Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρὀσωπα’ Category

Τισαμενός – Μ’ Βασιλεύς του Άργους


 

Ο Τισαμενός ήταν γιος του Ορέστη και της Ερμιόνης, θυγατέρας του Μενέλαου και της Ελένης. Βασίλευσε στο θρόνο του Άργους, των Μυκηνών και της Σπάρτης, μετά την αναχώρηση του πατέρα του στην Αρκαδία. Κατά τον Παυσανία βασίλευσε μετά το θάνατο του Ορέστη.

 

 «Ορέστου δε αποθανόντος εσχε Τισαμενός την αρχήν Ερμιόνης της Με­νελάου και Ορέστου παις» (Παυσ. Β’, Χ VIII,7).

Η επικράτειά του απλώνονταν από το Άργος μέχρι τη Σπάρτη. Όταν έγινε η κάθοδος των Ηρακλειδών, αρχικά τους απέκρουσε και σκότωσε τον Ηρακλείδη Αριστόμαχο, αργότερα όμως ηττήθηκε από τους γιους του Αριστόμαχου, Τήμενο, Κρεσφόντη και Αριστόδημο και έπεσε στην μάχη [1]. Μετά το θάνατο του Τισαμενού έπαψε οριστικά η δυναστεία των Ατρειδών μετά από τόσο ένδοξο και πολυτάραχο βίο. Γιοι του Τισαμενού ήταν ο Πανθέλιος, ο Άγωρις και ο Δαμάσιος.

 

Υποσημείωση


 [1] Απολλόδωρος II,8,2.

 

Πηγή


 

  • Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λυκαυγές – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.

 

Read Full Post »

Ηλέκτρα


 

 

Ηλέκτρα: βασιλοπούλα των Μυκηνών, κόρη του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας, Ο πρώτος που την αναφέρει είναι ο Αισχύλος στις Χοηφόρους του. Βοήθησε τον αδερφό της Ορέστη να σκο­τώσει τη μητέρα τους και τον ερα­στή της Αίγισθο για τη δολοφονία του πατέρα τους.

 

Ορέστης και Ηλέκτρα. Αρχαιολογικό μουσείο Νάπολης.

Ορέστης και Ηλέκτρα. Αρχαιολογικό μουσείο Νάπολης.

 

Η Ηλέκτρα πα­ντρεύτηκε τον εξάδελφο της Πυλάδη, ο οποίος ήταν και αδελφικός φίλος του Ορέστη και του παραστεκόταν, επειδή τον κέντριζαν οι ερινύες ως μητροκτόνο, και μαζί πήγαν στην Ταυρίδα, σύμφωνα με εντολή του μαντείου (πρβλ. «Ιφιγέ­νεια εν Ταύροις» του Ευριπίδη). Από το γάμο Ηλέκτρας – Πυλάδη γεννή­θηκαν δυο αγόρια, ο Στρόφιος και ο Μέδων.

 

Παράσταση από λευκανική ερυθρόμορφη πελίκη του 4ου αιώνα π.Χ.  όπου απεικονίζονται  Ο Ορέστης, ο Ερμής και η Ηλέκτρα καθισμένη στο μνήμα του Αγαμέμνονα. Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι.

Παράσταση από λευκανική ερυθρόμορφη πελίκη του 4ου αιώνα π.Χ. όπου απεικονίζονται
Ο Ορέστης, ο Ερμής και η Ηλέκτρα καθισμένη στο μνήμα του Αγαμέμνονα. Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι.

 

Η Ηλέκτρα έγινε πολύ γνωστή από τους αρχαίους δραματουργούς και αγαπήθηκε πολύ. Μετά τον Αισχύλο, έγινε ηρωίδα τραγωδιών του Σοφοκλή και του Ευριπίδη, του Ρωμαίου Ατιλίου και πολλών νεότερων ποιητών. Ο Όμηρος δεν τη μνημονεύει και φαίνεται πως αντικατέστησε κάποια Λαοδίκη των ομηρικών επών. Πολλά ανάγλυφα, εικόνες σε αγγεία και αγάλ­ματα παριστάνουν σκηνές από τη ζωή της Ηλέκτρας. Ονομαστό είναι το σύμπλεγμα του Μουσείου της Νάπολης.

 

Η Ηλέκτρα στο μνήμα του Αγαμέμνονα, Sir William Blake Richmond (British, 1842-1921).

Η Ηλέκτρα στο μνήμα του Αγαμέμνονα, Sir William Blake Richmond (British, 1842-1921).

 

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Γιάννης Λάμψας, «Λεξικό του Αρχαίου Κόσμου, Ελλάδα-Ρώμη», Εκδόσεις Δομή, Τόμος ‘Δ, Αθήνα, χ.χ.

 

Read Full Post »

Μπάρακλη Ισμήνη


 

Ισμήνη Μπάρακλη

Ισμήνη Μπάρακλη

Η Ισμήνη Μπάρακλη κατάγεται από το Ναύπλιο, αλλά γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι κόρη του συγγραφέα Χαράλαμπου Μπάρακλη (1935-2012).  Φοίτησε στο St George Commercial College στο τμήμα Ελληνοαγγλομαθών γραμματέων και Δημοσίων Σχέσεων-Marketing. Εργάστηκε επί σειρά ετών σε μεγάλη οικονομική εφημερίδα ως υπεύθυνη Εκδηλώσεων και Συνεδρίων. Είναι παντρεμένη και μητέρα ενός παιδιού. Ασχολείται επίσης με την παιδική λογοτεχνία. Το πρώτο της παιδικό βιβλίο «Το Ημερολόγιο ενός Κακομαθημένου Νο1» Εκδ. ΜΙΝΩΑΣ, απέσπασε το 2014 το βραβείο Εφηβικής Λογοτεχνίας. 

Από τις εκδόσεις Μίνωας κυκλοφορούν τα βιβλία της: «Από τα Gucci στο Ταγάρι», «Το Ημερολόγιο ενός Κακομαθημένου 1», «Το Ημερολόγιο ενός Κακομαθημένου 2» και  «Λικέρ Τριαντάφυλλο», που είναι εμπνευσμένο από το αγαπημένο της Ναύπλιο και αποτελεί έναν μικρό φόρο τιμής στην πόλη αυτή, ένα κλαράκι μπουμπουκιασμένο γιασεμί αφιέρωμα στα σκαλοπάτια του.

Read Full Post »

Τήμενος


 

 

Τήμενος: Ηρακλείδης, βασιλιάς και νομοθέτης του Άργους, γιος του Αριστόμαχου και δισέγγονος του Ύλλου, του γιου της Δηιάνειρας και του Ηρακλή, γιου του Δία και γενάρχης των Τημενιδών. Ηρακλείδες ονομάζονταν οι Δωριείς ως απόγονοι του Ηρακλή, οι οποίοι μετά το θάνατο του τελευ­ταίου εκδιώχθηκαν από τον Ευρυσθέα.

Επέστρεψαν μετά τον θάνατο του Ευρυσθέα, με αρχηγό τον Ύλλο. Όμως αναγκάστηκαν και πάλι να εγκαταλείψουν τον τόπο τους, γιατί δεν ήταν ο ορισμένος από τη Μοίρα χρόνος. Παρερμηνεύοντας χρησμούς του μαντείου των Δελφών, ο Ύλλος και, αργότερα, ο εγγονός του Αριστόμαχος προσπάθησαν να επιστρέψουν και πάλι στην Πελοπόννησο αλλά σκοτώθηκαν. Στους γιους του Αριστόμαχου Τήμενο και Κρεσφόντη ανατέθηκε η κατάκτηση της Πελοποννήσου. Όταν ολοκληρώθηκε η κατάκτηση, ο Τήμενος πήρε το Άργος και πάντρεψε την κόρη του Υρνηθώ με τον Ηρακλείδη Δηιφόντη. Αυτό όμως προκάλεσε την οργή των γιων του, οι οποίοι προσπάθησαν να τον δολοφονήσουν την ώρα που λουζόταν μόνος του σε ένα ποτάμι. Ο Τήμενος όμως δεν πέθανε αμέσως, αποκλήρωσε τους γιους του και έδωσε το βασίλειό του στον Δηιφόντη.

Ο Στράβων αναφέρει ότι υπήρχε τάφος του Τήμενου στο γνωστό Τημένιο, επειδή από τη θέση εκείνη έκανε επίθεση και κατέλαβε το Άργος, όπου έγινε κατόπιν βασιλιάς και νομοθέτης. Άλλο ένα Τημένιο μνημονεύεται ΒΑ του Άστρους Κυνουρίας σε α­νάμνηση της νίκης του Τήμενου κατά των Σπαρτιατών.

 

 

Πηγές


 

  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Γιάννης Λάμψας, «Λεξικό του Αρχαίου Κόσμου, Ελλάδα-Ρώμη», Εκδόσεις Δομή, Τόμος ‘Δ, Αθήνα, χ.χ.

 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Ηρόδοτος


 

 

Ηρόδοτος, Ρωμαϊκό αντίγραφο (2ος αιώνας μ.Χ.).  The Metropolitan Museum of Art,  New York.

Ηρόδοτος, Ρωμαϊκό αντίγραφο (2ος αιώνας μ.Χ.). The Metropolitan Museum of Art, New York.

Ο Ηρόδοτος [1],περιηγητής, γεωγράφος και ιστορικός, γεννήθηκε στην Αλικαρνασσό της Μ. Ασίας από επίσημη γενιά το 480 π.Χ., όταν εκεί κυβερνούσε η Αρτεμισία, ευφυής και δρα­στήρια σύμμαχος του Ξέρξη. Μετά τη νίκη των Ελλήνων στους περσικούς πολέμους και την κυριαρχία τους στο Αιγαίο η Αλικαρνασσός αγωνίστηκε να απαλλαγεί από τον τύραννο Λύγδαμη, διάδοχο της Αρτεμισίας, και ο Ηρόδοτος πήρε ενεργό μέρος στην προσπάθεια για την ανατροπή του Λύγδαμη και την απελευθέρωση της πατρίδας του, που επιτεύχθηκε το 454 π.Χ. Αργότερα ήρθε σε ρήξη με τους συμπατριώτες του και αναγκάστηκε να φύγει για την Αθήνα (451 π.Χ.), που εξελισσόταν τότε σε πολιτικό και πνευματικό κέντρο του Ελληνικού κόσμου. Το 444 π.Χ. μαζί με άλλους ονομαστούς Έλληνες (Πρωταγόρα, Ιππόδαμο, Εμπεδοκλή, κ.α.) πήρε μέρος στην ίδρυση της αποικίας των Θουρίων στη Ν. Ιταλία και έγινε πολίτης αυτής της πόλης. Ο θάνατός του τοποθετείται στο 430 π.Χ., λίγο μετά την έναρξη του πελοποννησιακού πολέμου.

 

Τα ταξίδια του

 

Στο διάστημα 460-444 π.Χ., από το διωγμό του Λύ­γδαμη ως την ίδρυση των Θουρίων, ο Ηρόδοτος παρακινημένος από την Ιωνική επιστημονική περιέργεια και την ορμή για μάθηση επισκέφτηκε όλες σχεδόν τις χώρες του τότε γνωστού κόσμου: Αίγυπτο, Λιβύη, Κυρήνη, Παλαιστίνη, Φοινίκη, Βαβυλώνα, Προποντίδα, Θράκη, Σκυθία, Κολ­χίδα, και βέβαια την ηπειρωτική Ελλάδα, τα νησιά του Αιγαίου και τη Ν. Ιταλία, όπου έμεινε πολλά χρόνια. Σκοπός του ήταν η γνώση χωρών και λαών με διαφορετικά ήθη και έθιμα και η συλλογή πλούσιου εθνογραφικού, γεωγραφικού, ιστορικού, θρησκειολογικού και γενικά πολιτισμικού υλικού, που το κατέγραψε στην ιστορία του και αποτελεί πολύτιμη προσφορά στην παγκόσμια ιστορία.

Οι εμπειρίες της ζωής του επηρέασαν και το έργο του. Στην Ιωνία γνώρισε σε βάθος την επική και λυρική ποίηση. Όταν έφτασε στην Α­θήνα διδάχτηκε από την τραγωδία, που ήταν τότε στο αποκορύφωμά της, την τραγική μοίρα της ανόδου και της πτώσης της ανθρώπινης ύπαρξης. Σ’ ένα βαθμό επηρεάστηκε και από τη σοφιστική, που γνώρισε στην Αθήνα και στη Ν. Ιταλία. Πολιτικά η επαφή του με τους δημοκρατικούς θεσμούς της Αθήνας του Περικλή τον έκανε να διαμορφώσει δημοκρατικό και φιλελεύθερο φρόνημα. Αποδοκιμάζει την τυραννίδα, μερικές φορές όμως εκφράζει την εκτίμησή του για ορισμένους τυράννους π.χ. την Αρτεμισία. Συμπαθεί τους Αθηναίους, συχνά όμως μιλάει ευνοϊκά και με εκτίμηση για τους Σπαρτιάτες. Με περιφρόνηση αναφέρει τους μηδίσαντες και ιδιαίτερα τους «Θηβαίους και άλλους Βοιωτούς».

 

Το έργο του [2]

 

«Ιστορίας απόδεξιν» ονόμασε ο ίδιος την ιστορία του και αφηγείται τις σχέσεις Ελλήνων και Βαρβάρων από την άνοδο του Κροί­σου ως το τέλος των Ελληνοπερσικών πολέμων. Οι Αλεξανδρινοί το χώρισαν σε εννέα βιβλία και στο καθένα έδωσαν το όνομα μιας από τις εν­νέα μούσες. Τα τρία πρώτα βιβλία αναφέρονται στην Ασία και περιλαμβάνουν τη βασιλεία του Κύρου και του Καμβύση, την κατάκτηση της Αιγύπτου και την εμφάνιση του Δαρείου. Τα τρία επόμενα αναφέρονται στην Ευρώπη, πραγματεύονται τη βασιλεία του Δαρείου και περιλαμβά­νουν την αποτυχία των Περσών στη Σκυθία και στο Μαραθώνα, και την αποτυχημένη ιωνική επανάσταση των Ελλήνων. Τα τελευταία τρία βιβλία αναφέρονται στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ξέρξη και περιλαμβάνουν τη μάχη των Θερμοπυλών, τη ναυμαχία του Αρτεμισίου και της Σαλαμίνας, και τέλος τη μάχη των Πλαταιών.

Το έργο του Ηρόδοτου διακόπτεται συχνά, κυρίως στα πέντε πρώτα βιβλία, από παρεκβάσεις, «προσθήκες» τις λέει ο ίδιος, με ποικίλο περιε­χόμενο: γεωγραφικό, εθνογραφικό, νομολογικό, θρησκειολογικό, ανεκδο­τολογικό, επεισοδιακό (νουβέλες). Οι παρεκβάσεις αυτές είναι οργανικά δεμένες με την κατευθυντήρια γραμμή του έργου, έρχονται στην κατάλληλη στιγμή για να δικαιολογήσουν, να επεξηγήσουν, να συμπληρώσουν, να επεκτείνουν κύρια σημεία της αφήγησης, και προσφέρουν ξεκουραστι­κές ανάπαυλες του ακροατή από την κουραστική μακριά αφήγηση [3].

Το Ζ’ βιβλίο συγκεκριμένα αρχίζει με την άνοδο του Ξέρξη στον περ­σικό θρόνο και την απόφασή του να εκστρατεύσει εναντίον των Ελλήνων. Περιγράφει την πορεία του περσικού στρατού από τις Σάρδεις ως τον Ελλήσποντο, το πέρασμα από τον Ελλήσποντο μετά από το μαστίγωμά του, που συνιστά ύβρι του Ξέρξη που θα πληρωθεί με την ήττα του, το πέρασμα του περσικού στόλου από τον Άθω με τη διώρυγα, που άνοιξαν οι πέρσες στο πιο στενό μέρος της χερσονήσου, και την άφιξη του Ξέρξη στα Τέμπη.

Εκεί τον συναντούν άπρακτοι οι απεσταλμένοι του στην Ελλάδα και του ανακοινώνουν ότι οι Έλληνες δεν πρόσφεραν «γῆν καί ὕ­δωρ». Στο σημείο αυτό ο Ηρόδοτος θέλοντας να εξηγήσει γιατί ο Ξέρξης δεν έστειλε κήρυκες στην Αθήνα και στηΣπάρτη, αναφέρει το περιστα­τικό της θανάτωσης των κηρύκων του Δαρείου στις δυο πόλεις και με μια μικρή παρέκβαση, αφηγείται την ιστορία του Σπερθία και του Βούλη (κεφ. 133-137). Στο υπόλοιπο του Ζ’ βιβλίου ασχολείται με τις προετοι­μασίες των Ελλήνων για την άμυνά τους και τελειώνει με την περιγραφή της μάχης των Θερμοπυλών.

 

Η γλώσσα και το ύφος του

 

Ο Ηρόδοτος, αν και η καταγωγή του ήταν δωρική, ακολουθώντας τους προκατόχους του έγραψε στην ιωνική διάλεκτο, αλλά «μεμειγμένη και ποικίλη», γιατί δανείστηκε πολλά στοιχεία από την ποίηση, ιδιαίτερα την επική, και από την παλαιά αττική διάλεκτο. Είναι μια γλώσσα φιλολογική που διαφέρει από την ομιλούμενη [4]. Στην έκφρασή του ακολουθεί την κατά παράταξη σύνταξη, όπου η μία πρόταση συνδέεται ελεύθερα και ισότιμα με την άλλη, αποδίδοντας τη ζωντάνια του προφορικού λόγου, και αποφεύγει τις πολλές εξαρτημένες προτάσεις, που συχνά θολώνουν την καθαρότητα του νοήματος. Στέκεται στο μεταίχμιο δύο εποχών, στο τέλος της αρχαϊκής και στην αρχή της κλασσικής, και είναι ικανός να αποδίδει τις ήρεμες εκδηλώσεις της ψυ­χής, τα ήθη, σε αντίθεση με το Θουκυδίδη, που με περίπλοκη έκφραση αποδίδει τα πάθη.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 13, σελ. 273 κ.ε.

[2] BuryJ., «Οι αρχαίοι Έλληνες Ιστορικοί», εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα, 1984, σελ. 38

[3] BuryJ., ό.π. σελ. 41

[4] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Γ2, σελ. 436.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

 

 

Read Full Post »

Όμηρος


 

Φανταστική προτομή του Ομήρου, ρωμαϊκό αντίγραφο (2ος αιώνας). Musée du Louvre.

Φανταστική προτομή του Ομήρου, ρωμαϊκό αντίγραφο (2ος αιώνας). Musée du Louvre.

Το προομηρικό έπος: Το έπος στον Όμηρο παρουσιάζεται σε τέλεια ανά­πτυξη και ως μορφή και ως περιεχόμενο [1]. Ο εξάμετρος στίχος έχει θαυ­μαστή ευκαμψία και ποικιλία, η γλώσσα είναι πλούσια και ικανή να εκ­φράζει και τα πιο ελαφρά κινήματα της ψυχής, οι ήρωες όλοι είναι τα­κτοποιημένοι γενεαλογικά και ο Τρωικός πόλεμος θεωρείται γνωστός. Γι’ αυτό και στην Ιλιάδα ο ποιητής εξιστορεί ένα επεισόδιο, το θυμό του Α­χιλλέα, χωρίς να πει σε ποιον πόλεμο ανήκει, παρουσιάζει τους ήρωές του από την αρχή με το όνομά τους ή μόνο με το πατρώνυμό τους (Ατρείδης για τον Αγαμέμνονα) χωρίς άλλη σύσταση, αναφέρεται παρεκβα­τικά σε παλαιά επεισόδια της τρωικής εκστρατείας και υπαινίσσεται μύ­θους εξωτρωικούς (π.χ. την εκστρατεία των Επτά επί Θήβας κ.α.) βέ­βαιος ότι όλα αυτά είναι από πριν γνωστά και ο ακροατής του μπορεί εύκολα να τα κατανοήσει.

Η ηρωική ποίηση λοιπόν είχε αρχίσει να διαμορφώνεται πολύ πιο πριν από τον Όμηρο και περιλάμβανε μια σειρά ποιημάτων γραμμένα σε δακτυλικό εξάμετρο, τα «κύκλια έπη» όπως τα έλεγαν οι Αρχαίοι, από τα οποία σώθηκαν μόνο η Ιλιάδα και η Οδύσσεια. Τα υπόλοιπα, από τα οποία μας σώθηκαν μόνο πληροφορίες και αποσπάσματα, είναι σύμφωνα με τις πηγές [2] η «Τιτανομαχία» (του Αρκτίνου του Μιλήσιου), η «Οιδιπό­δεια» (του Λακεδαιμόνιου Κιναίθωνα), η «θηβαίδα» (αποδιδόταν στον Όμηρο), οι «Επίγονοι» (του Ομήρου ή του Αντίμαχου του Κολοφωνίου), τα «Κύπρια έπη» (του Ηγησία ή του Στασίνου), η «Αιθιοπίδα» (του Αρ­κτίνου), η «Μικρή Ιλιάς» (του Λέσχη του Μυτιληναίου), η «Ιλίου πέρσις» (του Αρκτίνου), οι «Νόστοι» (του Αγία του Τροιζήνιου) και η «Τηλεγόνεια» (του Ευγάμμωνα του Κυρηναίου). Τα ομηρικά έπη λοιπόν με τη με­γάλη τεχνική στη σύνθεσή τους και την αισθητική τους ωριμότητα είναι τα πρώτα μνημεία του ελληνικού ποιητικού λόγου, βρίσκονται όμως στο τέλος μιας πλούσιας παραγωγής που χάθηκε.

 

Ο Όμηρος και το ομηρικό ζήτημα

 

Όμηρος, 1663. Έργο του Ολλανδού Ρέμπραντ Χάρμενσοον βαν Ρέιν (1606-1669). Λάδι σε καμβα, 107Χ82 εκ. Stedelijk Museum Amsterdam.

Όμηρος, 1663. Έργο του Ολλανδού Ρέμπραντ Χάρμενσοον βαν Ρέιν (1606-1669). Λάδι σε καμβα, 107Χ82 εκ. Stedelijk Museum Amsterdam.

Για τον Όμηρο, που θεωρείται ποιητής της Ιλιάδας και της Οδύσσειας και πατέρας της δυτικής ποίησης, δε γνω­ρίζουμε σχεδόν τίποτα με βεβαιότητα. Υπάρχει αβεβαιότητα για τον τόπο και το χρόνο που γεννήθηκε ο ποιητής, για τους γονείς του, ακόμα και για την ίδια του την ύπαρξη. Ένας «βίος του Ομήρου» που μας διασώ­θηκε περιέχει μόνο θρύλους. Την πατρίδα του τη διεκδικούν επτά τουλάχιστον πόλεις σύμφωνα με ένα γνωστό επίγραμμα («ἑπτά πόλεις μάρνανται σοφήν διά ρίζαν Ὁμηρου, Σμύρνη, Χίος, Κολοφών, Ἰθάκη, Πύ­λος, Ἄργος, Ἀθήνη»). Η ιωνική όμως μορφή του ονόματός του, η ιω­νική γλώσσα των ομηρικών επών και άλλα στοιχεία μας οδηγούν στη βε­βαιότητα ότι ήταν ιωνικής καταγωγής [3](από τη Χίο ή τη Σμύρνη). Και ο χρόνος που έζησε αμφισβητείται, αλλά σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις εί­ναι ο 8ος αι. π.Χ. Η παράδοση ακόμα τον θέλει τυφλό, γιατί τον συγχέει με τον ποιητή ενός «Ύμνου στον Απόλλωνα», που παραδέχεται ότι είναι τυφλός, και κυρίως με την αναφερόμενη τυφλότητα των «αοιδών» γενι­κότερα και των μάντεων. Το θάνατό του τον τοποθετούν συνήθως στην Ίο, όπου στάθμευσε το πλοίο που τον πήγαινε στην Αθήνα.

Οι διαμάχες γύρω από το πρόσωπο του Ομήρου προκάλεσαν αμφι­σβητήσεις και για το έργο του, που οδήγησαν στο γνωστό από την αρ­χαιότητα και επίκαιρο ακόμα και σήμερα «ομηρικό ζήτημα»[4]. Το πρόβλη­μα ξεκίνησε από το 2ο αι. π.Χ., όταν ο Ξένων και ο Ελλάνικος υποστή­ριξαν ότι άλλος ποιητής έγραψε την Ιλιάδα και άλλος την Οδύσσεια. Γι’ αυτό και ονομάστηκαν «χωρίζοντες». Το 17ο αι. ο Γάλλος μοναχός D’ Aubignac υποστήριξε ότι ποιητής ονομαζόμενος Όμηρος δεν έζησε ποτέ και η Ιλιάδα είναι συλλογή από μικρότερα έπη, χωρίς ενότητα, που τα συ­ναρμολόγησε κάποιος νεότερος. Το 1795 ο Γερμανός καθηγητής Α. Wolf στηριζόμενος στην υπόθεση ότι στην ομηρική εποχή δεν υπήρχε γραφή (η γραμμική γραφή Β αποκρυπτογραφήθηκε από το Ventris το 1953) και ότι ένας άνθρωπος ήταν αδύνατο να απομνημονεύσει τόσο μεγάλα ποιή­ματα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια αποτελού­νται από μικρότερα έπη διαφόρων ποιητών, που μεταδίδονταν προφορι­κά και καταγράφηκαν για πρώτη φορά από τον Πεισίστρατο.

Μετά τη θεωρία του Wolf, που δημιούργησε διάφορες αναλυτικές τά­σεις, αλλά προκάλεσε και τη συγκρότηση των ενωτικών απόψεων, οι κυ­ριότερες θεωρίες που διατυπώθηκαν γύρω από το ομηρικό ζήτημα είναι:

α. Η θεωρία της ανάπτυξης. Οι οπαδοί της υποστηρίζουν ότι η Ιλιά­δα και η Οδύσσεια προήλθαν από έναν αρχικό πυρήνα (τη «μῆνιν» του Αχιλλέα και το «νόστο» του Οδυσσέα), που τον επεξεργάστηκαν γενεές αοιδών, οι οποίοι όλο και κάτι πρόσθεταν στο αρχικό κύτταρο.

β. Η θεωρία της συγκόλλησης ή των μικρών επών. Σύμφωνα μ’ αυτή η Ιλιάδα αποτελείται από 18 μικρότερες ενότητες, αρχικά ανεξάρτητες, και η Οδύσσεια από 3 αρχικά έπη (Τηλεμάχεια, νόστος Οδυσσέα, μνηστηροφονία), που τα συναρμολόγησαν με το πέρασμα του χρόνου οι ρα­ψωδοί, χωρίς να αποφύγουν τις ανωμαλίες και τις αντιφάσεις.

γ. Η ενωτική θεωρία. Στηρίζεται στην αρχαία παράδοση, δέχεται ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια είναι έργα του Ομήρου, που γράφτηκαν με βά­ση ένα προκαθορισμένο σχέδιο, και αποδίδει τις διαφορές, που υπάρ­χουν ανάμεσα στα έπη, στα διαφορετικά θέματα που πραγματεύονται.

δ. Η νεοανάλυση. Οι νεοαναλυτικοί θεωρούν την Ιλιάδα έργο του Ομήρου, αλλά την Οδύσσεια νεότερο έργο άγνωστου ποιητή, αποδίδουντις ομοιότητες των δύο επών στην κοινή επική κληρονομιά και ρίχνουν το βάρος στα πρότυπα και τις πηγές του Ομήρου.

Το μόνο σημείο στο οποίο συμφωνούν σήμερα ενωτικοί και αναλυτι­κοί είναι ότι ο Όμηρος χρησιμοποίησε υλικό που είχαν δημιουργήσει πα­λιότεροι αοιδοί. Από εδώ και πέρα οι αναλυτικοί θα πουν ότι το χρησι­μοποίησε αδέξια, ενώ οι ενωτικοί ότι το χρησιμοποίησε διαλέγοντας, απορρίπτοντας, αναπλάθοντας και δημιουργώντας έτσι που να δώσει τη σφραγίδα της ποιητικής του μεγαλοφυΐας.

 

Γλώσσα και μέτρο των ομηρικών επών

 

Η Ιλιάδα (15.692 στίχοι) και η Οδύσ­σεια (12.210 στίχοι), είναι γραμμένες σε μια διάλεκτο ανάμεικτη από στοιχεία Ιωνικά,[5] που είναι και τα περισσότερα, και αιολικά. Χαρακτη­ριστικά της ιωνικής διαλέκτου είναι η κατάληξη των θηλυκών σε -η (ἡ­μέρη, ὥρη), η γενική των αρσενικών σε -εω (Πηληϊάδεω), η δοτ. πληθυντ. των θηλ. σε -ῃσι (πύλῃσι), η πατρωνυμική κατάληξη -ίδης (Πηλεΐδης), το επιτατικό πρόσφυμα ἐρι- (ἐριβῶλαξ) κ.α. Χαρακτηριστικά της αιολικής διαλέκτου είναι η συχνή ψίλωση των λέξεων (ἠέλιος, ἧμαρ), η αποκοπή των δισύλλαβων προθέσεων όταν ακολουθεί σύμφωνο (παρθέμενοι, πάρ ξίφεος), οι τύποι της ονομαστικής σε -α (ἱππότα, νεφεληγερέτα), η γενι­κή των αρσεν. σε -αο (φυλακίδαο), οι τύποι του απαρεμφάτου σε -μεναι και -μεν [ἔμμεν(αι), ἐλέμεν(αι)], η πατρωνυμική κατάληξη σε -ίων (Κρονίων), το επιτατικό πρόσφυμα ἀρι- (ἀρίγνωτος) κ.α.

Στην εκλογή και τη χρήση των λέξεων κύριο ρόλο παίζει η μετρική τους μορφή, η οποία πρέπει να υπακούει στους νόμους του δακτυλικού εξάμετρου. Είναι το μέτρο με το οποίο έχουν συντεθεί τα ομηρικά έπη και όλη η επική ποίηση των αρχαίων, γι’ αυτό το ονόμασαν και «ἔπος». Η βασική μορφή του στίχου είναι: – υυ — υυ – υυ — υυ — υυ — υ. Α­ποτελείται δηλ. από έξι πόδες καταληκτικούς (= λείπει μια συλλαβή από τον τελευταίο πόδα). Οι πόδες αποτελούνται από μια μακρά συλλαβή και δυο βραχείες -‘υυ), οπότε ονομάζεται «δάκτυλος» ή από δυο μακρές συλλαβές (-‘-), οπότε ονομάζεται «σπονδείος». Ο τόνος πέφτει στη μα­κρά συλλαβή του δάκτυλου ή στην πρώτη συλλαβή του σπονδείου, που γι’ αυτό ονομάζεται «θέση», ενώ οι δυο βραχείες του δάκτυλου ή η δεύ­τερη μακρά του σπονδείου που δεν τονίζονται ονομάζονται «άρση». Κά­θε στίχος έχει «τομές», θέσεις δηλ. στις οποίες τελειώνει μια λέξη, δεν τε­λειώνει όμως η μετρική ενότητα (ο δάκτυλος ή ο σπονδείος), και «διαι­ρέσεις», θέσεις δηλ. στις οποίες τελειώνει και η λέξη και η μετρική ενό­τητα. Κύριες τομές είναι η «πενθημιμερής», που γίνεται μετά το τρίτο μα­κρό (— υυ — υυ — ||), η κατά τρίτον τροχαίον, μετά από το πρώτο βραχύ του τρίτου ποδός (— υυ — υυ — υ ||), η «εφθημιμερής», μετά από το τέ­ταρτο μακρό (- υυ — υυ — υυ — ||) και η «τριημιμερής», μετά από το δεύτερο μακρό (— υυ – ||). Η πιο συχνή διαίρεση γίνεται στο τέλος τον τέταρτου ποδός, που είναι συνήθως δάκτυλος, και ονομάζεται βουκολι­κή, γιατί χρησιμοποιήθηκε ιδιαίτερα από τους βουκολικούς ποιητές.  

 

 Υποσημειώσεις


 

[1] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Β’, σελ. 158-159.

[2] Τσοπανάκη Α., «Εισαγωγή στον Όμηρο», Θεσσαλονίκη, 1967, σελ. 7-15.

[3] Καλογερά Β., «Αισθητική ανάλυση της Ιλιάδας», Θεσσαλονίκη, 1967, σελ. 24.

[4] Τσοπανάκη Α., ό.π. σελ. 80-92

[5] Τσοπανάκη Α., ό.π. σελ. 93 κ.ε.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Πλάτωνας (427-347 π.Χ.)


 

Πλάτωνας (427-347 π.Χ.)

Πλάτωνας (427-347 π.Χ.)

Ο Πλάτωνας [1](427-347 π.Χ.) ένας από τους διασημότερους φι­λοσόφους όλων των αιώνων, που το όνομά του σφράγισε την ιστορία της φιλοσοφίας, γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα στη δίνη του Πελοποννησια­κού πολέμου (431- 404 π.Χ.) Η καταγωγή του ήταν αριστοκρατική· το γέ­νος του πατέρα του, Αρίστωνα, κρατούσε από το βασιλιά Κόδρο και της μητέρας του, Περικτιόνης, από το Σόλωνα. Ο Κριτίας, αρχηγός των τριάκοντα τυράννων, ήταν θείος της μητέρας του και ο Χαρμίδης, ένας από τους τριάκοντα, αδελφός της. Και οι δυο, καθώς και οι αδελφοί του Πλάτωνα, ο Αδείμαντος και ο Γλαύκωνας, εμφανίζονται σαν πρόσωπα των διαλόγων του.

Η στενή σχέση του Πλάτωνα με τον κόσμο της παλιάς αττικής αρι­στοκρατίας θα παίξει αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπι­κότητας και της βιοθεωρίας του. Έγινε φορέας και εκφραστής των αντι­λήψεων της αθηναϊκής αριστοκρατίας στην οποία ανήκε και μέσα στην ο­ποία ανατράφηκε και έζησε. Ιδανικά και επιδιώξεις της τάξης του και δι­κά του ήταν η διαφύλαξη των παραδόσεων με ευλάβεια, η αντίδραση σε κάθε καινοτομία και μεταβολή, ο περιορισμός της εξουσίας του Δήμου, η χερσαία και αγροτική ζωή και οικονομία, η δουλοκτησία και γενικά η αίσθηση της ανωτερότητας απέναντι στο λαό και στους ξένους.

Η γνωριμία του με το Σωκράτη, ο οποίος στον καθημερινό του διά­λογο επέκρινε τη δημοκρατία των χρόνων του, επαινούσε το συντηρητικό πολίτευμα των προγόνων (π.χ. του Σόλωνα) και χλεύαζε τους σοφιστές και τις νέες ιδέες τους, άσκησε αποφασιστική επίδραση στον Πλάτωνα και ενίσχυσε τις συντηρητικές του αντιλήψεις. Η καταδίκη και η θανά­τωση του αγαπημένου του δάσκαλου, του Σωκράτη, το 399 βάθυνε το χάσμα που χώριζε τον Πλάτωνα από τη δημοκρατία της Αθήνας.

 

Αρχαίοι σοφοί στην Ακαδημία του Πλάτωνα: Ηρακλής Ποντικός, Σπεύσιππος, Πλάτων, Εύδοξος, Ξενοκράτης και Αριστοτέλης. Ψηφιδωτό από την Πομπηία. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Νάπολης.

Αρχαίοι σοφοί στην Ακαδημία του Πλάτωνα: Ηρακλής Ποντικός, Σπεύσιππος, Πλάτων, Εύδοξος, Ξενοκράτης και Αριστοτέλης. Ψηφιδωτό από την Πομπηία. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Νάπολης.

 

Μετά το θάνατο του Σωκράτη πήγε κοντά στο μαθητή του Σωκράτη Ευκλείδη στα Μέγαρα, όπου κυβερνούσαν οι ολιγαρχικοί και βρήκε ένα φιλικό και σύμφωνο με τις ιδέες του κλίμα. Η αρχαία παράδοση μας πλη­ροφορεί ότι κατά το 390 ταξίδεψε στην Αίγυπτο, όπου εντυπωσιάστηκε από το ιεροκρατικό και υπερσυντηρητικό της πολίτευμα. Μετά πήγε στην Κυρήνη και γνωρίστηκε με το μαθηματικό Θεόδωρο. Τέλος έκανε τρία ταξίδια στη Σικελία (388, 367, 361 π.Χ.) για να πείσει τους τυράννους των Συρακουσών, Διονύσιο Α’ στο πρώτο ταξίδι και Διονύσιο Β’ στα άλλα δυο, να κάνουν τις μεταρρυθμίσεις που θα επανέφεραν τον παλιό αριστοκρατικό τρόπο πολιτικού βίου. Προσπάθησε δηλ. να εφαρμόσει στην πράξη την πολιτική του θεωρία, χωρίς όμως επιτυχία, γιατί οι τύ­ραννοι αυτοί δεν αποδείχτηκαν φιλομαθείς και πρόθυμοι να έχουν κοντά τους ένα σοφό για σύμβουλό τους, όπως ήλπιζε. Μετά την ειρήνη του Α­νταλκίδα (387), όταν στην Αθήνα δημιουργήθηκε κλίμα ευνοϊκότερο για τους ολιγαρχικούς, γύρισε στην Αθήνα και ίδρυσε φιλοσοφική σχολή – μια από τις πιο φημισμένες όλων των εποχών- την Ακαδήμεια, όπου συ­νέχισε να διδάσκει μέχρι το θάνατό του (347).

 

Ο Αριστοτέλης με το δάσκαλό  του Πλάτωνα στην Ακαδημία, λεπτομέρεια από το έργο «Η σχολή των Αθηνών», νωπογραφία του Ραφαήλ.

Ο Αριστοτέλης με το δάσκαλό του Πλάτωνα στην Ακαδημία, λεπτομέρεια από το έργο «Η σχολή των Αθηνών», νωπογραφία του Ραφαήλ.

 

Το έργο του, που σώθηκε ολόκληρο αποτελείται από 42 διάλογους και 13 επιστολές. Πολλά απ’ αυτά δε θεωρούνται γνήσια. Οι ειδικοί τα ταξινομούν κατά χρονολογική σειρά σε τρεις ομάδες:

  • (α’) έργα νεανικά και πλησιέστερα στη μνήμη του Σωκράτη («Ευθύφρων», «Ιππίας», «Χαρ­μίδης», «Ίων» «Κρίτων» κ.ά.)
  • (β’) έργα της ώριμης ηλικίας,όπου η μορφή του Σωκράτη παραμένει ζωντανή και πρωταγωνιστεί στις συζητή­σεις, αλλά εκφράζει συχνά και τη σκέψη του Πλάτωνα («Πολιτεία», «Φαίδων», «Συμπόσιο» «Φαίδρος» κ.ά.)
  • (γ’) έργα της γεροντικής ηλι­κίας,λιγότερο λογοτεχνικά και περισσότερο λογικά και δύσκαμπτα («Τί­μαιος», «Κριτίας», «Νόμοι» κ.ά).

Όλα τα έργα του Πλάτωνα είναι σε διαλογική μορφή, εκτός από την «Απολογία» του Σωκράτη και τις επι­στολές του Πλάτωνα, και σ’ όλους τους διάλογους κύριο πρόσωπο είναι ο Σωκράτης, ο οποίος όμως φαίνεται ότι χάνει τη θέση του πρωταγωνι­στή στα προτελευταία έργα (Τίμαιο, Κριτία) και απουσιάζει εντελούς από τους «νόμους». Το όνομα του κύριου συνομιλητή του Σωκράτη απο­τελεί και τον τίτλο κάθε διαλόγου.

 

 Υποσημειώσεις


 

[1] Lesky Α., «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας», σελ. 700.

-Flaceliere R.,«Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας», μτφρ. Γ. Βανδώρου, εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα, 1986, σελ. 294-296.

-Σακκά Δ., «Πλάτωνας», εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1985, σελ. 31-36

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

 

Read Full Post »

Αντιφών (ο Σοφιστής 5ος αι. π.Χ.)  


 
 

A 3rd century CE papyrus attributed to Antiphon' Peri aletheias Bk. I

A 3rd century CE papyrus attributed to Antiphon’ Peri aletheias Bk. I

Ο σοφιστής Αντιφώντας [1] έζησε στην Αθήνα τον 5° αι. π.Χ. και πρέπει να θεωρείται σίγουρο ότι είναι διαφορετικό πρόσωπο από τον ολιγαρχικό ρήτορα Αντιφώντα και από τον τραγικό Αντιφώντα. Δεν α­ναφέρεται συνήθως στον κύκλο των πρώτων μεγάλων σοφιστών, αλλά η παρουσία του είναι ιδιαίτερα σημαντική μέσα στην όλη σοφιστική κίνη­ση. Έχουν σωθεί μάλιστα τόσο πολλά και τόσο περιεκτικά αποσπάσματα από το έργο του, όσο από κανέναν άλλο σοφιστή. Στη σκέψη του παρα­τηρούνται φανερές συγγένειες με απόψεις πρωιμότερων φιλοσόφων, ό­πως του Παρμενίδη, του Ξενοφάνη και του Εμπεδοκλή. Σε πολλές από­ψεις του θυμίζει το Δημόκριτο, ενώ στις πολιτικές του θεωρίες προσεγ­γίζει το σοφιστή Ιππία και κινείται παράλληλα μ’ αυτόν.

Η φιλοσοφία του αναπτυσσόταν κυρίως στο έργο του «Περί Αλη­θείας» (δυο βιβλία), που ήταν μια πολιτική πραγματεία. Από τα απο­σπάσματα που σώθηκαν φαίνεται ότι στο πρώτο βιβλίο αναπτυσσόταν μια γνωσιοθεωρία και προβλήματα φυσικής επιστήμης και στο δεύτερο βιβλίο ανθρωπολογικά προβλήματα και πολιτικές θεωρίες.

Άλλα έργα του ήταν το «Περί Ομονοίας», ένα βαθυστόχαστο έργο στο οποίο εξυμνεί την ομόνοια και καταδικάζει την αναρχία («ἀναρχίας οὐδέν κάκιον ἀνθρώποις» προσωκρ. Β. 61), η «τέχνη αλυπίας» με το οποίο εγκαινίασε τους παραμυθητικούς λόγους για την καταπολέμηση του ψυχικού πά­θους, και η «ονείρων κρίσις» με την οποία έφτανε στην ορθολογιστική εξήγηση των ονείρων.

 

Υποσημειώσεις 


 

[1] Βέικου θ., «Η Αρχαία Σοφιστική»Θεσσαλονίκη,1971, ό.π., σελ. 77-78.

Ντόκα Α ., «Ελληνικός Διαφωτισμός», εκδ. Φέξη, Αθήνα, 1961, ό.π., σελ. 106-107

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

 

Read Full Post »

Αριστοφάνης (445-385 π.Χ.)


 

Αριστοφάνης

Αριστοφάνης

Ο Αριστοφάνης, ο πιο ονομαστός κωμωδιογράφος της αρχαιότητας, γεννήθηκε στο δήμο Κυδαθήναιον από Αθη­ναίους γονείς το 445 π.Χ. Για τη ζωή του ξέρουμε λίγα πράγματα από πληροφορίες που παίρνουμε μέσα από το έργο του. Πολύ νέος άρχισε να γράφει κωμωδίες και διακρίθηκε για τη δυνατή σατιρική του φλέβα και τη λυρική του έξαρση. Οι περισσότερες κωμωδίες του γράφτηκαν στην ε­ποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου και συνδέονται μ’ αυτόν. Για την πολιτικο­κοινωνική του στάση άλλοι [1] τον θεωρούν αντιδραστικό, που ανήκε στην ολιγαρχική παράταξη και εκφράζοντας τα ανώτερα στρώματα της αθη­ναϊκής δουλοκτητικής κοινωνίας θεωρούσε υπεύθυνους για την ανώμαλη κατάσταση, που είχε δημιουργηθεί τότε, τον Περικλή, τους σοφιστές και γενικά τις νέες ιδέες, γι’ αυτό πολεμούσε τη δημοκρατία και προπαγάν­διζε την ειρήνη καλλιεργώντας έτσι την ηττοπάθεια. Άλλοι [2] δεν δέχονται ότι ήταν βασικά εχθρός της δημοκρατίας.

Το πιθανότερο είναι ότι ήταν ένας συντηρητικός δημοκράτης, [3] που θαύμαζε και νοσταλγούσε την επο­χή του Θεμιστοκλή και του Αριστείδη, δεχόταν ίσως το πολίτευμα του Κλεισθένη που εξασφάλιζε ισορροπία ανάμεσα στους αγρότες της υπαί­θρου και την οικονομική ολιγαρχία του άστεως, αλλά απέρριπτε την «ά­κρατο» δημοκρατία και τις λαϊκές παροχές του Περικλή.

Το πολίτευμα που πολέμησε άλλωστε δεν ήταν παρά τυπικά δημοκρατία, που για να ε­πιβάλλει την εξωτερική του πολιτική χρησιμοποιούσε την εξαγορά, την πολιτική διείσδυση, τον εξανδραποδισμό και την ωμή βία. Μέσα στο συν­τηρητισμό του ο Αριστοφάνης πολέμησε τις νέες ιδέες του Ευριπίδη, των σοφιστών, αλλά και τον Σωκράτη.

 

Έγραψε πάνω από 40 κωμωδίες, από τις οποίες σώθηκαν 11: Αχαρνείς, Ιππείς, Νεφέλαι, Σφήκες, Ειρήνη, Όρνιθες, Βάτραχοι, Λυσιστράτη, Θεσμοφοριάζουσαι, Εκκλησιάζουσαι, Πλούτος. «Τη διάσωση έντεκα δραμάτων του Αριστοφάνη τη χρωστάμε όχι στο ότι εκτιμήθηκε σωστά η ικανότητα του, αλλά στους Αττικιστές, που υπερβολικά λογάριαζαν την κωμωδία του σαν την πιο καθαρή πηγή για την αρχαία αττική διά­λεκτο [4]» .

 

Υποσημειώσεις


[1] Κορδάτου Γ., «Η Αρχαία Τραγωδία και Κωμωδία» ό.π., σελ. 258-261.

[2] Lesky Α., ό.π., σελ. «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας» εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1985, σελ. 593.

[3] Γεωργουσόπουλου Κ., «Κλειδιά και κώδικες Θεάτρου 2», σελ. 150-152.

[4] Lesky A., ό.π., σελ. 594.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

 

Σχετικά θέματα:

Αττική κωμωδία

Read Full Post »

Αισχύλος (525-456 π.Χ.)


 

Αισχύλος. Archäologisches Institut der Universität Göttingen.

Αισχύλος. Archäologisches Institut der Universität Göttingen.

Ο Αισχύλος κατάγεται από παλιά αριστοκρατική οικογένεια της Ελευσίνας. Πατέρας του ήταν ο ευγενής γαιοκτήμονας Ευφορίωνας («ἐξ εὐπατριδῶν τήν φύσιν» γράφει ο Ανώνυμος βίος του). Πήρε μέρος στη μάχη του Μαραθώνα, όπου έπεσε και ο αδελφός του Κυναίγειρος, και πιθανό και σε άλλες μάχες των περσικών πολέμων[1], γι’ αυ­τό σ’ όλη τη ζωή του έφερνε περήφανα τον τίτλο του μαραθωνομάχου.

Νέος άρχισε να γράφει τραγωδίες. Στο θέατρο εμφανίστηκε για πρώ­τη φορά το 500 π.Χ., πήρε το πρώτο βραβείο μόλις το 484 π.Χ. και συ­νολικά κέρδισε 12 πρώτες νίκες. Το 472 π.Χ. παρουσίασε τους «Πέρσες» με χορηγό το νεαρό τότε Περικλή και θριάμβευσε. Κατόπιν πήγε στη Σι­κελία φιλοξενούμενος του τύραννου Ιέρωνα, όπου γνώρισε τον Πίνδαρο, το Σιμωνίδη και το Βακχυλίδη. Γύρισε στην Αθήνα το 468 π.Χ. και τον επόμενο χρόνο κέρδισε την πρώτη νίκη με τους «επτά επί Θήβας». Το 458 πήρε την πρώτη νίκη με την τριλογία «Ορέστεια» (οι χρονολογίες των άλ­λων έργων του είναι άγνωστες) και κατόπιν έφυγε οριστικά για τη Σικε­λία και πέθανε στη Γέλα το 456 π.Χ.[2]

Οι λόγοι, που τον ανάγκασαν να φύγει στη Σικελία, είναι άγνωστοι. Άλλοι λένε ότι η φυγή του οφείλεται στον περήφανο χαρακτήρα του, που προσεβλήθη όταν το αθηναϊκό κοινό ευνοούσε το νεαρό αντίπαλο του Σοφοκλή ή όταν ηττήθηκε από το Σιμωνίδη στο διαγωνισμό για το ελε­γείο των Μαραθωνομάχων. Άλλοι ότι αναγκάστηκε να φύγει, γιατί σε μια παράστασή του αποκάλυψε μυστικά των Ελευσίνιων Μυστηρίων. Η πιθανότερη εκδοχή όμως είναι ότι έφυγε, όταν δυνάμωσε η δημοκρατική παράταξη της Αθήνας, γιατί αυτός ο «μετριοπαθής δημοκρατικός» δεν συμπαθούσε την «άκρατον δημοκρατίαν»[3].

Ο Αισχύλος έζησε σε μια με­ταβατική εποχή (α’ μισό του 5ου π.Χ. αι.), όταν το δημοκρατικό κόμμα (με αρχηγούς το Θεμιστοκλή και αργότερα τον Εφιάλτη και τον Περικλή) επικράτησε σε βάρος του ολιγαρχικού (με αρχηγό τον Αριστείδη και τον Κίμωνα) και δεν πήρε ξεκαθαρισμένη θέση στις πολιτικές διαμάχες, «γι’ αυτό ούτε οι δημοκρατικοί τον θαύμαζαν, ούτε οι ολιγαρχικοί τον συμπαθούσαν. Είχε πολλούς εχθρούς και λίγους θαυμαστές και φίλους, γι’ αυτό μόνο λίγες φορές πήρε τα πρωτεία στους δραματικούς αγώνες»[4].

Ήταν πάντως ποιητής μεγαλόστομος με πλούσια φαντασία και πηγαία λυρική πνοή. Εκφράστηκε με ύφος υψηλό, βαρύ, δύσκολο και συ­χνά απότομο. Πρέπει να θεωρηθεί ο πραγματικός δημιουργός της αττικής τραγωδίας, που ξεπέρασε όλους τους συγχρόνους του και ως προς την ποίηση και ως προς «την σκευήν των υποκριτών και την του χορού σεμνότητα».

Από τις 90 τραγωδίες που έγραψε σώθηκαν ολόκληρες μόνο επτά: Πέρσες, επτά επί Θήβας, Ικέτιδες, Προμηθεύς Δεσμώτης, Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες. Οι τρεις τελευταίες αποτελούν την τριλογία Ορέστεια, τη μόνη, που έχει σωθεί από την αρχαιότητα.

 

 Υποσημειώσεις


 

[1] Lesky Α., Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 350.

[2] Flaceliere R., Ιστορία της Αρχαίας Ελλην. Λογοτεχνίας σελ. 216-217.

[3] Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 1, σελ. 655.

[4] Κορδάτου Γ., Η Αρχαία Τραγωδία και Κωμωδία, σελ. 200-201

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »