Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα (1771-1825)


 

Η καπετάνισσα του Εικοσιένα Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, έργο του Adam Friedel. Λιθογραφία. Σχέδιο εκ του φυσικού, Λονδίνο, 1824.

Η θρυλική καπετάνισσα της Επανάστασης, κόρη του πλοιάρχου Σταυριανού Πινότση και της Σκεύως από την Ύδρα. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όταν η μητέρα της είχε μεταβεί, για να συναντήσει τον φυλακισμένο σύζυγό της. Το 1788 παντρεύτηκε τον Δημ. Γιάννουζα από τις Σπέτσες και απέκτησε μαζί του τρία παιδιά. Χάθηκε όμως, πολεμώντας κατά των Αλγερίνων πειρατών (1797) και η Μπουμπουλίνα ξαναπαντρεύτηκε το 1801 τον επίσης σπετσιώτη αλλά και πολύ πλούσιο καραβοκύρη Δημ. Μπούμπουλη, με τον οποίο απέκτησε άλλα τρία παιδιά. Μα και η δική του τύχη δεν ήταν καλύτερη, γιατί κι αυτός σκοτώθηκε πολεμώντας κατά των Αλγερίνων πειρατών το 1811.  

Με το όνομα του δεύτερου άνδρα της έμεινε στην ιστορία. Επειδή ο άνδρας της Μπούμπουλης ήταν ρωσόφιλος, κινδύνευσε μετά τον θάνατό του να χάσει η Μπουμπουλίνα την περιουσία της. Κατέφυγε τότε στο Ρώσο πρέσβη Στρογγάνοφ στην Πόλη, συνάντησε τη σουλτάνα Βαλιδέ και κατόρθωσε να γλιτώσει την περιουσία της από τη δήμευση.

Ήταν δραστήρια και πολύ δυναμική γυναίκα. Μπόρεσε και μεγάλωσε την περιουσία του άνδρα της κι έχτισε άλλα τρία πλοία, ανάμεσα στα οποία ξεχώριζε ο «Αγαμέμνων» για το μέγεθός του και την ομορφιά του. Είχε 18 κανόνια και ήταν φτιαγμένο για ν’ αντέχει κάθε είδους κακουχία. Ίσως να ήταν, επίσης, η μοναδική γυναίκα που γνώριζε το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας και όταν ξέσπασε η επανάσταση, ήταν πανέτοιμη.

Διέθεσε τα καράβια της και τον πλούτο της για τον αγώνα. Έλαβε μέρος στην πολιορκία τ’ Αναπλιού. Όταν κάποια στιγμή οι καπεταναίοι της στεριάς έκαμαν πίσω και έλυσαν την πολιορκία, η Μπουμπουλίνα ξεμπάρκαρε στους Μύλους, καβάλησε άσπρο άλογο, έφτασε στο Άργος και έδωσε θάρρος στους μαχητές. Ντυμένη ανδρικά και ζωσμένη τ’ άρματα, έμοιαζε με ηρωίδα των παραμυθιών. Ήταν ψηλή, επιβλητική, με υψηλό φρόνημα, με θερμό πατριωτισμό. Τους έδωσε πολεμοφόδια, τους ψύχωσε και η πολιορκία ξανάρχισε. Αργότερα τη συναντάμε στην πολιορκία της Μονεμβασιάς και μετά στην Τρίπολη με τους στεριανούς. Εκεί ήταν, όταν έπεσε η Τρίπολη, πλάι στον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα. Ύστερα επέστρεψε πάλι στην πολιορκία τ’ Αναπλιού.

Όταν οι Έλληνες πήραν τ’ Ανάπλι (30-11-1822), έμεινε εκεί, ζώντας με τη μικρή περιουσία που της είχε μείνει. Πάντρεψε την κόρη της Ελένη με τον Πάνο, το γιο του Θ. Κολοκοτρώνη, που ήταν τότε φρούραρχος Ναυπλίου. Άρχισε μετά ο εμφύλιος. Ο Πάνος παρέδωσε την πόλη στο νέο εκτελεστικό με εντολή του πατέρα του, για να αμβλυνθούν τα πνεύματα κι οι αντιθέσεις. Η Μπουμπουλίνα τέθηκε υπό διωγμόν. Οι Κουντουριωταίοι την ανάγκασαν να εγκαταλείψει τ’ Ανάπλι και να εγκατασταθεί στις Σπέτσες. Από πείσμα ξαναγύρισε. Και τότε ο Γ. Κουντουριώτης έστειλε τον αστυνόμο στο σπίτι του Νικηταρά, όπου έμενε, και την έδιωξε πάλι.

Έκτοτε έμενε στις Σπέτσες πικραμένη. Τόσο είχε μοχθήσει και είχε αγωνιστεί για την απελευθέρωση του Ναυπλίου κι όμως της απαγόρευαν να μένει εκεί. Από τις Σπέτσες παρακολουθούσε τα θλιβερά γεγονότα του εμφυλίου. Ο γαμπρός της Πάνος σκοτώθηκε (13 Νοεμβρίου 1824) έξω από την Τρίπολη. Ο συμπέθερός της Θ. Κολοκοτρώνης φυλακίστηκε στην Ύδρα. Ο γιος της Γιάννης Γιάννουζας* είχε σκοτωθεί στη μάχη του Ξεριά Άργους, πολεμώντας εναντίον του Κεχαγιάμπεη.

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Ο Φεβρουάριος του 1825 βρίσκει τη Μπουμπουλίνα να ζει στο σπίτι της στις Σπέτσες, άνευ σχεδόν περιουσίας, πικραμένη με τις έριδες των πολιτικών και την έκβαση του αγώνα. Στις 12 Φεβρουαρίου αποβιβάζεται σχεδόν ανενόχλητος στην Πελοπόννησο ο Ιμπραήμ με 4.400 άντρες, δύναμη που οι Έλληνες ευκολότατα μπορούσαν να κατατροπώσουν εάν δεν σπαράσσονταν τότε μεταξύ τους από τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο. Η δύναμη αυτή του Ιμπραήμ, ήταν το προγεφύρωμα της κύριας εισβολής που ακολούθησε και είχε σαν αποτέλεσμα την ανακατάληψη από τους Τούρκους του μεγαλύτερου και πάλι μέρους της Πελοποννήσου και τη σφαγή και τυραννία του πληθυσμού της για σχεδόν ακόμη τρία χρόνια. Μετά την αποβίβαση του Ιμπραήμ, οι πολιτικοί τρομοκρατημένοι βγάζουν τον Κολοκοτρώνη από την φυλακή και του αναθέτουν την αρχιστρατηγία.

Η φιλοπατρία της Μπουμπουλίνας υπερισχύει όλων των άλλων συναισθημάτων της, της πικρίας της δηλαδή, και ενώ κάνει πάλι προετοιμασίες για να λάβει μέρος στον καινούργιο αγώνα εναντίον του Ιμπραήμ, έρχεται το αναπάντεχο τέλος της. Η ηλιοκαμένη κόρη της θάλασσας πέφτει νεκρή από Σπετσιώτικο βόλι, στις 22 Μαΐου 1825 στο σπίτι του πρώτου άντρα της, του  Γιάννουζα. Αιτία; Μια λογομαχία της με άτομα από την οικογένεια Κούτση, λόγω της απαγωγής της κόρης του Χριστόδουλου Κούτση, Ευγενίας, από τον γιο της Μπουμπουλίνας Γεώργιο Γιάννουζα. Τα σκληρά και αμείλικτα λόγια της Καπετάνισσας είναι αρκετά για να οπλίσουν τελικά το χέρι, του αγνώστου λόγω σκότους, δολοφόνου.

Ήταν λοιπόν τραγικό και άδοξο το τέλος αυτής της γυναίκας που μέσα της ξεχείλιζε, πιο ισχυρή από όλα τα άλλα, η αγάπη για την πατρίδα. Το όνομά της του οποίου η φήμη απλώθηκε σε όλο τον κόσμο και συνδέθηκε τόσο με την  πολιορκία του Ναυπλίου, αντηχεί ακόμα επάνω από τον κρότο των τηλεβόλων. Επί γενεές απόγονοι της Μπουμπουλίνας υπηρέτησαν πιστά την πατρίδα μέσα από τις τάξεις του Πολεμικού ναυτικού. Έντεκα κατευθείαν απόγονοί της υπήρξαν ανώτεροι αξιωματικοί. Δύο από αυτούς αποστρατεύθηκαν με το βαθμό του υποναυάρχου και άλλοι δύο με το βαθμό του ναυάρχου. Τρεις από αυτούς ασχολήθηκαν αργότερα με την πολιτική και υπηρέτησαν ως βουλευτές και υπουργοί. Οι Ρώσοι μετά τον θάνατό της, της απένειμαν τον τίτλο της «Ναυάρχου», έναν τίτλο με παγκόσμια μοναδικότητα για γυναικεία μορφή. Επίσης ως ένδειξη τιμής, σε πολλούς δρόμους σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας έχει δοθεί το όνομά της.

Το 1959 γυρίστηκε ταινία βασισμένη στη ζωή της ηρωίδας. Ο τίτλος της ήταν Μπουμπουλίνα και την ομώνυμη ηρωίδα υποδύθηκε η Ειρήνη Παππά.

 

Το Αρχοντικό της Μπουμπουλίνας


Το Αρχοντικό της Μπουμπουλίνας κτίστηκε περί τα τέλη του 17ου αιώνα από Μαυριτανό αρχιτέκτονα. Το περίγραμμα του κτιρίου αν το κοιτάξουμε από ψηλά είναι σχήματος Π. Το σχήμα αυτό για την αρχιτεκτονική των Σπετσών εκείνης της εποχής, υποδείκνυε την σπουδαιότητα του ιδιοκτήτη. Οι περισσότεροι προύχοντες του νησιού είχαν σπίτια σχήματος Π.

Η σκαλιστή πιστόλα της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας. Μουσείο Μπουμπουλίνας, Σπέτσες.

Το Αρχοντικό έχει ισόγειο και δύο ορόφους. Εξωτερική πέτρινη σκάλα συνδέει τη μπροστινή εσωτερική αυλή με τον πρώτο όροφο. Μετατράπηκε το 1991 από τον ιδιοκτήτη και απόγονο της ηρωίδας, Φίλιππο Δεμερτζή – Μπούμπουλη, σε μουσείο, το οποίο υποδέχεται πλήθος επισκεπτών. Σε αυτό μπορεί κανείς να δει συλλογή όπλων, επιστολές και άλλα αρχεία, παλιά βιβλία, πορτραίτα της Μπουμπουλίνας, προσωπικά της αντικείμενα, έπιπλα, διακρίσεις που τις είχαν απονείμει κυρίως ξένες κυβερνήσεις και πολλά άλλα.

 

Ο ιστορικός και αυτόπτης μάρτυρας Ανάργυρος Χατζή- Αναργύρου γράφει:


 

«…μάλιστα δε το σπάνιο γεγονός εις τα χρονικά των εθνών, μία γυνή να επιστρατεύση, γυνή πλουσία, αποφασίσασα και πλοία και χρήματα και υιούς ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της πατρίδος να προσφέρη. Αυτή δε η γυνή είναι η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, την οποίαν τα έθνη ανευφήμησαν και εχαιρέτισαν ως ηρωίδα. Ήτο δε πράγματι λεοντόθυμος. Το 1821, Δεκεμβρίου 4, εις την πολιορκίαν του Ναυπλίου, το ενθυμούμεθα, επιβαίνουσα σε ίδιον πλοίο της, μόνη διέταξε την έφοδο εις τας λέμβους κατά του φρουρίου.  

Αύται δε επιτίθενται, αλλ’ αι σφαίραι και οι μύδροι από των επιθαλασσίων προμαχώνων τας κανονοστοιχίας χαλαζηδόν επιπίπτοντες, υποχρεούν τους ανδρείους της να υποχωρήσωσι προς ολίγον. Εξανίσταται τότε η Αμαζών, επισκοπούσα από των εδωλίων της νήος, και τους βοά …Είσθε λοιπόν γυναίκες και όχι άντρες; Εμπρός! Οι αξιωματικοί την υπακούουν, μάχονται, θνήσκουν, επανελθόντες εις την τάξιν, αλλ’ εις μάτην, το φρούριο διά θαλάσσης ήτο απόρθητον. Διό μετέβη εις την ξηράν και εκεί εστρατήγει μέχρι της παραδόσεως του Ναυπλίου, τη 30 Νοεμβρίου 1822, συμμετέχουσα των έργων της πολιορκίας, οδηγούσα τα παλικάρια της, χορηγούσα τους θησαυρούς της.»

 

*Η προέλαση των Τούρκων στο Άργος και ο θάνατος του Γιάννη Γιάννουζα


 

Σε όλο αυτό το διάστημα, ο οθωμανός διοικητής της Πελοποννήσου Μεχμέτ Χουρσίτ πασάς βρισκόταν στην Ήπειρο, στην εκστρατεία κατά του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Όταν όμως πληροφορήθηκε τις κινήσεις των Ελλήνων, έστειλε, στις αρχές Απριλίου, τον κεχαγιά του, Μουσταφά μπέη με 3.500 άνδρες για να καταπνίξουν την εξέγερση στην Πελοπόννησο.

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα, «η Βοβολίνα αποκλείει την Ναυπλίαν».

Μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα οι εμπειροπόλεμοι αυτοί Αλβανοί προήλασαν ταχύτατα στο εσωτερικό της Πελοποννήσου, έκαψαν τη Βοστίτσα και διέλυσαν την πολιορκία του Ακροκορίνθου. Αμέσως μετά επιτέθηκαν στο Άργος και αιφνιδίασαν τον απροετοίμαστο πληθυσμό. Επακολούθησαν σφαγές και αιχμαλωσίες μαχητών και αμάχων.

Στις 24 Απριλίου, στην προσπάθεια του να αναχαιτίσει τον στρατό του Μουσταφά, ένα ολιγομελές σώμα Αργείων και Σπετσιωτών αποδεκατίστηκε σε μία μάχη στο πέρασμα του χειμάρρου Ξηριά, στα περίχωρα της πόλης. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο γιος της Μπουμπουλίνας, ο Γιάννης Γιάννουζας.

Το συγκεκριμένο περιστατικό μνημονεύει ως «αληθή φρικτό πόλεμο» ο Εμμανουήλ Κωνσταντίνου, αυτόπτης μάρτυς και πρωτόπειρος αγωνιστής της ένοπλης ομάδας που είχε σταλεί από τον Κολοκοτρώνη για να υποστηρίξει όσους μάχονταν στην περιοχή. Μετά την ήττα των Ελλήνων, οι πολεμιστές του Κεχαγιάμπεη μπήκαν στο Άργος, θανάτωσαν αμάχους, λεηλάτησαν περιουσίες. Όσοι κατόρθωσαν να διαφύγουν στους Μύλους βρήκαν προστασία στη μικρή ελληνική δύναμη που στρατοπέδευε εκεί, υπό τον Θ. Κολοκοτρώνη, τον Π. Μαυρομιχάλη, την Μπουμπουλίνα και άλλους οπλαρχηγούς, ενώ αναφέρεται ότι αρκετές οικογένειες μεταφέρθηκαν με διάφορα πλοιάρια στις Σπέτσες.

Η αποτυχία αυτή προκάλεσε την προσωρινή διάλυση της πολιορκίας του Ναυπλίου, ενώ τα τουρκικά στρατεύματα κατευθύνθηκαν σχεδόν ανενόχλητα προς την Τριπολιτσά, όπου έφθασαν στις 6 Μαΐου 1821. Μνημονεύοντας τον θάνατο του Γιάννουζα, ο ολλανδός  Tairbout de Marigny γράφει  ότι η Μπουμπουλίνα έτρεξε επιτόπου για να περισώσει  τα λείψανα του γιου της, γιατί οι Τούρκοι είχαν κόψει το κεφάλι του.

 «Προσπαθεί , ανάμεσα στα πτώματα, να τον αναγνωρίσει και με το ίδιο της το χέρι θυσιάζει τρεις Τούρκους στο βωμό του. Η ίδια η Μπουμπουλίνα ενημέρωσε τη Διοίκηση των Σπετσών για το θλιβερό γεγονός με αυτά τα λόγια: «Ο γιος μου είναι νεκρός αλλά το Άργος έμεινε στα χέρια μας’’ (…)  Ύστερα από την υποχώρηση των Τούρκων έκοψε μερικά κομμάτια από την ενδυμασία των σκοτωμένων  Τούρκων και τα φύλαξε  ως κειμήλια».

Μαυροφορεμένη, με μαύρο μαντήλι στο κεφάλι τη γνώρισε τότε και ο Kosterus, ένας γερμανός αξιωματικός στρατιωτικός που ταξίδεψε το 1821 από τη Μασσαλία για τον Μοριά· «μ’ όλο που πολλά από όσα γράφονται γι’ αυτή είναι υπερβολικά, πρόκειται για πραγματική πατριώτισσα», γράφει στο χρονικό του.

Μετά τον θάνατο του γιου της, η Μπουμπουλίνα επανήλθε με περισσότερο πείσμα στην πολιορκία του Ναυπλίου με τον «Αγαμέμνονα» που τώρα κυβερνούσε ο Αντώνιος Παργιανός. Παρέμεινε εκεί τουλάχιστον ως τον Αύγουστο του 1822. ( Ευδοκία Ολυμπίου, «Γυναίκες του Αγώνα», σελ. 51-52)

 

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Μουσείο Μπουμπουλίνας, Σπέτσες.
  • Ευδοκία Ολυμπίου, «Γυναίκες του Αγώνα», Ιστορική Βιβλιοθήκη, «Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας», Εκδόσεις «Τα Νέα», Αθήνα, 2010.

 

Διαβάστε ακόμα:


 

Μαρτυρίες Μαθητών Σχολείου Άγιου Αδριανού ( δεκαετία ’30 )

 

 

Μαρτυρία Μαλεβίτη Νικολάου

 

Δάσκαλος: Μητροσύλης Παναγιώτης

 

 

Πήγα σχολείο το ’29 στον Πύργο. Εκεί έκανα 2 χρόνια. Μετά πήγαμε στο σημερινό σχολείο όπου στην αρχή κλείστηκε η μια από τις 2 αίθουσες. Δάσκαλος τότε ήταν ο Μητροσύλης Παναγιώτης. Πριν ήταν δάσκαλος στο Χέλι. Ήταν μόνος με 120 μαθητές, 3 τάξεις το πρωί και 3 τάξεις το απόγευμα. Ο Μητροσύλης ήταν πολύ αυστηρός, παράξενος και δυναμικός. Δηλαδή, περισσότερο φόβο είχαμε στο δάσκαλο παρά στους γονείς. Δεν βγαίναμε έξω να παίξουμε όλη τη βδομάδα αλλά κρυφά την Κυριακή σε καμιά «σούδα» . Ακούγαμε δάσκαλο και χανόμαστε.

 

Ο Μητρόσυλης έμενε στο γραφείο του σχολείου ( κάποιο διάστημα έμεινε και στο σπίτι του Κατσούρη). Πολλές φορές τα μεγάλα παιδιά, τα εξωσχολικά ( Ο Αδριανός του Πα-ναή του Πάρεδρου, ο Φίλης, ο Πάνος και άλλοι), πήγαιναν και τον πείρα­ζαν. Αυτός τότε έβγαινε με το πιστόλι και έριχνε στον αέρα. Κάθε 15 μέρες έκαιγε τα ρούχα του. Δεν τα έδινε έξω για πλύσιμο.

 

Μαθητ?ς και μαθήτριες του Δημοτικού Σχολείου Αγίου Αδριανού, με τον δάσκαλό τους Παναγιώτη Μητροσύλη το 1932.

Μαθητές και μαθήτριες του Δημοτικού Σχολείου Αγίου Αδριανού, με τον δάσκαλό τους Παναγιώτη Μητροσύλη το 1932.

 

Για τα παραπτώματα των παιδιών έκανε δικαστήριο βάζοντας πρόεδρο, γραμματείς, εισαγγελέα. Εδίκαζαν και η τιμωρία συνήθως ήταν το υπόγειο. Για ένα διάστημα πρόεδρος ήταν ο Πιτουράς Θανάσης και γραμματέας ο Γεωργόπουλος Γεώργιος ή Καρκαμπάς. Ο Επιμελητής έφερνε τα παραπτώματα και αυτοί εδίκαζαν. (Η τιμωρία ήταν συνήθως στέρηση από το παιχνί­δι του διαλείμματος). Αν ένα παιδί δεν ήξερε το μάθημα, του έλεγε θα το γράψεις 100 φορές. Φύγε για το σπίτι σου να το γράψεις να το μάθεις και να ‘ρθεις. Είχε και παιδιά κουρείς που κούρευαν τους συμμαθητές τους. (Οι μηχανές αυτές υπάρχουν ακόμα στο σχολείο). Κάθε απόγευμα είχε ένα μαντολίνο, έβγαινε στην βεράντα και έπαιζε. Οι υποχρεωτικές τάξεις ήταν τέσσερις.

 

Πριν τον Μητροσύλη, στον Πύργο ήταν μια Μελπωμένη Μητρομάρα. Δυναμική κι αυτή, αλλά οι γυναίκες ήταν πιο ήπιες. Γιατί τα μεγάλα παιδιά τραβούσαν και σουγιά. (Είχε γίνει επεισόδιο με τον Σωτηρόπουλο το Σταύ­ρο και τον Σωτηρόπουλο Βασίλη ή Χαχάμη που της είχαν πετάξει το μελανοδοχείο).

 

Επί Μητροσύλη στο σημερινό σχολείο το προαύλιο ήταν κατηφορικό Κουβαλάγανε τότε με τις σούστες αμμοχάλικο και μεις τα παιδιά του σχο­λείου το στρώναμε με τις τσάπες. Η εργασία αυτή ήταν εθελοντική. Το οικόπεδο του σχολείου το είχε δώσει ο Μαλεβίτης Ευάγγελος του Δη­μητρίου, παππούς μου.

 

Μαρτυρία Εμμανουήλ Ξυλινά

 

Δάσκαλοι: Ζέρβας – Σούλα Φλέσσα

 

 

Πήγα στο δημοτικό σχολείο μέχρι την τετάρτη δημοτικού. Είμαι από τους πρώτους μαθητές που φοίτησε στο οχτατάξιο γυμνάσιο το 1937, στο Ναύπλιο. Ξεκίνησα με ένα Ζέρβα και αμέσως τη δεύτερη χρονιά με τη Σούλα τη Φλέσσα. Μ’ αυτούς τέλειωσα τα 4 χρόνια του σχολείου. Ο Ζέρβας ήταν πράος.

Η Σούλα ήρθε στο χωριό πρωτοδιορισθείσα. Ήταν εύχαρις τύπος, αγαπούσε τα παιδιά. Μάζευε και τα αγόρια, και τα κορίτσια. Ήταν σα μάνα. Ίσως το νεαρό της ηλικίας της, της επέτρεπε να είναι πιο κοντά. Καταγόταν από την Καρυά.

 

25η Μαρτίου 1938. Δημοτικού Σχολείου Αγίου Αδριανού, δάσκαλοι Σούλα Φλ?σσα, Ζ?ρβας.

25η Μαρτίου 1938. Δημοτικού Σχολείου Αγίου Αδριανού, δάσκαλοι Σούλα Φλέσσα, Ζέρβας.

 

Ο Ζέρβας καταγόταν από την Προσύμνη, παλιά » Μπερμπάτη » Ήταν παντρεμένος με 2 παιδιά. Τις 3 μικρές τάξεις τις είχε η Φλέσσα και τις 3 μεγάλες ο Ζέρβας, ο οποίος ήταν και αυτός ένας εξαίρετος άνθρωπος.

 

Στο γυμνάσιο πήγαινα με τα πόδια, εκτός κι αν συναντούσα καμιά » σού­στα » στο δρόμο κι ανέβαινα. Καμιά φορά ο πατέρας μου μου ‘δινε και το γάιδαρο. Τον έδενα στο λιμάνι που ήταν σα μικρό δασύλλιο. Τα έδεναν και άλλοι εκεί τα ζώα τους. Υπήρχαν βέβαια και τα χάνια.

Το μεσημέρι μέναμε όλα τα παιδιά εκεί. Από το χωριό υπήρχαν και άλλοι 2 μαθητές. Εγώ πήγαινα στην 1η οχταταξίου και αυτοί ήταν προς το τέ­λος. Αυτοί βέβαια είχαν τα ποδήλατα τους. Εμένα όμως ο πατέρας μου δεν με εμπιστευόταν. Το μεσημέρι πηγαίναμε στην ακρογιαλιά στην Αρβανιτιά, για να περάσει η ώρα.

 

Το δε χειμώνα, αφού τρώγαμε στα εστιατόρια που οι πατεράδες μας είχαν ορίσει και δεν πληρώναμε εμείς, ανεβαίναμε στο καμπαναριό του Αϊ -Γιώργη. Κάτω όμως ήταν το αστυνομικό τμήμα. Μια μέρα λοιπόν, εκεί που παίζαμε, κατά λάθος χτυπήσαμε με το σκοινί τη καμπάνα και μας κυνήγησαν οι αστυνομικοί. Οι σχολικές παραστάσεις του δημοτικού, όταν ο καιρός το επέτρεπε, γί­νονταν στο προαύλιο της εκκλησίας.

 

Επί Μεταξά δε, απέναντι, υπήρχε ένα κτίριο που η νεολαία του το είχε για λέσχη και εκεί γίνονταν πολλές ομιλίες και γιορτές του καθεστώτος. Με έξοδα της κοινότητας έβαζαν καζάνια ( κρέας, φασολάδα κ.λ.π.), όπου ο κόσμος έτρωγε και μετά γλεντούσε. Επίσης, ήμουν ο πρώτος που έφερα την είδηση της κήρυξης του πολέμου στο χωριό.

 

Πηγή

 

  • Βασίλης Ι. Παπαμιχαλόπουλος, « Ένα χωρίο γράφει την ιστορία του, Κατσίγκρι – Άγιος Αδριανός », Έκδοση, Δημοτικό σχολείο Αγίου Αδριανού, 2002.

Μαθητικός συνεταιρισμός Δημοτικού Σχολείου Αγίου Αδριανού

 

 

Μαθητικός συνεταιρισμός

 

Για αρκετά χρόνια, από το έτος 1965, λειτούργησε στο σχολείο Μαθητικός Συνεταιρισμός, που αποσκοπούσε αφενός στην προμήθεια των μαθητών της γραφικής τους ύλης και λοιπών μαθητικών εφοδίων, αφετέρου και κυρίως εις την καλλιέργεια της, μεταξύ των μαθητών, συνεργασίας και αλληλεγγύης, καθώς και στην ανάπτυξη της ιδέας του συνεταιρίζεσθαι. Ο Συνεταιρισμός συνεστήθη βάσει Καταστατικού και λειτούργησε με όλα τα στοιχεία, σε μικρογραφία, ενός καταναλωτικού συνεταιρισμού με εκλεγμένο εκάστο­τε Διοικητικό Συμβούλιο, εποπτικό, τήρηση βιβλίων, απολογισμούς, ισολογισμούς κλπ.

Ο δάσκαλος Κ. Μπουντούρης με τους μαθητς του περίπου το 1968.

Ο δάσκαλος Κ. Μπουντούρης με τους μαθητές του περίπου το 1968.

Μαθητικές ομάδες

 

Οι μαθητές, των ανωτέρων κυρίως τάξεων, οργάνωναν με την βοήθεια των δασκάλων μαθητικές ομάδες, όπως: Α. Ομάδα σχολικών εορτών και θεάτρου Β. Ομάδα σχολικού κήπου Γ. Ομάδα καθαριότητας κλπ.

 

Η ομάδα σχολικών εορτών και θεάτρου, με τη βοήθεια των δασκάλων, παρουσίασε πλούσιο έργο στην πραγματοποίηση σχολικών εορτών με την ευκαιρία των εορτών της 25ης Μαρτίου (Ευαγγελισμού της Θεοτόκου), 28ης Οκτωβρίου, Τριών Ιεραρχών, Χριστουγέννων με σκετς, ποιήματα, χορούς, ομιλίες και λοιπές εκδηλώσεις. Οι χώροι των σχολικών αυτών εκδη­λώσεων ήσαν οι δύο αίθουσες κινηματογράφων του χωριού, των ΑΦΩΝ Φιλίνη και ΑΦΩΝ Κατσιούρη.

 

Εκεί τα παιδιά έπαιξαν με μεγάλη επιτυχία θεατρικά μονόπρακτα και σκετς, που ήσαν συγκλονιστικά για την κοινωνία του χωριού. Ενδεικτικά αναφέρουμε:

Να ζει το Μεσολόγγι του Β. Ρώτα

Οι Σουλιώτισσες

Ο Ρήγας Φεραίος κ.α.

 

Γυμναστικές επιδείξεις

 

Η γυμναστική, σε συνδυασμό με τις αγωνιστικές ασκήσεις (δρόμος, άλ­ματα, γυμναστικό παιχνίδι κλπ.) και με τους Ελληνικούς χορούς, που γινόταν σύμφωνα με το αναλυτικό πρόγραμμα καθόλο το σχολικό έτος, είχε και έχει σκοπό τη σύμμετρη ανάπτυξη του σώματος των μαθητών και τη δημιουργία μιας προσωπικότητας με αυτοπειθαρχία, θάρρος, ισχυρή βούληση, φιλάλληλα συναισθήματα και υψηλό Ελληνικό φρόνημα. Έτσι οι μαθητές στο τέλος κάθε σχολικής χρονιάς εκτελούσαν γυμναστικές επιδείξεις με γνωστές στα παιδιά γυμναστικές ασκήσεις 8-10′ λεπτών περίπου, καθώς και αγωνίσματα του δρόμου, των αλμάτων, παιχνιδιών και χορών.

 

Μαρτυρία του διδάσκαλου Κωνσταντίνου Μπουντούρη.

 

Πηγή

 

  • Βασίλης Ι. Παπαμιχαλόπουλος, « Ένα χωρίο γράφει την ιστορία του, Κατσίγκρι – Άγιος Αδριανός », Έκδοση, Δημοτικό σχολείο Αγίου Αδριανού, 2002.

 

 

Δημοτικό Σχολείο Αγίου Αδριανού

 

 

Ιστορική Έκθεση Ιδρύσεως και Λειτουργίας του Δημοτικού Σχολείου Αγίου Αδριανού έως το 1953 από τον  τότε διευθυντή Κλεόπα Μιχάλη.

 

 

 

Κλεόπας Μιχάλης

Κλεόπας Μιχάλης

Το Δημοτικό Σχολείο Αγίου Αδριανού ιδρύθηκε κατά το έτος 1903 σαν μονοτάξιο και λειτούργησε έτσι μέχρι το 1937 που έγινε διτάξιο. Το σχολείο στεγάσθηκε κατ’ αρχήν σε ιδιωτικό οίκημα   μέχρι το 1931, που μεταφέρθηκε και στεγάσθηκε όπου είναι και σήμερα σε δημόσιο διδακτήριο. Το διδακτήριο αυτό άρχισε ανεγειρόμενο κατά το έτος 1928 και περατωθεί η ανέγερση του το έτος 1931 δαπάνη κοινότητος Αγίου Αδριανού και κράτους

Το εν λόγιο διδακτήριο βρίσκεται στην άκρη του χωριού σε μικρό λοφίσκο, αποτελείται από δυο αίθουσες διδασκαλίας εμβαδού 51,04 τ.μ. Έχει επί πλέον προαύλιο έκτασης 731τ.μ., σχολικό κήπο έκτασης περίπου 400 τ.μ. και σχολικό γήπεδο επικλινές κατάλληλο για δενδροφύτευση έκτασης 3,5 στρ., τα οποία κατά το σχολικό έτος έχουν δεντροφυτευτεί με πεύκα κυ­ρίως. Της έκτασης αυτής 1,5 στρεμ. παραχωρήθηκε από την κοινότητα το έτος 1928 που άρχισε ανεγειρόμενο το διδακτήριο, τα υπόλοιπα 2 περίπου στρεμ. παραχωρήθηκαν από την ίδια την κοινότητα το έτος 1938. Το διδακτήριο είναι μανδρωμένο με λιθοκτισμένη μάντρα εκτενόμενη μέχρι το τέρμα του προαυλίου του σχολείου, πάνω από την οποία υπάρχει συρμάτινο δικτυωτό περίφραγμα (τελάρο), ενώ η υπόλοιπη περιοχή του σχολείου (δηλαδή ο σχολικός κήπος και το σχολικό γήπεδο) είναι περιφραγμένη με πέντε σειρές αγκαθωτού σύρματος, στηριζόμενο σε σιδηρο-δοκούς , η περίφραξη αυτή με δικτυωτό σύρμα και αγκαθωτό του οποίου έγινε το έτος 1952.

Δυτικά του διδακτηρίου σε απόσταση πενήντα μέτρων και μέσα στο σχολικό γήπεδο υπάρχουν αποχωρητήρια, τα οποία παραμένουν αχρησιμοποίητα λόγω ατελείωτης και μη κατάλληλης κατασκευής και λόγω έλλειψης νερού.

 

Μιχάλη & Ελ�νης Φλ�σσα.

Μαθητές και μαθήτριες του Δημοτικού Σχολείου Αγίου Αδριανού, με την δασκάλα τους Σούλα Φλέσσα το 1945. Αρχείο: Μιχάλη & Ελένης Φλέσσα.

 

Σχολικός κήπος.

 

Το έτος 1935 φυτεύτηκαν 14 αμυγδαλιές και τα δασικά δένδρα, κατά το έτος 1938 βελτιώθηκε και καλλιεργήθηκε ο σχολικός κήπος και από τότε καλλιεργείται από διάφορα φυτά, κατάλληλα για διδακτικούς σκοπούς, παρατηρήσεις των μαθητών και υποδειγματικές καλλιεργήσεις για την βελτίωση του καλλιεργητικού συστήματος φυτών, τα οποία δεν έχουν ανάγκη ποτίσματος , επειδή δεν υπάρχει νερό μέσα στο διδακτήριο, αλλά ούτε και κοντά σ’ αυτό. Γι’ αυτό γύρω από το σχολικό προαύλιο υπάρχει ανθόκηπος στον οποίο καλλιεργούν και ποτίζουν οι μαθητές με μεγάλη προθυμία και αρκετή καλαισθησία.

 

Το σχολείο παρά την θέσιν «Ξερόβρυση» κατέχει ωσαύτως σχολικό αγρόκτημα εκ στρεμμάτων ως έγγιστα 49, προερχόμενον εξ απαλλοτριώσε­ων μοναστηριακών κτημάτων μονής Καρακαλά κατά το έτος 1932. Εκ της εκτάσεως αυτής δύο περίπου στρέμματα έχουν φυτευθή υπό των μαθητών κατά το έτος 1939 δια κυπαρίσσων, επί σκοπώ εκμεταλλεύσεως αυτών εν καιρώ τω δέοντι και εξ αυτών διατηρούνται περί τα 200.

 

Βιβλιοθήκη

 

Το σχολείον έχει σχολικήν βιβλιοθήκη ιδρυθείσαν κατά το έτος 1938 εκ πόρων του σχολικού ταμείου έκτοτε συνεχώς πλουτίζεται δια βιβλίων ποικίλλου περιεχομένου ως επί το πλείστον διδακτικού περιεχομένου, επιστημονικού ως και εγκυκλοπαιδικά κατάλληλα προς μόρφωσιν των μαθητών. Εξ αυτών τα 19 είναι επιστημονικά, 32 διάφορα, βοηθητικά διδασκάλων 22, βοηθητικά μαθητών 56, εγκυκλοπαιδικά βοηθητικά μαθητών 24, ήτοι εν όλω βιβλία 152.

 

Εποπτικά μέσα

 

Εποπτικά μέσα υπάρχοντα και έχοντα μόνιμον και πραγματικήν αξία εί­ναι τα εξής:

1 πολιτικός χάρτης της Ελλάδος, 1 γεωφυσικός, 1 γεωφυσικός Αμερι­κής, 1 γεωφυσικός Ασίας, 1 γεωφυσικός Ευρώπης, 1 πολιτικός Μικράς Ασίας 8 μικροί χάρται τμημάτων Ελλάδος, 1 υδρόγειος σφαίρα, 1 αριθμητήρι 6 εικόνες ηρώων επαναστάσεως, 1 σειρά εικόνων φυτολογίας και ζωολο­γίας ξένων χωρών.

 

 

Εν Αγίω Αδριανώ τη 20 Απριλίου 1953

Ο Διευθυντής του Σχολείου

(υπογραφή)

Μιχ. Κλεόπας

 

Πηγή

 

  • Βασίλης Ι. Παπαμιχαλόπουλος, « Ένα χωρίο γράφει την ιστορία του, Κατσίγκρι – Άγιος Αδριανός », Έκδοση, Δημοτικό σχολείο Αγίου Αδριανού, 2002.

 

 

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος – Φαλέζ, (στρατιωτικός, εγγονός του «Γέρου του Μωριά»)

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης- Φαλέζ, εγγονός του Γέρου του Μοριά, αποτελεί μια αξιόλογη προσωπικότητα του δέκατου ένατου αιώνα, παραμερισμένη ωστόσο σήμερα από την επίσημη ελληνική ιστοριογραφία.

Γιος του Γιάννη (Γενναίου) Κολοκοτρώνη και της Φωτεινής Τζαβέλλα. Γεννήθηκε στις 2 Μαρτίου 1829 στο Ναύπλιο. Διατήρησε αποστάσεις από τους γονείς του, τους οποίους και θεωρούσε μέλη της Βαυαρικής Αριστοκρατίας, αφού μετά το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, ο πατέρας του έγινε γερουσιαστής από τον Όθωνα. Ως προς το συνταγματικό κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου, τήρησε εχθρική στάση, γι’ αυτό άλλωστε και αυτοεξορίσθηκε, πριν επιστρέψει παρακινούμενος από τον Όθωνα για να αναλάβει γερουσιαστής.

Ο Φαλέζ φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων, σπουδές τις οποίες δεν επέλεξε. Επηρεάστηκε από τα μεγάλα λαϊκά κινήματα της Ευρώπης. Συντάκτης πολλών τολμηρών για την εποχή του πολιτικών κειμένων, τυπωμένων σε φυλλάδια ή δημοσιευμένων σε αθηναϊκές κυρίως εφημερίδες, συνήθιζε να συμπληρώνει τις κάθε φορά διακηρύξεις του με αντίστοιχη έντονη δράση, με την οποία αντιμαχόταν την απαράδεκτη κατάσταση των ελληνικών πολιτικών πραγμάτων. Ο Φαλέζ πίστευε ότι η κακοδαιμονία του τόπου στον καιρό του οφειλόταν λιγότερο στην ανικανότητα ή ανηθικότητα των συγκεκριμένων προσώπων και περισσότερο στο ίδιο το «χολερικό» σύστημα διοίκησης, που αυτά υπηρετούσαν – ένα σύστημα, που το συγκροτούσε, όπως έγραφε, «ένα κράμα εμπεριέχον την αυθαιρεσίαν της μοναρχίας, τον φατριατισμόν του συνταγματικού πολιτεύματος και τον τραμπουκισμόν της δημοκρατίας». Αυτό το σύστημα ο Φαλέζ το απέρριπτε και ως βασικό στοιχείο χρηστής και αποδοτικής διοίκησης θεωρούσε τις κατά τόπους λαϊκές συνελεύσεις, ενώ παράλληλα αποδεχόταν ως ορθές σε πολλές περιπτώσεις τις δραστηριότητες των ελλήνων πρώιμων σοσιαλιστών, των οποίων άλλωστε υπήρξε ειλικρινής φίλος.

Από τον στρατό παραιτήθηκε για ένα διάστημα προκειμένου να εκλεγεί βουλευτής.

Από εγκεφαλικό επεισόδιο στερήθηκε τις διανοητικές του ικανότητες το 1894 και οδηγήθηκε στο θάνατο, στις 22 Μαρτίου του ίδιου έτους.

 

Πηγές

  • Κολοκοτρώνης Θεόδωρος (Φαλέζ), « Αι Τελευταίαι Ημέραι της Βασιλείας του Όθωνος », Εν Αθήναις, 1881.
  • Κολοκοτρώνης Θεόδωρος (Φαλέζ), « Πολιτικά κείμενα», Εκδόσεις, Σύγχρονη Εποχή, 2005.

Διαβάστε επίσης:

 

 

Παπαμιχαλόπουλος Βασίλης


 

Παπαμιχαλόπουλος Βασίλης

Παπαμιχαλόπουλος Βασίλης

Ο Βασίλης Παπαμιχαλόπουλος γεννήθηκε στα Λεχαινά της Ηλείας το 1958. Το 1976 τέλειωσε το 6/τάξιο Γυμνάσιο Αγ. Αναργύρων Αττικής. Το 1977-79 φοίτησε στην Ανωτ. Σχολή Πλοιάρχων Εμπορικού Ναυτικού Κύμης και κατόπιν εργάστηκε ως Γ’ Πλοίαρχος.

Επίσης έχει τελειώσει την Σχολή Οικονομίας και Διοίκησης Τ.Ε.Ι Πειραιώς, την  Παιδαγωγική Ακαδημία Λαμίας και το Παιδαγωγικό τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στο Μαράσλειο Διδασκαλείο ειδικεύτηκε στην Ειδική Αγωγή. Σήμερα υπηρετεί ως δάσκαλος Ειδικής Αγωγής στην Α/θμια Εκπ/ση.

Έχει εκδώσει:

  • «AB IMO PECTORE», Ποιήματα, 1975.
  • «Ένα Χωριό γράφει την Ιστορία του – Κατσίγκρι – Άγιος Αδριανός»,  Τοπική ιστορία – Λαογραφία, 2002.
  • «Γωνία Διοπτεύσεως», Ποιήματα, 2005.
  • «Του έρωτα», Ποιήματα, 2012.
  • «Εν καταδύσει», Ποιήματα, 2012.

 

Οικονόμου Αντώνης (†1821)

 

 

Αντώνης Οικονόμου

Αντώνης Οικονόμου

Υδραίος πλοίαρχος και φιλικός, αρχηγός της επανάστασης στην Ύδρα. Ο Οικονόμου είχε δικό του πλοίο, μια σκούνα, αλλά ναυάγησε κάπου κοντά στο Γιβραλτάρ και τότε αποφάσισε να πάει στην Πόλη, για να δανειστεί από ομογενείς και να χτίσει καινούργιο πλοίο. Εκεί συναντήθηκε με τον φλογερό Παπαφλέσσα, ο οποίος τον μύησε στο μεγάλο μυστικό, με την πεποίθηση πως ο καπετάν Οικονόμου ήταν άξιος να ξεσηκώσει την Ύδρα, αφού ήταν γνωστό ότι η συντηρητική αριστοκρατία που κυβερνούσε το νησί, δεν θα το αποτολμούσε.

 

 

Όταν ξέσπασε η επανάσταση στον Μοριά, ο καπετάν Οικονόμου είχε πολλούς φίλους και συνεργάτες στην Ύδρα, μερικοί από τους οποίους ήταν Μοραΐτες, όπως ο Γ. Αγαλλόπουλος από τον Μυστρά, ο Π. Μαρκέζης από την Κυνουρία, ο Σπ. Σπηλιωτόπουλος από τη Δημητσάνα και άλλοι. Και είχε στρατολογήσει 500 άνεργους ναύτες, για να πάει τάχα να πολεμήσει στον Μοριά.

 

Όμως, το βράδυ της 27ης Μαρτίου ξεσήκωσε το νησί και κατέλαβε τα πλοία των προκρίτων, τα οποία ήταν δεμένα και δεν ταξίδευαν λόγω της ανεργίας μετά τους ναπολεόντιους πολέμους. Ο αιφνιδιασμός του Οικονόμου εκείνο το βράδυ πέτυχε και σύσσωμος ο λαός τάχθηκε στο πλευρό του. Την άλλη μέρα οι επαναστάτες κατέλαβαν την καγκελαρία – το διοικητήριο – και εκδίωξαν τον κυβερνήτη Νικ. Κοκοβίλα, που ήταν διορισμένος από την Πύλη. Οι πρόκριτοι αναγκάστηκαν στη συνέχεια να δώσουν χρήματα για τον αγώνα και να αναγνωρίσουν ως κυβερνήτη του νησιού τον Οικονόμου.

 

Στη συνέχεια άρχισαν οι ετοιμασίες για την έξοδο της Ύδρας στον Αγώνα. Αλλά η δοξολογία για την επίσημη πια συμμετοχή της Ύδρας στην επανάσταση έγινε στις 15 Απριλίου, δηλαδή με μεγάλη καθυστέρηση κι αφού πια είχαν επαναστατήσει τα άλλα δύο ναυτικά νησιά, οι Σπέτσες και τα Ψαρά, τα οποία ανέλαβαν αμέσως δράση. Η σημαντικότερη επιχείρηση που έγινε μετά τις 15 Απριλίου, ήταν η εκστρατεία για την απελευθέρωση της Χίου, με την ελπίδα πως η πλούσια Χίος θα επωμιζόταν στη συνέχεια μέρος από τα οικονομικά βάρη, που μέχρι τότε σήκωναν οι πλούσιοι πρόκριτοι της Ύδρας. Η εκστρατεία απέτυχε, διότι οι Χιώτες δε θέλησαν να επαναστατήσουν. Όμως, οι Υδραίοι συνέλαβαν κάποιο καράβι με μωαμεθανούς, που πήγαιναν ως προσκυνητές στη Μέκκα, κατέσφαξαν τους επιβαίνοντες και άρπαξαν τους θησαυρούς και τα χρήματα που βρήκαν. Αυτή η λεία στάθηκε αιτία να χάσει ο Οικονόμου τη δημοτικότητά του και τη λαϊκή υποστήριξη, όταν θέλησε να επιβάλει στους ναύτες να παραδώσουν τη λεία, για να μοιραστεί σύμφωνα με τον κανονισμό. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης, ο πλουσιότερος και ισχυρότερος πρόκριτος, με διαβήματα προς τον κυβερνήτη επέμενε να εφαρμοστεί ο κανονισμός διανομής της πολεμικής λείας, για να πάρει και η πατρίδα το μερίδιό της. Οι ναύτες, μαθημένοι στην πειρατεία, αντέδρασαν δυναμικά. Και οι πρόκριτοι που καιροφυλακτούσαν, βρήκαν την ευκαιρία να κτυπήσουν.

 

Έτσι, στις 12 Μαΐου επιτέθηκαν στην καγκελαρία – Αντ. Κριεζής, Λάζαρος Παναγιώτας, Θεόφιλος Δρένιας – αλλά ο Οικονόμου κατόρθωσε να διαφύγει και να σωθεί, καταφεύγοντας στο νότιο τμήμα του νησιού, όπου τελικά συνελήφθη. Τον επιβίβασαν τότε σε μια βάρκα και τον οδήγησαν απέναντι, στην Αργολίδα, για να τον σκοτώσουν εκεί. Δεν τον σκότωσαν όμως, γιατί κάποιοι από τους ναύτες δεν το θέλησαν, και ο Οικονόμου κατέφυγε στο Κρανίδι.

 

Έτυχε τότε να περάσει από την Ύδρα ο πρόκριτος Αγ. Βαρβάρας Καλαβρύτων Σωτήρης Θεοχαρόπουλος, εκλιπαρώντας τους Υδραίους για την αποστολή πλοίων στον Κορινθιακό. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης του έθεσε όρο να συλλάβει τον Οικονόμου και να τον περιορίσει σε κάποιο μοναστήρι, εάν θέλει ν’ ανταποκριθεί η Ύδρα στις ανάγκες του αγώνα. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης και οι πρόκριτοι της Ύδρας δεν μπόρεσαν ποτέ να συγχωρήσουν τον Οικονόμου για την επανάσταση που έκανε. Είχε θιγεί ο πατριωτισμός τους και αισθάνονταν ταπεινωμένοι. Η υπερηφάνειά τους είχε πληγωθεί. Και περίμεναν να χάσει ο Οικονόμου τη δημοτικότητά του, για να χτυπήσουν. Μέχρι τότε, μόνο εμπόδια δημιουργούσαν στο έργο του.

Γι’ αυτό και η Ύδρα έβγαινε καθυστερημένα στον Αγώνα. Αλλά και για την δράση του Οικονόμου κατά το σύντομο χρονικό διάστημα που κυβέρνησε, δεν ξέρουμε παρά ελάχιστα· τα πρακτικά των αποφάσεων εκείνης της περιόδου δε σώζονται, γιατί κάποιοι φρόντισαν να κοπούν τα αντίστοιχα φύλλα. Φαίνεται πως οι πρόκριτοι, και ιδιαίτερα οι Κουντουριώτηδες, θέλησαν να αφανίσουν καθετί και να σβήσουν τη μνήμη του Οικονόμου, κάτι που τελικά δεν κατάφεραν.

 

Ο Θεοχαρόπουλος πραγματικά κατόρθωσε να συλλάβει τον Οικονόμου στο Κρανίδι. Στη συνέχεια τον οδήγησε στο χωριό του σε κάποιο μικρό μοναστήρι. Ο Οικονόμου δραπέτευσε από εκεί και πήγε στη μονή Αγίου Γεωργίου Φενεού, όπου και τον άφησαν τελικά, με την υπόσχεση πως μετά την άλωση της Τριπολιτσάς θα μπορούσε να φύγει. Η Τριπολιτσά έπεσε στις 23 Σεπτεμβρίου, αλλά ο Οικονόμου αναγκαζόταν να παραμένει εκεί περιορισμένος. Κι όταν άρχισαν να μαζεύονται στο Άργος οι αντιπρόσωποι των επαρχιών για την πρώτη Εθνοσυνέλευση το Δεκέμβριο, ο Οικονόμου πήρε την απόφαση να φύγει. Πήγε από το Φενεό στη μονή του Βράχου Νεμέας κι από εκεί με 14 παλικάρια ξεκίνησε για το Άργος. Οι προσπάθειες του ηγούμενου της μονής του Βράχου Ναθαναήλ να τον σταματήσει, δεν καρποφόρησαν. Ο Οικονόμου δεν κρατιόταν άλλο, ήθελε να πολεμήσει για την πατρίδα.

 

Οι άρχοντες στο Άργος αναστατώθηκαν. Οι εκπρόσωποι της Ύδρας απειλούσαν πως αν ο Οικονόμου φτάσει στο Άργος, θα αποχωρήσουν και θα εγκαταλείψουν την επανάσταση. Και τότε αποφασίστηκε από τους πρόκριτους η θανάτωσή του. Την εκτέλεση της απόφασης ανέλαβαν ο Ανδρέας Λόντος και ο Σωτήρης Χαραλάμπης από την περιοχή Καλαβρύτων, για να ευχαριστήσουν τους Κουντουριώτηδες και τους άλλους Υδραίους, και έστειλαν 70 μισθοφόρους στρατιώτες τους με την εντολή να τον σκοτώσουν όπου τον συναντήσουν. Μάλιστα, για να έχει νομιμοφάνεια αυτή η εγκληματική πράξη, έπεισαν το Δημ. Υψηλάντη να υπογράψει έγγραφο για τη σύλληψη τάχα και τον περιορισμό του καπετάν Οικονόμου. Ο αγαθός Υψηλάντης δεν μπορούσε να υποψιαστεί την απάτη, ότι τον έβαζαν να υπογράψει τη θανατική καταδίκη του.

 

Οι μισθοφόροι του Λόντου και του Χαραλάμπη ξεκίνησαν από τον Αϊ-Γιάννη του Άργους, ανηφόρισαν κατά τις Πορτίτσες και συνάντησαν τον Οικονόμου με τους συντρόφους του στον Ξεριά. Εκεί τον σκότωσαν. Ο Τσώκρης, που είχε τρέξει κατ’ εντολή του Κολοκοτρώνη να προλάβει το κακό, έφτασε αργά.

 

Στη συνέχεια το Άργος αναστατώθηκε και ο Υψηλάντης λυπήθηκε πολύ και καταριόταν τους πρόκριτους και ιδιαίτερα το σύμβουλό του Νεόφυτο Βάμβα, ο οποίος παρά το σχήμα του – ήταν ιερωμένος – τόλμησε να τον εξαπατήσει. Γι’ αυτό και στη συνέχεια έφυγαν όλοι τους από το Άργος, για να πραγματοποιήσουν τις εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο.

 

Το μνημείο του Αντώνη Οικονόμου στη γφυρα του Ξεριά Άργους (1988).

Το μνημείο του Αντώνη Οικονόμου στη γέφυρα του Ξεριά Άργους (1988).

Ο Αντώνης Οικονόμου άργησε πολύ να δικαιωθεί ιστορικά και να αποκατασταθεί η μνήμη του. Το συντηρητικό πολιτικό σύστημα που επικράτησε μετά την επανάσταση – Αντιβασιλεία, Όθων – κατά το οποίο μάλιστα πολλοί Υδραίοι της αριστοκρατικής ολιγαρχίας αναδείχθηκαν σε υψηλά αξιώματα, δεν επέτρεψε τη δικαίωση του Οικονόμου και την αποζημίωση της οικογένειάς του με κάποια σύνταξη. Η Επιτροπή για την αποκατάσταση των αγωνιστών έκρινε ως πολιτικό το θέμα και το παρέπεμπε στο πολιτικό τμήμα.

 

 

Κατά τους νεότερους χρόνους, εκείνος που κατ’ εξοχήν αγωνίστηκε για την αποκατάσταση της μνήμης του μεγάλου επαναστάση και αγωνιστή, ήταν ο Δήμαρχος Ύδρας Αντώνιος Λιγνός, ο οποίος οργάνωσε και το ιστορικό αρχείο του νησιού. Τέλος, το 1988 στήθηκε μία γρανιτένια πέτρα με ένθετη την ανάγλυφη μορφή του Οικονόμου από την Ομοσπονδία Εκδρομικών Σωματείων Ελλάδας στη γέφυρα του Ξεριά Άργους, εκεί κοντά δηλαδή που δολοφονήθηκε. Τα αποκαλυπτήρια έγιναν στις 24 Απριλίου 1988 παρουσία εκπροσώπων των Δήμων Ύδρας και Άργους, της Νομαρχίας Αργολίδας και πλήθους κόσμου.

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Ιερός Ναός Αγίου Σπυρίδωνα, Ναύπλιο


 

Είναι ο μόνος ναός που χτίσθηκε το 1702 με τις φροντίδες και τα έξοδα της Ναυπλιακής Αδελφότητας των Ορθοδόξων Ελλήνων, όπως θετικά βεβαιώνει πλάκα εντοιχισμένη στην ανατολική πλευρά με κτιτορική επιγραφή σε ιαμβικούς στίχους: «Νεώς ο θείος Σπυρίδωνος θεσκέλου νυν εκ θεμέθλων συντόνως ανιδρύθη, εσθλή τε βουλή και χορηγία αφθόνω αδελφότητος ευσεβούς τε απάσης ΑΨΒ».

 

Η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο, 1903. Φωτογραφία του Ελβετού Frederic Boissonnas (1858-1946).

 

Μας είναι άγνωστο αν στη θέση αυτή προϋπήρχε[1]  κάποια άλλη ομώνυμη μικρότερη εκκλησιά, και το γιατί αφιερώθηκε στον πολιούχο της Κέρκυρας. Ο μεταβυζαντινός αυτός ναός έχει σχήμα εγγεγραμμένου σταυρού με οκτάγωνο μεγάλο τρούλο και ημιεξάπλευρη κόγχη Ιερού. Η ανέγερση του κωδωνοστασίου έγινε το 1853. Η διακόσμηση και αγιογράφηση του κεντρικού τρούλου και των τριγωνοειδών θέσεων των Ευαγγελιστών έγινε με δαπάνη της Σοφίας χήρας Γεωργίου Ανδριανοπούλου το 1902 (Εργολαβικό Συμφωνητικό).

Στο αριστερό προσκυνητάρι του Ναού, είναι η Εικόνα της Αγίας Βαρβάρας, έργο του «Άντων. Μπαροΰ 1897, δαπάνη των ευλαβών γυναικών τής ενορίας του  Αγίου Σπυρίδωνα.

Το 1928 ενέσκηψε στο Ναύπλιο επιδημία θανατηφόρος «πανώλη» (Δάγγειος πυρετός) με πολλούς θανάτους κατοίκων της πόλης. Οι Ναυπλιώτες ανήσυχοι και τρομοκρατημένοι από την απειλή του θανάτου, έκαναν λιτανεία με την Εικόνα τής Αγίας στο Ναύπλιο, παρακαλώντας με δάκρυα την Αγία να τους σώσει από την θανατηφόρο αυτή ασθένεια. Και το θαύμα έγινε και  σώθηκαν από το βέβαιο θάνατο, γιατί δεν υπήρχαν την εποχή εκείνη τα απαραίτητα φάρμακα, για να καταπολεμηθεί η αρρώστια αυτή και τόσες άλλες, από τις όποιες πέθαιναν πολλοί άνθρωποι. Από τότε, σε έκφραση ευγνωμοσύνης, προς την Αγία Βαρβάρα, γίνεται συνεχώς μέχρι σήμερα, η λιτάνευση της Αγίας Εικόνας της, κατά την παραμονή της Εορτής της, 3 Δεκεμβρίου, μετά την ακολουθία του πανηγυρικού Εσπερινού.

 

Ιερός Ναός Αγίου Σπυρίδωνα

 

Ο Ναός ήταν ενοριακός μέχρι το 1952. Στον ναό αυτό εκκλησιάζονταν  τακτικά, ο ευλαβής Κυβερνήτης του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους αείμνηστος Ιωάννης Καποδίστριας, θύμα της «διχόνοιας της δολερής» που δυστυχώς, ως μη έπρεπε, χαρακτηρίζει εμάς, τους κατά τα άλλα άξιους Έλληνες. Στην κύρια θύρα του Ναού, πάνω στην σημερινή οδό Καποδιστρίου, δολοφονήθηκε εν ψυχρώ ο  Ιωάννης Καποδίστριας, ημέρα Κυριακή που πήγαινε στην αγαπημένη του εκκλησία να προσευχηθεί (27 Σεπτεμβρίου 1831).

 

Στου Αγίου Σπυρίδωνα την Εκκλησία

 

«Στις έξι το πρωί ήρθαν οι «δικιωτές» οι Μανιάτες, οι Μαυρομιχάληδες και πιάσανε ζερβόδεξα τις παραστάδες της θύρας, κάνοντας πρώτα το σταυρό τους κι ανάβοντας κερί ευλαβικά, ντυμένοι τα καλά τους, κρυμμένα τα όπλα τους, για τρίτη φορά – στις 20, στις 26, στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 – αποφασισμένοι. Κι εκείνος, ο Κυβερνήτης, ήρθε στα εθνικά τα χρώματα, στα κυριακάτικα του.

Στο αντίκρισμά τους όλα τα κατάλαβε, μα δεν αλλαξοδρόμησε. Το στερνό βήμα του Καποδίστρια πάνω σε τούτο το κατώφλι κι ο στερνός χαιρετισμός του προς τον Κωνσταντή, τον ίδιο του το δολοφόνο, πού τον άρπαξε από το λαιμό και του έριξε με τη δίβολη πιστόλα στο κεφάλι… όταν την ίδια σχεδόν στιγμή ο Γιώργης Μαυρομιχάλης κάρφωσε το μαυρομάνικο μαχαίρι του στη δεξιά βουβώνα του Καποδίστρια. Και τα δύο κτυπήματα θανατηφόρα».[2]

 

Υποσημειώσεις


[1] Το 1696 υπήρχε ενορία του Αγίου Σπυρίδωνα της οποίας το κτίριο έπαθε ζημιές «εις τον καιρό του πολέμου», σημειώνει ο εφημέριος Παρθένιος. Ο βομβαρδισμός του Ναυπλίου από τους Ενετούς, το 1686, ήταν καταστροφικός, γιατί από τις σαράντα εκκλησίες που είχε, οι μισές περίπου ερειπώθηκαν. (Πέτρος Σαραντάκης, Αργολίδα – Οι εκκλησίες και τα μοναστήρια της, σελ. 81).

[2] Ντιάνα Αντωνακάτου, Ναύπλιο 1988 – Κείμενα και Εικόνες, σελ. 165.

 

Πηγές


  • Ιωάννου Αθ. Γιαννόπουλου, Πρωτοπρεσβύτερου, Ιεροί Ναοί Ναΐδρια  & Εφημέριοι αυτών της πόλεως Ναυπλίου, Ναύπλιον 2008.
  • Πέτρου Σαραντάκη, Αργολίδα – Οι Εκκλησίες και τα μοναστήρια της, Εκδόσεις ΟΙΑΤΗΣ, Αθήνα 2007.
  • Ντιάνα Αντωνακάτου , Ναύπλιο – Κείμενα και Εικόνες, Αθήνα 1988.

 

Ιερός Ναός Αγίου Αδριανού & Ναταλίας ( Άγιος Αδριανός – Κατσίγκρι)

 

 

Έξι χιλιόμετρα έξω από την πόλη του Ναυπλίου και ένα χιλιόμετρο μετά το ομώνυμο χωριό Αγ. Αδριανός (Κατσίγκρι) βρίσκεται παλαιός σταυρεπίστεγος ναός, όπου τιμώνται οι Άγιοι μάρτυρες Αδριανός και Ναταλία. Ο ναός στην απογραφή του 1696-1700 αναφέρεται ως παρεκκλήσι του χωριού Μολιβίδι, με εκκλησία την Αγία Παρασκευή και έτερο παρεκκλήσι την Παναγία.

 

Ο ναός βρίσκεται σε καλή κατάσταση, έχει γίνει όμως  επικάλυψη της εξωτερικής τοιχοδομίας και έχει «δεθεί εσωτερικά και εξωτερικά με σιδερόβεργες λόγω των διαφόρων ρωγμών που παρουσιάστηκαν κατά μήκος του να­ού».

Ολόκληρο το εσωτερικό του ναού διακοσμείται με τοιχογραφίες, οι οποίες δεν έχουν υποστεί μεγάλη φθορά, ώστε οι περισσότερες να σώζονται ακέραιες.

Στο μέσο του νοτίου τοίχου σώζεται σε καλή κατάσταση γραπτή επιγραφή, που αναφέρεται σχετικά με την αγιογράφηση του ναού. Κατά την επιγραφή αυτή, ο ναός ιδρύθηκε με δαπάνη του Δραγουμάνου του Μορέως και αγιογραφήθηκε από τον ιερομόναχο Ιερεμία, ο οποίος κατα­γόταν από το Αδάμι Αργολίδος. Αγιογραφήθηκε τον Ιούνιο του έτους 1743.

 

Επίσης, σύμφωνα με τον Α. Ορλάνδο, η παντελής έλλειψη παραθύρων ή «η ύπαρξη τοιούτων στενωτάτων εν είδη πολεμίστρων» είναι ενδεικτικά των χρόνων της τουρκοκρατίας.

 

Τοιχογραφίες

 

''Ο Παλαιός των ημερών"

''Ο Παλαιός των ημερών"

Στην διάταξη των τοιχογραφιών μπορεί να διακρίνει κανείς τους τρεις εικονογραφικούς κύκλους: Το δογματικό, το λειτουργικό και τον ιστορικό. Σαν

σημαντικές και σπάνιες αγιογραφήσεις αξίζει να αναφέρουμε:

 

 Στο αριστερό τμήμα του ανατολικού τοίχου και δίπλα από την αγία Πρόθεση παριστάνεται ο «Ο Παλαιός των Ημερών», δηλαδή ο Λόγος του Θεού που αποτελεί το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος.

 

Στο δυτικό ημιχόριο του ναού παριστάνεται ο ζωδιακός κύκλος, που είναι μια πολύ σπάνια αγιογραφία.

 

Το τέμπλο, σύμφωνα με μαρτυρίες που έχουμε, έχει αγιογραφηθεί μεταξύ των ετών 1910 έως 1918 και είναι δυτικής τεχνοτροπίας, κάτι που δημιουργεί αντίθεση με την όλη αγιογράφηση του ναού.

 

 

ΤΣΟΥΛΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ – ΘΕΟΛΟΓΟΣ (Μέρος πτυχιακής εργασίας στη Θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών)

 

 

Πηγή

 

  • Βασίλης Ι. Παπαμιχαλόπουλος, « Ένα χωρίο γράφει την ιστορία του, Κατσίγκρι – Άγιος Αδριανός », Έκδοση, Δημοτικό σχολείο Αγίου Ανδριανού, 2002.

 

Απόκριες στο Κρανίδι

 

Τελώνου και Φαρισαίου ανοίγει το Τριώδιο. Κι αρχίζανε τα μα­σκαρέματα. Την πρώτη Κυριακή των νηστειών, λέγανε: οι μικροί μα­σκαράδες. Τη δεύτερη λέγανε: πιο μεγάλοι μασκαράδες, αλλά τη λέ­γανε και Κρεατινή. Την τρίτη τη λέγανε: οι μεγάλοι μασκαράδες, και Τυρινή.

Την πρώτη Κυριακή φτιάνανε τότες πουπέκι ή γαλόπιτα, που λέ­με (γαλακτομπούρεκο). Ήτανε απαραίτητο. Ανοίγανε φύλλα ντό­πια οι γυναίκες δώθε. Τρώγανε κρέατα, ψάρια. Καμιά φορά φτιάνανε και κουραμπιέδες, με αλεύρι σταρένιο, με ζάχαρη. Ήτανε πιο ωραίοι. Αλλά και τα χρόνια τότες ήσανε πιο ωραία. Ανοίγανε τα σπίτια τους, τα χαιρόντουσαν με τα παιδιά τους. Ντυνόντουσαν τα παιδιά, τα κορίτσια τους μασκαρίνες και πηγαίνανε παντού.

Απόκριες στο Κρανίδι 1959

Απόκριες στο Κρανίδι 1959

Την Κρεατίνη τη λέγανε και άρτσι βούρτσι. Αυτή την εβδομάδα σφάζανε και αρνάκια και γουρουνάκια, απ’ όλα τρώγανε αυτές τις ημέρες. Γιατί τότε τα σπίτια είχανε τέτοια πράματα. Κάθε σπίτι είχε τις γίδες του, τις κότες του. Γλεντάγανε τότες ο κόσμος. Την Τσικνοπέμπτη φτιάνανε χοιρινά, τα τσιγγαρίζανε στο τηγάνι και τρώγανε. Κάνανε και χορούς, συρτούς, καλαματιανούς.

 

 

Το ψυχοσάββατο φτιάνανε στάρι (κόλλυβα) και το πηγαίνανε στον παπά μ’ ένα χαρτάκι με τα ονόματα και τα έλεγε στη λειτουργία. Πηγαίνανε στο νεκροταφείο, στους δικούς τους και τους ανάβανε το καντηλάκι. Τώρα δεν πολυπάνε. Και δεν κάναμε ράψιμο εκείνη την ημέρα, γιατί λέγανε ότι τους ράβαμε τα μάτια. Ούτε πλύσιμο, γιατί πήγαινε νερό στους πεθαμέ­νους. Κάναμε δουλειές που ‘τανε να τρώγαμε.

Τα ψυχοσάββατα της Τυρινής δεν σιάχνανε κόλλυβα, ούτε στην εκκλησία πηγαίνανε. Αυτή την εβδομάδα δεν τρώγανε κρέας. Τρώγανε γαλατερά, τυρί, πουπέκι (γαλακτομπούρεκο), μακαρόνια, τέτοια πράγματα. Κι όλες αυτές τις ημέρες γινόντουσαν μασκαρέματα, με κουδούνια και ειδών – ειδών στολές.

Την πρώτη Κυριακή των νηστειών μασκαρευόντουσαν πιο πολύ τα παιδιά. Τις άλλες δυο βδομάδες, και οι νέοι, οι κοπέλες. Τα μικρά παιδιά (=αγόρια) ντυνόντουσαν βλαχάκια (= τσολιαδάκια) και τα κο­ριτσάκια βλαχούλες, με φλουριά γιουρντιά. Και μαζευόντουσαν όλα μαζί, μπουλούκια. Μπροστά πηγαίνανε οι βλαχούλες και πίσω τα βλαχάκια και γυρνούσανε όλο το χωριό.

Τα παλικάρια ντυνόντουσαν απάχηδες πιο πολύ. Φορούσανε μπλε παντελόνι, που ‘χε στα πλάγια μια λουρίδα κόκκινη, από πάνω μέχρι κάτω, άσπρο πουκάμισο και στα μάτια μαύρη μάσκα. Στο λαιμό φορούσανε μαντίλι μεταξωτό. Αυτά τα μαντίλια τα φέρνανε οι σφουγγαράδες, οι ναυτικοί, από την Μπαρμπαριά. Κι όποιος θα ντυνότανε απάχης ή είχε ή ζητούσε δανεικό. Κι ήσανε ωραία μαντίλια, πολύχρωμα, με κρόσια. Και κοιτάζανε ποιος θα είχε το πιο ωραίο μαντίλι. Τραγουδούσανε αυτοί απάχικα τρα­γούδια:

 

Στην παλαβή αποκριά όλοι, παιδιά, χαρείτε,

και μαγουλάκια κοριτσιών φιλάτε, σαν τα βρείτε.

Τα μπλου τα ναυτικά να μην τα βάλεις πια!

Θα τα βάνω να περάσω και τη γκόμενα να σκάσω!

Πάλι τα ‘βαλες, πάλι με μάρανες!…

Κλώσα τα πουλιά, δεν τα ‘βγαλες σωστά!

Σου ‘βαλα εικοσιένα και δεν μου ‘βγαλες κανένα!

 

Οι μεγάλοι φορούσανε όμως κι άλλα. Ντόμινα, καραμάνια, δηλαδή φουφούλες, φέσι κόκκινο, ό,τι βρί­σκανε. Και οι κοπέλες τα ίδια. Εγώ μια φορά ντύθηκα με παντελόνια. Κι άμα είχανε απλωμένα ρούχα, που τα ‘χανε πλύνει για να στε­γνώσουν, τα παίρνανε κι αυτά και μασκαρευόντουσαν. Γι’ αυτό τέ­τοιες μέρες, οι γυναίκες δεν πολυαπλώνανε.

Τότε είχανε και τις λύρζες. Όποιος είχε χώρο μπροστά στο σπίτι του, όχι μέσα στην αυλή, έξω στον δρόμο. Σε μερικά μέρη έχει άπλα. Κι εκεί, όποιος ήθελε κι ήτανε κοντά στο σπίτι του, άνοιγε λύρζα. Γέ­μιζε με τραπέζια, καρέκλες κι ερχότανε πολύς κόσμος και τα όργανα, οι βιολιτζήδες, οι λαουτιέρηδες, και χορεύανε, τραγουδούσαν και τρώγανε, πίνανε. Πληρώνανε αυτόν πο ‘χε τη λύρζα. Και τότες ήσανε πιο πολλοί οι μασκαράδες. Άλλοι κάνανε τα ζώα. Άλλος το γάιδαρο, με το σαμάρι από πάνω. Κι ένας, θυμάμαι, γείτονας ήτανε, έκανε τη γκαμήλα και φορούσε στο κεφάλι ένα πράμα σαν το κεφάλι της γκαμήλας. Κι είχ’ ένα στόμα τόοσο και τ’ ανοιγόκλεινε. Και μας κυνηγούσε, κι εμείς φοβόμαστον κι ερχόμαστον και κλεινόμαστον εδώ πάνω. Τη γκαμήλα την έφτιαχνε ο μπάρμπα Γιάννης ο Τραχιώτης. Άλλοι όμως ήσανε με φράγκικα, άλλοι με φουφούλες, κανονικά. Άλλοι, μεγάλοι άνθρωποι, ντυνόντουσαν βλάχζες (=βλαχούλες).

Παρέες από τη μια λύρζα πηγαίνανε στην άλλη να δουν τι κάνουν εκεί και πίνανε, τραγουδούσαν, χορεύανε. Και πάλι παρέες κοπέλες και παιδιά μπαίνανε μασκαρεμένοι στο σπίτι σου, ε, ήσανε και λίγο γνωστοί βέβαια, και χορεύανε, τραγουδούσαν και δεν μιλούσανε. Τους κερνούσε η νοικοκυρά και φεύγανε, και μετά σπάζανε τα κεφά­λια τους, ποιοι ήσανε, ποιοι ήσανε! Κι αυτοί τραγουδούσαν διάφορα τραγούδια και λέγανε όμως:

Σε του- καλέ μου, το σπίτι που ‘ρθαμε,

σε του- το σπίτι που ‘ρθαμε, πέτρα να μη ραγίσει,

κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλιους χρόνους να ζήσει!

 

Τις Κυριακές το βράδυ πηγαίναμε στους συγγενείς, τους φίλους, κι αρχινάγανε το χορό, το γλέντι. Και την τελευταία Κυριακή ερχό­ντουσαν κι οι γονείς και στρώναμε χάμω στο σπίτι, γιατί πού να βρί­σκαμε τραπέζια κείνο τον καιρό, κι αρχινάγαμε το χορό, το φαγοπό­τι. Και μετά οι πατεράδες μας τρώγανε από ‘κει κι εμείς τα κορίτσια πηγαίναμε απ’ τ’ άλλο δωμάτιο και χορεύαμε. Παίζαμε και το δα­χτυλίδι. Περνούσαμ’ ένα δαχτυλίδι σε μια κλωστή κι ερχόμαστον γύ­ρω γύρω. Και λέγαμε: Νά το, νά το το δαχτυλίδι! Πού ‘ν το, πού ‘ν το; Δεν θα το βρεις! Κι όποια τό ‘πιανε, τη βάζαμε, νομίζω, κάτι να πει, αλλά δε θυμάμαι, παιδάκι μου.

Βράζανε και αυγά σφιχτά, τα καθαρίζανε, τα δένανε σε κλωστή, τα βουτούσανε στο γιαούρτι κι αρχινάγανε και το γυρίζανε γύρω γύ­ρω, ποιος θα το ‘πιανε με το στόμα, χωρίς χέρια. Και πασαλειβόντουσαν κιόλας με το γιαούρτι.

Χορεύανε καλαματιανούς, συρτούς, τσάμικους. Και μερικοί χο­ρεύανε χασάπικο με το σπαθί. Κι ήσανε και μερικές γυναίκες που ξέ­ρανε. Και ξέρω ‘γω πώς το κάνανε και περνούσανε το σπαθί κάτω απ’ τα πόδια!

Την Καθαρή Δευτέρα, όποιος ήθελε, πήγαινε έξω, στου Κολκανάβη. Είν’ ένα μέρος στα περβόλια που φυτεύανε, παλιά, μαρούλια. Πήγαιναν εκεί και χορεύανε και τραγουδούσαν και τρώγανε νηστήσιμα: αχταπόδια, αστακούς, σουπιές, μαρούλια, κρεμμυδάκια. Η νηστεία άρχιζε από την Κυριακή το βράδυ, στις δώδεκα. Κι εκεί που τρώγανε στα συγγενικά σπίτι, λέγανε: Είναι δώδεκα; Και στις δώδεκα σταματούσανε.

Το Σάββατο της Αγίας Θοδώρας, είναι ψυχοσάββατο. Πάνε στην εκκλησία, φτιάνουν στάρι (=κόλλυβα) και πάνε ονόματα στην εκκλησία.

Φτιάναμε σπανακόπιτα, λαχανόπιτα – όχι με λάχανο, με χόρτα του βουνού, αρωματικά, καυκαλίθρες κι άλλα. Φτιάναμε και κολοκυθόπιτα. Τρίβαμε το κόκκινο κολοκύθι στον τρίφτη και βάζαμε μέ­σα ζάχαρη, σταφίδες, λάδι, ανοίγαμε φύλλα, τα βάζαμε στο ταψί με το τριμμένο κολοκύθι, το κόβαμε κομμάτια, το πετούσαμε στον φούρνο. Κι όταν το βγάζαμε, ρίχναμε και μέλι και το σερβίραμε. Αυτή την ημέρα, παλιά, οι κοπέλες βάζανε κόλλυβα κάτω απ’ το μαξιλάρι τους να δούνε τον καλό τους που θα πάρουνε.

Πάνε και στο νεκροταφείο και ψέλνουνε τρισάγιο.

Την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως γινότανε η λειτουργία της Κυριακής και δίνανε λουλουδάκια και τα είχανε δεμένα ματσάκια. Τα παίρνουμε, τα βάζανε στις εικόνες, κι όταν τον άλλο χρόνο παίρνουν τα φρέσκα, καίνε τα παλιά. Τον Φλεβάρη, τον Κουτσοφλέβαρο, δεν τον είχανε για καλό μή­να, επειδή είναι κουτσός.

 

Απόσπασμα από το βιβλίο της Σοφίας Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», σελ. 133-137, Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.