Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Βιβλιοθήκες – Αθωνική Πολιτεία


 

Στην υπερχιλιόχρονη ιστορική πορεία της η Αθωνική Πολιτεία δεν υπήρξε μόνο τόπος μετανοίας και προσευχής των αμέτρητων χιλιάδων καταφυγόντων εκεί πιστών ορθοδόξων. Υπήρξε και χώρος σπου­δής και μελέτης, ώστε η ψυχή ν’ ανεβεί την κλί­μακα της σωτηρίας πλουτισμένη με πολλά πνευμα­τικά εφόδια. Με τη γραφίδα τους οι μοναχοί γρά­φουν και αντιγράφουν κείμενα, για να εντρυφή­σουν οι ίδιοι και να διαδώσουν ανά τον κόσμο την καταγραμμένη ανθρώπινη σοφία. Με τα χρόνια, χειρόγραφα από το Όρος εμπλουτίζουν πολλές με­γάλες βιβλιοθήκες του κόσμου και συντελούν στην πολιτιστική ανάπτυξη και ξένων λαών.

Η πτώση της Ιεριχούς. «Οκτάτευχος», από τη βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου. Πρόκειται για χειρόγραφο περγαμηνό κώδικα, που χρονολογείται στα τέλη του 13ου αιώνα.

Μεγάλος αριθμός αγιορείτικων χειρογράφων, που έμειναν στον τόπο της παραγωγής τους, καταλογογραφήθηκαν σε δυο τόμους, δημοσιευμένους στα 1895 και 1900 στο Κέμπριτζ της Αγγλίας (είχε προηγηθεί και τόμος δημοσιευμένος το 1888 στην Αθήνα), από τον ιστορικό Σπυρίδωνα Λάμπρο. Ύστερα από αυτόν συνέβαλαν με καταλόγους τους και άλλοι επιστήμονες. Η συνολική όμως απογρα­φή (και μάλιστα με σύγχρονη επιστημονική μέθο­δο) παραμένει ζητούμενο, δεδομένου ότι μεγάλος αριθμός αγιορείτικων χειρογράφων ανακαλύφθη­καν μετά ταύτα και κανείς δεν ξέρει να υπολογίσει πόσα άλλα αθησαύριστα χειρόγραφα μπορεί ακό­μη εκεί να λανθάνουν. Μετά την περίοδο των χειρογράφων ήλθε η τέχνη της τυπογραφίας.

Αντίθετα από αυτό που πι­στεύουν μερικοί, ότι δηλαδή το Όρος είναι τόπος πεισματικού συντηρητισμού, που αντιτάσσεται σ’ ο­ποιοδήποτε νεοτερισμό, η αλήθεια είναι πως υ­πήρξε και παραμένει πρόθυμος αποδέκτης οποι­ασδήποτε αλλαγής, η οποία συμβάλλει στην πνευ­ματική καλλιέργεια των ανθρώπων. Από τον πρώ­το κιόλας αιώνα τα τυπωμένα προϊόντα πήραν θέση πλάι στα χειρόγραφα των αγιορείτικων βιβλιο­θηκών. Αντίτυπα έφερε στο δισάκι του ο ανώνυμος που πεζοπόρησε ως εκεί για να ασκητεύσει, ο ξε­νιτεμένος στη Βενετία, στη Βιέννη ή αλλού Έλληνας τυπογράφος, συγγραφέας ή έμπορος, που θεώ­ρησαν υποχρέωσή τους να στείλουν ως αφιέρωμα βιβλία τους στο «Περιβόλι της Παναγίας», οι σο­φοί, τέλος, Αγιορείτες που μετέβησαν στην ξένη, για να τυπώσουν τις συγγραφές τους.

Σήμερα το Όρος είναι μια απέραντη βιβλιοθή­κη. Βιβλία υπάρχουν στις οργανωμένες βιβλιοθήκες των είκοσι περιώνυμων μοναστηριών του, στο Κυριακό των σκητών, αλλά και στα επί μέρους σπί­τια που συναποτελούν τις σκήτες, σ’ όλα, τέλος, τα διάσπαρτα ασκηταριά, όπου οι απομονωμένοι ερη­μίτες αγωνίζονται για να κερδίσουν τη σωτηρία της ψυχής τους.

Xαλκογραφία: H μονή Mπάτσκοβο. 1807, Bιέννη.

Σχηματικά θα μπορούσαμε να διαιρέσουμε τα υ­πάρχοντα σήμερα στο Όρος έντυπα στις εξής επί μέρους κατηγορίες: Παλαιά έντυπα, μερικά σε μνημειώδεις πολυτε­λείς εκδόσεις (εκτός Ελλάδος, αφού σ’ αυτήν η τυ­πογραφία λειτούργησε, σε Κωνσταντινούπολη και Κέρκυρα, από το 1798 και ύστερα) που παρ’ όλο ό­τι στα περισσότερα δημοσιεύονται κείμενα ελληνι­κά (έργα Ελλήνων κλασικών, έργα πατέρων της Εκκλησίας ή κείμενα της Γραφής) δεν θεωρούνται βιβλία από εκείνα που απαρτίζουν τη λεγόμενη ι­στορική μας ελληνική βιβλιογραφία.

Η δεύτερη ομάδα των αγιορείτικων εντύπων εί­ναι η σπουδαιότερης εθνικής σημασίας, γιατί πε­ριλαμβάνει τα βιβλία που ανήκουν στη χαρακτη­ριζόμενη παραπάνω ως ιστορική μας ελληνική βι­βλιογραφία. Πρόκειται για τα προϊόντα της πνευ­ματικής παραγωγής των νεοελλήνων, γι’ αυτά που κράτησαν ζωντανή την ελληνικότητα και ενίσχυ­σαν την ορθόδοξη πίστη μας στους χαλεπούς αιώ­νες της Τουρκοκρατίας. Από την άποψη αυτή το Όρος υπήρξε αληθινή κιβωτός, που διαφύλαξε ό­σα περισσότερα βιβλία αυτής της κατηγορίας μπο­ρούσε. Και όσοι καταπιάστηκαν για να καταλογογραφήσουν τα έντυπα της αναδρομικής μας εθνι­κής βιβλιοπαραγωγής, το πρώτο τους ξεκίνημα το έκαναν ψάχνοντας στα ράφια των αγιορείτικων βι­βλιοθηκών.

Η μεγάλη αυτή ομάδα των βιβλίων υποδιαιρείται σε βιβλία δυο ξεχωριστών χρονικών περιόδων. Τα έντυπα της μιας και της άλλης περιόδου διαφέρουν ως προς τα κριτήρια της ελληνικότητάς τους.

Η πρώτη υποκατηγορία περιλαμβάνει τα βιβλία που τυπώθηκαν οπουδήποτε στον κόσμο και σ’ ο­ποιαδήποτε γλώσσα, από την αρχή λειτουργίας της τυπογραφίας μέχρι το έτος 1800, στων οποίων τις σε­λίδες αναφέρεται πως για την παραγωγή τους συ­νέβαλαν, με οποιαδήποτε ιδιότητα (συγγραφείς, εκ­δότες, μεταφραστές κ.λπ.), κάποιοι Έλληνες που έ­ζησαν από την έναρξη της τυπογραφικής τέχνης και μεταγενέστερα. Στην ίδια ομάδα ανήκουν και όποια βιβλία εικά­ζεται, από το δημοσιευόμενο κείμενό τους, πως προορίζονταν για να χρησιμοποιηθούν από Έλληνες και όχι από αναγνώστες άλλων λαών. Ας πού­με, ένα Ψαλτήρι, που τυπώθηκε από μη Έλληνα τυπογράφο, είναι βέβαιο πως προοριζόταν για χρή­στες ελληνικής γλώσσας και καταγωγής.

Η δεύτερη υποκατηγορία περιλαμβάνει τα σε ελ­ληνική γλώσσα βιβλία των νεοελλήνων, που τυπώθηκαν στην περίοδο των ετών 1800-1863. Τα σε ξένη γλώσσα τυπωμένα έργα των Ελλήνων, αυτής της περιόδου, αποκλείσθηκαν. Το προαναφερόμε­νο καταληκτικό έτος αποτελεί και το τελευταίο έτος της απογραμμένης αναδρομικής εθνικής μας βι­βλιογραφίας.

Το παλαιότερο σωζόμενο χειρόγραφο με τη «Γεωγραφία» του Κλαύδιου Πτολεμαίου. Βιβλιοθήκη Ιεράς Μονής Βατοπεδίου.

Από εκεί και ύστερα η έντυπη παρα­γωγή μας είναι και παραμένει σχεδόν παντελώς ακαταλογογράφητη! Θα ήθελα εδώ να κάνω μερικές επισημάνσεις ως προς το περιεχόμενο των βιβλίων των προαναφε­ρόμενων δυο μεγάλων υποκατηγοριών. Δεν πρέπει να νομισθεί ότι στα ράφια των αγιορείτικων βι­βλιοθηκών υπάρχουν μόνο βιβλία για λειτουργική εκκλησιαστική χρήση ή με κείμενα κατήχησης ή ηθικοδιδακτικά. Υπάρχουν και βιβλία με κείμενα που θα περίμενε κανείς να σώζονται στα ράφια κο­σμικών βιβλιοθηκών. Αποκλείσθηκαν μόνο τα βι­βλία που τα κείμενά τους δεν θα ταίριαζαν στην ιε­ρότητα του χώρου. Θα βρούμε στις αγιορείτικες βιβλιοθήκες ακόμη και πολλά μαθητικά εγχειρίδια του πρώτου μισού του 19ου αιώνα. Η ύπαρξη, μάλιστα, πολλαπλών α­ντιτύπων τέτοιων βιβλίων στην ίδια αγιορείτικη βιβλιοθήκη υποδηλώνει, κατά κάποιον τρόπο λει­τουργία, κάποτε, υποτυπώδους σχολείου, όπου οι πιο γραμματιζούμενοι μοναχοί δίδασκαν τους ολιγογράμματους συνασκητές τους.

Στο Όρος πάντοτε μόνασαν και υψηλής μορφώ­σεως άτομα, τα οποία δεν ξέκοψαν από την εκτός Όρους πνευματική ζωή, τα έντυπα προϊόντα της ο­ποίας τα προμηθεύονταν αδιαλείπτως, για τη μορ­φωτική τους βελτίωση παράλληλα με την ψυχική. Οι Αγιορείτες, μάλιστα, πολυάριθμοι αναγνώστες, συντηρητικοί καθώς υπήρξαν πάντοτε, φύλαξαν ε­πιμελώς τα κατά καιρούς αναγνώσματά τους, κατά τρόπο που αν κάποτε επιχειρηθεί η απογραφή των μετά το 1863 βιβλίων των Ελλήνων, οι απογραφείς θα βρουν και πάλι στα ράφια των αγιορείτικων βιβλιοθηκών πολλά έντυπα που οι κοσμικές βιβλιο­θήκες δεν θεώρησαν απαραίτητο να τα διαφυλά­ξουν στα δικά τους ράφια.

Μια άλλη κατηγορία βιβλίων, που φιλοξενούνται και σήμερα στα ράφια των αγιορείτικων βιβλιοθηκών, είναι τα ξενόγλωσσα. Εννοούμε τα σε γλώσσα  ορθόδοξων βαλκανικών και άλλων λαών (ρωσικά, βουλγαρικά, σλαβικά, ρουμανικά, αραβικά και άλλα). Τέτοια βιβλία δεν υπάρχουν μόνο στα τρία ξενόγλωσσα μεγάλα αγιορείτικα μο­ναστήρια (Αγ. Παντελεήμονος: ρωσικό, Χιλανδαρίου: σερβικό, Ζωγράφου: βουλγαρικό) και στη με­γάλη ρουμανική σκήτη Ιωάννου του Προδρόμου. Υπάρχουν και σε πολλά άλλα μοναστήρια, στα ο­ποία κατά καιρούς πέρασαν και μόνασαν και αλ­λοδαποί ορθόδοξοι ή που στο παρελθόν είχαν σχέσεις με παραδουνάβιες κοινότητες και πιστούς από εκεί προσκυνητές. Δεν γνωρίζω αν έχει επι­χειρηθεί συστηματική απογραφή αυτών των ξενό­γλωσσων βιβλίων που φυλάσσονται και σήμερα στο Όρος. Εικάζω όμως ότι πολλές χρήσιμες ιστο­ρικές πληροφορίες θα προέκυπταν αν γινόταν κάτι τέτοιο.

Τέλος, δεν πρέπει να παραλειφθεί η αναφορά μιας άλλης ομάδας παλαιών βιβλίων, που υπάρχουν σχεδόν σε όλες τις βιβλιοθήκες του Όρους. Πρόκειται για τα «άδηλα». Βιβλία δηλαδή που με τα χρόνια και την πολλή χρήση ακρωτηριάστηκε η ακεραιότητά τους. Για τα άτιτλα από τα ελλιπή αυτά αντίτυπα η ταύ­τιση, πολλές φορές, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Αν επιχειρηθεί από ειδικούς μπορεί και να αποβεί ε­πιτυχής και να διαπιστωθεί ότι πρόκειται για πα­λαιές εκδόσεις ιδιαίτερα σπάνιες. Ο υπογράφων έχει, νομίζω, αποδείξει έμπρακτα πως αγαπά και σέβεται το Όρος, τους Αγιορείτες και τα πάσης φύσεως ιερά κειμήλια. Είκοσι και πα­ραπάνω χρόνια μόχθησε για να συντάξει τον κατάλογο των βιβλίων που φυλάσσονται στα εκεί μονα­στήρια, σε πολλές σκήτες και σε όποια κελιά του ά­νοιξαν τη θύρα τους. Στην πορεία εκείνη ανατρί­χιασε, όταν, ψάχνοντας προ δεκαετίας επισταμένως σε μεγάλο μοναστήρι, βρήκε μόνο δώδεκα εκδό­σεις του 16ου αιώνος από τις εξήντα που άμεσα και έμμεσα είχε εντοπίσει περίπου προ 130 ετών ο αλ­λοδαπός θεμελιωτής της βιβλιογραφικής μας ανα­δρομής.

Δεν θέλησα με το μυαλό μου να υποψιασθώ άλ­λη αιτία, γι’ αυτή τη δραματική μείωση, από τη φθορά του χρόνου, την αμέλεια, την ακαταλληλό­τητα του χώρου και την τυχαία καταστροφή, όπως είναι μια αναπάντεχη πυρκαγιά.

Δικαιούται, επομένως, να διατυπώσει κάποιες υ­ποδείξεις, παρ’ όλο που γνωρίζει πως κάποιες με­μονωμένες προσπάθειες γίνονται τελευταία, και μάλιστα από ιδιαίτερα πεπαιδευμένους μοναχούς.

 

Ο Γέρων Βενέδικτος της Μονής Δοχειαρίου και ο Γέρων Ευλόγιος της Μονής Ξηροποτάμου, με επίσημους προσκυνητές, περιεργάζονται το Πρώτο Τυπικό του Αγίου όρους το οποίο είναι γραμμένο σε δέρμα τράγου, φωτ. 1963. Γράφτηκε το 972 και φέρει την υπογραφή του αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή.

 

Η διασπορά παλαιών χειρογράφων και εντύπων ακόμη και στις μικρότερες ασκητικές μονάδες δεν ωφελεί. Σ’ αυτές δεν μπορεί να εξασφαλισθούν ού­τε οι κατάλληλες συνθήκες περιβαλλοντικής προ­στασίας. Χειρόγραφα και παλαιά βιβλία, παλαιότε­ρα του 1900, πρέπει να διατηρούνται μόνο στις βιβλιοθήκες των μεγάλων μονών και στις κεντρικές των οργανωμένων σκητών. Από την Επιστασία θα πρέπει να γίνει παρακολούθηση σύνταξης καταλό­γων, που από μόνοι τους δεν αρκούν, αν δεν συνο­δεύονται από κατάλληλη μόνιμη ταξιθέτηση των βιβλίων, ώστε η ανίχνευσή τους, σ’ οποιαδήποτε ζήτηση, να καθίσταται ευχερής.

Κοσμογονικές πραγματοποιούνται τα τελευταία έτη αναστηλώσεις και υποστηρίξεις στα κτιριακά συγκροτήματα του Όρους. Ας εξοικονομηθεί σ’ αυ­τά χώρος ιδιαίτερος για χειρόγραφα και παλαιά έ­ντυπα, που να εξασφαλίζει συνθήκες προστασίας αντικειμένων βαρυνομένων από το χρόνο, και όχι μόνο: η φροντίδα σε μια τέτοια βιβλιοθήκη δεν τε­λειώνει ποτέ. Μακροχρόνια πρέπει να είναι η συ­ντήρηση των ετοιμόρροπων κειμηλίων γραμμένου και τυπωμένου χαρτιού, με προτεραιότητα στα εξ αυτών σπανιότερα (το Όρος έχει πολλές εκδόσεις, των οποίων διασώζει το μοναδικό αντίτυπο που ως τώρα βρέθηκε).

Αν δεν γίνουν αυτά, και άλλα, τώρα που πρό­σφατα άλλαξε ο αιώνας, ο οποίος προστέθηκε βλαπτικά στη γήρανση αυτών των θησαυρών, τότε τα εξήντα 16ου αιώνος έντυπα, που εντοπίσθηκαν στο μοναστήρι το 19ο αιώνα, και έγιναν μόνο δώ­δεκα τον 20ό, στον 21ο θα γίνουν ακόμη λιγότερα. Και τότε η Ιστορία θα ψέξει γι’ αυτό όχι μόνο την αμέλεια των φυλάκων μοναχών, αλλά και την αδια­φορία των θεωρούμενων ως ειδημόνων λαϊκών.

Θωμάς Ι. Παπαδόπουλος

Φιλόλογος – Βιβλιοθηκονόμος

Βιβλιογραφία


  •  Σπυρίδων Π. Λάμπρος, Κατάλογος των εν ταις βιβλιοθήκαις του Αγίου Όρους ελληνικών κωδίκων, Α’- Β’, Κανταβριγία 1895-1900.
  • Θωμάς I. Παπαδόπουλος, Βιβλιοθήκες Αγίου Όρους. Παλαιά ελληνικά έντυπα: Πρώτη προσπάθεια συγκροτήσεως συλλογικού καταλόγου, Αθήνα 2000.   

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Άγιον Όρος », τεύχος 182, 24 Απριλίου 2003.

 Γκραβούρες – Ερείπια της αρχαίας Σπάρτης ( Ruins of the dromos in Sparta) –  J. D. Le Roy, 1770.  Χαλκογραφία του Γάλλου αρχιτέκτονα, Julien David Le Roy (1724-1803), ο οποίος ταξίδεψε το 1754 στην Ελλάδα για να μελετήσει και να αποτυπώσει σε σχέδια τα αρχαία μνημεία της.

 

Ερείπια της αρχαίας Σπάρτης ( Ruins of the dromos in Sparta) - J. D. Le Roy, 1770.

 

Ηλιοβασίλεμα πάνω από τα ερείπια της αρχαίας Σπάρτης σε χαλκογραφία του 1770 του J. D. Le Roy. Διακρίνονται διάσπαρτοι σπόνδυλοι κιόνων και στο βάθος ο Ευρώτας. Η θέση του δρόμου μέσα στην πόλη της Σπάρτης αμφισβητείται. Αρχικά αναζητήθηκε στα βορειοδυτικά του ιερού της Όρθιας ή στα ανατολικά κράσπεδα της σύγχρονης Σπάρτης, προς τα βόρεια του ρεύματος της Μαγούλας και δυτικά του Ευρώτα, έξω από το τείχος. Με την σειρά όμως την οποία ακολουθεί ο Παυσανίας, στην περιγραφή του μέσα στην πόλη, συμβιβάζεται περισσότερο η άποψη πως ο δρόμος ήταν στα δυτικά της αρχαίας πόλεως, προς ανατολάς του εκεί ρεύματος της Μαγούλας και μέσα στην περιοχή του τείχους, γιατί παρά τον δρόμο είναι τα γυμνάσια που αναφέρει και που πρέπει να ήταν κτίσματα (με στοές κ.λ.π., τουλάχιστο του Ευρυκλή), το άγαλμα του Ηρακλή, το σπίτι του Μενέλαου κ.λπ.

 Πηγή: Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library at Athens.

Αναπαράσταση Αρχαίας Ολυμπίας (Representation of Ancient Olympia) – J. van Falke, 1880.  

Στην καταπράσινη κοιλάδα του Αλφειού και του Κλαδέου η αρχαία Ολυμπία, με τους διασημότερους αρχαιολογικούς χώρους σε όλο τον κόσμο, ανάγει την κατοίκισή της στους προϊστορικούς χρόνους και συν­δέει το όνομά της με την ελληνική Μυθολογία. Εδώ ο Πέλοπας νίκησε τον Αιτωλό Οινόμαο σε αρματοδρομία και λατρεύτηκε σαν θεός δίνοντας το όνομά του στην Πελοπόννησο. Το Πελόπειο είναι ο παλαιότερος ναός στον λατρευτικό χώρο της Ολυμπίας. Τόπος των Ολυμπιακών Αγώνων που κατά την παράδοση όρισε ο Ηρακλής ο οποίος και χάραξε τον ιερό περίβολο, η Ολυμπία, εξελίχθηκε σε λατρευτικό κέντρο της αρχαιότητας και σύμβολο της ειρήνης έως τις μέρες μας.

 

Αναπαράσταση Αρχαίας Ολυμπίας (Representation of Ancient Olympia) - J. van Falke, 1880.

 

Οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες χρονολογούνται εδώ από το 776 π.χ. και γινόντουσαν κάθε 4 χρόνια έως το 393 μ.Χ. οπότε και σταμάτησαν με διάταγμα του αυτοκράτορα Θεοδοσίου. Στην αναπαράσταση αυτή, του J. van Falke από το βιβλίο του » Hellas und Rom » (1880 περ.), διακρίνουμε τον αρχαιολογικό χώρο ανάμεσα στην κοιλάδα του Κλαδέου ποτα­μού αριστερά και του Αλφειού δεξιά. Στο κέντρο και πίσω διακρίνεται το θέατρο και μπροστά αριστερά το γυμνάσιο. Μπροστά και δεξιά από το στάδιο προβάλλει το Ηραίο, ένας από τους αρχαιότερους γνωστούς δωρι­κούς ναούς των αρχών του 6ου π.χ. αιώνα, σε μια κόχη του οποίου βρέθηκε στις ανασκαφές το άγαλμα του Ερμή του Πραξιτέλη με το μικρό Διόνυσο. Το στρογγυλό κτίσμα στο κέντρο είναι το Φιλιππείο με ιωνι­κό περιστύλιο το οποίο άρχισε να κτίζεται από τον Φίλιππο τον Β μετά την μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.χ. Στα δεξιά της αναπαράστασης διακρίνουμε το στάδιο μπροστά από το οποίο απλωνόταν η εικονιζόμενη στοά της Ηχούς ή Ποικίλη,  η οποία συνέδεε το στάδιο με τον ιερό χώρο της Άλτεως. Στο κέντρο, η αναπαράσταση του δωρικού ναού του Δία μέσα στον οποίο φυλασσόταν το κολοσσιαίο χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία, έργο του Φειδία, το οποίο και καταστράφηκε το 475 μ.χ. στην Κωνσταντινούπολη.

Το μεγαλύτερο κτίριο της Ολυμπίας είναι το Λεωνιδαίο ιωνικού ρυθμού, που κτίστηκε από τον Νάξιο Λεωνίδη και φιλοξενούσε τους επίσημους προσκεκλημένους των Αγώνων. Οι ανασκαφές στον αρχαιολογικό χώρο άρχισαν το 1823 από τα μέλη της γαλλικής επιστημονικής αποστολής Bluet και Dybouat που συνόδευαν το γαλ­λικό εκστρατευτικό σώμα και συνεχίζονται έως σήμερα.

 

Πηγή: Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library at Athens.

Γκραβούρες –  Η αρχαία Γόρτυς ή Γόρτυνα, σε λιθογραφία από το έργο του E. Dodwell «Views and descriptions of cyclopian or pelagian remains in Italy and Greece», London, 1834.

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. 

 

Αρχαία Γόρτυς, ( Ruins of Gortys in Arcadia) - Edward Dodwell, 1834

  

Η αρχαία Γόρτυς ή Γόρτυνα (όπως συνήθως ονομαζόταν στα ύστερα χρόνια της αρχαιότητας) βρίσκεται κοντά στην Καρύταινα της Αρκαδίας, δίπλα στο χωριό Ατσίλοχος, στην δεξιά όχθη του ποταμού Λούσιου (παραπόταμου του Αλφειού) που  στον κάτω ρου του ονομάζεται Γορτυνίας. Τον 4ο π.Χ. αι., με το που κτίσθηκε η  Μεγαλόπολις από τον Επαμεινώνδα, οι κάτοικοι της Γόρτυνας συνοίκισαν την Μεγαλόπολη, αλλά η πόλη εξακολούθησε να θεωρείται επίκαιρη θέση για την άμυνα της αρκαδικής ομοσπονδίας και γι αυτό οχυρώθηκε με ισχυρά τείχη και ιδρύθηκαν σε αυτήν δυο ναοί αφιερωμένοι στον Ασκληπιό. Η ακρόπολη προς Β. της πόλης περιλάμβανε ένα θρησκευτικό κέντρο και ένα φρούριο στα νοτιότερα.

Στις ανασκαφές της Γαλλικής  Αρχαιολογικής Σχολής, στην ακρόπολη (το 1941 και 1947-8), βρέθηκαν λείψανα ενός οχυρωματικού περιβόλου με τρεις πύλες και πέντε κυκλικούς προμαχώνες. Το φρούριο κτίσθηκε τον 3ο π.χ. αι., πιθανότατα πάνω σε παλαιότερες οχυρώσεις. Ο δεύτερος ναός του Ασκληπιού διαστάσεων 27μ. βρισκόταν στα νοτιοδυτικά αυτών των οχυρώσεων και μάλλον ήταν αρχαιότερος ίσως του 5ου ή 6ου π.χ. αι.

 

Οι Βάκχες του Ευριπίδη στις Μυκήνες


 

 

Οι «Βάκχες» του Ευριπίδη παρουσιάζονται το Σάββατο, 27 Αυγούστου στις Μυκήνες, στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ Άργους Μυκηνών. Την παράσταση σκηνοθετεί η Ζωζώ Ζάρπα και τη διδασκαλία των ηθοποιών έχει αναλάβει ο Νίκος Βασταρδής (ομάδα «θεμέλιο»).

Αντίθετα από τις περισσότερες αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, οι Βάκχες έχουν για θέµα ένα ιστορικό γεγονός. Την εισαγωγή µιας νέας θρησκείας στην Ελλάδα. Όταν έγραφε ο Ευριπίδης, το γεγονός άνηκε πια στο απώτερο παρελθόν, και µόνο η θύµηση του επιζούσε, σε µυθική µορφή· η νέα θρησκεία είχε από καιρό εγκλιµατισθεί και είχε γίνει αποδεκτή σαν µέρος της ελληνικής ζωής. Αλλά έµενε πάντα η έκφραση µιας θρησκευτικής στάσης και η ανάµνηση µιας θρησκευτικής εµπειρίας διαφορετικής από οτιδήποτε ανήκε στη λατρεία των πατροπαράδοτων Ολυµπίων θεών και οι δυνάµεις που είχαν απελευθερωθεί και ενσαρκωθεί από την αρχική κίνηση δρούσαν ακόµα µε άλλες µορφές στην Αθήνα του Ευριπίδη…

 

Υπόθεση

 

Οι Βάκχες γράφτηκαν τον τελευταίο χρόνο της ζωής του Ευριπίδη, και ανέβηκαν στην Αθήνα μετά το θάνατό του, το 403 π.Χ. κερδίζοντας το πρώτο βραβείο.

Το έργο προλογίζει ο θεός Διόνυσος ο οποίος βρίσκεται στη Θήβα και δηλώνει το όνομα και την προέλευσή του τονίζοντας ότι πήρε ανθρώπινη μορφή για να επιβάλει τη λατρεία του και για να εκδικηθεί όσους αμφισβήτησαν τους θεϊκούς γάμους της μητέρας του Σεμέλης. Δηλώνει ότι οι αδελφές της μητέρας του, ανάμεσα σ΄ αυτές και η Αγαύη, έχουν κάνει μεγάλο σφάλμα που παρουσίασαν σαν ψέμα την καταγωγή του από τον Δία. Γι αυτό το λόγο, υπέβαλε σ’ αυτές αλλά και σε όλες τις γυναίκες της Θήβας τη βακχική μανία.

Πράγματι, οι γυναίκες της Θήβας βρίσκονται στον Κιθαιρώνα, όπου μαγεμένες από τον Διόνυσο, εκτελούν τα μυστήρια της νέας θρησκείας. Μαζί με τον Διόνυσο έχουν έρθει οι Βάκχες (γυναίκες της Λυδίας που αποτελούν και το Χορό της τραγωδίας), οι οποίες εγκωμιάζουν την τρομερή δύναμη του νέου θεού και καλούν το λαό να πάρει μέρος στην οργιαστική του θρησκεία.

Ο βασιλιάς της Θήβας Κάδμος, πατέρας της Αγαύης, είναι πια γέρος και έχει παραδώσει την εξουσία στον εγγονό του Πενθέα. Υπό την επήρεια του Διονύσου, ο Κάδμος και ο μάντης Τειρεσίας ετοιμάζονται να ανέβουν στον Κιθαιρώνα για να πάρουν μέρος στις μυστηριακές τελετουργίες. Ο Πενθέας, που δυσφορεί για τη βακχική επιδημία που έχει πλήξει τις γυναίκες της πόλης, τους κοροϊδεύει και προσπαθεί να τους αποτρέψει πιστεύοντας ότι η νέα θρησκεία διαφθείρει τα ήθη των γυναικών και διαλύει τους συζυγικούς θεσμούς. Συλλαμβάνει και φυλακίζει τον Διόνυσο χωρίς να γνωρίζει ποιος είναι.

Ο Διόνυσος δεν αποκαλύπτει τη θεϊκή του ιδιότητα, αλλά δηλώνει πως είναι απεσταλμένος του Διονύσου για να διαδώσει τη θρησκεία του στον κόσμο, και ο Πενθέας οργισμένος διατάζει να τον κλείσουν πάλι στις φυλακές. Λίγο αργότερα ο Διόνυσος καλεί τις Βάκχες να ετοιμαστούν γιατί έφτασε πια η ώρα της τιμωρίας του άπιστου βασιλιά ενώ ο Πενθέας σκέφτεται να καταφύγει στα όπλα για να τις αντιμετωπίσει. Πείθεται όμως από τον Διόνυσο, που ακόμα κρατάει μυστική την ταυτότητά του, να πάει στον Κιθαιρώνα μαζί του και να παρακολουθήσει ο ίδιος τα μυστήρια της νέας θρησκείας. Μαγεμένος από τον θεό ο Πενθέας βρίσκεται πια στο έλεός του.

Σε λίγο, ένας εξάγγελος περιγράφει το τραγικό τέλος του νεαρού βασιλιά της Θήβας: Οι Βάκχες, αφού εντόπισαν τον Πενθέα, με εντολή του θεού τον περικύκλωσαν και τον κατασπάραξαν. Μάταια εκείνος παρακαλούσε την μητέρα του να τον βοηθήσει. Ο Χορός εξυμνεί με δέος τη δύναμη του θεού, ενώ την ίδια στιγμή παρουσιάζεται η Αγαύη που βρίσκεται ακόμη σε κατάσταση μανίας να κρατά στα χέρια της το κεφάλι του Πενθέα. Έχει την εντύπωση πως είναι ένα σκοτωμένο λιοντάρι και καλεί τους Θηβαίους να γιορτάσουν μαζί της για το θήραμα. Το φρικτό θέαμα πλημμυρίζει τη σκηνή. Η Αγαύη συνέρχεται, συνειδητοποιεί ότι το κεφάλι είναι του γιου της Πενθέα, και παραδίνεται σε ένα σπαρακτικό θρήνο.

Σε λίγο παρουσιάζεται στη σκηνή ο Διόνυσος, με την θεϊκή του μορφή, επαναλαμβάνει πως με τα έργα του ήθελε να τιμωρηθούν ο Πενθέας και όλοι όσοι δεν πίστεψαν στη θεϊκή καταγωγή του Διονύσου.

Η τραγωδία τελειώνει με την εντολή του θεού να εξοριστούν η Αγαύη και οι αδελφές της από τη Θήβα, και με την πρόβλεψη ότι ο Κάδμος θα υποφέρει ακόμα μέχρι να μεταμορφωθεί σε φίδι οπότε θα βρει οριστικά τη γαλήνη.

Αρχαιολογικός χώρος Μυκηνών – Η παράσταση ξεκινάει στις 21:00.

 

Στα βήματα του Ασκληπιού – Γιώργος Νεοφώτιστος


 

Ένα μυθιστόρημα όπου η φαντασία μπλέκεται απρόσμενα στον ιστό της ιστορίας, αποτελεί το νέο συγγραφικό εγχείρημα του γιατρού Γιώργου Νεοφώτιστου. Με τίτλο “Στα βήματα του Ασκληπιού”, το μυθιστόρημα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μύστις», Ιούλιος 2011.

Στα βήματα του Ασκληπιού

Το μικρό πλοίο πλησιάζει το λιμανάκι της Παλαιάς Επιδαύρου. Ο γιατρός Νικόλας Παπάς, όρθιος στην πλώρη του, παρατηρεί την προκυμαία της αγαπημένης του κωμόπολης να πλησιάζει αργά. Η αδημονία του να πατήσει στα γνώριμα για τον ίδιο μέρη δεν μπορεί να κρυφτεί από την μικρή ομάδα των γιατρών που τον ακολουθεί. Και αυτοί όμως, έχοντας φτάσει εδώ από κάθε γωνιά της γης, δεν είναι λιγότερο ενθουσιασμένοι καθώς πρόκειται να ξεναγηθούν στις στράτες του Ιερού Ασκληπιείου της Επιδαύρου, ένα προσκύνημα στην κοιτίδα της λατρείας του θεού-γιατρού…

… Σκυμμένος μπρος στα πόδια του φοβερού αγάλματος του Θεού, ο ηλικιωμένος άντρας έχει βυθιστεί σε μια αλλόκοτη έκσταση. Τυλιγμένος ολόκληρος από ένα ωχροκίτρινο κουκούλι φωτός που ρίχνει επάνω του το μεγάλο λαδολύχναρο, μπρος από το άγαλμα, νιώθει το παγωμένο ρίγος του δέους να κατεβαίνει τη ραχοκοκαλιά του.

… Η ανάσα του θανάτου τυλίγει από παντού την πόλη των Αθηνών. Ακόμα και τώρα, που ο ήλιος έχει χαθεί στη θάλασσα του Σαρωνικού, οι λάμψεις από τις πυρές που δεν σταματούν να καίνε πέρα προς τον Κεραμικό, βάφουν με ένα μακάβριο βαθυκόκκινο χρώμα ολόκληρο τον ορίζοντα…

Ένα μυθιστόρημα όπου η φαντασία μπλέκεται απρόσμενα στον ιστό της ιστορίας…

Διαβάστε ακόμη:

Νεοφώτιστος Γιώργος


 

Γιώργος Νεοφώτιστος

Ο Γιώργος Νεοφώτιστος είναι γιατρός. Γεννήθηκε στο Άργος, όπου και τελείωσε τις βασικές του σπουδές. Φοίτησε στη Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια πήρε την ειδικότητα του στον «Ευαγγελισμό», όπου τελείωσε  Ειδική Παθολογία και συνέχισε Νεφρολογία. Διορίστηκε διευθυντής στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο Ηρακλείου, όπου ίδρυσε και λειτούργησε την πρώτη Μονάδα Τεχνητού νεφρού στην Κρήτη.

Στη συνέχεια έγινε εταίρος σε Γενική Κλινική στο Ηράκλειο, και διευθυντής της ιατρικής της υπηρεσίας. Κατά τη διάρκεια της εξάσκησης του επαγγέλματός του διετέλεσε: Πρόεδρος εξωνοσοκομειακών γιατρών Ηρακλείου, Καθηγητής Νοσηλευτικού τμήματος ΤΕΙ Ηρακλείου, Πρόεδρος ΕΠΣΗ & Διοικητής Υγειονομικής Περιφέρειας Κρήτης.

Έχει εκδώσει, ιατρικά εγχειρίδια (μεταξύ αυτών μια Νοσολογία και ένα ιατρικό βοήθημα, το «Εμείς και τα Μικρόβια») και στράφηκε στο ιστορικό μυθιστόρημα, όπου το πρώτο εξ αυτών με τίτλο «Στα βήματα του Ασκληπιού»  είχε πανελλήνια επιτυχημένη πορεία. Το τελευταίο του συγγραφικό πόνημα «Ο Σημαδεμένος Ερημίτης»  κυκλοφόρησε το 2019. Είναι παντρεμένος με τη γιατρό Φυλλίτσα Νεοφώτιστου και έχει δυο κόρες.

Γκραβούρες – Άποψη του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα και τον ποταμό Ίναχο με το πολύτοξο γεφύρι. Ανιστόρητη χαλκογραφία, Johann Friedrich Gronovius,17ος αιώνας.

  

Άποψη του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα και τον ποταμό Ίναχο με το πολύτοξο γεφύρι. Ανιστόρητη χαλκογραφία, Johann Friedrich Gronovius,17ος αιώνας.

Άποψη του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα και τον ποταμό Ίναχο με το πολύτοξο γεφύρι. Ανιστόρητη χαλκογραφία, Johann Friedrich Gronovius,17ος αιώνας.

 

Φανταστική απεικόνιση του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα. Ο Ολλανδός Ιάκωβος Γκρονόβιος  (1645-1716) ήταν φιλόλογος και καθηγητής στο πανεπιστήμιο Leiden. Οι εκδόσεις του αναφέρονται στους αρχαίους Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς μεταξύ των οποίων είναι και οι: Πολύβιος, Μακρόβιος, Λίβυος, Στέφανος Βυζάντιος, Αρποκρατίωνας, Φαίδρος, Αρριανός, Ηρόδοτος, Τάκιτος κ.α. Το γνωστότερο όμως έργο του είναι ο Thesaurus antiquitatum Graecarum ( 1697-1702), σε 13 τόμους.

 

 Γκραβούρες – Αρχαία Λυκόσουρα (Lycosoura) – Edward Dodwell, 1834

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. 

 

Αρχαία Λυκόσουρα (Lycosoura) - Edward Dodwell, 1834

Τα ερείπια της αρχαίας Λυκόσουρας βρίσκονται 22 περίπου χιλιόμετρα από τη Μεγαλόπολη. Βρίσκεται στις νότιες υπώρειες του Λυκαίου όρους. Σήμερα, 1 χμ. βόρεια, υπάρχει ομώνυμο χωριό με πληθυσμό 65 περίπου κατοίκους. Θεωρείται η αρχαιότερη πόλη στον κόσμο (10.000 – 8.000 π.Χ.) Κατά την αρχαιότητα ήταν ιερή πόλη των Αρκάδων. Ήταν μια πόλη γεμάτη φως. Άλλωστε βρίσκεται στο όρος Λύκαιο, που σημαίνει φωτεινό, και δεσπόζει στον Πελοποννησιακό χώρο προσφέροντας μοναδική θέα. Ο Παυσανίας τη χαρακτηρίζει ως την αρχαιότερη απ΄ όλες τις πόλεις που υπήρξαν ποτέ πάνω σε ηπειρωτική ή νησιωτική γη, ως την πρώτη πόλη που είδε το φως του ήλιου, ως την πόλη υπόδειγμα για τη δημιουργία άλλων πόλεων (Παυσανίας VIII,38,1).

Πάνω στο λόφο διακρίνονται λείψανα από την οχυρωματική περίβολο της αρχαίας ακρόπολης, ενώ στα νότια και στα ανατολικά κράσπεδά του, οι ανασκαφές (που άρχισαν το 1889) έφεραν στο φως κατάλοιπα του περίφημου ιερού της Δέσποινας. Στο βουκολικό τοπίο σήμερα, διακρίνονται ερείπια βωμών της Δέσποινας, της Δήμητρας και της Μεγάλης Μητέρας, μιας μεγάλης στοάς, και ένα εκτεταμένο συγκρότημα οικοδομημάτων στα δυτικά του κυρίως ιερού. Στο δυτικό άκρο του ιερού υπήρχε ναός της Δέσποινας, πρόστυλος με 6 δωρικούς κίονες στον πρόναο και δυο στρογγυλά βάθρα γλυπτών εικόνων, όπου υπήρχαν αγάλματα της Δέσποινας, της Δήμητρας, της Άρτεμης και του γίγαντα Άνυτου, έργα του μεσσήνιου γλύπτη Δαμοφώντα του 2ου  π.χ. αι.

Γκραβούρες.  Άποψη της Καλαμάτας (Kalamata) – Χαλκογραφία του A. Lasor, 1713

Άποψη της Καλαμάτας, του κάστρου της και του Μεσσηνιακού κόλπου σε χαλκογραφία του A. Lasor, 1713. Σύμφωνα με τις ανασκαφές η πόλη κατέχει την θέση των αρχαίων Φαρών, η οποία ήταν μια από τις επτά πόλεις που υποσχέθηκε ο Αγαμέμνονας στον Αχιλλέα και σ’ αυτή φιλοξενήθηκε και ο Τηλέμαχος όταν αναζητούσε τον πατέρα του.

  

Άποψη της Καλαμάτας (Kalamata) - Χαλκογραφία του A. Lasor, 1713

 

Στους προχωρημένους μεσαιωνικούς χρόνους, μέσα στο κάστρο, κτίσθηκε ένα εκκλησάκι όπου φυλασσόταν η εικόνα της Παναγιάς της Καλαμάτας που έδωσε κατά μια άποψη, και το όνομά της στην πόλη. Κατά την Φραγκοκρατία, ο Γοδεφρείδος Βελεαρδουίνος οχύρωσε την αρχαία ακρόπολη της πόλης και το κάστρο που βλέπουμε σήμερα, το οποίο ενίσχυσε ακόμα περισσότερο ο Γουλιέλμος Β’ στα μέσα του 13ου αι. έχοντας γεννηθεί και μεγαλώσει εκεί. Το 1865 οι Βενετοί το κατεδάφισαν αλλά αργότερα το ξαναέχτισαν. Πάνω από την εξωτερική πύλη σώζεται εντοιχισμένο ανάγλυφο με το λιοντάρι του Άγιου Μάρκου.