Αναρτήθηκε στις Γκραβούρες | Με ετικέτα 1821, alphaline, Άργος, Αργολίδα Μνημεία, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γκραβούρες, Λιθογραφία, Ναύπλιο, Πόλεις | Leave a Comment »
Αναρτήθηκε στις Γκραβούρες | Με ετικέτα 1821, alphaline, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γκραβούρες, Ιστορία, Κρατσάιζεν Καρλ, Λιθογραφία, Ναύπλιο, Πελοπόννησος | Leave a Comment »
Δήμιοι του Ναυπλίου
Όταν για πρώτη φορά ήρθε στο Ναύπλιο η λαιμητόμος από την Μασσαλία, όπου κατασκευάστηκε, την συνόδευε κι ένας δήμιος*. Ίσως γιατί έπρεπε να μάθει τον τρόπο λειτουργίας της σε Έλληνες που θα ανελάμβαναν αυτή την άχαρη και δύσκολη αποστολή. Έφυγε όμως γρήγορα από την πόλη μη αντέχοντας το μίσος με το οποίο τον αντιμετώπιζαν οι Ναυπλιώτες. Το θλιβερό καθήκον του εκτελεστή ανέλαβαν ντόπιοι. Οι Δήμιοι, κατά κανόνα ήταν βαρυποινίτες καταδικασμένοι σε θάνατο που τα Δικαστήρια είχαν μετατρέψει την ποινή σε ισόβια κάθειρξη. Αυτοί, ως κατάδικοι αλλά και επειδή ο κόσμος του Ναυπλίου δεν τους ήθελε ανάμεσά του, είχαν ως κατοικία τους το Μπούρτζι. Εκεί έγκλειστοι, έβγαιναν με την συνοδεία χωροφυλάκων μόνον όταν επρόκειτο να καρατομηθεί κάποιος κατάδικος. Η λαιμητόμος ή carmagnole ή guillotine στηνόταν κάθε φορά που χρειαζόταν, στο περίφημο αλωνάκι του Παλαμηδιού, κοντά στην εκκλησία του Αγίου Ανδρέα, όπου και οι μελλοθάνατοι παρακολουθούσαν για τελευταία φορά την θεία λειτουργία.
Γνωστοί δήμιοι στο Μπούρτζι ήταν ο Ποριώτης Σοφράς, ο Κρητικός Αμοιραδάκης και ο Αργίτης Μπεκιάρης. Η αμοιβή τους ήταν 300 δραχμές το μήνα και 100 δραχμές για κάθε καρατόμηση. Τα λεφτά των δημίων θεωρούνταν ματωμένα, γι̉ αυτό και η μάννα του Μπεκιάρη, μολονότι πάμπτωχη ξενοδούλευε για να ζήσει και ποτέ δεν δέχτηκε βοήθεια από τον γιό της. Τα περισσότερα χρήματα διέθεταν οι δήμιοι για το φαγητό τους και τις μικροανάγκες τους, γιατί έπρεπε ότι χρειαζόντουσαν να τους το προμηθεύσει ο βαρκάρης της φρουράς, ο οποίος ήταν έμπιστος και μόνον αυτός είχε το δικαίωμα να μεταφέρει τα χρειώδη, χρεώνοντας τα κάθε φορά κατά την βούλησή του. Με γκιλοτίνα εκτελέστηκε και ο δολοφόνος του Πρωθυπουργού Θεόδωρου Δηλιγιάννη, ο Κώστας Γερακάρης, το 1906.
Οι τελευταίοι δήμιοι στο Ναύπλιο, ήταν ο Ιωάννης Ζήσης από την Εύβοια και ο Κυριάκος Σωτηρόπουλος από την Μαντινεία. Τέλος, ο Αθανάσιος Αλεβιζόπουλος από την Μεσσηνία ήταν ίσως ο μοναδικός δήμιος που ήταν λιγότερο μισητός από τους Ναυπλιώτες και μάλιστα τον ανάγκασαν να βγάλει την φουστανέλα του και να ντυθεί φράγκικα.
Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, σε ένα αφήγημα του, το 1892 περιγράφει το Μπούρτζι σαν τη «χιλιόκαλλη σπηλιά», που έκρυβε τους τρεις δράκους, τους τρεις δήμιους. Τον Σοφρά, τον Αμοιραδάκη και τον Μπεκιάρη. Ο Καρκαβίτσας υπηρέτησε ως στρατιωτικός γιατρός στο Ναύπλιο, και είχε την δυνατότητα να επικοινωνήσει με τους δήμιους, τους οποίους είχε επισκεφτεί στον χώρο τους.
Υποσημείωση
* Δήμιος(ο) ουσ.[ < αρχ. επίθ. δήμιος (ενν. δούλος) ( = δημόσιος υπάλληλος για εκτελέσεις καταδίκων)] ο εκτελεστής θανατικής ποινής.( Ελληνικό Λεξικό Τεγόπουλος – Φυτράκης).
Πηγή
-
Σταμάτης Σταματίου (Σταμ–Σταμ), « Δημίων Ιστορίες », Ελλέβορος, 1992.
Αναρτήθηκε στις Ναύπλιο - Ιστορικά | Με ετικέτα alphaline, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Δήμιοι, Ιστορία, Μπούρτζι, Ναύπλιο, Πελοπόννησος | Leave a Comment »
Σταϊκόπουλος Στάϊκος (1798-1835)
Ο ήρωας του Παλαμηδιού γεννήθηκε το 1798 στη Ζάτουνα της Αρκαδίας. Ο Πατέρας του Παναγιωτάκης ήταν κρεοπώλης ενώ ο ίδιος δερματέμπορος.
Το 1818 πήγε στην Ύδρα όπου ανέλαβε την οικογενειακή επιχείρηση επεξεργασίας και εμπορίας δερμάτων. Εκεί μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία από τον Νικόλαο Σπηλιωτόπουλο. Όταν ξεκίνησε η επανάσταση πήρε πρώτος τα όπλα και επικεφαλής στρατιωτικού σώματος, έσπευσε στο Άργος και έλαβε μέρος στην αντίσταση κατά του Κεχαγιάμπεη. Την παραμονή του Αγίου Ανδρέα στις 29 Νοεμβρίου του 1822, η νύχτα ήταν ασέληνη και ο θεός έριχνε ασταμάτητα. Οι Τούρκοι είχαν κατέβει από το Παλαμήδι στο Ναύπλιο για να συσκεφθούν μετά από δίχρονη πολιορκία, για την απάντηση που θα έδιναν στην επιστολή του Γέρου του Μοριά, για να φύγουν ελεύθεροι και να σωθούν.
Ο Στάϊκος που βρισκόταν στην Άρια, δεν έχασε την ευκαιρία. Στήνοντας σκάλες στα βράχια του άπαρτου Κάστρου του Παλαμηδίου, άρχισε το ανέβασμα ύψους 216 μέτρων. Πρώτος φθάνει στη «Γιουρούς Τάπια» ο Μοσχονησιώτης μαζί με τον Θανάση Σταϊκόπουλο.* Μαζί τους ο Αγιορίτης καλόγερος Παφούντιος, ο Αργίτης Βιολιστής Πορτοκάλης και άλλα παλικάρια. Το κάστρο πάρθηκε εκείνη τη νύχτα. Και ήταν το κάστρο αυτό, από τα πιο τρανά της ανατολικής Μεσογείου. Η προσωρινή διοίκηση, τιμώντας τον για τα κατορθώματά του, τον προβίβασε από Χιλίαρχο, στον ανώτερο βαθμό του Στρατηγού. Ήταν κάτι που πολλούς πείραξε και ενόχλησε. Ο ίδιος ούτε σπίτι δεν δέχθηκε να πάρει από τα τόσα που άδειασαν τότε, από τη φυγή των Τούρκων.
Τον Απρίλιο του 1823 έλαβε μέρος στην Β΄ Εθνική Συνέλευση του Άστρους, όπου και υπέγραψε την καταληκτήρια διακήρυξη με το νέο του αξίωμα: Στρατηγός Στάϊκος Σταϊκόπουλος. Λίγο αργότερα, με διαταγή του Εκτελεστικού, στάλθηκε στην πολιορκία του Κάστρου του Ακροκορίνθου. Σαν έμπειρος πολεμιστής που ήταν ο ένδοξος Στρατηγός, τούτο το κάστρο ήταν το δεύτερο που έπεφτε μετά την επιμονή του ήρωα Στάϊκου Σταϊκόπουλου. Στις 26 Οκτωβρίου 1823, έγινε η παράδοσή του. Τότε, υπερασπιζόμενος τα παλικάρια του, ζήτησε από τον Γέρο το μερδικό των παλικαριών του. Ο Γέρος αντέδρασε και τότε, ο Στάϊκος, πέταξε στον Γέρο τον αρραβώνα που είχε κάνει με την ανιψιά του. Ο Γέρος τον αποκάλεσε παράφρονα. Το δίκιο όμως του Στάϊκου τον έπνιγε.
Λίγο αργότερα, μετά από προτροπή του φίλου και συμπατριώτη του Σπηλιωτόπουλου, παντρεύτηκε την κόρη του προέδρου της Αλωνίσταινας, Παν. Δημητρακόπουλου την Κατερίνα, όπου μαζί της απέκτησε μια κόρη, δίνοντάς της το όνομα της μητέρας του Ζαχαρούλας. Την πάντρεψε με τον Νικόλαο Ζατζηπανάγου από την Πρόνοια. Η Κυβέρνηση, το 1842 την προίκισε με γη αξίας 3.500 δραχμών. Μετά την άφιξη του Όθωνα, παρέμεινε στο στράτευμα με τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχου.
Δυστυχώς, ο ήρωας της επανάστασης είχε τραγικό τέλος. Αρρώστησε από βαριά μελαγχολία η οποία το 1833 τον οδήγησε στην τρέλα. Η ζωή του κατάντησε αφόρητη. Για να ζήσει άρχισε να επαιτεί. Επειδή εκφραζόταν άσχημα κατά των Βαυαρών, τελικά τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν στα υπόγεια του Βουλευτικού, με την δικαιολογία του μαινόμενου και ταραξία. Οι κακουχίες και η έλλειψη στοιχειώδους επιμέλειας και φροντίδας, έφθειραν την υγεία του αγωνιστή και την 21 Φεβρουαρίου του 1835 πέθανε, φέροντας τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη.
Επειδή πέθανε πάμπτωχος, φίλοι και συγγενείς έκαναν έρανο για να καλυφθούν τα έξοδα της κηδείας. Αλλά οι Προεστοί της πόλης του Ναυπλίου, ανέλαβαν αυτοί κάθε δαπάνη με αποτέλεσμα ο άτυχος ήρωας να κηδευτεί με μεγαλοπρέπεια, παρουσία όλων των στρατιωτικών και πολιτικών αρχών του τόπου. Ο δε διάκονος και λόγιος Ευγένιος Διογενίδης τον αποχαιρέτισε με ένα συγκινητικό αποχαιρετιστήριο λόγο.
Υποσημείωση
* Αθανάσιος Σταϊκόπουλος
Ο Α. Σταϊκόπουλος ήταν αδελφός του Στάϊκου Σταϊκόπουλου από την Ζάτουνα Γορτυνίας. Πριν την επανάσταση του 21 ήταν μαζί με τον αδελφό του και αυτός έμπορος δερμάτων στην Ύδρα. Όταν άρχισε η επανάσταση ακολούθησε τον Στάϊκο σε όλες τις επιχειρήσεις. Ήταν από τους αρχηγούς της πολιορκίας του Ναυπλίου και συμμετείχε στην άλωση του Παλαμηδίου (1822), όπως και στην πολιορκία Ακροκορίνθου (1823). Τον Ιανουάριο του 1833 έγινε ταγματάρχης.
Πηγή
-
Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.
Διαβάστε ακόμη:
Αναρτήθηκε στις Πρόσωπα & γεγονότα του΄21 | Με ετικέτα 1821, alphaline, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Ιστορία, Ναύπλιο, Πελοπόννησος, Σταϊκόπουλος, Staikos Staikopoulos | Leave a Comment »
Dupre Louis, (1789-1837)
Λουί Ντυπρέ, Γάλλος ζωγράφος, φιλέλληνας και αρχαιολάτρης. Γεννήθηκε στο Seine et Oise το 1789. Ο Louis Dupré (1789-1837), μαθητής του David, ( Ζαν-Λουί Νταβίντ επίσημου ζωγράφου του Ναπολέοντα), υπήρξε ζωγράφος προσωπογραφιών, τοπίων, ιστορικών και θρησκευτικών σκηνών. Τον Φεβρουάριο του 1819 επισκέπτεται τον ελληνικό χώρο μαζί με τρεις Άγγλους περιηγητές (Heyet, Hay και Viwian). Εκείνοι θα αναλάμβαναν τα έξοδα, αυτός θα τους παρέδιδε ως αντάλλαγμα, εικόνες των μνημείων και των τόπων της χώρας. Οι τέσσερις ταξιδιώτες και η μικρή συνοδεία τους διατρέχουν την Κέρκυρα, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Στερεά, τα περίχωρα της Αττικής και τα νησιά του Σαρωνικού. Χωρίζουν όταν ο Duprè συνεχίζει την περιήγησή του στην Κωνσταντινούπολη και κατόπιν προσκεκλημένος του Μιχαήλ Σούτσου, στο Βουκουρέστι, ενώ εκείνοι επιστρέφουν στην πατρίδα τους. Το οδοιπορικό του τελειώνει με την άφιξη του καλλιτέχνη στη Ρώμη στις 18 Απριλίου 1820.
Τα έργα του από την Ελλάδα δημοσιεύθηκαν το 1825 στο μνημειώδες εικονογραφημένο ταξιδιωτικό χρονικό Voyage à Athènes et à Constantinople ou collection de portraits, de vues et de costumes grecs et ottomans peints sur les lieux, d`après nature, lithographiès et coloriès par L. Duprè èlève de David.
Το πολύτιμο αυτό λεύκωμα δημοσιεύτηκε σε μία σειρά από τεύχη από το 1825 έως και μετά το 1837, αποτελείται από 40 υπέροχους πίνακες που συνοδεύονται από κείμενο εμπνευσμένο από βαθιά φιλελληνικά αισθήματα. Στο Μουσείο Μπενάκη φυλάσσεται ένα σπάνιο αντίτυπο του λευκώματος καθώς και μία σειρά από πρωτότυπα έργα (σχέδια, υδατογραφίες και μία ελαιογραφία) που συνδέονται με το ταξίδι εκείνο, αλλά και με πρωταγωνιστές της Ελληνικής επανάστασης. Δύο έργα είναι υπογεγραμμένα: το σχέδιο με το πορτραίτο του συνταγματάρχη Fabvier, χρονολογημένο το 1828, και η υδατογραφία με την άποψη της Ακρόπολης από το Ολυμπιείο. Το τελευταίο έργο, και η πρώτη απεικόνιση σε πίνακα της συγκεκριμένης άποψης της Ακρόπολης, αποτελούν μία παραλλαγή του αντίστοιχου έργου από το Voyage (1819). Η ελαιογραφία εκτέθηκε για πρώτη φορά στο Salon του Παρισιού το 1827 και σήμερα βρίσκεται στη Κολωνία. Το αριστούργημα του ζωγράφου στο Μουσείο Μπενάκη είναι μία ελαιογραφία με έναν σκεπτόμενο «Έλληνα» που ακουμπά σε βράχο στην ακτή της θάλασσας. Αποδίδεται στον Dupré, μολονότι είναι ανυπόγραφο, λόγω των τεχνοτροπικών ομοιοτήτων του με μεταγενέστερα έργα του ζωγράφου από το Voyage. Πρόκειται για τις προσωπογραφίες του Βασίλη Γούδα, του Δημητρίου Μαυρομιχάλη και του Νικολάκη Μητρόπουλου, οι οποίες έχουν φιλοτεχνηθεί και ως ελαιογραφίες και έχουν εκτεθεί στη Galerie Lebrun τo 1829. Στο μουσείο φυλάσσεται επίσης και μία υδατογραφία με δύο Σουλιώτες, καθώς και δύο σχέδια με μολύβι που μοιάζουν να είναι προσχέδια. Τα έργα αυτά αντιγράφουν εικόνες διαφορετικών περιόδων (ένας νέος από την Ύδρα του 1829, ένας νέος από τα Ιωάννινα του 1819, ο Βασίλης Γούδας του 1828 και ένας Σουλιώτης του 1819) και διαφέρουν τεχνοτροπικά από τα υπογεγραμμένα έργα του Dupré. Πέθανε στο Παρίσι στις 12 Οκτωβρίουτου 1837 και τάφηκε στο νεκροταφείο του Montparnasse.
Δημοσίευση από δημοπρασία του έργου του
Dupré Louis, voyage a Athenes et a Constantinople, ou collection des portraits, de vues et costumes grecs et ottomans. Paris: Dondey- Dupré, 1825 [έκδοση: 1839]. Περιέχει σαράντα (40) λιθογραφίες επιζωγραφισμένες με υδατοχρώματα, μια λιθόγραφη δισέλιδη εικόνα ενός τούρκικου διαβατηρίου και δώδεκα λιθογραφίες εντός κειμένου (60,5 x 43 εκ.). Βιβλιογραφία: Atabey 381, Weber I 130, Blackmer 559, Navari 517, Colas 916. Τιμή εκτίμησης στη δημοπρασία του Sefik Atabey (28-30 Μαΐου 2002): 89.000-105.000 ευρώ (55.000-65.000£). Τελική τιμή στην ίδια δημοπρασία: 188.400 ευρώ (122.150£). Σε άριστη κατάσταση, μέσα σε προστατευτικό λινόδετο κουτί. Δερμάτινη βιβλιοδεσία 19ου αιώνα. Μοναδικό αντίτυπο προς διάθεση διεθνώς.
Πίνακες από το βιβλίο «Ταξίδι στην Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη»

Έλληνας των Ιωαννίνων

Η πριγκίπισσα Ελένη Σούτσου

Ο Δημήτριος Μαυρομιχάλης

Ο πρίγκιπας της Μολδαβίας Μιχαήλ Σούτσος

Κόρη της Λιβαδειάς

Αθηναία

Ο Αλή Τεπενενλής - Πασάς των Ιωαννίνων

Ο Ιωάννης Λογοθέτης

Ο Φώτο Πίκος από το Σούλι

Ο Βασίλης Γούδας - Υπασπιστής του Μάρκου Μπότσαρη

Σουλιώτης στην Κέρκυρα - Ο Νικολός Περβόλης
Πηγές
- Μανώλης Βλάχος, “Louis Duprè”, Ολκός, Αθήνα, 1994.
- Μουσείο Μπενάκη.
Αναρτήθηκε στις Φιλἐλληνες | Με ετικέτα Add new tag, Dupré Louis, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Γκραβούρες, Εθνεγερσία, Ελλάδα, Λιθογραφίες, Λουί Ντυπρέ | Leave a Comment »
Μπούρτζι – Ο Θαλασσόπυργος του Ναυπλίου
Ένα μικρό κάστρο στην αγκαλιά του Ναυπλίου. Σήμα και σύμβολο του. Στα χρόνια της Ενετοκρατίας (1389-1540) και μάλιστα το 1473 ο μηχανικός Antonio Gambello έλαβε εντολή από τον Προβλεπτή της πόλης Pasqualigo, να οχυρώσει το νησί. Στον πύργο που έκτισαν τοποθέτησαν πυροβόλα. Η πόλη αρματώθηκε καλά. Τα πυροβόλα του νησιού και τα κανόνια της περιοχής «πέντε αδέλφια» διασφάλιζαν την πόλη από επιδρομές ή επιθέσεις από την μεριά της θάλασσας. Το νησί πήρε το όνομα Μπούρτζι. Πρόκειται μάλλον για Τουρκοαραβική λέξη που σημαίνει φρούριο, κάστρο.
Οχυρωματικά έργα έγιναν και κατά την περίοδο της δεύτερης Ενετικής κυριαρχίας. Ορθώθηκε πύργος με περίβολο και προμαχώνες. Ο Μοροζίνης, αφού κατάσφαξε τους Τούρκους υπερασπιστές του, το κατέλαβε και πάλι το 1686. Το νησάκι το αποκαλούσαν και Castello dello soglio και το λιμάνι Porto Cadena, λιμάνι της αλυσίδας. Μια βαριά αλυσίδα απλωνόταν την νύχτα από το Μπούρτζι μέχρι την στεριά και έκλεινε με ασφάλεια την θαλασσινή είσοδο στο Ναύπλιο. Αργότερα, στα χρόνια της ελληνικής εξέγερσης συνηθιζόταν να το λένε Καστέλλι ή θαλασσόπυργο. Μετά από δύο πολιορκίες, την πρώτη υπό την καθοδήγηση και το σχέδιο του Γάλλου Φιλέλληνα Βουτιέ, παραδόθηκε τελικά στους Έλληνες στις 18 Ιουνίου 1822.

Το Μπούρτζι από το λιμάνι. Έργο του Βαυαρού Κρατσάιζεν Καρλ (Karl Krazeisen). Λιθογραφία Franz Hanfstaengl, Μόναχο, 1828.
Το Μπούρτζι, διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο κατά την πολιορκία του Ναυπλίου, γιατί οι Έλληνες χτυπούσαν με τα πυροβόλα του τα κάστρα του Παλαμηδιού και της Ακροναυπλίας, της γνωστής τότε ως Ιτς Καλέ. Εκεί, κατέφυγε και η Ελληνική Κυβέρνηση δύο φορές το 1826, λόγω των γεγονότων εκείνης της χρονιάς.
Ως Φρούριο λειτούργησε μέχρι το 1865. Μετά, έγινε η κατοικία των δημίων της γκιλοτίνας, γιατί ο λαός του Ναυπλίου δεν επιθυμούσε την συνύπαρξη μαζί τους, αλλά και διότι οι δήμιοι κατά κανόνα ήταν κατάδικοι. Το κάστρο προστάτευαν 4 στρατιώτες και ένας επικεφαλής Υπαξιωματικός. Η καρμανιόλα στηνόταν κάθε φορά που υπήρχε τέτοια ανάγκη στο περίφημο Αλωνάκι, νότια των φυλακών του Παλαμηδιού και κοντά στον Άγιο Ανδρέα. Όταν ήρθε η καρμανιόλα από την Μασσαλία, όπου κατασκευάστηκε, την συνόδευε ένας δήμιος. Έφυγε όμως πολύ γρήγορα για την πατρίδα του γιατί οι πολίτες του Ναυπλίου τον αντιμετώπιζαν με μίσος και ιδιαιτέρως προσβλητική συμπεριφορά. Άρχιζαν οι άγριες μέρες των καρατομήσεων. Το Παλαμήδι, το Ιτς-καλέ και το Μπούρτζι, θα γίνουν σημείο αναφοράς δυστυχίας και πόνου για εκείνους που ο Νόμος έπεφτε βαρύς.
Το 1950 το Μπούρτζι πρωτολειτούργησε ως Ξενοδοχείο. Φιλοξένησε σπουδαίες και διάσημες προσωπικότητες. Κατόπιν, μεταβλήθηκε σε ωραιότατο εστιατόριο και αργότερα σε καφετερία. Σήμερα, ο χώρος είναι επισκέψιμος με βαρκάκια που ξεκινούν από την παραλία του Ναυπλίου, ενώ το καλοκαίρι οργανώνονται καλλιτεχνικές ή άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Σχετικά θέματα:
Αναρτήθηκε στις Αργολίδα Μνημεία, Ναύπλιο | Με ετικέτα 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Bourtzi, Greek History, Αργολίδα Μνημεία, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βενετία, Ιστορία, Καποδίστριας, Μπούρτζι, Ναύπλιο, Πελοπόννησος, Φρούρια | Leave a Comment »
Αλήμπεης Άργους (Αλή Ναμίκ μπέης)
Το πλήρες όνομά του ήταν Αλή Ναμίκ μπέης και ήταν γόνος παλαιάς μεγάλης και πλούσιας οικογένειας της Πελοποννήσου. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο αλλά από παιδί έζησε στο Άργος. Γι̉ αυτό πολλοί ιστορικοί τον θεωρούν Αργείο. Ήταν αδελφός του περιώνυμου δυνάστη της Κορίνθου Κιαμίλμπεη και του πλουσιότατου μεγιστάνα του Άργους « ενδοξοσοφολογιωτάτου Ιτζέτ μπέη εφέντη » ο οποίος έκτισε τον πρώτο ναό του αγίου Βασιλείου για τους χριστιανούς υπηρέτες και εργάτες του, αφού το σεράγι και το τεράστιο περιβόλι του ήταν εκεί κοντά.
Ο Αλήμπεης ήταν επιφανής Τούρκος του Άργους. Είχε μεγάλο και πολυτελές σεράγι στην αριστοκρατική τουρκική συνοικία που βρισκόταν στο νότιο τμήμα της πόλης κοντά στο διοικητήριο και τον ναό του αγίου Κωνσταντίνου. Είχε την φήμη του βαθύπλουτου και του τοκιστή και κυρίως του μεγάλου γαιοκτήμονα. Είχε τρία παιδιά. Ένα αγόρι και δύο κορίτσια. Γραμματέας του δε ήταν ο Αργείος προεστός Θεόδωρος Μοθωνιός. Υπήρξε ο τελευταίος βοεβόντας (διοικητής) του Άργους μέχρι την επανάσταση. Το 1817 διετέλεσε και Φρούραρχος Ναυπλίου.
Ο πλήρης τίτλος που τον συνόδευε ήταν ιδιαιτέρως μεγαλοπρεπής και πομπώδης. «ενδοξομεγαλοπρεπέστατος Αλήμπεης εφέντης, σερασκέρμπεη ζαδές, χοντζακιάνης εφέντης της κραταιάς Βασιλείας, βοεβόντας και ζαπίτης του καζά Άργους».*
Όταν ο Χουρσίτ πασάς εξεστράτευσε από την Τρίπολη στα Γιάννενα το 1821, συστρατεύθηκε μαζί του και ο Αλήμπεης. Διακρίθηκε στον πόλεμο κατά του Αλή πασά και έλαβε τον τίτλο του πασά. Με τον τίτλο αυτό επέστρεψε στο Άργος. Διορίστηκε στο επιτελείο του Δράμαλη και ανέλαβε φρούραρχος Ναυπλίου και παρέμεινε μέχρι της πτώσης του φρουρίου. Ως αιχμάλωτο πολέμου οι Έλληνες τον αντάλλαξαν με τους αιχμαλώτους Γ. Π. Μαυρομιχάλη και Π. Γιατράκο. Μετά την απελευθέρωσή του έφυγε για την Ήπειρο.
Τσάγκος Αναστάσιος
Υποσημείωση
* Σερασκέρμπεη ζαδές = απόγονος στρατάρχη. Χοτζακιάν ή Χατζεκιάν = μεγιστάνας, ανώτερος οικονομικός υπάλληλος. Ζαπίτης = δυνάστης και καζάς = κοινότητα ή υποδιοίκηση.
Πηγές
-
Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.
-
Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996.
Αναρτήθηκε στις Πρόσωπα & γεγονότα του΄21 | Με ετικέτα 1821, alphaline, Άργος - Ιστορικά, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αλήμπεης Άργους (Αλή Ναμίκ μπέης), Βιογραφίες, Ιστορία, Ναύπλιο, Οθωμανοί, Πελοπόννησος | Leave a Comment »
Friedel de Adam
Ο Δανός Adam Friedel βρέθηκε στην Ελλάδα από το 1821 ως το 1824, λίγο ζωγράφος, λίγο μουσικός και λίγο στρατιώτης, και δίχως καμία πολεμική ικανότητα, παρά τον τίτλο του αντισυνταγματάρχη που επικαλούνταν, γνώρισε από κοντά τον Κολοκοτρώνη, τον Νικηταρά, τον Μαυρομιχάλη, τον Μπότσαρη, τον Δ. Υψηλάντη, τον Κωλέττη, τον Μαυροκορδάτο, τον Βύρωνα, όμως το σημαντικότερο που ‘κανε στη ζωή του ήταν ότι σχεδίασε τις μορφές των αρχηγών της Επανάστασης εκ του φυσικού και φτάνοντας στην Αγγλία, εκτύπωσε και κυκλοφόρησε 24 λιθόγραφα πορτραίτα αγωνιστών (που λιθογράφησε και επιχρωμάτισε ο J. Bouvier σε πολλές εκδόσεις), στο Παρίσι και το Λονδίνο τα έτη 1826 και 1827.

Πορτρέτο της «Ηρωίδας της Μυκόνου» Μαντώς Μαυρογένους, έργο του Adam Friedel. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.
Την εποχή εκείνη τα πορτραίτα του λειτούργησαν ως σύμβολα ελευθερίας, ξεσήκωσαν συνειδήσεις, ενεργοποίησαν διακεκριμένες προσωπικότητες και έγιναν λάβαρα υπέρ της συμπαράστασης στον Αγώνα των Ελλήνων για τον πολύ λαό, σε χώρες όπου οι πολεμικές ιαχές απ’ τη Ρούμελη ή τον Μοριά δεν μπορούσαν ασφαλώς ποτέ να φτάσουν για να ενθουσιάσουν. Σήμερα οι λιθογραφίες του Friedel είναι περιζήτητο αντικείμενο δημοπρασιών.
Πηγή
-
ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΥΚΚΙΟΥ – ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ, Adam Friedel. Προσωπογραφίες Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 2007.
Αναρτήθηκε στις Φιλἐλληνες | Με ετικέτα 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Fridel de Adam, Friedel de Adam, Άργος - Ιστορικά, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Γκραβούρες, Εθνεγερσία, Ελλάδα, Κολοκοτρώνης, Λιθογραφίες, Μπουμπουλίνα, Μαυρογένους, Πρόσωπα, Φιλέλληνες | Leave a Comment »
Κρατσάιζεν Καρλ ( 1794–1878 ) Ο ζωγράφος των αγωνιστών του ’21
« Ο λοχαγός και αυτοδίδακτος ζωγράφος Καρλ Κρατσάιζεν, που έλαβε ενεργά μέρος στον αγώνα, ήταν ο άνθρωπος χάρη στον οποίο γνωρίζουμε σήμερα πώς ήταν η μορφή δεκάδων αγωνιστών της εθνεγερσίας».

Κρατσάιζεν Καρλ (1794–1878) Ο ζωγράφος των αγωνιστών του ’21
Ο Karl Krazeisen, Bαυαρός αξιωματικός του πεζικού και ερασιτέχνης ζωγράφος, γεννήθηκε στις 28 Οκτωβρίου 1794 στο Kαστελλάουμ του Παλατινάτου και πέθανε στο Mόναχο στις 27 Iανουαρίου 1878. Πήρε μέρος στις επιχειρήσεις της πατρίδας του κατά του Nαπολέοντα (1813-1814). Tο 1826, υπακούοντας στο ρομαντισμό και το φιλελληνισμό της εποχής, ήρθε στην Eλλάδα για να πολεμήσει υπέρ της ανεξαρτησίας των Eλλήνων. Kατά την παραμονή του στην Eλλάδα σχεδίασε διάσημες μορφές του Aγώνα και έχοντας συναίσθηση της αξίας των έργων του, γυρίζοντας στο Mόναχο το 1827 προχώρησε σε λιθογράφηση των σχεδιασμάτων του και έκδοσή τους στο γνωστό λεύκωμα Bildmisse ausgezeichneler Griechen und Philhellenen, nebst einigen Ansichten und Trachten, που τυπώθηκε σε επτά τεύχη, από το 1828 έως το 1831. Tα σχεδιάσματα του Krazeisen έδωσαν τη δυνατότητα να παρουσιασθούν σεπτές μορφές του 1821 που η μορφή τους αναπαριστά και την αγωνία, την ελπίδα του Αγώνα του ελληνικού έθνους. Συνολικά σχεδίασε 91 έργα, ανάμεσά τους υδατογραφίες, τοπία, αρχαιότητες, πολεμικές συνθέσεις και βέβαια οι προσωπογραφίες των πρωταγωνιστών του 1821. Τα περισσότερα έργα έγιναν με μολυβί και σε χαρτί μικρού μεγέθους.
Επιστρέφοντας στη Γερμανία ο Κράτσαϊζεν λιθογράφησε τα σχέδιά του και τα κυκλοφόρησε, από το 1827 έως το 1831, σε επτά λευκώματα με το γενικό τίτλο Bildnisse ausgezeichneter Griechen und Philhellenen nebst einigen Ansichten und Trachten. Nach der Natur gezeichnet und herausgegeben von Karl Krazeisen (Προσωπογραφίες των διασημοτέρων Ελλήνων και Φιλελλήνων, μαζί με μερικές απόψεις και ενδυμασίες σχεδιασμένες εκ του φυσικού και δημοσιευμένες από τον Καρλ Κράτσαϊζεν).
Το περιεχόμενο των επτά λευκωμάτων με τις λιθογραφίες είναι το παρακάτω:
1ο. Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Γιακουμάκης Τομπάζης, Thomas Gordon, μία άποψη από το Παλαμήδι και ένα τμήμα του Ναυπλίου (1828).
2ο. Νικηταράς, Γεώργιος Κουντουριώτης, Hastings, και μία άποψη από το Μπούρτζι (1828).
3ο. Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Μακρυγιάννης, Κωνσταντίνος Νικόδημος, και μία άποψη της Αίγινας (1828).
4ο. Γεώργιος Καραϊσκάκης, Ι. Μακρής – Μιλαϊτης, Ανδρέας Ζαΐμης, και μία άποψη της Ακρόπολης των Αθηνών (1828).
5ο. Ανδρέας Μιαούλης, Γεώργιος Μαυρομιχάλης, ο γιατρός Baily και μία άποψη του Πειραιά με το μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα (1829).
6ο. Κωνσταντίνος Κανάρης, Γεώργιος Σισίνης, A. Schilcher και το «Καπετάνιος με τα παλικάρια του» (1829).
7ο. Karl von Heideck, ο συνταγματάρχης Fabvier, Κίτσος Τζαβέλας , και το «Φρεγάτα Ελλάς και το ατμόπλοιο Καρτερία» (1831).
Τα σχέδια του Karl Krazeisen δεν λιθογραφήθηκαν όλα επομένως ορισμένα από αυτά είναι σχεδόν άγνωστα. Είναι Οι προσωπογραφίες των Κωνσταντίνου Αξιώτη, Ι.Πέτα, Ι.Φιλήμονα, Ιωάννη Μαυρομιχάλη, Κωνσταντίνου Μπότσαρη, και Δημήτριου Κολιόπουλου – Πλαπούτα».
Η απόκτηση των σχεδίων
Μετά τον θάνατο του Κρατσάϊζεν, η συλλογή ανήκε πλέον στην κόρη του Μαρία, από την οποία τα κληρονόμησε ο σύζυγός της, Ιόν Ραδιονώφ Φετώβ, καθηγητής ρωσικής καταγωγής στο Βερολίνο και αργότερα κάτοικος Γαλατίου Ρουμανίας. Στις 13 Φεβρουαρίου 1926 ο Φετώβ καταθέτει στο Ελληνικό Προξενείο του Γαλατίου ένα έγγραφο στα ρουμανικά με το ιστορικό της συλλογής του το οποίο μεταφρασμένο στα ελληνικά, φυλάσσεται στο αρχείο της Εθνικής Πινακοθήκης. Αξίζει να σημειωθεί ότι για την αξία τους ο Φετώφ είχε συμβουλευτεί πριν από το 1900, τον ίδιο τον Νικόλαο Γύζη, τότε καθηγητή στο Μόναχο, ο οποίος και αμέσως αναγνώρισε την ιστορική σημασία τους, προτείνοντας την ένταξή τους στο (τότε ανύπαρκτο) Μουσείο των Αθηνών. Φαίνεται επίσης ότι για το ίδιο ζήτημα είχε ερωτηθεί και ο γλύπτης Φυτάλης. Το πλήρες κείμενο του Φετώφ που δημοσιεύεται για πρώτη φορά έχει ως εξής:
«Κατ`αρχάς του παρελθόντος αιώνος ότε ο Ελληνικός Λαός δια ν’ αποτινάξη τον τουρκικόν ζυγόν, πολλοί Φιλέλληνες εκ της Ευρώπης έλαβον μέρος εις τον αγώνα. Μεταξύ αυτών υπήρξε και ο νέος Βαυαρός υπολοχαγός Κ. Κρατσάϊζεν μετά του ζωγράφου Χεσς. Ενθουσιασμένος δια τας ωραιότητας της κλασσικής εποχής, δια τους εμπνευσμένους ήρωάς της δια την Πατρίδα των, δια τας ιδιοτρόπους αμφιέσεις, έλαβε το μολυβδοκόνδυλον και την πυξίδα εις την χείρα ίνα διαωνίση παν ό,τι τω εφαίνετο αξίας. Επιστρέφων εις Βαυαρίαν ο καλλιτέχνης ούτος, προέτεινεν εις την Επωνυμίαν Χανφστενγκελ όπως λιθογραφήση τους επισημοτέρους ήρωας, όπερ και επραγματοποιήθη δια της υποστηρίξεως του Βασιλέως τη Βαυαρίας και αυτού τούτου τυγχάνοντας μεγάλου Φιλέλληνος. Μετά το θάνατον του επισυμβάντος εν έτει 1878 τα ιχνογραφήματα και αι υδατογραφίαι του εκληρονομήθησαν παρά της θυγατρός του Μαρίας, συζύγου μου, μετά δε τον θάνατόν της, συμφώνως τη τελευταία αυτής θελήσει, περιήλθον εις την κατοχήν μου.
Πάντα τα ιχνογραφήματα τούτα έδειξα τω τέως Καθηγητή της εν Μονάχω Ακαδημίας Τεχνών Νικολάω Γύζη, ίνα πληροφορηθώ όσο το δυνατόν κάλλιον περί της αξίας αυτών. Η γνώμη του ήτο ότι η θέσις των δύναται να είναι μόνον το Μουσείον Αθηνών. Αλλ`εγώ δεν ηδυνάμην να χωρισθώ αυτών εμφορούμενος προ παντός εξ αισθημάτων σεβασμού. Τώρα όμως, ων προκεχωρημένης ηλικίας και μη ων βέβαιο ότι μετά τον θάνατόν μου οι διάδοχοί μου θα εφύλαττον μετά της αυτής αγάπης και ευλαβείας τα πολύτιμα τούτα πράγματα, μοναδικά εις το είδος των, απεφάσισαν να τα παραδώσω εις χείρας πατριώτου τινός όστις θα εγνώριζε να εκτιμήση ταύτα. Η αξία των όμως δύανται να καθορισθή μόνον εις απώτερον μέλλον καθ`όσον εκατό μόνον έτη είναι μικρόν διάστημα δυνάμενον να χρησιμεύη ως γνώμων εκτιμήσεως ιστορικού τινο αντικειμένου».
Ο Έλληνας αυτός πατριώτης που ανέλαβε την πώληση ονομάζονταν Αντύπας και ήταν Έλληνας του εξωτερικού. Λίγους μήνες αργότερα, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, δημοσιεύει το άρθρο με το οποίο παρακινεί το Ελληνικό Δημόσιο να αγοράσει το συνολικό κληροδότημα. Σ` αυτά περιλαμβάνονταν η κασετίνα με τα υδροχρώματα και τα πινέλα του Κρατσάιζεν, το δερμάτινο σελάχι του αγωνιστή Πλαπούτα, που εκτίθεται στο Παράρτημα του Ναυπλίου, μια φωτογραφία του ζωγράφου και 24 λιθογραφίες. Αγοράστηκε προς 200.000 δρχ. για λογαριασμό της Εθνικής Πινακοθήκης. Παράλληλα αποκτήθηκε και ο συνολικός λεπτομερής κατάλογος των έργων στα ρουμανικά με περιληπτική εισαγωγή του ιστορικού, όπου τονίζεται ιδιαίτερα ότι οι προσωπογραφίες είναι σχεδιασμένες εκ του φυσικού και ότι κάθε μια φέρει τις ιδιόχειρες υπογραφές των απεικονιζομένων.
Καρλ Κρατσάιζεν προσωπογραφίες αγωνιστών

Θεόδωρος Kολοκοτρώνης - Eθνικό Iστορικό Mουσείο

Aνδρέας Mιαούλης - Nαύαρχος του Aγώνα

Aνδρέας Zαΐμης

Charles Favier, baron (1782-1855)

Frank Abney Hastings (1794-1828)

Iωάννης Mηλαΐτης

Kωνσταντίνος Kανάρης

Kίτσος Tζαβέλλας

Kωνσταντίνος Nικόδημος - Πυρπολητής του 1821

Tομπάζης Iάκωβος (Γιακουμάκης) - Φιλικός, ναύαρχος της ναυτικής μοίρας της Ύδρας

Γεώργιος Kαραϊσκάκης - Στρατιωτική φυσιογνωμία, ηγέτης του 1821

Γεώργιος Kουντουριώτης - Yδραίος πολιτικός

Γεώργιος Mαυρομιχάλης - Φιλικός και αγωνιστής της Eπανάστασης του 1821

Γεώργιος Σισίνης - Πρόκριτος από τη Γαστούνη, φιλικός και πρωτεργάτης της Eπανάστασης του 1821 στην Πελοπόννησο.
Πηγές
- Ένθετο περιοδικό « Επτά Ημέρες », Εφημερίδα, Καθημερινή 25 Μαρτίου 2003, (Μαριλένα Κασιμάτη).
- Lithography by Karl Krazeisen (1794-1878) from Bildnisse ausgezeichneter Griechen und Philhellenen nebst einigen Ansichten und Trachten. Nach der Natur gezeichnet und herausgegeben von Karl Krazeisen. Munchen 1831
Αναρτήθηκε στις Φιλἐλληνες | Με ετικέτα 1821, alphaline, Hastings, Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Γκραβούρες, Εθνεγερσία, Εθνική Πινακοθήκη, Ελλάδα, Κρατσάιζεν Καρλ, Κουντουριώτης, Κολοκοτρώνης, Λιθογραφίες, Μπούρτζι, Ναύπλιο, Νικηταράς, Παλαμήδι, Φιλέλληνες, Karl Krazeisen | Leave a Comment »
Κρατσάιζεν Καρλ ( 1794 – 1878 ) Ο ζωγράφος των αγωνιστών του ’21
« Ο λοχαγός και αυτοδίδακτος ζωγράφος Καρλ Κρατσάιζεν, που έλαβε ενεργά μέρος στον αγώνα, ήταν ο άνθρωπος χάρη στον οποίο γνωρίζουμε σήμερα πώς ήταν η μορφή δεκάδων αγωνιστών της εθνεγερσίας».
Ο φιλέλληνας Καρλ Κρατσάιζεν, ένας αυτοδίδακτος ζωγράφος, ήταν ο άνθρωπος που γνώρισε από κοντά τους ηρωικούς αγωνιστές, σχεδίασε τη μορφή τους και αφού τους απαθανάτιζε ζητούσε να βάλουν την υπογραφή τους στο έργο του ως πιστοποιητικό αυθεντικότητας. Σιγά σιγά δημιούργησε ένα πάνθεον αθανάτων. Ανάμεσά τους πυρπολητές, καπεταναίοι, οπλαρχηγοί και προεστοί. Σήμερα μια σειρά από λιθογραφίες μας επιτρέπουν να γνωρίζουμε την αληθινή όψη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, του Νικηταρά, του στρατηγού Μακρυγιάννη, του Ανδρέα Μιαούλη, του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου αλλά και των Τομπάζη, Κουντουριώτη, Ζαΐμη, Σισίνη και πολλών άλλων αγωνιστών. Ο υπολοχαγός Καρλ Κρατσάιζεν βρέθηκε στην Ελλάδα ως εθελοντής στο βαυαρικό εκστρατευτικό σώμα, ενώ παράλληλα κατέγραφε με τον δικό του τρόπο τις εξελίξεις στα μέτωπα του αγώνα.
Έφτασε στην Ελλάδα το 1826 και άρχισε να αποτυπώνει τις εικόνες και τα πρόσωπα που έβλεπε άλλοτε στο Ναύπλιο, τα Αμπελάκια Σαλαμίνας, την Κόρινθο και την Αττική με κορυφαία ίσως αναφορά τη Μάχη στον Ανάλατο. Είχε μάλιστα συμμετάσχει στην πολιορκία της Αθήνας και της Ακρόπολης (Μάρτιος – Απρίλιος 1827). Στη διάρκεια αυτής της μάχης σκοτώθηκε ο Καραϊσκάκης, το πρόσωπο του οποίου σχεδίασε λίγο πριν τον κτυπήσει το μοιραίο βόλι. Συνολικά σχεδίασε 91 έργα, ανάμεσά τους υδατογραφίες, τοπία, αρχαιότητες, πολεμικές συνθέσεις και βέβαια οι προσωπογραφίες των πρωταγωνιστών του 21. Τα περισσότερα έργα έγιναν με μολυβί και σε χαρτί μικρού μεγέθους.
Επιστρέφοντας στη Γερμανία ο Κράτσαϊζεν λιθογράφησε τα σχέδιά του και τα κυκλοφόρησε, από το 1827 έως το 1831, σε επτά λευκώματα με το γενικό τίτλο Bildnisse ausgezeichneter Griechen und Philhellenen nebst einigen Ansichten und Trachten. Nach der Natur gezeichnet und herausgegeben von Karl Krazeisen (Προσωπογραφίες των διασημοτέρων Ελλήνων και Φιλελλήνων, μαζί με μερικές απόψεις και ενδυμασίες σχεδιασμένες εκ του φυσικού και δημοσιευμένες από τον Καρλ Κράτσαϊζεν). Το καθένα από αυτά περιείχε 3- 4 πορτρέτα και ένα ή δυο ελληνικά τοπία. Τα λευκώματα έγιναν πολύ δημοφιλή την εποχή εκείνη, εν είδει πολεμικής ανταπόκρισης, και παρά το λιτό και σχετικά απλοϊκό τους χαρακτήρα αποτέλεσαν βάση για πολλά πορτρέτα των επαναστατών που εμφανίστηκαν αργότερα.
Στις εικόνες αυτές μετέπειτα βασίστηκαν κορυφαίοι ζωγράφοι όπως ο Πίτερ Φον Ες και ο Θόδωρος Βρυζάκης. Στο πέρασμα του χρόνου τα έργα του έπεσαν στη λήθη και ξεχάστηκαν μέχρι το γύρισμα του αιώνα, όταν κάπου στα 1900 ένας κληρονόμος του Βαυαρού ζωγράφου ενημέρωσε για το μοναδικό αυτό αρχείο τον Νικόλαο Γύζη, ο οποίος του συνέστησε να το παραχωρήσει στο Μουσείο των Αθηνών.
Πιο συγκεκριμένα, μετά τον θάνατο του Κρατσάιζεν, το 1878, η συλλογή πέρασε στα χέρια της κόρης του Μαρίας, την οποία μετέπειτα κληρονόμησε ο σύζυγός της Ιον Φετώφ, καθηγητής ρωσικής καταγωγής, ο οποίος δίδασκε στο Βερολίνο και μετά στο Γαλάτσι της Ρουμανίας.
Ήταν πλέον Φεβρουάριος του 1926, όταν ο κληρονόμος της συλλογής κατέθεσε το ιστορικό της και ενημέρωσε επίσημα το ελληνικό προξενείο στο Γαλάτσι. Λίγο καιρό αργότερα με ένα άρθρο του ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου προέτρεπε την ελληνική κυβέρνηση να αγοράσει το κληροδότημα. Έτσι τελικά έναντι 200.000 δραχμών τα έργα του Κρατσάιζεν επέστρεψαν στον τόπο όπου είχε εμπνευστεί τη δημιουργία τους και δόθηκαν στην Εθνική Πινακοθήκη.
Πηγή
- Ένθετο περιοδικό « Επτά Ημέρες », Εφημερίδα, Καθημερινή 25 Μαρτίου 2003, (Μαριλένα Κασιμάτη).
Αναρτήθηκε στις Πρὀσωπα, Πρόσωπα & γεγονότα του΄21 | Με ετικέτα 1821, alphaline, Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Ζωγράφος, Ζαίμης, Ιστορία, Κρατσάιζεν Καρλ, Κανάρης, Μαυρομιχάλης, Πελοπόννησος, Πολιτισμός, Σισίνης | Leave a Comment »

















