Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρόσωπα & γεγονότα του΄21’ Category

Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ο Τουρκοφάγος (1782 ή 1787-1849)


 

Νικηταρά –Νικηταρά

Πού ᾽χεις στα πόδια σου φτερά

και στην καρδιά ατσάλι.

 

Νικήτας, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Ο Νικηταράς γεννήθηκε στο χωριό Μεγάλη Αναστάσοβα των Πισινών Χωριών του Μυστρά (σημερινή Νέδουσα Μεσσηνίας), στους πρόποδες του Ταϋγέτου, 25 χλμ από την πόλη της Καλαμάτας όπως μας διηγείται ο ίδιος στα απομνημονεύματά του που κατέγραψε ο Γεώργιος Τερτσέτης.

«Εγεννήθηκα εις ένα χωριό Μεγάλη Αναστασίτσα (Αναστάσοβα) αποδώθε από του Μυστρά προς την Καλαμάτα. Ο προπάππος μου ήτον Προεστός και ο πατέρας μου έφυγε δεκαέξι χρόνων και επήγε με τα στρατεύματα τα Ρούσικα στην Πάρο και ήτον πολεμικός. Τον εσκότωσαν εις την Μονεμβασιά μαζί με έναν αδελφό και μ’ έναν κουνιάδο μου. Από ένδεκα χρόνων, μαζί με τον πατέρα μου, έσερνα άρματα. Ετουφέκισα ένα Τούρκο στο Λεοντάρι…».

Ο Φωτάκος στο βιβλίο του «Βίοι Πελοποννησίων ανδρών», αναφέρει ότι τόπος γεννήσεως του ήταν το  χωριό Τουρκολέκα της Μεγαλόπολης. Τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο χωριό του πατέρα του, στο χωριό Τουρκολέκα του Δήμου Φαλαισίας της επαρχίας Μεγαλουπόλεως, του Νομού Αρκαδίας.

Πατέρας του ήταν ο κλέφτης Σταματέλος Τουρκολέκας. Η μητέρα του Σοφία Καρούτσου ήταν αδελφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο Νικηταράς λοιπόν ήταν ανιψιός του Γέρου του Μωριά.

Εντεκάχρονος, βγήκε στο αρματολίκι ακολουθώντας τον πατέρα του. Αργότερα εντάχθηκε στο «μπουλούκι» του περίφημου κλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη. Κοντά του έμαθε τα μυστικά της πολεμικής τέχνης, ξεχωρίζοντας για την ανδρεία και την ευρωστία του. Ήταν ψηλός, μελαχρινός, πρώτος στο πήδημα και γρήγορος στο τρέξιμο. Η αλληλοεκτίμηση και η φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ του Καπετάνιου και του Νικηταρά, οδήγησαν τελικά στον γάμο του  με την κόρη του Ζαχαριά, την  Αγγελίνα.

Το 1805, στο μεγάλο διωγμό των κλεφταρματολών, ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους και ο Νικηταράς ακολούθησε τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στην Ζάκυνθο. Έκτοτε,  δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Την αφοσίωση του Νικηταρά προς τον θείο του ο λαός την είπε με δύο λόγια. «Μπροστά πηγαίνει ο Νικηταράς και πίσω ο Κολοκοτρώνης»  αλλά και θέλοντας να τονίσουν την στενή και άρρηκτη σχέση των δύο ανδρών έλεγαν: «Η κεφαλή ήτο του Κολοκοτρώνη και η χειρ του Νικηταρά ».

Εκείνο τον καιρό τα Επτάνησα τα εξουσίαζαν οι Ρώσοι. O Νικηταράς εντάχθηκε στο ρωσικό στρατό και με το τάγμα του πολέμησε εναντίον του Ναπολέοντα στην Ιταλία. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Ζάκυνθο και υπηρέτησε αυτή την φορά τους Γάλλους, που στο μεταξύ είχαν καταλάβει το νησί με την συνθήκη του Τίλσιτ.

Στις 18 του Οκτώβρη του 1818  – ενώ βρισκόταν στην Καλαμάτα – μυήθηκε στη Φιλική εταιρεία από τον Ηλία Χρυσοσπάθη. Με συντροφιά τον Αναγνωσταρά και αργότερα τον Δ. Πλαπούτα, περιόδευσε την Πελοπόννησο κατηχώντας πολλούς στο μεγάλο μυστικό και ετοιμάζοντας τον λαό για τον επερχόμενο ξεσηκωμό.

Με την έκρηξη της επανάστασης, μαζί με τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και άλλους οπλαρχηγούς μπήκε στην Καλαμάτα, στις 23 του Μάρτη του 1821. Είχε ενστερνισθεί βαθιά τις απόψεις και τα σχέδια του θείου του και πήρε μέρος σε όλες τις επιχειρήσεις για την κατάληψη της Τρίπολης που τότε ήταν το Διοικητικό κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο.

Στις 12-13 του Μάη επικεφαλής 800 ανδρών συμμετείχε στην νικηφόρα μάχη στο Βαλτέτσι. Αμέσως μετά και ενώ κατευθυνόταν προς το Ναύπλιο με 200 μόλις άντρες, προέκυψε η ανάγκη να αντιμετωπίσει στα Δολιανά, ισχυρή Τουρκική δύναμη 6.000 ανδρών υπό τον Κεχαγιάμπεη, υποστηριζόμενη και από πυροβόλα. Ήταν 18 του Μάη του 1821. Εκεί απέδειξε στο έπακρο τον ηρωισμό του και την σπάνια στρατιωτική του αρετή και ικανότητα. Κατάφερε να τους προξενήσει τεράστια  καταστροφή και σχεδόν να τους αποδεκατίσει.

Έντρομοι οι Τούρκοι σκορπίστηκαν στις γύρω ρεματιές για να γλυτώσουν, εγκαταλείποντας τα ζώα και τα πυροβόλα τους στα χέρια των Ελλήνων. Ο Νικηταράς, βλέποντας τους να φεύγουν τους φώναζε : «Σταθήτε Πέρσαι να πολεμήσωμε» και μάλιστα τους αποκαλούσε Περσιάνους.

Αν στη μάχη στο Βαλτέτσι διακρίθηκε για την ανδρεία του, στην μάχη των Δολιανών, η ιστορία τον πήρε στα φτερά της. Οι επευφημίες των συντρόφων του έφτασαν ίσαμε τα ουράνια και για πρώτη φορά, βγαλμένο απ’ τις καρδιές των συναγωνιστών του, ακούστηκε το παρατσούκλι που θα τον συνόδευε σε όλη του την ζωή. Με αυτό πέρασε στην ιστορία. Με αυτό έμεινε στη συνείδηση και την ψυχή των Ελλήνων.

 

Νικηταράς, ακουαρέλα, έργο του Δανού ζωγράφου, το 1836, Martinus Rørbye (1803-1848).

 

Στρατηγός Νικηταράς ο Τουρκοφάγος

 

Με τις μάχες των Δολιανών και των Βερβένων, προξενήθηκαν ιδιαίτερα σοβαρές ζημιές στους Τούρκους – που αναγκάστηκαν να κλειστούν στην Τρίπολη – ξανάδωσαν κουράγιο  στους ξεσηκωμένους ραγιάδες, και προετοίμασαν το κλίμα για την άλωση της πρωτεύουσας του Μωριά, που πραγματοποιήθηκε στις 23 Σεπτέμβρη 1821, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμη φορά, την στρατηγική του Κολοκοτρώνη. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Φωτάκος ή Φώτιος Χρυσανθόπουλος (1798-1878)

 

Αγωνιστής του 1821, υπασπιστής του Θ. Κολοκοτρώνη και απομνημονευματογράφος. Ο πατέρας του ήταν ο ιερέας παπα – Γιαννάκης,  γι’ αυτό και τ’ αδέρφια του (Αναγνώστης, Κωνσταντίνος, Παναγιώτης και Νικόλαος) ονομάσθηκαν Παπαγιαννακόπουλοι, ενώ ο Φωτάκος διατήρησε το πατρικό επώνυμο Χρυσανθόπουλος. Στην ιστορία  έμεινε γνωστός ως Φωτάκος.

Γεννήθηκε στα Μαγούλιανα* Γορτυνίας. Διδάχτηκε τα πρώτα του γράμματα στο χωριό του με δάσκαλο τον Αγάπιο. Κατόπιν πήγε στη Βυτίνα, όπου είχε δάσκαλο τον Παρθένιο. Επειδή όμως ήταν πολύ ζωηρό, σκληρό και φιλόνικο παιδί, ο πατέρας του φοβούμενος μη φιλονικήσει με τους Τούρκους, τον έστειλε στη Ρωσία, στο Κισνόβι της Βεσσαραβίας ως εμποροϋπάλληλο. Ήταν η εποχή που η Φιλική Εταιρεία όλο και δυνάμωνε με τη μύηση στο μυστικό πολλών ομογενών. Ο Φωτάκος εγκαταλείπει τη δουλειά του και μεταβαίνει στην Οδησσό, όπου το 1814 είχε ιδρυθεί η Φιλική Εταιρεία, και γίνεται φιλικός. Στη συνέχεια παίρνει εντολή να μεταβεί στα Λαγκάδια Γορτυνίας, για να συναντήσει τον πρόκριτο Κανέλλο Δεληγιάννη και να τον ενημερώσει για τις εξελίξεις και για την ημέρα του γενικού ξεσηκωμού.

 

Βίοι Πελοποννησίων ανδρών

Βίοι Πελοποννησίων ανδρών

Τον Οκτώβριο του 1820 ο Φωτάκος, συντροφιά με τον φίλο του και συναγωνιστή Δημήτριο Αρκαδινό, φτάνει στην Ύδρα και στη συνέχεια οι δύο άνδρες μεταβαίνουν στο Ναύπλιο, για να κατασκοπεύσουν, προσποιούμενοι ο Φωτάκος τον ευρωπαίο γιατρό και ο Αρκαδινός τον διερμηνέα. Στη συνέχεια ο Φωτάκος περνώντας από το Άργος, φτάνει στην Τρίπολη με χίλιες προφυλάξεις και μιλώντας Ρώσικα, έρχεται σε επαφή με Τριπολιτσιώτες φιλκούς, κατόπιν μεταβαίνει στο χωριό του, τ’ αγαπημένα του Μαγούλιανα, και στη συνέχεια στο αρχοντικό του Δεληγιάννη στα Λαγκάδια. Με το ξέσπασμα της επανάστασης ο Φωτάκος ήταν αρχικά με το Δεληγιάννη έξω από την Τριπολιτσά, την οποία άρχισαν να πολιορκούν πολλοί καπεταναίοι με τους στρατιώτες τους, που ολοένα γίνονταν περισσότεροι. Ο Κολοκοτρώνης τότε (τον Απρίλιο 1821), εκτιμώντας την προσωπικότητα και αξιοσύνη του Φωτάκου, τον ονόμασε πρώτο καπετάνιο του λόχου που πρωτοΐδρυσε στο χωριό Πιάνα, έξω από την Τρίπολη. Αμέσως  τον πήρε υπασπιστή του και τον είχε μαζί του σ’ όλες τις εκστρατείες και επιχειρήσεις που διεξήγαγε. Πόσο τον αγαπούσε ο Κολοκοτρώνης**  φαίνεται και από το γεγονός ότι, μετά την αποφυλάκισή του το 1825 από την Ύδρα, προκειμένου ως αρχιστράτηγος ν’ αντιμετωπίσει τις ορδές του Ιμπραήμ, ζήτησε από την Κυβέρνηση να του δοθεί ο καλός και άξιος υπασπιστής και γραμματικός του Φωτάκος.

 Ο Φωτάκος παντρεύτηκε το 1824 την κόρη του εύπορου Τριπολιτσιώτη Σωτήρη Σαρδέλη. Αργότερα, όταν τελείωσε ο απελευθερωτικός αγώνας, εγκαταστάθηκε στην Τρίπολη, αλλά χήρεψε χωρίς να έχει αποκτήσει παιδιά. Δεν ξαναπαντρεύτηκε. Ξόδεψε την περιουσία της γυναίκας του, βοηθώντας οικογένειες αγωνιστών που υπέφεραν.

Στα χρόνια του Καποδίστρια ήταν ταγματάρχης και στην εποχή του Όθωνα διορίστηκε  δασάρχης. Ο θάνατος τον βρήκε ταγματάρχη της Φάλαγγας, στα 1878. Κηδεύτηκε και ετάφηκε  στην Αγία Βαρβάρα της Τρίπολης.

Ο σεμνός αυτός αγωνιστής μας άφησε αξιολογότατο συγγραφικό έργο. Τα απομνημονεύματά του αποτελούν πολυτιμότατη ιστορική πηγή, γιατί ως υπασπιστής του Κολοκοτρώνη είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει πρόσωπα και γεγονότα. Ειλικρινής, με φιλελεύθερα και δημοκρατικά φρονήματα, αποφάσισε να γράψει με αγάπη και αίσθημα ευθύνης και να μας αφήσει τ’ απομνημονεύματά του, όπου διακρίνουμε ένα σπάνιο μνημονικό, ειλικρίνεια και βαθύ πατριωτισμό. Επίσης, έγραψε το «Βίο του Παπαφλέσσα» και τους «Βίους Πελοποννησίων ανδρών» κ.ά. Το σπίτι του Φωτάκου στην Τρίπολη δεν υπάρχει πια. Στη θέση του κτίστηκε το μέγαρο του ΟΤΕ .

Υποσημειώσεις

* Τα Μαγούλιανα είναι οικισμός της Αρκαδίας και αποτελεί το ψηλότερο κατοικήσιμο χωριό της Πελοποννήσου (1.365μ). Βρίσκεται πλησίον του Αργυροκάστρου όπου παραθέριζαν οι Βιλαρδουίνοι. Ανήκει στον Δήμο Βυτίνας και έχει 256 κατοίκους (2001).

Σύμφωνα με διάφορες πηγές το χωριό ιδρύθηκε μεταξύ 1530 και 1600 μ.Χ από πέντε οικισμους, Άγιος Αθανάσιος (Κάστρο), Άγιος Κωνσταντίνος (Λειβάδι), Άγιος Ιωάννης (Καμπέας), το Πετροβούνι και το Μεγίστου ή Κατσίποδας, με σκοπό να γλυτώσουν από τις επιδρομές των Λαλαιών Τούρκων. Η ονομασία προέρχεται πιθανότατα από την σλαβική λέξη Magila, που σημαίνει λόφος – ύψωμα. Το 1927 μετονομάστηκε σε Αργυρόκαστρο όπως και πολλά χωριά εκείνη την περίοδο που είχαν σλαβικά ή λατινικά ονόματα, σύντομα όμως το όνομα αυτό εξέπεσε λόγω αντιδράσεων των κατοίκων. Τα Μαγούλιανα αποτέλεσαν έδρα του δήμου Μυλάοντος ως το 1912 όταν και καταργήθηκαν οι δήμοι. Σπουδαία ήταν η συνεισφορά του χωριού στην επανάσταση του 1821. Πατρίδα του Φώτιου Χρυσανθόπουλου (Φωτάκου) Α’ υπασπιστή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και άλλων πολλών οπλαρχηγών.

 

** Έγγραφο του Κολοκοτρώνη για τον Φωτάκο (με ημερομηνία 4 Μαΐου 1833).

 

Ο κύριος Φώτιος Χρυσανθόπουλος εκ Μαγουλιάνων της Γορτυνίας από την αρχήν της επαναστάσεως παρευρέθη εις τον υπέρ ελευθερίας αγώνα της πατρίδος. Τούτον διά την πολεμικήν του ευτολμίαν και ικανότητα και διά τον άοκνον και ενεργητικόν του χαρακτήρα έλαβον απ’ αρχής μετ’ εμαυτού ως πρώτον υπασπιστήν μου, βοηθόν εις όλας τας κατά των εχθρών εκστρατείας μου. Απ’ αρχής του αποκλεισμού της Τριπολιτσάς μέχρι της αναχωρήσεως των Αιγυπτίων εκ Πελοποννήσου και εις όλας τας παρεμπεσούσας εκστρατείας και μάχας. Εν γένει όπου παρευρέθην εγώ και ενιαχού τυχών περιστατικώς μόνος υπηρέτησε, δείξας πάντοτε ανδρείαν και αξιότητα, ευπείθειαν και προθυμίαν εις την εκπλήρωσιν των ανωτέρων διαταγών μου, τιμίαν και άμεμπτον διαγωγήν, εδικαίωσε την εκλογήν μου. Και μετά ταύτα μέχρι της σήμερον εξηκολούθησε διατελών εν χρήσει του επαγγέλματος του υπασπιστού μου. Πιστός μάρτυς των προς την πατρίδα εκδουλεύσεών του δίδωμι το παρόν ενδεικτικόν εις χείρας του, διά να τω χρησιμεύσει όπου ανήκει…

 

Θ. Κολοκοτρώνης

 

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Γ. Π. Κουρνούτου, «Το Απομνημόνευμα 1453- 1953», Τόμος Β΄, Εκδόσεις Αετός, Αθήναι 1954.

 

Read Full Post »

Τόμπρας Κωνσταντίνος – Ο πρώτος Έλληνας τυπογράφος στην Επανάσταση του 1821

 

Στις 8 Ιουνίου 1821, ο Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) αποβιβάστηκε   στην Ύδρα, απεσταλμένος του αδελφού του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ως υπεύθυνος για την προετοιμασία της επανάστασης των Ελλήνων κατά των Τούρκων στην Πελοπόννησο. Είχε φέρει μαζί του  όπλα και πολεμικό υλικό κι ένα πλήρες  μικρό τυπογραφικό πιεστήριο , το οποίο είχε πάρει από την Τεργέστη, όπου πέρασε πριν έρθει στην Ύδρα. Ο Ειρηνίδης (Ομιλία περί του εφευρέτου της τυπογραφικής τέχνης …, Μετατύπωσης εκ της «Μερίμνης, σελ.31) περιγράφει τούτο ως εξής :   

Το πιεστήριον του Υψηλάντου

Το πιεστήριον του Υψηλάντου

«Το πιεστήριον ήτο ξύλινον με δύο σιδηράς πλάκας , ων η άνω είχε το ήμισυ μέγεθος της κάτω , διο και το πάτημα ήτο διπλούν εις την τύπωσιν εκάστου φύλλου χάρτου. Εχώρει δε η κάτω πλαξ οκτώ σελίδας εις 8ον» και «τα στοιχεία του τυπογραφείου του Υψηλάντου ήσαν των 12 στιγμών, προμηθευμένα εκ Βενετίας ή Λειψίας. Όλα τα φωνήεντα (και τα κεφαλαία) ήσαν χαρακτά, ήτοι είχον χωριστά τα πνεύματα και τους τόνους, οίτινες προσαρμοζόμενοι εις τα χαρακτά λεγόμενα απετέλουν τον κορμόν αυτών ισοπαχή με τα άτονα, διο και αι γραμματοθήκαι, ελλειπόντων των τονουμένων, ήσαν μικραί και επομένως ευμετακόμιστοι».  

 Δυστυχώς όμως κανένας Έλληνας τυπογράφος δεν υπήρχε  ώστε να λειτουργήσει το τόσο απαραίτητο για τις ανάγκες της προετοιμασίας του αγώνα τυπογραφείο. Αναζητώντας επειγόντως τυπογράφο , ο Δ. Υψηλάντης πληροφορήθηκε από τον Υδραίο Ναύαρχο Γιακουμάκη (Ιάκωβος) Τομπάζη ή Τουμπάζη (1792-1829 ) ότι στα Ψαρά σώθηκε  και  ευρίσκετο ο Τυπογράφος Κωνσταντίνος Τόμπρας . Αμέσως έδωσε διαταγή στον Τομπάζη να φύγει με πλοίο και να φέρει στον Κ. Τόμπρα στην Πελοπόννησο όπως και έγινε. Ο Κ. Τόμπρας με τον Αναστάσιο Νικολαίδη ήρθαν στην Υδρα .

Ο Κωνσταντίνος Τόμπρας ήταν από τις Κυδωνίες (σημερινό Αϊβαλί )  της Μικράς Ασίας. Ήταν σπουδαστής στην Ακαδημία των Κυδωνιών όταν επισκέφτηκε τις Κυδωνίες ο μεγάλος Γάλλος τυπογράφος  Αμβρόσιος Διδότος (DIDOT) . Ο σχολάρχης της Ακαδημίας των Κυδωνιών Γρηγόριος Σαράφης οι Καθηγητές και μερικοί πλούσιοι πατριώτες Έλληνες εκμεταλλεύτηκαν την παρουσία του Διδότου στην πόλη τους και αποφάσισαν να ιδρύσουν Τυπογραφείο. Έτσι με δαπάνες της πλούσιας οικογένειας Σαλτέλλη στάλθηκε  στο Παρίσι  το 1817, ο Κωνσταντίνος Τόμπρας για να μάθει στο τυπογραφείο του Διδότου την τυπογραφική Τέχνη, ώστε  να την εισαγάγει στην πατρίδα του και να λειτουργήσει η τυπογραφία στις Κυδωνίες. Πράγματι ο Κ. Τόμπρας έμαθε στο Παρίσι από τον Διδότο (DIDOT) την τυπογραφική τέχνη και την κατασκευή τυπογραφικών στοιχείων. Συνέχισε τις σπουδές του στη Βιέννη όπου διδάχθηκε την αλληλοδιδακτική μέθοδο (Παιδαγωγικά). Έτσι το 1819 γύρισε στην πατρίδα του έχοντας μαζί του τυπογραφικά μηχανήματα, με Ελληνικά τυπογραφικά στοιχεία και με δαπάνες των υιών του προύχοντα Χατζή Παρασκευά  Σαλτέλλη έστησε στις Κυδωνίες το πρώτο Ελληνικό τυπογραφείο, σε ένα κτήριο στην αυλή της εκκλησίας της λεγόμενης « Ορφανή Παναγιά».

Το τυπογραφείο λειτούργησε μέχρι την καταστροφή της πόλης  από τους Τούρκους ( 3 Ιουνίου 1821), έχοντας σαν βασικό συνεργάτη του τον συμπατριώτη του Κώστα Δημίδη. Ο ίδιος σώθηκε την τελευταία στιγμή από την μανία των Τούρκων και διέφυγε στα Ψαρά μαζί με τους ανιψιούς του Ιωάννη Τόμπρα και Αναστάσιο Νικολαϊδη που του είχε βοηθούς και μαθητές στην τέχνη του. Δυστυχώς όμως δεν έσωσε από την καταστροφή το τυπογραφείο.

Στα δύο αυτά χρόνια όμως έκανε σπουδαίο έργο. Στο τυπογραφείο του τυπώθηκαν 7 βιβλία διαφόρου περιεχομένου, όπως η δίτομη ελληνική γραμματική του Γρηγόρη Σαράφη και «Αι συμβουλαί προς την θυγατέρα μου» του J. N. Bouilly σε μετάφραση Ευανθίας Καϊρη. Το πρώτο κείμενο που τύπωσε ήταν ποίημα του Δημ. Κων. Μπαρμπάγου του Κυδωνέως , αφιερωμένο στο δάσκαλο του Αμβρόσιο Διδότο ( H ελεύθερη Ελλάδα τίμησε τον Διδότο και ένας κεντρικός δρόμος στα Εξάρχεια στην Αθήνα φέρει το όνομά του). Τα βιβλία που έβγαλε ο Κώστας Τόμπρας δείχνουν τεχνική αρτιότητα που φανερώνει την άριστη γνώση της τέχνης του. Τα τυπογραφικά στοιχεία του Κώστα Τόμπρα είναι τα μόνα εφάμιλλα των ευρωπαϊκών. Ο Κώστας Τόμπρας  έγινε διάσημος όχι μόνο για τις τυπογραφικές του ικανότητες, αλλά και για τη γενική του μόρφωση και γνώση που τον κατέστησαν αντικείμενο θετικών σχολίων από μεγάλους  Έλληνες της εποχής του.

Ο Τυπάλδος σε επιστολή του προς τον Εμμ. Σαλτέλλη (του χορηγού των σπουδών του Κ. Τόμπρα και χρηματοδότη του τυπογραφείου του), του γράφει :

 «…Δεν ευρίσκω αξιότερον έπαινον δια την αρετήν σου. Η τοιαύτη πράξις (να γίνει χορηγός) δεικνύει πόσον ωφελήθεις από την σοφίαν των διδασκάλων των Κυδωνιών. Η εκλογή του τυπογράφου( Κ. Τόμπρας) φανερώνει και νουν και ορθή κρίσιν…» «…Πρώτος και μόνος (Ο Κώστας Τόμπρας ) φέρει την τυπογραφία στην πατρίδα …».

Σε γράμμα του Αδαμάντιου Κοραή σε Χιώτες συμπατριώτες του να βιαστούν να φτιάξουν τυπογραφείο στη Χίο, διαβάζουμε :

 

« …Αγαθή τύχη …καλόν ότι μέλλεις να κηρύξεις την τυπογραφία της πατρίδος . Είπε τους επιτρόπους να γράψωσι προς τους εκεί να τυπώσωσι χωρίς αναβολήν  μικρόν τι, ο,τι κι αν ήναι μέρος ή τεμάχιον συγγραφέως τινός χρήσιμον εις το Γυμνάσιον …τούτο σε λέγω, διότι προς το τέλος του παρόντος μηνός αναχωρεί εδώ(από το Παρίσι) ο Γραικός τυπογράφος των Κυδωνιών (Κ. Τομπρας) οπλισμένος με χαρακτήρες και το ευτυχέστερον με την τέχνη όχι μόνο να το συνθέτει, αλλά και να τους εξαναχύνει όταν τριφθώσι…»

  (Ζήλιες και ανταγωνισμοί πριν την επανάσταση!! Βιάζεται ο Κοραής να τυπώσουν κάτι οι συμπατριώτες του Χιώτες , πριν τους προλάβουν οι Κυδωνιάτες πρώτοι. Οι Κυδωνιάτες με τον Κ. Τόμπρα όμως πήραν τα πρωτεία και τη δόξα.)

Κυδωνίαι ή Αϊβαλί. Πατρίς του τυπογράφου της «Σάλπιγγος» Κωνσταντίνου Τόμπρα.

Κυδωνίαι ή Αϊβαλί. Πατρίς του τυπογράφου της «Σάλπιγγος» Κωνσταντίνου Τόμπρα.

 

 

Όταν ο Κ. Τόμπρας έφτασε στην Ύδρα ο Δημήτρης  Υψηλάντης είχε φύγει και ήταν στα Βέρβαινα, όπου ήταν το στρατηγείο του. Μαζί του κουβαλούσε συσκευασμένο σε κιβώτια και φορτωμένο σε μουλάρια το τυπογραφείο που είχε μεταφέρει από την Τεργέστη, προκαλώντας την περιέργεια των αγωνιστών για το μυστήριο που έκρυβαν τα κιβώτια.
Εκεί τον συνάντησε ο Κ. Τόμπρας και αποφάσισαν να στηθεί στην Καλαμάτα το τυπογραφείο το πρώτο σε  Ελληνικό έδαφος. Εκεί με τυπογράφο τον Κώστα Τόμπρα και Διευθυντή Σύνταξης το Θεόκλητο Φαρμακίδη (1784-1860), τυπώθηκε η πρώτη ελληνική εφημερίδα «Ελληνική Σάλπιξ», την 1η Αυγούστου 1821.

Όταν οι Έλληνες πήραν την Τριπολιτσά, ο Κ. Τόμπρας πήρε διαταγή να πάρει το τυπογραφείο  και να το πάει σε αυτήν. Η κατάσταση όμως εκεί ήταν τόσο ρευστή και επικίνδυνη, που αποφάσισαν ότι το τυπογραφείο έπρεπε να φύγει και να εγκατασταθεί στο Άργος. Στο Άργος μάταια προσπάθησε ο Τόμπρας να λειτουργήσει το τυπογραφείο. Ένοπλα σώματα ατάκτων δημιουργούσαν προβλήματα στην πόλη του Άργους και εμπόδιζαν το στήσιμο και την ομαλή απρόσκοπτη λειτουργία του τυπογραφείου. Επιπλέον στο Άργος ο Κ. Τόμπρας αρρώστησε βαριά.  Έτσι μετά την παράδοση της Κορίνθου στον Κολοκοτρώνη και τον Υψηλάντη τον Γενάρη του 1822, με απόφασή της η Α΄Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου (οι εργασίες της ξεκίνησαν στον Αι Γιάννη του Άργους )  μεταφέρθηκε η έδρα  της Κεντρικής Διοίκησης στην Κόρινθο και μαζί με αυτήν και το τυπογραφείο που το εγκατέστησαν στο σπίτι του Θεοχαράκη, όπου έφτασε ένα δεύτερο  μικρό τυπογραφείο, που είχαν παραγγείλει στην Ευρώπη. Δυστυχώς όμως η υγεία του Τόμπρα , δεν του επέτρεπε να εργασθεί  και έτσι  είχαμε τώρα στην Ελλάδα δύο τυπογραφεία και κανένα τυπογράφο!! Τελικά ο βοηθός και ανιψιός του Τόμπρα Αναστ. Νικολαϊδης μαζί με τον ιστορικό συγγραφέα Ιωάννη Φιλήμωνα, κατόρθωσαν να λειτουργήσουν το τυπογραφείο , έως ότου έγινε καλά ο Τόμπρας και ανέλαβε ξανά τη διεύθυνσή του. Εκεί τυπώθηκαν σημαντικές για το Έθνος εκδόσεις:

Το πιεστήριο του πρώτου Εθνικού Τυπογραφείου στο Ναύπλιο. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Το πιεστήριο του πρώτου Εθνικού Τυπογραφείου στο Ναύπλιο. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Το πρώτο Σύνταγμα ή «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος». Τα πρώτα δημόσια έγγραφα, όπως προκηρύξεις και διαταγές της Κυβέρνησης, ο Οργανισμός των Ελληνικών Επαρχειών, των Ελληνικών Δικαστηρίων, η Διακήρυξη που όριζε τα εθνικά χρώματα και τις ελληνικές σημαίες των «κατά γήν και κατά θάλασσαν δυνάμεων». Εκεί ακόμα τυπώθηκε κι ένας χάρτης χαλκογραφημένος πάνω σε λεπτό μεταξωτό πανί. Όμως το πρώτο αυτό Εθνικό τυπογραφείο ελληνικό έδαφος που γνώρισε τόσες περιπέτειες και μετακινήσεις ( Ύδρα- Βέρβαινα – Καλαμάτα – Άργος – Κόρινθος) δεν υπήρξε για πολύ. Τον Ιούλιο του 1822 περνώντας ο Δράμαλης από την Κόρινθο για το Άργος, το κατάστρεψε. Ο Κώστας Τόμπρας ήταν στο Άργος και σώθηκε μαζί με τα τυπογραφικά στοιχεία. Στα μετέπειτα χρόνια μέχρι τη δημιουργία του επίσημου Ελληνικού Κράτους, ο Κώστας Τόμπρας είναι ο τυπογράφος της Κεντρικής  Διοίκησης σε διάφορα τυπογραφεία της, κύρια με έδρα το Ναύπλιο. Το 1828 ιδρύει στο Ναύπλιο μαζί με τον Κώστα Δημίδη, το πρώτο ιδιωτικό τυπογραφείο στην Ελλάδα. Μετά την απελευθέρωση την Ελλάδας από τους Τούρκους και τη μεταφορά της Πρωτεύουσας από το Ναύπλιο στην Αθήνα , ο Κώστας Τόμπρας εργάστηκε σε διάφορα τυπογραφεία της χώρας, έχοντας δημιουργήσει όλα αυτά τα χρόνια αρκετούς μαθητές ικανούς πλέον να συνεχίσουν το έργο του. Ένα έργο που ξεκίνησε και σφράγισε την Ιστορία της  σύγχρονης Ελληνικής  τυπογραφίας. 

Γεώργιος Γιαννούσης.

 

  

Βιβλιογραφία  

Ν. Ε. ΣΚΙΑΔΑΣ, « ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑΣ»,ΕΚΔΟΣΕΙΣ GUTENBERG, ΑΘΗΝΑ 1976.

Κ. ΣΠΑΝΟΣ, «ΣΑΛΠΙΞ ΕΛΛΗΝΙΚΗ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΙΑ, ΑΘΗΝΑ 1975.

ΕΝΩΣΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ «ΧΘΕΣ-ΣΗΜΕΡΑ-ΑΥΡΙΟ 1939/1989».

 

 

 

 

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος (1770-1843)

 

 

«Όταν αποφασίσαμε να κάμομε την Επανάσταση,

δεν εσυλλογισθήκαμε, ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχομε άρματα,

ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις,

 ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε: «που πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά , ως μία βροχή, έπεσε σε όλους μας η επιθυμία

της ελευθερίας μας,  και όλοι, και οι κληρικοί, και οι προεστοί,

και οι καπεταναίοι, και οι πεπαιδευμένοι, και οι έμποροι,

μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό

και εκάμαμε την Επανάσταση».

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Γέρος του Μοριά. Ο ανεπανάληπτος μέγας πολέμαρχος του ιερού Αγώνα, ο θρυλικός κλέφτης, η εξοχότερη πολεμική φυσιογνωμία της νεότερης ιστορίας μας. Μετά την αποτυχία της ορλοφικής επανάστασης, η οικογένειά του αναγκάστηκε να φύγει από το χωριό της το Λιμποβίσι της Καρύταινας, της σημερινής Γορτυνίας, και να καταφύγει στη Μεσσηνία. Τότε γεννήθηκε ο Κολοκοτρώνης, κάτω από ένα δένδρο, στο Ραμαβούνι Μεσσηνίας, τη Δευτέρα του Πάσχα (3-4-1770). Πατέρας του ήταν ο θρυλικός κλέφτης Κωσταντής, που σκοτώθηκε το 1780 κατά την ηρωική έξοδο των Κολοκοτρωναίων από τον πύργο της Καστάνιτσας. Σκοτώθηκαν κι άλλοι πολλοί τότε από το σόι τους. Ο δεκάχρονος Θοδωρής γλίτωσε με τη μητέρα του Ζαμπιά, το γένος Κωτσάκη, και με το θείο του Αναγνώστη, που τους πήρε για προστασία. Αργότερα, το 1785, εγκαταστάθηκαν κοντά στο Λοντάρι. Μα την ίδια χρονιά ο Θοδωρής, δεκαπέντε χρονών παλικάρι, έγινε κλέφτης και μετά αρματωλός στην επαρχία Λονταρίου. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με την παλικαριά, την αξιοσύνη του και την εξυπνάδα του γλίτωνε από όλες τις παγίδες που του έστηναν οι Τούρκοι, για να τον ξεκάμουν. Πατρογονικό ήταν το μίσος των Κολοκοτρωναίων προς τον κατακτητή. Ποτέ δεν είχαν συμβιβαστεί με την τυραννία, από την εποχή που ο Μοριάς έπεσε στους Τούρκους. Γιατί οι ρίζες των Κολοκοτρωναίων φτάνουν μέχρι και την Ενετοκρατία. Και μια και δεν κατάφεραν να τον εξοντώσουν, τον έκαμαν από δυο φορές αρματολό στο Λοντάρι και στην Καρύταινα και τον αναγνώρισαν δερβέναγα του Μοριά (1787). Τους μισθούς που έπαιρνε τότε, τους μοίραζε σ’ όλα τα καπετανάτα του Μοριά.Κάποτε όμως οι Τούρκοι θέλησαν να ξεπαστρέψουν την κλεφτουριά. Ο Σoυλτάνος υποχρέωσε τον Πατριάρχη να εκδώσει αφοριστικό έγγραφο (1805), όχι μόνο για τους κλέφτες, μα και για όσους τους έκρυβαν και τους περιέθαλπαν. Και υποχρέωνε το έγγραφο τους Ρωμιούς σαν καλούς ραγιάδες να τους προδίδουν και να τους καταδιώκουν. Αλίμονο σ’ εκείνους που προσέφεραν προστασία στους επικηρυγμένους κλέφτες. Οι Τούρκοι σούβλιζαν ομαδικά τους γιατάκηδες. Έτσι τους έλεγαν, όσους παρείχαν άσυλο στους κλέφτες. Οι διωγμοί άρχισαν το Γενάρη του 1806. Έπεσε μεγάλος φόβος. Όλοι φοβούνταν το μαχαίρι του τυράννου και τις κατάρες του πατριαρχείου. Η κλεφτουριά δέχτηκε τέτοιο κτύπημα, που δεν μπόρεσε να ξανασηκώσει κεφάλι μέχρι το 1821.

 

Άλλοι χάθηκαν κι άλλοι κατέφυγαν στα Επτάνησα. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, που κατέφυγε στη Ζάκυνθο τον Μάιο του 1806. Μα και πάλι δεν ησύχασε, μόνο με ένα καραβάκι και όπως αλλιώς μπορούσε πολεμούσε εναντίον των Τούρκων με το ξέσπασμα του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1807). Ύστερα υπηρέτησε στον Αγγλικό στρατό με το βαθμό του μαγιόρου (Ταγματάρχη). Κατάλοιπο της υπηρεσίας εκείνης ήταν η γνωστή σ’ εμάς εντυπωσιακή περικεφαλαία.

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Στη Φιλική Εταιρεία κατηχήθηκε από τον Αναγνωσταρά στη Ζάκυνθο (1818). Εκείνη την εποχή έκανε τον ζωέμπορο και τον χασάπη, για να ζήσει την οικογένειά του, γιατί από το 1816 δεν ήταν πια αξιωματικός των Άγγλων, αφού οι τελευταίοι διέλυσαν τα Ελληνικά τάγματα μετά την ήττα του Ναπολέοντα. Ο Κολοκοτρώνης είχε παντρευτεί είκοσι χρονών την Κατερίνα Καρούτσου, της οποίας τον πατέρα, πρόκριτο Λονταρίου, είχαν σκοτώσει οι Τούρκοι. Μ’ αυτήν είχε αποκτήσει τρεις γιους και δυο θυγατέρες. Ζούσε ακόμα κι η μάνα του η Ζαμπία. Και ούτε πείνασε η οκταμελής οικογένειά του, ούτε ο ίδιος έγινε βάρος σε κανέναν, αλλά εργαζόταν και εξοικονομούσε τίμια το ψωμί τους. Τώρα πια περίμενε την ώρα του σηκωμού.

Τον Γενάρη του 1821 από τη Ζάκυνθο πέρασε στην Καρδαμύλη της Μάνης, όπου φιλοξενήθηκε από τον πατρικό του φίλο Παν. Μούρτζινο. Συμφιλίωσε τους Μανιάτες και συνεργάστηκε με τον Νικηταρά, τον Παπαφλέσσα, τον Αναγνωσταρά και άλλους ενόψει της επανάστασης. Στο εξής η δράση του είναι έντονη και συνεχής. Συμμετείχε στην κατάληψη της Καλαμάτας (23 Μαρτίου) και στη συνέχεια πολιόρκησε την Τριπολιτσά, πιστεύοντας πως έπρεπε να πέσει στα χέρια των Ελλήνων η πρωτεύουσα του Μοριά, για να ορθοποδίσει ο αγώνας. Έτσι, παρά την αντίθετη γνώμη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και άλλων, ξεκίνησε με 300 περίπου εναντίον της Τρίπολης, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Παπαφλέσας με τον Νικηταρά. Η πρώτη μάχη του αγώνα δόθηκε από τον Κολοκοτρώνη έξω από την Καρύταινα (27 Μαρτίου), όπου σκοτώθηκαν ή πνίγηκαν στον Αλφειό ποταμό 500 περίπου από τους Τούρκους, που τρέχανε για να σωθούν στην Τρίπολη. Αλλά στη συνέχεια οι Τούρκοι με γιουρούσια απωθούσαν τους Έλληνες, οι οποίοι σκόρπιζαν εδώ κι εκεί, μαθημένοι στον κλεφτοπόλεμο, χωρίς να πειθαρχούν. Ο Κολοκοτρώνης, ύστερα από πρόταση του Κανέλλου Δεληγιάννη, ανέλαβε να οργανώσει τα γύρω από την Τρίπολη στρατόπεδα, να εμπνεύσει πειθαρχία στα παλικάρια και να σκάψει λαγούμια. Αποτέλεσμα της στρατηγικής του Γέρου ήταν να κερδίσουν οι Έλληνες λαμπρή νίκη στο Βαλτέτσι (12-13 Μαΐου) και κατόπιν στα Δολιανά και στα Βέρβενα. Ο κλοιός γύρω από την Τρίπολη άρχισε να σφίγγει, οργανώθηκε και το στρατόπεδο των Τρικόρφων, έφτασε μετά και ο Δημήτριος Υψηλάντης και η Τρίπολη έπεσε στα χέρια των Ελλήνων στις 23 Σεπτεμβρίου. Εκεί φάνηκαν οι οργανωτικές και στρατηγικές ικανότητες του Κολοκοτρώνη.

 

«Όταν έμβηκα εις την Τριπολιτσά, με έδειξαν τον Πλάτανο εις το παζάρι όπου εκρέμαγαν τους Έλληνας. Αναστέναξα και είπα: «Άϊντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθηκαν εκεί», και διέταξα και το έκοψαν».

 

Theodoros Kolokotronis - Lithography by Karl Krazeisen (1794-1878)

Theodoros Kolokotronis – Lithography by Karl Krazeisen (1794-1878)

Στη συνέχεια ήθελε να πάει στην Πάτρα, με την ελπίδα ότι οι έγκλειστοι στο κάστρο Τουρκαλβανοί θα παραδίδονταν, επειδή μόνο αυτόν εμπιστεύονταν. Όμως, οι άρχοντες της Αχαΐας έγραψαν να μην πάει, επειδή ανησυχούσαν από τις επιτυχίες των στρατιωτικών και ήθελαν να κάμουν κι εκείνοι κάτι. Ο Κολοκοτρώνης τελικά δεν πήγε, μια και απειλούσαν κιόλας, με αποτέλεσμα η Πάτρα να παραμείνει στα χέρια του εχθρού μέχρι το τέλος της επανάστασης. Έτσι φάνηκε η ανικανότητα των πολιτικών στα πεδία της μάχης και ο φθόνος, τον οποίο έτρεφαν προς τους στρατιωτικούς με τα λαμπρά κατορθώματά τους. Γιατί και την επόμενη χρονιά έτρεξε στην πολιορκία της Πάτρας, αλλά η κυβέρνηση που είχε προκύψει από την Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, αντί να τον ενισχύσουν με κάθε τρόπο, του δημιουργούσαν προβλήματα και υπονόμευαν τη στρατηγική του, μέχρι που έληξε άδοξα η πολιορκία της Πάτρας και ο Κολοκοτρώνης αποσύρθηκε προσωρινά στην Τρίπολη. Εν τω μεταξύ είχε καταλάβει την Ακροκόρινθο, χωρίς να νοιαστεί για όσα γίνονταν στην Επίδαυρο από τους πολιτικούς κατά την Α΄ Εθνοσυνέλευση, που ενδιαφέρονταν μόνο για τα αξιώματα και τις υψηλές θέσεις.

 

Το άγαλμα του έφιππου Γέρου του Μοριά, τοποθετημένο πάνω σε βάθρο, μέσα στο οποίο φυλάσσονται τα οστά του, εποπτεύει την πλατεία του Άρεως στην πρωτεύουσα του Μοριά, την Τρίπολη, εκεί που κάποτε ήταν το Σεράγι και τα μπουντρούμια όπου είχαν κλειστεί οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου. Φωτογραφία από το εξώφυλλο του περιοδικού «Εφημέριος», τεύχος 3, Μάρτιος 2007.

 

Εκεί όμως όπου ο Κολοκοτρώνης δοξάστηκε σώζοντας την επανάσταση από τη στρατιά του Δράμαλη, ήταν τα Δερβενάκια (26-28 Ιουλίου 1822, Εφάρμοσε τη στρατηγική της καμένης γης στο Άργος και ο Δράμαλης αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο. Και όμως ο Κολοκοτρώνης δεν πίστεψε τον προδότη που ορκιζόταν πως ο Δράμαλης θα προχωρούσε για την Τρίπολη. Ο Γέρος μάζεψε τα παλικάρια, τους μίλησε και τα έκανε να χλιμιντράνε σαν άλογα. Ακολούθησε η λαμπρή νίκη στα Δερβενάκια, τη στιγμή που οι πολιτικοί τρομοκρατημένοι είχανε μπει στα καράβια, για να γλιτώσουν. Αυτή τη δόξα οι πολιτικοί την «αντάμειψαν» στη Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους, χαρίζοντας το βαθμό του στρατηγού σε 50 ακόμη ανθρώπους, για να μειώσουν τον Κολοκοτρώνη. Είναι φανερό πως ο Μαυροκορδάτος και οι άλλοι ανησύχησαν τόσο πολύ από τις συνεχείς επιτυχίες των στρατιωτικών και του Κολοκοτρώνη ιδιαίτερα, που δεν τους ενδιέφερε καλά καλά η πορεία του αγώνα όσο η προσωπική τους εξασφάλιση. Αποτέλεσμα ήταν να ξεσπάσει ο εμφύλιος πόλεμος (1824), ο οποίος τόσο ζημίωσε την επανάσταση. Ο Κολοκοτρώνης έχασε στον εμφύλιο το γιο του Πάνο (13-11-1824) και ο ίδιος, συντριμμένος από την απώλεια του γιου του, παραδόθηκε στους εχθρούς του, οι οποίοι τον φυλάκισαν στην Ύδρα (Φεβρ. 1825). Την εποχή εκείνη ξεμπάρκαραν τα στρατεύματα του Ιμπραήμ στο Μοριά. Στη δύσκολη στιγμή ο Κολοκοτρώνης αποφυλακίστηκε, γιατί δεν υπήρχε άλλος τόσο ικανός ν’ αντιμετωπίσει το φοβερό εχθρό, ο οποίος κατέστρεφε τον Μοριά και έσπερνε παντού τον πανικό. Ο λαός κοίταζε πώς να γλιτώσει, εγκαταλείποντας χωριά και πόλεις, και ο Κολοκοτρώνης πάσχιζε μέσα από πολλές δυσκολίες να μαζέψει παλικάρια και να συγκροτήσει στρατό. Αλλά δεν μπορούσε να κτυπήσει τον Ιμπραήμ και περιοριζόταν στην τακτική του κλεφτοπολέμου. Παράλληλα κοίταζε πώς να κρατήσει το ηθικό του πληθυσμού. Γιατί ο κόσμος υπέκυπτε και δήλωνε υποταγή στον Ιμπραήμ. Οπότε ο Γέρος έδωσε μάχη και κατά του προσκυνήματος με το καλό και με το άγριο («φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους»).

 

«O Ιμπραΐμης μου επαράγγειλε μια φορά διατί δεν στέκω να πολεμήσωμεν (κατά μέτωπον). Εγώ του αποκρίθηκα, ας πάρη πεντακόσιους, χίλιους, και παίρνω και εγώ άλλους τόσους, και τότε πολεμούμε, ή αν θέλη ας έλθη και να μονομαχήσωμεν οι δύο. Αυτός δεν με αποκρίθηκε εις κανένα. Και αν ήθελε το δεχθή το έκαμνα με όλην την καρδιάν, διότι έλεγα αν χανόμουν, ας πήγαινα, αν τον χαλούσα, εγλύτωνα το έθνος μου».    

 

Ο Κολοκοτρώνης στάθηκε στο πλευρό του Καποδίστρια όπως και πολλοί άλλοι τίμιοι αγωνιστές και πατριώτες (Νικηταράς, Πλαπούτας, Κανάρης κ.ά.π.). Κι όμως λίγο αργότερα κατηγορήθηκε για συνωμοσία κατά του θρόνου και της αντιβασιλείας, τον συνέλαβαν (Σεπτ. 1833) και τον φυλάκισαν στην Ακροναυπλία. Δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο με τον Πλαπούτα, που είχε θεωρηθεί συνένοχος. Την απόφαση δεν υπέγραψαν οι έντιμοι δικαστές Γεώργιος Τερτσέτης και Αναστάσιος Πολυζωίδης. Ο κόσμος αγανάκτησε στην είδηση και οι ξένοι δεν τόλμησαν να σκοτώσουν τους αγωνιστές. Η κατακραυγή του πλήθους των απλών Ελλήνων ανάγκασε τον βασιλιά Όθωνα – με το πρόσχημα του γιορτασμού της ενηλικίωσής του– να τους χορηγήσει αμνηστεία (Μάιος 1835). Ο Θ. Κολοκοτρώνης υπαγόρευσε τ’ απομνημονεύματά του στον Γεώργιο Τερτσέτη. Ο ίδιος ήξερε να διαβάζει — αγαπούσε πολύ την ιστορία –, αλλά με δυσκολία έγραφε. Το έργο του διακρίνεται για το κοφτό ύφος και τη συντομία στην έκφραση και είναι πολύτιμη ιστορική πηγή, για πολλούς λόγους, αλλά και διότι όσους τον αδίκησαν και τον έβλαψαν τους κρίνει μεγαλόψυχα χωρίς κανένα πάθος και χωρίς μνησικακία. Γι’ αυτό πιστεύεται ότι είναι γραμμένο αμερόληπτα.

 

Ο Κολοκοτρώνης υπήρξε ο κορυφαίος του μεγάλου Αγώνα και η συμβολή του στην υπόθεση της ελευθερίας μοναδική και ασύγκριτη. Πέθανε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 1843 σε ηλικία 73 ετών από συμφόρηση. Τον έθαψαν στο Α΄ νεκροταφείο της Αθήνας. Τα οστά του σήμερα βρίσκονται στο ηρώο της Τρίπολης, στο πεδίο του Άρεως.

 

 

Πηγές


  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη, «Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.

 

Διαβάστε επίσης:

Read Full Post »

 

Πλαπούτας Δημήτριος ή Κολιόπουλος (1786-1864)

 

 

 

Πλαπούτας Δημήτριος ή Κολιόπουλος (1786-1864)

Πλαπούτας Δημήτριος ή Κολιόπουλος (1786-1864)

Οπλαρχηγός του 1821 και αργότερα στρατηγός, από τις ηρωικότερες και αγνότερες μορφές της ελληνικής επανάστασης. Γεννήθηκε στο χωριό Παλούμπα Γορτυνίας και ήταν παντρεμένος με μια πρώτη εξαδέλφη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη από το 1803. Οι Τούρκοι τον είχανε κάμει στην Καρύταινα κάπο, δηλαδή αρχηγό στρατιωτών για την τάξη και ασφάλεια. Γι’ αυτό και τον κράτησαν όμηρο, όταν έγινε ο μεγάλος διωγμός των κλεφτών (1806). Αργότερα ξανάγινε κάπος (1812), ενώ ενδιάμεσα υπηρέτησε στον Αγγλικό στρατό στη Ζάκυνθο.

Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1818 και στη συνέχεια βάλθηκε μαζί με το Νικηταρά να κατηχεί ο ίδιος. Κατήχησε τον πατέρα του το γερο – Κόλια, τον αδελφό του Γεωργάκη και πολλούς άλλους. Από την αρχή κιόλας του πολέμου, όπως και τα αδέλφια του κι άλλοι Πλαπουταίοι, πολέμησε για την ελευθερία του γένους, στην Καρύταινα, στο Λεβίδι κι ύστερα στο Βαλτέτσι, όπου έτρεξε από την Πιάνα. Εκεί στην Πιάνα, τον είχε διορίσει ο ξάδερφός του Κολοκοτρώνης αρχηγό του στρατοπέδου, συμμετέχοντας στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Έλαβε μέρος επίσης στην πολιορκία του Ακροκορίνθου και της Πάτρας και πολέμησε τον Δράμαλη, όταν πολιορκούσε το κάστρο της Λάρισας στο Άργος, λίγο πριν από την καταστροφή του στα Δερβενάκια. Ο Πλαπούτας αντιπάθησε πολύ τους συμπατριώτες του Δεληγιανναίους, όταν διαπίστωσε πως δεν έβλεπαν με καλό μάτι τις επιτυχίες και τη δόξα του. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, πάλι, θέλησε να παντρέψει το μικρό του γιο Κολίνο με τη μικρή κόρη του Κανέλλου Δεληγιάννη Μαριορίτσα, για να διαλυθεί η ψυχρότητα. Ο Πλαπούτας όμως θύμωσε και με τον Κολοκοτρώνη. Μετά τον εμφύλιο, όταν ο Ιμπραήμ απειλούσε όλο το Μοριά και την επανάσταση, ο Πλαπούτας τον πολέμησε σε πολλές μάχες. Επί Καποδίστρια έγινε Συνταγματάρχης. Στάθηκε πιστός στο πλευρό του κυβερνήτη. Αργότερα πήγε στο Μόναχο μαζί με τον Α. Μιαούλη και τον Κώστα Μπότσαρη, για να καλέσουν τον Όθωνα, που τον είχαν εκλέξει ήδη οι μεγάλες δυνάμεις για το στέμμα της Ελλάδας.

 

Εντούτοις, κατηγορήθηκε μαζί με το Θ. Κολοκοτρώνη, ότι τάχα συνωμοτούσαν κατά της βασιλείας, προφυλακίστηκαν (Σεπτ. 1833) δικάστηκαν στο Ναύπλιο και καταδικάστηκαν σε θάνατο (Μάιος 1834). Είναι γνωστό ότι την απόφαση των Βαυαρών δεν υπέγραψαν ο Αναστάσιος Πολυζωίδης και ο Γεώργιος Τερτσέτης. Παράλληλα, ο λαός ξεσηκώθηκε και οι ξένοι δυνάστες δεν τόλμησαν να εκτελέσουν την ποινή. Μετά από 11 μήνες ο ενήλικος πια Όθων τους έδωσε χάρη.

 

Ο Πλαπούτας χρημάτισε γερουσιαστή ς και υπασπιστής του Όθωνα. Το 1861 έγινε αντιστράτηγος. Μετά την έξωση του Όθωνα πήγε στο χωριό του Παλούμπα, όπου και πέθανε, αφήνοντας έξι κόρες και ένα γιο. Ο Πλαπούτας υπήρξε από τους πιο ηρωικούς αγωνιστές του 1821. Η δόξα του Κολοκοτρώνη τον επισκίασε, αλλά η συνεργασία του με το Γέρο του Μοριά απέδωσε καρπούς. Ο Κολοκοτρώνης σαν αρχιστράτηγος στάθηκε τυχερός, που άξιοι καπεταναίοι εκτελούσαν τις διαταγές του, όπως ο Πλαπούτας, ο Νικηταράς, ο γιος του ο Γενναίος και άλλοι.

 

 

Στον Φωτάκο διαβάζουμε: 

 

 

Δημήτριος Πλαπούτας ή Κολιόπουλος

 

Οὗτος ὁ φιλοπόλεμος στρατηγὸς κατήγετο ἀπὸ τὸ χωρίον Παλούμπα τῆς Λιοδώρας. Ἐν ἀρχῇ τῆς ἐπαναστάσεως ἔγεινεν ἀρχηγὸς ἑνὸς τμήματος (σέμπτι) τῆς ἐπαρχίας Καρυταίνης, τοῦ λεγομένου τῆς Λιοδώρας. Αἱ ἐκδουλεύσεις του εἶναι ἐπίσημοι καὶ γνωσταί.

Κατ᾿ ἀρχὰς εὑρέθη εἰς τὴν πρώτην μάχην, τὴν ὁποίαν ὁ Κολοκοτρώνης ἔκαμε μὲ τοὺς Φαναρίτας Τούρκους, καὶ ἦλθε κατόπιν των εἰς Καρύταιναν. Μετὰ δὲ ταῦτα ὅταν ἐσυναθροίζοντο οἱ στρατιῶται εἰς τὸ Διάσελον τῆς Ἁλωνίσταινας, ὅπου ἦτον ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ Πλαπούτας εὑρέθη εἰς Βυτίναν, καὶ ἐκεῖθεν ὑπῆγεν εἰς Λεβίδι, ὅπου ἔλαβε μέρος καὶ εἰς αὐτὸν τὸν πόλεμον. Ὕστερον δὲ εἰς τὸ συσταθὲν στρατόπεδον εἰς Πιάναν ἦτον ὡς ἀρχηγὸς ἀντί τοῦ Κανέλου Δεληγιάννη ἐφόρου ὄντος. Κατόπιν ὑπῆγε μὲ τοὺς στρατιώτας του εἰς τὸ Βαλτέτσι καὶ κατὰ τὴν μάχην ἐκείνην ἀνδραγάθησε καὶ ἐφάνη ἡ παληκαριά του. Ὅταν δὲ εἴμεθα εἰς τὰ Τρίκορφα, αὐτὸς ὑπῆγεν εἰς τοῦ Λάλα διὰ νὰ σταθῇ εἰς τὸ σῶμα ἐκεῖνο τοῦ ἀδελφοῦ του Γεωργάκη, ὅστις ἐφονεύθη εἰς Λάλα. Ἐκεῖ δὲ ἔμεινεν ὀλίγας ἡμέρας, καὶ μετὰ τὴν μάχην τὴν γενομένην εἰς τοῦ Ποῦσι, ὅτε οἱ Λαλαῖοι Τοῦρκοι ἔφυγον εἰς Πάτρας, ὁ Πλαπούτας ἐπανῆλθεν εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν Τρικόρφων, ὅπου ἔμεινε μέχρι τῆς ἁλώσεως τῆς Τριπολιτσᾶς, καὶ κατόπιν ἐσυντρόφευσε τοὺς Ἀλβανοὺς εἰς τὴν Βοστίτσαν διὰ νὰ περάσουν εἰς τὴν Στερεὰν καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὴν πατρίδα των κατὰ τὰ συμφωνηθέντα. Μετὰ δὲ ταῦτα παρηκολούθησε τὸν Θ. Κολοκοτρώνην εἰς Ἄργος καὶ Κόρινθον, ἔχων ἴδιον σῶμα στρατιωτῶν, καὶ μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ φρουρίου τῆς Κορίνθου, διετάχθη ἀπὸ τὸν Κολοκοτρώνην νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν πολιορκίαν τῶν Πατρῶν, ὅπου κατὰ τὴν περίφημον μάχην τῆς 9 Μαρτίου ἀνδραγάθησεν. Κατόπιν ἀντιπροσώπευσε τὸν Κολοκοτρώνην κατὰ τὴν πολιορκίαν ταύτην, ἀναχωρήσαντα εἰς Κόρινθον μέχρι τῆς ἐκεῖθεν ἐπιστροφῆς του. Πρὶν δὲ ὁ Κολοκοτρώνης λύσῃ τὴν πολιορκίαν τῶν Πατρῶν, ὁ Πλαπούτας εἶχεν ἀναχωρήσει ἐκεῖθεν εἰς Καρύταιναν. Καὶ εἰς ἄλλας ἀκόμη ἐποχὰς τοῦ ἐδόθη ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Γενικοῦ ἀρχηγοῦ παρὰ τοῦ Κολοκοτρώνη.


Κατὰ δὲ τὴν ἐποχὴν τοῦ προσκυνήματος καὶ τοῦ προδότου Νενέκου πολὺ ὠφέλησεν, βοηθῶν τὸν Κολοκοτρώνην, καὶ ἐμποδίσας οὕτω τὸ κακὸν καὶ δὲν ἐπροώδευσεν. Παρευρέθη δὲ καὶ εἰς ἄλλας μάχας ἐπὶ τοῦ Ἰμβραὴμ πασᾶ καὶ πρὸ πάντων εἰς ἐκείνην τῆς Καυκαριᾶς.

Η σημαία του Δ.Πλαπούτα με το μονόγραμμα "Iησούς Χριστός ΝιΚά"

Η σημαία του Δ.Πλαπούτα με το μονόγραμμα "Iησούς Χριστός ΝιΚά"

Μετὰ δὲ ταῦτα κατὰ τὴν εἰσβολὴν τοῦ Δράμαλη εἰς Πελοπόννησον ὁ Πλαπούτας ἔγεινεν ἔτι ἐπισημότερος στρατηγὸς, διότι πρῶτος αὐτὸς ἐκτύπησε κατὰ τὸ χωρίον Χαρβάτι καὶ Φίχτια τὸν στρατὸν ἐκείνου, ὅτε ἔμπλεξε μέ τινας Τούρκους, ἦλθεν εἰς μονομαχίαν μὲ ἕνα ἐξ αὐτῶν, καὶ ἐκινδύνευσε, διότι ὁ Τοῦρκος, ὅταν ἦλθον εἰς θέσιν νὰ μεταχειρισθοῦν τὰ σπαθιά των, ἐκτύπησε καὶ ἐτσάκισε τὸ σπαθὶ τοῦ Πλαπούτα, ἀλλ᾿ οὗτος εὐτυχῶς τὸν ἐσκότωσε. Κατόπιν ἐσύστησε τὸ φροντιστήριον εἰς τὸ Σχοινοχῶρι, καὶ ἐκεῖθεν ἐστρατοπέδευσεν ὄπισθεν τοῦ Παλαιοκάστρου Ἄργους κατὰ τὴν θέσιν Ἄκοβα, ὅπου συνεκέντρωσε στρατὸν ὑπὲρ τὰς δύο χιλιάδας μετὰ τῆς Ἐπαρχίας Τριπολιτσᾶς, καὶ την Φαναριτῶν ἀρχομένων ἀπὸ τὸν Τσανέτον
Χρηστόπουλον, τοῦ δὲ ὅλου στρατοπέδου ἀρχηγὸς ἦτον ὁ ἴδιος Πλαπούτας. Ἐκεῖθεν ἐπολέμει ἀδιακόπως μέχρι τέλους τὸν Δράμαλη, καὶ ὕστερον μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ Ναυπλίου διωρίσθη φρούραρχος αὐτοῦ ἕως ὅτου τὸν ἀντικατέστησεν ὁ Πάνος Θ. Κολοκοτρώνης. 

 

Ἡ οἰκογένεια τοῦ Πλαπούτα εἶχεν ἐπισημότητα καὶ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως, διότι ὁ πατέρας του ὁ Γέρω Κόλιας ὑπῆρξε στρατιωτικὸς (κάπος) καὶ ἁρματωλὸς, καὶ εἶχε τρομάξει τοὺς Λαλαίους Τούρκους, καὶ δὲν ἐπατοῦσαν τὰ ὅρια τῆς Καρύταινας ἐδῶθεν τοῦ ποταμοῦ Ἀλφειοῦ (Ροφιά). Ὑπερασπίζετο ὅμως τοῦτον ὁ Γέρων Γιάννης Δεληγιάννης, καὶ τοῦτον πάλιν ἐπίσης εἰς τὰς καταδρομάς του ἀπὸ τοὺς Πασάδες ὑπερασπίζετο ὁ Γέρω Κόλιας, διότι ἔβγαινε μὲ στρατιώτας καὶ ἐφύλαττε τοὺς Δεληγιανναίους. Διὰ τοῦτο ἡ Τουρκικὴ ἐξουσία τοῦ ἔκαψε τὰ σπίτια του πολλαῖς φοραῖς, καὶ ἡ ἐπαρχία τοῦ ἔκαμνε βοήθειαν. Ὁ Γέρων Δεληγιάννης, ὡς ἀρχηγὸς πολιτικὸς τῆς ἐπαρχίας Καρυταίνης, τὸν ἐβοήθει, καὶ οὕτω τὸν εἶχεν εἰς τὰς καταδρομάς του, καὶ μάλιστα ὅταν ἡ Τουρκικὴ ἐξουσία ἀπεστρέφετο τὸν Δεληγιάννην, ὁ Γέρω Κόλιας μὲ τὰ παιδιά του ἐπήγαινεν εἰς τὰ Λαγκάδια καὶ ἔπαιρνε τὴν οἰκογένειάν του ὅλην καὶ τὴν ἐφύλαττε διὰ τῶν ὅπλων, ὅπως τότε εἶχον τὰ μέσα τῆς προφυλάξεως.

 

Ἐκτὸς τούτου καὶ οἱ ἀδελφοί του Γεωργάκης Θανάσης καὶ Παρασκευᾶς, περὶ τῶν ὁποίων κατωτέρω θὰ εἴπωμεν, συνετέλεσαν ὡς στρατιωτικοί. Ἀλλ᾿ ἐκ τούτων ὁ Γεωργάκης ἐπρωτοχάθη εἴς τινα μάχην, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ Τοῦρκοι Λαλαῖοι ἐνίκησαν τοὺς Ἕλληνας, πρὶν γείνῃ ὁ πόλεμος εἰς τὸ Ποῦσι, ὅπου εὑρέθησαν οἱ Κεφαλλῆνες ὅλοι περὶ τοὺς 300, ἔχοντες καὶ κανόνια, καὶ ὅπου ἔδειξαν ὅλην τὴν παληκαριάν των, καὶ τοὺς ὁποίους ἐφοβήθησαν οἱ Λαλαῖοι καὶ ἀπεφάσισαν τὴν φυγήν των ἀπὸ τοῦ Λάλα. Εἰς δὲ τὴν μάχην ταύτην τοῦ Πουσιοῦ ἐλαβώθη καὶ ὁ Ἀνδρέας Μεταξᾶς.

 

 

Πηγές

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.

Read Full Post »

Πολυζωίδης Αναστάσιος (1802-1873)

 

Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης, όπως απεικονίζεται σε πίνακα, που βρίσκεται στον Άρειο Πάγο.

Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης, όπως απεικονίζεται σε πίνακα, που βρίσκεται στον Άρειο Πάγο.

Πολιτικός και δικαστικός. Ο δικαστής που αρνήθηκε να υπογράψει τη θανατική καταδίκη του Θ. Κολοκοτρώνη. Ο Πολυζωΐδης γεννήθηκε το 1802 στο Μελένικο* κι έλαβε γενική μόρφωση στα σχολεία της πόλης. Σε πολύ νεαρή ηλικία πήγε στην Ευρώπη για ανώτερες σπουδές. Σπούδασε νομικά και ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Γοτίνγκης (Γκαίτινγκεν), στη Βιέννη και στο Βερολίνο. Διέκοψε τις σπουδές του στο Βερολίνο το 1821, όταν είχε αρχίσει η Ελλην. Επανάσταση και κατέβηκε στην Ελλάδα. Έλαβε μέρος στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (τέλη του 1821 – αρχές του 1822). Αν και νεότατος τότε (μόλις 20 ετών), υπήρξε ο κύριος συντάκτης του Συντάγματος και συνέταξε σχεδόν εξ ολοκλήρου την περίφημη Διακήρυξη του 1822, με την οποία επιδιωκόταν να δειχτεί στην απολυταρχική Ευρώπη, ότι ο πόλεμος των Ελλήνων ήταν εθνικός και ιερός, έξω από δημαγωγικότητες και ιδιοτελείς αρχές. Έγινε τότε γραμματέας του εκτελεστικού (υπουργικού) συμβουλίου με Πρόεδρο τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον Πολυζωΐδη πήγε στο Λονδίνο και πέτυχε να συνάψει δάνειο για τους πολιορκούμενους.

Ο ίδιος συμμετείχε στην τελευταία φάση της πολιορκίας του Μεσολογγιού και στην Έξοδο. Ο Πολυζωΐδης είναι εκείνος, που, μετά την ηρωική Έξοδο του Μεσολογγίου και την καταστροφή του, σε μια επίσημη ομιλία του στο Ναύπλιο παρουσία και αρκετών αγωνιστών που σώθηκαν στην Έξοδο, – ήταν και δεινός ρήτορας – ονόμασε το Μεσολόγγι “ΙΕΡΑΝ ΠΟΛΙΝ”, ονομασία που επεκράτησε. Το 1827 πήρε μέρος ως εκλεγμένος πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας.

Το 1828 πήγε στο Παρίσι και συμπλήρωσε τις σπουδές του. Όταν τελείωσε, επέστρεψε στην Ελλάδα. Κυβερνήτης ήταν ο Ιωάννης Καποδίστριας, που προσπαθούσε να νοικοκυρέψει το νέο ελληνικό κράτος. Ο Πολυζωΐδης προσχώρησε στην αντιπολιτευτική παράταξη των φιλελευθέρων συνταγματικών. Από τις 11 Μαρτίου ως τις 9 Οκτωβρίου 1831 εξέδιδε την εφημερίδα «Ο Απόλλων» στην Ύδρα, η οποία εξελίχθηκε σε αδιάλλακτο αντιπολιτευτικό όργανο, που προπαγάνδιζε ανοιχτά την εξέγερση κατά του Κυβερνήτη.

 

Μαρμάρινη προτομή του Αναστάσιου Πολυζωίδη στην πλατεία Νικηταρά στο Ναύπλιο. H προτομή βρίσκεται στην είσοδο του Δικαστικού Μεγάρου. Δημιουργός του έργου είναι ο γλύπτης Νικόλας (Νικόλαος Παυλόπουλος 1909 – 1990). Ο Πολυζωίδης αναπαρίσταται με ενδυμασία Ευρωπαϊκού τύπου δηλαδή παπιγιόν γιλέκο και σακάκι και παραπέμπει σε άντρα επιφανή και μορφωμένο μιας άλλης εποχής.

 

Αργότερα (1832) η βαυαρική Αντιβασιλεία τον διόρισε πρόεδρο** στο πενταμελές δικαστήριο (Πρωτοδικείο) του Ναυπλίου. Επειδή όμως αρνήθηκε να υπογράψει μαζί με το δικαστή Γ. Τερτσέτη την απόφαση καταδίκης εις θάνατον “επί εσχάτη προδοσία” του Θ. Κολοκοτρώνη, του Δ. Πλαπούτα, του Κίτσου Τζαβέλλα και άλλων γενναίων αγωνιστών, καταδιώχτηκε και φυλακίστηκε. Όταν ενηλικιώθηκε ο Όθων (20 Μαΐου 1835) και ανέλαβε τη βασιλεία, οι αγωνιστές έλαβαν χάρη(…!!!), ελευθερώθηκαν και παρασημοφορήθηκαν. Ο Αναστάσιος Πολυζωΐδης διορίστηκε Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και Σύμβουλος Επικρατείας.

Το 1837 (νέος 35 ετών), διορίστηκε Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Εσωτερικών. Ως αρμόδιος Υπουργός, συνέβαλε τα μέγιστα στην οργάνωση και λειτουργία του πρώτου πανεπιστημίου του ελεύθερου ελληνικού κράτους με τη σύνταξη των Διαταγμάτων “Περί συστάσεως του Πανεπιστημίου” και “Περί προσωρινού κανονισμού του Πανεπιστημίου”. Μετά την εκθρόνιση του Όθωνα (1862), διορίστηκε Νομάρχης Αττικοβοιωτίας και αργότερα αποτραβήχτηκε απ’ τη δημόσια ζωή. Πέθανε στην Αθήνα το 1873.

Εκτός από το Σύνταγμα του 1822 του οποίου υπήρξε ο κύριος συντάκτης και τη Διακήρυξη του 1822, την οποία συνέταξε σχεδόν εξ ολοκλήρου, άλλα έργα του είναι: “Σύντομος πραγματεία περί των ειρηνοποιών και ορκωτών κριτών της Αγγλίας”, “Γεωγραφικά”, “Ελληνικά”, “Νεοελληνικά” και “Γενική Ιστορία”.

 

 Υποσημειώσεις

 

* Το πάλαι ποτέ Μελένικο, η πλούσια εμπορική πόλη και το αξιολογότερο κέντρο του ελληνισμού στο βόρειο τμήμα της Ανατολικής Μακεδονίας, είναι σήμερα ένα πολύ όμορφο τουριστικό χωριό της Νότιας Βουλγαρίας. Τα πανέμορφα αρχοντικά, χτισμένα με τη ντόπια μακεδονίτικη αρχιτεκτονική, είναι σήμερα ξενώνες και ταβερνεία που το εσωτερικό τους θυμίζει βαυαρέζικες μπυραρίες. Κι όσο για το ξακουστό κόκκινο κρασί, που το προτιμούσαν ιδιαίτερα οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου, εξακολουθεί να παράγεται, αλλά θα πρέπει να ψάξει πολύ κανείς για να βρει την καλή ποιότητα.

Το 1913, με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου η ξακουστή πόλη επιδικάσθηκε στη Βουλγαρία. Εκείνο που έμεινε ατόφιο είναι το τοπίο. Η πόλη κρύβεται σε μια εκπάγλου κάλλους βαθιά χαράδρα με ασβεστολιθικά πετρώματα. Λίγες ημέρες μετά την υπογραφή της Συνθήκης, οι Έλληνες με θαυμαστή αξιοπρέπεια άφησαν τα αρχοντικά τους, άδειασαν τα κρασοβάγενά τους από το περιλάλητο κρασί που το διατηρούσαν δροσερό στις «τρυπητές», τις υπόγειες στοές κάτω από τα σπίτια τους, πήραν λίγο χώμα στις χούφτες τους και εγκαταστάθηκαν, πρόσφυγες αυτοί οι άρχοντες, στο Σιδηρόκαστρο οι πιο πολλοί, λιγότεροι στις Σέρρες κι ακόμη λιγότεροι στη Θεσσαλονίκη ή σε άλλες πόλεις. Πίσω έμεινε η λαμπρή ιστορία της πόλης με το πρότυπο σύστημα αυτοδιοίκησης (ονομαστό είναι το «Κοινόν του Μελενίκου», με το οποίο καταργούνταν οι κοινωνικές τάξεις και δινόταν η δυνατότητα ανεξαιρέτως «στους εκλεκτούς, στους φρόνιμους και ικανούς από τους πολίτας πάσης τάξεως» να συμμετέχουν ισότιμα στη διοίκηση του «Κοινού»), τα πέντε σχολεία, τις εβδομήντα εκκλησιές και τα εκπληκτικά σπίτια.

 

** Ο Αναστάσιος Πολυζωΐδης ως Πρόεδρος του δικαστηρίου στη δίκη του Θ. Κολοκοτρώνη και των λοιπών αγωνιστών

 

Ο Θεοδ. Κολοκοτρώνης, ο Δημ. Πλαπούτας και ο Κίτσος Τζαβέλλας μαζί με μερικούς άλλους ηρωικούς αγωνιστές συνελήφθησαν το Σεπτέμβριο του 1834 ως δήθεν ύποπτοι συνωμοσίας κατά της βαυαρικής Αντιβασιλείας και κλείστηκαν για εννιά μήνες στις φυλακές της Ακροναυπλίας. Το κατηγορητήριο όριζε να δικαστούν στις 25 Μαΐου 1834 “επί εσχάτη προδοσία”, πράγμα που επέσυρε την επιβολή της ποινής του θανάτου.

Η πολύκροτη δίκη άρχισε με καθεστώς στρατιωτικού νόμου, που είχε επιβληθεί από τη νύχτα της σύλληψης των αγωνιστών. Παρουσιάζονται εγκάθετοι ψευδομάρτυρες, για να βοηθήσουν στη λήψη της εκ των προτέρων παρμένης απόφασης. Να όμως που παρουσιάζονται σοβαρά και απροσδόκητα εμπόδια στο δρόμο της διατεταγμένης δικαιοσύνης. Ο Μακεδόνας Αναστάσιος Πολυζωΐδης (μόλις 32 ετών) Πρόεδρος του Δικαστηρίου και ο κατά δύο χρόνια μεγαλύτερός του Ζακύνθιος Γεώργιος Τερτσέτης (δικαστικός και λόγιος, 1800 – 1874) αρνούνται να συμπράξουν στο ανοσιούργημα της βαυαρικής Αντιβασιλείας και των εντόπιων υπηρετών της.

Αναμφίβολα έχει αξία και ηθική βαρύτητα η γενναία στάση του δικαστή Γ. Τερτσέτη. Σίγουρα όμως έχει αυξημένη αξία και ηθική βαρύτητα η γενναία στάση του Αναστ. Πολυζωίδη, επειδή: α) Ο Πολυζωΐδης είναι Πρόεδρος του δικαστηρίου και ο Τερτσέτης απλός δικαστής και β) Ο Τερτσέτης έχει στενές σχέσεις με το δικαζόμενο κορυφαίο αγωνιστή Θ. Κολοκοτρώνη, αφού γράφει τα απομνημονεύματά του “Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής” κατά τις αφηγήσεις του Γέρου του Μωριά.

Οι χωροφύλακες του καθεστώτος με βρισιές και λασπολογίες και με προτεταμένη τη λόγχη προς τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, τον βιάζουν να υπογράψει τη θανατική καταδίκη των αγωνιστών. Η απάντηση του Πολυζωΐδη είναι: “Το σώμα μου δύνασθε να το κάμητε όπως θέλετε, αλλά τον στοχασμόν μου, την συνείδησίν μου, δεν θα δυνηθήτε να τα παραβιάσητε”.

Ο ίδιος ο Υπουργός Δικαιοσύνης Κ. Σχινάς έρχεται στη δίκη για ν’ αποσπάσει την υπογραφή κατά πρώτον λόγο του Προέδρου Πολυζωίδη, αλλά και του δικαστή Τερτσέτη. Θέλει να είναι “ομόφωνη” η απόφαση. Ορμά έξαλλος προς τον Πολυζωίδη, αξιώνοντας να υπογράψει, αλλά παίρνει την απάντηση: “Προτιμώ την αποκοπήν της χειρός μου, αλλά δεν υπογράφω”.

Οι αστυνομικοί τους τραβούν βιαίως απ’ το δωμάτιο των διασκέψεων, να τους βάλουν στην έδρα να υπογράψουν και να διαβαστεί η απόφαση. Τους χτυπούν με γροθιές, με κλωτσιές, με τους υποκόπανους των όπλων. Τους φτύνουν, τους βρίζουν, σχίζουν τα ρούχα του Προέδρου Πολυζωΐδη.

Ο Πρόεδρος Πολυζωΐδης, κατά πρώτον λόγο, αλλά και ο δικαστής Τερτσέτης εκείνες τις ώρες καθιέρωσαν έμπρακτα την ιδέα της ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ.

Η “απόφαση” είχε συνταχθεί απ’ το δικαστή Δ. Σούτσο, συγγενή του Σχινά και απαγγέλθηκε υπογραμμένη απ’ τους τρεις δικαστές Α. Βούλγαρη, Δ. Σούτσο και Φ. Φραγκούλη, υπηρέτες της αυθαιρεσίας και της βίας της κρατικής εξουσίας.

“Εις την ακρόασιν της αποφάσεως σταλαγματιές δακρύων έπεφταν από τους οφθαλμούς του Πλαπούτα. Εσυλλογίζετο την ορφάνεια των τέκνων του. Ο Κολοκοτρώνης με ατάραχον βλέμμα είπε: Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου”. (Γ. Τερτσέτη, Άπαντα).

Η καταδίκη αυτή προκάλεσε κύμα λαϊκής αγανάκτησης και η Αντιβασιλεία αναγκάστηκε να μετατρέψει την ποινή του θανάτου σε ισόβια κάθειρξη και αργότερα σε εικοσαετή κάθειρξη. Τελικά, όταν ενηλικιώθηκε ο Όθων (20 Μαΐου 1835) και ανέλαβε τη βασιλεία, δόθηκε στους γενναίους αγωνιστές χάρη(…!!!). Αποφυλακίστηκαν και αργότερα παρασημοφορήθηκαν. Αναγνωρίστηκε η αξία και του ήθος του Αναστ. Πολυζωίδη και τοποθετήθηκε σε διάφορα υψηλά αξιώματα.

 

Πηγή

 

Read Full Post »

Τερτσέτης Γεώργιος (1800- 1873)

 

  

 

Ο Γεώργιος Τερτσέτης, όπως απεικονίζεται σε προσωπογραφία, που βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής.

Ο Γεώργιος Τερτσέτης, όπως απεικονίζεται σε προσωπογραφία, που βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής.

Ο Γεώργιος Τερτσέτης, δικαστικός και νομικός, γιος του Ναθαναήλ Τερτσέτη και της Κατερίνας Στρούντζα, γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1800. Η οικογένειά του καταγόταν από τη Μασσαλία και θρησκευτικά ανήκε στο ρωμαιοκαθολικισμό. Πρώτος δάσκαλός του στάθηκε ο ιερέας Lorenzo di Remo. Σπούδασε νομικά στη Μπολώνια και την Πάντοβα, όπου παρακολούθησε επίσης μαθήματα ιταλικής φιλολογίας και εντάχθηκε στο κίνημα του καρμποναρισμού. 

Όταν επέστρεψε στον ελλαδικό χώρο μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και στάλθηκε στην Πελοπόννησο για την οργάνωση του Αγώνα, επέστρεψε όμως σύντομα για λόγους υγείας στη Ζάκυνθο, όπου ήρθε σ’ επαφή με το Μάρκο Μπότσαρη και τον κύκλο του Σολωμού. Την περίοδο του Καποδίστρια πολέμησε στη δυτική Ρούμελη και από το 1832 καθηγητής γαλλικών και ιστορίας στο προκαταρκτικό σχολείο και αργότερα καθηγητής στρατιωτικής ιστορίας στη στρατιωτική σχολή του Ναυπλίου.  Το 1833 έγραψε το ποίημα Το φίλημα, αφιερωμένο στον Όθωνα, σε γλώσσα εμπνευσμένη από το δημοτικό τραγούδι. Κατά την Αντιβασιλεία του Όθωνα έγινε δικαστής και πήρε μέρος στη δίκη του Κολοκοτρώνη* στο Ναύπλιο  (1833). Επειδή αρνήθηκε με γενναιότητα, μαζί με το συνάδελφό του Α. Πολυζωίδη, να προσυπογράψει την καταδίκη του «Γέρου» σε θάνατο διώχτηκε, παραπέμφθηκε σε δίκη, αλλά αθωώθηκε (1834). Παραιτήθηκε ωστόσο κι έφυγε για το Παρίσι, όπου έμεινε ως το 1844. Εκεί συνδέθηκε με το Φλωριέλ, τον Γκιζώ και άλλους. Γύρισε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως αρχειοφύλακας της Βουλής των Ελλήνων. Το 1847 δημοσίευσε την ποιητική συλλογή Απλή γλώσσα με ποιήματα δικά του και άλλων και το 1856 δύο μεγάλα σε έκταση ποιήματα με τίτλους Οι γάμοι του μεγάλου Αλεξάνδρου και Κορίννα και Πίνδαρος. Άλλα έργα του: La morte di Socrate (δράμα), διάφορα πεζά, ποιήματα, λόγοι, διαλέξεις μια κωμωδία του 1858 και μεταφράσεις (του Πλατωνικού Κρίτωνος κ.α.).

 

Το 1861 ταξίδεψε στην Ιταλία ως απεσταλμένος του Όθωνα και το 1866 στην Ευρώπη απεσταλμένος της ελληνικής κυβερνήσεως, με αφορμή την επανάσταση στην Κρήτη. Κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού παντρεύτηκε στο Παρίσι τη γαλλίδα λογογράφο Adelαide Germain.

 

Ο Τερτσέτης είναι γνωστός κυρίως για τα απομνημονεύματα που συνέγραψε καθ’ υπαγόρευση, ιδιαίτερα εκείνα του Κολοκοτρώνη, αλλά και του Νικηταρά και άλλων αγωνιστών. Στα ποιητικά του έργα είναι εμφανής η σολωμική επίδραση, καθώς και επιδράσεις από το δημοτικό τραγούδι. Ο Τερτσέτης στάθηκε ένας από τους λόγιους που συνέδεσαν την Επτανησιακή Σχολή με την Α΄ Αθηναϊκή. Πέθανε το 1873 στην Αθήνα.

 

 

Παραθέματα

 

Βέβαιον πράγμα είναι η ποινή, βεβαιότατο πρέπει να είναι και το έγκλημα, αλλέως η αδικία ακμάζει όπου αρμόσεις το βέβαιο της τιμωρίας εις το αβέβαιο της ενοχής.

 

Απολογία κατά την δίκην του Θ. Κολοκοτρώνη και Δ. Πλαπούτα εκφωνηθείσα τη κδ΄ Σεπτεμβρίου, αωλδ΄ εις το εν Ναυπλίω Εγκληματικόν Δικαστήριον, 1835. 12. Γ.Θ. Ζώρας (επιμ.), Ποίησις και πεζογραφία της Επτανήσου. Βασική Βιβλιοθήκη, 14. «Αετός» Α.Ε., 1953. 158.

 

 

Τα γενναία έθνη, καθώς το εδικόν μας, δέχονται τα έργα των προδοτών, καθώς η γη δέχεται την βροχή. Βροντούν, βρέχουν οι νεφέλες και η γη μένει ατάραχη. Μαραίνονται τα άνθη της, αλλ’ αφού σχολάσει η τρικυμία, αναφύονται εις την όψιν της ευωδέστερα άνθη.

 

Απολογία κατά την δίκην του Θ. Κολοκοτρώνη και Δ. Πλαπούτα εκφωνηθείσα τη κδ΄ Σεπτεμβρίου, αωλδ΄ εις το εν Ναυπλίω Εγκληματικόν Δικαστήριον, 1835. 66, ε΄. Γ.Θ. Ζώρας (επιμ.), Ποίησις και πεζογραφία της Επτανήσου. Βασική Βιβλιοθήκη, 14. «Αετός» Α.Ε., 1953. 169.

 

Και τι άλλο μπορεί να καλοτυχήσει τα έθνη από την σοφία, μάλιστα όταν εις το ίδιο υποκείμενο εντέσει και η πολεμική αξιάδα; Και μ’ όλον οπού είμαι αμαθής, μου έρχεται να ειπώ ένα λόγο: ότι, αν εζημιώθηκαν τα ελληνικά, εζημιώθηκαν εξ αιτίας που τα καλά παλληκάρια ανταμώς με την παλληκαριά δεν αντίκρυσε να ’χουν τα γράμματα.

 

Επιστολή προς τον Δημήτρη Μπότσαρη, 1827. Μιχ. Περάνθης, Ελληνική πεζογραφία, Β΄. Εκδόσεις έργων Περάνθη, χ.χ. 463.

 

  

* Δίκη Κολοκοτρώνη

 

 Η δίκη του Κολοκοτρώνη έγινε στο παλιό τζαμί του Ναυπλίου, της πρώτης πρωτεύουσας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Κράτησε πολλές μέρες και τελείωσε στις 26 Μαϊου 1834. Στο εδώλιο του κατηγορουμένου βρέθηκαν ο Γέρος του Μοριά, ο εξάδελφός του Δημήτρης Πλαπούτας, πρωτεργάτης κι αυτός της επανάστασης του 1821, ο Κίτσος Τζαβέλας και μερικοί ακόμα αγωνιστές. Η ποινή για τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα ήταν θανατική εκτέλεση στη λαιμητόμο, εντός 24 ωρών. Στο άκουσμά της ο πρώτος σταυροκοπήθηκε, ο δεύτερος αναλύθηκε σε λυγμούς. Το ακροατήριο έμεινε άναυδο. Οι Βαυαροί αντιβασιλείς είχαν καταφέρει να πείσουν ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας ότι οι κατηγορούμενοι ήταν ένοχοι εσχάτης προδοσίας. Ήθελαν, λέει, να ανατρέψουν τον ανήλικο Όθωνα, και να επιβάλουν τη δική τους καταστροφική τάξη πραγμάτων.


Πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ο Αναστάσιος Πολυζωίδης καταγόμενος από το Μελένικο Σερρών, Μακεδόνας. Μέλη του δικαστηρίου ήταν ο εξ Ζακύνθου Γ. Τερτσέτης, ο Δ. Σούτσος, ο Α. Βούλγαρης και ο Φ. Φραγκούλης. Ο αντιβασιλέας Μάουερ είχε εκ των προτέρων αποφασίσει να πάρει τα κεφάλια των δύο ηρώων. Για την ευόδωση των σκοπών του χρησιμοποίησε τον υπουργό Δικαιοσύνης Κ. Σχινά και τον εισαγγελέα της έδρας, κάποιον Μάσoν. Οταν η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε, ο Πολυζωίδης ως πρόεδρος κάλεσε το δικαστήριο σε διάσκεψη. Ο Μάουερ ήθελε να τελειώσει με συνοπτικές διαδικασίες η διάσκεψη.
Συνέβη, όμως ο Πολυζωίδης να έχει σχηματίσει ακλόνητη δικαστική πεποίθηση ότι οι κατηγορούμενοι ήταν αθώοι.


Πρώτος πήρε τον λόγο ο Τερτσέτης και μίλησε για την αθωότητα των δύο πολέμαρχων. Ο Σούτσος που ήταν γαμπρός του Σχινά, ψήφισε υπέρ της καταδίκης σε θάνατο. Το ίδιο και οι Βούλγαρης, Φραγκούλης. Μέχρι στα γόνατά τους έπεσαν ο Πολυζωίδης και ο Τερτσέτης για να τους μεταπείσουν.

 

Εκείνοι έσπευσαν στον υπουργό Δικαιοσύνης για να δουν τι θα κάνουν. Έγινε έξαλλος. Τους διέταξε να επιστρέψουν στην αίθουσα συσκέψεων. Ταυτόχρονα έστειλε αστυνομικούς κλητήρες για να φέρουν πίσω τους δύο αντιρρησίες, που στο μεταξύ είχαν γυρίσει στα σπίτια τους. Ο Σχινάς συνεννοείται με τον Μάουερ, σπεύδει με την επίσημη στολή του στο δικαστήριο και διατάσσει τους δύο διαφωνούντες να υπογράψουν τη θανατική καταδίκη.
 
«Εν ονόματι του βασιλέως σας διατάσσω να υπογράψετε την απόφαση», φωνάζει. 
 
«Προτιμώ να μου κόψετε το χέρι!», απαντά ο Πολυζωίδης.


«Δεν θα με έχετε συνεργό στον φόνο δύο αθώων ανθρώπων», λέει ψύχραιμα ο Τερτσέτης.


Έξαλλος ο υπουργός Δικαιοσύνης παραγγέλλει στους αστυνομικούς κλητήρες να χρησιμοποιήσουν τις ξιφολόγχες για να σύρουν τους δύο νομικούς στην αίθουσα του δικαστηρίου. Οι χωροφύλακες εκτελούν την εντολή, τους χτυπούν, τους σκίζουν τα ρούχα.

 

Την απόφαση διάβασε ο Σούτσος, ενώ ο Πολυζωίδης κρατούσε το κεφάλι του ανάμεσα στις παλάμες του.

 

Πηγές

 

  • Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.
  • Σπουδαστήριο Nέου Eλληνισμού

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Υψηλάντης Δημήτριος  (1793-1832)

 

 

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) - Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) – Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη

Από τις αγνότερες μορφές του 1821, πολιτικός και στρατάρχης στην επαναστατημένη Ελλάδα. Ο Δημ. Υψηλάντης γεννήθηκε στην Κων/πολη και καταγόταν από τη μεγάλη φαναριώτικη οικογένεια των Υψηλαντών. Έκανε στρατιωτικές σπουδές στη Γαλλία, υπηρέτησε στο Ρωσικό στρατό και έλαβε μέρος στους Ναπολεόντιους πολέμους. Έγινε φιλικός το 1818. Μετά το ξέσπασμα της επανάστασης στη Μολδοβλαχία, κατέβηκε στην Ελλάδα ως εκπρόσωπος του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής, δηλαδή του αδελφού του Αλεξάνδρου. Η υποδοχή που του επιφύλαξαν και στην Ύδρα (8 Ιουνίου) και στο Άστρος μετά (19 Ιουνίου) ήταν μεγαλειώδης. Λαός και στρατός έλπιζαν πως αυτός θα οργάνωνε και θα συντόνιζε την επανάσταση και θα έφερνε την ελευθερία του γένους.

Από την αρχή όμως διαφώνησε με τους πρόκριτους, οι οποίοι δεν ήθελαν να διαλύσουν την Πελοποννησιακή Γερουσία και να υπακούουν σ’ αυτόν. Έτσι, πικραμένος αποφάσισε να πάει στην Καλαμάτα, για να οργανώσει τον πόλεμο εκεί. Καθ’ οδόν όμως μεταπείστηκε, κυρίως από ένα γράμμα που έλαβε από τους καπεταναίους των Τρικόρφων, οι οποίοι πολιορκούσαν την Τριπολιτσά, κι αποφάσισε να επιστρέψει στα Τρίκορφα.

Ο λαός και ο στρατός, βλέποντας τη διαμάχη και με φόβο μήπως φύγει ο πρίγκιπας Υψηλάντης και τους εγκαταλείψει, δύο φορές απείλησαν τους πρόκριτους, μια στα Βέρβαινα και άλλη μια, λίγο μετά, στη Ζαράκοβα και ήταν πολύ πιθανό να τους σκότωναν, αν δεν επενέβαινε ο Θ. Κολοκοτρώνης. Ο Υψηλάντης, ο οποίος ήταν θερμός πατριώτης, ανιδιοτελής, έντιμος αγωνιστής και γενναίος, προκειμένου να ησυχάσουν τα πνεύματα και να προχωρήσει η υπόθεση του Αγώνα, υποχώρησε στις αξιώσεις των προκρίτων, οι οποίοι δεν εννοούσαν να αφήσουν τα παλιά τους προνόμια και να παραδώσουν την εξουσία. Είναι αλήθεια ότι ο αγνός Υψηλάντης δεν είχε πολιτικές ικανότητες για μια τέτοια υπόθεση. Ήταν αδύνατος χαρακτήρας και ευκολόπιστος. Οι πρόκριτοι είχαν πολιτική πείρα από την εποχή της Τουρκοκρατίας και μπορούσαν εύκολα να τον ξεγελούν και να τον παραγκωνίζουν.

Οι ιστορικοί εκτιμούν ότι η πολιτική ατολμία του Υψηλάντη και η ανεπάρκειά του στάθηκαν οι αιτίες της ακυβερνησίας για πολύ καιρό. Αν είχε την πολιτική τόλμη στο βαθμό που είχε την ανδρεία στα πεδία των μαχών, όπου πολλές φορές ανδραγάθησε, θα είχε προσφέρει πολυτιμότερες υπηρεσίες στον αγώνα, αφού όλοι τον ήθελαν – νησιά, Ρούμελη, Μοριάς, στρατός και λαός– πλην των προκρίτων της Πελοποννήσου.

Έτσι, ενώ στα Τρίκορφα αναγνωρίστηκε αρχιστράτηγος, την αρχηγία στην πραγματικότητα είχε ο Θ. Κολοκοτρώνης, τον οποίο εμπιστευόταν και συμβουλευόταν πάντοτε. Είναι χαρακτηριστικό ότι δε συμμετείχε στις εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης, που έγιναν στην Επίδαυρο (Δεκ. 1821-Ιανουαρ. 1822)· βρισκόταν με τον Κολοκοτρώνη στην πολιορκία του Ακροκορίνθου.

Οι πολιτικοί στην Επίδαυρο ψήφισαν το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδας και εκλέξανε ως πρόεδρο του Εκτελεστικού (ως πρωθυπουργό δηλαδή) τον Αλέξ. Μαυροκορδάτο, ενώ τον Υψηλάντη ως Πρόεδρο του Βουλευτικού, για να δείξουν ότι τάχα τον λογάριαζαν και να μη φανεί η εμπάθειά τους. Έλπιζαν όμως ότι έτσι θα περιόριζαν την πολεμική του δράση, η οποία θα τον έκανε ισχυρό με τις επιτυχίες του. Στο Βουλευτικό σώμα, όπου ήταν πρόεδρος, γνώρισε τις μηχανορραφίες των πολιτικάντηδων και το πολιτικό παρασκήνιο και αηδιασμένος παραιτήθηκε και αφοσιώθηκε στον πόλεμο, τρέχοντας πότε από δω και πότε από εκεί με άλλους καπεταναίους. Κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου και του Άργους, στην εκστρατεία εναντίον της Αθήνας, στη μάχη των Δερβενακίων, στη μάχη στους Μύλους της Λέρνας και στην μάχη στη Πέτρα.

Κατά τον εμφύλιο αποσύρθηκε στην Τρίπολη κι ύστερα στο Ναύπλιο, μη θέλοντας να έχει καμία ανάμειξη, ενώ αμέσως μετά πολέμησε εναντίον του Ιμπραήμ.

Ο Καποδίστριας αργότερα διόρισε τον Υψηλάντη στρατάρχη της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας και εκεί, στην Πέτρα Βοιωτίας, έδωσε την τελευταία μάχη του Μεγάλου Αγώνα, τον οποίο είχε ξεκινήσει ο αδερφός του στις παραδουνάβιες περιοχές πριν οκτώμισι χρόνια.

Οι Υψηλάντηδες προσέφεραν ό,τι είχαν και δεν είχαν για τον ιερό αγώνα. Ήταν αγνοί, τίμιοι, ανιδιοτελείς, γενναίοι. Δεν έμοιαζαν με τους Φαναριώτες, που ήρθαν στην Ελλάδα για τα αξιώματα και τη δόξα (Μαυροκορδάτοι, Νέγρηδες, Καρατζάδες). Η ίδια η μάνα τους Ελισάβετ τους έδωσε όχι μόνο την τεράστια περιουσία της αλλά και τα χρυσαφικά της για τον αγώνα.

Ο Δημ. Υψηλάντης δεν είχε καθόλου εντυπωσιακό παράστημα. Ήταν μάλλον κοντός και φαλακρός και φαινόταν πολύ μεγαλύτερος στην ηλικία. Κουραζόταν εύκολα και κοιμόταν πολύ. Έπασχε από μυοτονική δυστροφία, μια κληρονομική χρόνια εξελικτική πάθηση των σκελετικών μυών και των ενδοκρινών αδένων, η οποία εμφανίζεται συνήθως σε ηλικία 20 μέχρι 30 ετών. Από την ασθένεια αυτή πέθανε το 1832 στ’ Ανάπλι σε ηλικία μόλις 39 ετών, ενώ φαινόταν πολύ μεγαλύτερος. H πόλη του Ypsilanti στο Michigan των ΗΠΑ είναι αφιερωμένη στο όνομά του (υπάρχει και σχετική προτομή-μνημείο).

Στο Ναύπλιο είχε συνδεθεί συναισθηματικά με τη μεγάλη ηρωίδα του ’21, την όμορφη Μαντώ Μαυρογένους. Τα σπίτια τους ήταν αντικριστά. Μετά το θάνατο του Υψηλάντη, εκδιώχθηκε από το Ναύπλιο με διαταγή του Ι. Κωλέτη, επειδή συνδεόταν με το στρατηγό, και μετέβη στη Μύκονο, την ιδιαίτερή της πατρίδα, όπου και πέθανε το 1848 πολύ φτωχή.

 

Η οικογένεια Υψηλάντη στο Κίεβο

 

Οικία Υψηλάντη στο Κίεβο (18ος-αι.)

Οικία Υψηλάντη στο Κίεβο (18ος-αι.)

Τον Αύγουστο του 1807 ήρθε στο Κίεβο ο πρωτεργάτης του ελληνικού απελευθερωτικού κινήματος κατά του Οθωμανικού ζυγού φαναριώτης πρίγκιπας Κωνσταντίνος Υψηλάντης (1760-1816). Αυτός υπηρετούσε στην Υψηλή Πύλη, κατείχε πόστο του Μεγάλου Δραγουμάνου της Πύλης (1796-1799), του ηγεμόνα της Μολδαβίας (1799-1802) και της Βλαχίας (1802-1806). Για την παροχή από πλευράς του πολιτικών υπηρεσιών στη Ρωσία στον αγώνα με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη βοήθεια στους Σέρβους η τουρκική κυβέρνηση κατηγόρησε τον Κ. Υψηλάντη για προδοσία και του στέρησε το αξίωμα.

 

Πορτραίτο του Κωνσταντίνου Υψηλάντη, έργο του Alexander Molinari (1772-1831) υπογεγραμμένο και χρονολογημένο στο μέσο δεξιά: Molinari de[l;] / 1815.Yδατογραφία, κάρβουνο και αραιωμένο μελάνι σε χαρτί, 31,5 x 25,5 cm.

 

Ο Κ. Υψηλάντης, όταν πληροφορήθηκε για την απόφαση της Πύλης να τον συλλάβει, εγκατάλειψε τη Βλαχία και ήρθε στο Κίεβο με όλη την οικογένειά του και τη συνοδεία 30 ατόμων. Στο Κίεβο ο Κ. Υψηλάντης αγόρασε από τον Φ. Βίγκελ, πρώην διοικητή του φρουρίου της Αγ. Λαύρας των Σπηλαίων, την οικία κοντά στη Λαύρα, το οποίο έκτοτε είναι γνωστό στις ιστορικές πηγές ως «Κτήμα Υψηλάντη». Το κτίριο αυτό είναι μνημείο αρχιτεκτονικής, κτίσθηκε το 1799 σε κλασικό ρυθμό για τον Φ. Βίγκελ.

Στο σπίτι αυτό πέρασαν τα νεανικά τους χρόνια οι γιοι του Κωνσταντίνου Υψηλάντη – Αλέξανδρος, Δημήτρης, Γεώργιος, Νικόλαος και Γρηγόρης. Ο Νικόλαος, ο Δημήτριος και ο Γεώργιος το 1819 έγιναν μέλη της «Φιλικής Εταιρείας», ο Αλέξανδρος έγινε ο επικεφαλής της από το 1820.  Ο Κωνσταντίνος Υψηλάντης πέθανε στο Κίεβο στις 27 Ιουνίου (10 Ιουλίου) 1816 και ενταφιάσθηκε στην εκκλησία Αγ. Γεωργίου κοντά στο ναό της Αγ. Σοφίας, ενώ το μνημόσυνο έλαβε χώρα στην ίδια την Αγ. Σοφία. Το μνημείο του, που φιλοτέχνησε ο γνωστός γλύπτης Στεπάν Πίμενοβ, εγκαταστάθηκε στον τάφο του Κ. Υψηλάντη το 1818. Η τύχη του μνημείου ήταν και αυτή τραγική. Το 1934 η εκκλησία κατεστράφη, το μνημείο του Κ. Υψηλάντη ως μοναδικό έργο τέχνης μεταφέρθηκε πρώτα στον χώρο της Αγ. Σοφίας και μετά στο ναό της Κοιμήσεως στην Αγία Λαύρα. Στις 3 Νοεμβρίου 1941 κατά την έκρηξη του ναού καταστράφηκε και το μνημείο.

Στα 1952-54 βρέθηκαν ξεχωριστά κομμάτια του, αλλά μόνο το 1995 ξεκίνησε η αναστήλωσή του (με την πρωτοβουλία της ουκρανής επιστήμονα ελληνικής καταγωγής Σβετλάνα Μαζαράτη και τη χρηματοδότηση του έργου από τον ελληνικό φορέα – την «Πανελλήνια Ένωση Ποντίων Αξιωματικών «Αλέξανδρος Υψηλάντης» (τότε επικεφαλής της Ένωσης ήταν ο Νίκος Νικολαϊδης, ενώ από το 1997 ο Γιώργος Τσαλουχίδης), που ανακοίνωσε στην Ελλάδα ειδικό έρανο για το σκοπό αυτό. Τον Ιούνιο 1997 το κενοτάφιο του Κωνσταντίνου Υψηλάντη τοποθετήθηκε στην εσωτερική αυλή της Αγ. Λαύρας του Κιέβου. Στην τελετή των εγκαινίων του παρέστησε μεγάλη αποστολή από την Ελλάδα. Την Οικία Υψηλάντη αγόρασε η Λαύρα το 1833 και το μετέτρεψε σε μετόχι της Μονής. Από το 1860 έως το 1870 στο σπίτι στεγαζόταν το εργαστήριο αγιογραφίας της Λαύρας. Η πάροδος από την πίσω πλευρά του σπιτιού από το 1869 έφερε την ονομασία Υψηλάντιεβσκιϊ (δηλαδή, του Υψηλάντη).

Στα σοβιετικά χρόνια η πάροδος πήρε την ονομασία Άιστοβσκιϊ (από το Άιστοβ – επίθετο ενός εργάτη που σκοτώθηκε στη μάχη κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917). Η σημερινή διεύθυνση του σπιτιού είναι: οδός Ιβάνα Μαζέπυ, 6.

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Πρεσβεία της Ελλάδος στην Ουκρανία.
  • Σχινάς Μιχαήλ Γ., «Λόγος επιτάφιος εις Δημήτριον Υψηλάντην, / εκφωνηθείς παρά Μιχαήλ Σχινά εν τη του Ναυπλίου εκκλησία του Αγίου Γεωργίου την 6 Αυγούστου 1832». Έκδοση,1832.
  • Παμπούκης, Χ., «Λόγος επιτάφιος εις το μνημόσυνον του αειμνήστου Δημητρίου του Υψηλάντου, / εκφωνηθείς εν Ναυπλίω την 13 Μαΐου 1843, Υπό Χ. Παμπούκη». Έκδοση, 1843. 

 

Read Full Post »

Μπελίνος Πέτρος – Pietro Bellino (1781-1872)

 

 

Ο Πέτρος Μπελίνος με τη σύζυγό του Μαρία.

Ο Πέτρος Μπελίνος με τη σύζυγό του Μαρία.

Φιλέλληνας από το χωριό Πινερός του Πεδεμοντίου της ΒΔ Ιταλίας. Ο πατέρας του Ιωσήφ Μπελίνος Δεανουά τον έστειλε στο Τουρίνο, την πρωτεύουσα του Πεδεμοντίου, για να λάβει γενική μόρφωση. Ήταν η εποχή που ανθούσε ο διαφωτισμός και τα φιλελεύθερα μηνύματα των διαφωτιστών και εγκυγκλοπαιδιστών έφταναν παντού. Η έκρηξη της γαλλικής επανάστασης (1789) και οι διακηρύξεις των Γάλλων επαναστατών για ισότητα, ελευθερία και δημοκρατία επηρέασαν τον νεαρό τότε Μπελίνο. Υπό το κλίμα του γενικού ενθουσιασμού, που προερχόταν από τις διακηρύξεις του Μ. Ναπολέοντα για ελευθερία, ισότητα και ανεξαρτησία, ο Πέτρος Μπελίνος κατετάγη εθελοντής στο γαλλικό στράτευμα, όταν κατελήφθη η ιδιαίτερή του πατρίδα και έγινε γαλλική επαρχία (1796). Έκτοτε ακολούθησε τα γαλλικά στρατεύματα μέχρι τελικής πτώσεως του μεγάλου στρατηλάτη. Έτσι φέρεται να έλαβε μέρος σε πολλές μάχες: Αούστερλιτς 1805, Ιένα 1806, Βάγγραμ 1809, κατά της Ρωσίας και στη μάχη της Σμολένσκης το 1812 και τέλος στο Βατερλώ το 1815, όπου ο Μ. Ναπολέων έλαβε το τελειωτικό χτύπημα.

 

Μετά την ήττα του Ναπολέοντα στο Βατερλώ, ο Μπελίνος επανήλθε στο Πεδεμόντιο, αλλά υπέστη διωγμούς ως γαλλόφρων από τη φιλοαυστριακή κυβέρνηση και τέλος καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο ως συνωμότης και διέφυγε για το λόγο αυτό στην Ισπανία και κατόπιν στην Αγγλία. Εκεί τον βρήκε η είδηση της ελληνικής επανάστασης.

 

Ο Π. Μπελίνος ήλθε στην Ελλάδα το 1826 με το βαθμό του υπολοχαγού και κατατάχθηκε στο ελληνικό στράτευμα υπό τον Κάρολο Φαβιέρο. Έλαβε μέρος στις μάχες του Χαϊδαρίου (6 και 8 Αυγούστου 1826), στην επιχείρηση ανεφοδιασμού των πολιορκουμένων από τον Κιουταχή στην Ακρόπολη, στην επιχείρηση απελευθέρωσης της Χίου (1827-28), στην επιχείρηση κατά του Αιτωλικού στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, που το κατείχαν οι Τούρκοι (1828). Ο Μπελίνος τότε τραυματίστηκε στην ωμοπλάτη.

 

Στη συνέχεια ο Μπελίνος διορίστηκε από τον Καποδίστρια διοικητής του ιππικού και ιπποφορβείου Άργους. Όσο υπηρετούσε στο Άργος, αποκάλυψε ότι βαυαροί στρατιώτες είχαν καταχραστεί το δημόσιο χρήμα και για τον λόγο αυτό περιέπεσε σε δυσμένεια, μέχρι που συνταξιοδοτήθηκε το 1838 με τον βαθμό του ταγματάρχη.

 

Ο Μπελίνος, αφού ασπάστηκε το ορθόδοξο δόγμα, παντρεύτηκε το 1832 σε ηλικία 51 ετών τη Μαρία Φανδρίδου, κόρη του αγωνιστή της κρητικής επανάστασης Νικ. Φανδρίδου. Η Μαρία ήταν επίσης εγγονή του γνωστού επαναστάτη στην Κρήτη, Βασιλείου Χάλη, ο οποίος ήλθε στο Ναύπλιο το 1830, διετέλεσε δήμαρχος του νεοσύστατου τότε Δήμου Μινώας και πέθανε στο Ναύπλιο το 1846.

 

Ο Μπελίνος πέθανε πλήρης ημερών σε ηλικία 92 ετών. Η νεκρώσιμη ακολουθία εψάλη στον Άγιο Πέτρο και ο νεαρός τότε Δημ. Βαρδουνιώτης χαιρέτησε τον ένδοξο νεκρό με έναν ιδιαίτερα εκτενή επικήδειο. Ο Μπελίνος αναπαύεται στο κοιμητήρι του Αγ. Βασιλείου μαζί με τον εγγονό του Θεοδόσιο Καραμουτζά, ο οποίος πέθανε το 1941.

 

Το Άργος τίμησε τη μνήμη του, δίδοντας το όνομά του σε οδό της λαϊκής αγοράς (Πλ. Δημοκρατίας). Τιμήθηκε από τη Γαλλία με το χρυσό παράσημο της Αγίας Ελένης και από την Ελλάδα με τον αργυρό αριστείο των αγωνιστών του 1821. Επίσης τιμήθηκε με τον σταυρό των Ιπποτών του Σωτήρος. Τέλος, η ιταλική κυβέρνηση του χορήγησε μικρή σύνταξη.

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης « Πέτρος Μπελίνος: Ένας Φιλέλληνας στο Άργος», Περιοδικό Αναγέννηση, τεύχος 357, 1998. 

 

 

 

Read Full Post »

 

Φαβιέρος Κάρολος (1782-1855)

 

Κάρολος Φαβιέρος

Κάρολος Φαβιέρος

Ο Κάρολος Φαβιέρος (Charles Favier) (1782-1855) Γάλλος φιλέλληνας. Ήλθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1824 με το ψευδώνυμο Μπορέλ και αποβιβάστηκε στο Ναυαρίνο, «με τη σκέψη να ιδρύσει αγροτική και βιομηχανική αποικία για τους εξόριστους συναδέλφους του», Γάλλους και Ιταλούς βοναπαρτιστές, οι οποίοι είχαν καταφύγει στην Ισπανία και Αγγλία. Ο ίδιος ήταν άριστος αξιωματικός του Βοναπάρτη.  Σπούδασε στην Πολυτεχνική Σχολή του Παρισιού και συμμετείχε στους Ναπολεόντειους Πόλεμους. Σε ηλικία 30 ετών ήταν συνταγματάρχης, και είχε τιμηθεί με τον Ταξιάρχη της Λεγεώνας της Τιμής και είχε πάρει τον τίτλο του βαρόνου. Το 1809 στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη και το 1810 στην Περσία για να οργανώσει τον περσικό στρατό. Μετά την παλινόρθωση των Βουρβώνων, αποτάχθηκε, όπως και οι περισσότεροι αξιωματικοί του Ναπολέοντα και κατέφυγε στην Αγγλία. Επέστρεψε για λίγο στην Αγγλία αλλά το Μάιο του 1825 όταν ξαναγύρισε στην Ελλάδα, ο Ιμπραήμ είχε αποβιβαστεί στην Πελοπόννησο και η ελληνική κυβέρνηση αναζήτησε στο πρόσωπο του δραστήριου Φαβιέρου τον έμπειρο αξιωματικό, ο οποίος θα μπορούσε να οργανώσει τακτικό στρατό* αντάξιο του υπό τον Ιμπραήμ αιγυπτιακού.  Έτσι στις 30 Ιουλίου 1825 ο Φαβιέρος διορίστηκε διοικητής και εκπαιδευτής του τακτικού σώματος, το οποίο έλαβε μέρος σε πολλές επιχειρήσεις. Η επίσημη τελετή παράδοσης του τακτικού σώματος στρατού έγινε στην πλατεία του Πλατάνου, τώρα Συντάγματος, του Ναυπλίου και ο Παν. Ρόδιος** παρέδωσε τη διοίκησή του στο Φαβιέρο.    

 

Στις αρχές Αυγούστου του 1826 έλαβε μέρος στην μάχη του Χαϊδαρίου*** όπου ηττήθηκε και στις 30 Νοεμβρίου 1826 διέσπασε με 530 άνδρες την πολιορκία της Ακρόπολης μεταφέροντας πολεμοφόδια αλλά έμεινε πολιορκημένος εκεί μέχρι τις 24 Μαΐου 1827 οπότε και συνθηκολόγησε. Το καλοκαίρι του 1827 έλαβε μέρος στην εκστρατεία της Χίου που διακόπηκε μετά από την αντίδραση των μεγάλων δυνάμεων.

Το 1828 μετά από διαφωνία του με τον Καποδίστρια έφυγε από την Ελλάδα για την Γαλλία όπου πήρε μέρος στην επανάσταση του Ιουλίου του 1830, οπότε διορίστηκε φρούραρχος του Παρισιού. Το 1839 έγινε γενικός επιθεωρητής στρατού, και το 1845 ομότιμος της Άνω Βουλής. Το 1842 η Γ’ Ελληνική Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας τον ανακήρυξε επίτιμο Έλληνα πολίτη και του απονεμήθηκε από τον Όθωνα ο Μεγαλόσταυρος του Τάγματος του Σωτήρος. Με τον θάνατό του το 1855 κηρύχθηκε τριήμερο πένθος στον Ελληνικό στρατό και η Ακρόπολη φωταγωγήθηκε πένθιμα.

 

Υποσημειώσεις

 

 

* Ο τακτικός στρατός κατά το 1825

 

 

Η δύναμις του Τακτικού Στρατού κατά το έτος 1825 ήτο 4.000 άνδρες, η δε σύνθεσή του η ακόλουθη:

Διοικητής
Συνταγματάρχης Κάρολος Φαβιέρος, Γάλλος
παραλαβών την Δ/σιν την 30ην Ιουλίου 1825 παρά του Συνταγματάρχου Ροδίου.

ΠΕΖΙΚΟΝ

  1. Α’ Τάγμα (Αθηνών) – 8 Λόχων (120-140 ανδρών έκαστος)
  2. Β’ Τάγμα (Ναυπλίου) – 6 Λόχων (120-140 ανδρών έκαστος)
  3. Γ’ Τάγμα (Αθηνών) – 8 Λόχων (120-140 ανδρών έκαστος)
  4. Δ’ Ημίταγμα – 4 Λόχοι (120-140 ανδρών έκαστος)
  5. Τμήμα Ελαφρού Πεζικού Ανιχνευτών Σταυροφόρων Δυνάμεως 250 ανδρών

ΙΠΠΙΚΟΝ

 Διοικητής Tαγματάρχης Ρεννώ, Γάλλος
  1. ‘Υλη Λογχιστών
  2. ‘Υλη Καραμπινοφόρων
  3. ‘Υλη Ανίππων

ΠΥΡΟΒΟΛΙΚΟΝ

 Διοικητής Λογαγός Εμμανουήλ Καλλέργης
Πυροβολαρχία 200 ανδρών μετά τεσσάρων (4) ορεινών πυροβόλων

 ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

ΟΠΛΟΣΤΑΣΙΟΝ

Από του Σεπτεμβρίου 1825 ήρξατο λειτουργούν εν Ναυπλίω εργοστάσιον επισκευής παλαιών τυφεκίων και πυροβόλων, ως και κατασκευής πυρομαχικών και βλημάτων πυροβολικού, υπό την διεύθυνσιν του Γάλλου Συνταγματάρχου Αρνώ, αφιχθέντος εκ Γαλλίας με Επιτελείον πυροτεχνουργών και αναγκαιούντων μηχανημάτων.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ


Διοικητής/Διευθυντής Λογαγός Μαγιές, Γάλλος


Η Σχολή Αξιωματικών Τακτικού Σώματος ελειτούργησε από τον Οκτώβριο 1825
Πρόκειται για την πρώτη Στρατιωτική Σχολή της Νεωτέρας Ελλάδος.

 

ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ

Διά θεσπίσματος του Βουλευτικού της 11ης Οκτωβρίου 1825 απεφασίσθη η σύστασις των αναγκαίων Νοσοκομείων διά την περίθαλψιν των ασθενών και τραυματιών.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Άμα τη συγκροτήσει του, το Τακτικόν Σώμα μετέβη εις Αθήνας την 1ην Οκτωβρίου 1825 γενόμενο ενθουσιωδώς δεκτόν. Τον Μάρτιο του 1826, ο Φαβιέρος, άνευ διαταγών και με δική του πρωτοβουλία, ωδήγησε το Τακτικόν εις Κάρυστον, όπου ηττήθη από τον Ομέρ Πασά τον Καρυστινό. Ανεσυγκροτήθη εκ ν έου εις Αθήνας και έλαβε νέες στολές. Αυτές ήταν:

  1. Αμπέχωνο γαλάζιο στολισμένο στα στήθη με αργυρόπλεκα γαϊτάνια
  2. παντελόνι φαιό
  3. κράνος αγγλικό μαύρο, απαστράπτων, με λοφίο από μαύρα και άπρα πτερά
  4. Σπαθιά αξιωματικών με χρυσή λαβή
  5. όπλα στρατιωτών με ξιφολόγχη
  6. δερμάτινος γυλιός


Παρά την λαμπρή εμφάνιση, το Σώμα εστερείτο ηθικού και δεν εσημείωσε αξιόλογη δράση με εξαίρεση την είσοδό του στην πολιορκουμένη υπό του Κιουταχή Ακρόπολη των Αθηνών την 30η Νοεμβρίου 1826.

Η ενίσχυσις των πολιορκουμένων με άνδρες και εφόδια παρέτεινε την πολιορκία έως τις 27 Μαϊου 1827 οπότε υπήρξε συνθηκολόγησις υπέρ των Τούρκων.
Τα λείψανα του Τακτικού ανεσυγκροτήθησαν εις Πόρον και ανεχώρησαν δια την τελευταία εκστρατεία στην Χίο τον Οκτώβριο του 1827.

Η Ελληνική κυβέρνησις, μη δυναμένη να συντηρήση το Τακτικόν, ενέκρινε την εκστρατεία της Χίου διότι τα έξοδα τα ανέλαβαν οι Χιώτες της διασποράς. ‘Ετσι, η τελευταία δύναμις στρατού εξέφυγε από τα χέρια της Κυβερνήσεως η οποία, ανίκανη να επιβληθή στην εσωτερική αναρχία, κατέφυγε εις Αίγινα εν αναμονή του Καποδίστρια.

 

Charles Favier, baron (1782-1855)

Charles Favier, baron (1782-1855)

 

 

 

** Παναγιώτης Ρόδιος (1789-1851)

 

 

Γεννήθηκε στη Ρόδο το 1789. Ο πατέρας του, Γεώργιος, ήταν εμποροπλοίαρχος, και ιδιοκτήτης πλοίου. Τα πρώτα του γράμματα, τα έμαθε στη Ρόδο και δεν θέλησε να ακολουθήσει το επάγγελμα του καραβοκύρη. Μετά το θάνατο του πατέρα του, πούλησε το πλοίο του και πήγε για σπουδές στο Φιλολογικόν Γυμνάσιον Σμύρνης όπου και διακρίθηκε. Στο σχολείο της Σμύρνης δίδασκαν σημαντικότατοι δάσκαλοι, εκπρόσωποι του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, όπως ο Κων/νος Κούμας και οι αδελφοί Στέφανος και Κων/νος Οικονόμος. Από τη Σμύρνη ταξίδεψε αρχικά για την Πάδουα και στη συνέχεια στο Παρίσι για να σπουδάσει ιατρική. Εκεί προσχώρησε στις ιδέες του Διαφωτισμού και στον κύκλο του εκφραστή τους, Αδαμάντιο Κοραή, ο οποίος αποτέλεσε το πνευματικό του πρότυπο.

Όμως, πριν ολοκληρώσει τις σπουδές του, ξεκίνησε η Ελληνική Επανάσταση το 1821. Τότε, εγκατέλειψε το Παρίσι και τον Αύγουστο του 1821 επέστρεψε στην Ελλάδα και κατατάσσεται στο πρώτο τακτικό σώμα στρατού. Μετέχοντας στη συνοδεία του Σκωτσέζου φιλέλληνα Τόμας Γκόρντον, κατευθύνθηκε στο Άστρος, όπου θα συναντούσαν τον Δημήτριο Υψηλάντη. Ο Ρόδιος ενταγμένος στο επιτελείο του Υψηλάντη συμμετείχε στην πολιορκία της Τριπολιτσάς μέχρι την πτώση της.

Ο διακεκριμένος Φαναριώτης Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, πολιτικός και διανοούμενος, συνάντησε τον Ρόδιο στην Κόρινθο και τον έθεσε υπό την πολιτική του προστασία Ο Ρόδιος έλαβε μέρος στη μάχη του Πέτα, με το βαθμό του λοχαγού, διακρίθηκε για την ανδρεία του και ήταν από τους ελάχιστους επιβιώσαντες. Με τα λείψανα του τακτικού στρατού συμμετείχε στην κατάληψη του Ναυπλίου από τους Έλληνες.
Τον Νοέμβριο του 1822 ο Ρόδιος ανέλαβε τη διοίκηση του πρώτου τάγματος του τακτικού στρατού, παίρνοντας προαγωγή στο βαθμό του ταγματάρχη.

Ο Ρόδιος, προσχώρησε στην κυβέρνηση του Κουντουριώτη παίρνοντας μάλιστα τη σημαντικότερη πολιτική θέση της σταδιοδρομίας του, εκείνη του προσωρινού Γενικού Γραμματέα του Εκτελεστικού, αναπληρώνοντας τον Μαυροκορδάτο, δεύτερος πολιτειακός παράγοντας, μετά τον πρόεδρο του Εκτελεστικού, Κουντουριώτη.

Από τον Ιούλιο του 1824 ο Ρόδιος προήχθη στο βαθμό του συνταγματάρχη, επιφορτισμένος με τα καθήκοντα του αρχηγού του τακτικού σώματος στρατού. Τον Ιούλιο του 1824, συνυπέγραψε την επίσημη ανασύσταση του τακτικού στρατού, την οποία ανέλαβε να φέρει σε πέρας. Το 1825 παρέδωσε τη διοίκηση του τακτικού στρατού στον Γάλλο αξιωματικό, Φαβιέρο.

Διετέλεσε στενός συνεργάτης του πρώτου Έλληνα Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια και Γραμματέας επί των Στρατιωτικών. Επί υπουργίας του συμβάλλει στην ίδρυση του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου.


Ο Ι. Καποδίστριας δολοφονείται τον Οκτώβριο του 1831 και το 1833 ο Όθων φθάνει στην Ελλάδα ως πρώτος βασιλιάς της. με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3η2 Φεβρουαρίου 1830 αναγνωρίζεται διεθνώς το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος.
Μετά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843 ο Ρόδιος διορίζεται στρατιωτικός διοικητής Αργολίδος. Ο βασιλιάς Όθωνας προάγει τον Ρόδιο σε υποστράτηγο. Ο Ρόδιος συμμετέχει ως πληρεξούσιος του Ναυπλίου στην Εθνοσυνέλευση και μετέχει, ως μέλος της συντακτικής Επιτροπής του Συντάγματος. Το 1844 αναλαμβάνει καθήκοντα Γραμματέως επί των Στρατιωτικών, ενώ το 1848 διατελεί και πάλιν, Υπουργός Στρατιωτικών. Παντρεύτηκε μία από τις κόρες του Γενναίου Κολοκοτρώνη, με την οποία απέκτησε ένα γιο και πέθανε το 1851 σε ηλικία 62 ετών.

 

 

*** Ο Φαβιέρος για τις μάχες στο Χαϊδάρι

 

Την επομένη της μάχης ο Κάρολος Φαβιέρος και οι άνδρες του αποχώρησαν από το στρατόπεδο της Ελευσίνας χωρίς καμία προειδοποίηση και μετέβησαν στη Σαλαμίνα. Ο Γάλλος συνταγματάρχης ήταν ιδιαίτερα απογοητευμένος από την έκβαση των επιχειρήσεων στο Χαϊδάρι αλλά και από τη συμπεριφορά των ατάκτων πολεμιστών απέναντι στο τακτικό στράτευμα. Η αναφορά, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας παρατίθεται παρακάτω, μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τη στάση του Φαβιέρου κατά τις μάχες του Χαϊδαρίου. Αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο, καθώς ο Φαβιέρος έχει κατηγορηθεί από πολλούς οπλαρχηγούς που άφησαν απομνημονεύματα, αλλά και από ιστορικούς, ότι φέρθηκε με αλαζονεία, δεν ήταν ιδιαίτερα συνεργάσιμος και ότι η επιθυμία του για προσωπική δόξα δεν επέτρεψε την ευόδωση των επιχειρήσεων στο Χαϊδάρι.

«Απήλθον είς την Κούλουρην με δύο τάγματα και τέσσαρα πυροβόλα και ένα λόχον τών φιλελλήνων. Μ’ εκακοφαίνετο πολύ τό ότι δεν είχον τό Ιππικόν, διότι τότε ήθελε διαλυθή ή πολιορκία. Την 3ην επέρασα είς την Ελευσίνα. Η γνώμη μου ήτο ν’ ανοίξωμεν δρόμον από τό μοναστήριον Δαφνί ή άπό τόν Πειραιά, διά νά έχωμεν τάς απαιτουμένας διά τόν στρατόν συγκοινωνίας. Την 6ην διαβάντες από τά όρη εφθάσαμεν την νυκταν είς τόν περίβολον του Χαϊδαρίου, θέσις, περί την οποίαν υπάρχουν λόφοι. Την αυγήν μάς περιεκύκλωσε τό ιππικόν του εχθρού, όστις ήρχισε μετ’ όλίγον να πυροβολεί καθ’ ημών, και μας έβλαψεν οπωσούν […].

Αφού οι Τούρκοι έφυγον άφ’ όλα τά μέρη, μόλις εμφανισθέντων τών στρατευμάτων μας, επρότεινα είς τους οπλαρχηγούς νά διώξωμεν τόν εχθρόν. Ούτως ηθέλομεν διαλύσει την πολιορκίαν ωφεληθέντες από την δειλίαν του. Αλλ’ αυτοί κατεσκεύασαν προμαχώνες επί τινών θέσεων, τάς οποίας εκυριεύσαμεν. Την επιούσαν έφθασεν αρκετή βοήθεια είς τόν Κιουταχηή από τόν Εύριπον υπό τόν Ομέρ πασσάν. Την επαύριον επαρουσιάσθη ο έχθρός είς τά χαράγματα τής αυγής με τρεις χιλιάδας περίπου, έξ ών αι δύο χιλιάδαι πεζοι […].

To εσπέρας τέλος δεν είχομεν ούτε άρτον, ούτε νερόν, ούτε συγκοινωνίαν. Ο δε στρατηγός Καραϊσκάκης με ειδοποίησεν ότι την νύκτα έμελλε να επιπέση μ’ όλον του τόν στρατόν κατά του εχθρού και εζήτει νά μείνω είς εφεδρείαν εις τόν περίβολον. Υπεσχέθη και έμεινα, και μετά δυο ώρας είδον εμαυτόν μ’ απορίαν μου μεταξύ τών Τούρκων. Διά τούτο ή αποχώρησίς μου έγινε πολύ ακαταλλήλως είς στράτευμα τακτικόν. Είμεθα ή οπισθοφυλακή ομού με τους φιλέλληνας, έξ ών συνελήφθησαν δύο. Τέλος διελθόντες από μέρη πολύ δύσβατα, εφθάσαμεν είς την πεδιάδα, όπου εμάθομεν ότι πρό δυο ωρών είχον αναχωρήσει τά άτακτα στρατευματα. Οι άτακτοι διήρπασαν τά σκεύη τών στρατιωτών μας, ένώ ούτοι άπήρχοντο είς την μάχην, αι δε νυκτοφύλακαί μας ετουφέκισαν ερχομένους. Διά ταύτα δεν ήτο δυνατόν νά διατηρηθή τό νέον τούτο τακτικόν σώμα είς την Ελευσίνα έν τω μέσω τών ατάκτων στρατιωτών, οι οποίοι ήρχισαν νά λιποτακτούν και ηδύναντο νά παρασύρουν και τους τακτικούς εις την φυγήν των.

Όθεν ανεχώρησα και ήλθον είς τά Αμπελάκια, όπου εύρον και τό ιππικόν όλον πυρ άλλ’ εις μεγάλην αταξίαν. Όλη ή ζημία μας συνίσταται είς εβδομήντα φονευμένους, πληγωμένους ή ζωγρημένους. Εκ τών φιλελλήνων ό Βολζιμόν, Μπω, Σουζιε σοβαρά επληγώθησαν, ο Ρουσσέν και ο Πεκαράρα ηχμαλωτίσθηκαν, ώς και ο νέος ανδρείος Ρίζος. Του εχθρού ή ζημία συνίσταται είς χιλίους επτακοσίους».

Ο ιστορικός Διονύσιος Κόκκινος υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός του Φαβιέρου για συνεννόησή του με τον Καραϊσκάκη, προκειμένου να γίνει επίθεση εναντίον των Τούρκων τις πρώτες πρωινές ώρες της 9ης Αυγούστου είναι μάλλον λανθασμένος, αφού είναι βέβαιος ότι ο οπλαρχηγός δεν θα επιχειρούσε επίθεση σε πεδινό έδαφος εναντίον ενός κατά πολύ υπεράριθμου αντιπάλου. Από την άλλη πλευρά, αποκλείει την πιθανότητα να ψεύδεται ο Γάλλος και αποδίδει την παρεξήγηση, που ταλαιπώρησε τόσο πολύ τους άνδρες του τακτικού στρατού, σε κακή συνεννόηση λόγω ανεπαρκούς διερμηνείας. Ο Δημήτριος Αινιάν (1800-1881), ένας από τους πιο πιστούς αγωνιστές και φίλους του Καραϊσκάκη, και ο κατεξοχήν βιογράφος του μεγάλου ήρωα, πιστεύει ότι η όλη στάση του Φαβιέρου και η παραπάνω αναφορά είναι αποτέλεσμα του συνεταιρισμού του Γάλλου συνταγματάρχη με τους «εν Ναυπλίω εχθροϋς του Καραϊσκάκη» αλλά και της επιθυμίας του να γίνει γενικός αρχηγός της εκστρατείας για την απελευθέρωση της Αθήνας από τον κλοιό του Κιουταχή.

Οι αυστηρές κρίσεις του Αινιάνα είναι προφανώς επηρεασμένες από τον μεγάλο θαυμασμό που έτρεφε προς τον Γεώργιο Καραϊσκάκη. Ο Φαβιέρος ήταν αναμφίβολα γενναίος άνδρας και ικανότατος αξιωματικός, με μεγάλη πείρα σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. To πολεμικό του ταλέντο είχε αναδειχθεί στους Ναπολεόντειους πολέμους. To 1807 απεστάλη στην Κωνσταντινούπολη και αμέσως μετά στην Περσία, όπου αναδιοργάνωσε τη στρατιωτική επιμελητεία. Προήχθη στον βαθμό του συνταγματάρχη το 1815. Κατά την περίοδο 1822-1823 πολέμησε στην επαναστατημένη Ισπανία στο πλευρό της φιλελεύθερης παράταξης. To 1825 τον κάλεσε η ελληνική κυβέρνηση, προκειμένου να αναλάβει την ανασυγκρότηση του τακτικού στρατιωτικού σώματος της Ελλάδας. Οι μεγάλες ικανότητες του Φαβιέρου φάνηκαν στην επιτυχημένη επιχείρηση εισόδου μεγάλου τμήματος του τακτικού στρατού με πολλά εφόδια στην πολιορκούμενη Ακρόπολη στα τέλη Νοεμβρίου 1826. Παρά τη μεγάλη του εμπειρία, όμως, ο Φαβιέρος ήταν παντελώς ανίδεος σχετικά με τις μεθόδους και τις τεχνικές του ανταρτοπόλεμου, που διενεργούσαν οι Έλληνες οπλαρχηγοί, μη έχοντας στη διάθεσή τους οργανωμένο, εξοπλισμένο και πολυάριθμο στρατό, όπως οι Τούρκοι. Οι γνώσεις και οι εμπειρίες του Φαβιέρου δεν ανταποκρίνονταν στις ανάγκες και τις δυνατότητες του ελληνικού αγώνα κι έτσι δεν φάνηκαν ιδιαίτερα ωφέλιμες.

 

Πηγές

 

  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης « Πέτρος Μπελίνος: Ένας Φιλέλληνας στο Άργος», Περιοδικό Αναγέννηση, τεύχος 357, 1998. 
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών.
  • Η ιστορία των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων δια μέσου των αιώνων, http://www.hellasarmy.gr
  • Δήμος Χαϊδαρίου.

 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »