Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Φιλἐλληνες’ Category

Μάγγελ Βικελίνος Ερνέστος (Βυρτεμβέργη Βαυαρίας 1800 – Αθήνα 1887)


 

Μάγγελ Βικελίνος Ερνέστος μεταβαπτισμένος σε Μιχαήλ (Maggel Vinzenz Ernest ή Michael). Αρχιμουσικός σε ελληνικές Στρατιωτικές Ορχήστρες Πνευστών, για τον οποίο έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς αρκετές ασαφείς και αντιφατικές πληροφορίες (κατ’ άλλους ήταν Βιεννέζος, κατ’ άλλους ονομαζόταν Johannes: Ιωάννης…, κατ’ άλλους έκανε 10 παιδιά, κατ’ άλλους 22…, κατ’ άλλους πέθανε το 1840 στη Ρουμανία, κατά δε τον Μοτσενίγο* πέθανε πάλι το 1840, αλλά στην Ελλάδα, ενώ κατά τον Θ. Ν. Συναδινό,** το 1843 ο Maggel ανέλαβε τη διεύθυνση της Σχολής Στρατιωτικής Μουσικής ώς τη διάλυσή της το 1855.

Από την άλλη πλευρά διαθέτουμε στο Αρχείο μας την εφημερίδα «Παλιγγενεσία» της 30ης Ιανουαρίου 1887, που αναγγέλλει τον μόλις επισυμβάντα θάνατό του στην Αθήνα. Επίσης άλλοι τον γράφουν Mangel και άλλοι Maggel. Άλλοι πάλι γράφουν ότι ο Μιχαήλ Μάγγελ είναι γιος του Ερνστ Μάγγελ, ο δε Αντ. Π. Φίλιππας γράφει ότι ο Μιχαήλ Μάγγελ ήταν προ του 1890 αρχιμουσικός στη «Φιλαρμονική Εταιρεία Λευκάδος». Αυτή η αντιφατικότητα των στοιχείων άνετα θα δικαιολογούσε είτε την ύπαρξη ενός δεύτερου Maggel – τον οποίο όμως κανένας ειδικός ιστορικός δεν έχει μέχρι στιγμής αναφέρει – είτε την ύπαρξη κάποιου συνονόματου γιου του Μάγγελ, που να σταδιοδρόμησε νεότατος και παράλληλα με τον πατέρα του…).

Εν πάση περιπτώσει, ο ηρωικός Μάγγελ ήρθε στην Ελλάδα προ του Φαβιέρου (1822) διαπνεόμενος από έντονο φιλελληνισμό και πήρε μέρος στην πολιορκία της Ακρόπολης (ως αγγελιοφόρος), στη μάχη των Δερβενακίων, στην πολιορκία του Ναυπλίου (1822), στις πολεμικές επιχειρήσεις της Καρύστου, της Χίου, όπως και στη μάχη του Χαϊδαρίου επικεφαλής της Ορχήστρας Πνευστών που ενίσχυε τα στρατεύματα του Φαβιέρου (1825) και σε πολλές άλλες μάχες, καταλήγοντας τραυματίας.

Ήταν ήδη λοχαγός κι όπως ίσως έγινε αντιληπτό, ο πρώτος αρχιμουσικός της Στρατιωτικής Μουσικής, που συγκροτήθηκε το 1825 και απετέλεσε μέρος του υπό τον Φαβιέρο τακτικού Στρατού (από αναφορά της Εποχής – 2678/22.9.1825 – γνωρίζουμε τη σύνθεση αυτής της μπάντας: 3 κλαρίνα, 1 φαγκότο, 1 τρομπέτα, 2 κόρνα, 1 τρομπόνι, 1 καπελκόνε και 5 εκτελεστές κρουστών).

Ο Μάγγελ τότε ασπάστηκε την Ορθοδοξία και βαφτίστηκε Μιχαήλ. Τιμήθηκε με τον τίτλο του βαρόνου και με 3 Μετάλλια εξαίρετων πράξεων (Αγώνος, Ανδρείας και Σωτήρος). Επί Καποδίστρια διορίστηκε αρχιμουσικός της πρώτης οργανωμένης Στρατιωτικής Μπάντας του Νέου Ελλ. Κράτους, που ονομάστηκε «Μουσικός Θίασος«.

Αργότερα,  «η υπὸ τον Μάγκελ Στρατιωτικὴ  Μουσικὴ επαιάνιζε δὶς της εβδομάδος και εἰς την – κατὰ την 8ην Απριλίου 1834 ιδρυθείσαν – δημοτικὴν λέσχην (εν Ναυπλίῳ), εν τη κατὰ την μεγάλην οδὸν οικία του Σπυρ. Σπηλιωτοπούλου». (Μ. Λαμπρινίδου, «Ναυπλία», σελίς 591).

Στο μεταξύ, για να μπορέσει να ανταποκριθεί καλύτερα στα καθήκοντά του, κάλεσε από τη Βαυαρία 2 βοηθούς, τον Φραντς Ζάιλερ*** και τον Κρίστιαν Βέλκερ****. Όμως κατά τη διαμονή του στο Ναύπλιο, έγινε επί Όθωνος (1834) ήρωας σοβαρότατου σκανδάλου (όπως αναφέρει στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Μουσικής» ο Θ. Ν. Συναδινός). Προσείλκυσε δηλαδή τον έρωτα νεαρής Ιταλίδας, συζύγου Ιταλού διπλωμάτη, ο οποίος όταν το πληροφορήθηκε – έστω τελευταίος – φρόντισε να μετατεθεί ο Μάγγελ και οι μουσικοί του στο Άργος. Τότε εκείνος απήγαγε την εκλεκτή της καρδιάς του και ο Στρατός αμέσως τον απέταξε για ανάρμοστη διαγωγή, αναθέτοντας τη διεύθυνση της Μουσικής στον Αυστριακό Πράντσελ (Pranzel).

Ο Μάγγελ και η «καλή» του κατέφυγαν στη Ρουμανία, όπου περιέπεσαν σε έσχατη ένδεια και έτσι εκείνος αναγκάστηκε να γίνει υποβολέας θεάτρων. Γύρω στο 1843 φαίνεται ότι επέστρεψε στην Ελλάδα και εκμεταλλευόμενος τις τότε πολιτικές συνθήκες, κατάφερε να πάρει τον τίτλο του επίτιμου υπολοχαγού και να διοριστεί διευθυντής της Σχολής Στρατιωτικής Μουσικής (που λειτούργησε από τον Νοέμβριο του 1843 ως τον Νοέμβριο του 1855).

Συνδέθηκε στενά με αυλικούς κύκλους καθώς και με πολυάριθμες εκπροσώπους του ωραίου φύλου (στις οποίες, όπως συνάγεται, λόγω ικανοποιητικής εμφάνισης ήταν ιδιαίτερα συμπαθής). Στις ελεύθερες ώρες του, έβγαινε περίπατο συνοδευόμενος από 2 δασύτριχα άσπρα σκυλιά.

Τέλος έγινε επιθεωρητής των Στρατιωτικών Ορχηστρών και αποστρατεύθηκε με τιμές το 1870. Απέκτησε μάλλον, όπως προαναφέρθηκε, 22 παιδιά (!). Από τους γιους του, όπως έδειξε η έρευνά μας σε δυσπρόσιτα στοιχεία, 2 κατατάχτηκαν ως αξιωματικοί στον Ελληνικό Στρατό, ένας ακολούθησε το Δικαστικό στάδιο (διορίστηκε ειρηνοδίκης στον Βόλο), 3 σταδρόμησαν στο Παρίσι (2 ως γιατροί και ένας ως δερματέμπορος), άλλοι 2 εγκαταστάθηκαν στη Ρωσία (σταδιοδρομώντας ως έμποροι) και άλλοι διασκορπίστηκαν στη Γερμανία ή σε άλλα κράτη και ορισμένοι έγιναν στρατιωτικοί μουσικοί, συνεχίζοντας μια μεγάλη μουσική οικογενειακή παράδοση που φτάνει ως τις μέρες μας.

Αναφέρουμε ενδεικτικά τον Ν. Μάγγελ, τον Ι. Μάγγελ (η «Εφημερίς» της 18.10.1873 γράφει ότι συνέπραξε σε νυχτερινή συναυλία της «Ευτέρπης«), τον Ευγένιο Μάγγελ (απόστρατο υπολοχαγό της Μουσικής, που τον Ιανουάριο του 1889 ήταν ο αρχιμουσικός στη Φιλαρμονική «Ορφέας» Ζακύνθου. Εκεί έμεινε ως τον Απρίλιο του 1890, όταν τον διαδέχτηκε ο Οδυσ. Ματιότσι. Το 1892 διαδέχτηκε τον Ματιότσι, παραμένοντας ως τους σεισμούς του Ιανουαρίου 1893 που αποτελείωσαν τον ήδη διαλυμένο «Ορφέα»), τον Γεώργιο Μάγγελ (αρχιμουσικό στο Ναύπλιο σε αρκετά μεταγενέστερη εποχή) τον σύγχρονο επισκευαστή πνευστών οργάνων Ανδρέα Μάγγελ καθώς και το γνωστό αθηναϊκό κατάστημα μουσικών ειδών του Μ. Μάγγελ (Χαριλάου Τρικούπη 54) (βλ. και «Απογραφή του 1825«).

  

Υποσημειώσεις


 

* Μοτσενίγος Διονύσιος. Σύγχρονος κορνίστας. Άρχισε μουσικές σπουδές σε μικρή ηλικία στη Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας (με δάσκαλο τον Ι. Π. Αργαλιά). Συνέχισε στο Ορφείο Ωδείο Αθηνών (με τον διακεκριμένο Βαγγ. Σκούρα) και απεφοίτησε το 1993. Έχει δώσει συναυλίες με σύνολα μουσικής δωματίου, με την Ορχήστρα. των Χρωμάτων και με άλλες Ορχήστες. Από το 1989 παρακολουθεί Σεμινάρια με τον F. Orval. Είναι μέλος στην Ορχήστρα της ΕΛΣ, ιδρυτικό μέλος της Ορχήστρας «Εναρμόνια» και του «Ensemble Alternativo».

** Συναδινός Θεόδωρος Ν. (Τρίπολις 1880 – Αθήνα 1959). Λόγιος και θεατρικός συγγραφέας. Το 1897 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστήμιου Αθηνών. Το 1904 ακολούθησε τη δημοσιογραφία ως συντάκτης στην «Ακρόπολη», όπου και παρέμεινε και εξελίχθηκε σε αρχισυντάκτη, έως το 1914 οπότε ανέλαβε την διεύθυνση της «Νέας Ελλάδος». Είχε επίσης την καλλιτεχνική διεύθυνση των μουσικών περιοδικών: «Μουσική Επιθεώρησις» (από τον Απρίλιο του 1922, λόγω στράτευσης του ιδρυτή και διευθυντή  της Νικ. Γ. Παππά τον Οκτώβριο του 1921, όταν είχε κυκλοφορήσει το πρώτο της τεύχος. Το τελευταίο τεύχος αυτού του πολύ ενδιαφέροντος εντύπου που παρακολουθούσε τις δραστηριότητες και τις εκδηλώσεις των Ελλήνων καλλιτεχνών της ευρωπαϊκής μουσικής, κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1922) και (μαζί με τον λογοτέχνη, δημοσιογράφο και αυτοδίδακτο ζωγράφο Γεράσιμο Βώκο, Πάτρα 1868 – Παρίσι 1927, ο οποίος, εκτός του «Απόλλωνος», εξέδωσε και τα καλλιτεχνικά έντυπα: «Το Περιοδικό μας», Πειραιάς 1900 και «Καλλιτέχνης», Αθήναι 1910-1912. Ο «Απόλλων» κυκλοφόρησε από τον Ιούνιο του 1904 ως τον Ιούλιο – Αύγουστο του 1907). Το 1919 ο Συναδινός εξέδωσε την «Πρόοδο». Το δε 1920, με τον θάνατο του πεθερού του Βλάση Γαβριηλίδη, ανέλαβε διευθυντής στην «Ακρόπολη» (που διέκοψε και αυτή την έκδοσή της το 1922).

Έγραψε πολλά θεατρικά έργα και βιβλία, από τα οποία αναφέρουμε μόνο τα σχετικά με τη μουσική: «Ιστορία της Νεοελληνικής Μουσικής: 1824-1919″ (1919) – πρόκειται για βιβλίο εξαιρετικά αξιοσημείωτο και για ορισμένους αξεπέραστο, «Το ελληνικό τραγούδι» (1922), «Είμαστε μουσικώς μορφωμένοι;» (1932), κ.λπ. Έδωσε επίσης σειρά διαλέξεων στο Ωδείο Αθηνών, για όλα τα είδη του ελληνικού τραγουδιού (η 1η από αυτές, στις 22.1.1922) ενώ προηγουμένως είχε αρθρογραφήσει στον «Νουμά» για το Ωδείο Αθηνών (23.1.1909 και 22.11.1909) υποστηρίζοντας τόσο τη μουσική πολιτική του Γ. Νάζου όσο και τους εθνοκεντρικούς μουσικούς οραματισμούς του Μ. Καλομοίρη. Το 1933 εξελέγη πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων (θέση που διατήρησε επί μακρά σειρά ετών). Διετέλεσε επίσης 2 φορές πρόεδρος της ΕΛΣ. Ήταν επί 14ετία καθηγητής και διευθυντής της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Τέλος, το λυρικό δράμα «Το Απόγευμα της Αγάπης» του Μ. Βάρβογλη βασίζεται σε θεατρικό έργο του.

*** Ζάιλερ Φραντς  (Seiler Franz).  Βαυαρός μουσικός μπάντας, που σταδιοδρόμησε κατά τον 19ο αι. στην Ελλάδα. Γεννήθηκε στη Γαλλία (1.1.1804). Υπηρέτησε στη Βαυαρία για 4 χρόνια ως αρχισαλπιγκτής Ιππικού (14.1.1833-1.3.1837). Κλήθηκε από τον Μάγγελ ως βοηθός του και ήρθε στην Ελλάδα με τον Όθωνα. Κατατάχτηκε στον Ελληνικό Στρατό ως εθελοντής μουσικός στις 6.3.1837 και τον ίδιο χρόνο είχε γίνει αρχιμουσικός, με καθήκοντα εκπαιδευτή των σαλπιγκτών του Στρατού. Αποστρατεύθηκε στις 23.7.1865 με το βαθμό του επικεφαλής αρχιμουσικού. Πέθανε στην Ελλάδα το 1871. Πατέρας του Αντρέα Ζάιλερ.

**** Βέλκερ Κρίστιαν (Welcker Christian). Βαυαρός στρατιωτικός μουσικός του 19ου αι. και διευθυντής της Μπάντας της Φρουράς Αθηνών. Γεννήθηκε στο Ισβαϊερμπρόκεν (Βαυαρία). Το 1843 κατατάχτηκε στη Μουσική του Ελληνικού Στρατού καλεσμένος από τον Μάγγελ (διετέλεσε βοηθός του). Επί 4 χρόνια προϋπηρέτησε στο Τάγμα της Γραμμής, ενώ την 1.9.1853 προάχθηκε σε αρχιμουσικό χορωδίας, την 1.12.1862 σε αρχιμουσικό Ανθυπασπιστή και στις 23.2.1877 σε ανθυπολοχαγό επιθεωρητή. Την 1.8.1878 του απενεμήθη ο Αργυρούς Σταυρός του Σωτήρος. Στις 29.3.1882 τιμήθηκε με το βαθμό του υπολοχαγού και στις 21.1.1886, με το βαθμό του λοχαγού 2ας τάξεως. Στις 2.3.1886 τιμήθηκε με το παράσημο του Ερυθρού Αετού 4ης τάξεως του αυτοκράτορα της Πρωσίας και στις 10.7.1887, με το παράσημο των Ιπποτών 1ης τάξεως. Αποστρατεύθηκε με αίτησή του (και με βαθμό ταγματάρχη) στις 20.1.1895. Πέθανε στις 21.3.1908. Αξίζει να σημειωθεί ότι όσο ήταν επικεφαλής της Μπάντας, την οδηγούσε κάθε πρωί κάτω από τα ανάκτορα (όταν το βασιλικό ζεύγος δεν απουσίαζε) διευθύνοντας πάντοτε αυτοπροσώπως χαρμόσυνους παιανισμούς.

  

Το παρόν αντλεί τις πληροφορίες του από το αντίστοιχο άρθρο της Musipedia, (Ελληνική Μουσιπαίδεια).

  

Πηγή


  •  Τάκης Καλογερόπουλος, Λεξικό της Ελληνικής μουσικής, εκδόσεις Γιαλλελή, 2001

Read Full Post »

Ιωάννης -Αλέξανδρος Mπυσόν (Buchon, Jean Alexandre,1791-1846)


 

Buchon, Jean Alexandre (;)

Το 1840-1841 είχε επισκεφθεί την Αργολίδα ο Γάλλος συγγραφέας και ιστορικός Ιωάννης – Αλέξανδρος Mπυσόν (J.-A. Buchon). Αποτέλεσμα του ταξιδιού του και των μελετών του στην Ελλάδα υπήρξε το βιβλίο του Ηπειρωτική Ελλάς και ο Mοριάς, που εκδόθηκε το 1843.

Πιο συγκεκριμένα, τον Ιούλιο του 1841 επισκέπτεται το Άργος, όπου βλέπει τις θέρμες και το αρχαίο θέατρο, αλλά ενδιαφέρεται κυρίως για το κάστρο. Τότε εργαζόταν για τη μεσαιωνική Ελλάδα, κατά κύριο λόγο αναζητούσε γραπτά τεκμήρια για την περίοδο της Φραγκοκρατίας και ιδίως για το Πριγκιπάτο του Μοριά. Αυτό όμως δεν τον εμποδίζει από το να διατυπώνει οξυδερκείς παρατηρήσεις για την αναζήτηση της νεοελληνικής ταυτότητας, λίγα μόλις χρόνια μετά την απελευθέρωση από τον τούρκικο ζυγό. Πρώτος ανακάλυψε, μετέφρασε και εξέδωσε την ελληνική παραλλαγή του Χρονικού του Μορέως κατά τον Παρισινό κώδικα, συνοδεία σημειώσεων και μέρους του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου. Πρόκειται για την πρώτη έκδοση του Χρονικού, «La Grèce continentale et la Morée».

Εκπονεί επίσης το παρακάτω σχέδιο, το οποίο δημοσιεύεται στο: «Atlas des Nouvelles recherches historiques sur la principauté française de Morée et ses hautes baronies. Fondées à la suite de la quatrième croisade. Formant la deuxième partie de cet ouvrage, et servant de complément aux Éclaircissements historiques généalogiques et numismatiques sur la principauté française de Morée, et au voyage dans la Morée, la Grèce continentale, les Cyclades et les Isles ioniennes», par J. A. Buchon, Paris, 1843.

 

Άργος – Κάστρο των Φράγκων βαρώνων του Άργους από τον οίκο των Enghien, 1843. Σχέδιο του Jean – Alexandre Buchon (1791-1846).

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Γκίλφορδ Φρέντερικ Νορθ  – Frederick North Guilford (1766-1827)


 

Φιλέλληνας, περιηγητής και ιδρυτής της Ιονίου Ακαδημίας της Κέρκυρας.

 

Ο κόμης του Γκίλφορδ, ελαιογραφία του Σπ. Προσαλέντη , 1882.

Άγγλος πολιτικός, περιηγητής και θερμός φιλέλληνας, πρόεδρος της Ιονίου Ακαδημίας. Γεννήθηκε στο Λονδίνο και ήταν γιος του λόρδου Νορθ, πρωθυπουργού της Μ. Βρετανίας (1732-1792). Πέρασε, λόγω υγείας, το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε χώρες της νότιας Ευρώπης, στη Γαλλία, την Ιταλία και την Ελλάδα. Σπούδασε στο κολέγιο του Ιτον και στην Οξφόρδη και το 1793 έγινε διδάκτωρ του Αστικού Δικαίου. Το 1791 έκανε το πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα, στα Ιόνια νησιά και στην Ήπειρο και πιθανόν τότε να ασπάστηκε την ορθοδοξία*, γεγονός το οποίο δεν έγινε γνωστό.

Το 1792 έγινε βουλευτής, το 1794 ελεγκτής των τελωνείων του Λονδίνου και το 1798 διορίστηκε πρώτος κυβερνήτης στην Κεϊλάνη, θέση την οποία κατείχε μέχρι το 1805, διοικώντας με εντιμότητα και φιλανθρωπία. Έγινε ιδιαίτερα αγαπητός στη σκλαβωμένη Ελλάδα, εξαιτίας του φιλελληνισμού του και της βοήθειας που παρείχε σε Έλληνες σπουδαστές.

Το 1814 έγινε πρόεδρος της φιλόμουσου Εταιρείας στην Αθήνα και το 1820 πρόεδρος της Ιονίου Ακαδημίας. Ταξίδεψε στην Ελλάδα το 1791-2 και το 1810-13 δίνοντας εξαιρετικές περιηγητικές σελίδες, ενώ μετά το 1829 περνούσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου στην Κέρκυρα. Παρέδωσε σημαντικό έργο στην προσπάθεια ανάπτυξης της Ιονίου Ακαδημίας και πέθανε στο Λονδίνο στις 14 Οκτωβρίου του 1827.

Στο βιβλίο, « Τα ταξίδια του λόρδου Γκίλφορδ στην Ανατολική Μεσόγειο», της Ελένης Αγγελομάτη – Τσουγκαράρη, το οποίο εκδόθηκε στην Αθήνα το 2000, από την Ακαδημία Αθηνών, υπάρχει αναφορά στην Αργολίδα και ιδιαίτερα, στο Άργος, και της Μυκήνες. Σε επόμενα άρθρα μας θα γράψουμε αναλυτικά τι αναφέρει ο περιηγητής, ξεχωριστά για τον κάθε τόπο.

 

 Υποσημείωση

*Είναι, πράγματι, αλήθεια, ότι βαπτίσεις Δυτικών υπό δυτική (ρωμαιοκαθολική και προτεσταντική) κατοχή απαιτούσαν μεγάλο ηρωισμό και γι’ αυτό σπάνιζαν, ή τελούνταν εν κρύπτω και έμεναν για τούτο άγνωστες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του Άγγλου Λόρδου Frederick NorthGuilford (1766-1827). Τον Ιανουάριο του 1791 ο Άγγλος ευγενής, γιος Πρωθυπουργού, έγινε ορθόδοξος, κατά την απαίτησή του δια κανονικού βαπτίσματος, διότι, όπως γράφει στην αυτόγραφη «Ομολογία» του, δεν το είχε λάβει ως αγγλικανός και πίστευε ότι η Ορθοδοξία ήταν η «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία»,, κι εκτός αυτής κανένα μυστήριο δεν υπάρχει.

Έλαβε δε το όνομα Δημήτριος. Βλ. σχετικά την μελέτη του (Επισκόπου Διοκλείας) Kallistos Ware, The fifth earl of Guilford (1766-1827) and his secret conversion to the orthodox church, στο: D. Baker (Ed.), The orthodox churches and the west (= studies in church history, Vol. 13). Oxford 1976, σ. 247-256). Ο Γκίλφορδ είναι η σπουδαιότερη απόδειξη ότι γίνονταν βαπτίσεις επιστρεφόντων δυτικών και επί Ενετοκρατίας στα Επτάνησα, αλλά κρατούνταν για ευνοήτους λόγους μυστικές. Και ο Γκίλφορδ τηρούσε – για χρόνια – ως προς το ζήτημα αυτό απόλυτη μυστικότητα. Βλ. Γ. Δ. Μεταλληνού, Οι Τρεις Ιεράρχαι Προστάται της Ιονίου Ακαδημίας, στο: «Αντίδωρον πνευματικόν» (= τιμητικός Τόμος Γερασ. Ιω. Κονιδάρη), Αθήναι 1981, σ. 287/8. Του ιδίου, Η Ιόνιος Ακαδημία – Κριτική παρουσίαση του ομωνύμου βιβλίου του E. P. Henderson, «Παρνασσός» ΚΓ’ (1981), σ. 332 ε.ε.

 

 Πηγές

  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Περιηγητές ΧΙΙ», τεύχος 199, 21 Αυγούστου 2003.
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / ΕΙΕ
  • Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό (τομ. 3, σ. 106-107) – 1983-1988

Read Full Post »

Όσκαρ Ουάιλντ  – Ταξίδι στην Ελλάδα 1877

 

Οδοιπορικό σε Ολυμπία, Βάσσες, Άργος, Ναύπλιο, Αίγινα, Αθήνα, Μυκήνες.

o Οscar Wilde με Ελληνική ενδυμασία

o Οscar Wilde με Ελληνική ενδυμασία

Ο Όσκαρ Ουάιλντ επισκέπτεται την Ελλάδα το 1877. Έχει περάσει ένας χρόνος από τον θάνατο του πατέρα του και συνοδεύεται από τον φιλέλληνα και ελληνολάτρη Τζων Πέντλαντ Μάχαφυ, σημαίνοντα ιστορικό και φιλόλογο, και υπεύθυνο καθηγητή του στο Τρίνιτυ Κόλλετζ του Δουβλίνου. Πρόθεση του καθηγητή, που είχε επισκεφθεί για πρώτη φορά την Ελλάδα δυο χρόνια πριν, είναι να αποτρέψει τον προσηλυτισμό του Ουάιλντ από την Ρωμαιοκαθολική εκκλησία και προσπαθεί να τον μεταπείσει να μην ακολουθήσει την επιθυμία του για ένα, ακόμα, ταξίδι στη Ρώμη, σαν αυτό που είχαν κάνει μαζί το καλοκαίρι του 1875. Χριστιανός προτεστάντης στο θρήσκευμα ο Μάχαφυ, πιστεύει ότι η θέα της Ακρόπολης, η επαφή του με τον ιερό χώρο της Ολυμπίας και η επίσκεψη στις Μυκήνες – όπου θα έχουν, μάλιστα, την ευκαιρία να δουν τα πρόσφατα ευρήματα του Σλήμαν -, θα συμβάλλουν ώστε να διαμορφώσει ο εικοσιτριάχρονος, τότε, Όσκαρ, παγανιστικές απόψεις, και ότι αυτό θα τον «γλιτώσει» από τον ρωμαιοκαθολικισμό. Το ταξίδι αυτό δεν είναι αυτή η πρώτη γνωριμία του Όσκαρ Φίνγκαλ Ο’ Φλάερτυ Ουίλλς Ουάιλντ, όπως είναι ολόκληρο το όνομά του, με τον ελληνικό πολιτισμό. Η μητέρα του, Τζέην Φρανσέσκα Ουάιλντ, είχε μελετήσει τα ελληνικά από πολύ νεαρή ηλικία, πράγμα ασυνήθιστο για τα κορίτσια της εποχής της. Ένας βιογράφος της γράφει πως μετά τον θάνατο του συζύγου της συνήθιζε να κάθεται στο σαλόνι του σπιτιού της πλατείας Μέριον, και να διαβάζει στα ελληνικά, με δυνατή φωνή, τον Προμηθέα Αισχύλο, αδιαφορώντας αν την άκουγαν. Ο Όσκαρ, τρία χρόνια πριν το ταξίδι του στην Ελλάδα, είχε διακριθεί με ένα βραβείο στα αρχαία ελληνικά κατά την αποφοίτησή του από το Τρίνιτυ Κόλλετζ.

«Ήμουν σχεδόν δεκάξι χρόνων όταν άρχισα να αντιλαμβάνομαι το θαύμα και το κάλλος της αρχαίας ελληνικής ζωής. Ξαφνικά, μου φάνηκε πως έβλεπα λευκές φιγούρες να ρίχνουν πορφυρές σκιές πάνω στις ηλιόλουστες παλαίστρες’ ομάδες γυμνών νέων και νεαρών παρθένων να κινούνται μέσα σ’ ένα βαθύ γαλάζιο φόντο σαν να ήταν πάνω στη ζωφόρο του Παρθενώνα… Από αγάπη σε όλα αυτά, άρχισα να μελετώ ελληνικά με ενθουσιασμό και όσο πιο πολύ τα μελετούσα, τόσο περισσότερο μαγευόμουν… Από μικρός συνήθιζα να ταυτίζομαι με κάθε ξεχωριστό χαρακτήρα που διάβαζα στα βιβλία, αλλά, εκεί ανάμεσα στα δεκαπέντε με δεκάξι, παρατήρησα, με κάποια απορία, ότι μου ήταν πιο εύκολο να με φαντάζομαι ως Αλκιβιάδη ή Σοφοκλή, παρά ως Αλέξανδρο ή Καίσαρα. »

Μετά την επιστροφή του από την Ελλάδα, δημοσιεύεται το πρώτο του κείμενο, που αφορά στα εγκαίνια της πινακοθήκης Γκρόβενορ και τον επόμενο χρόνο (1878) κερδίζει το ποιητικό βραβείο Νewdigate και τελειώνει με άριστα τις σπουδές του στην Ελληνική και Λατινική Φιλολογία. Το 1880 τυπώνεται το πρώτο θεατρικό του έργο και αυτό είναι το επίσημο ξεκίνημα της λογοτεχνικής του καριέρας μιας και τα βραβευμένα ποιήματά του εκδίδονται για πρώτη φορά το 1881.  

 

Στο θέατρο του Άργους

 

Τσουκνίδες και παπαρούνες φθείρουν το λαξευτό σκαλί:

κανένας ποιητής στεφανωμένος με την ελιά της αθανασίας

 δεν τραγουδά το ευχάριστο άσμα του, ούτε η γοερή Τραγωδία

τρομάζει τον αέρα, το πράσινο στάρι κυματίζει γλυκά

εκεί που κάποτε ο Χορός κινούνταν με γοργούς ρυθμούς

μακριά στην Ανατολή μια πορφυρή έκταση θάλασσας,

 οι χρυσαφένιοι βράχοι που φυλάκισαν τη Δανάη

και το βεβηλωμένο Άργος μπρος στα πόδια μου.

 

Δεν είναι τώρα η εποχή να θρηνούμε τα περασμένα,

το ναυάγιο ενός έθνους πάνω στην πέτρα του Χρόνου,

ή τις φοβερές καταιγίδες της παμφάγου Μοίρας,

διότι τώρα οι άνθρωποι φωνασκούν μπρος στην πόρτα μας,

       ο κόσμος γέμισε πανούκλα,

αμαρτία και έγκλημα,

ακόμα και ο Θεός έχει χάσει το μισό θρόνο του για Χρυσάφι!

                                              Όσκαρ Ουάιλντ Άργος, 1877

                                    (Μετάφραση: Γιάννης Καρβέλας, Μάιος 2001)

 

 

Στην Καθημερινή της Κυριακής, 10-05-09, διαβάζουμε:

 

«Για να είναι κανείς αρχαίος Eλληνας θα πρέπει να μην έχει ρούχα· για να είναι κανείς μεσαιωνικός θα πρέπει να μην έχει σώμα· για να είναι κανείς σύγχρονος θα πρέπει να μην έχει ψυχή. Το μόνο πνεύμα που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από μας είναι το μεσαιωνικό· το αρχαιοελληνικό πνεύμα είναι κατ’ ουσίαν σύγχρονο».

Την Κυριακή του Πάσχα, την 1η Απριλίου, πήγαν στο Μπρίντεζι και το ίδιο βράδυ πήραν το πλοίο για την Ελλάδα. Ξύπνησαν το χάραμα και είδαν μπροστά τους την Κέρκυρα. Στις 3 Απριλίου πήγαν στη Ζάκυνθο, όπου ο Ουάιλντ συνάντησε ξαφνικά ένα νεαρό βοσκό μ’ ένα μικρό αρνί κρεμασμένο γύρω απ’ το λαιμό του, όπως σ’ έναν πίνακα του Καλού Ποιμένα. Στο Κατάκολο, στην επόμενη στάση τους, τους συνάντησε ο δρ Γκούσταβ Χίρσφιλντ, διευθυντής των γερμανικών ανασκαφών στην Ολυμπία, ο οποίος την επομένη τούς οδήγησε έφιππος στον αρχαιολογικό χώρο. Στην κατοπινή ζωή του ο Ουάιλντ θα έλεγε στον Τσαρλς Ρίκετς:

«Ναι, ήμουν παρών κατά τη διάρκεια της ανασκαφής όπου σήκωσαν το μέγα Απόλλωνα απ’ το φουσκωμένο ποταμό. Είδα το λευκό τεντωμένο χέρι του να εμφανίζεται πάνω απ’ το νερό. Το πνεύμα του θεού εξακολουθούσε να ζει μέσα στο μάρμαρο». Στην πραγματικότητα, δεν είχε βρεθεί το χέρι του Απόλλωνα, αλλά το κεφάλι του, συγκεκριμένα στην ξηρά, και μάλιστα μερικές μέρες προτού πάει εκεί ο Ουάιλντ. Ούτε ο Μακ Mίλαν ούτε ο Μάχαφι αναφέρουν, όπως το δίχως άλλο θα είχαν κάνει αν ήταν αυτόπτες μάρτυρες, αυτή τη διάσωση του πνιγμένου θεού. Ο Ρόμπερτ Ρος, στον πρόλογο της γερμανικής έκδοσης των απάντων του Ουάιλντ, αφηγείται μια άλλη παραλλαγή που θα πρέπει ν’ άκουσε απ’ τον Ουάιλντ, δηλαδή ότι όσο ήταν παρών ανακαλύφθηκε ο Ερμής του Πραξιτέλη, αυτό όμως συνέβη μετά την αναχώρηση του Ουάιλντ. Όπως θα έλεγε ο Ουάιλντ στο «Ο κριτικός ως καλλιτέχνης»: «Το να περιγράφει κανείς με απόλυτη ακρίβεια αυτό που δεν συνέβη ποτέ δεν είναι απλώς η καθαυτό ενασχόληση του ιστορικού, αλλά το αναφαίρετο προνόμιο κάθε ανθρώπου των Γραμμάτων και των Τεχνών».

Την επομένη, στις 7 Απριλίου, πήγαν έφιπποι στην Ανδρίτσαινα προχωρώντας κάτω από τις ανθισμένες αχλαδιές, κι από εκεί συνέχισαν στο Ναό των Βασσών. Είχαν αρκετά τουριστική διάθεση ώστε να φωτογραφηθούν με την τοπική ενδυμασία· η εμφάνισή τους ήταν πραγματικά εντυπωσιακή. Δύο περιστατικά έδωσαν ζωντάνια στο ταξίδι. Ο οδηγός τους, στον οποίο ανήκαν τα άλογα, είχε αντιρρήσεις για τον γρήγορο ρυθμό τους. Όταν δεν του έδωσαν την παραμικρή σημασία, ο οδηγός πλησίασε ένα μέλος της παρέας και άρχισε τις απειλές. Δεν ξέρουμε ποιο μέλος της παρέας ήταν αυτό – δεν έχουμε λόγους να υποθέσουμε ότι ήταν ο Ουάιλντ–, αλλά κάποιοι από την παρέα θυμούνται ότι είχε μαζί του περίστροφο, το οποίο τράβηξε και έστρεψε εναντίον του οδηγού. Ο οδηγός κατάπιε τη γλώσσα του. Το άλλο περιστατικό, καθώς πήγαιναν προς την Τριπολιτσά στις 9 Απριλίου, ήταν η εξαφάνιση του «Στρατηγού», του καθηγητή Μάχαφι. Υπήρχε φόβος ότι είχε πέσει στα χέρια ληστών. Οι υπόλοιποι τον έψαχναν επί ώρες και μετά προσέφυγαν στην αστυνομία. Ο Μάχαφι τελικά βρέθηκε. Εψαχνε το πανωφόρι του, το οποίο είχε πέσει απ’ το γυλιό του καθώς προσπαθούσε να κόψει δρόμο.

Μετά την επίσκεψή τους στο Άργος και στο Ναύπλιο, πήραν το καράβι για την Αίγινα και την Αθήνα. Το θέαμα της Αθήνας στις 13 Απριλίου τούς έκανε μεγάλη εντύπωση και το περιέγραψαν σε κείμενά τους τόσο ο Μάχαφι όσο κι ο ΜακΜίλαν. Ο Ουάιλντ, αν μπορούμε να εμπιστευτούμε ένα μυθιστόρημα στο οποίο κάνει την εμφάνισή του, είπε ότι ήταν «η πόλη των πρώτων πρωινών ωρών – η οποία αναδύεται στο ψυχρό, αχνό, σταθερό φως της αυγής, μια νέα Αφροδίτη που βγαίνει μέσα από τον παφλασμό των κυμάτων». Για εκείνον, ο Παρθενώνας ήταν «ο μόνος από τους ναούς που ήταν τόσο πλήρης, τόσο προσωπικός, τόσο σαν άγαλμα». Ο Ουάιλντ, ωστόσο, δεν είδε τα ελγίνεια μάρμαρα και μερικά χρόνια αργότερα, σε μια διάλεξη που θα έδινε σε φοιτητές καλών τεχνών, θα αποκαλούσε το λόρδο Ελγιν κλέφτη. Εκτός από την απουσία των μαρμάρων, η Ελλάδα ήταν όλα όσα έλπιζε ότι θα ήταν και η Ρώμη αποδείχθηκε μια απογοητευτική μετάπτωση.

Ο Ουάιλντ έκανε μια τελευταία εκδρομή με τους φίλους του στις Μυκήνες, όπου το όνομα του Μάχαφι τους εξασφάλισε την πρόσβαση στους πρόσφατα ανακαλυφθέντες θησαυρούς του Σλήμαν. Τώρα ήταν 21 Απριλίου και ο Ουάιλντ είχε ήδη καθυστερήσει δεκαεπτά μέρες για τα μαθήματα. Σάλπαρε για τη Νάπολη και στο ταξίδι του αντιμετώπισε μια τρομακτική τρικυμία.

 

 Πηγές

 

  • Στοχασμοί /Oscar Wilde, μετάφρ. Αλεξ. Γ. Μαρπουτζόγλου.Εν Αθήναις :Γ. Φέξης,1915.
  • Για το ταξίδι του Oscar Wilde  στην Ελλάδα, Patrick Sammon,  3ο Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών (Βουκουρέστι, Ιουν. 2006)
  • Εφημερίδα Καθημερινή, Κυριακή 10 Μαΐου 2009.
  • Αργείων Πνεύμα, Διογένης Μαλτέζος, «Το Αρχαίο Θέατρο Άργους, με αφορμή ένα ποίημα του Όσκαρ Γουάιλντ», σελ. 102-107, τεύχος 2, Άργος, 2001.
  • Διαδίκτυο: Όσκαρ Ουάιλντ: «επιτέλους στο χώμα της Ελλάδας».

 

 

Read Full Post »

Emerson James (1804-1869)

 

 

 

Sir James Emerson by Richard Austin Artlett 1836

Sir James Emerson by Richard Austin Artlett 1836

Sir James Emerson Tennent. Άγγλος που είχε στρατολογηθεί στην ταξιαρχία πυροβολικού που είχε συγκροτήσει ο λόρδος Βύρων. Μετά το θάνατο του ποιητή, ο Emerson έφυγε στην πατρίδα του για να επιστρέψει στον ελληνικό χώρο στις αρχές του 1825. Μέσω των νησιών του Ιονίου έφτασε στην Πελοπόννησο, όπου και περιηγήθηκε σε όλη τη διάρκεια του 1825. Αμέσως αναγνωρίστηκε ως λοχαγός του πυροβολικού από τις ελληνικές αρχές, που εκτίμησαν προφανώς την προϋπηρεσία του Emerson στο στρατό του Βύρωνα. Στην Ύδρα και στις Σπέτσες, όπου παρέμεινε, κατέγραψε τη λειτουργία του ναυτικού των νησιών, συνέλεξε πληροφορίες για τη δράση των πυρπολικών στη θάλασσα, συμβάλλοντας στη συγκρότηση ιστορικών μαρτυριών για το ναυτικό αγώνα των Ελλήνων. Στον Emerson οφείλεται επίσης η σκιαγράφηση της προσωπικότητας του Υδραίου καπετάνιου Ανδρέα Μιαούλη. Το Ημερολόγιο του κυκλοφόρησε στο Λονδίνο το 1826 και αναμφισβήτητα συνέβαλε στη συμπάθεια της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης προς την ελληνική υπόθεση. Στο κείμενο που δημοσιεύθηκε προσέθεσε πολλά στοιχεία για την οικονομία, την τοπική παραγωγή, την κοινωνία και τη ζωή των Ελλήνων. Ο Emerson φάνηκε πολύ αισιόδοξος για την προοπτική της Επανάστασης, ενώ ταυτόχρονα διέκρινε τις αδυναμίες των Ελλήνων να οικοδομήσουν ένα σύγχρονο κράτος ευρωπαϊκού τύπου. Έργα του για την Ελλάδα: a Picture of Greece (1826), Letters from the Aegean (1829), and a History of Modern Greece (1830).

 

Πηγές

 

 

  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Περιηγητές ΙΙ», τεύχος 44, 17 Αυγούστου 2000.

 

Read Full Post »

Μπονιφάτσιο Μποναφίν – Bonifaccio Bonafin (1800-1893)


 

Ιταλός φιλέλληνας, φαρμακοποιός. Γεννήθηκε στην Πάδοβα της Ιταλίας το 1800 και πέθανε στο Ναύπλιο το 1893. Μετά από 3 χρόνια παραμονής του στην Ύδρα, το 1829 εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο και παντρεύτηκε Υδραία. Προσπάθησε, όπως αυτό προκύπτει από τρεις επιστολές που έχουν διασωθεί, να διοριστεί ως φαρμακοποιός στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο του Ναυπλίου.

Bonifaccio Bonafin (1800-1893). Δημοσιεύεται στο: Θ. Κωστούρος, «Βονιφάτιος Βοναφίν», έκδοση Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος.

Αρχικά προτάθηκε από τον Ν. Καλογερόπουλο, ο οποίος με επιστολή του προς τον Φρούραρχο Ναυπλίου Χάιντεκ του συνιστούσε τον Μποναφίν ως τον πλέον κατάλληλο για την συγκεκριμένη κενή θέση. Τον πληροφορούσε ακόμη ότι ο ενδιαφερόμενος είναι πτυχιούχος του Πανεπιστημίου της Πάδοβας, και τον διαβεβαίωνε ότι ο προτεινόμενος ήταν πρόθυμος να περάσει από ειδικές εξετάσεις. (Η επιστολή είναι γραμμένη στη Γαλλική γλώσσα). Ο Φρούραρχος Χάιντεκ, με την σειρά του απευθύνεται προς το Γενικό Φροντιστήριο και αφού αναφέρεται στην διαφωνία του Μποναφίν σχετικά με τον προβλεπόμενο μισθό, τον προτείνει ως καταλληλότερο για την θέση του Φαρμακοποιού. (Η επιστολή είναι γραμμένη στην Ελληνική γλώσσα).

Παράλληλα ο Μποναφίν απευθύνει προσωπική επιστολή προς κάποιο σημαίνον πρόσωπο και ενημερώνει για τις σπουδές του και την αξιοσύνη του, τονίζοντας ότι τα προβλεπόμενα χρήματα ήταν λίγα.( Η επιστολή είναι γραμμένη στην Ιταλική γλώσσα).

Από πληροφορίες γνωρίζουμε ότι ο Μποναφίν δεν διορίστηκε στην επίζηλη θέση του Νοσοκομείου, αλλά άνοιξε δικό του φαρμακείο στο Ναύπλιο και υπήρξε από τους πρωτοπόρους της φαρμακευτικής τέχνης.

Το πρώτο φαρμακείο «Ο Σωτήρ» του Μποναφίν στεγαζόταν στο μεγάλο δρόμο, δίπλα από το πρώτο γυμνάσιο, το σημερινό δημαρχείο. Αρχικά, το φαρμακείο στεγαζόταν σε παλιότερη μη σωζόμενη διώροφη οικία. Η υπάρχουσα νεοκλασική οικία χτίστηκε περίπου γύρω στα 1880. Τον Μποναφίν στην συνέχεια διαδέχτηκε στο φαρμακείο ο ανιψιός του Α. Κάτσικας και κατά την τελευταία περίοδο το φαρμακείο λειτούργησε ως το 1972 από την Ε. Γουζουάση.

Τέλος  ήταν και ο άνθρωπος που ταρίχευσε τη σορό του Ιωάννη Καποδίστρια.

Με τον Μπονιφάτσιο Μποναφίν έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα, ο φαρμακοποιός και λογοτέχνης Θεόδωρος Κωστούρος. Αγαπητή και αξέχαστη μορφή τ᾽ Αναπλιού. Το βιβλίο του « Βονιφάτιος Μποναφίν»  έχει εκδοθεί με την φροντίδα του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος το 1979.

Πηγή


  • Βασίλης Κ. Δωροβίνης, «Τρεις  Φιλέλληνες στην Αργολίδα. Νέα και ανέκδοτα στοιχεία για τους Τζώρτζ Τζάρβις, Πέτρο Μπελλίνο και Μπονιφάτσιο Μποναφίν», Σελ. 155-160, Ανάτυπον από τα «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», Τόμος ΙΙΙ ( 1998), Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.

Read Full Post »

Τζώρτζ Τζάρβις (George Jarvis, 1797-1828)


 

Ο πρώτος αμερικανικής καταγωγής φιλέλληνας. Γεννήθηκε στην Αλτόνα της Δανίας. Σήμερα η Αλτόνα είναι ένα προάστιο του Αμβούργου της Γερμανίας. Πατέρας του Jarvis ήταν ο Benjamin Jarvis (Βενιαμίν Τζάρβις), Αμερικανός έμπορος από την Νέα Υόρκη, ο οποίος ανέλαβε στη συνέχεια καθήκοντα Προξένου των ΗΠΑ στην Αλτόνα της Δανίας. Μητέρα του η Γερμανίδα Maria Carolina Dede (Μαρία-Καρολίνα Βέντε).

Ο Jarvis είχε λάβει κλασσική παιδεία, ήταν λάτρης του Ελληνικού πολιτισμού, και όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση μεταβλήθηκε σε ενθουσιώδη οπαδό της. Επηρεάσθηκε από το Γερμανικό φιλελληνικό ρεύμα και είχε έντονη δράση ως φοιτητής, στο Πανεπιστημίου στο οποίο σπούδαζε στην Χαϊδελβέργη. To 1821 ήταν ήδη ένας μορφωμένος νέος ο οποίος μιλούσε Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά.

Τον Νοέμβριο του 1821 αποφασίζει να μεταβεί στην Ελλάδα. Μετά από ένα μεγάλο και δύσκολο ταξίδι, με το Σουηδικό πλοίο «Trondjem» που είχε προορισμό την Ελλάδα, και έφθασε στην Ύδρα στις 3 Απριλίου 1822. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ίδιο πλοίο μετέφερε στην Ελλάδα, έναν άλλο από τους ιδιαίτερα γενναίους και εμβληματικούς Φιλέλληνες, τον αξιωματικό του Βασιλικού Ναυτικού του Ηνωμένου Βασιλείου, τον Frank Abney Hastings.

Όταν έφθασε στην Ελλάδα, παρουσιάσθηκε στην κυβέρνηση στην Κόρινθο, και κατατάχθηκε στο Ελληνικό ναυτικό, υπό τον Γιακουμάκη Τομπάζη και τον Αντώνη Ραφαήλ, καπετάνιο της κορβέτας «Θεμιστοκλής». Επίσης ανέπτυξε στενή φιλία με τον Υδραίο Δημήτριο Βούλγαρη (μετέπειτα πρωθυπουργό της Ελλάδας) και τον Έλληνα έμπορο και μέλος της Φιλικής Εταιρείας, Εμμανουήλ Ξένο. Με το Ελληνικό ναυτικό έλαβε μέρος σε 13 ναυμαχίες και πολεμικές επιχειρήσεις. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Σοφία ντε Μαρμπουά Λεμπράν  – Sophie de Marbois-Lebrun (1785-1854)

 

 

Sophie de Marbois-Lebrun

Sophie de Marbois-Lebrun

Η MarieAnneSophie Marbois (Δούκισσα της Πλακεντίας), γεννήθηκε στις 2 Απριλίου του 1785, στη Φιλαδέλφεια της Αμερικής και πέθανε στις 14 Μαΐου του 1854 στην Αθήνα, μετά από μια ασυνήθιστη και γεμάτη γεγονότα ζωή. Ήταν κόρη του Γάλλου γενικού συμβούλου Francois Barbe de Marbois και της Αμερικανίδας Elisabeth More. Η Sophie Marbois παντρεύτηκε το 1802 με το Γάλλο αξιωματικό AnneCharles Lebrun (1775-1859) στο Παρίσι. Χώρισαν 30 χρόνια αργότερα, το 1831. Δύο χρόνια μετά το γάμο απόκτησαν μια κόρη, την CarolineEliza (1804-1837). Το 1804 έγινε ο πεθερός της Σοφίας Λεμπρέν υπουργός οικονομικών στην κυβέρνηση του Ναπολέοντα και το 1806 το δόθηκε το δουκάτο της Piacenza, στη βόρεια Ιταλία. Η Σοφία και ο Κάρολος Λεμπρέν απόκτησαν τον τίτλο de Plaisance το 1809. Η Σοφία και η Ελίζα ταξίδεψαν μερικούς μήνες στην Ιταλία το 1825 και το 1827 επισκέφτηκαν τη Ρώμη, όπου συνάντησαν τον Ιωάννη Καποδίστρια (1777-1831) που ήταν αντιπρόσωπος της επαναστατικής κυβέρνησης της Ελλάδας. Η συνάντηση αυτή είχε αποφασιστική σημασία για τη Sophie de Plaisance, που από τότε έδωσε πολλές φορές χρήματα για να βοηθήσει την επανάσταση για την απελευθέρωση της Ελλάδας.

 

Αλληλογραφούσε με τον Καποδίστρια και αποφάσισε να επισκεφτεί την Ελλάδα συνεπαρμένη και από τον φιλελληνισμό που επικρατούσε εκείνη την εποχή στο Παρίσι. Συμμετείχε ενεργά στο συντονισμένο κίνημα των Γάλλων φιλελλήνων και ενίσχυσε οικονομικά την τότε νεοσύστατη δημοτική εκπαίδευση και ανέλαβε την επιμόρφωση 12 θυγατέρων αγωνιστών. Το Δεκέμβριο του 1829 ταξίδεψε μαζί με την κόρη της, δία μέσου της Κέρκυρας και της Πάτρας, στην πόλη όπου έδρευσε τότε η κυβέρνηση, το Ναύπλιο. Εκεί έφτασαν στις 3 Ιανουαρίου του 1830 και έμειναν σχεδόν ένα χρόνο. Το 1831 έμεινε ένα χρονικό διάστημα στην Αίγινα και επένδυσε χρήματα στην αγορά γης, μέσα και γύρω από την Αθήνα. Στις 16 Μαΐου του 1831, πήγαν οι δυο γυναίκες στη Ζάκυνθο και τον Οκτώβριο η Σοφία γύρισε στη Ρώμη, όπου έμαθε για τη δολοφονία του Καποδίστρια στις 9 Οκτωβρίου του 1831. Η Σοφία επιθυμούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα και μετά από μία σύντομη περίοδο στη Φλωρεντία ξαναγύρισε, στην Αθήνα. Δεν επισκέφτηκε ποτέ πια τη Γαλλία, αλλά αλληλογραφούσε όλη τη ζωή της με τον πρώην άντρα της.

 

Η Σοφία και η Ελίζα έμειναν το 1833 στο ξενοδοχείο της Ευρώπης, στην οδό Αιόλου, αλλά το 1834-35 έχτισε δικό της σπίτι στα νοτιοδυτικά προάστεια της Αθήνας στην οδό Πειραιώς, κοντά στην τότε πλατεία των στρατιωτικών ασκήσεων.

Το σπίτι ήταν χτισμένο από ξύλο με δυο πατώματα και υπόγειο. Αμέσως μετά το 1835-37, έκανε ένα μεγάλο ταξίδι στο Λίβανο και τη Συρία μαζί με την κόρη της, που πέθανε στη Βηρυττό, από στηθικό νόσημα πιθανώς οφειλόμενο στην εξάπλωση της πανώλης.. Η Δούκισσα δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει το χαμό της αγαπημένης της κόρης και βαλσάμωσε το κορμί της Ελίζας, με το οποίο επέστρεψε στην Αθήνα. Τοποθέτησε το άψυχο σώμα της στο υπόγειο της προσωρινής κατοικίας της στην οδό Πειραιώς, το οποίο είχε μετατρέψει σε παρεκκλήσιο, έχοντας υπ’ όψη να το θάψει σε μεγαλοπρεπή Ναό που σκόπευε να χτίσει στην Πεντέλη.

Robert Lefevre, 1818, προσωπογραφία της Δούκισσας της Πλακεντίας.

Ο Γάλλος φιλόσοφος Raoul Malherbe που επισκέφτηκε τον Ιούνιο του 1843 τη Σοφία, περιέγραψε το σπίτι σαν ένα άσχημο ξύλινο κτίριο που βρισκόταν στα περίχωρα της Αθήνας με θέα στο γυμνό αττικό τοπίο και κοντά σ’ ένα καινουργιοκτισμένο θέατρο. Το θέατρο Sansoni ιδρύθηκε το 1840. Το ξύλινο σπίτι της Σοφίας ήταν δίπλα από το σπίτι του Γερμανού γλύπτη Christian Heinrich Siegel (1808-1883) που ονομαζόταν «Die Burg» και ήταν σπίτι ατελιέ του. Στο πρώτο πάτωμα έμενε ο εφημέριος της αυλής της βασίλισσας Αμαλίας από το Holstein της Δανίας, ο Asmus Heinrich Luth (1806-1859) από το Σεπτέμβριο του 1842 μέχρι το Μάρτιο του 1843, σ’ ένα μεγάλο διαμέρισμα πέντε δωματίων με μπαλκόνι, κουζίνα, αυλή και κήπο.

 

Η γειτονική αυτή σχέση με τη Σοφία περιγράφηκε από τη γυναίκα του εφημέριου, την Christiane Luth, το γένος Fischer (1817-1900) στα ημερολόγιά της από την Αθήνα τα οποία έχουν εκδοθεί σε βιβλία. Η οικογένεια έμεινε στην Αθήνα στα 1839-52. Η αδελφή της Christian, η Hanne Fisher (1819-1910) έζησε με την οικογένεια Λυτ όλα τα χρόνια  που έμεινε στην Αθήνα και έγραψε τις αναμνήσεις της από τη ζωή της στην Αθήνα, όταν ήταν 70 χρονών και έμενε στο Kolding Δανίας.

 

Γράφει μεταξύ των άλλων: «δίπλα μας έμενε η Γαλλίδα Δούκισσα Πλακεντίας, μια ιδιόμορφη γυναίκα, χωρισμένη από τον άντρα της και πολύ πλούσια….».

Το σπίτι της Σοφίας κάηκε το Δεκέμβριο του 1847. Η ίδια δεν ήταν στο σπίτι, αλλά το φέρετρο της κόρης της που ήταν ακόμα στο υπόγειο. Πιθανόν η ίδια να είχε μόλις μετακομίσει στα «Ιλίσσια». Η φωτιά έχει περιγραφεί σε πολλά λογοτεχνικά έργα, επίσης και από τον Κριστιάνε Λυτ, σ’ ένα από τα ημερολόγιά της που δεν έχουν εκδοθεί, από την περίοδο που έμεναν στην Αθήνα. Σημειώνει: «Παρασκευή 19/31 Δεκεμβρίου: Το βράδυ, στη δυνατή καταιγίδα, κάηκε το σπίτι της Δούκισσας της Πλακεντίας και μαζί μ’ αυτό το βαλσαμωμένο σώμα της κόρης της. Όπως συνήθως, δεν υπήρχε κανείς να βοηθήσει, εκτός από αυτούς που ήθελαν να κλέψουν και βεβαίως, δεν υπήρχε νερό. Η Δούκισσα παρακαλούσε όλους να σώσουν το σώμα της κόρης της, αλλά κανένας δεν τολμούσε να πάει στο υπόγειο».

Η Δούκισσα της Πλακεντίας θεωρείτο εκκεντρική προσωπικότητα, με πολλούς μύθους να περιβάλλουν το πρόσωπό της και να τη συσχετίζουν με τους ληστές που κατοικούσαν στην αττική ύπαιθρο και ταλάνιζαν την Αθήνα. Στην αρχή απαρνιέται την Ορθοδοξία και ασπάζεται την Ιουδαϊκή θρησκεία. Οι κοινωνικές συναναστροφές και οι πολιτικές ιδέες της την οδήγησαν να εισάγει στην Ελλάδα μια νέα θεοκρατική κοινωνική οργάνωση μεταβάλλοντας το μέγαρό της των Ιλισίων σε κέντρο διάφορων ελλήνων και ξένων λογίων, διανέμοντας κτήματα και τίτλους ευγενείας σε εξέχουσες μεν ελληνικές οικογένειες, στερούμενη όμως από τη πρότερη αγαθοποιό κοινωφελή δράση της. Αυτό είχε ως συνέπεια να αποξενωθεί ακόμα περισσότερο. Τον Ιούνιο του 1846 η Σοφία φέρεται να αιχμαλωτίστηκε από τον Λήσταρχο Μπίμπιση αλλά ελευθερώθηκε ύστερα από επέμβαση των Χαλανδριωτών. Αυτής ακολούθησαν άλλες ιστορίες, αναδιαρθρώνοντας κάθε φορά ιστορικά γεγονότα. Γεγονός πάντως είναι πως με δικά της έξοδα ανακατασκεύασε το 1854 τη Συναγωγή στη Χαλκίδα, ενώ συνέχισε με δικά της έξοδα τη δεύτερη έκδοση των «Χρονικών» του Μεσολογγίου.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής της δεν δεχόταν καμία επίσκεψη εκτός από τη Δεσποινίδα των Τιμών της Βασίλισσας Αμαλίας, τη Φωτεινή Μαυρομιχάλη, την οποία και η ίδια είχε αναθρέψει, και την κόρη του ήρωα του Μεσολογγίου Χρήστου Καψάλη. Απεβίωσε το 1854 σε ηλικία 64 χρονών. Ετάφη μαζί με την κόρη της στον Πύργο της στη Πεντέλη, αφήνοντας πίσω της μια σημαντική ιστορία στη συμβολή του φιλελληνισμού, καθώς και σημαντικά κειμήλια που κληροδότησε στο Ελληνικό Δημόσιο, πολλά από τα οποία διαχειρίστηκε ο Γεώργιος Σκουζές*. Λέγεται ότι ο τάφος της διασώθηκε μέχρι και το 1946 όταν κάποιοι ασυνείδητοι τον κατέστρεψαν.

 

Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο

 

Η ιστορία του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου αρχίζει το 1884 με την ίδρυση της ΧΑΕ. Κύριο μέλημα των ιδρυτών της ΧΑΕ ήταν η δημιουργία Μουσείου Χριστιανικής Αρχαιολογίας. Πρωταγωνιστικός υπήρξε ο ρόλος ενός από τους ιδρυτές της, του Γεωργίου Λαμπάκη. Το Μουσείο επίσημα ιδρύεται το 1914 και έως το 1923 όπου άνοιξε για το κοινό διοικείται από Εφορευτική Επιτροπή με Διευθυντή τον Αδαμάντιο Αδαμαντίου. Οι συλλογές της ΧΑΕ, που εμπλουτίστηκαν τόσο από αγορές και δωρεές έργων, όσο και από την κατάθεση κειμηλίων, τα οποία προέρχονταν από μονές της Ελλάδας και από διαλυμένες ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού, στεγάστηκαν σε αίθουσα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.

 

Villa Ilissia

Villa Ilissia

Το 1930 το Μουσείο εγκαταστάθηκε οριστικά στη Villa Ilissia, ένα συγκρότημα κτηρίων κοντά στις όχθες του Ιλισού, το οποίο κτίσθηκε από τον αρχιτέκτονα Σταμάτιο Κλεάνθη** το 1848, για τη Γαλλίδα Sophie de Marbois-Lebrun, Δούκισσα της Πλακεντίας. Το μέγαρο των Ιλισίων είναι στην πραγματικότητα ένα συγκρότημα κτιρίων. Το κεντρικό κτίριο, επενδεδυμένο εξωτερικά με μάρμαρο, αποτελείται από δύο ορόφους και υπόγειο. Πρόκειται για ένα κτίσμα που διακρίνεται για την απλότητα και την αυστηρή συμμετρία του και που υψώνεται επιβλητικό στο βάθος της αυλής, το περίγραμμα της οποίας συμπληρώνεται από δύο χαμηλές πλευρικές πτέρυγες, που προορίζονταν για βοηθητικές χρήσεις, και από το κτίριο με τον πυλώνα της εισόδου. Στο κτιριακό συγκρότημα συνδυάζονται στοιχεία του κλασικισμού όπως η επικράτηση της οριζόντιας γραμμής και οι χαμηλοί κλειστοί πύργοι, δτοιχεία του ρομαντισμού, όπως οι αψιδωτές στοές στις δύο όψεις του κεντρικόυ κτιρίου και η προβολή της στέγης. Η οικοδόμηση της Villa Ilissia κατοικήθηκε από τη Δούκισσα μέχρι το θάνατό της , το 1854. Αργότερα το συγκρότημα περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, στέγασε για τρία χρόνια τη Σχολή Ευελπίδων και, στη συνέχεια άλλες στρατιωτικές αρχές, έως ότου συνδεθεί στη συνείδηση χιλιάδων επισκεπτών, με τη νέα μουσειακή του χρήση ως το χώρο του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου της Αθήνας.


Η εξωτερική μορφή του κτιρίου παρέμεινε περίπου όπως είχε σχεδιαστεί από τον Κλεάνθη, ενώ το εσωτερικό του προσαρμόστηκε στις ανάγκες της νέας του χρήσης, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχου και σύμφωνα με τις μουσειολογικές αντιλήψεις του τότε διευθυντή του Μουσείου, Γεώργιου Σωτηρίου, ο οποίος οργάνωσε την έκθεση, που συνεχώς εμπλουτιζόταν με νέα αποκτήματα, με επιστημονικά κριτήρια και της προσέδωσε διδακτικό χαρακτήρα και σηματοδότησε την πορεία του Μουσείου. Οι μεγαλύτερες επεμβάσεις έγιναν στο ισόγειο του κτιρίου όπου τρεις αίθουσες διαμορφώθηκαν σε χαρακτηριστικούς τύπους ναών της παλαιοχριστιανικής, βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου, ενώ τα αντικείμενα και ιδίως τα γλυπτά, τοποθετήθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε να παραπέμπουν στα κτίρια στα οποία ανήκαν. Στον άνω όροφο εκτέθηκαν, χρονολογικά και κατά ρυθμούς εικόνες και μικροτεχνήματα με κριτήριο την ταξινόμηση κατά συλλογές. Στην αριστερή πτέρυγα του συγκροτήματος παρουσιάστηκαν όλοι σχεδόν οι εικονογραφικοί τύποι της βυζαντινής ζωγραφικής, ενώ η δεξιά περιελάμβανε χειρόγραφα και αντίγραφα γλυπτών, μωσαικών και τοιχογραφιών.Η διαμόρφωση της αυλής έγινε σε σχέδια του αρχιτέκτονα Κίμωνα Λάσκαρη. Η μουσειολογική προταση αυτή του Γ. Σωτηρίου, ο οποίος παρέμεινε διευθυντής ως το 1960 παρέμενε (εκτός από μία αίθουσα στην αριστερή πτέρυγα του Μουσείου με χρηματοδότηση του σχεδίου Μάρσαλ το 1952) σε μεγάλο βαθμό αμεταβλητη εως το 2003.


Από το 1960 έως και σήμερα διακεκριμένοι επιστήμονες όπως ο Μανόλης Χατζηδάκης (1960-67, 1974-75), Αναστάσιος Ορλάνδος (1967-73) διετέλεσαν διευθυντές του Μουσείου συμβάλοντας στην όλο και περαιτέρω οργάνωση,εξέλιξη και καθιέρωσή του ως ένα από τα σημαντικότερα μουσεία στον ελληνικό χώρο. Σημαντικές μεταρρυθμίσεις αποτέλεσαν η κτιριακή αύξηση στο συγκρότημα του ΒΧΜ,το 1979 με την παραχώρηση του διώροφου κτιρίου όπου εγκαταστάθηκε ένα χρόνο μετά η σπουδαιότατη Συλλογή Δ. Λοβέρδου και επιμέρους τροποποιήσεις στο κτίριο διοικήσεως.

Νικόλαος Κωνστάντιος, αρχαιολόγος – μουσειολόγος

 

Υποσημειώσεις  

* Ο Γεώργιος Σκουζές (17811884) ήταν έμπορος και τραπεζίτης. Γεννήθηκε στην Αθήνα και καταγόταν απο παλιά Αθηναϊκή οικογένεια. Ασχολήθηκε με τις επιχειρήσεις και τον τραπεζικό κλάδο. Αρχικά εγκαταστάθηκε στην Τεργέστη όπου απέκτησε μεγάλη περιουσία και στη συνέχεια επέστρεψε στην Ελλάδα όπου ίδρυσε πολλές τράπεζες μεταξύ των οποίων την Εθνική, την Ιονική, την Βιομηχανική κ.α. Επίσης ενίσχυσε οικονομικά τις κρητικές επαναστάσεις ενώ ήταν και μέλος της Κρητικής Εταιρείας. Απεβίωσε στην Αθήνα και παιδιά του ήταν οι Αλέξανδρος και Παύλος Σκουζές.

** Ο Σταμάτης Κλεάνθης ήταν ένας από τους επιφανέστερους Έλληνες αρχιτέκτονες του 19ου αιώνα, δημιουργός αρκετών χαρακτηριστικών κτιρίων της Αθήνας. Γεννήθηκε το 1802 στο Βελβενδό Κοζάνης. Έντάχθηκε στον Ιερό Λόχο από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, αλλά αιχμαλωτίστηκε απο τους Τούρκους στη μάχη του Δραγατσανίου. Δραπέτευσε και κατόπιν πήγε στο Βερολίνο όπου σπούδασε αρχιτεκτονική. Υπήρξε λάτρης των αναγεννησιακών μορφών, τις οποίες απέδιδε με καλαισθησία και λιτότητα. Το 1828 μαζί με τον συνάδελφό του Έντουαρντ Σάουμπερτ ήρθαν στην Ελλάδα όπου ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας τους ανέθεσε την ευθύνη για τον σχεδιασμό δημοσίων κτιρίων. Το 1833 εκπόνησαν το πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας, το οποίο όμως δεν τέθηκε τελικά σε εφαρμογή γιατί κρίθηκε ως πολυδάπανο. Τα ονομαστότερα κτίρια του Κλεάνθη ήταν:

  • Ο Γοτθικός ναός για την Αγγλικανική παροικία στην καρδιά της πρωτεύουσας, στην οδό Φιλελλήνων.
  • Το μέγαρο της Αγγλικής πρεσβείας στη πλατεία Κλαυθμώνος, που πλέον έχει κατεδαφιστεί.
  • Το μέγαρο της Κοντέσσας Θεοτόκη στην οδό Σωκράτους.
  • Το παρά τον Ιλισσό μέγαρο της Δούκισσας της Πλακεντίας (Villa Ilissia) (1848) που έχει μετατραπεί σε Βυζαντινό Μουσείο.
  • Ο πύργος της Δουκίσσης Πλακεντίας στη Πεντέλη.
  • Το «Καστέλλον της Ροδοδάφνης».
  • Η διαμορφωμένη από τον ίδιο οικία του στην Πλάκα, όπου στεγάστηκε τα πρώτα 4 χρόνια της λειτουργίας του (18371841) το Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Πηγές

  • Περιοδικό Αρχαιολογία και τέχνες « Τα κτίρια της Δούκισσας της Πλακεντίας στην Αθήνα», Ida Haugsted,  Τεύχος 29, Δεκέμβριος 1988.
  • Υπουργείο Πολιτισμού.

Read Full Post »

Σάμιουελ Γκρίντλεϋ Χάου [S.G. Howe] (1801-1876)

 

 

Σάμιουελ Γκρίντλεϋ Χάου Ο Σάμιουελ Γκρίντλεϊ Χάου ήταν ένας εξέχων Αμερικανός γιατρός, υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας, πραγματικός φιλέλληνας, φιλάνθρωπος και πρωτοπόρος στην εκπαίδευση τυφλών και ανάπηρων παιδιών. Γεννήθηκε στη Βοστόνη στις 10 Νοεμβρίου 1801 και καταγόταν από πλούσια οικογένεια. Μετά τη λήψη του πτυχίου του της ιατρικής το 1824 από το Μπράουν της Πρόβιντενς αποφάσισε να προσφέρει τις ιατρικές του υπηρεσίες στην επαναστατημένη Ελλάδα, στην οποία έφθασε το τέλος του 1824. Ανέλαβε αμέσως υπηρεσία στον Αγώνα, περιθάλποντας τραυματίες και άρρωστους μαχητές. Στο πρώτο γράμμα προς τον πατέρα του αναφέρει μεταξύ άλλων:   

«…ως προς τον μισθόν μου, ουδέν λαμβάνω, ούτε μ’ ενδιαφέρει, αφού η Κυβέρνησις δεν είναι εις θέσιν ούτε να θρέψη και να ενδύση τους δεινοπαθούντας στρατιώτας…».

 

Από το ημερολόγιό του διαβάζουμε:

 

«… η δουλειά μου τη νύχτα που πέρασε ήταν ατέλειωτη … έκαμα τόσες εγχειρήσεις που αμφιβάλω αν θα κατόρθωνα να τις κάμω κατά τη διάρκεια ολόκληρων ετών στη Βοστώνη … δύο μήνες τώρα κοιμάμαι στο έδαφος με τα ρούχα … είχα σκεφτεί να φύγω από δω, αλλά θα ήταν πράξη επονείδιστη…».

 

Ο Σαμουήλ Χάου επιστρέφει το 1827 στην Αμερική και οργανώνει έρανο για την ελληνική υπόθεση. Συγκεντρώνει 60.000 δολάρια και αγοράζει ρούχα και τρόφιμα για τους επαναστάτες. Ένα χρόνο αργότερα έρχεται και πάλι στην Ελλάδα και οργανώνει καταφύγια για την περίθαλψη των προσφύγων. Ένα από αυτά στον Ισθμό της Κορίνθου θα το ονομάσει «Ουασινγκτονία».

 

Το 1831 επιστρέφει στη Βοστώνη και ιδρύει το πρώτο σχολείο για τυφλούς στις Ηνωμένες Πολιτείες, του οποίου διετέλεσε πρώτος διευθυντής. Το 1848 δημιουργεί ένα ανάλογο σχολείο για άτομα με διανοητικές διαταραχές. Το 1866, γηραιός πλέον, βρίσκεται για μια ακόμα φορά στην Ελλάδα, για να συνδράμει τους επαναστατημένους Κρητικούς. Πέθανε στις 9 Ιανουαρίου 1876.

 

 

Η περίθαλψη του πληθυσμού και των στρατιωτών κατά την διάρκεια της

Επαναστάσεως του ’21

 

 

Πρόταση του Σάμουελ Χάου για τη Δημιουργία Κινητών Νοσοκομείων Εκστρατείας.

 

Απόσπασμα Άρθρου από την  ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ

Κωνσταντίνος Γρ. Κυριακόπουλος, Νευροχειρουργός

Χρίστος Μαυρογιώργος, Νευροχειρουργός

 

 

Όπως παραπάνω αναφέρεται, κατά τη διάρκεια της εδώ παραμονής του υπήρξε γιατρός διαφόρων στρατοπέδων. Σε ιδιαίτερο ημερολόγιό του, το οποίο όμως δεν διασώθηκε ολόκληρο, κατέγραφε κατά την παραμονή του στην Ελλάδα διάφορα γεγονότα, τις σκέψεις του, τις κρίσεις και ενέργειές του. Το σωζόμενο εκδόθηκε, τροποποιημένο σε πολλά σημεία από τον εκδότη του. Το 1971 μεταφράσθηκε στα Ελληνικά και εκδόθηκε.

 

Στη σελ. 147 αναφέρεται: «Από του Φεβρουαρίου μέχρι Ιουνίου 1827 ούτε ημερολόγιο, ούτε επιστολαί του Χάου υπάρχουν».

 

Στη σελ. 185 αναφέρεται: «ο Χάου πεισθείς εις τας προτροπάς της Ελληνικής Κυβερνήσεως, μετέβη εις Αμερικήν όπως προσωπικώς εργασθύ ύπέρ συλλογής εράνων…».

 

Η μη ύπαρξη σημειώσεων του ημερολογίου για το παραπάνω διάστημα δικαιολογεί την άγνοια του σκοπού της μεταβάσεώς του στην Αμερική. Δεν παρακλήθηκε από την Ελληνική Κυβέρνηση, αλλά ο ίδιος εζήτησε χορήγηση της επιστολής που αναφέρεται στο ημερολόγιό του.

 

O Αμερικανός ιατρός Σάμιουελ Γκρίντλι Χάου (Samuel Gridley Howe, 1801-1876).

 

 

Στα ΓΑΚ, υπάρχει επιστολή του Χάου προς την Ελληνική Κυβέρνηση την οποία δημοσιεύουμε, διότι έχει ιδιαίτερη αξία.

 

«Προς τηv Σεβαστήν Avτικυβερνητικήν Eπιτρoπήv.

 

Είναι δύω ήμισυ χρόνοι, αφ ού ανεχώρησα από την Αμερικήν με σκοπόν να δουλεύσω την Ελλάδα, δια του επαγγέλματός μου. Έφερον συστατικά γράμματα από το εν Aμερική Ελληνικόν Κομιτάτον. Όλα δε τα έξοδα εις τόν δρόμον και αλλαχου εγένοντο εξ ιδίων μου.

Φθάσας εις την Ελλάδα επρόσφερα τας δουλεύσεις μου εις την τότε προσωρινήν Διοίκησιν παρά της οποίας επεφoρτίσθην να συνακολουθήσω με το Ελληνικόν Στράτευμα εις Μεσσηνίαν, Όπου ηκολούθησα μετά χαράς. Έμεινα δύω μήνας εις Καλαμάταν επισκεπτόμενος τους εκεί εκ των στρατοπέδων πεμπομένους πληγωμένους και άλλους. Μετά ταύτα επέμφθην εις Γραμπουσαν, Όπου έδούλευσα μήνας πέντε και εις αυτήν και έξωθεν αυτής εις άλλα μέρη. Επιστρέψας δε από την Γραμπουσαν επεφoρτίσθην να δουλεύσω εις τα εν Ναυπλίω Εθνικά Νοσοκομεία των ασθενών και των πληγωμένων. Το χρέος τούτο εκτέλεσα καθ’ Όσον ηδυνήθην ένα σχεδόν χρόνον. Μετά ταύτα κατ’ αίτησιν του Κυρίου Αστιγξ  εισήλθον εις τό Ατμοκίνητον ή Καρτερία, Όπου και μένω έως σήμερον. Δι’ Όλας τας ανωτέρω εκδουλεύσεις μου εις την Ελλάδα δεν έλαβον σχεδόν τίποτε δια μισθόν μου. Διότι επιθυμούσα πάντοτε να δουλεύσω Όσον ημπορούσα χωρίς πληρωμήν. 

 
Σάμουελ Χάου με ελληνική στολή

Σάμουελ Χάου με ελληνική στολή

Μ’ Όλα ταυτα δεν ευχαριστούμαι εις τας μερικάς ταύτας εκδουλεύσεις. Αλλά θέλω να φανώ πρόξενος μεγαλυτέρων ωφελειών εις το Ελληνικόν Έθνος. Και γράμματα τα οποία κατ’ αυτάς έλαβον από την Αμερικήν με δίδουν χρυσάς Ελπίδας. Το σχέδιόν μου είναι να συστήσω Νοσοκομείον στερεον εις τόπον κατάλληλον, δια τας ανάγκας των στρατευμάτων της Ελλάδος, τόπον, Όστις να ημπoρή να χωρέση εκατόν περίπου πληγωμένους. Μετά τούτο να συστήσω Νοσοκομεία κινητά δηλ. να διορίσωεις παν στρατόπεδον επιστάτας χειρούργους, οίτινες να έχουν μεθ’ εαυτών τινάς ύπηρέτας, και Όλα τα αναγκαία Ιατρικά και λοιπά ώστε αυτοί να λαμβάνουν τους κατα τας μάχας πληγωμένους να τους επισκέπτωνται προσωρινώς και έπειτα να φροντίζουν να τους διευθύνουν εις το στερεόν Νοσοκομειον.

Γνωρίζω εκ πείρας, Ότι οι στρατιώται Έλληνες πάντοτε φοβούνται μη πληγωθούν εν καιρώ μάχης, προβλέποντες την έλλειψιν Ιατρού να τους επισκεφθή. Δια τούτο επιθυμώ νά συστήσω τά κινητά Νοσοκομεία, τα όποία μάλιστα είναι γνωστά εις όλον τόν κόσμον. Τά Νοσοκομεία ταύτα πρέπει νά έχουν χωριστά όλα τά χρειώδη ως ζώα, ύπηρέτας κ.λπ. Οί ύπηρέται αυτών πρέπει νά είναι ενδεδυμένοι με ιδίαν στολήν, διά να γνωρίζουν οί στρατιώται, ότι όταν πληγώνωνται, θέλουν δέχεσθαι παρά τούτων, ειμελείσθαι και διευθύνεσθαι εις τό στερεόν Νοσοκομείον, διά να επισκέπτωνται και θεραπεύωνται εις αυτό χωρις κανεν ίδιόν των έξοδον. Τούτο ύπόσχομαι νά κατορθώσω χωρίς νά εξoδεύση τίποτε ή Ελληνική Κυβέρνησις. Αιτώ δέ από μέρους της μόνον και μόνον γράμματα πρός τα εν Aμερική Ελληνικά Κομιτάτα μαρτυρούντα, ότι έκαμα τό χρέος άρκετόν καιρόν εις τήν Ελλάδα, όπου εδούλευσα επεμελήθην καθ’ όλην την έκτασιν τό γενικόν Νοσοκομείον, και ότι επιθυμεί ή Κ υβέρνησις νά βαλθή εις πράξιν τό ειρημένον σχέδιόν μου.

 

Εν Πόρω τη 3 Μαίου / 21 Απριλίου 1827

Σ.Γ. Χάου

Και ή Ελληνική ύπογραφή αυτόγραφος.

 

Πρόκειται για πολύ σημαντικό έγγραφο, γιατί σε αυτό υπάρχουν  πληροφορίες για τον τρόπο άσκησης της ιατρικής στα χρόνια του αγώνα. Εισάγεται για πρώτη φορά η διάκριση ανάμεσα στο «σταθερό» και το «κινητό» νοσοκομείο.

 

Η Αντικυβερνητική Επιτροπή αποδέχθηκε την αίτησή του και του εχορήγησε το ακόλουθο συστατικό γράμμα:

 

«Αριθ. 419 Σχέδιον Συλλογής Βλαχογιάννη

Ελληνική Πολιτεία Γραφή Γ. Γλαράκη

ή Αντικυβερνητική Επιτροπή

 

Πρός τόν Σεβαστόν Πρόεδρον και τά λοιπά Σεβαστά Μέλη τής ύπέρ των Ελλήνων Φιλανθρωπικής Εταιρίας τών Ομοσπόνδων Επικρατειών της Αμερικής. Τό Ελληνικόν Έθνος γνωρίζει κάλλιστα τούς ύπέρ τού ίερού τούτου άγώνος άκαμάτους κόπους και τάς πολλάς και πολυειδείς προς αυτό ευεργασίας Σας και αισθανόμενον βαθυτάτην ευγνωμοσύνην και μη έχον άλλο τι σάς προσφέρει διά τής Κυβερνήσεως αυτού τάς άπείρους εγκαρδίους ευχαριστίας. Είναι δέ εύελπις ότι και τού λοιπού ως άδολοι φίλοι τής άνθρωπότητος και ένθερμοι ύπερασπισταί τού δικαίου δέν θέλετε παύσει ενεργούντες και κοπιάζοντες ύπέρ τών άναντιρρήτων και άναφαιρέτων δικαίων αυτού, τά όποία ό τουρκικός, ό επί τής γής μοναδικός δεσποτισμός, τέσσαρας όλοκλήρους αιώνας κατασπάραττε, και ήδη άγωνιά να καταπίη εξ όλοκλήρου.

 

Ο συμπολίτης Σας, ό Ιατρός κύρους Άου (Howe), άνήρ άξιόλογος και διά τάς Ιατρικάς του γνώσεις, και διά τάς άρετάς του, ύπηρέτησε τήν Ελλάδα ως Ιατροχειρούργος δύω ήμισυ χρόνους περίπου μέ τιμήν, ύπόληψιν, ευαρέστησιν, και πλήρη τής Κυβερνήσεως ευχαρίστησιν. Ο άξιότιμος ούτος άνήρ επιθυμών νά ύπηρετήση εις τό έξής τήν Ελλάδα σημαντικότερον, άναλόγως τής πρός τόν ίερόν αυτής άγώνα άφοσιώσεώς του, συνέλαβε σκοπόν, να καταστήση ενταύθα νοσοκομεία συστηματικά ύπέρ των μαχομένων στρατιωτών.

Ο σκοπός τού ούτος τού άνδρός είναι τω όντι ευγενής και μυρίων επαίνων άξιος, όστις πραγματοποιούμενος δύναται νά ωφελήση τήν Ελλάδα τα μέγιστα. Αλλά πώς νά πραγματοποιηθή ενταύθα με τήν παντελή άχρηματίαν τής Ελλάδος;

Διά τούτο ό ευγενής ούτος άνήρ ελπίζων νά προμηθεύση τά εις τόν σκοπόν του άπαιτούμενα χρηματικά μέσα τών αυτόσε Φιλελλήνων έρχεται με τοιαύτην άπόφασιν αυτόθι. Η δέ Κυβέρνησις θαυμάζουσα τον φιλάνθρωπον και ευγενή ζήλον του άνδρός, συσταίνει τούτον πρός Σάς τα Σεβαστά της φιλανθρώπου Εταιρίας μέλη, ως άξιον τής εμπιστοσύνης αυτής, παρακαλούσα νά τόν συνδράμετε εις τόν προκείμενον ωφέλιμον εις τήν Ελλάδα σκοπόν του.

Κύριοι ή χρηματική κατάστασις τής Ελλάδος είναι οίκτου άξία. Ο έπταετής άγων άφ’ ένός μέν μέρους εσμίκρυνε και σμικρύνει επι μάλλον και μάλλον τάς εθνικάς προσόδους, άφ’ ετέρου δέ αυξάνει και πολλαπλασιάζει τάς χρείας εις τό άκρον. Ο Ελληνικός λαός άφιέρωσε τάς ελπίδας του εις την ευγενή μεγαλοδωρίαν τών φιλελλήνων τού φωτισμένου κόσμου, κατ’ εξαίρεσιν δέ τών τής Αμερικής, οιτινες ως ποτέ όμοιοπαθείς δύνανται αισθανθώσιν άκριβώς όποία είναι ή τοιαύτη κατάστασις. Υγιαίνετε και ευτυχείτε»

 

Ο Howe δεν έφυγε αμέσως για της ΗΠΑ. Προηγουμένως ο Jonathan Ρ. Miller, Αμερικανός συνταγματάρχης, απεσταλμένος του Αμερικανικού Κομιτάτου με βοηθήματα προς τους Έλληνες τον διόρισε αντιπρόσωπό του για τη διανομή αυτή.

 

Ο Χάου περιγράφει στο ημερολόγιό του, ότι την 20ην Αυγούστου του 1827 κατέπλευσε από τη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ το βρίκι «Ανατολή» γεμάτο με εφόδια για τους φτωχούς και το Κομιτάτο του ανέθεσε το ρόλο του συμβούλου για τη διανομή των. Την 13 Νοεμβρίου 1827 (ν.η.) αναχώρησε με το βρίκι «Ιωάννα» για τη Ν. Υόρκη. Στο ημερολόγιό του περιγράφει τις δυσκολίες που αντιμετώπισε στην Αμερική, όπου παραπέμπεται ο αναγνώστης. Πληροφορεί την Αμερικανική κοινή γνώμη για τα προβλήματα των Ελλήνων τραυματιών:

 

«…διέρχονται επί εβδομάδας άνευ των απαραιτήτων επιτηδείων και Ιδίως άρτου. Η θέσις του Ιατρού εις τας περιπτώσεις ταύτας είναι τω όντι οδυνηρά καθόσον είνε ύποχρεωμένος να παρίσταται μάρτυς της δυστυχίας χωρίς να δύναται να πρoσέλθη αρωγός, εύρίσκει δε Την εξάσκησιν του επαγγέλματός του ανωφελή εξ ελλείψεως των κοινοτάτων επιτηδείων της ζωής…».

 

Πρότεινε στην Κυβέρνηση την ανάγκη ιδρύσεως κεντρικού νοσοκομείου και άλλων μικρών που να ακολουθούν τα διάφορα σώματα, που έγινε αποδεκτό από αυτήν και η οποία

 

«κατενόησε την ανάγκην του πράγματος και προέβη εις επανειλημμένας αποπείρας προς πραγματοποίησιν τούτων αλλ’ αι προσπάθειαί της έμειναν άνευ αποτελέσματος εξελλείψεως χρημάτων… «και πληροφορεί ότι το δημιουργηθέν τελευταία στον Πόρο νοσοκομείο» «…Δύναται να καταστή, εξευρισκομένων των καταλλήλων πόρων, εκτάκτως επωφελές όχι μόνον προς τους απόρους ασθενείς, αλλά και προς τους πεινώντας…».

 

Προτείνει διάφορα μέτρα για την οργάνωσή του. Καταλήγει δε λέγοντας, ότι θεωρεί τον εαυτό του βρισκόμενο στην υπηρεσία της Ελλάδος και σκοπός της μετάβασής του στην Αμερική ήταν ανεύρεση βοήθειας, ήταν δε έτοιμος να ξαναγυρίσει στην Ελλάδα.

 

 

Πηγές

 

 

  • Σάμιουελ Γκρίντλεϋ Χάου, Ιστορική σκιαγραφία της Ελληνικής Επανάστασης, Εκάτη, Αθήνα 1997.
  • Σάμιουελ Γκρίντλεϋ Χάου, Ημερολόγιο από τον Αγώνα 1825-1929, Καραβίας, Αθήνα 1971.
  • ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ , www.helsocmilmed.gr

 

 

Read Full Post »

Μπελίνος Πέτρος – Pietro Bellino (1781-1872)

 

 

Ο Πέτρος Μπελίνος με τη σύζυγό του Μαρία.

Ο Πέτρος Μπελίνος με τη σύζυγό του Μαρία.

Φιλέλληνας από το χωριό Πινερός του Πεδεμοντίου της ΒΔ Ιταλίας. Ο πατέρας του Ιωσήφ Μπελίνος Δεανουά τον έστειλε στο Τουρίνο, την πρωτεύουσα του Πεδεμοντίου, για να λάβει γενική μόρφωση. Ήταν η εποχή που ανθούσε ο διαφωτισμός και τα φιλελεύθερα μηνύματα των διαφωτιστών και εγκυγκλοπαιδιστών έφταναν παντού. Η έκρηξη της γαλλικής επανάστασης (1789) και οι διακηρύξεις των Γάλλων επαναστατών για ισότητα, ελευθερία και δημοκρατία επηρέασαν τον νεαρό τότε Μπελίνο. Υπό το κλίμα του γενικού ενθουσιασμού, που προερχόταν από τις διακηρύξεις του Μ. Ναπολέοντα για ελευθερία, ισότητα και ανεξαρτησία, ο Πέτρος Μπελίνος κατετάγη εθελοντής στο γαλλικό στράτευμα, όταν κατελήφθη η ιδιαίτερή του πατρίδα και έγινε γαλλική επαρχία (1796). Έκτοτε ακολούθησε τα γαλλικά στρατεύματα μέχρι τελικής πτώσεως του μεγάλου στρατηλάτη. Έτσι φέρεται να έλαβε μέρος σε πολλές μάχες: Αούστερλιτς 1805, Ιένα 1806, Βάγγραμ 1809, κατά της Ρωσίας και στη μάχη της Σμολένσκης το 1812 και τέλος στο Βατερλώ το 1815, όπου ο Μ. Ναπολέων έλαβε το τελειωτικό χτύπημα.

 

Μετά την ήττα του Ναπολέοντα στο Βατερλώ, ο Μπελίνος επανήλθε στο Πεδεμόντιο, αλλά υπέστη διωγμούς ως γαλλόφρων από τη φιλοαυστριακή κυβέρνηση και τέλος καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο ως συνωμότης και διέφυγε για το λόγο αυτό στην Ισπανία και κατόπιν στην Αγγλία. Εκεί τον βρήκε η είδηση της ελληνικής επανάστασης.

 

Ο Π. Μπελίνος ήλθε στην Ελλάδα το 1826 με το βαθμό του υπολοχαγού και κατατάχθηκε στο ελληνικό στράτευμα υπό τον Κάρολο Φαβιέρο. Έλαβε μέρος στις μάχες του Χαϊδαρίου (6 και 8 Αυγούστου 1826), στην επιχείρηση ανεφοδιασμού των πολιορκουμένων από τον Κιουταχή στην Ακρόπολη, στην επιχείρηση απελευθέρωσης της Χίου (1827-28), στην επιχείρηση κατά του Αιτωλικού στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, που το κατείχαν οι Τούρκοι (1828). Ο Μπελίνος τότε τραυματίστηκε στην ωμοπλάτη.

 

Στη συνέχεια ο Μπελίνος διορίστηκε από τον Καποδίστρια διοικητής του ιππικού και ιπποφορβείου Άργους. Όσο υπηρετούσε στο Άργος, αποκάλυψε ότι βαυαροί στρατιώτες είχαν καταχραστεί το δημόσιο χρήμα και για τον λόγο αυτό περιέπεσε σε δυσμένεια, μέχρι που συνταξιοδοτήθηκε το 1838 με τον βαθμό του ταγματάρχη.

 

Ο Μπελίνος, αφού ασπάστηκε το ορθόδοξο δόγμα, παντρεύτηκε το 1832 σε ηλικία 51 ετών τη Μαρία Φανδρίδου, κόρη του αγωνιστή της κρητικής επανάστασης Νικ. Φανδρίδου. Η Μαρία ήταν επίσης εγγονή του γνωστού επαναστάτη στην Κρήτη, Βασιλείου Χάλη, ο οποίος ήλθε στο Ναύπλιο το 1830, διετέλεσε δήμαρχος του νεοσύστατου τότε Δήμου Μινώας και πέθανε στο Ναύπλιο το 1846.

 

Ο Μπελίνος πέθανε πλήρης ημερών σε ηλικία 92 ετών. Η νεκρώσιμη ακολουθία εψάλη στον Άγιο Πέτρο και ο νεαρός τότε Δημ. Βαρδουνιώτης χαιρέτησε τον ένδοξο νεκρό με έναν ιδιαίτερα εκτενή επικήδειο. Ο Μπελίνος αναπαύεται στο κοιμητήρι του Αγ. Βασιλείου μαζί με τον εγγονό του Θεοδόσιο Καραμουτζά, ο οποίος πέθανε το 1941.

 

Το Άργος τίμησε τη μνήμη του, δίδοντας το όνομά του σε οδό της λαϊκής αγοράς (Πλ. Δημοκρατίας). Τιμήθηκε από τη Γαλλία με το χρυσό παράσημο της Αγίας Ελένης και από την Ελλάδα με τον αργυρό αριστείο των αγωνιστών του 1821. Επίσης τιμήθηκε με τον σταυρό των Ιπποτών του Σωτήρος. Τέλος, η ιταλική κυβέρνηση του χορήγησε μικρή σύνταξη.

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης « Πέτρος Μπελίνος: Ένας Φιλέλληνας στο Άργος», Περιοδικό Αναγέννηση, τεύχος 357, 1998. 

 

 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »