Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρόσωπα & γεγονότα του΄21’ Category

Η διάλυση του στρατού του εικοσιένα*


  

Πες πώς βρεθήκαμε πάνω σε καράβι. Λογάριασε ακόμα πώς ξέσπασε μαύρος σίφουνας. Πανιά και ξάρτια τα ξέσκισε και τα σάρωσε ο αγέρας, οι αντένες σπάσαν και σωριάστηκαν τ’ άλμπουρα. Αντικρύσαμε βουνό το κύμα νάρχεται να μας καταπιεί, αρπάζοντας από την Κουβέρτα τους συντρόφους μας. Μέρες και νύχτες παλέψαμε να γλυτώσουμε από του Χάρου τα δόντια.

Ξάνοιξε τέλος κάπως η αντάρα και καταφέραμε να μπάσουμε το πλεούμενο σ’ έναν απάνεμο κόρφο. Δεν προφτάσαμε όμως να πούμε «σωθήκαμε» και να, βλέπουμε να μας περιτριγυρίζουν κουρσάροι, να πατάν το καράβι μας και να μας πετάνε έξω σ’ έρημη στεριά, νηστικούς, γυμνούς, με την ψυχή στο στόμα.

 

Έ, παρόμοιο δράμα ζήσαν τότες κι’ οι αγωνιστές του Εικοσιένα. Εκεί στον κάμπο του Άργους, βρίσκονταν συναγμένα, περιμένοντας τον ερχομό του βασιληά, πάνω από πέντε χιλιάδες παλικάρια, ό,τι σχεδόν απόμεινε από τ’ ασκέρι της λευτεριάς. Στο μακρόχρονο αγώνα τους ενάντια σε μια αυτοκρατορία που απλωνόταν από τα βάθη της Ανατολής ως τις Ηράκλειες Στήλες και από τον Προύθο ίσαμε την έρημο της Αφρικής, είχαν χάσει το κάθε τι – σπίτια, γυναίκες, παιδιά. Από τα μόνα που στέκονταν πλούσιοι είταν η ψείρα κι’ η δόξα. Γυμνοί και πεινασμένοι περίμεναν, τώρα με τον ερχομό των Ευρωπαίων, κάτι ν’ απολάψουνε κι’ αυτοί. Να χορτάσουνε, ας πούμε, ψωμί.

Οι μέρες πέρναγαν κι’ όσο που ο βαυαρέζικος στρατός χαιρόταν όλα τ’ αγαθά και καμάρωνες τη φαντασία του τέζα στους δρόμους τ’ Αναπλιού να ξερνοβολάει μεθυσμένη, οι αγωνιστές καρτέραγαν να δουν – κι’ άντε σήμερα κι’ άντε αύριο – ποια πρόβλεψη θα κάνουν και γι’ αυτούς.

Πραγματικά, η ώρα της αμοιβής δεν άργησε νάρθει. Έπειτα από σαράντα μέρες που πάτησαν οι σωτήρες στον τόπο μας, στις 2 του Μάρτη 1833, δημοσίεψαν το διάταγμα «περί διαλύσεως των ατάκτων στρατευμάτων».

Στέλνανε δηλαδή σε ανάθεμα εκείνους που λευτέρωσαν από αιώνες σκλαβιάς τούτη την πατρίδα. «Οι αντιβασιλιάδες» γράφουν οι Bower και Bolitho «είχαν τη ίδια γνώμη γι’ αυτούς, που είχε κι’ ο κόμις ντ’ Αρτουά για την παλιά φρουρά του Ναπολέοντα: Δεν μας χρειάζονται πια γενναίοι»! Κι’ η αλήθεια είναι πως σε τίποτα πια δε μας χρησίμευαν, μια και περιδιάβαζε καμαρωτός στην Ελλάδα ο στρατός των πραιτωριανών, που όπως παραδέχεται ένας τίμιος βαυαρός, ο υπολοχαγός τότε Χριστόφορος Νέζερ, «κατά το μεγαλύτερον μέρος του απετελέσθη εξ αλητών εκ του συρφετού του Γερμανικού λαού».

 

Έλληνες μετά από άτυχο εγχείρημα. Λιθογραφία του Decaisne ( Bibl. Nat., Paris ).

Έλληνες μετά από άτυχο εγχείρημα. Λιθογραφία του Decaisne ( Bibl. Nat., Paris ).

 

Αστροπελέκι νάπεφτε σε πεντακάθαρο ουρανό δε θα ξάφνιαζε έτσι τους αγωνιστές του Εικοσιένα. Απόμειναν γράφει ο Κασομούλης, «άπνοοι και άφωνοι ως φλομωμένοι ιχθύες. Απελπίσθηκαν, μη δυνάμενοι ούτε εμπρός ούτε πίσω να κινηθούν ένεκα της τρομεράς δυστυχίας των».

Άλλοι κλαίγοντας  σά μικρά παιδιά, σπάζανε τα ντουφέκια τους πάνω στα βράχια, άλλοι βγήκαν κλέφτες στα βουνά κι’ από τότες φούντωσε στον τόπο μας η ληστεία, κι’ άλλοι σήκωσαν μαύρα μπαϊράκια και ξεκίνησαν κυνηγημένοι από τους Βαυαρούς να πάνε στην Τουρκιά να βρούν ένα κομμάτι ψωμί να φάνε. Αυτό στάθηκε τ’ άδοξο τέλος του πιο δοξασμένου στρατού μας.

Τούτο το καλό που μας κάνανε οι Βαυαροί φτάνει, για να τους αναθεματίζουμε στους αιώνες των αιώνων.

«Ουδαμώς δ’ ήτο αβάσιμος η κατηγορία», γράφει ο Κυριακίδης, «η γενικώς αποδιδομένη τω Όθωνι τότε ότι δυσπίστως προς τους Έλληνας είχε τους ξένους προτιμών αντί να στηρίξη τον θρόνον αυτού επί της αγάπης και μόνον ταύτης του Ελληνικού λαού, αντί να περικυκλωθή υπό των Ελλήνων, αντί να δημιουργήση στρατόν εθνικόν και εις αυτόν να αναθέση την διαφύλαξιν του θρόνου και την υπεράσπισιν της τιμής της Πατρίδος, προυτίμα πάντοτε τους Βαυαρούς, εις αυτούς τα πάντα ενεπιστεύθη και έξ αυτών απετέλεσε τον στρατόν της Ελλάδος».**

Ο Αλέξανδρος Σούτσος με τούτους εδώ τους στίχους χτυπάει τον Όθωνα για τούτο το ανοσιούργημα των αντιβασιλιάδων:

 Ο μιαρός! Διέλυσε τον εθνικόν στρατόν μας.

Ο μιαρός! Κατέστρεψε τον κάθε πρόμαχό μας.

Εγκληματίαι και μωροί, φαντάσθηκαν οι ξένοι

πως η ξενοκρατία των παντοτινή θα μένη.

Ειν’ ικανοί, εκήρυττον, να έχωσιν εκείνοι

το Κράτος ως ασφάλειαν, τους Έλληνας ως κτήνη.

Κάμποσοι από κείνους τους δύστυχους παρουσιάστηκαν στον Όθωνα κι αφού ακούμπησαν στα πόδια του τρεις παντιέρες που οχτώ χρόνια ανέμιζαν οδηγώντας τα παλικάρια στη μάχη, του φανέρωσαν τα δίκια τους. Ο Όθωνας έγραψε στον πατέρα του, τον Λουδοβίκο της Βαυαρίας, ρωτώντας τον αν η απόφασις της αντιβασιλείας να σκορπίσει το στρατό του Εικοσιένα στεκόταν σωστή ή όχι. Κι’ ο μεγάλος φιλέλληνας που τόσους στίχους σκάρωσε για την Ελλάδα, του αποκρίθηκε πως είταν σωστή. «Εύγε του Μεγαλειοτάτου Βασιλέως!» γράφει, ο Μακρυγιάννης. «Μπρός εις το νιτερέσιον σου ούτε παιδί σου συλλογίστης, ούτε αθώον έθνος ματοκυλημένο. Διά τούτο όλοι οι τοιούτοι βασιλείς – ο τίτλος τους πρέπει να είναι «αθώων ανθρώπων τύραννοι»!

 Δημήτρης Φωτιάδης

 

Υποσημειώσεις


 * Το απόσπασμα που δημοσιεύουμε είναι από το ανέκδοτο έργο του Δημήτρη Φωτιάδη για την εποχή του Όθωνα και αναφέρεται στη διάλυση του στρατού του Εικοσιένα, στην πεδιάδα του Άργους, από τους Βαυαρούς το 1833.

 ** Κυριακίδης, «Ιστορία του συγχρόνου Ελληνισμού», τ. Α΄, σ. 291.

 

 Πηγή


  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.   

 

 

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Κολίνος – Κωνσταντίνος (1810-1848)


 

Το 1810, στη Ζάκυνθο όπου ζούσαν, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και η γυναίκα του Αικατερίνη Καρούσου, αποκτούν το τρίτο τους παιδί, τον Κωνσταντίνο. Ήταν η δύσκολη εποχή που οι σκληροί διωγμοί των Τούρκων  ανάγκασαν τον Γέρο του Μοριά να μεταφέρει την οικογένειά του στην Ζάκυνθο. Εδώ, ο Κωνσταντίνος μαθαίνει τα πρώτα γράμματα από την φιλόξενη οικογένεια Ρώμα που φροντίζει και υποστηρίζει όλες εκείνες τις οικογένειες των αγωνιστών που καταδιωγμένοι ζητούν άσυλο και προστασία στα Επτάνησα.

Την προσωνυμία Κολίνος, του την κληροδότησαν κάποιοι αριστοκρατικοί κύκλοι του νησιού που συνήθως μιλούσαν Ιταλικά. Προφανώς, προέρχεται από την συγκοπή της γνωστής λέξης πικολίνο. ( Μικρό).

Ο Κολίνος είναι προκομμένο και ευγενικό παιδί. Ανατρέφεται και μορφώνεται από τους προστάτες του με ιδιαίτερη επιμέλεια και φροντίδα. Το 1823 όμως αφήνει την Ζάκυνθο και ακολουθεί την οικογένειά του στην Πελοπόννησο.

Όταν το 1824 δολοφονείται  ο μεγάλος αδελφός του Πάνος,* μετά από εντολή του Πατέρα του, αναλαμβάνει την αρχηγία του στρατιωτικού σώματος, που διοικούσε μέχρι τότε ο Πάνος. Ήταν μόλις δεκατεσσάρων ετών.  Το 1825, όταν ο εχθρός καίει την Πελοπόννησο, ο Κολίνος διακρίνεται για τις αρετές και τις ικανότητές του, ως Φρούραρχος της Τριπολιτσάς. Μετά την άλωση κι ενώ η οικογένεια του Κολοκοτρώνη αποτραβιέται στα ορεινότερα του Μοριά, ο Κολίνος κατατάσσεται ως εθελοντής στο στρατό του Φαβιέρου και σε λίγο,  προάγεται σε αξιωματικό του ιππικού.

Το 1826 πηγαίνει στην Κέρκυρα, όπου για τρία χρόνια αφιερώνεται στη μελέτη της Ελληνικής, Ιταλικής και Γαλλικής γραμματολογίας. Μετά ταξιδεύει στο Παρίσι και σπουδάζει  νομικά, για τέσσερα χρόνια ενώ παράλληλα είναι και υπασπιστής το βασιλιά Λουδοβίκου Φίλιππου.

Το  1836 ξαναγυρίζει στο Μοριά. Το  1836 διορίζεται ακόλουθος του Υπουργείου Εξωτερικών. Το  1838 Γραμματέας του Συμβουλίου Επικρατείας. Το  1839 εκλέγεται Πρόεδρος του επαρχιακού συμβουλίου της Γορτυνίας.

Το 1843 παντρεύεται την Ραλλού Καρατζά, εγγονή από την Μητέρα της, του  Υψηλάντη και αποκτά 4 παιδιά. Τρία κορίτσια κι ένα αγόρι. Την ίδια χρονιά εκλέγεται πληρεξούσιος Γορτυνίας και τον άλλο χρόνο βουλευτής, όπου ψηφίζεται αντιπρόεδρος της Βουλής. Το 1847 διορίζεται Υπουργός Δικαιοσύνης, ενώ εξακολουθεί να εκλέγεται βουλευτής. Το 1848 διορίζεται Υπουργός επί του Βασιλικού Οίκου και των Εξωτερικών.

Στις 31 Δεκεμβρίου 1848, σε ηλικία 38 μόλις ετών, απεβίωσε.

  

Υποσημείωση


 * Δολοφονήθηκε στις 21 Νοεμβρίου του 1824 στο χωριό Θάνα της Τρίπολης από τους κυβερνητικούς και το κρανίο του φυλάσσεται στο Εθνολογικό Μουσείο. Ήταν παντρεμένος με την κόρη της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας.

 

Πηγή

  •    Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  

 

Διαβάστε επίσης:

Read Full Post »

Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη (Εικόνες του Αγώνος)

 


 

Μετά την επανάσταση του 1821, πολλοί αγωνιστές θέλησαν να καταγράψουν τα κατορθώματά τους. Άλλοι για λόγους υστεροφημίας και άλλοι επειδή θεώρησαν υποχρέωσή τους την διατήρηση της μνήμης αυτών των γεγονότων, θέτοντας τα στην υπηρεσία των επερχόμενων ιστορικών και μελετητών της περιόδου αυτής.

Πολλοί, έγραψαν τα απομνημονεύματά τους με συνέπεια και ταπεινότητα. Άλλοι μεγαλοποίησαν – είτε από εγωισμό είτε από ματαιοδοξία – την προσφορά τους, και κάποιοι άλλοι – μετά από ανάθεση των πρωταγωνιστών ή λόγω συμπάθειας προς αυτούς – συνέταξαν διθυράμβους που καμία σχέση δεν είχαν με την πραγματικότητα. Τέτοιων δημοσιευμάτων βρίθει η Οθωνική περίοδος. Οι εφημερίδες αποδύονται σε αγώνα δρόμου προκειμένου να στηρίξουν εκείνους τους πολιτικούς ή στρατιωτικούς που είναι «φίλα προσκείμενοι» προς τις δικές τους πολιτικές επιλογές και παρατάξεις.  

Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, ενοχλημένος από τις υπερβολές και τις υπερφίαλες αυτές καταγραφές, θέλησε να απαντήσει και να αποδείξει « αυτεινών τις ψευτιές και χαμέρπιές τους κατά δύναμιν» αλλά και να καταθέσει πώς ο ίδιος έζησε και είδε τον Αγώνα της Πατρίδας, αποφάσισε να εικονογραφήσει τις σπουδαιότερες φάσεις του ’21.

Τα Απομνημονεύματα και η Ζωγραφική, είναι οι δύο πυλώνες που στήριξαν την σκέψη του Στρατηγού και οφείλονται στο ίδιο κίνητρο. Ο Μακρυγιάννης εννοούσε την ιστορία σαν χρέος απέναντι στις επερχόμενες γενιές.

«Η ιστορία, θέλει πατριωτισμό, να ειπής και των φίλωνέ σου τα καλά και τα κακά και τοιούτως φωτίζονται οι μεταγενέστεροι όπου θα τη διαβάσουν, να μη πέφτουν σε λάθη˙ και τότε σχηματίζονται τα έθνη». 

Την ιδέα αυτή αρχικά, την σκέφτηκε την άνοιξη του 1836, όταν – επί κεφαλής της τετραρχίας του –  μετέβη μαζί με τον Ριχάρδο Τσώρτς στην Δυτική Ρούμελη, προκειμένου να καταστείλει μια ανταρσία κατά του Όθωνα. Βλέποντας πάλι τα ήρεμα και σιωπηλά πεδία των μαχών όπου είχε και ο ίδιος πολεμήσει, ξύπνησαν μέσα του οι αναμνήσεις και συγκινήθηκε. Έλαβε την απόφαση.

 

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας

 

Ο Μακρυγιάννης, έμαθε γράμματα στα γεράματά του για να γράψει τα Απομνημονεύματα. Εξ’ άλλου οι περισσότεροι Έλληνες, έβγαιναν από το έρεβος της σκλαβιάς αναλφάβητοι. Ο Μπάρμπα Γιάννης  έμαθε να γράφει αλλά όχι και να ζωγραφίζει. Προσπάθησε λοιπόν να συνεργαστεί με ένα Ευρωπαίο ζωγράφο. Εκείνος θα ιστορούσε με την δική του λαϊκή, απροσποίητη και λαγαρή γλώσσα του όσα την μνήμη και την καρδιά του είχαν σημαδέψει  κι ο « Φράγκος»  θα έπρεπε να τα ζωντανέψει στο ξύλο. Το εγχείρημα όμως σταμάτησε μετά τον τρίτο πίνακα, λόγω δυσκολιών στην συνεννόηση αλλά και στην δυσκολία του ζωγράφου να αντιληφθεί όσα ο Μπάρμπα Γιάννης ήθελε να εκφράσει στους πίνακες. Η άγνοια της γλώσσας – εκείνης της γλώσσας που ξέρει να παραβιάζει τον χρόνο και τον τόπο, προτάσσοντας τα πράγματα σύμφωνα με τους μυστικούς ηθικούς κώδικες που μόνο οι Έλληνες γνωρίζουν – αποδείχτηκε μοιραία. «…έφκιασε δύο τρεις, δεν ήταν καλές…» μας λέει παρακάτω ο Στρατηγός.

 « κι έρχοντας εδώ εις Αθήνα, πήρα ένα ζωγράφο Φράγκο και τον είχα να μου φκιάσει σε εικονογραφίες αυτούς τους πολέμους. Δεν γνώριζα τη γλώσσα του. Έφκιασε δύο τρεις, δεν ήταν καλές˙τον πλέρωσα κι έφυγε. Αφού έδιωξα αυτό τον ζωγράφο, έστειλα και έφεραν από την Σπάρτη έναν αγωνιστή, Παναγιώτη Ζωγράφον τον έλεγαν˙ έφεραν αυτόν και μιλήσαμεν και συνφωνήσαμεν το κάθε κάδρον την τιμήν του˙ κι έστειλε κι ήφερε και  δύο του παιδιά˙ και τους είχα εις το σπίτι μου όταν εργάζονταν. Κι αυτό άρχισε από τα 1836 και τέλειωσε τα 1839. Έπαιρνα τον Ζωγράφο και βγαίναμεν εις τους λόφους και τόλεγα…..Έτζι είναι εκείνη η θέση, έτζι εκείνη˙αυτός ο πόλεμος έτζι έγινε αρχηγός ήταν των Ελλήνων εκείνος, των Τούρκων εκείνος».            

 

 

 

Μάχαι Άργους Αγιονορίου Κορίνθου

Μάχαι Άργους Αγιονορίου Κορίνθου

 

                                                                                      

Ο επόμενος συνεργάτης του – όπως είδαμε-  ήταν ο Παναγιώτης Ζωγράφος, από την Βαρδώνια της Λακωνίας, μαζί με τους δυο γιούς του.

« Λαϊκός ζωγράφος, αγιογράφος της μεταβυζαντινής λαϊκής παράδοσης, αγωνιστής και ο ίδιος, ο Παναγιώτης Ζωγράφος ήταν ιδανικά προικισμένος για να αισθητοποιήσει τα οράματα του Στρατηγού. Οι αρχέτυπες εικόνες που είχαν στο πνεύμα τους κατάγονταν απ’ τον ίδιο πολιτισμό˙ έναν πολιτισμό λαϊκό αλλά αυτάρκη, ζωογονημένο από ένα πλούσιο παρελθόν που είχε περάσει μέσα στους φορείς του, όχι σαν ξηρή ιστορική μνήμη, αλλά σαν ύφος ζωής, σαν παραδομένη τεχνική και καλαισθησία».

Αυτά  γράφει σχετικά με τον Παναγιώτη Ζωγράφο η εξαίρετη Καθηγήτρια της Ιστορίας της Τέχνης και Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Κα Μαρίνα Λαμπράκη – Πλάκα, στο άρθρο της “ Εικονογραφία του Αγώνα” που δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 8ης Ιουνίου του 1997. 

 

Η πολιορκία των Αθηνών από τον Κιουταχή

Η πολιορκία των Αθηνών από τον Κιουταχή

 

Τρία χρόνια κράτησε η συνεργασία αυτή 1836- 1839. Επισκέφτηκαν τα διάφορα πεδία των μαχών που είχε λάβει μέρος ο Μακρυγιάννης και ενώ ο Στρατηγός του εξιστορούσε « έτσι είναι εκείνη η θέσις, έτσι εκείνη, αυτός ο πόλεμος έτσι έγινε, αρχηγός των Ελλήνων ήτο εκείνος, αρχηγός των Τούρκων εκείνος», ο Ζωγράφος φιλοτεχνούσε τον πίνακα.

Το αποτέλεσμα αυτής της αρμονικής και αγαστής συνεργασίας ( έμπνευση και αναμνήσεις Μακρυγιάννη, εκτέλεση Π. Ζωγράφου) υπήρξε ιδιαίτερα γόνιμο. Είκοσι πέντε κάδρα σε ξύλο, διαστάσεων 0, 565 x 0,40 ζωγραφισμένα με την βυζαντινή τεχνική. Ο ένας απ’ αυτούς, που παρουσίαζε τον Άρμανσμπεργκ να ξεριζώνει την καρδιά της Ελλάδας, καταστράφηκε από τους φίλους του για λόγους προστασίας του στρατηγού και αντικαταστάθηκε από μια προσωπογραφία του ίδιου.

 

Μάχη της Λαγκάδος Κομπότι και Πέτα

Μάχη της Λαγκάδος Κομπότι και Πέτα

 

Από τους 24 πρωτότυπους πίνακες, κατασκευάστηκαν 4 πλήρεις σειρές αντιγράφων σε χαρτί στράτζο, διαστάσεων 0,64 x0,50 με την τεχνική της υδατογραφίας.

Τους πίνακες αυτούς ο Μακρυγιάννης τους έδειξε για πρώτη φορά στους φίλους του, τους οποίους είχε καλέσει σε επίσημο γεύμα στο σπίτι του. Ο ίδιος γράφει:

Τους πρέσβες των ευεργέτων μας Δυνάμεων και τους Φιλέλληνας, τους αγωνιστάς και τους αυλικούς και τους υπουργούς και δικούς μας σημαντικούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς, ως διακόσιους πενήντα ανθρώπους. Τελειώνοντας το τραπέζι, τότε έβγαλα τις εικονογραφίες και τις θεώρησαν

 

Οι πολιορκίες του Μεσσολογίου

Οι πολιορκίες του Μεσσολογίου

 

Από τις 4 σειρές ο Μακρυγιάννης χάρισε τις τρεις στους Πρέσβεις της Αγγλίας, της Γαλλίας και  της Ρωσίας ενώ μία σειρά πρόσφερε στον βασιλιά Όθωνα. Οι καλές κριτικές που δέχτηκε και ο ενθουσιασμός των συναγωνιστών του και των άλλων ομοτράπεζων, ενίσχυσαν την σκέψη του Στρατηγού για την έκδοση ενός λευκώματος προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα της απόκτησής του από πολλούς.

Για τον σκοπό αυτό συμφώνησε  με τον δάσκαλο Αλέξανδρο Ησαΐα και συνυπέγραψε την 583 συμβολαιογραφική πράξη, έτους 1839 του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Πίταρη. Σ’ αυτήν βεβαιώνεται η παράδοση στον Ησαΐα της σειράς των αντιγράφων, που είχε δωρίσει ο Μακρυγιάννης στον Όθωνα και την οποία δανείστηκε ο Στρατηγός για να υλοποιηθεί η έκδοση. Ο Ησαΐας υποσχέθηκε να πάει στο Παρίσι για να λιθογραφήσει τους πίνακες και αφού προβεί σε κάποιες μικροδιορθώσεις των θέσεων και των προσώπων, χωρίς να απομακρυνθεί από την ιδέα ή να παραλλάξει κάτι από τις εκθέσεις των περιστατικών και των περιγραφών, να τυπώσει κάποια αντίτυπα.

 

Πόλεμος της Τριπολιτζάς και των πέριξ αυτής χωρίων

Πόλεμος της Τριπολιτζάς και των πέριξ αυτής χωρίων

 

Παρά την συμφωνία τους, ο Ησαΐας στην Βενετία φιλοτέχνησε νέους πίνακες, δυτικού τύπου, τελείως διαφορετικούς από εκείνος των Μακρυγιάννη- Ζωγράφου και τους τύπωσε. Όταν το 1840 οι λιθογραφίες αυτές κυκλοφόρησαν στην Αθήνα, ο Μακρυγιάννης τις αποδοκίμασε και κατήγγειλε δημόσια ότι ο Ησαΐας νόθευσε τους πίνακές του, ότι τους πλαστογράφησε και ότι δολίως παρέβη την συμφωνία περί των πνευματικών δικαιωμάτων του.

Η αλήθεια είναι ότι η κατηγορία του Στρατηγού δεν ήταν σταθερή και δίκαια. Ο Ησαΐας εξέδωσε άλλους, τελείως διαφορετικούς πίνακες, που καθόλου δεν υστερούσαν σε καλλιτεχνικό και ιστορικό ενδιαφέρον.

 

Πόλεμος των Βασιλικών

Πόλεμος των Βασιλικών

 

Μετά τον θάνατο του Ησαΐα στην Τεργέστη, ολόκληρη η σειρά του Όθωνα χάθηκε. Το 1909 όμως ο Ιωάννης Γεννάδιος την εντόπισε στην Ρώμη και την αγόρασε. Σήμερα βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Η σειρά που χάρισε στον Άγγλο πρεσβευτή Έντμοντ Λάιονς παραδόθηκαν  στον υπουργό εξωτερικών της Αγγλίας Λόρδο Πάλμερστον, ο οποίος τα πρόσφερε στην βασίλισσα Βικτωρία.

Από την πρωτότυπη σειρά που ο Μακρυγιάννης κράτησε για τον εαυτό του, σώζονται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, άλλοτε Μουσείο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας, 8 κομμάτια διαστάσεων 0,565 x0,40 μ. Ακόμη τρία αντίγραφα σε χαρτόνι. Τα έργα αυτά χάρισε στην Εταιρία ο Στρατηγός Κίτσος Ιωάννου Μακρυγιάννης το 1927. Οι σειρές που χαρίστηκαν στον Γάλλο Πρεσβευτή και τον Ρώσο δεν έχουν βρεθεί και αγνοούμε την τύχη τους.

Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, υπήρξε άριστος στρατιωτικός, πολιτικός, συγγραφέας. Σε όλα αυτοδίδακτος. Σε όλα άριστος. Ακόμη και στους πίνακες που μπορεί να μη ζωγράφισε με το χέρι του αλλά σημάδεψε με το μεγαλείο της ψυχής του.

« Ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθε και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά»( Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη).

 

Πηγές

 


  • Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη, «Εικόνες του Αγώνος», Έκδοσις Εθνικού Ιστορικού Μουσείου της Ελλάδος, Αθήναι, 1966.
  • Επτά ημέρες, Καθημερινή, «Ιωάννης Μακρυγιάννης 200 χρόνια από τη γέννησή του», Κυριακή 8 Ιουνίου 1997.
  • Στρατηγού Μακρυγιάννη, «Aπομνημονεύματα»,  Ελληνικά Γράμματα / Τα Νέα, 2006.

Διαβάστε επίσης:

 

Read Full Post »

Μακρυγιάννη Ιωάννη – Χρονολόγιο (1797-1864)

   


 «Εκεί οπούφκιαχνα τις θέσες εις τους Μύλους (Κοντά στο Ναύπλιο) ήρθε ο Ντερνυς (Γάλλος Στρατιωτικός) να με ιδή. Μου λέγει. Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσεις είναι αδύνατες. Τι πόλεμον θα κάνετε με τον Μπραϊμη αυτού; – Του λέγω, είναι αδύνατες οι θέσεις κι’ εμείς, όμως είναι δυνατός ο θεός όπου μας προστατεύει. Και θα δείξωμεν την τύχη μας σ’ αυτές τις θέσεις τις αδύνατες. Κι αν είμαστε ολίγοι εις το πλήθος του Μπραϊμη, παρηγοριόμαστε μ’ ένα τρόπον, ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν. Κι όταν κάνουν αυτήνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν»

(Απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη)

  

Χρονολόγιο

     

Χαλκογραφία του Μακρυγιάννη, έργο του Παναγιώτη Γράββαλου, 1996.

Χαλκογραφία του Μακρυγιάννη, έργο του Παναγιώτη Γράββαλου, 1996.

1797. Γέννηση του Γιάννη Μακρυγιάννη στο μικρό οικισμό Αβορίτι, κοντά στο Λιδορίκι της Δωρίδας. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Τριανταφυλλοδημήτρης αλλά από τους συμπολεμιστές του έλαβε το παρωνύμιο Μακρυγιάννης λόγω του υψηλού αναστήματός του. Νωρίς μένει ορφανός, όταν ο πατέρας του φονεύεται σε συμπλοκή με Τουρκαλβανούς του Αλή Πασά. Με τη μητέρα του Βασιλική, καταφεύγει στη Λιβαδειά.

1811. Εγκαθίσταται στην Άρτα και εργάζεται ως επιστάτης στον συμπατριώτη του Αθανάσιο Λιδωρίκη, έμπιστο του Αλή Πασά.

Σύντομα ασχολείται με το εμπόριο, και στις παραμονές της Επανάστασης έχει ήδη αποκτήσει ικανή περιουσία.

1820. Μυείται στη Φιλική Εταιρεία. Συλλαμβάνεται από τους Τούρκους και βασανίζεται επί 75 ημέρες.

1821. Σχηματίζει ομάδα 18 ανδρών από την Άρτα και ενώνεται με το επαναστατικό σώμα υπό την αρχηγία του Γιώργου Μπακόλα. Συμμετέχει σε όλες τις επιχειρήσεις της Ηπείρου και την πολιορκία της Άρτας. Τραυματίζεται στη μάχη του Πέτα.

1822. Συνεργάζεται με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στην απελευθέρωση των Αθηνών.

1823. Ορίζεται «πολιτάρχης» των Αθηνών. Διαφωνία του με τον Γκούρα, φρούραρχο της Ακρόπολης. Αναχωρεί για τη Ρούμελη με τον Νικηταρά και μαζί νικούν στη μάχη της Βελίτσας. Φθάνει στην Πελοπόννησο με το στράτευμα των Ρουμελιωτών και συμμετέχει στην εμφύλια ρήξη με το μέρος των κυβερνητικών.

1824. Προάγεται σε χιλίαρχο και αργότερα σε στρατηγό. Καταστέλλει την ανταρσία στο Ναύπλιο.

Η σύζυγος του στρατηγού Μακρυγιάννη Αικατερίνη, το γένος Γ. Σκουζέ.

Η σύζυγος του στρατηγού Μακρυγιάννη Αικατερίνη, το γένος Γ. Σκουζέ.

1825.  Αναλαμβάνει διοικητής της Αρκαδίας. Πολεμά στο Νιόκαστρο και στους Μύλους του Άργους, όπου τραυματίζεται σοβαρά. Φθάνει στην Αθήνα και μάχεται ηρωικά κατά την πολιορκία της πόλεως από τον Κιουταχή. Παντρεύεται την κόρη του Γ. Σκουζέ, Αικατερίνη. Μεταβαίνει στην Ύδρα προκειμένου να ενισχύσει την άμυνα του νησιού.

1826. Παραίτησή του από το βαθμό του στρατηγού, η οποία δεν γίνεται δεκτή. Αναλαμβάνει και πάλι πολιτάρχης στην Αθήνα, όπου πολεμά υπό τις διαταγές του Καραϊσκάκη και τραυματίζεται τρεις φορές.

1827. Διαφωνεί με τον Καραϊσκάκη όσον αφορά την τακτική των επιχειρήσεων. Επικεφαλής της εμπροσθοφυλακής στην καταστροφική μάχη του Ανάλατου.

1828. Διορίζεται από τον Καποδίστρια Γενικός Αρχηγός της Εκτελεστικής Δυνάμεως της Πελοποννήσου.

1829. Αρχίζει τη συγγραφή των Απομνημονευμάτων του στο Άργος, τα οποία θα ολοκληρώσει το 1850.

1830. Απομακρύνεται από τη θέση του έπειτα από διαταγή του Καποδίστρια, στον οποίο καταλόγιζε σφάλματα στη άσκηση της πολιτικής του.

1831. Μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη, συμμετέχει στον εμφύλιο πόλεμο με το μέρος των «συνταγματικών».

1832. Ε΄ Εθνοσυνέλευση στο Ναύπλιο και εκλογή του Όθωνα ως βασιλιά της χώρας, πράξη που ο Μακρυγιάννης θεωρεί σωτηρία για την Ελλάδα.

1833. Υποδέχεται με ενθουσιασμό την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο, όμως σύντομα αρχίζει να απογοητεύεται από τις ενέργειες της Αντιβασιλείας και αποσύρεται στην Αθήνα όπου ασχολείται με το κτίσιμο του σπιτιού του και την πολυμελή οικογένειά του.

1834. Εκλέγεται Δημοτικός Σύμβουλος της Αθήνας. Συνοδεύει τον Όθωνα κατά την περιοδεία του στη Στερεά Ελλάδα.

1835. Διαμάχη με τον Άρμανσμπεργκ. Με προτροπή του το Δημοτικό Συμβούλιο εκδίδει ψήφισμα για τη χορήγηση Συντάγματος. Το Συμβούλιο παύεται.

1836. Προσκαλεί τον Παναγιώτη Ζωγράφο να ζωγραφίσει, με την καθοδήγησή του, τις μάχες του Αγώνα.

1839. Σε γεύμα που παραθέτει στο σπίτι του παρουσιάζει τους 24 πίνακες που φιλοτέχνησε ο Π. Ζωγράφος με τη βοήθεια των δύο του γιών.

1840. Οργανώνει κίνημα εναντίον του Όθωνα για την παροχή Συντάγματος.

1843. Πρωτοστατεί στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. Πληρεξούσιος των Αθηνών στην Εθνική Συνέλευση για την κατάρτιση του νέου Συντάγματος.

1844. Ψηφίζεται το Σύνταγμα. Αντιδικία με τον Δ. Καλλέργη με αφορμή το ρόλο τους στην Επανάσταση. Πεθαίνει ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

1845. Διαφωνεί με τον πρωθυπουργό Ιωάννη Κωλλέτη. Απόπειρα δολοφονίας του. Ιδιωτεύει.

1851. Στην Αθήνα κυκλοφορούν έντονες φήμες ότι προετοιμάζει κίνηση κατά του Όθωνα.

Ο στρατηγός Μακρυγιάννης σε μεγάλη ηλικία.

Ο στρατηγός Μακρυγιάννης σε μεγάλη ηλικία.

1852.  Κατηγορείται για συνωμοσία εναντίον του Όθωνα. Τίθεται υπό περιορισμό στην οικίαν του και στη συνέχεια προφυλακίζεται.

1853. Στις 18 Μαρτίου το Δικαστήριο, με πρόεδρο τον Κίτσο Τζαβέλλα, τον καταδικάζει σε θάνατο. Με διαταγή του Όθωνα η ποινή μετατρέπεται σε ισόβια και αργότερα σε κάθειρξη δέκα ετών.

1854. Αποφυλακίζεται στις 2 Σεπτεμβρίου, ύστερα από μεσολάβηση του Καλλέργη.

1857. Επισκέπτεται τα Επτάνησα.

1859. Επισκέπτεται τη Ζάκυνθο.

1862. Στις πανηγυρικές εκδηλώσεις για την έξωση του Όθωνα Ο Μακρυγιάννης μεταφέρεται θριαμβευτικά στους ώμους των διαδηλωτών. Του απονέμεται ο τίτλος του υποστρατήγου.

1864. Προάγεται σε αντιστράτηγο και εκλέγεται πληρεξούσιος Αττικής στην Εθνική Συνέλευση. Επτά ημέρες αργότερα, στις 27 Απριλίου, αφήνει την τελευταία του πνοή από υπερβολική εξάντληση.  

 

Πηγές

   

  • Επτά ημέρες, Καθημερινή, «Ιωάννης Μακρυγιάννης 200 χρόνια από τη γέννησή του», Κυριακή 8 Ιουνίου 1997.
  • Στρατηγού Μακρυγιάννη, «Aπομνημονεύματα»,  Ελληνικά Γράμματα/Tα Νέα, 2006.

 

Διαβάστε επίσης:



Read Full Post »

Πύρρος Διονύσιος ο Θετταλός (1774 ή 1777 – 1853)


 

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος

Ο Διονύσιος Πύρρος γεννήθηκε το1774 ( ή 1777) στην Καστανιά Τρικάλων. Σε ηλικία πέντε ετών ορφανεύει από τον πατέρα του. Έχει έναν αδελφό, τον ιερομόναχο Ιωακείμ. Το πατρικό του όνομα είναι Πούρος ή Μπούρος. Έμεινε όμως στην ιστορία ως Διονύσιος Πύρρος ό Θετταλός. Τα πρώτα του γράμματα τα μαθαίνει στην Καστανιά και αργότερα χειροτονείται ιεροδιάκονος στη μονή Μεταμορφώσεως των Μετεώρων από τον Αμβρόσιο, πρώην Τρίκκης. Τώρα αρχίζει το μεγάλο του ταξίδι. Ο Πύρρος πηγαίνει στα Τρίκαλα για να διδαχθεί την ελληνική γραμματική από τον Κοζανίτη Στάμκο. Σε λίγο καιρό πηγαίνει στον Τύρναβο για να παρακολουθήσει τα μαθήματα του Ιωάννη Πέζαρου. Ξεκινά η μεγάλη περιοδεία του. Θεσσαλία, Μακεδονία, Άγιο Όρος, Λήμνος, Τένεδος, Θράκη. Ολοκληρώνεται με την άφιξή του στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, αφού εργάζεται στην αρχή ως οικοδιδάσκαλος και αργότερα ως γραμματέας του μητροπολίτη Χαλκηδόνας Ιερεμία, χειροτονείται ιερέας από τον μητροπολίτη Δέρκων Γρηγόριο και στη συνέχεια μαζί με τον αδελφό του Ιερομόναχο Ιωακείμ, αναχωρεί για τα Ιεροσόλυμα, επιθυμώντας να επισκεφθεί τους Αγίους Τόπους. Για δύο χρόνια ( 1803-1805)  παραμένει στις Κυδωνίες προκειμένου να παρακολουθήσει μαθήματα στο κέντρο ελληνικής παιδείας. Ένα φημισμένο σχολείο της εποχής. Εκεί, διδάσκεται μαθηματικά, φυσική και φιλοσοφία από τον Βενιαμίν τον Λέσβιο και αρχαίους Έλληνες συγγραφείς από τον Γρηγόριο.

Σειρά έχει η Χίος, όπου συμπληρώνει την μόρφωσή του με μαθήματα ρητορικής, θεολογίας και αστρονομίας από τον Ιωάννη Τσελέπη. Επιστρέφει στην Μικρά Ασία για να διδάξει αυτή την φορά, μετά από αίτημα των Σμυρναίων να σταλεί ιερομόναχος δάσκαλος. Διδάσκει για μικρό διάστημα, αλλά η ανήσυχη ψυχή του ζητά κι άλλες γνώσεις, κι άλλη μόρφωση. Φεύγει για την Ιταλία. Εφοδιασμένος με συστατικές επιστολές προυχόντων της Χίου προς τους εμπόρους του Λιβόρνο, σπάει την αλυσίδα των ταξιδιών του στην Ελλάδα και ξεκινά να αποκτήσει νέες εμπειρίες και γνώσεις  στην Ευρώπη.

Έρχεται στην πατρίδα του και σε λίγο, διά μέσου Κέρκυρας φθάνει στην Νεάπολη. Συνεχίζει το ταξίδι του –μετά λίγες ημέρες-προς την Τοσκάνη. Εκεί δέχεται πρόταση των Ορθοδόξων του Λιβόρνο να αναλάβει ως εφημέριος της τοπικής εκκλησίας, για τους επόμενους οκτώ μήνες. Στη συνέχεια, επισκέπτεται την Πίζα, την Φλωρεντία, την Μπολόνια και το Μιλάνο. Παρακολουθεί πρακτικά μαθήματα αστρονομίας και μαθηματικών.

Στον επόμενο σταθμό του, την Παβία, εγγράφεται στο πανεπιστήμιο (1807) και σπουδάζει ιατρική και φιλοσοφία. Στις 14 Απριλίου 1813, λαμβάνει το διδακτορικό του δίπλωμα. Το επόμενο χρονικό διάστημα παρακολουθεί μαθήματα, ως ακροατής, στις Ακαδημίες Μιλάνου και Πάδοβας. Ολοκληρώνει τις σπουδές του και την περιοδεία του στην Ευρώπη, στο πανεπιστήμιο της Βιέννης όπου θα φτάσει δια μέσου Βενετίας και Τεργέστης. Αποφασίζει να επιστρέψει στην Ελλάδα, δια μέσου Μιλάνου. Σκοπεύει να εγκατασταθεί στην Χίο και να ασκήσει το επάγγελμα του γιατρού. 

Όμως, από την Ιταλία θα πάει τελικά στην Ζάκυνθο για να καταλήξει στην Πάτρα. Επόμενος σταθμός – λόγω περιέργειας – η Αθήνα. Μετά από παρακίνηση του Μητροπολίτη Αθηνών Γρηγορίου Δ΄ του Λέσβιου, παρατείνει την παραμονή του στην πόλη. Ο ηγούμενος της μονής των Αγίων Ασωμάτων Διονύσιος Πετράκης, τον πείθει να μείνει και να διδάξει ιατρική, φυσικές επιστήμες και φιλοσοφία. Παραμένει στην Αθήνα από το 1813 μέχρι το 1815. Ιδρύει το πρώτο επιστημονικό σχολείο, από όπου απεφοίτησαν οι πρώτοι γιατροί και ένα βοτανικό κήπο με 300 είδη φυτών καθώς κι ένα ορυκτολογικό μουσείο στο σπίτι του Δημήτρη Καλλιφρονά.

To 1815 η επιστημονική σχολή Αθηνών έχει εγκαταλειφθεί και ουσιαστικά έχει διαλυθεί, για οικονομικούς λόγους. Μετά από μια οκτάμηνη παραμονή του στην Χαλκίδα όπου μετέβη μετά από παράκληση του πασά της Εύβοιας Οσμάν, προσφέροντας τις ιατρικές του υπηρεσίες, ο Πύρρος αποφασίζει να περιοδεύσει στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο για ένα διάστημα είκοσι μηνών. Γράφει ο ίδιος. « …εκίνησα και έκαμα την περιήγησιν της Ελλάδος, η οποία μέχρι τούδε έμεινεν ατύπωτος. Δέκα έξ μήνας έκαμα εις την περιήγησιν της Ελλάδος και πολλά εδαπάνησα εις την οδοιπορίαν μου, πλήν έμεινα κατά πολλά ευχαριστημένος ιδών τα πάντα…». 

Η Μεγαρίδα, η Βοιωτία, η Φωκίδα, η Αιτωλία, η Πελοπόννησος  και τα νησιά Σπέτσες, Ύδρα, Πόρος, Κύθηρα, Σύρος και Τζιά, με τελικό προορισμό την Κωνσταντινούπολη, είναι οι επόμενοι τόποι που επισκέπτεται. Το έργο του « Περιήγησις της Ελλάδος και πόλεμοι αυτής αρχαίοι και νεώτεροι» αποτελείται από δύο τόμους. Στον πρώτο τόμο περιέχονται: Εισαγωγή, Γενική καταγραφή της Ελλάδος, Αρχαίοι και νεώτεροι πόλεμοι αυτής, Αττικά και Ελευσινιακά, Μεγαρικά, Βοιωτικά και Ευβοϊκά, Λεβαδιακά, Λοκρικά, Φωκικά, Ναυπακτιακά και Αιτωλικά. Στον δεύτερο τόμο περιλαμβάνονται: Κορινθιακά και Σικυωνικά, Αχαικά, Ηλιακά και Τριφυλιακά, Αρκαδικά, Μεσσηνιακά, Λακωνικά, Αργολικά, Κύθηρα, Σπέτσες, Ύδρα, Πόρος, Αίγινα, Σαλαμίν και Κέως.

Το κεφάλαιο Αργολικά θα πρέπει να το συμπλήρωσε και μετά το 1815 γιατί αναφέρει γεγονότα που έγιναν αργότερα. Η καταστροφή του Δράμαλη το 1822 και η δημιουργία του χαρτοποιείου του το 1829. Στο κεφάλαιο αυτό ο Πύρρος αναφέρεται στην Γενική Ιστορία της Αργολίδας, στους πρώτους κατοίκους, στους βασιλείς, στην κατά της Τρωάδος βοήθεια, στους πολέμους των Αργείων, στα όρη, στα ποτάμια, στους κατοίκους, στα ήθη, στη θρησκεία, στις αρχαιότητες, στις ακροπόλεις ενώ επισκέφτηκε το Άργος, το Ναύπλιο, το Κεφαλάρι, τους Μύλους, το Ελληνικό, το Σκαφιδάκι, τις Μυκήνες, τα Δερβενάκια κ.α. 

Στην Κωνσταντινούπολη φτάνει το 1818, όπου Πατριάρχης είναι ο Κύριλλος. Στις 14 Ιανουαρίου του 1819, ο νέος Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄τον γνωρίζει με τον αρχίατρο  του σουλτάνου Μουσταφά Πεχξέτ, ο οποίος τον εφοδιάζει με την  απαιτούμενη άδεια ( Χάτι) άσκησης ιατρικού επαγγέλματος. Εργάζεται ως γιατρός τα επόμενα δύο χρόνια και στις 20 Φεβρουαρίου του 1820 ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ τον τιμά με το αξίωμα του «αρχιμανδρίτου του Οικουμενικού θρόνου» αναθέτοντας του συγχρόνως καθήκοντα ιεροκήρυκα.

 « … δεν απέρασε πολύς καιρός και ο Κόσμος τότε ανακατώθη, εν μια δε των ημερών, εις την οποίαν τότε εγίνετο το συμβούλιον παρά του σουλτάνου και των λοιπών εγκρίτων της αυλής του, δια να κακοποιήσωσι τους Χριστιανούς, ο άνω θεραπευθείς Τεσερφατσή Εφέντης, μοι λέγει μυστικώς εις την οικίαν του, ότι δια δύω, ή τρεις ημέρας, αφεύκτως πρέπει να αναχωρήσω από την Κωνσταντινούπολιν, και ύστερον, ας επιστρέψω, και τότε εάν θέλω να με κάμωσι και Πατριάρχην σχεδόν, επειδή και τότε οι Τούρκοι είχον σκοπόν να θανατώσωσι τον Πατριάρχην και τους Χριστιανούς της πόλεως, τούτο ακούσας ετρόμαξα…».

Όταν ξεσπά η επανάσταση, βρίσκεται στο Άγιον Όρος και επιχειρεί να φτιάξει πυρίτιδα για τον αγώνα. Δεν τα καταφέρνει λόγω έλλειψης πρώτων υλών. Με εντολή της κοινότητας του Αγίου Όρους περιοδεύει στην Σκόπελο, την Ύδρα και τις Σπέτσες προκειμένου να στείλουν βοήθεια στις απειλούμενες μονές κι έτσι να εμποδίσουν την καταπάτηση του Περιβολιού της Παναγίας από τους Τούρκους. Στην Πελοπόννησο και μάλιστα στην Τρίπολη βοηθά τους τραυματίες του αγώνα και συμβάλει στην καταπολέμηση της πανούκλας που πλήττει την πόλη, ενθαρρύνοντας τους κατοίκους και εκφωνώντας λόγους στις εκκλησίες.

Το 1827 επιχειρεί να οργανώσει στο Μιστρά, το πρώτο χαρτοποιείο στην Ελλάδα. Η επιδρομή του Ιμπραήμ πασά τον αναγκάζει να εγκαταλείψει χαρτί και μηχανήματα και να καταφύγει δια μέσου Κυθήρων στο Ναύπλιο. Το 1829, με την συνεργασία του στρατηγού Νικηταρά ιδρύει νέο χαρτουργείο όπως το αποκαλεί, σ̉ ένα μύλο του Ερασίνου, στο Κεφαλάρι. Όμως και αυτή η προσπάθεια δεν τελεσφόρησε. Το χαρτοποιείο οδηγήθηκε στην χρεοκοπία αφού ο Καποδίστριας δεν χρηματοδότησε το έργο, λόγω ελλείψεως πόρων. Όταν δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας φυλακίστηκε για 15 ημέρες, επειδή ήταν φίλος και παλαιός δάσκαλος του Γεωργίου Μαυρομιχάλη.

Αλλά ούτε ο Μαυροκορδάτος μετά τον ερχομό του Όθωνα προσέφερε την παραμικρή βοήθεια προς τους δύο επιχειρηματίες. Τα μηχανήματα κατέληξαν – άχρηστα πλέον- στο σπίτι του Νικηταρά. Το 1835 έρχεται στην Αθήνα, τυπώνει πολλά από τα βιβλία του και στη συνέχεια φεύγει για το Βουκουρέστι, Ιάσιο και Κωνσταντινούπολη. Επιστρέφει στην Αθήνα.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τον συναντάμε στην Αθήνα να ασκεί την ιατρική με μεγάλη επιτυχία και να γράφει βιβλία. Λόγω αμοιβαίας αντιπάθειας με τον Όθωνα δεν επιδιώκει να διοριστεί καθηγητής στο Οθωναίο πανεπιστήμιο αλλά και κανένας δεν τον προτείνει με δική του πρωτοβουλία. Στις 12 Φεβρουαρίου του 1853, ο αρχιμανδρίτης του Οικουμενικού θρόνου, ο ιατροφιλόσοφος, ο διδάσκαλος Διονύσιος Πύρρος, καταλείπει τα επίγεια και μετοικεί στην ποθητή πατρίδα της Βασιλείας των Ουρανών.

 

Τα βιβλία του Πύρρου.

(Κατά χρονολογική σειρά).

 

  • Εκκλησιαστικόν Παραλληλοκύκλιον. Λιβόρνο 1806.
  • Χειραγωγία των Παίδων, ήτοι πραγματεία περί χρεών του ανθρώπου. Βενετία 1810.
  • Άτλας, ήτοι νέα Γεωγραφική Χάρτα. Μεδιόλανα 1814.
  • Γεωγραφία Μεθοδική απάσης Οικουμένης. Βενετία 1818.
  • Φαρμακοποιία, γενική εκ των πλέον νεωτέρων σοφών χυμικών και φαρμακοποιών. Κωνσταντινούπολη 1818.
  • Σαπιλερέ φαζιλέτ Κουλαουζού. Ασιτανετέ 1819.
  • Η προς Θεόν Ομολογία Πίστεως και το απάνθισμα του Ψαλτηρίου προς καθημερινήν Χρήσιν και προσευχήν εκάστου Χριστιανού. Βενετία 1827.
  • Γραμματική Δινυσιάς. Ναύπλιο 1827.
  • Αριθμητική. Ναύπλιο 1828.
  • Χυμική των τεχνών. Ναύπλιο 1828.
  • Εγκόλπιον των ιατρών, ήτοι πρακτική ιατρική. Ναύπλιο 1831.
  • Τριών ειδών Υδρόγειοι Σφαίραι. Αθήνα 1835.
  • Πρακτική Αστρονομία. Αθήνα 1836.
  • Επιστολή προς τον ευγενέστατον άρχοντα Θεσσαλών κύριον Αθανάσιον Παπα-Πολημέρου. Αθήνα 1837.
  • Βοτανική πρακτική προσαρμοσμένη εις την ιατρικήν και οικονομίαν. Αθήνα 1838.
  • Η ζωή του Ιησού Χριστού. Αθήνα 1843.
  • Άτλας νεώτερος περιέχων γενικώς τε και μερικώς όλας τας βασιλείας του παλαιού και νέου κόσμου εις είκοσι τέσσαρες γεωγραφικούς πίνακες. Αθήνα 1845.
  • Βίος, πράξεις και κατορθώματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αθήνα 1846.
  • Ιερά ιστορία και Βίοι των τριών βασιλέων Σαούλ, Δαβίδ και Σολομώντος, συγκροτηθείσα κατ᾽ επιστομήν εκ της όλης ιεράς ιστορίας των εβδομήκοντα. Αθήνα 1847.
  • Βίοι των δώδεκα στρατηγών και διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αθήνα 1848.
  • Περιήγησις ιστορική και βιογραφία Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού. Αθήνα 1848.
  • Περιγραφή της εν Τήνω ευρεθείσης αγίας και θαυματουργού εικόνος της κυρίας ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας και των θαυμάτων αυτής. Αθήνα 1849.
  • Φαρμακοποιία γενική πλουσιωτάτη και εντελεστάτη του σοφού Αντωνίου Καμπανά, διδασκάλου της εν Ιταλία Φερράρας. Αθήνα 1850.
  • Πανθέκτη ιερά εκκλησιαστική. Αθήνα 1850.
  • Ορυκτολογία του Βερνέρου. (ανέκδοτο).
  • Διατριβή περί της αρχαίας ελληνικής μουσικής.( ανέκδοτο).
  • Περιγραφή της νήσου Κέω. ( ανέκδοτο).
  • Περιήγησις της Ελλάδος και πόλεμοι αυτής αρχαίοι και νεώτεροι. ( ανέκδοτο).

     

Πηγές

  

  • Πύρρος Διονύσιος ο Θετταλός, «Το πρώτο ελληνικό χαρτοποιείο», Εφημερίδα Μακεδονία, ένθετο «Πανσέληνος», 25 Μαρτίου 2000.
  • Αντωνίου Μηλιαράκη, «Το πρώτον εν Ελλάδι χαρτοποιείον», Εφημερίδα Ίναχος, 24 Ιανουαρίου 1903.
  • Ανδρέα Κεραμίδα, Φιλολόγου, « Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού – ΑΡΓΟΛΙΚΑ». ΑΠΟ ΕΝΕΚΔΟΤΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ ΓΙΑΝΝΗ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗ, ΤΩΝ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΡΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ. Εκδότης: Ηλίας Καμπανάς, 1981.

 



Read Full Post »

Köllnberger Ludwig (1811-1892)

Γεννήθηκε στο Salzburg την 3η Ιουλίου 1811 πέθανε στο Aschau, κοντά στο Murnau της Βαυαρίας, την 4η Δεκεμβρίου 1892. Το 1829 κατατάχθηκε ως εύελπις εθελοντής στο 8ο βαυαρικό σύνταγμα πεζικού και τον ίδιο χρόνο, προάχθηκε σε υποδεκανέα και δεκανέα. Το 1833 μετετάχθηκε στην Βασιλική Ελληνική υπηρεσία και υπηρέτησε ως ανθυπολοχαγός του 6ου Ελληνικού Τάγματος πεζικού. Το 1838 απολύθηκε μετά από αίτηση του και κατατάχθηκε πάλι ως δεκανέας και εύελπις στο 5ο σύνταγμα πεζικού της Νυρεμβέργης.

Το 1839 προάχθηκε σε λοχία, το 1840 σε σημαιοφόρο και ανθυπολοχαγό, το 1848 σε υπολοχαγό, το 1859 σε λοχαγό πρώτης τάξεως και αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του ταγματάρχη. Στον γαλλογερμανικό πόλεμο ανέλαβε την διοίκηση του 9ου τάγματος κυνηγών στο Passau. Τιμήθηκε με διάφορα αναμνηστικά μετάλλια μεταξύ των οποίων και το ελληνικό βασιλικό μετάλλιο των εθελοντών.

Μέχρι τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο, στη συλλογή εικόνων του πολεμικού τμήματος των Γενικών Βαυαρικών Αρχείων, υπήρχαν δυο τόμοι με τον τίτλο «ΕΛΛΑΣ» που περιείχαν υδατογραφίες του, διαστάσεων 0,25 x 0,20 εκ. ή και μικρότερες. Το 1909 ολόκληρη η συλλογή με εντολή και έξοδα της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, αντιγράφηκαν από τον ζωγράφο Hans Hanke από το Μόναχο και 41 από τα συγκεκριμένα αντίγραφα υπάρχουν στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο και εκτίθενται στην Η΄αίθουσα. Κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, χάθηκε ο πρώτος τόμος και μαζί του όσα έργα είχαν περιληφθεί σε αυτόν.

Στις υδατογραφίες που παραθέτουμε, εικονίζονται “ Tο Άργος”,  “ Tο Ελαφρόν πεζικόν εκ Ρουμελιωτών παρά το Άργος”, και “ Το Φρούριον Παλαμήδι, εν Ναυπλίω, 1838”.

Tο Άργος 1938

Tο Άργος 1838

 

Γενικά, ο Köllnberger ζωγράφισε ελληνικές πόλεις, φρούρια και τοπία καθώς και σκηνές από την στρατιωτική ζωή. Ανεξάρτητα από την καλλιτεχνική αξία τους, τα έργα του, μας δίνουν μια σαφή ιδέα της Ελλάδας, κυρίως για τα πέντε πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα καθώς και του περιβόητου “ εθελοντικού” βαυαρικού σώματος, που το μεγαλύτερο μέρος του απάρτιζαν στρατιώτες- μαζέματα από διάφορες περιοχές της Ευρώπης, που είχαν έρθει στην Ελλάδα για να οργανώσουν τάχα τον ελληνικό στρατό σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και να διδάξουν την πολεμική τέχνη.

Tο Ελαφρόν πεζικόν εκ Ρουμελιωτών παρά το Άργος

Tο Ελαφρόν πεζικόν εκ Ρουμελιωτών παρά το Άργος

 

 

Ειδικά στον πίνακα “ Το ελαφρόν ελληνικόν Πεζικόν” παρατηρούμε πως ακριβώς ήσαν οι στολές των ευζώνων και των αξιωματικών στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα. Η φουστανέλλα που ήταν στην αρχή κάτω από το γόνατο, κατέληξε να γίνει πολύ κοντή και το μεγαλοπρεπές ψηλό φέσι που έδινε ύψος, ύφος και λεβεντιά να περιοριστεί υπερβολικά. Τα τζουσλούκια καταργήθηκαν. Ο ντουλαμάς απλουστεύθηκε. Και τέλος, στα απλά παπούτσια που ταίριαζαν με την στολή, προστέθηκαν φούντες.

Το Φρούριον Παλαμήδι , εν Ναυπλίω 1938

Το Φρούριον Παλαμήδι , εν Ναυπλίω 1838

 

 

Εκείνο που δεν μπόρεσαν να αλλάξουν με τις άστοχες και κακές μεταρρυθμίσεις, ήταν να μεταβάλουν την μαχητική ικανότητα του υπέροχου αυτού σώματος, που διατήρησε την παράδοση του 1821 και αναδείχτηκε παντού και πάντα σε όλους τους πολεμικούς αγώνες του Έθνους.

Πηγή

Ιωάννης Α. Μελετόπουλος. Τα πρώτα έτη της Οθωνικής Εποχής εις τας Υδατογραφίας του Köllnberger. «Του παρόντος Λευκώματος εξετυπώθησαν χίλια αντίτυπα τα οποία εδωρήθησαν εις την Ιστορικήν και Εθνολογικήν Εταιρείαν, εξετυπώθησαν δε και πεντακόσια εκτός εμπορίου υπό αριθμούς 1- 500. Αθήναι 1976».

Read Full Post »

Οπλοστάσιο του Ναυπλίου 1825

 

 

 

Τον Σεπτέμβρη του 1825, ήρθε στην Ελλάδα ο Γάλλος συνταγματάρχης Αρνώ ( Arnault) συνοδευόμενος από ένα επιτελείο συμπατριωτών  του πυροτεχνουργών, απεσταλμένος από το Φιλανθρωπικό Κομιτάτο του Παρισίου. Οργάνωσε άμεσα Οπλοστάσιο, στο Ναύπλιο, στο οποίο ενσωμάτωσε και το παλιό Οπλουργείο που προϋπήρχε,  και το οποίο κατασκεύαζε λόγχες, ελαφρά όπλα και εκρηκτικές ύλες.

 

« Οι παρά του εν Παρισίοις Φιλανθρωπικού Κομιτάτου απεσταλμένοι εις την Ελλάδα μηχανουργοί έφθασαν εις Ναύπλιον προ δύο σχεδόν μηνών˙ και μετ᾽ολίγας ημέρας ήρχισαν χωρίς της παραμικράς δυσκολίας να χύνωσι σφαίρας κανονίων διαφόρου μεγέθους, το οποίον εφαίνετο έως της σήμερον αδύνατον εις την Ελλάδα δια την έλλειψιν μηχανουργών και των αναγκαίων μηχανών˙ ώστε η Ελλάς θέλει έχει εις το εξής εις αυτήν την επικράτειαν της εν των αναγκαίων εις την εαυτής υπεράσπισιν πολεμικών μέσων……… Εντός ολίγου θέλει κατασκευασθή εις την Ελλάδα και νίτρον και πυρίτις κόνις».

 

 (Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος)

 

Ο συνεπής και δραστήριος Αρνώ με την συνδρομή των Γάλλων μηχανουργών άρχισαν τις εργασίες τους με ιδιαίτερο ζήλο και εργατικότητα. Συναρμολόγησαν, επισκεύασαν, βελτίωσαν, φρόντισαν και φύλαξαν κάθε είδους όπλα, κυρίως καριοφίλια. Σχεδίασαν νέους τύπους πιο αποτελεσματικούς και περισσότερο ευθύβολους, προκειμένου να εξοπλιστούν οι άτακτοι πολεμιστές. Κατασκεύασαν πυρομαχικά και βλήματα για τις ανάγκες του πυροβολικού, χυτές σφαίρες διαφόρων διαμετρημάτων και ειδικά ο Αρνώ, συναρμολόγησε ένα όπλο που είχε επινοήσει στην Γαλλία, κατάλληλο για την πολιορκία και την υπεράσπιση των φρουρίων.

 

Μηχανισμός τουφεκίου με την επιγραφή Ναύπλιον 1833 (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Μηχανισμός τουφεκίου με την επιγραφή Ναύπλιον 1833 (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Η κατασκευή του τηλεβόλου τουφεκιού του Αρνώ, ικανοποίησε ιδιαίτερα την Κυβέρνηση, η οποία έδωσε την εντολή: Προσκαλείσαι να παραδώσης εις τον γενναιότατον πλοίαρχον Γεώργιον Σαχίνην, το παρά σοι …τουφέκι της νεωτέρας κατασκευής όπερ εκ Γαλλίας μετακόμισες με όλα του τα αναγκαία δια να το μετεφέρη εις Μεσολόγγιον όπου θέλει χρησιμεύση τους εκεί πολιορκουμένους εναντίον των εχθρών.  Στο Εθνικό ιστορικό Μουσείο, έχουν διασωθεί τουφέκια που στο μηχανισμό τους αναγράφεται ο τόπος και η χρονολογία κατασκευής τους. «ΟΠΛΟΣΤΑΣΙΟΝ ΝΑΥΠΛΙΟΥ» ή « ΝΑΥΠΛΙΟΝ». Την δημιουργική και πολύτιμη για την Ελλάδα αυτή περίοδο, ήρθε να ανακόψει η έντονη διαφωνία του Αρνώ με τον αρχηγό του τακτικού στρατού συνταγματάρχη Φαβιέρο (Fabvier). Τον Ιανουάριο του 1826 ο Αρνώ απεφάσισε να αναχωρήσει από την Ελλάδα. Οι επανειλημμένες  απεγνωσμένες προσπάθειες  που κατέβαλε η ελληνική Κυβέρνηση – μέσω επιτροπής Βουλευτών – να τον μεταπείσει, υπήρξαν ατελέσφορες. Όμως, παρά την αναχώρηση του Αρνώ, οι Γάλλοι εργάτες παρέμειναν στο Ναύπλιο με επικεφαλής τον υπολοχαγό ιππικού Πουρχέρ (Pourcher), ο οποίος πρόσφερε σπουδαίες υπηρεσίες στο Ελληνικό κράτος. Μετά από 2 ½ χρόνια ( Μάϊος 1828) και ο Φαβιέρος υπέβαλε παραίτηση από την Διοίκηση του  τακτικού στρατού. Νέος  Διοικητής  διορίστηκε  ο Βαυαρός συνταγματάρχης Έϊδεκ (Heideck),  ο  οποίος   ανέθεσε   την  ευθύνη   της   Οπλοθήκης  στον   λοχαγό   Σνιτζλάϊν ( Schnizlein).  

Οι δύο αξιωματικοί, εργάστηκαν φιλότιμα και ο μεν Έϊδεκ ασχολήθηκε με την επίπονη εκπαίδευση των στρατιωτών στην πειθαρχία και την ορθή εκτέλεση της υπηρεσίας.

 

«Το τακτικόν σώμα, γράφει ο Έιδεκ στα απομνημονεύματα του,  μετ᾽ ου πολύ ήθελεν ελαττωθή, εκ δε των λιποτακτών άλλοι μεν ήθελον προσκολληθή προθύμως εις τα παλληκάρια, άλλοι δε επιδοθή εις τον ληστρικόν βίον ή προσέλθει παρά τοις χωρικοίς ως εργάται, ή μάλλον εις τα μοναστήρια, και ούτως ήθελον εκμηδενισθή ως προς τους σκοπούς μου. Πραεία αλλά και αυστηρά άμα μεταχείρισις και ακριβής πληρωμή του μισθού και του σιτηρέσιου συνεκράτουν το στρατιωτικόν σώμα μου, όπερ ανήρχετο κατά την αναχώρησιν μου εις 4 τάγματα πεζικού, έχοντα ανά έξ λόχους (το δ᾽ είχε πρότερον 4 τοιούτους) εις 4 ίλας ιππικού, δι᾽ων την οίκησιν διέταξα να κατασκευασθή εκ των ευρυχώρων τοίχων παλαιού χανίου εν Άργει ωραίος στρατών μετά στάβλων….  ενώ ο Σνιτζλάϊν διέταξε την καταγραφή, ταξινόμηση και τακτοποίηση των όπλων, των σφαιρών και των τηλεβόλων. Για την κατάσταση που επικρατούσε γράφει στα απομνημονεύματα του: …Προσέτι έκειντο συνεσωρευμένα όλα ομού και πολλάκις λίαν επικινδύνως χυτή πυρίτις, θείον, μόλυβδος ακατέργαστος, σφαίραι και θήκαι φυσιγγίων, λωρία, πυριτιδοθήκαι, εφίππια και αναβολείς, λόγχαι, συνελόντι δ᾽ειπείν εξ όλων ολίγα, αλλά ουδέν εντελές.

 

Στις 3 Ιουλίου του 1829 ο Έϊδεκ με αναφορά του προς τον Κυβερνήτη της Ελλάδος, υποβάλλει την παραίτηση του και καταθέτει λεπτομερή κατάλογο όσων έπραξε κατά την θητεία του. Μεταξύ άλλων γράφει: Δεν ημπορώ να τελειώσω το άρθρον τούτο, χωρίς να επαινέσω πρεπόντως τον έμφρονα ζήλον και την επιμέλειαν του λοχαγού κυρίου Σνίτσλεϊν, ως και του υπολοχαγού Βουρχέτου ( Pourcher) του αρχηγού των Γάλλων εργατών. Ο καταλυματίας κύριος Όδων έβαλε τάξιν και σαφήνειαν αξιομίμητον εις τα κατάστιχα της οπλοθήκης, εις τας αποθήκας και το οπλοστάσιον, το οποίον μέλλει να μετατεθή εις το Ίτζ- καλέ, διότι οι τόποι της οπλοθήκης είναι υγροί και εκ τούτου η διατήρησις των όπλων επιφέρει πολλήν δαπάνην. 

 

Στην παραίτηση του αυτή τον ακολουθεί και ο Σνιτζλάϊν.

 

Στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων στο Άργος (11 Ιουλίου- 6 Αυγούστου 1829) η Συνέλευση …εμαρτύρησεν ευαρέστησιν και ευγνωμοσύνην προς τον επίσημον τούτον Αξιωματικόν και τους συμπράξαντας μετ᾽ αυτού, τον Λοχαγόν Κύριον Σνιτσλέϊν, τον υπολοχαγόν Βουρχέτον, αρχηγόν των Γάλλων εργατών, και τον Κύριον Όδονα…..

 

Όταν την διοίκηση του στρατού ανέλαβε ο Τρεζέλ ( Trezel), ο υπολοχαγός Pourcher ανέλαβε την διεύθυνση του οπλοστασίου.

 

Με την άφιξη του Όθωνα στην Ελλάδα (25/01/1833) η λειτουργία του οπλοστασίου αναδιοργανώθηκε και θεσμοθετήθηκε η λειτουργία του με Βασιλικό Διάταγμα, στις 9 Ιουλίου 1833. Αμέσως μετά ιδρύεται το πυριτιδοποιείο του Κεφαλαριού, το οποίο λειτούργησε υπό την διοίκηση του οπλοστασίου. Το οπλοστάσιο του Ναυπλίου λειτούργησε με κάποιες διακοπές μέχρι τα πρώτα χρόνια την βασιλείας του Γεωργίου του Α.΄

 

Έτσι εκπληρώθηκε η ευγενής προσδοκία του Αρνώ, να δημιουργηθεί «βιοτεχνία» κατασκευής  πυρίτιδος εις κόνιν. 

 

 

 

Ο οπλισμός των Ελλήνων κατά την επανάσταση του 1821

 

 

Η σύνδεση των Ελλήνων με τα όπλα έχει βαθιές ρίζες, όπως έχει επισημανθεί. Από τους προεπαναστατικούς χρόνους, αρχές του 19ου αιώνα, τα όπλα της ηπειρωτικής Ελλάδας προέρχονταν κυρίως από την Ανατολή. Αντίθετα οι νησιώτες προμηθεύονταν όπλα, τρομπάνια και πιστόλες από την αγορά της Ευρώπης και συγκεκριμένα από τη Μασσαλία, Ιταλία, Αγγλία και Ισπανία.


                       
Εκτός από το καριοφίλι οι κλέφτες και αρματολοί έφεραν επιπρόσθετο οπλισμό 1 ή 2 πιστόλες και επιπλέον μαχαίρα, γιαταγάνι (χαντζάρα) και πάλα (σπάθα). Οι πιστόλες ήταν κοντόκανα, με λεπτή κάνη όπλα με μηχανισμό πυρόλιθου και ανάλογα με την προέλευσή τους, διακρίνονται σε ευρωπαϊκές, ανατολίτικες ή αρβανίτικες. Φοριόντουσαν  στη ζώνη, το γνωστό «σελάχι» του πολεμιστή σε ειδικά διαμορφωμένες θήκες. Το γιαταγάνι ήταν ελαφρά κυρτή σπάθα με λαβή χούφτας απλή. Η πάλα ήταν πολύ κυρτή σπάθα με σταυροειδή λαβή, το κυρίως επιθετικό όπλο στις μάχες σώμα με σώμα (γιουρούσια) και φοριόταν από τους αγωνιστές στη μέση τους ή στην ωμοπλάτη περασμένη με κορδόνια.  Πολλές φορές τα γιαταγάνια και οι πάλες καθώς και οι θήκες τους ήταν περίτεχνα διακοσμημένες με ασήμι ή χρυσό. Τα όπλα συμπλήρωναν οι παλάσκες, θήκες που είχαν τα πυρομαχικά (βόλια) καθώς και διάφορα άλλα εξαρτήματα.

Καριοφίλι

Καριοφίλι

Την προεπαναστατική περίοδο υπάρχει ποικιλία οπλισμού. Το κυρίαρχο όπλο όμως που δεσπόζει στον ελλαδικό χώρο και κράτησε στα χέρια του ο Έλληνας μέχρι την απελευθέρωσή του ήταν το «καριοφίλι». Η ονομασία του προέρχεται κατά μία εκδοχή από το φυτό καρυόφυλλον που σκαλιζόταν στη μια πλευρά της κάνης ενώ μια δεύτερη από το οπλοποιείο της Βενετίας Carlo e figli (Καρόλου και υιών) όπου κατασκευάζονταν πολλά καριοφίλια και ίσως αυτή να είναι η πιο πιθανή. Το καριοφίλι ήταν όπλο εμπροσθογεμές, με λεπτή κάνη και λειτουργούσε με μηχανισμό πυρόλιθου (τσακμακόπετρα). Το μήκος του ήταν μεταξύ 1,20 και 1,70 με ιδιόμορφο κοντάκι. Η μακριά κάνη επέτρεπε αρκετό βεληνεκές, αλλά για ευστοχία το όπλο έπρεπε να στηρίζεται. Το καριοφίλι ήταν βαρύ και δύσχρηστο όπλο, ο δε μηχανισμός του πυρόλιθου πολλές φορές δεν πυροδοτούσε εξαιτίας κυρίως των καιρικών συνθηκών. Τα παλαιότερα καριοφίλια τοποθετούνται χρονικά περίπου το 1750 και οι μηχανισμοί πυροδότησης τους ήταν Ιταλικής προέλευσης.  

 
Τα παραπάνω όπλα, που έμοιαζαν μεταξύ τους αλλά δεν είχαν ενιαίο τύπο, χρησιμοποιήθηκαν από τα τακτικά σώματα, μέχρις όταν άρχισε η σταδιακή αντικατάστασή τους κατά τη διάρκεια του αγώνα από ευρωπαϊκά τουφέκια. Πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο στην προεπαναστατική περίοδο όσο και κατά την επανάσταση, είχαν αναπτυχθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα βιοτεχνίες και εργαστήρια παραγωγής όπλων με εισαγωγές μηχανισμών από την Ιταλία αλλά και άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Προμηθευτής των όπλων της επανάστασης με πυρομαχικά ήταν κυρίως οι μπαρουτόμυλοι των Αφών Σπηλιοτόπουλου στη Δημητσάνα, που ήταν ουσιαστικά η έδρα της πρώτης ελληνικής πολεμικής βιομηχανίας.


Ανακεφαλαιώνοντας, ο οπλισμός των ατάκτων, ημιατάκτων αλλά και των τακτικών στρατευμάτων σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης, αποτελούνταν αρχικά από καριοφίλια και πιστόλες που προέρχονταν από Τούρκους και Βαλκάνιους οπλουργούς και βιοτέχνες, ενώ κάποιοι αγωνιστές έφεραν και ευρωπαϊκά όπλα. Σταδιακά όμως το σκηνικό αυτό άλλαξε όταν άρχισαν να φθάνουν φορτία ευρωπαϊκών όπλων από τα φιλελληνικά κομιτάτα (επιτροπές) που είχαν ιδρυθεί στις χώρες της Ευρώπης και εργάζονταν για την ενίσχυση της επανάστασης, καθώς και από τα λάφυρα που κυρίευαν οι επαναστατημένοι Έλληνες από τον τουρκικό στρατό, ο οποίος είχε τα ίδια όπλα που έχουμε ήδη αναφέρει.

 
Τέλος, ο πρώτος τακτικός στρατός της επανάστασης χρησιμοποίησε το τουφέκι με λόγχη τύπου CHARLEVILLE, γαλλικής προέλευσης, μοντέλο 1777, εμπροσθογεμές, με μηχανισμό πυρόλιθου και διαμέτρημα 17,53 χιλιοστά.

 


Αναλυτική περιγραφή και σημασία όπλων

 

 

 Οι αγωνιστές εκείνων των χρόνων θεωρούσαν αναπόσπαστο μέρος της ενδυμασίας τους «τα άρματά τους», όπως έλεγαν τα όπλα τους. Ήταν η τιμή τους και η αντρειοσύνη τους, τα κοσμήματά τους και η περηφάνια τους. Όταν μάλιστα ήταν λάφυρα που αποκτήθηκαν στη μάχη από το χέρι του νεκρού εχθρού, τότε ο ιδιοκτήτης τους είχε επιφανέστερη θέση.  Τα όπλα τους τα θεωρούσαν ιερά όπως και τις άγιες εικόνες. Τα είχαν σαν παιδιά τους και ήταν τόσο μεγάλη η αγάπη τους που τα βάπτιζαν όπως και τα παιδιά τους. Ο Καραϊσκάκης το καριοφίλι του το έλεγε «Βασιλική», ο Θανάσης Διάκος «Παπαδιά», ο Δημήτρης Μακρής «Λιάρο», ο Γρίβας «Μαυρίκιο», ο Οδυσσέας Ανδρούτσος «Ματζάρι».

 
Τα καριοφίλια της επανάστασης είχαν επίσης διάφορα ονόματα που προέρχονταν από την τεχνοτροπία ή τον τόπο κατασκευής τους. Μερικά από αυτά ήταν: «Λαζαρίνα», «Μιλιώνη», «Τρικών», «Αρμούτι», «Γκιζαήρ», «Νταλιάνι» (από το Ιταλιάνοι), «Σισανές», «Σαρμάς», «Χαρέ Σαρμάς», «Μουτσονίγος», «Βενετσιάνος», «Ψαλιδιάς», «Σαντέ», «Ντάνσικα», «Φιλύντρα» (ήταν το όπλο που είχε επισκευαστεί) κ.λ.π. Στα τραγούδια τους έχουν διασωθεί τα παραπάνω είδη των τουφεκιών τους: «Νταλιάνι μου στον πόλεμο και αρμούτι στο σημάδι και καριοφίλι στη φωνή σαν άξιο παλικάρι».


Στο Σελάχι τους (ζώνη), σε θήκες είχαν τις πιστόλες, συνήθως με κεντήματα και ασήμια, τόσο στο «λαμνί» (κάνη) όσο και στα «παφίλια» (συνδετικοί κρίκοι) αλλά και στη λαβή. Στην έξω θήκη του σελαχιού είχαν το «χαρμπί» που χρησιμοποιούσαν για τον καθαρισμό και το γέμισμα της πιστόλας. Το χαρμπί, όταν έβγαινε από τη θήκη του, γινόταν φοβερό στιλέτο (δίσκελο ή μονόσκελο).

 

Επίσης, σε ξεχωριστή θέση στο σελάχι ήταν περασμένο το γιαταγάνι τους μέσα στη θήκη του, συνήθως και αυτό ασημοκεντημένο. Το λεπίδι του κατασκευάζονταν από γερό ατσάλι και φέρονταν σε περίτεχνη θήκη. Στο αριστερό μέρος της μέσης τους από μεταξωτό ζωστάρι ή με κορδόνια από την αριστερή ωμοπλάτη κρεμόταν η γυριστή πάλα (σπάθα), της οποίας η λαβή έμοιαζε με κεφάλι δράκοντα φτιαγμένη από ξεχωριστό κόκαλο. Η θήκη της επίσης στολισμένη με παραστάσεις και κεντήματα ήταν από ασήμι ή επίχρυση ή από μπρούντζο. Η λεπίδα της από ατσάλι ελαφρύ ήταν ο τρόμος στη μάχη.


Για τα σπαθιά των αγωνιστών αξίζει να γίνει μία μεγαλύτερη περιγραφή εφ’ όσον, αν θεωρούσαν τα άρματά τους ιερά, τα σπαθιά τους ήταν τα άγια των αγίων. Ήταν το όπλο της παλικαριάς που καταξίωνε τον αντρειωμένο στη μάχη σώμα με σώμα. Το καριοφίλι και η πιστόλα κρατούσαν τον εχθρό σε απόσταση. Τη νίκη όμως την έδινε το σπαθί και γι’ αυτό ήταν το τιμημένο όπλο της αρματωσιάς του. Οι πολεμιστές έδιναν τον όρκο τους τον ιερό πάνω στα σπαθιά τους. Ο πιο βαρύς όρκος στους Σουλιώτες ήταν «Να με κόψει το σπαθί του Μπότσαρη ή του Τζαβέλα».

 

Με το καριοφίλι «βαρούσαν» και οι γυναίκες και τα παιδιά, αν τύχαινε, το σπαθί όμως ήθελε χέρι αντρίκειο, δυνατό και ατρόμητο. Να τι λέει το ποίημα των Κολοκοτρωναίων:

 

Καβάλα παν στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε

φλουριά ρίχνουν στην Παναγιά, φλουριά ρίχνουν στους αγίους

και στον αφέντη το Χριστό τις ασημένιες πάλες.

Χριστέ μας, βλόγα τα σπαθιά, βλόγα μας και τα χέρια.

 

 

 

Πάλα

Πάλα

Η πάλα ήταν κυρίαρχο επιθετικό όπλο στις συμπλοκές και γι’ αυτό στις εικόνες των αγωνιστών που έχουμε είναι πάντα σηκωμένη, έτοιμη για κτύπημα φοβερό. Το σχήμα της (πολύ κυρτή), της έδινε τη δυνατότητα να κάνει βαθιές τομές στο ανθρώπινο σώμα, να αποκόπτει χέρια και κεφάλια με ένα μόνο κτύπημα. Στα «γιουρούσια τους» οι αγωνιστές άφηναν στα «ταμπούρια τους» τα άλλα όπλα τους και ορμούσαν στους Τούρκους με γυμνές τις πάλες. Οι περιγραφές για τα «γιουρούσια» είναι συγκλονιστικές και το θέαμα των άγριων επιτιθέμενων ανδρών κλόνιζε και τον πιο αντρειωμένο εχθρό. Ξακουστή τέτοια έφοδος ήταν η έξοδος του Μεσολογγίου, το «Μεγάλο γιουρούσι» όπως το είπαν, που συγκλόνισε όλη την οικουμένη, αφού, παρότι είχαν προδοθεί οι πολιορκημένοι Έλληνες και οι Τούρκοι τους περίμεναν πανέτοιμοι, κατάφεραν να ανοίξουν δρόμο με τα σπαθιά τους και να περάσουν, «θερίζοντάς τους» όπως οι αγρότες τα χωράφια τους, που μπαίνουν με το δρεπάνι από τη μία άκρη και βγαίνουν στην άλλη. Ξακουστοί επίσης έμειναν για την επιδεξιότητά τους στο σπαθί οι οπλαρχηγοί Νικηταράς, ο επονομαζόμενος Τουρκοφάγος ο οποίος στα Δερβενάκια άλλαξε τρεις πάλες που έσπαζαν από τα αδιάκοπα κτυπήματα μέχρι που «ξύλιασε» το χέρι του πάνω στη λαβή και δεν μπορούσε να το ανοίξει και ο Γκούρας που έπαθε το ίδιο στη μάχη στα βασιλικά.

 

 


Το γιαταγάνι ήταν και αυτό ξακουστό σπαθί αλλά κυρίως αμυντικό όπλο στα γιουρούσια, που έβγαινε από το σελάχι, όταν η πάλα έσπαζε ή έπεφτε κάτω. Τέλος από τους πολεμιστές όποιος σκότωνε τον εχθρό δικαιωματικά έπαιρνε λάφυρο το σπαθί του. Οι καπετάνιοι, όταν παρέδιδαν την αρχηγία στο πρωτοπαλίκαρο του «νταϊφά» τους, του έδιναν και το σπαθί τους. Έτσι πολλά σπαθιά έφτασαν από τα χέρια παλιών ξακουστών καπεταναίων στα χέρια των νεότερων που τα τιμούσαν ως κειμήλια ιερά στον αγώνα του «21».
Τη σημασία που πρέπει να έχουν για τους νεότερους Έλληνες οι εξαρτήσεις και τα όπλα των αγωνιστών της επανάστασης του 1821, μας τη δίνει ο παρακάτω στίχος του εθνικού μας ποιητή Κ. Παλαμά:

 

Δεν είναι για χαροκοπιές και για τα πανηγύρια

οι φουστανέλες, τα άρματα, η φέρμελη η χρυσή.

Τα άγιασε το αίμα κι η φωτιά, φέρτε λιβανιστήρια

τάχτε τα στα κονίσματα κι ανάφτε τους κερί.

 

 

 

Το Χαρμπί

 

Χρησιμοποιείται για το γέμισμα του όπλου, αλλά και ως λίμα για το τρόχισμα των σπαθιών.

 

 

Η Πιστόλα ή Μπιστόλα (ρόκα)

 

Πιστόλα

Πιστόλα

Κοντόκανο όπλο που χρησιμοποιήθηκε κατά την Επανάσταση από τους αγωνιστές του 1821. Ήταν μονόκανες και δίκανες. Τις δίκανες τις έλεγαν διμούτσουνες.

Σε αντίθεση με τους στεριανούς οι Έλληνες Ναυτικοί δεν κρατούσαν τα καριοφίλια αλλά τα λεγόμενα Τρομπόνια. Βραχύκαννα δηλαδή όπλα τα οποία έβαλλαν ταυτόχρονα πολλά μικρά σφαιρίδια μαζί.

Τρομπόνι – τρομπόνια 

Τρομπόνι

Τρομπόνι

Όπλο με πλατιά κάνη με μηχανισμό πυριτόλιθου, διακοσμημένο με σταυροειδή ασημένια καρφάκια 1750-1800.

 

 

 

 

Καρυοφύλλι ή καριοφίλι  

 

Παλιό εμπροσθογεμές τουφέκι με μακριά κάνη, που είχε για την πυροδότησή του πυριτόλιθο. Το καριοφίλι διαθέτει μεγάλο κοντάκι με κοίλο περίγραμμα στην πάνω και πλαϊνή πλευρά και ελαφρά κυρτό στην κάτω. Η κάνη είναι επιμήκης, σχεδόν κυλινδρική, σιδερένια με στόχαστρο. Κάτω από την κάνη αναπτύσσεται ο ξύλινος ξυστός, που στο εσωτερικό του δέχεται το σιδερένιο οβελό γεμίσματος του όπλου. Σχεδόν όλο το ξύλινο κοντάκι καθώς και ο ξυστός καλύπτονται με ελάσματα μπρούντζου που φέρουν εγχάρακτη διακόσμηση με σχέδια φυτών και ενώνονται με μικρά καρφιά. Πλατύ έλασμα περιβάλλει τη σκανδάλη, ενώ σώζεται καλά το σύστημα πυροδότησης του μπαρουτιού. Στη χειρολαβή υπάρχει κρίκος, προφανώς για το λουρί του όπλου.Την ονομασία του, την οφείλει στο Βενετικό εργοστάσιο κατασκευής όπλων, «CΑRLΟ E. FIGLI» (Κάρλο και υιοί) το οποίο και κατασκεύασε το πρώτο καριοφίλι. Το καριοφίλι ήταν το κλασσικό όπλο της ελληνικής επανάστασης του 1821. Με αυτό δοξάστηκε η κλεφτουριά. Έγινε ο αχώριστος σύντροφος κάθε κλέφτη, κάθε αρματολού.

Από τον ήχο του, αντηχούσαν οι απόκρημνες ελληνικές βουνοκορφές. Η δημοτική μούσα ύμνησε το καριοφίλι όσο κανένα άλλο όπλο, το οποίο μεταχειρίστηκαν οι Έλληνες στους τίμιους αγώνες τους. Γνωστοί οι στίχοι που φανερώνουν την επιθυμία αλλά και τη δύναμη του λαϊκού αγωνιστή: «Θα πάρω το τουφέκι μου, τ’ άγιο το καριοφίλι».

 

 

Παλάσκες 

Οι αγωνιστές του 1821 φορούσαν γύρω από την μέση τους τις Παλάσκες στις   οποίες τοποθετούσαν τα πολεμοφόδια τους . Μία μικρή μεταλλική ορθογώνια θήκη για τις τσακμακόπετρες των πυροβόλων όπλων τους και το «μεδουλάρι».

 

 

Σελάχι

Σελάχι

Σελάχι

Το σελάχι ήταν ανδρική ζώνη – θήκη που φοριόταν με φουστανέλα. Χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τους οπλαρχηγούς της Επανάστασης και αργότερα από ορισμένους αστούς στην Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα και Ήπειρο.

 

 

Μεδουλάρι  

Το Μεδουλάρι είναι μεταλλική θήκη όπου φυλαγόταν το μεδούλι (λίπος) για την λίπανση των όπλων. Κρεμόταν από τη μέση, στερεωμένο στο σελάχι ή το ζωνάρι, συνήθως στην αριστερή πλευρά.

 

Σπάθη – Σπάθα 

Ένα απαραίτητο συμπλήρωμα του οπλισμού των αγωνιστών του 1821 ήταν η κυρτή ανατολικού τύπου ΣΠΑΘΗ , την οποία αναρτούσαν με μεταξωτά κυλινδρικά κορδόνια από τον ώμο τους ή σπανιότερα την αναρτούσαν με δύο λεπτά λουριά σε μία επίσης λεπτή δερμάτινη ζώνη την οποία φορούσαν στην μέση τους. Επίσης : Οι σπάθες αποτελούσαν μέρος του οπλισμού των στρατιωτών μέχρι και τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Εντυπωσιάζει το σπαθί από την εποχή της Τουρκοκρατίας, με επιμήκη λάμα, κυρτή στη ράχη της ενώ στην κόψη είναι κοίλη και προς την αιχμή γίνεται κυρτή. Η λαβή αποτελείται από δυο τμήματα ξύλου που στο κάτω άκρο τους αποκτούν πλατιά, κυρτή επιφάνεια, εσωτερικά και εξωτερικά επίπεδη. Το κενό ανάμεσά τους καλύπτει ταινιωτό έλασμα από ατσάλι που φέρει εγχάρακτη διακόσμηση από κυματιστές γραμμές. Το έλασμα αυτό συνεχίζεται και πάνω από την ξύλινη λαβή, καλύπτοντας ένα τμήμα πριν αρχίσει η λάμα. Στη βάση της λάμας, και στις δυο όψεις, υπάρχει διακοσμητικό εγχάρακτο έλασμα, σχεδόν τριγωνικό, του οποίου η μια πλευρά σχηματίζει καμπύλες πάνω στην ξύλινη λαβή.

Γιαταγάνι (Yatagan)

 

Γιαταγάνι

Γιαταγάνι

Είναι ένα είδος μεγάλης μαχαίρας, χωρίς φυλακτήρα στη λαβή, τουρκικής προέλευσης.  Η λεπίδα του γιαταγανιού σχηματίζει κοίλη καμπύλη στο μέσο και κυρτή στην αιχμή. Πλατιά και καμπυλωτή προς το μέρος της αιχμής. Η Μάχαιρα ή σπάθη χρησιμοποιήθηκε κυρίως από τους Άραβες και τους Τούρκους. Η χρήση του γενικεύτηκε κατά τη διάρκεια της Επανάστασης και αποτέλεσε απαραίτητο εξάρτημα του οπλισμού των Ελλήνων αγωνιστών. Ήταν διαδεδομένο γενικά στα Βαλκάνια, την Μ. Ασία, την Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.

 

 

 

 

 

Πηγή

  •  Γιάννης Ρούσκας, Αρχ/ρχος Πολεμικού Ναυτικού ε.α. Ιστορικός- Ερευνητής, « ΤΟ ΟΠΛΟΣΤΑΣΙΟ ΤΟΥ ΝΑΥΠΛΙΟΥ». Περιοδικό: Αρχαιολογία & Τέχνες 66.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Σπηλιάδης Νικόλαος (Τρίπολη 1785 – Ναύπλιο 1862 ή 1867)


 

Νικόλαος Σπηλιάδης

Ο Νικόλαος Σπηλιάδης (1785 – 1862 ή 1867) υπήρξε φιλικός, αγωνιστής, πολιτικός, λόγιος και «απομνημονευματογράφος» του αγώνα του 21. Γεννήθηκε στην Τρίπολη. Σπούδασε στο Άργος και στην Κωνσταντινούπολη, όπου μαζί με τον Αναγνωσταρά δούλεψε για ένα διάστημα στην επιχείρηση του φιλικού Π. Σέκερη. Στη συνέχεια εργάσθηκε υπάλληλος του μεγαλέμπορου Αλέξαδρου Μαύρου.

Το 1816 αυτός τον έστειλε στην Οδησσό, όπου μυήθηκε στη Φιλική εταιρία από το Σκουφά. Μάλιστα αναφέρεται ότι όταν ο Σκουφάς του πρότεινε να γίνει μέλος της Φ.Ε. δέχθηκε, αλλά κατά τη διάρκεια της μύησης άρχισε να έχει δισταγμούς, απορώντας κυρίως, πώς εμπιστεύθηκαν την σημαία μιας τόσο μεγάλης ιδέας στον Σκουφά, που αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες στην εργασία του. Ενώ είχε αρχίσει να γράφει το «Εφοδιαστικόν» (δηλαδή το έγγραφο που έπρεπε να συμπληρωθεί και να υπογραφεί από κάποιον που προσχωρούσε στην Φιλική Εταιρεία) και συγχρόνως ήταν σκεπτικός, ο Σκουφάς, βρίσκοντας κάποια πρόφαση του πήρε το έγγραφο και αποσύρθηκε για λίγο, για να εξαφανισθεί στη συνέχεια. Ο Σπηλιάδης δεν αναφέρθηκε ποτέ στο περιστατικό αυτό. Λίγο αργότερα, όταν έμαθε τις δολοφονίες των φιλικών Γαλάτη και Καμαρινού, θεώρησε ότι και αυτός καταδιώκεται, και αποφάσισε ανεπιτυχώς να αυτοκτονήσει. Στη συνέχεια όμως συμμετείχε ενεργά στις δραστηριότητες της Φιλικής Εταιρίας και επιδόθηκε στη μύηση Ελλήνων της Οδησσού.

Όταν κηρύχτηκε η Επανάσταση, ήλθε στην Ελλάδα για να πολεμήσει. Αφιερώθηκε όμως κύρια στα πολιτικά πράγματα. Το 1822 διορίστηκε αρχιγραμματέας της Πελοποννησιακής Γερουσίας και από τη θέση αυτή προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες, δείχνοντας πολιτική σύνεση. Μεταξύ άλλων, διατέλεσε γενικός γραμματέας του Εκτελεστικού Σώματος, αντικαθιστώντας τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

Παράλληλα συνδέθηκε με τον Καποδίστρια του οποίου υπήρξε ένθερμος φίλος, οπαδός και συνεργάτης. Στις 5 Φεβρουαρίου 1829, μετά την αποχώρηση του Σπ. Τρικούπη, διορίσθηκε Γραμματέας Επικρατείας, θέση ανάλογη με του πρωθυπουργού. Παραμένοντας πάντοτε υποστηρικτής του Καποδίστρια, ήλθε και αυτός σε ρήξη με τους πολιτικούς του αντιπάλους, δηλώνοντας χαρακτηριστικά:

«Εξαιρέσει δ’ ολίγων οι διατελούντες εις την υπηρεσίαν του Καποδίστρια είναι τίμιοι άνθρωποι και, αποστρεφόμενοι το έγκλημα, δεν εκκαθάρισαν την Ελλάδα από τοιαύτα τέρατα και δια τούτον μόνον έβλαψαν την πατρίδαν».

Επί Βαυαροκρατίας, συνελήφθη και φυλακίστηκε με την κατηγορία της συμμετοχής σε συνομωσία κατά του Όθωνος, αλλά αθωώθηκε.

Προς το τέλος της ζωής του ασχολήθηκε με τη συγγραφή, ενώ μετέφρασε και μερικά γαλλικά κείμενα, όπως «Τα μυστικοσυμβούλια και ο λαός του Μπινιόν», «Περιήγησις εν Ελλάδι του Σατομπριάν», κ.ά. Μεταξύ των έργων του ξεχωρίζουν «τα Απομνημονεύματα δια να χρησιμεύσωσιν εις την Νέαν Ιστορίαν των Ελλήνων» που εκδόθηκε το 1857. Στο έργο αυτό αφηγείται την ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, περιγράφοντας πολλά περαστικά και μάχες του απελευθερωτικού αγώνα. Τα «Απομνημονεύματα» αποτελούν σημαντική ιστορική πηγή για την επαναστατική και μετεπαναστατική περίοδο.

Στα 1838, ωστόσο, στη σκιά της απολυταρχίας του Όθωνα και στο απόγειο της εκστρατείας αποδόμησης της υστεροφημίας του Κυβερνήτη, ο Σπηλιάδης επιστράτευσε τη γραφίδα του για να αναιρέσει το αντικαποδιστριακό κατηγορητήριο που είχε εξαπολύσει ο επιφανέστερος ίσως πολέμιος της Ελληνικής Πολιτείας (1828-1832), ο Βαυαρός φιλέλληνας Friedrich Thiersch.

Το βιβλίο του Σπηλιάδη,  γραμμένο στα Γαλλικά, με τίτλο «Réfutation faite par un grec lan mil huit cent trent huit de louvrage intitulé “De l’état actuel de la Grèce et des moyens darriver à sa restauration”, publié par Mr. F. Thiersch lan, 1833», είχε σκοπό να αποκαταστήσει την υπόληψη του «μπαρ­μπα-Γιάννη», απαντώντας, μεταξύ άλλων, στις συκοφαντίες γύρω από τη διπλωματική στρατηγική του, η οποία συνδεόταν με το όραμα που είχε για την εδραίωση της ελληνικής κυριαρχίας στην ευρύτερη περιοχή· την ανταπόκρισή του στο αίτημα περί διανομής της εθνικής γης στους ακτή­μονες, το οποίο φαίνεται ότι συσχέτιζε με το φλέγον πολιτειακό ζήτημα· τις αντιλήψεις του σχετικά με τη θέση της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς στη νεοελληνική ταυτότητα· τη στάση του απέναντι στην αντιπολίτευση και τα εγχώρια ολιγαρχικά συμφέροντα· καθώς και τις διαθέσεις του απέναντι στην προοπτική πολιτειακής συμβίωσης με τον Όθωνα.

Το παραπάνω  βιβλίο υπό τον τίτλο «Αναίρεσις» του Νικολάου Σπηλίαδη  κυκλοφόρησε  για πρώτη φορά στα ελληνικά το 2019, μεταφρασμένο από τον Αλέξανδρο Παπα­διαμάντη. Πέθανε στο Ναύπλιο το 1862.

 

Πηγή


 

Read Full Post »

Τρίπολη ( Απελευθερωτικός Αγώνας)

 

 

Η Ιστορία της πόλης

 

 

Η Τρίπολη είναι μια από τις μεγαλύτερες και σημαντικότερες πόλεις της Πελοποννήσου. Είναι πρωτεύουσα του Ν. Αρκαδίας και της Επαρχίας Μαντινείας.  Κατοικήθηκε για πρώτη φορά μετά την κατάληψη του Μοριά από τους Τούρκους (1460) από καταδιωγμένους κατοίκους της Αρκαδίας και κυρίως από ανθρώπους των χωριών Δαβιάς, Μοχλίου και Βελιγοστής. Γι’ αυτό και μετεπαναστατικά ονομάστηκε Τρίπολις.

 

Γέροντες Τρίπολη 1900. Αρχείο: Ν. Γρηγοριάδη.

Γέροντες Τρίπολη 1900. Αρχείο: Ν. Γρηγοριάδη.

Στα περισσότερα έγγραφα του απελευθερωτικού αγώνα αναφέρεται ως Τριπολιτσά ή Τριπολιτζά και σε παλιότερες γραπτές πηγές, ως Ντρομπολιτζά*. Με το τελευταίο όνομα μνημονεύεται και κάποιο τουρκικό κάστρο από το 1467 και μετά. Η Τριπολιτσά μέχρι και τις αρχές του 18ου αι. ήταν ένα  χωριό, το οποίο στη συνέχεια αναπτύχθηκε και έγινε μετά τα Ορλωφικά διοικητικό κέντρο της Πελοποννήσου και έδρα του Μόρα Βαλεσή, δηλαδή του Τούρκου διοικητή της Πελοποννήσου, με πρώτο τον Αχμέτ πασά Σαλάμπαση (1770-1787).

Η Τρίπολη, δέχτηκε την οργή των Τούρκων κατά τα Ορλωφικά** και στη συνέχεια επί εννέα χρόνια τις λεηλασίες των Αλβανών, μέχρι που τα σουλτανικά στρατεύματα σε συνεργασία με τους χριστιανούς κλέφτες κατόρθωσαν να τους εξοντώσουν. Εκεί διακρίθηκε ο πατέρας του Θ. Κολοκοτρώνη, Κωνσταντής. Από τους 12.000 Αρβανίτες μόνο 700 γλίτωσαν και διέφυγαν στη Ρούμελη. Μέχρι το 1808 υπήρχε στην άκρη της πόλης, κατά την πύλη τ’ Αναπλιού, πυραμίδα από χιλιάδες ασβεστωμένα κεφάλια Αλβανών.

Ο Αχμέτ πασάς, ο πρώτος Μόρα Βαλεσής, έκανε την Τριπολιτσά πρωτεύουσα του Μοριά με σουλτανικό φιρμάνι και εγκαταστάθηκε εκεί μόνιμα το 1786, όταν ολοκληρώθηκε το τείχος της πόλης, που κτίστηκε με αγγαρείες των χριστιανών. Το τείχος είχε 5,5 μ. ύψος, 3,5 χλμ. μήκος και πάνω από δύο μέτρα πάχος στη βάση.

 

Στη συνέχεια, η Τρίπολη έγινε πολυάνθρωπη με πολλούς Τούρκους και αξιόλογο στράτευμα. Ιδιαίτερα αναπτύχθηκε, όταν Μόρα Βαλεσής έγινε ο γιος του Αλή πασά των Ιωαννίνων Βελής (1807-1820), γιατί τον ακολούθησαν πολλοί βιοτέχνες και τεχνίτες Γιαννιώτες, οι οποίοι συνετέλεσαν στην οικονομική της ανάπτυξη.

 

 

Η Τρίπολη στην Επανάσταση

 

 

 
Τριπολιτσιώτες προύχοντες με εθνική ενδυμασία. Φωτογραφία Nelly’s περίπου το 1930.

Τριπολιτσιώτες προύχοντες με εθνική ενδυμασία. Φωτογραφία Nelly’s περίπου το 1930.

Το 1821 η Τρίπολη είχε 35.000 κατοίκους, Τούρκους, Έλληνες και λίγους Εβραίους. Με το ξέσπασμα της επανάστασης ο πληθυσμός της αυξήθηκε σημαντικά, γιατί πολλοί Τούρκοι κατέφευγαν εκεί για ασφάλεια. Όταν άρχισε η πολιορκία, υπήρχαν μέσα 15.000 αρματωμένοι Τούρκοι και Αλβανοί. Ο Θ. Κολοκοτρώνης πίστευε πως έπρεπε να καταληφθεί η Τρίπολη, για να στεριώσει η επανάσταση, και είχε απόλυτο δίκιο, γιατί ήταν διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο του Μοριά, ικανό λόγω της γεωγραφικής του θέσης και της δύναμής του να αντιμετωπίζει με επιτυχία τους επαναστατημένους Ρωμιούς σ’ όλο το Μοριά. Με δυσκολία κατόρθωσε να μαζέψει λίγο στρατό στην αρχή, γιατί πολλοί καπεταναίοι και πρόκριτοι δε συμφωνούσαν μαζί του. Στη συνέχεια όμως κατάλαβαν πως είχε δίκιο. Έτσι, τον Ιούνιο τα ελληνικά στρατεύματα, που συμμετείχαν στην πολιορκία, ήταν πάνω από 7.000. Όσο περνούσαν οι μέρες και η θέση των πολιορκουμένων χειροτέρευε, τόσο πλήθαιναν και οι πολιορκητές που συνέρρεαν με κάθε πολεμικό μέσο.

Εκείνες τις μέρες η αλληλεγγύη και η διάθεση συνεισφοράς στον αγώνα ήταν ιδιαίτερα αναπτυγμένες ανάμεσα στους αγωνιστές. Εκείνο που προείχε και φλόγιζε τις καρδιές τους ήταν η επιτυχία του σχεδίου του Κολοκοτρώνη.

Στην Τρίπολη λοιπόν πολέμησαν στο πλευρό του Γέρου του Μωριά και του Νικηταρά και αρκετοί μαχητές από την Επαρχία Άργους, με επικεφαλής τον Γιαννάκο Δαγρέ, τον αδελφό του Θανάση, τον Θεόδωρο Τριγγούνη, τον Ηλία Θεοδωρόπουλο και τον Γεώργιο Φράγκο, ο οποίος και έπεσε κατά την πολιορκία.   

 

 
Ανακομιδή στη Τρίπολη των λειψάνων του Θ. Κολοκοτρώνη με το τραίνο, 10 Οκτ. 1930, σιδ. σταθμός Τρίπολης.

Ανακομιδή στη Τρίπολη των λειψάνων του Θ. Κολοκοτρώνη με το τραίνο, 10 Οκτ. 1930, σιδ. σταθμός Τρίπολης.

Η Τρίπολη έπεσε στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, ημέρα Παρασκευή, από ένα τυχαίο και αναπάντεχο περιστατικό· ο Τσακωνίτης αγωνιστής, ο Μανώλης Δούνιας,*** έδινε στους Τούρκους ψωμί και σύκα και είχε πιάσει φιλίες μαζί τους. Εκείνοι τον δέχονταν στο πυροβολείο τους – τάπια – που ήταν κοντά στην πύλη τ’ Αναπλιού, και κάνανε συντροφιά. Ο Δούνιας έπαιρνε και κάποιους φίλους μαζί του. Την ημέρα εκείνη παρατήρησαν ότι οι υπερασπιστές στις επάλξεις ήταν ελάχιστοι, γιατί οι Τούρκοι είχαν μεγάλη σύναξη, για να δουν τι θα κάμουν, και η φρούρηση είχε χαλαρώσει.

Εκμεταλλεύτηκαν, λοιπόν, την ευκαιρία και άνοιξαν την πύλη τ’ Αναπλιού. Όρμησαν τότε κι άλλοι μέσα, ανοίχτηκαν κι άλλες πύλες και σε λίγο οι πολιορκητές έμπαιναν από παντού. Ο πρώτος καπετάνιος που πάτησε την πόλη ήταν ο Παναγιώτης Κεφάλας,**** ο οποίος μπήκε από την πύλη του Μυστρά. Οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν κι έτρεξαν να σώσουν τις οικογένειές τους. Αμέσως άρχισε άγρια σφαγή. Οι Έλληνες δεν ήταν δυνατό να πειθαρχήσουν στους αρχηγούς τους, αφού μάλιστα η πόλη δεν είχε καταληφθεί με έφοδο αλλά από τυχαίο περιστατικό.

Ο Καπετάνιος Γιαννάκος Δαγρές από την Καρυά, συνέλαβε τον κοτζάμπαση Σωτηράκη Κουγιά, ο οποίος ήταν προδότης και είχε αποκαλύψει στους πασάδες της Τρίπολης το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας και αφού του έκοψε τ᾽ αυτιά, τον σκότωσε.

 

Ο Φωτάκος γράφει:

 

 «Η σφαγή άρχισεν εις όλα τα μέρη της πόλεως, το τουφέκι εδούλευε πανταχού και ανηλεώς και κατά τρεις ολοκλήρους ημέρας εσκοτώνοντο πάσης ηλικίας άνθρωποι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά ανήλικα. Οι Έλληνες εδώ εξεδικήθησαν δι’ όσα τόσους χρόνους είχαμεν πάθει από τους τυράννους μας…».

 

Η σφαγή κράτησε τρεις μέρες, μέχρι την Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου, και τελείωσε μόνο όταν έσβησε κάθε αντίσταση των Τούρκων. Οι Έλληνες εκδικήθηκαν τους Τούρκους για όσα τους είχαν κάνει τόσους αιώνες και φάνηκε ότι η συμβίωσή τους πια δεν ήταν δυνατή. Υπολογίζεται ότι σκοτώθηκαν 10.000 Τούρκοι και ότι 8.000 αιχμαλωτίστηκαν. Έλληνες σκοτώθηκαν περίπου 300.

 

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αναφέρει στο ημερολόγιό του σχετικά με την απελευθέρωση της Τρίπολης:

 

«Το ασκέρι όπου ήτον μέσα, το ελληνικό, έκοβε και εσκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες, τριάνταδύο χιλιάδες. Το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη. Έλληνες εσκοτώθηκαν εκατό.»‘

 

 
Μεταφορά των οστών του Θ. Κολοκοτρώνη, δοξολογία στον Μητρ. Ναό του Αγ. Βασιλείου, 10 Οκτ. 1930. (φωτογραφικό αρχείο Ζαχ. Ζαχαρόπουλου)

Μεταφορά των οστών του Θ. Κολοκοτρώνη, δοξολογία στον Μητρ. Ναό του Αγ. Βασιλείου, 10 Οκτ. 1930. (φωτογραφικό αρχείο Ζαχ. Ζαχαρόπουλου)

Τόσα ήταν τα πτώματα στους δρόμους, που το άλογο του Κολοκοτρώνη προχωρούσε, χωρίς ν’ ακούγονται τα πέταλά του. Στη συνέχεια ο Δημ. Υψηλάντης φρόντισε να καθαριστεί η πόλη. Εντούτοις, έπεσε τύφος και οι άνθρωποι πέθαιναν, μέχρι που έπιασαν τα δυνατά κρύα του χειμώνα και υποχώρησε η ασθένεια. Η Τριπολιτσά έγινε έδρα της Πελοποννησιακής Γερουσίας (1822) και κατόπιν του Εκτελεστικού και Βουλευτικού Σώματος (1823).

 Αργότερα ο Ιμπραήμ κατέλαβε την πόλη (10 Ιουνίου 1825) και την έκανε ορμητήριό του μέχρι το Φεβρουάριο  1828, όταν ο Αιγύπτιος στρατηλάτης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει οριστικά την Πελοπόννησο. Φρόντισε μάλιστα να κατεδαφίσει το τείχος και να κάψει την πόλη λίγο πριν από την αναχώρησή του. Μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους η Τριπολιτσά ξανακτίστηκε και μετονομάστηκε σε Τρίπολη.

 

 

Αξιοθέατα της πόλης

 

  • Μητρόπολη. Αφιερωμένη στον Άγιο Βασίλειο, οικοδομήθηκε στην θέση όπου ήταν το τζαμί του Μπεκίρ-Πασά.
  • Πλατεία Άρεως. Διαμορφώθηκε στη θέση όπου βρισκόταν το σεράι.
  • Κεντρική Πλατεία Τρίπολης ή Πλατεία Αγίου Βασιλείου.
  • Αρχαιολογικό Μουσείο Τρίπολης. Στεγάζεται σε διώροφο νεοκλασικό κτίριο, έργο του αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλλερ. Εκτίθενται ευρήματα από τις ανασκαφές αρχαίων θέσεων στην Αρκαδία. Περιλαμβάνει νεολιθικά και πρωτοελλαδικά αντικείμενα και σκεύη από πρόσφατες ανασκαφές στο Σακοβούνι Καμενίτσας Αρκαδίας, καθώς και πλούσια συλλογή Υστερομυκηναϊκών και Υπομυκηναϊκών Χρόνων από το Παλαιόκαστρο της Γόρτυνας. Εκτίθενται ακόμα ευρήματα Γεωμετρικών χρόνων από νεκροταφεία της Μαντινείας και κεραμική, γλυπτική και ανάγλυφα Αρχαϊκών μέχρι Ρωμαϊκών χρόνων από περιοχές της Αρκαδίας. Ξεχωρίζει η μοναδική στην Ελλάδα συλλογή των λατρευτικών ειδωλίων των Πρωτοελλαδικών χρόνων από το Σακοβούνι όπως και το ομόγλυφο καθήμενο άγαλμα θεάς (ίσως Αθηνά) από την Ασέα και τα ευρήματα της 15ετούς ανασκαφής στην Έπαυλη του Ηρώδου του Αττικού στην Λουκού Κυνουρίας. Υπάρχουν επίσης ευρήματα Παλαιοχριστιανικών και Πρώιμων Βυζαντινών.
  •  Πολεμικό Μουσείο. Ιδρύθηκε το Φεβρουάριο του 2000 και στεγάζεται στο ισόγειου του σπιτιού του Μαλλιαρόπουλου στην κεντρική πλατεία του Αγίου Βασιλείου. Περιλαμβάνει κύρια εκθέματα από τον αγώνα του 1821, όπως και του πολέμου του 1940. Ξεχωρίζουν το εκμαγείο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, η προτομή του και συλλογές όπλων και σπαθιών από την επανάσταση.

 

Υποσημειώσεις

 

* Ντρομπολιτζά

 

Εκτός του «Ντρομπολιτσά», η προφορική παράδοση και οι γραπτές πηγές χρησιμοποιούν μια αρκετά μεγάλη ποικιλία ονομάτων: Ντρομπολ(ι)τζιά, Τροπολιτζ(ι)ά, Τροπολικιά, Ντριμπολιτζ(ι)ά, Τριπολιτζά, Τριπολιτσά, Τρομπολιτσά, Τροπολ(ι)τσά, Υδροπολιτζά, Ύδωρ Μολιτζά, κλπ. (Οι Τούρκοι παράλληλα χρησιμοποιούσαν τις ονομασίες Νταραμπολίτζα, Ταραμπολίτζα, Ταραμπουλούς). Άλλη εκδοχή υποστηρίζει ότι είναι από το Υδρόπολις, (αρχαία Ελληνική αποικία, στην νότια Αλβανία, Ιλλυρία τότε), Ντρόπολις και χαϊδευτικά Ντροπολιτσά ( ιτσα = υποκοριστικό π.χ. Ελένη = Ελενίτσα), δηλαδή μικρή Ντρόπολι.  

 

 

**  Τα Ορλωφικά

 

Η Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας, ακλουθώντας το όραμα του Μεγάλου Πέτρου για ανα­σύσταση της ορθόδοξης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υπό το σκήπτρο του, παρακινεί τους Έλληνες σε επανάσταση, στέλνοντας στην Ελλάδα τρεις αξιωματικούς του ρωσικού στρατού, τους αδελφούς Ορλώφ. Στόχος των ενεργειών της ήταν απλώς η δημιουργία αντιπε­ρισπασμού, αφού η Ρωσία βρισκόταν ήδη σε εμπόλε­μη κατάσταση με τους Τούρκους. Οι Έλληνες, με επί­κεντρο την Πελοπόννησο και τη Στερεά, ξεσηκώθηκαν, αλλά οι δυνάμεις που έστειλε η Ρωσία για να τους συν­δράμει αποδείχθηκαν πενιχρές και ανοργάνωτες. Πα­ρά τις αρχικές επιτυχίες των Ελλήνων οπλαρχηγών, η επανάσταση στην ξηρά έληξε, λίγους μήνες αργότε­ρα, με σφαγές, μαζικούς εξισλαμισμούς και εξαν­δραποδισμό του πληθυσμού στην Πελοπόννησο, στη Μακεδονία και στηνΉπειρο. Αντίθετα, στη θάλασσα, το τουρκικό ναυτικό υπέστη πανωλεθρία στο Τσεσμέ (Μάιος 1770) από τον ρωσικό στόλο.

*** Οι Τσάκωνες είχαν κάνει γνωριμίες με τους πολιορκημένους Τούρκους στην Τριπολιτσά κι εμπορεύονταν τρόφιμα με αντάλλαγμα όπλα. Κατάφεραν να αποφυλακίσουν τον πρόκριτο Πραστού Γιαννούλη Καραμάνο δίνοντας υπόσχεση «στους φίλους τους», να τους διασώσουν, αν πέσει η Τριπολιτσά στα χέρια των Ελλήνων.Σε μία συνάντηση τέτοια, για ανταλλαγή τροφών με όπλα, ο Τσάκωνας Μανώλης Δούνιας (ή Ντούνιας) κατάφερε «τους φίλους» του, Τούρκους, να τον ανεβάσουν στην Τάπια (τουρκ. tabya: ταμπούρι, προμαχώνας) του κάστρου της Τριπολιτσάς. Με λίγους φίλους του, που τον ακολούθησαν, αιχμαλώτισε τους Τούρκους φρουρούς, γύρισε τα κανόνια στην πόλη κι άνοιξε την πόρτα του Αναπλιού, στις 23 Σεπτεμβρίου του 1821.

 

**** Κεφάλας Παναγιώτης

Αγωνιστής του Εικοσιένα από το Δυρράχιο Μεγαλόπολης που γεννήθηκε το 1790 και έπεσε ηρωικά το 1825 στο Μανιάκι. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Παπαφλέσσα και κήρυξε τον πόλεμο εναντίον των Τούρκων από το Νοέμβρη του 1820 μαζί με τα αδέλφια του Θεόδωρο και Δημήτριο κι άλλους συμπατριώτες του. Στις 15 Απρίλη 1821 πήρε μέρος στη μάχη του Λεβιδίου και στις 12 – 13 Μάη στη μάχη του Βαλτετσίου. Με 600 διαλεχτά παλικάρια πήρε ενεργό μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς.

Ήταν ο πρώτος που στις 23 Σεπτέμβρη παραβίασε το φρούριο στην πόρτα του Ναυπλίου κι έστησε πάνω στα τείχη την ελληνική σημαία. Συνέχισε να πολεμά παίρνοντας μέρος σε διάφορες μάχες μέχρι το 1825. Όταν οι ορδές του Ιμπραήμ σάρωναν το Μοριά, ο Κεφάλας με τον Παπαφλέσσα, αντιτάξανε ηρωική μα απελπισμένη άμυνα στο θρυλικό Μανιάκι. Στις 19 Μάη 1825, και αφού από τους 2.000 άντρες τους απόμειναν μόνο 600, έπεσαν πολεμώντας πολυάριθμους εχθρούς.

 

Πηγές

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1858.
  • Κωστή Ι. Τσούχλου, «Οι Τσάκωνες του ’21»,  εκδ. Αδελφότητος Κυνουριέων.
  • Φωτογραφίες: Πανεπιστήμιο Πάτρας στον ιστότοπο www.arcadiasite.gr

 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »