Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Αργείτικες Απόκριες

 

 

Χρονογράφημα του Κώστα Δ. Σεραφείμ

 

Γιώργος Γιαννούσης.

Απόκριες 1939, Φωτεινή Γιαννούση στον Αγιάννη Άργους. Αρχείο: Γιώργος Γιαννούσης.

Οι Απόκριες εύρισκαν όλους τούς Αργείους έτοιμους, γιατί όλοι τις περίμεναν με λαχτάρα όλο το χρόνο. Το σύνθημα το έδινε το νταούλι και ή φλογέρα. Τα κορίτσια της κάθε γειτονιάς έβγαιναν στην άπλα της συνοικίας και με το σκοπό του νταουλιού και της φλογέρας άρχιζαν τον χορό.

Η πρώτη εβδομάδα λεγόταν αμολυτή γιατί ήταν ελεύθεροι να τρώνε οτιδήποτε. Από την πρώτη ήμερα έκαναν την εμφάνιση τους και οι Μασκαράδες. Πέντε – πέντε τα κορίτσια και τα αγόρια έκαναν παρέες εντύνοντο μασκαράδες και γύριζαν από γειτονιά σε γειτονιά στους χορούς με μαντολίνα και κιθάρες.

 Οι γυναίκες και τα κορίτσια συνήθιζαν να ντύνονται ανδρικά και τα αγόρια γυναικεία ή φουστανελλάδες. Τα κορίτσια φορούσαν τα ρούχα των αδελφών τους και οι παντρεμένες του συζύγου τους. Στο πρόσωπο τους έβαζαν ένα μαύρο βελούδο με δύο τρύπες για να βλέπουν και το έδεναν πίσω στο κεφάλι με δυό κλωστές. Τα μαλλιά τους τα μάζευαν επάνω στο κεφάλι τους και φορούσαν ένα καπέλλο. Αυτό εγένετο κάθε βράδυ όλη την εβδομάδα. O κόσμος γύριζε από γειτονιά σε γειτονιά για να  δει τούς χορούς και τούς μασκαράδες.

 

Δευτέρα εβδομάδα (Κρεατινή)

 

Η εβδομάδα αυτή λέγεται κρεατινή γιατί επιτρέπεται να τρώνε κρέας. Το γλέντι άναβε πιο πολύ την εβδομάδα αυτή διότι όσοι δεν είχαν λάβει μέρος την προηγούμενη εβδομάδα έτρεχαν να μασκαρευτούν και να λάβουν μέρος στο γενικό αυτό γλέντι. Ωραίοι χοροί εγίνοντο με τραγούδια των κοριτσιών. Μια κοπέλλα έλεγε ένα στίχο και τον επαναλάμβαναν όλες οι άλλες μαζί. Η Αρβανιτιά, ό Κραβασαράς, τα Γεφύρια, και ο Ξηριάς συναγωνίζοντο ποιά άπ’ αυτές τις συνοικίες θα είχε τον καλλίτερο χορό.

 Την Τσικνοπέμπτη μετά το φαγητό ο κόσμος κεφάτος εξεχύνετο στους δρόμους και ο ένας μετέδιδε το κέφι του στους άλλους. Λέγεται Τσικνοπέμπτη γιατί την Πέμπτη αυτή της Κρεατινής όλοι οι Άργεΐτες έτρωγαν το κρέας ψητό και ή τσίκνα από το κρέας γέμιζε τούς δρόμους.

 Το ψυχοσάββατο κάθε οικογένεια πήγαινε στην εκκλησία ένα πιάτο κόλλυβα στολισμένο ωραία με ρόδι, σταφίδες και ζάχαρη, ένα πρόσφορο με ένα χαρτί, το ψυχοχάρτι, στο όποιο έγραφαν τα ονόματα των πεθαμένων του σπιτιού. Έτσι γίνεται και σήμερα.

 

Τρίτη εβδομάδα (Τυρινής)

 

Αυτή ήταν η τελευταία εβδομάδα των αποκριών. Κατ’ αυτήν δεν έτρωγαν κρέας. Συνήθως έτρωγαν φτιαχτά, μακαρόνια, αυγά γιαούρτι και τυριά. Επειδή ήταν ή τελευταία εβδομάδα και οι αποκριές έπαιρναν τέλος ό κόσμος έτρεχε να διασκεδάσει όσο μπορούσε πιο πολύ.

Τις Τυρινές γέμιζε το Άργος από ξένους Αθηναίους, Ναυπλιώτες, Κορινθιώτες, Τριπολιτσιώτες και όλους τούς γύρω χωριάτες. Οι δρόμοι και τα σοκάκια γέμιζαν από άμαξες με δυό άλογα, μόνιππα, αραμπάδες, βλαχοπούλες, γύφτισες με χαβάνια και μύλους, χανούμισες και άρκουδιάρισες μέ άρκουδιαραίους. Ένα μωσαϊκό από χρώματα και ανθρώπους. Άνδρες ζεμένοι σε καρότσια τραβούσαν άλλους πού ήσαν καβάλα στα καροτσάκια με μεγάλα ρόπαλα και κουνουπίδια.

Ένα μπουλούκι από κόσμο κεφάτο γύριζε από χορό σε χορό κι από ταβέρνα σε ταβέρνα και ό ταβερνιάρης έτρεχε με την κανάτα στο χέρι και κέρναγε την παρέα μόλις παράγγελνε ό αρχηγός της συντροφιάς.

Τα κορίτσια από το μεσημέρι δεν έτρωγαν τίποτα και το βράδυ έπαιρναν κρυφά από το τραπέζι ένα μακαρόνι, το έβαζαν την ώρα του ύπνου κάτω από το προσκέφαλο και έλεγαν: «όποιος είναι της μοίρας μου και του ριζικού μου να έλθει να το φάμε μαζί», κι όποιον έβλεπε στον ύπνο της αυτός θα ήταν και ο άντρας πού θα έπαιρνε. Το τραπέζι τής Κυριακής έμενε ασήκωτο με τα φαγητά πού περίσσευαν διότι πίστευαν ότι θα έλθουν οι ψυχές των πεθαμένων του σπιτιού να φάνε.

 

 Καθαρά Δευτέρα


Η αργείτικη Καθαρά Δευτέρα ήταν από τις ποιο μεγάλες γιορτές τής πόλεως. Οι γυναίκες από το πρωί ετοίμαζαν στο σπίτι τις πίττες χωρίς ζυμάρι (τις λεγόμενες μπογάτσες) και οι άντρες αγόραζαν τα νηστίσιμα ελιές, χαλβά, τουρ­σιά, αχιβάδες, ταραμά, φάβα του «Νταούτσου» και ότι άλλο εύρισκαν.

Οι νέοι και οι νέες ντυμένοι μασκαράδες γύριζαν από γειτονιά σε γειτονιά, το απόγευμα σύσσωμο το Άργος ευρίσκετο στους δρόμους. Άνδρες και γυναίκες περασμένης ηλικίας έλεγαν τραγούδια και αστεία, όπου περνούσαν. Από τις άμαξες και τις σούστες πετούσαν καραμέλες μεθυσμένοι Αργείτες και ξένοι. Το βράδυ οι νέοι εζεύοντο σε κάρρα και σούστες γυρισμένες ανάποδα και έβαζαν φωτιά σε δεμάτια κλαριά πού είχαν δέσει από πίσω από τα κάρρα με σύρμα. Οι φωτιές έδιναν το σύνθημα του τέλους των αποκρεών και ό κόσμος άρχιζε να γυρίζει στα σπίτια του.

Έτσι τέλειωναν οι αποκριές.

  

Χρονογράφημα του Κώστα Δ. Σεραφείμ από το βιβλίο του « Λαογραφικά της Αργολίδας » σελ. 266-271, Αθήνα 1981.

 

Απόκριες στον Άγιο Αδριανό ( Κατσίγκρι)

 

 

Στην περίοδο της Αποκριάς έφτιαχναν γαλόπιτα και γκόγκες. Στη γαλόπιτα έβαζαν γάλα, αλεύρι, αυγά και τα έκαναν χυλό. Έπειτα άνοιγαν φύλο με τον πλάστη, το έβαζαν στο ταψί και άπλωναν το χυλό. Έριχναν ζάχαρη με κανέλα και την έψηναν στο φούρνο.

Για τις γκόγκες έφτιαχναν ζυμάρι, το έκαναν σε σχήμα μασουριού (στενόμα­κρο) και το πάχος του όσο ένα δάχτυλο. Στη συνέχεια, το έκοβαν σε κομμάτια του ενός πόντου και με το δείχτη του χεριού το πίεζαν στο τραπέζι, τραβώντας το προς τα πίσω έτσι ώστε να πάρει το σχήμα αχιβάδας, τις έφτιαχναν όπως τα μακαρόνια με μυζήθρα. Οι συγγενικές οικογένειες του χωριού έσμιγαν και απόκρευαν μαζί. Έτρωγαν και έπιναν τα κρασιά τους, έφερναν σε κέφι και τραγουδούσαν τα αποκριάτικα τραγούδια:

 

 

Όσα κορίτσια είστε εδώ

 

Όσα κορίτσια είστε εδώ

πέστε μου ποια με θέλει.

Να την ταΐζω ζάχαρη,

να την ταΐζω μέλι.

 

Καμιά δεν αποκρίθηκε

από τις μαυρομάτες.

Μόνο μια ρούσα, μια ξανθή,

μιας χήρας θυγατέρα.

 

Εγώ σε θέλω μάτια μου

εγώ σε θέλω φως μου

άσπρα λιθάρια να κυλάς

αυγά να δεματιάζεις.

 

Πουλάκι είχα στο κλουβί

 

Πουλάκι είχα στο κλουβί

κάπα-λάμδα-γιώτα

ή το τάιζα το μόσκο

για δες αγάπη πόχω.

 

Κι απ’ την αγάπη την πολλή

μου σκανταλίστη το κλουβί

και μου ‘φυγε το αηδόνι,

το πετροχελιδόνι.

 

Και πήρα αμπάλα τα βουνά

κάπα-λάμδα-γιώτα α!

 

Ρωτώ από δω, ρωτώ από κει

μην είδατε το αηδόνι,

το πετροχελιδόνι.

 

 

Απόκριες στο Κατσίγκρι 1933

Απόκριες στο Κατσίγκρι 1933

 

 

  

Κόρη που πας στον ποταμό

 

Κόρη που πας στον ποταμό

τα ρούχα για να πλύνεις,

πάρε και με τα ρούχα μου

Ελένη να τα πλύνεις.

 

Να μην τα πλύνεις με νερό

μόνο με τα δάκρυα σου

και με το μοσχοσάπουνο

που λούζεις τα μαλλιά σου.

 

Να μην τ’ απλώσεις σε δεντρί

ούτε και σε κλωνάρι.

Μόνο σε πικραμυγδαλιά

που ανθίζει το Γενάρη.

 

Να πέφτουν τ’ άνθη επάνω σου

τα φύλλα στην ποδιά σου.

Κι όλα τα πικραμύγδαλα

μέσα στην αγκαλιά σου.

 

Κοριτσάκια του καιρού σας

 

Κοριτσάκια του καιρού σας

να μαζέψετε το νου σας

γιατί οι άντρες είναι πλάνη

και δεν βάζουνε στεφάνι.

 

Όταν αρραβωνιάζονται

τότε φρόνιμα κάθονται

και όταν βάζουνε στεφάνι

τότε τεμπελιά τους πιάνει.

 

Ξεφάντωμα γινόταν και στο χωριό. Μόλις άνοιγε το Τριώδιο, τα παιδιά του χωριού μάζευαν κλαριά κάθε βράδυ, άναβαν φωτιές σε κάθε γειτονιά, χόρευαν και τραγουδούσαν. Το ίδιο γινόταν και με τους μεγάλους, κυρίως τη δεύτερη Κυριακή και την Καθαρά Δεύτερα στα μαγαζιά, γύρω από τη βρύση και στο προαύλιο της εκκλησίας. Αυτό το ξεφάντωμα και η αδερφικότητα που υπήρχε ήταν ανεπανάληπτη. Ακόμα για τους μεγαλύτερους παραμένει μια μαγεία μνήμης. Τελειώνοντας οι Απόκριες άρχιζε η Σαρακοστή που διαρκούσε σαράντα μέρες.

 

 

Πηγή

 

  • Βασίλης Ι. Παπαμιχαλόπουλος, « Ένα χωριό γράφει την ιστορία του, Κατσίγκρι – Άγιος Αδριανός », Έκδοση, Δημοτικό σχολείο Αγίου Ανδριανού, 2002.

 

Κολοκοτρώνης Ιωάννης ή Γενναίος (1805 -1868)

 

 

 

Kolokotronis Gennaios

Κολοκοτρώνης Ιωάννης ή Γενναίος, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Δευτερότοκος γιος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, αγωνιστής και στρατηγός. Γεννήθηκε στη Στεμνίτσα και μεγάλωσε στη Ζάκυνθο, όπου είχε καταφύγει η οικογένειά του εξαιτίας των διωγμών που είχαν εξαπολυθεί το 1806 εναντίον της κλεφτουριάς. Εκεί έμαθε και λίγα γράμματα.

Όταν ξέσπασε η επανάσταση, έφυγε με τον αδερφό του Πάνο κρυφά από τη Ζάκυνθο και αποβιβάστηκαν στην Ηλεία (25 Μαρτίου). Δεν άργησαν τα δυο αδέλφια να πάρουν το βάπτισμα του πυρός, πολεμώντας στον Πύργο εναντίον των Λαλαίων Τούρκων. Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης δεν άργησε να δοξαστεί. Έλαβε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς πλάι στον πατέρα του. Ήταν θαρραλέος και ριψοκίνδυνος. Σε μια μικροσυμπλοκή έξω από τα τείχη της Τριπολιτσάς αιχμαλώτισε ένα γιγαντόσωμο αράπη, κοντός αυτός, με το σπαθί του και τον οδήγησε στο στρατόπεδο. Όλοι γέλασαν και θαύμασαν το νεαρό Γιάννη. «Είσαι γενναίος!» του είπε ο Κανέλλος Δεληγιάννης. Και του έμεινε· από τότε όλοι τον έκραζαν Γενναίο.

Ο Γενναίος δεν ησύχασε μέχρι το τέλος της επανάστασης. Έλαβε μέρος στην πολιορκία τ’ Αναπλιού, της Κορίνθου, της Πάτρας. Πέρασε απέναντι στη Δυτική Στερεά Ελλάδα, ήρθε πίσω στα Δερβενάκια (26 Ιουλίου) αλλά αργά το βράδυ, όταν η μάχη είχε σιγαλιάσει. Κυνήγησε όμως στην Κορινθία τα υπολείμματα του Δράμαλη. Άλλες λαμπρές στιγμές από τη δράση του είναι εκείνες εναντίον του Ιμπραήμ· μαζί με τον Κανέλλο Δεληγιάννη, τους Τριπολιτσιώτες και τους Γορτύνιους πολέμησε στη μάχη της Τραμπάλας με σπάνια καρτερικότητα και παλικαριά.

Τώρα πια έχει μεγαλώσει – είναι μόλις 21 χρονών –  και αρχίζουν να φαίνονται οι ηγετικές του ικανότητες. Έτρεξε και στην Αττική στο πλευρό του Καραϊσκάκη και πολέμησε εναντίον του Κιουταχή. Και ξαναγύρισε πάλι στο Μοριά εναντίον του Ιμπραήμ. Όπου τον καλούσε η φωνή της πατρίδας και του χρέους έτρεχε αδιάκοπα. Ο πατέρας του καμάρωνε για λογαριασμό του.

 

Ο Γενναίος ήταν πολύ τολμηρός. Όταν οι Υδραίοι είχανε φυλακίσει τον πατέρα του, σχεδίαζε να αιχμαλωτίσει το Γεώργιο Κουντουριώτη. Ήταν λίγο πριν δοθεί αμνηστεία στον Γέρο, αν και το σχέδιό του είχε προδοθεί. Ο Γενναίος ήτανε πάντα στο πλευρό του πατέρα του και αργότερα επίσης στο πλευρό του Καποδίστρια, τον οποίο λογάριαζε και υποστήριζε.

 

Επί Όθωνος χρημάτισε υπασπιστής του βασιλιά, γερουσιαστής και το 1862 πρωθυπουργός. Όταν ξεκίνησε η Ναυπλιακή Επανάσταση, έφτασε στους Μύλους Αργολίδας, με μικρή στρατιωτική δύναμη, βουλευτές, γερουσιαστές και ανθρώπους με πολιτικό κύρος, οι οποίοι εξαπολύθηκαν στις επαρχίες με σκοπό να ματαιώσουν νέες εξεγέρσεις.   

Τον Οκτώβριο του 1862, όταν  βρέθηκε ανάμεσα στον επαναστατημένο λαό και τον βασιλιά, δεν έστρεψε τα όπλα εναντίον του λαού, όπως τον συμβούλευαν κάποιοι.  «Ουδέποτε χάριν του πρωθυπουργικού χαρτοφυλακείου θα κηλιδώσω τας ολίγας υπηρεσίας εμού και της οικογενείας μου με αδελφικόν αίμα…», είπε. Εξάλλου από πιο πριν, βλέποντας τη δυσαρέσκεια του λαού και την προεπαναστατική κίνηση, είχε υποβάλει την παραίτησή του στον Όθωνα, αλλά δεν έγινε δεκτή. Εντούτοις αναγκάστηκε να φύγει στο εξωτερικό σαν «παλατιανός» πρωθυπουργός κι όταν ξαναγύρισε μέσα στην ίδια χρονιά (1862), η νέα κυβέρνηση τον ανάγκασε να ξαναφύγει. Αργότερα (1863) επιστρέφει οριστικά στην Αθήνα, όπου και πεθαίνει από ανίατη αρρώστια (1868).

Ο Γενναίος παντρεύτηκε το 1828 τη Φωτεινή,* την αδερφή του Κίτσου Τζαβέλα, και απέκτησε δυο γιους και πέντε θυγατέρες. Με τα λίγα γραμματάκια που ήξερε έγραψε απομνημονεύματα, που εκδόθηκαν όμως πολύ αργότερα (1955). Ο ίδιος δημοσίευσε πολύτιμα έγγραφα και επιστολές του Αγώνα (1856) με τον τίτλο «Ελληνικά υπομνήματα». Η εργασία αυτή σαν πρωτογενής ιστορική πηγή στάθηκε πολύτιμη για την ιστορική έρευνα.

 

 

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης  γράφει:

 

 
Γύρω στα μέσα Ιουνίου ήρθαν στα Τρίκορφα και οι γιοί του Θόδωρου Κολοκοτρώνη, ο μεν Πάνος εικοσαετής σχεδόν, ντυμένος και οπλισμένος καλά, ο δε Γιάννης, που ονομάστηκε από εμένα Γενναίος, δεκαεξαετής σχεδόν και αυτός, αλλά επειδή ως εκείνη την εποχή ήταν μούτζιος στο καράβι του Σπετσιώτη Μπόταση ήταν ντυμένος με ναυτικό παντελόνι και Ζακυνθινή ναυτική ζακέτα, γεμάτα με κατράμι, ρούχα βρώμικα και άθλια και ήταν άοπλος.
Έγραψα αμέσως στον γαμπρό μου Αντωνόπουλο στην Δημητσάνα και του έκαναν αμέσως φουστανέλες και τα υπόλοιπα ελληνικά ρούχα. Εκείνες τις μέρες είχαν φονευτεί μερικοί Τούρκοι και πήραμε κάποια όπλα, από τα οποία πήρα ένα ζευγάρι αργυρές πιστόλες, χρυσωμένες παλάσκες, ένα τουφέκι, ένα σπαθί και μ’ αυτά έντυσα και όπλισα τον Γιάννη Κολοκοτρώνη.
Και έπειτα από λίγες μέρες διόρισα τον μεν Πάνο, έπειτα από επίμονη απαίτηση του πατέρα του, να πάει στις κωμοπόλεις της επαρχίας μου με διαταγή μου, του έδωσα και είκοσι στρατιώτες για να επιτηρεί δήθεν τους φούρνους για να βγάζουν καλό ψωμί για τα στρατόπεδα των Τρικόρφων… Αυτός δεν είχε κλίση στα στρατιωτικά, ούτε ο πατέρας του ήθελε να βρίσκεται μέσα στους κινδύνους, αλλά να είναι μακριά από το κακό.
Ο δε Γενναίος, που ήταν αδύνατης κατασκευής ως νεαρός, έμενε με τον πατέρα του στο στρατόπεδο, ώστε μια μέρα γύρω στα τέλη Ιουνίου, που έγινε μια αψιμαχία κοντά στον Άγιο Βλάσιο ανάμεσα σε μας και τους Τούρκους, έτρεξε και αυτός και βρέθηκε σε εκείνη την αψιμαχία. Όταν αυτή τελείωσε τον είδα και ρώτησα τους στρατιώτες πότε πήγε εκεί και μου είπαν ότι τους ακολούθησε όταν αυτή άρχισε. Τότε τους είπα ότι ο Γιάννης είναι γενναίος. Εύγε του. Και αυτό σαρκαστικά κατά την συνήθεια.

Έτσι οι στρατιώτες αστειευόμενοι και ονομάζοντας αυτόν σαρκαστικά «Γενναίο», του έμεινε αυτό το επίθετο και ήδη ονομάζεται Γενναίος Κολοκοτρώνης και κατέχει τις υψηλότερες θέσεις της βασιλείας και του κράτους, δηλαδή στρατηγός, υπασπιστής, γερουσιαστής, αυλάρχης, ανώτερος ταξιάρχης, φέροντας στο στήθος τα παράσημα όλων των αυτοκρατόρων και βασιλέων, πολυκτήμων με εθνικά κτήματα και με τριπλές και τετραπλές λαμπρές οικίες, που ποτέ η γενιά του και οι πρόγονοί του δεν απέκτησαν, ούτε μια ασήμαντη καλύβα, και εμείς είμαστε άστεγοι, πένητες και ακτήμονες, περιφρονημένοι και παραγκωνισμένοι.

 

 Κανέλλος Δεληγιάννης – Απομνημονεύματα

 

 

Στον Φωτάκο διαβάζουμε:

 

 

Οὗτος ἐπανελθὼν ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον εἰς τὴν Πελοπόννησον μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Πάνου κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1821 ἐβγῆκεν κατὰ πρῶτον εἰς τὸν Πύργον τῆς Ἠλείας. Ἦτο δὲ νέος πολὺ, ὄχι μεγαλείτερος  τῶν 17 ἐτῶν. Ἔτυχε τότε νὰ γίνεται πόλεμος μὲ τοὺς Λαλαίους Τούρκους πρὸς τοὺς κατοίκους τοῦ Πύργου, ἀρχηγοῦντος τοῦ Χαραλάμπους Βιλαέτου, καὶ ὁ Γενναῖος ἔλαβε μέρος εἰς τὸν πόλεμον αὐτόν, καὶ ἐπολέμησεν ὡσὰν παιδὶ ὅπου ἦτον. Ἐκεῖθεν ἀνεχώρησε καὶ μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Πάνου ἀνέβη εἰς τὸ Βαλτέτσι, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπολιτσᾶς. Κατ᾿ ἀρχὰς ἐπήγαινε πότε εἰς τὸ Χρυσοβίτσι καὶ τὴν Πιάναν, καὶ πότε παρηκολούθει τὸν ἐξάδελφόν του Νικήταν Σταματελόπουλον, καὶ ὅπου ἀλλοῦ ἤθελεν ἐπήγαινεν. Ἦτον ἀκούραστος, καὶ ἔτρεχεν ἐπάνω κάτω, ἐσυντρόφευεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὸ μολύβι ἀπὸ τὸ Ἄργος, καὶ ἀναλόγως τῆς ἡλικίας του ἔδειχνε ζῆλον καὶ προθυμίαν μεγάλην. Ἀνακατεύετο δὲ καὶ εἰς τοὺς ἀκροβολισμοὺς τοὺς γενομένους κατὰ τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπολιτσᾶς. Μετὰ δὲ ταῦτα ὑπῆγεν εἰς τὸν Κορινθιακὸν κόλπον μετὰ τοῦ πρίγκηπος Ὑψηλάντου…

 

  

 

Υποσημείωση

 

* Η Φωτεινή Τζαβέλα – Κολοκοτρώνη ήταν πρώτη κυρία της χώρας. Γεννήθηκε στο Σούλι και ήταν κόρη του Φώτου Τζαβέλα. Το 1828 παντρεύτηκε τον Ιωάννη Κολοκοτρώνη, γιο του Θεόδωρου. Ύστερα απο πρόσκληση του Όθωνα έγινε κυρία επι των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας, θέση στην οποία παρέμεινε για αρκετό καιρό φορώντας πάντα την παραδοσιακή σουλιώτικη φορεσιά. Το 1862, έτος που ανέλαβε την πρωθυπουργία ο άντρας της, έγινε η πρώτη κυρία της χώρας.

Μαζί με τον Ιωάννη Κολοκοτρώνη απέκτησε δύο γιούς, τον Θεόδωρο, γνωστό και ως Φαλέζ, και τον Κωνσταντίνο καθώς και πέντε κόρες, την Γεωργίτσα Πετιμεζά, την Αικατερίνη Ροδίου, την Ελένη Ζώτου, την Ζωΐτσα Μανώτου και την Ευφροσύνη που έμεινε ανύπαντρη.

 

Πηγές

 

  • Δεληγιάννη Κανέλλου, «Απομνημονεύματα», εκδόσεις, Πελεκάνος, Αθήνα 2005.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.

 

Διαβάστε επίσης:

Καρατζά Ελένη

 

Κόρη του στρατηγού Δημητρίου Τσώκρη και σύζυγος του βουλευτή και δημάρχου Άργους Ανδρέα Καρατζά. Ήταν το υστερότοκο παιδί του στρατηγού και διετέλεσε επί σειρά ετών πρόεδρος του Συλλόγου Κυριών στο Άργος.

Μετά τον θάνατό της, πρόεδρος του Συλλόγου έγινε η κόρη του Μιχ. Πασχαλινόπουλου Κατίνα Ν. Μπόμπου

 

Η εκλεκτή και πολύ αγαπητή κυρία Ελένη έμεινε άτεκνη. Έτσι, με το θάνατό της έσβησε για πάντα η ονομαστή οικογένεια του στρατηγού, παρά το γεγονός ότι η γυναίκα του Μαριγώ τού είχε γεννήσει έξι αγόρια και τρία κορίτσια, από τα οποία άλλα πέθαναν πρόωρα, άλλα δεν παντρεύτηκαν ή παντρεύτηκαν χωρίς ν’ αποκτήσουν παιδιά.

Η Ελένη Καρατζά πέθανε στις 21 Οκτωβρίου 1916, πιθανότατα όχι πλήρης ημερών, αφού ο άνδρας της πέθανε 16 χρόνια αργότερα (27 Μαρτίου του 1932).

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Προϋποθέσεις Χρήσης

 

 

Το σύνολο του περιεχομένου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και πολιτισμού στο διαδικτυακό τόπο http://alphalinenet.wordpress.com, αποτελεί  πνευματική ιδιοκτησία της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης και των συνεργατών της και προστατεύεται  από τις εθνικές (Νόμος 2121/93) και διεθνείς συμβάσεις.

Επομένως,

απαγορεύεται αυστηρά οποιαδήποτε αναπαραγωγή (reformatting), αναδημοσίευση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, φόρτωση (upload), διαμόρφωση, τροποποίηση, δημιουργία αντιγράφων site (mirroring) του περιεχομένου, χωρίς την προηγούμενη γραπτή έγκριση του Δικαιούχου.

Επιτρέπεται

 η ελεύθερη αναπαραγωγή αντιγράφων μέρους ή του συνολικού έργου για προσωπική ή εκπαιδευτική χρήση, εφ’ όσον τα αντίγραφα αυτά δεν θα διανεμηθούν στη συνέχεια για κερδοσκοπικούς σκοπούς, με την προϋπόθεση  ότι  θα υπάρχει αναφορά της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης και των πηγών του άρθρου καθώς και η ηλεκτρονική διεύθυνση της βιβλιοθήκης.

Για τη χρησιμοποίηση

 για άλλους σκοπούς, όπως εμπορική εκμετάλλευση, φόρτωση σε άλλα ηλεκτρονικά συστήματα, αξιοποίηση μέρους του έργου για την παραγωγή νέου κ.α., απαιτείται η συνεννόηση με την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και πολιτισμού.

 

Εθνοσυνέλευση Α’ (1821)

 

 

Οι εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης άρχισαν στο Άργος στο ναό του Αϊ – Γιάννη το Δεκέμβριο 1821 και συνεχίστηκαν στην Πιάδα (Νέα Επίδαυρο). [ Ο ναός του Αϊ – Γιάννη κτίστηκε μετά το 1822 και περατώθηκε το 1829. Ο προηγούμενος ναός ήταν ημιυπόγειος και ο εισερχόμενος κατέβαινε 6-7 σκαλιά. Τους έκτιζαν έτσι, για να μην μπαίνουν έφιπποι οι Τούρκοι και τους βεβηλώνουν. Σ’ εκείνο τον παλιό ναό έγινε η δοξολογία και ορκίστηκαν οι πληρεξούσιοι της Α΄ εθνοσυνέλευσης το Δεκέμβριο 1821].

 

Με την έναρξη της Επανάστασης εμφανίστηκε η ανάγκη πολιτικής οργάνωσης. Οι επαναστατημένοι Έλληνες για το συντονισμό του αγώνα χρειάζονταν κάποιο «σύστημα». Η πρώτη αξιόλογη οργανωτική προσπάθεια έγινε στη μονή Καλτεζών έξω από την Τρίπολη, όπου συστάθηκε η Πελοποννησιακή Γερουσία στις 26 Μαΐου 1821. Στις εργασίες είχαν λάβει μέρος τριάντα περίπου πρόκριτοι και αρχιερείς για την ανάδειξη της Γερουσίας, η οποία θα συντόνιζε τον αγώνα στον Μοριά μέχρι την άλωση της Τριπολιτσάς. Παράλληλα, τους ενδιέφερε προσωπικά να είναι οργανωμένοι, για να μην κινδυνεύει η εξουσία τους από το Δημήτριο Υψηλάντη, η άφιξη του οποίου αναμενόταν.

 

  

Ludwig Michael von Schwanthaler. Η Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο. Απεικονίζεται η στιγμή της ορκωμοσίας των πληρεξουσίων μπροστά στο «Προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος» (1η Ιανουαρίου 1822). Τοιχογραφίες του Μεγάρου της Βουλής, αίθουσα των Τροπαίων, ανατολικός τοίχος.

 

  

Μετά την άλωση της Τρίπολης, που έγινε στις 23 Σεπτεμβρίου, ο Δημήτριος Υψηλάντης προσπάθησε να συγκαλέσει εθνική συνέλευση με αντιπροσώπους από όλα τα μέρη της επαναστατημένης Ελλάδας για τη σύσταση πολιτικού συστήματος. Οι δυσκολίες παρουσιάστηκαν από την αρχή, γιατί η Πελοποννησιακή Γερουσία δεν εννοούσε να διαλυθεί, σύμφωνα με την προκήρυξή της.

 

Οι άρχοντες ήθελαν να κερδίσουν επίσης χρόνο, για να φτάσουν από τη Στερεά Ελλάδα ο Αλέξ. Μαυροκορδάτος και ο Θ. Νέγρης, που ήταν πολιτικά αντίθετοι του Υψηλάντη. Εξάλλου, η δόξα των στρατιωτικών από την άλωση της Τριπολιτσάς ήταν μεγάλη και έλπιζαν ότι με τον καιρό θα μειωνόταν η πρώτη συγκλονιστική εντύπωση από το γεγονός αυτό. Με την επιμονή του Υψηλάντη και των στρατιωτικών άρχισαν να καταφθάνουν οι αντιπρόσωποι των επαρχιών στο Άργος περί τα τέλη Νοεμβρίου. Οι αντιπρόσωποι αυτοί δεν εκλέχτηκαν με κανονικές εκλογές από το λαό, ο οποίος ήταν αγράμματος και δεν ήξερε από πολιτική. Ήταν οι γνωστοί πρόκριτοι και αρχιερείς και ορισμένοι άνθρωποι των γραμμάτων, που νοιάζονταν για τα αξιώματα και την εξουσία.

 

Οι εργασίες άρχισαν την 1η Δεκεμβρίου 1821, αλλά ξεκίνησαν άσχημα. ο Υψηλάντης με την υποστήριξη μόνο των στρατιωτικών δεν μπόρεσε να διατηρήσει το χαρακτήρα της Εθνικής Συνέλευσης, την οποία κατόρθωσε ο Μαυροκορδάτος να μετατρέψει σε «Πελοποννησιακή». Με την αλλαγή αυτή περιορίζονταν οι στόχοι της και οι αρμοδιότητες των οργάνων που θα εκλέγονταν. Ουσιαστικά, ταυτιζόταν με την Πελοποννησιακή Γερουσία. Ο Υψηλάντης, επειδή ήθελε να διατηρηθεί το ήπιο κλίμα και να μην οξυνθούν τα πράγματα, υποχώρησε και δέχτηκε το αξίωμα του Προέδρου της «Πελοποννησιακής Γερουσίας», ένα αξίωμα χωρίς αντίκρισμα, αφού οι υπόλοιποι θα είχαν την πλειοψηφία και δε θα μπορούσε να επιβληθεί. Η «Πελοποννησιακή Συνέλευση» ψήφισε διακήρυξη, η οποία περιείχε αντιφάσεις και ανακρίβειες, που προκαλούν κατάπληξη, με σκοπό «να λησμονηθεί η συμβολή της οικογένειας Υψηλάντη στον Αγώνα, να λησμονηθεί η Φιλική Εταιρεία, να αποδοθεί η επανάσταση του ελλαδικού χώρου όχι στην ενιαία απόφαση του Έθνους για εξέγερση εναντίον της τουρκικής κυριαρχίας, αλλά σε ειδικά γεγονότα, και να δικαιολογηθεί η αναρχία και αταξία που επικρατούσε από τις πολεμικές περιπέτειες, ενώ ήταν σε όλους γνωστό ότι αυτή ήταν αποτέλεσμα της διαμάχης Υψηλάντη και προκρίτων,που είχαν προκαλέσει οι τελευταίοι».

( Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 18, σσ. 198-199).

              

Επίσης, η συνέλευση του Άργους ψήφισε τον «Οργανισμό προσωρινής διοικήσεως», ένα είδος συντάγματος, που ρύθμιζε διάφορα θέματα πολιτικά και στρατιωτικά. Με τον Οργανισμό η επιβολή των προκρίτων ήταν απόλυτη, αφού οι στρατιωτικοί θα υποτάσσονταν στη Γερουσία. Είναι χαρακτηριστικό ότι έφερε έντονη τη σφραγίδα του Μαυροκορδάτου και του Νέγρη, οι οποίοι είχαν αναλάβει τη σύνταξή του, αν και δε συμμετείχαν στις εργασίες, γιατί δεν ήταν Πελοποννήσιοι. Με βεβαιότητα μπορούμε να πούμε ότι τα αποτελέσματα της συνέλευσης ήταν επίτευγμα της πολιτικής του Μαυροκορδάτου.

 

Ο Υψηλάντης, βλέποντας τις έριδες και τις ραδιουργίες για την εξασφάλιση της εξουσίας, αποφάσισε να εγκαταλείψει το Άργος, πριν τελειώσουν οι εργασίες, και πήγε στην Κόρινθο με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και άλλους οπλαρχηγούς για την πολιορκία και άλωση της πόλης.

 

Εν τω μεταξύ και πριν φύγουν οι στρατιωτικοί, συνέβη ένα πολύ δυσάρεστο περιστατικό· δολοφονήθηκε στον Ξεριά, έξω από το Άργος, ο Αντώνης Οικονόμου και το Άργος έγινε ανάστατο. Οι πολιτικοί ανησυχούσαν και δεν αισθάνονταν ασφαλείς, επειδή ο στρατός αγρίεψε και απειλούσε. Υπήρχε πολύς στρατός τότε στο Άργος και στο Ναύπλιο, επειδή το δεύτερο εξακολουθούσε να πολιορκείται από τους Έλληνες.

 

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες αποφάσισαν να μεταβούν στη Νέα Επίδαυρο και εκεί «να πουν τα ψέματά τους», όπως έγραψε ο Θ. Κολοκοτρώνης στ’ απομνημονεύματά του. Πρόκειται για την Α΄ εθνοσυνέλευση της Επανάστασης, η οποία άρχισε τις εργασίες της στις 20 Δεκεμβρίου 1821 και τις τελείωσε στις 16 Ιανουαρίου 1822.

 

Μνημειώδης έμεινε η γνωστή διακήρυξη της ανεξαρτησίας (1-1-1822), με την οποία «το Ελληνικόν Έθνος εκήρυξεν ενώπιον Θεού και ανθρώπων την πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν». Επίσης, ψηφίστηκε το πρώτο Σύνταγμα της πατρίδας μας, το «προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος», που περιλάμβανε 110 άρθρα. Συμμετείχαν 59 αντιπρόσωποι. Ο Υψηλάντης και ο Κολοκοτρώνης δεν ήταν παρόντες, αλλά κατέλαβαν την Κόρινθο στις 14 Ιανουαρίου, δηλαδή πριν ακόμα τελειώσουν οι εργασίες της Εθνοσυνέλευσης.

Τελικά, η συνέλευση του Άργους, όπως ξεκίνησε την 1η Δεκ. 1821 και όπως διαμορφώθηκε στη συνέχεια, δεν ήταν εθνοσυνέλευση, αφού ο Αλ. Μαυροκορδάτος και οι άλλοι τη μετέτρεψαν σε πελοποννησιακή. Όμως, ήταν ο πρόδρομος της Πιάδας· και το Άργος άνοιξε το δρόμο προς τη Νέα Επίδαυρο.

 

Η διακήρυξη της Ά Εθνοσυνέλευσης 

 

Απόγονοι του σοφού και φιλανθρώπου Έθνους των Eλλήνων, σύγχρονοι των νυν πεφωτισμένων και ευνομουμένων λαών της Eυρώπης και θεαταί των καλών, τα οποία ούτοι υπό την αδιάρρηκτον των νόμων αιγίδα απολαμβάνουσιν, ήτο αδύνατον πλέον να υποφέρωμεν μέχρις αναλγησίας και ευηθείας την σκληράν του Oθωμανικού Kράτους μάστιγα, ήτις ήδη τέσσαρας περιπου αιώνας επάταξε τας κεφαλάς ημών και αντί του λόγου την θέλησιν ως νόμον γνωρίσουσα, διώκει και διέταττε τα πάντα δεσποτικώς και αυτογνωμόνως. Mετά μακράν δουλείαν ηναγκάσθημεν τέλος πάντων να λάβωμεν τα όπλα εις χείρας και να εκδικήσωμεν εαυτούς και την πατρίδα ημών από μίαν τοιαύτην φρικτήν και ως προς την αρχήν αυτής άδικον τυραννίαν, ήτις ουδεμίαν άλλην είχεν ομοίαν, ή καν δυναμένην οπωσούν μετ’ αυτής να παραβληθή δυναστείαν.

O κατά των Tούρκων πόλεμος ημών, μακράν του να στηρίζεται εις αρχάς τινάς δημαγωγικάς και στασιώδεις ή ιδιωφελείς μέρους τινός του σύμπαντος Eλληνικού Έθνους σκοπούς, είναι πόλεμος εθνικός, πόλεμος ιερός, πόλεμος του οποίου η μόνη αιτία είναι η ανάκτησις των δικαίων της προσωπικής ημών ελευθερίας, της ιδιοκτησίας και της τιμής, τα οποία ενώ την σήμερον όλοι οι ευνομούμενοι και γειτονικοί λαοί της Eυρώπης τα χαίρουσιν, από ημάς μόνον η σκληρά και απαραδειγμάτιστος των Oθωμανών τυραννία επροσπάθησεν με βίαν να αφαιρέσει και εντός του στήθους ημών να τα πνίξη. Eίχομεν ημείς τάχα ολιγώτερον παρά τα λοιπά έθνη λόγον δια να στερώμεθα εκείνων των δικαίων, ή είμεθα φύσεως κατωτέρας και αχρειεστέρας και να νομιζώμεθα ανάξιοι αυτών, και καταδικασμένοι εις αιώνιον δουλείαν, να έρπωμεν ως κτήνη και αυτόματα εις την άλογον θέλησιν ενός απηνούς τυράννου, όστις ληστρικώς και άνευ τινός συνθήκης ήλθεν μακρόθεν να μας καθυποτάξει; Δίκαια, τα οποία η φύσις ενέσπειρε βαθέως εις την καρδίαν των ανθρώπων και τα οποία οι νόμοι, σύμφωνοι με την φύσιν, καθιέρωσαν, όχι τριών ή τεσσάρων, αλλά και χιλίων και μυρίων αιώνων τυραννία δεν δύναται να εξαλείψη. Kαι αν η βία ή η ισχύς προς τον καιρόν τα καταπλακώση, ταύτα πάλιν, απαλαίωτα και ανεξάλειπτα καθ’ εαυτά, η ισχύς ημπορεί ν’ αποκαταστήση και αναδείξη οία και πρότερον και απ’ αιώνων ήσαν, δίκαια τέλος πάντων τα οποία δεν επαύσαμεν με τα όπλα να υπερασπιζώμεθα εντός της Eλλάδος, όπως οι καιροί και αι περιστάσεις επέτρεπον.

Aπό τοιαύτας αρχάς των φυσικών δικαίων ορμώμενοι, και θέλοντες να εξομοιωθώμεν με τους λοιπούς συναδέλφους μας, Eυρωπαίους Xριστιανούς, εκινήσαμεν τον πόλεμον κατά των Tούρκων, μάλλον δε τους κατά μέρος πολέμους ενώσαντες, ομοθυμαδόν εκστρατεύσαμεν, αποφασίσαντες ή να επιτύχωμεν τον σκοπόν μας και να διοικηθώμεν με νόμους δικαίους, ή να χαθώμεν εξ ολοκλήρου, κρίνοντες ανάξιον να ζώμεν πλέον ημείς οι απόγονοι του περικλεούς εκείνου Έθνους των Eλλήνων υπό δουλείαν τοιαύτην, ιδία μάλλον των αλόγων ζώων, παρά των λογικών όντων. […]

Tαύτα διακυρύττει η Eθνική Συνέλευσις προς το Πανελλήνιον, εν και μόνον προσεπιφέρουσα, ότι αυτής μεν επεραιώθη το έργον και διαλύεται σήμερον. ΄Eργον δε του Eλληνικού λαού και χρέος είναι να φανή ευπειθής και υπήκοος εις τους Nόμους και τους εκτελεστάς Yπουργούς των Nόμων. Έλληνες, είπατε προ ολίγου ότι δεν θέλετε δουλείαν και ο τύραννος χάνεται καθημέραν από το μέσον σας. Αλλά μόνη η μεταξύ σας ομόνοια και ακριβής υποταγή εις την Διοίκησιν ημπορεί να στερεώση την ανεξαρτησίαν σας. Eίθε ο κραταίος του Yψίστου βραχίων ν’ ανυψώσει και αρχομένους και άρχοντας, την Eλλάδα ολόκληρον, προς την πάρεδρον αυτού σοφίαν, ώστε ν’ αναγνωρίσωσι τα αληθή των αμοιβαία συμφέροντα. Kαι οι μεν δια της προνοίας, οι δε λαοί δια της ευπειθείας, να στερεώσωσι της κοινής ημών Πατρίδος την πολύευκτον ευτυχίαν. Eίθε, είθε.

Eν Eπιδαύρω την 15ην Iανουαρίου. A’ της Ανεξαρτησίας. 1822″.

 

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Δ. Κόκκινου, «Η ελληνική επανάστασις», τ. Β’, Αθήνα, Mέλισσα, 1974.

 

Ροδόπουλος Κωνσταντίνος  

 

 

Δήμαρχος Άργους (1848-1852). Καταγόταν από τη Βυτίνα, είχε παντρευτεί την κόρη του Αναγνώστη Ιατρού Ευφροσύνη και ήταν σύγγαμβρος του στρατηγού Δημητρίου Τσώκρη, ο οποίος τον ανέδειξε στο δημαρχιακό αξίωμα. Επίσης, ήταν ανηψιός «του κατά την επανάστασιν επιφανούς μητροπολίτου Κορίνθου Κυρίλλου»* , του οποίου «τα οστά μετεκόμισεν και αναπαύονται εν τω ιερώ του ναού του Τιμίου Προδρόμου»,**  δηλ. στον Αϊ-Γιάννη. Δεν υπάρχει, όμως, καμία επιγραφή ή άλλη ένδειξη στο ναό για την ανακομιδή των οστών του Κυρίλλου στον Αϊ-Γιάννη.

Ήταν πολύ πλούσιος – μνημονεύεται ως μεγαλοκτηματίας –, γι’ αυτό και μπόρεσε να αγοράσει το αρχοντικό Γόρδωνος*** στην Αρβανιτιά Άργους το 1864 μαζί με τον Γεώργιο Αντωνόπουλο, το οποίο υποθέτουμε ότι ήταν μεγάλης αξίας μαζί με τον τεράστιο τότε κήπο του.

 

Υποσημειώσεις

 

* Δημ. Βαρδουννιώτη, Η καταστροφή του Δράμαλη, παράρτημα σ. 254.

** Αναστ. Τσακόπουλου, Οι κατά χρονολογικήν περίοδον διατελέσαντες Δήμαρχοι του Δήμου Αργείων 1835-1930, εφ. «Αγροτική Αργολίς», 6 Ιουλίου 1930.

*** Βλ. Βασ. Δωροβίνη, Το σπίτι του στρατηγού Thomas Gordon στο Άργος, Αρχαιολογία 47/1993 και 48/1993.

 

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Νέα Κίος

 

 

Η Νέα Κίος ήταν ένας από τους πλέον οργανωμένους δήμους του Νομού Αργολίδας. Σήμερα, μετά τον Καλλικράτειο  νόμο, έχει υπαχθεί στο Δήμο Άργους – Μυκηνών, ως δημοτικό διαμέρισμα.  Ο κύριος όγκος του πληθυσμού της είναι απόγονοι των προσφύγων από την Κίο της Μικράς Ασίας μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Η Κίος της Μικράς Ασίας, πόλη ιστορική, βρισκόταν χτισμένη στην Προποντίδα, 30 ναυτικά μίλια από την Κωνσταντινούπολη. Έδεσε έτσι την μοίρα της με το Βυζάντιο και την βασιλεύουσα τότε Πόλη.


Ν�α ΚίοςΗ ιστορία της ξεκινά από την μυθολογία αφού ο μύθος λέει ότι ο Αργοναύτης Ύλας κατά την επιστροφή του από την Κολχίδα ίδρυσε την όμορφη πόλη. Το δε όνομά της, προήλθε από τον Κίο τον Αργοναύτη. Κατά μία άλλη εκδοχή, ιδρύθηκε το 625 π.Χ. από τους Μιλήσιους, το δε όνομά της προήλθε από τον αρχηγό των Μιλησίων εποίκων, Κίο.


Η Κίος ήταν επίνειο της Κωνσταντινούπολης, έδρα της Μητρόπολης της Νικαίας και σημαντικό εμπορικό κέντρο της περιοχής. 
Τα σχολεία της ήταν φημισμένα και δίδαξαν σ’ αυτά σημαντικοί δάσκαλοι εκείνης της εποχής. Ο πολιτισμός, τα ήθη και έθιμα και το δημιουργικό πνεύμα των Κιωτών ήταν αυτά που τους βοήθησαν στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν μετά τον ξεριζωμό να επιβιώσουν και να κατορθώσουν να δημιουργήσουν ξανά.


Οι πρώτοι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στη Νέα Κίο το 1926. Η περιοχή, τους θύμιζε τη χαμένη τους πατρίδα. Όμως η Νέα Κίος ήταν τότε ένας ατέλειωτος βάλτος. Χρειάστηκε πολύς κόπος και μεγάλο κουράγιο για να καταφέρουν να φτιάξουν τη σημερινή, όμορφη Νέα Κίο.
Οι συγγραφείς: Ευρυσθένης Λασκαρίδης με το δίτομο έργο του «ΚΙΑΝΑ» και Βασίλειος Κουλιγκάς με το τρίτομο έργο του «Κίος η αλησμόνητη» περιγράφουν όλα τα ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία της Κίου από την ίδρυσή της μέχρι την Μικρασιατική καταστροφή και την εγκατάσταση στη Νέα Κίο της Αργολίδας.


Ο Δήμος Νέας Κίου σήμερα έχει πληθυσμό 4000 περίπου κατοίκων και είναι από τα πιο σημαντικά πολιτιστικά κύτταρα του νομού Αργολίδας.


Παρουσιάζει διαρκώς αυξανόμενη εμπορική κίνηση και βρίσκεται σε αναπτυξιακή τροχιά. Η οικονομία της Νέας Κίου είναι μικτή. Το εμπόριο, η βιοτεχνία, η βιομηχανία, ο τουρισμός, ο αγροτικός τομέας και η αλιεία, είναι οι πιο σημαντικοί τομείς δράσης των Κιωτών.        

 

Πηγή

 

  • Ιστότοπος Δημοτικού Σχολείου Νέας Κίου.

 

Καραβάνου Άννα – Schoelter

 

Καραβάνου Άννα - SchoelterΗ Άννα Καραβάνου – Schoelter γεννήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 1964 στην Αθήνα, όπου και μεγάλωσε μέχρι τα τέσσερά της χρόνια. Στη συνέχεια έφυγε για τη Γερμανία, όπου ήδη ζούσαν οι γονείς της. Στο Μόναχο έζησε μέχρι που τελείωσε το δημοτικό. Επιστρέφοντας στην Αθήνα φοίτησε στο Γυμνάσιο και το Λύκειο της Γερμανική Σχολής Αθηνών στον Παράδεισο Αμαρουσίου. Μετά την αποφοίτησή της σπούδασε γερμανική φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο των Αθηνών. Το 1985 πήγε στην Αυστρία όπου και έκανε το διδακτορικό της στο πανεπιστήμιο της Klagenfurt. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο. Από το 1988 διατηρεί εκεί φροντιστήριο γερμανικών. Η ιστορία υπήρξε πάντοτε ένα από τα ενδιαφέροντά της. Το 2008 κυκλοφόρησε το ιστορικό της μυθιστόρημα, « Η κατάρα του πρίγκιπα ». 

Απόκριες στο Άργος (1930)

 

 

Οι Αργείτες ήταν – κι είναι ακόμη – γλεντζέδες από τα παλιά χρόνια. Δεν έχαναν ευκαιρία να στήσουν το χορό, χωρίς πολλές δικαιολογίες.

 

Εύρισκαν χίλιους λόγους. Γάμους, βαφτίσια, ονομαστικές γιορτές κι ότι άλλο σκεφτεί κανείς. Αλλά κι άμα δεν εύρισκαν κάποιο λόγο, τον εφεύρισκαν.

 

Εκεί όμως που το γλέντι άναβε και κόρωνε ήταν τις απόκριες. Όλη η πόλη ένα γλεντοκόπι. Όπου κι αν έστριβες, σε όποια γειτονιά, θα συναντούσες Αργείτες και Αργείτισες να τραγουδούν και να χορεύουν. Το νταούλι και η πίπιζα ήταν στις δόξες τους εκείνες τις μέρες.

 

Στο Αργειακό Ημερολόγιο του 1930, των Γεωργίου Λογοθέτη και Ανδρέα Χριστόπουλου διαβάσαμε ένα κείμενο για τις απόκριες στο Άργος, που το υπογράφει ο ΙΔΜΩΝ.

 

Κι άλλα χρονογραφήματα του ίδιου έχουμε συναντήσει και ίσως θα πρέπει κάποιος – κάποια στιγμή – να τα συλλέξει ώστε να αποτελέσουν μια χρήσιμη για την πόλη λαογραφική πηγή.

 

Το κείμενο που πιο κάτω παραθέτουμε, το αντιγράφουμε ως έχει, χωρίς διορθώσεις. Θα μας συγχωρήσετε όμως το μονοτονικό, για λόγους πρακτικούς.

 

Η Απόκριες

 

Σ᾽ εποχή που η ψυχή μας σύρεται δούλη πίσω από το άρμα της ξενικής νοοτροπίας και τα ελληνικά έθιμα μαραίνονται ένα, ένα κάτω από τον καυστικόν ήλιο της Δύσεως.

 

Σ᾽ εποχή, που το ρουμελιώτικο τραγούδι σβύνει στην αποπνικτική θορυβώδη ατμόσφαιρα των ήχων μιάς τζάζ – Μπάντ αγρίων, και ο γραφικός καλαματιανός αποτελεί αναχρονισμόν, αστείο στους ευρωπαϊκούς πιθηκισμούς, η διατήρησις ενός ελληνικού εθίμου αποτελεί εθνικόν φαινόμενον παρήγορον και αποδεικνύει την ακατάβλητη δύναμι της ελληνικής ψυχής.

 

Το Άργος μπορεί υπερήφανο να καυχάται ότι στη δίνη αυτή των ξενικών κυμάτων υπήρξε η ευτυχής κιβωτός που διέσωσε πολύτιμο μέρος από την κληρονομία της ιδιωτικής ζωής του έθνους. – Οι γραφικοί γάμοι με τη περιφορά των προικών, τα βαφτίσια με τα αμοιβαία πλούσια δώρα, η κηδείες με τις νυχτερινές παρηγοριές, το Πάσχα με το αρνί της σούγλας και το τριήμερο γλέντι και τόσα άλλα έθιμα διατηρούνται με θρησκευτική πίστι.

 

Μέσα σ᾽ όλα δε ξεχωριστά η απόκρηες. Με την πρώτη ημέρα του τριωδίου το πάτριο νταούλι σκονισμένο και άφωνο στον καπνισμένο τοίχο τινάζεται από την νάρκη του και αρχίζει την περιοδεία του. Από τα στενοσοκάκια του Καρβασαρά και τα χαμόσπιτα των Γεφυριών ξεκινάει για την αποστολή του κι ακούραστο δε σταματάει πειά καμμιά νύχτα, μέχρις ότου τα χαράματα της Καθαράς Τρίτης παραδώσουν στην ηδονική αγκαλιά του ύπνου τους Βάκχους της αποκρηάς.

 

Βασίλη Τουφεξιάδη

Απόκριες στο Άργος (1936)-Αρχείο: Βασίλη Τουφεξιάδη

 

 

 

Ντόμπ –Ντούμπ –Ντάμπ –Ντούμπ –Ντάμπ –Ντούμπ…. από τα τρεσάκια του Ξεριά και της ανηφοριές της Αρβανιτιάς. Κι᾽ όπου περάσει κάνει το θάμμα του. Σε κάθε πλατεία, σε κάθε σταυροδρόμι, σε κάθε γούβα ανοίγει κι ένας χορός. Η μοδιστρούλα με τις αφέλειες και τα τσαχπίνικα ματάκια κι᾽η ξομάχα με το σφιχτοδεμένο κορμί της στο γαργαλιστικό πέρασμα του θ᾽αφήσουν και μηχανή κι᾽ αργαλειό και σπίτι και θα πιάσουν στο χορό.

 

Ντάμπ –Ντούμπ –Ντάμπ –Ντούμπ, το νταούλι κι᾽ η λυγερή κορμοστασιά τραβάει καμαρωτή σαν πέρδικα το συρτό. Κι΄όσο ο χορός ανάβει κι᾽ εναλλάσσεται στους ρυθμικούς του γύρους, τόσο πετάει η καρδιά του λεβέντη που τον παρακολουθεί. Δεν κρατάει. Θα το τραβήξη κι᾽αυτός. Ένα περατιανό κι᾽η σπίθα γίνεται φωτιά. Αλλοίμονο σ᾽εκείνον που θα τον κόψη πρίν το φέρη τουλάχιστον δύο βόλτες. Λίγο παρεξήγησι, καυγαδάκι, ο χορός διαλύεται, και το νταούλι φεύγει. Μα πρίν ακόμη στρίψη τη γωνία η φωνές των κοριτσιών κινητοποιούνται, ο χορός ξανανάβει κι᾽η γειτονιά γλεντάει ακούραστη. Τρυγάει τη χαρά και λησμονιέται στο μεθύσι της τρελλής αποκρηάς.

 

Μα το άλλο Άργος το μορφωμένο; Ο Αρχοντομαχαλάς; Κοιμάται; Αγνοεί τη χαρούμενη αυτή περίοδο του χρόνου; Κάθε άλλο. Όταν δεν το βλέπετε κοπάδια, κοπάδια στους συνοικιακούς χορούς, όταν δεν ακούτε τα γέλοια του και της φωνές του στο μοναδικό του κέντρο του Θήβα, προσέξετε κάτω από τα φωτισμένα παράθυρα των σπιτιών και θα ακούσετε το αποκρηάτικο τραγούδι σ᾽όλες τις παραλλαγές του.

 

Το Άργος γλεντάει γενικώς χωρίς εξαίρεση ηλικίας και τάξεως. Και γλεντάει ακόμη με τον ελληνικό τρόπο. Η απόκρηες του είναι τα ανθεστήρια των αρχαίων του προγόνων. Με μια διαφορά, ότι τότε έβγαινε ο κήρυκας, για να θέση φραγμό στην παράφρονα όρεξι των, ενώ τώρα τους επαναφέρει στην τάξι το λάλημα του πετεινού της Καθαράς Τρίτης. Ως πότε όμως θα διατηρήση τον Ελληνικό χαρακτήρα της η ώμορφη αυτή εποχή του χρόνου; Ασφαλώς ως ότου η γενεά που μας έρχεται θάχει τη δύναμι ν᾽αποτελή την άρνηση στον ξενικό πειρασμό.

 

 

Πηγή

 

  • Αργειακόν Ημερολόγιον 1930, Γεωργίου Λογοθέτου & Ανδρέου Χριστόπουλου, Άργος 1929.