Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Γκραβούρες – Μεθώνη ή Μοθώνη (Methoni or Modon) – Χαλκογραφία του Olfert Dapper, 1688.

Η Μεθώνη ή Μοθώνη ονομάσθηκε έτσι από τον Όθωνα λίθο, ένα βράχο συνέχεια της ακτής, που προχωρεί σαν ύφαλος κάτω από την θάλασσα. Το 1209 την κατέβαλαν οι Βενετοί και την οχύρωσαν με το κάστρο που ακόμα και σήμερα εντυπωσιάζει με τον όγκο του.

 

Μεθώνη ή Μοθώνη (Methoni or Modon) – Χαλκογραφία του Olfert Dapper, 1688.

 

Το 1500 την κατέβαλαν οι Τούρκοι για να την παραδώσουν και πάλι στους Βενετούς μέχρι το 1715, οπότε και την κράτησαν μέχρι το 1828 που απελευθερώθηκε. Στο μόνο μέρος που το κάστρο συνδέεται με την στεριά οι Βενετοί άνοιξαν τάφρο και κατασκεύασαν ξύλινη γέφυρα που αντικαταστάθηκε από τον στρατηγό Μαιζών, με μια πέτρινη με μια πέτρινη με 14 τόξα, η οποία σώζεται μέχρι σήμερα. Το φρούριο έχει πολυγωνικό σχήμα και προσδίδει στην πόλη αρχοντιά. Στο νότιο άκρο του τείχους, μια επιβλητική πύλη βγάζει στην γέφυρα που ενώνει την οχυρωμένη πόλη με το Μπούρτζι, τον οκταγωνικό πύργο που κτίσθηκε από τους Τούρκους μετά το 1500 πάνω σε ένα νησάκι, για να ενισχύσει την προστασία του λιμανιού, με επάλληλες ταράτσες και πολεμίστρες. Η χαλκογραφία του 1688 ανήκει στον Φλαμανδό χαρτογράφο Olfert Dapper.

 

Ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου – Καλάβρυτα  (Monastery of Megaspelion). Λιθογραφία χρωματισμένη από το έργο του E. Dodwell «Views and descriptions of cyclopian or pelagian remains in Italy and Greece», London, 1834.

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. 

 

Ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου – Καλάβρυτα (Monastery of Megaspelion), Edward Dodwell, 1834.

 

Άποψη του φυσικού περιβάλλοντος των Καλαβρύτων και της ιστορικής μονής του Μεγάλου Σπηλαίου. Η μονή της οποίας κτήτορες αναφέρονται οι μοναχοί Συμεών και Θεόδωρος εκ Θεσσαλονίκης είναι κτισμένη μέσα σε σπήλαιο των Αροάνιων Ορέων (Χελμού) και χρονολογείται από το 362 μ.X. όταν ανεγέρθη ο ναΐσκος της Αγίας Ευφροσύνης στη θέση όπου η ομώνυμος βοσκοπούλα ανακάλυψε την εικόνα της Θεομήτορος.

Η μονή ανοικοδομήθηκε εκ βάθρων το 1285 από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο και εκ νέου το 1641. Ήταν Σταυροπηγιακή, δηλαδή ανήκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Στην διάρκεια της επανάστασης του 1821 παρέμεινε αδούλωτη με υπερασπιστές τους Πετμεζαίους. Καταστράφηκε πολλές φορές από πυρκαγιές και το 1943 λεηλατήθηκε από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Η εικόνα της Θεομήτορος διασώζεται έως σήμερα στην εκκλησία την αφιερωμένη στην Παναγία την Χρυσοσπηλιώτισσα. Η απεικόνιση είναι λιθογραφία χρωματισμένη με την τεχνική «aqua tinte» από το έργο του E. Dodwell «Views and descriptions of cyclopian or pelagian remains in Italy and Greece» London 1834.

Αρκαδική πύληΑρχαία Μεσσήνη (Messene) λιθογραφία του Otto Magnus Von Stackelberg – (Όττο Μάγκνους Φον Στάκελμπεργκ), 1834.

Άποψη της Αρκαδικής πύλης στην Αρχαία Μεσσήνη, της πεδιάδας της Στενύκλαρου στη μέση, και στο βάθος του Μεσσηνιακού κόλπου. Η Μεσσήνη κτίσθηκε στους πρόποδες του βουνού Ιθώμη από τον Επαμεινώνδα, γύρω στο 370 π.χ., αφού συγκέντρωσε εκεί τους επί αιώνες σκορπισμένους Μεσσηνίους. Η πόλη οχυρώθηκε με την τελευταία λέξη της οχυρωματικής τεχνικής για να αντέχει στις Σπαρτιάτικες επιδρομές. Το τείχος της είχε μήκος 9 χμ. και πάχος σχεδόν3 μέτρακαι έφερε κατά διαστήματα διώροφους ισχυρούς πύργους και επάλξεις. Από τα τείχη αυτά σώζονται εκτεταμένα τμήματα, κυρίως δεξιά και αριστερά από τις δυο πλευρές της Αρκαδικής πύλης.

 

Αρκαδική πύλη - Αρχαία Μεσσήνη (Messene) λιθογραφία του Otto Magnus Von Stackelberg - (Όττο Μάγκνους Φον Στάκελμπεργκ), 1834.

 

Τα τείχη είναι κτισμένα από ντόπιο ασβεστόλιθο και κατά διαστήματα είχαν πύλες ενισχυμένες με ισχυρούς πύργους που έπαιρναν το όνομά τους από την κατεύθυνση που ακολουθούσαν οι δρόμοι. Σήμερα σώζονται 4 πύλες με κυριότερη την Αρκαδική η οποία είναι ακόμα σε χρήση. Η πύλη αυτή είναι διπλή με δυο εισόδους, τις οποίες χωρίζει κυκλική αυλή, όπου πρέπει να ήταν τοποθετημένα αγάλματα θεών, προστατών της πόλης, μέσα σε κόγχες. Μέσα στην μεγάλη έκταση, σχήματος τετράγωνου που περικλείεται από τα τείχη, αποκαλύφθηκαν σημαντικά μνημεία, δείγματα αρχιτεκτονικής του 4ου π.χ. αι., σε αρκετά καλή κατάσταση που θεωρούνται ότι θα προσδώσουν σταδιακά στον χώρο την αίγλη της Ολυμπίας.

Πηγή: Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library at Athens.

Διαβάστε ακόμη:

Γκραβούρες – Μονεμβασιά (Monemvasia) – P. Bacouet,  19ος αιώνας  

Άποψη της μεσαιωνικής, Βυζαντινής και Βενετσιάνικης καστροπολιτείας σκαρφαλωμένης στο βράχο σε χαλκογραφία του P. Bacouet του 19ου αιώνα. Μια γέφυρα με 12 κάμαρες την ενώνει σήμερα με την απέναντι στεριά. Οι Έλληνες της Λακωνίας για να αντιμετωπίσουν τις Σλαβικές επιδρομές την οχύρωσαν και τη χρησιμοποίησαν σα λιμάνι και καταφύγιο.

 

Μονεμβασιά (Monemvasia) - P. Bacouet, 19ος αιώνας

 

Το 1147 απέκρουσε τις επιθέσεις των Νορμανδών και το 1249 την κατέλαβε μετά από πολιορκία 3 χρόνων, ο Γουλιέλμος Βιλεαρδουίνος για να την επιστρέψει στο Βυζάντιο το 1263. Για 4 χρόνια (1460-4) πέρασε στην εξουσία του Πάπα, μετά στους Βενετούς (1464-1550 και 1690-1715) και τέλος στους Τούρκους έως το 1823, όποτε και περιήλθε στους Έλληνες. Τα τείχη της αν και ερειπωμένα διατηρούν μέχρι σήμερα το μεγαλείο τους. Ήταν διπλά σε σχήμα  αναποδογυρισμένου Π και κατέληγαν σε δυο πύλες: την μεγάλη, που η επένδυσή της από σιδερένιες πλάκες είναι διάτρητες από σφαίρες, ορατές και σήμερα, και την επάνω πύλη. Μέσα στην πόλη ο χρόνος έχει σταματήσει στον μεσαίωνα με τα στενά και λιθόστρωτα δρομάκια, τα αρχοντικά, τις 40 περίπου βυζαντινές εκκλησίες σφηνωμένες στα σπίτια, τις αψίδες και τα οικόσημα του Άγιου Μάρκου, κατάλοιπα των Βενετών.

 

Γκραβούρες

ΓύθειοΜαραθονήσι (GytheionMarathonisi), Bory De Saint Vincent, 1832

Άποψη του κόλπου του Γυθείου με το νησάκι Κράνη στο βάθος, σε λιθογραφία του Jean Baptiste Bory de Saint Vincent, 1832. Κατοικημένο από την προϊστορική περίοδο το Γύθειο αποτελούσε εμπορικό σταθμό των Φοινίκων που εκμεταλλεύονταν τα κοχύλια της πορφύρας που αφθονούσαν στις Λακωνικές παραλίες. Στην αρχαιότητα οι Σπαρτιάτες οχύρωσαν το λιμάνι το οποίο υπό τους Ρωμαίους έγινε σπουδαίο εξαγωγικό κέντρο της περιοχής και σημαντική πόλη του Κοινού των Ελευθερολακώνων. Η σύγχρονη παραλιακή πόλη, με νησιώτικο χρώμα, είναι εμπορικό λιμάνι με πολλά διώροφα και τριώροφα νεοκλασικά κτίρια.

Γύθειο – Μαραθονήσι (Gytheion – Marathonisi), Bory De Saint Vincent, 1832.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα και ως την Επανάσταση του 1821 ήταν γνωστή με το όνομα Μαραθονήσι. Το νησάκι Κράνη (Μαραθονήσι) απέναντι από το Γύθειο, ενώθηκε με την ξηρά το 1898. Εδώ σύμφωνα με τον Όμηρο, πέρασε μια νύχτα ο Πάρις με την ωραία Ελένη πλέοντας προς την Τροία. Τον μεσαίωνα ονομάσθηκε Μαραθονήσι απ’ όπου και ο Λακωνικός κόλπος ονομάζετο από τους θαλασσοπόρους Golfo di Marathonisi, διότι το νησί ήταν κατάφυτο από μάραθα πριν ενωθεί με την ξηρά. Τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας κτίσθηκε εκεί ο πύργος του Τζάννετ-μπέη της  Μάνης.

Διαβάστε ακόμη:

Επιστημονική Αποστολή του Μορέως 1829

 

Γκραβούρες – Ναυαρίνο (Navarino) – Ο. Dapper, 1688

Άποψη του κόλπου του Ναυαρίνου και του Νιόκαστρου σε χαλκογραφία του Ο. Dapper, 1688. Το Νιόκαστρο, το νεώτερο δηλαδή κάστρο του Ναυαρίνου, κτίσθηκε στα νότια του λιμανιού από τους Τούρκους το 1513, μετά την ήττα τους στην ναυμαχία της Ναυπάκτου, για να μπορούν να ελέγχουν το νότιο πέρασμα στον κόλπο, αφού με τεχνητή επίχωση μετέτρεψαν σε αβαθές το βόρειο πέρασμα, έτσι ώστε να μη μπορούν να περάσουν από εκεί πλοία στον κόλπο. Αναστυλώθηκε από τον Μαιζών το 1829 και σήμερα θεωρείται σαν ένα από τα καλύτερα διατηρημένα κάστρα της Ελλάδας. Ο οχυρωματικός περίβολος που περιβάλλει την πλαγιά του Αγίου Νικολάου, είναι προσιτός από την πλευρά του λιμανιού και από τον δρόμο προς την Μεθώνη, όπου βρίσκεται και το τουρκικό υδραγω­γείο.

Ναυαρίνο (Navarino) - Ο. Dapper, 1688

Ιδιαίτερα ενισχυμένο είναι το τείχος στην Ν.Δ. πλευρά, που ήταν και προσιτή από την θάλασσα. Στο ψηλότερο σημείο της τειχισμένης περιοχής βρίσκεται η εξαγωνική ακρόπολη, με ιδιαίτερα οχυ­ρωμένες τις 6 γωνίες της με προπύργια και με ψηλούς, στενούς θαλάμους στην κάθε πλευρά, που στην οροφή τους στηρίζεται η πλακόστρωτη ταράτσα για το πυροβολικό, ενισχυμένη ολόγυρα στο παρα­πέτο με πολυάριθμες καλοχτισμένες επάλξεις. Στην δυτική πλευρά του κάστρου υπάρχει ένα μικρό οχυρό, που και αυτό κτίσθηκε από τους Τούρκους, όπως και τα ερειπωμένα σπίτια και οι υπόγειες υδατοδεξαμενές. Η εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος κτίσθηκε από τους Φράγκους σα ναός γοτθικού ρυθμού, για να μετατραπεί από τους Τούρκους σε τζαμί.

«Νέος Ερμής ο Λόγιος», τεύχος 2 (Μάιος – Αύγουστος 2011)


 

Η Εταιρεία Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού κυκλοφορεί το δεύτερο τεύχος του νέου επιστημονικού περιοδικού νέος Ερμής ο Λόγιος.

Το κύριο αφιέρωμα του περιοδικού αναφέρεται στην εξάντληση της δυτικής ηγεμονίας, τους μετασχηματισμούς του παγκόσμιου συστήματος και την Ελλάδα. Ανοίγει με ένα εισαγωγικό κείμενο για τις ρίζες της οικονομικής κρίσης και ακολουθούν κείμενα του Τζιοβάνι Αρίγκι (Δύση και Ανατολή: κράτη, αγορές και καπιταλισμός), του Πέρυ Άντερσον (Η Βραζιλία του Λούλα), του Γιώργου Καραμπελιά (Η οικονομική κρίση και ο «καημός της ρωμιοσύνης»), του Κώστα Μελά (Γενική επισκόπηση δανεισμού και δημοσίου χρέους της Ελλάδος (1821-2010) και των Παύλου Καρανικόλα και Νίκου Μαρτίνου (Η ελληνική γεωργία μπροστά στην κρίση: προβλήματα και προοπτικές).

 

Νέος Ερμής ο Λόγιος

 

Το δεύτερο αφιέρωμα περιλαμβάνει τέσσερα κείμενα σχετικά με την εθνική ταυτότητα και τον οθωμανισμό. Η Ιωάννα Τσιβάκου γράφει για την θέσμιση του ιδεώδους του έθνους, ο Χαράλαμπος Μηνάογλου αναφέρεται στο τρίσημο Αρχαία Ελλάδα – Βυζάντιο – Νεώτερος Ελληνισμός πριν τον Παπαρρηγόπουλο, ο Γιώργος Παναγόπουλος παρουσιάζει τις σχέσεις Χριστιανισμού και Ισλάμ στο ύστερο Βυζάντιο και ο Τάσος Χατζηαναστασίου γράφει για τον οθωμανισμό και τα Βαλκάνια στην περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Το δεύτερο τεύχος περιλαμβάνει επίσης κείμενα του Μιχάλη Μερακλή (η αγέραστη νεότητα) για το αρχαίο ελληνικό θέατρο και τις νεώτερες αντιστοιχίες του, του Κωνσταντίνου Σβολόπουλου για τον Γάλλο πρόξενο Auguste de Jassaud, του Σπύρου Κουτρούλη για τις θρησκευτικές και αξιακές προϋποθέσεις του Αμερικανισμού, καθώς και μία εκτενή μελέτη του Γιάννη Ταχόπουλου για την αυτονομία και την ετερονομία στο έργο του Κορνήλιου Καστοριάδη και του Τάκη Φωτόπουλου.

 Το περιοδικό κλείνει με δύο βιβλιοκριτικές του Δημήτρη Μπαλτά, (Κάρολος Ντίκενς του Τζόρτζ Όργουελ και Χάιντεγγερ του Τζόρτζ Στάινερ), μία παρουσίαση των εκδόσεων Έρασμος και μία βιβλιοκριτική στο Επιστήμη και πολιτική της ισχύος του Χανς Μόργκενταου από τον Σπύρο Κουτρούλη καθώς και μία παρουσίαση του βιβλίου Δια τον σύνδεσμον του απανταχού Ελληνισμού του Γιάννη Παπακώστα, από τον Δημήτρη Μαυρίδη. Το τεύχος κλείνει με ένα σχόλιο του Σάββα Παύλου για τις ονοματοδοσίες εντύπων, την νεοελληνική μυθολογία και τον Ερμή τον Λόγιο.

Κα­πό­γιαν­νη Νά­ντια


 

Κα­πό­γιαν­νη Νά­ντια

Η συγγραφέας Νά­ντια Κα­πό­γιαν­νη είναι το δεύτερο παιδί της οικογένειας του Πα­να­γιώ­τη και Χα­ρί­κλειας Καπό­γιαν­νη, το πρώτο είναι ο αδελφός της Χρήστος, και γεννήθηκε στο Κουτσο­πόδι Άργους το 1961. Ο πατέρας της Πα­να­γιώ­της Κα­πό­γιαν­νης, δά­σκα­λος, υ­πη­ρέτη­σε στο Δημοτι­κό Σχο­λεί­ο του Μπόρ­σια, του Κου­τσο­πο­δί­ου, στο 4ο Δη­μο­τι­κό Σχο­λεί­ο Άρ­γους,  ως διευθυντής του Δημοτικού Σχολείου Νέ­ας Κί­ου και συ­νταξιο­δο­τή­θη­κε ως διευ­θυ­ντής του 2ου Δη­μο­τι­κού Σχο­λεί­ου Άργους.

Η Νά­ντια Κα­πό­γιαν­νη έ­μα­θε τα πρώτα της γράμματα στο 1ο Δημο­τι­κό Σχο­λεί­ο Άρ­γους και τελεί­ω­σε στο 4ο Δη­μο­τι­κό Σχο­λεί­ο Άρ­γους ό­που με­τα­ξύ των άλ­λων δα­σκά­λων υ­πη­ρε­τού­σε και ο πα­τέ­ρας της Πα­να­γιώ­της τον ο­ποί­ο έ­πρε­πε –σύμ­φω­να με τα κρα­τού­ντα της ε­πο­χής– να απο­κα­λεί «Κύ­ριο».

Α­λη­σμό­νη­τα πα­ρα­μέ­νουν στη μνή­μη της πε­ρι­στα­τι­κά της ε­πο­χής, τα ο­ποί­α περι­γρά­φουν, ε­πα­κρι­βώς, πώς λει­τουρ­γού­σαν τα πράγ­μα­τα της ε­πο­χής. Μί­α η­μέ­ρα την α­νά­γκα­σε, ο πα­τέ­ρα της, να προ­σέλ­θει με την κη­δε­μό­να της, δη­λα­δή τη μητέ­ρα της, διό­τι την προ­η­γου­μέ­νη εί­χε έρ­θει «α­διά­βα­στη». Αυ­τό ο­φεί­λο­νταν στο γε­γο­νός ό­τι ό­λη η οι­κο­γέ­νεια εί­χε με­τα­βεί στην Τρί­πο­λη για την τα­φή του θα­νό­ντος συγ­γε­νούς.

Ε­πί­σης α­ρι­στεύ­ο­ντας σε γρα­πτό δια­γω­νι­σμό με θέ­μα την α­πο­τα­μί­ευ­ση, ο πα­τέρας της δεν της πα­ρέ­δω­σε το βρα­βεί­ο που ή­ταν ε­κεί­νη την ε­πο­χή έ­νας κου­μπαράς του Τα­χυ­δρο­μι­κού Ταμιευτη­ρί­ου για το λό­γο ό­τι μπο­ρού­σε να ε­κλη­φθεί ως εύ­νοια α­πέ­να­ντι στην κό­ρη του. Και βέ­βαια στην ε­πό­με­νο δια­γω­νι­σμό – στην 1η Γυ­μνα­σί­ου – «πή­ρε πί­σω το αί­μα της» κερ­δί­ζο­ντας ξα­νά τον δια­γω­νι­σμό και ο κου­μπαράς κο­σμεί και σή­με­ρα το γρα­φεί­ο της.

Τε­λειώ­νο­ντας το Γυ­μνά­σιο και με τις α­νά­λο­γες κα­τα­τα­κτή­ριες ε­ξε­τά­σεις, ει­σήλ­θε, το 1978, στο Κα­πο­δι­στρια­κό Πα­νε­πι­στή­μιο στο τμή­μα της Γαλ­λι­κής Φι­λολο­γί­ας, ε­νώ πα­ράλ­λη­λα αποφοί­τη­σε α­πό τη Γαλ­λι­κή Α­κα­δη­μί­α Α­θη­νών και την Α­με­ρι­κα­νι­κή Έ­νω­ση. Το ί­διο κα­λο­καί­ρι πα­ρα­κο­λού­θη­σε τα κα­λο­και­ρι­νά μα­θήμα­τα της SORBONNE. Το 1979 κέρ­δι­σε υ­πο­τρο­φί­α του Κα­πο­δι­στρια­κού Πα­νε­πι­στη­μί­ου και το 1980 άρ­χι­σε να διδάσκει τη Γαλ­λι­κή γλώσ­σα.

Το 1981 με­τά α­πό δια­γω­νι­σμό, στο cours classiques obtion pedagogie της Γαλλι­κής Ακαδημίας, κέρ­δι­σε υ­πο­τρο­φί­α για το  Monbard, ενώ στη συ­νέ­χεια  πήρε την βεβαίωση CEMEA  –κά­νο­ντας την πρα­κτι­κή της– παι­διά 8 ε­τών,-  στο Planches στη Bourgogne. Το 1982 έ­λα­βε πτυ­χί­ο της Γαλ­λι­κής Φι­λο­λο­γί­ας α­πό το Κα­πο­δι­στρια­κό Πα­νε­πι­στή­μιο.

Το 1985 διο­ρί­στη­κε στη Γαλ­λι­κή Α­κα­δη­μί­α (Γαλ­λι­κό Ιν­στι­τού­το) ενώ το 1993 με­τα­πήδη­σε στη Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Δη­μό­σια Εκ­παί­δευ­ση. Το 2000 κέρ­δι­σε υ­πο­τρο­φί­α του  Υ­ΠΕΠ­Θ  για Γαλ­λί­α (Πα­ρί­σι-Του­λόν). Ζει και ερ­γά­ζε­ται στην Α­θή­να. Ο Ινκούλης, από τις εκδόσεις «Πάραλος», Απρίλης 2011, είναι το πρώτο της βιβλίο.

 

Ο Ινκούλης – Αληθινό παραμύθι για μεγάλους

 

Η Νά­ντια Κα­πό­γιαν­νη στο βιβλίο αυτό πραγματεύεται, με μια αφαιρετική γραφή ένα πραγματικό «παραμύθι» για μεγάλους, που αναδεικνύει όλο το ανθρώπινο μεγαλείο. Καινοτομεί, διότι το κύριο μέρος του βιβλίου αναφέρεται, με ερέθισμα την ανεύρεση και αναβίωση, ενός επί 500 χρόνια «παγωμένου» παιδικού σώματος στις παρυφές των Αμερικανικών Άνδεων, την απορία, τον θαυμασμό αλλά και τη νοσταλγία του μικρού Ίνκας για τη ζωή και τους αγαπημένους του, πριν «κοιμηθεί».

 

Ο Ινκούλης – Αληθινό παραμύθι για μεγάλους

 

Ενώ, στο δεύτερο μέρος δίνεται συμπυκνωμένα όλο το μεγαλείο της γέννησης και της πτώσης του υπέροχου πολιτισμού των Ίνκας. Είναι σαφές ότι το περιεχόμενο του βιβλίου θα ενθουσιάσει ακόμη και τους ειδήμονες του είδους. Στην Αργολίδα διατίθεται από τα βιβλιοπωλεία: «Εκ προοιμίου», Νικηταρά 14, τηλ. 27510 20419, Άργος – «Διαλόγου Αφορμές», Σιδηράς Μεραρχίας 34, τηλ. 27520 24674,  Ναύπλιο.

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου – Μικρά Διονύσια


 

Μικρά Διονύσια από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, στις 12 και 13 Αυγούστου 2011.

Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος συμπληρώνει φέτος μισό αιώνα καλλιτεχνικής δημιουργίας. Η καλοκαιρινή του παραγωγή «Μικρά Διονύσια», η οποία γίνεται στο πλαίσιο των πενήντα χρόνων λειτουργίας του Κ.Θ.Β.Ε., είναι μια παράσταση – γιορτή (φόρος τιμής), σε σύνθεση κειμένων Κ. Χ. Μύρη, που αποτελεί συγχρόνως και ένα ταξίδι μνήμης στο θεατρικό τότε και τώρα, συνδέοντας θραύσματα από παραστάσεις αρχαίου δράματος στους Φιλίππους και στη Θάσο, στο Θέατρο Δάσους και στην Επίδαυρο.

«Μικρά Διονύσια», ένα θεατρικό «ψηφιδωτό», σε σκηνοθεσία  Γιάννη Ρήγα – Γρηγόρη Καραντινάκη, που αποτελείται από είκοσι οχτώ αποσπάσματα έργων αρχαίου δράματος που έχει παρουσιάσει το Κ.Θ.Β.Ε. κατά τη διάρκεια της πενηντάχρονης πορείας του, τα οποία ενώνονται σε μια ενιαία παράσταση.

Μια σύνθεση κειμένων στην οποία έχουν χρησιμοποιηθεί σκηνές από τα εξής έργα: «Οιδίπους Τύραννος» του Σοφοκλή, «Οιδίπους Επί Κολωνώ» του Σοφοκλή, «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, «Προμηθέας Δεσμώτης» του Αισχύλου, «Τρωάδες» του Ευριπίδη, «Ορέστης» του Ευριπίδη, «Τραχίνιαι» του Σοφοκλή, «Ηλέκτρα», του Σοφοκλή, «Ηλέκτρα» του Ευριπίδη, «Ορέστεια» (Χοηφόροι) του Αισχύλου, «Βάκχες», του Ευριπίδη, «Αίας», του Σοφοκλή, «Εκάβη» του Ευριπίδη, «Ελένη» του Ευριπίδη, «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη, «Νεφέλες» του Αριστοφάνη, «Πλούτος» του Αριστοφάνη, «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη, «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνη, «Επτά Επί Θήβας» του Αισχύλου.

 
Η Υπόθεση του έργου

Ο Οιδίποδας, η Αντιγόνη, ο Προμηθέας, η Κασσάνδρα, η Κλυταιμνήστρα κι ο Αγαμέμνονας, η Ηλέκτρα και ο Ορέστης, ο Ετεοκλής και η Εκάβη, ο Αίαντας, η Ελένη, Αγγελιαφόρος και Φύλακας, από κοινού με τη Λυσιστράτη, τη Μυρρίνη, τον Πλούτο, τις Νεφέλες ή τον Κύκλωπα εμφανίζονται πάνω στη σκηνή ως προσκεκλημένοι της μνήμης, καθώς ένας «αφανής ήρωας» του θεάτρου, ένας τεχνικός (Γιώργος Αρμένης), που ζυμώθηκε με την ιστορία, συνομιλεί νοερά με τις μορφές, που σφράγισαν την ιστορία του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και τη δική του ζωή αλλά και με τους ρόλους, με τα κείμενα, που έχουν διανύσει πολύ μεγαλύτερη πορεία μέσα στο χρόνο, ανοίγοντας πάντοτε διάλογο με το «τώρα».

 

Μικρά Διονύσια - Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος

 

Πρόκειται για ένα ταξίδι στην ενδοχώρα έργων που σκηνοθέτησαν σημαντικά και κομβικά πρόσωπα της μεταπολεμικής ιστορίας του θεάτρου στη Θεσσαλονίκη, από το 1961 που ιδρύθηκε το Κ.Θ.Β.Ε. μέχρι σήμερα. Σταθμοί αυτής της περιπλάνησης, παραστάσεις του Σωκράτη Καραντινού, του Σπύρου Ευαγγελάτου, του Μίνου Βολανάκη, του Ανδρέα Βουτσινά αλλά και του Βασίλη Παπαβασιλείου, του Γιάννη Χουβαρδά, του Ματία Λάνγκχοφ, του Αντρέι Σερμπάν. Το αποτέλεσμα δεν στοχεύει στην αναβίωση των παραστάσεων αυτών αλλά σε μια σκηνική επαναδιατύπωσή τους μέσα από τους σημερινούς κώδικες αισθητικής που φέρει όμως και ίχνη μνήμης, μέσω πολύτιμου αρχειακού υλικού.

 

Συντελεστές

Σύνθεση κειμένων: Κ.Χ.Μύρης

Σκηνοθεσία: Γιάννης Ρήγας- Γρηγόρης Καραντινάκης
Σκηνικά: Λίλη Πεζανού
Κοστούμια: Έρση Δρίνη
Μουσική: Γιώργος Χριστιανάκης
Χορογραφία: Κώστας Γεράρδος
Φωτισμοί: Αντρέας Μπέλλης
Mουσική Διδασκαλία: Νίκος Βουδούρης
Β. Σκηνοθέτη: Κάρολος Αρμένης
Β. Ενδυματολόγου: Κλεοπάτρα Αλαγιόγλου
Βίντεο: Γιάννης Πειραλής, Άντα Λιάκου
Οργάνωση Παραγωγής: Ροδή Στεφανίδου

 

Πρωταγωνιστούν (με αλφαβητική σειρά)

Γιώργος Αρμένης (Φροντιστής, Οιδίποδας, Χρεμύλος, Αλλαντοπώλης), Λάζαρος Γεωργακόπουλος (Προμηθέας, Ορέστης), Δημήτρης Διακοσάββας (Υπάλληλος Α΄), Γιάννης Καλατζόπουλος (Φύλακας), Μαρία Καραμήτρη (Ηλέκτρα), Γιάννης Καραούλης (Υπάλληλος Β΄), Ταμίλλα Κουλίεβα (Ηλέκτρα, Μυρρίνη), Δημήτρης Κολοβός (Αίαντας), Λίνα Λαμπράκη (Εκάβη), Σοφία Λάππου (Πραξαγόρα), Γιάννης Μαλλούχος (Φρύγας), Φωτεινή Μπαξεβάνη (Ελένη, Λυσιστράτη, Γριά), Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου (Κλυταιμνήστρα Κασσάνδρα), Κώστας Σαντάς (Κινησίας), Βασίλης Σπυρόπουλος (Αγγελιαφόρος), Χρίστος Στυλιανού (Νέος), Νίκος Ψαρράς (Ορέστης, Ετεοκλής).

 

Χορός (με αλφαβητική σειρά)

Ιορδάνης Αϊβάζογλου, Πάνος Αργυριάδης, Λουκία Βασιλείου, Δημήτρης Διακοσάββας, Χρύσα Ζαφειριάδου, Μαρία Καραμήτρη, Γιάννης Καραούλης, Δημήτρης Καρτόκης, Γιώργος Κολοβός,΄Ερρικα Μπίγιου, Χρήστος Παπαδημητρίου, Χάρης Παπαδόπουλος, Μαριάννα Παπασάββα, Εύη Σαρμή, Χρίστος Στυλιανού, Αμαλία Ταταρέα, Χρύσα Τουμανίδου, Αντιγόνη Φρυδά.

Μουσούρος Μάρκος (1470 – 1517)


 

Μάρκος Μουσούρος

 Έλληνας φιλόλογος και εκδότης, ο επιφανέστερος ίσως της αναγεννησιακής περιόδου, γεννημένος στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε αρχικά στον Χάνδακα, στο σχολείο της Αγίας Αικατερίνης του Σινά και αργότερα στην Ιταλία. Το 1486 έφυγε για τη Φλωρεντία όπου μαθήτευσε κοντά στο μεγάλο Έλληνα λόγιο Ιανό Λάσκαρι.

 Από το 1494 εγκαταστάθηκε στη Βενετία, όπου γνωρίστηκε με τον εκδότη ουμανιστή Άλδο Μανούτιο, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από τις τεράστιες γνώσεις του Μάρκου Μουσούρου για την κλασική ελληνική γραμματεία. Ο Μανούτιος συνεργάστηκε έκτοτε στενά με τον Μουσούρο στις εκδόσεις Ελλήνων φιλοσόφων και ποιητών. Με επιμέλεια του Μάρκου Μουσούρου εκδόθηκαν τα έργα του Αριστοφάνη το 1498, καθώς και δυο τόμοι με τίτλο Έλληνες επιστολογράφοι  το επόμενο έτος.

Ο Μουσούρος έγινε γρήγορα διάσημος. Δίδαξε ελληνική φιλολογία στο πανεπιστήμιο της Πάντοβας και στην Πλατωνική Ακαδημία της Βενετίας, όπου εγκαταστάθηκε συνδεόμενος με την ανώτερη κοινωνική τάξη της πόλης. Εξέδωσε τραγωδίες του Ευριπίδη το 1503 και το 1513 τα άπαντα του Πλάτωνα. Φλεγόμενος από το πάθος του για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Τούρκους, προσπάθησε να πείσει τον πάπα Λέοντα I’ να παρέμβει στους Ευρωπαίους ώστε να βοηθήσουν προς το σκοπό αυτό. Η φήμη του στην Ιταλία ήταν τεράστια και ανέλαβε την οργάνωση της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης στη Βενετία. Πέθανε στη Ρώμη το 1517.

  

Φιλόλογος και εκδότης

  

Ο Πέτρος Μπέμπο (Pietro Bembo), (Βενετός καρδινά­λιος και φίλος του Μάρκου Μουσούρου), λέει στους Βενετούς αριστοκράτες: «Γειτονεύουμε με τους Έλληνες και κατέχουμε όχι λίγες από τις πό­λεις και τα νησιά τους, γι’ αυτό και έχετε στη διά­θεσή σας και ανθρώπους και βιβλία για να διδαχθείτε…».

Ο επιφανέστατος Έλληνας φιλόλογος της Αναγέννησης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο (π. 1470) και πέθανε στη Ρώμη το 1517. Από μικρός είχε δείξει την κλίση του στα γράμματα και αρχικά σπούδασε την ελληνική γλώσσα στο σχολείο της Αγίας Αι­κατερίνης του Σινά, στον Χάνδακα. Κατόπιν πήγε στη Φλωρεντία (1486), όπου σπούδασε δίπλα στον Ιανό Λάσκαρι.

Τα λατινικά και τα ελληνικά τα έ­μαθε σε εκπληκτικό βαθμό τελειότητας. Επανήλθε για λίγο καιρό στην Κρήτη, αλλά το 1494 είχε επι­στρέψει στην Ιταλία και συγκεκριμένα στη Βενετία.

Εκεί γνώρισε τον εκδότη-τυπογράφο Άλδο Μανούτιο, ο οποίος εκτίμησε τις γνώσεις του νεαρού Μάρκου Μουσούρου και τον προσέλαβε ως βοηθό του και επιστημονικό επόπτη στα έργα που εξέδιδε στο τυπογραφείο του. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Μουσούρος είχε αποκτήσει αρκετή εμπειρία και το 1497 δημοσιεύτηκε από αυτό το τυπογραφείο το Dictionarium graecum copiosissimum με επί­γραμμα του Μουσούρου. Το επόμενο έτος (1498) δημοσιεύθηκαν με επιστασία του Μουσούρου εν­νέα κωμωδίες του Αριστοφάνη και το Μάρτιο του 1499, σε δυο τόμους, οι Έλληνες Επιστολογράφοι.Το έργο περιελάμβανε μια συλλογή επιστολών που αποδίδονταν σε είκοσι έξι κλασικούς και πρώι­μους χριστιανούς συγγραφείς.

Μάρκος Μουσούρος, χαλκογραφία, Reusner, Icones Clarorum Vivorum, 1589.

Πλέον, η φήμη του Μουσούρου ως εκδότη, επιστημονικού επόπτη και γνώστη της αρχαίας ελληνικής και της λατινικής γλώσσας άρχισε να διαδίδεται έξω από τη Βενετία, σε όλη την ουμανιστική Ιταλία. Στις αρχές του 1500, έπειτα από σύσταση του Άλδου Μανούτιου, πήγε στο Κάρπι, μια κωμόπολη κοντά στη Φεράρα, και δίδαξε ελληνικά και λατινικά τον δούκα Αλμπέρ­το Πίο (Alberto Ρίο), ο οποίος έκτοτε έγινε και στενός του φίλος. Η ήσυχη ζωή σε αυτή την κωμό­πολη γρήγορα έκανε τον Μουσούρο να επιθυμήσει πάλι την κοσμοπολίτικη Βενετία, στην οποία και επέστρεψε σύντομα.

Αυτό τον καιρό (1500) είχε ι­δρυθεί από τους Άλδο Μανούτιο, Ιωάννη Γρηγορόπουλο (στενό φίλο του Μουσούρου) και Σκιπίωνα Καρτερόμαχο η λεγόμενη Νέα Ακαδημία, η οποία ήταν μια εταιρεία λογίων της Βενετίας για την προαγωγή των ελληνικών σπουδών. Εκεί πήγαινε αρκετές φορές και ο Μουσούρος και δίδασκε αρκε­τά συχνά τα ελληνικά. Μέλη της Ακαδημίας αυτής ήταν περίπου σαράντα Έλληνες και Ιταλοί ουμανι­στές και όλοι μιλούσαν τα ελληνικά. Η εταιρεία εί­χε σκοπό, πέρα από τα άλλα, τη μελέτη των εκδό­σεων των αρχαίων συγγραφέων.

Στη Βενετία ο Μουσούρος άρχισε να αποκτά φιλίες με μέλη της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να εκτιμη­θούν ακόμη περισσότερο οι εξαιρετικές του ικανότητες από αυτή την ίδια τη διοίκηση της Βενετίας. Έτσι, η Βενετική Γερουσία του απέ­νειμε το αξίωμα «Publica Graecarum Literarum Officina» (1503). Στην ουσία επρόκειτο για το α­ξίωμα του Λογοκριτού για τα ελληνικά βιβλία που τυπώνονταν στη Βενετία, σύμφωνα με το οποίο κά­θε ελληνικό βιβλίο που εκδιδόταν στη Βενετία και στις κτήσεις της έπρεπε να έχει την έγκριση του ό­τι ήταν σύμφωνο με τη θρησκεία και την ηθική. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1516. Το 1503-1504 ο Άλδος Μανούτιος εξέδωσε δεκαεπτά τραγω­δίες του Ευριπίδη των οποίων την έκδοση επιμελήθηκε πάλι ο Μουσούρος.

Η Βενετική Γερουσία πρέπει να είχε μείνει αρκετά ευχαριστημένη μαζί του, γιατί τον διόρισε (1504) καθηγητή της ελληνι­κής γλώσσας στη Βενετία και αργότερα καθηγητή των ελληνικών στο πανεπιστήμιο της Πάντοβας (1506). Εκεί δίδασκε το πρωί ελληνική γραμματική και το απόγευμα Όμηρο, Ησίοδο, θεόκριτο και άλλους. Επιπλέον, δίδασκε μετάφραση από τα ελληνικά στα λατινικά και αντίστροφα. Κατά τα έτη 1509-1516 η Βενετία ενεπλάκη σε σκληρό πόλεμο με εχθρούς της μέσα στην Ιταλία. Έτσι, ο Μουσούρος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Πάντοβα (1509) και επανήλθε στη Βενετία. Χά­ρη σης ενέργειες του φίλου του και γραμματέα της Γερουσίας Φραγκίσκου Φατζιουόλι (Francenco Fagiuoli) ιδρύθηκε πάλι στη Βενετία η έδρα των ελληνικών και ο Μουσούρος έγινε καθηγητής (1512).

Ο ακάματος Άλδος Μανούτιος, παρά τις δυ­σκολίες που είχε λόγω του πολέμου, δεν σταμάτησε ποτέ το έργο του. Έτσι εξέδωσε με τον Μουσούρο μια γραμματική ελληνικών του Μανουήλ Χρυσολωρά, γνωστή με τον τίτλο Ερωτήματα (1512). Το επόμενο έτος (Σεπτέμβριος του 1513) ο Μανούτιος με τον Μουσούρο εξέδωσαν ίσως το σημαντικότερο από τα έργα τους, τα Άπαντα του Πλάτωνα, με αφιέρωση του Μουσούρου στο φιλόμουσο πάπα Λέ­οντα Ι’ (1513-1521).

Αυτός ήταν γιος του φιλέλληνα και φιλομαθή Λαυρεντίου των Μεδίκων της Φλω­ρεντίας, ο οποίος κατά τον προηγούμενο αιώνα εί­χε δάσκαλο τον περίφημο Έλληνα φιλόλογο και φιλόσοφο Ιωάννη Αργυρόπουλο. Ο Μουσούρος, φλεγόμενος από ελληνικά αισθήματα και επιθυμώντας την απελευθέρωση της Ελλάδας, συνέθεσε στα αρχαία ελληνικά μια ωδή αφιερωμένη στον Πλάτωνα και τη δημοσίευσε στην αρχή της πρώτης έκδοσης των έργων του αρχαίου φιλοσόφου. Με αυτή την ωδή απευθυνόταν στο φίλο του πάπα Λέοντα Ι’, τον επαινούσε και, δια στόματος Πλάτωνα, του ζητούσε να βοηθήσει στην απελευθέρωση των Ελλήνων, αφού έπειθε τους Ευρωπαίους άρχοντες να μονοιάσουν.

Μάρκος Μουσούρος. Τσόκος Διονύσιος, ελαιογραφία, Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Τα επόμενα έτη ο Μανούτιος με τον Μουσούρο εξέδωσαν τον Ησύχιο και τον Αθηναίο (1514) και τον Θεόκριτο (1515). Το βενετικό κράτος εκτιμούσε απεριόριστα πλέον τον Μάρκο Μουσούρο και το 1515 η Βενετική Γερουσία παρέδωσε σε αυτόν και στο Βενετό λόγιο Μπατίστα Ενιάτσιο (Battista Egnazzio) οχτακόσια χειρόγραφα του Βησσαρίωνα (1403-1472) για να τα ταξινομήσουν, δημιουργώντας έτσι τα πρώτα τμήματα της βιβλιο­θήκης που τότε ιδρύθηκε στην πλατεία του Αγίου Μάρκου και που σήμερα ονομάζεται Μαρκιανή.

Αυτό το έτος μια τραγωδία συντάραξε τη ζωή του Μουσούρου, καθώς το Φεβρουάριο πέθανε ο συ­νεργάτης του Άλδος Μανούτιος.

Έτσι, ο Μουσούρος αποφάσισε να μετανα­στεύσει στη Ρώμη (μέσα του 1516) ώστε να βοηθήσει το δάσκαλό του Ιανό Λάσκαρι, στην οργάνωση του Ελληνικού Γυμνασίου και στη διδασκαλία των ελληνικών σε αυ­τό, σκοπό για τον οποίο τον είχε προσκαλέσει ήδη από το 1513 ο πάπας Λέων Ι’.

Στη Ρώμη ο Μουσούρος, παράλληλα με τη διδασκαλία, συνέχισε την επιμελημένη έκδοση και άλλων κλασικών. Από το τυπογραφείο του Βερνάρδου Τζιούντα (Bernardo Giunta) στη Φλωρεντία, εξέδωσε τα Αλιευτικά του Οιππιανού (Ιούλιος 1515), δεκάξι λόγους του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού και τον Παυσανία με α­φιερωματική επιστολή στον Ιανό Λάσκαρι (1516). Ο Μάρκος Μουσούρος δεν επέστρεψε ποτέ στη Βενετία.

Στη Ρώμη είχε γίνει και ιερέας, είχε διορισθεί από τον πάπα Λέοντα Ι’ ως επίσκοπος Ιεράπετρας Κρήτης και αργότερα Μονεμβασίας, αλλά δεν πρό­φτασε ποτέ να πάει εκεί. Ύστερα από δίμηνη ασθέ­νεια απεβίωσε ξημερώματα της 25ης Νοεμβρίου 1517 στη Ρώμη, όπου και τάφηκε στην εκκλησία της Σάντα Μαρία ντε Πάτσε (Santa Maria de Pace).

Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε μεγά­λη έκπληξη και θλίψη σε όλη την Ιταλία, ιδιαίτε­ρα στους κόλπους των ουμανιστών. Στην κηδεία του παραβρέθηκαν αρκετοί επίσκοποι, ο πρεσβευτής της Πορτογαλίας στη Ρώμη, ο πρεσβευτής της Βε­νετίας Μάρκος Μίνιο (Marco Minio), οι αντιπρό­σωποι του καρδινάλιου Ιουλίου των Μεδίκων (Jules de Mediéis) και μελλοντικού πάπα Κλήμη Ζ’, με τον οποίο ο Μουσούρος ήταν πολύ φίλος, και πολλοί άλλοι.

Σύμφωνα με το διαπρεπή ερευνητή της ελληνι­κής μεσαιωνικής ιστορίας Μανούσο Μανούσακα, ο Μάρκος Μουσούρος ήταν: «…ο μεγαλύτερος φι­λόλογος και εκδότης των κλασικών συγγραφέων που ο Ελληνισμός δώρισε στην Ευρώπη πριν από τον Κοραή». Πράγματι, δεν θα είχαμε και πολλά να προσθέσουμε σε αυτή την άποψη.

Ο Μουσούρος αφιέρωσε τη ζωή του στο να υπηρετεί από το πόστο του τη σκλαβωμένη Ελλάδα. Λιτός, αφιλοχρήματος και μεγάλος εραστής των γραμμάτων, πίστευε ακρά­δαντα ότι τα ελληνικά φώτα και η μόρφωση ήταν τα μόνα εφόδια με τα οποία οι σκλαβωμένοι Έλληνες μπορούσαν σιγά σιγά να αντιληφθούν την κατάστα­ση στην οποία ευρίσκονταν και να ελπίζουν σε κά­τι καλύτερο, δηλαδή την απελευθέρωσή τους.

Ίσως και μόνο αυτή η ωδή που αφιέρωσε το 1513 στον πά­πα Λέοντα Ι’ είναι αρκετή απόδειξη της φιλοπατρίας του. Επιπλέον, το ποίημα αυτό, που είναι άψογο α­πό φιλολογικής απόψεως, συνετέλεσε τα μέγιστα με τις αλλεπάλληλες εκδόσεις του στο να τραβήξει την προσοχή των ουμανιστών στη σκλαβωμένη Ελλάδα. Επιπλέον, καλλιέργησε την ιδέα της ένο­πλης επέμβασης σε αυτή από τη μεριά της Ευρώ­πης για την απελευθέρωση της.

Πέρα από αυτά, η αξία του Μάρκου Μουσούρου ως μεγάλου δασκάλου της ελληνικής και της λατινικής γλώσσας, με εμ­βέλεια που ξεπερνούσε τα όρια της ουμανιστικής Ιταλίας, φαίνεται και από το γεγονός ότι στα μαθήματά του προσέρχονταν αρκετοί φοιτητές, Ιταλοί και Ευρωπαίοι, μερικοί από τους οποίους αργότερα έγι­ναν αρκετά γνωστοί.

Κάποια ονόματα είναι ίσως αρκετά για να πείσουν τον καθένα για αυτό: ο Ιταλός Λάζαρος Μποναμίκο (Bonamico), ο οποίος αργό­τερα διορίστηκε καθηγητής των ελληνικών και λατινικών στην Πάντοβα και στη Ρώμη, ο Γιρόλαμος Αλεάντρο (Girolamo Aleandro), ο οποίος πήγε στο Παρίσι και συνέβαλε στην ίδρυση έδρας για τη διδασκαλία των ελληνικών, ο Γερμανός δομινικα­νός μοναχός και λόγιος Ιωάννης Κόνον (Johan Conon), ο οποίος εισήγαγε τις ελληνικές σπουδές στη Γερμανία, ο Γάλλος λόγιος Ζερμέν ντε Μπρι (Germain de Brie), ο Γάλλος πρεσβευτής στη Βε­νετία Ζαν ντε Πινς (Jean de Pins), ο Ούγγρος αν­θρωπιστής και λόγιος Γιάνους Βέρτεσι (Janus Vertessy), ο Τσέχος ανθρωπιστής Gelenius, ο Πέ­τρος Αλτσιόνιο (Pietro Alcionio), μετέπειτα καθη­γητής ελληνικών στο πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, και βέβαια ο γνωστός σε όλους Έρασμος, ο ο­ποίος συχνά φιλοξενούσε τον Μουσούρο στο σπίτι του και συνήθιζε να λέει για το δάσκαλό του ότι εί­ναι «…άνδρας πολυμαθέστατος και πανεπιστήμονας, κλειδοκράτορας της ελληνικής γλώσσας και θαυ­μάσιος ειδήμονας της λατινικής φωνής…».

Αλλά και οι σχολιασμένες εκδόσεις του Μουσούρου αποκαλύπτουν την απέραντη αρχαιομάθειά του και την κριτική οξύνοιά του, πράγματα για τα οποία ο Μάρ­κος Μουσούρος αναγνωρίστηκε από τους συγχρό­νους του και τους μεταγενεστέρους ως ο δεινότερος ελληνιστής των χρόνων της Αναγέννησης.

 

Θάνος Κονδύλης,

Διδάκτωρ Μεσαιωνικής Ιστορίας – Συγγραφέας

 

Βιβλιογραφία


 

  • Κ. Σάθας, Νεοελληνική φιλολογία, Αθήνα 1868, σ.σ. 80-92.
  • Γ. Καλιτσουνάκης, «Ματθαίος Δεβαρής και τω εν Ρώμη Ελληνικόν Γυμνάσιον», Αθηνά, 26 (1914), σ.σ. 81-102.
  • Δ. θερειάνος, Αδαμάντιος Κοραής, σ.σ. 14-22, Τεργέστη 1889.
  • Κ. Γιαννακόπουλος, Έλληνες λόγιοι στη Βενετία. Μελέτες επί της διαδόσεως των ελληνικών γραμμάτων από του Βυζαντίου στη Δυτική Ευρώπη, Αθήνα 1965.
  • Γ. Μ. Σηφάκης, «Μάρκου Μουσούρου του Κρητός ποίημα εις τον Πλάτωνα», Κρητικά Χρονικά, 8 (1954), σ.σ. 366-388.
  • E. Legrand, Bibliographie Hellénique, XVe et XVle siecle, Πάρισι 1962, p.p. 108-124
  • J. Berenger, Ph. Contamine, Fr. Rapp, Γενική Ιστορία της Ευρώπης. Η Ευρώπη από το 1300 μέχρι το 1600, μτφ.
  • Π. Παπαδόπουλος, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1980.
  • A. F. Didot, Alde Manuce et l’ Hellénisme à Venice, Paris 1875.
  • Man. Manoussacas, «La date de la morte de Marc Musurus», Studi Veneziani, 12 (1970), σ.σ. 459 – 463.
    Ferrajoli Α. «Il ruolo della corte di Leone X. Prelati domestici», Archivio della Società Romana di Storia Patria, 39 (1916), σ.σ. 544-545.

 

 

Σχετικά θέματα: