύπτιοι. Όταν ήλθαν μαζί με τον Δαναό με πλοία, εγκαταστάθηκαν μετά τρεις γενιές στη Ναυπλία, από τον γιο της Αμυμώνης Ναύπλιο».[3]

Εκεί ο Ναύπλιος «έκτισε και ώκισε πάρ’ αυτή της βραχώδους χερσονήσου ήν εξελέξατο διά το οχυρόν και ευλίμενον της θέσεως την επώνυμον αυτώ πόλιν Ναυπλίαν».[4]

Έτσι, αντικρυνά του Άργους μια άλλη γειτόνισσα κι αδελφή πολιτεία γεννήθηκε από τα προϊστορικά χρόνια, «το μυρωμένο από θεϊκούς μύθους Ναύπλιον».[5] Αφού έγινε ιδρυτής και πρώτος οικιστής της πόλεως ο Ναύπλιος, της έδωσε το όνομά του και έγινε βασιλιάς της.[6]

Πρώτη του φροντίδα ήταν να χτίσει ιερό αφιερωμένο στον πατέρα του Ποσειδώνα. Έπειτα περιτείχισε την πόλη με ισχυρά κυκλώπεια τείχη, που την έκαναν απόρθητη από στεριά και θάλασσα. Νοσταλγός της παλιάς ναυτικής ζωής του ο Ναύπλιος, και γιος του θεού των κυμάτων, έχτισε το παλάτι του κοντά στο λιμάνι, για να νιώθει δίπλα του τον αχό, την αλμύρα και την απεραντοσύνη της θάλασσας.[7]

Και στην στεριά ο Ναύπλιος απέκτησε φήμη σπουδαίου άνδρα. Οι ιστορικοί και η παράδοση τον αναφέρουν ανάμεσα στους μυθικούς εκείνους βασιλείς στους οποίους απέδιδαν μεγάλα έργα. Είναι ο ιδρυτής της πρώτης ναυτικής Αμφικτυονίας με κέντρο το ιερό του Ποσειδώνα στην Καλαυρία. Στην Αρκαδία είχε διασωθεί γι’ αυτόν μία όμορφη ιστορία:

Ο φίλος του Άλεως, βασιλιάς της Τεγέας, είχε μια κόρη την Αύγη που ήταν ιέρεια στο ναό της Αλέας Αθήνας. Την είχε αφιερώσει ο πατέρας της και την είχε προειδοποιήσει ότι θα την θανάτωνε αν έσμιγε με άνδρα, γιατί είχε πάρει χρησμό ότι οι γιοι του θα έβρισκαν μια ημέρα τον θάνατο από έναν απόγονό της.

Όταν όμως πέρασε από εκεί ο Ηρακλής, ευρισκόμενος σε κατάσταση μέθης, αποπλάνησε την Αύγη και την άφησε έγκυο. Η θεά εξοργισμένη από την ανόσια πράξη, προκάλεσε ακαρπία. Όταν ο Άλεως ανακάλυψε το γεγονός, παρέδωσε την Αύγη στον Ναύπλιο και του ζήτησε να την φέρει στην θάλασσα και να την καταποντίσει. Στο δρόμο η Αύγη έπεσε στα γόνατα και γέννησε τον γιο της. Ο Ναύπλιος, όχι μόνο δεν την θανάτωσε, αλλά την έδωσε στο βασιλιά της Τευθρανίας (Μυσίας) Τεύθραντα, που την έκανε σύζυγό του. Αργότερα οι Τεγεάτες έχτισαν στην Αγορά ναό της Ειλείθυιας (θεάς της γονιμότητας), μέσα στον οποίο τοποθέτησαν ένα άγαλμα που παρίστανε την Αύγη γονατιστή.

Το παιδί της Αύγης και του Ηρακλή που ονομάσθηκε Τήλεφος, (=φως που έρχεται από μακριά), έγινε μετά τον Τεύθραντα βασιλιάς της Μυσίας. Όταν οι Αχαιοί κατά την Τρωική εκστρατεία αποβιβάστηκαν πρώτα στην χώρα του, ήρθαν αντιμέτωποι με τον Τήλεφο, ο οποίος διέλυσε τα στρατεύματά τους.

 

 Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

 

Υποσημειώσεις


[1] Η Λέρνη θεωρείται ως μία από τις κοιτίδες του Νεολιθικού μας πολιτισμού, και σημαντική ναυτική δύναμη της Πρωτοελλαδικής Αργολίδας, με συνεχή κατοίκηση από την 7η χιλιετία (6.800 – 6.500 π.Χ.) Εγκ. Δρανδάκη.

[2] Ντιάνας Αντωνακάτου, Το Ναύπλιον, Αθήναι 1971.

[3] Παυσανίου Δ., 35,2. Βιβλιοθήκη των Ελλήνων. μετ. Α. Γεωργιάδη:

«Ήσαν δε Ναυπλιείς εμοί δοκείν Αιγύπτιοι τα παλαιότερα, παραγενόμενοι δε ομού Δαναώ ναυσίν εις την Αργολίδα ύστερον γενεαίς τρισίν υπό Ναυπλίου του Αμυμώνης, κατωκίσθησαν εν Ναυπλία».

[4] Μιχ. Λαμπρυνίδου, Η ΝΑΥΠΛΙΑ, σελ. 10

[5] Σε παλιά ξένη Εγκυκλοπαίδεια, διαβάζουμε ότι η πόλη κτίσθηκε επάνω στο βραχώδες νησί από αρχαιοτάτων χρόνων, πιθανότατα από ταξιδιώτες που ήλθαν από την θάλασσα:

«Η πεδιάς της Αργολίδος νοτιοδυτικώς κλείεται διά βραχώδους υψώματος, εις ου το βορειδυτικώτερον άκρον υπήρχεν από αρχαιοτάτων χρόνων η πόλις Ναύπλιον ή Ναυπλία κτισθείσα προδήλως υπό μεταναστών εκ θαλάσσης ελθόντων. Βεβαίως το ύψωμα τούτο ήν άλλοτε βραχώδης νήσος προκειμένη της παραλίας, ως είναι και νύν έτι δύο άλλαι μικρότεραι νοτιοανατολικώτερον κείμεναι, ήτις συνηνώθη πρός βορράν και ανατολάς διά προσχώσεως» (Μιχ. Λαμπρυνίδου, «Η Ναυπλία» σελ. 10)

«Η Ναυπλία είναι η μόνη πόλις της αρχαίας Ελλάδος, ήτις εκτίσθη επί βραχώδους και πανταχόθεν της θαλάσσης περιρρεομένου ακρωτηρίου, χωριζομένη από της μεσογαίας δι’ υψηλού και δυσάντους (δυσανάβατου) όρους, του Παλαμηδίου, και μόνον διά στενής παρά τους πρόποδας αυτού λωρίδος συγκοινωνούσα προς την συνεχομένην στερεάν». ( Μιχ. Λαμπρυνίδου «Η εποίκισις της Αργολικής χερσονήσου κατά τους προϊστορικούς χρόνους» σελ. 15-16)

Σε κάποια πανάρχαια εποχή, από μια τοπική γεωλογική μεταβολή, η θάλασσα είχε κατακλύσει όλο το μέρος της σημερινής αργολικής πεδιάδας. Μέσα απ’ αυτήν την λιμνοθάλασσα ξεπρόβαλλαν δύο τρία πετρονήσια του Ναυπλίου, της Τίρυνθος και της κατοπινής ακρόπολης του Άργους, Λάρισας. Με το πέρασμα των αιώνων σχηματίσθηκε από τις προσχώσεις του Ινάχου και των άλλων μικρότερων ποταμών η αργολική πεδιάδα.

Το Ναύπλιον όμως κράτησε την νησιώτική του ιδιότητα. Ώσπου μια κατακόρυφη κατακρήμνιση πετρωμάτων γεφύρωσε το χάσμα ανάμεσα Παλαμήδι – Ναύπλιον και του στέρησε τον νησιώτικο του χαρακτήρα:

«Διά ρήξεως του εδάφους εσχηματίσθη βαθεία χώρα πληρωθείσα διά κροκαλοπαγών πετρωμάτων. Βραδύτερον επελθούσης καταστροφής τούτον, ένεκα κατακορύφου κινήσεως του εδάφους, επετράπη η είσοδος θαλασσίων υδάτων τα οποία περιέλαβον ολόκληρον την πεδιάδα του Άργους. Τα υψώματα της Τίρυνθος, του Ναυπλίου απετελούν νήσους. Βραδύτερον οι ποταμοί εσχημάτισαν την Αργολικήν πεδιάδα χώραν ποταμογενή» (Μιχ. Λαμπρυνίδου Η Ναυπλία σελ. 10)

[6] Οι ονομασίες Ναύπλιος «ταίς ναυσί πλέω» και Ναυπλία, φανερώνουν τους στενούς δεσμούς της πόλης και την αποκλειστική ασχολία «των ταίς ναυσί αεί πλεόντων» κατοίκων της με τη αμφικτυονία της Καλαυρίας (Πόρου), την παράδοση για καταγωγή του πρώτου Ναυπλίου από τον Ποσειδώνα και την προς τιμήν του ανέγερση του πρώτου ναού, και τις ονομασίες Οίαξ και Ναυσιμέδων που έδωσε ο δεύτερος Ναύπλιος στα παιδιά του. (Μιχ. Λαμπρυνίδου), «Η εποίκισις της Αργολικής χερσονήσου κατά τους προϊστορικούς χρόνους», σελ. 28.

[7] Σχόλια εις Ευρ. Ορέστεια: 

«Ναύπλιος γάρ Αργείος ανήρ, ναυτικής εμπειρίας έμπειρος, ήν δ’ ούτος υιός Ποσειδώνος και Αμυμώνης˙ ή ότι εν λιμένι διέτριβεν, εκ τούτου ομώνυμος αυτώ ο λιμήν» ( Μιχ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία σελ. 11).

Read Full Post »

Δαναοί (μυθολογία)


 

Η Λιβύη κόρη του Έπαφου και βασίλισσα της ομώνυμης χώρας, γέννησε με τον Ποσειδώνα δίδυμους γιους τον Αγήνορα και τον Βήλο. Ο Αγήνωρ αναχώρησε για τη Φοινίκη όπου ίδρυσε βασίλειο και έγινε γενάρχης μιας μεγάλης γενιάς. Ο Βήλος πήρε το βασίλειο της Αιγύπτου, παντρεύτηκε την κόρη του Νείλου Αγχινόη και απέκτησε κι αυτός δίδυμους γιους τον Αίγυπτο και τον Δαναό, στον οποίο έδωσε το βασίλειο της Λιβύης, τον δε Αίγυπτο όρισε για διάδοχό του. Από το γάμο τους με πολλές γυναίκες τα δύο αδέλφια απέκτησαν πολλά παιδιά. Πενήντα γιους ο Αίγυπτος, πενήντα κόρες ο Δαναός.

Μετά τον θάνατο του πατέρα τους, τα αδέλφια ήρθαν σε ρήξη, εξαιτίας των επεκτατικών βλέψεων του Αίγυπτου στην πατρική κληρονομιά. Θέλοντας να συμφιλιωθούν, ο Αίγυπτος πρότεινε στον Δαναό να νυμφευθούν οι γιοι του τις πενήντα κόρες του.

Εκτός από τις διαφορές για τα όρια των κρατών τους, ο Δαναός απέρριπτε κατηγορηματικά την πρόταση του αδελφού του να νυμφευθούν οι ανεψιοί του τις πενήντα κόρες του, θεωρώντας τους αιμόμικτους αυτούς γάμους ανόσια πράξη.

Ένας ακόμη λόγος ήταν ότι είχε πάρει χρησμό από έναν Αιγύπτιο μάντη, πως θα θανατωνόταν από έναν γιο του αδελφού του. Για να απαλλαγεί από την ασφυκτική επιμονή του αδελφού του και να γλιτώσει από την εκπλήρωση του θανατηφόρου χρησμού, ο Δαναός αποφάσισε να εγκαταλείψει το βασίλειό του, και να ζητήσει καταφύγιο στην προγονική του κοιτίδα.

Με τις οδηγίες της Αθηνάς ναυπήγησε πρώτος μια πεντηκόντορον (πενηντάκωπο πλοίο) την Δαναΐδα,[1] και παίρνοντας τις κόρες του αναχώρησε με προορισμό το αργολικό λιμάνι: «Δαναός τους Αιγύπτου παίδας δεδοικώς, υποθεμένης Αθηνάς αυτώ ναύν κατεσκεύασε πρώτος και τας θυγατέρας ενθέμενος έφυγε»[2]

Έτσι εκπληρώθηκε μια ακόμη προφητεία που είχε δώσει ο Προμηθεύς στην πρόγονο του Δαναού Ιώ«Πέμπτη μετά από αυτόν (τον Έπαφο) γενιά γυναικεία, με τις πενήντα κόρες πάλι στο Άργος αθέλητά της θα’ ρθη, των ξαδέρφων γάμο συγγενικό για να ξεφύγει˙ κι αυτοί ξεφρενιασμένοι από τον πόθο, σαν τα γεράκια θα ριχτούν ξοπίσω σε περιστέρες, κυνηγώντας γάμους αταίριαστους.»[3]

Στο Άργος βασίλευε ο Γελάνωρ της γενιάς των Ιναχιδών, από τον οποίο ο Δαναός ζήτησε να πάρει την εξουσία, αφού του έκανε γνωστή την καταγωγή του. Ο γέροντας και χωρίς διάδοχο Γελάνωρ έφερε αντιρρήσεις, με την επέμβαση όμως του αργειακού λαού του παρεχώρησε τον θρόνο.

Είχε προηγηθεί μια πάλη μεταξύ λύκου και ταύρου, προστάτη μιας αγέλης βοδιών, που έβοσκε μπροστά στα τείχη (Παυσαν. Κορινθ. 19, 3). Στην πάλη αυτή νικητής αναδείχθηκε ο λύκος. Οι Αργείοι που είχαν συγκεντρωθεί και παρακολουθούσαν, ταύτισαν τον ταύρο με τον Γελάνορα, και έκριναν ότι ο μοναχικός λύκος αντιπροσώπευε τον ξενόφερτο Δαναό.

Αφού έγινε κύριος του Άργους ο Δαναός, έχτισε την ακρόπολη με τεράστιους λαξευτούς ογκόλιθους, που ονομάσθηκε Λάρισα από την κόρη του βασιλιά Πελασγού. Στην κορυφή της έχτισε ναό προς τιμήν του Λαρισαίου Διός, όπου τοποθετήθηκε ξόανο (ξύλινο ομοίωμα) του θεού. Στην πόλη θεμελίωσε ναό προς τιμή του Λυκείου Απόλλωνος, γιατί πίστευε ότι ο θεός αυτός έστειλε τον λύκο εναντίον του κοπαδιού των βοδιών.

Σε λίγο καιρό κατέπλευσε ο Αίγυπτος με τους πενήντα γιους του, και αξίωσε να πραγματοποιηθούν με τη βία οι αιμόμικτοι γάμοι. Ο Δαναός προσποιήθηκε ότι δέχεται. Αφού έγινε κλήρωση για να γνωρίζει ο κάθε νέος ποια νύμφη θα παντρευτεί, ακολούθησαν οι γαμήλιες τελετές. Ο Δαναός παράθεσε και συμπόσιο, όπου για πρώτη φορά εψάλη ο Υμέναιος.

Τη νύχτα όμως του γάμου ο Δαναός, κατατρυχόμενος ακόμη από το φόβο της εκπληρώσεως του χρησμού, έδωσε σε κάθε κόρη του ένα εγχειρίδιο με την εντολή να θανατώσουν τους συζύγους στον ύπνο τους. Οι Δαναΐδες υπάκουσαν και πραγματοποίησαν την πατρική προσταγή.

Δύο όμως από αυτές, δεν μπόρεσαν να υψώσουν δολοφονικό χέρι και να βάψουν το ξίφος με το αίμα των εξαδέλφων – συζύγων τους. Η Ρόδη (ή Βεβρύκη) σύζυγος του Ιππόλυτου και η Υπερμνήστρα που είτε γιατί ο σύζυγος και εξάδελφός της Λυγκεύς την σεβάστηκε είτε γιατί  υπερίσχυσε ο πόθος της μητρότητας κατά τον Αισχύλο, δεν τον θανάτωσε. Από το χέρι του Λυγκέα βρήκε τελικά τον θάνατο ο Δαναός, και έτσι επαληθεύτηκε ο χρησμός του Αιγύπτιου μάντη.

Ο Δαναός όρισε με νόμο, οι Αργείοι από Πελασγοί στο εξής να λέγονται Δαναοί, ονομασία που στα Ομηρικά έπη συμπεριλαμβάνει το σύνολο των Ελλήνων της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας, χαρακτηρίζοντας «ποιητική αδεία» τους Έλληνες ως μίαν ολότητα: «κατ’ Ευριπίδην, Πελασγιώτας δ’ ονομασμένους το πρίν, Δαναούς καλείσθαι νόμον έθηκαν᾽ Ελλάδα».[4]

Οι Δαναΐδες, αφού καθαρίστηκαν από το ανοσιούργημά τους από την Αθηνά και τον Ερμή, ήρθαν σε δεύτερο γάμο με εντόπιους νέους. Ο Δαναός προκήρυξε γαμήλιους αγώνες, τα «Σθένεια». Στον νικητή έδινε για έπαθλο μια κόρη του. Έτσι έκανε γαμβρούς τους άριστους από τους Αργείους νέους, και οι Δαναΐδες έγιναν μητέρες των θηλυσπόρων απογόνων του Δαναού, από τους οποίους προήλθε μια μεγάλη γενιά ένδοξων ηρώων, μεταξύ των οποίων και ο Παλαμήδης. Ένας ακόμη ο Ηρακλής, θα γινόταν ο λυτρωτής του καρτερόθυμου Τιτάνα Προμηθέα, όπως ο ίδιος είχε προαναγγείλει στην Ιώ: «Απ’ τη σπορά της (της Υπερμνήστρας), κάποιος αντρειωμένος άντρας θα γεννηθεί, δεινός τοξότης που απ’ τα πάθη αυτά θα με λυτρώσει»[5]

Η εγκατάσταση του αγλαόθρονου Δαναού και των θυγατέρων του στο Άργος, υπήρξε ευεργετική και συνέβαλε σημαντικά στην περαιτέρω ανάπτυξη του υπάρχοντος εγχώριου πολιτισμού. Θέσπισαν τελειότερους νόμους, στους οποίους υπήγαγαν θέματα του κοινωνικού και θρησκευτικού βίου. Καθιέρωσαν την λατρεία της Αθηνάς και τα θεσμοφόρια. Δίδαξαν την ναυπήγηση νέου τύπου πλοίων, καταλληλότερων για μακρινά ταξίδια. Η αργείτικη γη ξαναζωντάνεψε, με την ανόρυξη φρεάτων και με τα αρδευτικά έργα που δίδαξαν στους Αργείους ο Δαναός και οι κόρες του. Όπως μας πληροφορεί ο Στράβων,

 «έχει όμως και πολλά φρέατα τα οποία οφείλει στην ευτυχή ανακάλυψη των θυγατέρων του Δαναού. Διά τούτου δε αναφέρουν στον στίχο (του Ησιόδου): «το Άργος ήταν στερημένο από νερό, αλλά χάρις στις Δαναΐδες απέκτησε και κατέστη ένυδρο».[6]

Αύξησαν επίσης τον φυτικό πλούτο, με την καλλιέργεια νέων άγνωστων φυτών που μετέφεραν από την προηγούμενη πατρίδα τους. Με τα έργα αυτά αρδεύτηκε η διψασμένη αργολική πεδιάδα και πλουτίσθηκε, ώστε να ονομασθεί για την γονιμότητα και την πολυφορία της ούθαρ αρούρης (μαστάρι της γης) από τον Όμηρο.

Οι Αργείοι, για να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους στον ευεργέτη τους Δαναό, τον ενταφίασαν στο κέντρο της αγοράς, και κόσμησαν τον τάφο του με λαμπρό μνημείο το οποίο ονόμασαν «Πλίνθιον», ενώ στους Δελφούς έστησαν ανδριάντα του μαζί με της Υπερμνήστρας με την επιγραφή:

 «Οι ανδριάντες αυτοί εικονίζουν ήρωες˙ τον ισχυρότερο βασιλιά του Άργους Δαναό και την Υπερμνήστρα, η οποία μόνη από τις αδελφές της είχε τα χέρια αμόλυντα».[7]

Οι Δαναΐδες λατρεύτηκαν σαν νύμφες των πηγών. Παρά τον εξαγνισμό τους όμως, όπως αναφέρει μια μεταγενέστερη παράδοση, στον Άδη καταδικάστηκαν με την αιώνια τιμωρία να γεμίζουν με νερό έναν πίθο χωρίς πυθμένα: «Εις τον των Δαναΐδων πίθον υδροφορείν» έλεγε μια αρχαία παροιμία, για αυτούς που οι προσπάθειες που κατέβαλαν για να πετύχουν κάτι, απέβαιναν μάταιες.

Από τις πενήντα Δαναΐδες ξεχωριστή θέση στην Αργολική Μυθολογία παίρνουν η Υπερμνήστρα και η μητέρα του πρώτου Ναυπλίου Αμυμώνη.

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

  

Υποσημειώσεις


[1] Κατά τον Αθ. Σταγειρίτη η ναυς του Δαναού ονομαζόταν «Αργώ». Ο ίδιος θεωρεί πιθανό από αυτήν την πρώτη Αργώ να πήρε το όνομά της και η μεταγενέστερη της Αργοναυτικής εκστρατείας: «Ωνομάσθη δε ως είρηται από του ναυπηγού Άργου ή από της πόλεως Άργους ή επειδή εναυπηγήθη, ως η ναύς του Δαναού, Αργώ καλουμένη και εκείνηּη επειδή είχε Αργείους ηγεμόνας….»  (Ωγυγία βιβλ. Θ’ σελ. 143)

[2] Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη Β, 12.

[3] Αισχύλου Προμ. Δεσμώτης 864-870, εκδ. Κάκτου, μετ. Τάσου Ρούσσου.

[4] Στράβων Γεωγραφικά. Η,371,9.

[5] Αισχύλου Προμ. Δεσμώτης 882-885, εκδ. Κάκτου, μετ. Τ. Ρούσσου.

[6] Γεωγραφικά, Η, 371, 8, Εκδ. Πάπυρος, μετ. Κ. Αραπόπουλου: «φρεάτων δ’ ευπορείν α ταις Δαναΐσιν ανάπτουσιν ως εκείνων εξευρουσών αφ’ ού και το έπος ειπείν τούτο «Άργος άνυδρον εόν, Δαναοί θέσαν Άργος ένυδρον»

[7] Παυσανίου, 10,10, 2 Εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου: «Ηρώων δε εισίν αι εικόνες, Δαναός μέν ισχύσας των εν Άργει μέγιστον, Υπερμνήστρα δε α τε καθαράς χείρας μόνη των αδελφών».


Read Full Post »

Φορωνίς (έπος μυθολογικό)


  

Προς τιμήν του Φορωνέως γράφτηκε το αρχαιότερο έπος με τίτλο «Φορωνίς», από άγνωστο ποιητή, που χάθηκε. Αυτό το έπος χρησιμοποίησαν ως πηγή τους οι λογογράφοι Ακουσίλαος και Ελλάνικος και από αυτούς οι μεταγενέστεροι, από τους οποίους παίρνουμε μια εικόνα από το περιεχόμενό του.

Ο Αργείος διθυραμβοποιός Ελλάνικος, με πρότυπο αυτό το πρώτο έπος, έγραψε δέκα βιβλία με τίτλο « Φορωνίς» που πραγματεύονταν περί της βασιλείας και των έργων του.

Η « Φορωνίς» ιστορούσε τον κατακλυσμό του Ωγύγου και την ευεργετική βασιλεία των Ιναχιδών, που δεν επεδίωξε πολέμους, αλλά στα χρόνια αυτά που ανέτειλε η αυγή του πολιτισμού, συνέβαλε στην καλλιέργεια των εγχωρίων σπερμάτων του.

Σ’ αυτό ο Φορωνεύς θεωρείται ως φορέας του ανθρώπινου πολιτισμού και αποκαλείται «πατήρ θνητών ανθρώπων και πρώτος άνθρωπος»:

«Υπάρχει δε και αυτή η παράδοσις: Πως ο Φορωνεύς σε τούτη τη χώρα ήταν ο πρώτος κάτοικος και ο Ίναχος δεν ήταν άνθρωπος αλλά ποταμός και πατέρας του Φορωνέα».[1]

Σύμφωνα ακόμη με το έπος αυτό ο Φορωνεύς μετά τον κατακλυσμό, αποφάσισε να συγκεντρώσει σε έναν τόπο τους απογόνους του και μαζί και τους άλλους και να προστατεύσει το άοπλο και ανυπεράσπιστο ανθρώπινο γένος, γιατί καθώς ζούσαν σκορπισμένοι και απομονωμένοι, κινδύνευαν ν’ αφανιστούν, από τα θηρία και τους άλλους εχθρούς.

Τότε ο Δίας που βασίλευε σε θεούς και ανθρώπους, με την προτροπή της Ήρας του παραδίδει την εξουσία και ο Φορωνεύς γίνεται ο πρώτος θνητός βασιλιάς.

Η Ήρα τον συμπαθούσε γιατί ίδρυσε το πρώτο ιερό της στο Άργος και καθιέρωσε τις θυσίες προς τιμήν της, αλλά και γιατί στη διαμάχη της με τον Ποσειδώνα είχε πάρει το μέρος της.

Αρκετά χρόνια αργότερα, ο Ερμής σκόρπισε τους ανθρώπους σε διάφορες πολιτείες πάνω στη γη, αφού δεν χωρούσαν όλοι σε μια πόλη. Όμως προέκυψαν καινούργια προβλήματα. Ενώ στην αρχή οι άνθρωποι είχαν μία γλώσσα, τώρα μιλούσαν διαφορετικές.

Αυτή η σύγχυσις γλωσσών,[2] έγινε αιτία ερίδων και πολέμων. Για να ζουν οι άνθρωποι με δικαιοσύνη και αρμονικά, ο Φορωνεύς συνέταξε τους πρώτους νόμους και ίδρυσε τα πρώτα δικαστήρια. Επινόησε επίσης τα όπλα, δίδαξε στους υπηκόους του η χρήση τους για να προστατεύονται από τα άγρια θηρία, να τρέφονται από το κυνήγι, αλλά και να τα χρησιμοποιούν όπου δεν επιβαλλόταν ο νόμος.

  

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

 

Υποσημειώσεις


[1] Παυσαν. Κορινθ. XV,5 Εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου:

«Λέγεται δε και όδε λόγοςּΦορωνέα εν τη γη ταύτη γενέσθαι πρώτον, Ινάχου δε ουκ άνδρα αλλά τον ποταμόν πατέρα είναι Φορωνεί».

[2] Αντί σχολίου για την ομοιότητα του ελληνικού αυτού μύθου με την Βαβέλ, παραθέτουμε τον τρόπο με τον οποίο κατακρίνει ο Κέλσος την αντιγραφή των ελληνικών μύθων από άλλους λαούς: (Κι έπειτα συνέθεσαν έναν κατακλυσμό και μια κιβωτό αλλόκοτη, η οποία είχε μέσα της τα πάντα, και ένα περιστέρι και μια κουρούνα ως αγγελιοφόρους, παραχαράσσοντας και υποκλέπτοντας το μύθο του Δευκαλίωναּγιατί δεν πιστεύω ότι περίμεναν πως αυτά θα έρθουν στο φως, αλλά τα έπλασαν άκομψα για μωρά παιδιά).

Αληθής λόγος Δ,41, μετ. φιλολογική ομάδα Κάκτου:

«είτα κατακλυσμόν τινά και κιβωτόν αλλόκοτον, άπαντα ένδον έχουσαν, και περιστεράν τινά κορώνην αγγέλους, παραχαράττοντες και ραδιουργούντες τον Δευκαλίωναּου γάρ οίμαι προσεδόκησαν ότι ταύτα εις φως πρόεισιν, αλλ’ ατεχνώς παισίν νηπίοις εμυθολόγησαν».

Read Full Post »

Άργος (Οι ρίζες)


 

«Υπὲρ τῆς Ἀργείων πόλεως πολλὰ μὲν ἄν τις εἰπεῖν ἔχοι,

σεμνύνειν αὐτὴν ἐθέλων, παλαιὰ καὶ νέα πράγματα»

——————-

 «Αν ήθελε κανείς να τιμήσει την πόλη των Αργείων,

θα μπορούσε να αναφέρει πολλά, παλαιά και καινούρια γεγονότα…»[1]

 

Δυτικά της αργολικής πεδιάδας κτισμένο κάτω από τα τείχη της Λάρισας και της Δειράδας και κοντά στις πολύχρυσες Μυκήνες, βρίσκεται το αρχαίο και δοξασμένο Άργος της ηρωικής εποχής, το όνομα του οποίου στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια του Ομήρου έχει υποκαταστήσει ολόκληρη την Ελλάδα και τα ένδοξα ονόματα Αργείος και Δαναός είναι συνώνυμα με το εθνικό όνομα Έλληνας, γεγονός που υποδεικνύει ότι στους χρόνους αυτούς το Άργος ήταν η καρδιά του Ελλαδικού και Αιγαιακού κόσμου.

Ανάμεσα στις πόλεις που πρωταγωνίστησαν κατά την αρχαιότητα στην εθνική μας πορεία, το κλυτόν και πολυθρύλητον  Άργος κατέχει κορυφαία θέση. Κατά τις τοπικές παραδόσεις είναι η αρχαιότερη όλων των ελληνικών πόλεων, και η έδρα των πρώτων θεογενών βασιλέων, γιατί εκεί πρωτοεγκαθίδρυσαν τους θρόνους τους.

Φρονούσαν  ακόμη  οι  Αργείοι ότι  από  αυτούς έλκει τις ρίζες του το ελληνικό γένος: «Εντεύθεν Άργος παλαιόν ονομάζεται και οι Αργείοι παλαιότατοι των Ελλήνων αξιούσι και πρωτογενείς αντιποιούνται είναι».[2]

Ο δε Ευριπίδης αρχίζει την τραγωδία του Ηλέκτρα με τον χαιρετισμό, «Ω γης παλαιόν Άργος, Ινάχου ροαί».

Η ιστορία των πρώτων χρόνων του Άργους συνυφασμένη με τους τοπικούς θρύλους φτάνει σε τόσο βάθος χρόνου που, όπως είδαμε στον Ίναχο, αγγίζει τις απαρχές της μυθολογικής εθνοφυλετικής μας Γενέσεως.

Όπως όλες οι αρχαίες πόλεις, έτσι και το Άργος έχει τον ιστορικό του μύθο, δηλαδή την ιστορία του καταγεγραμμένη κατά μυθικό τρόπο. Καμιά όμως ιστορία άλλης πόλης δεν συνοδεύεται με τόσες παραδόσεις, τόσους σαγηνευτικούς μύθους, που μορφώνουν, διδάσκουν, και ψυχαγωγούν αλλά και μας βοηθούν ερμηνεύοντας τις ωραίες αυτές παραδόσεις, κάτω από τις οποίες κρύβεται ο πυρήνας των ιστορικών γεγονότων, να βρούμε τα ίχνη και το φως της ιστορικής αλήθειας. Και οι ηρωικοί μύθοι που σχετίζονται με την πόλη του Άργους είναι τόσοι πολλοί και έχουν τύχει καθολικής αποδοχής από τον κόσμο της κλασσικής αρχαιότητας, αφού υπήρξαν αστείρευτη πηγή εμπνεύσεως για τους μεγάλους μας ποιητές της αρχαιότητας.

Από την ανεξάντλητη και συναρπαστική αργολική μυθολογία και ιστορία δημιούργησαν αθάνατα και ανυπέρβλητα λογοτεχνικά έργα ο Όμηρος, οι τραγικοί ποιητές μας Αισχύλος, Σοφοκλής και Ευριπίδης, ο Ησίοδος, ο Πίνδαρος, η λαϊκή Μούσα.

Η ηρωική αργεία μυθολογία μας πείθει για το ρόλο που έπαιξε η πόλη από τα πανάρχαια χρόνια, ενώ λίγες Ελληνικές πόλεις αξιώθηκαν με τόσους πολλούς επαίνους από τα αρχαιότατα χρόνια, ακόμη και από τους θεούς.

 

Εικόνα του Αρχαίου Άργους, Chaiko, 1790. Ο σχεδιαστής φαίνεται να είχε επισκεφτεί το Άργος το οποίο ίσως να ήταν κατεστραμμένο τότε. Έτσι προτίμησε να σχεδιάσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του Αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία.

 

Ο Όμηρος συγκαταλέγει το Άργος ανάμεσα στις τρεις πιο αγαπημένες πόλεις της θεάς Ήρας: «Ήτοι εμοί τρεις μεν πολύ φίλταταί εισί πόληες Άργος τε Σπάρτη τε και ευρυάγεια (=πλατύδρομη) Μυκήνη».[3] 

Ακόμη το Άργος περιλαμβάνεται ανάμεσα στις επτά πόλεις που φιλονικούσαν για το ποια είναι γενέτειρα του Ομήρου: «Επτά πόλεις μάρναντο σοφήν διά ρίζαν Ομήρου Σμύρνα, Χίος, Κολοφών, Ιθάκη, Πύλος, Άργος, Αθήναι».[4]  

Ο μεγάλος λυρικός ποιητής Πίνδαρος σε μια ωδή του επικαλείται τις χάριτες να υμνήσουν την πόλη αυτή, του Δαναού και των αγλαοθρόνων θυγατέρων του, την θεϊκή κατοικία της Ήρας, γιατί κοσμείται από αμέτρητη δόξα και θαυμαστά έργα:

 

«Υμνείστε ω Χάριτες, του Δαναού την πόλη

Και τις πενήντα λαμπρόθρονες τις κόρες του.

Υμνείστε το Άργος όπου η Ήρα έχει το λαμπρό το δώμα,

αντάξιο της θείας καταγωγής της.

Από δόξα άφθαρτη το Άργος απαστράπτει χάρις

στα επιτεύγματα των πάντολμων τέκνων του».[5]

 

Η μεταγενέστερη ονομασία Άργος που πήρε η πόλη από τον ομώνυμο βασιλιά, εγγονό του Φορωνέα, το θεοπρεπές δώμα της Ήρας κατά τον Πίνδαρο, συνοδεύεται από τα πανάρχαια χρόνια από πλήθος ακόμη επιθέτων:

 

Ιναχία γη, Φορωνικόν, κλυτόν, κοίλον, πολυδίψιον, Ίασον, Ίππιον, Ιππόβοτον, Πελοποννήσιον, παλαιόν, πολύπυρον (πλούσιο σε σιτάρι), ούθαρ αρούρης, φιλτάτη πόλις της Ήρας.

 

Από τα προϊστορικά ακόμη χρόνια το Άργος είχε την αγαθή τύχη να κυβερνηθεί από ονομαστούς και φημισμένους βασιλείς όπως ο Ίναχος, ο Φορωνεύς, ο Πελασγός, ο Δαναός, οι Ηρακλείδες, με πιο φημισμένο τον Τήμενο, (πρόγονο του Μεγάλου Αλεξάνδρου), ο Φείδων, ο Διομήδης και άλλοι ακόμη, που ο καθένας τους ξεχωριστά είχε πολύτιμη προσφορά στην μεγαλειώδη ιστορική πορεία του Αργείου κράτους. Όπως μας πληροφορεί ο Ηρόδοτος (1,1), από την παλαιότατη εποχή, σε όλο τον ελληνικό χώρο που σήμερα ονομάζεται Ελλάδα, το Άργος υπερείχε όλων των πόλεων: «Το δε Άργος τούτον τον χρόνον προείχε άπασι των εν τη νυν Ελλάδι καλεομένη χώρη»

Το Άργος θεωρείται η κοιτίδα των Πελασγών, των αυτοχθόνων Πρωτοελλήνων, που ξεκινώντας από εκεί δημιούργησαν στα πέρατα της γης, πελασγικά βασίλεια, και σκόρπισαν τα πρώτα φεγγοβολήματα του πελασγικού πολιτισμού: «Ήν γάρ δή και το των Πελασγών γένος Ελληνικόν, εκ Πελοποννήσου το αρχαίον». (Διονύσιος Αλικαρνασεύς, Ιστοριών, 17) 

Με υπερηφάνεια για την πανάρχαιη πελασγική καταγωγή του αποκρίνεται ο βασιλιάς του Άργους στις κόρες του Δαναού:

 

«Γιατί του ντόπιου Παλαίχθονα ο γιος

ο Πελασγός εγώ είμαι αυτής της χώρας ο άρχοντας

και που από μένα το βασιλιά τους φυσικά ονοματισμένοι

οι Πελασγοί καρπίζονται τη χώρα τούτη».[6]

 

Υπάρχει δε και μια παράδοση, ότι ο ίδιος ο Όμηρος ήρθε στο Άργος και θέλοντας να τιμήσει τα κατορθώματα των Αργείων Ηρώων που τον ενέπνευσαν στα έπη του, ραψωδούσε στίχους της Ηλιάδος:

 

«Της πυργόστηθης Τίρυνθας και τ’ Άργους τους λεβέντες

κι όσους μες στη βαθύκολπη Ασίνη κι Ερμιόνη

και στην Τροιζήνα κάθονταν, κι όσοι στην Ηιόνα

και στην αμπελοφύτευτη Επίδαυρο μα κι όσους

στην Αίγινα και Μάσητα[7] των Αχαιών λεβέντες

τρεις τους οδήγουν, ο γέρος Διομήδης και το τέκνο

του Καπανέα του τρανού ο Σθένελος και τρίτος

του Μηκιστέα το παιδί, ο Ευρύαλος, τ’ αγγόνι

του Ταλαού κι όλων αυτών ο Διομήδης πρώτος

κι είχαν μαζί τους μελανά ογδόντα πλοία φέρει» [8]

 

Οι Αργείοι άρχοντες ακούγοντας το γένος τους από τον πιο δοξασμένο ποιητή, τόσο ενθουσιάστηκαν, ώστε τον τίμησαν με πλούσια και ακριβά δώρα, αποφάσισαν ομόφωνα να τελούν θυσίες προς τιμήν του και του έστησαν ανδριάντα όπου τοποθέτησαν χάλκινη εικόνα του, κάτω από την οποία χάραξαν την επιγραφή:

 

«Εδώ βρίσκεται ο θεϊκός Όμηρος

ο οποίος την πολυφημισμένη Ελλάδα

όλη με γλαφυρή σοφία εκόσμησε.

Ιδιαίτερα δε τους Αργείους,

που την θεόκτιστη Τροία γκρέμισαν

ως τιμωρία για την καλλίκομη Ελένη

για χάρη του ο μεγάλος μας δήμος

του έστησε αυτόν (τον ανδριάντα)

και με τιμές αθανάτων τον περιβάλλει».[9]

(ελεύθερη απόδοση)

 

Υπήρχε μάλιστα διαμάχη ανάμεσα στους Αθηναίους και τους Αργείους για το ποια πόλη έχει τα πρωτεία της αρχαιότητας και την μεγαλύτερη εύνοια των θεών. Κατά τον Στέφανο Βυζάντιο, «πρώτοι γάρ Αθηναίοι τα άστη και τάς πόλεις ευρείν ιστορούνται», κατά δε τον Παυσανία: «Από τους Έλληνες, εκείνοι που αμφισβητούν πιο πολύ απ’ όλους στους Αθηναίους την αρχαιότητα και τα δώρα που λένε ότι έχουν από τους θεούς, είναι οι Αργείοι».[10]

Η από τα πανάρχαια χρόνια ονομασία της πόλεως Άργος προέρχεται από τη ρίζα αργ -που για τους αρχαίους σήμαινε φωτεινός, λευκός, λαμπρός, ταχύς, ευκίνητος.

Οι παραδόσεις που μας μεταφέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς σχετικά με τον Πελασγό διαφέρουν. Την καταγωγή του διεκδικούν από τους Αργείους οι Αρκάδες.

Σύμφωνα με την Αργεία παράδοση ο Πελασγός ήταν γιος του Ινάχου, που ίδρυσε μεταξύ Πηνειού και Ολύμπου την Πελασγιώτιδα. Κατά τον Ησίοδο, ο πρώτος βασιλιάς υπήρξε ο Αρκάς στην Πελοπόννησο, ο οποίος ήταν αυτόχθων και γενάρχης του αρχαιότερου ελληνικού γένους, των Πελασγών.

Και ο Παυσανίας μεταφέροντας την Αρκαδική παράδοση, θέλει τον Πελασγό πρώτο κάτοικο και βασιλιά της Αρκαδίας: «Οι Αρκάδες λένε ότι ο πρώτος κάτοικος της χώρας τους ήταν ο Πελασγός. Είναι φυσικό να υποθέσει κανείς, ότι ο Πελασγός δεν ήρθε μόνος, αλλά με άλλους μαζί…»

Ο ποιητής Άσιος λέει γι’ αυτόν: «Το ισόθεο Πελασγικό έθνος στα ψηλόκορφα όρη Η μαύρη γη γέννησε, για να δημιουργηθεί το ανθρώπινο γένος».[11]

Επίσης και ο Απολλώνιος ο Ρόδιος τους θεωρεί προσέληνους και τους αποκαλεί «βαλανηφάγους»:

 

«Προτού ακόμα υπάρξουν όλα τ’ αστέρια

που τριγυρίζουν στον ουρανό

κι ούτε ακόμα θα μπορούσε κανείς, ακόμα κι αν ρώταγε

ν’ ακούσει για το ιερό γένος των Δαναών,

υπήρχαν μόνοι οι Αρκάδες οι Απιδανοί,

οι Αρκάδες που, κατά την παράδοση,

ζούσαν πριν κι από την σελήνη,

κι έτρωγαν βελανίδια στα βουνά.

Ούτε η γη των Πελασγών είχε ακόμα την εποχή εκείνη,

άρχοντες, τους δοξασμένους γιους του Δευκαλίωνα».[12]

 

Άλλες όμως μυθολογικές παραδόσεις αναφέρουν ότι τον πρώτο Αρκαδικό οικισμό ίδρυσαν Αργείοι άποικοι. Κατά τον Απολλόδωρο επίσης (Γ΄, 96) οι βασιλείς της Αρκαδίας Λυκάων, Νύκτιμος – στα χρόνια του οποίου έγινε ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνος – και Αρκάς, ήταν απόγονοι του Πελασγού, που γεννήθηκε από τον Δία και την κόρη του Φορωνέως Νιόβη. Επίσης σύμφωνα με τον Ευσέβιο, ο Λυκάων που θεωρείται ο ιδρυτής της Λυκόσουρας – της πρώτης πόλης που αντίκρισε ο ήλιος κατά τον Παυσανία, έζησε πέντε γενιές μετά τον Φορωνέα. (Fragm. Χρον. Α, CI, CII, τ.20, σελ.170).

 

Υποσημειώσεις


[1] Ιουλιανός Αργείοις 198, Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Όλγας Ρομπάκη.

[2] Ιωάν. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, πρόλογος.

[3] Ιλιάς, Δ, 51

[4] Ελληνική Ανθολογία, 3

[5] Πινδάρου Επίνικοι, Νέμεα 10, 1, μετ. εκδ. Β. Λαζανά.

«Δαναού πόλιν αγλαοθρόνων τε πεντήκοντα κοράν Χάριτες, Άργος Ήρας δώμα θεοπρεπές υμνείτε. Φλέγεται δ’ αρεταίς μυρίαις έργων θρασέων ένεκεν».

[6] Αισχύλου Ικέτιδες, στιχ. 250 – 254, Μετ. Ι. Γρυπάρη, εκδ. «Εστία».

 «Του γηγενούς γάρ είμ’ εγώ Παλαίχθονος  ίνις Πελασγός, τήσδε γης αρχηγέτης,

  εμού δε άνακτος ευλόγως επώνυμον  γένος Πελασγών τήνδε καρπούται χθόνα».

[7] Οι Ηιόνες και Μάσητες ήταν κάτοικοι της Ακτής. Ακτή ονόμαζαν οι αρχαίοι την χερσόνησο      που σχηματίζεται στο βορειοανατολικό άκρο της Πελοποννήσου (Επιδαυρία, Ερμιονίδα, Τροιζηνία).

[8] Ιλιάς Β’ 559-564 Μταφρ. Πάικου Νικολαΐδη.

[9] Ι. Κοφινιώτη,Ιστορία του Άργους, πρόλογος, σελ. στ’

«Θείος Όμηρος οδ’ εστίν ος Ελλάδα την μεγαλαύχην πάσαν  εκόσμησεν καλλιεπώς σοφίη,

έξοχα δ’ Αργείους, οι την θεοτειχέαν Τροίην ήρειψαν ποινήν ηϊκόμου Ελένης˙

ου χάριν έστησεν δήμος μεγαλόπτολις αυτόν, ενθάδε και τιμαίς αμφέπει αθανάτων»

[10] Παυσαν. 1,14,2 Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Α. Γεωργιάδη.

«Ελλήνων οι μάλιστα αμφισβητούντες Αθηναίους ες αρχαιότητα και δώρα παρά θεών φασίν έχειν, εισίν Αργείοι»

[11] Παυσανίου Αρκαδικά, 1, 4-5 Εκδ. Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Α. Γεωργιάδη

«Φασί δε Αρκάδες ως Πελασγός γένοιτο εν της γης ταύτης πρώτος. Εικός δε έχει του λόγου και άλλους ομού του Πελασγού, μηδέ αυτού τω Πελασγώ γενέσθαι μόνον….

πεποίηται δε και Ασίω τοιάδε εις αυτόν. Αντίθεον δε Πελασγικόν εν υψικόμοισιν όρεσι

Γαία μέλαιν’ ανέδωκεν, ίνα θνητών γένος είη.

[12] Απολλων. Ροδίου Αργοναυτικά, Δ, 264, μετ. φιλολογική ομάδα Κάκτου.

«ούπω τείρεα πάντα τα τ’ ουρανώ, ειλίσσονται, ουδέ τι πω Δαναών ιερόν γένος ήεν ακούσαι

πευθομένοις˙ ּοίοι δ’ έσαν Αρκάδες Απιδονήες, Αρκάδες, οί και πρόσθε σεληναίης υδέονται

ζώειν, φηγόν έδοντες εν ούρεσιν, ουδέ Πελασγίς χθών τότε κυδαλίμοισιν ανάσσετο Δευκαλίδησιν».

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

 

Read Full Post »

Φορωνέας (μυθολογία)


 

ο Φορωνέας (Φορωνεύς) ήταν ήρωας και ο γενάρχης των Πελασγών της Πελοποννήσου, και βασιλιάς του Άργους.

  

Phoroneus, roi mythique d'Argos qui personnifie la Législation

Phoroneus, roi mythique d'Argos qui personnifie la Législation

Από την Ωκεανίδα Μελία (ή Αργεία) ο Ίναχος απέκτησε τον Φορωνέα, τον Αιγιαλέα και την Ιώ. Ως παιδιά του αναφέρονται ακόμη ο Φηγεύς, ο Πελασγός, ο Άργος και η Μυκήνη. Ο Φορωνεύς που διαδέχτηκε τον Ίναχο, θεωρείται ο γενάρχης της Πελασγικής φυλής. Η βασιλεία του συνέπεσε με τον μεγάλο κατακλυσμό του Ωγύγου:

«Πρώτος παρ’ Αθηναίοις μνημονεύεται Ώγυγος καθ’ όν Έλλησιν ο μέγας και παλαιός ιστορείται κατακλυσμός. Τούτο λέγεται συγχρονίσαι Φορωνεύς ο Ινάχου, Αργείων βασιλεύς»[1].

Ο Παυσανίας διασώζει πληροφορίες από το αρχαιότερο έπος Φορωνίς, σύμφωνα με το οποίο ο Φορωνεύς μετά από αυτόν τον κατακλυσμό, ήταν ο πρώτος που συγκέντρωσε τους ανθρώπους σε έναν τόπο, και τους δίδαξε τον τρόπο του κοινωνικού βίου, ιδρύοντας έτσι την πρώτη πόλη:

«Ο Φορωνεύς δε ο γιος του Ινάχου είναι εκείνος που πρώτος συγκέντρωσε τους ανθρώπους σε κοινότητες, ενώ πριν κατοικούσαν σκόρπιοι ο καθένας μόνος του στα δάση και στα βουνά. Και γι αυτό το μέρος που για πρώτη φορά μαζεύτηκαν ονομάσθηκε «Φορωνικόν»[2]

Προηγουμένως ζούσαν σκόρπιοι και απομονωμένοι όπως οι Κύκλωπες, για τους οποίους ο Όμηρος γράφει:

 

«Δεν έχουν προεστών βουλές, μήτε από νόμους ξέρουν

και κατοικούνε στων βουνών κατακόρυφα τις ράχες,

μέσα σε βαθουλές σπηλιές και τα παιδιά του ορίζει

καθείς και τη γυναίκα του και δεν ψηφάει τους άλλους»[3]

 

Ακόμη για χάρη των ανθρώπων ο Φορωνεύς μεταφέρει τη φωτιά από τον ουρανό με τη συναίνεση του Δία και διδάσκει τους ανθρώπους να την χρησιμοποιούν, κυρίως για να προσφέρουν θυσίες:

«Πιο πέρα από το ομοίωμα (του Βίτωνος) υπάρχει ένας τόπος όπου καίνε φωτιά, που τη λένε φωτιά του Φορωνέα, γιατί οι Αργείοι δεν παραδέχονται πως ο Προμηθεύς έδωσε στους ανθρώπους τη φωτιά, αλλά αποδίδουν την εύρεσή της στο Φορωνέα».[4]

Την φωτιά αυτή διατηρούσαν οι Αργείοι άσβεστη στον ναό του Λυκίου Απόλλωνος και την ονόμαζαν Φορωνικόν πυρ. Ακόμη, όπως γράφει ο Παυσανίας, οι Αργείοι πρόσφεραν θυσίες στον τάφο του Φορωνέα, μέχρι τα δικά του χρόνια.[5]

Από τον Φορωνέα και τη νύμφη Τηλεδίκη γεννήθηκαν ο Άπις και η Νιόβη. Στο μικρό χρονικό διάστημα που βασίλεψε στο Άργος ο Άπις, όλη η Πελοπόννησος ονομαζόταν Απία και οι κάτοικοί της Απιδόνες.

Η Νιόβη ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία έσμιξε ο Δίας. Από την ένωση αυτή γεννήθηκαν ο Πελασγός και ο Άργος. Από αυτόν τον γιό του Δία και της Νιόβης η πολιτεία αλλά και όλη η Πελοπόννησος μετονομάστηκε από Απία σε Άργος.

 

Υποσημειώσεις


[1] Ευσέβιος Καισαρείας, Χρονικών Α.

[2] Παυσανίου Κορινθιακά, XV,5, Εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου. «Φορωνεύς δε ο Ινάχου τους ανθρώπους συνήγαγε πρώτον ες κοινόν, σποράδας τέως και εφ’ εαυτών εκάστοτε οικούντας ˙και το χωρίον ες ο πρώτον ηθροίσθησαν άστυ ωνομάσθη Φορωνικόν».

[3] Οδύσσεια, Ι, 108, Ο.Ε.Σ.Β, μετ. Ι. Σιδέρη.

[4] Παυσαν. Κορινθιακά, XIX, 5, Εκδ. Ι. Ζαχαροπούλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου. «Εξής δε της εικόνος ταύτης (του Βίτωνος) πυρ καίουσιν, ονομάζοντας Φορωνέως είναι˙ ού γάρ τί ομολογούσι δούναι πυρ Προμηθέα ανθρώποις, αλλ’ ες Φορωνέα του πυρός μετάγειν εθέλουσι την εύρεσιν».

[5] Παυσανίου Κορινθιακά, XX, 2, εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου: «εναγίζουσι δε και ες ημάς έτι τω Φορωνεί».

Σύμφωνα με αυτή την πληροφορία του Παυσανία, οι Αργείοι τιμούσαν τον τάφο του Φορωνέα από την εποχή του κατακλυσμού του Ωγύγου μέχρι τον 2ο μ.Χ. αιώνα.

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

  

Read Full Post »

Ίναχος (μυθολογία)

 


 

Ανιχνεύοντας τις πρώτες γενεαλογικές ρίζες του Ινάχου, μπαίνουμε όλο και βαθύτερα στα σκοτεινά μονοπάτια του χρόνου, μέχρι που αγγίζουμε τις απαρχές της εθνοφυλετικής μας γενέσεως.

Ο Ίναχος είναι γενάρχης της βασιλικής δυναστείας των Ιναχιδών, που πρώτη εγκαθίδρυσε την βασιλεία στο Άργος και από αυτόν ξεκινά η μυθολογία του Άργους.

Από τον Ίναχο αρχίζει η μυθολογική παράδοση, αλλά και η πανάρχαια ιστορική διαδρομή της Ιναχίας γης, όπως ήταν η αρχική ονομασία του τόπου, αλλά και όλης της Πελοποννήσου κατά τον τραγικό ποιητή Σοφοκλή[1].

Όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας, «στην ονομαζομένη σήμερα Ἀργολίδα δέν ὑπάρχουν μνñμες παλαιότερες ἀπό τόν Ἴναχο».

Η συνύφανση ιστορίας και μύθου που αναφέρονται στις απαρχές του αρχαίου Άργους και της πρώτης βασιλικής γενιάς του, ξεκινούν από το απώτατο παρελθόν, από την δυναστεία του Ουρανού – της φύτρας των θεών – και της Γαίας, οι οποίοι «᾽Ωκεανόν…καί Τηθύν ἐποίησαν τñς γενέσεως πατέρας».

« Αλλά κατόπιν (η γη) με τον Ουρανό επλάγιασε και γέννησε τον βαθυστρόβιλο Ωκεανό…και την γλυκόθωρη Τηθύα˙και η Τηθύς εγέννησε στον Ωκεανό τους Ποταμούς με τα νερά τα γοργοστρόβιλα…Είναι πολύ κοπιαστικό τα ονόματα όλων να αραδιάση ανθρώπου γνώση˙ξέρουνε τον καθένα αυτοί που ολόγυρά τους κατοικούνε»[2]

Ο ποταμός Ίναχος

Ο ποταμός Ίναχος

Παιδί του Ωκεανού και της Τιτανίδας Τηθύος μητέρας των ποτάμιων θεών, ήταν και ο Ίναχος, από τον οποίο πήρε το όνομά του ο ποταμός του Άργους. Κατά τους αρχαίους ιστορικούς εγκατέστησε την βασιλεία του στο Άργος πολλές γενεές προ του κατακλυσμού του Δευκαλίωνος[3].

Ένας παλαιότερος κατακλυσμός που συνέβη στα χρόνια του, πλημμύρισε την αργολική πεδιάδα, μετατρέποντάς την σε μιαν απέραντη λίμνη, καθώς τα νερά της ενώθηκαν με αυτά του γειτονικού Αργολικού κόλπου.

Η Λάρισα, η κατοπινή ακρόπολη του Άργους, ο γιγάντιος βράχος που ορθωνόταν νότια (το Παλαμήδι), η Τίρυνθα, και πιο απόμακρα οι Μυκήνες, πρόβαλαν μοναχικά βραχονήσια μέσα στο θολό, απέραντο, υγρό στοιχείο. Οι λιγοστοί κάτοικοι τρομαγμένοι, άφησαν τον κάμπο και ζήτησαν σωτηρία ψηλά, στα σπήλαια των γύρω βουνών.

Όταν σταμάτησε ο κατακλυσμός κι άρχισαν να αποτραβιούνται τα νερά, πρόβαλαν λίγες οάσεις στεριάς, ανάμεσα σε αμέτρητα μικρά και μεγάλα ποτάμια. Ο Ίναχος κατέβασε τους ανθρώπους στα πεδινά και τους οδήγησε να μαζέψουν τα νερά των μικρών ποταμών στην κοίτη του μεγαλύτερου, που είχε βρει διέξοδο στη θάλασσα.

Η πεδιάδα ξανάπαιρνε σιγά σιγά ζωή. Για να τιμήσουν οι Αργείοι τον ευεργέτη τους Ίναχο, έδωσαν το όνομά του σ’ αυτό το ποτάμι που συγκέντρωσε όλα τα νερά και τα έστρεψε στον Αργολικό κόλπο[4].

Προηγουμένως – γράφει ο Απολλόδωρος – ονομαζόταν Καρμάνωρ και κατόπιν Αλιάκμων, ονομασίες που κατά την τοπική παράδοση σήμαιναν «ο ακαταπονήτως και μετά σπουδής ρέων προς την θάλασσαν».[5]

Ο ποταμός Ίναχος υπήρξε αντικείμενο λατρείας για τους πανάρχαιους κατοίκους της περιοχής και καθιερώθηκε ως ποτάμια θεότητα, γιατί σ’ αυτόν οφειλόταν όχι μόνο η ευφορία αλλά και η δημιουργία της ποταμογενούς αργολικής πεδιάδας, που ο Όμηρος ονομάζει «ούθαρ αρούρης», μαστάρι της γης. Καθώς έρεε αδιάκοπα από τα κατάφυτα και χιονοσκεπή αρκαδικά όρη και γονιμοποιούσε την πεδιάδα, της έδινε μια μεγαλοπρεπή και μαγευτική εικόνα.

Μετά από εξήντα χρόνια βασιλείας του Ινάχου, του οποίου η επικράτεια εκτεινόταν σε όλη σχεδόν την Βαλκανική χερσόνησο, ακολούθησαν άλλοι οκτώ Ιναχίδαι με πρώτο τον γιο του Φορωνέα που τον διαδέχθηκε:

 Πελασγός:   Κι όλα τα μέρη που ο αγνός περνάει Στρυμόνας

κι αφήνει δυτικά, στην εξουσία μου έχω.

Κι ακόμα ορίζω και των Περραιβών τη χώρα

και τα κείθ’ απ’ τον Πίνδο προς την Παιονία,

και της Δωδώνης τα βουνά, ως εκεί που κόβει

της θάλασσας το σύνορο˙ αυτούς τους τόπους ορίζω

κάτω ίσαμ’ εδώ.[6]

 

Υποσημειώσεις


[1] Ηλέκτρα, 1

[2] Ησιόδου Θεογονία, από 125, μετ. Π. Λεκατσά

[3] Αθ. Σταγειρίτου Ωγυγία τομ. Δ’ σελ.443

[4] Παυσανίου Κορινθιακά, 15,5: « Ίναχον δε βασιλεύοντα τον τε ποταμόν αφ’ αυτού λέγουσιν ονομάσαι και θύσαι τη Ήρα».

[5] Αλιάκμων:άλς (=θάλασσα) + ακμαίνω (χτυπώ) > ο χτυπών με τα ορμητικά νερά του τη θάλασσα.

[6] Αισχύλου Ικέτιδες, στιχ. 255-260, μετ. Ι. Γρυπάρη, εκδ. Εστίας:

   Πελασγός: Στρυμών, το προς δύνοντος ηλίου κρατώ

                  «Ορίζομαι δε την Περραιβών χθόνα πέλας,

                   όρη τε Δωδωναία συντέμνει δ’ όρος

                   υγράς θαλάσσης των δε επί τόδε κρατώ».

 

Βλέπε επίσης Ιωάν. Κοφινιώτη: 

 «Όταν δε εβασίλευεν ο Ίναχος εν τω Άργει, εξουσίαζε και όλην την χώραν δι ής ο Άλγος (Αξιός) και ο Στρυμών ρεί.

 Ώστε ο Ίναχος ήρχε και της Ηπείρου ήτις τότε Περραιβών εκαλείτο χώρα και είχεν εν εαυτή τα Κεραύνια (Δωδωναία) όρη παρά τα οποία τότε ευρίσκοντο οι Παίονες, και επομένως των Πελασγών το κράτος ορίζετο επί Ινάχου βορείως διά της σειράς του Αίμου, κατά δε τα επίλοιπα κύκλωθι μέρη υπό θαλάσσης, δηλαδή της από Ευξείνου μέχρι του Αδρίου εκτεταμένης θαλάσσης». (Ιστορία του Άργους σελ. 124)

 Σημ. Ο τραγικός ποιητής Σοφοκλής είχε γράψει έργο με τίτλο «Ίναχος», αποσπάσματα του οποίου βρέθηκαν σε παπύρους της αρχαίας Αιγυπτιακής πόλης Οξυρρύγχου και φυλάσσονται στην Οξφόρδη. (Βλέπε Ελένης Νικολαΐδου Σοφοκλής ο μεγάλος τραγικός, εκδ. Σαββάλα, σελ.88).

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »