Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Ένα ανέκδοτο υπόμνημα του Νικολάου Σκούφου προς τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια – © Στέφανος Ι. Παπαδόπουλος, «Δωδώνη», Επιστημονική Επετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής Ιωαννίνων, τομ.6 (1977).


 

[…] Ο Νικόλαος Σκούφος γεννήθηκε στην Σμύρνη και ήταν ο μεγαλύτερος από τους τρεις άλλους αδελφούς του, τους Σπυρίδωνα, Γεώργιο και Πέτρο. Στα 1811 – 1812 έφυγε από την ιδιαίτερη πατρίδα του, για να σπουδάσει νομικά στην Ευρώπη, και έζησε αρκετά χρόνια στην Γαλλία και την Γερμανία. Κατά τη διάρκεια μάλιστα των σπουδών του στην Γοτίγγη της Γερμανίας υπήρξε και υπότροφος της «Φιλομούσου Εταιρείας» της Βιέννης κάτω από την άμεση επίβλεψη της Ρωξάνδρας Στούρτζα, κόμισσας Edling, που διατηρούσε στενούς φιλικούς δεσμούς με τον κόμη Ιωάννη Καποδίστρια. Κατά τους χρόνους των σπουδών του αυτών ο Σκούφος δημοσίευσε και τα πρώτα έργα του, δύο μεταφράσεις από τα γαλλικά και ένα πρωτότυπο έργο.

Το 1819 ο Σκούφος ήλθε στην Βλαχία, στην αυλή του ηγεμόνα Αλε­ξάνδρου Σούτσου, όπου και ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα, ιδίως στον τομέα του ελληνικού θεάτρου του Βουκουρεστίου, με το οποίο και συνδέθηκε στενά το όνομά του, γιατί μετείχε στην εποπτική επιτροπή του θεάτρου αυτού και διετέλεσε και διευθυντής του. Επίσης, δίδαξε ως καθηγητής στην ηγεμονική αυλή και χρησιμοποιήθηκε ακόμη, μια και γνώριζε καλά ξένες γλώσσες, και ως συνοδός των διπλωματών και των άλλων επιφανών ξένων πού επισκέπτονταν την αυλή του ηγεμόνα τής Βλαχίας.

Ο Σκούφος, αν και το όνομά του δεν συμπεριλαμβάνεται στους γνωστούς καταλόγους των Φιλικών, είχε αναμφισβήτητα μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία και υπήρξε ένα από τα πιο ενθουσιώδη μέλη της. Μάλιστα είναι εκείνος που επιχείρησε να υλοποίηση την ιδέα των Φιλικών να εκδώσουν στο Βουκουρέστι ένα ελληνικό περιοδικό που θα μπορούσε να προβάλει τα αιτήματα του Ελληνισμού και να υπηρέτηση τους σκοπούς της Φιλικής Εταιρείας με περισσότερη ελευθερία από εκείνη που διέθεταν οι ελληνικές εφημερίδες και τα περιοδικά της Βιέννης. Η προσπάθεια όμως αυτή δεν καρποφόρησε τελικά και για οικονομικούς λόγους, άλλα και γιατί συνάντησε αρκετή αντίδραση από τον ηγεμόνα Αλέξανδρο Σούτσο.

Όταν άρχισε η εξέγερση στην Μολδοβλαχία, ο Σκούφος ακλούθησε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στην εκστρατεία του και στην αρχή κέρδισε την εμπιστοσύνη του αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας, ο οποίος τον διόρισε πρώτα γραμματέα του και κατόπιν κυβερνήτη της πόλης Cimpulung. Αργότερα όμως διεφώνησε με ορισμένους Φιλικούς, ιδίως με τον Λασσάνη, και έπεσε στη δυσμένεια του Υψηλάντη. Γι’ αυτό και ο τελευταίος στη γνωστή προ­κήρυξή του της 8ης Ιουνίου 1821 από το Rimnic (της συνταγμένης πιθανόν από τον Λασσάνη), με την οποία αποχαιρετούσε τους συντρόφους που του έμειναν πιστοί και καταριόταν τους προδότες, καταφέρεται και εναντίον του Σκούφου, που τον αποκαλεί «φαυλόβιον». Τότε επίσης ο Σκούφος κατηγορήθηκε, αλλά άδικα, ότι είχε κλέψει το ταμείο της Εταιρείας και έφυγε μ’ αυτό στο Brasov, όπου και κατασπατάλησε τα χρήματα. Πάντως, μαζί μ’ άλλους πρόσφυγες από το στρατό του Υψηλάντη, κατέφυγε και ο Σκού­φος στο αυστριακό έδαφος, πρώτα στο Sibiu και υστέρα στο Cluj, και από εκεί κατά τα τέλη Ιουλίου 1821 στάλθηκε με συνοδεία στην κατεχόμενη από τοyς Ρώσους Βεσσαραβία. Κατόπιν πέρασε στην Οδησσό, όπου τον Αύγουστο του ιδίου έτους, μαζί με μερικούς άλλους, προσπάθησε με μια έγγραφη απολογία ν’ αντικρούσει τις κατηγορίες του Υψηλάντη και να ρίξει σ’ εκείνον όλη την ευθύνη της καταστροφής. Επίσης, για ένα χρονικό διάστημα ο Σκούφος έζησε και στο Κισνόβι της Βεσσαραβίας. Εκεί, μαζί με τους Φιλικούς Βασίλειο Καραβιά, Κωνσταντίνο Δούκα και Κωνσταντίνο Πεντεδέκα, σύχναζε στο σπίτι του συνταγματάρχη της υπηρεσίας πληροφοριών Ivan Petrovic Liprandi, όπου γνώρισε πιθανόν και τον μεγάλο Ρώσο ποιητή Αλέξανδρο Πούσκιν.

Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς έφθασε ο Σκούφος στην επαναστατημένη Ελλάδα, τον συναντούμε πάντως στο πολίτικο προσκήνιο από το φθινόπωρο του 1825, οπότε και αρθρογραφεί στην εφημερίδα «Ο Φίλος του Νόμου». Την εποχή αυτή ανήκει πολιτικά στους οπαδούς του Κουντουριούτη, στον οποίο τον είχε συστήσει ο μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιος. Αργότερα, στις 28 Αύγουστου 1826 η Επιτροπή της Συνελεύσεως, που μαζί με την Διοικητική Επιτροπή μετά την πτώση του Μεσολογγίου είχαν αντικαταστήσει προσωρινά την Γ’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, εκλέγει τον Σκούφο μέλος μιας πενταμελούς επιτροπής για τη σύνταξη πρόχειρης συλλογής των «αναγκαιοτέρων πολιτικών νόμων» . Ως άλλα μέλη της επιτροπής αυτής είχαν οριστεί οι Νικ. Σπηλιάδης, I. Θεοτόκης, Γ. Γλαράκης και X. Αινιάν. Τον επόμενο χρόνο (Απρίλιος 1827) ο Σκούφος ορίστηκε πάλι μέλος μιας άλλης πολυμελούς επιτροπής που συνέταξε το Σύνταγμα της Τροιζήνος. Μάλιστα ο Σκούφος, μαζί με δύο άλλους γνωστούς νομομαθείς, τον Χριστό­δουλο Κλονάρη και τον Γρηγόριο Σούτσο, υπήρξαν και οι εισηγητές του σχεδίου του Συντάγματος στην Εθνοσυνέλευση, όπου αγωνίστηκαν με πάθος, ιδίως ο Σκούφος, για να κάμψουν μερικές αντιρρήσεις, που αναφέρονταν ιδίως στις διατάξεις τις σχετικές με τον Κυβερνήτη Καποδίστρια, και να πείσουν όλους σχεδόν τους αντιπροσώπους του έθνους να δεχτούν το Σύνταγμα της Τροιζήνος.

Με την άφιξη του Καποδίστρια στην Ελλάδα ο Σκούφος τάσσεται στην αρχή ανεπιφύλακτα στο πλευρό του Κυβερνήτη. Tοv πρώτο χρόνο της διακυβερνήσεως της χώρας από τον Καποδίστρια ο Σκούφος παραμένει πιστός οπαδός του Κυβερνήτη, όπως αποδεικνύεται και από το περιεχόμενο ενός εκτενούς υπομνήματός του, για το οποίο θα κάνουμε λόγο παρακάτω και το οποίο υπέβαλε στον Καποδίστρια τον Δεκέμβριο του 1828. Άγνωστο όμως για ποιόν ακριβώς λόγο ο Σκούφος πέρασε αργότερα στην αντιπολίτευση και εξελίχθηκε σ’ έναν από τους σφοδρούς πολέμιους του Κυβερνήτη, διατηρώντας μάλιστα μυστική επαφή και με τον διπλωματικό εκπρόσωπο της Γαλλίας βαρόνο de Rouen. Γι’ αυτό ίσως την ημέρα της δολοφονίας του Καποδίστρια ο αδελφός του Σπυρίδων Σκούφος, που κατά τον Αλέξ. Ραγκαβή δεν διακρινόταν για την ανδρεία του, έτρεξε να κρυφτή στο σπίτι του Ραγκαβή, γιατί φοβόταν για τη ζωή του εξ αιτίας της αντιπολιτευτικής στάσης του αδελφού του.

Ο «Σωτήρ, εφημερίς πολιτική, φιλολογική και εμπορική» του Ν.Σκούφου εκδιδόταν στο Ναύπλιο από τον Ιανουάριο του 1834 έως τον Μάρτιο του 1835, όταν και διέκοψε μετά τη δίκη στην οποία οδηγήθηκε ο συντάκτης του για προσβολή της Αρχής, εξαιτίας πολιτικού άρθρου. Επανεκδόθηκε στην Αθήνα μετά το 1838, με συντάκτη τον Π.Σκούφο, και διέκοψε οριστικά το ίδιο έτος. Διέθετε αντικυβερνητικό πνεύμα, έντονη επικριτική στάση προς την Αντιβασιλεία αλλά φιλοβασιλική διάθεση. Στο 5ο φύλλο, 31 Ιανουαρίου 1835, ο συντάκτης περιγράφει με γλαφυρό ύφος την επίσκεψη του Όθωνα στο Ναύπλιο για την επέτειο της αφίξεώς του στην Ελλάδα μετά από την πρόσκληση των ναυπλιακών αρχών.

Ο «Σωτήρ, εφημερίς πολιτική, φιλολογική και εμπορική» του Ν.Σκούφου εκδιδόταν στο Ναύπλιο από τον Ιανουάριο του 1834 έως τον Μάρτιο του 1835, όταν και διέκοψε μετά τη δίκη στην οποία οδηγήθηκε ο συντάκτης του για προσβολή της Αρχής, εξαιτίας πολιτικού άρθρου. Επανεκδόθηκε στην Αθήνα μετά το 1838, με συντάκτη τον Π.Σκούφο, και διέκοψε οριστικά το ίδιο έτος. Διέθετε αντικυβερνητικό πνεύμα, έντονη επικριτική στάση προς την Αντιβασιλεία αλλά φιλοβασιλική διάθεση. Στο 5ο φύλλο, 31 Ιανουαρίου 1835, ο συντάκτης περιγράφει με γλαφυρό ύφος την επίσκεψη του Όθωνα στο Ναύπλιο για την επέτειο της αφίξεώς του στην Ελλάδα μετά από την πρόσκληση των ναυπλιακών αρχών.

Λίγα χρόνια μετά, το θάνατο του Καποδίστρια ο Σκούφος μπόρεσε να ικανοποίηση την επιθυμία του ν’ αποκτήση δική του εφημερίδα. Στις 14 Ιανουάριου 1834 άρχισε να εκδίδεται στο Ναύπλιο «Ο Σωτήρ», μια δισεβδομαδιαία πολιτική, φιλολογική και εμπορική εφημερίδα, τετρασέλιδη και χωρισμένη σε δύο στήλες, από τις όποιες η μία συντασσόταν στα ελληνικά και η άλλη στα γαλλικά. Στην αρχή, για ένα μικρό διάστημα, «Ο Σωτήρ» συμπολιτεύθηκε την Αντιβασιλεία και μάλιστα ως το φ. 69 τυπωνόταν στην «Βασιλικήν Τυπογραφίαν», σύντομα όμως πέρασε στην αντιπολίτευση. Στις 16 Μαΐου 1835 η εφημερίδα μεταφέρθηκε στην Αθήνα και ως τον Ιούλιο του 1837, οπότε διακόπηκε προσωρινά η έκδοσή της, αγωνίστηκε με δύναμη και θάρρος υπέρ των συνταγματικών ελευθεριών και εναντίον του προέδρου της Αντιβασιλείας κόμη Armansperg, που τον θεωρούσε υπεύθυνο για τη δυστυχία της Ελλάδος. Για τη στάση του αυτή ο Σκούφος παραπέμφθηκε αρκετές φορές σε δίκη, άλλα αθωώθηκε. Μόνο μια φορά, στις 12 Αυγούστου 1836, καταδικάστηκε σε «ενός μηνός παύσιν των δικηγορικών χρεών του».

Στις 20 Ιανουάριου 1838, έπειτα από εξάμηνη περίπου διακοπή, «Ο Σωτήρ» επανεκδόθηκε με υπεύθυνο συντάκτη τον Πέτρο Σκούφο. Όμως τώρα, ίσως από φόβο, δεν υποστήριζε πια τις ίδιες αρχές. Το δάφνινο στεφάνι με τη λέξη «Σύνταγμα», που υπήρχε προηγουμένως στην προμετωπίδα της εφημερίδας, είχε αφαιρεθεί και ο αρθρογράφος της δεν επέμενε όπως πρώτα στην άμεση χορήγηση Συντάγματος, άλλα το άφηνε αυτό στην ώριμη κρίση του ’Οθωνα που, με ελεύθερη βούληση, θα αποφάσιζε, όταν θα ερχόταν η κατάλληλη ώρα. Η έκδοση του «Σωτήρος» διακόπηκε οριστικά στις 3 Νοεμβρίου 1838.

Ο Σκούφος διακρινόταν, κατά τον Ραγκαβή, για καλλιέπεια και δεξιότητα στη σύνταξη της εφημερίδας του, ήταν όμως αρκετά φιλόδοξος, όπως φαίνεται και από το εξής χαρακτηριστικό επεισόδιο που αναφέρει πάλι ο Ραγκαβής: «… ότε απήλθεν ο Αρμανσπέργης (δηλαδή τον Φεβρουάριο του 1837), όν επολέμησεν ως τον γαλλορωσικόν σύνδεσμον υποστηρίξας, ωνειρεύθη ότι έφθασεν η στιγμή της εις το υπουργείον ανόδου του (δηλαδή στην κυβέρνηση του Rudhart)̇  και επί του γραφείου του είδον εγώ αυτός στύλον τινά ταλλήρων, όν έμαθον ότι είχε σωρεύσει εκεί διά φιλοδώρημα εις τον κλη­τήρα, όν περιέμενε φέροντα το τής εις υπουργόν αναγορεύσεώς του δίπλωμα. Αλλ’ ο κλητήρ δεν ήλθε και τα τάλληρα δεν εδόθησαν». Τελικά ο Σκούφος, μια και δεν κατόρθωσε να γίνει υπουργός, αρκέστηκε σε μια θέση εισηγητού στο Υπουργείο Εσωτερικών, όπου διορίστηκε το 1840 από τον Όθωνα. Πέθανε στην Αθήνα το 1842.

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Στέφανου Ι. Παπαδόπουλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ένα ανέκδοτο υπόμνημα του Νικολάου Σκούφου προς τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια

Dies Natalis Invicti Solis  – Γενέθλιος ημέρα του ανίκητου ήλιου (γιορταζόταν από τους Ρωμαίους στις 25 Δεκεμβρίου)


 

Σε μερικές ημέρες, στις 25 Δεκεμβρίου, θα γιορτάσουμε όπως κάθε χρόνο τα Χριστούγεννα. Κι όμως, αυτή μάλλον δεν πρέπει να είναι η γενέθλιος ημέρα του Χριστού, αφού εξαρχής οι διάφορες πρωτοχριστιανικές εκκλησίες γιόρταζαν τα Χριστούγεννα σε διαφορετικές ημερομηνίες, ενώ μερικές μάλιστα δεν τα γιόρταζαν καθόλου. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, τον 2ο μ.Χ. αιώνα, είναι ο πρώτος που αναφέρει την εορτή των Χριστουγέννων και μας πληροφορεί ότι μερικοί γιόρταζαν τα Χριστούγεννα στις 20 Μαΐου και άλλοι στις 19 ή 20 Απριλίου. Ο ίδιος ο Κλήμης γιόρταζε τα Χριστούγεννα στις 17 Νοεμβρίου, ενώ άλλες μαρτυρίες μας πληροφορούν ότι ο εορτασμός των Χριστουγέννων τελούνταν επίσης στις 25 Μαρτίου και στις 29 Σεπτεμβρίου. Σε τι στοιχεία όμως βάσιζαν τον εορτασμό στις ημερομηνίες αυτές είναι σήμερα πια άγνωστο.

Ο εορτασμός των Χριστουγέννων στις 25 Δεκεμβρίου ξεκίνησε στη Ρώμη, όπου οι πρώτοι χριστιανοί τελούσαν τις θρησκευτικές τους εορτές κρυφά και σε μικρές ομάδες στις κατακόμβες τους όταν οι Ρωμαίοι ήσαν απασχολημένοι με τις δικές τους γιορτές των Σατουρναλίων.

Sol Invictus: ο Ακατανίκητος Ήλιος, ο θεός των Ρωμαίων. Λέγεται πως η λατρεία του αργότερα συνέπιπτε με τα Χριστούγεννα.

Sol Invictus: ο Ακατανίκητος Ήλιος, ο θεός των Ρωμαίων. Λέγεται πως η λατρεία του αργότερα συνέπιπτε με τα Χριστούγεννα.

Στην Περσία, η 25η Δεκεμβρίου γιορταζόταν ως ημέρα της γέννησης του Θεού «ηλίου-βασιλέως» Μίθρα, ενώ το 275 μ.Χ. ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αυρηλιανός θέσπισε τη γιορτή αυτή σ’ ολόκληρη τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Συγχρόνως, οι αρχαίοι Έλληνες γιόρταζαν τα Κρόνια και τα Διονύσια, καθώς επίσης και τα Θεοφάνια ή Επιφάνια του ηλιακού θεού Φοίβου-Απόλλωνα. Οι γιορτές αυτές έπαιρναν πανηγυρικό χαρακτήρα και είχαν κατακτήσει ολόκληρο τον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Άρχιζαν με τα Βρουμάλια, από τις 24 Νοεμβρίου έως τις 17 Δεκεμβρίου και ακολουθούσαν τα Σατουρνάλια, από τις 18 έως τις 24 Δεκεμβρίου. Κατά την κεντρική ημέρα της γιορτής του «αηττήτου ηλίου» στις 25 Δεκεμβρίου, γνωστή ως Dies Natalis Solis Invicti, γιορταζόταν το γεγονός της τροπής του ηλίου, που άρχιζε και πάλι να ανεβαίνει στον ουρανό κι έτσι οι ημέρες να γίνονται όλο και πιο μεγάλες. Επειδή μάλιστα για μερικές ημέρες πριν και μετά τη «χειμερινή τροπή» ο Ήλιος φαίνεται να αργοστέκεται πάνω στην εκλειπτική σαν να είναι έτοιμος να σταματήσει, η χειμερινή τροπή ονομάζεται επίσης και «χειμερινό ηλιοστάσιο», σημαδεύοντας έτσι την αρχή του χειμώνα.

Η πρώτη φορά που η 25η Δεκεμβρίου καθιερώθηκε επίσημα ως ημέρα εορτασμού των Χριστουγέννων ήταν στα μέσα περίπου του 4ου μ.Χ. αιώνα, ενώ κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορίας του Ιουστινιανού, τον 6ο αιώνα, ο εορτασμός των Χριστουγέννων εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ανατολή εκτός από την Αρμενία, όπου διατηρήθηκε ο συνεορτασμός Χριστουγέννων και Θεοφανίων στις 6 Ιανουαρίου. Ο κύριος δηλαδή λόγος που έκανε την εκκλησία να προσδιορίσει τον εορτασμό των Χριστουγέννων στις 25 Δεκεμβρίου είναι η προσπάθεια των Πατέρων, όπως αναφέρει ο Πάπας Γρηγόριος ο Α΄, «να μετατραπούν βαθμιαίως αι εορταί των εθνικών εις Χριστιανικάς». Ο εορτασμός όμως των Χριστουγέννων την ίδια ημέρα που οι εθνικοί γιόρταζαν τα δικά τους Σατουρνάλια είχε και τις δυσμενείς του επιπτώσεις. Γιατί, σιγά σιγά, και ιδιαίτερα μεταξύ του 5ου και 8ου αιώνα, πολλά από τα απαράδεκτα για την εκκλησία έθιμα των αρχαίων εορτασμών πέρασαν και στη χριστιανική εορτή και ιδιαίτερα στο Βυζάντιο «όπου ο λαός τα ακολουθούσε με υπερβολή και γι’ αυτό οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι Κανόνες των Συνόδων τα πολεμούσαν». Το 729 μ.Χ. μάλιστα ο Πάπας Ζαχαρίας αναγκάστηκε να απαγορεύσει με αυστηρότητα τους εορτασμούς των Χριστουγέννων του τύπου των αρχαίων Σατουρναλίων και του Χειμερινού Ηλιοστασίου στις 25 Δεκεμβρίου.

Στην εποχή μας, όμως, ο Ήλιος βρίσκεται στο νοτιότερο ύψος του στις 22 κι όχι στις 25 Δεκεμβρίου, ενώ αμέσως μετά αρχίζει σιγά σιγά να αναρριχάται και πάλι στον ουρανό. Το πρόβλημα αρχίζει με το Ιουλιανό Ημερολόγιο που εισήγαγε ο Ιούλιος Καίσαρ, το 44 π.Χ., για να διορθώσει τα κακώς κείμενα του προηγούμενου ημερολογίου. Αλλά και το Ιουλιανό είχε κι αυτό τις δικές του ατέλειες γιατί έχανε μία ημέρα κάθε 128 χρόνια. Το Ιουλιανό λοιπόν ημερολόγιο είχε θεσπίσει τη «χειμερινή τροπή του Ηλίου», το χειμερινό δηλαδή ηλιοστάσιο, στις 25 Δεκεμβρίου, αλλά με την πάροδο των ετών το προστιθέμενο μικρό λάθος είχε μεταθέσει την πραγματική ημερομηνία της χειμερινής τροπής. Έτσι, λοιπόν, το 325 μ.Χ., το έτος που έγινε η Σύνοδος της Νικαίας, η χειμερινή τροπή συνέβαινε στις 22 Δεκεμβρίου. Η μετάθεση όμως του Χειμερινού Ηλιοστασίου συνεχίστηκε χωρίς να διορθωθεί μέχρι και το έτος 1582, οπότε η χειμερινή τροπή συνέβαινε στις 12 Δεκεμβρίου. Τότε, ο Πάπας Γρηγόριος 13ος εισήγαγε μια νέα μεταρρύθμιση, γι’ αυτό και το νέο ημερολόγιο ονομάζεται Γρηγοριανό και χάνει μία μόνον ημέρα στα 4.000 χρόνια. Για να γίνει μια καινούργια αρχή, η γρηγοριανή μεταρρύθμιση έτρεψε τη θέση του ημερολογίου προς τα εμπρός με βάση το έτος της Συνόδου της Νικαίας το 325 μ.Χ. και όχι το έτος εισαγωγής του Ιουλιανού ημερολογίου το 44 π.Χ.

Γι’ αυτό και το χειμερινό ηλιοστάσιο συμβαίνει σήμερα στις 22 Δεκεμβρίου και ο πρωταρχικός λόγος για τον εορτασμό του στις 25 Δεκεμβρίου έχει πια χαθεί.

Διονύσης Π. Σιμόπουλος

Επίτιμος διευθυντής Ευγενιδείου Πλανηταρίου

Τέχνες & Γράμματα, Εφημερίδα Καθημερινή, Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2016.

Το έργο του Διογένη Μαλτέζου παρουσιάζεται την Κυριακή 11 Δεκεμβρίου στην αίθουσα διαλέξεων του Δαναού


 

Ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» και ο Σύλλογος «Άργους-Abbeville» διοργανώνουν, την Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2016 στις 6.30 μ.μ., αφιέρωμα, με τίτλο «Σαν τα ψηλά βουνά», στο έργο του γνωστού εκπαιδευτικού και συγγραφέα Διογένη Μαλτέζου. 

Την εκδήλωση παρουσιάζουν, ο Γεώργιος Κόνδης και η Βίκυ Σωτηροπούλου, ενώ  τη βραδιά θα διανθίσουν με μουσική και τραγούδι, ο Θεόδωρος Παπαϊωάννου (Τραγούδι), ο Παναγιώτης Κοτσώνης (Βιολί), ο Βασίλης Καλαγκιάς (Λαούτο) και η Ράνια Κουτρούλη (Παραδοσιακά κρουστά).

 

Διογένης Μαλτέζος : υπάρχει ελπίδα

 

Η γιαγιά άναψε το τζάκι και

Μάζεψε γύρω τα εγγονάκια της.

«Μια φορά κι έναν καιρό…»,

άρχισε να λέει.

Όμως η φωνή της δεν ακουγόταν.

Η τηλεόραση έπαιζε δυνατά.

«Γιαγιά», είπαν τα εγγονάκια,

«πήγαινε να κοιμηθείς·

δε χρειάζονται τώρα τα παραμύθια σου».

«Ναι, παιδάκια μου, έχετε δίκιο.

Τα παραμύθια πέθαναν.

Οι γιαγιάδες δεν χρειάζονται πια.

Ήρθε χειμώνας».

(…δι’ ελέου και φόβου…, 2008, «Ήρθε χειμώνας», σ. 31)

 

Διογένης Μαλτέζος

Διογένης Μαλτέζος

Ήρθε χειμώνας πράγματι. Ο Διογένης Μαλτέζος έχοντας βουτήξει τη σκέψη του σε αρχαίους και νέους κλασικούς, γνωρίζει καλά τη συμβολική διάσταση της εποχής του πάγου και του χιονιού. «Βαρύς ενέσκυψε χειμών» καθώς γράφει για μια άλλη γιαγιά, τη σταχομαζώχτρα του, ο Άγιος των γραμμάτων Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Χειμώνας στη σκέψη, στις σχέσεις, στο πνεύμα. Χειμώνας που στερεί στον άνθρωπο το ελάχιστο της αξιοπρέπειάς του, το φαγητό! Μοναχικοί, ζευγάρια και ανθρώπινες αγέλες, ψάχνουν αυτό το ελάχιστο σε κάδους σκουπιδιών που ακόμα συντηρούν τη φήμη τους ως αποδεκτών της καταναλωτικής μανίας  μιας μάζας που θεωρεί πως ένδειξη αξιοπρέπειας είναι να αγοράζεις και να πετάς. Άσε να φάνε και οι πεινασμένοι….

Ήρθε χειμώνας πράγματι. Ο Διογένης Μαλτέζος γνωρίζει καλά το τραγούδι της ευλογημένης ελιάς παρέα με τη φωτιά στο τζάκι. Και είναι το πρώτο παρήγορο μήνυμα που δέχεται καταμεσής του χειμώνα. Της μιλάει και του μιλάει. Κάνει τον απολογισμό της: «Φεύγω ευτυχισμένη· γεννήθηκα για το καλό. Μάζεψα σταγόνα σταγόνα το λάδι. Δεν το κράτησα για τον εαυτό μου. Το έδωσα. Ήταν ζωή και φως. Φώτισα ανθρώπους και αγίους. Ο λύχνος τα βράδια και το καντηλάκι μπροστά στις εικόνες το δικό μου λάδι έκαιγαν. Και τούτη τη στιγμή που φεύγω καίγομαι για να σας ζεστάνω. Η ζωή μου είχε νόημα». Η ώρα πέρασε. Ο κορμός κάηκε, έγινε στάχτη. Ώρα να πάει για ύπνο. Το πρωί τον περιμένει σκληρή δουλειά. Χάρηκε με τη σκέψη αυτή. Θα είναι κι αυτός χρήσιμος. Η ελιά έκανε το χρέος της. Ο παππούς έμεινε πιστός Τοις Κείνων ρήμασι πειθόμενος. Η γιαγιά δεν άφησε παιδιά κι εγγόνια να πεινάσουν. Αυτός; Πρέπει κι αυτός να γίνει γέφυρα να περάσουν άλλοι.

 

Ο Διογένης Μαλτέζος σε νεώτερη ηλικία.

Ο Διογένης Μαλτέζος σε νεώτερη ηλικία.

 

Ο Διογένης Μαλτέζος μαζεύει ώρα την ώρα, μέρα τη μέρα, τις εμπειρίες ζωής και προσπαθεί να τις αποδώσει εκεί που τις χρειάζονται. Στην επόμενη γενιά που δεν αφήνει ο μανιασμένος αέρας και το κρύο του χειμώνα να γευτούν το καταστάλαγμα αυτής της εμπειρίας. Υπάρχει ελπίδα μας φωνάζει  στηρίζοντας την πίστη αυτή σε όσα από αιώνες έφτασαν με τον ίδιο τρόπο στο μυαλό και την καρδιά του. Το καταστάλαγμα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, τη βυζαντινή διαίσθηση για τον κόσμο, τη δύναμη των εικόνων, των λέξεων και των νοημάτων της σκέψης των μεγάλων Ρώσων κλασικών, τα συναισθήματα και τους λεπτούς συμβολισμούς των σύγχρονων Ελλήνων μαστόρων των γραμμάτων και τεχνών. Το πέρασμά του από την εκπαίδευση συμπλήρωσε και ενδυνάμωσε την πίστη στις δυνατότητες των νέων και έδωσε νόημα στις υπαρξιακές του αναζητήσεις. Ο Διογένης Μαλτέζος κοινωνεί ιδέες, απόψεις και νοήματα στην παρέα, στον κόσμο που υπάρχει γύρω του, αναζητεί ευκαιρίες να διαλογιστεί μαζί του, να καταγράψει προοπτικές και να στοιχειοθετήσει το νόημα μιας ελπίδας υπαρκτής για το τέλος του καταχείμωνου. Την ερημιά του παγωμένου τοπίου δεν θα την αφήσουμε να μπαίνει στην ψυχή μας, γράφει στο «Καλό χειμώνα»,  θα ‘χουμε συντροφιά πρόσωπα αγαπημένα και άλλες φωνές σοφές, κλεισμένες στα βιβλία, θα είναι πάντα πρόθυμες να μας ξεναγήσουν μέσα στο απέραντο βασίλειο του πνεύματος.

 

Διογένης Μαλτέζος

Ο Διογένης Μαλτέζος σε νεώτερη ηλικία.

 

Όχι τα παραμύθια δεν πέθαναν και οι γιαγιάδες χρειάζονται όσο ποτέ άλλοτε. Μ’ αυτές θα μεγαλώσουν τα παιδιά όσο θα λείπουν οι γονείς από το σπίτι. Στις ιστορίες τους θα αναπαυθεί η φαντασία και θα γεννηθούν τα πρώτα όνειρα. Στις γλυκές κουταλιές του ζεστού φαγητού τους θα αναπτυχθούν οι θαυμασμοί και οι αγάπες για τα ανθρώπινα και με το ζεστό πιάτο θα καταλάβουν για πρώτη φορά πως η αξιοπρέπεια είναι για τον άνθρωπο ότι το χώμα και το νερό για το φυτό…. ζωή! Κι όταν θα νιώσουν την θαλπωρή που αναδύεται απ’ της γιαγιάς την αγάπη και τα χάδια, σ’ αυτήν θα δώσουνε το πιο γλυκό φιλί πριν με χαρούμενες φωνές καλοδεχτούν την επιστροφή των γονιών στο σπίτι.

Καθώς όλες αυτές οι εικόνες ξεπηδούν από το έργο του Διογένη Μαλτέζου,  βγαίνουν μονάχες τους μια-μια οι λέξεις σαν αντιδώρημα στο έργο αυτό: όχι! Δεν θα αφήσουμε να χαθούν οι γιαγιάδες, ούτε τα παραμύθια τους. Εμείς θα συνεχίσουμε ν’ ανάβουμε το τζάκι, με προσοχή θρησκευτική θα βάζουμε τις γιαγιάδες μας στην πολυθρόνα και παρακλητικά θα τους σιγοτραγουδάμε: Κόκκινη κλωστή δεμένη – στην ανέμη τυλιγμένη – δώσ’ της κλώτσο να γυρίσει – παραμύθι ν’ αρχινίσει.

 Γιώργος Κόνδης

Το «Το μειδίαμα του Σωκράτη» του Πέτρου Λυγίζου –  18 Δεκεμβρίου στο Βουλευτικό Ναυπλίου


 

Έξω η νύχτα έμοιαζε να μην ήθελε να τελειώσει. Ένας αγέρας έτρεχε ορμητικός πάνω απ’ τη σκοτεινή θάλασσα αφήνοντας γύρω ένα απόκοσμο βουητό, κι εγώ – αμήχανος, σκεπτικός, αναποφάσιστος – έβλεπα πίσω απ’ το τεχνητό χαμόγελο των ηδονιζόμενων συμποσιαστών το μειδίαμα του Σωκράτη, και μέσα στο ακόρεστο βλέμμα τους τη διαπεραστική ματιά του ιδιαίτατου εκείνου ανθρώπου, που μέσα σε λίγες μέρες μου είχε έμμεσα –μα συγχρόνως τόσο άμεσα κι επίμονα– θέσει τόσα ερωτηματικά, όσα δεν είχαν συστηματικά διατυπώσει οι περίφημοι δάσκαλοί μου επί είκοσι περίπου χρόνια. Ήταν πια επιτακτική η ανάγκη να κάνω κάτι. Απ’ το επόμενο κιόλας πρωινό θα επιχειρούσα με μεγαλύτερη προσπάθεια να τον συναντήσω. Ήταν ο μόνος τρόπος να πετύχω την απαραίτητη ειρήνευση μέσα μου, ν’ αποφασίσω τι πραγματικά ήθελα, να κατανοήσω αν οι πατρικές συμβουλές δεν ήταν παρά αυστηρές εντολές…

 

Το μειδίαμα του Σωκράτη

Το μειδίαμα του Σωκράτη

Κυκλοφορεί το ιστορικό – φιλοσοφικό μυθιστόρημα του Πέτρου Λυγίζου «Το μειδίαμα του Σωκράτη». Η παρουσίασή του θα γίνει την Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016 στις 8 το βράδυ στο Βουλευτικό Ναυπλίου.

Για το συγγραφέα και το έργο του θα μιλήσουν οι φιλόλογοι Βασιλική Τράκα και Καλλιόπη Καλποδήμου. Τη δραματοποιημένη απόδοση αποσπασμάτων του βιβλίου έχουν αναλάβει ο Κωνσταντίνος Σπηλιώτης και η Ελισάβετ Γεωργίου. Παίζουν η Ελισάβετ Γεωργίου και η Γωγώ Σπηλιοπούλου. Σκηνοθετεί ο Κωνσταντίνος Σπηλιώτης.

Το εν λόγω μυθιστόρημα διεκδικεί το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας.

Η εκδήλωση πραγματοποιείται με την υποστήριξη του ΣΦΑ Αργολίδας και της Ένωσης Συγγραφέων και Λογοτεχνών Αργολίδας.

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών – «Διχαστική δημοκρατία: Ο ελληνικός κοινοβουλευτισμός μεταξύ «κανονικότητας» και «εκτροπής», 1843-2016»


 

  

«Events Series 2016-2017»

«Κοινωνίες σε κρίση: οικονομία, πολιτική, πολιτισμός»

 

 Harvard

Harvard

Την Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2016 και ώρα 7.00 μ.μ., το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο διοργανώνει  διάλεξη του Nίκου Αλιβιζάτου, Ομότιμου Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου, Νομική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο  Βουλευτικό, Ναυπλίου.

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο της σειράς διαλέξεων και εκδηλώσεων «Events Series 2016-2017» θα είναι:«Διχαστική δημοκρατία: Ο ελληνικός κοινοβουλευτισμός μεταξύ «κανονικότητας» και «εκτροπής», 1843-2016».

Συνομιλητής: Νίκος Παπασπύρου, Λέκτορας Δημοσίου Δικαίου, Νομική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Σύντομη περίληψη της διάλεξης 

 

Μαζί με τα χρόνια της Κατοχής (1941-44), οι περίοδοι των δικτατορικών εκτροπών στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας δεν ξεπερνούν αθροιστικά τα 17 χρόνια (που είναι συγκριτικά πολύ λίγα για ένα νεο-ιδρυμένο κράτος-έθνος στην Ευρώπη). Αυτό δεν σημαίνει ότι τα υπόλοιπα 156 χρόνια αφ’ ότου εκλέχθηκε η Εθνοσυνέλευση της 3ης Σεπτεμβρίου, το 1843, ήταν «κανονικά». Πλειοψηφικός – και, κατά τούτο, έντονα αντιπαραθετικός, σύμφωνα με το βρετανικό δικομματικό μοντέλο – ο ελληνικός κοινοβουλευτισμός ήταν επί πλέον, σχεδόν πάντοτε, διχαστικός. Το στοιχείο αυτό, μπορεί να ενίσχυε τη νομιμοποίησή του στον ελληνικό λαό, προσέδιδε όμως στην οικονομική ζωή της χώρας τη χαρακτηριστική εκείνη αστάθεια, η οποία διαψεύδει κάθε τόσο τις προσδοκίες να γίνει επιτέλους η Ελλάδα μια «φυσιολογική» χώρα.

 

Βιογραφικό σημείωμα του Νίκου Κ. Αλιβιζάτου

 

Ο Νίκος Κ. Αλιβιζάτος είναι καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949, κατάγεται όμως από την Κεφαλονιά και τη Χίο. Πτυχιούχος της Νομικής Αθηνών (1972), πήρε το διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο Paris II το 1977, με επιβλέποντα καθηγητή τον Georges Vedel. Στα βιβλία του περιλαμβάνονται Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας (Θεμέλιο, 1983), Κράτος και ραδιοτηλεόραση. Η θεσμική διάσταση (Αντ. Σάκκουλας, 1986), Ο αβέβαιος εκσυγχρονισμός (Πόλις, 2001), Πέρ’ απ’ το 16. Τα πριν και τα μετά (Μεταίχμιο, 2007) και Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία, 1800-2010 (Πόλις, 2011), Ποια δημοκρατία μετά την κρίση; (Πόλις 2013), Πραγματιστές, δημαγωγοί και ονειροπόλοι. Πολιτικοί, διανοούμενοι και η πρόκληση της εξουσίας (Πόλις, 2015). Από το 1978, ασκεί ενεργό δικηγορία στο Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Στρασβούργου.

 

Βιογραφικό σημείωμα του Νίκου Ι. Παπασπύρου

 

Ο Νίκος Ι. Παπασπύρου είναι λέκτορας Δημοσίου Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών. Απόφοιτος της Νομικής Σχολής Αθηνών, έλαβε μεταπτυχιακούς τίτλους στην Οξφόρδη και το Χάρβαρντ και ανακηρύχθηκε διδάκτωρ νομικών επιστημών στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ το 2000, όπου και διατέλεσε graduate fellow στο Κέντρο Ethics and the Professions. Υπηρέτησε ως Ειδικός Γραμματέας της Βουλής των Ελλήνων το διάστημα Οκτώβριος 2009 – Οκτώβριος 2016.

Βελιζιώτη Α. Μαρία


 

Μαρία Βελιζιώτη

Η Μαρία Α. Βελιζιώτη γεννήθηκε το 1965 στο Άργος. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και παράλληλα αποφοίτησε από το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών. Κατέχει πιστοποιημένη εξειδίκευση του Πανεπιστημίου Αθηνών στη θεματική: «Μαθησιακές Δυσκολίες, Δυσλεξία, Συμβουλευτική».

Υπηρετεί από το 1993 σε δημόσια Γυμνάσια και Λύκεια. Δίνει ιδιαίτερη σημασία στη δημιουργική σκέψη και γραφή  και για το σκοπό αυτό έχει σχεδιάσει και υλοποιήσει τρία ετήσια προγράμματα με τους μαθητές της: Ασκήσεις Ποίησης (2010-11), Δημιουργική Ανάγνωση της Ποίησης του Κ. Π. Καβάφη (2011-12), Οι Λέξεις είναι τα Κλειδιά (2015-16). Δημιουργίες των μαθητών της, μάλιστα, στα παραπάνω προγράμματα έχουν αποσπάσει Πανελλήνια Βραβεία Ποίησης.

Επίσης, έχει επιμεληθεί τρεις ερευνητικές εργασίες Τοπικής Ιστορίας που βασίζονται σε προσωπικές αυθεντικές μαρτυρίες κατοίκων της ευρύτερης περιοχής του Άργους: Αφηγήσεις Πολέμου 1941-44 (2012-13), Η Εξωτερική Μετανάστευση των Αργείων τον 20ο Αιώνα (2013-14), Ο Θεσμός του Γάμου και της Οικογενείας στην Ευρύτερη Περιοχή του Άργους τον 20ο Αιώνα (2014-15).

Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:

  • Λάμδα (2008), έκδοση του Δήμου Άργους-Μυκηνών
  • Η άνοιξη εκεί που τελείωνε ο δρόμος (2009), εκδόσεις Πάραλος.
  • Στο Ελάχιστο Μόλις (2017), έκδοση της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού.

Είναι παντρεμένη με τον δάσκαλο Δημήτρη Κώνστα και έχουν αποκτήσει δύο παιδιά.

Πολυ(δ)ίψιον Άργος  – Μυθολογία και Γεωλογία |Μαρία Βασιλείου, Βιολόγος-Ωκεανογράφος


 

Η Γεωμυθολογία είναι το διεπιστημονικό πεδίο, που προσπαθεί να ανακαλύψει την σχέση των αρχαίων μύθων και του παλαιοπεριβάλλοντος, δηλαδή του γεωλογικού περιβάλλοντος των πρώτων ανθρώπων, μέσα στο οποίο αναπτύχθηκαν οι πρώιμοι πολιτισμοί [1].

Οι γεωλογικές διεργασίες που οφείλονται σε γεωλογικά γεγονότα, όπως, οι κλιματοευστατικές κινήσεις, η ανύψωση ή η μείωση των πάγων, οι κλιματικές αλλαγές, οι προσχώσεις νήσων, ακτών οι αλλαγές στις κοίτες των ποταμών έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην μετανάστευση των ειδών και στην εγκατάσταση των πρώτων ανθρώπων. Τα μεμονωμένα γεωλογικά γεγονότα, όπως οι εκρήξεις ηφαιστείων, οι πλημμύρες, οι σεισμοί, οι κατολισθήσεις, οι κομήτες αλλάζουν επίσης δραστικά την ζωή ολόκληρων εθνών μόνιμα ή προσωρινά και εξ αιτίας των απότομων μεταβολών που προκαλούν, αποτελούν υλικό των μύθων. Αυτό το αδιαμόρφωτο σύνολο διασπάσθηκε στην συνέχεια, σε ό,τι αποτέλεσε τις ξεχωριστές πλευρές της ανθρώπινης σκέψης, την επιστήμη, την τέχνη, την θρησκεία, την φιλοσοφία.

Μεταξύ του 18.000 και 6.000 b.p. στον «Ελληνικό χώρο» συνέβησαν έντονες γεωπεριβαλλοντικές αλλαγές, που αποτέλεσαν για τους κατοίκους του Αιγαίου τραυματικά γεγονότα. Επίσης οι κλιματικές ανακατατάξεις των τελευταίων 18.000 χρόνων μετέβαλλαν δραστικά και την μορφολογία του χώρου.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα καιρικά φαινόμενα ήταν σημαντικά για τον άνθρωπο εκείνης της εποχής που είχε περάσει από το στάδιο του τροφοσυλλέκτη στο στάδιο του τροφοπαραγωγού και εξαρτιόταν από την καλλιέργεια της γης.

Κατά τον καθηγητή Η. Μαριολάκο, οι μάχες μεταξύ γενεών των θεών και μεταξύ θεών, για τις οποίες έγραψαν ο Ησίοδος και ο Όμηρος, πρέπει να έγιναν στην περίοδο των σφοδρών ανακατατάξεων του 18.000 και 6.000 b.p.

Ο μύθος αρχικά, ήταν ο καθημερινός λόγος των πρωτόγονων ανθρώπων, ο οποίος βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση με την εμπειρία τους. Στον λόγο αυτό συνυπάρχουν η πραγματική αιτία, αλλά και ένας ποιητικός, δεισιδαιμονικός τρόπος σκέψης που αποτελούσε κάποτε ολόκληρη την πνευματική ζωή της κοινωνίας και το έδαφος πάνω στο οποίο διαμορφώθηκε η ανθρώπινη σκέψη [2]. Οι άνθρωποι λοιπόν, «ερμήνευσαν» και «χρέωσαν»  τις καταστροφές που συνέβησαν στους Θεούς τους, οι οποίοι πολλές φορές στην προσπάθειά τους να επιβληθούν παρουσιάζονται εξαπατητές, ψεύτες και ανήθικοι σαν εγκληματίες [3].

Όταν η περιοχή πήρε τη σημερινή της μορφή, η γη έπαψε να οργιάζει και οι νέοι θεοί ήταν υπεύθυνοι γι αυτό το καλό. Ίσως η νέα γενιά θεών συμβολίζει και την νέα μορφή του φυσικού περιβάλλοντος που αντικατέστησε το προηγούμενο.

Φαίνεται λοιπόν ότι οι μύθοι ενός λαού είναι σαν ιστορικά ντοκουμέντα προφορικής παράδοσης που περιέχουν και μνήμες επεξήγησης  των γεωλογικών φαινομένων, που έδωσαν και την αφορμή στην επινόησή τους. Οι μύθοι αυτοί διασκορπίσθηκαν και επηρέασαν τους γύρω πολιτισμούς και σε κάποιες περιπτώσεις έφτασαν μέχρι και την σημερινή εποχή [4].

 

Άποψη του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα και τον ποταμό Ίναχο με το πολύτοξο γεφύρι. Ανιστόρητη χαλκογραφία, Johann Friedrich Gronovius,17ος αιώνας.

Άποψη του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα και τον ποταμό Ίναχο με το πολύτοξο γεφύρι. Ανιστόρητη χαλκογραφία, Johann Friedrich Gronovius,17ος αιώνας.

 

Ας δούμε πως περιγράφει Ο Στράβων στα «Γεωγραφικά» του την αργολική πεδιάδα

Πολυ(δ)ίψιον Άργος

«Η δε πόλις του Άργους έχει κτιστεί σε έδαφος γενικώς επίπεδο και έχει ως ακρόπολη λόφο, ο οποίος λέγεται Λάρισα και του οποίου ο περίβολος είναι αρκετά ισχυρός, στην κορυφή του δε υπάρχει ναός του Δία΄ρέει δε πλησίον της πόλης ο ποταμός Ίναχος, είδος χειμάρρου γεμάτου με χαράδρες, που πηγάζει από το όρος Λύρκειο. Στον μύθο ως γνωστόν ο ποταμός αυτός έχει άλλη πηγή, αλλά όπως είπαμε παραπάνω, αυτό είναι πλάσμα των ποιητών. Πρέπει δε να υπάρχει επίσης πλάσμα των ποιητών στην παράδοση η οποία μας λέει ότι το Άργος στερούνταν τελείως νερού, πριν ή «οι Δαναοί από τον ξηρό αυτό τόπο κάνουν τόπο δροσερό και υγρό».

Όλη πράγματι η χώρα γύρω από την πόλη είναι χαμηλή και αυλακώνεται από ρεύματα υδάτων ή είναι καλυμμένη από λίμνες και έλη και η ίδια η πόλη τροφοδοτείται άφθονα με νερό από πηγάδια, τα οποία συναντά κανείς σε κάθε βήμα και τα οποία είναι πολύ αβαθή. Έχουν μόνο άδικο να κατηγορούν τον Όμηρο γι’ αυτό και για το ότι προσπαθεί να παρασύρει και εμάς στην πλάνη: «και εγώ θα επέστρεφα γεμάτος όνειδος στο ξηρό Άργος». Εδώ πράγματι η λέξη πολυδίψιον βρίσκεται αντί της λέξης πολυπόθητον και έχει την σημασία του πολύ αγαπητού, το οποίο πολλοί διψούν.Ίσως η αληθινή γραφή είναι πολυίψιον, χωρίς δ, όπως είναι η λέξη πολύφθορο στο Σοφοκλή «και ο οίκος αυτός των Πελοπιδών τόσο σκληρά χτυπημένος», γιατί το ρήμα ίψασθαι σημαίνει κάποια φθορά και βλάβη «τώρα μεν δοκιμάζει, αμέσως δε έπειτα η οργή του θα στραφεί κατά των γιών των Αχαιών». Πρέπει να προσθέσουμε ότι στο εν λόγω χωρίο δεν πρόκειται για την πόλη του Άργους, στην οποία δεν έμελλε να γυρίσει ο Αγαμέμνονας, αλλά για ολόκληρη την Πελοπόννησο, η οποία δεν είναι και αυτή βεβαίως διψασμένη από νερό… Ένας ποταμός, ο οποίος διαρρέει το έδαφος του Άργους είναι ο Ίναχος.Υπάρχει όμως και άλλος ποταμός, ο Ερασίνος, ο οποίος πηγάζει από την Στυμφαλία και μάλιστα από την εκεί λίμνη που λέγεται Στυμφαλίδα, η οποία υπήρξε τόσο ονομαστή για τα φτερωτά εκείνα τέρατα, τα οποία ονομάζονταν και αυτά Στυμφαλίδες όρνιθες και τα οποία ο Ηρακλής έδιωξε από εκεί με τα χτυπήματα του τόξου του και βοηθούμενος από τον θόρυβο των τυμπάνων.’Αλλά λένε ότι ο ποταμός αυτός, προτού εισέλθει στην Αργολίδα και διασχίσει ολόκληρη την πεδιάδα του Άργους, δηλαδή ο Ερασίνος, χάνεται κάτω από τη γη και έπειτα εμφανίζεται και γεμίζει νερά την πεδιάδα……πρέπει να μνημονεύσουμε και πηγή που βρίσκεται κοντά στην Λέρνα και λέγεται Αμυμώνη. Η δε Λέρνα, η οποία ανήκει στο έδαφος του Άργους και των Μυκηνών, υπήρξε το μέρος όπου ο Ηρακλής κατά τον Μύθο φόνευσε την Ύδρα. Για τους καθαρμούς δε που γίνονταν στα ύδατα της λίμνης αυτής, προήλθε η παροιμιώδης έκφραση: «ολόκληρη η Λέρνα γεμάτη από κακά». Η χώρα μεν ολόκληρη παραδέχονται, ότι είναι γεμάτη από νερά, λένε όμως ότι αυτή η πόλη είχε κτισθεί σε τοποθεσία άνυδρη, έχει όμως πολλά φρέατα, τα οποία οφείλει στην ευτυχή ανακάλυψη των θυγατέρων του Δαναού, από αυτό αναφέρουν τον στίχο του Ησίοδου «Άργος στερούνταν ύδατος αλλά χάρη στις Δαναίδες, το ύδωρ αφθονεί σ’αυτό. Δείχνουν δε ακόμη και  σήμερα τέσσερα από τα φρέατα αυτά, τα οποία θεωρούνται ιερά και τυγχάνουν εξαιρετικού σεβασμού, επιμένουν δε να μας δείχνουν την ξηρότητα του εδάφους μέσα στην αφθονία των υδάτων» [5].

 

Τοπίο στον Ίναχο. D. Cox jun. Από το βιβλίο του Christopher Wordsworth, «Greece Pictorial, Descriptive and Historical». London 1844.

Τοπίο στον Ίναχο. D. Cox jun. Από το βιβλίο του Christopher Wordsworth, «Greece Pictorial, Descriptive and Historical». London 1844.

 

Στην Πρώιμη εποχή του χαλκού η στάθμη της θάλασσας ήταν 4,7 χλμ πάνω από την σημερινή ακτογραμμή και φυσικά η αργολική πεδιάδα ήταν καλυμμένη από νερό. Είχε σχηματισθεί ένα φυσικό παράκτιο φράγμα και μία λίμνη γλυκού νερού, που εκτεινόταν από την Λέρνα ως το Άργος, ενώ η υπερχείλιση του Ίναχου είχε κάνει τις πεδιάδες που διέσχιζε, πολύ εύφορες. Στην Αργολίδα άλλωστε, αποδίδεται  ο κατακλυσμός του Ίναχου, που συνδέεται με τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα.

Όταν αργότερα τα νερά αποσύρθηκαν, από κλιματοευστατικές μεταβολές, ολόκληρο το Αργό πεδίο μετατράπηκε σε εύφορο τόπο. Έτσι μπορεί να δικαιολογείται και ο μύθος που λέει ότι ο Φορωνέας, απόγονος του Ίναχου, συγκέντρωσε σε άστυ τους ανθρώπους που μέχρι τότε ζούσαν στα βουνά. Με την αποστράγγιση της πεδιάδας σχετίζεται και μύθος που λέει ότι ο Ίναχος έκρινε τη διαφορά μεταξύ Ήρας και Ποσειδώνα για την κατοχή του Άργους και όταν ψήφισε υπέρ της Ήρας, ο Ποσειδώνας του επέτρεψε να έχει νερά μόνο τον χειμώνα, τον μετέτρεψε δηλαδή σε χείμαρρο [6].

Το μαρτύριο των Δαναίδων. Μετά την δολοφονία των συζύγων τους καταδικάστηκαν - εκτός της Υπερμνήστρας - από τους Κριτές του Κάτω Κόσμου να γεμίζουν με νερό ένα τρύπιο πιθάρι. Ένα ακόμη χαρακτικό από τα 60 της συλλογής Mr Favereau, τα οποία δημοσίευσε ο Αbbe de Marolles, στο βιβλίο του « Ο Ναός του Μουσών».

Το μαρτύριο των Δαναίδων. Μετά την δολοφονία των συζύγων τους καταδικάστηκαν – εκτός της Υπερμνήστρας – από τους Κριτές του Κάτω Κόσμου να γεμίζουν με νερό ένα τρύπιο πιθάρι. Ένα ακόμη χαρακτικό από τα 60 της συλλογής Mr Favereau, τα οποία δημοσίευσε ο Αbbe de Marolles, στο βιβλίο του « Ο Ναός του Μουσών».

Ο Δαναός (2850-500 π.χ), που πιθανόν ήρθε αυτήν την περίοδο, βρήκε το Άργος άνυδρο. Το τρύπιο πιθάρι (τετρημένος πίθος) που οι πενήντα κόρες του Δαναού καταδικάσθηκαν να προσπαθούν αιώνια να γεμίσουν στον Άδη, είναι μια οπτικοποιημένη και μυθολογική αναλογία για το πώς μάζες νερού χάνονται από την επιφάνεια μέσα σε καρστικούς λάκκους και καταβόθρες.Το πιθάρι πιθανώς απεικονίζει συγκεκριμένα τα καρστικά ανοίγματα, τα χάσματα και τις ρωγμές μέσω των οποίων τα επιφανειακά ύδατα βυθίζονται [7].

Ο Ηρακλής αντίθετα ήρθε στην περιοχή όταν αυτή είχε μετατραπεί σε έλος [8]. Ο Η. Μαριολάκος [9], δίνοντας μια γεωμυθολογική ερμηνεία της Λερναίας Ύδρας αναφέρει τα εξής: «Η πηγή της Λέρνας είναι μια τυπική καρστική πηγή, που συνδέεται υπογείως με καταβόθρες με μία ορεινή λεκάνη απορροής. Μια τέτοια πηγή εκβάλλει από πολλά σημεία, ανάλογα με την εποχή του έτους και τα ατμοσφαιρικά κατακρημνίσματα. Κάθε κεφάλι αποτελεί ένα σημείο εκροής. Ακόμα όμως και αν το νερό είναι λίγο, το κεντρικό στόμιο της Λέρνας δεν έχει ποτέ στερέψει. Αν προσπαθήσει κανείς κλείνοντας το άνοιγμα να αποκόψει τη ροή σ’ ένα σημείο της πηγής, το νερό θα εκβάλλει από άλλα δύο ίσως και περισσότερα σημεία, αφού η πηγή αποτελεί ένα υπόγειο σύστημα συγκοινωνούντων αγωγών. Το κόψιμο τελικά και της αθάνατης κεφαλής συμβολίζει την διευθέτηση από τον ήρωα, της ροής του νερού προς την θάλασσα. Οι άθλοι του Ηρακλή με την Λερναία Ύδρα και τις Στυμφαλίδες Όρνιθες σχετιζονται με υδραυλικού περιεχομένου έργα του ήρωα. Άλλωστε όλοι οι γεώμυθοι του Ηρακλή σχετίζονται με το γεωπεριβάλλον του τόπου στον οποίον αναφέρονται και αφορούν εγγειοβελτιωτικά και υδραυλικά έργα που καλυτέρεψαν την ζωή των κατοίκων των περιοχών αυτών ή εμπλέκονται με ιδιαίτερες συνθήκες και γεωλογικά μορφώματα [10].

 

Στην παραπάνω εικόνα αποτυπώνεται η ανασύσταση της περιοχής του Άργους σε διάφορες περιόδους. (Λυριτζής, Ραυτοπούλου, 1998).

Στην παραπάνω εικόνα αποτυπώνεται η ανασύσταση της περιοχής του Άργους σε διάφορες περιόδους. (Λυριτζής, Ραυτοπούλου, 1998).

 

Οι παραπάνω μύθοι για την ίδια περιοχή μιλούν για διαφορετικές υδρογεωλογικές συνθήκες π.χ ο μύθος για τον Δαναό μιλά για ανυδρία, ο μύθος για τον Ηρακλή μιλά για έλος και ο μύθος για τον Ποσειδώνα και την Ήρα για ποτάμια που στερεύουν καθώς και για γεωλογικούς σχηματισμούς που έχουν χαθεί, όπως η Αλκυονία λίμνη και το έλος της Λέρνας.

Γενικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η περιοχή του Άργους υπέστη, από την Εποχή του Χαλκού και μετά, έντονες φυσικογεωλογικές μεταβολές, που αποτυπώθηκαν στην μνήμη των κατοίκων και μεταφέρθηκαν στις επόμενες γενιές, μέσω των μύθων.

 

 Υποσημειώσεις


[1] Μαριολάκος, 2005.

[2] Λάμπρου, 2003.

[3] Μαριολάκος, 2005.

[4] Piccardi et Masse, 2007.

[5] Στράβων, Γεωγραφικά 8.6.7. μετάφραση Πάπυρος, 1975.

[6]  Απολλόδωρος 2.1.4 Παυσανίας 8.22.2.

[7]  Clendelon,2009.

[8] Λυριτζής, Ραυτοπούλου, 1998.

[9] Μαριολάκος, 1998.

[10] Μαριολάκος, 2011 Γεωμυθολογική προσέγγιση των άθλων και των άλλων έργων του Ηρακλή.

 

Βιβλιογραφία


  • Λυριτζής Ι., Ραυτοπούλου Μ., (1998), «Αργολίδα: Σύνδεση των προϊστορικών μύθων με τα γεω-περιβαλλοντικά και αρχαιολογικά στοιχεία», Περιοδικό Αρχαιολογία και Τέχνες, Τεύχος 69, σελ. 60-66.
  • Μαριολάκος Ηλίας, (2005), «Έριδες μεταξύ των Θεών στην Ελληνική Μυθολογία. Μία Γεωμυθολογική– Φυσικογεωλογική Προσέγγιση», Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Σώμα Ομοτίμων Καθηγητών.
  • Ψύχας Π, (2006), …100.000 χρόνια ανθρώπινης παρουσίας στην Αργολίδα, Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Νέας Κίου.
  • Μαριολάκος Ηλίας, (2010), «Γεωμυθολογική προσέγγιση των άθλων και των άλλων έργων του Ηρακλή», εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 26-1-2010.
  • Γεωμυθολογία http://geomythology.awardspace.com/2008
  • Διδακτορική Διατριβή, Σοφία Φαρμάκη,(2013) «’Ατλας Γεωμυθολογίας της Πελοποννήσου, σύνδεση αρχαιολογίας και γεωλογίας», Πάτρα 2013.

Μαρία Βασιλείου

Βιολόγος-Ωκεανογράφος

MS, στην Οργάνωση και Διοίκηση, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

 

Διαβάστε ακόμη:

Μαυροβούνιοι Εθελοντές στον Εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων στα 1821. Ιωάννης Α. Παπαδριανός.  Βαλκανικά Σύμμεικτα, τόμος 11 (1999-2000)-Περιοδική έκδοση του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου


 

Η απόφαση των Ελλήνων να πάρουν το 1821 τα όπλα εναντίον των Τούρκων συγκίνησε βαθιά τις ψυχές και των άλλων βαλκανικών λαών, οι οποίοι στέναζαν και αυτοί κάτω από τον ίδιο σκληρό ζυγό της δουλείας. Για τον λόγο αυτόν η εξέγερση των Ελλήνων μετατράπηκε σε πόλο έλξης, γύρω από τον οποίο συσπειρώθηκαν όλες οι προοδευτικές δυνάμεις της Βαλκανικής Χερσονήσου. Ο παμβαλκανικός χαρακτήρας του ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος φαίνεται κυρίους στη συμμετοχή σ’ αυτόν πολλών Βαλκάνιων εθελοντών, μεταξύ των οποίων αρκετοί κατάγονταν από το Μαυροβούνιο [1].

Ήδη από την αρχή της εισηγήσεώς [2] μας οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι, ενώ για τους Ευρωπαίους και τους Αμερικανούς εθελοντές υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία, για τους εθελοντές από τα Βαλκάνια, που συμμετείχαν στους αγώνες για την απελευθέρωση της Ελλάδας, έχουν γραφτεί πολύ λίγα [3]. Η διαφορά των κοινωνικών συστημάτων και η καχυποψία, που επικράτησαν ανάμεσα στους βαλκανικούς λαούς μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αποτέλεσαν τη βασική αιτία για την καθυστέρηση της διαβαλκανικής έρευνας. Τα τελευταία όμως χρόνια άρχισαν σιγά-σιγά να έρχονται στην επιφάνεια πολύτιμες αρχειακές πηγές, οι οποίες μας βοηθούν να καθορίσουμε, κατά το δυνατόν, την έκταση της συμμετοχής των Βαλκάνιων εθελοντών στην επαναστατημένη Ελλάδα, καθώς και την ποιότητα των υπηρεσιών τους προς αυτήν. Αρκετοί από τους παραπάνω εθελοντές κατάγονταν από το Μαυροβούνιο, πρόσφεραν δε και αυτοί, όπως και οι υπόλοιποι Βαλκάνιοι εθελοντές, πολύτιμες υπηρεσίες στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων. Με τους Μαυροβούνιους ακριβώς εθελοντές, που πολέμησαν στο πλευρό των επαναστατημένων Ελλήνων στα 1821, προτιθέμεθα να ασχοληθούμε στην παρούσα ανακοίνωση. Επειδή όμως τα χρονικά όρια μιας εισήγησης είναι περιορισμένα, θα αναγκασθούμε εδώ να εξετάσουμε μόνο ορισμένους από τους εθελοντές αυτούς· προηγούμενος όμως, ας μας επιτραπεί να παραθέσουμε μερικές γενικές  διαπιστώσεις. Συγκεκριμένα:

1) Τα Μαυροβουνιώτικα σώματα, στα οποία περιλαμβάνονταν και άλλοι Βαλκάνιοι, και κυρίως Σέρβοι, στην αρχή βρίσκονταν κάτω από τη γενική αρχηγία Έλληνα οπλαρχηγού. Με το πέρασμα όμως του χρόνου και την ανάδειξη ηγετικών ικανοτήτων των στελεχών τους τα παραπάνω σώματα απέκτησαν αυτοτέλεια δράσης και κίνησης και συνεργάζονταν κατά τρόπο ισότιμο με τα ελληνικά σώματα [4].

2) Πολλοί Μαυροβούνιοι μαχητές της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, ήδη από τα μέσα του 1824, κατέλαβαν ανώτερα ή ανώτατα στρατιωτικά αξιώματα χάρη στις πολεμικές τους αρετές, την εμπειρία και τα διοικητικά τους προσόντα [5].

3) Ορισμένοι από τους Μαυροβούνιους εθελοντές εξελληνίστηκαν πέρα ως πέρα, έμαθαν την ελληνική γλώσσα, πολιτογραφήθηκαν Έλληνες και συνήθισαν γρήγορα στον ελληνικό τρόπο σκέψεως και ζωής. Επίσης, αρκετοί από τους απογόνους των εθελοντών αυτών θα ακολουθήσουν τη στρατιωτική σταδιοδρομία των πατέρων τους και θα διακριθούν στα διάφορα πεδία των μαχών [6].

4) Οι περισσότεροι από τους Μαυροβούνιους μαχητές, θέλοντας κυρίως να εξασφαλίσουν τους συγγενείς τους που εξακολουθούσαν να ζουν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους από τυχόν τουρκικά αντίποινα, μετέβαλλαν αμέσως μετά την ενεργό συμμετοχή τους στον Ελληνικό αγώνα, το επώνυμό τους. Γι’ αυτό και στα σωζόμενα έγγραφα αναγράφεται μόνο το βαφτιστικό τους όνομα, στο οποίο προστίθεται, ως επώνυμο, το όνομα της εθνικότητας ή της πόλης της καταγωγής τους [7].

5) Η συμμετοχή των Μαυροβουνίων εθελοντών, όπως και των άλλων Βαλκάνιων, στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 υπαγορευόταν από διαφόρους λόγους. Άλλοι πίστευαν ότι ο αγώνας των Ελλήνων θα είχε ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση και της δίκης τους πατρίδας και άλλοι νόμιζαν ότι έφθασε η αποφασιστική στιγμή για την οριστική μονομαχία «υπέρ πίστεως και πατρίδας». Ορισμένοι, πάλι, πήραν μέρος στον Αγώνα υπακούοντας στην επαναστατική τους ορμή· τέλος, υπήρχαν και εθελοντές που προσχώρησαν στην Ελληνική Επανάσταση κάτω από την πίεση ποικίλων περιστατικών [8].

Έπειτα από τις γενικές αυτές διαπιστώσεις, ας δούμε ορισμένους από τους Μαυροβούνιους συναγωνιστές των Ελλήνων επαναστατών στα 1821. Διευκρινίζουμε δε εδώ ότι, κατά την παράθεση των ονοματεπωνύμων, θα ακολουθηθεί η αλφαβητική – ελληνική – σειρά.

Συγκεκριμένα:

Μαυροβουνιώτης Βάσος (1797-1847). Μαυροβουνιώτης οπλαρχηγός κατά τους χρόνους του ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος και σπουδαίος στρατιωτικός παράγοντας κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα με σημαντική πολιτική επιρροή Γεννήθηκε στο Πετροπαύλιτς του Μαυροβούνιου το έτος 1797 και γύρω στα 1817, μαζί με σημαντικό αριθμό συγγενών του, κατέφυγε στη Μικρά Ασία για να αποφύγει διώξεις των τουρκικών αρχών της πατρίδας του. Δυστυχώς, τα στοιχεία, που διαθέτουμε για τη δράση του στη Μικρά Ασία, είναι ελάχιστα. Το πιθανότερο είναι να είχε εργαστεί ως επιστάτης σε κτήματα Οθωμανού γαιοκτήμονα ή σε κάποια τουρκική στρατιωτική υπηρεσία. Το 1820 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Μικρά Ασία, κυνηγημένος για αξιέπαινη πράξη. Κατέφυγε τότε στην Αθήνα και εντάχτηκε ως μπαϊρακτάρης στον στρατό του «σιλιχτάρη» (διοικητή) της πόλης Μπαμπά πασά, ο οποίος ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει εναντίον του Αλή πασά του Τεπελενλή που είχε αποστατήσει από την Υψηλή Πύλη [9].

Προσωπογραφία του αγωνιστή Βάσου Μαυροβουνιώτη (1797-1847). Λάδι σε μουσαμά, έργο του Νικηφόρου Λύτρα, Μουσείο Μπενάκη.

Προσωπογραφία του αγωνιστή Βάσου Μαυροβουνιώτη (1797-1847). Λάδι σε μουσαμά, έργο του Νικηφόρου Λύτρα, Μουσείο Μπενάκη.

Κατά την επαναστατική περίοδο 1821-1827, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης [10] έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο. Αφού καθιερώθηκε κατά το πρώτο έτος του Αγώνα (1821), μαζί με τον φίλο του Νικόλαο Κριεζώτη, ως στρατιωτικός παράγοντας στην περιοχή της νήσου Εύβοιας, πήρε μέρος σε αιματηρές μάχες εναντίον του Ομέρ πασά της επαρχίας Καρυστίας, όπως στα Στύρα όπου τραυματίστηκε, στις Πετριές και στο Κάδι, ενώ κατά το δεύτερο έτος της Επανάστασης (1822) αντιμετώπισε επιτυχώς τους Τούρκους στρατιωτικούς Ομέρ μπέη, Τζαχαρτζή – Αλή πασά και Σανδή – Ντίμπα στα Πολιτικά, στα Βρυσάκια, στα Βλαχοχώρια, στη Βάθεια και πάλιν στα Στύρα (12 Ιανουάριου 1822).

Το έτος 1823, έχοντας ήδη πάρει τους βαθμούς του πεντακοσιάρχου και κατόπιν του χιλιάρχου, αμύνθηκε με γενναιότητα στην τοποθεσία Πύργος του Καστροβαλά, η οποία βρισκόταν στο γνωστό λιμάνι της Κύμης, εναντίον του Γεπτσάραγα [11]. Επίσης το ίδιο έτος εξεστράτευσε με 300 άντρες του και με πλοία Ψαριανά εναντίον της σπουδαίας για την Επανάσταση νήσου της Θάσου· εκεί, μολονότι υπήρχε αρκετός τουρκικός στρατός, κατέστρεψε ολοκληρωτικά σχεδόν το οθωμανικό στοιχείο της νήσου [12]. Κατά τη διάρκεια δε του επόμενου χρόνου (1824), οπότε και ανέβηκε στο αξίωμα του στρατηγού [13], μεταφέρθηκε με το σώμα του στην Ύδρα και ανέλαβε τη φύλαξή της νήσου αυτής, η οποία παρείχε στον Αγώνα τα περισσότερα και καλύτερα πλοία.

Αλλά η δραστηριότητα του Μαυροβουνιώτη στρατηγού θα συνεχιστεί και κατά τα επόμενα χρόνια [14]. Έτσι, το 1825, με διαταγή της κυβέρνησης προωθείται στην Πελοπόννησο και παίρνει μέρος στις μάχες του Νεοκάστρου (15/27 Μαρτίου) και του Κρεμμυδιού εναντίον του Ιμπραήμ πασά, ο οποίος απειλούσε να καταπνίξει την Επανάσταση. Μετά την καταστροφή δε των ελληνικών δυνάμεων στο Κρεμμύδι (17/19 Απριλίου), επανήλθε στη Στερεά Ελλάδα και διατάχτηκε να επιτεθεί εναντίον των Σαλώνων (Άμφισσας). Εδώ πολιόρκησε στενά τους Τούρκους, αλλά, λόγω ελλείψεως τροφίμων, αναγκάστηκε να μεταβεί στη θέση Φουντάνα, όπου και επέφερε μεγάλη καταστροφή στον εχθρό πολεμώντας σαν πραγματικός ήρωας. Επίσης, κατά το ίδιο έτος διεξήγε με επιτυχία πολεμικές επιχειρήσεις στις Θερμοπύλες και στη Ρούσσα εναντίον του Κεχαγιάμπεη [15].

Τον επόμενο χρόνο (1826), ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, έλαβε μέρος σε μια εκστρατεία εναντίον του μακρινού Λιβάνου, η οποία, εκτός από τολμηρή, ήταν ταυτόχρονα και αυθαίρετη αφού δεν είχε την έγκριση της Προσωρινής Διοίκησης της επαναστατημένης Ελλάδας. Συγκεκριμένα, ο εγκαταστημένος από το 1820 στον Λίβανο έμπορος Χατζή Στάθης Ρέζης, που είχε στενές σχέσεις με τον εμίρη της περιοχής Μπεσίρ και ο οποίος είχε παρουσιαστεί στο Βουλευτικό Σώμα ισχυριζόμενος ότι διερμήνευε τις γνώμες των προυχόντων του Λιβάνου, είχε προτείνει στις 25 Οκτωβρίου του 1824 συμμαχία της χώρας εκείνης με την Ελλάδα με αντικειμενικούς σκοπούς την απελευθέρωση του Λιβάνου και της Κύπρου από την τουρκική σκλαβιά· μια τέτοια δε συμμαχία, τόνιζε ο Ρεζής, θα δημιουργούσε σοβαρό αντιπερισπασμό στις δυνάμεις του σουλτάνου και του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, ο οποίος είχε στείλει τον θετό γιο τον Ιμπραΐμ στην Πελοπόννησο με εντολή να καταπνίξει με κάθε τρόπο την επανάσταση. Το Βουλευτικό Σώμα δέχτηκε την πρόταση και ενέκρινε ως αντιπροσώπους του τον Χατζή Στάθη Ρέζη, τον Αντώνιο Τζούνη και τον Κύπριο αγωνιστή Χαράλαμπο Μάλη. Αλλά και το Εκτελεστικό Σώμα, αν και κάπως αργά, με έγγραφό του της 13ης Ιουλίου του 1825 ενέκρινε την παραπάνω απόφαση και ζήτησε από τον Ρεζή να συνοδεύσει και να καθοδηγήσει, ως γνώστης προσώπων και πραγμάτων, τους Έλληνες απεσταλμένους. Τον Τζούνη δε, ο οποίος αρνήθηκε τελικά να συμμετάσχει στην αποστολή, τον αντικατέστησε ο Γρηγόριος Δενδρινός, επίσκοπος Ευδοκιάδος. Όλους λοιπόν αυτούς η Προσωρινή Διοίκηση τους εφοδιάζει με έγγραφα προς τον εμίρη Μπεσίρ, προς τους φυλάρχους, τους ιερωμένους και τους προκρίτους του Λιβάνου, για να συνεννοηθούν μαζί τους για τους τρόπους της συνεργασίας των δύο τόσο απομακρυσμένων χωρών [16]. Αλλά και μια άλλη παράλληλη κίνηση παρατηρείται τότε που προερχόταν από ορισμένους Κύπριους πρόσφυγες, οι οποίοι, εμφορούμενοι από θερμό πατριωτισμό, φθάνουν ως τη σύλληψη σχεδίων που, υλοποιούμενα, θα είχαν απρόβλεπτες συνέπειες για την Κύπρο και την επαναστατημένη Ελλάδα γενικότερα [17].

Τα σχέδια όμως των εκστρατειών εναντίον του Λιβάνου και της Κύπρου γίνονταν σε μια περίοδο που η Προσωρινή Διοίκηση είχε να αντιμετωπίσει σοβαρότερα εσωτερικά προβλήματα, όπως ήταν η θανάσιμη απειλή του Ιμπραΐμ στην Πελοπόννησο και οι συντονισμένες επιχειρήσεις του Κιουταχή πασά στη Στερεά Ελλάδα που έτειναν στην κατάπνιξη της επανάστασης στην περιοχή. Γι’ αυτό και τα εν λόγω σχέδια εγκαταλείφθηκαν από την Προσωρινή Διοίκηση. Οι συζητούμενες, ωστόσο, επιχειρήσεις έγιναν γνωστές σ’ ένα κύκλο τολμηρών στρατιωτικών, όπως του Βάσου Μαυροβουνιώτη, του Χατζή Μιχάλη Ταλιάνου και του Νικόλαου Κριεζώτη, οι οποίοι έβλεπαν ότι ένα τέτοιο εγχείρημα θα μπορούσε να τους φέρει όχι μόνο πολεμική δόξα, αλλά και σημαντικά υλικά κέρδη. Οι κινήσεις όμως αυτές των στρατιωτικών, αν και ήταν μυστικές, δεν άργησαν να γίνουν αντιληπτές από τον Κύπριο πατριώτη Χαράλαμπο Μάλη, ο οποίος επιθυμούσε η εκστρατεία εναντίον του Λιβάνου και της Κύπρου να πραγματοποιηθεί υπό τον έλεγχο των επισήμων πολιτικιών αρχών και όχι να πάρει τη μορφή ιδιωτικής επιχείρησης και με ιδιοτελείς σκοπούς· γι’ αυτό και έσπευσε να ειδοποιήσει την ελληνική κυβέρνηση. Έτσι, με αναφορά του της 29ης Ιανουάριου 1826 προς το Βουλευτικό Σώμα κατήγγειλε τις ύποπτες κινήσεις των στρατιωτικών και ζήτησε να ληφθούν μέτρα εναντίον των πρωταγωνιστών των κινήσεων αυτών [18].

Η ελληνική κυβέρνηση, που δεν είχε πληροφορίες για τις παραπάνω μυστικές ζυμώσεις, ζητεί από το Βουλευτικό Σώμα να καταβάλλει κάθε προσπάθεια, ώστε να εμποδιστεί το παράτολμο εγχείρημα των στρατιωτικών. Με το ίδιο δε πνεύμα γράφει και προς τους προκρίτους των νησιών Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών, καθώς και στην ψυχή του Αγώνα Θεόδωρο Κολοκοτρώνη που επηρέαζε αποφασιστικά τους στρατιωτικούς κύκλους. Παρόλα αυτά, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης και οι ομοϊδεάτες του εμμένουν στα σχέδιά τους και αναπτύσσουν έντονη δραστηριότητα για την πραγματοποίησή τους. Ως τόπος συγκέντρωσης ορίζεται η νήσος Κέα (Τζια), στην οποία, κατά το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του 1825 ως το Φεβρουάριο του 1826, συρρέουν διάφοροι οπλοφόροι υπό την αρχηγία του Βάσου Μαυροβουνιώτη, του Χατζή Μιχάλη Ταλιάνου, του Νικολάου Κριεζώτη, του Σταύρου Λιακόπουλου και του Χατζή Στεφάν ή Βούλγαρη που συνολικά θα ξεπεράσουν τους 2.000 άνδρες. Οι οπλοφόροι όπως αυτοί, επειδή δεν βοηθούνταν από την κυβέρνηση, αναγκάζονταν πολλές φορές να καταπιέζουν τους κατοίκους της περιοχής για να τους προμηθεύσουν τρόφιμα [19].

Τέλος, κατά το τέλος Φεβρουάριου, το σώμα των οπλοφόρων αναχώρησε με 14 καράβια, στις αρχές δε Μαρτίου έφτασε στις ακτές της Συρίας έξω από τη Βηρυτό, όπου έκαμε απόβαση και κατέλαβε έναν ακρινό παραθαλάσσιο πύργο και μερικά σπίτια· απ’ εκεί ήλθε σε επαφή με τον εμίρη Μπεσίρ, αλλά αυτός ζήτησε από τους οπλαρχηγούς τα πληρεξούσιά τους γράμματα, τα οποία βέβαια αυτοί δεν διέθεταν. Διατάχτηκαν λοιπόν να αναχωρήσουν, όσο το δυνατόν γρηγορότερα, προτού συγκεντρωθούν και επιτεθούν εναντίον τους οι Άραβες. Έτσι αναγκάστηκαν, στις 25 Μαρτίου, να φύγουν άπρακτοι και να παραιτηθούν από μια τολμηρή επιχείρηση σε ξένη χώρα σε εποχή, κατά την οποία η παρουσία και η συνδρομή τους στο πολιορκούμενο Μεσολόγγι που περνούσε αγωνιώδεις στιγμές θα ήταν ανεκτίμητη. Κατά την επιστροφή τους, προσέγγισαν στην Κύπρο, όπου τρομοκράτησαν τους Τούρκους κατοίκους του νησιού, έπιασαν κατόπιν στα παράλια της Κιλικίας ένα αυστριακό καράβι και, τέλος, μέσω της νήσου Άνδρου ξαναγύρισαν στην επαναστατημένη Ελλάδα [20].

Μετά την επιστροφή από το Λίβανο, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα διακριθεί στη μάχη στη θέση «Λυκόραμα», απέναντι από τα νησιά Πεταλιοί [21]. Στη θέση αυτή θα φθάσει στις 5 Απριλίου του 1826 ο Μαυροβουνιώτης πολέμαρχος με 800 περίπου άνδρες και με τρία πολεμικά πλοία και μαζί με τον Νικ. Κριεζώτη και Χατζή Μιχάλη Ταλιάνο θα σώσει τους Έλληνες από τον ασφυκτικό τουρκικό κλοιό, που είχε σχηματιστεί γύρω από αυτούς [22]. Κατά τους υπόλοιπους δε μήνες του 1826 ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα λάβει ενεργό μέρος σε τρεις μάχες στα Λιόσια της Αττικής εναντίον του σιλιχτάρη και κατόπιν σε δύο μάχες στο Χαϊδάρι και την Ελευσίνα εναντίον του Ρούμελη – Βαλεσί Κιουταχή πασά, όπου θα εκτιμηθούν από την ελληνική κυβέρνηση δεόντως τα στρατιωτικά του προσόντα [23]. Αλλά και κατά το επόμενο έτος (1827) ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα πολεμήσει με πείσμα εναντίον Κιουταχή πασά και κυρίως στο Καματερό και στη Λιάτανη [24].

Κατά τους εμφυλίους πολέμους (1824-1825), ο Βάσος Μαυροβουνιώτης συστοιχήθηκε, όπως άλλωστε και η συντριπτική πλειοψηφία των μη Πελοποννησίων οπλαρχηγών, με την πλευρά των λεγομένων κυβερνητικών, επικεφαλής των οποίων βρισκόταν η οικογένεια των Κουντουριωτών. Από πολιτική δε άποψη ήταν ενταγμένος στο Γαλλικό κόμμα του Ιωάννη Κωλέττη, διατηρώντας όμως ταυτόχρονα και μια ανεξαρτησία κινήσεων, καθώς, με τον αδελφοποιτό του Νικόλαο Κριεζώτη και ορισμένους άλλους μεγαλοκαπετάνιους της Ανατολικής Στερεός, είχαν συμπήξει ξεχωριστή στρατιωτικοπολιτική ομάδα μέσα στους κόλπους του Γαλλικού κόμματος [25].

Κατά τη διάρκεια της Καποδιστριακής περιόδου, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης εντάχτηκε στον νέο στρατιωτικό οργανισμό του Κυβερνήτη, δηλαδή στις χιλιαρχίες και ανέλαβε τη διοίκηση της ΣΤ’ Χιλιαρχίας. Σαν διοικητής δε της χιλιαρχίας αυτής πολέμησε σε μια σειρά ολόκληρη μαχών για την ανακατάληψη της Στερεάς Ελλάδας· συγκεκριμένα, στο Στεβενίκο και Λιβαδειά κατά του Ομέρ πασά της Καρύστου, στην πολιορκία της ακρόπολης της Άμφισσας εναντίον του Μεχμέτ – Ντέβολη, στο Μαρτίνο της Λιβαδειάς εναντίον του Μαγιούτ πασά και, τέλος, στη Λιθάδα της Εύβοιας κατά του Ομέρ πασά. Αλλά και τον επόμενο χρόνο (1829), έδωσε δύο σκληρές μάχες κατά του «σιλιχτάρη» στα Χάσια της Αττικής (Άγιος Ιωάννης), τερματίζοντας έτσι μια πλούσια στρατιωτική σταδιοδρομία με συμμετοχή σε τριανταέξι περίπου μάχες, πολιορκίες και εκστρατείες [26].

Η Οθωμανική περίοδος υπήρξε η πιο ευνοϊκή για τον Βάσο Μαυροβουνιώτη. Ο Μαυροβουνιώτης πολέμαρχος ήταν ένας από τους λίγους ατάκτους αξιωματικούς της προηγούμενης περιόδου που κατόρθωσαν να ενταχθούν στον νέο Οθωνικό στρατό. Η σταδιοδρομία του υπήρξε εντυπωσιακή: μέλος της επιτροπής που είχε σαν σκοπό να εξετάσει τις εκδουλεύσεις που παρείχαν και τη διαγωγή που επέδειξαν κατά την Επανάσταση οι αξιωματικοί των ατάκτων σωμάτων (1833)· συνταγματάρχης – επιθεωρητής Αττικής και Βοιωτίας (1834)· αρχηγός της Οροφυλακής Φθιώτιδας (1836)· υποστράτηγος (1843) και βασιλικός υπασπιστής (1846) [27].

Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης υπήρξε μια από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές της περιόδου που έζησε. Ο φυγάς του Μαυροβούνιου και της Μικρός Ασίας ήρθε στην επαναστατημένη Ελλάδα και, χωρίς να ανήκει στα παλαιά μεγάλα αρματολικά τζάκια, κατόρθωσε, στηριγμένος μόνο στα προσόντα του [28], να ανέβει στις υψηλές βαθμίδες της στρατιωτικής ιεραρχίας και να παίξει σημαντικό ρόλο στην κοινωνία της μετεπαναστατικής Ελλάδας. Πέθανε σχετικά νέος στις 9 Ιουνίου 1847, από πνευμονία [29].

Σχετικά με την οικογενειακή κατάσταση του Μαυροβουνιώτη πολέμαρχου, γνωρίζουμε ότι παντρεύτηκε μια από τις πιο διάσημες γυναίκες της εποχής την Ελέγκω (Ελένη) Μαυροβουνιώτη, το γένος Ιωαννίτη [30], και απέκτησε μαζί της τέσσερις γιους: τον Γεώργιο, τον Τιμολέοντα, τον Αλέξανδρο και τον Κωνσταντίνο. Από τους γιους της Ελέγκως και του Βάσου Μαυροβουνιώτη θα αναδειχτεί κυρίως ο Τιμολέων, ο οποίος, εκτός από τα άλλα, θα διακριθεί και κατά την Κρητική Επανάσταση του 1897 [31].

Μαυροβουνιώτης Ράντος. Αδελφός του Βάσου. Πολέμησε ηρωικά επί τρία έτη εναντίον των Τούρκων στη νήσο Εύβοια- το τέταρτο δε έτος της επανάστασης στο νησί Ψαρά, όπου έδειξε απαράμιλλη ανδρεία. Συγκεκριμένα, στις 21 Ιουνίου του 1824 ισχυρός τουρκικός στρατός αποβιβάστηκε στο νησί με σκοπό να το καταστρέφει. Ο Ράντος Μαυροβουνιώτης, ο οποίος μαζί με τον Λάμπρο Κασσανδρινό είχε αναλάβει την άμυνα του νησιού, στη θέση Φτελιό απέκρουσε τρεις ισχυρές τουρκικές επιθέσεις, αλλά το απόγευμα άρχισαν να τον περικυκλώνουν οι εχθροί και γι’ αυτό αναγκάστηκε να υποχωρήσει στο φρούριο του νησιού. Εδώ διεξήχτηκε άγρια πάλη και τελικά, όταν ο Ράντος είδε ότι δεν υπήρχε καμιά ελπίδα σωτηρίας, έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη και ανατινάχτηκε στον αέρα μαζί με τους συμπολεμιστές του παρασύροντας στον θάνατο και 3000 Τούρκους [32].

Μοντενεγρίνος Τζωάννος. Διακρίθηκε κυρίως κατά τις πολιορκίες πόλεων σημαντική δε ήταν η συμβολή του κατά την πολιορκία και άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) σπουδαίου στρατηγικού κέντρου της Πελοποννήσου. Ο Δημήτριος Υψηλάντης, η ελληνική αυτή ψυχή της επανάστασης, επαινεί την ειλικρίνεια και την παρρησία, με την οποία εξέφραζε τις απόψεις του ο Μαυροβουνιώτης αγωνιστής [33].

Ουïτζ (De Wintz) Μαυροβουνιώτης στρατηγός που είχε πολεμήσει υπό τις σημαίες του Μεγάλου Ναπολέοντος. Ευρισκόμενος στο Λονδίνο, επιδίωξε, σε συνεργασία με ορισμένους Άγγλους και Κύπριους εξόριστους, να καταρτίσει στρατιωτικό σώμα από 2.000 εθελοντές ή μισθοφόρους Ευρωπαίους και να κατέλθει στην Ελλάδα και στην Κύπρο, για να πολεμήσει εναντίον των Τούρκων (1823-1824). Προς τον σκοπό αυτόν επιχείρησε να συνάψει ελληνικό ή κυπριακό δάνειο στο Λονδίνο, αλλά ήλθε σε αντίθεση με την ελληνική επαναστατική επιτροπή που έδρευε στην αγγλική πρωτεύουσα [34]. Τον Αύγουστο του 1824 έστειλε τον γιο του στην Ελλάδα, για να επιτύχει την έγκριση της Ελληνικής Κυβερνήσεως για το επιδιωκόμενο δάνειο, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο Ουΐτζ είχε επίσης αποστείλει μέσω του Άγγλου συνταγματάρχη Delaways στην Ελλάδα το από 12 Σεπτεμβρίου 1823 πολεμικό σχέδιο ιδίας εμπνεύσεως, το οποίο απέβλεπε στην απελευθέρωση της Ελλάδας. Από τα έγγραφα, που απευθύνει ο Μαυροβούνιος αυτός στρατηγός προς την Ελληνική Διοίκηση, φαίνεται ο θερμός φιλελληνισμός του [35].

Τζούροβιτς Γρηγόριος, οπλαρχηγός. Υπηρέτησε την ελληνική επανάσταση έχοντας υπό τις οδηγίες του επίλεκτη ομάδα στρατιωτών. Με αναφορά του που υποβάλλει, την 1η Νοεμβρίου 1828 από τον Πόρο, προς τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια, εκθέτει τις υπηρεσίες, που πρόσφερε στον Αγώνα, και ζητεί ανάλογη εργασία. Επίσης, συνυποβάλλει βεβαίωση του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, Γενικού Γραμματέα της Ελληνικής Διοίκησης, στην οποία τονίζεται η συναίσθηση του καθήκοντος που διείπε πάντοτε τις πράξεις του Μαυροβουνιώτη εθελοντή [36]. Αλλά δεν ήταν μόνο το στρατιωτικό στάδιο που διακρίθηκε ο Γρηγόριος Τζούροβιτς· εξίσου άξιος φάνηκε και κατά τη διπλωματική αποστολή που του ανέθεσε η διοίκηση του Αγώνα στα 1824 να μεταβεί στο Μαυροβούνιο και να συζητήσει με τον αρχηγό της χώρας Πέτρο Α΄ Πέτροβιτς Νιέγκος ζητήματα κοινής ελληνομαυροβουνιώτικης δράσης κατά των Τούρκων [37].

Ας ανακεφαλαιώσουμε: Οι Μαυροβουνιώτες εθελοντές στην Ελληνική Παλιγγενεσία του 1821 αποτελούν τρανότατο δείγμα της διαβαλκανικής συνεργασίας κατά τους νεότερους χρόνους. Οι στενές όμως ελληνομαυροβουνιώτικες σχέσεις δεν θα σταματήσουν εδώ, αλλά θα συνεχισθούν και κατά τους επόμενους χρόνους, για να φτάσουν και πάλι στο ύψιστο σημείο τους το 1912, με τη σύμπηξη της άρρηκτης βαλκανικής συμμαχίας.

Παραθέτουμε εδώ σε μορφή pdf, κατά τρόπο ενδεικτικό, ορισμένα μόνο από τα έγγραφα τα οποία χρησιμοποιήσαμε κατά τη σύνταξη της παρούσας εργασίας μας.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Joanis Papadrianos, «Grcki ustanak 1821. godine i Crnogorci», Istonjski zapisi 3 (1996).

[2] Οι βασικές αρχές του θέματος αυτού αποτέλεσαν εισήγηση στο Ά Ελληνομαυροβουνιώτικο Συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στο Μαυροβούνιο τον Μάιο του 1997 στα σέρβικα. Το κείμενο δίνεται εδώ στην ελληνική γλώσσα.

[3] E. Πρωτοψάλτης, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι φιλέλληνες κατά την επανάσταση του 1821», A’. Ελληνοσερβικό Συμπόσιο, Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 1979. σ. 65.

[4] Βλ. Σπ. Λουκάτου. «Σέρβοι, Μαυροβούνιοι και Βόσνιοι μαχητές της Ελληνικής Ανεξαρτησίας», Α’,  Ελληνοσερβικό  Συμπόσιο, Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 1979, σ. 105-106.

[5] Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Βάσου Μαυροβουνιώτη, ο οποίος από νωρίς τιμήθηκε με το αξίωμα του χιλίαρχου (βλ. Αβ. Χρυσολόγη, Βάσος Μαυροβουνιώτης, Αθήναι 1876, passim).

[6] Αναφέρουμε εδώ, ενδεικτικό, τον Τιμολέοντα Βάσο, γιο του Βάσου του Μαυροβουνιώτη. Ο οποίος, εκτός από τα άλλα, διακρίθηκε και κατά την Κρητική Επανάσταση του 1897 (βλ. Λουκάτου, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι μαχητές», σ. 109).

[7] Οι εξαιρέσεις που Μαυροβούνιοι μαχητές διατήρησαν τα πατρωνυμικά τους επίθετα, όπως των Ιωάννη Ράντοβιτς και Γρηγορίου Τζούροβιτς, είναι σπάνιες [βλ. Πρωτοψάλτη, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι φιλέλληνες», σ. 79-80).

[8] Nικολάι Τυντόρωφ, Η βαλκανική διάσταση της επανάστασης του 1821. Η περίπτωση των Βουλγάρων, Αθήνα 1982, σ. 67.

[9] Βλ. λεπτομέρειες- Χρυσολόγης, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 15-16.

[10] Εδώ ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θρήνησε τον θάνατο ενός από τους πιο γενναίους οπλαρχηγούς του Αγώνα, του Ηλία Μαυρομιχάλη που επονομαζόταν Μπεϊζαντέν (βλ. Χρυσολόγη, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 16-18).

[11] Ο ηρωισμός και γενικά οι στρατιωτικές ικανότητες, που επέδειξε ο Βάσος Μαυροβουνιώτης κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις στη νήσο Εύβοια, φαίνεται ολοκάθαρα από μια βεβαίωση που του χορήγησε ο Άρειος Πάγος (το Ανώτατο Δικαστήριο) στις 5 Φεβρουάριου του 1823. (βλ. στο υπ’ αριθμό/έγγραφο στο τέλος του άρθρου μας).

[12] Βλ. Χρυσυλόγη, Βάσσος Μαυροβουνιώτης, σ. 20. Πρβλ. και Στέφανος Π. Παπαγεωργίου, «Μαυροβουνιώτης Βάσος», Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (εκδοτική Αθηνών), τ. 6, Αθήνα χ. χρ., σ. 91.

[13] To terminus ante quem της αναδείξεως του Βάσου Μαυροβουνιώτη στο αξίωμα του στρατηγού πρέπει να είναι η 23η Σεπτεμβρίου 1824, όπως καταφαίνεται από ένα έγγραφο που φέρνει την ημερομηνία αυτή [βλ. Δουκάτου, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι μαχητές», σ. 127].

[14] Μολονότι η κυβέρνηση εξακολουθούσε να μην πληρώνει τους οφειλομένους μισθούς σ’ αυτόν και στους άνδρες του (βλ. στο υπ’ αριθμό 2 ντοκουμέντο στο τέλος της εργασίας μας).

[15] Οι τελευταίες αυτές νίκες του Βάσου Μαυροβουνιώτη βεβαιώνονται από μια επίσημη έκθεση, την οποία συνέταξε στις 20 Οκτωβρίου του 1825 στο στρατόπεδο των Σαλώνων ο συμπολεμιστής του Μαυροβουνιώτη στρατηγού Νικόλαος Κριεζώτης (βλ. στο υπ’ αριθμό 3 ντοκουμέντο στο τέλος του άρθρου μας).

[16] Βλ. Ε. Πρωτοψάλτη, «Αυθαίρετος εκστρατεία των Ελλήνων εις Λίβανον», Αθηνά 58 (1954), σ. 243 κ. ε. Σπ. Λουκάτος, «Προσπάθειαι ελληνο-συρολιβανικής συμμαχίας κατά την Ελλην. Εξανάστασιν (1822-1828)», Μνημοσύνη 3 (1970-1971), σ. 328 κ.ε.

[17] Ε. Πρωτοψάλτης, Η Κύπρος εις τον Αγώνα τον 1821, Αθήναι 1971, σ. 75 κ.ε. Απόστολος Ε. Βακαλόπουλυς, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 7, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 538.

[18] Πρωτοψάλτης, «Αυθαίρετος εκστρατεία», 262-263. Βακαλόπουλος, Ιστορία, τ. 7, σ. 539.

[19] Την εκστρατεία εναντίον του Λιβάνου εξετάζει διεξοδικά και ο βιογράφος του Βάσου Μαυροβουνιώτη AB. Ν. Χρυσολόγης, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 32-38. Η εξέταση όμως σε πολλά σημεία της αγγίζει τα όρια του ιστορικού διηγήματος και τούτο, γιατί ο βιογράφος του Μαυροβουνιώτη πολεμάρχου δεν διαθέτει αξιόπιστα τεκμήρια.

[20]  Πρωτοψάλτης, «Αυθαίρετος εκστρατεία», σ. 273-274: Βακαλόπουλος, Ιστορία, τ. 7, σ. 539-540.

[21] Οι Πεταλιοί είναι σύμπλεγμα από μικρά νησιά στο νοτιοδυτικό άκρο της μεγαλονήσου Εύβοιας.

[22] Βλ. Βακαλοπούλου, Ιστορία, τ. 7, σ. 530-531, όπου και η υπόλοιπη βιβλιογραφία.

[23]  Όπως κυρίως φαίνεται από το υπ’ αριθμό 4 έγγραφο που δημοσιεύεται στο τέλος της μελέτης μας.

[24] Χρυσολόγης, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 59 κ.ε. Παπαγεωργίου, «Μαυροβουνιώτης Βάσσος», σ. 91.

[25] Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, ως οπαδός της παράταξης των κυβερνητικών – Κουντουριωτών και του Γαλλικού κόμματος, συνεργάστηκε στενά με έναν άλλο σπουδαίο Βαλκάνιο εθελοντή, τον Χατζή Χρήστο Ντάγκοβιτς (βλ. Ιωάννη Α. Παπαδριανού, Η Ελληνική Παλιγγενεσία του 1821 και η βαλκανική της διάσταση. Κομοτηνή 1996, σ. 40, σημ. 16).

[26] Χρυσολόγης, Βάσσος Μαυροβουνιώτης, σ. 66 κ.ε.

[27] Παπαγεωργίου, «Μαυροβουνιώτης Βάσσος», σ. 92

[28] Η φιλοπατρία, η ανδρεία και η πειθαρχία προς τους ανώτερους του ήταν τα προσόντα που διέκριναν τον Βάσο Μαυροβουνιώτη. Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους στην Αθήνα σώζεται σειρά ολόκληρη εγγράφων της Ελληνικής διοίκησης, στα οποία τονίζονται τα παραπάνω προσόντα του Μαυροβουνιώτη πολεμάρχου [βλ. Λουκάτου, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι μαχητές», σ. 138 κ.ε.].

[29] Την τελευταία ημέρα του θανάτου του, τον επισκέφτηκε ο βασιλέας Όθων και τον ρώτησε αν έχει να εκφράσει κάποια επιθυμία για την οικογένεια του. «Η μόνη μου επιθυμία», απάντησε ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, «είναι τα παιδιά μου να σας δουν να εισέρχεστε στην Κωνσταντινούπολη» (βλ. Χρυσολόγου, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 64).

[30] Η Ελέγκω είχε φήμη καλλονής «… έλαμπε από ομορφιά και ήταν γεμάτη από χαρίσματα» και είχε γοητεύσει και τον γνωστό ποιητή Π. Σούτσο. Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα παντρευτεί αργότερα για Δεύτερη φορά την Υδραία Μπίλλιω, από την οποία θα αποκτήσει και μια κόρη, την Πέτρα. Παρόλα αυτά η Ελέγκω αντιμετωπιζόταν και τότε ως Ελέγκω Βάσου Μαυροβουνιώτη και, μετά τον θάνατο του συζύγου της Βάσου, ως η χήρα του (βλ. Δημητρίου Π. Πασχάλη, Η Άνδρος κατά την Επανάσταση του 1821 Αθήναι 1930, σ. 73 κ.ε.).

[31]  Τη σχετική βιβλιογραφία βλ. παραπάνω, σ. 246, σημ. 5.

[32] Βλ. σχετικά στο υπ’ αριθμό 5 ντοκουμέντο που Δημοσιεύεται στο τέλος της εργασίας μας.

[33] Γενικά Αρχεία του Κράτους, Συλλογή Βλαχογιάννη, Εκτελεστικόν Σώμα, 27 Απριλίου 1823.

[34] Πρωτοψάλτης, Η Κύπρος, α. 18 κ.ε.

[35] Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, έκδοση Ε. Πρωτοψάλτη, τ. 3, Αθήναι 1968,0.394-396,925

[36] Γενικά Αρχεία του Κράτους, Γενική Γραμματεία, φάκ. 148, αριθμ. 7 και 8.

[37] Σπ. Λουκάτος, Σχέσεις Ελλήνων μετά Σέρβων και Μαυροβουνίων κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν (1823-1826), Θεσσαλονίκη 1970, σ. 119.

Ιωάννης Α. Παπαδριανός

 

Διαβάστε ακόμη:

Ομιλία του Επίκουρου Καθηγητή Φιλοσοφίας  Γεωργίου Στείρη στο Δαναό


 

ΔΑΝΑΟΣO Σύλλογος Αργείων «O Δαναός» έχει την τιμή και την ευχαρίστηση να σας αναγγείλει, ότι  την Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2016   και ώρα 6.30 μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» θα μιλήσει: ο κ. Γεώργιος Στείρης Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας στο Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με θέμα: «Η σύγχρονη δημοκρατία και τα δεινά της: λαϊκισμός, μεσσιανισμός, ελιτισμός»

Γεώργιος Στείρης

Γεώργιος Στείρης

Γεώργιος Στείρης

Ο Γεώργιος Στείρης είναι Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας των Μέσων Χρόνων και της Αναγέννησης στη Δύση, στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Κιβέρι Αργολίδας. Σπούδασε στα Πανεπιστήμια Κρήτης και Αθηνών. Έχει διδάξει, πέραν του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, το ΕΑΠ και το Paideia Program του University of Connecticut.

Είναι Γενικός Γραμματέας της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας. Ανακηρύχθηκε Επίτιμος Δημότης Χίου για την προσφορά του στην προαγωγή της φιλοσοφικής έρευνας (2012). Επίσης, του απονεμήθηκε το χρυσό μετάλλιο του Al-Farabi Kazakh National University (Kazakhstan) για την προσφορά του στην μελέτη της αραβικής φιλοσοφίας (2015).

Έχει δημοσιεύσει τέσσερεις μονογραφίες και 39 επιστημονικά άρθρα (σε πέντε γλώσσες), έχει επιμεληθεί την έκδοση τριών συλλογικών τόμων και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε 31 επιστημονικά συνέδρια στο εξωτερικό (Ευρώπη, Αμερική, Ασία).

Έχει δώσει διαλέξεις και συμμετάσχει ως ομιλητής σε 40 επιστημονικά συνέδρια στην Ευρώπη, την Αμερική και την Ασία. Είναι μέλος επιστημονικών ενώσεων και κριτής επιστημονικών περιοδικών και προγραμμάτων στις ΗΠΑ, το Βέλγιο και τη Μεγάλη Βρετανία.

 

Εγκαίνια του καινούργιου χώρου «Θέατρο πρόταση» του συλλόγου Πολιτιστική Αργολική Πρόταση 


 

Την Κυριακή 4 Δεκεμβρίου στις 7:30 μ.μ. θα πραγματοποιηθούν τα εγκαίνια του καινούργιου χώρου «Θέατρο Πρόταση» (Οδυσσέα Ανδρούτσου 13, Άργος) του συλλόγου Πολιτιστική Αργολική Πρόταση. 

Το πρόγραμμα θα ανοίξει το Θεατρικό τμήμα με ποιήματα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και πιάνο, τη σκυτάλη θα πάρει η χορωδία. Επίσης θα γίνει προβολή ταινίας ντοκιμαντέρ του Γιώργου Ζέρβα «Αλκυονίδες ημέρες» και η βραδιά θα κλείσει με το μουσικό σχήμα Τρεις & Μία και ένα ποτήρι κρασί.

 

Η Χορωδία του Συλλόγου

Η Χορωδία του Συλλόγου

 

Ο σκηνοθέτης Νικόλας Ταρατόρης και ο θίασος της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης.

Ο σκηνοθέτης Νικόλας Ταρατόρης και ο θίασος της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης.

 

Στο ντοκιμαντέρ «Αλκυονίδες ημέρες» θα παρακολουθήσουμε  στιγμιότυπα από τη ζωή της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης.

«Η επαρχία παρουσιάζει για κάποιους κατοίκους κάτι το ασφυκτικό. Το στενό περιβάλλον και η κυριαρχία της πρακτικής πλευράς της ζωής ψαλιδίζουν το μερτικό τους στην ισορροπία και τη χαρά. Πολιτιστικοί σύλλογοι, όπως η Πολιτιστική Αργολική Πρόταση, αποτελούν σανίδα σωτηρίας γι’ αυτούς τους ανήσυχους ερασιτέχνες κάθε ηλικίας.

Στην προσπάθειά τους για υπαρξιακή επιβίωση δημιουργούν μια ανοιχτή συλλογικότητα, ανακαλύπτουν καινούργια πράγματα, διαβάζουν ποιήματα, τραγουδούν, αναλύουν θεατρικά έργα και προετοιμάζουν παραστάσεις με αφετηρία έργα γνωστών δημιουργών. Αποδρούν λυτρωτικά από τη μονοτονία και τη μοναξιά της καθημερινότητας και συμμετέχουν σε μια τελετουργία μεταμόρφωσης αναζητώντας τα ανθρώπινα.

Οδηγός τους δεν είναι η επίδειξη και ο παθολογικός ναρκισσισμός αλλά η ευφορία της συνάντησης, η χαρά του παιχνιδιού, η αναζήτηση νοήματος. Διεκδικούν να γίνουν πνευματικοί άνθρωποι, όχι για να πουλάνε πνεύμα, αλλά για να παίρνουν και να δίνουν πνοή στο διπλανό τους.

Μια στοχαστική ματιά στον ανιδιοτελή κόσμο της ερασιτεχνικής δημιουργίας στην ελληνική επαρχία σήμερα που αφθονούν οι κατακερματισμένοι κοινωνικοί χώροι και η απομόνωση…