Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Οι Greghesche του 16ου αι. – Χρήστος Τσενές, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Οι Greghesche είναι είδος πολυφωνικού κοσμικού μαδριγαλίου, που αναπτύχτηκε στη Βενετία στο δεύτερο μισό του 16ου αι. Η διαφορά του από τα κοινά μαδριγάλια βρίσκεται στη γλώσσα που χρησιμοποιείται προς μελοποίηση, τα Greghesco, δηλαδή τη βενετική διάλεκτο εμπλουτισμένη με ελληνικές λέξεις, η οποία φέρεται ως καθομιλουμένη των stradioti.

Αν και υπάρχουν Greghesche που περιλαμβάνονται σε διάφορες συλλογές που εκδόθηκαν στο δεύτερο μισό του 16ου αι., η κυριότερη συλλογή αποτελείται από 39 μαδριγάλια, που εκδόθηκαν μαζί σε ένα τόμο, το 1564 στη Βενετία, με τίτλο Di Manoli Blessi il primo libro delle Greghesche. [1] Περιλαμ­βάνει συνθέσεις 20 διαφορετικών συνθετών, μεταξύ των οποίων ο Merulo, ο Padovano, ο Rore, ο Wert, ο Willaert και ο Andrea Gabrieli, ο οποίος συμμετέχει στον τόμο με επτά Greghesche και που λίγα χρόνια αργότερα θα εκδώσει τη δική του συλλογή με άλλες 11. [2] Το γεγονός ότι στο βιβλίο περιλαμβάνεται μια Greghesca του Willaert και ταυτοχρόνως άλλες δύο που αναφέρονται στον θάνατό του, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα περιεχόμενα μαδριγάλια γράφτηκαν σε μια περίοδο αρκετών ετών. Η αναφορά «il primo libro» στον τίτλο δηλώνει φιλόδοξα σχέδια για συνέχιση του εγχειρήματος, που από την έρευνα δεν φαίνεται να ευοδώθηκαν. Η περίοδος αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για την ελληνική μουσική παρουσία στη Βενετία, μια που τότε τυπώνονται εκεί οι δύο συλλογές θρησκευτικών μοτέτων του Φραγκίσκου Λεονταρίτη (1564 και 1566), ενώ κοσμικά μαδριγάλια και ναπολιτάνες, τόσο του Λεονταρίτη όσο και του επίσης Έλληνα Φραγκίσκου de Laudis, τυπώνονται σε συλλογές με έργα διαφόρων συνθετών στα 1561, 1565, 1566 κ.ε.

 

Frontispiece, «I Fatti e le Prodezze di Manoli Blessi, Strathioto», by Antonio Molino, 1561.

 

Οι στίχοι των Greghesche είναι όλοι δημιούργημα ενός ποιητή και αποδίδονται στον «stradioto» Μανώλη Μπλέσση από το Ναύπλιο, [3] σημαίνουσα προσωπικότητα ανάμεσα στις έφιππες μισθοφορικές δυνάμεις Ελλήνων και Αλβανών που υπηρετούσαν τη Γαληνότατη (και όχι μόνο), με παρουσία στην Ιταλία αλλά και στη Γαλλία, την Ισπανία, την Αγγλία κ.α. Οι περιπέτειες του Μανώλη Μπλέσση σε πολέμους με τους Τούρκους περιγράφονται σε βιβλία γραμμένα σε Greghesco, με κορυφαία γεγονότα την υπεράσπιση της Λευκωσίας, τη ναυμαχία της Ναυπάκτου αλλά και φανταστικά κατορθώματά του σε εμπόλεμες περιοχές από την Αυστρία μέχρι τον Καύκασο.

Στην πραγματικότητα το Μανώλης Μπλέσσης ήταν το θεατρικό και φιλολογικό ψευδώνυμο του ηθοποιού, θεατρικού παραγωγού, τραγουδιστή, συγγραφέα και συνθέτη Antonio Molino, ο οποίος σε νεαρή ηλικία επισκέφθηκε τις βενετοκρατούμενες περιοχές στην Ελλάδα (αναφέρονται με βεβαιότητα η Κέρκυρα και η Κρήτη) και πιθανόν να εμπνεύστηκε εκεί την περσόνα ενός Έλληνα stradioto, ηρωικού, θορυβώδους, βάρβαρου και κωμικού, ο οποίος του έδωσε, ως ρόλος, μεγάλη φήμη σε όλη τη ζωή του.

Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων μιας Ακαδημίας που είχε ιδρύσει ο Molino στη Βενετία, σχεδιάζεται και το βιβλίο των Greghesche του 1564. Τα κείμενα είναι όλα γραμμένα από τον ίδιο, αλλά οι συνθέτες, που ήταν όλοι μέλη της Ακαδημίας, προέρχονται από όλη την Ευρώπη, με κοινό στοιχείο την εξαρτημένη ή πιο ελεύθερη σχέση με τα μουσικά σύνολα της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου. Επιχειρείται, δηλαδή, ο συνδυασμός ενός λαϊκού στοιχείου, της διαλέκτου Greghesco, με την κορυφαία εκείνη τη στιγμή σχολή πολυφωνικής μουσικής στην Ευρώπη.

Τα μοναδικό σωζόμενο πλήρες αντίτυπο όλων των φωνών σώζεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Βιέννης. Με βάση αυτό το αντίτυπο κάναμε την πρώτη πλήρη εκτέλεση στη σύγχρονη εποχή, από το αυστριακό συγκρότημα Accentus, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, τον Φεβρουάριο του 2004 και, αμέσως μετά την ηχογράφηση του προγράμματος στο Τριανόν, στο Ναύπλιο.

Στα μελοποιημένα κείμενα, σε αντίθεση με τα χωρίς μουσική ποιήματα Greghesco του Molino, η χρήση των ελληνικών περιορίζεται σε δύο ή τρεις λέξεις που εκφέρονται αυτούσιες: τίποτα, επιθυμία, κακή, μεγάλος, σαράντα κ.ά. Ο Molino/Μπλέσσης συνήθως μιλά σε πρώτο πρόσωπο, ως Έλληνας stradioto, και αναφέρεται, με εξαιρετικά θεατρικό τρόπο, σε θέματα που σχετίζονται με την ελληνική κοινότητα, με συχνές αναφορές τόσο στην αρχαία ιστορία όσο και στη σύγχρονη ζωή.

 

Di Manoli Blessi il primo libro delle Greghesche

 

Ο ύμνος στον ελληνισμό είναι το κύριο μοτίβο που επανέρχεται σε κάθε ευκαιρία. Σε μια Greghesca – θρήνο για τον θάνατο του Adrian Willaert, δασκάλου όλων των συνθετών που συμμετείχαν στη σύνθεση της συλλογής του 1564, ο Μπλέσσης καλεί τον Όμηρο, τον Βιργίλιο και τον Δάντη να τον θρηνήσουν. Στη «Mi ho scrivo», μελοποιημένη από τον Annibale Padovano, ο Μπλέσσης κομπάζει: «έγραφα κι ακόμη γράφω, όμορφους ελληνικούς στίχους, που θα με κάνουν να δείχνω ζωντανός, ακόμα κι όταν θα ’χω προ πολλού πεθάνει».

Στο Benedetta el Gregaria, κι αυτό μελοποιημένο από τον Padovano, ακούμε:

 

Ευλογημένος ο ελληνισμός,

Και αυτός που τον έκανε πρώτο,

Δηλαδή ο Δίας, που από ’ κει ψηλά,

Του χάρισε τη γενιά του.

Ευλογημένος ο ελληνισμός.

 

Σε άλλες Greghesche μπορεί το θέμα να είναι ερωτικό, όπως στο «Chel bello Epithimia» του Γάλλου Giaches de Wert, ή το «Giati tetia Fantiga» του Κροάτη Giulio Schiavetto, ή πάλι καθαρά κωμικό και ο Μπλέσσης να εμφανίζεται σαν ένας απόλυτος χαρακτήρας της commedia dell’arte, που εκείνη την περίοδο αποκρυστάλλωνε τον χαρακτήρα της. Στο «Saranda Volte» του Andrea Gabrielli ακούμε:

 

Σαράντα φορές και ακόμα παραπάνω

Σου είπα και σου ξαναείπα,

Γεροξεκούτη,

Σταμάτα να τσιγκλάς

Την καρδιά μου και μην με καθυστερείς

Γιατί είναι ο Βάκχος, ο καλλίτερος σύντροφος

Που θέλω τώρα να υπηρετήσω.

Γιατί δεν μπορώ να αντέξω

Άλλα βογκητά

Και άλλο βάρος.

Φτάνει πια, με καταλαβαίνεις;

Άφησέ με ήσυχο γιατί αλλιώς

Θα σε κάνω να το μετανιώσεις

πάνω στα γόνατά μου!

 

Και βέβαια δεν λείπουν οι αναφορές καθαρά στη ζωή των stradioti. Κορυφαία εξ αυτών η «Battaglia Stradiotesca» για έξι φωνές, του μόλις εικοσάχρονου Φλαμανδού Ivo de Vento, που περιγράφει με γρήγορες αλλαγές ρυθμών και συνδυασμών των έξι φωνών τη νευρικότητα πριν από τη μάχη:

 

Όταν το καλό άτι, ακούσει την τρομπέτα

Να ηχεί: στα όπλα, στα όπλα,

Σηκώνει το κεφάλι, τινάζει την χαίτη

Και ετοιμάζεται

Να χτυπήσει σαν τον κεραυνό.

Ξεφυσώντας απ’ τη μύτη και το στόμα

Με περισσή σοφία,

Χοροπηδάει από δω και από εκεί

Περιμένει τη συμπλοκή

Και όταν επιτίθεται αναστενάζει με αγαλλίαση.

 

Στο σύνολό της το είδος των Greghesche είναι ένα πολύτιμο τεκμήριο του πολύπλοκου τρόπου με τον οποίο οι Βενετοί ενέταξαν το ελληνικό στοιχείο στην καθημερινή ζωή της πόλης, τη στιγμή που η Γαληνοτάτη βρισκόταν στο απόγειο της δόξας της.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Η συλλογή εκδόθηκε σε σύγχρονη μουσική σημειογραφία το 1974 από τον Siro Cisilino, όπου κανείς μπορεί να βρει όλους τους τίτλους και τους στίχους των Greghesche.

[2] «Greghesche et iustiniane a tre voci», Βενετία 1571. Έχει εντοπιστεί μόνο το τεύχος του μπάσου, που καθιστά τη δυνατότητα εκτέλεσης αδύνατη.

[3] Το θέμα γενικά και η βιβλιογραφική του τεκμηρίωση αναπτύσσονται στην ανακοίνωση του Τ. Ε. Σκλαβενίτη, «Λόγιοι και χρονογράφοι», βλ. στον παρόντα τόμο, σ. 191-194.

 

Χρήστος Τσενές

«Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

Αρχειακές Μαρτυρίες για το εμπόριο της σταφίδας στην περιοχή του Ναυπλίου, 14ος-15ος αι. – Αγγελική Τζαβάρα, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Το 1459 o καρδινάλιος Βησσαρίων, σε επιστολή του στον Φραγκισκανό μοναχό (και άγιο) Jacobo della Marchia, αναφέρει μεταξύ των προϊόντων της Πελοποννήσου και τη σταφίδα. O ταξιδιώτης – συμβολαιογράφος Nicolò da Martoni μαρτυρεί την καλή ποιότητα της σταφίδας και των σύκων από την Κόρινθο, που έφαγε μαζί με τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών. Πρόκειται για δύο μαρτυρίες γνωστών προσώπων της εποχής, που γνώριζαν τη σπουδαιότητα της παραγωγής για την οικονομία της περιοχής και αναγνώριζαν και γεύονταν την καλή σταφίδα. Για να φτάσει το προϊόν αυτό της πελοποννησιακής γης στο τραπέζι των καλοφαγάδων της Ρωμανίας, της Βενετίας και της υπόλοιπης Ευρώπης, αγρότες και έμποροι εργάζονταν ο καθένας για το δικό του όφελος.

Στη μελέτη αυτή εξετάζονται αρχειακές μαρτυρίες σχετικά με το εμπόριο της σταφίδας στην περιοχή του Ναυπλίου κατά την πρώιμη πρώτη βενετοκρατία. Σε μερικές περιπτώσεις συνεξετάζεται το εμπόριο της σταφίδας και των ξερών σύκων της Κορίνθου, αφού η εκμετάλλευση των προϊόντων των δύο αυτών περιοχών αφορούν στην εμπορική στρατηγική ορισμένων βενετικών εταιρειών.

Portrait of Nerio I Acciaioli, first Florentine Duke of Athens.

Προσωπογραφία του Νέριου Α΄Ατζαγιόλι (Nerio I Acciaioli) πρώτου φλωρεντινού δούκα των Αθηνών.

Οι Λατίνοι κατακτητές της χερσονήσου άρχισαν ενωρίς να εκμεταλλεύονται τα προϊόντα της πελοποννησιακής υπαίθρου. Η σταφίδα παραγόταν κυρίως στην περιοχή της Κορίνθου, του Άργους και του Ναυπλίου. Για την κορινθιακή σταφίδα έχουμε πληροφορίες από διάφορα έγγραφα. Ήδη από τον 13ο αι. γνωρίζουμε ότι εξαγόταν στο Βασίλειο της Σικελίας, για λογαριασμό της ανδεγαυικής αυλής. Στις 11 Μαρτίου 1270 είχαν αποθηκευτεί για λογαριασμό της 650 λίβρες κορινθιακής σταφίδας σε βαρέλια. Έγγραφα σχετικά με την αγροτική παραγωγή, όπως οι λογαριασμοί των περιοχών της Πελοποννήσου, που ανήκαν στη φλωρεντινή οικογένεια των Acciaiuoli του 14ου αι., επιβεβαιώνουν την παραγωγή σταφίδας και ξηρών σύκων στην καστελλανία της Κορίνθου. Αναφέρονται συγκεκριμένα οι περιοχές Άγιος Βασίλειος και Βασιλικά. Το 1400, κατά τη συγκέντρωση μαρτυριών για τη γνωστή δίκη του Ιωάννη Cremolisi κατά του Carlo Tocco και της συζύγου του Francesca Acciaiuoli [Φραγκίσκα Ατσαγιόλι], θυγατέρας και κληρονόμου του κυρίου της Κορίνθου Neriο Acciaiuoli, ο αποθηκάριος Andrea de Massa και ο εβραίος Abraam Calomiti, tunc ponderator της σταφίδας και των σύκων του Neriο, δήλωναν ότι το 1394 η παραγωγή ανερχόταν στους 1.000 σάκους σταφίδας και 400 σάκους σύκων. Στα παραπάνω μπορούμε να προσθέσουμε και ορισμένες άδειες εκμετάλλευσης της σταφίδας, που δόθηκαν από τους ιππότες του Αγίου Ιωάννη σε ιδιώτες, κατά την περίοδο που το τάγμα διοικούσε την Κόρινθο (1400-1404), αλλά με πολύ περιοριστικούς όρους. Το βενετικό ενδιαφέρον για την αγορά κορινθιακής σταφίδας και ξερών σύκων μαρτυρείται από τις απαγορεύσεις των βενετικών αρχών, οι οποίες, από το 1389, επέβαλλαν ή ακύρωναν το εμπάργκο στις περιοχές του Neriο Acciaiuoli.

Από τα εμπορικά εγχειρίδια του 14ου αι., τις λεγόμενες pratiche di mercatura, προκύπτει ότι η πελοποννησιακή σταφίδα εξαγόταν στην Ανκό­να, τη Φλωρεντία και κυρίως τη Βενετία. Στις συγκεκριμένες πηγές, μάλιστα, παρέχονται οι αντιστοιχίες των μέτρων της Γλαρέντζας και της Πάτρας με τις παραπάνω ιταλικές πόλεις, όσον αφορά στο συγκεκριμένο προϊόν. Στα παραπάνω εγχειρίδια αναφέρεται, επίσης, η σύγκριση των μέτρων μεταξύ Γλαρέντζας και Κορίνθου. Το γεγονός αυτό δεν περιορίζει την παραγωγή του προϊόντος στις δύο αυτές περιοχές της Πελοποννήσου, αλλά προσδιορίζει κυρίως τις περιοχές από όπου εξαγόταν, καθώς, όπως προκύπτει από τις πηγές, διεξαγόταν εσωτερικό εμπόριο από την ύπαιθρο προς τις πόλεις-λιμάνια, και κυρίως από την Κόρινθο, το Ναύπλιο και τις γύρω περιοχές, ακόμη και από τη Μεσσηνία.

Οι αρχειακές πηγές για την αγροτική παραγωγή και το εμπόριο στο βε­νετικό Ναύπλιο είναι λίγες. Ακόμη σπανιότερες και διάσπαρτες χρονικά είναι οι πηγές που αφορούν στη σταφίδα. Ορισμένα έγγραφα είναι δημοσιευμένα, αλλά τα περισσότερα παραμένουν ακόμη ανέκδοτα. Πρόκειται για αποφάσεις των βενετικών συμβουλίων για σχετικά θέματα, όπως και συμβολαιογραφικές πράξεις. Ενδεικτικά: αναφέρεται η διαθήκη ενός Ναυπλιώτη εμπόρου σταφίδας, πράξεις σύστασης εταιρείας για την εκμετάλλευσή της, εξουσιοδοτήσεις και, κατά κύριο λόγο, δικαστικές υποθέσεις. Άλλες αφορούν στις σχέσεις μεταξύ κεφαλαιούχων εμπόρων και των αντιπροσώπων τους, των εταίρων μεταξύ τους, των βενετικών αρχών κατά των κατά καιρούς διοικητών και καπετάνιων του Ναυπλίου. Κατά την εξέταση των δικαστικών αυτών υποθέσεων αναφέρονται τα διάφορα έγγραφα που παρουσίασαν οι δύο πλευρές στους Βενετούς δικαστές, όπως επιστολές και βιβλία λογαριασμών, που όμως δεν σώζονται σήμερα. Παρουσιάζουμε στη συνέχεια διάφορες σχετικές περιπτώσεις…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Αρχειακές Μαρτυρίες για το εμπόριο της σταφίδας στην περιοχή του Ναυπλίου, 14ος-15ος αι.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Η σημασία των διεργασιών του πένθους και του θρήνου στην Ιλιάδα του Όμηρου – Γιώργος Μπανιώκος στο: «Ο Όμηρος και η Ελληνική Σκέψη», Εκδόσεις εργαστηριού μελέτης του Θεσμικού Λόγου, Ε.Κ.Π.Α., Αθήνα, 2019.


 

Η λέξη «πένθος» είναι μορφή πάθους αφού έχει τις ρίζες της στον παρακείμενο χρόνο «πέπονθα» του ρήματος της αρχαίας ελληνικής πάσχω. [1] Το πένθος συνιστά κυρίως διαδικασία ή κατάσταση όπου πλήθος συναισθημάτων (δυσπιστία, άρνηση, θυμός, απόγνωση, απομόνωση, κατάθλιψη, ενοχές, διαπραγμάτευση, αποδοχή) και συνοδευτικών σωματικών αντιδράσεων εκδηλώνονται βαθμηδόν ως απόρροια του θανάτου ενός αγαπημένου προσώπου. [2] Ο θρήνος ή το μοιρολόι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι κάθε πένθιμης τελετουργίας, μια ισχυρή, θυμική εκφόρτιση που εκκινεί από τη συνείδηση της απώλειας ενός αγαπητού ή προσφιλούς προσώπου. Ο θάνατος τραυματίζει περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο γεγονός το ψυχικό όργανο και το πένθος είναι ο μοναδικός δρόμος για την επούλωση του τραύματος παρόλο που κανένας ζωντανός δεν είναι ίδιος μετά την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου.

Για τον εισηγητή της ψυχανάλυσης Σίγκμουντ Φρόυντ το πένθος είναι μια φυσιολογική διαδικασία η οποία συνήθως κινητοποιείται σε κάποιο πρόσωπο εξαιτίας της απώλειας ενός αντικειμένου αγάπης ή ενός αφηρημένου υποκατάστατου, όπως της πατρίδας, της ελευθερίας ή ενός ιδανικού. [3]  Σύμφωνα με τον ίδιο, η επαναλαμβανόμενη εμπειρία της ικανοποίησης δημιουργεί μια σχέση με το αντικείμενο του πόθου, το οποίο επενδύεται έντονα με λιβιδινική ενέργεια και το πρόσωπο διακατέχεται από αυτό (κάθεξη). Κάθε συναισθηματικός δεσμός, για τον Φρόυντ, συνιστά μια επένδυση ή κάθεξη αντικειμένου. Το πένθος που ακολουθεί ένα θάνατο ή μια απώλεια χαρακτηρίζεται ως αποκάθεξη, μια διαδικασία, δηλαδή, απόσυρσης των συναισθηματικών επενδύσεων από το αγαπημένο, αλλά απολεσμένο πια αντικείμενο αγάπης. [4]  Σε έναν αποχωρισμό, που ορίζεται από το μη αναστρέψιμο, το πένθος εκφράζει ταυτόχρονα την άρνηση του ανθρώπου απέναντι στο θάνατο, αλλά και την αγωνιώδη προσπάθειά του να προσαρμοστεί στο πραγματικό.

Σύμφωνα με τον Όμηρο, ο Θάνατος ήταν αδερφός του Ύπνου, αποτελούσε μέρος της ζωής η οποία και εκπήγαζε από το θάνατο. Όταν επέρχετο ο θάνατος, ήταν σταλμένος από τους θεούς, εκτός και αν ήταν ντροπιαστικός. Η Ιλιάδα είναι πρωτίστως ένα πολεμικό έπος που εξιστορεί πολλούς θανάτους πολεμιστών οι οποίοι συνοδεύονται από πλήθος πένθιμων, ταφικών τελετουργιών. Μέσα στο ίδιο πλαίσιο, ο θρήνος και το μοιρολόι δε συνιστούν καθόλου ντροπή για τους ήρωες του ομηρικού κόσμου. [5] Ο Αγαμέμνονας, ο Αχιλλέας, ο Οδυσσέας, ο Πάτροκλος και άλλοι ένδοξοι ομηρικοί ήρωες θρηνούν με απαράμιλλη ειλικρίνεια και χωρίς αισθήματα αιδούς, όταν έρχονται αντιμέτωποι με την απώλεια αγαπημένων τους προσώπων ή συντρόφων. Εκδηλώνουν τα συναισθή­ματά τους σε καταστάσεις λύπης, απελπισίας και απώλειας, κυλιούνται κατά γης, εκάστοτε και μπροστά στον στρατό τους.

Για παράδειγμα, στη ραψωδία Π της Ιλιάδας ο Πάτροκλος, σταλμένος από τον Αχιλλέα στη μάχη, αριστεύει, σκοτώνει το Σαρπηδόνα, αλλά στη συνέχεια φονεύεται από τον Έκτορα. Κατόπιν, στη ραψωδία Σ ο Αχιλλέας πληροφορείται από τον Αντίλοχο το θάνατο του Πατρόκλου, τον οποίο έχει προαισθανθεί, και συντρίβεται. Ο πόνος του είναι τόσο οξύς όσο και ο θυμός του στη ραψωδία Α του έπους. Ο ήρωας πέφτει στη γη και ξεσπά σε σπαρακτικό θρήνο μαδώντας τα μαλλιά του. [6] Η Θέτιδα, η οποία βρίσκεται στα βάθη της θάλασσας, τον ακούει και σπεύδει να τον συναντήσει με τις αδελφές της, τις Νηρηίδες, οι οποίες θα ξαναβγούν από τη θάλασσα με το θάνατο του ήρωα. Στην ραψωδία Σ της Ιλιάδας ξεκινά το γαϊτανάκι του θανάτου και παράλληλα στήνεται ο χορός του θρήνου: ο Αχιλλέας, ο Αντίλοχος, οι σκλάβες, η Θέτιδα, όλοι θρηνούν. Θρηνούν τον Πάτροκλο, αλλά στην πραγματικότητα θρηνούν τον Αχιλλέα και τον προαναγγελθέντα θάνατό του. Η Θέτιδα, επιτομή του μητρικού πόνου, θρηνεί με τον Αχιλλέα για τον Πάτροκλο, αλλά την ίδια στιγμή σε ένα δεύτερο επίπεδο λαμβάνει χώρα ένας προπαρασκευαστικός θρήνος για τον πεπρωμένο χαμό του Αχιλλέα. Η Θέτιδα αποτελεί κατεξοχήν τραγική φιγούρα της Ιλιάδας, αφού πλάι σε θνητές, χτυπημένες από τη μοίρα γυναίκες, όπως η Εκάβη και η Ανδρομάχη, γνωρίζει εκ των προτέρων, ούσα θεά και αθάνατη, το θάνατο του παιδιού της. Η εικόνα της Θέτιδας που κρατά στα χέρια της το κεφάλι του γιου της αποτελεί προοικονομία του θρήνου της πάνω από το νεκρό κουφάρι του γιου της. [7]

Γιατί ακριβώς θρηνεί ο Αχιλλέας; Αυτό ζητά να μάθει και η Θέτιδα με την γεμάτη αγωνία ερώτηση: «Τί κλαις παιδί μου; Ποιος καημός τα σπλάχνα σου τάραξε τώρα;» [8] Η απάντηση του Αχιλλέα εκφράζει την πλήρη απόγνωσή του αφού χάθηκε ο Πάτροκλος, o πιο αγαπητός από τους εταίρους του. Εύχεται να μην είχε γίνει ποτέ ο γάμος της Θέτιδας με τον Πηλέα, δηλαδή να μην είχε γεννηθεί. Ξέρει το τέλος του και ζητά να πεθάνει αφού δεν κατάφερε να γλυτώσει τον αγαπημένο του φίλο. [9] Ο Αχιλλέας βλέπει ότι η ζωή του δεν έχει πλέον νόημα, ομολογεί την ενοχή που αισθάνεται, επειδή αφενός δε διέσωσε τη ζωή του Πάτροκλου, αφετέρου επειδή συνειδητοποιεί τον όλεθρο που έφερε ο θυμός του απέναντι στον Αγαμέμνονα στην πρώτη ραψωδία της Ιλιάδας. Αποκηρύσσει, έτσι, το θυμό και επιλέγει συνειδητά τον θάνατο, τον οποίο δεν απέφυγε ούτε ο Ηρακλής, ο μόνος ήρωας με τον οποίο μπορεί να συγκριθεί ο Αχιλλέας. [10] Ο θάνατός του όμως θα συνδεθεί με λαμπρή και άφθαρτη δόξα (κλέος ἐσθλόν & κλέος ἄφθιτον) [11] γεγονός που θα τον ωθήσει να πάρει εκδίκηση. Δεν προλέγει την καταστροφή που θα προκαλέσει στους Τρώες μέσα από τους νεκρούς άνδρες, αλλά μέσα από τον πόνο και το θρήνο των γυναικών γι’ αυτούς. [12] Η Θέτιδα δέχεται την απόφασή του, τον προειδοποιεί ωστόσο, ότι ο θάνατος του Έκτορα θα σημάνει και τον δικό του θάνατο, και του ζητά να μην μπει στη μάχη, μέχρι εκείνη να πάρει καινούρια όπλα από τον Ήφαιστο. [13] Στο μεταξύ Αχαιοί και Τρώες μάχονται γύρω από το σώμα του Πάτροκλου. Ο Αχιλλέας, με θεϊκή παρότρυνση, σκορπίζει με τη φωνή του τρόμο στους Τρώες και δίνει την ευκαιρία στους Αχαιούς να περισυλλέξουν το νεκρό ήρωα προκειμένου να τον θρηνολογήσουν και να τον ενταφιάσουν. [14]

 

Μάχη για τη σορό του Πάτροκλου. Wiertz, Antoine, 1836, λάδι σε μουσαμά. Musée des beaux-arts de Liège (Μουσείο Καλών Τεχνών της Λιέγης).

 

Έχοντας φονεύσει τον Έκτορα, ο Αχιλλέας εισχωρεί στη ζώνη του δικού του θανάτου. Άλλωστε, γνωρίζει ο ίδιος ότι δεν είναι της μοίρας του να κυριεύσει την Τροία. [15] Η αγριότητα του Αχιλλέα, που αποκορυφώνεται με την παρατεταμένη κακοποίηση του νεκρού Έκτορα, συνιστά ύστατη εκδήλωση πόνου και θυμού. Καθώς ο Αχιλλέας απομακρύνεται σέρνοντας τον νεκρό αντίπαλο, ο φακός στρέφεται στα τείχη της Τροίας, παρακολουθώντας το θρήνο που ξεσήκωσε το διπλά φοβερό γεγονός. Όλα είναι θρήνος για τον Έκτορα και την Τροία μαζί. Η Τροία τυλίγεται στο θρήνο πριν τυλιχτεί στις φλόγες. Όπως ο χαμός του Πατρόκλου σήμανε το χαμό του Έκτορα, έτσι και ο χαμός του Έκτορα θα σημάνει το θάνατο του Αχιλλέα και την άλωση της Τροίας. Η θανάσιμη μοίρα του Αχιλλέα συνδέεται στενά με τη θανάσιμη μοίρα του Έκτορα, στο βαθμό που η μια προϋποθέτει και γίνεται αιτία της άλλης. Η τραγική αυτή ακολουθία διατυπώθηκε ήδη ως προειδοποίηση από τη Θέτιδα στο γιο της στη ραψωδία Σ της Ιλιάδας και τώρα δραματοποιείται. Τις πένθιμες ακολουθίες του Πατρόκλου και του Έκτορα μας τις αφηγείται ο Όμηρος στις τελευταίες ραψωδίες της Ιλιάδας, ενώ το χρονικό του θανάτου, του θρήνου, της καύσης και του ενταφιασμού του Αχιλλέα μας το αφηγείται ο Αγαμέμνονας στην τελευταία ραψωδία της Οδύσσειας, τη Νέκυια. [16]

 

Ο Αχιλλέας σύρει το σώμα του Έκτορα γύρω από τα τείχη της Τροίας. Domenico Cunego (1727–1803), Ιταλός τυπογράφος και ζωγράφος.

 

Ο θρήνος και η κηδεία του Έκτορα γίνονται εφικτές με όλες τις αρμόζουσες τιμές λόγω της ανακωχής που ο ίδιος ο Αχιλλέας αυτοβούλως παραχωρεί. Ο Πρίαμος παραλαμβάνει το σώμα του Έκτορα με τη βοήθεια του θεού Ερμή γλυτώνοντας έτσι τη σύλησή του και διασώζοντας τον Αχιλλέα από την οργή των θεών. Ο Αχιλλέας δέχεται να παραχωρήσει το νεκρό σώμα του Έκτορα στον Πρίαμο αφού ο τελευταίος συγκρίνει ενώπιον του Αχιλλέα τη δική του μοίρα με την πατρική μοίρα του Πηλέα. Κι αυτή η σύγκριση καταλήγει σε αμοιβαίο θρήνο των δυο ηρώων καθώς ο καθένας τους κλαίει και θρηνεί για το δικό του πόνο και τον δικό του πόθο. [17] Η συνομιλία του Αχιλλέα με τον Πρίαμο μας αποκαλύπτει μια αναλογία ανάμεσα στα δυο πρόσωπα αφού και οι δυο τους έχουν χάσει αγαπημένα τους πρόσωπα. Δυο νεκροί, ο Πάτροκλος, από το χέρι του Έκτορα, και ο Έκτορας, από το χέρι του Αχιλλέα, με τον αμοιβαίο σπαραγμό που προκαλούν στον Αχιλλέα και στον Πρίαμο αντίστοιχα, υπαγορεύουν εν τέλει την αναγκαιότητα συμφιλίωσης με την οποία και αναστέλλεται ο τρωικός πόλεμος. Η αναστολή αυτή συμπίπτει και με την ολοκλήρωση της αφήγησης του έπους, αφού προηγουμένως η φιλονικία μεταξύ Πριάμου και Αχιλλέα έχει λήξει με ανθρωπολογική συμφιλίωση. Το ιλιαδικό έπος δεν τελειώνει με την κατάληψη της Τροίας. [18]

Στην ακολουθία του θρήνου του νεκρού Έκτορα κυριαρχεί το μοιρολόι των γυναικείων προσώπων της βασιλικής οικογένειας, ενώ ο βασιλιάς Πρίαμος φροντίζει για τις τελετουργικές διαδικασίες και τις νεκρικές τιμές. Το σώμα του Έκτορα έχει προηγουμένως πλυθεί, αλειφθεί με μύρα, νεκροστολιστεί και εκτεθεί πάνω σε νεκρική κλίνη από τις ακόλουθες του Αχιλλέα. [19] Οι Τρώες και οι Τρωαδίτισσες κατεβαίνουν στην πύλη όπου θρηνούν το νεκρό βασιλιά για εννέα ημέρες. Η Κασσάνδρα, αδερ­φή του Έκτορα, κλαίει, φωνάζει δυνατά τους Τρώες και ξεσηκώνει τον πρώτο θρήνο. [20] Στο θρήνο της διακρίνονται τα δίπολα ζωή – θάνατος, ελπίδα -απόγνωση, κλέος-πένθος. Η Ανδρομάχη, σύζυγος του Έκτορα, θρηνεί για τη χηρεία της, για την ορφάνια του παιδιού της, την επικείμενη καταστροφή της Τροίας και σκλαβιά των γυναικών, την πιθανή δολοφονία του γιου της από τους Αχαιούς. Εξυμνεί την ανδρεία του Έκτορα κι αναφέρεται στον καημό των γονιών του. Κλείνει το θρήνο της με ένα παράπονο αφού ο Έκτορας δεν πέθανε στο σπίτι του και δεν της ψέλλισε κάποια, τελευταία λόγια παρηγοριάς. [21]

Κατόπιν, η Εκάβη και μητέρα του Έκτορα μοιρολογεί. Ξεχωρίζει τον Έκτορα απ’ όλα της τα παιδιά («το ακριβότερο απ’ όλα τα παιδιά μου») και τονίζει με καμάρι ότι τον αγαπούσαν οι θεοί. Επισημαίνει ότι ακόμη κι ο Αχιλλέας τον αντιμετώπισε ως ξεχωριστό αντίπαλο και παρόλο που τον κακοποίησε, οι θεοί φρόντισαν να τον έχει τώρα μπροστά της άθικτο.[22] Τελευταία μοιρολογεί η Ελένη, ξεχωρίζει τον Έκτορα για την υποστήριξη που της έδειχνε, όταν οι άλλοι την κατηγορούσαν και κλαίει τη μοίρα της τώρα που την αφήνει απροστάτευτη σ’ ένα εχθρικό περιβάλλον.[23] Μετά από εννέα μέρες θρήνου καίνε το νεκρό Έκτορα, κατόπιν τοποθετούν τα οστά του σε μια χρυσή λάρνακα, την οποία θάβουν κι από πάνω σηκώνουν τύμβο. Οι πένθιμες διαδικασίες ολοκληρώνονται με ένα πλούσιο δείπνο στο παλάτι.[24]

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι στο Ιλιαδικό έπος η διεργασία του πένθους, η οποία αποκορυφώνεται με το θρήνο, συνιστά αναπόσπαστη διαδικασία της ζωής καθώς εξυπηρετεί τη λύση της συναισθηματικής σχέσης (την αποκάθεξη κατά τον Φρόυντ) ανάμεσα στα εναπομείναντα αγαπημένα πρόσωπα και τον εκλιπόντα. Η φροντίδα του νεκρού σώματος, ο θρήνος, η αποτέφρωση, η ταφή των οστών και το μνημόσυνο γεύμα συνιστούν μέχρι και τις μέρες μας τις συμβολικές εκείνες διαδικασίες και τελετουργίες που σηματοδοτούν τον απαραίτητο για τους ζωντανούς αποχωρισμό της ψυχής από το σώμα, το συμβολικό διαχωρισμό των ζωντανών από τους νεκρούς. Πρόκειται για μια ύστατη φροντίδα για τους ανθρώπους του ομηρικού κόσμου που επιτρέπει στην ψυχή να καταδυθεί ήρεμα στον κάτω κόσμο και να αναπαυθεί.[25]

Επιπλέον, ο Όμηρος αναδεικνύει τη διπλή λειτουργία του θρήνου σε συνειδητό και ασυνείδητο επίπεδο. Οι εναπομείναντες θνητοί στην Ιλιάδα θρηνούν αφενός για το θάνατο του αγαπημένου τους προσώπου αφετέρου για το δικό τους επικείμενο ή προαναγγελθέντα θάνατο. Έτσι και εμείς κάθε φορά που συνειδητά θρηνούμε για το χαμό ενός προσφιλούς προσώπου, το ασυνείδητό μας έρχεται αντιμέτωπο με την αρχή της πραγματικότητας, αφού ένα μέρος του θρήνου ουσιαστικά υπαγορεύεται από τη δυσάρεστη επανενθύμηση του αναπότρεπτου του δικού μας θανάτου. O θάνατος μιας μητέρας ή ενός πατέρα είναι το προαναγγελθέν σήμα του δικού μας θανάτου.

Στην τελευταία ραψωδία της Οδύσσειας, όταν η Θέτιδα ανεβαίνει και πάλι στην επιφάνεια για να θρηνήσει το νεκρό παιδί της, παρατηρούμε κάτι πρωτοφανές στο χορό του θρήνου. Δεν πρόκειται τόσο για μητρικό σπαραγμό, αλλά για την μοναδική αυτή συνθήκη, που εισάγει ο Όμηρος, καθώς βάζει θνητούς και αθανάτους να ομολογούν στον κύκλο του ίδιου πένθους. Επί δεκαεπτά μερόνυχτα, πριν αποτεφρωθεί το δοξασμένο σώμα του Αχιλλέα, κλαίνε για το χαμό του τόσο οι θνητοί όσο και οι θεοί («κλαίομεν θάνατοί τε θεοί θνητοί τ’ ἄνθρωποι»). [26] Η συγκεκριμένη αυτή συνθήκη θέτει εμφανώς μια έντονη υποψία απέναντι στο ιερό. Πώς είναι δυνατόν οι ίδιοι οι αθάνατοι Θεοί να εμφανίζονται ανήμποροι απέναντι στο γεγονός του θανάτου;

Είναι γνωστό ότι η αρχαία ελληνική λατρεία έχει αντλήσει πολλά στοιχεία της από τον Όμηρο και τον Ησίοδο. Ωστόσο, τα ομηρικά έπη δε θεωρήθηκαν ποτέ ιερά βιβλία. Ο Όμηρος, ως γνήσιος δημιουργός, έπλασε έναν κόσμο με την αδέσμευτη ελευθερία που παρέχουν οι ποιητικές συμβάσεις. Τα έπη του μαρτυρούν μια βαθιά φιλοσοφική ενόραση που πηγάζει από τον αδιόρατο τρόπο που αλληλοδιαπλέκονται ζωή και θάνατος μέσα στο ανθρώπινο γίγνεσθαι. Ο άνθρωπος του ομηρικού κόσμου εκπροσωπεί το φως και, σε καμιά περίπτωση, δε συμφωνεί με τον άνθρωπο της ελληνοχριστιανικής παράδοσης, αλλά βρίσκεται σε συστηματική αντίθεση με αυτόν. [27]

Οσάκις, έρχεται η στιγμή του τέλους για έναν ομηρικό ήρωα, δεν υπάρχει δύναμη ικανή να τον σώσει και να του χαρίσει την αθανασία. Παρά την παντοδυναμία τους, οι θεοί φαίνονται ανήμποροι να τα βάλουν με το θάνατο σε αντίθεση με τον χριστιανικό θεό που πατάσσει το θάνατο. Δε χρειάζεται παρά να παρακολουθήσει κανείς τη σταδιακή πτώση του πρώτου των Τρώων, του Έκτορα, για να γίνει μάρτυρας της εγκατάλειψης του ανθρώπου μπρος στην έλευση του πεπρωμένου. Οι τελευταίες ραψωδίες της Ιλιάδας και της Οδύσσειας σφύζουν από το αναπόφευκτο του θανάτου. Κι αφού αυτή η στιγμή του τέλους βρίσκεται πέραν κάθε ανθρώπινης και θεϊκής αρωγής, η μοίρα δεν μπορεί παρά να εμφανίζεται σαν μια αδιαπέραστη δύναμη, πάνω από θεούς και ανθρώπους. [28] Η σκιά του Αχιλλέα αναφωνεί με παράπονο στη σκιά του Αγαμέμνονα στον κάτω κόσμο ότι κανείς θνητός δεν ξέφυγε από το βαρύ πεπρωμένο του θανάτου. [29]

Αυτόν ακριβώς τον ομηρικό άνθρωπο, ο οποίος σωριάζεται καταγής σαν φύλλο δέντρου, χωρίς καμιά βοήθεια, δε φαίνεται να αποδέχεται ο Πλάτωνας στην Πολιτεία του. Τέσσερις αιώνες μετά τον Όμηρο, όταν για πρώτη φορά πασχίζει να επιβάλει μια ολοκληρωτική, αξιολογική διάσταση πάνω στη ζωή, τα πρώτα πράγματα που απαρνιέται είναι τον ομηρικό κόσμο και τις τέχνες. Αφού οι αξίες είναι αιώνιες, δεν είναι δυνατό ο άνθρωπος, που τις ενστερνίζεται και τις ενσαρκώνει, να φέρει μια θνητή ψυχή ή να ασχολείται με κάτι απατηλό, όπως είναι οι τέχνες. Τι νόημα θα είχαν η ηθική, το δίκαιο, η ανδρεία αν δεν απευθύνονταν σε μια ψυχή που είναι αθάνατη;

«Ένας, που πιστεύει, πως υπάρχουν στον Άδη εκείνα τα φοβερά και τρομερά πράγματα, νομίζεις πως θα ήταν άφοβος εμπρός στο θάνατο και πως θα προτιμούσε στον πόλεμο να σκοτωθεί κάλλιο, παρά να νικηθεί και να γίνει σκλάβος; Διόλου. Πρέπει λοιπόν, καθώς φαίνεται, να δώσομε όλη την προσοχή μας και για όσα θα επιχειρούσαν να λέγουν πάνω σ᾽ αυτά, και να παρακαλέσομε τους ποιητάς να μην κατηγορούν έτσι όπως τύχει τον Άδη, κι όσα είν᾽ εκεί μέσα, αλλ᾽ απεναντίας να τα επαινούν, γιατί ούτε αληθινά είναι όσα λέγουν, ούτε ωφέλιμα για κείνους που θα γίνουν μια μέρα πολεμιστές. Έτσι πρέπει πραγματικώς. Θα σβήσομε λοιπόν από την ποίηση όλα τα τέτοια…» [30]

Ο Πλάτωνας στην ουσία εξοστρακίζει από την Πολιτεία τον Όμηρο. Ξεφορτώνεται έτσι το ισχυρότερο εμπόδιο που στοχεύει στην απάρνηση της θνητότητας και όλων των ηθών που υπαγορεύονται από το θάνατο. [31] Πρόκειται για την επένδυση της θνητότητας με το πέπλο της αθανασίας, μια μάσκα που επιβάλλει συνήθως κάθε ιδεολογία ή θρησκεία απέναντι στη φυσική ροή της ζωής. Ο Πλάτωνας υποβάλλει σε εξονυχιστική κριτική τον Όμηρο (“παραιτησόμεθα Ὂμηρόν τε καί τούς ἄλλους ποιητάς”) [32] εξετάζοντας όλες τις απόψεις του για τον Άδη. Ο θάνατος και κατά συνέπεια ο Άδης δεν μπορεί να τρομάζει το Πλατωνικό υποκείμενο. [33] Ο Όμηρος βάζει στο στόμα του Αχιλλέα λόγια για το θλιβερό σκότος της ανυπαρξίας στη συνάντησή του με τον Οδυσσέα κατά την κάθοδο του τελευταίου στον Άδη. Όταν ο Οδυσσέας θυμίζει στον Αχιλλέα ότι ήταν δοξασμένος όσο ζούσε, αλλά και τώρα βασιλεύει ανάμεσα στους νεκρούς, ο Αχιλλέας δίνει μια αποστομωτική απάντηση λέγοντας ότι ο θάνατος δεν επιδέχεται παρηγοριάς και θα προτιμούσε ο ίδιος να δούλευε ως απλός εργάτης στην πατρίδα του παρά να είναι βασιλιάς στον κάτω κόσμο. [34]

Κατά συνέπεια, για τον Όμηρο δεν υπάρχει μεγαλύτερο αγαθό από εκείνο της ζωής. Αν και δεν υπάρχει τρόπος ο άνθρωπος να γλυτώσει από το πεπρωμένο του, στον Όμηρο δεν υπάρχει καμιά δήλωση απαξίωσης ή απάρνησης της ζωής. Ο Όμηρος, ενάντια σε οποιαδήποτε πεποίθηση εγκόσμιας ματαιότητας, υμνεί τον κόσμο, το γίγνεσθαι, το φως, το σκοτάδι, τη μέρα και τη νύχτα. Σύμφωνα με τον Κωστή Παπαγιώργη, μέσα από την απάρνηση του κόσμου εις το όνομα ενός Επέκεινα, ο Πλάτωνας σκοτώνει συμβολικά τον Όμηρο και διαμεσολαβεί ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο διασώζοντας τον άνθρωπο από την φθορά. Αυτό που έκανε ο Πλάτωνας, είναι αυτό που σήμερα συνεχίζει να κάνει η σύγχρονη ιατρική με τη συνδρομή της βιοτεχνολογίας εις το όνομα της προόδου και της εξέλιξης: δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να πεθάνει. [35]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γεωργίου Ν. Παπανικολάου, Λεξικόν των ρημάτων της αττικής πεζογραφίας, 699.

[2] Σύμφωνα με την Elizabeth Kübler-Ross η διαδικασία του πένθους διέρχεται συνήθως πέντε διαδοχικά στάδια: 1) την άρνηση, 2) το θυμό, 3) την διαπραγμάτευση, 4) τη θλίψη και 5) την αποδοχή. Βλ. Elizabeth Kübler-Ross, On Death and Dying (1970), New York, NY, Collier Books/Macmillan Publishing Co, 45-68.

[3] Σίγκμουντ Φρόυντ, Πένθος και Μελαγχολία, στο Μεταψυχολογικά Κείμενα του 1915, μετάφραση: Λευ­τέρης Αναγνώστου, Αθήνα, Επίκουρος, 2005, 147-148.

[4] Ο όρος «κάθεξη» (Besetzung στη γερμανική γλώσσα) εμφανίζεται για πρώτη φορά στο έργο του Φρό­υντ στις Μελέτες για την υστερία (1895) και στο Σχεδίασμα μιας επιστημονικής ψυχολογίας (1895), βλ. J. Laplanche & J. Pontalis, Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης, 226-227.

[5] Αιμιλίου Μιρώ, Η καθημερινή ζωή στην εποχή του Ομήρου, 234-238.

[6] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Σ, 22-28.

[7] Oμήρου, Iλιάδα,Ραψωδία Σ, 35 -72.

[8] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Σ, 73.

[9] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Σ, 80-94.

[10] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Σ, 111-119.

[11] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Ι,13 & Ι 415.

[12] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Σ, 120-126.

[13] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Σ, 135-138.

[14] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Σ, 200-238.

[15] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Σ, 95-96.

[16] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Ω, 35-94.

[17] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Ω, 610-675.

[18] Δ. Ν. Μαρωνίτης, “Ἓκτορος ἀναίρεσις”, αντλήθηκε από τον ιστότοπο Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμ­ματεία – Αρχαϊκή επική ποίηση: από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια των Δ. Ν. Μαρωνίτη και Λ. Πόλκα. http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/history/epos/page_050.html (τελευταία επίσκε­ψη 30/5/2018).

[19] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Ω, 635-648.

[20] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Ω, 678-723.

[21] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Ω, 724-746.

[22] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Ω, 747-761.

[23] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Ω, 762-777.

[24] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Ω, 785-805.

[25] Αιμίλιος Μιρώ, Η καθημερινή ζωή στην εποχή του Ομήρου, 234.

[26] Oμήρου, Oδύσσεια, Ραψωδία Ω, 64.

[27] Κωστή Παπαγιώργη, Ζῶντες καί τεθνεῶτες, 99.

[28] Κωστή Παπαγιώργη, Ζῶντες καί τεθνεῶτες, 102.

[29] Oμήρου, Oδύσσεια, “μοῖρ᾽ ὀλοή, τὴν οὔ τις ἀλεύεται ὅς κε γένηται” (Ω, 29).

[30] Πλάτωνος, Πολιτεία, Γ, 386 b -c.

[31] Κωστή Παπαγιώργη, Ζῶντες καί τεθνεῶτες, 103.

[32] Πλάτωνος, Πολιτεία, Γ, 387 b.

[33] Πλάτωνος, Πολιτεία, Γ, 396 a.

[34] Oμήρου, Oδύσσεια, Ραψωδία Λ, 488-491.

[35] Κωστή Παπαγιώργη, Ζῶντες καί τεθνεῶτες, 105-106.

 

Βιβλιογραφία


 

Πηγές

  • Ομήρου, Ιλιάς, μετάφραση: Δ. Ν. Μαρωνίτης, Αθήνα, Άγρα, 2012.
  • Ομήρου, Οδύσσεια, μετάφραση: Δ. Ν. Μαρωνίτης, Αθήνα, Ίδρυμα Τριανταφυλλίδη, 2009.
  • Πλάτωνος, Πολιτεία, μετάφραση: Ι. Ν. Γρυπάρης, αντλήθηκε από τον ιστότοπο «Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα» http://www.greek- language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=111&page=32 (τελευταία επίσκεψη 1/6/2018).

 

Δευτερεύουσα βιβλιογραφία

  • Μαρωνίτης, Δ. Ν., «Ἓκτορος ἀναίρεσις», στο Δ. Ν. Μαρωνίτη και Λ. Πόλκα, Αρχαία Ελληνική Γλώσ­σα και Γραμματεία – Αρχαϊκή επική ποίηση: από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια, αντλήθηκε από τον ιστότοπο «H Πύλη για την ελληνική γλώσσα» http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/history/epos/page_050.html (τελευταία επίσκεψη 30/5/2018).
  • Μιρώ, Αιμίλιος, Η καθημερινή ζωή στην εποχή του Ομήρου, μετάφραση: K. Παναγιώτου, Αθήνα, Ωκεανίς, 1971.
  • Παπαγιώργης, Κωστής, Ζῶντες καί Τεθνεῶτες, Αθήνα, Καστανιώτη, 1991.
  • Παπανικολάου, Γεώργιος Ν., Λεξικόν των ρημάτων της Αττικής Πεζογραφίας, Αθήνα, Δημ. Ν. Παπα­δήμα, 1988.
  • Φρόυντ, Σίγκμουντ, Πένθος και Μελαγχολία, στα Μεταψυχολογικά Κείμενα του 1915, μετάφραση: Λευτέρης Αναγνώστου, Αθήνα, Επίκουρος, 2005.
  • Kübler-Ross, Elizabeth, On Death and Dying, New York, NY, Collier Books/Macmillan Publishing Co., 1970.
  • Laplanche J. & Pontalis, J., Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης, μτφρ. B. Καψαμπέλης, Λ. Χαλκούση, Α. Σκουλίκα, Π. Αλούπης, Αθήνα, Κέδρος, 1986.

 

Γιώργος Μπανιώκος

«Ο Όμηρος και η Ελληνική Σκέψη», Εκδόσεις εργαστηριού μελέτης του Θεσμικού Λόγου, Ε.Κ.Π.Α., Αθήνα, 2019.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

Διαβάστε ακόμη:

 

Ο Όμηρος στο Δυτικό Μεσαίωνα και την Αναγέννηση – Γεώργιος Στείρης στο: «Ο Όμηρος και η Ελληνική Σκέψη», Εκδόσεις εργαστηριού μελέτης του Θεσμικού Λόγου, Ε.Κ.Π.Α., Αθήνα, 2019.


 

Ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της Ευρωπαϊκής Αναγέννησης και προϋπόθεση, στην πραγματικότητα, όλων των υπολοίπων, είναι η στροφή στην κλασσική αρχαιότητα, ελληνική και ρωμαϊκή. Ήδη από το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα είχε διαπιστωθεί ότι το πλαίσιο σκέψης του Μεσαίωνα, ο σχολαστικισμός και η εμμονή στη θεολογία, είχαν εξαντλήσει τη δυναμική τους και δεν μπορούσαν πια να προσφέρουν τόσο σε πνευματικό, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Η στροφή στην αρχαιότητα δεν θα μπορούσε να παραβλέψει τον Όμηρο, τον πλέον εμβληματικό ποιητή των κλασσικών χρόνων.

Στη διάρκεια του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα τα ομηρικά έπη ήταν απρόσιτα στο λατινόφωνο κοινό. Τη θέση τους είχαν πάρει άλλα, ελάσσονα κείμενα, του Τρωικού κύκλου, όπως τα Κύπρια Έπη και η Μικρά Ιλιάδα, τα οποία δεν αποτελούν έργα του Ομήρου και η ποιότητά τους είναι σαφώς κατώτερη εκείνης της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Η επίδραση, όμως, που άσκησαν τα κείμενα αυτά στη μεσαιωνική δύση ήταν τόση, σε έκταση και ένταση, ώστε να συμβάλουν αποφασιστικά στην επάνοδο του Ομήρου στο προσκήνιο τον 15ο αιώνα.

Στη μακρά διάρκεια του Μεσαίωνα κυκλοφορούσαν στη Δυτική Ευρώπη μια πλειάδα κειμένων, γραμμένων στα λατινικά, τα οποία αναπαρήγαγαν ιστορίες του τρωικού κύκλου, οι οποίες είχαν βασιστεί στα ελάσσονα έπη και όχι στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Ένα εκ των αρχαιοτέρων ήταν το Ilias Latina, γραμμένο πιθανότατα τον 10Ο  μ.Χ. αιώνα, από κάποιον που υπογράφει ως Silius Italicus, παρότι η σύγχρονη έρευνα δεν έχει τεκμηριώσει καμιά σύνδεση του γνωστού ρωμαίου ποιητή με το συγκεκριμένο έργο. Στην Ilias Latina ο ποιητής προσδίδει έμφαση στο ερωτικό στοιχείο, ενώ παράλληλα επιδίδεται και σε μια προσπάθεια εξορθολογισμού του κειμένου, αφαιρώντας ό,τι φαντάζει υπέρλογο.

Άλλο ένα κείμενο που άσκησε επίδραση στο Μεσαίωνα ήταν το Excidium Trojae, το οποίο τοποθετείται στο διάστημα από τον 4ο έως τον 6ο αιώνα. Ο συγγραφέας του δημιούργησε ένα ευρύτερο ποίημα, το οποίο υπερβαίνει τα στενά όρια των Τρωικών, εμπνέοντας αρκετούς άλλους συγγραφείς στην πορεία των αιώνων, όπως αυτούς οι οποίοι δημιούργησαν τα The Seege or Batalye of Troye, έργο ανώνυμου Άγγλου, και το Trojanische Krieg του Konrad von Wurzburg. Τη με­γαλύτερη δημοφιλία στη μεσαιωνική περίοδο γνώρισαν δύο άλλα έργα, το Ephemeris Belli Troiani, συγγραφέας του οποίου εφέρετο κάποιος Δίκτυς ο Κρης, και το De Excidio Troiae Historia, το οποίο απεδίδετο σε κάποιον Δάρη τον Φρύγα. Και τα δύο κείμενα έχουν συνταχθεί στο διάστημα από τον 4ο έως τον 6ο αιώνα. Αν και πιθανότατα αντιγράφουν έργα της ελληνιστικής περιόδου, οι συγγραφείς τους υποστηρίζουν ότι είχαν συμμετάσχει στον πόλεμο στην Τροία, ο ένας στις τάξεις των Ελλήνων και ο άλλος των Τρώων. Οι ισχυρισμοί αυτοί έφεραν τα κείμενα στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντος, αφού το φιλόμαθες κοινό επιθυμούσε να πληροφορηθεί τα αληθινά γεγονότα και όχι την ποιητική πραγμάτευση του Ομήρου.

Τα κείμενα αυτά είναι που πυροδοτούν το ενδιαφέρον για τα Τρωι­κά στην καρδιά του Μεσαίωνα, στον 12ο αιώνα. Ο Joseph του Exeter, Άγγλος ποιητής, συγγράφει περίπου στα 1180 το De Bello Troiano, ένα ποίημα αποτελούμενο από 3673 στίχους, εμπνευσμένο από το έργο του Δάρη του Φρύγα. Το πόνημα του Joseph αφιερώθηκε από τον ίδιο στον αρχιεπίσκοπο του Canterbury. Το ποίημα αποπνέει έντονο ρητορισμό και ηθικολογία, καθώς στόχος του είναι να ευαισθητοποιήσει τους αναγνώστες του σε θέματα όπως η υποκρισία, η ευμετάβολη ανθρώπινη τύχη και η αφερεγγυότητα των γυναικών. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η ερμηνεία της συμπεριφοράς της ωραίας Ελένης, την οποία ο Joseph αποδίδει στην παθολογία του ήπατός της.

Στον ίδιο αιώνα ο Benoit de Saint-Maure, Γάλλος ποιητής, συνθέτει το επικών διαστάσεων ποίημά του Le Roman de Troie, το οποίο εκτείνεται σε περίπου 40.000 στίχους. Βασική πηγή έμπνευσης και αυτού υπήρξε ο Δάρης ο Φρύγας. Ο Benoit είναι ο εμπνευστής της ερωτικής ιστορίας του Τρωίλου και της Χρυσηίδας, στην οποία εμπλέκεται και ο Διομήδης, συνθέτοντας ένα τολμηρό ερωτικό τρίγωνο. Στο ποίημα του Benoit η παραδοσιακή ατμόσφαιρα του κλασσικού έπους έχει απολεσθεί. Οι ήρωες μάχονται με τον τρόπο των ιπποτών, πολλοί εξ αυτών χρησιμοποιούν φρασεολογία παρμένη από την Βίβλο και οι ναοί της Τροίας περιγράφονται ως γοτθικού ρυθμού. Η Τροία προσομοιάζει στο Ελντοράντο, όσον αφορά στα αμύθητα πλούτη που καταγράφονται. Το έργο του Benoit de Saint-Maure επηρέασε σημαντικά τα συγγραφικά πονήματα των Boccaccio, Chaucer και Shakespeare.

 

Benoit de Saint-Maure, Γάλλος ποιητής, συνθέτει το επικών διαστάσεων ποίημά του Le Roman de Troie, το οποίο εκτείνεται σε περίπου 40.000 στίχους.

 

Benoît de Sainte-Maure, Roman de Troie. Venise ou Padoue, vers 1340-1350.

 

Ως συνέχεια των προηγουμένων μεσαιωνικών ποιητών, στον 13ο αιώνα εμφανίζεται ο Guido delle Collone, Ιταλός ποιητής που συνέγραψε το Historia Destructionis Troiae. O Guido ασκεί δριμεία κριτική στον Όμηρο, τον οποίο κατηγορεί ότι διαστρέβλωσε τα πραγματικά γεγονότα, σε αντίθεση με τον Δάρη τον Φρύγα και τον Δίκτυ τον Κρήτα, οι οποίοι διέσωσαν την ιστορική αλήθεια. Το έργο του Guido βρίθει ηθικο­πλαστικών μηνυμάτων, γεγονός που το κατέστησε εξαιρετικά σημαντικό και διαδεδομένο κείμενο στους μετέπειτα αιώνες.

 

A Venetian copy of the Historia destructionis Troiae, ca. 1325

 

Στο 14ο αιώνα κυριαρχεί η μορφή του Geoffrey Chaucer, ο οποίος θεωρείται ως ο πατέρας της αγγλικής λογοτεχνίας. Ο Chaucer εμπνεύ­στηκε από τον Boccaccio και συνέθεσε τη δική του εκδοχή για την ιστορία του Τρωίλου και της Χρυσηίδας. Όμως ο Chaucer δεν παρουσιάζει, όπως ο Boccaccio, το έργο από μισογυνική σκοπιά. Το έργο του είναι περισσότερο εκλεπτυσμένο, στιχουργικά και νοηματικά.

Στο 14ο αιώνα ο αυθεντικός Όμηρος επανέρχεται στο προσκήνιο. Ο Petrarca, ο διάσημος Ιταλός ουμανιστής, προμηθεύτηκε το 1353 ή 1354 ένα ελληνικό χειρόγραφο του Ομήρου από τον Νικόλαο Σιγηρό, απεσταλμένο του βυζαντινού αυτοκράτορα στην Ιταλία. Ο Petrarca δεν γνώριζε όμως ελληνικά, σε βαθμό τουλάχιστον που θα του επέτρεπε να προσεγγίσει τα ομηρικά έπη. Είχε, μάλιστα, γράψει ότι ο Όμηρος ήταν μουγγός για αυτόν, γιατί ο ίδιος ήταν κωφός προς τον Όμηρο, επειδή δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα. Ο Petrarca έψαχνε εναγωνίως μεταφραστή και τον βρήκε το 1358 στο πρόσωπο του Leontius Pilatus, ο οποίος ήταν ένας μετριότατος λόγιος από την Καλαβρία που προσπαθούσε να εμφανιστεί ως ελληνικής καταγωγής. Η παρότρυνση του Petrarca προς τον Pilatus αφορούσε στη μετάφραση των πρώτων πέντε ραψωδιών της Ιλιάδας. Το 1360 ο Pilatus γνωρίστηκε και με τον Boccaccio, ο οποίος τον ενθάρρυνε περαιτέρω να προχωρήσει Συγκεκριμένα, ο τε­λευταίος είχε ενδιαφέρον για τον Όμηρο, το οποίο δεν κατάφερε να καλύψει λόγω περιορισμένης ελληνομάθειας. Η απόπειρά του Pilatus να μεταφράσει τον Όμηρο κατέληξε σε αποτυχία, αφού το αποτέλεσμα της εργασίας του ήταν κακής ποιότητας. Παρά ταύτα ο Petrarca ένιωθε ικανοποιημένος που μπόρεσε να διαβάσει, έστω και σε αυτό το επίπεδο, το κείμενο του Ομήρου.

Στο 15ο αιώνα οι προσπάθειες εντάθηκαν, παρότι υπήρχε δέος για το επίπεδο της ποίησης του Ομήρου. Συγκεκριμένα, ένα από τα βασικά ζητούμενα της στροφής στην κλασσική αρχαιότητα υπήρξε η καλλιέπεια στη γλώσσα. Στόχος ήταν η επιστροφή στο υψηλό επίπεδο των κλασσι­κών λατινικών, πρότυπο των οποίων είχε υπάρξει το έργο του Virgilius. Το βασικό πρόβλημα των ουμανιστών ήταν ότι ο Όμηρος έβαζε για αυτούς τον πήχη ακόμα υψηλότερα. Θα έπρεπε η μετάφραση του Ομήρου στα λατινικά να υπερβαίνει την ποιότητα της γλώσσας του Virgilius, αφού ο Όμηρος υπήρξε το αξεπέραστο πρότυπο γλώσσας και ύφους σε όλες τις εποχές. Για αυτό και οι μεταφράσεις που ακολουθούν αυτή του Pilatus είναι επιλεκτικές και συνήθως αποδίδουν σε πεζό λόγο το έμμετρο κείμενο του Ομήρου. Για παράδειγμα, ο Leonardo Bruni, στα 1405, αποδίδει συγκεκριμένα χωρία από την 9η ραψωδία της Ιλιάδας, σε πεζό λόγο, προκειμένου να αποδείξει ότι η ρητορική, της οποίας είναι μέγας θαυμαστής, ξεκίνησε με τον Όμηρο. Ο Guarino Guarini, στα 1427, αποδίδει τη 10η ραψωδία της Ιλιάδας και την 23η της Οδύσσειας, στις οποίες παραλείπει σημεία που παρουσιάζουν τον καθημερινό βίο, ώστε να μην υποβαθμίζεται, κατά την άποψή του, η μαγεία της επικής ποίησης. Η πλέον ολοκληρωμένη και ακριβής απόδοση είναι εκείνη του Lorenzo Valla, η οποία ξεκίνησε στα 1442 και ολοκληρώθηκε στα 1458 από τον Francesco Griffolini. Είναι, όμως, και αυτή σε πεζό λόγο.

Λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1431, ο Carlo Marsuppini είχε εκδηλώσει την επιθυμία του να μεταφράσει Όμηρο σε έμμετρη μορφή, αλλά απε­τράπη από τον Ambrogio Traversari, ο οποίος του αντέτεινε ότι είναι αδύνατη η απόδοση του μεγαλείου του ομηρικού λόγου στη λατινική γλώσσα. Γενικώς, στην πρώιμη Αναγέννηση, κατόπιν και των ερευνών του Valla, υπήρχε δυσπιστία σε μέρος των Λατίνων λογίων σχετικά με τη δυνατότητα της λατινικής γλώσσας να καλύψει νοηματικά και σε ποιότητα το εύρος της ελληνικής γλώσσας. Στα 1450 ο πάπας Νικόλαος ο Ε’ ανακοίνωσε το μεγαλόπνοο σχέδιό του για τη μετάφραση των σημαντικοτέρων κειμένων της αρχαιοελληνικής γραμματείας στα λατινικά. Φυσικά, από το σχέδιο δεν θα μπορούσε, τουλάχιστον σε επίπεδο προθέσεων, να απουσιάζουν τα ομηρικά έπη. Το συγκεκριμένο έργο προτάθηκε σε δύο έξοχους ποιητές, τους καλύτερους της εποχής, τους Basinio Basini και Francesco Filelfo, οι οποίοι αρνήθηκαν συναισθανόμενοι το βάρος του εγχειρήματος, αλλά με το επιχείρημα ότι το έργο περιέχει σημεία ανάξια λόγου, που καθιστούσαν την πλήρη μετάφραση περιττή. Τελικά, το 1451, ο πάπας βρήκε πρόθυμο μεταφραστή στο πρόσωπο του Carlo Marsuppini, ο οποίος είκοσι χρόνια νωρίτερα δεν είχε αποτολμή­σει τη μετάφραση των ομηρικών επών. Δυστυχώς, ο Marsuppini απεβί­ωσε το 1453 έχοντας ολοκληρώσει τη μετάφραση μιας και μόνης ραψωδίας. Το έργο του ανέλαβε να συνεχίσει ο σπουδαίος φιλόλογος Angelo Poliziano, ο οποίος επεδίωξε να παραγάγει μια έμμετρη μετάφραση, η οποία θα αιρόταν στο ύψος του πρωτοτύπου. Ο Poliziano μετέφρασε τις ραψωδίες Β’-Ε’ και κατόπιν παραιτήθηκε της προσπάθειας. Πάντως, ο ίδιος, έως το τέλος της ζωής του, δήλωνε περήφανος για το νεανικό του εγχείρημα, αν και το αποτέλεσμα δεν δικαίωνε τις προσδοκίες του. Το μέγεθος του Ομήρου ήταν δυσθεώρητο για αυτόν.

Δημήτριος Χαλκοκονδύλης (1423-1511) από τους σημαντικότερους Έλληνες λόγιους, που συνέβαλε με το έργο του στην αναβίωση των ελληνικών γραμμάτων στη δυτική Ευρώπη.

Η πρώτη ολοκληρωμένη έκδοση του Ομήρου ήταν αυτή που επιμελήθηκε ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης και εξεδόθη στη Φλωρεντία το 1488/89. Το κείμενο δεν προσέφερε ιδιαίτερα όμως, γιατί η ελληνο­μάθεια, ειδικά σε ότι αφορούσε ένα εξαιρετικά απαιτητικό κείμενο, δεν επαρκούσε για την κατανόηση του ομηρικού πρωτοτύπου. Στα 1474 τυπώθηκε στη Brescia της Ιταλίας μια δίγλωσση έκδοση της Ιλιάδας και το 1497 της Οδύσσειας, οι οποίες δεν διεκδικούσαν δάφνες ποιότητας. Η Οδύσσεια είχε μεταφραστεί στα λατινικά από τον Raffaele Mattei Volaterrano. Πάντως, στη Βενετία, το σημαντικότερο ίσως εκδοτικό κέντρο της εποχής, η πρώτη πλήρης έκδοση του μεταφρασμένου στα λα­τινικά Ομήρου έγινε το 1556, εποχή που αρχίζουν να εμφανίζονται και πολλές μεταφράσεις του Ομήρου σε εθνικές γλώσσες.

Στη Γαλλία η πρώτη έκδοση του Ομήρου έγινε το 1510. Επρόκειτο για την έκδοση της μετάφρασης του Niccolo della Valle, η οποία είχε κυκλοφορήσει νωρίτερα στην Ιταλία. Εκδότης ήταν ο Josse Bade. Αυτό αποδεικνύει τη σημασία της Ιταλίας στην διάδοση του ομηρικού κειμένου, και γενικότερα των ομηρικών σπουδών στην Ευρώπη της Αναγέννησης.

Απόλυτα ενδεικτική της κατάστασης των ομηρικών σπουδών στην Ιταλία του 15ου αιώνα αποτελεί ο Marsilio Ficino (1433-1499). Ο Ficino υπήρξε ο πλέον επιφανής ουμανιστής στη Φλωρεντία και αυτός που επιφορτίστηκε με τη μετάφραση και το σχολιασμό μεγάλου μέρους της πλατωνικής φιλοσοφικής γραμματείας. Πέρα από τις μεταφράσεις και τα σχόλια, ο Ficino συνέγραψε και ένα αρκετά εκτεταμένο έργο, το Theologia Platonica de immortalitate animae, στο οποίο εκθέτει τη δική του φιλοσοφία. Σε αυτό ο Ficino αναφέρεται στον Όμηρο οκτώ φορές. Όπως θα δούμε, όμως, το επίπεδο της γνώσης του για τον Όμηρο είναι τουλάχιστον στοιχειώδες, παρότι ο ίδιος ήταν θαυμαστής και εμ­βριθέστατος γνώστης της ελληνικής αρχαιότητας. Οι γνώσεις του για τον Όμηρο αποτελούσαν, κυρίως, προϊόν της μελέτης των πλατωνικών κειμένων, πράγμα που φαίνεται εύκολα, μιας και συνήθως αναφέρει τον Πλάτωνα ως πηγή του, όταν μνημονεύει τον Όμηρο.

 

ο Marsilio Ficino (Μαρσίλιο Φιτσίνο 1433-1499), υπήρξε ο πλέον επιφανής ουμανιστής στη Φλωρεντία και αυτός που επιφορτίστηκε με τη μετάφραση και το σχολιασμό μεγάλου μέρους της πλατωνικής φιλοσοφικής γραμματείας.

 

Ο Ficino, βασι­σμένος σε αρχαίες πηγές που δεν κατονομάζει αλλά και δεν φαίνεται να αποδέχεται πλήρως, παρουσιάζει τον Όμηρο ως τρελό (insanus), παραφράζοντας και παρανοώντας προφανώς την ένθεη μανία των ποιητών, όπως καταγράφεται στα ελληνικά. Επίσης, ο Όμηρος, παρότι τυφλός, παρουσιάζεται ως εξαιρετικής ευφυΐας άνθρωπος, ώστε μπόρεσε να δει και να μάθει τόσα πολλά πράγματα, τα οποία αργότερα ύμνησε με τον πλέον επιτυχημένο τρόπο, πετυχαίνοντας να συναιρέσει όλες τις τέχνες. Ο Ficino, όμως, πίστευε ότι οι στίχοι του Ομήρου κρύβουν και βαθύτερα νοήματα. Ο ίδιος συμφωνούσε με τα γραφόμενα των Χαλδαίων μάγων, οι οποίοι υποστήριζαν ότι η ψυχή μπορεί να περιτυλιχθεί από ακτίνες φωτός. Εκμεταλλευόμενη την ελαφρότητα του φωτός, η ψυχή μπορεί να αρθεί από τον κόσμο της ύλης και των αισθήσεων. Ο Ficino ταυτίζει τα περιγραφόμενα από τους Χαλδαίους μάγους με τη χρυσή άλυσο, την οποία είδε ο Όμηρος να κρέμεται από τον ουρανό και να φθάνει έως τη Γη. Μέσω αυτής, όποιος καταφέρνει να την δει, μπορεί να ανέλθει στον ουρανό. Δεν είμαστε σίγουροι για το κατά πόσο γνώριζε απευθείας το ομηρικό κείμενο ο Ficino, μιας και τη συγκεκριμένη εικόνα περιγράφουν ο Πλάτων και ο Μακρόβιος. Ο Ficino, όπως και πολλοί άλλοι Ιταλοί ουμανιστές του 15ου αιώνα πίστευαν στην ύπαρξη μιας μυστικής γνώσης, η οποία διέτρεχε την ιστορία της ανθρωπότητας από τα απώτατα βάθη της έως τον 15ο αιώνα. Κρίκος αυτής της μυστικής αλυσίδας γνώσης, και μάλιστα κομβικός, υπήρξε ο Όμηρος, ο οποίος είχε συμβάλλει στη μετάδοση της γνώσης από την ανατολή στον Ελλαδικό χώρο.

Σε άλλο σημείο του έργου του ο Ficino παραθέτει ένα χωρίο του Ομήρου, το οποίο αναφέρεται στον Τειρεσία. Το ιδιαίτερο στοιχείο είναι ότι ο Ficino χρησιμοποιεί λατινική μετάφραση και όχι το ελληνικό κείμενο, παρότι σε άλλα σημεία παραπέμπει στα πρωτότυπα ελληνικά κείμενα. Θα λέγαμε ότι, παρά τη θέληση του Ficino να ασχοληθεί με τον Όμηρο, τα εμπόδια που συναντούσε στην προσέγγιση των πρωτοτύπων επών, δεν τον βοηθούσαν να εμβαθύνει στον Όμηρο. Η γνώση του Ficino για τον Όμηρο είναι κυρίως αποτέλεσμα της μελέτης των πλατωνικών διαλόγων, ιδίως του Ίωνα, στον οποίο ο Πλάτων πραγματεύεται την ποίηση και ασχολείται εκτενώς και επισταμένως με τον Όμηρο.

Συμπερασματικά, ο Όμηρος και οι ομηρικές σπουδές προσελήφθησαν με ένα πολύ ιδιαίτερο τρόπο από τον λατινικό Μεσαίωνα και την Αναγέννηση. Η γλώσσα διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην πορεία των ομηρικών επών. Ο Όμηρος είναι δεμένος με την ελληνική και οποιαδήποτε προσπάθεια να τον δει και να τον αντιμετωπίσει κανείς εκτός αυτού του πλαισίου είναι καταδικασμένη. Η διάδοση του ελληνικού κειμένου του Ομήρου ανέβασε ψηλά τον πήχη και για τα νεολατινικά. Η γλώσσα εκλεπτύνθηκε και εξελίχθηκε γιατί υπήρχε το αξεπέραστο γλωσσικό πρότυπο του Ομήρου.

 

Γεώργιος Στείρης

«Ο Όμηρος και η Ελληνική Σκέψη», Εκδόσεις εργαστηριού μελέτης του Θεσμικού Λόγου, Ε.Κ.Π.Α., Αθήνα, 2019.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Θεματική σειρά ομιλιών με θέμα: «Η Νεοελληνική Τέχνη τον 19ο αιώνα»


 

Η Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου (Παράρτημα Ναυπλίου) και ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας διοργανώνουν θεματική σειρά ομιλιών με θέμα: «Η Νεοελληνική Τέχνη τον 19ο αιώνα». Θα παρουσιαστούν Έλληνες ζωγράφοι, έργα των οποίων εκτίθενται στην περιοδική έκθεση του παραρτήματος με θέμα «Άρωμα Γυναίκας».

 

«Η Νεοελληνική Τέχνη τον 19ο αιώνα»

 

Στο πλαίσιο των ομιλιών θα εξεταστεί μεταξύ των άλλων γιατί ο Νικηφόρος Λύτρας (1832-1904) θεωρείται «Γενάρχης» της νεοελληνικής ζωγραφικής και θα προσεγγιστούν μορφές τέχνης του Νικολάου Γύζη (1842-1901), οι οποίες τον κατατάσσουν στους πρωτοπόρους των καλλιτεχνικών κινημάτων, στο τέλος του 19ου αιώνα.

Θα αποσαφηνιστεί γιατί η ζωγραφική του Γεώργιου Ιακωβίδη (1853-1932) διαφέρει από το κοινωνικό κήρυγμα των ρεαλιστών ή από τη ζωγραφική των ρομαντικών και των συμβολιστών και πώς στο έργο του Θεόδωρου Ράλλη (1852-1909) εμφανίζεται η νοσταλγία της Ανατολής και η λατρεία του εξωτικού και του παράδοξου.

Ο κύκλος θα ολοκληρωθεί με δύο εξέχουσες γυναίκες ζωγράφους: αρχικά με τη Θάλεια Φλωρά-Καραβία (1871-1928), μαθήτρια των Νικόλαου Γύζη και Γεωργίου Ιακωβίδη και στη συνέχεια με τη Σοφία Λασκαρίδου (1882-1965),  μαθήτρια του Νικηφόρου Λύτρα. Γεννήθηκαν το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και ξεχώρισαν για τον δυναμισμό και την προσωπικότητά τους. Άνοιξαν νέους δρόμους στην πρόσληψη και στην αποτίμηση του φύλου τους και υπήρξαν πρωτοπόρες στο ανανεωτικό καλλιτεχνικό κίνημα των αρχών του 20ού αιώνα.

  • 11/10/2019: «Νικηφόρος Λύτρας (1832-1904), ο θεμελιωτής της Σχολής του Μονάχου».
  • 13/12/2019: «Ο ζωγράφος Νικόλαος Γύζης (1842-1901), η ζωή, το έργο και η εποχή του».
  • 7/2/2020: «Γεώργιος Ιακωβίδης (1853-1932), ο ζωγράφος της παιδικής ηλικίας».
  • 8/4/2020: «Θεόδωρος Ράλλης (1852-1909), ο κυριότερος Έλληνας Οριενταλιστής».
  • 25/6/2020:«Θάλεια Φλωρά-Καραβία (1871-1928) και Σοφία Λασκαρίδου (1882-1965), πρωτοπόρες Ελληνίδες ζωγράφοι».

 

Εθνική Πινακοθήκη, Σιδηράς Μεραρχίας 23, Ναύπλιο, στις 19:00.

Ομιλήτρια: Λαμπρινή Καρακούρτη, επιμελήτρια της ΕΠΜΑΣ.

 

Η παιδαγωγική αξία των επών του Ομήρου για την εφηβική ηλικία – Ελπινίκη Α. Τσικλείδη


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε στο «Ελεύθερο Βήμα»  την εισήγηση της κας Ελπινίκης Α. Τσικλείδη στη Στρογγυλή Τράπεζα «Ο Όμηρος και η Ελληνική Σκέψη / Homer and Greek Thought», που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 22 Μαΐου 2019, στις εγκαταστάσεις του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου στην Αθήνα, με θέμα:

 

«Η παιδαγωγική αξία των επών του Ομήρου για την εφηβική ηλικία».

 

Η εφηβική ηλικία συνιστά την εκρηκτική, την ηφαιστειακή ώρα της ανθρώπινης οντότητας. Είναι η ώρα της συνειδητοποίησης μιας νέας, πολυδιάστατης αίσθησης εαυτού. Ένας κόσμος δύει και ένας άλλος ανατέλλει… Ένας κόσμος ονείρων, επιδιώξεων, προσδοκιών και στόχων. Είναι ο χρυσός χρόνος διαμόρφωσης της προσωπικότητας, της τοποθέτησης αξιών και στάσεων ζωής, της αμφισβήτησης και της φανέρωσης νέου τρόπου σκέψης και κοσμοθεώρησης.

Σ’ αυτήν την καταλυτική ώρα της ανθρώπινης ζωής και ύπαρξης, αναντίρρητα, τα μεγάλα, πνευματικά, κλασσικά έργα, μπορούν να καθοδηγήσουν και να προβάλλουν πρότυπα ζωής πλούσια σε περιεχόμενο. Μόνο έργα διαπνεόμενα από πανανθρώπινες, διαχρονικές ιδέες και κλασσικά ιδανικά, μπορούν να παιδαγωγήσουν και να επηρεάσουν τους εφήβους επ’ αγαθῴ.

Ιδανικός Δάσκαλος των εφήβων υπήρξε και υπάρχει ο «Θείος Όμη­ρος». O μεγαλύτερος επικός ποιητής, o κατ’ εξοχήν ποιητής (poète par excellence), με την Ιλιάδα και την Οδύσσειά του παιδαγώγησε και παιδαγωγεί την Ελλάδα και την Ευρώπη. Ο Πλάτων θα πει: «ὡς τὴν Ἑλλάδα πεπαίδευκεν οὗτος ὁ ποιητής». [1] Αλλά και την Ευρώπη πε­παίδευκεν, καθώς διδάσκεται στα σχολεία της Εσπερίας. Ο Όμηρος με τα Έπη του, τα οποία αποτελούν έργα τέχνης απαράμιλλου κάλλους, στοχεύει στην ψυχή και στον νου του καθέκαστου ανθρώπου και μάλιστα περισσότερο του νέου, τον οποίο διδάσκει με βελούδινο τρόπο. Ο Αντόνιο Γκράμσι δηλώνει ενδεικτικά: «Η τέχνη μπορεί να διδάξει, ακριβώς γιατί είναι τέχνη και όχι γιατί είναι “τέχνη που διδάσκει”, γιατί, σ’ αυτήν την περίπτωση είναι ένα τίποτα και το τίποτα δεν μπορεί να διδάσκει». [2] Είναι μια τέχνη που πλάθει εύπλαστες καρδιές και συγκροτεί ολόδροσα μυαλά. Η δυνατή και πάλλουσα ποίηση του ραψωδού προσφέρει την αισθητική απόλαυση και τη βαθιά διδαχή. Η μεγάλη ποίηση του Ομήρου διαμορφώνει όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης ουσίας, φωτίζει το λογικό, πλουτίζει το φαντασιακό, εμπνέει το οραματικό στοιχείο. Ο Όμηρος είναι ένας υπέροχος παραμυθάς, που σαγηνεύει με τον οίστρο και τα τεχνάσματά του τη νεανική, ευεπηρέαστη φύση που λαχταρά να υψωθεί και να αγγίξει τα όνειρά της.

 

Ο Όμηρος και οι Έλληνες, έργο του Γερμανού ζωγράφου Wilhelm von Kaulbach (1805- 1874). Τοιχογραφία στη σκάλα του νέου μουσείου στο Βερολίνο, έκδοση του Alexander Dunckel, 1871.

 

Ποιος ή ποια δεν ταυτίστηκε στα εφηβικά χρόνια με κάποιον ή κάποια από τους ήρωες ή τις ηρωίδες του Ομήρου;

Άλλος μαγεύεται από τη λιονταρίσια ψυχή του Αχιλλέα, άλλος από τη σύνεση, τη γλυκύτητα και τη δύναμη του λόγου του Νέστορα. Κάποια θέλει να μοιάσει στη γοητεία της Κίρκης και κάποια άλλη στην πίστη και την υπομονή της Πηνελόπης. Η δε μορφή του πολύτροπου Οδυσσέα, του σοφού και συνάμα ελεύθερου ανθρώπου αγγίζει κάθε ψυχή στην ολότητά της. Ποιητής, δάσκαλος, μάγος ο Όμηρος, αλλά και πρώιμος φιλόσοφος. Η τέχνη του μπορεί να χαρακτηριστεί και ως ποιητική φιλοσοφία. Γνωρίζει το καλό και το κακό, το ωφέλιμο και το βλαβερό και το κοινωνεί με το διεισδυτικό και υπόγειο τρόπο της ποίησης στον άνθρωπο, στο νέον άνθρωπο. Στην ποίησή του ενσωματώνεται η ιστορία του παρελθόντος, τα κλέη των ανδρών και η ηθική σοφία ενός έθνους. Παραδίδονται στις επερχόμενες γενεές με εύληπτο τρόπο, τα πρότυπα προς μίμηση, οι στάσεις ζωής και οι υψηλοί σκοποί. Παραδίδεται στη νεότητα πυξίδα ζωής και ιστία πλοήγησης. Μπολιάζονται στις νεανικές ψυχές κλασσικές αξίες, όπως ο σεβασμός, η ευσέβεια, η σεμνότητα, η φιλία, η γενναιότητα, η φιλοπατρία, η θυσία, η επιδεξιότητα, η ευελιξία.

Οι ήρωες και οι ηρωίδες των Επών, είναι παραδειγματικές, εμβληματικές μορφές, ικανές να δονήσουν, να διεγείρουν δημιουργικά τον άνθρωπο που αναπτύσσεται και ανασυνθέτεται. Ποίηση πολυδιάστατη, καλειδοσκοπική, πολύτροπη, δυνατή, νεανική, μουσική, συγκινησιακή και αισθαντική.

Η Ιλιάδα είναι περισσότερο πολεμική και ρεαλιστική και εμφανώς αναδύονται οι αξίες της τιμής, της αρετής, της αριστείας, της αιδούς, της άμιλλας, της φιλοπατρίας.

Η Οδύσσεια είναι ύμνος στην ανθρώπινη περιπέτεια, στην έλλογη αλλά και στην παράλογη σκέψη, στην ανθρώπινη επιδεξιότητα και επινοητικότητα, στην εναγώνια προσπάθεια για επιβίωση και στα επιτεύγματα που προέρχονται απ’ αυτήν. Όμως και στα δύο Έπη υπάρχει η διδαχή της αρμόζουσας (προσήκουσας) συμπεριφοράς, ένας πρακτικός κώδικας συνδιαλλαγής των ατόμων. Το γεγονός αυτό, γίνεται αρωγός στην αναζήτηση της νεότητας για αρμονικούς κανόνες συμβίωσης, για ένα πρότυπο μοντέλο ζωής.

Στην Ιλιάδα η έννοια της τιμής, της αριστείας, της φιλοπατρίας, αποτελούν τα μεγάλα προστάγματα. Πάντα να είσαι ο καλύτερος, να ξεπερνάς τους άλλους, να τιμάς το πατρικό γένος!

«Αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων, μηδὲ γένος πατέρων αἰσχυνέμεν».[3]

Έχουμε την πεμπτουσία, την επιτομή του ηρωικού κώδικα. Έτσι ξεπροβόδισε ο Ιππόλοχος τον γιο του Γλαύκο, όταν πήγαινε να πολεμήσει με την αντίπαλη παράταξη, έτσι αποχαιρέτησε ο Πηλέας τον λεβέντη γιο του Αχιλλέα, όταν μαζί με τους Έλληνες κίνησε να πολεμήσει στην Τροία. [4]

Η αποθέωση του ηρωισμού και της αγάπης προς την πατρίδα εντοπίζεται και στην κορυφαία Ομηρική ρήση: «Εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης».[5]

Αλλά και έννοιες όπως της συνδιαλλαγής, του ανθρωπισμού και του σεβασμού του αντιπάλου, αναδύονται από το μέγα Έπος. Η κορυφαία, η καθηλωτική σκηνή της ικεσίας του Πριάμου στον Αχιλλέα να ενταφιάσει το άμοιρο παιδί του και η αποδοχή της από τον ήρωα, είναι δυνατό να μην εγγραφεί στην ολόθερμη, νεανική ψυχή; Ο μεγάλος ποιητής γνωρίζει καλά την ανθρώπινη ύπαρξη και τα χαρακτηριστικά της, μιλά στην καρδιά και το μυαλό κάθε ανθρώπινου όντος. Ο ιδιοφυής ποιητής με τα Έπη του, φθάνει στη ρίζα της ανθρωπιάς, δονεί και συγκινεί, όπως αυτό γίνεται και με τις τραγωδίες των μεγάλων τραγικών ποιητών. Ο Αισχύλος θα αποδώσει την προσήκουσα τιμή στον Όμηρο, αναφέροντας, ότι οι τραγωδίες του ήταν ψίχουλα από το μεγάλο τραπέζι (δείπνο) του Ομήρου. Ο Όμηρος λειτουργεί σαν ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής και έχει την ικανότητα με την τέχνη και την τεχνική του να μεταδίδει τις ιδέες, τα μηνύματα και τις αξίες του, στον εν γένει άνθρωπο, αλλά και στον νέο άνθρωπο ειδικότερα. Επιπρόσθετα, ο ποιητής και η καλλιτεχνική του ευφυΐα μεταδίδει τα νοήματα με τρόπο ευχάριστο και γόνιμο, δημιουργώντας υπέροχες εικόνες, τέτοιες που πλείστοι καλλιτέχνες μετά απ’ αυτόν, να εμπνευστούν απ’ αυτές και να πραγματοποιήσουν αξεπέραστα έργα στη ζωγραφική και στη μουσική.

Επίσης, κάθε δάσκαλος και κάθε παιδαγωγός, με εργαλείο τα βιβλία του Ομήρου, μπορεί να τελέσει φωτισμένη διδασκαλία, ικανή να φλογίσει εφηβικές ψυχές.

Στην Οδύσσεια αποθεώνονται αξίες όπως της φιλοξενίας, της φιλίας, της οικογένειας, της πίστης, της αφοσίωσης, της υπομονής, της ευγένειας. Αξίες που όλοι προσδοκούν και εύχονται να διέπουν τις νέες γενεές. Η ζωή σαν αυταξία παρουσιάζεται με όλα τα αγαθά και με όλα τα δεινά της.

Μέσα από τον αγώνα έρχεται η δικαίωση, η χαρά, το μεγαλείο! Υπάρχει ενθουσιασμός και αισιοδοξία, ιδιότητες που χαρακτηρίζουν την ανόθευτη, υπέροχη, νεανική ψυχή.

Στον Όμηρο οι ήρωες έχουν ισχυρό χαρακτήρα, ταλέντα, ήθος, πραγ­ματώνουν άθλους. Ο μέγας αοιδός διαθέτει πνεύμα, τέχνη και τεχνική, για να συναρπάσει και να καθοδηγήσει με την αφήγησή του. Το σχήμα Ύβρις-Άτη-Νέμεσις-Τίσις δηλώνει την ανθρώπινη πτώση, αλλά και την επαναφορά της ηθικής τάξης και παρουσιάζεται συχνά στα Έπη του.

Μορφή και περιεχόμενο σε πλήρη λάμψη και ανάπτυξη συντελούν στην άσκηση απόκτησης παιδείας και πολιτισμού, από τον έφηβο, το νέο, τον εν γένει άνθρωπο και πολίτη. Ο Όμηρος είναι ο μεγάλος διαφωτιστής των αρχαίων χρόνων. Οι πρώτοι Πυθαγόρειοι θα ορίσουν την Ιλιάδα και την Οδύσσεια ως «Ιερά Βιβλία». Οι έφηβοι όλων των εποχών ανακαλύπτουν παγκόσμιες, ανθρώπινες καταστάσεις και συναισθήματα στα Ομηρικά Έπη. Ανακαλύπτουν μεγάλες αλήθειες για τη ζωή και τον άνθρωπο και αποκτούν ωφέλιμη γνώση. Μαθαίνουν για τα ανθρώπινα πάθη, αλλά και για την άρση τους. Η ζωή έχει την αξία της, αλλά η τιμή στέκεται πάνω και απ’ αυτήν! Εκφράζονται πρότυπα ζωής σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο. Οι άνθρωποι έχουν αδυναμίες, αλλά μπορούν να πραγματώσουν την υπέρβασή τους, να δώσουν νόημα και περιεχόμενο στη δράση τους, στα πρόσωπα και στα πράγματα.

Ο Ομηρικός κόσμος δεν είναι ο κόσμος του χάους, της παρακμής, αλλά ο κόσμος της παράδοσης, της σύγκρουσης, του αγώνα, των διλημμάτων που ενεργοποιούν το ανθρώπινο δυναμικό, το σκέπτεσθαι και το κρίνειν, γονιμοποιούν τις ιδιαίτερες κλίσεις του προσώπου και οδηγούν στην περαιτέρω εξέλιξη της κοινωνίας, μέσα από πολυσήμαντα, πολυδύναμα γεγονότα, συγκρούσεις και προοπτικές.

Ο έφηβος, ο νέος, καλείται να γίνει πολύτροπος, πολυμήχανος, πο­λυμαθής, γονιμοποιός, για να αδράξει τη ζωή, να τη μετουσιώσει, να τη χαρεί, να την παραδώσει στους επιγόνους του ζωντανή και πλούσια.

Το υφαντό της Πηνελόπης υφαίνεται από τον καθένα και την κα­θεμία, ημέρα με την ημέρα της ζωή τους. Το ταξίδι της ζωής είναι η «Οδύσσεια» της κάθε ατομικής ύπαρξης και ο ποθητός νόστος μοναδικός για το καθένα ον. Κάθε άτομο-πρόσωπο σαλπάρει στις θάλασσες, στα κύματα, ανοίγεται στο πέλαγος, κλυδωνίζεται σαν την Αργώ, συντροφιά με τα όνειρά του, για να αγναντέψει στο τέλος το δικό του λιμάνι και να κερδίσει την παράξενη Ιθάκη του, την πατρίδα της καρδιάς και του νου του!…

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Πλάτων, Πολιτεία, 606e.

[2] Γκράμσι, 1981, 23.

[3] Ομήρου, Ιλιάδα, Ζ, 208-209.

[4] Edwards, 2001, 206.

[5] Ομήρου, Ιλιάδα, Μ, 243.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Γκράμσι, Αντόνιο, Λογοτεχνία και Εθνική ζωή, μτφρ. Χρήστος Μαστραντώνης, τ.ε΄, Αθήνα, Στοχα­στής, 1981.
  • Edwards, Mark, Όμηρος ο ποιητής της Ιλιάδος, μτφρ. Βάιος Λιαπής, Νικόλαος Μπεζεντάκος, Αθήνα, Ινστιτούτο του Βιβλίου-Α.Καρδαμίτσα, 2001.

 

Ελπινίκη Α. Τσικλείδη

 «Ο Όμηρος και η Ελληνική Σκέψη», Εκδόσεις εργαστηριού μελέτης του Θεσμικού Λόγου, Ε.Κ.Π.Α., Αθήνα, 2019.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και η εικόνα που παρατίθεται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

Η έννοια της ψυχής στα Ομηρικά έπη – Πέννυ Γρούβα στο, «Ο Όμηρος και η Ελληνική Σκέψη», Εκδόσεις εργαστηριού μελέτης του Θεσμικού Λόγου, Ε.Κ.Π.Α., Αθήνα, 2019.


 

Είναι γεγονός πως στα δύο διασωθέντα κύκλια έπη του Ομήρου, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, γίνεται τόσο άμεση, όσο και έμμεση αναφορά στην έννοια της ψυχής, ενώ τα δύο αυτά έπη του 8ου αιώνα π.Χ. είναι τα πρώτα κείμενα της ελληνικής γραμματείας στα οποία πρωτοαπαντάται η συγκεκριμένη λέξη. Ας αποσαφηνίσουμε, λοιπόν, το τι ορίζεται ως ψυχή, προτού εντοπίσουμε αναφορές της έννοιας σε χωρία των δύο ποιημάτων. Αρχικά, ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από το ρήμα «ψύω», με το επίθημα -χω, δηλαδή «ψύχω» που σημαίνει «φυσώ», «πνέω». Κυριολεκτικά, ψυχή σημαίνει «ψυχρή πνοή», δηλαδή ύστατη ένδειξη ζωής στο ανθρώπινο σώμα.

Δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε το γεγονός πως σε τουλάχιστον έξι γλώσσες, όπως αυτή των Ασυρρίων, των Εβραίων, των Ινδών, των Σλάβων, των Λατίνων η αντίστοιχη λέξη ψυχή προέρχεται από ρήματα που σημαίνουν «αναπνέω». Στην πιο γνώριμη σε εμάς γλώσσα, τη λατινική, τα anima, animus έχουν συγγένεια με το αρχαίο ελληνικό ρήμα «άημι» που σημαίνει «φυσώ», «πνέω» και μέχρι σήμερα χρησιμοποιούνται με τις σημασίες «πνοή» και «ψυχή».

Επιστρέφοντας, λοιπόν, στον Όμηρο η ακριβής απόδοση μιας σημασίας στη λέξη ψυχή φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα. Η μόνη σημασία που μπορούμε να δώσουμε με βεβαιότητα είναι αυτή της «πνοής – αναπνοής», σύμφωνα με τους λεξικογράφους Πανταζίδη και Λορεντζάτου, καθώς υπάρχει χωρίο στην Ιλιάδα, στο οποίο ακριβώς αναφέρεται η λέξη «αϋτμή», δηλαδή «πνοή». Ειδικότερα, αναφέρεται στο κ 89-90 «Ζευς ενέηκε πόνοισι διαμπερές εις ο κ’ αϋτμή/εν στήθεσσι μένη και μοι φίλα γούνατ’ ορώρη» (ο Δίας απ’ όλους πιότερο σε βάσανα με ρίχνει δίχως τέλος / όσο κρατάει η πνοή στα στήθη μου κι η δύναμη στα γόνα).

Στη συνέχεια, η χρήση της λέξης αυτής στα έπη γίνεται αφενός αναφορικά με τον αρχαίο πολεμιστή, υπό την έννοια πως εκείνος οφείλει να επιδείξει ψυχικό σθένος και ανδρεία στη μάχη, καθώς αυτό το οποίο διακινδυνεύει να χάσει, εάν σκοτωθεί, είναι ακριβώς η ψυχή του και, αφετέρου, αναφορικά με τον ανθρώπινο θάνατο, όπως θα δούμε ακολούθως. Αποτελεί επομένως η ψυχή σύμβολο της ανθρώπινης θνητότητας, ενώ αξίζει να σημειώσουμε πως στα ομηρικά έπη δεν αποδίδει το σύνολο των ψυχικών ιδιοτήτων.

 

Η σορός του Έκτορα μεταφέρεται στην Τροία, ρωμαϊκή σαρκοφάγος, περίπου 180-200 μ.X. Louvre Museum from the Borghese collection.

 

Κάποια βασικά στοιχεία, τώρα, που παρατηρούμε στις ομηρικές ψυχές μελετώντας τους ομηρικούς στίχους είναι πως εκείνες, σε συνδυασμό με το σώμα ενός θνητού, συναποτελούσαν την ολότητα του αρχαίου Έλληνα. Ο διαχωρισμός αυτής της ολότητας σε σώμα – ψυχή μπορούσε να επέλθει με δύο τρόπους. Από τη μια, στιγμιαία, όπως για παράδειγμα σε μια λιποθυμία, δηλαδή ολική απώλεια αισθήσεων, από την οποία το άτομο επανερχόταν μέσα σε λίγα λεπτά, όπως περιγράφεται, για παράδειγμα, στην Ιλιάδα η ξαφνική απώλεια των αισθήσεων της Ανδρομάχης. Όταν εκείνη αντίκρισε τον γιο της σερνάμενο από τον Αχιλλέα, η ψυχή της στιγμιαία απομακρύνθηκε από το σώμα. Εκείνο που επανάφερε την ψυχή της «μάνας» στο σώμα της ήταν το συναίσθημα του «θυμού». Από την άλλη, ο θάνατος αποτελεί τη δεύτερη αιτία διάκρισης της ψυχής από το σώμα, με αποτέλεσμα την μόνιμη πλέον μετάβαση της ψυχής στον Κάτω Κόσμο.

Πιο αναλυτικά, οι ομηρικοί άνθρωποι πιστεύουν στον αποχωρισμό της ψυχής από το σώμα μετά τον θάνατο και την εγκατάστασή της στον Άδη, εκεί όπου θα κριθεί και θα τιμωρηθεί, εάν χρειαστεί, για τις πράξεις της όσο βρισκόταν στο σώμα στο οποίο ανήκε. Να σημειώσουμε εδώ πως δεν υπονοείται κάποια μορφή Κόλασης ή Παραδείσου, αλλά εννοείται η κοινή εγκατάσταση όλων των ψυχών συλλήβδην, και εκείνων που θα τιμωρούνταν και εκείνων που θα ησύχαζαν, στον Κάτω Κόσμο. Εκείνο, που προϋποτίθεται για να μπορέσει η ψυχή να οδηγηθεί στον Άδη, είναι η ταφή του θανούντος. Χωρίς αυτήν τη διαδικασία η ψυχή εγκλωβιζόταν στο κατώφλι του Άδη και δεν μπορούσε να μεταβεί εκεί όπου ήταν ο προορισμός της. Το πρόσωπο που οδηγούσε σαν ποιμήν τις ψυχές των νεκρών, αφού πραγματοποιούταν η ταφή τους, ήταν ο Ερμής, όπως φαίνεται για παράδειγμα στη ραψωδία ω της Οδύσσειας.

Γίνεται, λοιπόν, φανερό πως οι ομηρικοί άνθρωποι δέχονται την αθανασία της ψυχής μετά θάνατον, χωρίς όμως να πιστεύουν πως διατηρεί αυτή τας «φρένας», δηλαδή την ενεργή πνευματικότητα και συνείδησή της. Μόνο σε περίπτωση επαφής της με αίμα επανακτούσε μερική συνείδηση, γι’ αυτό ενίοτε οι ψυχές που τριγυρνούσαν στον Άδη χαρακτηρίζονταν «διψασμένες», και εννοείται για αίμα. Διότι η ψυχή χωρίς το αίμα του ανθρώπινου σώματος ήταν «μουδιασμένη». Είναι γεγονός πως οι πρώτοι κι όλας άνθρωποι ταύτιζαν την ψυχή με μέρη του ανθρώπινου σώματος, κι ένα από αυτά είναι το αίμα.

 

Ο Χάρων, ο πορθμέας του Άδη, μεταφέρει τις ψυχές μέσω του ποταμού Στυγός. Έργο του Alexander Dmitrievich Litovchenko (1835 – 1890), Russian Museum, St. Petersburg.

 

Στη συνέχεια, η ψυχή είναι στον Όμηρο άυλη και εξέρχεται από το στόμα ή την πληγή του θανούντος, δηλαδή από κάποιο μέρος του σώματός του, το οποίο είναι υλικό. Φεύγει, λοιπόν, σαν ατμός, όπως διαβάζουμε στον εκατοστό στίχο της ραψωδίας ψ «οὐδ᾽ ἔλαβε· ψυχὴ δὲ κατὰ χθονὸς ἠΰτε καπνὸς ᾤχετο τετριγυῖα·», δηλαδή «κλαψουρίζοντας του εξέφυγε βαθιά η ψυχή στο χώμα, ίδια καπνό». Έτσι φεύγει σαν να πετάει, κατά τη στιγμή της μετάβασης από τη ζωή στον θάνατο. Ένα ακόμη παράδειγμα που επιβεβαιώνει αυτή τη θεώρηση είναι το χωρίο π 503- 505 της Ιλιάδας, όπου περιγράφεται ο θάνατος του Πάτροκλου μέσα από την εικόνα της εξόδου του δόρατος που τον πλήγωσε στο διάφραγμα και ταυτόχρονα της ψυχής του, που βγήκε κι εκείνη από την πληγή σαν αέρας.

Μια ακόμη ονομασία που δίνεται στην υπό εξέταση έννοια είναι το «είδωλον», δηλαδή σκιά, όπως φαίνεται στο χωρίο της Οδύσσειας ω στ.: 14 «ψυχαί, είδωλα καμόντων» και της Ιλιάδας Ψ στ.: 104 «ψυχή και είδωλον, ατάρ φρένες οθκ ένι πάμπαν, δηλαδή «ψυχή και διακαμός στον άνθρωπο, κι όμως ζωή καθόλου!»

Επιπλέον, λέγεται, πως η ψυχή μετά τον θάνατο διατηρεί τη μορφή του ατόμου στο οποίο ανήκε. Πώς μπορεί βέβαια κάτι άυλο να προσο­μοιάζει με κάτι που ήταν υλικό δεν μπορεί να απαντηθεί ξεκάθαρα. Επρόκειτο μάλλον για αιθέριο ομοίωμα του σώματος σε σμίκρυνση. Εκείνο, που συνεπάγεται αναντίλεκτα είναι πως ένας ζωντανός άνθρωπος, άρα ένα υλικό σώμα, δεν μπορεί να έλθει σε επαφή με μια ψυχή που βρίσκεται στον κάτω κόσμο, δηλαδή ένα αποκομμένο από το σώμα του εκλιπόντος άυλο είδωλο. Ένα χωρίο στο οποίο επιβεβαιώνεται το παραπάνω είναι η ραψωδία λ της Οδύσσειας, στην οποία ο Οδυσσέας επικοινωνεί με την ψυχή της μητέρας του, χωρίς όμως να έλθει σε σωματική επαφή μαζί της. Επίσης, στην ίδια ραψωδία, συναντά τις ψυχές του Αγαμέμνονα, του Αχιλλέα και άλλων, χωρίς να μπορεί να αγγίξει κάτι υλικό από αυτούς, παρατηρώντας μόνο τις τιμωρίες των αμαρτωλών.

Δύο όροι, τώρα, που προαναφέρθηκαν και αξίζουν μια σύντομη προ­σέγγιση είναι ο όρος «θυμός» και ο όρος «φρένες». Ποια σχέση παρουσιάζουν με τον όρο ψυχή; Οι δυο αυτοί όροι εκφράζουν ψυχικές δραστηριότητες που σχετίζονται με την καρδιά, καθώς ο θυμός προέρχεται από τις «φρένες», που βρίσκονται στο στήθος, μεταξύ της καρδιάς και των πνευμόνων, όπως ακριβώς και η ψυχή. Σε χωρία της ραψωδίας Ι της Ιλιάδας διαβάζουμε «Λύγισε, Αχιλλέα μου, τη δυνατή ψυχή σου, σκληρή να έχεις την καρδιά δεν πρέπει» και παρακάτω «Ωστόσο ο Αχιλλέας αγρίεψε στα στήθη του τη δυνατή ψυχή του».

Άρα οι παραπάνω όροι αφορούν το εσωτερικό του ανθρώπου και εμφανίζονται ως αυτόνομες προσωποποιημένες έννοιες, ενώ συχνά ο ομηρικός άνθρωπος συνομιλεί, διαπραγματεύεται ή έρχεται σε ρήξη μαζί τους. Είναι, λοιπόν, συναφείς οι τρεις λέξεις με την εξής διαφοροποίηση. Ο όρος ψυχή εμφανίζεται ή υπονοείται σε στιγμές θανάτου ή λιποθυμίας των ομηρικών ηρώων, σε αντιδιαστολή με τους όρους «θυμός» και «φρένες» που εμφανίζονται σε διάφορες στιγμές όλης της διάρκειας της ζωής των ηρώων και ειδικότερα σε καταστάσεις κατά οποίες οι ήρωες βρίσκονταν σε έντονη συναισθηματική κατάσταση, σωματική ή πνευματική εγρήγορση. Πράγματι, ο «θυμός» έχει την έννοια του «βρασμού της ψυχής», του πάθους, της επιθετικότητας, του μένους που πηγάζουν από την ψυχή, όπως ακριβώς πιστεύεται και από τη σύγχρονη Ψυχολογία.

Συμπερασματικά η ψυχή είναι το στοιχείο εκείνο που διαφοροποιεί το ζωντανό από το νεκρό σώμα και στον Όμηρο αφορά μόνο το ανθρώπινο σώμα κι όχι το σώμα των υπολοίπων ζώων. Είναι η απαραίτητη δύναμη που κάνει το σώμα να αναπνέει, άρα να ζει, ενώ ο θάνατός της αφαιρεί αυτόματα τη ζωή του σώματος. Απαραίτητες είναι βέβαια και οι ζωτικές λειτουργίες του σώματος, απλώς στην παρούσα εργασία εξετάσαμε μόνο τον ρόλο της ψυχής μέσα σε αυτό.

Ολοκληρώνοντας, το γεγονός πως τα συναισθήματα των ηρώων είναι έκδηλα και περιγράφονται με τρόπο γλαφυρό από τον μεγάλο ποιητή, μέσα από σκηνές θυμού, κλάματος, κακοποίησης πτωμάτων, ανακούφισης ή έντονης συγκίνησης, μαρτυρά πως Όμηρος αναγνωρίζει τα πάθη, τα σκοτεινά βάθη και τις διάφορες πτυχές της ανθρώπινης ψυχής. Επομένως οδηγούμαστε αβίαστα στην παραδοχή πως ο ομηρικός άνθρωπος πιστεύει στην έννοια και την ύπαρξη της ψυχής.

 

Πέννυ Γρούβα

«Ο Όμηρος και η Ελληνική Σκέψη», Εκδόσεις εργαστηριού μελέτης του Θεσμικού Λόγου, Ε.Κ.Π.Α., Αθήνα, 2019.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Αίας – Ευάγγελος Πρωτοπαπαδάκης, στο «Ο Όμηρος και η Ελληνική Σκέψη», Εκδόσεις εργαστηριού μελέτης του Θεσμικού Λόγου, Ε.Κ.Π.Α., Αθήνα, 2019.


 

Η αυτοκτονία έχει αποτελέσει τόσο για τον κοινό νου, όσο και για την φιλοσοφία εξόχως ερεθιστικό ζήτημα, το οποίο συ­νήθως είναι αδιαπέραστο από την ανθρώπινη λογική. Ακόμη και ο Σοπενχάουερ, ο γνωστός και ως ο φιλόσοφος της απαισιοδοξίας, δυσκολεύεται να βρει νόημα στο απονενοημένο αυτό διάβημα. Κατά τον Σοπενχάουερ η αυτοκτονία αποτελεί ένα πείραμα: στην απόπειρά της ελλοχεύει ένα άρρητο ερώτημα που ο υποψήφιος αυτόχειρας απευθύνει στην φύση προσπαθώντας να την εξαναγκάσει να απαντήσει. Το ερώτη­μα έχει ως εξής: τι αλλαγή θα μπορούσε να επιφέρει ο θάνατός μου στην κατάστασή μου και στην αντίληψη που έχω για τα πράγματα; Ωστόσο, λέει ο Σοπενχάουερ, το πείραμα είναι αδέξιο και αλυσιτελές. Και τούτο διότι προϋποθέτει την καταστροφή αυτού που θέτει το ερώτημα, ώστε, τελικά, η όποια απάντηση να μην φθάνει ποτέ στον ενδιαφερόμενο. Η δυτική τουλάχιστον διανόηση, τελώντας υπό την έντονη επιρροή του Χριστιανισμού για περισσότερα από δυο χιλιάδες χρόνια, έχει αντιμε­τωπίσει την αυτοκτονία κατά κύριο λόγο είτε με απαξιωτική αμηχανία, είτε με απροκάλυπτη εχθρότητα. Ωστόσο, η αντιμετώπιση της αυτοκτο­νίας δεν ήταν πάντοτε αυτή.

Κατά την αρχαιότητα, ορισμένως, η αυτοκτονία ενίοτε συνιστούσε λε­λογισμένη απόφαση για την διασφάλιση της τιμής και της αξιοπρέπειας του αυτόχειρα. Στην κατηγορία αυτήν κατατάσσεται ένα από τα πρώτα καταγεγραμμένα στην λογοτεχνία αντίστοιχα περιστατικά. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για την αυτοκτονία του Αίαντα, βασιλιά της Σαλαμίνας, γιου του Τελαμώνα και εγγονού του Αιακού, την οποία παραδίδουν τα έπη του Ομηρικού κύκλου, συγκεκριμένα η 11η ραψωδία της Οδύσσειας, η Αιθιοπίδα και η Μικρή Ιλιάδα. Αιώνες αργότερα ο Σοφοκλής επιλέγει να καταστήσει την αυτοκτονία του Αίαντα άξονα της τραγωδίας που φέρει το όνομα του μυθικού ήρωα. Κατά τον μύθο, συγκεκριμένα, όταν ο Αχιλλέας πέφτει νεκρός από το βέλος του Πάρι, ο Αίας και ο Οδυσσέας κατορθώνουν να αποκρούσουν τους Τρώες που προσπαθούν να πάρουν το πτώμα του ήρωα στην κατοχή τους ως λάφυρο ή, έστω, να σκυλεύσουν την πανοπλία του. Παρότι ο Αίας είναι εκείνος που με την απαράμιλλη δύναμή του σώζει την σωρό του Αχιλλέα από τους εχθρούς, τα όπλα του ήρωα τελικώς δίδονται ως βραβείο στον Οδυσσέα. Ο Αίας, νιώθοντας αδικημένος και μειωμένος, αδυνατεί να συγκρατήσει την οργή του και αποφασίζει το βράδυ της ίδιας μέρας να σκοτώσει τους αρχηγούς των Αχαιών που τον αδίκησαν. Η Αθηνά, όμως, συσκοτίζει τον νου του και τον στρέφει σε ένα κοπάδι πρόβατα, το οποίο ο Αίας εξολοθρεύει. Το πρωί, όταν καταλαβαίνει τι έχει κάνει, αισθάνεται αφόρητη ντροπή, και σχεδιάζει την αυτοκτονία του με τα εξής λόγια:

Ύστερα θα’ βρω ένα μέρος/ που δεν πατάει ποτέ ποδάρι ανθρώπου/ και αυτό το παρά μισητό σπαθί μου, βαθιά στη γη θα χώσω/ όπου κανένας, δεν θα το ξαναδεί, μονάχα ο Άδης. Και μετά: ἐγὼ γὰρ εἶμ᾽ ἐκεῖσ᾽ ὅποι πορευτέον· καὶ τάχ᾽ ἄν μ᾽ ἴσως πύθοισθε, κεἰ νῦν δυστυχῶ, σεσωσμένον. Δηλαδή: εγώ θα πάω εκεί που πρέπει/ …εσείς, σύντομα θα μάθετε πως έχω πια σω­θεί. Ο Αίας, όντως, πραγματοποιεί τις εξαγγελίες του.

Τα σημεία που αποκαλύπτουν το αξιακό σύστημα του Αίαντα μπο­ρούν να εντοπιστούν στις φράσεις «όποι πορευτέον» και «πύθοισθε με σεσωσμένον». Ο Αίας θεωρεί πως πράγματι οφείλει να πορευθεί έναν συγκεκριμένο δρόμο, αυτόν της αυτοκτονίας, κάτι που εμφαίνεται με την χρήση του ρηματικού επιθέτου «πορευτέον». Επίσης, υποστηρίζει πως η επιλογή της αυτοκτονίας Θα αποτελέσει την σωτηρία του, και πως αυτό θα είναι απολύτως προφανές για όσους πληροφορηθούν τον αυτο­χειριασμό του. Γιατί, όμως, οφείλει ένας λαμπρός πολεμιστής να θέσει τέλος στη ζωή του; Και υπό ποία οπτική η αυτοκτονία θα μπορούσε να εκληφθεί ως σωτηρία; Σωτηρία από τι; Είναι προφανές πως εμείς σή­μερα δεν μοιραζόμαστε τις απόψεις του Αίαντα, και πως το αξιακό μας σύστημα είναι ιεραρχημένο κατά εντελώς διαφορετικό τρόπο. Από τους μέσους χρόνους και εντεύθεν η ανθρώπινη ζωή τοποθετείται παγίως στην κορυφή της αξιολογικής κλίμακας του ηθικού προσώπου. Συνεπώς τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο σημαίνον ηθικώς, ώστε να θέσει κάποιος οικειοθελώς τέλος στην ζωή του χάριν αυτού. Οι ήρωες νομι­μοποιούνται, ασφαλώς, να διακινδυνεύουν αυτό το ύψιστο αγαθό χάριν της ελευθερίας. Ωστόσο, για να έχει αξία η διακινδύνευσή τους αυτή, θα πρέπει οι ίδιοι να επιθυμούν να ζήσουν, και όχι να πεθάνουν.

 

Ο Αίαντας αυτοκτονεί. Μετόπη από τον ναό της Ήρας στην αρχαία Ποσειδωνία, περίπου 6ος αι. π.Χ. Ποσειδωνία (Paestum), Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

 

Κατά την προκλασική, κλασική και ελληνιστική αρχαιότητα, ωστόσο, η ζωή δεν αντιμετωπιζόταν ως το υπέρτατο αγαθό, ούτε περιεβάλετο με την ηθική αξία που σήμερα διαθέτει. Αντιθέτως, αξίες όπως η υστεροφη­μία και η προσωπική τιμή αναγνωρίζονταν ως υπέρτερες, και το ηθικό πρόσωπο όχι μόνον εδικαιούτο, αλλά πολλές φορές υπεχρεούτο να θέτει τέλος στην ζωή του ώστε να διασφαλίσει κάποια από αυτές. Πάμπολλες περιπτώσεις αυτοκτονίας εν ονόματι της τιμής από την αρχαιότητα έχουν διατηρηθεί στην ιστορική μνήμη, άλλες ανταποκρινόμενες σε ιστορικά γεγονότα, και άλλες καλυμμένες από άχλη του μύθου.

Ο Μενοικέας, ο γιος του Κρέοντα, συγκεκριμένα, λέγεται πως όταν άκουσε από τον μάντη Τειρεσία πως μόνον ο θάνατος ενός από τους σπαρτούς μπορούσε να σώσει την πόλη του, την Θήβα, από την πολιορκία των επτά βασι­λέων, ρίχτηκε χωρίς δισταγμό στο σπαθί του. Ο Σωκράτης επέλεξε τον θάνατο ενώ μπορούσε να τον αποφύγει, θέλοντας να τιμήσει την στάση που είχε κρατήσει έως τότε στην ζωή του και να αποφύγει την ατίμωση που θα επέφερε η εκ μέρους του εγκατάλειψη της θέσεως που παγίως και εντόνως πρέσβευε, πως δηλαδή ο πολίτης υποχρεούται να υπακούει ακόμη και σε άδικους ή σκληρούς νόμους. Ο Βρούτος, όταν ηττήθηκε στους Φιλίππους από τον Μάρκο Αντώνιο και τον Οκταβιανό, επέλεξε την αυτοκτονία αντί της ατιμωτικής παράδοσης, λέγοντας κατά τον Πλούταρχο: «πάνυ μεν ουν φευκτέον, άλλα διά των χειρών, ού διά των ποδών», δηλαδή: οπωσδήποτε πρέπει να δραπετεύσουμε, αλλά με τα χέρια, όχι με τα πόδια. Ο Κάτων ο νεώτερος έδωσε τέλος στην ζωή του με ήρεμη αποφασιστικότητα όταν ο Ιούλιος Καίσαρας επικράτησε του Πομπήιου. Ο Καίσαρας λέγεται πως, όταν πληροφορήθηκε το γεγονός, είπε: «Κάτωνα, σε φθονώ για τον θάνατό σου, όπως εσύ θα με φθονούσε εάν σου χάριζα την ζωή». Αυτές, και πολλές άλλες περιπτώσεις αυτο­κτονίας από την αρχαιότητα, ενέπνευσαν ανά τους αιώνες αμέτρητους ζωγράφους, γλύπτες και ποιητές, και πολλάκις εξυμνήθηκαν ως πράξεις ανδρείας, τιμής και ηθικής υπεροχής. Καμία, ωστόσο, αυτοκτονία κατά την αρχαιότητα δεν προβλήθηκε ή υμνήθηκε περισσότερο από αυτήν του Αίαντα, την οποία, μάλιστα, ο Σοφοκλής κατά παράβαση των ειωθότων επέλεξε να αναπαραστήσει επί σκηνής.

Είναι προφανές πως η αυτοκτονία δεν θα αντιμετωπιζόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο, εάν δεν υποστηριζόταν από κάποιο συμπαγές και συνεκτικό ηθικό σύστημα ευρείας αποδοχής. Το σύστημα αυτό δεν ήταν άλλο από εκείνο της Στοάς και των εκπροσώπων της, οι οποίοι αναδείχθηκαν σε ένθερμους υποστηρικτές της αυτοκτονίας, της ευλόγου εξαγωγής εκ του βίου, όπως την αποκαλούσαν, όταν οι συνθήκες επέβαλλαν κάτι τέτοιο. Την θέση τους αυτή, μάλιστα, δεν παρέλειπαν να την εφαρμόζουν και οι ίδιοι. Δεν είναι παράδοξο πως οι Στωικοί αποτελούν την φιλοσοφική κάστα με τους περισσότερους αυτόχειρες μεταξύ των μελών της. Ο Ζή­νων από το Κίτιο, ο αρχηγέτης της σχολής, έθεσε ο ίδιος τέλος στην ζωή του κρατώντας την αναπνοή του όταν, ύστερα από μια πτώση του, έχασε τον έλεγχο του σώματός του, όπως παραδίδει ο Διογένης ο Λαέρτιος. Ο Κλεάνθης ο Φρέαντλις από την Ασσό, μαθητής του Ζήνωνος, σε βαθύ γήρας και ύστερα από ένα πρόβλημα υγείας που τον έφερε κοντά στον θάνατο, αρνήθηκε να δεχθεί τροφή με σκοπό να πεθάνει. Δικαιολόγησε την απόφασή του αυτή λέγοντας πως ήδη είχε κάνει την μισή διαδρομή προς τον θάνατο, και δεν σκόπευε να γυρίσει πίσω στην αρχή, ώστε κάποτε να την επαναλάβει ολόκληρη εκ νέου.

Η αδιαφορία αυτή προς τον θάνατο, η οποία ενίοτε μεταφράζεται σε ανοικτή προτίμηση, δεν είναι διόλου ξένη προς την γενικότερη ηθική θεωρία των Στωικών. Συγκεκριμένα, για αυτούς ο ηθικός ορίζοντας του ανθρώπου περιλαμβάνει μόνον δύο σημεία αναφοράς: την αρετή και την κακία. Όλα τα υπόλοιπα για τους Στωικούς είναι αδιάφορα. Ο πλούτος και η υγεία, επί παραδείγματι. Για τον καθημερινό άνθρωπο, και τότε και σήμερα, αποτελούν ευλογία. Όχι, όμως, για έναν Στωικό. Για τους Στωικούς αμφότερα συνιστούν απλώς αδιάφορες καταστάσεις, χωρίς κάποια ιδιαίτερη αξία. Αυτό, βέβαια, στην σκέψη των Στωικών δεν σημαίνει πως ο άνθρωπος δεν δικαιολογείται να τρέφει μια ελαφρά προτίμηση προς την υγεία, ας πούμε, και όχι προς την ασθένεια. Απλώς, η υγεία δεν είναι τόσο σημαντική καθ’ εαυτήν, ώστε να αποτελέσει αυτοσκοπό. Μόνο η αρετή μπορεί να αποτελεί αυτοσκοπό για το ηθικό πρόσωπο. Η υγεία, ο πλούτος, η ένδεια, η ασθένεια, και οποιαδήποτε άλλη κατάσταση αντιμετωπίζουμε στον βίο μας, είναι απλώς ένα μέσον προς την επίτευξη της αρετής, και μόνον ως τέτοιο μπορεί να έχει κάποια ηθική αξία. Η υγεία, στην οποία ήδη αναφερθήκαμε, έχει αξία μόνον εάν μας οδηγεί στην αρετή. Εάν, ωστόσο, μας σπρώχνει προς την κακία, τότε καθίσταται επιζήμια. Για τον Νέρωνα ή τον Χίτλερ, επί παραδείγματι, το γεγονός πως έχαιραν άκρας σωματικής υγείας δεν απο­δείχθηκε καθόλου επωφελές, αφού δεν τους οδήγησε στην αρετή, αλλά στην κακία. Για τον Νίτσε και τον Μπετόβεν, αντιστρόφως, η κακή τους υγεία τους οδήγησε στην αρετή, έστω την καλλιτεχνική ή λογοτεχνική. Ο Χίτλερ, κατά την οπτική των Στωικών, θα ήταν πολύ ευτυχέστερος εάν η υγεία του ήταν τόσο κλονισμένη, ώστε να περιστέλλει την ροπή του στο έγκλημα.

Ακριβώς το ίδιο ισχύει για την ζωή. Αυτή δεν είναι παρά ένα μέσον ώστε το ηθικό πρόσωπο να οδηγείται στην αρετή. Ορισμένες φορές, ωστόσο, η ζωή κατά τους Στωικούς καθίσταται βάρος για τον άνθρωπο, και τροχοπέδη στην επιδίωξη της αρετής. Είναι οι περιπτώσεις εκείνες, επί παραδείγματι, που ο άνθρωπος χάνει τον έλεγχο είτε του σώματός του, είτε της πορείας των γεγονότων της ζωής του. Ο Αίας, ας πούμε, εάν δεν έθετε τέλος στην ζωή του, θα έπρεπε να υποστεί την περιφρόνη­ση ή την συγκατάβαση των συμπολεμιστών του. Δεν ήταν στο χέρι του να μεταβάλλει την κατάσταση αυτή. Πάντοτε θα ήταν ζωντανή στην μνήμη όλων η ατιμωτική θέση στην οποία κάποτε βρέθηκε, σκιάζοντας και απαξιώνοντας κάθε μέχρι τούδε επίτευγμά του, καθώς και κάθε μελλοντικό. Ο μόνος τρόπος του ήρωα ώστε να διατηρήσει την αρετή του, με τον τρόπο, βέβαια, που εκείνος την αντιλαμβάνεται, είναι να θέσει τέλος στην ζωή του.

Ο Κάτων ο νεώτερος, στον οποίον ήδη ανα­φερθήκαμε, εάν δεν επέλεγε τον αυτοχειριασμό, θα ήταν αναγκασμένος να προσβλέπει στην μεγαλοψυχία του εχθρού του, του Ιουλίου Καίσαρα. Και εάν ο Καίσαρας απεδεικνύετο μεγαλόψυχος προς αυτόν, ο Κάτων θα οφείλε είτε να καταστεί φερέφωνο του ευεργέτη του, είτε να σιωπά. Στην σκέψη του, ωστόσο, τίποτα από τα δύο δεν θα συνέτεινε στην δια­φύλαξη της αρετής του. Για τον Κάτωνα, ο οποίος ήταν ο ίδιος Στωικός φιλόσοφος, η ζωή αποτελούσε πλέον βάρος, το οποίο θα τον απέτρεπε από την άσκηση της αρετής. Κάθε φορά που το δίλημμα τίθεται μεταξύ της διατήρησης της ζωής μας ή της διαφύλαξης της αρετής μας, για έναν Στωικό δεν υφίσταται καμία πραγματική δυσκολία. Αυτός απλώς οφείλει να εξαγάγει αυτοβούλως και άμεσα τον εαυτό του εκ του βίου, ώστε να προασπίσει το ύψιστο ανθρώπινο αγαθό, την αρετή του. Αυτή η εξαγωγή εκ του βίου αντιμετωπίζεται από τους Στωικούς ως απολύτως εύλογη, κατά τον ίδιο τρόπο που ο Αίας – παρότι ο ίδιος δεν ήταν, και ούτε άλλωστε, θα μπορούσε να είναι μέλος της Ποικίλης Στοάς – θεωρεί πως όταν οι οικείοι του πληροφορηθούν τον χαμό του, θα τον αντιληφθούν ως σωτηρία για τον ίδιο. Ο αυτοχειριασμός στην περίπτωση αυτή δεν αποτελεί προϊόν παρόρμησης και πάθους, αποτέλεσμα πλεονάζουσας ορμής, αλλά απότοκο έλλογης διεργασίας και διασκεπτικής προσέγγι­σης. Με άλλα λόγια, για τους Στωικούς η αυτοκτονία αποτελεί επιλογή που όχι μόνον συνάδει με τον λόγο, αλλά πολλές φορές επιβάλλεται από αυτόν.

Η έννοια της ευλόγου εξαγωγής εκ του βίου, του έλλογου όσο και λελογισμένου αυτοχειριασμού, συνοψίζεται κατά τον καλύτερο τρόπο στην σκέψη του Επίκτητου. Κατά τον Επίκτητο οι καταστάσεις στην ζωή μας διακρίνονται στις εφ’ ημίν και στις ουκ εφ’ ημίν. Με άλλα λόγια, σε εκείνες που βρίσκονται στον έλεγχό μας, και σε εκείνες που εκ φύσεως αδυνατούμε να ελέγξουμε. Μεταξύ των ουκ εφ’ ημίν ο Επίκτητος κα­τατάσσει τον πλούτο, την υγεία, την καλή τύχη, την καλή ή την κακή φήμη και άλλα. Στα εφ’ ημίν ανήκουν μεταξύ άλλων οι γνώμες μας, οι επιθυμίες και οι επιδιώξεις μας, καθώς και οτιδήποτε άλλο μπορούμε να προκαλέσουμε οι ίδιοι στον εαυτό μας. Ένα από αυτά, είναι κατά τον Επίκτητο ο αυτοχειριασμός, ο οποίος ενίοτε αναδεικνύεται ως εκού­σια αυτολύτρωση. Γράφει συγκεκριμένα: η ζωή είναι ένα δωμάτιο, στο οποίο που και που μπαίνει καπνός. Εάν ο καπνός είναι τόσο λίγος, ώστε να μπορεί ο ένοικος του δωματίου να τον ανεχθεί, τότε ο τελευταίος μπορεί να παραμείνει μέσα στο δωμάτιο, εάν το επιθυμεί. Εάν, ωστόσο, ο καπνός γίνει πυκνός και η ατμόσφαιρα αποπνικτική, τότε ο ένοικος του δωματίου δεν έχει παρά να ανοίξει την πόρτα και να βγει έξω.

Με άλλα λόγια, μας λέει ο Επίκτητος, είναι ανόητο να γαντζώνεται κάποιος σε μια ζωή που δεν έχει πλέον να του προσφέρει τίποτα καλό, αλλά αντίθετα τείνει να γίνει – ή έχει ήδη καταστεί – αφόρητη. Η πλέον εύλογη επιλογή, στην περίπτωση αυτή, είναι η αυτόβουλη εξαγωγή εκ του βίου, ο αυτοχειριασμός. Και τούτο, δεδομένου του γεγονότος πως ουδείς μας αναγκάζει να παραμείνουμε ζωντανοί, εάν οι ίδιοι δεν το επιθυμούμε. Όπως γράφει ο Σενέκας στην έβδομη επιστολή του, «ας είμαστε ευγνώμονες προς τους Θεούς για το γεγονός πως κανείς από εμάς δεν υποχρεούται να διατηρηθεί στην ζωή ενάντια την θέλησή του».

Ο ήρεμος και σταθερός τρόπος με τον οποίον ο Επίκτητος προβάλλει την αυτοκτονία ως διέξοδο από καταστάσεις της ζωής που δεν υπόκεινται στον έλεγχό μας και μας επιβαρύνουν αφόρητα, δείχνει πως αφ’ ενός ο ίδιος πίστευε βαθιά αυτά που υπεστήριζε, αφ’ ετέρου πως στις θέσεις του αποκρυσταλλώνεται μια μακρά και ενεργή φιλοσοφική πα­ράδοση σε σχέση με την αυτοκτονία.

Εντούτοις, το έλλογο της αυτοκτο­νίας ως διεξόδου από τα δεινά του βίου δεν είναι αμάχητο. Απεναντίας, πολλοί φιλόσοφοι, τόσο κατά το απώτερο παρελθόν όσο και πιο πρόσφα­τα, έχουν αμφισβητήσει την ευστάθεια της προσέγγισης των Στωικών. Ορισμένως, πολλοί έχουν κατά καιρούς εντοπίσει ένα αδύναμο σημείο στην εκ μέρους των Στωικών υπεράσπιση της λογικότητος της αυτοκτο­νίας. Συγκεκριμένα, στην προτροπή του Επίκτητου να ανοίξουμε την πόρτα του δωματίου ώστε να γλιτώσουμε από τον καπνό, υποφώσκει μια άρρητη μεν, απτή δε σύγκριση: εντός του δωματίου η κατάσταση εί­ναι αφόρητη, συνεπώς έξω δεν μπορεί παρά να είναι καλύτερη. Και εάν όντως πρόκειται για ένα δωμάτιο που έχει γεμίσει καπνό, η σύγκριση πράγματι ευσταθεί. Και τούτο διότι όλοι γνωρίζουμε πως, ενώ στον περιορισμένο χώρο του δωματίου ο καπνός δεν μας αφήνει να αναπνεύσουμε, έξω από το δωμάτιο είναι αδύνατον η κατάσταση να είναι εξίσου αποπνικτική, αφού ο καπνός δεν συγκεντρώνεται σε ένα σημείο, αλλά διαχέεται στην ατμόσφαιρα. Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο σε ό,τι αφορά στην ζωή και στον θάνατο, επομένως η σύγκριση δεν μπορεί να είναι εξ ίσου επιτυχής. Και τούτο διότι, ενώ όλοι γνωρίζουμε και μπορούμε να περιγράφουμε τα δεινά που όσο ζούμε μας μαστίζουν, ουδείς γνωρίζει ή δύναται να περιγράφει την κατάσταση του θανάτου. Συνεπώς, η σύγκρι­ση που ελλοχεύει στην επιλογή της αυτοκτονίας, δυνάμει της οποίας ο θάνατος είναι προτιμότερος από τη ζωή, είναι αυθαίρετη, αφού γνωρί­ζουμε μόνον τη ζωή, αλλά όχι τον θάνατο. Πως είναι δυνατόν, λοιπόν, να τον προτιμούμε από την ζωή; Ακριβώς για τον λόγο αυτό η υπό συνθήκες προτίμηση των Στωικών προς τον θάνατο έχει θεωρηθεί πως στηρίζεται σε μία ασύμμετρη σύγκριση και, συνεπώς, ο αυτοχειριασμός δεν μπορεί να συνιστά έλλογη επιλογή, αλλά απονενοημένο διάβημα, στο οποίο ο αυτόχειρας οδηγείται από μια πλεονάζουσα ορμή, από το στιγμιαίο, δηλαδή, πάθος.

Η προσέγγιση αυτή, βεβαίως, διόλου δεν απαξιώνει την επιλογή του Αίαντα, καθώς και όλων όσοι, όπως αυτός, θέλησαν και πέτυχαν να ξεφύγουν από μια ζωή που ένιωθαν να τους φυλακίζει, χωρίς να τους υπόσχεται τίποτα αγαθό. Και τούτο διότι, ακόμη και εάν ο αυτοχειριασμός είναι είτε ανόητος είτε απλώς ακατανόητος, τα κίνητρα ορισμένων εκ των αυτοχείρων είναι αγαθά. Και στην ηθική τα κίνητρα μιας επιλογής έχουν ενίοτε μεγαλύτερη βαρύτητα από τα αποτελέσματα της εν λόγω επιλογής, ή από την συνεκτικότητα του σκεπτικού που είτε λανθάνει σε αυτήν, είτε ρητώς δηλούται μέσω αυτής. Η αυτοκτονία εν ονόματι της τιμής ή για την διασφάλιση της αρετής σίγουρα δείχνει πως ο αυτόχειρας υπήρξε στην ζωή του ιδιαίτερα ευαίσθητος ως προς τα εν λόγω ιδανικά, και αυτό δεν είναι αξιοκατάκριτο. Αντιθέτως, μορφές όπως ο Αίας, ο γιος του Τελαμώνα, ή ο Βρούτος και ο Σωκράτης, θα ήταν λιγότερο ανάγλυφες στην σκέψη μας εάν είχαν συμβιβασθεί με μια ζωή κατώτερη των ιδίων.

Ευάγγελος Πρωτοπαπαδάκης 

Δρ. Φιλοσοφίας Λέκτωρ Εφαρμοσμένης Ηθικής του Ε.Κ.Π.Α.

«Ο Όμηρος και η Ελληνική Σκέψη», Εκδόσεις εργαστηριού μελέτης του Θεσμικού Λόγου, Ε.Κ.Π.Α., Αθήνα, 2019.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και η εικόνα που παρατίθεται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

2019 – Τα μνημεία της Παιδείας και του Πολιτισμού της Ερμιόνης γιορτάζουν


 

Η φετινή χρονιά 2019 έρχεται να θυμίσει σειρά από γενέθλια ιστορικά γεγονότα που συνδέονται με τη σύσταση και τη λειτουργία των Σχολείων της ιδιαίτερης πατρίδας μας, των δύο Δημοτικών (Αρρένων – Θηλέων) και του Γυμνασίου. Θεωρούμε, πως η βιωματική προσέγγιση, σπουδή και γνώση αυτής της ζώσας ιστορίας της Ερμιόνης είναι απαραίτητη. Επιβάλλεται δε η ανάδειξή της για λόγους ιστορικούς, μορφωτικούς, κοινωνικούς και πολιτιστικούς ως ελάχιστο δείγμα ανιδιοτελούς αγάπης προς τον τόπο μας.

 

Φέτος συμπληρώνονται:

  1. Εκατόν ενενήντα (190) χρόνια από τότε που ο Ερμιονίτης οπλαρχηγός Σπύρος Γεωργ. Μερκούρης, «ως πληρεξούσιος της κώμης Ερμιόνης», κατέθεσε την 5η Αυγούστου 1829 στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση έγγραφη αναφορά για τη σύσταση σχολείου στην πατρίδα του. Πέντε μήνες αργότερα, στις 19 Δεκεμβρίου 1829, τριάντα επτά (37) Ερμιονίτες προσφέρουν οικονομική ενίσχυση για την ανέγερση του κτηρίου. Τα ονόματά τους διασώζονται στον «κατάλογο… περί της σχολής προσφορών».
  2. Εκατόν είκοσι (120) χρόνια, από την ίδρυση, με δεκαετή καθυστέρηση, της Αλληλοδιδακτικής Σχολής Αρρένων Ερμιόνης και την τοποθέτηση, σύμφωνα με το Β.Δ. 29544/23 Οκτωβρίου 1839, του Ιωάννη Σακόρραφου, ο οποίος «είχεν τριβήν γραφής», ως πρώτου δημοδιδασκάλου στο ως άνω σχολείο.

Το «Καποδιστριακό Σχολείο» του τόπου μας ξεκίνησε να λειτουργεί τους δυο τελευταίους μήνες του 1839. [1] Στεγάστηκε, όπως είναι γνωστό, στην «Εθνική οικία του Αλή Μπαρδουνιώτου», που παραχωρήθηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια μετά από αίτημα της Δημογεροντίας Ερμιόνης για να «χρησιμεύση εις την υπηρεσίαν αυτήν». Είναι βέβαιο πως εκείνη η οικία στη συνέχεια ανοικοδομήθηκε σύμφωνα με τις προδιαγραφές των διδακτηρίων του 19ου αιώνα. [2]

Κατά την ενενηντάχρονη διαδρομή του (1839 – 1929) το Σχολείο λειτούργησε σχεδόν ανελλιπώς, για πέντε και πλέον 10ετίες. Αρχικά ως μονοτάξιο με έναν δάσκαλο, στη συνέχεια (1892) ως διτάξιο και τέλος ως τριτάξιο (1907). Από το 1860 ως το 1877 φοίτησε σ’ αυτό ένας μικρός αριθμός κοριτσιών, οπότε και συστάθηκε Σχολείο Θηλέων στην Ερμιόνη που απόκτησε τη δική του στέγη (Σχολείο Συγγρού) το 1903.

  1. Ενενήντα (90) χρόνια από τη συγχώνευση του 3/τάξιου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων με το 2/τάξιο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Ερμιόνης σε ένα 5/τάξιο μικτό σχολείο, όπως όριζε το Π.Δ. «Περί συγχωνεύσεως δημοτικών σχολείων…», που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 252/2 Αυγούστου 1929.

 

Μαθήτριες του 3/τάξιου Δημοτικού, περίπου στο 1922, με τις δασκάλες τους Πόπη Ζησιάδου, Μαρία Νικολέτου και Μαρίκα Μπακούρου – Παπαμιχαήλ (από το αρχείο του Ι.Λ.Μ.Ε.).

 

Το νέο 5/τάξιο μικτό Δημοτικό Σχολείο, τρία χρόνια μετά την ίδρυσή του, από το 1932 μέχρι το 1999, στεγάστηκε στο κτήριο του σημερινού «Παλαιού Δημοτικού Σχολείου». Η πρώτη απόφαση για την ανέγερσή του πάρθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο Ερμιόνης τον Μάιο του 1913. Στο κτήριο αυτό στεγάζεται σήμερα η Δημοτική Κοινότητα Ερμιόνης.

  1. Τα γενέθλια, όμως, των σαράντα χρόνων της ίδρυσης και αδιάκοπης λειτουργίας του γιορτάζει φέτος και το Γυμνάσιο Ερμιόνης. Ιδρύθηκε, πόθος δεκαετιών, με το Π.Δ. 530/11 Ιουλίου 1979 – Φ.Ε.Κ. 163/19 Ιουλίου 1979, εγκαινιάσθηκε μέσα σε έντονα φορτισμένη ατμόσφαιρα στις 25 Σεπτεμβρίου 1979, πρωτολειτούργησε τη σχολική χρονιά 1979-1980 και στεγάστηκε προσωρινά στο Σχολείο του Συγγρού. [3] Το Γυμνάσιο μπορεί να θεωρηθεί ως ο μακρινός απόγονος του μονοτάξιου Ελληνικού Σχολείου της Ερμιόνης που λειτούργησε από το 1890-1909 και αποτελούσε, τηρουμένων των αναλογιών, την πρώτη δομή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του τόπου. [4]

Κάτι τελευταίο,

Όπως ο άνθρωπος γερνάει και θέλει ιδιαίτερη περιποίηση και έγνοια έτσι και τα τρία μοναδικά διδακτήρια της Ερμιόνης που στέκονται ορθά και αγέρωχα στον χρόνο, έχουν ανάγκη φροντίδας και προστασίας. Η διάσωση δε και η διατήρησή τους είναι υποχρέωση όλων μας. Αποτελούν ζωντανές και τρανές αποδείξεις της θέλησης των Ερμιονιτών στο πέρασμα των χρόνων για Παιδεία και Πολιτισμό.

Επιπλέον ακολουθώντας την πορεία τους με τα δικά τους μάτια ορθάνοιχτα νύχτα και μέρα μαθαίνουμε έγκυρα άγνωστες πτυχές της ιστορικής διαδρομής της γενέθλιας γης.

Ιδιαίτερα για το Καποδιστριακό, ένα από τα δύο σχολεία που σώζονται στον Νομό Αργολίδας, είναι άμεση ανάγκη να γίνουν οι απαιτούμενες επισκευές και να επεκταθεί σ’ αυτό η βιβλιοθήκη της πόλης σύμφωνα με την αρχιτεκτονική πρόταση που έχει ήδη υποβληθεί. Ενημερωτικά αναφέρουμε ότι σ’ αυτή προβλέπεται, μεταξύ άλλων, η εγκατάσταση και αξιοποίηση σύγχρονων Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνίας, ώστε να διευκολύνεται η παρουσίαση καινοτόμων εκπαιδευτικών διαδραστικών προγραμμάτων. [5]

Σημ. Η Εταιρεία Μελετών Ερμιονίδας θα οργανώσει κατά το τρέχον σχολικό έτος σχετικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου: «Η εκπαίδευση στην Ερμιόνη κατά την Καποδιστριακή και Οθωνική περίοδο (1829-1862)».

[2] Για τους λόγους που εκθέσαμε στην πρόσοψη του Καποδιστριακού Σχολείου θα πρέπει να αναρτηθεί μαρμάρινη επιγραφή με τα εξής στοιχεία:

Αλληλοδιδακτική Σχολή Αρρένων Ερμιόνης

«Καποδιστριακό Σχολείο»

Ανέγερση Διδακτηρίου: 1831

Λειτουργία Σχολείου: Οκτώβριος 1839

[3] Τοπικές εφημερίδες:α) «Ερμιονική Ηχώ», Μάιος – Ιούνιος 1979, αρ.φυλ.40 και 41. – β) «Ερμιονίδα», Σεπτέμβριος 1979, αρ.φυλ.46.

[4] Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου: «Το Ελληνικό Σχολείο(Σχολαρχείον) Ερμιόνης (1890-1909) και τεύχος συμπληρωματικό», Αθήνα 2017.

[5] Μ.Ε.Α.Σ.  Α.Ε. «Αποκατάσταση Καποδιστριακού Σχολείου Ερμιόνης».

 

Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου

 

Εργαστήριο Επιγραφικής – Πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος


 

Ο Louis Robert χαρακτήρισε τον αρχαίο ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο «πολιτισμό της επιγραφικής». Οι αρχαίες πόλεις, τα ιερά, τα δημόσια κτίρια, τα νεκροταφεία, οι δρόμοι ήταν γεμάτοι με επιγραφές σε κάθε είδους αντικείμενα: σε στήλες, σε βάθρα αγαλμάτων, σε αγγεία και σε όστρακα, σε ποικίλα αναθήματα, σε ξύλινους πίνακες, σε όπλα, σε οδοδείκτες, σε αντικείμενα της καθημερινότητας. Οι σωζόμενες σήμερα επιγραφές αποτελούν ένα ελάχιστο μέρος των επιγραφών της αρχαιότητας, οι οποίες έχουν καταστραφεί στο πέρασμα των αιώνων λόγω καιρικών συνθηκών, φυσικών φαινομένων, πολέμων ή βανδαλισμών και δεν είναι δυνατόν να καταμετρηθούν με ακρίβεια, καθώς προστίθενται διαρκώς νέα ευρήματα από τις ανασκαφές. Συνεπώς, οι επιγραφές παρέχουν πολύτιμο πρωτογενές αρχαίο γραπτό υλικό και αποτελούν μια διαρκώς ανανεούμενη πηγή πληροφοριών για την ιστορία του αρχαίου ελληνικού κόσμου σε ένα ευρύτατο χρονικό φάσμα δώδεκα περίπου αιώνων.

Η ελληνική Επιγραφική, η οποία μελετά επιγραφές που έχουν γραφτεί στην ελληνική γλώσσα και σε αλφαβητική γραφή πάνω σε σκληρό υλικό, όπως πέτρα, πηλό, μέταλλο, ξύλο, οστά, στη χρονική περίοδο από τον 8ο αιώνα π.Χ. ως τον 4ο αιώνα μ.Χ., έχει τον δύσκολο αλλά και γοητευτικό ρόλο να αποκαταστήσει και να ερμηνεύσει τα επιγραφικά κείμενα συμβάλλοντας καθοριστικά στην ανασύνθεση του επιγραφικού πολιτισμού της αρχαιότητας και στην κατανόηση της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας. Η μοναδική αμεσότητα των επιγραφών, το χέρι του αρχαίου χαράκτη, η διάλεκτος και το αλφάβητο που χρησιμοποίησε, τα ορθογραφικά του λάθη, οι διορθώσεις του αποκαλύπτουν την αινιγματική και ταυτόχρονα συναρπαστική υλική διάσταση του γραπτού λόγου συνδέοντας με μοναδικό τρόπο το κείμενο με το αντικείμενο-φορέα γραφής.

Ανδρονίκη Οικονομάκη

 

Ancient Greece Marble – Inscription Museum of Cycladic Art, Athens.

 

Περιγραφή

 

Το Εργαστήριο Επιγραφικής απευθύνεται σε εκπαιδευτικούς, κυρίως φιλολόγους, ιστορικούς και αρχαιολόγους, χωρίς να αποκλείονται και άλλες ειδικότητες που μπορεί να εκδηλώσουν ενδιαφέρον, εφόσον οι επιγραφές αφορούν όλους τους τομείς της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής στην αρχαιότητα, όπως τη θρησκεία, την πολιτική, το νομικό σύστημα, την οικονομία, τον ρόλο των φύλων στην κοινωνία.  Επίσης, το Εργαστήριο απευθύνεται και σε φοιτητές φιλολογίας και ιστορίας/αρχαιολογίας, οι οποίοι επιθυμούν να εξοικειωθούν με την επιστήμη της επιγραφικής και να διευρύνουν τα επιστημονικά τους ενδιαφέροντα.

Στο εργαστήριο οι συμμετέχουσες/οντες θα έχουν την ευκαιρία να συνεργαστούν με τη Δρα Ανδρονίκη Οικονομάκη.

Το πρόγραμμα του Εργαστηρίου θα βασιστεί στη θεωρητική διδασκαλία και στην πρακτική εφαρμογή με στόχο τη γνωριμία με την Επιγραφική, τη σύνδεσή της με άλλες επιστήμες, όπως η Ιστορία και η Αρχαιολογία, και την αξιοποίησή της τόσο σε ερευνητικό όσο και σε εκπαιδευτικό περιβάλλον.

  •  ημέρα: θεωρητικό σεμινάριο για την εισαγωγή στην επιστήμη της Επιγραφικής (ορισμός και αντικείμενο, αλφάβητα και γλώσσα των επιγραφών, φορείς γραφής, τεχνικές χάραξης, είδη επιγραφών, μορφή επιγραφικής έκδοσης). Θα δοθεί από τη συντονίστρια υλικό (έντυπο και ψηφιακό) για μελέτη και εξάσκηση.
  • 2η ημέρα: ασκήσεις και πρακτική εφαρμογή της θεωρίας σε συγκεκριμένα κείμενα επιγραφών (χρονολόγηση επιγραφών, περιήγηση/αναζήτηση σε επιγραφικές ψηφιακές βάσεις δεδομένων, παραγωγή εκπαιδευτικού σεναρίου, κατασκευή απόγραφου και εκτύπου επιγραφών).
  • Μετά τη λήξη του σεμιναρίου: οι συμμετέχουσες/οντες ενθαρρύνονται να εφαρμόσουν τις γνώσεις και τα δεδομένα του εργαστηρίου στη σχολική τάξη. Εφόσον επιθυμούν να μας ενημερώσουν για τις πρακτικές που εφάρμοσαν και την ανταπόκριση των μαθητών ή για δικές τους νέες πρακτικές και ιδέες, θα λάβουν ανατροφοδότηση από τη συντονίστρια.

Η συμμετοχή στο εργαστήριο, όπως και σε όλες τις δραστηριότητες που οργανώνει το ΚΕΣ, είναι δωρεάν.

 

Corinthian Vase depicting Perseus, Andromeda and Ketos – Altes Museum, Berlin.

 

Στόχοι του εργαστηρίου

 

Οι συμμετέχουσες/οντες στο εργαστήρι αναμένεται:

  • Να γνωρίσουν, να εξοικειωθούν, και να εμβαθύνουν στην επιστήμη της Επιγραφικής και τη δυναμική διεπιστημονική αλληλεπίδρασή της με τις Κλασικές Σπουδές και άλλες επιστήμες.
  • Να έχουν τη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης και αναζήτησης στις πρωτογενείς πηγές.
  • Να επιμορφωθούν, ώστε να αξιοποιούν τις επιγραφές στην εκπαιδευτική διαδικασία εντός και εκτός της σχολικής τάξης.
  • Να εφαρμόζουν τις γνώσεις τους και να δημιουργούν εκπαιδευτικά σενάρια στη διδασκαλία των μαθημάτων της Ιστορίας και των Αρχαίων Ελληνικών, καθώς και στο πλαίσιο σχολικών projects και άλλων εκπαιδευτικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων.
  • Να προσφέρουν στους μαθητές βιωματική μάθηση συνδέοντας παράλληλα το σχολείο με την κοινωνία, την τοπική ιστορία, αξιοποιώντας τα μουσεία ή τα μνημεία της περιοχής τους.

Οι ενδιαφερόμενες/οι απαιτείται να παρακολουθήσουν όλες τις συναντήσεις του εργαστηρίου και να είναι συνεπείς στις ώρες της υλοποίησής του.

Συντονίστρια: Δρ Ανδρονίκη Οικονομάκη, Ε.ΔΙ.Π. στο Τμήμα Φιλολογίας, μέλος του Εργαστηρίου Επιγραφικής και Παπυρολογίας του Α.Π.Θ., και πρώην Fellow του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών.
Προθεσμία υποβολής αιτήσεων: Κυριακή 6 Οκτωβρίου, 2019
Ημερομηνίες διεξαγωγής των δύο τετράωρων συναντήσεων:
Σάββατο 2 και Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2019

Τόπος διεξαγωγής: Το εργαστήριο θα διεξαχθεί στην αίθουσα σεμιναρίων του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών (ΚΕΣ) Ελλάδος στο Ναύπλιο.

 

Εργαστήριο Επιγραφικής

 

Ανδρονίκη Οικονομάκη

 

Η Ανδρονίκη Οικονομάκη σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης (Πτυχίο 1991, ΜΑ 2005) και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης  (PhD 2010). Έχει διδάξει στη Μέση Εκπαίδευση και έχει συμμετάσχει στα επιγραφικά προγράμματα του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας. Από το 2017 είναι Ε.ΔΙ.Π. στο Τμήμα Φιλολογίας και μέλος του Εργαστηρίου Επιγραφικής και Παπυρολογίας του Α.Π.Θ. Το ακαδημαϊκό έτος 2017 – 2018 έλαβε ερευνητική υποτροφία του CHS σε συνεργασία με τον Τομέα Κλασικών Σπουδών του ΑΠΘ.

Στα ερευνητικά της ενδιαφέροντα περιλαμβάνονται η αρχαία ελληνική και λατινική επιγραφική, η ιστοριογραφία, ο αλφαβητισμός στην αρχαία Ελλάδα και η επική ποίηση. Έχει γράψει (με τον Γ. Ζ. Τζιφόπουλο) το βιβλίο Εισαγωγή στην αρχαία ελληνική επιγραφική (Θεσσαλονίκη 2015), έχει δημοσιεύσει λήμματα στο Wiley Blackwell Encyclopedia of Ancient History και άρθρα σχετικά με τις επιγραφές και τον αλφαβητισμό στην αρχαιότητα. Επίσης, συμμετέχει σε ερευνητικά επιγραφικά προγράμματα στη Μακεδονία και στην Κρήτη, καθώς και σε εκπαιδευτικά προγράμματα σε συνεργασία με αρχαιολογικά μουσεία και εκπαιδευτικούς φορείς.

 

Πληροφορίες

 

Για περισσότερες πληροφορίες, παρακαλούμε επικοινωνήστε με τη Ματίνα Γκόγκα, Μάνατζερ Ανάπτυξης Αναλυτικών Προγραμμάτων του Κέντρου, μέσω τηλεφώνου (27520 47030 εσ. 1, Ναύπλιο) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο matina.goga(at)chs.harvard.edu.