Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Ανάλυση της στρατηγικής των Ιταλών στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο (1940-41) βάσει των στρατηγικών αναλυτών Σουν Τσου, Κλαούζεβιτς, Ζομινί και Φούλερ | Αντιπλοίαρχος Θεόφιλος Νικολαΐδης


 

Μπενίτο Μουσολίνι (1883-1945).

Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος εντάσσεται στα πλαίσια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και του ευρύτερου στρατηγικού σχεδιασμού της πολιτικής του Μουσολίνι, στο χώρο της Μεσογείου. Ο Μουσολίνι στα μέσα του 1940 έχοντας ως πρότυπο τις κατακτήσεις του Αδόλφου Χίτλερ, θέλησε να αποδείξει στους συμμάχους του ότι μπορεί και ο ίδιος να οδηγήσει την Ιταλία σε ανάλογες στρατιωτικές επιτυχίες και να αναδειχθεί σε ρυθμιστική δύναμη της Νότιας Βαλκανικής. Αποτελεί δε, προϊόν της επεκτατικής πολιτικής του φασιστικού καθεστώτος, η οποία διαφάνηκε με την κατάληψη της Αλβανίας (Άνοιξη 1939), διαταράσσοντας την έως τότε πολιτική και στρατιωτική ισορροπία στα Βαλκάνια [1] ενώ την ίδια χρονική περίοδο Αγγλία και Γαλλία εγγυούνταν την ανεξαρτησία της Ελλάδας, σχηματοποιώντας έμμεσα τις συμμαχίες που διαμορφώνονταν στην περιοχή.

Ο σκοπός του άρθρου είναι να αναλύσει τη στρατηγική των Ιταλών στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, υπό το πρίσμα των βασικών εννοιών που αναπτύχθηκαν από τους κορυφαίους διανοητές και στρατηγικούς αναλυτές, με σκοπό την εξαγωγή χρήσιμων και επωφελών συμπερασμάτων για την άσκηση της σύγχρονης στρατηγικής σκέψης και της επιχειρησιακής τέχνης.

 

Διεθνές Περιβάλλον

  

Ο Χίτλερ με προσωπικές του ενέργειες, για τις οποίες δεν είχε ενημερώσει το σύμμαχό του, Μουσολίνι:

– Εξασφάλισε συμμαχία με Ουγγαρία, Ρουμανία και Βουλγαρία, (Μάιος – Ιούλιος 1939).

– Επιτέθηκε στην Πολωνία, (1 Σεπτέμβριο 1939).

– Κατέλαβε τις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας, (12 Οκτώβριο 1940).

Οι ανωτέρω επεκτατικές ενέργειες, εξόργισαν το Μουσολίνι και έδρασαν καταλυτικά στην απόφασή του για επίθεση στην Ελλάδα [2], με σκοπό την απόκτηση ηγεμονικής κυριαρχίας στα Βαλκάνια. Αντίθετα η Μ. Βρετανία και η Γαλλία, παρέμεναν επίσημα θεατές εν ονόματι της φιλειρηνικότητας. [3]

 

Πολιτικός Αντικειμενικός Σκοπός (ΑΝΣΚ) Ιταλών

 

Ο πολιτικός Αντικειμενικός Σκοπός (ΑΝΣΚ)  που είχε τεθεί, ήταν η κατάληψη της Ελλάδας, όπως προκύπτει κι από το τελεσίγραφο της 28ης Οκτωβρίου. Για την επίτευξή του, χρησιμοποιήθηκε αρχικά διπλωματία εξαναγκασμού, με μεθοδευμένη κλιμάκωση των προκλητικών ενεργειών με απειλή χρήσης βίας (πειθαναγκασμός) και στη συνέχεια, από 28 Οκτωβρίου 1940, με την ανάληψη επιθετικών επιχειρήσεων, επιδιώκοντας αποφασιστικό αποτέλεσμα με τη χρήση βίας.

 

Αίτια Πολέμου

 

Τα αίτια του πολέμου προσδιορίζονται σε 3 επίπεδα [4] και αποτελούν απόρροια τόσο των προσωπικών επιδιώξεων του δικτάτορα, (ατομικό επίπεδο) όσο και των κρατικών δομών αλλά και του διεθνούς συστήματος, όπως αυτά αναλύονται παρακάτω:

Συστημικό Επίπεδο: Επιδίωξη ηγεμονικής κυριαρχίας της Ιταλίας στην περιοχή των Βαλκανίων, υπό την πίεση του διεθνούς ανταγωνισμού. Ο δικτάτορας αντιλαμβανόμενος την ανισοκατανομή ισχύος που θα δημιουργούνταν στην περιοχή ενδιαφέροντός του, με την πρόσκτηση των πετρελαιοπηγών της Ρουμανίας από τη Γερμανία, αναλαμβάνει επιθετικές επιχειρήσεις για να αποκτήσει μερίδιο στη διακυβέρνηση του διεθνούς συστήματος.

Κρατικό επίπεδο: Η καλλιέργεια στο εσωτερικό της χώρας και στη συνείδηση του ιταλικού λαού, μέσω προπαγανδιστικών ενεργειών, του κινήτρου προσφυγής στον πόλεμο, με την αναβίωση του αισθήματος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Ατομικό επίπεδο: Βιολογικά ορμέμφυτα του Μουσολίνι. Η ιδιοσυγκρασία [5] και η αλαζονεία του δικτάτορα για εξομοίωση στα μάτια του ιταλικού λαού με τον Χίτλερ καθώς και οι οραματισμοί του για αναβίωση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, επέδρασαν καταλυτικά στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας και στην κήρυξη του πολέμου στην Ελλάδα. [6] Επιπλέον δε, επιζητούσε και τη στρατιωτική δόξα, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Τσιάνο, «το ασύλληπτο όνειρο της ζωής του, η δόξα επί του πεδίου της μάχης».[7] Διαβάστε τη συνέχεια »

28η Οκτωβρίου 1940: «Το όχι των Ελλήνων»


 

 

28η Οκτωβρίου 1940. Φωτογραφία Greek Library of London.

 

Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο πρεσβευτής της Ιταλίας στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι επέδωσε στον Μεταξά τελεσίγραφο της ιταλικής κυβέρνησης. Με αυτό, η Ρώμη ζητούσε να επιτραπεί η ελεύθερη διέλευση ιταλικών στρατευμάτων, τα οποία θα κατελάμβαναν απροσδιόριστα «στρατηγικά σημεία» εντός της ελληνικής επικράτειας.

[…] Tο ηχηρό «ΟΧΙ» των Ελλήνων  προκάλεσε παλλαϊκές εκδηλώσεις ενθουσιασμού στην Αθήνα. Ο κόσμος συμμετέχει σ’ αυτές τις εκδηλώσεις, χειροκροτεί, ζητωκραυγάζει. Είχα πολλά, πάρα πολλά χρόνια να δω τέτοιο ενθουσιασμό στην Αθήνα. Αισθάνεται κανείς ένα πάθος μες στον αέρα, ένα φανατισμό, μια λεβεντιά. Ξύπνησε το ελληνικό φιλότιμο, είναι κάτι ωραίο. Και μια τέλεια εθνική ενότητα. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που αισθάνομαι τέτοιαν ομόνοια να βασιλεύει στον τόπο: Κανείς δεν σκέπτεται αυτή τη στιγμή ότι ο εχθρός είναι δέκα φορές ισχυρότερος, ότι ο θάνατος κρέμεται από πάνω μας μέσα σ’ αυτόν τον λαμπρό ουρανό», περιγράφει εκείνο το πρωινό του Οκτωβρίου ο λογοτέχνης Γιώργος Θεοτοκάς. #28ηΟκτωβρίου1940 #ΟΧΙ #ΒΠαγκόσμιοςΠόλεμος

 

Η Ηώς (1830-1831)


 

Σύγγραμμα περιοδικόν ασχολούμενον περί την φιλολογίαν, φιλοσοφίαν, περί τας επιστήμας, τέχνας, γεωργίαν, εμπόριον κ.λπ. Ναύπλιο, 1 Φεβρ. 1830 – 25 Απρ. 1831, αρ. τχ. 1-17, με διακοπές. Εκδότης: Εμ. Αντωνιάδης.

Κάτω από τον τίτλο τα ακόλουθα: «Εκδίδεται άπαξ της εβδομάδος. Τιμάται κατ’ έτος Φοίνικες 25, καθ’ εξαμηνίαν Φοίνικες 12½. Εν Ναυπλίω 1 Φεβρουάριου 1830». Μότο: «Πενίαν και ατιμίαν αφαιρείται η παιδεία». Παρά το γεγονός ότι σε κάθε τεύχος ο εκδότης δηλώνει ότι το περιοδικό είναι εβδομαδιαίο, η Ηώς κυκλοφορούσε άρρυθμα: (αρ. τχ. 1, 1 Φεβρ. 1830· αρ. τχ. 2, 15 Φεβρ. 1830· αρ. τχ. 3, 1 Μαρτ. 1830· αρ. τχ. 4, 15 Μαρτ. 1830· αρ. τχ. 5, 25 Μαρτ. 1830· αρ. τχ. 6, 3 Απρ. 1830· αρ. τχ. 7/8, 3 [18] Απρ. 1830. Σε κανονικό εβδομαδιαίο ρυθμό (από το τχ. 9, 23 Αυγ. 1830 έως και το τχ. 15, 4 Οκτ. 1830). Τα δύο τελευταία τεύχη, αρ. 16 και 17 εκυκλοφόρησαν στις 18 και 25 Απρ. 1831, αντιστοίχως και έχουν την ένδειξη «Έτος Β’». Οκτασέλιδη, διαστάσεων 20×14 εκ. Σελιδαρίθμηση: έως και το διπλό τχ. 7/8 της 3ης [18ης] Απρ. 1830, σελιδαρίθμηση κατά τεύχος. Από το τχ. 9 (23 Αυγ. 1830) έως το τχ. 17 (25 Απρ. 1831) σελιδαρίθμηση ενιαία, με τελευταία τη σελίδα 72. Ένας από τους υπάρχοντες τόμους αποτελείται από 17 τεύχη (αρ. τχ. 1-17), συσταχωμένα, ενώ στο χάρτινο εξωτερικό περίβλημα σημειώνονται τα ακόλουθα: «Η Ηώς. Σύγγραμμα περιοδικόν. Εκδιδόμενον εν Ναυπλία κατά το 1830 έτος. Παρά του Κ. Εμ. Αντωνιάδου». Συνδρομές: ετήσια 25 φοίνικες, εξαμηνιαία 12½ φοίνικες. Τυπογραφείο: Εμμ. Αντωνιάδου.

Αντωνιάδης Εμμανουήλ (1791-1863). Δημοσιεύεται στο «Εθνικόν Ημερολόγιον Βρετού», τ. 5, No 1 (1865).

Είναι το πρώτο περιοδικό που εκδόθηκε σε ελεύθερη ελληνική πόλη και αποτελεί μία από τις πρώτες προσπάθειες να αναβιώσει ο περιοδικός Τύπος στην Ελλάδα. Ο Εμ. Αντωνιάδης έχοντας επίγνωση της αξίας και της δύναμης του Τύπου και της τυπογραφίας έφερε και εγκατέστησε στο Ναύπλιο ιδιόκτητο τυπογραφείο στο οποίο από τον Φεβρουάριο 1830 τύπωνε την Ηώ. Στο πρώτο φύλλο ο εκδότης δημοσιεύει δύο σύντομα κείμενα (είναι πολύ πιθανό ότι εκυκλοφόρησαν και αυτοτελώς). Το πρώτο με χρονολογία 1 Φεβρουαρίου 1830 το τιτλοφορεί «Είδησις», και το υπογράφει «ο πολίτης Εμ. Αντωνιάδης». Το δεύτερο χρονολογημένο 4 Φεβρουαρίου 1830, το απευθύνει «Προς τους Λογίους».

Τα δύο αυτά κείμενα απηχούν αφενός τις απόψεις του ως προς την αποστολή και τη σημασία του Τύπου για τη διαμόρφωση υγιούς πολιτικού, κοινωνικού, και πνευματικού βίου και αφετέρου διαγράφουν τα πλαίσια μέσα στα οποία ο εκδότης προτίθεται να κινηθεί για να επιτύχει στο έργο του. Και τα δύο κείμενα βρίσκονται μέσα στο κλίμα του διαφωτισμού, όπως είχε αναπτυχθεί και διαμορφωθεί τις δύο δεκαετίες που προηγήθηκαν από την Επανάσταση: Στην πρόσκλησή του εξάλλου προς όλους τους λογίους, για να συνεργασθούν, επισημαίνει τους λόγους για τους οποίους επεχείρησε την έκδοση της Ηούς: «Ο λόγος είναι περί της ηθικής βελτιώσεως του έθνους», καθώς και για την υποχρέωση των λογίων να συντελέσουν στην πραγματοποίησή του, «σεις δε ως λόγιοι και Διδάσκαλοι, χρεωστείτε παρά πάντας τους άλλους να συντρέξετε εις τον σκοπόν».

Στο ίδιο κείμενο εκφράζει την απόλυτη πίστη και αφοσίωσή του στην συνταγματική τάξη που δημιουργεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την καλή λειτουργία του πολιτεύματος: «αν […] η ελευθερία του τύπου είναι εν εκ των ιερωτέρων δικαιωμάτων του πολίτου Έλληνος, των πασιφανώς διακηρυχθέντων και καθιερωθέντων ενώπιον θεού και ανθρώπων, τα οποία δικαιώματα του πολίτου ως πρώτη και ιερωτέρα βάσις των πολιτικών μας θεσμών, σέβονται καθ’ όλην την έκτασιν των και Κυβερνούντες και Κυβερνώμενοι». Τελευταία και χαρακτηριστική φράση του τελευταίου άρθρου που εδημοσίευσε η Ηώς (αρ. τχ. 17, σ. 72): «Η ευνομία φέρει και την ησυχίαν». Διαβάστε τη συνέχεια »

Η δίωξη της Εφημερίδας «Ο Απόλλων»


 

Το καλοκαίρι του 1830 ο Αναστάσιος Πολυζωίδης επέστρεψε στην Ελλάδα, υστέρα από συμπληρωματικές σπουδές δύο χρόνων περίπου στο εξωτερικό. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης είχε διαδραματίσει δευτερεύοντα ρόλο, τώρα όμως ένοιωθε αρκετά ικανός για ουσιαστικότερη παρουσία στο ελεύθερο πια κράτος. Η πολιτική κατάσταση στο μεταξύ είχε αλλάξει: το σύνταγμα της Τροιζήνας, στη σύνταξη του όποιου και ο ίδιος συνέβαλε, είχε ανασταλεί και όλη η εξουσία βρισκόταν στα χέρια του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.

Αναστάσιος Πολυζωίδης

Ο Πολυζωίδης, σαν φιλελεύθερος, ανήκε ιδεολογικά στην αντιπολίτευση. Παρόλα αυτά θέλησε να υπηρετήσει κάτω από τις διαταγές του Κυβερνήτη, τον όποιο σεβόταν και ευγνωμονούσε για τη χρηματική ενίσχυση των σπουδών του. Στην αρχή προσπάθησε να καταλάβει υπεύθυνη θέση στον κρατικό μηχανισμό, αλλά οι ελπίδες του διαψεύστηκαν. Οι θέσεις που του πρόσφερε η Κυβέρνηση έθιγαν, κατά τη γνώμη του, τη φιλοτιμία του και, το σπουδαιότερο, δεν του παρείχαν την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει γόνιμα όσα έμαθε σπουδάζοντας τόσα χρόνια. Η πεποίθηση ότι σαν πνευματικός άνθρωπος είχε υψηλότερη αποστολή τον ώθησε στην απόρριψή τους. Συγχρόνως άλλη απογοήτευση περίμενε τον νεαρό διανοούμενο: η επιθυμία του να εκδώσει μετάφραση της Πολιτικής Οικονομίας του Ιωσήφ Δροζίου δεν έγινε ευνοϊκά δεχτή από τον Κυβερνήτη, ο όποιος θεώρησε τους Έλληνες ανώριμους ακόμη για να ωφεληθούν από το έργο αυτό. Η δημοσιογραφία πρόβαλε τότε στον Πολυζωίδη σαν το μόνο μέσο αξιόλογης προσφοράς στους συμπολίτες του. Στην απόφασή του αυτή θα παρακινήθηκε ασφαλώς από τους αντιπολιτευόμενους την Κυβέρνηση φίλους του και ιδιαίτερα από τον παλιό του προστάτη Αλ. Μαυροκορδάτο. Οι τελευταίοι επιθυμούσαν να καλύψουν το κενό που άφησε, ύστερα από τη δίωξή της, η ανεξάρτητη εφημερίδα «Η Ηώς» του Εμμ. Άντωνιάδη.

Ο Πολυζωίδης γνωστοποίησε την έκδοση της εφημερίδας του «Ο Απόλλων» με την προκήρυξη της 13 Δεκεμβρίου 1830. Σ’ αυτή τόνιζε την ιερή αποστολή του τύπου: ότι είναι φύλακας όλων των ελευθεριών και ότι συμβάλλει ουσιαστικά στο φωτισμό του έθνους. Υποσχέθηκε την καταχώριση ειδήσεων από το εξωτερικό και διακήρυξε την αμετάτρεπτη απόφασή του να υπηρετήσει, μέσα στα όρια του νόμου και χωρίς καμιά παρέκκλιση η συγκατάβαση, την αλήθεια και τη δικαιοσύνη.

Τα πρώτα αντίτυπα της προκήρυξης στάλθηκαν στον Γραμματέα της Δημόσιας Παιδείας Ν. Χρυσόγελο για να παραδοθούν στον Κυβερνήτη, ο όποιος ετοιμαζόταν τότε να αναχωρήσει από το Ναύπλιο. Η ενέργεια αυτή δεν σήμαινε αίτηση επίσημης άδειας για την έκδοση, αλλά αποτελούσε απλή γνωστοποίηση και πρόσκληση συνδρομής.

Ο Πολυζωίδης γνώριζε καλά ότι σύμφωνα με τις αρχές των επαναστατικών Εθνοσυνελεύσεων, οι όποιες αποτέλεσαν τις συνταγματικές βάσεις της Κυβέρνησης Ιω. Καποδίστρια και τις όποιες αναγνώρισε χωρίς τροποποιήσεις η Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους (1829), ο εκδότης ενός εντύπου δεν υπέκειτο σε κανένα περιορισμό παρά μόνο στην τήρηση των έξης όρων: να σεβαστή τη χριστιανική θρησκεία και τις αρχές της ηθικής· να αποφύγει κάθε προσωπική ύβρη και συκοφαντία. Κατά συνέπεια η άδεια ήταν περιττή και αν τυχόν η Κυβέρνηση διεκδικούσε το δικαίωμα συγκατάθεσης ή άρνησης στην έκδοση μιας εφημερίδας, θα ενεργούσε αντίθετα προς τη συνταγματική διάταξη που όριζε τον τύπο ανεξάρτητο. Εξ άλλου είχε ήδη εκδοθεί η «Ηώς» χωρίς να χρειαστεί κυβερνητική άδεια. Διαβάστε τη συνέχεια »

Γενική Εφημερίς της Ελλάδος (1825-1832)


 

Η Γενική Εφημερίς της Ελλάδος ήταν το επίσημο έντυπο της Διοίκησης. Κυκλοφόρησε από τις 7 Οκτωβρίου του 1825 μέχρι τις 23 Μαρτίου του 1832. Επί επτά συνεχόμενα έτη κάλυπτε τις ανάγκες της Κυβέρνησης και είναι προδρομικό έντυπο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως.

 

Ναύπλιο. 7 Οκτ. 1825 – 23 Μαρτ. 1832. Διευθυντές: Θεόκλητος Φαρμακίδης (Οκτ. 1825 – Ιούν. 1827), Γ. Χρυσίδης (Ιούν. 1827 – 8 Δεκ. 1831), Ιωάννης Γαλιάτσας (15 Δεκ. 1831 – 23 Μαρτ. 1832). Κυκλοφορούσε δύο φορές την εβδομάδα, κάθε Τετάρτη και Παρασκευή ή Σάββατο, συνήθως τετρασέλιδη, συνοδευόταν και από παραρτήματα. Η αρίθμηση ήταν συνεχής και οι διαστάσεις 29×22 εκ. Ετήσια συνδρομή: τάλαρα δίστηλα 6. Τυπογραφείο: Εθνική Τυπογραφία.

Πρόκειται για το ημιεπίσημο, αρχικά, όργανο της Διοίκησης που πρωτοκυκλοφόρησε στο Ναύπλιο. Διευθυντής της τυπογραφίας της Διοικήσεως και «εφημεριδογράφος» ορίστηκε αρχικά ο Θεόκλητος Φαρμακίδης. Αποτελεί τη μόνη εφημερίδα της εποχής με πανελλήνιο και όχι τοπικό χαρακτήρα. Δημοσίευε συστηματικά τα Πρακτικά του Βουλευτικού και του Εκτελεστικού, αλλά περιλάμβανε και πολιτικά, φιλολογικά άρθρα και ποιήματα, δοκίμια για τον πατριωτισμό, σχόλια για την κατάσταση της Ελλάδας, και γεωργικές συμβουλές (όπως το πώς φυτεύονται τα γεώμηλα), ειδήσεις του εσωτερικού και του εξωτερικού, καθώς και επιστολές των αναγνωστών. Πληροφορίες αντλούσε από τις εφ. Ανατολικός Θεατής, Εφημερίς της Σμύρνης, Εφημερίς Οδησσού, Ο Ήλιος, Συνταγματικός, αλλά και από μία πληθώρα εφημερίδων της Γαλλίας, της Αγγλίας, της Αυστρίας, της Ιταλίας, της Γερμανίας, της Μάλτας, της Ελβετίας κ.α.

 

Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, Αίγινα, 8 Μαρτίου 1830.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Ο Απόλλων: Εφημερίς της Ύδρας –  Το αντιπολιτευτικό όργανο των συνταγματικών κατά του Καποδίστρια


 

Η εφημερίδα «Ο Απόλλων» εκδιδόταν από τις 11 Μαρτίου ως τις 9 Οκτωβρίου 1831, από τον Αναστάσιο Πολυζωίδη (1802-1873), πολιτικό φίλο του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και ένθερμο υποστηρικτή των δημοκρατικών και συνταγματικών θεωριών της Ιουλιανής Επανάστασης του 1830 στη Γαλλία. Πρόκειται για τον μετέπειτα δικαστικό, που δίκασε τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη το 1834 και αρνήθηκε να επικυρώσει τη θανατική του καταδίκη, με αποτέλεσμα να υποστεί διώξεις και ο ίδιος. Η εφημερίδα του Πολυζωίδη εξελίχθηκε σε αδιάλλακτο αντιπολιτευτικό όργανο, που προπαγάνδιζε ανοιχτά την εξέγερση κατά του Κυβερνήτη.

 

Ο Απόλλων Εφημερίς της Ύδρας, πολιτική και φιλολογική. Ύδρα, 11 Μαρτ. 1831 – 7 Οκτ. 1831, αρ. φ. 1 – 60. Ιδρυτής – εκδότης: Αναστάσιος Πολυζωίδης. Μότο: «Ούτε εκ του Κόσμου τον Ήλιον ούτε εκ της Ομιλίας αρτέον την Παρρησίαν» (Πλούταρχος). Από το φ. 6 (28 Μαρτ. 1831) προστίθεται το σύνθημα «Εθν. Συνέλευσις! Σύνταγμα!», το οποίο γίνεται στο φ. 46 (15 Αυγ. 1831) «Ελεύθερ’ Εκλογαί! Σύνταγμα!». Δισεβδομαδιαία (Τετάρτη και Σάββατο), τετρασέλιδη, δίστηλη, διαστάσεων 32×22 εκ. Ετήσια συνδρομή, 36 φοίνικες, κατά τετραμηνία 12 φοίνικες. Από το φ. 40 αναγράφεται η ετήσια συνδρομή σε τάλληρα, έξι και δύο αντίστοιχα. Είχε ως βάση της κυκλοφορίας της τους συνδρομητές. Ο εκδότης, που μιλά για τον «μέγαν αριθμόν των συνδρομητών μας», εξέδωσε δύο προκηρύξεις (Ναύπλιο, 19 Δεκ. 1830 και Ύδρα, 6 Μαρτίου 1831) και παραρτήματα όταν το απαιτούσε η ύλη (αρ. φ. 15, 29 Απρ. 183Τ αρ. φ. 24, 30 Μαΐου 1831· αρ. φ. 31, 24 Ιουν. 1831· αρ. φ. 42, 1 Αυγ. 1831· αρ. φ. 44-45, 12 Αυγ. 1831· αρ. φ. 48-49, 26 Αυγ. 1831· αρ. φ. 59, 30 Σεπτ. 1831). Διέθετε ιδιόκτητο τυπογραφείο όπως φαίνεται από την είδηση στο φ. 20-21 (20 Μαΐου 1831): «εξ αιτίας τίνος επισκευής, της οποίας έλαβεν εν τω μεταξύ χρείαν το ατελές πιεστήριόν μας […] ηναγκάσθημεν ν’ αναβάλωμεν το φύλλον του Σαββάτου, και να συνάψωμεν αυτό με το σημερινόν».

Αναστάσιος Πολυζωίδης

Πρόκειται για πολιτική, αντιπολιτευτική εφημερίδα, την πρώτη στην ιστορία του ελληνικού Τύπου. Το πρώτο φύλλο της, σύμφωνα με την προκήρυξη της 19ης Δεκεμβρίου 1830, θα κυκλοφορούσε στο Ναύπλιο την 1η Ιανουάριου 1831. Η απόφαση να απαγορευθεί η κυκλοφορία του Απόλλωνα και να κατασχεθεί το πρώτο φύλλο από την αστυνομία έγινε κατά παράβαση των ψηφισμάτων της Δ’ Εθνοσυνέλευσης του Άργους (1829), που όριζε τον Τύπο ανεξάρτητο και την έκδοση εντύπου χωρίς να χρειάζεται κυβερνητική άδεια.

Στις 6 Μαρτίου 1831 ο Αναστάσιος Πολυζωίδης με νέα προκήρυξη γνωστοποίησε την επανέκδοση του Απόλλωνα στην Ύδρα με την υποστήριξη της οικογένειας Κουντουριώτη. Από το πρώτο φύλλο ο εκδότης έθεσε το ζήτημα της ελευθεροτυπίας, αναφερόμενος με σειρά άρθρων του στην παρεμπόδιση της έκδοσης και κυκλοφορίας του φύλλου στο Ναύπλιο, καυτηριάζοντας τα ανελεύθερα μέτρα του Καποδίστρια.

Η αντιπολίτευση εκμεταλλεύτηκε την παραβίαση των συνταγματικών διατάξεων, εγκολπώθηκε την υπόθεση και πρόβαλε τον Απόλλωνα ως σύμβολο της διωκόμενης πολιτικής ελευθερίας. Η εξασφάλιση της έκδοσης της εφημερίδας αποτελούσε επιδίωξη της αντιπολίτευσης εφόσον θα κάλυπτε το κενό που άφησε, ύστερα από τη δίωξη της, η εφ. Ηώς (1830) του Εμμανουήλ Αντωνιάδη. Διαβάστε τη συνέχεια »

Δαναός – Η Εφημερίδα του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός»


  

Tα Χριστούγεννα της 25ης Δεκεμβρίου 1895 τυπώθηκε το πρώτο φύλλο της πέμπτης κατά σειρά Αργείτικης εφημερίδας η οποία μετά από μια πορεία δέκα ετών, το 1905 διέκοψε  την κυκλοφορία της έχοντας ολοκληρώσει τον κύκλο της.

 

Εφημερίς του ομωνύμου Συλλόγου εκδιδομένη κατά Κυριακήν. Άργος, 25 Δεκ. 1895 – 5 Αυγ. 1901, αρ. φ. 1- 125. Διευθυντής: Χρηστός Παπαοικονόμος (25 Δεκ. 1895 – 5 Σεπτ. 1898, αρ. φ. 1- 70 και 27 Μαΐου 1900 – 5 Αυγ. 1901, αρ. φ. 100-125), σχολάρχης, πρόεδρος του Συλλόγου Αργείων ο «Δαναός». Άλλος υπότιτλος: Εφημερίς του ομωνύμου Συλλόγου εκδιδομένη δις του μηνός (1 Ιαν. 1898 – 5 Αυγ. 1901, αρ. φ. 54-125). Εβδομαδιαία και από 1 Ιαν. 1898 δεκαπενθήμερη (αρ. φ. 54), τετρασέλιδη και δίστηλη, διαστάσεων 31×23 εκ. περίπου. Τιμή φύλλου: 10 λεπτά έως και το φ. 71, 23 Σεπτ. 1898· μετά δεν αναγράφεται τιμή. Ετήσιες συνδρομές: εσωτερικού 12 δρχ. και εξωτερικού 5 χρυσά φράγκα· από 1 Ιαν. 1898 (αρ. φ. 54) μειώνεται σε 4 δρχ. για το εσωτερικό και 4 χρυσά φράγκα για το εξωτερικό. Τυπωνόταν στο τυπογραφείο του Ανάργυρου Τημελή, το μοναδικό του Άργους.

Διέπεται από τις αρχές του ομώνυμου συλλόγου. Αποβλέπει κυρίως στην ηθική και πνευματική προαγωγή του λαού και στην υπόδειξη της «αληθούς ευδαιμονίας». Στόχο έχει να μεταδίδει στους απανταχού Αργείους την κοινωφελή εργασία του συλλόγου και τα όσα συμβαίνουν στην επαρχία του Άργους, ώστε να «χρησιμεύση ως σύνδεσμος πατριωτικός».

Εφημερίδα «Δαναός»

Ο τίτλος παραχωρήθηκε από τον I. Υψηλάντη που εξέδιδε παλιότερα τοπική εφημερίδα με την ίδια ονομασία. Δεν ενδιαφέρεται καθόλου για πολιτικά ζητήματα· περιορίζεται σε άρθρα ηθικοθρησκευτικού περιεχομένου, ειδήσεις τοπικού ενδιαφέροντος, πληροφορίες γύρω από τη δράση του συλλόγου ή κείμενα για εκλιπόντες ευεργέτες του, αλλά και ιστορικές μελέτες για τοπικά κυρίως δέματα. Ο Δαναός αναφέρει ότι η κάλυψη της ύλης εναπόκειται στη φιλόφρονη συνδρομή άρθρων και πληροφοριών εκ μέρους των αναγνωστών. Τα περισσότερα άρθρα είναι ανυπόγραφα· παρουσιάζονται όμως τα ονόματα του Δημοσθένη Δ. Δεσμίνη και του αντιπροέδρου του συλλόγου Δ. Κ. Βαρδουνιώτη.

Συχνά τα φύλλα κυκλοφορούν διπλά, παραμένοντας όμως πραγματικά διπλά (οχτασέλιδα, όπως στις 10 Ιαν. 1899, αρ φ. 88/89). Ο πόλεμος του 1897 επιβάλλει διακοπή της έκδοσης (με την επιστράτευση κλείνει προσωρινά το τυπογραφείο ελλείψει εργατών). Η εφημερίδα όμως «επανέρχεται» με «μεταρρυθμίσεις τινάς εις την έκδοσιν», που σημαίνουν την «δεκαπενθημερίαν» και ανάλογη ελάττωση της συνδρομής. Ταυτόχρονα όμως υπογραμμίζεται στους Αργείους και στους φίλους του συλλόγου ότι σ’ αυτούς εναπόκειται να ενισχύσουν την εκδοτική προσπάθεια, ώστε να ξαναγίνει εβδομαδιαία. Η ενίσχυση αυτή όχι μόνο δεν ήρθε, αλλά η μη καταβολή των συνδρομών θα οδηγήσει τον Δαναό, ύστερα από επανειλημμένες «παρακλήσεις», να διακόψει οριστικά την κυκλοφορία του, αφού προηγουμένως αραίωσε η τακτική κυκλοφορία του.

Βιβλιοθήκη – Αρχείο: ΒΣΑΔ – Βιβλιοθήκη Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», ΕΒΕ – Εθνική Βιβλιοθήκη Ελλάδος, (εκτός από τα φ. 2-53), Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

Σπύρος Ταλιέρης

Φιλόλογος – Εκπαιδευτικός

Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, «Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου 1784-1974», τόμος Α΄, Αθήνα, 2008

 

Διαβάστε ακόμη:

Δαναός – Η πρώτη εφημερίδα του Άργους


 

Εφημερίς του Λαού. Άργος, 7 Απρ. 1883 – 4 Απρ. 1885, αρ. φ. 1-59 (περ. Α’) και 20 Αυγ. 1886 – 7 Φε6ρ. 1887, αρ. φ. 1-18 (περ. Β’). Εκδότης- διευθυντής: Ιωάννης Κ. Υψηλάντης. Συντάκτης: Δ. Κ. Βαρδουνιώτης (20 Ιουλ. 1884 – 21 Μαρτ. 1885<;>, αρ. φ. 39-57<;>). Εβδομαδιαία, τετρασέλιδη, δίστηλη, διαστάσεων 32×21 εκ. περίπου (σχήματος 4ου). «Συνδρομή ετησία Διά τους εν Αργεί δραχ. ν.[έαι] 5, Διά τους εκτός [δραχ. νέαι] 6» και από 14 Απρ. 1883 (αρ. φ. 2) «Διά τους εν τω εξωτερικά) [δραχ. νέαι] 10». «Τύποις Ιωάννου Κ. Υψηλάντου».

Η πρώτη εφημερίδα του Άργους. Αρχή της έχει να μην ανήκει σε κανένα κόμμα, αλλά να υποστηρίξει με θέρμη το δίκαιο κάθε πολίτη, να εκφράζει πιστά το φρόνημα και τις ανάγκες του τόπου, να προστατεύει με θάρρος τα συμφέροντά του. Επιδιώκει ωστόσο να μην ασχολείται αποκλειστικώς με πολιτικά θέματα, αλλά να αποτελέσει κοινωνική εφημερίδα που θα δημοσιεύει επιστημονικά και ποικίλα άρθρα.

 

Δαναός – Η πρώτη εφημερίδα του Άργους

 

Ενδιαφέρεται κυρίως για θέματα τοπικού ενδιαφέροντος ή ζητήματα ευρύτερα περιφερειακά, που όμως πάλι συνδέονται άμεσα με την περιοχή. Ακόμα και όταν φαίνεται να υπερβαίνει τα όρια της Πελοποννήσου και του ελληνικού κράτους, πάλι πρόκειται για θέματα που αφορούν άμεσα την περιοχή-πόλη, όπως η «δίκη των εν Σμύρνη συμπολιτών μας, των κατηγορουμένων, ότι είνε λησταί Σάμιοι» (σε συνέχειες, 31 Ιουλ. 1884 – 17 Νοε. 1884, αρ. φ. 40-50). Πολιτικά υποστηρίξει σταθερά τον Θ. Δεληγιάννη, ενώ επιτίθεται κατά του X. Τρικούπη. Αναδημοσιεύει άρθρα ή ειδήσεις από τις εφ. Η Αργολίς, Ανεξαρτησία, Νέα Εφημερίς, Μη χάνεσαι, Καρτερία, Πρωία· σε αρκετές προσκολλά σχόλιο με υπογραφή «Σ.Σ.Δ.» (Σημείωση/Σχόλιο Συντάκτου Δαναού). Διαβάστε τη συνέχεια »

Η λειτουργία των 1ου και 2ου Δημοτικών Σχολείων Θηλέων Κρανιδίου κατά την πρώτη 15/ετία του 20ου αιώνα (1900-1915) | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Εισαγωγή

 

Η αρχή του 20ου αιώνα βρίσκει το Κρανίδι να έχει ένα «πλήρες» Δημοτικό Σχολείο για τα κορίτσια, ενώ στο Φ.Ε.Κ. 246/16 Οκτωβρίου 1903 αναδημοσιεύτηκε και η σύσταση του δεύτερου «κοινού διτάξιου Δημοτικού Σχολείου Θηλέων». Έτσι το σύνολο των μαθητών και των δυο σχολείων ήταν κατά τι λιγότερο του 10% του πληθυσμού της πόλης.

 

1ο πλήρες Δημοτικό Σχολείο Θηλέων

 

Οι διδασκάλισσες

 

  • Δέσποινα Οικονόμου, πρωτοβάθμια. Τοποθετήθηκε από το Υπουργείο στις 10 Ιανουαρίου 1895 και απολύθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου 1915 με την υπ’ αριθμ. 32919 Υπουργική Πράξη.
  • Αθανασία Χαλκιοπούλου, πρωτοβάθμια. Διορίστηκε από το Υπουργείο στις 25 Σεπτεμβρίου 1895 και απολύθηκε «ως μη δυναμένη να εργάζεται επωφελώς εις Κρανίδιον» μετά από εισήγηση του Εποπτικού Συμβουλίου. Πράξη Υπουργού 1832/25 Ιανουαρίου 1906, Φ.Ε.Κ. 24/27 Ιανουαρίου 1906.
  • Κυριακούλα Καθήκουρη, δευτεροβάθμια. Τοποθετήθηκε από το Εποπτικό Συμβούλιο στις 22 Δεκεμβρίου 1902, μετά την παραίτηση, με αίτησή της, από το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Άνω Βόλου, με την Υπουργική απόφαση 22582/13 Δεκεμβρίου 1902, Φ.Ε.Κ. 310/16 Δεκεμβρίου 1902 και είχε τότε 12 /ετή υπηρεσία. Στη συνέχεια πήρε μετάθεση «εις το 1οΔημοτικό Σχολείο Θηλέων Ύδρας» σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 14270 Υπουργική Πράξη που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ.203/9 Σεπτεμβρίου 1908. Από το παραπάνω σχολείο απολύθηκε «δι’ ανεπάρκειαν περί την εκπλήρωσιν των εαυτής καθηκόντων», με την υπ’ αριθμ. 10960 Υπουργική Πράξη που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 89/18 Μαΐου 1912.
  • Μαρία Φωστίνη, δευτεροβάθμια. Πρωτοδιορίστηκε με εισήγηση του Δημοτικού Συμβουλίου και σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 397/26 Ιανουαρίου 1906 απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας Σ. Βάρβιογλη «επί βαθμώ κανονισθησομένου υπό του Εποπτικού Συμβουλίου». Στις 22 Σεπτεμβρίου 1913 πήρε απόσπαση από το 1Ο 3/τάξιο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου στο Δημοτικό Σχολείο Πορτοχελίου.
  • Ελένη Μίληση, δευτεροβάθμια. Πρωτοδιορίστηκε στο 1ο πλήρες Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου σύμφωνα με την υπ’αριθμ.4455 απόφαση της Νομαρχίας στις 23 Οκτωβρίου 1908.
  • Α(ν)δριανή Αντώνιζα, πρωτοβάθμια. Τοποθετήθηκε στο Σχολείο με μετάθεση στις 2 Σεπτεμβρίου 1915 σύμφωνα με την 32959 Υπουργική Πράξη.

Τέλος, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι το Εποπτικό Συμβούλιο, κατόπιν πρότασης του Δημοτικού Συμβουλίου, πρότεινε με την από 11 Νοεμβρίου 1902 πράξη του τον διορισμό στο (1ο) πλήρες Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου της διδασκάλισσας Ελένης Γκιώνη, η οποία ήταν η πρώτη διδασκάλισσα του Δημοτικού Σχολείου Θηλέων Διδύμων. Η ανωτέρω εκπαιδευτικός υπηρετούσε τότε στην Κορινθία (Αθίκια και Άσσο).

 

Μαρία Β. Φωστίνη

 

Γεννήθηκε στο Κρανίδι στις 4 Απριλίου 1886. Ήταν η τέταρτη κόρη της εξαμελούς οικογένειας ευσεβών γονέων του καπετάν Βασίλη Φωστίνη και της Μαρίνας, κόρης του Αναγνώστη Παπαδία. Περάτωσε τις βασικές της σπουδές στην ιδιαίτερη πατρίδα της και φοίτησε στη συνέχεια στην Αρσάκειο Παιδαγωγική Ακαδημία. Με την υπ’αριθμ.397/26 Ιανουαρίου 1906 πράξη του Νομάρχη Αργολίδας διορίζεται στο 1ο πλήρες Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου «επί βαθμώ κανονισθησομένου υπό του Εποπτικού Συμβουλίου».

Τη σχολική χρονιά 1913-1914 τοποθετήθηκε με απόσπαση στο Δημοτικό Σχολείο Πορτοχελίου. Όπως πληροφορηθήκαμε ζήτησε την απόσπαση, προκειμένου να βρίσκεται κοντά με την αδελφή της η οποία ήταν παντρεμένη και διέμενε στο Πορτοχέλι. Αργότερα επανήλθε στο Κρανίδι. Ήταν αδελφή του μεγάλου Ιεράρχη, μακαριστού Παντελεήμονα Φωστίνη, τον οποίο ακολούθησε στη Μητρόπολή του φεύγοντας από το Κρανίδι. Υπήρξε η πρώτη πρόεδρος της «Φιλοπτώχου αδελφότητος Κυριών Κρανιδίου ο Άγιος Παντελεήμων» με τεράστιο φιλανθρωπικό έργο. Πέθανε σε προχωρημένη ηλικία το Δεκέμβριο του 1976.[1] Διαβάστε τη συνέχεια »

«Περιμένοντας τους Γερμανούς…» – Φόβοι και ελπίδες στην Ελλάδα του Διχασμού | Δημήτρης Μπαχαράς


 

Η ιστορία του Εθνικού Διχασμού και η δημιουργία της Προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης είναι λίγο-πολύ γνωστές: η σύγκρουση μεταξύ Βενιζέλου και βασιλιά Κωνσταντίνου το 1915, σχετικά με τη συμμετοχή ή όχι στον πόλεμο, οδήγησε τον Βενιζέλο, ύστερα από διπλές εκλογές το ίδιο έτος, σε αποχώρηση από την πρωτεύουσα και ύστερα από ένα διάστημα λίγων μηνών στη Θεσσαλονίκη (τον Σεπτέμβριο του 1916), όπου ανέλαβε την αρχηγία του κινήματος της Εθνικής Αμύνης και τη δημιουργία κυβέρνησης θετικά διακείμενης στους συμμάχους. Υπό τη δεύτερη αυτή κυβέρνηση τέθηκαν όλες οι βενιζελικές περιοχές, σε άμεση συνεργασία με τη Στρατιά της Ανατολής, που είχε αποβιβαστεί στη Μακεδονία ήδη από το 1915. Η Παλαιά Ελλάδα παρέμεινε υπό την επίσημη κυβέρνηση των Αθηνών, θεωρητικά ουδέτερη, πρακτικά διοικούμενη από τη φιλοβασιλική κυβέρνηση του συζύγου της αδερφής του Κάιζερ, Κωνσταντίνου, η οποία άφηνε ευλόγως υπόνοιες δυνητικής συνεργασίας με τη Γερμανία στους βενιζελικούς – άποψη που διατρέχει και τη μετέπειτα ιστοριογραφία του Διχασμού.

Έτσι είχαμε δύο αντίπαλα στρατόπεδα: τους βενιζελικούς και τους συμμάχους στις Νέες Χώρες από τη μία, και τη βασιλική κυβέρνηση των Αθηνών από την άλλη. Εκ πρώτης όψεως μάλιστα, η αντιμαχία μοιάζει εκ των υστέρων άνιση για την εποχή, τόσο σε επίπεδο δυνάμεων όσο και σε επίπεδο φόβων και ελπίδων. Οι βενιζελικοί είχαν τη στήριξη του τεράστιου στρατού των συμμάχων στη Μακεδονία και την ελπίδα ότι μετά τον πόλεμο θα έπαιρναν είτε τη Μικρά Ασία, είτε την Κωνσταντινούπολη, είτε την Κύπρο, [1] ενώ οι βασιλικοί είχαν μόνο τα δικά τους στρατεύματα και την ελπίδα ότι στην καλύτερη περίπτωση η Ελλάδα θα παρέμενε ουδέτερη και δεν θα είχε πρόβλημα με τις γείτονες χώρες. Οι βενιζελικοί ήλπιζαν ότι θα επέστρεφαν θριαμβευτικά στην Αθήνα κάποια στιγμή, και θα έβαζαν ολόκληρη τη χώρα στον πόλεμο στην πλευρά των συμμάχων, ενώ οι βασιλικοί φοβούνταν ότι μπορεί να έχαναν τα πάντα ανά πάσα στιγμή. [2] Οι ελπίδες λοιπόν των βενιζελικών αποτελούσαν ταυτοχρόνως τον φόβο των αντιβενιζελικών: ποιος θα τους σταματούσε σε περίπτωση που οι βενιζελικοί και οι σύμμαχοι αποφάσιζαν να κατέβουν προς τον νότο; Είχαν εναλλακτικές λύσεις και πού μπορεί να στηρίζονταν οι ελπίδες τους;

 

Πορτρέτο του Βενιζέλου στο εξώφυλλο του «Le Petit Journal», 29 Οκτωβρίου 1916.

 

Στη συνέχεια αυτού του άρθρου παρουσιάζονται στοιχεία που αφορούν αυτά τα ερωτήματα και ρίχνουν φως σε μία σχετικά άγνωστη πτυχή που πήρε μικρή δημοσιότητα στον Τύπο εκείνα τα χρόνια: το ενδεχόμενο μιας μεγάλης στρατιωτικής επέμβασης της Γερμανίας στη Μακεδονία και τη Θράκη για να βοηθήσει τον βασιλιά και την κυβέρνησή του εναντίον της Στρατιάς της Ανατολής. Αυτό θα αποτελούσε την κρυφή ελπίδα και προσδοκία των βασιλέων για ένα σύντομο, αλλά κρίσιμο, χρονικό διάστημα.

Τα δεδομένα που παρατίθενται στη συνέχεια προέρχονται κυρίως από το προσωπικό ημερολόγιο του Γεωργίου Στρέιτ και την απόρρητη αλληλογραφία των βασιλικών πρεσβευτών κυρίως στο Βερολίνο και στη Ρώμη (Γ. Θεοτόκης και Ε. Ζαλοκώστας αντίστοιχα) με το παλάτι, ενώ η ιστορία εκτυλίσσεται κυρίως από το καλοκαίρι του 1916 – πριν τον σχηματισμό της Προσωρινής Κυβέρνησης – έως τους πρώτους μήνες του 1917. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι δεν επρόκειτο απλώς για φόβους που καλλιέργησαν οι σύμμαχοι και οι βενιζελικοί, όπως έχει υποστηριχτεί, [3] αλλά για πραγματικά σχέδια που είχαν βάση και δυνατότητες πραγματοποίησης.

 

Γεώργιος Στρέιτ (1868-1948) καθηγητής νομικής, πολιτικός. Στενός φίλος του βασιλιά Κωνσταντίνου, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο ως σύμβουλός του στα γεγονότα του Εθνικού Διχασμού.

 

Πρώτα από όλα πρέπει να καταστεί σαφές ότι τα σχέδια στα οποία θα αναφερθούμε εντάσσονταν απολύτως στο ευρύτερο πλαίσιο των στρατιωτικών σχεδιασμών και επιχειρήσεων της Γερμανίας στο Ανατολικό μέτωπο εκείνης της εποχής. Συγκεκριμένα, ξεκίνησαν ως σκέψεις από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του καλοκαιριού του 1916, όταν οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι αντεπιτέθηκαν ύστερα από την αγγλογαλλική επίθεση κατά της λίμνης Δοϊράνης τον Αύγουστο (9-18), και συνεχίστηκαν με συγκεκριμένες προτάσεις μετά τη δημιουργία της Προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης από τον Βενιζέλο.

 

Κωνσταντίνος Α΄, έργο του Philip de László (1868-1937) φιλοτεχνημένο τον Απρίλιο του 1914. Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

Η αντεπίθεση της Γερμανίας και της Βουλγαρίας στα Βαλκάνια[4] πυροδότησε παρασκηνιακά μια συζήτηση που ξέφευγε από την μέχρι τότε ανοιχτά διατυπωμένη άποψη των αντιβενιζελικών και των βασιλέων περί ουδετερότητας. Και η συζήτηση αυτή αφορούσε την ένταξη της Ελλάδας στον πόλεμο με την πλευρά της Γερμανίας. Οι Γερμανοί είδαν ότι με τη βοήθεια των Βούλγαρων είχαν καταφέρει να κερδίσουν σημαντικές μάχες στα ανατολικά της Μακεδονίας εναντίον των συμμάχων, και ότι είχαν σοβαρές πιθανότητες να τους κερδίσουν και στα δυτικά, ειδικά αν κατάφερναν να εξασφαλίσουν τη συμμετοχή της βασιλικής ελληνικής κυβέρνησης και του στρατού στο πλευρό τους. Έτσι ξεκίνησαν τις διαπραγματεύσεις.[5] Κύριος μοχλός και μέσο των διαπραγματεύσεων αυτών ήταν ο στρατιωτικός ακόλουθος της γερμανικής πρεσβείας στην Αθήνα ταγματάρχης Falkenhausen (Φαλκενχάουζεν).

Συγκεκριμένα, από τα μέσα Αυγούστου και ύστερα ο ταγματάρχης πύκνωσε τις επαφές του με το παλάτι. Οι προτάσεις του Falkenhausen όμως, δεν ήταν αρκετά πειστικές για τους βασιλείς (Κωνσταντίνο και Σοφία). Ουσιαστικά τους ζητούσε να ξεκινήσουν προετοιμασίες πολέμου, καλώντας 2-3 κλάσεις στρατού,[6] χωρίς κανένα αντάλλαγμα και χωρίς καμία εγγύηση ότι θα τους βοηθούσε άμεσα και από κοντά η Γερμανία, δηλαδή ουσιαστικά στηριζόταν μόνο στα φιλογερμανικά αισθήματα του Κωνσταντίνου και στη σχέση της γυναίκας του με τον αδερφό της.

Έτσι, σε συνεργασία με τους κοντινούς τους ανθρώπους, απέρριψαν, αρχικά τουλάχιστον, τις προτάσεις, παρ’ όλο που οι φόβοι, ειδικά της Σοφίας, ότι οι σύμμαχοι μπορεί να επέβαλλαν τελικά τον Βενιζέλο συλλαμβάνοντας τους βασιλείς, εκφράζονταν στο κοντινό τους περιβάλλον,[7] – άλλωστε η χώρα δεν είχε ακόμη διαιρεθεί. Παρ’ όλα αυτά οι συναντήσεις δεν σταμάτησαν. Αντιθέτως, τον Σεπτέμβρη του 1916 πύκνωσαν τόσο, που δικαίως προκάλεσαν διάφορα σχόλια στον Τύπο και την κοινή γνώμη, αλλά και διαμαρτυρίες ξένων πρεσβευτών που εύλογα πίστευαν ότι οι βασιλείς συνεννοούνταν έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας,[8] – ειδικά αν λάμβανε κανείς υπόψη του και την πρόσφατη (Μάιος 1916) παράδοση του Ρούπελ στη Βουλγαρία.

Η στάση των βασιλικών απέναντι στις γερμανικές προτάσεις φάνηκε να αλλάζει με την άφιξη του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη, τον Σεπτέμβριο του 1916, όταν την ημέρα που έμαθαν ότι ο Βενιζέλος πάει στη Θεσσαλονίκη, ο Στρέιτ έγραφε ότι «ο Πρωθυπουργός και ο υπουργός των εξωτερικών, λέγει, ήσαν το πρωί πανικόβλητοι, συνεβούλευον δ’ ότι πρέπει να εξέλθωμεν αμέσως της ουδετερότητος».[9] Αυτό βέβαια δεν έγινε, όμως η ταυτόχρονη σκλήρυνση της στάσης των συμμάχων και η ανοιχτή συμμαχία τους με τον Βενιζέλο, οδήγησε σε σοβαρές σκέψεις ακόμη και για δημοψήφισμα για την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο – σχέδιο το οποίο εγκρίθηκε από το συμβούλιο του στέμματος και ανατέθηκε στους Γούναρη και Ζαΐμη.[10]

 

Εθνικός Διχασμός: Πρωτοσέλιδο με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και το βασιλιά Κωνσταντίνο, με τον τίτλο «Η Ελλάδα δεν είναι πια ουδέτερη». Εφημερίδα The New York Times: Mid-week pictorial, Σεπτέμβριος 1916.

 

Παρ’ όλα αυτά, όμως, και παρά τις συνεχιζόμενες πιέσεις του Φαλκενχάουζεν, οι βασιλικοί παρέμεναν αναποφάσιστοι. Καταλύτης στον τρόπο που έβλεπαν τα πράγματα υπήρξαν τα Νοεμβριανά, τα οποία τους ανάγκασαν να στρέψουν τις όποιες ελπίδες τους πλέον αποκλειστικά σε μια επέμβαση της Γερμανίας. Άλλωστε οι Γερμανοί τούς είχαν εγγυηθεί από νωρίτερα ότι σε ενδεχόμενη σύγκρουση με τους συμμάχους στον βορρά, θα νικούσαν.[11] Και η πρότασή τους αυτή τη φορά δεν αφορούσε απλώς μια μετριοπαθή στάση – όπως ουδετερότητα, επιστράτευση, κ.λπ.-, αλλά ένα σχέδιο αντεπίθεσης: οι βασιλικές στρατιωτικές δυνάμεις θα επιτίθονταν από τον νότο και οι Γερμανοί θα εισέβαλλαν από τον βορρά, δημιουργώντας ένα διπλό μέτωπο που δύσκολα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει η Στρατιά της Ανατολής.

Το πρόβλημα, βέβαια, ήταν ότι οι σύμμαχοι ζητούσαν πλέον (Δεκέμβρης 1916) την αποχώρηση των βασιλικών στρατευμάτων από τη Θεσσαλία, πράγμα που θα δυσκόλευε εξαιρετικά τους βασιλικούς στο κοινό σχέδιο με τους Γερμανούς. Γι’ αυτό τον λόγο είχαν ξεκινήσει τη συγκρότηση ομάδων ατάκτων που θα δρούσαν στα βόρεια της Θεσσαλίας, με στόχο να βοηθήσουν στην αναχαίτιση ενδεχόμενης προέλασης της Στρατιάς της Ανατολής προς τα νότια, αλλά και την αναμενόμενη γερμανική επίθεση από τον βορρά.

Τις άτακτες αυτές ομάδες, τις οργάνωνε ο ταγματάρχης Φαλκενχάουζεν,[12] με βασικό βοηθό του τον επίστρατο Φραγκίσκο[13] και τον Καραβίτη. Για τον εξοπλισμό τους είχαν προβλεφθεί 5.000 τυφέκια, 6 μυδραλιοφόρα και 11 κανόνια, με τα παρελκόμενά τους, και τις προμήθειες.[14] Μάλιστα, στη δημιουργία αυτών των ομάδων ενεργό ρόλο φαίνεται πως είχε παίξει η βασίλισσα Σοφία, η οποία εκτός των συναντήσεων που προαναφέρθηκαν στην Αθήνα με τον Φαλκενχάουζεν, είχε και μυστική αλληλογραφία μαζί του, με τηλεγραφήματα μέσω Βερολίνου. Η δράση της (μέσω αλληλογραφίας) πρέπει να έγινε πιο έντονη μετά τα Νοεμβριανά του 1916, οπότε τρομοκρατημένη έγραφε: «Από θαύμα σωθήκαμε μετά τον τρίωρο βομβαρδισμό εναντίον του παλατιού […] σωθήκαμε κατεβαίνοντας στα υπόγεια […] περιμένουμε τα πάντα τώρα […] σας παρακαλώ να μας πληροφορήσετε πότε ο στρατός της Μακεδονίας θα είναι έτοιμος με ενισχύσεις ώστε να περάσει στην αντεπίθεση. Πείτε στον Φαλκενχάουζεν να επικοινωνήσει μαζί μας πριν φύγει για τη Μακεδονία. Σοφία».[15]

 

Η βασίλισσα Σοφία της Ελλάδας. Στην φωτογραφία το 1887 ως πριγκίπισσα της Πρωσίας και της Γερμανίας. National Portrait Gallery, London.

 

Η βασίλισσα Σοφία της Ελλάδας (1870-1932) αδελφή του Γερμανού αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β΄. Στην φωτογραφία το 1887 ως πριγκίπισσα της Πρωσίας και της Γερμανίας. National Portrait Gallery, London.

 

Το σχέδιο λοιπόν ήταν να λειτουργήσουν οι άτακτες ομάδες συμπληρωματικά στην κινητοποίηση των βασιλικών στρατευμάτων, σε περίπτωση που υποχωρούσαν στα βόρεια της Πελοποννήσου. Ακόμη όμως και σε αυτή την περίπτωση, οι βασιλικοί είχαν έτοιμο σχέδιο να επαναφέρουν άμεσα τα στρατεύματά τους στη Στερεά – πράγμα που δικαιολογεί και την πρωθύστερη ανησυχία των βενιζελικών και των συμμάχων.[16] Αν ο γερμανικός στρατός κατέβαινε προς τον νότο, οι βασιλικοί θα προέλαυναν προς βορρά, έχοντας έτοιμα τα αντάρτικα σώματα που θα καθυστερούσαν τη Στρατιά της Ανατολής μέχρι να φτάσουν.

 

Ο Βενιζέλος μετακινείται από τα Χανιά στη Θεσσαλονίκη, όπου δημιουργεί την Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης. Η πρώτη σελίδα του «Exelsior» που απεικονίζει την άφιξη του Βενιζέλου και την υποδοχή του από τον στρατηγό Sarrail, διοικητή του Armée d’ Orient. «Exelsior», Οκτώβριος 1916.

 

Το δεύτερο όμως, και μεγαλύτερο, πρόβλημα των βασιλικών ήταν ότι οι Γερμανοί δεν φαίνονταν διατεθειμένοι να αναλάβουν την πρωτοβουλία της επίθεσης. Άφηναν μεν να κυκλοφορούν φήμες πως θα επέμβουν, αλλά υποδείκνυαν στα τηλεγραφήματά τους στους βασιλείς να ενεργήσουν πρώτοι. Οι γερμανοί στρατηγοί έβλεπαν ότι το θέατρο των επιχειρήσεων στα Βαλκάνια είχε αλλάξει σε σχέση με το καλοκαίρι και ότι η Στρατιά της Ανατολής είχε δυναμώσει κι άλλο. Ταυτοχρόνως, είχαν να αντιμετωπίσουν το πολύ σοβαρό πρόβλημα της Ρουμανίας. Δεν ήταν λοιπόν έτοιμοι να αναλάβουν ένα καινούργιο μέτωπο, αν δεν είχαν ενδείξεις ότι υπάρχει σοβαρή στρατιωτική δύναμη που θα βοηθούσε. Αν οι συρράξεις ξεκινούσαν και οι συμμαχικές δυνάμεις βρίσκονταν απασχολημένες στον νότο, θα ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία για αυτούς να χτυπήσουν από τον βορρά. Στις 3 Δεκεμβρίου, ο Κάιζερ έγραφε σχεδόν εκβιαστικά στη Σοφία:

 

Είδα τους κινδύνους που εσύ και ο Τίνο περάσατε […] Η Αντάντ έδειξε ποιος είναι πλέον ο σκοπός της […] O Τίνο δεν έχει πλέον άλλη επιλογή παρά να στραφεί ανοιχτά εναντίον των σφαγέων του. Η παρέμβαση του Τίνου με τις συνεργαζόμενες δυνάμεις του εναντίον της δυτικής πτέρυγας του Σαράιγ θα φέρει τη λύση για την απόφαση σχετικά με τη Μακεδονία και την απελευθέρωση της φτωχής Ελλάδος. Ο Τίνο το ξέρει. Σκεφτόμενος εσένα και τον Τίνο, Βίλχελμ.[17]

 

Για τους βασιλικούς όμως, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Αν δεν ερχόταν σε βοήθειά τους η Γερμανία, θεωρούσαν πως ήταν χαμένοι και ότι οι βασιλείς θα βρίσκονταν σε κίνδυνο. Πώς θα αναλάμβαναν πρώτοι την πρωτοβουλία μιας επίθεσης, χωρίς να γνωρίζουν αν τελικά θα τους βοηθήσουν εγγυημένα οι Γερμανοί; Θα ήταν σαν άλμα στο κενό. Επιβεβαιώνοντας λοιπόν την πρόθεσή τους να υλοποιήσουν το κοινό σχέδιο, προσπαθούσαν να πείσουν τους Γερμανούς να επιτεθούν αυτοί πρώτοι. Γι’ αυτόν τον λόγο και η Σοφία απαντούσε έξυπνα στις 26 Δεκεμβρίου στον αδελφό της πως, δεδομένης της κατάστασης για τους γερμανόφιλους στην Ελλάδα:

 

[…] η λύση που προτείνεις είναι η μόνη πιθανή, καθώς εάν επιτεθείτε εσείς στον Σαράιγ από βόρεια, θα αναγκαστεί να υποχωρήσει προς τα νοτιοανατολικά, όπου θα τον περιμένει ο δικός μας στρατός. Αυτή τη στιγμή όμως η απόσταση είναι μεγάλη, οι επικοινωνίες αποκομμένες και οι προμήθειες ελάχιστες. Μια δική σας αποφασιστική και άμεση επίθεση θα δημιουργούσε για την Ελλάδα τις προϋποθέσεις για επέμβαση και για έξοδο από τη φρικτή κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Σε φιλώ, Σοφία.[18]

 

Ουσιαστικά, δηλαδή, προσπαθούσε να ερμηνεύσει την απάντηση του Κάιζερ ως πρωτοβουλία επίθεσης πρώτα από μέρους τους. Ταυτόχρονα, και οι υπόλοιποι βασιλικοί αποφάσισαν να πιέσουν. Στις 31 Δεκεμβρίου ο Ζαλοκώστας τηλεγραφούσε στον Θεοτόκη, στο Βερολίνο, τα αιτήματα των συμμάχων μετά τα Νοεμβριανά, περί εκκένωσης της Θεσσαλίας και απομάκρυνσης του στρατού στη βόρεια Πελοπόννησο, και ζητούσε να μάθει αν η επίθεση των Γερμανών στη Θράκη θα ξεκινούσε και πότε, ώστε να οργανώσουν την απάντησή τους στους συμμάχους. Δύο μέρες αργότερα, μετέφερε τηλεγράφημα της Σοφίας που προσπαθούσε να πιέσει να ξεκινήσει η επίθεση όσο το δυνατόν πιο γρήγορα (2.1.1917).[19] Παράλληλα με τον Ζαλοκώστα, και ο Θεοτόκης τηλεγραφούσε στον Κωνσταντίνο στις 30 Δεκεμβρίου 1916, λέγοντάς του ότι είδε τον Ζίμερμαν που συμφωνούσε μεν με τη γερμανική αντεπίθεση από τον βορρά, ωστόσο έπρεπε να πάρει την έγκριση του Χίντεμπουργκ. Ο Θεοτόκης ζητούσε να λάβει σαφή απάντηση αν θα γίνει η επίθεση. Αν αυτό δεν γινόταν, τότε το βασιλικό συμβούλιο, – «αν και θα ήθελε πάρα πολύ» [sic] -, δεν μπορούσε να αναλάβει καμία δράση.[20]

 

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ της Ελλάδας στο γραφείο του, με τη βασίλισσα Σόφια την 1η Φεβρουαρίου 1921. Bibliothèque nationale de France.

 

Γεώργιος Θεοτόκης (1844 – 1916). Πολιτικός, διετέλεσε τέσσερις φορές πρωθυπουργός της χώρας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού υποστήριξε την ουδετερότητα και την ελληνογερμανική προσέγγιση, συνταχθείς με τον βασιλιά Κωνσταντίνο και τις αντιβενιζελικές δυνάμεις.

Σε αυτές τις πιέσεις οι Γερμανοί απάντησαν ζητώντας ξανά την εγκατάλειψη της θέσης ουδετερότητας και την ένταξη στον πόλεμο φανερά, με το πλευρό της Γερμανίας. Μάλιστα, σε τηλεγραφήματα του Θεοτόκη αναφέρονταν τα οφέλη που θα υπήρχαν για τη χώρα από τη συνεργασία με Βουλγαρία και Τουρκία. Επίσης ρωτούσαν αν τα στρατιωτικά σώματα, που βρίσκονταν πίσω από τη συμφωνηθείσα με τους συμμάχους γραμμή, θα προχωρούσαν πάνω από τη γραμμή ουδετερότητας, ώστε τη στιγμή που θα ερχόταν ο γερμανικός στρατός να τους συναντούσε ευκολότερα στην Καβάλα. Αυτή όμως η λύση δεν ήταν δυνατή, όπως αρχικά ανέφεραν οι έλληνες αξιωματούχοι και στη συνέχεια και ο ίδιος Φαλκενχάουζεν.

Ένα από τα προβλήματα του σχεδίου ήταν η διάσπαση των αντιβενιζελικών δυνάμεων σε διαφορετικά σημεία. Στη μεταξύ τους αλληλογραφία για το παραπάνω σχέδιο, ο γερμανός στρατηγός πρότεινε στον Κωνσταντίνο να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του στην Καβάλα, τη Δράμα και τις Σέρρες, και να τις θέσει υπό τις διαταγές του Makheuser, ενώ ο ίδιος (ο Κωνσταντίνος) θα συγκέντρωνε υπό τις διαταγές του τους στρατιώτες που είχαν αποχωρήσει από τη Θεσσαλονίκη και αυτούς που βρίσκονταν ακόμη εκεί και όλες τις υπόλοιπες δυνάμεις της Παλαιάς Ελλάδας που βρίσκονταν διασκορπισμένες. Τότε θα έρχονταν οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι στο Μοναστήρι και θα άρχιζε η επίθεση.

Όμως, τα Νοεμβριανά, οι απαιτήσεις των συμμάχων που ήταν ασφυκτικές, ο αποκλεισμός, η δημιουργία της ουδέτερης ζώνης στη Θεσσαλία, η επικείμενη αποχώρηση των βασιλικών στρατευμάτων από την περιοχή και η συγκέντρωσή τους στο βόρειο μέρος της Πελοποννήσου, είχαν δημιουργήσει ένα κλίμα που, όσο περνούσε ο καιρός, γινόταν όλο και πιο δύσκολο για τους βασιλικούς. Οι περιορισμοί στις επικοινωνίες, η εξάντληση των αποθεματικών συντήρησης των υπαρχόντων στρατευμάτων λόγω του αποκλεισμού και η σταδιακή ενδυνάμωση της Στρατιάς της Ανατολής, είχαν φτάσει στα όριά τους τους βασιλικούς, τη στιγμή μάλιστα που οι φόβοι ότι οι σύμμαχοι θα κατέβαιναν προς τον νότο ανά πάσα στιγμή, με τελικό στόχο τη σύλληψη του βασιλιά και την επιβολή του Βενιζέλου, αυξάνονταν. Έτσι η ανάγκη επέμβασης του γερμανικού στρατού ήταν περισσότερο επιτακτική από ποτέ, και όσο καθυστερούσε, τόσο αυξάνονταν οι φόβοι και οι ανασφάλειες των βασιλικών. Εκείνη την περίοδο η βασίλισσα έγραφε: «αν η επίθεση δεν γίνει γρήγορα, θα είναι πολύ αργά».[21]

Ευγένιος Ζαλοκώστας (1855-1919 ). Διπλωμάτης, υπουργός εξωτερικών της Ελλάδας στην κυβέρνηση Σπυρίδωνος Λάμπρου στα χρόνια 1916-1977.

Τη στιγμή λοιπόν, που ακόμη και η διατήρηση των ομάδων ατάκτων του Φαλκενχάουζεν είχε καταστεί δυσχερής, καθώς οι προμήθειες είχαν σχεδόν τελειώσει – όπως τηλεγραφούσε η Σοφία στις 2 Ιανουάριου 1917 – και που ο Ζαλοκώστας απευθυνόταν με αγωνία στον Θεοτόκη στο Βερολίνο, ζητώντας του να μάθει πότε επιτέλους θα ξεκινούσε η γερμανική επίθεση,[22] οι Γερμανοί φαίνεται ότι είχαν εγκαταλείψει πια οριστικά το σχέδιο της επίθεσης στη Στρατιά της Ανατολής. Και δεν ήταν μόνο οι καθυστερήσεις που οδηγούσαν σε αυτό το συμπέρασμα, αλλά και η επικέντρωση σε έναν άλλο στόχο: αυτόν της σωτηρίας των βασιλικών όπλων από τα χέρια των βενιζελικών και των συμμάχων.

Στις αρχές Ιανουάριου ο Θεοτόκης τηλεγραφούσε από το Βερολίνο (5.1.1917) ότι οι Γερμανοί ζητούσαν διαβεβαίωση πως η Αθήνα θα φροντίσει ώστε τα όπλα τους να μην πέσουν στα χέρια των συμμάχων και, σε περίπτωση που χρειαζόταν, να τα καταστρέψουν – θα τους αποζημίωναν οι ίδιοι οι Γερμανοί. Οι προσπάθειες μεταφοράς των όπλων αυτών στην Πελοπόννησο μετά τις 19 Ιανουάριου έβαζαν στην ουσία τέλος στις ελπίδες των βασιλικών,[23] παρ’ όλες τις διαβεβαιώσεις των Γερμανών στον Ζαλοκώστα ότι η επίθεση θα γίνει τελικά, αλλά μετά το τέλος της επίθεσης στη Ρουμανία.[24]

Η μόνη δραστηριότητα που μάλλον διατηρήθηκε για κάποιον καιρό ακόμη ήταν οι ομάδες των Φαλκενχάουζεν και Φραγκίσκου, για τη μεγάλη σημασία των οποίων τηλεγραφούσε η Σοφία στις 14 Ιανουάριου 1917. Φαίνεται ότι οι ομάδες αυτές ήταν ακόμη χρήσιμες για την απόκρυψη των όπλων και για τις απαραίτητες μικροσυμπλοκές που χρειάζονταν στη ζώνη ουδετερότητας για να δείξουν ότι οι βασιλικοί δεν θα παραδίδονταν αμαχητί.

Από τα παραπάνω φαίνεται πως το πρόβλημα ήταν ότι καμιά από τις δυο πλευρές δεν ήταν διατεθειμένη να κάνει το πρώτο βήμα χωρίς τις απαραίτητες εξασφαλίσεις. Οι Γερμανοί του Κάιζερ δεν μπορούσαν να στείλουν πρώτοι στρατό να αντιπαρατεθεί σε μια τεράστια στρατιά, όπως αυτή του Σαράιγ, χωρίς να είναι σίγουροι ότι τους ευνοούσαν οι συνθήκες. Και αν οι συνθήκες έμοιαζαν ευνοϊκές για αυτούς μετά το καλοκαίρι του 1916, η είσοδος της Ρουμανίας στον πόλεμο, το φθινόπωρο, με την πλευρά των συμμάχων, σίγουρα άλλαξε άρδην τα δεδομένα. Αυτό εξηγεί και την αναποφασιστικότητα του Χίντεμπουργκ – την οποία θεωρούσαν υπεύθυνη για τη συνεχή αναβολή της γερμανικής επίθεσης τόσο ο Ζαλοκώστας, όσο και ο Θεοτόκης.[25] Ο επικεφαλής του γερμανικού στρατού παρ’ όλα αυτά δεν ήθελε να αποκλείσει το ενδεχόμενο ανοίγματος ενός νέου μετώπου για τους συμμάχους στον νότο, τη στιγμή που ήταν απασχολημένοι στον βορρά. Ούτε όμως και ο Κωνσταντίνος και η Σοφία μπορούσαν να αρχίσουν πρώτοι τις διαδικασίες σύγκρουσης με τους συμμάχους, καθώς θα διακινδύνευαν την απόλυτη καταστροφή των δυνάμεών τους, σε περίπτωση που οι Γερμανοί αποφάσιζαν τελικά να μην έρθουν σε βοήθεια. Έτσι, η όλη προσπάθεια διακόπηκε ουσιαστικά στις αρχές του 1917, βάζοντας τέλος στις βασιλικές ελπίδες, παρ’ όλο που τα αντάρτικα σώματα του Φαλκενχάουζεν συνέχισαν να δρουν τουλάχιστον έως τον Μάιο του 1917.[26]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Νικ. Πετσάλης – Διομήδης, «Τη Σμύρνη ή την Πόλη; Μια εναλλακτική λύση που ο Βενιζέλος απέρριψε μάλλον βεβιασμένα» και Γ. Πικρός, «Ο Βενιζέλος και το κυπριακό ζήτημα», Θ. Βερέμης, Οδ. Δημητρακόπουλος (επιμ.), Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, Αθήνα, Φιλιππότης, 1980, σ. 101-118.

[2] Στο επίπεδο των φόβων μάλιστα, παρατηρείται το εξής παράδοξο: οι αντιβενιζελικοί φαίνεται ότι φοβούνταν οποιαδήποτε ανάμιξη στον πόλεμο, υπολογίζοντας σοβαρά και την περίπτωση νίκης των Κεντρικών Δυνάμεων – πράγμα διόλου απίθανο το 1915 ως πιθανότητα -, ενώ οι βενιζελικοί, όπως φαίνεται και από τη μετέπειτα ιστοριογραφία του Διχασμού, δεν φαίνεται να φοβούνταν καθόλου ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

[3] Για να απαιτήσουν την αποστράτευση και μεταφορά των βασιλικών δυνάμεων στην Πελοπόννησο και την παράδοση του πολεμικού υλικού και του στόλου, βλ. Πετσάλη- Διομήδη, Η Ελλάδα των δύο κυβερνήσεων, σ. 39-40.

[4] Η οποία ήταν γνωστή εκ των προτέρων στο παλάτι – ο Θεοτόκης είχε τηλεγραφήσει για αυτήν από το Βερολίνο από τις 4 Αυγούστου – χωρίς όμως να είναι γνωστή και η έκτασή της («Δεν γνωρίζω αν αυτή η επίθεση θα είναι αποφασιστική και γρήγορη, υποθέτω ότι θα είναι περιστασιακή»), ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, Θεοτόκης προς βασιλιά Κωνσταντίνο, 4.8.1916.

[5] Παρασκηνιακά βέβαια οι Γερμανοί είχαν προσπαθήσει και νωρίτερα να προσεγγίσουν τη βασιλική κυβέρνηση, για παράδειγμα υποσχόμενοι χρηματική βοήθεια για να κερδίσουν τις εκλογές – πρόταση την οποία απέρριψαν οι Σκουλούδης και Γούναρης – αλλά και μέσω παραινέσεων του αυτοκράτορα της Γερμανίας προς τον Κωνσταντίνο. ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Στρέιτ, «Ημερολόγιο Στρέιτ», 6 και 7.7.1916.

[6] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Στρέιτ, «Ημερολόγιο Στρέιτ», 31.8.1916.

[7] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, «Ημερολόγιο Στρέιτ», 4.7.1916. Αυτοί οι φόβοι του παλατιού πάντως δεν φαίνεται να ήταν γνωστοί στον Φαλκενχάουζεν, αφού δεν τους χρησιμοποίησε καθόλου ως μέσο πίεσης.

[8] Βλ. διαμαρτυρίες Guillemin, ο οποίος κατηγορούσε τους βασιλείς ότι έκαναν σαφείς διακρίσεις («Ημερολόγιο Στρέιτ», 13.8.1916). Ειδικά με τη Σοφία υπήρχε πιο συχνή επαφή. Ο Στρέιτ έγραφε στο προσωπικό του ημερολόγιο «Αληθώς εις την Βασίλισσαν έρχονται συχνάκις την Κυριακήν, λέγει ο Βασιλεύς, αλλ’ αυτός (ο Βασιλιάς) δεν τους είδεν ή σπανιώτατα ακριβώς κατερχόμενος την ώραν εκείνη, ανά πάσαν Κυριακήν εις της Πριγκηπίσσης Ελένης» («Ημερολόγιο Στρέιτ», 6.9.1916).

[9] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, «Ημερολόγιο Στρέιτ», 12.9.1916.

[10] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, «Ημερολόγιο Στρέιτ», 8.11.1916.

[11] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, «Ημερολόγιο Στρέιτ», 31.8.1916.

[12] Πετσάλη-Διομήδη, Η Ελλάδα των δύο κυβερνήσεων, σ. 70. Για την οργάνωση βλ. και τηλεγράφημα Ζαλοκώστα, 17.12.1916, ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 5, υπ. 2.

[13] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Ζαλοκώστας προς Θεοτόκη, 14.1.1917.

[14] Θεωρούσε μάλιστα πως ένα περιστατικό στην Κορυτσά θα έδινε πάτημα για την ανάπτυξη αυτών των δυνάμεων ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Τηλεγράφημα Ζαλοκώστα, 17.12.1916.

[15] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, Τηλεγράφημα Θεοτόκη, 23.11.1916.

[16] Οι σύμμαχοι και οι βενιζελικοί ανησυχούσαν αμέσως μετά τα Νοεμβριανά για το ενδεχόμενο ένοπλης σύρραξης στη Θεσσαλία. Γι’ αυτό και είχαν επιμείνει τόσο στη μεταφορά του βασιλικού στρατού στην Πελοπόννησο· βλ. Γιάνν. Μουρέλος, Τα «Νοεμβριανά» του 1916, Αθήνα, Πατάκης, 2007, σ. 313.

[17] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, Τηλεγράφημα Θεοτόκη 3.12.1916.

[18] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, Τηλεγράφημα Θεοτόκη 26.12.1916.

[19] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Ζαλοκώστας προς Θεοτόκη 31.12.1916 και 2.1.1917.

[20] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Ζαλοκώστας προς Θεοτόκη 30.12.1916.

[21] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Ζαλοκώστας προς Θεοτόκη 2.1.1917.

[22] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Ζαλοκώστας προς Θεοτόκη 6.1.1917.

[23] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Ζαλοκώστας προς πρέσβη στο Βερολίνο (20.1.1917), όπου του αναφέρει ότι όπλα και πυρομαχικά θα μεταφερθούν στην Πελοπόννησο.

[24] Στο ίδιο.

[25] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, cp. 4, υπ. 2, Αλληλογραφία Ζαλοκώστα-Θεοτόκη 30.12.1916 και 13.1.1917.

[26] Βλ. συγκρούσεις με βενιζελικές και συμμαχικές δυνάμεις τον Μάιο του 1917 στην ουδέτερη ζώνη· ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 5, Έκθεση του διοικητή του Γ’ Σώματος Στρατού.

 

Δημήτρης Μπαχαράς

Ο Δημήτρης Μπαχάρας είναι ιστορικός και εργάζεται στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης (ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ).  Έχει σπουδάσει στο Λονδίνο (MA, King’s College) και το Παρίσι (διδακτορικό, EHESS) και τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στην περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, σε θέματα δημοκρατίας, φασισμού και αντικομμουνισμού την περίοδο του Μεσοπολέμου, καθώς και στην ιστορία των προκρίτων της Πελοποννήσου του 19ου αιώνα. Έχει συμμετάσχει σε συνέδρια στο εξωτερικό και την Ελλάδα και άρθρα του έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικούς τόμους και επιστημονικά περιοδικά στη Γαλλία και την Ελλάδα.

«Φόβοι και ελπίδες στα νεότερα χρόνια», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Ε.Ι.Ε.). Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα, 2017.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη: