Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Καποδιστριακή Πολιτεία (1828-1831): «Ο Πόλεμος των Λιμανιών» –  Η κυβερνητική πολιτική για τα προβλήματα λειτουργίας των λιμανιών και η απογραφή των υπαλλήλων της «Οικονομικής Υπηρεσίας» –  Θεόδωρος Δεβενές


 

Α’.  Η Κατάσταση πριν την άφιξη του Καποδίστρια

 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας φθάνει στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1828, δηλαδή 8 μήνες μετά την εκλογή του από την Γ’ Εθνική Συνέλευση.  Ακολουθούν  αμέσως διαβουλεύσεις με τα μέλη της απερχόμενης κατάστασης και τα μέλη της Βουλής. Ο υπουργός Εσωτερικών της απερχόμενης κυβέρνησης τον ενημερώνει ότι οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα έχει νεκρωθεί. Το ίδιο ισχύει και σε άλλους κρίσιμους τομείς της δημόσιας ζωής, όπως η δικαιοσύνη και η δημόσια τάξη.[1]

Το δημόσιο ταμείο είναι τελείως άδειο. Σύμφωνα μάλιστα με τον υπουργό Οικονομικών Αθανάσιο Λιδωρίκη, και οι τελευταίοι δημόσιοι πόροι έχουν γίνει βορά των ισχυρών (πολιτικών και στρατιωτικών).[2] Τα 300.000 περίπου φράγκα που φέρνει μαζί του ο Κυβερνήτης αρκούν μόνο για λίγες εβδομάδες μισθοδοσίας και τροφοδοσίας του στρατού, και για τις πρώτες ποσότητες συσσιτίων για ένα λαό που έχει χάσει τα πάντα. Αυτό ίσχυε και για τους πρόσφυγες και  για τους γηγενείς.

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

 

Στην Πελοπόννησο επιφανείς προεστοί έχουν καταστραφεί οικονομικά, το 90% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων έχει καεί ή εγκαταλειφθεί, και ο πληθυσμός έχει εγκαταλείψει τις εστίες του. Η οικονομική «αιμορραγία» των εφοπλιστών, η αεργία που μαστίζει τον πληθυσμό των νησιών και η ολοκληρωτική σχεδόν ανακατάληψη της Στερεάς από τους Οθωμανούς, συμπληρώνουν την εικόνα που αντιμετωπίζει ο Καποδίστριας.

Για την άμεση εξεύρεση χρηματικών πόρων, η κυβέρνηση προβαίνει στις εξής ενέργειες:

α) Στις 2 Φεβρουαρίου  ιδρύει την Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα, στην οποία καλούνται να καταθέσουν οι Έλληνες τα χρηματικά τους κεφάλαια με επιτόκιο 8%. Μέχρι τις 14 Μαρτίου η Τράπεζα είχε δανείσει στη Διοίκηση 40.000 δίστηλα.[3]  

β) Στο διάστημα 10-12 Μαρτίου ακυρώνει την δημοπρασία των προσόδων στα νησιά του Αιγαίου προκηρύσσοντας ξανά την ενοικίασή τους, με όρους σαφώς καλύτερους για το δημόσιο ταμείο και με έγκαιρη ενημέρωση των κοινοτήτων (πράγμα που δεν είχε συμβεί την πρώτη φορά). Ειδικά για τους πρώην ενοικιαστές, βεβαιώνεται ότι θα τους καταβληθεί αποζημίωση προσαυξημένη με τόκο από την ημέρα που είχαν καταβάλει τα χρήματα.[4]     (περισσότερα…)

Read Full Post »

Στρατός και Πολιτική – Θάνος Μ. Βερέμης. Ομότιμος Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης – ΕΚΠΑ


 

Ο σχηματισμός τακτικού στρατού, με σώμα επαγγελματιών αξιωματικών, συνδέθηκε με την απόπειρα του νεοϊδρυθέντος βασιλείου να μιμηθεί τα δυτικά του πρότυπα και να αποκτήσει εκσυγχρονισμένους θεσμούς. Το υβριδικό αποτέλεσμα που προέκυψε από το πάντρεμα των δυτικών θεσμών με τα εντόπια ήθη και έθιμα έμοιαζε περισσότερο με την Ελληνίδα μητέρα του από ό,τι με τον ξένο πατέρα του.

Όταν οι αντιβασιλείς του Όθωνα επέβαλαν τις δικές τους στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις το 1833, υπήρχαν 5.000 άτακτοι και περίπου 700 τακτικοί Έλληνες στρατιωτικοί. Οι αντίστοιχοι αριθμητικά με τους ατάκτους Βαυαροί τακτικοί που τους αντικατέστησαν κατάφεραν να παγιώσουν την κεντρική εξουσία του οθωνικού κράτους και να στερήσουν τα κόμματα από την επιρροή τους στον στρατό. Με την κατάσταση των απολυμένων ατάκτων ασχολήθηκε συστηματικά ο Γιάννης Κολιόπουλος στο μνημειώδες έργο του για τη ληστεία στη μετεπαναστατική Ελλάδα.[1] Οι Γερμανοί μισθοφόροι έφυγαν από την Ελλάδα το 1837, αλλά ο ελληνικός τακτικός στρατός δεν έγινε αξιόπιστη δύναμη παρά μόνο στο τέλος του 19ου αιώνα.[2]

Χαρίλαος Τρικούπης

Από τη γέννησή του μετά το τέλος του Αγώνα έως τις μεταρρυθμίσεις του Χαρίλαου Τρικούπη κατά τη δεκαετία του 1880, ο ελληνικός τακτικός στρατός περιορίστηκε στη στήριξη της εξουσίας του νέου κράτους. Έως το τελευταίο τέταρτο του αιώνα, το κράτος είχε καταπνίξει τους ανταγωνιστές του και είχε μετασχηματίσει τις φρουρές σε μαζικό θεσμό που εξυπηρετούσε το αλυτρωτικό πρόγραμμα.

Στα πρώτα εξήντα χρόνια της ζωής του, το ελληνικό κράτος παρέμεινε εξαρτημένο από τη Σχολή Ευελπίδων για τη δημιουργία αξιωματικών με τεχνική εκπαίδευση. Τα προγράμματα σπουδών συμπεριλάμβαναν αριθμητική, άλγεβρα, γεωμετρία, στερεομετρία, κατασκευαστικές μεθόδους, τοπογραφία και σχέδιο μηχανών. Από το 1870, τα θεωρητικά μαθήματα, όπως η φυσική και τα μαθηματικά, παραδίδονταν σε ένα πενταετές πρόγραμμα αρχικά και η εφαρμοσμένη στρατιωτική εκπαίδευση συγκεντρωνόταν στα δύο τελευταία έτη. Οι σπουδαστές με τους υψηλότερους βαθμούς στις θετικές επιστήμες επιλέγονταν για το Μηχανικό και το Πυροβολικό, αλλά υπήρχαν και εκείνοι που προτιμούσαν να τερματίσουν τις σπουδές τους μετά την ολοκλήρωση ενός πρώτου κύκλου σπουδών θεωρητικών μαθημάτων και να ακολουθήσουν σταδιοδρομία καθηγητή ή πολιτικού μηχανικού. Έτσι, η Σχολή έγινε υποκατάστατο Πολυτεχνείου, ώσπου αυτό να ιδρυθεί ως ακαδημαϊκή δομή το 1887. Έως τότε, οι αξιωματικοί του Μηχανικού χρησιμοποιήθηκαν από το Υπουργείο Εσωτερικών για την κατασκευή και επίβλεψη δημοσίων έργων, γεφυρών, δρόμων και κυβερνητικών κτηρίων.[3]

To 1882, η Σχολή Ευελπίδων απέκτησε νέο κανονισμό λειτουργίας, ο οποίος παρέμεινε σε ισχύ για τριάντα χρόνια. Τα έτη σπουδών μειώθηκαν σε πέντε, με έμφαση πλέον στα καθαρά στρατιωτικά μαθήματα. Με τον τρόπο αυτό, η Σχολή διατηρούσε τους νέους, οι οποίοι, προηγουμένως, την εγκατέλειπαν καθ’ οδόν, για να ακολουθήσουν ιδιωτικά τεχνικά επαγγέλματα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Τα ανάκτορα του Όθωνα –  Νίκος Βατόπουλος, Δημοσιογράφος στην «Καθημερινή» – Συγγραφέας


 

Τα πρώτα ανάκτορα στο έδαφος του νέου ελληνικού βασιλείου έφεραν εξαρχής ευδιάκριτο συμβολισμό. Ως το πιο μεγάλο, με διαφορά, και επιβλητικό κτίριο της Αθήνας, τα ανάκτορα του Όθωνα σηματοδότησαν τη ρήξη με το προνεωτερικό οθωμανικό παρελθόν με τρόπο απόλυτο και ευκρινή. Η δε, τελική, χωροθέτησή τους στην κορυφή της τότε πλατείας Μουσών και αργότερα Συντάγματος δεν άφηνε καμία αμφιβολία για τη μορφή της εξουσίας αλλά και τη νέα γεωγραφία της πόλης.

 

Η επιλογή της θέσης των ανακτόρων

 

Η παλιά Αθήνα, συστάδες οικιών, καταστημάτων και εκκλησιών από την Ερμού και κάτω, προς την Πλάκα, το Μοναστηράκι, του Ψυρρή και την οδό Αθηνάς, ήταν η πόλη που συνέχιζε πάνω σε έναν οικείο, λίγο-πολύ, καμβά δρόμων και λειτουργιών. Τα νέα σπίτια, τα νέα μαγαζιά, οι διανοίξεις των νέων δρόμων εκσυγχρόνιζαν σταδιακά και επεξέτειναν τον παλαιό ιστό. Παράγωνα οικόπεδα, απουσία υποδομών, παράγκες και αρχοντικά, ελεύθερα ζώα, μικροπωλητές, μια ατμόσφαιρα πολίχνης.

Αλλά από την πλατεία Μουσών και πάνω, η κατάσταση ήταν διαφορετική. Άλλωστε, οι φιλοδοξίες για τη νέα πρωτεύουσα ήταν η δημιουργία ενός παντελώς καινοτόμου αστικού κέντρου, που θα καθρέφτιζε τον προσανατολισμό του νεαρού βασιλείου με κατεύθυνση τις αξίες και τις πρακτικές του προηγμένου κόσμου της δεκαετίας του 1830 (που συμβολικά ταυτίζεται με τις απαρχές της Νεωτερικής εποχής και την εμπέδωση μιας νέας ισορροπίας δυνάμεων μετά τον Ναπολέοντα).

Σε μια νοητή γραμμή, τα ανάκτορα του Όθωνος συναντούσαν την Πύλη του Αδριανού, ένα προγενέστερο όριο της ρωμαϊκής Αθήνας, που συνέδεε αλλά και αντιπαρέθετε τη νέα με την παλιά πόλη.

Απέναντι στα μνημεία της κλασικής Αθήνας, της πόλης του Θησέα, η Αθήνα του Αδριανού με τα δημόσια έργα και τις ρωμαϊκές επαύλεις στο παριλίσσιο τοπίο έδινε άνοιγμα στις νεωτερικές ιδέες περί αστικής ζωής στον 2ο αι. μ.Χ. Με τον ίδιο τρόπο, η νέα Αθήνα του Όθωνα αντίκριζε την παλιά πόλη. Οι διορατικοί μπορούσαν να φανταστούν τα χρόνια που έμελλε να έρθουν.

 

Τα βασιλικά ανάκτορα (Κτίριο της Βουλής). Δημοσιεύθηκε στο «The Illustrated London News», 8 Ιουλίου 1843.

 

Η επιλογή της κορυφής της πλατείας Μουσών, σε ύψωμα, για την ανέγερση των ανακτόρων ήταν το αποτέλεσμα μιας σειράς αβέβαιων και αμήχανων επιλογών από το 1833 έως το 1835.

Από τον Κλεάνθη και τον Σάουμπερτ, οι οποίοι είχαν αρχικά προτείνει τον χώρο της μετέπειτα πλατείας Ομονοίας, έως τον Λέο φον Κλέντσε, που είχε κινηθεί προς τον Κεραμεικό, τα ανάκτορα περιφέρονταν ως ιδέα αλλά και ως μορφή.

Ο μεγάλος αρχιτέκτων του γερμανικού κλασικισμού Καρλ Σίνκελ είχε προτείνει την ανέγερση των ανακτόρων στην Ακρόπολη, σαν μια ακροβασία αρχιτεκτονικής σκηνογραφίας. Όμως όπως εν τέλει αποδείχθηκε, στην περίπτωση των Αθηνών χρειαζόταν μια σωστή δοσολογία ιδεαλισμού και πραγματισμού. Οι αλλαγές των αποφάσεων για τη χωροθέτηση των ανακτόρων ενισχύονταν από διαρκείς φημολογίες και είχαν παρασύρει κάποιους αστούς να αγοράσουν γη πλησίον της μετέπειτα πλατείας Ομονοίας, εκεί όπου σήμερα είναι η οδός Πειραιώς και η πλατεία Κουμουνδούρου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Υπηρεσίες Πληροφοριών και Εθνική Ασφάλεια – Παύλος Αποστολίδης, Πρέσβυς ε.τ., Πρώην Διοικητής ΕΥΠ (1999-2004)


 

Ο συνήθως αποδεκτός ορισμός της εθνικής ασφάλειας είναι η προστασία του κράτους και των θεσμών του από εσωτερικές ή εξωτερικές απειλές. Υπό την έννοια αυτή, κατ’ εξοχήν αρμόδιοι για την προάσπιση της εθνικής ασφάλειας είναι η Αστυνομία για τις εσωτερικές απειλές και οι ένοπλες δυνάμεις για τις εξωτερικές. Οι υπηρεσίες πληροφοριών, ή αλλιώς μυστικές υπηρεσίες, προσθέτουν ένα επιπλέον επίπεδο προστασίας στο κράτος και τους θεσμούς του, κατά κύριο λόγο πληροφοριακά, δηλαδή συλλέγοντας πληροφορίες που αφορούν την εθνική ασφάλεια και δεν είναι προσβάσιμες, και ενημερώνοντας τις αρμόδιες αρχές.

Η συλλογή πληροφοριών εσωτερικού αφορά κατά κύριο λόγο την κατασκοπεία, την τρομοκρατία, την προπαγάνδα και παραπληροφόρηση καθώς και τις κυβερνοεπιθέσεις. Σε ορισμένα κράτη οι υπηρεσίες εσωτερικού έχουν αρμοδιότητα σύλληψης υπόπτων, ενώ στην Ελλάδα ούτε καν το δικαίωμα προανάκρισης.

Η αναζήτηση πληροφοριών στο εξωτερικό καλύπτει τις περιοχές/χώρες ενδιαφέροντος του κάθε κράτους, αφορά πολιτικο-οικονομικές και στρατιωτικές πληροφορίες και γίνεται με ανθρώπινα ή τεχνικά μέσα που αποκαλούνται πηγές. Σημαντική διαφορά μεταξύ υπηρεσιών εσωτερικού και εξωτερικού είναι ότι οι πρώτες κινούνται σε ένα νομικό περιοριστικό πλαίσιο που θεσπίζει διαδικασίες προς προστασία των πολιτών, ενώ οι δεύτερες, που συνήθως αποκαλούνται μυστικές, κινούνται εκτός νομικού πλαισίου, διότι η δράση τους είναι παράνομη στα κράτη όπου δραστηριοποιούνται. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Τα μετά την έξωση: Τα αιτήματα του Όθωνος προς την Ελλάδα – Κωστής Ι. Αιλιανός, πρέσβης ε.τ.


 

Η αιφνίδια εκδίωξη του Όθωνος και της Αμαλίας, στις 12/24 Οκτωβρίου 1862, και η εν συνεχεία έκπτωση του βασιλέως από τον ελληνικό θρόνο άφησαν πίσω τους ορισμένες «πρακτικές» εκκρεμότητες μετά από 30 χρόνια βασιλείας: την τύχη της κινητής περιουσίας της βασιλικής οικογενείας, της αλληλογραφίας των τ. βασιλέων, καθώς και, κυρίως, θέματα αποζημιώσεως για τα ακίνητα τα οποία είχαν ανεγερθεί με δαπάνες του Όθωνος και του πατέρα του, βασιλέως της Βαυαρίας, Λουδοβίκου Α’. Η εκλογή, λίγο αργότερα, και η προσεχής άφιξη στην Αθήνα του νέου μονάρχη κατέστησαν, πλέον, επιτακτική την έγκαιρη ρύθμιση των όποιων εκκρεμοτήτων.

 

Μια υπόθεση με ευρωπαϊκή διάσταση

 

Ο Όθωνας με πολιτική περιβολή κατά την εποχή της εκθρόνισής του. (Μουσείο Μπενάκη)

Η διευθέτηση των ζητημάτων αυτών δεν απετέλεσε αμιγώς διμερή υπόθεση της Ελλάδος με τον οίκο των Βίτελσμπαχ. Έλαβε ευρύτερη ευρωπαϊκή διάσταση, εφ’ όσον, εξ αρχής, οι τρεις προστάτιδες Δυνάμεις, κατόπιν αιτήματος της βαυαρικής κυβερνήσεως, παρενέβησαν επανειλημμένως προς την ελληνική κυβέρνηση. Αργότερα, ο ίδιος ο τ. βασιλεύς, όπως και η Αμαλία, μετά τον θάνατο του Όθωνα, ζήτησαν την πρακτική αρωγή τους. Οι τρεις πρέσβεις στην Αθήνα διεδραμάτισαν ουσιαστικό ρόλο – όχι πάντα διακριτικό – στη ρύθμιση των εκκρεμοτήτων αυτών, και όχι πάντα ταυτόσημο. Μάλιστα η Πετρούπολις ζήτησε την παρουσία εκπροσώπων των τριών Δυνάμεων στην επιτροπή που θα ησχολείτο με τις υποθέσεις του Όθωνος.

Από πλευράς της Οθωνικής δυναστείας ορίσθηκε εκπρόσωπος ο Ludwig Wenning, ιδιαίτερος γραμματεύς του Όθωνος, ο οποίος ήρθε πολλές φορές στην Αθήνα και ασχολήθηκε, με τη βοήθεια του Έλληνος δικηγόρου Αριστείδη Μπαλάνου, με όλες τις πτυχές των εκκρεμοτήτων και κυρίως με τη διαπραγμάτευση της αποζημιώσεως για τα κτίρια για τα οποία είχε εγείρει απαιτήσεις ο Όθων. Στη διαδικασία συνέπραξε και ο Βαυαρός πρέσβης στην Αθήνα, Ferdinand von Hompesch-Bollheim μέχρι τα μέσα του 1863 οπότε ανεκλήθη, όπως, σε μικρό βαθμό, και ο Αυστριακός και ο Δανός. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Εκατό χρόνια «Στο Κλαρί»: Το ληστρικό φαινόμενο στο Ελληνικό Κράτος – Βασίλης Κ. Γούναρης, Καθηγητής, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ


 

Είναι αδύνατον να συνεισφέρει κανείς πρωτότυπα επιχειρήματα στη μελέτη του ληστρικού φαινομένου στην ελληνική επικράτεια. Μολονότι θα μπορούσαν να γίνουν – και γίνονται – ακόμη πολλές μελέτες περίπτωσης, εστιασμένες στη δράση ληστών ή συμμοριών, οι πολιτικές, κοινωνικές και ιδεολογικές συνιστώσες του φαινομένου έχουν ήδη περιγραφεί περισσότερο από όλους από τον Γιάννη Κολιόπουλο, με τις δύο μονογραφίες του, οι οποίες και χρησιμοποιούνται εκτενώς στην επισκόπηση αυτή.[1]

Η ληστεία είναι διαχρονικό κοινωνικό φαινόμενο, που στον ελληνικό χώρο είχε τη δική του ιστορία. Η διαχρονικότητά του βοήθησε την ένταξή του στο ελληνικό εθνικό ιστορικό αφήγημα, γιατί εξυπηρετούσε και ιδεολογικούς και πρακτικούς λόγους. Οι ιδεολογικοί αφορούσαν την κληρονομιά της «κλεφτουργιάς» της Τουρκοκρατίας και την εμπλοκή της στα προεπαναστατικά κινήματα και στην Επανάσταση του 1821. Εξαγιασμένη εκ του αποτελέσματος και λεκτικά αποκαθαρμένη από το άχθος της ληστείας, η μνήμη της «κλεφτουργιάς» κληροδοτήθηκε και διαδόθηκε μέσω των σχολικών βιβλίων και της πεζογραφίας. Ακόμη διαδίδεται. Χρησιμοποιήθηκε ευκολότατα ως ιδεολογικό άλλοθι, ηθικό πλεονέκτημα και μέθοδος παραπλάνησης από γενεές ληστών και ανταρτών κάθε είδους.[2]

 

Προσωπογραφία κλέφτη από τη Στερεά Ελλάδα. Δημοσιεύεται στο: Belle Henri, «Trois années en Grèce». Παρίσι, Librairie Hachette, 1881. Συλλογή: Βιβλιοθήκη Μουσείου Μπενάκη.

 

Θα αποκαλούσα τη μνήμη αυτή ως την ακαταμάχητη «γοητεία της φουστανέλας», μια παράδοση τόσο σαγηνευτική, ώστε ηθελημένα ταυτίστηκε και τυποποίησε την ελληνική πολεμική αρετή. Φυσικά δεν ήταν μόνον η ένδυση που γοήτευε αλλά και η συνολική ιδεολογία του παλικαρισμού, ως αιώνιας έκφρασης της αντίστασης και της περιφρόνησης των Ελλήνων προς κάθε είδους καθεστωτικές, κοινωνικές, πολιτικές, νομικές συμβάσεις και περιορισμούς που παραβιάζουν ό,τι – αυθαίρετα – εκλαμβάνεται ως φυσικό δίκαιο.[3]

Το πρακτικό μέρος της ένταξης στο ελληνικό ιστορικό αφήγημα αφορούσε την ανταμοιβή και την αποκατάσταση όλων των ενόπλων που είχαν δραστηριοποιηθεί κατά την επαναστατική περίοδο: οι άτακτοι πολεμιστές του ’21 και όσοι ακολούθησαν το παράδειγμά τους τον επόμενο αιώνα δεν μπορούσαν και δεν έπρεπε να μείνουν στο περιθώριο ούτε της ιστορίας, ούτε της κοινωνικής πρόνοιας. Και δεν έμειναν βέβαια.[4] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Χωροφυλακή και Αστυνομία – Ιστορία και Εξέλιξη, 1821-1940 – Νικόλαος Α. Αναστασόπουλος – Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων


 

Χωρίς αμφιβολία, το παραβατικό φαινόμενο της ληστείας κυριάρχησε από την ίδρυση του ελληνικού κράτους έως περίπου τη δεκαετία του 1930, επηρεάζοντας καθοριστικά την εύρυθμη λειτουργία του δημόσιου βίου.[1] Παράλληλα, η πολιτική και η οικονομική αστάθεια, η οποία έπληξε τον ελληνικό πληθυσμό καθ’ όλον τον 19ο αιώνα και ο παραγκωνισμός των αγωνιστών της Επανάστασης του 1821 ενίσχυσαν τη δημιουργία επαναστατικών ληστανταρτικών ομάδων στις ορεινές, κυρίως, περιοχές.[2] Ομοίως, το αγροτικό ζήτημα, καθ’ όλον τον 19ο αιώνα αποτελούσε σημαντική αιτία δυσαρέσκειας για τον αγροτοποιμενικό πληθυσμό με αποτέλεσμα τη δημιουργία εργασιακών και οικονομικών, γενικότερα, προβλημάτων.[3]

Σε αυτό, λοιπόν, το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, πρωταρχικό μέλημα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους από την εποχή του Καποδίστρια ήταν η διαμόρφωση των στοιχειωδών μηχανισμών ελέγχου και καταστολής. Άλλωστε, η οργάνωση του κρατικού μηχανισμού δεχόταν μια διαρκή αμφισβήτηση, καθώς ομάδες ένοπλων «παραπονούμενων» πολιτών, κυρίως στην αγροτική ενδοχώρα, πραγματοποιούσαν ληστείες ή κάποιες φορές και γενικευμένες τοπικές εξεγέρσεις.[4] Συνεπώς, καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, οι κυβερνήσεις ανέπτυξαν μια διαρκή κατασταλτική πολιτική, η οποία εκδηλώθηκε με τη χρησιμοποίηση διωκτικών αρχών, δηλαδή τη δράση του στρατού, των μεταβατικών αποσπασμάτων, της Οροφυλακής, της Αστυνομίας και της Χωροφυλακής.[5]

Προσεγγίζοντας αυτά τα σώματα ασφαλείας και ανιχνεύοντας τις στοχεύσεις τους, η απαρχή οργάνωσης της Αστυνομίας εντοπίζεται αμέσως μετά την κήρυξη της Επανάστασης του 1821 με κύριο στόχο την τήρηση της έννομης τάξης και της ασφάλειας. Επισημαίνεται ότι από τη στιγμή αυτή και εξής εξελίσσεται η διαδοχική και σταθερή συγκρότηση ή ενίοτε και ο μετασχηματισμός των συγκεκριμένων σωμάτων, καθ’ όλον τον 19ο αιώνα, διακρίνοντας από πλευράς κράτους την αποφασιστική θέληση για εδραίωση των διωκτικών αρχών.

Προσωπογραφία του Αναστασίου Τσαμαδού, ελαιογραφία σε μουσαμά του Διονυσίου Τσόκου, 1860. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Έτσι, τον Μάιο του 1821 η Πελοποννησιακή Γερουσία ανέθεσε στους τοπικούς εφόρους των επαρχιών της αστυνομικά καθήκοντα και τους παραχώρησε το δικαίωμα της εκδίκασης και της τιμωρίας πταισματικών ποινικών παραβάσεων. Ταυτόχρονα, ο Άρειος Πάγος, τον Νοέμβριο του 1821 εγκατέστησε σε όλες τις επαρχίες της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας τους «προεστώτες» με καθήκοντα ευρείας αστυνομικής εξουσίας, ενώ ανάλογες αρμοδιότητες, την ίδια περίοδο, δόθηκαν και από τον οργανισμό της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας στους εφόρους των επαρχιών.[6] Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, παρουσιάζει, κατά τον πρώτο χρόνο της Επανάστασης και η σύσταση της Αστυνομίας της Ύδρας, μετά από πρωτοβουλία των καραβοκύρηδων του νησιού και ανάλογη εισήγηση του Αναστάσιου Τσαμαδού. Το συγκεκριμένο αστυνομικό σώμα, πέραν των γενικών καθηκόντων ασφάλειας, διέθετε και τομέα αντικατασκοπείας, το οποίο στόχευε στην παρακολούθηση των ξένων που έφθαναν στο νησί.[7]

Ακολούθως, η Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, τον Ιανουάριο του 1822, σύστησε ειδικό Υπουργείο, το Μινιστέριο της Αστυνομίας με σκοπό τη διαφύλαξη της τάξης και της ασφάλειας του επαναστατημένου ή απελεύθερου τόπου και κατ’ αναλογία διόρισε σε κάθε επαρχία ειδικό υπάλληλο για την εμπέδωση της δημόσιας τάξης, τον λεγόμενο «αστυνόμο».[8] (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Τα νεύρα και οι μυς του έθνους»: ο ρόλος του στρατού στο νεοελληνικό κράτος, οι προθέσεις και οι αντιφάσεις (1828-1940) – Δημήτρης Μαλέσης, Διδάσκων, Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων


 

«Εγώ εις τον Κυβερνήτη είχα μίαν συμπάθεια,

ότι έλπιζα να μετανοήση και ναρθή εις τον καλόν δρόμον».

Ιωάννης Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τ. Β΄ (Πέλλα, χ.χ), 31.

 

Η κρίση του Μακρυγιάννη για τον Καποδίστρια συνοψίζει την απογοήτευσή του για τον Kυβερνήτη. Ταυτόχρονα, δημιουργεί ένα ερώτημα: ποιος ήταν ο «καλός ο δρόμος»; Διότι σε αυτό το θεμελιώδες και διαχρονικά επαναλαμβανόμενο ερώτημα που αφορά στη συγκρότηση και λειτουργία του ελληνικού κράτους, οι απαντήσεις δύσκολα θα συμπέσουν. Κι αυτό συνιστά τη μήτρα του προβλήματος, το οποίο παρακολουθεί την πορεία του ελληνικού κράτους επί δεκαετίες, προκαλώντας αντιγνωμίες αλλά και ρήξεις. Ρόλο κομβικής σημασίας σε αυτήν την πορεία δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε στον στρατιωτικό μηχανισμό. Όχι ότι λειτουργεί αυτόνομα και δεν αλληλοσυνδέεται με τις ποικίλες οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές συνιστώσες. Κάθε άλλο. Καθορίζει αλλά και επηρεάζεται, σε μια αέναη και αδιάρρηκτη σχέση, από τα άλλα θεσμικά πλαίσια. Πρόθεσή μας, ωστόσο, είναι να εντοπίσουμε και να παρουσιάσουμε αδρομερώς εκείνα που συνιστούν την ιδιαίτερη λειτουργία του στρατού ως καθοριστικής σημασίας θεσμού, από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα.

 

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο. Ντιάνα Αντωνακάτου.

 

Πρώτιστη μέριμνα του Καποδίστρια υπήρξε η συγκρότηση στρατεύματος, προκειμένου να αντιμετωπίσει δύο θεμελιώδη ζητήματα: την επιβολή της εξουσίας του έναντι των φυγόκεντρων τάσεων του ισχυρού προυχοντικού τοπικισμού και την επίτευξη ίδρυσης ανεξάρτητου κράτους, με τα μεγαλύτερα δυνατά σύνορα, τη στιγμή που στα ευρωπαϊκά ανακτοβούλια διεξάγονταν πυρετώδεις διαπραγματεύσεις για επίλυση του ζητήματος. Να σημειωθεί ότι οι πολεμικές επιχειρήσεις συνεχίζονταν και η χάραξη των συνόρων στη Στερεά ήταν ένα ζητούμενο άμεσα εξαρτώμενο από τις δυνατότητες που θα είχε ο ελληνικός στρατός να απωθήσει προς τα βόρεια τον τουρκικό. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η διατροφή των Ελλήνων στρατιωτών στο μικρασιατικό μέτωπο (1919-1922) – Παναγιώτης Αγιάνογλου


 

Εισαγωγή

 

«Σήμερα πάλι δεν μας έδωσαν συσσίτιο∙ η πείνα έχει γίνει εφιάλτης. Ένας Τούρκος αιχμάλωτος ο Ουσεΐν, ας είναι καλά ο άνθρωπος, μου έδωσε μερικά ψίχουλα από την τσέπη του. Παρόλο που ήταν γεμάτα τρίχες και χώμα μου φάνηκαν νοστιμότατα».[1]

Η εκατοστή επέτειος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου συνέπεσε με μια «στροφή» στην ιστοριογραφία του και στη μελέτη πτυχών του που δεν είχαν μελετηθεί. Ανάμεσα σε αυτές ήταν η καθημερινή εμπειρία των στρατιωτών στο μέτωπο και η μάχη τους με ανάγκες της καθημερινότητας, όπως η διατροφή.[2]

Ενώ η ιστορία της Μικρασιατικής Εκστρατείας υπό το πρίσμα των στρατηγών και των πολιτικών γεγο­νότων είναι γνωστή, η εμπειρία των στρατιωτών παραμένει σχετικά ανεξερεύνητη. Η εργασία αυτή, επηρεασμένη από τη διεθνή ιστορι­ογραφία του Α’ Π.Π. και από το κενό της εγχώριας βιβλιογραφίας, αποπειράται να παρουσιάσει την ιστορία «από τα κάτω», θέτοντας στο επίκεντρο τους στρατιώτες.[3]

Μέσα κυρίως από τα ημερολόγια, τις αναμνήσεις και την αλληλογραφία των Ελλήνων στρατιωτών που συμμετείχαν στη Μικρασιατική Εκστρατεία, επιχειρείται να απαντηθούν μια σειρά από ερωτήματα, όπως για το αν διαδραματί­ζει η τροφή των στρατιωτών εν καιρώ πολέμου κάποιον ρόλο στη διαμόρφωση του ηθικού τους· για το ποιες ήταν οι πηγές τροφοδο­σίας των στρατιωτών· για το τι παρείχε το στρατιωτικό συσσίτιο· αν αυτό που παρείχε ήταν αρκετό για να καλύψει τις ανάγκες των στρατιωτών σε τροφή· τι έτρωγαν οι στρατιώτες κατά τη διάρκεια των ατελείωτων πορειών τους· ποια ήταν η θέση των αξιωματικών απέναντι στο πλιάτσικο καθώς και τι περιελάμβανε αυτό; Εξετάζε­ται ακόμη το ζήτημα της δίψας, ο μεγαλύτερος ίσως σκόπελος που οι στρατιώτες έπρεπε να ξεπεράσουν κατά τη διάρκεια των πορειών τους. Ενώ, τέλος, παρουσιάζονται τα προβλήματα επισιτισμού που αντιμετώπιζε η Στρατιά στα διάφορα στάδια της Εκστρατείας.

 

V Μεραρχία. Διανομή συσσιτίου. Συλλογή Μικρασιατικής Εκστρατείας / Αρχείο ΕΡΤ.

 

Η επάρκεια ή η έλλειψη τροφής έχει μεγάλη σημασία σε έναν πόλεμο μακράς διάρκειας. Η Erica Janik σε ένα άρθρο της με τίτλο «Η τροφή θα νικήσει τον πόλεμο» εξετάζει τη μεγάλη σημασία που δόθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες στη διατήρηση τροφίμων κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη συνδρομή που είχε η συντήρηση φα­γητού στην τελική νίκη των Συμμάχων.[4] Δεν εξετάζεται, όμως, αν υπάρχει κάποια σύνδεση μεταξύ του ηθικού των στρατιωτών και της τροφής τους. Διαδραματίζει, άραγε, η τροφή των στρατιωτών εν καιρώ πολέμου κάποιον ρόλο στη διαμόρφωση του ηθικού τους; Μέσα από τα ημερολόγια και τις αναμνήσεις των Ελλήνων στρα­τιωτών που συμμετείχαν στη μικρασιατική εκστρατεία διαφαίνεται η σύνδεση τροφής και διάθεσης. Βλέπουμε, συνεπώς, τους στρατι­ώτες να χαίρονται όταν η τροφή είναι αρκετή και ποιοτική και να δυσανασχετούν στην αντίθετη περίπτωση. Έτσι και ο στρατιώτης Χρήστος Καραγιάννης φαίνεται πως απολάμβανε τις στιγμές καλού φαγητού: (περισσότερα…)

Read Full Post »

Προετοιμάζοντας την Επανάσταση: Η Προσέγγιση του Ι. Καποδίστρια και η Πρόσληψη αυτής από τον Ν. Σπηλιάδη, 1816-1820 – Στέλιος Αλειφαντής


 

Η έρευνα της προ-επαναστατικής περιόδου 1815-1821 εξακολουθεί να διατυπώνει πλήθος ανοικτών ζητημάτων σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που δημιουργούν μια ουσιώδη πρόκληση στο παραδοσιακό ιστορικό αφήγημα της προετοιμασίας και έναρξης της ελληνικής επανάστασης. Σημαντικά εμπόδια στην προώθηση της έρευνας αποτέλεσαν η απουσία πρόσβασης σε βασικές πηγές, κυρίως σε αρχεία του εξωτερικού, αλλά παράλληλα και η ερμηνευτική περιχαράκωση σ’ ένα αναγωγικό πλαίσιο νεωτερικότητας και σε διαφόρων προελεύσεων ιδεολογήματα. Με την έμφαση στην τεκμηρίωση των συμβάντων, η κατάσταση αυτή τις τελευταίες δύο δεκαετίες διερεύνησης φαίνεται να μεταβάλλεται, όχι μόνο λόγω της πρόσβασης σε νέες πηγές και του επανελέγχου παλαιοτέρων πηγών, αλλά επίσης γιατί η ενίσχυση της διεπιστημονικής έρευνας αναδεικνύει νέα τεκμήρια και συσχετίσεις δεδομένων στην μελέτη της προ-επαναστατικής περιόδου, τόσο της διεθνούς όσο και εσωτερικής πτυχής του ελληνικού ζητήματος.[i]

Νικόλαος Σπηλιάδης

Η εξέταση της περιόδου 1815-1821 του ελληνικού ζητήματος, ακριβώς στην διεθνή και εσωτερική πτυχή, συνδέεται αναπόδραστα με τρία διακριτά αλλά αλληλένδετα θεμελιώδη ερευνητικά αντικείμενα: τον Ιωάννη Καποδίστρια, την Εταιρεία των Φίλων και τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Η σημασία και των τριών αντικειμένων στις προ-επαναστατικές διεργασίες είναι πλήρως τεκμηριωμένη, άσχετα εάν έχουν διατυπωθεί διαφορετικές ερμηνείες για την συμμετοχή τους στα ιστορικά συμβάντα της περιόδου. Η παρούσα δημοσίευση έχει αναφορά στην εσωτερική πτυχή του ελληνικού ζητήματος εστιάζοντας σ’ ορισμένες διαστάσεις του πληροφοριακού περιβάλλοντος των προ-επαναστατικών ζυμώσεων και συγκεκριμένα πως αυτό το περιβάλλον διαμορφώνεται μεταξύ δύο συνιστωσών, αφενός του Ι. Καποδίστρια και των απόψεων του και, αφετέρου, των προσλήψεων των καποδιστριακών απόψεων από τον Νικόλαο Σπηλιάδη.

Η εσωτερική πτυχή του ελληνικού ζητήματος χαρακτηρίζεται από μια περίοδο μετάβασης στις αντιλήψεις του επαναστατικού υποκειμένου, οι οποίες εκδηλώνονται παράλληλα, είτε στο πλαίσιο της υπερεθνικής χριστιανικής ορθοδοξίας, είτε στο πλαίσιο της εθνικής χειραφέτησης των υπόδουλων λαών. Από ελληνική σκοπιά, η μετάβαση αυτή προσδιορίζεται με την μετακίνηση από την αντίληψη ότι το απελευθερωτικό κίνημα «εξαρτάται από την αντι-οθωμανική πρωτοβουλία μιας Μ. Δύναμης και μπορεί μόνο να στηριχθεί και αποτελέσει εξάρτημα ενός τέτοιου εγχειρήματος» στην αντίληψη ότι η ελληνική χειραφέτηση «θα προέλθει από την επαναστατική πρωτοβουλία των Ελλήνων, θα στηριχτεί στις “Δικές μας Δυνάμεις” και θα διεκδικήσει διεθνή αναγνώριση». Πρόκειται για μια μετάβαση που ξεκίνησε με τον Λάμπρο Κατσώνη και ολοκληρώθηκε με την επιτυχή δράση των Φιλικών που προκάλεσε την έναρξη της ελληνικής επανάστασης.[ii] (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »