Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Υπηρεσίες Πληροφοριών και Εθνική Ασφάλεια – Παύλος Αποστολίδης, Πρέσβυς ε.τ., Πρώην Διοικητής ΕΥΠ (1999-2004)


 

Ο συνήθως αποδεκτός ορισμός της εθνικής ασφάλειας είναι η προστασία του κράτους και των θεσμών του από εσωτερικές ή εξωτερικές απειλές. Υπό την έννοια αυτή, κατ’ εξοχήν αρμόδιοι για την προάσπιση της εθνικής ασφάλειας είναι η Αστυνομία για τις εσωτερικές απειλές και οι ένοπλες δυνάμεις για τις εξωτερικές. Οι υπηρεσίες πληροφοριών, ή αλλιώς μυστικές υπηρεσίες, προσθέτουν ένα επιπλέον επίπεδο προστασίας στο κράτος και τους θεσμούς του, κατά κύριο λόγο πληροφοριακά, δηλαδή συλλέγοντας πληροφορίες που αφορούν την εθνική ασφάλεια και δεν είναι προσβάσιμες, και ενημερώνοντας τις αρμόδιες αρχές.

Η συλλογή πληροφοριών εσωτερικού αφορά κατά κύριο λόγο την κατασκοπεία, την τρομοκρατία, την προπαγάνδα και παραπληροφόρηση καθώς και τις κυβερνοεπιθέσεις. Σε ορισμένα κράτη οι υπηρεσίες εσωτερικού έχουν αρμοδιότητα σύλληψης υπόπτων, ενώ στην Ελλάδα ούτε καν το δικαίωμα προανάκρισης.

Η αναζήτηση πληροφοριών στο εξωτερικό καλύπτει τις περιοχές/χώρες ενδιαφέροντος του κάθε κράτους, αφορά πολιτικο-οικονομικές και στρατιωτικές πληροφορίες και γίνεται με ανθρώπινα ή τεχνικά μέσα που αποκαλούνται πηγές. Σημαντική διαφορά μεταξύ υπηρεσιών εσωτερικού και εξωτερικού είναι ότι οι πρώτες κινούνται σε ένα νομικό περιοριστικό πλαίσιο που θεσπίζει διαδικασίες προς προστασία των πολιτών, ενώ οι δεύτερες, που συνήθως αποκαλούνται μυστικές, κινούνται εκτός νομικού πλαισίου, διότι η δράση τους είναι παράνομη στα κράτη όπου δραστηριοποιούνται. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Τα μετά την έξωση: Τα αιτήματα του Όθωνος προς την Ελλάδα – Κωστής Ι. Αιλιανός, πρέσβης ε.τ.


 

Η αιφνίδια εκδίωξη του Όθωνος και της Αμαλίας, στις 12/24 Οκτωβρίου 1862, και η εν συνεχεία έκπτωση του βασιλέως από τον ελληνικό θρόνο άφησαν πίσω τους ορισμένες «πρακτικές» εκκρεμότητες μετά από 30 χρόνια βασιλείας: την τύχη της κινητής περιουσίας της βασιλικής οικογενείας, της αλληλογραφίας των τ. βασιλέων, καθώς και, κυρίως, θέματα αποζημιώσεως για τα ακίνητα τα οποία είχαν ανεγερθεί με δαπάνες του Όθωνος και του πατέρα του, βασιλέως της Βαυαρίας, Λουδοβίκου Α’. Η εκλογή, λίγο αργότερα, και η προσεχής άφιξη στην Αθήνα του νέου μονάρχη κατέστησαν, πλέον, επιτακτική την έγκαιρη ρύθμιση των όποιων εκκρεμοτήτων.

 

Μια υπόθεση με ευρωπαϊκή διάσταση

 

Ο Όθωνας με πολιτική περιβολή κατά την εποχή της εκθρόνισής του. (Μουσείο Μπενάκη)

Η διευθέτηση των ζητημάτων αυτών δεν απετέλεσε αμιγώς διμερή υπόθεση της Ελλάδος με τον οίκο των Βίτελσμπαχ. Έλαβε ευρύτερη ευρωπαϊκή διάσταση, εφ’ όσον, εξ αρχής, οι τρεις προστάτιδες Δυνάμεις, κατόπιν αιτήματος της βαυαρικής κυβερνήσεως, παρενέβησαν επανειλημμένως προς την ελληνική κυβέρνηση. Αργότερα, ο ίδιος ο τ. βασιλεύς, όπως και η Αμαλία, μετά τον θάνατο του Όθωνα, ζήτησαν την πρακτική αρωγή τους. Οι τρεις πρέσβεις στην Αθήνα διεδραμάτισαν ουσιαστικό ρόλο – όχι πάντα διακριτικό – στη ρύθμιση των εκκρεμοτήτων αυτών, και όχι πάντα ταυτόσημο. Μάλιστα η Πετρούπολις ζήτησε την παρουσία εκπροσώπων των τριών Δυνάμεων στην επιτροπή που θα ησχολείτο με τις υποθέσεις του Όθωνος.

Από πλευράς της Οθωνικής δυναστείας ορίσθηκε εκπρόσωπος ο Ludwig Wenning, ιδιαίτερος γραμματεύς του Όθωνος, ο οποίος ήρθε πολλές φορές στην Αθήνα και ασχολήθηκε, με τη βοήθεια του Έλληνος δικηγόρου Αριστείδη Μπαλάνου, με όλες τις πτυχές των εκκρεμοτήτων και κυρίως με τη διαπραγμάτευση της αποζημιώσεως για τα κτίρια για τα οποία είχε εγείρει απαιτήσεις ο Όθων. Στη διαδικασία συνέπραξε και ο Βαυαρός πρέσβης στην Αθήνα, Ferdinand von Hompesch-Bollheim μέχρι τα μέσα του 1863 οπότε ανεκλήθη, όπως, σε μικρό βαθμό, και ο Αυστριακός και ο Δανός. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Εκατό χρόνια «Στο Κλαρί»: Το ληστρικό φαινόμενο στο Ελληνικό Κράτος – Βασίλης Κ. Γούναρης, Καθηγητής, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ


 

Είναι αδύνατον να συνεισφέρει κανείς πρωτότυπα επιχειρήματα στη μελέτη του ληστρικού φαινομένου στην ελληνική επικράτεια. Μολονότι θα μπορούσαν να γίνουν – και γίνονται – ακόμη πολλές μελέτες περίπτωσης, εστιασμένες στη δράση ληστών ή συμμοριών, οι πολιτικές, κοινωνικές και ιδεολογικές συνιστώσες του φαινομένου έχουν ήδη περιγραφεί περισσότερο από όλους από τον Γιάννη Κολιόπουλο, με τις δύο μονογραφίες του, οι οποίες και χρησιμοποιούνται εκτενώς στην επισκόπηση αυτή.[1]

Η ληστεία είναι διαχρονικό κοινωνικό φαινόμενο, που στον ελληνικό χώρο είχε τη δική του ιστορία. Η διαχρονικότητά του βοήθησε την ένταξή του στο ελληνικό εθνικό ιστορικό αφήγημα, γιατί εξυπηρετούσε και ιδεολογικούς και πρακτικούς λόγους. Οι ιδεολογικοί αφορούσαν την κληρονομιά της «κλεφτουργιάς» της Τουρκοκρατίας και την εμπλοκή της στα προεπαναστατικά κινήματα και στην Επανάσταση του 1821. Εξαγιασμένη εκ του αποτελέσματος και λεκτικά αποκαθαρμένη από το άχθος της ληστείας, η μνήμη της «κλεφτουργιάς» κληροδοτήθηκε και διαδόθηκε μέσω των σχολικών βιβλίων και της πεζογραφίας. Ακόμη διαδίδεται. Χρησιμοποιήθηκε ευκολότατα ως ιδεολογικό άλλοθι, ηθικό πλεονέκτημα και μέθοδος παραπλάνησης από γενεές ληστών και ανταρτών κάθε είδους.[2]

 

Προσωπογραφία κλέφτη από τη Στερεά Ελλάδα. Δημοσιεύεται στο: Belle Henri, «Trois années en Grèce». Παρίσι, Librairie Hachette, 1881. Συλλογή: Βιβλιοθήκη Μουσείου Μπενάκη.

 

Θα αποκαλούσα τη μνήμη αυτή ως την ακαταμάχητη «γοητεία της φουστανέλας», μια παράδοση τόσο σαγηνευτική, ώστε ηθελημένα ταυτίστηκε και τυποποίησε την ελληνική πολεμική αρετή. Φυσικά δεν ήταν μόνον η ένδυση που γοήτευε αλλά και η συνολική ιδεολογία του παλικαρισμού, ως αιώνιας έκφρασης της αντίστασης και της περιφρόνησης των Ελλήνων προς κάθε είδους καθεστωτικές, κοινωνικές, πολιτικές, νομικές συμβάσεις και περιορισμούς που παραβιάζουν ό,τι – αυθαίρετα – εκλαμβάνεται ως φυσικό δίκαιο.[3]

Το πρακτικό μέρος της ένταξης στο ελληνικό ιστορικό αφήγημα αφορούσε την ανταμοιβή και την αποκατάσταση όλων των ενόπλων που είχαν δραστηριοποιηθεί κατά την επαναστατική περίοδο: οι άτακτοι πολεμιστές του ’21 και όσοι ακολούθησαν το παράδειγμά τους τον επόμενο αιώνα δεν μπορούσαν και δεν έπρεπε να μείνουν στο περιθώριο ούτε της ιστορίας, ούτε της κοινωνικής πρόνοιας. Και δεν έμειναν βέβαια.[4] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Χωροφυλακή και Αστυνομία – Ιστορία και Εξέλιξη, 1821-1940 – Νικόλαος Α. Αναστασόπουλος – Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων


 

Χωρίς αμφιβολία, το παραβατικό φαινόμενο της ληστείας κυριάρχησε από την ίδρυση του ελληνικού κράτους έως περίπου τη δεκαετία του 1930, επηρεάζοντας καθοριστικά την εύρυθμη λειτουργία του δημόσιου βίου.[1] Παράλληλα, η πολιτική και η οικονομική αστάθεια, η οποία έπληξε τον ελληνικό πληθυσμό καθ’ όλον τον 19ο αιώνα και ο παραγκωνισμός των αγωνιστών της Επανάστασης του 1821 ενίσχυσαν τη δημιουργία επαναστατικών ληστανταρτικών ομάδων στις ορεινές, κυρίως, περιοχές.[2] Ομοίως, το αγροτικό ζήτημα, καθ’ όλον τον 19ο αιώνα αποτελούσε σημαντική αιτία δυσαρέσκειας για τον αγροτοποιμενικό πληθυσμό με αποτέλεσμα τη δημιουργία εργασιακών και οικονομικών, γενικότερα, προβλημάτων.[3]

Σε αυτό, λοιπόν, το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, πρωταρχικό μέλημα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους από την εποχή του Καποδίστρια ήταν η διαμόρφωση των στοιχειωδών μηχανισμών ελέγχου και καταστολής. Άλλωστε, η οργάνωση του κρατικού μηχανισμού δεχόταν μια διαρκή αμφισβήτηση, καθώς ομάδες ένοπλων «παραπονούμενων» πολιτών, κυρίως στην αγροτική ενδοχώρα, πραγματοποιούσαν ληστείες ή κάποιες φορές και γενικευμένες τοπικές εξεγέρσεις.[4] Συνεπώς, καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, οι κυβερνήσεις ανέπτυξαν μια διαρκή κατασταλτική πολιτική, η οποία εκδηλώθηκε με τη χρησιμοποίηση διωκτικών αρχών, δηλαδή τη δράση του στρατού, των μεταβατικών αποσπασμάτων, της Οροφυλακής, της Αστυνομίας και της Χωροφυλακής.[5]

Προσεγγίζοντας αυτά τα σώματα ασφαλείας και ανιχνεύοντας τις στοχεύσεις τους, η απαρχή οργάνωσης της Αστυνομίας εντοπίζεται αμέσως μετά την κήρυξη της Επανάστασης του 1821 με κύριο στόχο την τήρηση της έννομης τάξης και της ασφάλειας. Επισημαίνεται ότι από τη στιγμή αυτή και εξής εξελίσσεται η διαδοχική και σταθερή συγκρότηση ή ενίοτε και ο μετασχηματισμός των συγκεκριμένων σωμάτων, καθ’ όλον τον 19ο αιώνα, διακρίνοντας από πλευράς κράτους την αποφασιστική θέληση για εδραίωση των διωκτικών αρχών.

Προσωπογραφία του Αναστασίου Τσαμαδού, ελαιογραφία σε μουσαμά του Διονυσίου Τσόκου, 1860. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Έτσι, τον Μάιο του 1821 η Πελοποννησιακή Γερουσία ανέθεσε στους τοπικούς εφόρους των επαρχιών της αστυνομικά καθήκοντα και τους παραχώρησε το δικαίωμα της εκδίκασης και της τιμωρίας πταισματικών ποινικών παραβάσεων. Ταυτόχρονα, ο Άρειος Πάγος, τον Νοέμβριο του 1821 εγκατέστησε σε όλες τις επαρχίες της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας τους «προεστώτες» με καθήκοντα ευρείας αστυνομικής εξουσίας, ενώ ανάλογες αρμοδιότητες, την ίδια περίοδο, δόθηκαν και από τον οργανισμό της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας στους εφόρους των επαρχιών.[6] Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, παρουσιάζει, κατά τον πρώτο χρόνο της Επανάστασης και η σύσταση της Αστυνομίας της Ύδρας, μετά από πρωτοβουλία των καραβοκύρηδων του νησιού και ανάλογη εισήγηση του Αναστάσιου Τσαμαδού. Το συγκεκριμένο αστυνομικό σώμα, πέραν των γενικών καθηκόντων ασφάλειας, διέθετε και τομέα αντικατασκοπείας, το οποίο στόχευε στην παρακολούθηση των ξένων που έφθαναν στο νησί.[7]

Ακολούθως, η Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, τον Ιανουάριο του 1822, σύστησε ειδικό Υπουργείο, το Μινιστέριο της Αστυνομίας με σκοπό τη διαφύλαξη της τάξης και της ασφάλειας του επαναστατημένου ή απελεύθερου τόπου και κατ’ αναλογία διόρισε σε κάθε επαρχία ειδικό υπάλληλο για την εμπέδωση της δημόσιας τάξης, τον λεγόμενο «αστυνόμο».[8] (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Τα νεύρα και οι μυς του έθνους»: ο ρόλος του στρατού στο νεοελληνικό κράτος, οι προθέσεις και οι αντιφάσεις (1828-1940) – Δημήτρης Μαλέσης, Διδάσκων, Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων


 

«Εγώ εις τον Κυβερνήτη είχα μίαν συμπάθεια,

ότι έλπιζα να μετανοήση και ναρθή εις τον καλόν δρόμον».

Ιωάννης Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τ. Β΄ (Πέλλα, χ.χ), 31.

 

Η κρίση του Μακρυγιάννη για τον Καποδίστρια συνοψίζει την απογοήτευσή του για τον Kυβερνήτη. Ταυτόχρονα, δημιουργεί ένα ερώτημα: ποιος ήταν ο «καλός ο δρόμος»; Διότι σε αυτό το θεμελιώδες και διαχρονικά επαναλαμβανόμενο ερώτημα που αφορά στη συγκρότηση και λειτουργία του ελληνικού κράτους, οι απαντήσεις δύσκολα θα συμπέσουν. Κι αυτό συνιστά τη μήτρα του προβλήματος, το οποίο παρακολουθεί την πορεία του ελληνικού κράτους επί δεκαετίες, προκαλώντας αντιγνωμίες αλλά και ρήξεις. Ρόλο κομβικής σημασίας σε αυτήν την πορεία δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε στον στρατιωτικό μηχανισμό. Όχι ότι λειτουργεί αυτόνομα και δεν αλληλοσυνδέεται με τις ποικίλες οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές συνιστώσες. Κάθε άλλο. Καθορίζει αλλά και επηρεάζεται, σε μια αέναη και αδιάρρηκτη σχέση, από τα άλλα θεσμικά πλαίσια. Πρόθεσή μας, ωστόσο, είναι να εντοπίσουμε και να παρουσιάσουμε αδρομερώς εκείνα που συνιστούν την ιδιαίτερη λειτουργία του στρατού ως καθοριστικής σημασίας θεσμού, από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα.

 

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο. Ντιάνα Αντωνακάτου.

 

Πρώτιστη μέριμνα του Καποδίστρια υπήρξε η συγκρότηση στρατεύματος, προκειμένου να αντιμετωπίσει δύο θεμελιώδη ζητήματα: την επιβολή της εξουσίας του έναντι των φυγόκεντρων τάσεων του ισχυρού προυχοντικού τοπικισμού και την επίτευξη ίδρυσης ανεξάρτητου κράτους, με τα μεγαλύτερα δυνατά σύνορα, τη στιγμή που στα ευρωπαϊκά ανακτοβούλια διεξάγονταν πυρετώδεις διαπραγματεύσεις για επίλυση του ζητήματος. Να σημειωθεί ότι οι πολεμικές επιχειρήσεις συνεχίζονταν και η χάραξη των συνόρων στη Στερεά ήταν ένα ζητούμενο άμεσα εξαρτώμενο από τις δυνατότητες που θα είχε ο ελληνικός στρατός να απωθήσει προς τα βόρεια τον τουρκικό. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η διατροφή των Ελλήνων στρατιωτών στο μικρασιατικό μέτωπο (1919-1922) – Παναγιώτης Αγιάνογλου


 

Εισαγωγή

 

«Σήμερα πάλι δεν μας έδωσαν συσσίτιο∙ η πείνα έχει γίνει εφιάλτης. Ένας Τούρκος αιχμάλωτος ο Ουσεΐν, ας είναι καλά ο άνθρωπος, μου έδωσε μερικά ψίχουλα από την τσέπη του. Παρόλο που ήταν γεμάτα τρίχες και χώμα μου φάνηκαν νοστιμότατα».[1]

Η εκατοστή επέτειος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου συνέπεσε με μια «στροφή» στην ιστοριογραφία του και στη μελέτη πτυχών του που δεν είχαν μελετηθεί. Ανάμεσα σε αυτές ήταν η καθημερινή εμπειρία των στρατιωτών στο μέτωπο και η μάχη τους με ανάγκες της καθημερινότητας, όπως η διατροφή.[2]

Ενώ η ιστορία της Μικρασιατικής Εκστρατείας υπό το πρίσμα των στρατηγών και των πολιτικών γεγο­νότων είναι γνωστή, η εμπειρία των στρατιωτών παραμένει σχετικά ανεξερεύνητη. Η εργασία αυτή, επηρεασμένη από τη διεθνή ιστορι­ογραφία του Α’ Π.Π. και από το κενό της εγχώριας βιβλιογραφίας, αποπειράται να παρουσιάσει την ιστορία «από τα κάτω», θέτοντας στο επίκεντρο τους στρατιώτες.[3]

Μέσα κυρίως από τα ημερολόγια, τις αναμνήσεις και την αλληλογραφία των Ελλήνων στρατιωτών που συμμετείχαν στη Μικρασιατική Εκστρατεία, επιχειρείται να απαντηθούν μια σειρά από ερωτήματα, όπως για το αν διαδραματί­ζει η τροφή των στρατιωτών εν καιρώ πολέμου κάποιον ρόλο στη διαμόρφωση του ηθικού τους· για το ποιες ήταν οι πηγές τροφοδο­σίας των στρατιωτών· για το τι παρείχε το στρατιωτικό συσσίτιο· αν αυτό που παρείχε ήταν αρκετό για να καλύψει τις ανάγκες των στρατιωτών σε τροφή· τι έτρωγαν οι στρατιώτες κατά τη διάρκεια των ατελείωτων πορειών τους· ποια ήταν η θέση των αξιωματικών απέναντι στο πλιάτσικο καθώς και τι περιελάμβανε αυτό; Εξετάζε­ται ακόμη το ζήτημα της δίψας, ο μεγαλύτερος ίσως σκόπελος που οι στρατιώτες έπρεπε να ξεπεράσουν κατά τη διάρκεια των πορειών τους. Ενώ, τέλος, παρουσιάζονται τα προβλήματα επισιτισμού που αντιμετώπιζε η Στρατιά στα διάφορα στάδια της Εκστρατείας.

 

V Μεραρχία. Διανομή συσσιτίου. Συλλογή Μικρασιατικής Εκστρατείας / Αρχείο ΕΡΤ.

 

Η επάρκεια ή η έλλειψη τροφής έχει μεγάλη σημασία σε έναν πόλεμο μακράς διάρκειας. Η Erica Janik σε ένα άρθρο της με τίτλο «Η τροφή θα νικήσει τον πόλεμο» εξετάζει τη μεγάλη σημασία που δόθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες στη διατήρηση τροφίμων κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη συνδρομή που είχε η συντήρηση φα­γητού στην τελική νίκη των Συμμάχων.[4] Δεν εξετάζεται, όμως, αν υπάρχει κάποια σύνδεση μεταξύ του ηθικού των στρατιωτών και της τροφής τους. Διαδραματίζει, άραγε, η τροφή των στρατιωτών εν καιρώ πολέμου κάποιον ρόλο στη διαμόρφωση του ηθικού τους; Μέσα από τα ημερολόγια και τις αναμνήσεις των Ελλήνων στρα­τιωτών που συμμετείχαν στη μικρασιατική εκστρατεία διαφαίνεται η σύνδεση τροφής και διάθεσης. Βλέπουμε, συνεπώς, τους στρατι­ώτες να χαίρονται όταν η τροφή είναι αρκετή και ποιοτική και να δυσανασχετούν στην αντίθετη περίπτωση. Έτσι και ο στρατιώτης Χρήστος Καραγιάννης φαίνεται πως απολάμβανε τις στιγμές καλού φαγητού: (περισσότερα…)

Read Full Post »

Προετοιμάζοντας την Επανάσταση: Η Προσέγγιση του Ι. Καποδίστρια και η Πρόσληψη αυτής από τον Ν. Σπηλιάδη, 1816-1820 – Στέλιος Αλειφαντής


 

Η έρευνα της προ-επαναστατικής περιόδου 1815-1821 εξακολουθεί να διατυπώνει πλήθος ανοικτών ζητημάτων σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που δημιουργούν μια ουσιώδη πρόκληση στο παραδοσιακό ιστορικό αφήγημα της προετοιμασίας και έναρξης της ελληνικής επανάστασης. Σημαντικά εμπόδια στην προώθηση της έρευνας αποτέλεσαν η απουσία πρόσβασης σε βασικές πηγές, κυρίως σε αρχεία του εξωτερικού, αλλά παράλληλα και η ερμηνευτική περιχαράκωση σ’ ένα αναγωγικό πλαίσιο νεωτερικότητας και σε διαφόρων προελεύσεων ιδεολογήματα. Με την έμφαση στην τεκμηρίωση των συμβάντων, η κατάσταση αυτή τις τελευταίες δύο δεκαετίες διερεύνησης φαίνεται να μεταβάλλεται, όχι μόνο λόγω της πρόσβασης σε νέες πηγές και του επανελέγχου παλαιοτέρων πηγών, αλλά επίσης γιατί η ενίσχυση της διεπιστημονικής έρευνας αναδεικνύει νέα τεκμήρια και συσχετίσεις δεδομένων στην μελέτη της προ-επαναστατικής περιόδου, τόσο της διεθνούς όσο και εσωτερικής πτυχής του ελληνικού ζητήματος.[i]

Νικόλαος Σπηλιάδης

Η εξέταση της περιόδου 1815-1821 του ελληνικού ζητήματος, ακριβώς στην διεθνή και εσωτερική πτυχή, συνδέεται αναπόδραστα με τρία διακριτά αλλά αλληλένδετα θεμελιώδη ερευνητικά αντικείμενα: τον Ιωάννη Καποδίστρια, την Εταιρεία των Φίλων και τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Η σημασία και των τριών αντικειμένων στις προ-επαναστατικές διεργασίες είναι πλήρως τεκμηριωμένη, άσχετα εάν έχουν διατυπωθεί διαφορετικές ερμηνείες για την συμμετοχή τους στα ιστορικά συμβάντα της περιόδου. Η παρούσα δημοσίευση έχει αναφορά στην εσωτερική πτυχή του ελληνικού ζητήματος εστιάζοντας σ’ ορισμένες διαστάσεις του πληροφοριακού περιβάλλοντος των προ-επαναστατικών ζυμώσεων και συγκεκριμένα πως αυτό το περιβάλλον διαμορφώνεται μεταξύ δύο συνιστωσών, αφενός του Ι. Καποδίστρια και των απόψεων του και, αφετέρου, των προσλήψεων των καποδιστριακών απόψεων από τον Νικόλαο Σπηλιάδη.

Η εσωτερική πτυχή του ελληνικού ζητήματος χαρακτηρίζεται από μια περίοδο μετάβασης στις αντιλήψεις του επαναστατικού υποκειμένου, οι οποίες εκδηλώνονται παράλληλα, είτε στο πλαίσιο της υπερεθνικής χριστιανικής ορθοδοξίας, είτε στο πλαίσιο της εθνικής χειραφέτησης των υπόδουλων λαών. Από ελληνική σκοπιά, η μετάβαση αυτή προσδιορίζεται με την μετακίνηση από την αντίληψη ότι το απελευθερωτικό κίνημα «εξαρτάται από την αντι-οθωμανική πρωτοβουλία μιας Μ. Δύναμης και μπορεί μόνο να στηριχθεί και αποτελέσει εξάρτημα ενός τέτοιου εγχειρήματος» στην αντίληψη ότι η ελληνική χειραφέτηση «θα προέλθει από την επαναστατική πρωτοβουλία των Ελλήνων, θα στηριχτεί στις “Δικές μας Δυνάμεις” και θα διεκδικήσει διεθνή αναγνώριση». Πρόκειται για μια μετάβαση που ξεκίνησε με τον Λάμπρο Κατσώνη και ολοκληρώθηκε με την επιτυχή δράση των Φιλικών που προκάλεσε την έναρξη της ελληνικής επανάστασης.[ii] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ετυμολογικές παρατηρήσεις σε νέα επιγραφικά κείμενα του Άργους – Χαράλαμπος Β. Κριτζάς


 

 Συνοπτική παρουσίαση των επιγραφικών ευρημάτων από τη σωστική ανασκαφή του θησαυροφυλακίου της Αθηνάς Πολιάδος στο Άργος. Βρέθηκαν 134 μπρούντζινες πινακίδες (καθαρίστηκαν και αναγνώστηκαν (ως τότε)  οι 106), οι οποίες χρησίμευαν ως αποδείξεις κατά την ανάληψη ποσών χρυσού ή αργύρου. Η γλώσσα τους είναι η δωρική και ανάμεσα στα άλλα ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά σημειώνεται ενδεικτικά η παρουσία του δίγαμμα (<F>) στο β’ συνθετικό -ποιFός, σπάνιες ή ακόμη και αμάρτυρες ως τότε λέξεις, ανάμεσα στις οποίες και προσωπωνύμια (π.χ. Εὐρύγοος, Λάσυτος), τοπωνύμια (π.χ. Λαπάρσα)…

 

Κατά τα έτη 2000-2001 η Δ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (Ναυπλίου) πραγματοποίησε σωστική ανασκαφή, υπό τη διεύθυνση της Δρος Άλκηστης Παπαδημητρίου, στο μικρό οικόπεδο Ευάγγελου Σμυρναίου, στην οδό Κορίνθου 48 στο Άργος.[1] Το οικόπεδο βρίσκεται περί τα 800-900 μ. ΒΑ της αρχαίας Αγοράς, σε μια περιοχή που μέχρι τώρα είχε δώσει κυρίως τάφους και γενικά πιστεύαμε ότι βρισκόταν εκτός των τειχών.

Πράγματι, στα κατώτερα στρώματα του συγκεκριμένου οικοπέδου, σε βάθος περίπου 3μ., κάτω από ποτάμιες προσχώσεις, βρέθηκαν 2 τάφοι της γεωμετρικής περιόδου. Πάνω από αυτούς υπήρχε χαλικόστρωτο δάπεδο, επί του οποίου είχε κτισθεί, πιθανώς στις αρχές του 5ου αι. π.Χ., ένα περίπου ορθογώνιο δωμάτιο. Κατά μήκος του κύριου άξονα του δωματίου (Α-Δ) βρέθηκε μια σειρά από λίθινες θήκες, καθώς και ένα μεγάλο κρατηροειδές πήλινο αγγείο και ένα επίσης μεγάλο λεβητοειδές χάλκινο αγγείο. Όλα ήταν θαμμένα στο δάπεδο και καλυμμένα με βαρειές λίθινες πλάκες. Όταν διαλύθηκε ο νότιος τοίχος του δωματίου, βρέθηκε κάτω από αυτόν μια σειρά από 6 πήλινα αγγεία, καλυμμένα επίσης με κεραμίδες ή λίθινες πλάκες, αλλά κενά.

 

Η ανάσυρση της πλάκας που κάλυπτε το πήλινο και το χάλκινο αγγείο με τις ενεπίγραφες πινακίδες.

 

Ορισμένες από τις λίθινες θήκες βρέθηκαν επίσης κενές. Άλλες όμως, καθώς και το πήλινο και χάλκινο αγγείο στον κεντρικό άξονα του δωματίου, περιείχαν χαλκούς ενεπίγραφους πίνακες.

Συγκεκριμένα, σε μια λίθινη θήκη βρέθηκε ένας μόνο πίνακας, σε σχήμα ποδός μήκους 32 εκ.[2] Μια άλλη λίθινη θήκη περιείχε 53 πίνακες (από τους οποίους οι 2 ήταν μολύβδινοι και οι λοιποί χάλκινοι). Το πήλινο αγγείο περιείχε 54 χαλκούς πίνακες, ενώ το χάλκινο αγγείο περιείχε 3 άλλα μικρότερα χάλκινα αγγεία (1 τριφυλλόστομη οινοχόη και 2 φιάλες), κάτω από τα οποία υπήρχαν επίσης 25 ή 26 χάλκινοι πίνακες. Έτσι το σύνολο των ενεπίγραφων  πινάκων ανέρχεται σε περίπου 134, από τους οποίους έχουν καθαρισθεί και αναγνωσθεί μέχρι τώρα οι 106. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Φυτωνυμικά τοπωνύμια Κωμών της Αργολίδος – Χαράλαμπος Κριτζάς


 

Ο τιμώμενος δρ. Βασίλειος Πετράκος, ως αρμόδιος Έφορος Αρχαιοτήτων, συνέδεσε το όνομά του μεταξύ άλλων με δύο περιοχές της Αττικής και έδρες σπουδαίων αρχαίων δήμων, τον ‘Ραμνοῦντα και τον Μαραθῶνα. Και τα δύο τοπωνύμια είναι φυτωνυμικά,  από την ῥάμνον και το μάραθον αντίστοιχα.

Ως γνωστόν οι καταλήξεις φυτωνυμικών τοπωνυμίων σε -οῦς και -ών δηλώνουν πλησμονή του αντίστοιχου φυτού στην συγκεκριμένη περιοχή. Ανάλογα με το ‘Ραμνοῦς είναι για παράδειγμα τα τοπωνύμια Ἀγνοῦς, Ἀνθεμοῦς, Ἀχερδοῦς, Ἀχραδοῦς, Δαφνοῦς, Ἐλαιοῦς, Θριοῦς, Κερασοῦς, Μαραθοῦς, Μυρικοῦς, Μυρρινοῦς, Πυξοῦς, Ριζοῦς, Σελινοῦς, Σκιλλοῦς, Σχοινοῦς, Τρεμιθοῦς, Φηγοῦς, Φοινικοῦς, Φυκοῦς κλπ.[1] Ανάλογα με το Μαραθὼν είναι για παράδειγμα τα τοπωνύμια Ἑλικών, Καλαμών, Πλατανών, Σικυών, Φοινικών, κλπ.[2] Θεώρησα λοιπόν ότι μια συμβολή με θέμα «Φυτωνυμικά τοπωνύμια Κωμών της Αργολίδος» θα ήταν αρμόζουσα στον τιμητικό τόμο ενός ‘Ραμνουσίου.

Επειδή ορισμένοι, τόσο στην αρχαιότητα όσο κυρίως στα νεώτερα χρόνια, με τον γεωγραφικό όρο Αργολίς εννοούν και την  Επιδαυρία και την Ερμιονίδα, διευκρινίζεται ότι η μελέτη θα περιοριστεί σε κώμες της Ἀργείας, της επικράτειας του Άργους κατά την κλασική εποχή. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και ορισμένες αμάρτυρες μέχρι τώρα κώμες, που αναφέρονται στους  νέους χαλκούς πίνακες από το αρχείο του ιερού της Παλλάδος που βρέθηκε στην πόλη του Άργους.[3] Οι κώμες παρατίθενται και σχολιάζονται κατωτέρω κατά αλφαβητική σειρά. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μια διερεύνηση της πολιτικής των Αλβανών κατά τον ελληνικό Αγώνα της Ανεξαρτησίας (1821-1825) – H. Şükrü Ilıcak (Χουσεΐν Σουκρού Ιλιτζάκ)


 

Εισαγωγή

 

Ένα θέμα που εμφανίζεται με μεγάλη συχνότητα στα έγγραφα του οθωμανικού κράτους κατά τη διάρκεια του ελληνικού Αγώνα της Ανεξαρτησίας είναι οι αποτυχημένες προσπάθειες της Υψηλής Πύλης να κινητοποιήσει τους Αλβανούς πολέμαρχους/προύχοντες για να πολεμήσουν στις μάχες της ενάντια στους Έλληνες επαναστάτες.[1]

Η πληθώρα των εγγράφων οφείλεται στο γεγονός ότι το οθωμανικό κράτος δεν είχε στρατό στην πραγματικότητα, αλλά ούτε και πολλά μέσα για να τον συγκεντρώσει κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Θυμίζοντας έντονα τις συνθήκες που διέπουν τη διάλυση αρκετών αρχαίων αυτοκρατοριών, η Υψηλή Πύλη ήταν υποχρεωμένη να καταφύγει στην «αγορά βίας»,[2] της οποίας οι σημαντικότεροι προμηθευτές ήταν οι μουσουλμάνοι Αλβανοί πολέμαρχοι. Μέχρι την άφιξη των αιγυπτιακών δυνάμεων το 1825, με την οποία συνδέεται το τελικό χρονολογικό όριο αυτής εδώ της μελέτης, το οθωμανικό κράτος βρέθηκε κυριολεκτικά στο έλεός τους προκειμένου να καταστείλει την ελληνική εξέγερση.

Οι περισσότεροι ερευνητές της περιόδου τείνουν να υποτιμούν τον ρόλο του αλβανικού στοιχείου και έτσι αποτελεί άγνωστη πτυχή στην ιστοριογραφία του ελληνικού Αγώνα της Ανεξαρτησίας.[3] Αυτό οφείλεται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι οι μουσουλμάνοι Αλβανοί αντιμετωπίζονται ως Τούρκοι – ονομάζονται Τουρκαλβανοί ή παραβλέπεται εντελώς η αλβανική τους ταυτότητα – ενώ ταυτόχρονα οι χριστιανοί Αλβανοί χαρακτηρίζονται ως Έλληνες, με αποτέλεσμα τα γεγονότα να παρουσιάζονται απλουστευτικά, ως ανταγωνισμός που αφορά φαινομενικά μόνο δύο αντίπαλες πλευρές. Ωστόσο, η πραγματική εικόνα είναι πολύ πιο περίπλοκη. Στο πεδίο της μάχης, ο πόλεμος για την ελληνική ανεξαρτησία ήταν ένας αγώνας εξουσίας ανάμεσα σε ένα πλήθος παικτών με αδιάκοπη αναδιάταξη των συμφερόντων και αναδιανομή της εξουσίας.

Οι αιτίες για τις οποίες οι οθωμανικές ένοπλες δυνάμεις αντιμετώπισαν τόσο αντίξοες συνθήκες και οι Αλβανοί έπαιξαν τόσο σημαντικό ρόλο στον πόλεμο για την ελληνική ανεξαρτησία έχουν τις ρίζες τους στην προηγούμενη δεκαετία, η οποία αποτελεί μια από τις λιγότερο μελετημένες περιόδους της οθωμανικής ιστορίας.

 

Η δεκαετία πριν από την Ελληνική Επανάσταση: αποαγιανοποίηση

  

Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου τον Μάιο του 1812 και τα αναθεωρημένα, μη επιθετικά αυτοκρατορικά σχέδια της Ρωσίας για τη μεταναπολεόντεια παγκόσμια τάξη δημιούργησαν τις κατάλληλες συνθήκες που επέτρεψαν να εμφανιστεί στην Υψηλή Πύλη μια φατρία η οποία επιχείρησε να αντιμετωπίσει τα εσωτερικά προβλήματα και να εξουδετερώσει τους επαρχιακούς προύχοντες (αγιάνηδες). Χωρίς τη βοήθεια των αγιάνηδων η οθωμανική κεντρική διοίκηση δεν μπορούσε να συγκεντρώσει στρατό ή φόρους, κάτι που ξεκίνησε από την περίοδο του ρωσοοθωμανικού πολέμου του 1768-1774. Φαίνεται ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε μετασχηματιστεί εκ των πραγμάτων σε μια συνομοσπονδία που αποτελούνταν από την οθωμανική κεντρική διοίκηση και από τους επαρχιακούς προύχοντες ήδη από το 1798, όταν η Υψηλή Πύλη απέτυχε να καταπνίξει την ανταρσία του Οσμάν Πασβάνογλου, του αγιάνη του Βιδινίου [πόλη στο βορειοδυτικό άκρο της Βουλγαρίας, στις όχθες του ποταμού Δούναβη], παρά την οκτάμηνη πολιορκία και τον στρατό των ογδόντα χιλιάδων στρατιωτών που έστειλε εναντίον του, ενώ τον επόμενο χρόνο αναγκάστηκε να του παραχωρήσει τον τίτλο του πασά.

 

Οσμάν Πασβάνογλου (Pazvantoğlu, Osman, 1758-1807). Τούρκος τοπάρχης του Βιδινίου της Βουλγαρίας, σημαντική προσωπικότητα στο χώρο των Βαλκανίων στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αι. Καταγόταν από καθολική οικογένεια της Βοσνίας, η οποία όμως είχε προσχωρήσει στο μωαμεθανισμό. Απεικονίζεται πολυτελώς ενδεδυμένος και με εντυπωσιακό καλυμμα κεφαλής διακοσμημένο με φτερά.

 

Μπορούμε επίσης να υποστηρίξουμε ότι το Senedi İttifak του 1808 – η οθωμανική Magna Carta κατά τη γνώμη πολλών ιστορικών, που τέθηκε σε ισχύ κατά τη διάρκεια ενός ακόμη πολέμου με τη Ρωσία (το διάστημα 1806-1812) – σχεδιάστηκε με σκοπό να δώσει νομικό υπόβαθρο σε αυτήν τη συνομοσπονδία, υποδεικνύοντας σε κάθε παράγοντα της οθωμανικής πολιτικής ποια θέση όφειλε να έχει.[4] (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »