Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρὀσωπα’ Category

Ρώσης Κανάκιος ( 1592-1644) 


 

Ο Καθολικός ιερωμένος, Κανάκιος Ρώσης, στα λατινικά Russus, Rossius, απαντά και στην παραλλαγή Rubeus, που σημαίνει «Κόκκινος». Στους ίδιους τύπους συναντάμε το πολύ διαδεδομένο νεοελληνικό επίθετο «Ρούσσος», το οποίο φέρουν Καθολικοί (κυρίως στη Σύρο) και Ορθόδοξοι (Πάρος, Θήρα, Πελοπόννησος, Κύπρος κ.α.).

Δεν αποκλείεται, συνεπώς, να πρόκειται για το ίδιο οικογενειακό επίθετο. Ο Κ. Ρώσης γεννήθηκε στο Ναύπλιο περί το 1592, εφόσον σε κατάλογο του 1622 γράφεται ότι είναι 30 ετών. Το 1614 έγινε δόκιμο μέλος της Αδελφότητας της Παναγίας και το 1625, τακτικό.

Το Ελληνικό Κολλέγιο « Άγιος Αθανάσιος» της Ρώμης.

Στις 16.1.1622, «Ο Κανάκιος Ρώσιος ο εκ Ναυπλίας της Πελοποννήσου», όπως υπογράφει την ομολογία καθολικής πίστεως, ολοκλήρωσε τις θεολογικές σπουδές του. Κατά την πενταετία, που ακολούθησε, δίδαξε τα ανθρωπιστικά γράμματα στον « Άγιο Αθανάσιο»* και υπηρέτησε ως πρώτος ψάλτης στο ναό του Κολλεγίου (AGGr τ. 1 φ. 49, τ. 53 φ. 73, τ. 3 φ. 91 – 94). Το 1625, ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη για να διαπραγματευτεί, ως απεσταλμένος της Ιεράς Συνόδου για τη διάδοση της πίστεως**, την επαναπροσέγγιση των Εκκλησιών της Ανατολής και Δύσης, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Συνόδου της Φλωρεντίας (1439).

Κύριλλος Λούκαρις

Ήταν ακόμη η εποχή που ενώ ο Λούκαρης είχε αρχίσει να εκδηλώνει τα φιλοκαλβινικά του αισθήματα, τα οποία κατέληξαν στην αιρετική «Ομολογία Χριστιανικής Πίστεως» του έτους 1629, δεν αρνείτο να συνδιαλέγεται για ευνόητους λόγους , με τους Καθολικούς.

Όμως, παρόλους τους διπλωματικούς ελιγμούς του κατά τα άλλα ικανότατου καλβινοφρονήσαντος πατριάρχη, ο οποίος τελείωσε τις ημέρες του στην τουρκική αγχόνη (1638), ο Κανάκιος Ρώσης, από τους πλέον αξιόλογους έλληνες καθολικούς θεολόγους της εποχής, αντιλήφθηκε σύντομα τους πραγματικούς σκοπούς του Λούκαρη και έφυγε στη Ρώμη.

Επανήλθε και πάλι με πρωτοβουλία της Ιεράς Συνόδου για τη διάδοση της πίστης, το κρίσιμο έτος της διαμάχης Λούκαρη – Ιησουϊτών, 1628, που έληξε με τον προσωρινό θρίαμβο του πατριάρχη και το διωγμό των Ιησουϊτών και του συνεργάτου των Κανακίου. 11 μήνες πέρασε ο ναυπλιώτης λόγιος στις φυλακές τις Χίου. Η αλληλογραφία του με την Ιερά Σύνοδο για τη διάδοση της πίστης, φωτίζει τα σκοτεινά παρασκήνια της ταραχώδους εκείνης περιόδου, που όπως αναφέραμε, τελείωσε με το βίαιο θάνατο του Λούκαρη.

Μετά την περιπέτεια της Κωνσταντινούπολης, η Ρώμη ανέθεσε στον Κ. Ρώση νέα αποστολή στον Άθωνα για να διερευνήσει τη δυνατότητα ίδρυσης καθολικής Σχολής και ιατρείου στις Καρυές. Τις εντυπώσεις του από το αγιώνυμο Όρος περιέγραψε σε έκθεση του έτους 1629.

Του Κανακίου είχε προηγηθεί στον Άθωνα το 1627, ο φίλος και συμμαθητής του στον «Άγιο Αθανάσιο» Αλέξανδρος Βασιλόπουλος, πελοποννήσιος γεννημένος στη Ζάκυνθο. Και οι δύο συμφώνησαν για τη σκοπιμότητα λειτουργίας καθολικού Σχολείου στις Καρυές με δάσκαλους όχι τους «σκληρούς» Ιησουίτες  αλλά τους «μειλίχιους» μαθητές του Αγίου Φραγκίσκου και μάλιστα της τάξεως των Καπουκίνων.

Επειδή όμως και η πρόταση  αυτή κρίθηκε τολμηρή για τον Άθωνα, ο Κανάκιος πρότεινε για το έργο αυτό τον ανιψιό του Ανδρέα Ρώση,*** που είχε επίσης σπουδάσει στον «Άγιο Αθανάσιο». Λόγω κωλύματος του Ανδρέα, δάσκαλου τότε στην Ελληνική Κοινότητα Βενετίας, τον αντικατέστησε ο αδελφός του Νικόλαος**** ο οποίος δίδαξε στις Καρυές μεταξύ των ετών 1635 και 1640.

Περισσότεροι από τους 25 ανά σχολική περίοδο μαθητές του, ήταν κελλιώτες και λιγότεροι μοναστηριακοί. Τους τελευταίους απέτρεπαν από τη σπουδή οι παλαιότεροι μοναχοί «για να μην απωλέσουν τον επ’ αυτών έλεγχον», όπως γράφει ο Νικόλαος Ρώσης.

Το 1640, ο Κανάκιος μετέφρασε στην καθομιλουμένη ελληνική το βιβλίο του φανατικά προσηλωμένου στο ρωμαϊκό πρωτείο Ι. Ματθαίου Καρυοφύλλη, ενωτικού***** ιερέα από τα Χανιά Κρήτης, «Contra Nilum». Σ’ αυτό, ο Κανάκιος έδωσε τον τίτλο «Αντίρρησις προς Νείλον Θεσσαλονίκης περί της αρχής του Πάπα».

Από το 1631 έως τον επισυμβάντα το 1644 θάνατό του, ο λόγιος Ναυπλιώτης δίδαξε αρχαία ελληνικά στο πανεπιστήμιο «La Sapienza» της Ρώμης. Το 1637, επεχείρησε ανεπιτυχώς να ονομαστεί στον «Άγιο Αθανάσιο» επίσκοπος****** για την χειροτονία των σπουδαστών κατά το βυζαντινό τυπικό.

Απεβίωσε στη Ρώμη το 1644. Στη ζωή και το έργο του Κανακίου Ρώση, για τον οποίο θα άξιζε να γραφεί ειδική μελέτη, αναφέρονται μεταξύ άλλων, ο Χίος πανεπιστήμων Λέων Αλλάτιος, ο ιστορικός των βυζαντινορρύθμων Καθολικών Ν. Ιταλίας Πομπήλιος  Rοdota, o J. Carafa στην Ιστορία του Πανεπιστημίου «La Sapienza» Ρώμης και πολλοί άλλοι.

  

 

Υποσημειώσεις


  

* Το Ελληνικό Κολλέγιο « ‘Αγιος Αθανάσιος» της Ρώμης. Το ελληνικό Κολλέγιο Ρώμης που φέρει το όνομα του αγίου επισκόπου Αλεξανδρείας και πατρός της Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας, Αθανα­σίου (295-373), ιδρύθηκε από το γνωστό μεταρρυθμιστή του Ιουλιανού ή παλαιού Ημερολογίου, πάπα Γρηγόριο ΙΓ’, το 1577.

Πάπας Λέοντας Ι΄

Η ίδρυσή του συνέπεσε με την παρέλευση μισού περίπου αιώνα από την αναστολή της λειτουργίας ενός άλλου βραχύβιου ελληνικού Κολλεγίου της Ρώμης (1513-1520), έργο του φιλόμουσου προστάτη των Ελληνικών Γραμμάτων και των Βυζαντινών λογίων της Δύσης, πάπα Λέοντος Ι, γόνου του λαμπρού γένους των Μεδί­κων.

Σκοπός του «Αγίου Αθανασίου» που με πολλές περιπέτειες συνεχίζει τη λειτουργία του στο κέντρο της αιώνιας πόλης μέχρι σήμερα, ήταν η καλλιέργεια των Ελληνικών Γραμμάτων, η μόρφωση των νέων και των δύο δογμάτων για την πνευματική αναγέννηση του υπόδουλου γένους και η επαναπροσέγγιση των Χριστιανών Ανατολής και Δύσης.

Στη Σχολή αυτή φοίτησαν εκατοντάδες νέων του Λατινικού και Βυζαντινού τυπικού (ενωτικοί), από τους οποίους η μεγάλη πλειοψηφία προέρχονταν από τη νησιωτική Ελλάδα και την Πελοπόννησο στην οποία το καθολικό στοιχείο είχε συρρικνωθεί στο ελάχιστο μετά τη διαδοχή των Ενετών από τους Τούρκους.

Από τις πολλές μαρτυρίες αλλοδαπών και ημεδαπών ιστορικών για τον «Άγιο Αθανάσιο» και την ανεκτίμητη προσφορά του στο υπόδουλο γένος των Ελλήνων, αναφέρουμε την κρίση του αναγνωρισμένου μελετητή του τουρκοκρατούμενου Ελληνισμού Σπυρίδωνος Ζαμπέλιου, ο οποίος γράφει μεταξύ άλλων για τον «φλογερό έρωτα» των “Γρηγοριάδων” προς το έθνος στο οποίο ανήκαν: «Έκτοτε βλέπομεν τους εξ Ελλάδος μαθητάς και διδασκάλους του Κολλεγίου τούτου, συν­δυάζοντας αληθώς εξαίρετον παιδείαν και την τήρησιν των πατρίων τύπων της ελληνικής εν τη Εκκλησία λειτουργίας, μετά της εις τον πάπαν αφοσιώσεως… Από τας εκατοντάδας των σπουδαστών του Ελληνικού Κολλεγίου, πολλοί διέ­πρεψαν ως πατριάρχες, αρχιερείς, πρυτάνεις Πανεπιστημίων, καθηγηταί, ιατροί, συγγραφείς κ.λπ., και εις όλους ανεξαιρέτως, ήταν φλογερός ο έρως προς την πατρίδα».

Από τους πλέον διαπρέψαντες «Γρηγοριάδες», όπως αποκαλούνται οι από­φοιτοι του «Αγίου Αθανασίου», αναφέρομε τον πολυγραφότατο πανεπιστήμονα Λέοντα Αλλάτιο το Χίο, το σημαντικότερο διπλωμάτη της Υψηλής Πύλης στο μεταίχμιο του 17ου και 18ου αιώνα, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο τον εξ απορρή­των, τον Κερκυραίο θεολόγο και ρήτορα Πέτρο Αρκούδιο, τους Ναυπλιώτες δάσκαλους και διαπραγματευτές υποθέσεων της Αγίας Έδρας στην Κωνσταντι­νούπολη, Κανάκιο και Νικόλαο Ρώση, τον πολυπράγμωνα θεολόγο Πανταλέοντα Λιγαρίδη από τη Χίο, τον πολυγραφότατο Κρητικό θεολόγο Ιωάννη Ματθαίο Καριοφύλλη, το μητροπολίτη Παροναξίας Μελισσηνό Νικηφόρο, τους Ιησουίτες Μάρκο Λίμα και Μιχαήλ Νευρίδα από το Ρέθυμνο και τη Χίο, το Νικόλαο Παπα­δόπουλο Κομνηνό, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Παταβίου, τον παρ’ ολίγον γενι­κό ηγούμενο των Ιησουιτών Ιωάννη Αντώνιο Τιμόνη από τη Χίο, και πλειάδα άλλων διαπρεψάντων στις επιστήμες, τα γράμματα και τα εκκλησιαστικά αξιώ­ματα.

Από το 1591, όταν ο Άγιος Αθανάσιος περιήλθε στη διοίκηση των Ιησουιτών, με πρώτο ελληνοδιδάσκαλο και μέλλοντα διευθυντή τον Χανιώτη Ανδρέα Ευδαιμονογιάννη (1555-1625), εξελίχτηκε σε πρότυπο κέντρο ελληνοχριστιανικής παι­δείας στο οποίο η μάθηση άρχιζε περί το 12ο έτος της ηλικίας και τελείωνε στο 18ο. Οι καλύτεροι, έκλειναν τον κύκλο των σπουδών με απόκτηση διδακτορικού τίτλου στη φιλολογία, τη φιλοσοφία ή τη θεολογία. Η απονομή του τίτλου γίνο­νταν κατά τη διάρκεια τελετής που συγκέντρωνε γύρω από τον τιμώμενο, μαθη­τές και διδάσκοντες. Το πρόγραμμα των 30-35 κατ’ έτος σπουδαστών, περιελάμβανε γραφή και ανάγνωση της ελληνικής, ιταλικής και λατινικής γλώσσας, ιστορία της Εκκλησίας, φιλοσοφία και για τους προοριζόμενους στο ιερατείο, θεολογία και ποιμαντική.

Η απονομή του ενδεικτικού αποφοίτησης γίνονταν ενώπιον του καρδιναλίου προστάτου του ιδρύματος από τον διευθυντή. Γονατιστός ενώπιον τους, ο τελει­όφοιτος απήγγειλε την ομολογία πίστεως με ιδιαίτερη έμφαση στο «Filioque«, και εις την εκ του Υιού δηλαδή εκπόρευση του Παναγίου Πνεύματος, και στο πρω­τείο δικαιοδοσίας του Επισκόπου Ρώμης εφ’ όλων των Επισκόπων της Εκκλη­σίας, αδιακρίτως λειτουργικού τυπικού.

Οι χειροτονίες γίνονταν υποχρεωτικά κατά το βυζαντινό τυπικό από ενωτι­κούς Επισκόπους οι οποίοι διορίζονταν στον Άγιο Αθανάσιο για το σκοπό αυτό. Κατάλογο με βιογραφικά στοιχεία αυτών, κατήρτισε ο Τήνιος ιστορικός π. Μάρ­κος Φώσκολος, τελειόφοιτος του ιδίου Κολλεγίου, στις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Πρόταση του Ανδρέα Ευδαιμονογιάννη, πρύτανη των θεολόγων της Ρώμης μετά την εκδημία του επίσης Ιησουίτου καρδιναλίου Ροβέρτου Βελλαρμίνου το 1621, για τη χειροτονία των αποφοίτων από φιλενωτικούς ορθόδοξους Αρχιε­ρείς, δεν έγινε δεκτή από την αρμόδια επιτροπή Καρδιναλίων.

Οι Πελοποννήσιοι μαθητές κατά την πρώτη εβδομηκονταετία λειτουργίας του Κολλεγίου (1576-1646), ανήλθαν σε 26. Ένδεκα ήταν από το Ναύπλιο, 4 από την Κορώνη, 3 από τον Οίτυλο της Μάνης, 2 από την Πάτρα, 2 από την Κυπαρισία, ανά ένας από τη Μονεμβασία ή Νεάπολη της Μαλβαζίας, το Λεοντάρι, και 2 από άγνωστη περιοχή.

 

Πάπας Γρηγόριος ΙΕ΄

 ** Η Ιερά Σύνοδος για την διάδοση της πίστης ( sacra Congregatio de propaganda fide) ιδρύθηκε από τον πάπα Γρηγόριο ΙΕ΄ το 1622, με κύριο σκοπό τον ευαγγελισμό των εκτός του καθολικού κόσμου, χωρών. Στην δικαιοδοσία της είχε περιέλθει έως την ίδρυση ανεξαρτήτου Κράτους, και η μικρή καθολική μειονότητα στους ελληνόφωνους χώρους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Για το λόγο αυτό, στα ρωμαϊκά Αρχεία της φυλάσσονται πολλά έγγραφα, που αφορούν στις ελληνοκαθολικές αλλά και ορθόδοξες κοινότητες επί Τουρκοκρατίας.

 

 *** Ανδρέας Ρώσης (Rossius, Rossi και Rubeus). Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1609 από τον Αναστάσιο, αδελφό του Κανακίου Ρώση και την Μπιάνκα Σωλημά, επιφανείς  καθολικές Οικογένειες  στην πρωτεύουσα της Αργολίδας (ACGr τ. 1 φ. 5, τ. 8 φ. 200). Εισήλθε στο Κολλέγιο «Αγίου Αθανασίου» στις 10.1.1624, με συστατική επιστολή των Ναυπλιωτών εμπόρων στη Βενετία, Γεωργίου Κρές και Ιωάννη Μπαχατούρη.

Σπούδασε ένα χρόνο γραμματική, δύο χρόνια φιλοσοφία και τρία θεολογία. Το 1625 κατέθεσε ομολογία καθολικής πίστεως και έγινε μέλος της Αδελφότητας της Παναγίας. Από το Κολλέγιο απεφοίτησε το 1634, αφού δίδαξε για δύο χρόνια τα ελληνικά σε νεότερους μαθητές. Στη Βενετία όπου εγκαταστάθηκε το 1635, δίδαξε στο Σχολείο της Ελληνικής Κοινότητας έως το 1639. Στο Αρχείο της Ιεράς Συνόδου για τη διάδοση της πίστεως, σειρά Acta τ. 10 φ. 304, φυλάσσεται επιστολή του, στην οποία αναφέρεται η αναχώρηση του αδελφού του Νικολάου για το Άγιον Όρος και η άφιξη του αρχιδιακόνου του φιλενωτικού αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Αθανασίου Πατελάρου, ο οποίος έμελε να ταξιδέψει στη Ρώμη για να δώσει όρκο υπακοής στον Πάπα.

Καθ’ όλες τις ενδείξεις, ο «δον Ανδρέ Ρώσιος», συνδέθηκε στη Βενετία με ορθόδοξους Έλληνες και ανέπτυξε αντιιησουϊτική δράση επειδή, όπως γράφει, «άλλο δεν σκοπούσιν ειμή πως να σβήνουν το ρητόν και την φήμην των εδικών μου, λέγω των Ρωμαίων»16.

Ο Λέων Αλλάτιος διέσωσε αρχαιοελληνικά επιγράμματα του Α. Ρώση ο οποίος απεβίωσε περί το 1640 στην Ισπανία όπου είχε αποκτήσει την εύνοια υψηλά ισταμένων προσώπων.

 

**** Νικόλαος Ρώσης ή Rubeus. Αδελφός και ανιψιός των Ανδρέα και Κανακίου Ρώση. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1592 και εισήλθε στον «Άγιο Αθανάσιο» το 1608. Παρακολούθησε όλα τα διδασκόμενα στη Σχολή μαθήματα και υπήρξε μέλος της Αδελφότητας της Παναγίας από το 1626 έως το 1634, έτος εξόδου του από το Ίδρυμα.

Το 1635, μετά τη χειροτονία του στη Βενετία κατά το βυζαντινό τυπικό, ταξίδεψε στον ‘Αθωνα όπου ίδρυσε Σχολείο Ανθρωπιστικών Σπουδών αντί 60.000 σκούδων το χρόνο, τα οποία κατέβαλε η Ιερά Σύνοδος για τη διάδοση της πίστεως. Η Σχολή λειτούργησε από το 1635 έως το 1640, στον περίβολο του Πρωτάτου στις Καρυές. Από εκεί έστειλε στη Ρώμη 20 επιστολές τις οποίες δημοσίευσε ο ιστορικός των Ενωτικών Εκκλησιών της Ανατολής, Γεώργιος Hofmann. Το διδακτικό του έργο συνέχισε ο Νικόλαος Ρώσης στη Θεσσαλονίκη από το 1640 έως το έτος του θανάτου του 1642. Την ίδια εποχή οι Ιησουίτες επεχείρησαν να εγκατασταθούν στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας, κάτι το οποίο κατόρθωσαν μισό αιώνα αργότερα (1704).

Ο ίδιος ο Ν. Ρώσης, στις επιστολές του προς τις ρωμαϊκές εκκλησιαστικές Αρχές, αντί των «άκαμπτων» Ιησουϊτών, πρότεινε για την ιεραποστολή στον Ελληνικό βορρά τους πιο «συμφιλιωτικούς» φραγκισκανούς Καπουκίνους, που μια δεκαετία αργότερα, εγκαταστάθηκαν οριστικά στο Ναύπλιο όπου παρέμειναν έως τα χρόνια της Επανάστασης. Στην πόλη αυτή, όπως και στο γειτονικό Άργος, πρόσφεραν τις πνευματικές τους υπηρεσίες και μάθαιναν στα παιδιά γράμ­ματα.

Σε ανυπόγραφη επιστολή Καπουκίνου του Ναυπλίου με ημερομηνία 9.1.1658, διαβάζουμε τα ακόλουθα για την εκπαιδευτική δραστηριότητα των συναδέλφων του: «Στο Σχολείο μας στη Νάπολι της Ρωμανίας έχουμε 35 παιδιά, που μαθαίνουν γραμματική και κατήχηση. Αρκετά άλλα τα συνοδεύουν στην κατήχηση. Πολλά παιδιά τα αρνούμαστε επειδή έρχονται χωρίς σκοπό και συνοδεία. Αν διδάξουμε αριθμητική, τότε όλα θα έρχονται σε μας. Θα αναγκαστούμε όμως να δεχτούμε όσα επιτρέπουν οι δυνάμεις μας. Τα παιδιά που διδάσκονται την κατήχηση, γίνονται κήρυκες της ορθής πίστης στις 4 συνοικίες της πόλης. Πρωί και βράδυ επαναλαμβάνουν το μάθημά τους σε γονείς και γείτονες. Με την επανάληψη, η γνώση μεταδίδεται σε όλους. Σταματούν στις πλατείες και στα σπίτια για να απαγγείλουν ό,τι έμαθαν το πρωί. Μεταξύ αυτών των νεοφύτων, οι πιο ένθερμοι πηγαινοέρχονται στα σπίτια και κάνουν κατήχηση. Τους ακούω με ευχαρίστηση όταν επανέρχονται στο σχολείο. Και οι παπάδες στέλνουν τα παιδιά τους στο μάθημα. Όλοι ομολογούν ότι ποτέ δεν έζησαν κάτι παρόμοιο».

 

*****  Στην καθολική Εκκλησία, εκτός του λατινικού λειτουργικού τυπικού, το οποίο ακολουθεί η μεγάλη πλειοψηφία των πιστών, χρησιμοποιούνται όλα σχεδόν τα τυπικά των Ανατολικών Εκκλησιών όπως το Βυζαντινό, Αρμενικό, Κοπτικό, Μαρωνικό κ.ά. Οι πιστοί των τυπικών αυτών, Καθολικοί καθόλα, αποκαλούνται « Ενωτικοί».

 

******  Στο αρχείο « Αγίου Αθανασίου» AGGr τ.6 φ.32, φυλάσσεται σχετική αίτηση του Κ. Ρώση στον πάπα Ουρβανό Η΄αλλά και ενδιαφέρον ανώνυμο υπόμνημα στο οποίο αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους δεν ενδείκνυται η χειροτονία του Κ. Ρώση σε ενωτικό επίσκοπο με έδρα το Κολλέγιο του « Αγίου Αθανασίου». Α) Έχει αφοριστεί από 4 πατριάρχες της Ανατολής. Β) Ο ανιψιός του Ανδρέας Ρώσης αναπτύσσει φιλορθόδοξη δράση μεταξύ των Ελλήνων της Βενετίας και εκθειάζει το « σχισματικό» επίσκοπο Γαβριήλ Σεβήρο και Γ) Ο αδελφός του Κανακίου Κωνσταντίνος ασπάστηκε το μωαμεθανισμό.

  

Πηγές

 


  • Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης, «Ναυπλιώτες Μαθητές στο Ελληνικό Κολλέγιο Ρώμης, Άγιος Αθανάσιος 1594-1646», Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 1998.
  •  Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης, «Ανάλεκτα Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου 75μ.χ. – 2004», Έκδοση Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου, 2004.

 

Read Full Post »

Ευθυμιόπουλος Κωνσταντίνος (1828-1885) 


 

Ευθυμιόπουλος Κωνσταντίνος

Ευθυμιόπουλος Κωνσταντίνος

Βουλευτής και Δήμαρχος Ναυπλίου. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Σπούδασε Νομικά και το 1856 διορίστηκε δικηγόρος στο Ναύπλιο. Πήρε μέρος στη Ναυπλιακή επανάσταση, κατά τη διάρκεια της οποίας ορίστηκε από την επαναστατική επιτροπή δημοτικός αστυνόμος Ναυπλίου.

Μετά την έξωση του Όθωνα εξελέγη δήμαρχος Ναυπλίου, πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση, Γενικός  Γραμματέας  του υπουργείου Εσωτερικών. Πέθανε στο Ναύπλιο στις 4 Ιουνίου 1885 στην ακμή της ηλικίας του και στην δράση του πολιτικού βίου του.

  

 

Πηγές


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», Αθήνα, χχ.                          
  • Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου, «Γελοιογραφικόν Ημερολόγιον του έτους 1886», έτος Α΄, εν Αθήναις, εκ του Τυπογραφείου «Ανδρέου Κορομηλά» και «Κοραή» Ανέστη Κωνσταντινίδη, 1885. 

  

Σχετικά θέματα: 

Read Full Post »

Μαυρομιχάλης Α. Γεώργιος (1834 -1927)


  

Μαυρομιχάλης Γεώργιος

Γεννήθηκε στην Αρεόπολη το 1834. Ήταν γιος του Αναστασίου, αδελφός του Αντωνίου Μαυρομιχάλη και εγγονός του Πετρόμπεη.

Ακολούθησε στρατιωτική σταδιοδρομία και το 1858 εξήλθε από την Σχολή Ευελπίδων* με τον βαθμό του ανθυπασπιστού. Ανέλαβε την Διοίκηση του 1ου  Συντάγματος πεζικού Αθηνών, αμέσως μετά την επάνοδό του από την Γαλλία όπου είχε σταλεί από την Κυβέρνηση προκειμένου να παρακολουθήσει γυμνάσια του Γαλλικού Στρατού.

Κατά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 υπηρέτησε ως Μέραρχος της 2ης μεραρχίας του στρατού Θεσσαλίας και αργότερα ως Αρχηγός του Στρατού της Ηπείρου.  Αποστρατεύθηκε το 1898. Με την πολιτική αναμείχτηκε μόνο μια φορά στην Β΄ Εθνοσυνέλευση (1863-1864) μαζί με τον πατέρα του και τα αδέλφια του. Πέθανε το 1927 στην Αθήνα.

  

Υποσημείωση


* Κατά το περιοδικό « ΤΟ ΑΣΤΥ» ( φύλλο 9 της 15ης Δεκεμβρίου 1885) ο Δημήτριος Μαυρομιχάλης, ενώ εισήλθε στην Σχολή Ευελπίδων, αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του λόγω υγείας. Την στρατιωτική του παιδεία απέκτησε αργότερα στις τάξεις του στρατού, στον οποίο κατετάγη ως Λοχίας στο τάγμα των ακροβολιστών. Μετά την άφιξη του Βασιλέως Γεωργίου διορίστηκε Διαγγελεύς αυτού αλλά παραιτήθηκε προτιμώντας την ενεργό στρατιωτική υπηρεσία.

   

Πηγές


  • Μεγάλη στρατιωτική και Ναυτική εγκυκλοπαίδεια, τόμος 4ος, 1929.
  • Περιοδικό «ΤΟ ΑΣΤΥ», Έτος Α΄ Αριθ.9, 1η Δεκεμβρίου 1885.

  

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Μαυρομιχάλης Α. Αντώνιος (Μάνη 1829 – Αθήνα 1902 ή 1903)


 Παραθέτουμε  βιογραφικό σημείωμα του Αντωνίου Μαυρομιχάλη, από το Περιοδικό  «Το ΑΣΤΥ», τεύχος 2ο  της 19ης Οκτωβρίου 1885, γι’ αυτό και το κείμενο είναι γραμμένο σε χρόνο ενεστώτα.

 

Μαυρομιχάλης Α. Αντώνιος

Ο Υπουργός των Στρατιωτικών, Συνταγματάρχης Αντώνιος Μαυρομιχάλης, ανήκει στην ηγεμονική οικογένεια της Μάνης. Γιος του Αναστασίου Μαυρομιχάλη και εγγονός του μεγάλου Πετρόμπεη. Γεννήθηκε το 1829 και αφού τελείωσε με επιτυχία τις Γυμνασιακές του σπουδές, κατετάγη εθελοντικά στο Στρατό ως απλός στρατιώτης, στη διλοχία των ακροβολιστών (φουστανελοφόρων) παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του.

Το 1851, όταν ο πατέρας του, ως Υπουργός των Στρατιωτικών παρουσίασε κατάλογο υποψηφίων προς προαγωγή, από διακριτικότητα και υπερηφάνεια δεν είχε συμπεριλάβει τον γιο του. Ο Όθωνας όμως πρόσθεσε το όνομα του νεαρού στρατιώτη ιδιοχείρως στον κατάλογο, προάγοντας αυτόν σε Ανθυπασπιστή. Μετά την προαγωγή του και επιθυμώντας να βελτιώσει τις στρατιωτικές του γνώσεις μετά από εξετάσεις, εισήχθη στην Δ΄ τάξη της Σχολής Ευελπίδων, την οποία τέλειωσε αμέσως.

Το 1854, ως Υπολοχαγός, εστάλη από το Κράτος στην Γαλλία, προκειμένου να συμπληρώσει τις στρατιωτικές του γνώσεις. Εκεί, έμεινε επί 2 χρόνια, υπηρετών σε κάποιο Σύνταγμα του Πεζικού. Λοχαγός επί της Μεσοβασιλείας, εκλέχτηκε πληρεξούσιος της επαρχίας Οιτύλου στην Εθνοσυνέλευση. Η κοινοβουλευτική του αξία εκτιμήθηκε και αναγνωρίστηκε  από την πρώτη στιγμή.

Το 1866 ο Δεληγιώργης ως Πρωθυπουργός τον παρακαλεί να δεχτεί να αναλάβει το Υπουργείο Ναυτικών ενώ το 1867, επί Βούλγαρη, ανέλαβε Υπουργός των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Εκπαίδευσης.

Το 1875, ο Τρικούπης, κατά την πρώτη θητεία του, του πρότεινε να αναλάβει το Υπουργείο Ναυτικών αλλά αυτός δεν δέχτηκε, εκφράζοντας και την μεταμέλειά του γιατί στο παρελθόν είχε αναλάβει το συγκεκριμένο Υπουργείο, χωρίς να είναι ειδικός. Κατά το 1876 ο Δεληγιώργης του ανέθεσε το Υπουργείο των Στρατιωτικών και ως Υπουργός Στρατιωτικών χρημάτισε και επί Κουμουνδούρου, την  περίοδο της Επιστράτευσης.

Ως Υπουργός Στρατιωτικών ανέλαβε και τον περασμένο Απρίλιο, όπου  υπηρετεί μέχρι και σήμερα. Ασχολείται με πολλή ζήλο με τις στρατιωτικές μελέτες και πολλές φορές παίρνει το λόγο στην βουλή μιλώντας με κύρος, σαφήνεια και ευγλωττία για ζητήματα που αναφέρονται στις αρμοδιότητές του. Ιδίως, αγωνίστηκε έντονα για την πολυετή στρατιωτική θητεία. Γενικά, θεωρείται αυστηρός στο καθήκον του και ανένδοτος  στις βουλευτικές πιέσεις.

Κατά κοινή ομολογία, έδειξε ιδιαίτερη δύναμη, ενέργεια και δραστηριότητα, είναι δε ευτυχής σύμπτωση ότι υπηρετεί ως προϊστάμενος του Ελληνικού Στρατού, αυτές τις κρίσιμες στιγμές που η Ελλάδα διέρχεται, κάποιος που το όνομά του συνδέεται με οικογένεια  ένδοξη και ηρωική που θα συντελέσει στην εξύψωση των φρονημάτων του στρατού.

   

Πηγή  


  • Περιοδικό, «Το Άστυ», αρ. 2, Αθήνα, 1885.

Read Full Post »

Δόσιος Κ. Αριστείδης (1844-1881)


  

Το 1861 ο δεκαοχτάχρονος  φοιτητής Αριστείδης Δόσιος, (αδελφός του γαριβαλδινού Aλέξανδρου Δόσιου), αποτυγχάνει στην απόπειρα δολοφονίας της βασίλισσας Αμαλίας. Συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Στην εξέγερση του 1862 απελευθερώθηκε.

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Οι γονείς του ήταν ευκατάστατοι και πολύ μορφωμένοι. Ο πατέρας του ήταν δημοσιολόγος, πολιτευτής και λόγιος πολύγλωσσος και πολυταξιδεμένος.

Αικατερίνη Δοσίου

Η μητέρα του Αικατερίνη Μαυροκορδάτου- Δοσίου (1820-1856) , Φαναριώτισσα, γλωσσομαθής,  και λογία, μετέφρασε τον «Γκιαούρ»* του Μπάϋρον, πέθανε πολύ νέα.

Ο Αριστείδης Δόσιος ήταν απ’ τους προοδευτικότερους του καιρού του. Αντιμοναρχικός, μέλος της Χρυσής Νεολαίας. Σύχναζε στα γραφεία της εφημερίδας «Το Μέλλον της Πατρίδος, 1859-1861», «εις α εκόχλαζον οι λέβητες των αντιβασιλικών παθών».

Στις 6 Σεπτεμβρίου 1861 αποπειράθηκε να δολοφονήσει την βασίλισσα Αμαλία. Συνελήφθη και μαζί του συνελήφθησαν ο Λεωνίδας Δεληγιώργης  αδελφός του Επαμεινώντα, ο Αναστάσιος Γεννάδιος, ο Αχιλλέας Παράσχος, ο Θεόδωρος Φλωγαΐτης, ο Αριστείδης Γλαράκης, ο Άγις Κλεομένης κ.α.  Στα κελιά της αστυνομίας βασανίσθηκαν άγρια. Ο Aγαμέμνωνας Σκαρβέλης, αξιωματικός της αστυνομίας, προσπάθησε να απελευθερώσει τον Δόσιο, αλλά συνελήφθη, φυλακίσθηκε και καθαιρέθηκε.

Ο Δόσιος καταδικάσθηκε σε θάνατο. Στη δίκη του – στην οποία  παραβρέθηκαν υπουργοί, πολιτικοί και άλλοι επίσημοι – στην απολογία του, αποκάλεσε την Αμαλία ύαινα και δήλωσε ότι λυπάται μόνο για το γεγονός ότι απέτυχε να τη δολοφονήσει. Τελικά, η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια δεσμά.

Πρόλογος Αριστείδη Δόσιου

Παρέμεινε κρατούμενος μέχρι τις 10 Οκτωβρίου 1862, όταν ο εξεγερμένος λαός άνοιξε τις φυλακές και απελευθερώθηκε. Μετέβη στο Μόναχο και στην Ιταλία, όπου περάτωσε τις σπουδές του και στη συνέχεια επιδόθηκε σε μελέτες οικονομολογικού περιεχομένου, ενώ διετέλεσε διευθυντής ναυτιλιακής τράπεζας.

Έγραψε τις μελέτες «Les Limites de l΄ Economie Pratique» και «Κρίσεις και σκέψεις περί της ελληνικής ατμοπλοίας, Μεταλλευτική Εταιρεία» καθώς και μια έκθεση πεπραγμένων της Ναυτικής Τράπεζας, με τίτλο «Ο Αρχάγγελος», (1877). Υπέφερε, όμως, από έντονη μελαγχολία και πνευματικές διαταραχές εξαιτίας μάλλον των βασανιστηρίων που υπέστη μετά τη σύλληψή του, έπαθε  εγκεφαλική παράκρουση και κλείσθηκε στο φρενοκομείο** όπου πέθανε το 1881, σε ηλικία 37 χρόνων.

 

Υποσημειώσεις


  

 

Πρόλογος Αριστείδη Δόσιου

* Το αφηγηματικό ποίημα ο Γκιαούρ  (THE GIAOUR) έγραψε ο Byron μετά την επιστροφή του από το πρώτο του ταξίδι στις Μεσογειακές χώρες και τη μαγεμένη Ανατολή, που πραγματοποίησε από το 1809 ως το 1811. Το ποίημα, είναι μια από τις αντιπροσωπευτικότερες φιλελληνικές συνθέσεις του ποιητή, η οποία συνετέλεσε σοβαρά στη μεταστροφή της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης υπέρ της ελληνικής υπόθεσης, στα δύσκολα και δραματικά για το έθνος χρόνια που ακολούθησαν. Στην Αγγλία αγαπήθηκε τόσο, που μόνο μέσα σε δύο χρόνια, το 1814 και 1815, έκανε 15 εκδόσεις, ενώ η φήμη του απλώθηκε γρήγορα και εκτός των ορίων της Γηραιάς Αλβιώνος, έτσι που μέσα σε λίγα χρόνια μεταφράστηκε στα ιταλικά, στα γερμανικά και στα ρωσικά. Αλλά και στη χώρα μας αυτό το φιλελληνικό και ψυχωφελές έργο είχε τέτοια ζήτηση, ώστε το 1842, δεκαπέντε χρόνια πριν από την απόδοσή του στη γλώσσα μας από τη Δοσίου (η οποία για δεύτερη και τελευταία φορά τυπώθηκε από τον γιο της Αριστείδη στα 1873), κυκλοφόρησε από την τυπογραφία του Γεωργίου Πολυμέρη στην Ερμούπολη της Σύρου ο Γκιαούρης του Λόρδου Βύρωνος στα αγγλικά, με διεξοδικότατο «Λεξικόν των εμπεριεχομένων λέξεων».

** Για τον πρόωρο θάνατο του Αρ.  Δόσιου , ο Κορδάτος γράφει ότι όταν γύρισε στην Ελλάδα βλέποντας ότι τίποτα δεν άλλαξε και ότι  η πολιτική κατάσταση ήταν η ίδια, έπεσε σε μελαγχολία. Είχε ένα τραύμα στο κεφάλι από τα βασανιστήρια που έπαθε στη φυλακή. Το τραύμα άνοιξε και ο Δόσιος έπαθε εγκεφαλική παράκρουση και κλείστηκε στο φρενοκομείο, όπου πέθανε (Κορδάτος Δ’ σελ. 27 σε σημείωση).

  

Πηγές


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», Αθήνα, χχ.                    
  • Εφημερίδα Το Βήμα, «Ποίηση ως μελόδραμα»,  Δημήτρης Χουλιαράκης , Κυριακή 25 Ιανουαρίου 1998.
  • Επίτομο Λεξικό της Ελληνικής Ιστορίας, εκδόσεις Το Βήμα, Αθήνα, 2004.
  • Ν. Γ. Νοταρίδου, «Η κατά την έκτην Σεπτεμβρίου 1861 υπό Αριστείδου Δοσίου Μακεδόνος απόπειρα φόνου της Αμαλίας», Αθήνησι, Εκ του Τυπογραφείου Αγαθή Τύχη, 1863.
  • «Γκιαούρ τεμάχιον τουρκικού διηγήματος», ποιήματα Βύρωνος, Μετάφρασις Αικατερίνης Κ. Δοσίου. Εκδίσεται το δεύτερον / Υπό Αρ. Κ. Δοσίου. Αθήνησι: Τύποις Ανδρέου Κορομηλά,1873.
  • Δ. Τ.,  Ιστορία του αναρχικού κινήματος, « Οι Κοινωνικοί Αγώνες 1830-1875 / Η απόπειρα δολοφονίας κατά της βασίλισσας Αμαλίας», Μελβούρνη, 2008.

 

Read Full Post »

Γρίβας Θ. Δημήτριος (Ναύπλιο 1829 – Μασσαλία 1889)


 

Γρίβας Θ. Δημήτριος

Στρατιωτικός και Υπουργός. Γιος του στρατηγού Θεοδώρου Γρίβα και της Ελένης Μπούμπουλη, κόρης της Μπουμπουλίνας. Από το 1769 η οικογένειά του έδρασε για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Ο παππούς του Δράκος Γρίβας, ο πατέρας του Θεόδωρος Γρίβας, ο θείος του Γαρδικιώτης  Γρίβας υπήρξαν πρωταγωνιστές της Ελληνικής Ιστορίας. Ο Παπαρρηγόπουλος μάλιστα αναφέρεται στην ιστορία του, ακόμη και  στον περίφημο «μυθικό οπλαρχηγό» Μπούα Γρίβα,  προπάππο του Δημητρίου.    

Ο Δημήτριος Γρίβας, γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1829. Νεαρός ακόμη, εισήλθε στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων αλλά λόγω του υπερήφανου και ατίθασου χαρακτήρα του, αποχώρησε από την Σχολή το 1845, αφού προηγουμένως είχε υποκινήσει μαζί με άλλους γόνους σημαντικών οπλαρχηγών, στρατιωτική στάση.

Το 1850 διορίστηκε από τον Όθωνα ανθυπασπιστής της Οροφυλακής. Το 1854 πήρε μέρος εθελοντικά στην επανάσταση της Ηπείρου. Μετά την επιστροφή του στην ελεύθερη Ελλάδα επανήλθε στις τάξεις του τακτικού στρατού.  

Πριν ξεσπάσουν τα επαναστατικά γεγονότα στο Ναύπλιο, ο Γρίβας είχε συλληφθεί στην Αθήνα για αντιοθωνική δράση και τον Γενάρη του 1862 μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο για να φυλακιστεί στο Παλαμήδι. Εκεί συνδέθηκε με τους επαναστάτες και πήρε ενεργό μέρος στην εξέγερση υπό την αρχηγία του Αρτέμη Μίχου, του Κορωναίου, του Ζυμβρακάκη κ.α.

Έδειξε μεγάλη ανδρεία και θεωρήθηκε από τους πρωταίτιους της επανάστασης – έφερε το βαθμό του υπολοχαγού – με αποτέλεσμα να  εξαιρεθεί από την αμνηστία* που δόθηκε και να καταφύγει  πρώτα στην Σμύρνη και μετά στη Γαλλία.

Επιστρέφοντας, μετά την έξωση του Όθωνα, εκλέχτηκε μέλος της Εθνοσυνέλευσης και το Απρίλιο του 1863, μετέβη, με τον Κανάρη κα τον Ζαΐμη, στην Κοπεγχάγη για να προσφέρει στον πρίγκιπα τότε της Δανίας Γεώργιο, το Ελληνικό στέμμα.       

Από τότε σταδιοδρόμησε στην πολιτική και συμμετείχε σε πολλές κυβερνήσεις ως Υπουργός  Στρατιωτικών. Το 1882 προβιβάστηκε στο βαθμό του Αντιστράτηγου από την κυβέρνηση Τρικούπη και διορίστηκε  αρχηγός του στρατού στη Θεσσαλία, «αρχηγός των εν ταις καταληφθείσαις επαρχίαις στρατευμάτων», όπου μετά από διαφωνία με τον Τρικούπη παραιτήθηκε και αναχώρησε στη Γαλλία για ανάπαυση.

Συμμετείχε στις βουλευτικές εκλογές του 1885 και 1887 στις οποίες απέτυχε και αποσύρθηκε από την ενεργό  πολιτική. Επέστρεψε στην Γαλλία όπου και πέθανε το 1889. 

 

Υποσημείωση


* Με το διάγγελμα της αμνηστίας, που υπογράφηκε στην Αθήνα την 24η Μαρτίου, εξαιρέθηκαν από αυτή οι εξής αξιωματικοί: Δημ. Τσώκρης, Αρτέμης Μίχος, Λουδοβίκος Στέλβαχ, Δημ. Μπότσαρης, Χαρ. Ζυμβρακάκης, Δημ. Γρίβας, Χρ. Κατσικογιάννης, Διον. Τριτάκης, Χρ. Γρίβας. Θρ. Μάνος, Αλέξ. Πραΐδης, Νικ. Σμόλεντς. Επίσης εξαιρέθηκαν από την αμνηστία και οι εξής πολιτικοί επαναστάτες: Γ. Δ. Πετιμεζάς, Π. Μαυρομιχάλης, Κων. Αντωνόπουλος, Γρ. Δημητριάδης, Ιωάν. Παπαζαφειρόπουλος, Σπ. Ζαβιτσάνος, Γ. Φραγκιάς. Με τη συγκατάθεση της κυβέρνησης, όσοι εξαιρέθηκαν της αμνηστίας, επέβησαν σε γαλλικό και αγγλικό ατμόπλοιο και έφυγαν από το Ναύπλιο για την Αίγυπτο, Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη.

 

Πηγές  


  • Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου, «Ετήσιον Ημερολόγιον του έτους 1890», Εν Αθήναις, 1890.
  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», τρίτη έκδοση, Αθήνα, χχ.
  • Περιοδικό, «Το Άστυ», αρ. 188, Αθήνα, 1889.

 

Σχετικά θέματα: 

Read Full Post »

Παράσχος Αχιλλέας (1838 -1895)

 


  

Ο Αχιλλέας Παράσχος γεννήθηκε στο Ναύπλιο, καταγόταν όμως από τη Χίο. Η οικογένειά του είχε καταφύγει στο Ναύπλιο μετά την καταστροφή του νησιού από τους Τούρκους και λίγο καιρό αργότερα εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ο Παράσχος πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Οι πληροφορίες για τη μόρφωσή του είναι λίγες και αβέβαιες. Έμαθε τα πρώτα γράμματα κοντά στον μεγαλύτερο αδερφό του Γεώργιο, επίσης ποιητή. Είχε επίσης δύο μεγαλύτερες αδερφές που χάθηκαν στη σφαγή της Χίου και μια αδελφή ακόμη την Αιμιλία, γνωστή για την ομορφιά της, η οποία πέθανε νέα και ενέπνευσε τους ποιητές Γεώργιο Ζαλοκώστα και Ρίλγδεν. 

 

Παράσχος Αχιλλέας (1838 -1895)

Ρομαντικός ποιητής του 19ου αιώνα. Ο Αχιλλέας Παράσχος γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου 1838 στο Ναύπλιο όπου είχε μεταναστεύσει η οικογένειά του από την Χίο. Ο πατέρας του λεγόταν Παράσχος Νασάκης ή Νασάκογλους, οι δύο δε γιοι του, Αχιλλέας και Γεώργιος, κράτησαν το μικρό του όνομα ως επώνυμο, με το οποίο έγιναν γνωστοί.  Τα πρώτα γράμματα ο Αχιλλέας Παράσχος τα πήρε από τον αδελφό του και είναι αμφίβολο αν τελείωσε το σχολαρχείο. Η έλλειψη σπουδών δεν τον εμπόδισε να αποκτήσει φιλολογική κατάρτιση και μόρφωση από διάφορα βιβλία, περιοδικά και εφημερίδες που διάβαζε.

Διετέλεσε κατά διαστήματα υπάλληλος της Βουλής, του Γενικού Λογιστηρίου, πρόξενος στο Τηγάνιον και Έπαρχος Θήρας, διοριζόμενος πάντοτε για να αντεπεξέρχεται στις οικονομικές του ανάγκες, τις οποίες κατά ένα μέρος κάλυπτε και από έκτακτες αμοιβές του από κατά παραγγελίαν επιγράμματα, επικήδεια, επιμνημόσυνα, και ερωτικά ποιήματα. Στην εμφάνιση ήταν ωραίος και υπέβαλε η παρουσία του με τον ενθουσιασμό και την επιβλητική του φωνή.

Ο Παράσχος αναμείχτηκε στην πολιτική κίνηση της «Χρυσής Νεολαίας», προκαλέσας με τους καυστικούς εναντίον του Όθωνος στοίχους του την σύλληψη και φυλάκισή του  στον Μεντρεσέ, μαζί με άλλους φίλους του της αντιοθωνικής ομάδας. Μετά την αποφυλάκισή του εξακολούθησε την πολεμική του κατά του θρόνου και πήρε ενεργό μέρος στην επανάσταση της 10 Οκτωβρίου 1862, που είχε ως αποτέλεσμα να εγκαταλείψει ο Όθων την Ελλάδα.  Ωστόσο, όταν  πέθανε ο Όθων μετανιωμένος για τη στάση του έγραψε το Ελεγείον εις τον Όθωνα.

Ποιήματα πρωτοδημοσίευσε στο περιοδικό «Αβδηρίτης» του Δ. Βρατσάνου και στην «Χρυσαλλίδα» με το ψευδώνυμο «Μαρία». Στα 1881 εξέδωσε τρεις τόμους με ποιήματα που είχαν μεγάλη εκδοτική επιτυχία. Περιόδευσε στις Ελληνικές παροικίες της Ρωσίας, Ρουμανίας, Γαλλίας, Αγγλίας, όπου διέδωσε τα ποιήματα του, οι δε διαλέξεις και απαγγελίες του στην Αθήνα δημιούργησαν μεγάλη συρροή κόσμου, ο οποίος μάλιστα, λέγεται συγκεντρωνόταν μέχρι της εξώθυρας του φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός» για να τον ακούσει.

Ο Αχιλλέας Παράσχος υπήρξε ο κυριότερος εκπρόσωπος του ρομαντισμού, ο οποίος χρονολογικά εκδηλώνεται στην Ελλάδα ύστερα από τον Γαλλικό ρομαντισμό, γύρο στα 1840, και σβήνει με τον θάνατο του ποιητή.

Είναι γνωστό ότι ο ρομαντισμός δέχτηκε κατά καιρούς τα πλήγματα βίαιης κριτικής, κατά τον Γάλλο δε Πιέρ Λασσέρ ο ρομαντισμός είναι «συναισθηματικός, χιμαιρισμός, άρρωστος πόθος μονώσεως, λατρεία των παθών, κυριαρχία της γυναίκας, υποταγή στο εγώ κλπ. κλπ.» (Κλ. Παράσχου : «Ο Ελληνικός Ρωμαντισμός και η Αθηναϊκή Σχολή», «Φιλολογικός Νέος Κόσμος» τόμ, 6, 1935, σελ. 18).

Άσχετα, όμως από τις γνωστές κρίσεις και επικρίσεις για τον ρομαντισμό, για να έρθουμε και στην Ελληνική ρομαντική σχολή, ο Αχ. Παράσχος είναι ο ποιητής που έβαλε τον ακρογωνιαίο λίθο στην άνθηση και στο μεσουράνημα της ρομαντικής ποίησης στο ποιητικό στερέωμα της περιόδου εκείνης.

Λυρικώτατος  ποιητής, έχοντας στην τεχνοτροπία και στην έμφυτη  συναισθηματική του  διάθεση όλα τα στοιχεία και χαρακτηριστικά των ρομαντικών, με πολύ μακρινές απηχήσεις απ’ το έργο του Ουγκώ, του Αλφρέ ντε Μυσσέ, και του Μπάϋρον, στάθηκε για την εποχή του ο ποιητής που κατόρθωσε να εδραιωθεί και να βρει αντανάκλαση  στην συνείδηση του λαού με τους στίχους του, που είναι πλημμυρισμένοι από θρηνωδία, μελαγχολία, απαισιοδοξία, φραστική και ψυχική υπερβολή, απογοήτευση και ανία για τη ζωή.

Η μεγάλη αγάπη που έτρεφε ο λαός  στον Αχ. Παράσχο και στα ποιήματά του θα πρέπει να θεωρείται σαν φυσιολογικό αποτέλεσμα μιας εν παρακμή ιστορικής περιόδου της χώρας, κατά την διάρκεια της οποίας ο κόσμος τρεφόταν με ιδανικά που αντιπροσώπευαν και ζωγράφιζαν στιγμές της τότε Ελληνικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας «που ξεγελιόταν με τα λόγια, που έβρισκε στις πράξεις των άμεσων προγόνων της όχι ένα κέντρισμα για τη δράση αλλά και ένα προσκέφαλο αναπαυτικό» (Κ. Δημαρά: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» Β’ τόμ. σελ. 37).

Δηλαδή ο ρομαντισμός βρήκε κατάλληλο κοινωνικό κλίμα στην Ελλάδα, γι’ αυτό και πήρε την μεγάλη άνθησή του. Το αυτό, άλλωστε, με διαφορετικά – αλλά πάντοτε κοινωνικά – κίνητρα συνέβη και στις άλλες χώρες, όπως π. χ. με τον Γερμανικό ρομαντισμό που έχει τις ρίζες του «στην αρνητική στάση των πνευματικών εκπροσώπων του φεουδαρχισμού απέναντι στην αστικοποίηση της κοινωνίας» ( «Ο Γιόζεφ Αϊχεντορφ, ποιητής του Ελντοράντο»  – σύγχρονες σκέψεις σε μια μορφή του παρελθόντος, εφ. «Βήμα» 1-12–1957).

Το ποιητικό έργο του Αχ. Παράσχου, που πολλοί το επαίνεσαν και άλλοι τόσοι το κατέκριναν σαν ψεύτικο και χωρίς νόημα βαθύ, έχει το νόημα του ερμηνευτή των κοινωνικών αντιλήψεων και πεποιθήσεων της εποχής εκείνης, χωρίς βέβαια να εξαντλείται η αξία του με την ιστορική και στενή κοινωνιολογική του ταξινόμηση. 

Τραγούδησε τρία πράγματα ο Παράσχος: την πατρίδα, τον θάνατο και τον έρωτα. Στα πατριωτικά του ποιήματα πρέπει να αποδοθεί μεγάλη σημασία, γιατί εδώ ο ποιητής μιλάει με ειλικρίνεια και αλήθεια και πολλές φορές στέκεται σε ιστορικά περιστατικά που με επιτυχία εκφραστική τα αποδίδει. Χρησιμοποίησε και την δημοτική γλώσσα και την καθαρεύουσα, χωρίς όμως πλαστική ευχέρεια. Ο Αχιλλέας Παράσχος, για την εποχή του, στάθηκε πράγματι μεγάλος ποιητής και αποτελεί ποιητικό σχεδόν φαινόμενο η μεγάλη του δημοτικότητα και λατρεία του από τον λαό.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του η ανέχεια και η φτώχεια τον βύθισαν στην δυστυχία.   Πέθανε στις 26 Ιανουαρίου 1895 και η κηδεία του είχε παλλαϊκό χαρακτήρα. Τον νεκρό ποιητή αποχαιρέτησαν πάνω από είκοσι ρήτορες και ο τάφος του αρκετό καιρό ήταν γεμάτος από λουλούδια που έφερναν οι θαυμαστές του. Μετά τον θάνατό του κυκλοφόρησαν δυο τόμοι με ανέκδοτα ποιήματά του.

  

Πηγές

 


  • Λουκά Σταθακόπουλου – Γιάννη Γκίκα, «Ανθολογία ποιητών Αργολίδος & Κορινθίας  1798 – 1957», Αθήνα 1958.
  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», Αθήνα.                           
  • Ιωακείμ Βαλαβάνης, «Αχιλλεύς Παράσχος », περιοδικό Παρνασσός, τόμ. 17, αρ. 6, 1895.
  • Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.

Read Full Post »

Βενθύλος Ιωάννης (1804-1854)


  

Βενθύλος Ιωάννης (1804-1854)

Καθηγητής Πανεπιστημίου. Γεννήθηκε το 1804 στη Σμύρνη και πέθανε στην Αθήνα το 1854. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές στη γενέτειρά του, μετέβη στο Βερολίνο, όπου σπούδασε φιλολογία υπό τους Boeckh και Hermann, με τούς οποίους συνδέθηκε με μακρόχρονη φιλία.

Με την άφιξη του Καποδίστρια (1828) ο Βενθύλος ήρθε στην Ελλάδα και πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην οργάνωση της παιδείας του νεοσύστατου κράτους. Τον Μάιο του 1829 διορίστηκε διδάσκαλος στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας, του οποίου συνέταξε και Σχέδιο οργανισμού, χρημάτισε μέλος μιας από τις επιτροπές που συγκρότησε ο Καποδίστριας για την παιδεία, και λίγο αργότερα, μαζί με τον Γεώργιο Γεννάδιο, δίδαξε στο «Κεντρικόν Σχολείον» της Αίγινας ως το 1831, οπότε απολύθηκε εξαιτίας των αντικαποδιστριακών του αντιλήψεων.

Το 1833 διορίστηκε καθηγητής στο Γυμνάσιο Ναυπλίου και το 1839, αφού προηγουμένως δίδαξε στο Πανεπιστήμιο με άδεια της Φιλοσοφικής Σχολής επί διετία φιλολογικά μαθήματα αμισθί, διορίστηκε καθηγητής της ελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο και δίδαξε ως το θάνατό του.

Δημοσίευσε αυτοτελώς έργα φιλολογικού περιεχομένου, μεταξύ των οποίων: Γραμματική της νεωτέρας ελληνικής γλώσσης (1832), Στοιχεία μετρικής της των Ελλήνων και Ρωμαίων ποιήσεως (1851). Εξέδωσε επίσης τις Νεφέλες του Αριστοφάνη (1830) και την Ποιητική του Αριστοτέλη (1841).

 

Δαυίδ Αντωνίου

Ιστορικός της Εκπαίδευσης, Επίτιμος Δρ. Παν/μίου Ιωαννίνων

Πηγές Ιστορίας της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης, «Οι απαρχές του εκπαιδευτικού σχεδιασμού στο νεοελληνικό κράτος: Το Σχέδιο της Επιτροπής του 1883», Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 1992.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Μαυρομιχάλης Α. Πέτρος (1828-1892)


Γιος του Μπεϊζαδέ Αναστασίου και εγγονός του Πετρόμπεη. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και στο Παρίσι. Το 1862 ήταν πρωτοδίκης στο Ναύπλιο. Πρωτοστάτησε στην Ναυπλιακή επανάσταση το Φεβρουάριο του 1862. Ήταν μέλος της επαναστατικής επιτροπής.

Με την αποτυχία της εξέγερσης αυτοεξορίστηκε με άλλους επαναστάτες  – 300 περίπου στη Σμύρνη. Μετά την έξωση του Όθωνα εχρημάτισε πληρεξούσιος Εθνοσυνέλευσης, υπουργός Δικαιοσύνης, βουλευτής, Γεν. Γραμματέας υπουργείου Δικαιοσύνης. Πέθανε στην Αθήνα το 1892.  

 

Πηγή


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», τρίτη έκδοση, Αθήνα χχ.

 

Σχετικά θέματα: 

Read Full Post »

Μητσάκης Δημοσθένης (†1890)


  

Μητσάκης Δημοσθένης απ’ το Καρλόβασι Σάμου. Δρ. Νομικής. Φοιτητής ήταν μέλος της Χρυσής Νεολαίας. Πρωτοστάτησε στις μαχητικές φοιτητικές οργανώσεις στις 10 Μαΐου του 1859 στο Πεδίον του Άρεως και που είναι γνωστές ως «Σκιαδικά»* και στη Ναυπλιακή επανάσταση. Τότε συνελήφθη φυλακίστηκε και εξορίστηκε στη Κύθνο.

Αργότερα διετέλεσε ανώτερος υπάλληλος του υπουργείου Εξωτερικών. Το 1879 ήταν πρόξενος  στην Αιθιοπία και το 1880 στο Σουέζ. Στο «Αττικόν Ημερολόγιον» του 1881 (σελ. 406 κ. έπ.)  έχει δημοσιεύσει τις «Περιηγήσεις» του. Πέθανε στις 25 Μαΐου 1890. (Ν. Εφημερίς της 26 και 27/5/1890).

Το περιοδικό «Το Άστυ»,** αρ. 244, 1890, γράφει:

Μητσάκης Δημοσθένης

« Προ ολίγων ημερών η ημετέρα πόλις εκήδευσε μετά συγκινήσεως τον Δημοσθένη Μητσάκην μιαν εκ των περιέργων εκείνων προσωπικοτήτων αίτινες οσημέραι εκλείπουσι αφ’ ημών, περιέργων δε υπό τε την έποψιν της ιδιαρρυθμίας του χαρακτήρος, της δράσεως εν τω σταδίω, όπερ ηκολούθησαν, και της εν γένει βιώσεως αυτών.

Ο Δημοσθένης Μητσάκης έχων μόρφωσιν όχι τυχούσαν, έστρεψεν ενωρίς τα βλέμματά του εις τον κύκλον της προξενικής υπηρεσίας, ης εγένετο δραστηριότατος και εντιμώτατος θεράπων.

Και πάσαι μεν αι άλλαι υπηρεσίαι αυτού εν τω κλάδω τούτο ουδεμίαν θα έδιδον αφορμήν εις την ελληνικήν κοινωνίαν να γνωρίση τον Μητσάκην άλλως ή ως τίμιον και ευσυνείδητον υπάλληλον, η εν Αβυσσινία, όμως αποστολή αυτού ως προξένου της ημετέρας χώρας ενωρίς κατέστησε γνωστόν τούτον ού μόνον εν Ελλάδι, αλλά και εκτός αυτής.

Παρά τω Βασιλεί Ιωάννη της Αβυσσινίας τυχών πρώτος της εξαιρετικής τιμής ν’ αντιπροσωπεύση τον ημέτερον Ηγεμόνα κατόρθωσεν ου μόνον αυτός ατομικώς ν’ αποκτήση την άπειρον του Βασιλέως εκείνου εμπιστοσύνην, αλλά και να εμπνεύση αυτώ τοιούτον έρωτα, τοιαύτην λατρείαν προς την Ελλάδα, ώστε να μη θέλη να πιστεύη, ότι το ημέτερον κράτος δεν είνε το ισχυρότερον της Ευρώπης.

Οι πρόξενοι των άλλων Δυνάμεων κατ’ ουδέν ίσχυον και τας διαφόρους αυτών υποθέσεις έλυον κατά τας θελήσεις του Δημοσθένους Μητσάκη, ιερείς Αβυσσινοί εστάλησαν υπό του Βασιλέως, ίνα επισκεφθώσι την ημετέραν χώραν, δώρα απέστειλεν ο Βασιλεύς Ιωάννης προς τον Βασιλέα ημών, εξ Ελλάδος εζητήθη ιατρός διά τον Βασιλέα της Αβυσσινίας, εξ Ελλάδος εζητήθη γεωπόνος και τέλος χάρις εις τον αποβιώσαντα Μητσάκην η Ελλάς υπό του Αβυσσινού μονάρχου εθεωρείτο ως το πρότυπον του κόσμου Βασίλειον.

Διά λόγους πολιτικούς, τους οποίους ο χώρος του ημετέρου φύλλου δεν επιτρέπει να εκθέσωμεν ενταύθα, ο πρόξενος ημών ηναγκάσθη ν’ αναχωρήση εκ της Αβυσσινίας, υποπεσών εις την δυσμένειαν του Μονάρχου εκείνου, αλλά τούτο δεν σημαίνει, ότι ο Δημοσθένης Μητσάκης δεν συνέδεσε το όνομα αυτού μετά της χώρας εκείνης, δεν έπρεπε δε να εμποδίση και ημάς, όπως δημοσιεύσωμεν την ανωτέρω αυτού εικόνα με την περίεργον στολήν του, εκπληρούντες καθήκον προς την μνήμην του πρώτου εν Αβυσσινία προξένου της Ελλάδος και ανταποκρινόμενοι προς την περιέργειαν των αναγνωστών ημών». 

 Σε άρθρο του Παντελή Μπουκαλά, «Το σκιάδιον και η κουκούλα», στην εφημερίδα Καθημερινή της 7ης  Απριλίου 2010 διαβάζουμε:

«Η νεολαία των Αθηνών, εξαφθείσα τυχαίως εκ της υποθέσεως των διαβοήτων σκιαδίων», έγραφε ο Μεσολογγίτης Επαμεινώδας Δεληγιώργης, φλογερός αντιδυναστικός, ηγέτης της «Χρυσής Νεολαίας» και μετέπειτα πρωθυπουργός, «επέδειξεν χαρακτήρα λαμπρόν. Απέδειξε διά του ενθουσιασμού και των πράξεών της, δύο ιδίως συμπτώματα: πρώτον ότι, καίτοι μη πάσχουσα ως μη διωκομένη, αισθάνεται τα παθήματα των άλλων. Δεύτερον ότι η παλαιά γενεά, ης είναι τέκνον, αν και υπηρέτησεν και υπηρετεί το φθοροποιόν σύστημα, μολαταύτα σώζει την συναίσθησιν του κακού».

  

Υποσημειώσεις


 

* Με την ονομασία «Σκιαδικά» έμειναν στην ιστορία τα επεισόδια μεταξύ της μαθητιώσας νεολαίας και της Χωροφυλακής, που συνέβησαν στην Αθήνα στις 10 και 11 Μαΐου 1859. Ήταν ένα φαινομενικά άσχετο γεγονός, που οδήγησε τρία χρόνια αργότερα στην έξωση του βασιλιά Όθωνα.

** «ΤΟ ΑΣΤΥ» ήταν ένα οκτασέλιδο σατυρικό περιοδικό, που έχει χαράξει με χρυσά γράμματα την εμφάνισή του στην ελληνική τυπογραφία του 18ου αιώνα. Είχε κόστος 20 λεπτά, τυπωνόταν στην Αθήνα και εκδότης του ήταν ο Μπάμπης Άννινος (1842-1934). Ένας άνθρωπος ταλαντούχος, με καταγωγή από το Αργοστόλι, που ξεκίνησε σαν δημοσιογράφος, για ένα διάστημα ήταν προξενικός υπάλληλος στη Ρώμη και στη συνέχεια εξέδωσε αυτό το σπάνιο έντυπο. «ΤΟ ΑΣΤΥ» (με διαστάσεις μεγάλου μεγέθους 23 εκατ. με 32 εκατοστά) ήταν εβδομαδιαία, σατυρική εφημερίδα, ξεκίνησε το 1885, με πλούσια ύλη, αλλά αυτό που πραγματικά την έκανε εντυπωσιακή είναι, οι καταπληκτικές γκραβούρες και ξυλογραφίες που περιέχει. Το 1903 «ΤΟ ΑΣΤΥ» μετονομάστηκε σε «ΝΕΟ ΑΣΤΥ» και πέρασε στην ιδιοκτησία του αδερφού του Θέμου Άννινου (1843-1916), ο οποίος είχε καταπλήξει παλιότερα με την έκδοση του πετυχημένου περιοδικού «ΑΣΜΟΔΑΙΟΣ«.

  

Πηγές


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», τρίτη έκδοση, Αθήνα, 1998.
  • Περιοδικό, «Το Άστυ», αρ. 244, Αθήνα, 1890.

 

Σχετικά θέματα: 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »