Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Ιπποκράτης (5ος αιώνας π.Χ.)


  

Πατέρας της Ιατρικής και μέγιστος των ιατρών χαρακτηρίζεται ο Ιπποκράτης, ο Δωριεύς που έγραψε στην ιωνική διάλεκτο και χρησιμοποίησε πρώτος στην Ιατρική το πείραμα, ανάγοντάς την από εμπειρική τέχνη σε επιστήμη. Χρυσή εποχή της Ιατρικής χαρακτηρίζεται το δεύτερο μισό του πέμπτου αιώνα π.Χ., κατά το οποίο ο Ιπποκράτης συνέγραψε πλήθος πονημάτων για φυσιολογία, ανατομία, παθολογία, θεραπευτική χειρουργική, μαιευτική και άλλες ειδικότητες και μίλησε πρώτος για το περιβάλλον σε σχέση με την υγεία. Προσκλήθηκε και συνέβαλε στην αντιμετώπιση του λοιμού των Αθηνών και για το λόγο αυτό τον στεφάνωσαν με χρυσό στέφανο. Ο Όρκος του παρέμεινε διαχρονικός. Και ο ίδιος, προφανώς τηρώντας κατά γράμμα την επιστήμη του, έφυγε αιωνόβιος.

 

Η γενιά και ο βίος του Ιπποκράτη

 

Ιπποκράτης

Ο Ιπποκράτης, ο μέγιστος των ιατρών όλων των αιώ­νων, γεννήθηκε τον 5ο π.Χ. αι. στην Κω. Η ακριβής χρονολογία της γεννήσεώς του δεν μας είναι γνωστή. Υπολογίζεται ότι γεννήθηκε το 460 π.Χ., στο 1ο έτος της 80ής Ολυμπιάδας. Ο Ιπποκράτης είναι απόγονος Δωριέων και από τους δυο γονείς. Ο πατέρας του Ηρακλείδης, ιερέ­ας στο Ασκληπιείο της Κω, ήταν γιος του Ασκληπιάδη Ιπποκράτη, ο οποίος ήταν γιος του Γνωσιδίκου. Κατά την παράδοση, το Ασκληπιείο της Κω ί­δρυσε ο γιος του Ασκληπιού Ποδαλείριος όταν γύρισε από τον Τρωικό πόλεμο κι εγκαταστάθηκε στο νησί. Κατά άλλη παράδοση, ιδρυτής του Ασκληπιείου της Κω ήταν ο γιος του Νέβρος.

Ανα­φέρονται όλοι οι πρόγονοί του και βέβαια τον χω­ρίζουν δεκαοκτώ (18) γενιές από το θεό Ασκληπιό και δεκαεννέα (19) από τον Απόλλωνα. Συμφωνά με την παράδοση, ο Απόλλωνας ήταν ο πατέρας του Ασκληπιού και βέβαια σαν γιος του Διός, που θε­ωρείται ο Απόλλωνας, ο Μέγας Ιπποκράτης είναι ο εικοστός της σειράς των απογόνων του Διός. (Ο Απόλλωνας ήταν θεός της Ιατρικής, του Φωτός και της Μουσικής). Όμως ήταν και από μητέρα Δωριεύς. Η μητέρα του Πραξιθέα, κόρη της Φαιναρέτης, καταγόταν ε­πίσης από τους Ηρακλείδες. Οι γιοι του Ιπποκράτη, ο Θεσσαλός και ο Δρά­κων, καθώς και ο γαμπρός του Πόλυβος (σύζυγος της κόρης του) υπήρξαν μαθητές και συνεχιστές του έργου του και συγγραφείς ορισμένων βιβλίων της Ιπποκρατικής Συλλογής (Corpus Ippocraticum).

Τα βιογραφικά στοιχεία του Ιπποκράτη δεν είναι βέβαια. Πολλοί ασχολήθηκαν με το γενεαλογικό του δένδρο και με το βίο του, αλλά τα στοιχεία δεν τεκμηριώνονται. Οι τρεις μέχρι σήμερα πιο συμπληρωμένες βιογραφίες του είναι του Σωρανού του Εφεσίου, του Σουίδα και του I. Τζέτζη. [1]

Αλλά και ο χρόνος του θανάτου του δεν μας είναι ακριβώς γνωστός. Η παράδοση μνημονεύει το θά­νατό του στη Λάρισα σε μια από τις περιοδείες του στη Θεσσαλία, στη διάρκεια της 102ας Ολυμπιάδας, σε προχωρημένη ηλικία. Κατά τους βιογράφους του I. Τζέτζη και Σουίδα απέθανε σε ηλικία 104 ετών, ενώ κατά τον Σωρανό σε ηλικία 90. Στη μεγάλη διάρκεια της ζωής του περιόδευσε πολλούς τόπους (Θράκη, Μακεδονία, Θάσο, Θεσ­σαλία, Σκυθία, πόλεις της Ιωνίας, ίσως και την Αί­γυπτο) αποκτώντας πρωτόγνωρες εμπειρίες και μελετώντας τις συνήθειες των ανθρώπων, το κλί­μα, ακόμη και το πολίτευμα των τόπων που επι­σκεπτόταν.

Και ενώ ήταν Δωριεύς στην καταγωγή ο Ιππο­κράτης, εν τούτοις τα βιβλία του τα έγραψε στην ιω­νική διάλεκτο, διότι η ιωνική ομιλούνταν όχι μό­νο στις ιωνικές πόλεις, αλλά στα περισσότερα ελ­ληνικά κέντρα της εποχής και αφ’ ετέρου γιατί ο Ιπποκράτης είχε επηρεαστεί βαθύτατα από τη δι­δασκαλία των Ιώνων φιλοσόφων. Κατά τον καθη­γητή Γ. Πουρναρόπουλο «λίαν πρωίμως η αρχαία ελληνική ιατρική συνηνώθη και συνεβάδισε προς την φιλοσοφίαν».[2]

Τα κοσμογονικά φαινόμενα απασχόλησαν την ια­τρική σκέψη, όπως τα βιολογικά φαινόμενα υπήρ­ξαν πεδία προβληματισμού των φιλοσόφων.Οι δοξασίες των Ιώνων φιλοσόφων περί των τεσ­σάρων στοιχείων της δημιουργίας (γαία, αήρ, ύδωρ, πυρ) επηρέασαν την αντίληψη του Ιπποκράτη όσον αφορά τη σύσταση του ανθρώπινου σώματος. Δέχε­ται τα τέσσερα αντίστοιχα στοιχεία, δηλαδή το αίμα, το φλέγμα, την ξανθή και τη μέλαινα χολή, η μίξη των οποίων αποτελεί τον ανθρώπινο οργανισμό.

Έχοντας αποκτήσει την εμπειρική γνώση της ια­τρικής στο διάστημα της θητείας του στο Ασκληπι­είο της Κω (η ιατρική μεταβιβαζόταν κληρονομικώς από πατέρα σε γιο), καθώς και άριστη γνώση της βοτανοθεραπευτικής, μελετώντας τους Ίωνες φιλοσόφους απέκτησε ιατρική παιδεία πρωτοφανή, η οποία του επέτρεψε να καινοτομήσει και πρώτος αυτός να χρησιμοποιήσει το πείραμα, δηλαδή τη δοκιμή στην ιατρική. Από αυτή τη στιγμή της εφαρμογής του πειρά­ματος, η Ιατρική από εμπειρική τέχνη, που ήταν ως τότε, έπαψε να είναι και έγινε επιστήμη.

Γαληνός και Ιπποκράτης. Λεπτομέρεια από ιταλική νωπογραφία του 13ου αιώνα.

Όπως αναφέρει ο Γαληνός: «ο Ιπποκράτης την τέχνην εις επιστήμην ανήγαγεν». [3] Ο Ιπποκράτης πίστευε στην ενότητα της ουσίας του κόσμου. Και θεωρούσε τη φύση κιβωτό της ου­σίας αυτής. Ο γίγαντας αυτός της ιατρικής σκέψης πίστευε ό­τι οι αιτίες των νόσων βρίσκονται στο περιβάλλον ή και στον ίδιο τον άνθρωπο και δεν στέλνονται α­πό τους θεούς. Δεν πίστευε στη «Θεόθεν νόσον». Δεν πίστευε στη θεϊκή παρέμβαση, αλλά στην ανθρώπινη γνώση και εμπειρία. [4] Διατύπωσε τον αφορισμό «ακεστά τε τα πλείστα εστί τοις αυτοίσι τοιούτοισιν αφ’ ώτων και γίγνεται», [5] δηλαδή διατύπωσε πρώτος την ομοιοπαθητι­κή θεωρία. Όλη όμως η δύναμη της σκέψης του φαίνεται στο βιβλίο «Περί ιερής νούσου» και το μεγαλείο της ανθρωπιάς του στον «Όρκο» του.

Ο σημερινός μελετητής της Ιπποκρατικής Συλ­λογής θαυμάζει και απορεί με τις γνώσεις, τις ιδέ­ες και αντιλήψεις των συντακτών της. Στο κεφάλαιο περί ιερής νούσου αναφέρει ότι: «ο γόνος έρχεται πάντοθεν του σώματος».[6] Η σύλληψη της ιδέας αυτής πριν από 2.500 χρό­νια, χωρίς τις σημερινές τεχνολογικές κατακτήσεις, μας καταπλήσσει. Πώς ο Ιπποκράτης συνέλαβε την ιδέα ότι το γενετικό υλικό (γόνος) προέρχεται «πά­ντοθεν του σώματος»!

Σήμερα, με τα λαμπρά επιτεύγματα της βιοϊατρικής τεχνολογίας, ξέρουμε ότι το DNA είναι ο κλη­ρονομικός κώδικας του ατόμου και βρίσκεται απο­τυπωμένος σε όλα τα κύτταρα του οργανισμού του. Τρανή απόδειξη της ιατρικής αντίληψης πριν από 25 αιώνες, ότι ο γόνος προέρχεται «πάντοθεν του σώματος». Στο ίδιο κεφάλαιο «το περί ιερής νούσου» μας φανερώνεται η αιτία της «επαναστάσεώς του» ένα­ντι του ιερατείου και μας βοηθά να εννοήσουμε τη μεγαλοφυΐα και το μεγαλείο της ακτινοβολούσας σκέψης του.

Ψηφιδωτό με παράσταση της άφιξης του Ασκληπιού στην Κω. (2ος – 3ος αιώνας μ.Χ. Μουσείο Κω)

Ως γνωστόν η επιληψία θεωρούνταν, όπως και άλλα ψυχικά νοσήματα, ότι στέλνεται από τους θε­ούς για τιμωρία. Αιτία της δοξασίας αυτής ήταν η άγνοια και η α­δυναμία να βοηθήσουν τον πάσχοντα. Οι Ασκληπιάδες (ιερείς του Ασκληπιού) συνι­στούσαν επωδές, καθαρμούς, για ν’ απομακρύνουν το μίασμα (αίτιο της νόσου) και θυσίες για την εύ­νοια των θεών.

Ο έξοχος νους του Ιπποκράτη, με τη φιλοσοφική σκέψη και τη θαυμαστή ιατρική παιδεία, ορθοτομώντας την αλήθεια διακήρυξε ότι: Η λεγόμενη ιε­ρή νόσος δεν είναι ιερότερη από τις άλλες ούτε θεϊκότερη, αλλά προέρχεται και έχει τα ίδια αίτια (εσωτερικά ή εξωτερικά) όπως και οι άλλες και ότι οι άνθρωποι από απειρία και άγνοια τη νομίζουν θεόσταλτη. Και οι αγύρτες ισχυρίζονται ότι με μαγ­γανείες, δεισιδαιμονίες και μαγείες τη θεραπεύ­ουν. Αυτή ήταν η αφορμή να ξεσπάσουν έριδες με το ιερατείο και να υποχρεωθεί να αποχωρήσει από το Ασκληπιείο της Κω.

Γνώστης των βιολογικών και φυσικών αντιλή­ψεων των Ιώνων φιλοσόφων περί της ουσίας του κόσμου, πνεύμα φιλελεύθερο και επαναστατικό, ήρθε από πολύ νωρίς σε ρήξη με το ιερατείο της Κω από το οποίο προερχόταν. Οι γνώσεις του, οι παρατηρήσεις και τα πειράμα­τά του τον όπλισαν με το θάρρος της επίγνωσης της επιστημονικής Ιατρικής.

Όπως αναφέρει ο άλλος μεγάλος της ιατρικής επιστήμης ο Γαληνός: «πά­ντων υπερήνεγκεν και πρώτος εις φως εξήνεγκεν την τελείαν παρ’ Ελλήσιν ιατρικήν».[7] Ο Ιπποκράτης υπήρξε ο τέλειος ιατρός που αφιέρωσε όλη του τη ζωή στην πρόοδο της ιατρικής και στην ωφέλεια των αν­θρώπων. Όπως αναφέρει επίσης ο Γαλη­νός, έφθασε εις τέλειον σημείον γνώσεως και σοφίας, ώστε οι τολμούντες να αντιταχθούν στο έργο του (Αρχιγένης, Χρύσιππος κ.ά.) να θεωρού­νται αμαθείς και πανούργοι (Γαλ. Χ 583).

Η φήμη του ταχύτατα έφθασε όχι μόνο σε όλο τον ελληνικό χώρο, αλλά ακόμη και στην αυλή του βασιλέως των Περσών. Όπως αναφέρει ο Στοβαίος στις εκλογές του (ιγ’, σελ. 146), ο Ιπποκράτης απάντησε στην πρόσκληση του βασιλέα των βαρβάρων: «είχον δ’ αν αισχύνην τον παρά του βασιλέως πλούτον και πατρίδος εχθρήν περιουσίην […] ουκ έστι πλούτος το πανταχόθεν χρηματίζεσθαι».  Και αλλού αναφέρεται: «Ιπποκράτην επειθέης προς Αρταξέρξην απαίρει, χρηστόν είναι βασιλέα» και ο Ιπποκράτης απάντησε: «ου δέ­ομαι χρηστού δεσπότου».

Κατά την αντίληψη του σοφού Ιπποκράτη, η Ιατρική είναι φιλάνθρωπος τέ­χνη (επάγγελμα) και δεν αποσκοπεί στον πλουτι­σμό, αλλά στη βοήθεια του συνανθρώπου στις δύσκολες ώρες της αρρώστιας και του θανάτου. Γι’ αυτό και σε όλη τη μακρά διάρκεια της ζωής του το ενδιαφέρον του στρεφόταν στην αδιάκοπη φροντίδα των ασθενών και εν γένει του επαγγελ­ματικού καθήκοντος και εφάρμοζε στην πράξη τις ιδέες του με αξιοπρέπεια και φιλαλληλία.

Όπως αναφέρει ο καθηγητής κ. Μέρμηγκας: «Ο Ιπποκράτης είναι κυρίαρχος ιατρική προσωπικότης, ου μόνον του 5ου π.Χ. αι. αλλά και όλων των μετέπειτα αιώνων, συμβολίζων ου μόνον την επιστημονικήν και θεραπευτικήν Ιατρικήν, αλλά και την κοινωνικήν αντίληψιν οία διετηρήθη έκτοτε ως υπόδειγμα των ιατρών πάσης χώρας».[8]

Η επιστημονική σκέψη του, η οξυδερκής παρατηρητικότητά του, η διαγνωστική μέθοδός του, η επέκτα­ση της ιατρικής φροντίδας του πέραν του αρρώστου – στο περιβάλλον του- και η συνολική αντιμετώπι­ση του πάσχοντος ως ζώντος οργανισμού στο σύνο­λό του, ακόμη και η αυτοψία του χώρου, η εξέταση και καταγραφή των κλιματολογικών συνθηκών, ως και του πολιτεύματος των τόπων που επισκέφθηκε, τον κατατάσσουν πρώτο μεταξύ των ομοίων του, γι’ αυτό και δίκαια αποκαλείται «Πατέρας της Ιατρι­κής», ακόμη και «θείος Ιπποκράτης».

Ιπποκράτης

Ο θρύλος τον θέλει παρόντα στο λοιμό των Αθη­νών. Ο Ιπποκράτης, αφού ήρθε σε σύγκρουση με το ιερατείο της Κω, ήρθε στην Αθήνα, όπου οι ιε­ρείς του Ασκληπιείου των Αθηνών προσπάθησαν να τον προσεταιριστούν, αλλά ο Ιπποκράτης έχο­ντας την προηγούμενη εμπειρία της Κω αρνήθη­κε. Ο θρύλος λέει ότι στην Αθήνα ήρθε με πρό­σκληση του Περικλή, ο οποίος μαζί με την Ασπα­σία κατέβηκαν στον Πειραιά να τον υποδεχθούν. Η πρόσκληση του έγινε για την αντιμετώπιση λοιμού, ο οποίος, όπως λέει ο Θουκυδίδης, «ούτε ιατροί ήρκουν… Ούτε άλλη ανθρωπεία τέχνη, ου­δεμία… πάντα ανωφελή ην». Ο Θουκυδίδης είχε προσβληθεί και ο ίδιος από το λοιμό αλλά επέζησε και μας περιγράφει θαυμά­σια τα συμπτώματα της νόσου.[9]

Ο θρύλος γύρω από τη ζωή του Μεγάλου Ιππο­κράτη μας λέει ότι με το διεισδυτικό του μάτι και την αγχίνοιά του πρόσεξε ότι από το λοιμό δύσκο­λα προσβάλλονταν άνθρωποι που λόγω του επαγ­γέλματός τους ζούσαν ημίγυμνοι, εργαζόμενοι κο­ντά στη φωτιά, όπως οι μεταλλωρύχοι, οι καμινευτές, οι φουρναραίοι κ.ά. και συμπέρανε ότι το μία­σμα (το αίτιο της νόσου) δεν αρέσκεται στο πυρ και ίσως βρίσκεται στον ιματισμό (ενδύματα, κλινοστρωμνές κ.λπ.). Έδωσε λοιπόν τη συμβουλή να ανάψουν φωτιές στους δρόμους και να καεί ο ιματισμός. Συμβούλεψε τους Αθηναίους ν’ ανάψουν μεγά­λες φωτιές στα διάφορα σημεία της πόλης και να τις τροφοδοτούν με χλωρά κλαδιά και αρωματικά άνθη, ώστε ο καπνός που θα δημιουργηθεί να έχει ευχάριστη οσμή και να είναι πυκνός ώστε να σκε­πάσει όλη την πόλη και διασκορπιζόμενος απ’ τον αέρα να φύγουν μαζί του και τα μιάσματα.

Η απολυμαντική ενέργεια του πυρός ήταν γνωστή και πριν από τον Ιπποκράτη. Ήδη αναφέρεται από την εποχή του Τρωικού πολέμου. Η καύση όμως του ιματισμού ως φορέα του μιάσματος οφείλεται στην παρατηρητικότητα του Ιπποκράτη. Πράγματι, οι ψύλλοι που μεταδίδουν το μικρόβιο της πανώλους απ’ τους ποντικούς στον άνθρωπο, εμφωλεύουν στον ιματισμό, με τον οποίο κάηκαν κι έτσι σταμάτησε η μετάδοση της νόσου και η επιδημία υποχώρησε.

Τα του λοιμού των Αθηναίων ο Ιπποκράτης εξι­στορεί εις το Γ’ επιδημιών τμήμα 3ο. Ο εκδότης των απάντων του Ιπποκράτη, Γάλλος Λιτρέ (Littre), στον πρόλογό του αναφέρει ότι ο Ιπποκράτης πολύ νωρίς είχε τέτοια φήμη, ώστε να προκαλεί τη δη­μιουργία θρύλων για τη ζωή και το έργο του. Ο θρύλος λοιπόν τον θέλει σωτήρα της πόλης των Αθηνών από το θανατηφόρο λοιμό.

Για την προσφορά του αυτή οι Αθηναίοι εξέδω­σαν ειδικό ψήφισμα, «το δόγμα των Αθηναίων», το οποίο διαβάστηκε στα Μεγάλα Παναθήναια. Με το ψήφισμα αυτό τον στεφάνωσαν με χρυσό στεφάνι, του προσφέρθηκε τιμητική δια βίου σίτιση στο Πρυτανείο και μυήθηκε δημοσία στα Ελευσίνια Μυστήρια, που ήταν η ύψιστη τιμή.

Ο Ιπποκράτης είχε προσκληθεί και στη Μακεδονία, να θεραπεύσει το βασιλέα Περδίκκα που ήταν βαριά άρρωστος, τον οποίο και θεράπευσε. Προσκλήθηκε στα Άβδηρα να θεραπεύσει τον Δημόκριτο που είχε καταληφθεί από μανία και συγχρόνως εί­χε ξεσπάσει επιδημία σ’ ολόκληρη την πόλη, την οποία ο Ιπποκράτης επιτυχώς αντιμετώπισε.[10] Ακόμη και τη χώρα των Ιλλυριών και των Παιό­νων επισκέφθηκε για να προσφέρει τις ιατρικές του υπηρεσίες, όταν του ζητήθηκε.

Γι’ αυτό ενώ ακόμη ήταν ζωντανός όλοι οι Έλληνες (πράγμα σπάνιο σε τούτα τα χώματα), Αθηναί­οι, Αργείοι, Κώοι, Θεσσαλοί, Μακεδόνες, τον θαύ­μαζαν και τον τιμούσαν για την προσφορά του και τον θεωρούσαν δεύτερο μετά τον Ηρακλή ημίθεο.[11] Παράλληλα όμως με τις πολύτιμες υπηρεσίες του στην Ιατρική και τον άνθρωπο, τον διέκρινε η τόλ­μη και η αποφασιστικότητα. Καταπολέμησε τους αγύρτες αμαθείς και τσαρλα­τάνους. Όπως ο Σωκράτης τα έβαλε με τους καπήλους της Φιλοσοφίας, έτσι και ο Ιπποκράτης τα έ­βαλε με τους σφετεριστές της Ιατρικής. Τέλος, για το βίο του Ιπποκράτη, ο άλλος σοφός-γιατρός των νεότερων χρόνων, ο Αδ. Κοραής, λέει: «Είναι από τους ολίγους εκείνους των οποίων άλ­λος Βίος παράλληλος δυσκόλως ευρίσκεται».[12]

Σεβαστή Χαβιάρα – Καραχάλιου

Οφθαλμιάτρος

Διδ. Ιστορίας της Ιατρικής

  

Υποσημειώσεις:


[1] Κούζης Αρ., Ιστορία της Ιατρικής, Αθήναι 1929.

[2] Πουρναρόπουλος Γ., Ιπποκράτης. Άπαντα τα έργα, τόμ. Α’, σελ. 33, Αθήναι 1967.

[3] Castiglioni Α., Η ιστορία της Ιατρικής (μετάφραση Ν. Παπασπύρου, Αθήναι 1961).

[4] Χαβιάρα-Καραχάλιου Σ., Από τον Ασκληπιό και τα Ασκληπιεία στον Ιπποκράτη και τον Όρκο, XIII Διεθνές Συμπόσιο Φιλοσοφίας, Πύργος Ηλείας, 4-10 Αυγούστου 2002 (υπό δημοσίευση).

[5] Ιπποκράτους Αφορισμοί, εκδόσεις Littré 1839-1861.

[6] Ιπποκράτους, Περί ιερής νούσου, Εκδόσεις Littré 1839-1861.

[7] Γαληνός, Άπαντα τα έργα, Εκδόσεις Kunh, Λιψία 1828-1851.

[8] Μητρόπουλος Κ., Ιπποκράτους βίος, Αθήναι 1950.

[9] Θουκυδίδης, Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου, Βιβλίο Β’, κεφ. 47-56.

[10] Μητρόπουλος Κ., ό.π.

[11] Σωρανός Εφέσιος, Ιπποκράτους γένος, βίος, Corp. Med. Graec IV.

[12] Κοραής Αδ., Προλεγόμενα, στην έκδοση Littré.

Πηγή


  •  Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Ιπποκράτης, ο πατέρας της Ιατρικής», τεύχος 189, 12 Ιουνίου 2003.

 

Σχετικά θέματα:

Αριστοτέλης  (384 – 322 π.Χ.)


 Η ζωή και το έργο του

Ο Σταγιρίτης Αριστοτέλης, γεννημένος στην ομώνυμη πόλη το 384 π.Χ., υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους θεμελιωτές της φιλοσοφικής επιστήμης, η γέφυρα ανάμεσα στον κλασικό κόσμο και το μεσαιωνικό και νεότερο στοχασμό. Σπουδασμένος στην Ακαδημία του Πλάτωνα, όπου και παρέμεινε για περίπου 20 χρόνια, κλήθηκε από το βασιλιά Φίλιππο της Μακεδονίας για ν’ αναλάβει την εκπαίδευση του Αλέξανδρου, μετά την ενθρόνιση του οποίου κατεβαίνει ξανά στην Αθήνα. Εκεί, ανάμεσα στον Λυκαβηττό και τον Ιλισό, κοντά στο ναό του Λυκείου Απόλλωνα, ιδρύει την περίφημη «Περιπατητική» σχολή, διότι ο δάσκαλος παρέδιδε πολλές φορές μάθημα περπατώντας στον κήπο. Ένα χρόνο μετά το θάνατο του Αλέξανδρου (το 323 π.Χ.) ο Αριστοτέλης θα πεθάνει στη Χαλκίδα, όπου είχε αποσυρθεί για να μην έχει την τύχη του Σωκράτη, αφού μια μερίδα Αθηναίων τον είχε κατηγορήσει για ασέβεια.

Η ζωή του

Ο ανδριάντας του Αριστοτέλη, στον φυσικό του χώρο, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε στα Στάγιρα της Χαλ­κιδικής το 384 π.Χ. Ο πατέρας του Νικόμαχος ήταν γιατρός στην αυλή του βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα Γ’. Ορφανός από χρόνια ο Αριστοτέλης, ήρθε το 367 π.Χ. στην Αθήνα να σπουδάσει στην Ακαδημία, τη σχολή του Πλάτωνα. Ο Πλάτων ό­μως βρισκόταν τότε (για δεύτερη φορά) στη Σικε­λία, σε μια προσπάθεια να υλοποιήσει εκεί τις πολιτικές του ιδέες και διδασκαλίες. Όταν δυο χρόνια αργότερα επέστρεψε στην Αθήνα, συνάντησε στη σχολή του το Μακεδόνα Αριστοτέλη, στον οποίο δεν άργησε, κατά τις αρχαίες πληροφορίες μας, να προσδώσει, από θαυμασμό για την «αγχίνοιά» του, όπως λέει η βιογραφική παράδοση, το παρωνύμιο «ο Νους», «ο νους της σχολής».

Ήταν όμως πράγ­ματι το παρωνύμιο αυτό αποτέλεσμα θαυμασμού; Οι αναλύσεις που έχουν επιχειρηθεί, σε συνδυασμό μάλιστα και με το γεγονός ότι ο Πλάτων είχε προσ­δώσει στον Αριστοτέλη άλλο ένα παρωνύμιο (τον αποκαλούσε «αναγνώστη»), κάνουν ίσως φανερό, ακόμη και αν οι αρχαίες αυτές διηγήσεις είναι με­ταγενέστερα πλαστά δημιουργήματα, ότι ήδη από την εποχή αυτή είχε αρχίσει να διαφαίνεται μια ό­χι ασήμαντη διαφορά στην προσωπικότητα των δυο ανδρών και στη γενικότερη στάση τους απέναντι στη γνώση και στη φιλοσοφία.

Στα είκοσι χρόνια που ο Αριστοτέλης έμεινε στην Ακαδημία κύριο έργο του,  μετά τη συμπλήρωση των σπουδών του, εί­χε την επιστημονική έρευνα και τη διδασκαλία. Οι ιδέες του συχνά τον έφεραν αντιμέτωπο με τους συ­ναδέλφους του στην Ακαδημία. Και του Πλάτωνα οι βασικές διδασκαλίες δεν ξέφυγαν τον έλεγχό του. Έντονη ήταν και η κριτική του σε βάρος άλλων σχολών και των εκπροσώπων τους. Ο χαρακτήρας του δεν θα ήταν ασφαλώς, άσχετος με αυτό, σχεδόν όμως τις περισσότερες φορές ήταν η βαθιά του πίστη πως οι δικές του απόψεις βρίσκονταν πιο κοντά στην αλήθεια που τον εξωθούσε στην αυστηρή κριτική των απόψεων των άλλων. Ο ίδιος μας βεβαιώνει πως όταν είχε να διαλέξει ανάμεσα στους φίλους και στην αλήθεια, θεωρούσε «όσιον προτιμάν την αλήθειαν».

 

Εικ. 1. Η σχολή των Αθηνών, Ραφαήλ ή Ραφαέλο Σάντσιο, το έργο δημιουργήθηκε μεταξύ του 1508 και 1511. Τοιχογραφία. Ανάκτορα του Βατικανού, Ρώμη.

 

Εικ. 1. Ένα σύνολο ζωηρών αντρών, νέων και ηλικιωμένων, συνωστίζεται στην τεράστια είσοδο μιας αίθουσας. Πέντε φιγούρες είναι σκυμμένες πάνω ένα διαβήτη και μια πλάκα γραφής και μελετούν προβλήματα γεωμετρίας, ενώ κάποιοι άλλοι δίπλα τους συζητούν για την αστρονομία. Οι δυο φιγούρες στο κέντρο της σύνθεσης, που περπατούν προς το μέρος μας με σιγουριά και αποπνέουν μια πλασματική αίσθηση ηρεμίας, είναι ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης. Τον Οκτώβριο του 1508 ο πάπας Ιούλιος Β’ ανέθεσε σε μια ομάδα καλλιτεχνών την επαναδιακόσμηση των ιδιωτικών του διαμερισμάτων. Η Σχολή των Αθηνών και άλλες νωπογραφίες της Στάντζα ντέλα Σενιατούρα πήραν περίπου τρία χρόνια για να ολοκληρωθούν.

Αμέσως μετά το θάνατο του Πλάτωνα (Μάιος του 347 π.Χ.) ο Αριστοτέλης εγκατέλειψε και την Ακα­δημία και την Αθήνα. Δύσκολα πια δέχεται σήμε­ρα κανείς την εξήγηση του Β. Γιέγκερ (W. Jeager-1923) ότι η αναχώρηση του Αριστοτέλη από την πό­λη του δασκάλου του ήταν στην πραγματικότητα η έκφραση μιας εσωτερικής κρίσης στη ζωή του: με την απομάκρυνσή του αυτή ο Αριστοτέλης έδινε έκ­φραση στην ιδεολογική του διάσταση προς το δά­σκαλό του. Η σημερινή έρευνα τονίζει με έμφαση το γεγονός ότι καμιά σχετική μαρτυρία δεν ανευρίσκεται ούτε στα έργα του Αριστοτέλη ούτε σε έργα συγχρόνων του ούτε καν στο πλούσιο βιογραφικό υλικό που έφτασε ως εμάς από την αρχαιότητα.

Η σημερινή έρευνα δύσκολα επίσης δέχεται και την άλλη διδασκαλία του Γιέγκερ, ότι ο Αριστοτέλης εγκατέλειψε την Ακαδημία γιατί πικράθηκε, που μετά το θάνατο του Πλάτωνα τη διεύθυνση της σχο­λής δεν την ανέλαβε αυτός, ο πιο άξιος μαθητής του, αλλά ο Σπεύσιππος, ο ανεψιός του Πλάτωνα α­πό την αδελφή του.

Ο Ινγκ. Ντίρινγκ (Ing. Düring) υπέδειξε ότι η ανάδειξη του Σπεύσιππου σε διευθυντή της σχολής ήταν ό,τι στην πραγματι­κότητα θα περίμενε κανείς σύμφωνα με το αττικό δίκαιο˙ γι’ αυτό, άλλωστε, δεν μαρτυρούνται για την περίσταση εκείνη εκλογές (κάτι που ήταν η τυ­πική διαδικασία στην Ακαδημία μόνο ύστερα από το θάνατο του Σπεύσιππου).

Ίσως λοιπόν πιο λογική μένει να είναι η εξήγηση ότι η αναχώρηση του Αριστοτέλη από την Αθήνα ύστερα από το θάνατο του Πλάτωνα οφειλόταν σε λόγους καθαρά πολιτι­κούς (είναι η εποχή που ισχυροποιείται στην Αθή­να το αντιμακεδονικό κόμμα με επικεφαλής τον Δημοσθένη, ενώ ο Αριστοτέλης δεν έχει διακόψει ποτέ τις σχέσεις του με τη βασιλική αυλή της Μα­κεδονίας).

Καλεσμένος από τον Ερμία, το φίλο του τύραννο του Αταρνέα, ο Αριστοτέλης εγκαταστάθηκε στην Άσσο, μια πόλη στην παραλία της Μ. Ασίας απέ­ναντι από τη Βόρεια Λέσβο, κλείνοντας έτσι την πρώτη περίοδο της φιλοσοφικής του δραστηριότη­τας.

Στην Άσσο τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα στράφηκαν προς νέους στόχους: ο Αριστοτέλης α­νακάλυψε τον κόσμο των ζώων και των φυτών. Στην Άσσο ή στη Μυτιλήνη, όπου εγκαταστάθηκε λίγο αργότερα (345 π.Χ.), συνάντησε και τον πιο πιστό α­πό κει και πέρα μαθητή, φίλο και συνεργάτη του, τον Θεόφραστο.

 

Ο Αριστοτέλης με το δάσκαλό του Πλάτωνα στην Ακαδημία, λεπτομέρεια από το έργο «Η σχολή των Αθηνών», νωπογραφία του Ραφαήλ.

 

Με πρόσκληση του βασιλιά Φίλιππου ο Αριστο­τέλης εγκαταστάθηκε το 343 π.Χ. στη Μακεδονία, αναλαμβάνοντας την αγωγή του Αλέξανδρου, του τότε δεκατριάχρονου διαδόχου του θρόνου. Μπορεί να μην είμαστε σε θέση να πούμε πολύ συγκεκρι­μένα πράγματα για το πόσο τελικά επηρέασε ο φι­λόσοφος την πολιτική συμπεριφορά του Αλέξανδρου, για ένα όμως πράγμα φαίνεται ότι μπορούμε να είμαστε βέβαιοι: η αγωγή που πήρε από τον Αριστοτέλη ο Αλέξανδρος έκανε να ριζώσει στην ψυχή του μια βαθιά σχέση με τη γενικότερη παι­δεία των Ελλήνων, προπάντων με τη μεγάλη τους ποίηση (οι πληροφορίες που έχουμε μιλούν για μια έκδοση της Ιλιάδας, που ετοίμασε ο δάσκαλος για το μαθητή του).

Το 335 π.Χ. ο Αριστοτέλης επέστρεψε στην Αθή­να: το κλίμα που επικρατούσε τώρα εκεί ευνοούσε, πράγματι, την επάνοδό του στην πόλη, που είχε γί­νει γι’ αυτόν μια δεύτερη πατρίδα. Στην Αθήνα συ­νέχισε τις έρευνές του, παράλληλα όμως ασκούσε και διδακτικό έργο – όχι πια στην Ακαδημία, που τη διηύθυνε τώρα ο Ξενοκράτης, αλλά στο Λύκειο, ένα δημόσιο γυμναστήριο στον Λυκαβηττό.

Η νεότερη έρευνα έδειξε ότι ήταν τελικά αποτέλεσμα σύγχυσης – που υπήρχε ήδη στην αρχαία παράδοση – η άποψη ότι με την επιστροφή του στην Αθήνα ο Αριστοτέλης ίδρυσε δική του σχολή στο Λύ­κειο, τον Περίπατο. Στην πραγματικότητα ο Περί­πατος, η σχολή που θα διαφύλαττε την αριστοτελική διδασκαλία και παράδοση, ιδρύθηκε το 318 (με­τά, επομένως, το θάνατο του Αριστοτέλη), όταν ο Δημήτριος ο Φαληρέας εξασφάλισε για τον Θεό­φραστο το απαραίτητο οικόπεδο.

Statue of Aristotle (1915) by Cipri Adolf Bermann at the University of Freiburg im Breisgau, Germany.

Η αναγγελία του θανάτου του Αλέξανδρου στα 323 π.Χ. σήμανε το τέ­λος της ήρεμης και αποδοτικότατης αυτής (τρίτης) περιόδου της φιλοσοφικής δραστηριότητας του Αρι­στοτέλη: ο φιλόσοφος κατηγορήθηκε για ασέβεια, επειδή είχε γράψει στη μορφή ενός παιάνα, του παραδοσιακού ύμνου στο θεό Απόλλωνα, ένα ποίημα αφιερωμένο στο φίλο του Ερμία, που είχε βρει στο μεταξύ μαρτυρικό θάνατο – οι Αθηναίοι, ας μην το έλεγαν, είχαν βαθύτατα ενοχληθεί από το γεγονός ότι το ποιητικό αυτό σχήμα είχε χρησιμοποιηθεί για να υμνηθεί ένας δηλωμένος φίλος του βασιλιά της Μακεδονίας. Ο Αριστοτέλης υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα, «για να μη δώσει στους Αθηναίους την ευκαιρία να σφάλουν για δεύτερη φορά σε βάρος της φιλοσοφίας», «τo περί Σωκράτην πάθος αινιττόμενος και τον καθ’ εαυτόν κίνδυνον», όπως λέει η αρχαία πηγή μας.

Τη φορά αυτή ο Αριστοτέλης πήγε να ζήσει στη Χαλκίδα, στο σπίτι που είχε εκεί από τη μητέρα του Φαιστίδα. Ο θάνατος τον βρήκε εκεί την επόμενη χρονιά. Ήταν το έτος 322 π.Χ.  

Ο Αριστοτέλης είχε στην αρχαιότητα λίγους φί­λους και πολλούς εχθρούς. Αυτή η εχθρική, συχνά σχεδόν εμπαθής στάση που τήρησαν πολλοί απέναντι στο φιλόσοφο, άφησε σαφέστατα ίχνη στη σχετική με αυτόν αρχαία Βιογραφική παράδοση. Το αποτέλεσμα είναι, φυσικά, για μας συχνά μια σύγχυση και μια δυσκολία (καμιά φορά αδυναμία) να σχηματίσουμε μέσα μας την πιο σαφή εικόνα για τον άνδρα.

 

Το έργο του

Ήδη στην αρχαιότητα τα έργα του Αριστοτέλη διακρίνονταν σε δυο ομάδες: στα εξωτερικά (ή εκδεδομένα) και στα ακροατικά (ή μη εκδεδομένα). Με τα πρώτα – πολλά από αυτά (κατά μίμηση του Πλάτωνα;) σε διαλογική μορφή- ο Αριστοτέλης α­πευθυνόταν σε ένα πλατύτερο αναγνωστικό κοινό, πέρα από τους χώρους όπου δίδασκε· τα δεύτερα είναι τα έργα του που μας σώθηκαν ολόκληρα. Από τα πρώτα έχουμε μόνο αποσπάσματα, που πολύ λί­γο μας βοηθούν να σχηματίσουμε ακριβή εικόνα για το περιεχόμενο των έργων από τα οποία προήλθαν. Τα δεύτερα πρέπει να ήταν, στην πραγματικό­τητα, τα ίδια τα χειρόγραφα που είχε μαζί του ο Αριστοτέλης στην αίθουσα διδασκαλίας- μερικά μάλιστα από αυτά δεν είναι παρά σημειώσεις – στη συντομότερη δυνατή μορφή- του ίδιου του δασκά­λου, απλή βοήθεια για τη μνήμη του κατά την ώ­ρα της διδασκαλίας.

Η μυθιστορηματική διάσωση των ακροατικών έργων του Αριστοτέλη, η οποία στέφθηκε από την έκδοσή τους, στο δεύτερο πια μισό του 1ου αι. π.Χ., από το Ροδίτη Ανδρόνικο, μια έκδοση που έδωσε το έναυσμα για μια συστηματική πλέον απασχόληση με τα έργα και τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Σ’ αυτό ακριβώς το ζωηρό ενδιαφέρον χρωστούμε εμείς σήμερα τα έργα του Αριστοτέλη που έχουμε. Την ίδια όμως στιγμή είμαστε υποχρεωμένοι να πούμε ότι το εν­διαφέρον για τα έργα που αποκάλυψε στον κόσμο ο Ανδρόνικος έκανε να ξεχαστούν όλα τα άλλα έρ­γα του Αριστοτέλη, αυτά που είχαν γνωρίσει τη με­γάλη δημοσιότητα. Αν, πάντως, έχουν με αυτόν τον τρόπο χαθεί, οριστικά πλέον για μας, κάποια κα­θόλου ασήμαντα έργα του Αριστοτέλη, φαίνεται ότι μπορούμε τελικά να είμαστε βέβαιοι ότι «χαμένος» για μας σήμερα Αριστοτέλης στην πραγματικότητα δεν υπάρχει: στα έργα του Αριστοτέλη που μας σώ­θηκαν πρέπει να έχουμε το σύνολο των διδασκα­λιών του.

Τα σημαντικότερα από τα χαμένα έργα του:

1. Περί φιλοσοφίας: Διάλογος (σε 3 βιβλία), όπου γινόταν κυρίως μια γενική επισκόπηση της ιστορικής εξέλιξης της φιλοσοφίας.

2. Προτρεπτικός: Εγκώμιο της φιλοσοφικής γνώσης και προτροπή για πνευματική ζωή.

3. Εύδημος: Διάλογος με θέμα την ψυχή.

4. Περί Ιδεών: Έκθεση των απόψεων του Αριστοτέλη για την πλατωνική θεωρία των Ιδεών.

 

Τα έργα του Αριστοτέλη που σώθηκαν:

 

1. Λογικά έργα

Ο Αριστοτέλης δεν θεωρούσε τη λογική κλάδο της φιλοσοφίας, αλλά μια προπαιδεία για τις κύριες φιλοσοφικές ενασχολήσεις. Στα έργα Κατηγορίαι και Περί ερμηνείας ε­ξετάζονται οι έννοιες και οι κρίσεις. Στα Αναλυτικά του μελέτησε εξονυχιστικότατα το συλλογισμό· μαζί διερεύνησε τα θέματα του ορισμού των εννοιών και της επιστημο­νικής απόδειξης. Τέλος, στα Τοπικά μελέτησε θέ­ματα διαλεκτικής (το ένατο βιβλίο των Τοπικών μας παραδόθηκε και με τον τίτλο Σοφιστικοί έ­λεγχοι). Εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι το ότι τη νόηση ο Αριστοτέλης τη μελέτησε σε άμεση συ­νάρτηση προς το λόγο.

2. Φυσικά και κοσμολογικά έργα

Τα Φυσικά (Φυσικής ακροάσεις, 8 βιβλία), ένα από τα λαμπρότερα έργα του φιλοσόφου, αρχίζει με το λόγο του για τις τέσσερις βασικές αρχές (αρχαί, αίτια) της δικής του ερμηνείας της φύσης: ύλη, είδος = μορφή, κίνησις, τέλος = τελικός προ­ορισμός, τελικός σκοπός (causa materialis, causa formalis, causa efficiens, causa finalis). Η θεω­ρία του Αριστοτέλη περί τέλους είναι ό,τι για τον Πλάτωνα η θεωρία των Ιδεών. Σ’ αυτά τα συμφρα­ζόμενα ανήκει η πλασμένη από τον Αριστοτέλη λέξη εντελέχεια, με την οποία δήλωνε τη στιγμή της πραγμάτωσης του τέλους, τη στιγμή της κορύ­φωσης. Στο ίδιο έργο ο Αριστοτέλης μελέτησε με μεγάλη ευστοχία και τα θέματα του χώρου και του χρόνου. Το Περί ουρανού (4 βιβλία) είναι έργο καθαρά κοσμολογικού περιεχομένου. Στα Μετεωρολογικά εξετάζονται πρώτα τα φαινόμενα που παρατηρού­νται κάτω από το φεγγάρι ως το εσωτερικό της γης, και στη συνέχεια διερευνώνται οι αλληλεπιδρά­σεις των τεσσάρων «δυνάμεων» ψυχρού-θερμού, υγρού-ξηρού. Σ’ αυτή την ομάδα ανήκει και το Πε­ρί γενέσεως και φθοράς.

3. Ψυχολογικά έργα

Στο έργο Περί ψυχής (3 βιβλία) ο λόγος για την ψυχή δεν αναφέρεται μόνο στον άνθρωπο, αλλά σε όλα τα ζωντανά όντα: η ψυχή, ως μορφή του ζώντος οργανισμού, είναι συγχρόνως και η εντελέχειά του. Εδώ ανήκει και μια ομάδα μικρότερων έργων, που συγκεντρώθηκαν κάτω από το γενικό τίτλο Μικρά φυσικά: όλα τους έχουν θέματα σχετικά με την ψυχή και (συγχρόνως) με το σώμα.

 

Αρχαίοι σοφοί στην Ακαδημία του Πλάτωνα: Ηρακλής Ποντικός, Σπεύσιππος, Πλάτων, Εύδοξος, Ξενοκράτης και Αριστοτέλης. Ψηφιδωτό από την Πομπηία. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Νάπολης.

 

4. Ζωολογικά-βιολογικά έργα

Περί τα ζώα ιστορίαι (10 βιβλία: μια εκπληκτι­κή σε όγκο συλλογή ζωολογικού υλικού), Περί ζώ­ων γενέσεως (5 βιβλία: κύρια θέματα η γένεση και η κληρονομικότητα· η αρχή, στην ουσία, της ση­μερινής επιστήμης της βιολογίας), Περί ζώων πο­ρείας, Περί ζώων κινήσεως, Περί ζώων μορίων (εντυπωσιακό το 5ο κεφάλαιο του 1ου βιβλίου!).

5. «Πρώτη φιλοσοφία»

Η ανθρωπότητα φαίνεται ότι χρωστά στο Ροδίτη Ανδρόνικο τη σημαντικότατη και λειτουργικότατη λέξη μεταφυσική: η λέξη μπορεί να γεννήθηκε όταν ο Ανδρόνικος, εκδίδοντας τα αριστοτελικά έργα, αποφάσισε να τοποθετήσει αμέσως μετά τα Φυ­σικά μια, δίχως φανερή εσωτερική ενότητα, σειρά πραγματειών (14), που α) περιείχαν χρησιμότατες αναδρομές στους παλαιότερους φιλοσόφους, β) συ­ζητούσαν την έννοια του είναι και της ουσίας, γ) παρουσίαζαν την αριστοτελική σύλληψη του θεού (ο θεός του Αριστοτέλη, το πρώτον κινούν ακίνητον, είναι απόλυτα αποδεσμευμένος από την ύλη· είναι μορφή χωρίς ύλη, καθαρή ενέργεια = η πρώ­τη αρχή και η πρώτη ουσία· δεν είναι ούτε ο δημι­ουργός ούτε ο κυβερνήτης του κόσμου). Ο ίδιος ο Αριστοτέλης ονόμαζε το μέρος αυτό της φιλοσοφίας του «πρώτην φιλοσοφίαν».

6. Ηθικά έργα

Τη διδασκαλία του Αριστοτέλη για την αρετή, που μόνο αυτή οδηγεί τον άνθρωπο στην ευδαιμο­νία, εμείς σήμερα τη διαβάζουμε σε τρία έργα του: στα Ηθικά Νικομάχεια (10 βιβλία), στα Ηθικά Ευδήμια (7 βιβλία) και στα Ηθικά μεγάλα (2 βιβλία) [ τα βιβλία 5-7 των Ηθικών Νικομαχείων είναι ίδια με τα βιβλία 4-6 των Ηθικών Ευδημίων].

 

Το έργο του Αριστοτέλη «Ηθικά Νικομάχεια» σε αντίγραφο (1458-59).

 

Αρετής υπάρχουν, λέει, δυο είδη: η διανοητική (σοφία, φρόνηση) και η ηθική. Η ηθική αρετή ονομάζεται έτσι, επειδή «περιγίνεται εξ έθους», δηλαδή κερ­δίζεται με τον εθισμό, άρα με την ομοιότροπη επα­νάληψη σωστών ενεργειών. Είναι στη φύση του αν­θρώπου να δέχεται την αρετή, η τελείωσή του όμως σ’ αυτήν γίνεται με την προσωπική του άσκηση. Η αρετή, κατά τον Αριστοτέλη, είναι μεσότητα ανάμεσα στην υπερβολή και την έλλειψη. Η συμπε­ριφορά του ανθρώπου είναι σωστή, αν η κάθε του πράξη γίνεται «τη στιγμή που πρέπει, κάτω από τις συνθήκες που πρέπει, εν σχέσει με τους ανθρώ­πους που πρέπει, για το λόγο που πρέπει, με τον τρόπο που πρέπει».

7. Πολιτικά έργα

Η θεωρητική απασχόληση του Αριστοτέλη με τα «πολιτικά» πράγματα είχε αρχίσει από παλιά και ήταν αδιάλειπτη. Το μαρτυρούν οι τίτλοι των σχετι­κών έργων του: Πολιτικός, Περί δικαιοσύνης, Πε­ρί βασιλείας, Αλέξανδρος ή περί αποίκων, Πολιτείαι, Πολιτικά. Εκτός από το τελευταίο, όλα τα άλλα ανήκουν στα χαμένα έργα του (σε ένα παπυ­ρικό εύρημα του 1891 χρωστούμε το μεγαλύτερο μέ­ρος της Αθηναίων πολιτείας, μιας από τις 158 πα­ρόμοιες «πολιτείες» = «συντάγματα πόλεων» που είχε συγκεντρώσει ο Αριστοτέλης).

Η πολιτική φιλοσοφία του Αριστοτέλη εί­ναι, στην πραγματικότητα, το δεύτερο κε­φάλαιο της «περί τα ανθρώπεια φιλοσο­φίας» του (το πρώτο ήταν η ηθική φιλο­σοφία του). Αυτό κατά βάθος σημαίνει ό­τι τα Ηθικά Νικομάχεια και τα Πολιτικά πραγ­ματεύονται ενιαίο θέμα, δηλαδή το θέμα της συ­μπεριφοράς του ανθρώπου: η ηθική αρετή ήταν για τον Αριστοτέλη (όπως για κάθε αρχαίο Έλληνα, άλλωστε) πολιτική αρετή  με άλλα λόγια: το κάθε συγκεκριμένο άτομο φροντίζει να κάνει δικές του τις επί μέρους αρετές, για να μπορέσει να λει­τουργήσει σωστά ως πολίτης = ως συμπολίτης.

8. Ρητορικά έργα

Το κύριο ρητορικό έργο του Αριστοτέλη, η Ρητο­ρική τέχνη, αποτελείται από 3 βιβλία. «Τέχνη» (=εγχειρίδιο ρητορικής) είναι κυρίως τα δυο πρώτα βιβλία. Κύριο θέμα τους, οι αποδείξεις (πίστεις), που διακρίνονται σε λογικές = αντικειμενικές και ηθικές = υποκειμενικές. Πολύ ενδιαφέρουσα η δι­δασκαλία του περί ενθυμήματος = ρητορικού συλ­λογισμού = συλλογισμού που ξεκινά από πιθανές προτάσεις, δηλαδή από προτάσεις που ζητούν να πείσουν, όχι να αποδείξουν.

Πολύ ενδιαφέρουσες επίσης οι διδασκαλίες του για τα ανθρώπινα πάθη, για το πώς αυτά ξεσηκώνονται στην ψυχή του αν­θρώπου την κατάλληλη στιγμή και πώς καταλα­γιάζουν όταν έχουν κάνει την εμφάνισή τους σε α­κατάλληλη στιγμή, και για τα ήθη, τα νομοτελει­ακά ψυχικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου κατά η­λικία. Το τρίτο βιβλίο της Ρητορικής έχει για θέ­μα του πρώτα την λέξιν (=το ύφος) και ύστερα την τάξιν, τη σωστή διάταξη των μερών του ρητορικού λόγου.

9. Ποιητική

Του Αριστοτέλη οι απόψεις για την ποίηση δεν ήταν καθόλου ίδιες με τις απόψεις του δασκάλου του. Άνθρωπος αιτιολογώτατος, όπως ήταν ο Αρι­στοτέλης, δηλαδή άνθρωπος που θεωρούσε αληθι­νή μόνο τη γνώση του διότι και των αιτιών, θα ή­ταν περίεργο να μην ψάξει να βρει το λόγο της ύ­παρξης της ποίησης και να μη διερευνήσει τους νόμους της ποιητικής δημιουργίας κυρίως να μην προσπαθήσει – ελεύθερος από τις πολιτικές και παιδαγωγικές σκοπιμότητες του δασκάλου του- να αξιολογήσει την ποίηση και την επίδρασή της. Στο τμήμα της Ποιητικής που μας σώθηκε δια­βάζουμε όσα ο φιλόσοφος δίδαξε για την επική ποίηση και για την τραγωδία, και έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι στο χαμένο κομμάτι της ο λόγος θα ήταν για την ιαμβική ποίηση και για την κωμωδία. Στο κεφ. 6 ο περίφημος ορισμός της τραγωδίας, που προκάλεσε ατελείωτες συζητήσεις.

10. Έργα αμφίβολης γνησιότητας.

Στο Αριστοτελικό Corpus περιλαμβάνονται και έργα, για τη γνησιότητα των οποίων δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι.

 

Δημήτριος Λυπουρλής

Ομότιμος καθηγητής

Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας ΑΠΘ

 

Βιβλιογραφία


Εν γένει για την προσωπικότητα και τις διδασκαλίες του Αριστοτέλη:

  • W. Jaeger, Aristoteles. Grundlegung einer Geschichte seiner Entwicklung,Berlin 1923 (1955) (αγγλ. μετάφρ. R. Robinson, Aristotle. Fundamentals of his Development,Oxford 1947)·  W.
  • D. Ross, Aristotle,London1923 (1945· ελλην. μετάφρ. Μαριλ. Μητσού, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 1991)·
  • Κ. Δ. Γεωργούλης, Αριστοτέλης ο Σταγιρίτης, θεσσαλονίκη 1962·
  • Ing. Düring, Aristoteles. Darstellung und Interpretation seines Denkens, Heidelberg 1966 (ελλην. μετάφρ. Π. Κοτζιά-Παντελή και Α. Γεωργίου-Κατσιβέλα: Ο Αριστοτέλης. Παρουσίαση και ερμηνεία της σκέψης του, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 2 τόμοι: 1991, 1994)·
  • Μ. Adler, Aristotle for Everybody. Difficult Thought Made Easy, 1978 (ελλην. μετάφρ. Π. Κοτζιά-Παντελή: Ο Αριστοτέλης για όλους. Δύσκολος στοχασμός σε απλοποιημένη μορφή, Αθήνα, Παπαδήμας, 1996).

  

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Αριστοτέλης», τεύχος 262, 2 Δεκεμβρίου 2004.

Οδυσσέας Ελύτης – Αφιέρωμα από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Ερμιόνης  «Απόστολος Γκάτσος»


 

Δημοτική Βιβλιοθήκη Ερμιόνης

Η Δημοτική Βιβλιοθήκη Ερμιόνης «Απόστολος Γκάτσος» οργανώνει μικρό αφιέρωμα στον ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, με αφορμή την επέτειο 100 χρόνων από τη γέννησή του.                                                           

Ήδη από την ιστοσελίδα της βιβλιοθήκης (www.dbe.gr έχει αναρτηθεί  το χρονολόγιο με στοιχεία από τη ζωή και το έργο του ποιητή και ανανεώνεται  κάθε εβδομάδα η δημοσίευση  ποιημάτων, άρθρων, κριτικών σημειωμάτων και προτάσεων βιβλίων του Οδυσσέα Ελύτη που υπάρχουν στη βιβλιοθήκη για ανάγνωση.

Οδυσσέας Ελύτης (φωτ.: Γιάννης Mαΐλλης)

Παράλληλα, από την Δευτέρα 4/7/11 έως την Παρασκευή 8/7/11, κατά τις απογευματινές ώρες λειτουργίας της βιβλιοθήκης, θα παρουσιαστεί στο χώρο της η κινητή έκθεση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου για τον Οδυσσέα Ελύτη, η οποία την Κυριακή 10/7/11 θα βρίσκεται στο Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης (κτίριο Συγγρού), για την κορύφωση του αφιερώματός μας που θα περιλαμβάνει :

Ομιλία της ποιήτριας Ιουλίτας Ηλιοπούλου.

Τραγούδι, από τα μελοποιημένα ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη, με την κ. Αγγελική  Πετρά.

Απαγγελίες ποιημάτων από μαθητές.

Με την υποστήριξη του ΥΠΠΟ και του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου στο πλαίσιο   των επετειακών εκδηλώσεων για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Οδυσσέα Ελύτη.

 

Λίμνες : Σταθμοί και ορόσημα σε μια μακραίωνη πορεία


 

Την Κυριακή  26 Ιουνίου 2011 στις  10:30  π.μ. θα διοργανωθεί στο Πνευματικό Κέντρο των Λιμνών Αργολίδας ημερίδα με θέμα: «Λίμνες – Σταθμοί και ορόσημα σε μια μακραίωνη πορεία».

Στην ημερίδα έχουν προσκληθεί να μιλήσουν Αρχαιολόγοι, Κοινωνικοί Ανθρωπολόγοι, Ιστορικοί, ερευνητές από την Ακαδημία Αθηνών κ.α. Στόχος της ημερίδας είναι να παρουσιαστεί όσο μπορεί πιο τεκμηριωμένη η ιστορία των Λιμνών στο διάβα των αιώνων και να δοθεί το έναυσμα  σε νέους ερευνητές ( ιστορικούς κλπ) να μελετήσουν καλύτερα την περιοχή.

 

Λίμνες: Σταθμοί και ορόσημα σε μια μακραίωνη πορεία

 

Πρόγραμμα ημερίδας

10:30 – 11:00  Προσέλευση

11:00 – 11:10    Χαιρετισμός

Δήμαρχος Άργους – Μυκηνών κ. Καμπόσος Δημήτρης

11:10 – 11:30   Η αρχαιολογική έρευνα στις Λίμνες Αργολίδας

Ελένη Μπαστούνη, Αρχαιολόγος. Φοιτήτρια μεταπτυχιακού προγράμματος Διαχείρισης μνημείων: Αρχαιολογία, πόλη και αρχιτεκτονική, Πανεπιστήμιο Αθηνών.

11:30 – 11:50   Η κάθοδος των αρβανιτών στην Πελοπόννησο ( 14ος  – 15ος αι.)

Γιάννης Βιταλιώτης, Δρ. Βυζαντινής Αρχαιολογίας. Κέντρο Έρευνας της   Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Τέχνης της Ακαδημίας Αθηνών.

11:50 – 12:10   Η Ευρύτερη περιοχή των Λιμνών τη μέση και ύστερη βυζαντινή περίοδο

Γιώργος Τσεκές, αρχαιολόγος της 25ης Εφορίας Βυζαντινών αρχαιοτήτων.

12:10 – 12:30   Οι Λίμνες με τα μάτια των Γκερμπεσιωτών : Το χωριό εστιακός πρόγονος και η ενίσχυση της αρβανίτικης ταυτότητας

Αγγελική Αθανασοπούλου, Δρ. Κοινωνικής Ανθρωπολογίας. Ερευνήτρια στο Κέντρο Έρευνας της Ελληνικής Κοινωνίας  Ακαδημίας Αθηνών.

12:30 – 12:50   Πολιτική και κοινωνική ζωή στις Λίμνες

Γιάννης Παπαϊωάννου,  Επικοινωνιολόγος Μ.Α.

12:50 – 13:10   Λαογραφικά στοιχεία από τις Λίμνες

  Αναστάσιος Βλάχος,  Δημοτικός Υπάλληλος.

 13:10 – 13:20   Παρουσίαση της παραδοσιακής στολής των Λιμνών

 Από τον Αγροτουριστικό Συνεταιρισμό Γυναικών Λιμνών.

 

12ο Παμπελοποννησιακό Οδοντιατρικό Συνέδριο – Ναύπλιο, 24-26 Ιουνίου 2011


 

Αφίσα συνεδρίου

Ο Οδοντιατρικός Σύλλογος Αργολίδας θέλοντας να ανταποκριθεί στις συνεχείς εξελίξεις στον τομέα των υλικών και των θεραπευτικών μεθόδων, που ασκούνται στην καθημερινή οδοντιατρική πράξη, διοργανώνει σε συνεργασία με το «Οδον­τιατρικό Βήμα» στο Ναύπλιο στις 24-26 Ιουνίου το 12ο Παμπελοποννησιακό οδοντιατρικό συνέδριο στο ξενοδοχείο Αμαλία.

Στο συνέδριο με τίτλο «Οδοντίατρος – επιστήμονας, επαγγελματίας και πολίτης του 2011«, οι οδοντίατροι θα έχουν την δυνατότητα να ενημερωθούν γα όλες τις νέες εξελίξεις στον τομέα των υλι­κών ενώ θα μπορούν με συμμετοχή σε πρακτικά σεμινάρια να εξασκηθούν σε νέ­ες μεθόδους και τεχνικές τις οδοντιατρικής θεραπείας.

Επίσης θα γίνει μια προσπάθεια προσέγ­γισης του ρόλου του σύγχρονου οδοντιά­τρου και σε ατομικό αλλά και σε συλλογικό επίπεδο στην τοπική κοινωνία που ζει και εργάζεται. Προσέγγιση τόσο από την επαγγελματική-θεραπευτική σκοπιά, όσο και από την σκοπιά του πολίτη, του αν­θρώπου που προσφέρει, που καθημερινά ζει και αφουγκράζεται την κοινωνία.

 

Παρουσίαση  του βιβλίου «Οδοντιατρική και Οδοντίατροι στην Αργολίδα»

 

Στο συνέδριο την Παρασκευή στις 24/6 στις 20:00 θα γίνει επίσημη παρουσίαση του βιβλίου «Οδοντιατρική και Οδοντία­τροι στην Αργολίδα» του συγγραφέα Γε­ωργίου Η. Κόνδη.

 

Οδοντιατρική και Οδοντίατροι στην Αργολίδα

 

Η παρουσίαση συμπίπτει χρονι­κά και με τους εορ­τασμούς για τα 100 χρόνια της Οδοντιατρικής σχολής Αθηνών. Το βιβλίο αποτελεί την πρώτη προσπάθεια ιστοριο­γραφίας της αργολικής οδοντιατρικής και το εγχείρημα αυτό γίνεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε επίπεδο νομού. Μετά την παρουσίαση θα τιμηθούν συντα­ξιούχοι οδοντίατροι από τον Οδοντιατρικό Σύλλογο Αργολίδας.

 

Ασκληπιείο της Επιδαύρου


 

Ασκληπιός

Ασκληπιός, Αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου.

Ο θεός της ιατρικής και της υγείας στην αρχαία μας μυθολογία και ο πρώτος θνητός θεραπευτής. Ήταν κατά την παράδοση γιος του Απόλλωνα και της Κορωνίδας, κόρης του Βασιλιά της Θεσσαλίας, Φλεγύα. Κοντά στο σοφό Κένταυρο Χείρωνα στο Πήλιο, ο Ασκληπιός έμαθε την τέχνη της ιατρικής και γνώρισε τις θεραπευτικές ιδιότητες της πλούσιας χλωρίδας του Πηλίου.

Οι πρόγονοί μας φαντάζονταν τον Ασκληπιό σαν ένα γεροδεμένο άντρα με γένια, γεμάτο υγεία, που καθόταν πάνω σε ένα θρόνο. Είχε πολλές θυγατέρες, που τα ονόματά τους συμβολίζουν την υγεία, τη θεραπεία και τα φάρμακα. Το ιερό του ζώο ήταν το φίδι, ενώ σαν σύμβολο του είχε το ραβδί. Του είχαν αφιερώσει ένα ιερό στην Επίδαυρο, αλλά σε όλη την Ελλάδα υπήρχαν ναοί και Βωμοί, που ονομάζονταν Ασκληπιεία, στα οποία προσέτρεχαν οι άνθρωποι για να θεραπευθούν. Το σημαντικότερο απ’ όλα βρισκόταν στην Κω. Είχαν ιερείς του θεού, κάτι σαν τους τωρινούς πρακτικούς γιατρούς, που έδιναν φάρμακα από βοτάνια, ενώ συνιστούσαν και κατάλληλη δίαιτα. Οι ασθενείς εξαγνίζονταν, πρόσφεραν τα δώρα τους και κατόπιν μεταφέρονταν σε ειδικούς χώρους, όπου, σύμφωνα με την παράδοση, τη νύχτα ερχόταν ο θεός, μεταμορφωμένος συνήθως σε φίδι ή και σε άλλο ζώο και τους θεράπευε. Ο Ασκληπιός συμβολίζει ουσιαστικά το πέρασμα της φιλοσοφίας και της επιστήμης από την προϊστορία στην ιστορία.  

  

Το Ασκληπιείο της Επιδαύρου

 

Το Ασκληπιείο της Επιδαύρου, από τα πλέον ονομαστά, μαζί με εκείνο της Κω ήταν τα σπουδαιότερα. Τα μνημεία του έχουν ενταχθεί από το 1988 στον κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Η τοποθεσία του είναι μαγευτική. Η φήμη του, τηρουμένων των αναλογιών, θα μπορούσε να ονομαστεί οικουμενική. Πολλά άλλα Ασκληπιεία, σπαρμένα σε διάφορες παραμεσόγειες πόλεις, καυχιόνταν ότι ιδρύθηκαν από το ιερό της Επιδαύρου. Όπως σε όλα τα Ασκληπιεία, βασικό ρόλο έπαι­ζε το άφθονο πηγαίο νερό. Η υδροθεραπεία για καθαρμούς (λουτρά και ποσιθεραπεία) ήταν η βάση της θεραπευτικής αγωγής των ιερών του Ασκληπι­ού.

Άποψη του Ιερού από τα ανατολικά - Φώτο: Υπουργείο Πολιτισμού.

Προ της εγκοιμήσεως στο άδυτο ή άβατο ο ασθε­νής λουζόταν στα άφθονα νερά της πηγής (η οποία θεωρούνταν ιερή), νήστευε, παρακολουθούσε αγώ­νες (γυμναστικούς, ποιητικούς, θεατρικούς και εν γένει καλλιτεχνικούς), μπορούσε να διαβάζει στη βιβλιοθήκη του ιδρύματος, συμμετείχε σε καθημερινές σωματικές ασκήσεις και γενικά η ζωή του στον ξενώνα του Ασκληπιείου ήταν δημιουργική κι ευχάριστη και τον απομάκρυνε απ’ τις ψυχοφθόρες μικρές καθημερινές φροντίδες.

Επειδή δε στα Ασκληπιεία δεν γίνονταν δεκτοί οι βαριά ασθενείς, όπως και οι επίτοκες –«ούτε αποθανείν ούτε τεκείν όσιον»- εικάζεται ότι οι νοσηλευόμενοι θα ήταν χρονίως πάσχοντες, κυρίως από νευροψυχικές παθήσεις, δερματικές, αλλά και πνευμονοπαθείς, κυρίως χρόνιοι φυματικοί, οι οποίοι στο ευχάριστο και υγιεινό περιβάλλον του ιερού του Ασκληπιού ασφαλώς και βελτιώνονταν ίσως και πολλοί να θεραπεύονταν.

Μετά την προετοιμασία, σωματική (λουτροθεραπεία, νηστεία, υδροποσία) και ψυχική (προσφορά θυσίας στο θεό, παρακολούθηση ψυχαγωγικών τελετών), ο ασθενής βοηθούντων και των προπαρασκευαστικών φαρμάκων, ήταν έτοιμος για την εγκοίμηση στο άβατο του ναού. Μεγάλο ρόλο έπαιζε η υποβολή των ιερέων – θεραπευτών – μάντεων οι οποίοι με… ψυχοβολές έπειθαν τους ασθενείς ότι θα τους επισκεφθεί «κατ’ όναρ» ο θεός και θα τους ορίσει τον τρόπο της θεραπείας. Όμως δεν ήταν προνόμιο όλων των ασθενών η εγκοίμηση. Μόνο όσοι μπορούσαν να δεχθούν «τη θεϊκή επίσκεψη κατ’ όναρ» προωθούνταν στο άβατο. Αυτοί δηλαδή που είχαν υποστεί την κατάλληλη ψυχική προετοιμασία.

Στην αρχαία Ελλάδα η θρησκεία ήταν στενά συ­νυφασμένη με τη δημόσια ζωή, γι’ αυτό και τα με­γάλα ιερά χρωστούσαν τη φήμη τους και την ακμή τους στην ισχύ και τον πλούτο της πόλης στην ο­ποία ανήκαν. Και οι ενέργειες έπαιρναν το κύρος τους από την εύνοια του προστάτη- θεού της πόλης. Ως εκ τούτου οι ναοί ήταν κέντρα θρησκευτικά και πολιτικά αλληλοεξαρτώμενα. Είναι ελάχιστα τα ιε­ρά που απέκτησαν ιδιαίτερη φήμη ανεξάρτητα από την ισχύ της πόλης στην οποία ανήκαν. Ένα από αυτά είναι και αυτό της Επιδαύρου, η ο­ποία ήταν μια μικρή πόλη ανάμεσα στις δυνατές Κόρινθο-Σπάρτη-Σικυώνα. Τούτο οφείλεται στο ιερατείο του θεού Ασκληπιού, αλλά και στα άφθονα νερά της περιοχής τα οποία βοήθησαν στην εφαρ­μογή της καθαρτικής και ιαματικής λειτουργίας τους στον πάσχοντα άνθρωπο.

Ο χώρος του Ασκληπιείου της Επιδαύρου απέχει οχτώ χιλιόμετρα από την πόλη της Παλαιάς Επιδαύρου και στο σημείο αυτό υπήρχε από παλιά ιερό. Η εξέλιξή του από ναό του θεού Ασκληπιού σε οργανωμένο ιατρικό κέντρο -το σπουδαιότερο- ό­που έχουμε τη μετάβαση, από τη θεϊκή παρέμβαση στη νόσο και την ίαση, στην επιστημονική ιατρική, μαρτυρείται και από τα εκτεταμένα λείψανα του ιε­ρού της Επιδαύρου. Η αισθητική αξία των αρχιτεκτονημάτων, των αναθημάτων του και η επιστημονική ερμηνεία τους αποδεικνύουν τη μοναδικότητα αυτού του ιερού τεμένους της υγείας και της ιατρικής.

 

Ασκληπιός και Υγεία. Μαρμάρινο ανάγλυφο από τη Θέρμη Θεσσαλονίκης.

 

Πριν από σχεδόν ένα αιώνα ο Π. Αραβαντινός έ­γραψε στο σύγγραμμά του «Ασκληπιός και Ασκληπιεία» (1907) τα εξής: «Περί της πολυτίμου ημών ιατρικής ταύτης κλη­ρονομιάς ελάχιστοι δυστυχώς ενδιαφερόμεθα, ενώ ημείς πρωτίστως έδει να επιληφθώμεν απ’ ευθείας μετά φανατικού ζήλου, της ειδικής των ιερών τού­των μνημείων ερεύνης και σπουδής, βοηθούσης και της ιδίας ημών αθανάτου γλώσσης».

Υγεία

Οι ειδικοί σήμερα προσδιορίζουν τις αρχές της λατρείας της ιατρικής στην Επίδαυρο κατά προσέγ­γιση στο 16ο αι. π.Χ. στο ύψωμα του Κυνορτίου, πί­σω από το θέατρο. Όπως αναφέρθηκε, ιδιαίτερο ρό­λο έπαιξε στην ίδρυση, λειτουργία και εξέλιξή του το άφθονο τρεχούμενο νερό, που αναβλύζει ακόμη και σήμερα και διαρρέει τη μικρή κοιλάδα στα ανατολικά.

Η κάθαρση με το νερό, οι θυσίες ζώων προσφο­ράς, η κοινή συνεστίαση ιερέων και ασθενών από τα ιερά σφάγια σε τελετουργικό γεύμα, εξασφάλι­ζαν σωματική υγεία και ψυχική ηρεμία στους πά­σχοντες. Αυτή η πολύ παλιά τελετουργία διατηρήθηκε αναλλοίωτη από την αρχή της παρουσίας εκεί του ιερού μέχρι το τέλος της αρχαιότητας και αποτελούσε την κεντρική λατρευτική πράξη.

Μετά την πτώση του μυκηναϊκού κόσμου, πάνω στα ερείπια του παλιού ιερού ξαναζωντανεύει γύρω στα 800 π.Χ. η λατρεία του, η οποία όμως τώρα μπαίνει στην προστασία του θεού- οργανωτή των πόλεων, του Απόλλωνα, ο οποίος από παλιά θεωρούνταν ο θεός της ιατρικής, ο οποίος θεράπευε τους θεούς (Παιήων).

Εδώ στο λόφο του Κυνορτίου, ο βασιλιάς της Επιδαύρου, Μάλος, ίδρυσε το ιερό του Απόλλωνος Μαλεάτα, κοντά στο οποίο η εγγονή του Κορωνίς γέννησε τον Ασκλη­πιό, του οποίου πατέρας θεωρήθηκε ο Απόλλων. Από τότε η λατρεία της υγείας και της ιατρικής στην Επίδαυρο γίνεται επίσημη κρατική λειτουργία. Τέτοια ήταν η φήμη του Ασκληπιείου της Επιδαύρου, ώστε συνέρρεαν ικέτες του θεού (ασθενείς, προσκυνητές) από όλες τις γύρω πόλεις, ακόμη κι από πολύ απομακρυσμένες περιοχές, όπως μαρτυ­ρούν οι ανευρεθείσες πλάκες, οι οποίες κατά τον Αραβαντινό ήταν τα ιστορικά των ασθενών, καθώς και το χαραγμένο επίγραμμα-ευχαριστήριο του ρή­τορα Αισχίνη προς τον Ασκληπιό: «θνητών μεν τέχναις απυρούμενος, εις δε το θείον ελπίδα πάσαν έχων, προλιπών εύπαιδας Αθήνας, ιάθην ελθών, Ασκληπιέ, προς το σον άλσος, έλκος έχων κεφαλής ενιαύσιον, εν τρισί μησίν».

Έλκος λοιπόν του δέρματος της κεφαλής που τα­λαιπωρούσε τον Αισχίνη για ένα χρόνο, θεραπεύτηκε στο Ασκληπιείο σε τρεις μήνες. [Καθαριότητα, ηλιοθεραπεία, ευχάριστη διαμονή και ίσως επιθέ­ματα με διάφορα βότανα υπό μορφή αλοιφών, αναμιγμένα με ζωικές ουσίες (λάδι, κερί, λίπος κ.ά.) καθώς και ορυκτές ύλες ως π.χ. ψευδάργυρο, νι­τρικό άργυρο κ.ά.].

Κατά τον Αραβαντινό, ο μέγας ξενών ή καταγώγιον του Ασκληπιείου αποτελούνταν από τουλάχι­στον 160 δωμάτια στα οποία ίσως φιλοξενούνταν ε­κτός των ασθενών και συνοδοί τους. Λόγω της πληθώρας των επισκεπτών-ασθενών οι παλαιές εγκαταστάσεις στο Κυνόρτιον δεν επαρ­κούσαν και περίπου κατά τον 6ο π.Χ. αιώνα ιδρύε­ται στην κοιλάδα βορειοδυτικά του παλαιού λα­τρευτικού συγκροτήματος ένα νέο Ασκληπιείο, του οποίου τα λείψανα σήμερα μας δίνουν αμυδρή ιδέα της λειτουργίας του.

Εδώ η ιατρική βασίστηκε στην ανθρώπινη σκέψη και έπαψε να νομίζεται επέμ­βαση του θεϊκού στοιχείου. Η εποχή της μεγάλης ακμής του Ασκληπιείου της Επιδαύρου είναι οι 4ος και 3ος π.Χ. αι. Ο πλούτος που συγκεντρώνεται στο ίδρυμα αυτό της Επιδαύρου συνετέλεσε στην αρχιτεκτονική και λειτουργική ανάπτυξή του ώστε να γίνει το σπου­δαιότερο όλων των ομοίων του.

Η κυκλική θόλος, χώρος μυστηριακός, είναι έρ­γο του 4ου π.Χ. αιώνα όπως και ο δωρικής αρχιτε­κτονικής ναός του Ασκληπιού. Άλλωστε με την κάθοδο των Δωριέων διαδόθηκε η λατρεία του θε­ού και οι ναοί του Ασκληπιού αντικατέστησαν άλ­λους πρωιμότερους, που ήταν αφιερωμένοι σε διά­φορες θεότητες που θεωρούνταν προστάτιδες της υ­γείας, όπως στην Τιτάνη και αλλού.

Η Θόλος του Ασκληπιείου της Επιδαύρου

Η θόλος ή θυμέλη θεωρείται το πιο κομψό μετά το Ερεχθείο κτίσμα των κλασικών χρόνων και εί­ναι έργο του Πολυκλείτου. Το σχήμα της προσο­μοιάζει με θολωτό τάφο και οι υπόγειες κυκλικές λαβυρινθώδεις διαδρομές της συμβολίζουν το σκοτεινό βασίλειο του Άδη. Άλλωστε ο Ύπνος ήταν αδελφός του Άδη. Ίσως ε­κεί να γίνονταν οι εγκοιμήσεις των ασθενών όπου τη νύχια τους επισκεπτόταν ο θεός, δηλαδή οι ιε­ρείς του ναού. Πλησίον του κεντρικού ναού και της θόλου, υ­πήρχαν ιερά και άλλων θεών όπως της Αρτέμιδος, της Αφροδίτης (η σημασία είναι προφανής), της θέμιδος (δύσκολη η εξήγηση), καθώς επίσης και μεγάλη βιβλιοθήκη για χρήση των ιερέων αλλά και των ασθενών και των συνοδών τους.

Η μελέτη των τότε υπαρχουσών γνώσεων για τη φύση του κόσμου και γενικότερα της ύλης, καθώς και η εμπειρία από τις εφαρμοζόμενες θεραπείες στην εξέλιξη των νόσων δημιούργησαν μια αξιοθαύμαστη ιατρική παιδεία, η οποία ενσωματώθηκε στην προηγούμενη άσκηση της ιαματικής τέχνης που είχε βάση τους καθαρμούς, την εγκοίμηση και την ψυχαγωγία, και έτσι το ίδρυμα κατέκτησε τη φήμη του σπουδαιότερου ιερού του θεού.

Εκτός από τα κτίσματα που αναφέρθηκαν, υπήρ­χαν το εστιατόριο, γνωστό και ως γυμνάσιο, το καταγώγιο ή ξενώνας, ένα μεγάλο κτίσμα στο οποίο φιλοξενούνταν οι ασθενείς πριν από την εγκοίμηση, καθώς και οι συνοδοί τους. Εξέχουσα θέση μεταξύ των κτιρίων του ιδρύμα­τος κατείχε το θέατρο στη νότια πλευρά του συ­γκροτήματος, θεατρικές παραστάσεις, μουσικοί, ποιητικοί και αθλητικοί αγώνες ήταν μέρος της θε­ραπείας των ασθενών. Επίσης οι ασθενείς είχαν ελεύθερη πρόσβαση στην βιβλιοθήκη.

Ασκληπιός

Ο Μ. Ιούλιος Απελλάς σε επιγραφή που βρέθη­κε στο Ασκληπιείο περιγράφει την κεφαλαλγία που του προκάλεσε η κόπωση των ματιών του, λό­γω της πολυημέρου αναγνώσεως βιβλίων κατά τη διάρκεια της θεραπείας του στο ιερό ίδρυμα. Οι ναοί του Ασκληπιού ήταν γεμάτοι από αφιε­ρώματα και ανάγλυφα τα οποία παρίσταναν τις διά­φορες βλάβες μερών του σώματος, καθώς επίσης και τις θεραπείες που εφαρμόζονταν (π.χ. εγχύσεις κολλυρίου κ.ά.) και αποτελούσαν «μουσείο τέχνης».

Τις πληροφορίες που έχουμε για τον τρόπο λειτουργίας των ιερών του Ασκληπιού και την άσκηση της ιατρικής υπό των ιερέων και των βοη­θών τους, τις οφείλουμε κατά βάση στις πλάκες που βρέθηκαν στη νοτιοανατολική πλευρά του ξενώνα. οι πλάκες αυτές με την περιγραφή των δια­φόρων ιαμάτων βρέθηκαν κατά τις ανα­σκαφές υπό του αρχαιολόγου Καββαδία και είναι δυο στήλες. Τις στήλες αυτές τις αναφέρει και ο Παυσανίας, ο οποίος μας λέει ότι ήταν περισσότερες και βρίσκονταν μέ­σα στον περίβολο του ναού. «Ταύτας εγγεγραμμένα και ανδρών και γυναι­κών εστίν ονόματα ακεσθέντων υπό του Ασκλη­πιού, προσέτι δε και νόσημα ό,τι έκαστος ενόσησεν, και όπως ιάθη».

Ήταν λοιπόν οι πλάκες αυτές κατάλογοι με τα ονόματα ασθενών, ανδρών και γυναικών, που θεραπεύτηκαν απ’ τον Ασκληπιό, ακόμη και η νόσος α­πό την οποία έπασχαν, καθώς και ο τρόπος θερα­πείας τους.

«…γέγραπται δε φωνή τη Δωρίδι», δηλαδή ή­ταν γραμμένες οι πλάκες στη δωρική διάλεκτο. Η μεν πρώτη στήλη περιλαμβάνει 19 ιάματα, ή δε άλλη 23. Αυτά μπορούν να διακριθούν κατά τον Αραβαντινό στις ακόλουθες κατηγορίες:

α) Τα φανταστικά, τα οποία είχαν σκοπό τη δια­φήμιση του έργου των ιερέων και του προστάτη θε­ού και είναι τελείως εξωπραγματικά, όπως π.χ. τα 7ο, 8ο, 9ο, 14ο, 15ο ιάματα και άλλα.

β) Τα σκοπίμως προβαλλόμενα, ενώ είχαν μικρή συνηθισμένη βαρύτητα, όπως τα ιάματα 1ο, 2ο, 18ο κ.τ.λ.

γ) Τα πραγματικά. Αυτά δηλαδή που με ιατρικές πράξεις (χειρουργική, χρήση φαρμάκων, εφαρμο­γή κινησιοθεραπείας, μαλάξεις κ.τ.λ.) αντιμετωπίζονταν, και ο ασθενής βρισκόταν υπό την επήρεια φαρμάκων ή είχε υποστεί την εγκοίμηση στο άβατο. Στην κατηγορία αυτή είναι τα ιάματα 3ο, 4ο, 6ο, 12ο, 18ο κ.ά.

δ) Τα εκφοβιστικά. Αυτά αφορούσαν κυρίως τους δύσπιστους και τους ασεβείς, ώστε να μη χαλάσουν τη φήμη του ιερού, όπως τα ιάματα 10ο, 35ο κ.ά.

ε) Τα μαντικά. Αυτά που δεν έχουν σχέση με την ιατρική και τοποθετήθηκαν σκοπίμως υπό των ιε­ρέων για να πείσουν τους απλοϊκούς για την υπε­ράνθρωπη δύναμη του Ασκληπιού, ο οποίος όχι μόνο θεραπεύει αλλά ασκεί και μαντική δύναμη (ίαμα 23ο) βοηθώντας και σε άλλες ανάγκες τους ικέτες του. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται τα ιάμα­τα 22ο και 23ο.

στ) Τα έχοντα εισπρακτικό χαρακτήρα, όπως το ιάμα 21ο, το οποίο σε μετάφραση έχει ως εξής:

Ο Έρμων από τη Θάσο πήγε στην Επίδαυρο τυ­φλός. Τον εθεράπευσε ο θεός. Επειδή όμως δεν επλήρωσε τα ίατρα ο θεός τον ετύφλωσε ξανά. Όταν δε πάλι ξαναπήγε στο ναό, έφερε την αμοιβή και μετά την εγκοίμηση έγινε καλά.

Αν λοιπόν οι ικέτες του θεού δεν προσέφεραν τα «νενομισμένα ίατρα» υπήρχε κίνδυνος ο θεός να πά­ρει πίσω την εύνοιά του και η νόσος να επιστρέψει. Όλα αυτά ασκούσαν μεγάλη επίδραση στους ικέτες-ασθενείς, οι οποίοι με την κατάλληλη προετοι­μασία από τους ιερείς και τους βοηθούς τους και α­φού είχαν εκπληρώσει το τελετουργικό μέρος της θεραπείας, με τη βοήθεια των κατάλληλων φαρ­μάκων, όσοι ήταν επιδεκτικοί της «εύνοιας» του θε­ού, οδηγούνταν στο άβατο ή άδυτο για την εγκοί­μηση. Εκεί κανείς άλλος εκτός των μυημένων ιερέων δεν είχε την άδεια να εισέλθει. Οι ασθενείς επείθοντο ότι τους επισκέπτεται ο θεός, ο οποίος τους έ­δινε οδηγίες ή και εκτελούσε τις ενδεικνυόμενες επεμβάσεις. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούσαν για την προ­ετοιμασία της εγκοιμήσεως δεν αναφέρονται σε κα­νένα ίαμα και ήταν μυστικό των ιερέων, οι οποίοι και μόνον αυτοί ήταν μυημένοι στη σύνθεση, έν­δειξη, δόση και χρήση τους.

  

Σεβαστή Χαβιάρα – Καραχάλιου

Δρ. Ιστορίας της Ιατρικής, οφθαλμίατρος

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αραβαντινός Π.Α., Ασκληπιός και Ασκληπιεία,  Λιψία 1907.
  • Ανδρουτσόπουλος Δ.Γ., Το ιεροθεραπευτήριο του Αμφιάραου εν Ωρωπώ,  Αθήναι 1960.
  • Ομάδα Εργασίας Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου (ΟΕΣΜΕ).
  • Περιφέρεια Πελοποννήσου, Το Ασκληπιείο της Επιδαύρου,  1999.
  • Καββαδίας Π., Το Ιερόν του Ασκληπιού εν Επιδαύρω και η θεραπεία των ασθενών,  Αθήναι 1914.
  • Κούζης Αρ., Η ιστορία της Ιατρικής,  Αθήναι 1929.
  • Παπαχατζής Νικ., Παυσανίου Ελλάδος περιήγησις,  Αθήναι 1976.
  • Πουρναρόπουλος Γ., Ιστορία της Ιατρικής δια μέσου των αιώνων,  Αθήναι 1952.
  • Σπυρόπουλος Σπυρ., Τα Ασκληπιεία της Πελοποννήσου,  Πάτρα 1999.
  • Χαβιάρα-Καραχάλιου Σεβαστή, «Ασκληπιείο Αρχαίας Τιτάνης. Το πρώτο κέντρο Υγείας στον Ελληνικό χώρο;»  (διδακτορική διατριβή) 1984.

  

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Ασκληπιός και Ασκληπιεία», τεύχος 129, Αθήνα, χ.χ.

 

Σχετικά θέματα:

Νέμεα ή Νέμεια


 

Νέμεα ή Νέμεια: μία από τις τέσσερις πανελλήνιες γιορτές της αρχαιότητας (Νέμεια, Ίσθμια, Ολύμπια, Πύθια), που διεξάγονταν στην κοιλάδα της Νεμέας [1] προς τιμήν του Νέμειου Διός.

Ο μικρός Οφέλτης πνίγεται από ένα φίδι, ενώ η τροφός του Υψιπύλη και ένας πολεμιστής προσπαθούν να τον σώσουν. Ανάγλυφη παράσταση από σαρκοφάγο, 1ος αι. μ.Χ. (Κόρινθος, Αρχαιολογικό Μουσείο).

Όσον αφορά την ίδρυση των αγώνων, το «Πάριο Χρονικό» τη συνδέει με τους ταφικούς αγώνες προς τιμήν του Οφέλτη [2]. Συγκεκριμένα, σύμφωνα μ’ ένα χρησμό του μαντείου, ο Οφέλτης δεν έπρεπε να αγγίξει καθόλου στη γη, πριν μάθει να βαδίζει. Όταν οι Επτά Στρατηγοί εκστράτευσαν κατά των Θηβών, πέρασαν από την περιοχή της Νεμέας, όπου και κάθισαν για να ξεκουραστούν, κοντά στην Αδράστεια πηγή. Κοντά σ’ αυτήν βρισκόταν και η τροφός Υψιπύλη [3], έχοντας στην αγκαλιά της το βρέφος. Τότε, οι στρατηγοί ζήτησαν να πιούν νερό και η τροφός, χωρίς να το σκεφτεί, άφησε το νήπιο στο έδαφος, πάνω σε πυκνή χλόη από σέλινο και έτρεξε να τους εξυπηρετήσει. Έτσι, ένα φίδι [4] δάγκωσε το παιδί, το οποίο πέθανε αμέσως. Οι στρατηγοί σκότωσαν το φίδι και έθαψαν το νεκρό σώμα. Επομένως, ο χρησμός επαληθεύτηκε και ο Αμφιάραος, ένας από τους επτά στρατηγούς, ο οποίος είχε και μαντικές ικανότητες, ερμήνευσε το γεγονός του θανάτου ως κακό οιωνό για την αποστολή τους και έδωσε στο νήπιο το όνομα «Αρχέμορος» (που σημαίνει η αρχή μιας κακής μοίρας). Μετά από αυτό, ίδρυσε προς τιμήν του νεαρού βασιλιά και προς παρηγοριά των γονιών του τους αγώνες των Νέμεων.

Σύμφωνα με τον σχολιαστή του Πινδάρου, τα Νέμεα ιδρύθηκαν από τον Ηρακλή, σε ανάμνηση της νίκης του κατά του λιονταριού της Νεμέας. Ο ίδιος όμως σχολιαστής, σε άλλη πηγή, επιβεβαιώνει ότι ο Ηρακλής επανίδρυσε τα Νέμεα σε ανάμνηση του Οφέλτη ή Αρχέμορου και τα επισημοποίησε αφιερώνοντάς τα στο Δία.

Από την παράδοση μαθαίνουμε ότι στην πρώτη τέλεση των αγώνων πήραν μέρος όλοι οι στρατηγοί (Άδραστος, Ετέοκλος, Τυδέας, Αμφιάραος, Πολυνείκης, Λαοδίκης και ο Παρθενοπαίος), και διακριθήκαν στα αγωνίσματα της ιπποδρομίας, στον αγώνα δρόμου, στην πυγμαχία, στο άλμα, στη δισκοβολία, στον ακοντισμό, στην πάλη και στην τοξοβολία.

Αρχικά, οι αγώνες ήταν τοπικού χαρακτήρα. Κατά τους ιστορικούς όμως χρόνους και κυρίως από το 573 π.Χ. τα Νέμεα ανακηρύχθηκαν επίσημα ως πανελλήνιοι αγώνες, σύμφωνα με το πρότυπο των Ολυμπιακών και η φήμη τους μεγάλωσε. Τελούνταν κάθε δύο χρόνια (τριετηρικοί), τον μήνα Ιούλιο [5].

Κατά τη διάρκεια των αγώνων, μία ιερή εκεχειρία σταματούσε κάθε εχθροπραξία. Όλοι οι Έλληνες, Σπαρτιάτες, Αθηναίοι, Κορίνθιοι, Αργείοι, Μακεδόνες και Κρήτες, πρώτα αποδέχονταν την κοινή τους καταγωγή, μετά έστελναν αντιπροσώπους και τέλος συγκεντρώνονταν όλοι μαζί.

Η διεύθυνση των αγώνων πέρασε από μία διαδικασία αλλαγών και ταραχών. Ειδικότερα, ενώ στην αρχή ήταν υπεύθυνοι – ως ιδρυτές- οι κάτοικοι των Κλεωνών, από το 460 π.Χ. η διεύθυνση μετατέθηκε στους Αργείους [6], οι οποίοι μετέφεραν και την έδρα των αγώνων στο Άργος. Από τη στιγμή αυτή, τα Νέμεα άρχισαν να γίνονται ονομαστή και ξακουστή γιορτή.

Γενική άποψη του αρχαίου σταδίου της Νεμέας.

Στη συνέχεια, το 330 π.Χ. οι αγώνες επανήλθαν στη Νεμέα, όταν οι Μακεδόνες βασιλείς, ο Φίλιππος Β’ και ο Μέγας Αλέξανδρος, βοήθησαν οικονομικά στην κατασκευή του νέου Ναού του Δία [7]. Έπειτα, από το 270 π.Χ. έως το 260 π.Χ. οι αγώνες τελούνταν πάλι στο Άργος, μέχρι το 145 π.Χ., όταν ο Ρωμαίος κατακτητής της Κορίνθου, Μόμμιος, επανέφερε τους αγώνες στη Νεμέα για μισό αιώνα περίπου[8]. Τέλος, οι αγώνες μεταφέρθηκαν μόνιμα στο Άργος μέχρι το τέλος της αρχαιότητας και η Νεμέα ερημώθηκε.

Υπεύθυνοι των αγώνων ήταν οι δώδεκα ελλανοδίκες, οι οποίοι φορούσαν πένθιμο ένδυμα. Το έπαθλο των αγώνων στην αρχή ήταν ένα στεφάνι ελιάς το οποίο, αργότερα αντικαταστάθηκε από χλωρό σέλινο, ως επικήδειο σύμβολο, ένδειξη του εφήμερου της νίκης και της νεκρικής λατρείας.

Οι αγώνες διεξάγονταν στο στάδιο της Νεμέας, το οποίο κατασκευάστηκε στα τέλη του 4ου  π.Χ. αιώνα, είχε μήκος178 μέτρα και χωρητικότητα 40.000 θεατών.

Μετά την τυπική ιεροτελεστία της θυσίας στο Νέμειο Δία, άρχιζαν τα αγωνίσματα, τα οποία περιλαμβάνουν δύο κατηγορίες :

Γυμνικά αγωνίσματα :

το στάδιο

ο δίαυλος

ο ίππος

ο δόλιχος οπλίτης

ο δρόμος

η πάλη

η πυγμή

το παγκράτιο

το πένταθλο

Ιππικοί αγώνες :

το τέθριππον

συνωρίς ίππων

κέλης

Σ’ αυτά συμμετείχαν τρεις κατηγορίες αθλητών : οι άνδρες, οι αγένειοι και οι παίδες. Μετά τους ελληνιστικούς χρόνους, στο πρόγραμμα των αγώνων περιλαμβάνονταν και μουσικοί αγώνες, με άλλα λόγια, αγώνες των σαλπιγκτών και των κηρύκων.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, πολλούς νικητές των Νεμέων έχει υμνήσει ο Πίνδαρος στους Νεμεόνικούς του (π.χ. ο Χρόμιος της Συρακούσας, ο Τιμάσαρχος ο Αιγινίτης, ο Τιρόδικος ο Αχαρνέας, ο Πυθέας ο Αιγινίτης). Επιπλέον, σύμφωνα με το σχολιαστή του Πινδάρου μαθαίνουμε ότι, η γιορτή των Νεμέων διεξαγόταν και σε άλλα μέρη, όπως στα Μέγαρα, στην Αγχίαλο της Θράκης και στην Αίτνα της Σικελίας.

 

Νεμέα (Temple of Nemea), Guillaume Abel Blouet 1831.

 

Η αρχαιολογική σπουδαιότητα του χώρου αποκαλύφθηκε το 1766 από το Σύλλογο Dilettanti [9]. Έγιναν κάποιες ανασκαφές το 1881 και το 1912, όμως η συστηματική ανασκαφή και η ανεύρεση του αρχαίου σταδίου της Αρχαίας Νεμέας πραγματοποιήθηκε το 1974 από την Αμερικάνικη Αρχαιολογική Σχολή.

Ο Steven G. Miller, καθηγητής του  Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϊ, δουλεύοντας με πολύ ζήλο και αγάπη για τα αρχαιοελληνικά εδάφη ανέδειξε το αρχαίο στάδιο και τα κτήρια της γύρω περιοχής. Το έργο του Miller ολοκληρώθηκε το 1991 και στη συνέχεια ιδρύθηκε και οργανώθηκε η αναβίωση των σύγχρονων «Νέμεων»[10], τα οποία διεξάγονται κάθε τέσσερα χρόνια. Συγκεκριμένα, τον Ιούνιο του 1996 οργανώθηκαν τα πρώτα σύγχρονα «Νέμεα», με τη συμμετοχή 500 δρομέων όλων των κατηγοριών. Με τον ίδιο ενθουσιασμό και ευχαρίστηση διεξήχθηκαν και τα υπόλοιπα και με μεγάλη προσμονή περιμένουμε τα τέταρτα κατά σειρά σύγχρονα «Νέμεα», που θα πραγματοποιηθούν το 2012.  

 

Ελένη Μουζακιώτη

Φιλόλογος  

 

Υποσημειώσεις


[1] Νεμέα: κοιλάδα μεταξύ Φλιασίας και Κλεωναίας, στα σύνορα της Κορινθίας  προς    την Αργολίδα (Σταβ. C,377). Κατά τον Στέφανο τον Βυζάντιο ήταν «χώρα της Αργολίδος», όπου κατοικούσαν Δρύοπες.

[2] Οφέλτης: γιος της Νεμέας (κόρη του Δία και της Σεμέλης) και του βασιλιά της περιοχής Λυκούργου. Άλλη πηγή αναφέρει ως μητέρα του την Ευριδίκη (Απολλόδ. Γ’, 6, 4).

[3] Το περιστατικό του Οφέλτη και της Υψιπύλης ήταν αγαπητό στην τέχνη. Ο Ευριπίδης έγραψε τραγωδία «Υψιπύλη», οι αγγειογράφοι παρίσταναν συχνά τον Οφέλτη με κουλουριασμένο γύρω του το φίδι και έναν από τους ήρωες να αγωνίζεται εναντίον του φιδιού. Τέλος, πολλοί είναι οι τύποι νομισμάτων της Κορίνθου και του Άργους με σχετικές παραστάσεις.

[4] Δράκοντας σύμφωνα με τον Παυσανία (ΙΙ, 15, 3).

[5] Υπάρχουν πηγές που μαρτυρούν την ύπαρξη «χειμερινών» Νέμεων. Συγκεκριμένα, από τα όσα αναφέρει ο Παυσανίας, οι ειδικοί υπέθεσαν πως τα Νέμεα γίνονταν χειμώνα κάθε δεύτερη φορά, για να μη συμπίπτουν με τα Ολύμπια ή πως ο χειμερινός εορτασμός ήταν μία προσπάθεια του Αδριανού να ξαναδώσει ζωή στην παρακμασμένη και έρημη Νεμέα, όταν οι αγώνες τελούνταν μόνιμα στο Άργος. Ο Γ. Θ. Αποστολόπουλος αναφέρει ότι ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός (119-137 μ.Χ.), έκανε τα Νέμεα χειμερινά και όρισε να γιορτάζονται στο στάδιο του Άργους όπως και τα Ηραία.

[6] Οι Αργείοι λόγω της μεγάλης στρατιωτικής και πολιτικής δύναμής τους διατήρησαν την αγωνοθεσία των αγώνων και είχαν το δικαίωμα να εκλέγουν τον ιερέα του Δία και να διοργανώνουν τα χειμερινά Νέμεα, μία νυχτερινή θρησκευτική εκδήλωση.

[7] Από τον Πλούταρχο πληροφορούμαστε το εξής περιστατικό : ο Άρατος ο Σικιώνιος, αρχηγός της Αχαϊκής Συμπολιτείας και μεγάλος εχθρός του Άργους, αποφάσισε, για τους δικούς του πολιτικούς λόγους , να οργανώσει τα Νέμεα στη φυσική τους κοιτίδα αποκλείοντας παράλληλα τους Αργείους. Επιπλέον, έδωσε εντολή στους αθλητές να λάβουν μέρος στους δικούς του αγώνες και όχι στου Άργους. Όμως, οι αθλητές δεν υπάκουσαν και ο Άρατος έδωσε εντολή να συλληφθούν και να πουληθούν ως δούλοι. Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε ως παραβίαση της ιερής εκεχειρίας.   

[8] Όσον αφορά την αγωνοθεσία των αγώνων μαθαίνουμε ότι το 208 π.Χ. οι Αργείοι παραχωρούν την επιστασία των χειμερινών Νεμέων στο Φίλιππο το Δημητρίου , με μοναδικό αγώνισμα τον οπλίτην (Πολύβιος 10, 26). Επίσης, το 196 π.Χ. η αγωνοθεσία περνά στα χέρια των Ρωμαίων, με τον Τίτο Κοΐντιο Φλαμινίνο (2ος π.Χ.), ο οποίος κήρυξε την ελευθερία, την αυτονομία και την  ανεξαρτησία κάθε ελληνικής πόλης, προετοιμάζοντας έτσι μέσω της διάσπασή της την πλήρη υποταγή της Ελλάδας στους Ρωμαίους. Οι Αργείοι καθιέρωσαν γιορταστικούς αγώνες προς τιμήν του Φλαμινίνου, τα «Τίτεια».

[9] Η κοινωνία των ενθουσιωδών (αγγλ. Society of Dilettante ή Dilettante Society) είναι ιστορικός σύλλογος στο Ηνωμένο Βασίλειο, με σκοπό τον εορτασμό και τη μελέτη της ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας. Μέλη του είναι συλλέκτες, διανοούμενοι ή και ευγενείς. Ο σύλλογος συναντήθηκε για πρώτη φορά το έτος 1732, και ιδρύθηκε το 1734 σύμφωνα με την παράδοση των Dining society. Οι δωρεές των μελών του συλλόγου κατέστησαν εφικτή την διοργάνωση αρχαιολογικών αποστολών, καθώς και την επιδότηση καλλιτεχνών του κλασσικών στιλ.

[10] Στους αγώνες συμμετέχουν άνθρωποι από 45 χώρες, ηλικίας από 5 έως 97 ετών. Εκτός από τα αγωνίσματα, δίνονται και παραστάσεις θεάτρου, μουσικής και χορού. Στους αγώνες δεν καταγράφονται ρεκόρ, ούτε απονέμονται μετάλλια. Οι συμμετέχοντες αγωνίζονται ξυπόλυτοι φορώντας ένα λευκό χιτώνα και είναι χωρισμένοι ανά ηλικία και φύλο. Τηρούν κανονικά το εθιμοτυπικό της αρχαιότητας.

Πηγές


 

  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2008. 
  • Εγκυκλοπαίδεια «Υδρία», Εταιρεία Ελληνικών Εκδόσεων Α.Ε., Τόμος 40ος, Αθήνα, 1986.
  • Κ. Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Τόμος 2ος, National Geographic, Αθήνα, 2009-2010.
  •  Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια – Παύλος Δρανδάκης, Εκδοτικός Οργανισμός ο «Φοίνιξ», Τόμος ΙΗ’.
  • Εγκυκλοπαίδεια, «Πάπυρος Λαρούς, Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 11ος,  Εκδόσεις «Επιστημονική Εταιρεία των Ελληνικών Γραμμάτων Πάπυρος», Αθήνα, 1967.
  • Νικ. Δ. Παπαχατζής, «Παυσανίου Ελλάδος Περιηγήσις», Βιβλίο 2 και 3, Κορινθιακά και Λακωνικά, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2004.
  • Γιάννης Θ. Αποστολόπουλος, «Αργείων Άθλα», Έκδοση Δήμος Άργους, Άργος, 1998.
  • Ιωάννης Ερν. Ζεγκίνης, «Το Άργος δια μέσου των Αιώνων», Αθήναι, ³1996.
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

 

Τα θεραπευτικά όνειρα της Επιδαύρου


  

Εκτός από την ησιόδεια Θεογονία (212 κ.ε.), που θέλει τα όνειρα τέκνα της ερεβώδους Νύκτας, υπάρχει και η παράδοση που αναφέρει ο Ευριπίδης (Εκάβη, 7 κ.ε.), σύμφωνα με την οποία τα όνειρα είναι φύτρα της Γης. Όχι της Γης η οποία είναι «πάντων έδος ασφαλές αιεί» (Ησιόδου Θεογονία, 117) αλλά της τρομερής Χθονός, που κλείνει στον κόρφο της όλους τους νεκρούς. Η εκδοχή ετούτη δεν αντιτίθεται στη νυκτερινή καταγωγή της φυλής των ονείρων. Και οι δυο αναπαρα­στάσεις σηματοδοτούν ένα όριο πέραν του οποίου είναι η ανυπαρξία, το σκοτάδι.

 

Η χθόνια προέλευση των ονείρων είναι το μυθικό αίτιο της εγκοίμησης. Την εγκοίμηση γνώριζαν οι Ασσυριοβαβυλώνιοι και οι Αιγύπτιοι· στον ελλαδικό χώρο συναντά­ται ήδη από την εποχή των Ομηρικών Επών. Είναι η τελετουργική κατάκλιση κατά γης σε έναν καθορισμένο ιερό χώρο, εν αναμονή ονει­ρικής συνάντησης και επικοινωνίας με προγόνους, ηρωποιημένους νεκρούς και γενικά με χθόνιες θεότητες. Αποσκοπεί στη γνώση του μέλλοντος ή ενέχει ιατρομαντικό αίτημα. Διότι η γη είναι πρωτεύουσας σημασίας και στο πε­δίο της ιατρικής. Βλασταίνει τα θεραπευτικά βότανα· από τα σπλάχνα της βγαίνουν τα μέταλλα και τα πετρώματα που εκπέμπουν ζωτι­κές δυνάμεις.

Έτσι, ίσως, συνδέονται εν μέρει τα όνειρα με την ιατρική. Όσο για τη συγγένεια μεταξύ ιατρικής και μαντικής, τα ιπποκρατικά κείμενα επισημαίνουν ότι είναι ομοαίματες αδελφές, κόρες και οι δυο του Απόλλωνα. Ο Απόλλωνας όμως κινείται στον ευρύτερο χώρο των επιδημιών, αφήνοντας κάθε κλινική παρέμ­βαση στον χθόνιο γιο του, τον Ασκληπιό, ο οποίος «τους λύτρωνε όλους κι απ’ το κακό τους γιάτρευε· ή με ξόρκια ή ξαρρωστικό τους έδινε να πιούνε· άλλους με αλοιφές τους τύλιγε τα μέλη ή τους αναστήλωνε με το νυστέρι» (Πινδάρου Πυθιονίκων  III, 47 κ.ε).

 

Ασκληπιός, Αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου.

 

Υπέρτατος ιατρός, ο Ασκληπιός είναι κι αυ­τός γνωστός από τα ομηρικά χρόνια, όταν τόσο οι αρρώστιες όσο και η ίασή τους είχαν αυτόνο­μη υπόσταση, όταν το θεϊκό στοιχείο εμφανιζόταν μοιραία επί σκηνής. Από τον 5ο π.Χ. αιώνα κι ύστερα, δανείζει το όνομά του στα θεραπευτικά ιερά. Λίγο αργότερα θα αρχίσει να αναπτύσσε­ται η ορθολογική ιατρική, που δεν αναζητά τις αιτίες των δυσλειτουργιών του σώματος στη σφαίρα του υπερφυσικού. «Όλες (οι αρρώστιες) είναι θεϊκές και όλες τους είναι ανθρώπινες. Η κάθε αρρώστια έχει τη δική της φύση και τη δική της δύναμη και απέναντι σε καμία δεν μένουμε αμήχανοι και ανίκανοι να βρούμε μια διέξοδο» (Ιπποκρ. Περί ιερής νούσου, 21).

Αρέσκονται όμως οι ιπποκρατικοί να τους απο­καλούν ασκληπιάδες, και τονίζουν ότι « έργο της ιατρικής είναι: να διώχνει τελείως από τους αρ­ρώστους ό,τι τους κάνει να υποφέρουν, να αμβλύνει τη σφοδρότητα των ασθενειών τους και, ακόμη, με πλήρη συνείδηση πως η ιατρική δεν έχει τη δύναμη να κάνει το παν, να μην επεμβαί­νει στις περιπτώσεις που οι άρρωστοι έχουν πια τελείως νικηθεί από την αρρώστια τους» (Ιπποκρ. Περί τέχνης, 3). Τότε η κοσμική ιατρι­κή διεκδικούσε σαφώς τη γνώση ως διάγνωση, αλλά δεν αξίωνε να έχει το μονοπώλιο της θερα­πείας. Ένας ολόκληρος χώρος έμενε ελεύθε­ρος, όπου λειτουργούσε, οριοθετημένη, η ιατρι­κή των ναών.

Από την κλασική έως τη μεταχριστιανική αρ­χαιότητα άνθισαν πάνω από τριακόσια θεραπευτικά ιερά, αφιερωμένα στον Ασκληπιό ή σε δευ­τερεύουσες χθόνιες θεότητες. Εκεί προσέτρεχαν ασθενείς ανεξαρτήτως κοινωνικής υπόστα­σης. Άλλοι άρρωστοι, εγκαταλελειμμένοι από τους κοσμικούς γιατρούς, εναπέθεταν την ύστατη ελπίδα τους, έστω και με κάποια αδιό­ρατη επιφύλαξη, στο θαύμα. Οι περισσότεροι προσδοκούσαν τη θεϊκή παρέμβαση με φλογε­ρή και ακράδαντη πίστη. Η σχέση με τη θερα­πευτική θεότητα ήταν στενά προσωπική. Η ίαση είχε όλα τα χαρακτηριστικά μιας θρησκευτικής εμπειρίας. Όμως τα κατά τόπους ευρήματα (ια­τρικά εργαλεία, σκεύη κ.ά.) και το επιγραφικό υλικό ωθούν στην υπόθεση ότι το ιερατικό προ­σωπικό δεν ήταν άμοιρο ιατρικών και φαρμακο­λογικών γνώσεων. Πρέπει μάλιστα να γίνονταν και κάποιες, απλές ίσως, χειρουργικές επεμβά­σεις.

Το πλαίσιο της όποιας δραστηριότητας όμως παρέμενε πάντα το τελετουργικό της εγκοίμησης ώσπου, με την πάροδο των αιώνων, τα σεπτά θεραπευτήρια εξελίχθηκαν βαθμιαία σε ιαματικά θέρετρα, σε τόπους συνάντησης φι­λάσθενων λογίων και ρητόρων, χωρίς όμως να αποβάλουν εντελώς την αλλοτινή θρησκευτική τους ατμόσφαιρα.

 

Ανάγλυφο αφιέρωμα του Αρχίνου στον Αμφιάραο. Ο άρρωστος κοιμάται, ενώ ένα φίδι τον γλείφει. Στο πρώτο πλάνο ο Αμφιάραος του γιατρεύει τον ώμο. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

 

Οι ιεροί χώροι του αρχαίου κόσμου έκλεισαν οριστικά το 426 μ.Χ., με το διά­ταγμα του Θεοδοσίου Β’. Οι θεραπευτικές όμως ιδιότητες του Ασκληπιού ενσωματώθηκαν στη νέα θρησκεία σε πρόσωπα Αγίων. Μεταξύ των ασκληπιείων, η Επίδαυρος έχαιρε ξεχωριστής αίγλης. Προφανώς λόγω του πανελλήνιου χαρακτήρα του ιερού και της κο­σμοσυρροής, οι προκαταρκτικές πράξεις (θυ­σίες, προσφορές, καθαρμοί) που απαιτούσε η εγκοίμηση ήταν απλουστευμένες.

Η στοά του Αβάτου αναστηλωμένη (άποψη από τα ανατολικά). Φωτογραφία, Υπουργείο Πολιτισμού.

Στο Άβατο, το στωικό οικοδόμημα που μια από τις πλευρές του άνοιγε στο τέμενος του Ασκληπιού, μπο­ρούσαν να κατακλιθούν περισσότεροι από ογδόντα πάσχοντες. Το διώροφο Καταγώγειο αριθμούσε εκατόν εξήντα δωμάτια, όπου έβρι­σκαν κατάλυμα πανηγυριστές ή άλλοι ικέτες, οι οποίοι περίμεναν τη σειρά τους να κοιμηθούν στην ονειρογόνο γειτνίαση του ναού. Στον ιερό περίβολο έβλεπε κανείς κάθε λογής αναθήματα, δηλαδή γλυπτά, σμιλεμένα ανάγλυφα και πινά­κια. Από αυτά πολλά ήταν ενεπίγραφα και απει­κόνιζαν την πάθηση που είχε οδηγήσει τους ασθενείς στην Αργολίδα˙ τα αφιέρωναν στο θεό, αποχωρώντας θεραπευμένοι και ευγνωμονούντες. Ήταν τα λεγόμενα τυπία, παρόμοια με τα σημερινά, τάματα που αφήνουν οι προσκυνη­τές στην Παναγία της Τήνου, σε αναγνώριση κά­ποιου θαύματός της. Μπορούσαν να προμηθευτούν τα τυπία στα μικρομάγαζα που υπήρχαν για το σκοπό αυτό γύρω από το ιερό.

Οι ανασκαφές στην Επίδαυρο άρχισαν τη δεκαετία του 1880 και γρήγορα έφεραν στο φως, πίσω από το ιερό φρέαρ του Ασκληπιού, τοποθε­τημένες στον τοίχο προς την ανατολική πλευρά της στοάς, λίθινες πλάκες στις οποίες αναγρά­φονταν περιστατικά εγκοίμησης. Ο Παυσανίας είδε έξι τέτοιες πλάκες στημένες στο ύπαιθρο, κοντά στο Άβατο. Σήμερα σώζονται τέσσερις, εκ των οποίων οι δυο είναι ακέραιες, ενώ οι άλλες δυο σώζονται σε θραύσματα και δεν μπορούν να διαβαστούν διακρίνονται μόνο κάποια ονόματα ασθενών και παθήσεων.

Ο Αμυνος και μια κνήμη με κιρσό. Αναθηματικό ανάγλυφο (αρχές του 4ου αιώνα π.χ.) του Λυσιμαχίδη. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Οι δυο λίθινες πλάκες βρίσκονται σήμερα στο τοπικό μουσείο. Χρονο­λογούνται στο δεύτερο μισό του 4ου π.Χ. αιώνα και αναφέρουν είκοσι και είκοσι τρία ιάματα αντί­στοιχα. Η γραφή είναι αρχαϊκή και η διάλεκτος δωρική κοινή. Το ύφος είναι λακωνικό: «Ο τάδε ήλθε με την τάδε πάθηση, κοιμήθηκε στο Άβατο, είδε το εξής όνειρο, κατέβαλε τα ίατρα και απήλ­θε υγιής».

Κατά την εκτίμηση των αρχαιολόγων, η επιλογή των ιαμάτων γινόταν από τους ιερείς. Συχνά η επιλογή αυτή είχε ως κριτήριο την ψυχι­κή και πνευματική ανάταση των εγκοιμωμένων, τη γενικότερη υποβλητική ατμόσφαιρα, ή ακόμη και την προπαγάνδα του ιερού. Παρόμοια εντύπωση αφήνει η ανάγνωση των αρχείων που κρα­τούνται στο καθολικό ιερό της Λούρδης, και τα οποία καταγράφουν τα περιστατικά που η Εκκλησία και η ιατρική επιστήμη αναγνωρίζουν επίσημα ως θαύματα. Στην πλειονότητά τους, τα ιάματα μνημο­νεύουν το όνομα του ασθενούς. Είναι πιθανό ότι το ιερατικό προσωπικό αντλούσε υλικό από τις ευχαριστήριες επιγραφές των πινακίων που αφιέρωναν οι ικέτες φεύγοντας. Σε μια περίπτωση αναφέρεται αυτολεξεί η επιγραφή που συνόδευε το ανάθημα: «Δεν είναι θαυμαστό το μέγεθος της πινακίδας, αλλά ο θεός επειδή η Κλειώ κουβαλούσε το βάρος στην κοιλιά της πέντε χρόνια, ώσπου κοιμήθηκε στο ναό και ο θεός της έδωσε την υγεία της» (μ. 87,1).

Όσον αφορά στα ανώνυμα ιάματα, μπορεί να προέρχονται από την προφορική παράδοση, δηλαδή να πρόκειται για παλαιότερες ιστορίες που διαδίδονταν από στόμα σε στόμα. Στις λίθινες πλάκες διαβάζουμε και ένα επώνυμο περι­στατικό, που πρέπει να ανάγεται στους περσικούς πολέμους:

«Η Αρισταγόρη από την Τροιζήνα. Αυτή είχε σκουλήκι στην κοιλιά της, και κοιμήθηκε στο ναό του Ασκληπιού στην Τροιζήνα και είδε ένα όνειρο. Της φάνηκε ότι οι γιοι του θεού, ενώ ο ίδιος δεν ήταν παρών, αλλά βρισκόταν στην Επίδαυρο, της έκοψαν το κεφά­λι, αλλά, επειδή δεν μπορούσαν να το ξαναβά­λουν στη θέση του, έστειλαν κάποιον στον Ασκληπιό για να τον καλέσει να έλθει. Στο μετα­ξύ ξημέρωσε και ο ιερέας είδε καθαρά το κεφά­λι της κομμένο απ’ το σώμα. Όταν ήλθε η νύχτα, η Αρισταγόρη είδε ένα όραμα. Της φάνηκε ότι ο θεός ήλθε από την Επίδαυρο και στερέωσε το κεφάλι της στον τράχηλο της. Ύστερα άνοιξε την κοιλιά της, έβγαλε το σκουλήκι και την ξανάραψε. Έπειτα από αυτό η γυναίκα έγινε καλά». (μ. 87, 23).

Το περιστατικό αυτό το αναφέρει σχεδόν αυτούσιο ο Ίππων από το Ρήγιο, τον οποίο μνημονεύει ο Αιλιανός στο τέλος του 2ου μ.Χ. αιώ­να. Εκ πρώτης όψεως, η καταγραφή δεν μοιά­ζει να υπακούει σε κάποιο σύστημα. Ίσως συ­γκεντρώνονται στην πρώτη λίθινη πλάκα τα πιο εντυπωσιακά ιάματα πρώτα – ενώ η ίδια η πά­θηση εντυπωσιάζει, σαν να προήλθε από θαύμα. Στη συνέχεια όμως η ακολουθία των περιστατι­κών ποικίλλει, πιθανώς για να αποφευχθεί η μο­νοτονία. Οι λίθινες πλάκες αποτελούν πολύτιμη μαρ­τυρία για τους μελετητές. Δίνουν τοπογραφικές, αρχιτεκτονικές, δημογραφικές, νοσογραφικές και ιατροφαρμακολογικές πληροφορίες, λεπτο­μέρειες για το καθαυτό δρώμενο και για τη λει­τουργία των ονείρων κατά την εγκοίμηση.

Η πε­ριοχή του Άβατου ήταν δενδροφυτεμένη (μ. 87, II), ενώ ήταν χαμηλόσκεπη η είσοδος στους ιε­ρούς χώρους της εγκοίμησης. Ο ικέτης μπορού­σε να κοιμηθεί και αλλού, όχι αποκλειστικά στο Άβατο (μ. 87, 17), και να ονειρευτεί ο ίδιος ή δι’ αντιπροσώπου (μ. 87, 7’21’ ’24). Από τα σαράντα τρία ιάματα, είκοσι οκτώ αφορούν άνδρες, ένδε­κα γυναίκες, τρία παιδιά. Να υποθέσουμε ότι η υγεία των γυναικών ήταν άνευ σημασίας; Οι γυ­ναίκες απευθύνονταν στον Ασκληπιό κυρίως για ανωμαλίες κατά την κύηση ή για προβλήματα στειρότητας. Και σαν από σύμπτωση, όλες εκτός από μια (μ. 87, 2) γεννούν αγόρι, το κατ’ εξοχήν παιδί. Εκτός από μερικές εξαιρέσεις, οι ικέτες του θεού δεν φαίνονται να πάσχουν από οξείας μορφής ασθένειες.

Παρουσιάζουν λει­τουργικές παθήσεις, ψυχοσωματικές όπως θα λέγαμε σήμερα: στομαχικές διαταραχές, δερμα­τικά νοσήματα, ρευματικούς πόνους, πονοκεφά­λους, αϋπνίες, αλαλίες, ψυχοκινητικά προβλήμα­τα. Για να θεραπευθούν από αυτές έρχονται να ονειρευτούν τον Ασκληπιό. Τα όνειρά τους σκια­γραφούν με γλαφυρό τρόπο την προσωπικότητά του, τις μεταπτώσεις του χαρακτήρα του. Οικείος, χαριεντίζεται, συνήθως είναι ήπιος, αλ­λά του συμβαίνει και να θυμώνει, μπορεί να συγ­χωρεί τους απίστους, ξέρει να διεκδικεί την αμοιβή του, τον αφοπλίζει ο αυθορμητισμός των παιδιών, ώστε δεν τους ζητάει ίατρα. Και, κυ­ρίως, τους θεραπεύει την ώρα που κοιμούνται και ονειρεύονται στο Άβατο.

Πώς λειτουργούν τα όνειρα που διηγούνται οι λίθινες πλάκες της Επιδαύρου; Κατ’ αρχήν, είναι όνειρα επιθυμίας. Κάθε πιστός θέλει να ονειρευτεί το θεό του αυτοπροσώπως. Και είναι πολύ φυσικό να τον ονειρεύεται. Το ότι ο πά­σχων πιστός θέλει να τον γιατρέψει ο θεός είναι επίσης φυσικό το να γιατρεύεται όμως πράγ­ματι καθ’ ύπνον είναι υπερφυσικό, αποκτά υφή «θαύματος», δηλαδή αφήνει τους πάντες κατά­πληκτους, θα μπορούσαμε να τα ονομάσουμε και μεταβιβαστικά (με την ψυχαναλυτική έννοια του όρου) όνειρα. Ο Ασκληπιός γίνεται έτσι θε­ραπευτικό αντικείμενο μεταβίβασης, και το ίδιο το όνειρο δρα ως θεραπευτικό αντικείμενο, αφού η ίαση τελείται στο χωροχρόνο του.

 

Αναθηματικό ανάγλυφο. Ο Ασκληπιός και η Υγεία επισκέπτονται μια πάσχουσα γυναίκα(4ος αιώνας π.χ.). Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιά.

 

Τα επιδαύρια όνειρα, κατ’ εντολήν του δη­μιουργού τους, είναι προμελετημένα. Τον 19ο αιώνα, ο Hervey De Saint Denys περιέγραφε τους ποικίλους τρόπους για να παραγάγει κα­νείς ένα όνειρο, έως και να προκαλέσει επακρι­βώς το περιεχόμενό του. Πέραν της πίστης των ασθενών και της άκρατης επιθυμίας τους να γιατρευτούν, μέσα υποβολής για να δουν τα συγκεκριμένα όνειρα ήταν βεβαίως οι προπα­ρασκευαστικές τελετές, η θέα των αναθημά­των, αλλά και η «ψυχική μόλυνση», φαινόμενο γνωστό στη συλλογική ψυχολογία.

Τα επιδαύ­ρια όνειρα είναι σωματικά όνειρα. Σχηματίζονται από ένα άκρως συνειδητό ημερήσιο κατά­λοιπο: την αισθητηριακή αντίληψη της πάθη­σης. Εν προκειμένω, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η θεωρία των αρχαίων, σύμφωνα με την οποία τα όνειρα διαμορφώνονται από σωματικά ερεθίσματα, επικράτησε επί αιώνες, έως το 1900 που ο Φρόυντ εισήγαγε την τομή.

Τηρουμένων των αναλογιών, ως σωματικά όνει­ρα, μοιάζουν με τα τραυματικά όνειρα, για τα οποία η ψυχαναλυτική θεωρία λέει ότι επαναλαμβάνουν την οδυνηρή πραγματικότητα του ψυχικού τραύματος, με τελικό σκοπό να την αποκαταστήσουν, να την αλλάξουν μέσω της μεθύστερης επεξεργασίας τους κατά τη διάρ­κεια της ψυχαναλυτικής αγωγής. Έτσι και τα επιδαύρια όνειρα, επαναφέροντας αυτούσια τη συνθήκη της πάθησης, στοχεύουν στην ανάρρωση, την αποκατάσταση της προηγούμενης υγιούς κατάστασης του ικέτη, μέσω της θεϊκής παρέμβασης, στο πλαίσιο του τελετουργικού της εγκοίμησης.

Τα επιδαύρια όνειρα είναι εναργή ενύπνια, καθαρά. Δεν χρήζουν ερμηνείας. Δεν φαίνεται άλλωστε να υπήρχαν ονειροκρίτες στο ιερό. Χρέη ερμηνείας τελεί καθαυτή η όψη τους. Είναι όνειρα-εικόνες. Στην αφύπνιση πιστοποι­είται αμέσως η απόβαση του ονείρου και, ακα­ριαία, η σωματική μεταλλαγή: «Ο Αλκέτας ο Αλικός. Αυτός ήταν τυφλός και είδε ένα όνειρο. Του φάνηκε πως ο θεός τον πλησίασε και με τα δάχτυλα του άνοιξε τα μάτια και το πρώτο που είδε ήταν τα δένδρα στο ιερό. Σαν ξημέρωσε έφυγε υγιής» (μ. 87, 18). Συχνά, όπως εδώ, είναι βουβά όνειρα. Ο θεός εκτελεί χωρίς λόγια.

Άλλοτε πάλι γίνεται απ’ ευθείας διάλογος με τον Ασκληπιό: «Η Ιθμονίκη από την Πελλήνη πήγε στο ιερό για να γεννήσει παιδί. Της φάνηκε ότι ζητούσε από το θεό να μείνει έγκυος με κό­ρη και πώς ο Ασκληπιός είπε ότι ήταν έγκυος κι ότι αν ζητούσε κάτι άλλο θα της το έκανε κι αυ­τό. Εκείνη όμως απάντησε ότι δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο. Όταν έμεινε έγκυος κυοφορούσε τρία χρόνια, ώσπου πήγε στο θεό ικέτις για να γεννήσει. Όταν κοιμήθηκε είδε ένα όραμα. Της φάνηκε ότι ο θεός τη ρώτησε αν δεν είχε λάβει όσα είχε ζητήσει κι αν δεν ήταν έγκυος για το­κετό δεν είχε πει τίποτα κι ας την είχε ρωτήσει αν χρειαζόταν τίποτε άλλο για να της το δώσει κι εκείνο. Αφού όμως τώρα είχε έλθει ως ικέτις σ’ αυτόν για τον τοκετό, θα της έκανε κι αυτή τη χάρη. Αμέσως μετά αυτή βγήκε από το Άβα­το και μόλις βρέθηκε έξω από ιερό γέννησε μια κόρη», (μ. 87, 2).

Ο Ασκληπιός εκτελεί αυστη­ρά, κατά γράμμα, την ονειρική επιθυμία στον ενεστώτα χρόνο της, στο παρόν. Απέχει από οποιαδήποτε προβολή στο μέλλον. Δεν ερμη­νεύει το αίτημα. Τα περισσότερα όνειρα είναι δίχως σύμβολα. Κάποιες φορές όμως, αντί του Ασκληπιού ή μαζί του, εμφανίζεται ένα ιερό του σύμβολο, το φίδι, ή ένα ωραίο παλικάρι και, σιωπηλά, επεμβαίνουν θεραπευτικά στη θέση του. Δεν είναι τυχαία αυτά τα όνειρα. Είναι όνει­ρα στείρων γυναικών (μ. 87, 31’ 39’ 42) και ενός άνδρα που έχει πρόβλημα στα γεννητικά του όργανα (μ. 87, 14) – βρισκόμαστε δηλαδή στο χώρο της σεξουαλικότητας: «Η Νικασιβούλη από τη Μεσσήνη για να αποκτήσει παιδιά. Εγκοιμώμενη είδε ένα όνειρο. Της φάνηκε ότι ο θεός πλησίασε με ένα φίδι που σερνόταν πίσω του και αυτή συνουσιάστηκε με εκείνο το φίδι. Μέσα σε ένα χρόνο απέκτησε δυο αγόρια» (μ. 87, 42). «Ένας άνδρας, με πέτρα στο γεννητικό του όργανο, είδε ένα όνειρο. Του φάνηκε ότι συνουσιαζόταν με ένα όμορφο παιδί, και έπαθε ονείρωξη, με αποτέλεσμα να βγάλει την πέτρα. Την πήρε και έφυγε, κρατώντας την στα χέρια του» (μ. 87, 14).

Ο Πάνδαρος, ξυπνώντας, κρατάει τον κε­φαλόδεσμο του ονείρου του με τα στίγματα που είχε στο πρόσωπο του πηγαίνοντας στο ιε­ρό (μ. 87,6). Ο Εύιππος βγαίνει από τον περίβο­λο με την αιχμή της λόγχης που έμενε έξι χρό­νια καρφωμένη στο σαγόνι του (μ. 87,12). Άλλος κρατάει στα χέρια του τις βδέλλες που έβγαλε ο θεός από το στέρνο του στο όνειρό του, ενώ κοιμόταν (μ. 87,13). Άλλος πάλι φεύγει υγιής, ενώ πίσω του το δάπεδο του Αβάτου εί­ναι γεμάτο αίματα από το απόστημα που του αφαίρεσε ο θεός (μ. 87, 27). Ο Γοργίας αποχωρεί με την αιχμή του βέλους που του είχε σφη­νωθεί στον πνεύμονα (μ. 87, 30). Και το πρωί, της Ερασίππης το φόρεμα ήταν γεμάτο εμετό με τα σκουλίκια που βάραιναν ως τότε το στο­μάχι της (μ. 87,41).

Το πρωί, αποχωρούν θερα­πευμένοι, με χειροπιαστές αποδείξεις, κραδαί­νοντας το σύμπτωμα στο χέρι τους. Τα επιδαύρια όνειρα υπερβαίνουν το όριο της νύκτας, «ξεχειλίζουν» στην ημέρα, της αφήνουν ένα νυ­κτερινό κατάλοιπο, κατά μια παράδοξη (εδώ έγκειται το θαύμα) αναλογία με τη δημιουργία τους, εφόσον, όπως κάθε όνειρο, προκαθορίζο­νται από τα κατάλοιπα της ημέρας. Τα όνειρα των επιγραφών «βγαίνουν», θα πει τον 2ο μ.Χ. αιώνα ο Αρτεμίδωρος. Αυτό πιστεύει ανέκαθεν και η λαϊκή σοφία, ενώ η ψυχαναλυτική θεώρη­ση θα επεξεργαστεί την έξοδο του ονείρου ως εκπλήρωση μιας ασυνείδητης επιθυμίας.

Το επιδαύριο ιερό γίνεται τόπος συνάντη­σης, κυριολεκτικά τόπος σύμπτωσης. Οι ικέτες έφθαναν εγκυμονώντας κάποιο σύμπτωμα στο σώμα τους. Και χάρη σε ένα άλλο σύμπτωμα, το όνειρο, απέβαλλαν, έβγαζαν την παρείσακτη πάθηση από μέσα τους. Είναι φυσικά η οντολο­γική σύλληψη της ασθένειας: η ασθένεια ως άλ­λος, ως παράσιτο ον, απόβλητο, που πρέπει να βγει, από το οποίο πρέπει να απαλλαγεί ο πά­σχων.

Η εγκοίμηση λειτουργεί στο μήκος της «καθαρτικής» ιατρικής. Το ίδιο το όνειρο γίνεται καθάρσιο. Ένα ολόκληρο παιχνίδι εντός/εκτός προσδιορίζει έτσι επί αιώνες την ιατρική, αλλά και την ερμηνεία των ονείρων. Το όνειρο στους Ιπποκρατικούς χάνει το μυ­στηριακό χαρακτήρα της συνάντησης με τη θε­ότητα. Δεν είναι πια φορέας ίασης. Στο τέταρ­το βιβλίο του Περί Διαίτης, αναδεικνύεται επί­λεκτο μέσο διάγνωσης, μια χρήση που βασίζεται σε μια πραγματική θεωρία των σχέσεων σώμα­τος και ψυχής. Η προσέγγιση της ονειρικής πα­ραγωγής είναι ορθολογική. Δεν υπεισέρχονται στοιχεία ξένα προς το όνειρο, όπως, λόγου χά­ρη, η θεϊκή παρέμβαση, πρωταρχικό κίνητρο των επιδαύριων ονείρων. Εδώ το όνειρο νοείται ως σύμπτωμα, του οποίου η παρατήρηση οδη­γεί στη διάγνωση και, περαιτέρω, στη θεραπευτική αγωγή.

Κλινικό στοιχείο διάγνωσης λοι­πόν, αλλά σε τελείως ανύποπτο χρόνο: το όνει­ρο έχει την ικανότητα να επισημαίνει μια διατα­ραχή πρώιμα, προτού καν αρχίσουν να φαίνο­νται τα ψυχικά ή σωματικά συμπτώματα, ή όταν αυτά είναι τόσο ανεπαίσθητα, που δεν υποπί­πτουν στην εν εγρηγόρσει συνείδηση. «Αν τα ουράνια σώματα πλανώνται άλλοτε προς τη μια κατεύθυνση κι άλλοτε προς την άλλη, χωρίς να τα αναγκάζει κάτι, σημαίνει κάποια διαταραχή της ψυχής από έγνοιες. Χρήσιμο είναι τότε να αναπαυτεί κανείς και να στραφεί η ψυχή προς τα θεάματα, και μάλιστα σε αυτά που προκα­λούν γέλιο διαφορετικά, σε ό,τι παρακολουθεί κανείς με τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση, επί δυο ή τρεις ημέρες, και θα αποκατασταθεί. Αλλιώς υπάρχει κίνδυνος να πέσει άρρωστος» (Περί Δι­αίτης, IV, 89).

Το ενδιαφέρον με τους Ιπποκρατικούς είναι ότι αναπτύσσουν μια ενδε­λεχή συμβολική αντιστοιχία μικρόκοσμου και μακρόκοσμου, του οργανισμού με τα ουράνια σώματα, τα στοιχεία της φύσης, τις γεωλογικές ιδιομορφίες. Η ιπποκρατική συμβολική ακολου­θεί την ονειροκριτική μέθοδο της αναλογίας, όπως αργότερα και ο Αρτεμίδωρος. Είτε όμως πρόκειται για τα επιδαύρια είτε για τα ιπποκρα­τικά όνειρα, είναι όνειρα μονοσήμαντα. Δεν έχουν την πολυσημία της αρτεμιδώρειας ερμη­νείας, όπου το καθετί σημαίνει αναλόγως με την κοινωνική θέση ή άλλα προσωπικά δεδομένα του κάθε ονειρευόμενου.

Τους λείπει η ρητορι­κή, τα τεχνάσματα της γλώσσας: «Κάποιος που ήταν άρρωστος στο στομάχι και ζητούσε (με όνειρο) συνταγή από τον Ασκληπιό, είδε ότι μπήκε στο ιερό του θεού και ότι ο θεός, αφού άπλωσε το δεξί του χέρι, του πρόσφερε τα δά­χτυλα του να τα φάει. Τρώγοντας πέντε χουρ­μάδες θεραπεύτηκε γιατί και οι καλής ποιότη­τας χουρμάδες λέγονται δάχτυλα» (Αρτεμι­δώρου Ονειροκριτικά, Ε, 89).

Τον 2ο μ.Χ. αιώνα, ο Ασκληπιός του Αρτεμίδωρου και του Αίλιου Αριστείδη δρα ονειρικά, όπως οι κοσμικοί γιατροί. Δεν γιατρεύει αυτοστιγμεί. Συμβουλεύει, δίνει συνταγές, προτρέπει σε μια τέχνη του ζην.

Και αλλάζει η δομή των θε­ραπευτικών ονείρων: το έκδηλο περιεχόμενό τους απομακρύνεται σιγά σιγά από το λανθά­νον, και ενδέχεται να απαιτούν ερμηνεία. Ονειροκρίτες, ιερείς ή νεωκόροι είναι στη διάθε­ση των ασθενών, τους βοηθούν να βρουν το νόημα των ονείρων τους και τα συστατικά των φαρμάκων που ορίζει ο θεός. Το ίδιο συμβαίνει και στην Επίδαυρο. Διατηρείται όμως ανέπαφο το τυπικό της εγκοίμησης. Όσο για τα όνειρα, αποτελούν ίσως αντικείμενο συζήτησης μεταξύ ασθενών, όπως συνήθιζε ο Αίλιος Αριστείδης να συζητάει για τα όνειρα με τους φίλους του στο ιερό του Ασκληπιού στην Πέργαμο. Κρατούν το δημόσιο χαρακτήρα τους. Ξετυλίγονται στη θέα όλου του κόσμου, λειτουργώντας πλέον και ως κοινωνικός δεσμός.

 

Ελισάβετ Κούκη

Ψυχαναλύτρια

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αραβαντινός, Αρ., Ασκληπιός και Ασκληπιεία, εκδ. Λέων, Αθήνα 1975 (1907).
  • Αρτεμιδώρου, Ονειροκριτικά Βιβλία Α’-Ε’, εκδ. Κάκτος, Αθήνα 2000.
  • Brelich, Α., «Le rôle des rêves dans la conception religieuse du monde en Grèce», στο Le rêve et les sociétés humaines. Gallimard. Paris, σ.σ.  282 – 289.
  • Edelstein. E. &L., «Ο Ασκληπιός και η ιατρική του ναού». Εισαγωγή στο, Ο Ασκληπιός και οι απαρχές της  ιατρικής, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1996 (1945). Στο  ίδιο και τα σαράντα τρία εττιδαύρια ιάματα (μ. 87,1-43).
  • Ευριπίδου, Εκάβη.
  • Hervey de Saint Denys, Les rêves et  les moyens de les dinger,  Editions d’ aujourd’ hui, Les introuvables, Var 1977 (1853).
  • Ησίοδου, Θεογονία.
  • Ιπποκρατική Συλλογή Περί ιερής νούσου. Περί τέχνης  (εισ., μτφ., σχολ: Δ. Λαπουρλή), Βικελαία Βιβλιοθήκη, Ηράκλειον 1991.
  • Κούκη, Ε., «Τα όνειρα του Αίλιου Αριστείδη» στο, Τα  εσόμενα, Δ. Κυρτάτας (επιμ), εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996, σ.σ 143-163.
  • Παυσανίου, Ελλάδος Περιήγησις, (αποκατάσταση κειμένου, μτφ., σημειώσεις Ν. Παπαχατζή),  Εκδοτική Αθη­νών, Αθήνα 1974-1981.
  • Πινδάρου, Πυθιόνικοι  (μτφ. θ. Σταύ­ρου),  Θεσσαλονίκη 1980.
  • Freud, S., Η ερμηνεία των ονείρων,  Επίκουρος, Αθήνα 1993 (1900).

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αρχαιολογία & Τέχνες»,τεύχος 78, Μάρτιος 2001.

 

Σχετικά θέματα:

Αρχαίες φυλακές


 

Η ιστορία των φυλακών στον τόπο μας ξεκινάει μετά την κατάλυση της δημοκρατικής πόλης-κράτους. Η αρχαία ελληνική πόλη, σε αντίθεση με τις ανατολικού (ή δυτικού) τύπου μοναρχίες, δεσποτείες και τα λοιπά θεοκρατικά καθεστώτα, αρνείται την έννοια και την πρακτική του εγκλεισμού στις φυλακές: του «σωφρονισμού» σε αυτές και των βασανιστηρίων, που ακολουθούν τη στέρηση της ελευθερίας. Γι’ αυτό φυλακές στην αρχαία Αθήνα δεν υπάρχουν (φυλακή ονομάζουν την περιπολία στα τείχη ή σε θαλάσσιες περιοχές, για την άμυνά τους).

Το μικρό δεσμωτήριο εξάλλου της πόλης των Αθηνών (η «φυλακή» του Σωκράτη) χρησιμοποιείται, όπως το σημερινό κρατητήριο, για ώρες ή μέρες: με σκοπό την εφαρμογή της ποινής του θανάτου (με κώνειο) ή για την αποπληρωμή χρέους προς το δημόσιο ταμείο. Ο πολιτισμός των Ελλήνων αρνείται τη φυλακή και γι’ αυτό οι πολίτες δεν φυλακίζονται, θανατώνονται, όταν επιχειρούν να καταλύσουν το πάτριο πολίτευμα (ή όταν βεβηλώνουν τους πάτριους θεούς), ή εξορίζονται, το συνηθέστερο, για διάστημα 10 ετών, όταν κρίνονται επικίνδυνοι για την πόλη. Μετά την υποδούλωση της Ελλάδας στη Ρώμη αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρώτες φυλακές, που υπάρχουν και στο Βυζάντιο. (Νίκος Βαρδιάμπασης)

 

Στην εποχή μας, η επιβολή ποινής για κάποιο αδίκη­μα είναι σχεδόν συνώνυμη με τη «φυλάκιση», δη­λαδή τη στέρηση της ελευθερίας με τον εγκλεισμό σε κάποιο κρατικό σωφρονιστήριο. Μολονότι η α­νάδειξη της φυλακής ως κατ’ εξοχήν χώρου έκτι­σης της νομοθετημένης τιμωρίας αποτελεί σύγχρονο φαινόμενο που έχει τις ρίζες του στο δυτικό Μεσαίωνα, ωστόσο η στέρηση της ελευθερίας στο πλαίσιο μιας «τιμωρητικής» πολιτικής δεν είναι ά­γνωστη στην ελληνική αρχαιότητα. Η παραδειγματική και αρχετυπική έκφανση του περιορισμού της ελευθερίας ως τιμωρίας που επι­βάλλεται από τον κρατούντα την – υπέρτατη άλλωστε – εξουσία βρίσκεται στο μύθο του Προμηθέα.

Ο δεσμώτης του Καυκάσου αντιπροσωπεύει τον αρχέτυπο μύθο της θεϊκής τιμωρίας. Ο Προμηθέας σε παράσταση μελανόμορφου λακωνικού κυπέλλου.

Παραβαίνοντας τη θέληση των θεών, ο Προμηθέ­ας δίνει στους ανθρώπους τη φωτιά. Για την πράξη του αυτή, που έχει ήδη οριστεί ως κακό, ο Ζευς του επιβάλλει σκληρή τιμωρία: να μείνει αιώνια δε­μένος στον Καύκασο. «Για τούτα τα σφάλματα πληρώνω την ποινή, στον πάσσαλο δεμένος εδώ στο ξάγναντο», αναφωνεί ο Προμηθέας στην ομώ­νυμη τραγωδία. Η μυθολογική σύλληψη αντιλαμ­βάνεται τον περιορισμό ως δεσμά, τα οποία δεν προϋποθέτουν εγκλεισμό, αντίθετα μπορούν να πραγματοποιούνται υπαίθρια. Όμως στον Προμη­θέα Δεσμώτη ο Αισχύλος χρησιμοποιεί την ορο­λογία του ποινικού δικαίου της δικής του εποχής για να περιγράψει τα παθήματα του ήρωά του.

Σε ακόμη ένα περίφημο παράδειγμα από το χώρο του μύθου, ο Κρέοντας φυλακίζει την Αντιγόνη επει­δή παρέβη το νόμο του κράτους του οποίου ο ίδιος είναι εκφραστής. Στον αντίποδα των υπαίθριων δε­σμών του Προμηθέα, στην ψηλότερη βουνοκορφή, πρόκειται εδώ για απόλυτο εγκλεισμό, βαθιά μέσα στη γη, που θα οδηγήσει στο θάνατο. Περίπου την εποχή που γράφτηκε ο Προμηθέας Δεσμώτης και ίσως λίγα χρόνια πριν από την Αντιγόνη, δηλαδή περί τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., χρονολογείται η ανέγερση ενός κτιρίου που βρέθηκε στις ανασκαφές κοντά στην αθηναϊκή Αγορά.

Το κτίσμα αυτό, γνωστό ως Πόρος, έχει ταυ­τιστεί ως φυλακή και η μεταγενέστερη φιλολογική παράδοση το έχει συνδέσει με το μύθο του Προ­μηθέα. Δεν είναι βέβαιο αν πρόκειται για το δεσμωτήριον του Σωκράτη, όμως η θέση του κτιρίου αυτού στο κεντρικότερο σημείο της αρχαίας πόλης υποδεικνύει πως η χρήση του ήταν ενταγμένη στο δημόσιο βίο. Φαίνεται ότι το κτίριο αυτό αναμορφώθηκε στα τέλη του 5ου ή τις αρχές του 4ου αιώνα και άλλη μια φορά στα τέλη του 4ου. Δεν είναι γνωστό αν στην Αθήνα υπήρχαν περισσότερα από ένα δεσμωτήρια, κάτι που υπαινίσσεται, τουλάχιστον για τα τέλη του 4ου αιώνα, η χρήση της λέξης στον πληθυντικό για πρώτη φορά στην κωμωδία του Μενάνδρου Δύσκολος.

 

Η αποκαλούμενη φυλακή του Σωκράτη στο λόφο του Φιλοπάππου.

 

Δεσμωτήρια ή αλλιώς κατ’ ευφημισμόν οική­ματα μαρτυρούνται σε πολλές αρχαιοελληνικές πόλεις. Σύμφωνα με τη διήγηση του Ξενοφώντα, σε μια περίοδο στάσεως το 363 π.χ., μεγάλος αριθμός αριστοκρατικών από όλες τις πόλεις της Αρκαδίας οδηγήθηκαν στην πόλη της Τεγέας όπου φυλακί­στηκαν, μάλιστα πολύ σύντομα δημιουργήθηκε α­διαχώρητο στο δεσμωτήριον και ορισμένοι κρα­τούμενοι μεταφέρθηκαν στο πρυτανείο.

Κατά τη διάρκεια ακόμη μιας στάσεως, στη Θήβα αυτή τη φορά, μαθαίνουμε ότι η μια από τις αντιμαχόμενες μερίδες με τέχνασμα απελευθέρωσε τους κρατού­μενους από τη φυλακή και τους προμήθευσε με ό­πλα, κατορθώνοντας έτσι να αποκτήσει τον έλεγχο της πόλεως. Στην Τεγέα υπήρχε μόνο μια φυλακή, όμως σε έκτακτες περιπτώσεις και άλλα δημόσια κτίρια μπορούσαν προσωρινά να χρησιμοποιηθούν για τη φύλαξη των κρατουμένων. Εξάλλου στον πόλεμο η φυλάκιση ήταν η συνήθης ποινή που επέβαλ­λαν οι στρατηγοί μέσα στο πλαίσιο των καθηκό­ντων τους, και ελλείψει φυλακών μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν κάθε είδους κτίρια, ή ακόμη χαντάκια, λατομεία και λάκκοι. Για τους κρατούμε­νους από τις Συρακούσες οι Αθηναίοι χρησιμοποί­ησαν ένα λατομείο πέτρας στον Πειραιά.

Ο Αριστοτέλης στη Ρητορική, αναφερόμενος στην ιδιαίτερη βαρύτητα των αδικημάτων εκείνων τα οποία δίνουν αφορμή να ζητηθούν ή να θεσπι­στούν ειδικά προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα, μας πληροφορεί ότι στο Άργος επιβαλλόταν εξαι­ρετική ποινή σε εκείνον που είχε γίνει αφορμή να ψηφιστεί νέος νόμος ή να κτισθεί νέα φυλακή. Στο ίδιο παραδειγματικό – συμβολικό πλαίσιο και πάλι, σύμφωνα με τον Παυσανία οι Κροτωνιάτες τον 5ο αιώνα μετέτρεψαν το σπίτι ενός εγκληματία σε δεσμωτήριον. Στην αττική νομοθεσία, η πρώτη εμφάνιση περιοριστικής της ελευθερίας ποινής ανάγεται στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ.

Στον Σόλωνα αποδίδεται ο νόμος που τιμωρούσε τον ένοχο κλοπής με χρη­ματική ποινή και παράλληλα θέσπιζε ως παρεπό­μενη ποινή τον πενθήμερο περιορισμό του ενόχου στην ποδοκάκκη. Πρόκειται για ένα όργανο ξύλι­νο, αφού τον 4ο αιώνα αναφέρεται συνήθως ως ξύλον, στο οποίο προσδενόταν το πόδι με αποτέλε­σμα την ακινητοποίηση του σώματος. Ήταν στη δια­κριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της Ηλιαίας να επιβάλει αυτόν τον περιορισμό, ο οποίος δεν λάμ­βανε χώρα σε κλειστό χώρο αλλά γινόταν δημό­σια, «ώστε να μπορούν να τον δουν όλοι δεμέ­νο», όπως σχολιάζει ο Δημοσθένης. Αρχικά λοιπόν ο περιορισμός στην ποδοκάκκη είχε προεχό­ντως ατιμωτικό χαρακτήρα, στοχεύοντας ιδίως στη δημόσια διαπόμπευση, στη συνέχεια όμως η χρή­ση του οργάνου αυτού γενικεύθηκε μέσα στη φυ­λακή.

Για τους αρχαίους Έλληνες ο σωματικός κολα­σμός ταιριάζει στους δούλους, οι οποίοι ευθύνονται για τις παραβάσεις τους με το σώμα τους, σε αντί­θεση με τους ελεύθερους ανθρώπους, στους οποί­ους ο νόμος τις περισσότερες φορές επιβάλλει πρόστιμα. Η συνήθης τιμωρία των δούλων ήταν τα δεσμά, και, όπως πληροφορούμαστε, ένας πρόχει­ρος τόπος εγκλεισμού τους ήταν οι μύλοι. Αυτό το διακριτικό στοιχείο των πολιτών από τους δούλους υπήρξε καθοριστικό για τη θεσμοθέτηση του πε­ριορισμού των πολιτών στη φυλακή, που, τουλάχι­στον μέχρι τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ., ήταν φει­δωλή.

Εξαίρεση στη δυσκολία του Αθηναίου νο­μοθέτη να αποδεχθεί τη φυλάκιση πολι­τών αποτελούσαν όσοι όφειλαν χρήματα στο δημόσιο. Η οφειλή αυτή μπορούσε να προέρχεται από συμβατική αιτία: τη συλ­λογή των φόρων αναλάμβαναν πολίτες έπειτα από πλειστηριασμό, κατά τον οποίο ο πλειοδότης απο­κτούσε το δικαίωμα να εισπράττει, για ένα έτος συ­νήθως, το συγκεκριμένο φόρο (λιμενικά τέλη, μετοίκιο κ.λπ.) και να αποδίδει στο κράτος το ποσόν που ορίστηκε. Με ανάλογο τρόπο γίνονταν οι μι­σθώσεις των μεταλλείων, καθώς και οι μισθώσεις των κτημάτων που ανήκαν στα ιερά, για διάρκεια δέκα ετών.

Αλλά οι περισσότεροι οφειλέτες που βρίσκο­νταν στη φυλακή ήταν εκείνοι που δεν είχαν τη δυνατότητα να καταβάλουν κάποια χρηματική ποι­νή που τους είχε επιβληθεί. Συχνά βλέπουμε, στους δικανικούς λόγους, τον κατηγορούμενο να τονίζει στους δικαστές ότι η επιβολή χρηματικής ποινής θα σήμαινε γι’ αυτόν το τέλος της ζωής του ως πολίτη και τον ισόβιο εγκλεισμό του στη φυλα­κή. Και πράγματι γνωρίζουμε αρκετούς ένδοξους πολίτες που πέρασαν από τη φυλακή για τέτοια χρέη, ή ακόμη πέθαναν εκεί, όπως ο Μιλτιάδης, άρρωστος ήδη όταν καταδικάστηκε σε πρόστιμο πενήντα ταλάντων, που, αδυνατώντας να το πληρώσει, τελείωσε τη ζωή του στη φυλακή το 489 π.Χ.

Το 353 π.Χ. ο Αθηναίος Τιμοκράτης πρότεινε να ψηφιστεί ένας νόμος που θα έδινε τη δυνατότη­τα στους οφειλέτες του δημοσίου – με εξαίρεση ορισμένες μόνο κατηγορίες, όπως οι εκμισθωτές των φόρων – να μη φυλακίζονται, εφ’ όσον παρείχαν χρηματική εγγύηση. Ο Δημοσθένης με δριμύτητα προσέβαλε το ψήφισμα που εισηγήθηκε ο Τιμοκράτης, ως αντίθετο με τους νόμους, υπενθυμίζο­ντας στο λαϊκό δικαστήριο ότι πρόκειται για «φω­τογραφική» ρύθμιση, που έχει στόχο να απαλλά­ξει κάποιους φίλους του που βρίσκονταν στη φυ­λακή για χρέη προς το δημόσιο. Θυμίζει ακόμη ότι πολλοί γνήσιοι Αθηναίοι έχουν οδηγηθεί στο δεσμωτήριο, φυλακισμένοι είτε για οφειλές είτε έ­πειτα από δικαστική απόφαση, αλλά υπέμειναν τα δεσμά υποτασσόμενοι στους νόμους, και δίνει πα­ραδείγματα πολλών επιφανών ανδρών που πέρα­σαν χρόνια στη φυλακή. Ο Δημοσθένης κατηγορεί τον Τιμοκράτη ότι το ψήφισμα που πρότεινε εισά­γει ρύθμιση ευνοϊκή για τους πλουσίους, οι οποί­οι μπορούν να παράσχουν χρηματική εγγύηση κι έτσι διαφεύγουν τη φυλάκιση, αντίθετα με τους α­πλούς ανθρώπους: όταν ασκούν κάποια εξουσία, ο κατηγορούμενος και το περιβάλλον του, ευχαρίστως φυλακίζουν τους φτωχούς, όταν όμως πρόκει­ται για τους ίδιους, πιστεύουν ότι δεν πρέπει να πάθουν το ίδιο.

Στην Αθήνα αρμόδιοι για την επίβλεψη του δεσμωτηρίου ήταν οι ένδεκα, άρχοντες κληρωτοί με ενιαύσια θητεία. Δική τους δικαιοδοσία ήταν η σύλληψη που προβλεπόταν από το νόμο για ορι­σμένες κατηγορίες αδικούντων. Καθώς η εισαγγε­λική αρχή, που σήμερα ασκεί τη δίωξη για ένα έ­γκλημα, ήταν έννοια ξένη προς το αρχαιοελληνι­κό δίκαιο, κατά το οποίο ο κάθε πολίτης ήταν ε­νεργός, δικαιούμενος ή μάλλον υποχρεωμένος να κινεί τη δίωξη όποιου έβλαπτε την πόλιν, ο εν­διαφερόμενος πολίτης είτε συνελάμβανε ο ίδιος το δράστη και τον παρέδιδε στους ένδεκα (απαγωγή), είτε τους οδηγούσε στον τόπο της σύλληψης (εφήγησις) είτε τέλος υποδείκνυε το δράστη στους άρ­χοντες (ένδειξις), οι οποίοι οδηγούσαν το συλληφθέντα στη φυλακή μέχρι τη διεξαγωγή της δίκης.

Οι διαδικασίες αυτές εφαρμόζονταν κυρίως ενα­ντίον κακούργων που καταλαμβάνονταν έπ’ αυτο­φώρω ή εξόριστων που επέστρεφαν παράνομα ή α­κόμη εναντίον όσων είχαν καταδικαστεί στην απο­στέρηση των δικαιωμάτων συμμετοχής στο σώμα των πολιτών, αλλά επιχειρούσαν να ασκήσουν τα πολιτικά τους δικαιώματα.

Η προφυλάκιση εφαρμοζόταν εξάλλου ευρύτατα σε υποθέσεις κατηγορουμένων για εγκλήματα κα­τά του πολιτεύματος και κατά των θεμελιωδών αρ­χών της πόλεως. Τα παραδείγματα προέρχονται κυρίως από τα τέλη του 5ου αιώνα και αργότερα, ό­πως στην υπόθεση του έτους 404 π.χ., όταν οι στρατη­γοί, ταξίαρχοι και πολίτες, που κατηγορήθηκαν ότι συνωμοτούσαν με σκοπό την ανατροπή της δημοκρατίας, προφυλακίστηκαν μέχρι τη διεξαγωγή της δίκης.

Ο στρατηγός Θρασύβουλος κατηγορή­θηκε για προδοσία της πόλεως και κατάχρηση χρημάτων που προορίζονταν για εξαγορά αιχμα­λώτων και κρατήθηκε στη φυλακή μέχρι να δικαστεί. Λίγα όμως χρόνια αργότερα κατηγορήθηκε για δωροδοκία και προφυλακίστηκε εκ νέου. Ακόμη μια εφαρμογή της αποστέρησης της ελευθερίας στην αττική νομοθεσία είχε τη μορφή εξασφαλιστικού μέτρου κατά των μελλοθανάτων. Μετά την έκδοση της απόφασης, ο καταδικασθείς παραδιδόταν στους ένδεκα, που τον οδηγούσαν στο δεσμωτήριο, μέχρι την εκτέλεση. Στις περιστάσεις που οι νόμοι για λόγους θρησκευτικούς ανέστελλαν την εκτέλε­ση, η παραμονή εκεί ήταν πολυήμερη, όπως συνέ­βη με τον Σωκράτη, μέχρι την επιστροφή στην Αθήνα του ιερού πλοίου. Την ορισμένη για την ε­κτέλεση ημέρα, οδηγούσαν τον κατάδικο έξω από την πόλη, στο δήμιο, ενώ η χορήγηση του κωνείου γινόταν μέσα στη φυλακή.

Από τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ., πιθανώς ως α­ποτέλεσμα της μεταρρύθμισης του Εφιάλτη, η φυ­λάκιση μπορούσε να επιβληθεί και ως κύρια ποι­νή για κάποιο αδίκημα, όταν προτεινόταν από τον ένα διάδικο. Έτσι και ο Αριστοτέλης αργότερα α­παριθμεί τις ποινές που προέβλεπε η αττική νομο­θεσία ως εξής: δεσμός, θάνατος, εξορία, αποστέ­ρηση των δικαιωμάτων του πολίτη, δήμευση της περιουσίας. Δεν σώζεται όμως κανένας νόμος που να επιβάλλει ποινή φυλάκισης για κάποιο αδίκη­μα σε περίπτωση που η ποινή απέρρεε απ’ ευθεί­ας από το νόμο χωρίς να θεσπίζεται η διαδικασία της πρότασης και αντιπρότασης από τους διαδί­κους.

Όσο για τις συνθήκες που επικρατούσαν μέσα στις φυλακές, φαίνεται πως κατά κανόνα οι κρα­τούμενοι ήταν δεμένοι στο ξύλον, καθώς ποικίλες πηγές χρησιμοποιούν τη λέξη δεσμώτης ως συνώ­νυμο του να βρίσκεται κάποιος εν δεσμωτηρίω. Εκείνοι που αποφυλακίζονται έπειτα από μεγάλο χρονικό διάστημα αναφέρονται ως «ανίκανοι να περπατήσουν σαν τους άλλους ανθρώπους, αλλά ξαναγυρίζουν στην ίδια στάση και στις ίδιες κι­νήσεις που έκαναν δεμένοι», καταδεικνύοντας ό­τι η φυλάκιση και τα δεσμά συνεπάγονταν το ένα το άλλο. Απαγορευόταν όμως να υποβάλλονται οι πολίτες σε βασανιστήρια, είχε μάλιστα εκδοθεί ει­δικό ψήφισμα γι’ αυτό το σκοπό, που η χρονολο­γία του μας είναι άγνωστη.

Ωστόσο η γενική τάση που θεωρούσε το σώμα ενός πολίτη απαραβίαστο, σε περιόδους πολιτικών αναταραχών μπορούσε να αμφισβητηθεί, και έτσι το 409/8 π.χ. η αθηναϊκή βουλή δια βοής αποφάνθηκε να καταργηθεί ο νόμος και να δεθούν στον τροχό οι πολίτες που κατηγορούνταν για την παρωδία των ιερών μυστηρίων, ώ­στε να καταδώσουν και τους υπόλοιπους συνωμό­τες. Ορισμένοι κατόρθωσαν να το αποφύγουν, ορί­ζοντας εγγυητές και τελικά δραπετεύοντας από την πόλη, πολλοί όμως ήταν αυτοί που συνελή­φθησαν και οδηγήθηκαν στη φυλακή. Μεταξύ αυ­τών ήταν και ο ρήτορας Ανδοκίδης, ο οποίος αρ­γότερα θα πει στους συμπολίτες του: «θα μου έπαιρνε πολύ χρόνο να μιλήσω για τη φυλάκισή μου και για όλα εκείνα που υπέφερα με το σώμα μου τότε».

Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν τη φυλάκιση αρ­γό θάνατο. Για τον πλατωνικό Σωκράτη η αρχή της ζωής στη φυλακή είναι το τέλος της ελεύθερης ζω­ής. Μετά την πρώτη ψηφοφορία που τον έκρινε έ­νοχο, και την πρόταση των κατηγόρων του να επι­βληθεί η θανατική ποινή, ο Σωκράτης καλείται, σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία, να αντιπροτεί­νει την ποινή που ο ίδιος θεωρεί κατάλληλη για το αδίκημα που διέπραξε: «Ποιο από αυτά που ξέ­ρω καλά πως είναι κακά να αντιπροτείνω, τιμω­ρώντας μ’ αυτό ο ίδιος τον εαυτό μου; Μήπως τη φυλάκιση; Και γιατί δα πρέπει να περάσω τη ζωή μου στο δεσμωτήριο, δούλος του κάθε άρχο­ντα που έρχεται στην εξουσία; Μήπως το πρόστι­μο, που κι αυτό δα επιφέρει τη φυλάκιση μέχρι να το πληρώσω;». Κάποιος θεός θα διατάραξε την κρίση του ανθρώπου εκείνου που πρότεινε για τον εαυτό του την ποινή της φυλάκισης αντί για πρό­στιμο, σχολιάζει ο Λυσίας, ενώ και ο Θουκυδίδης σημειώνει πως οι Αθηναίοι συμφώνησαν τελικά να παραδώσουν τα όπλα τους στους Συρακούσιους, ώ­στε να μην τελειώσουν τη ζωή τους στη φυλακή.

 

Η φυλακή του Σωκράτη όπως τη φαντάστηκε ο Νταβίντ. Πίνακας του Zακ-Λουί Νταβίντ (1787) Ο Θάνατος του Σωκράτη. Metropolitan Museum of Art, Νέα Υόρκη.

 

Είναι άγνωστο πότε ανεγέρθηκε η πρώτη φυλακή στην Αθήνα ή σε άλλες αρχαιοελληνικές πόλεις. Πρόκειται όμως για γεγονός που σηματοδότησε τη μετάβαση από την ιδιωτική κράτηση ενός πολίτη από συμπολίτη του για χρέη, στη θέσπιση της φυλάκισης ως δημόσιας τιμωρίας και, παράλληλα, τη μετάβαση από τη δημόσια διαπόμπευση στον εγκλεισμό. Η θέση που καταλαμβάνει η φυλακή στην αρχαιοελληνική, ιδίως στην αθηναϊκή, κοινωνία είναι η συνισταμένη δυο αντιμαχόμενων εννοιών, που όμως και οι δυο βρίσκονται στον ιδεολογικό πυρήνα της δημοκρατικής πόλεως.

Από τη μια, η απέχθεια των πολιτών για το σωματικό κολασμό και τον περιορισμό, που θεωρούνταν ανάρμοστα με την ιδιότητα του πολίτη, από την άλλη η διαρκής αναζήτηση της ισονομίας, της πραγματικής εξίσωσης των πολιτών, που δεν επιτρέπει στους πλούσιους να πληρώνουν μόνον πρόστιμα ή χρηματικές εγγυήσεις τη στιγμή που οι φτωχοί, αδυνατώντας να πληρώσουν, βρίσκονται κλεισμένοι στο δεσμωτήριο. Η διαπάλη αυτή δεν επηρέασε μόνον τους υπέρμαχους της αθηναϊκής δημοκρατίας, αφού αντανάκλασή της βρίσκεται και στον Πλάτωνα, όταν στους Νόμους προτείνει την αποφυλάκιση όσων οφείλουν πρόστιμα είτε με την πληρωμή είτε όταν έπειθαν τους άρχοντες ή τον αντίδικό τους ότι είχαν περάσει αρκετό χρόνο στη φυλακή.

 

Στέφανος Παύλου

Αν. καθηγητής Νομικής Θράκης

Μαρία Γιούνη

Επ. καθηγήτρια Νομικής Θράκης

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η ιστορία των φυλακών», τεύχος 214, 4 Δεκεμβρίου 2003.

 

 

 

Χαραμής Βασίλειος (1909 – 2011)


 

«Τοσούτου άξιος έκαστος έστιν, όσου αξιά έστι ταύτα, περί ά εσπούδακεν»

(Μάρκου Αυρηλίου, Τα εις εαυτόν Ζ’,γ’)

 

Ο Μαέστρος Β. Χαραμής.

Από το 1934 δυναμική είναι η παρουσία στον μουσικό ορίζοντα του Ναυπλίου, του Βασιλείου Χαραμή. Ο Β. Χαραμής, γιος της μεγάλης οικογενείας της Πρόνοιας, του Κωνσταντίνου Χαρα­μή, αρχιτεχνίτη του Στρατού, γεννήθηκε το έτος 1909. Μετά το Δημοτικό Σχολείο, φοίτησε στο Γυμνάσιο Ναυπλίου, με σχολάρχη τον Α. Φιλίνη, από την Άρεια. Παράλληλα, σπούδασε κιθά­ρα, έχοντας μουσικοδιδάσκαλο τον Σπύρο Νεοφώτιστο. Στην συνέχεια, ο Β. Χαραμής φοίτησε στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών, όπου είχε καθηγητές τους σημαντικότερους συνθέτες της λεγόμενης «εθνικής σχολής», της νεότερης μουσικής στην Ελλάδα, όπως τον Μιχάλη Βούρτση, τον Β. Σωζόπουλο, τον Λεωνίδα Ζώρα.

Το 1934 έλαβε το πτυχίο Ωδικής και Ενοργανώσεως, Διευθύνσεως Μπάντας, Αρμονίας και ακόμη Δίπλωμα Φούγκας, με καθηγητή τον Μάριο Βάρβογλη. Έτσι κατηρτισμένος, δόθηκε με ζήλο και αφοσίωση στην διδασκαλία της μουσικής εντός και εκτός του Σχολείου. Τον ίδιο χρόνο, ο Β. Χαραμής διορίσθηκε αρχιμουσικός της Φιλαρμονικής του Δήμου Ναυπλιέων και συνέστησε ανδρική χορωδία και μαντολινάτα. Το έτος 1935 ίδρυσε στο Ναύπλιο «Μουσικό Σύλλογο» από φιλοπρόοδους συμπολίτες και ίδρυσε ακόμη παράρτημα του Ελληνι­κού Ωδείου Αθηνών, που λειτούργησε έκτοτε υπό την διεύθυνσή του.

Ο Μαέστρος Β. Χαραμής, 1937.

Το Ωδείο Ναυπλίου στεγαζόταν αρχικά στο κτίριο της «Αστικής Σχολής», όπου βρίσκεται σήμερα η βιβλιοθήκη «ο Παλαμήδης», έπειτα, στο «Βουλευτικό», το παλαιό οθωμανικό κτίριο της πλατείας Συντάγματος. Μετά από αυτά, το 1936, ο Δήμος Ναυπλιέων του αναθέτει την ανασυγκρότηση της Δημοτικής Φιλαρμονικής, την οποία διεύθυνε περιστασιακά ο Κ. Διαμάντης, γνωστός αρχιμουσικός του στρατού,  η οποία όμως υπολειτουργούσε και βρισκόταν σε αναζήτηση αρχιμουσικού. Ο Χαραμής τότε συγκέντρωσε  τους μουσικούς, τους έφερε σε κλίμα πειθαρχίας και προσωπικής υπευθυνότητας. Απαίτησε δουλειά και συνέπεια και όταν ο δήμος καθυστέρησε τις οικονομικές υποχρεώσεις του προς τους μουσικούς, ο Χαραμής δε δίστασε να υποβάλλει την παραίτησή του. Τα πράγματα βελτιώθηκαν και τα ζητήματα της Φιλαρμονικής λύθηκαν οριστικά και χωρίς διαλείψεις. Ειδικότερα, στις 10/20 Μαΐου 1940 με Βασιλικό Διάταγμα, αναγνωρίσθηκε η Δημοτική Φιλαρμονική Ναυπλίου «ίδιον νομικόν πρόσωπον», «δημοσυντήρητος», με σκοπό «την ψυχαγωγίαν του κοινού της πόλεως και προαγωγήν του μουσικού αισθήματος των δημοτών Ναυπλίου δια συναυλιών, μουσικών συγκεντρώσεων κ.λπ.» Ο Χαραμής παρέμεινε για εξήντα σχεδόν χρόνια επικεφαλής της Μπάντας.  

 

Η Φιλαρμονική του Δήμου Ναυπλίου τη δεκαετία του 1950. Στο μέσο όρθιος ο αρχιμουσικός Β. Χαραμής.

 

Παράλληλα, το ίδιο έτος, ο Βασίλειος Χαραμής συνέστησε δύο μεγάλες χορωδίες κοριτσιών και αγοριών αντίστοιχα στα Γυμνάσια Αρρένων και Θήλεων της πόλης και μία μικτή, τη γνωστή με το όνομα «Ναυπλιακή Χορωδία». Η χορωδία αυτή λέγεται και εκκλησιαστική χορωδία του Ιερού Ναού της Παναγίας, όπου έψαλλε κάθε Κυριακή, υπό τη διεύθυνση του Βασ. Χαραμή. Το 1942, λόγω του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και μετά την επιστράτευση πολλών μελών της, η Ναυπλιακή Χορωδία ανασυγκροτείτε και αποτελείται πλέον μόνο από γυναικεία μέλη, έτσι,  με τη νέα της μορφή συνεχίζει να ψάλλει στο Ναό της Παναγίας.     

 

Η χορωδία της Παναγίας.

 

Τον Απρίλιο του 1939, ο Β. Χαραμής διορίσθηκε καθηγητής της Ωδικής του Γυμνασίου Ναυπλίου, όπου και παρέμεινε συνεχώς, προαγόμενος «κατ’ απόλυτον έκλογήν» στους ανώτερους βαθμούς του Κλάδου του, μέχρι του Γυμνασιάρχου. Με την τελευταία ιδιότητα διετέλεσε Διευθυντής του Γυ­μνασίου Θηλέων της ίδιας πόλεως μέχρι της συνταξιοδοτήσεώς του. Μεγάλο όμως ήταν το εξωσχολικό μουσικό έργο του Βασ. Χαραμή. Η τοπική του Ναυπλίου εφημερίδα πολιτική, δικαστική και των ειδήσεων «Σύνταγμα», με ιδρυτές τους Σωτήριο και Παναγιώτη Ιω. Ιατρού και διευθυντή τον Στυλ. Ν. Κωστόπουλο, έγραφε την 2 Απριλίου 1939:

«Από της παρελθούσης Δευτέρας ανέλαβε τα καθήκοντά του ως καθηγητού της Ωδικής εις το Γυμνάσιόν μας ο φίλος συμπολίτης αρχιμουσικός κ. Β. Κ. Χαραμής. Είνε περιττόν, νομίζομεν, να εξάρωμεν επί τη ευκαιρία την εν γένει δράσιν του δια την μουσικήν και καλλιτεχνικήν πρόοδον της πόλεώς μας, διότι είναι τόσον γνωστή και πανθομολογουμένη, ως ακριβώς γενική εξεδηλώθη η χαρά δια τον επιτυχή διορισμόν του. Ημείς τω απευθύνομεν τα πλέον εγκάρδια συγχαρητήριά μας, ευχόμενοι όπως και εις το νέον αυτό στάδιον της καλλιτεχνικής ζωής του, εξακολουθήση το αναδημιουργικόν δια την μουσικήν ζωήν μας έργον του».

Το πόσο δικαίωσε την εκτίμηση προς το πρόσωπό του και τις προσδοκίες των συμπατριω­τών του ο νεαρός τότε καθηγητής Βασίλειος Κ. Χαραμής, μαρτυρεί το πολύπλευρο έργο του, από τα πρώτα καθηγητικά του χρόνια μέχρι σήμερα.

 

«Έκαστον γαρ δένδρον εκ του ιδίου καρπού γινώσκεται ου γαρ εξ ακανθών συλλέγουσι σύκα, ουδέ εκ βάτου τρυγώσι σταφυλήν ο αγαθός άνθρωπος εκ του αγαθού θησαυρού της καρδίας αυτού προσφέρει το αγαθόν και ο πονηρός άνθρωπος εκ του πονη­ρού της καρδίας αυτού προσφέρει το πονηρόν εκ γαρ του περισσεύματος της καρδίας λαλεί το στόμα αυτού» (Λουκ. στ’, 44-45).

 

Ο Βασίλειος Χαραμής είχε από τα προηγούμενα χρόνια δώσει δείγματα της εργατικότητάς του, μετά όμως το διορισμό του ως επίσημου κρατικού λειτουργού, ανέλαβε με αυξημένο κύ­ρος μεγαλύτερες πρωτοβουλίες, αξιοποιώντας πρωτίστως, τις τοπικές μουσικές δυνάμεις. Και τούτο ήταν το πρώτο σωστό βήμα, αφού με την παρουσία του κανείς δεν τέθηκε στο περιθώριο. Το αντίθετο, αξιοποιήθηκαν, εξεφράσθησαν όσοι ζητούσαν κάποιον για να τους ενθαρρύνει και τους εμπνεύσει. Έτσι, αβίαστα, τον αναγνώρισαν και τον ακολούθησαν πολλοί ταλαντούχοι, ώστε πρώιμοι να φανούν οι πρώτοι καρποί του καλού του έργου. Στην εβδομαδιαία τοπική εφημερίδα «Ναυπλιακή Ηχώ» (έτος ΙΒ’, φύλλον 602 της 19ης Δε­κεμβρίου 1937), με διευθυντή και ιδιοκτήτη τον ευπατρίδη Μιχ. Ν. Λάμπρου διαβάζουμε: «Η χορωδία Ναυπλίου, ανασυσταθείσα ήδη προ ολίγων μηνών επί νέων βάσεων και υπό την συστηματικήν διδασκαλίαν του διακεκριμένου καθηγητού κ. Βασ. Χαραμή, δίδει την προ­σεχή Τετάρτην 22 τρέχοντος, εν τη αιθούση του κινηματοθεάτρου «Τριανόν» την πρώτην της Καλλιτεχνικήν Συναυλίαν με εκλεκτά χορωδιακά έργα…». Όσοι φαίνονται στην δημοσιευόμενη εδώ φωτογραφία ήταν μέλη της αναδιοργανωμένης εκείνης ανδρικής χορωδίας.

 

Μέλη της Ναυπλιακής Χορωδίας με τον Μαέστρο Β. Χαραμή το έτος 1935.

 

Στόχος του Βασ. Χαραμή ήταν ό,τι γράφεται με μεγάλη ευαισθησία και με καλλιτεχνικά τυπογραφικά στοιχεία σε ακροτελεύτιο κείμενο, του προγράμματος «Μεγάλης Καλλιτεχνικής Συ­ναυλίας της Χορωδίας Ομίλου Φιλομούσων Ναυπλίου – Πρόνοιας», που δόθηκε το Σάββατο της 8ης Φεβρουαρίου 1937, στην αίθουσα «Τριανόν», «υπό την διεύθυνσιν του καθηγητού της κ. Βασίλη Χαραμή υπέρ του νεοϊδρυθέντος Ωδείου». Στην εκδήλωση αυτή συνέπραξαν «ευγενώς προσφερθέντες οι καθηγηταί τοΰ Ωδείου Δις Πέκου (βιολί), Κος Καραμπέτης (βιολί)». Εκεί διαβάζουμε: «Το Ναύπλιον με τας ωραίας παραδόσεις και με το ευγενές κοινόν δεν πρέπει να στερήται μουσικής κινήσεως». Και σε άλλο πρόγραμμα καλλιτεχνικής εκδηλώσεως διαβάζουμε: «Ενισχύοντας το έργον του Ωδείου, ενισχύετε τον πολιτισμόν μας».

Τα μηνύματα αυτά περνούσαν αβίαστα και πειστικά στην Ναυπλιακή κοινωνία και η μουσική κίνηση κέρδιζε συνε­χώς οπαδούς, συνεργάτες, φίλους και θαυμαστές χορωδούς και μαθητευόμενους, που σύχναζαν στο επιβλητικό κτίριο του «Βουλευτικού», ειδικά παραχωρημένο από τον Δήμο για να στεγάζει το Ωδείο Ναυπλίου.

Τα προηγούμενα χρόνια φιλοξενήθηκε στην «Αστική Σχολή», το σημε­ρινό δηλαδή κτίριο της Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», απ’ όπου και μετακόμισε στο «Βουλευτικό», γιατί η Αστική Σχολή χρησίμευσε κατά τα χρόνια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και της ξενικής κατοχής (1941-1944) ως δημόσιο πολυϊατρεΐο του Ναυπλίου. Το «Βουλευτικόν», μετά την στέγαση εδώ των μουσικών δραστηριοτήτων της πόλεως, διαμορφώθηκε με ήπιες επεμβάσεις, υπό την άοκνη παρακο­λούθηση του Β. Χαραμή, ο εσωτερικός του χώρος σε αίθουσα συναυλιών και μουσικών παρα­στάσεων· εφοδιάσθηκε με μεγάλη θεατρική σκηνή, με τα απαραίτητα καθίσματα, με πολλά μου­σικά όργανα και λειτούργησε ως οργανωμένο ωδείο, παράρτημα του Ελληνικού Ωδείου Αθηνών, υπό την διεύθυνση του Βασιλείου Χαραμή.

Εδώ φοίτησαν αμέτρητοι μαθητές και μαθήτριες, παρακολουθώντας τις σχολές: πιάνου, βιολιού, ακορντεόν κ.λπ., μαθαίνοντας μου­σική, άλλοι ως μέλη τής χορωδίας και άλλοι ως μικροί ηθοποιοί, ανεβάζοντας στην σκηνή ωραία θεατρικά έργα. Στον ίδιο χώρο ακού­στηκαν συναυλίες από μεγάλους συνθέτες και παλιές χορωδίες, προσκεκλημένες γι’ αυτό το σκοπό στο Ναύπλιο.

Μουσικές εκτελέσεις έκανε η Φιλαρμονική Εταιρεία Ναυπλίου με την μπάντα της, υπό την διεύθυνση πάντα του Βασ. Χαραμή, στο Δημοτικό Πάρκο Ναυπλίου και σε άλλους ανοιχτούς χώρους, τους θερινούς κυρίως μήνες, όπως στην Πλατεία Συντάγματος. Τους καλοκαιρινούς μήνες χάριζε αξέχαστες βραδιές στα παραλιακά κέντρα του Νικολάου Μπέλια ή των Αποστολοπούλου – Χαραλάμπους. Εκεί, στο πλατύ και εκτεταμένο κατάστρωμα της παραλίας, επάνω στο χειμέριο κύμα, που ήταν μέχρι το 1868 έξω των τειχών, άκουσαν οι Ναυπλιώτες αμέτρητες συμφωνίες, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα την απέραντη θέα, το παραθαλάσσιο βενετσιάνικο φρούριο, το Μπούρτζι, στον εγγύτερο ορίζοντα, το χιλιόχρονο Άργος με τα παραλιακά περί­χωρά του και μακρύτερα, τα αγέρωχα βουνά της Τριπολιτσάς, τον συμπαγή ορεινό όγκο της Κυλλήνης (Τζήρεια), να καταλήγει σε χαμηλότερα βουνά και καταπράσινα υψώματα.

Σημαντική ήταν και η παρουσία του, 1993, στη «Χορωδία Ιερού Ναού Αγίας Τριάδος Λυγουριού», όπου διατέλεσε για πέντε χρόνια δάσκαλος και μαέστρος της. Η λειτουργία της οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στον Β. Χαραμή, ο οποίος με την ακάματη δραστηριότητά του προσέφερε αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες του στο Λυγουριό.  

Ο Β. Χαραμής τιμήθηκε  με διάφορες διακρίσεις από πολλούς Φορείς και στις 18.12.1993 του απενεμήθη επαξίως σε ειδική τελετή το «Χρυσό κλειδί» της γενέτειράς του, που τόσο ευδόκιμα «δια βίου» υπηρέτησε.

Την Παρασκευή 27 Μαΐου 2011, το πρωί, ο Βασίλειος Χαραμής απεβίωσε στην οικία του, σε ηλικία 102 ετών. Ο υπεραιωνόβιος μαέστρος σημάδεψε δημιουργικά με το πέρασμά του τα πολιτιστικά και καλλιτεχνικά δρώμενα του Ναυπλίου. Αποκάλυψε ταλέντα, δημιούργησε χορωδίες, μπάντες, παρουσίασε αμέτρητες συναυλίες. Χάραξε και άνοιξε δρόμους, άναψε φώτα, προσέφερε και καλλιέργησε τον πολιτισμό.   

 

Πηγές


  • Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Μουσική Παιδεία και Ζωή στο Ναύπλιο / 18ος – 20ος αιώνας», Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον, 1994.
  • Τάκης Καλογερόπουλος, Λεξικό της Ελληνικής μουσικής, εκδόσεις Γιαλλελή, 2001.