Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού’

Τελέσιλλα (αρχές 6ου-5ου αι. π.Χ.): λυρική ποιήτρια του Άργους.

 

 

Τελέσιλλα (αρχές 6ου-5ου αι. π.Χ.): λυρική ποιήτρια και ηρωίδα του Άργους.

Γεννήθηκε στο Άργος το 520-515 π.Χ. και καταγόταν από επιφανή οικογένεια, αλλά ήταν λεπτοκαμωμένη και φιλάσθενη. Με την ποίηση ασχολήθηκε ύστερα από υπόδειξη του μαντείου των Δελφών («τας Μούσας θεραπεύειν»), όταν θέλησε να το συμβουλευτεί για την υγεία της. Στη συνέχεια αφοσιώθηκε με πάθος στην ποίηση και με το ποιητικό της ταλέντο κατόρθωσε και νόημα να δώσει στη ζωή της και να αναδειχθεί σε πνευματική προσωπικότητα.

 

Έργο

 

Τα ποιήματά της ήταν κυρίως ύμνοι για χορούς κοριτσιών, ένα είδος ιδιαίτερα αγαπητό την αρχαία εποχή, αφού οι γονείς στα διάφορα χοροστάσια είχαν την ευκαιρία να καμαρώσουν τις κόρες τους που χόρευαν. Μάλιστα είχε καθιερώσει δικό της μέτρο, το οποίο οι Αλεξανδρινοί φιλόλογοι ονόμασαν«Τελεσίλλειο» για τη μοναδικότητά του.

 

Τελ�σιλλα. Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μ�χρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επαν�κδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.

Τελέσιλλα. Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.

Από την ποίηση της Τελέσιλλας δεν σώθηκαν παρά ελάχιστα αποσπάσματα και μόνο ένα ολόκληρο, χαραγμένο μεταγενέστερα σε λίθο, ο οποίος βρέθηκε στο ιερό του Ασκληπιού στην Επίδαυρο. Πρόκειται για ύμνο με 28 στίχους, αφιερωμένο στη μητέρα των θεών Ρέα, η οποία διεκδικεί από το γιο της Δία το μερίδιό της στη μοιρασιά του σύμπαντος. Ο μύθος της σύγκρουσης του Δία με τη μητέρα του Ρέα ή Κυβέλη δε μας είναι γνωστός από άλλη πηγή και ίσως να είναι πνευματικό δημιούργημα της Τελέσιλλας. Η Τελέσιλλα ήταν παντρεμένη με κάποιον Ευξενίδα, ο οποίος της ανήγειρε μνημείο μετά το θάνατό της, για να την τιμήσει, με το επίγραμμα:

 

 

 

«Μνημείο, γλυκιά Τελέσιλλα, έστησε εδώ

ο Ευξενίδας για τη γυναίκα που παντρεύτηκε,

γιατί πάντα ήταν γεμάτη πίστη, εύνοια, αρετή

και αγάπη. Ας μένει και για τους μεταγενέστερους

η φήμη σου αξέχαστη για πάντα».

 

Ο επιγραμματοποιός Αντίπατρος ο Θεσσαλονικεύς τη θεωρεί μια από τις εννέα μεγάλες ποιήτριες της αρχαιότητας.

 

 

Αντίσταση κατά των Σπαρτιατών

 

 

Εντούτοις, η Αργεία ποιήτρια έμεινε περισσότερο γνωστή από την ηρωική άμυνα που αντέταξε κατά του Σπαρτιάτη Κλεομένη το 494 π.Χ. Μετά την καταστροφή που υπέστη ο στρατός των Αργείων στο ιερό άλσος της Σηπείας μεταξύ Ναυπλίου και Τίρυνθας, όπου ο Κλεομένης με δόλο και ύστερα με εμπρησμό προκάλεσε το θάνατο 8.000 Αργείων μαχητών, την άμυνα της πόλης οργάνωσε η κοντόσωμη και μαχητική Τελέσιλλα. Όπλισε γυναίκες, γέρους και παιδιά με όπλα και κάθε λογής αντικείμενα και τους παρέταξε στις επάλξεις.

Ο Κλεομένης, θεωρώντας ότι θα γινόταν μισητός, αν θα κυρίευε την πόλη πολεμώντας κατά γυναικών ή ότι σε περίπτωση αποτυχίας θα γινόταν καταγέλαστος, απομάκρυνε το στρατό του. Η Τελέσιλλα είχε σώσει την πατρίδα της.

 

Σε ανάμνηση του γεγονότος έχτισαν ναό του Ενυαλίου, δηλαδή του πολεμικού Άρη, ο οποίος εθεωρείτο προστάτης των γυναικών στο Άργος, και καθιέρωσαν ετήσια γιορτή, τα «υβριστικά», κατά την οποία οι γυναίκες ντύνονταν ανδρικά και οι άνδρες γυναικεία. Οι Αργείτισσες τότε, λόγω της λειψανδρίας, πoλιτoγράφησαν περιοίκους και τους παντρεύτηκαν· αλλά με νόμο καθιέρωσαν να βάζουν προσθετά γένια, όταν πλάγιαζαν μαζί τους, για να τους θυμίζουν την ταπεινή τους καταγωγή.

  

Ο Παυσανίας αναφέρει ( ΙΙ, 20, 8 ) ότι στο ιερό της Αφροδίτης, νότια του θεάτρου, είχε δει στήλη με ανάγλυφη παράσταση της Τελέσιλλας, η οποία ετοιμαζόταν να φορέσει το κράνος της, ενώ στα πόδια της ήταν σκορπισμένα τα βιβλία της. Για την Τελέσιλλα έχουν γράψει πολλοί αρχαίοι συγγραφείς μέχρι και τον 2ο μ.Χ. αιώνα και στη συνέχεια έχουν δημοσιευτεί αρκετές μελέτες. Οι πληροφορίες από τις αρχαίες πηγές είναι ίδιες και μόνο στις λεπτομέρειες διαφέρουν.

Εντύπωση μας προξενεί το γεγονός ότι ο Ηρόδοτος, ο οποίος είναι σχεδόν σύγχρονος των γεγονότων και αναφέρεται διεξοδικά στην επίθεση του Κλεομένη και στον αποδεκατισμό των Αργείων (VI 76-85) δεν τη μνημονεύει καν. Το ίδιο κι ο μεταγενέστερος Αριστοτέλης, ο οποίος αναφέρεται στην πολιτογράφηση των περιοίκων στα «πολιτικά» του (1303 α, β). Η «ποιητική» του Αριστοτέλη δυστυχώς δε μας παρέχει καμία πληροφορία, γιατί ο πρώτος τόμος, που σώθηκε, αναφέρεται μόνο στο έπος και στην τραγωδία. Άλλοι συγγραφείς, αλλά πολύ μεταγενέστεροι, όπως ο Παυσανίας, ο Πλούταρχος, ο Πολύαινος, της πλέκουν το εγκώμιο, τονίζοντας την ηρωική της αντίσταση κατά των Σπαρτιατών.

 

Επισημαίνουμε, όμως, ότι ο Κλεομένης τότε δεν είχε πρόθεση να καταλάβει το Άργος, αλλά μόνο να το εξασθενήσει και να το ταπεινώσει, ώστε να μην αποτελεί πια υπολογίσιμη δύναμη στην Πελοπόννησο, πράγμα που είχε επιτύχει ήδη με την εξόντωση του ανδρικού πληθυσμού.

Δεν μπόρεσε τότε να προβλέψει ότι το Άργος σύντομα θα παρουσίαζε και πάλι μεγάλη ακμή και ότι η Σπάρτη θα είχε τα ίδια και χειρότερα προβλήματα.

Εξάλλου, ο Κλεομένης ήθελε ν’ αποφύγει τυχόν απώλειες από τον αμυνόμενο άμαχο πληθυσμό, που ήταν αποφασισμένος, ιδιαίτερα λόγω της λειψανδρίας που αντιμετώπιζε ανέκαθεν η πατρίδα του, και θεώρησε φρόνιμο να μην επιτεθεί στην πόλη. Η Τελέσιλλα πάντως έγινε θρύλος και μυθοποιήθηκε στη συνείδηση του Αργειακού λαού.

 

 

Βιβλιογραφία

 

  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, εκδ. Εκ Προοιμίου 2008. 
  •  Μαρκέλλου Θ. Μιτσού, εφόρου των Αρχαιοτήτων. « Αργολική Προσωπογραφία », Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Εν Αθήναις 1952. 
  •  Αργολικόν Ημερολόγιο 1910. Εκδιδόμενων υπό του εν Αθήναις συλλόγου των Αργείων. Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Δημ. Τερζόπουλου 1910.
  •  Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Διαβάστε επίσης:

Τελέσιλλα η Αργεία λυρική Μούσα

Read Full Post »

ΕΥΑ ΔΕΛΗ ( 1921 – 1940)

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στα 1921 κι’ όταν ακόμη ήταν 2 ετών ήρθε με τους γονείς της Υπατία και Χρήστο Δελή κι’ εγκαταστάθηκε στην Νέα Κίο του Άργους. Εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματα και κατόπιν συνέχισε τις σπουδές της στην Αθήνα. Στα 17[1] της χρόνια τελείως απρόοπτα αρρώστησε από φυματίωση και τον Μάρτη του 1940 πέθανε σε ηλικία 19 ετών. Ποιήματα της δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά «Ηραία» Άρ­γους και «Νεοελληνικά Γράμματα».

 


[1] Ασυνήθιστη γιά τήν ηλικία της στοχαστιχότητα και ψυχική ωρι­μότητα βλέπουμε στα λίγα ποιήματα πού πρόφτασε να γράψει ή Εύα Δελή, ή οποία γνώρισε την ουσία των πραγμάτων μέσα από πικρότατη πείρα ζωής. «Η άρρώστεια δεν την απογοήτευσε, άλλα πάλαιψε με την ευαίσθητη ψυχή της και προσπάθησε να αμβλύνει την αγωνία της με τούς στίχους της, πού είναι ένα καθρέφτισμα του ανήσυχου εαυτού της.

 

 

 

Βιβλιογραφία

 

  • Λουκά Σταθακόπουλου – Γιάννη Γκίκα, «Ανθολογία ποιητών Αργολίδος & Κορινθίας 1798 – 1957», Αθήνα 1958.
  •  Γ.   Λογοθέτη:  Σέ μια πρόωρη φυγή «Εύα Δελή»  περ. Άργους «Τα Ηραία» τευχ. 26-27, 1940.

 

 

 

 

 

Read Full Post »

Eργογραφία Άγγελου Tερζάκη

 

Μυθιστορήματα:

 «Δεσμώτες», Μαυρίδης, Αθήνα 1932.

«Η παρακμή των Σκληρών», Αθήνα 1933.

«Η μενεξεδένια πολιτεία», Πυρσός, Αθήνα 1937.

«Η πριγκηπέσσα Ιζαμπώ», Οι Φίλοι του Βιβλίου, Αθήνα 1945.

«Ταξίδι με τον Eσπερο», Αθήνα 1946.

«Δίχως Θεό», Αθήνα 1946.

«Η μυστική ζωή», Εστία, Αθήνα 1957.

«Tο μυθιστόρημα των τεσσάρων» (μαζί με τους Σ. Μυριβήλη, Μ. Καραγάτση, Ηλ. Βενέζη), Εστία Αθήνα 1979.

«Το λυκόφως των ανθρώπων», Εστία, Αθήνα 1989. «Η στοργή», Γλάρος, Αθήνα 1944.

Nουβέλες:

«Η στοργή», Γλάρος, Αθήνα 1944

Διηγήματα:

«Ο ξεχασμένος», Αθήνα 1925.

«Φθινοπωρινή συμφωνία», Αθήνα 1929.

«Του έρωτα και του θανάτου», Αετός, Αθήνα 1943.

«Απρίλης», Οι Φίλοι του Βιβλίου, Αθήνα 1946.

«Οι επαναστατημένοι», Εστία, Αθήνα 1993. Mε προλογικό σημείωμα του Bάιου Παγκουρέλη.

 

Η πριγκηπσσα Ιζαμπώ

Η πριγκηπέσσα Ιζαμπώ

 

Θέατρο:

«Αυτοκράτωρ Μιχαήλ», Αθήνα 1936.

«Γαμήλιο Εμβατήριο», Αθήνα 1937.

«Ο σταυρός και το σπαθί», Αθήνα 1939.

«Είλωτες», Αθήνα 1939.

«Ο εξουσιαστής», Αθήνα 1942.

«Το μεγάλο παιχνίδι», Αθήνα 1944.

«Αγνή», Αθήνα 1949.

«Θεοφανώ», Αθήνα 1956.

«Νύχτα στη Μεσόγειο», Αθήνα 1956.

«Τα λύτρα της ευτυχίας», Αθήνα 1959.

«Θωμάς ο δίψυχος», Αθήνα 1962.

«Ο πρόγονος», Αθήνα 1970.

Δοκίμια:

«Προσανατολισμός στον αιώνα», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1963.

«Το μυστήριο του Ιάγου», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1964.

«Αφιέρωμα στην τραγική μοίρα», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1970.

«Οι απόγονοι του Κάιν», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1972.

«Ποντοπόροι», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1975.

«Οδοιπόρος μιας εποχής», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1980.

«Ο άνθρωπος σε αδιέξοδο» Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1981.

«Eνας μεταβαλλόμενος κόσμος», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1983.

«Του καιρού και της δοκιμασίας», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1984.

«Η ανάγκη του στοχασμού», Οι εκδόσεις των φίλων, aθήνα 1985.

«Προσωπικές σημειώσεις», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1986.

««Κρίση και έλεγχος της εποχής μας», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1989.

«Λίγο πριν από την αυλαία», Καστανιώτης, Αθήνα 1989.

«Επικεφαλής», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1990.

«Το πρωτείο του πνεύματος», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1991.

«Σε καμπή της ιστορίας», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1995.

«Σπουδή των ερωτημάτων», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1996.

Για μια δικαίωση του ανθρώπου», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1987.

Ιστορία:

«Η ελληνική εποποιία. Χρονικό του πολέμου 1940-41», Γενικό Eπιτελείο Στρατού 1964, Eστία 1980.

Mεταφράσεις:

Eυριπίδη, «Oρέστης» & «Oιδίπους επί Kολωνώ».

Tζόζεφ Kόνραντ, «O τυφώνας» & «Tα νιάτα».

Mπεν Tζόνσον, «Bολπόνε».

Ανρί Mπεργκσόν, «H δημιουργική εξέλιξη».

 

Πηγή:

  • Eθνικού Kέντρου Bιβλίου.

 

 

 

 

Read Full Post »

Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ – ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ

 

 

Περίληψη


Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ διασκευάζει τη σειρά διηγημάτων του «Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ», δημιουργώντας ένα τηλεοπτικό είδος επαρχιακής ηθογραφίας που άφησε εποχή. Με την περιγραφική δεινότητα που τον διακρίνει, καταγράφει την καθημερινή ζωή, τις ασχολίες και τις εορταστικές στιγμές των κατοίκων της ΒΑΡΙΑΝΗΣ, που βρίσκεται στους πρόποδες του ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ, στα τέλη της δεκαετίας του ’30. Διαμέσου του φωτογραφικού φακού του ΣΤΕΛΙΟΥ, του φωτογράφου του χωριού, αποκαλύπτεται η σκωπτική διάθεση των κατοίκων, η λαϊκή θυμοσοφία και η λοξή ματιά με την οποία οι απλοϊκοί άνθρωποι σχολιάζουν τα ελαττώματα των συγχωριανών τους. Στο πρώτο επεισόδιο της σειράς, ο ΣΤΕΛΙΟΣ αυτοσυστήνεται και περιγράφει συνοπτικά στιγμές από τη ζωή του. Πηγαίνοντας να φωτογραφίσει τη γριά ΓΚΕΚΑΙΝΑ συναντάει διάφορους συγχωριανούς του και σκιαγραφεί το χαρακτήρα τους. Φτάνει στο σπίτι του ΓΚΕΚΑ και απαθανατίζει τη γριούλα. Ο ΓΚΕΚΑΣ, που αισθάνεται υποχρεωμένος απέναντί του, θέλοντας να εκπληρώσει τη χάρη που του ζήτησε, παραβιάζει το νόμο και σκοτώνει ένα όρνιο. Η πράξη του αυτή γίνεται αντιληπτή από τον ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗ και, προκειμένου να διαλευκανθεί η υπόθεση, πηγαίνουν στο σπίτι του ΣΤΕΛΙΟΥ. Οι σωστοί χειρισμοί και η διπλωματική ικανότητα του ΣΤΕΛΙΟΥ καταπραΰνουν την οργή του ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗ. Ενώ οι τρεις άντρες ετοιμάζονται να βγάλουν αναμνηστική φωτογραφία, πληροφορούνται το θάνατο της ΓΡΙΑΣ ΓΚΕΚΑΙΝΑΣ.

 

Ανάλυση περιεχομένου

Κεφάλαιο 1

 

Τίτλοι αρχής.

 

Κεφάλαιο 2

 

Ο φακός κινείται πανοραμικά και αποκαλύπτει τον ορεινό όγκο του ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ. Εστιάζει στο χωριό ΒΑΡΙΑΝΗ και τα σπίτια που το απαρτίζουν. Πλάνο στον ΣΤΕΛΙΟ, τον φωτογράφο (ΝΑΣΟΣ ΚΕΔΡΑΚΑΣ), να αυτοσυστήνεται ενώ στηρίζεται σε φωτογραφική μηχανή μεγάλου φορμάτ. Περιγράφει τις δουλειές με τις οποίες είχε ασχοληθεί κατά καιρούς. Νοσταλγεί την εποχή που βρέθηκε με τον πατέρα του στην ΑΜΕΡΙΚΗ και επισημαίνει ότι οι καλλιτεχνικές του αναζητήσεις εξόργισαν τον πατέρα του, με αποτέλεσμα να επιστρέψουν στο χωριό, όπου εγκαταστάθηκε πλέον μόνιμα. Εξιστορεί τις συνθήκες ζωής στο χωριό και παράλληλα προσδιορίζει ότι οι ιστορίες που ακολουθούν διαδραματίζονται τέλη της δεκαετίας του ’30.

 

Κεφάλαιο 3

 

Ο ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΑΠΗΣ) κατεβαίνει τις σκάλες του σπιτιού του και καλημερίζει τον ΣΤΕΛΙΟ, που μεταφέρει τη φωτογραφική μηχανή. Συζητούν για τη φωτογράφιση της υπέργηρου μητέρας του ΓΚΕΚΑ. Ο ΣΤΕΛΙΟΣ σκιαγραφεί το χαρακτήρα της και αναφέρεται στο ατύχημα που είχε. Ενώ προχωρούν συναντούν τον ΜΟΥΡΛΟΓΙΑΝΝΗ (ΠΑΝΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ), ο οποίος σέρνει το μουλάρι και αντιδρά μόλις αντικρίζει τον φωτογράφο, φοβούμενος ότι θα τον απαθανατίσει. Ο φωτογράφος αστειεύεται μαζί του, ενώ ο ΜΟΥΡΛΟΓΙΑΝΝΗΣ φεύγει τρέχοντας.

 

 

Κεφάλαιο 4

 

Οι δύο άντρες συνεχίζουν το δρόμο τους, βλέπουν τον ΓΕΡΟ ΠΑΥΛΗ (ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΑΛΩΜΕΝΟΣ) να κάθεται στα σκαλιά του σπιτιού του και τον προσεγγίζουν. Τον καλημερίζουν και τον ρωτούν για τα νέα του χωριού. Η απάντησή του δίνει την αφορμή στον φωτογράφο να τον περιγράψει. Την περιγραφή διακόπτει ο ΝΙΔΗΣ (ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΡΑΤΣΩΚΟΣ) που τρέχει προς το μέρος τους. Βεβαιώνει τον φωτογράφο ότι πολύ σύντομα θα τον καλέσει να τον φωτογραφήσει. Ο ΣΤΕΛΙΟΣ του εγγυάται ότι όποτε θελήσει είναι στη διάθεσή του. Ο ΝΙΔΗΣ φεύγει και ο φωτογράφος σχολιάζει αυτά που ειπώθηκαν στον ΔΙΑΜΑΝΤΗ και εκφράζει τα παράπονά του για την αφερεγγυότητα των καπνεμπόρων.

 

Κεφάλαιο 5

 

Πλάνο με τον ΓΚΕΚΑ (ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΥΛΗΣ) και τη μητέρα του (ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΜΑΓΚΛΑΡΑ) να κοιτάζουν από το παράθυρο. Ο ΓΚΕΚΑΣ παροτρύνει με τρυφερότητα και χαριτολογήματα τη ΓΡΙΑ ΓΚΕΚΑΙΝΑ να φωτογραφηθεί, αλλά εκείνη αρνείται. Η εύθυμη συζήτηση μεταξύ τους συνεχίζεται. Πλάνο στο οποίο διακρίνονται γυναίκες του χωριού και ο φωτογράφος να απαθανατίζει τη ΓΡΙΑ ΓΚΕΚΑΙΝΑ. Ο φακός εστιάζει στη νύφη της, που κρατάει στην αγκαλιά της ένα μωρό και μιλάει για τον ευχάριστο χαρακτήρα της πεθερά της, γεγονός που επιβεβαιώνει και ο άντρας της. Στη συνέχεια, ο ΓΚΕΚΑΣ παρακινεί τη μητέρα του να τραγουδήσει, ενώ ο φωτογράφος τούς δίνει οδηγίες, προκειμένου να γίνει σωστά η φωτογράφιση.

 

Κεφάλαιο 6

Ο φακός αποκαλύπτει πρόσωπα από το χωριό που έχουν συγκεντρωθεί στην αυλή του σπιτιού, για να παρακολουθήσουν τη φωτογράφιση. Ο ΣΤΕΛΙΟΣ τους απομακρύνει και εστιάζει στη ΓΡΙΑ ΓΚΕΚΑΙΝΑ. Την παροτρύνει να χαμογελάσει αστειευόμενος μαζί της κι εκείνη ανταποκρίνεται. Η φωτογράφιση ολοκληρώνεται και ο ΓΚΕΚΑΣ τον ξεπροβοδίζει. Συζητούν για τις φωτογραφίες της ΓΡΙΑΣ ΓΚΕΚΑΙΝΑΣ, ο φωτογράφος υπόσχεται ότι θα κάνει το καλύτερο δυνατό και ζητάει κι εκείνος με τη σειρά του χάρη από τον ΓΚΕΚΑ, ο οποίος υπόσχεται ότι, παρά τις δυσκολίες που υπάρχουν, θα τον εξυπηρετήσει. Χαιρετιούνται και φεύγουν σε διαφορετικές κατευθύνσεις.

 

Κεφάλαιο 7

 

Πλάνο με τον ΓΚΕΚΑ που ανεβαίνει στο βουνό κρατώντας καραμπίνα. Παραφυλάει πίσω από βράχο και μόλις εμφανίζεται το θήραμα πυροβολεί. Τρέχει να το πιάσει και συναντάει δύο συγχωριανούς του, τους ρωτάει για το θήραμα και προσπαθεί να δικαιολογήσει την πράξη του. Εκείνοι τον πληροφορούν για την τοποθεσία όπου έπεσε το όρνιο, τον χαιρετούν και φεύγουν.

 

Κεφάλαιο 8

 

Πλάνο με τον ΓΚΕΚΑ, που κατευθύνεται τρέχοντας προς την περιοχή που έπεσε το κυνήγι. Ξαφνιάζεται μόλις αντικρίζει τον ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗ (ΛΑΖΟΣ ΤΕΡΖΑΣ) να κρατάει στα χέρια του το θήραμα. Ο ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗΣ τον επιπλήττει, ενώ εκείνος προσπαθεί να δικαιολογηθεί και να αποσπάσει το όρνιο. Ο ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗΣ του απαγγέλλει τις κατηγορίες για παράνομη θήρα. Ο ΓΚΕΚΑΣ προσπαθεί να τον πείσει ότι πρώτη φόρα παραβίασε το νόμο και εξηγεί τους λόγους. Ο ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗΣ είναι ανένδοτος, τον κατηγορεί για ψευδομαρτυρία και κατευθύνονται μαζί προς το σπίτι του φωτογράφου.

 

 

Κεφάλαιο 9

 

Πλάνο στον φωτογράφο, στο σπίτι του, να παίζει λαούτο. Το πλάνο αλλάζει, ο ΓΚΕΚΑΣ με τον ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗ διασχίζουν το χωριό και φτάνουν στο σπίτι του φωτογράφου. Ο ΣΤΕΛΙΟΣ τους καλωσορίζει και ο ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗΣ του εκθέτει την κατάσταση. Ο φωτογράφος τον διακόπτει και παραγγέλνει στη γυναίκα του (ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΟΥΤΣΟΥΔΑΚΗ) καφέδες, προκειμένου να καλοπιάσει τον ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗ. Ενώ ο ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗΣ παρατηρεί το χώρο ο ΓΚΕΚΑΣ με τον φωτογράφο συνεννοούνται με νοήματα.

 

Κεφάλαιο 10

 

Ο ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗΣ κοιτάζοντας το λαούτο θέτει ερωτήσεις στον φωτογράφο και στη συνέχεια του ζητάει να παίξει έναν τσάμικο. Ο φωτογράφος δέχεται με χαρά και ερμηνεύει το παραδοσιακό τραγούδι «ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΕ Ο ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ». Ο ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗΣ, ενθουσιασμένος, παρακινεί τον ΓΚΕΚΑ να χορέψουν, του δίνει το μαντίλι και σέρνει το χορό. Ο ΣΤΕΛΙΟΣ λεει στη γυναίκα του να κεράσει τσίπουρο, εφόσον οι καλεσμένοι είναι σε κατάσταση ευθυμίας.

 

Κεφάλαιο 11

Πλάνο στους τρεις άντρες στην αυλή του σπιτιού. Ο ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗΣ αστειεύεται με τον ΓΚΕΚΑ και του δίνει και τη δική του παραγγελία. Ενώ οι τρεις άντρες ετοιμάζονται να βγάλουν αναμνηστική φωτογραφία ακούγεται πένθιμος ήχος καμπάνας. Πληροφορούνται το θάνατο της μητέρας του ΓΚΕΚΑ. Ο ΓΚΕΚΑΣ περίλυπος συνειδητοποιεί ότι άθελά του εκπλήρωσε την επιθυμία της μητέρας του. Ο ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗΣ και ο ΣΤΕΛΙΟΣ του συμπαραστέκονται σιωπηλοί.

 

Κεφάλαιο 12

 

Πλάνο με τον ΓΚΕΚΑ να φιλάει και να αγκαλιάζει τρυφερά τη μητέρα του, ενώ παράλληλα ακούγονται οι καμπάνες να χτυπούν πένθιμα. Το πλάνο λειτουργεί ως αναδρομή στις στιγμές της φωτογράφισης.

 

Κεφάλαιο 13

 

Τίτλοι τέλους

 

Συντελεστές


Παραγωγή:
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
Σκηνοθεσία:
ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΟΓΙΑΖΟΣ
Σενάριο:
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ
Φωτογραφία:
ΣΑΚΗΣ ΜΑΝΙΑΤΗΣ
Ηχοληψία:
ΝΙΚΟΣ ΑΧΛΑΔΗΣ
ΣΠΥΡΟΣ ΔΡΟΣΟΣ
Σόλο κλαρίνο:
ΜΑΝΙΚΟΓΙΑΝΝΟΣ
Μοντάζ:
ΣΑΚΗΣ ΜΑΝΙΑΤΗΣ
Κοστούμια ντεκόρ:
ΑΚΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
Βοηθός σκηνοθέτης:
ΤΑΚΗΣ ΚΑΤΣΕΛΗΣ
Βοηθός οπερατέρ:
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΜΑΝΙΑΤΗΣ
Φροντιστής:
ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΑΚΛΑΒΑΣ
Βοηθός παραγωγής:
ΤΑΣΟΣ ΠΑΠΟΥΤΣΗΣ
Ηλεκτρολόγος:
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΑΒΒΑΣ
Ηθοποιοί:
Ο φωτογράφος του χωριού:
ΝΑΣΟΣ ΚΕΔΡΑΚΑΣ
Γυναίκα του:
ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΟΥΤΣΟΥΔΑΚΗ
Λάμπης:
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΝΑΝΑΣ
Γκέκας:
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΥΛΗΣ
Γριά γκέκαινα:
ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΜΑΓΚΛΑΡΑ
Ενωμοτάρχης:
ΛΑΖΟΣ ΤΕΡΖΑΣ
Διαμαντής:
ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΑΠΗΣ
Μουρλογιάννης:
ΠΑΝΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ
Γερο παυλής:
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΑΛΩΜΕΝΟΣ
Νίδης:
ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΡΑΤΣΩΚΟΣ
Και οι κάτοικοι του χωριού:
ΒΑΡΙΑΝΗ ΠΑΡΝΑΣΣΙΔΟΣ
Παραγωγή:
J. P. PRODUCTIONS
Για την Ε. Ρ. Τ.

Παραγωγή
ΕΡΤ

 

Πηγή

 

 

Read Full Post »

ΠΟΙΗΤΕΣ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ (1798 – 1957)

 

  •    Αναπλιώτης Αντ.
  •    Βαρδουνιώτης Δημ.
  •    Βυζάντιος Αλέξ.
  •    Γραικός Ρ.
  •    Δελή Εύα
  •   Δελή Υπατία
  •  Δημόπουλος Τάκης
  •  Κωστούρος Θ.
  •  Λογοθέτης Γεώργ.
  •  Μάναρης Ζ.
  •   Μουτζουρίδης Αλ.
  •   Μουτζουρίδης Πραξ.
  •   Νικολάρας Ανδρέας
  •   Παναγιωτόπουλος Σπ.
  •   Παπασπύρου Μήτσος
  •   Παράσχος Αχ.
  •   Πετρής Π.
  •   Στεφανόπουλος Τρ.
  •   Τσουκαντάς Γιώργος
  •   Φρεδιανός Τάκης
  •   Χαδιαράκος Αγγ.
  •   Χριστόπουλος Α.

 

Πηγές

 

  • Λουκά Σταθακόπουλου – Γιάννη Γκίκα, «Ανθολογία ποιητών Αργολίδος & Κορινθίας 1798 – 1957», Αθήνα 1958.
  • Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

Read Full Post »

Νικόδημος Βρέλλος (1898-1954): Αρχιμανδρίτης, αγιογράφος, ελεήμονας και

μεγάλος ευεργέτης του Άργους.

 

 

Γεννήθηκε στον Πειραιά. Ο πατέρας του Μιχαήλ Βρέλλος ήταν Σπετσιώτης και η μητέρα του Ασπασία, το γένος Βούλγαρη, Αργειτοπούλα. Είχε έναν αδελφό, τον Ευάγγελο, μικρότερό του κατά τέσσερα έτη, ο οποίος παντρεύτηκε στο Άργος την Όλγα Μοσχόγιαννη. Ο πατέρας Μιχαήλ Βρέλλος εγκατέλειψε τον ονομαστό ελαιώνα Βρέλλου και ό λη την περιουσία του στις Σπέτσες και εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, όπου άνοιξε δύο μανάβικα σε μικρά απόσταση μεταξύ τους στα «Λεμονάδικα». Πέθανε όμως νέος, όταν τα παιδιά του ήταν 7 και 3 ετών αντίστοιχα. Γι’ αυτό και ο Νικόδημος, κατά κόσμον Γεώργιος Βρέλλος, ενώ φοιτούσε στο Α΄ Ελληνικό Σχολείο Πειραιά (αντίστοιχο προς το σημερινό γυμνάσιο) αναγκάστηκε να εργάζεται ταυτόχρονα σε εταιρεία παρασκευής χρωμάτων.

 

Ο Γεώργιος Βρέλλος από μικρός είχε ιδιαίτερη κλίση προς την εκκλησία και επιθυμούσε να γίνει ιερέας ή μοναχός, παρά τις αντιρρήσεις της χήρας μητέρας του. Γι’ αυτό, σε ηλικία 14 χρόνων έφυγε για το Άγιον Όρος χωρίς τη συναίνεση της μητέρας του. Εκεί έλαβε το όνομα Νικόδημος.

 

Νικὀδημος Βρ�λλος

Νικὀδημος Βρέλλος

 

 

Από τον προσωπικό του φάκελο, τον οποίο εντοπίσαμε στα γραφεία της Ι. Μητροπόλεως Αργολίδος, προκύπτει ότι ο Νικόδημος χειροτονήθηκε διάκονος στις 12 Ιουνίου 1918 από τον Κονίτσης Παΐσιο στο Άγιο Όρος και ότι μόνασε «εις την Ιεράν Σκήτην της Αγίας Άννης». Όμως, η μητέρα του αποφασίζει να εγκατασταθεί μόνιμα στο Άργος με το μικρότερό της γιο Ευάγγελο και παρακαλεί το Νικόδημο να έρθει μαζί της. Εκείνος υπακούει και εγκαταλείπει το Άγιον Όρος. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς, πιθανότατα το 1922 – έτος της μικρασιατικής καταστροφής – γιατί από τον προσωπικό του φάκελο πληροφορούμαστε ότι υπηρέτησε ως ιεροδιάκονος στον Άγιο Πέτρο Άργους από το 1922 έως το 1934. Την ίδια χρονιά (25-3-1934) χειροτονήθηκε πρεσβύτερος «από τον Αργολίδος Ιερόθεον εκ Ν. Σμύρνης» και «την αυτήν ημέραν ετοποθετήθη εις τον Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου ως προσωρινός εφημέριος». Αργότερα (1936 και μετά) ήταν εφημέριος στον Αϊ-Γιάννη, στην Παναγία την Πορτοκαλούσα, αλλά και στον Άγιο Νικόλαο, πιθανότατα την περίοδο της κατοχής και μετά, όπως θυμούνται και μαρτυρούν τα ανήψια του και άλλοι Αργείοι. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν και πάλι εφημέριος στον Αϊ-Γιάννη και λίγους μήνες πριν πεθάνει ιερουργούσε στον Άγιο Βασίλειο μαζί με τον π. Γεώργιο Πηλιαφά. Ο φάκελλός του είναι ελλιπής και δεν σημειώνονται οι αντίστοιχες χρονολογίες για τα παραπάνω, ούτε μνημονεύεται η χειροτονία του ως αρχιμανδρίτη. Όμως, η περιβολή του, τα αναγραφόμενα στον τάφο του και οι μαρτυρίες των συμπολιτών του βεβαιώνουν το βαθμό της ιεροσύνης.

 

Όσο μόναζε στο Άγιον Όρος, είχε την ευκαιρία ν’ αξιοποιήσει το ταλέντο του και να γίνει εξαίρετος αγιογράφος. Αρκετές εικόνες του κοσμούν εκκλησίες του Άργους και της ευρύτερης περιοχής ή ευρίσκονται σε σπίτια ιδιωτών. Πολλές από αυτές είναι ανυπόγραφες. Στην Παναγία την Κατακεκρυμμένη υπάρχει ανυπόγραφη εικόνα του Βρέλλου, στην οποία παριστάνεται ο Άγιος Πατρίκιος, Επίσκοπος Προύσης.

 

Όταν υπογράφει, η υπογραφή του ποικίλει: «Γεώργιος Βρέλλος ιεροδιάκονος», «Γερόντιος Νικόδημος Βρέλλος», «ΓΒ». Στον Ι. Ν. της Ζωοδόχου Πηγής Κεφαλαρίου εντοπίσαμε τρεις εικόνες ιδιαίτερα μεγάλου μεγέθους, τις οποίες πλαισιώνει πλατιά κορνίζα: του Μιχαήλ και Γαβριήλ (1928), του Αγίου Σώζοντος (1924) και του Αγίου Φανουρίου (1929).

Με βάση τα χρώματα, τα περιγράμματα και την έκφραση των εικονιζομένων, παρατηρούμε ότι ο Νικ. Βρέλλος προσπαθεί να ξεφύγει από τον αυστηρό ρυθμό της βυζαντινής αγιογραφίας, η οποία επιδιώκει την πνευματικότητα των μορφών με την εξαΰλωση τους. Ο Βρέλλος αναζητά πιο ανθρώπινες υπάρξεις, επιδιώκοντας την τρίτη διάσταση του βάθους και αφαιρώντας από τα πρόσωπα τη θεϊκή αυστηρότητα.

 

   

Το όνομα του Νικόδημου Βρέλλου έμεινε στη συνείδηση των Αργείων για τις μεγάλες φιλανθρωπίες του. Γνώριζε τις οικογένειες και ήξερε τις οικονομικές δυνατότητες καθεμιάς. Αγόραζε ρούχα και παπούτσια για τα γυμνά και ξυπόλητα παιδιά. Ζητούσε από τους παντοπώλες και του έδιναν ο ένας μια οκά ζάχαρη, ο άλλος μια οκά αλεύρι, ο άλλος λίγα μακαρόνια, γέμιζε τσάντες και τις έστελνε με τον νεωκόρο όπου υπήρχε μεγάλη ανάγκη. Άλλοτε έστελνε την κατσαρόλα με μαγειρεμένο φαγητό με τον ανηψιό του Πέτρο, που ήταν τότε μικρό παιδί (μαρτυρία του ίδιου).

Δεν κρατούσε για το σπίτι του ούτε ένα πρόσφορο. Τα ψυχοσάββατα φόρτωνε μια σούστα με πρόσφορα, τα οποία μοίραζε σε φτωχές οικογένειες.

 

Ο παπα-Νικόδημος έζησε και έδρασε σε εποχές δύσκολες. Το βιοτικό επίπεδο του λαού ήταν πολύ χαμηλό. Ιδιαίτερα την περίοδο της κατοχής αλλά και αργότερα, στα δύσκολα χρόνια του εμφυλίου, λίγο ψωμί ή μια γαλοπούλα τα Χριστούγεννα ή μια κατσαρόλα με μαγειρεμένο φαγητό ήταν μια ανάσα για οικογένειες που λιμοκτονούσαν. Όταν έφυγε από τούτη τη ζωή, βρέθηκαν επάνω του λίγες δραχμές, που σημαίνει πως δεν είχε πάψει να αναλώνει το μισθό του στις φιλανθρωπίες και να νοιάζεται για το ποίμνιό του, παρόλο που η ασθένειά του τον κατέτρυχε. «Κράτα κάτι και για σένα», τον παρότρυναν οι δικοί του. «Ο Θεός έχει για μένα», απαντούσε.

 

Ο παπα-Νικόδημος είχε κατορθώσει να έχει άριστες σχέσεις με όλα τα κοινωνικά στρώματα και τις πολιτικές παρατάξεις. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι κατέφευγαν αντάρτες στο σπίτι του και κατόρθωνε μετά να τους κατευοδώνει μέχρι τον Ξεριά, ώστε να διαφύγουν προς τα βουνά, χωρίς να πέσουν σε γερμανική περίπολο. Εκτελούσε τα ιερατικά του καθήκοντα στο ακέραιο και ευσυνείδητα. Είχε κηδέψει σκοτωμένους Γερμανούς, ταγματασφαλίτες, χωροφύλακες και αντάρτες που αλληλοσκοτώνονταν στον εμφύλιο. Τους νεκρούς τους θεωρούσε ιερούς και δεν έκανε καμία απολύτως διάκριση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1957 ήλθε στο Άργος πρεσβεία εκ μέρους της Δυτ. Γερμανίας, για να τον τιμήσει με παράσημο, επειδή κήδευε τους νεκρούς γερμανούς στρατιώτες με όλες τις τιμές των νεκρών (μαρτυρία Μιχ. Βρέλλου). Ο παπάς τότε δεν ζούσε. Αλλά πέραν τούτου, είχε κατορθώσει να έχει καλές σχέσεις με τους κατακτητές. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ήταν γερμανόφιλος· απεναντίας, μπορούσε να παρεμβαίνει όταν χρειαζόταν, και είχε γλιτώσει πολλούς από βέβαιο θάνατο.

 

Ο παπα-Νικόδημος ήταν ακέραιος χαρακτήρας και τον κοσμούσαν όλες οι χριστιανικές αρετές, γιατί έκανε πράξη τον λόγο του Ευαγγελίου. Όλοι τον εκτιμούσαν, τον σέβονταν και τον εμπιστεύονταν, γιατί ήξεραν ότι δεν θα τους προδώσει ποτέ. Ταυτόχρονα ήταν και πανέξυπνος, γι’ αυτό και μπορούσε να κρατάει ισορροπίες· και αξιοποιώντας το σχήμα του, την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό εκ μέρους των κατακτητών, μπορούσε να βοηθάει τους διωκόμενους ή όσους είχαν ανάγκη. Όταν π.χ. συνόδευε κάποιον αντάρτη της εθνικής αντίστασης, κρατούσε το Άγιο Δισκοπότηρο, για να δείξει τάχα ότι θα κοινωνούσε κάποιον ετοιμοθάνατο. Η γερμανική περίπολος – αν τύχαιν ε– σταματούσε και χαιρετούσε!…

Πέθανε στο σπίτι όπου διέμενε (Υψηλάντη 30, κοντά στον Αϊ-Γιάν-νη) στις 9 Οκτωβρίου 1954 σε ηλικία 56 ετών. Στην κηδεία του παραβρέθηκαν χιλιάδες άνθρωποι, που τον κατευόδωσαν μέχρι την τελευταία του κατοικία στο κοιμητήρι της Παναγιάς, τιμώντας τον καλό χριστιανό και άξιο ποιμενάρχη.

 

Πηγή

  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης. << ΑΡΓΟΣ τό πολυδίψιον>>. Ἐκδόσεις ἐκ Προοιμίου. Ἄργος 2007.

 

Read Full Post »

Ευάγγελος Στασινόπουλος

Πρωτοπρεσβύτερος – Θεολόγος (1921-2006).

 

 

Ο Ευάγγελος Στασινόπουλος γεννήθηκε στο Άργος τον Ιούνιο του 1921. Γονείς του, ὁ Παναγιώτης Στασινόπουλος, παραγωγός και επαγγελματίας τροφίμων και η Βασιλική Παΐβανὰ από την Δαλαμανάρα. Το 1923 μένει ορφανός από Μητέρα και το 1931 και από Πατέρα σε ηλικία μόλις 10 ετών. Τελειώνει τις εγκύκλιες σπουδές του στο Άργος με άριστα και το 1939 δίνει εξετάσεις και εισάγεται στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών επίσης με άριστα.

 

Το 1946 στρατεύεται και υπηρετεί την θητεία του ως Λοχίας εκπαιδευτής Υγειονομικού.

Το 1947 – στρατιώτης ακόμη – λαμβάνει το πτυχίο του με άριστα. Το 1950 επιστρέφει στο Άργος και υπηρετεί στην Μητρόπολη Αργολίδος ως λαϊκός Ιεροκήρυξ. Μετά ένα έτος νυμφεύεται την δασκάλα Φωτεινή Φίλη και αποκτά μαζί της 2 αγόρια και 2 κορίτσια.

 

Στις 17 Ιουλίου 1952 ὁ τότε Μητροπολίτης Χρυσόστομος Ταβλαδωράκης, εκτιμών τα πνευματικὰ χαρίσματά του, το αδαμάντινόν του χαρακτήρος του, καθώς και τον ζήλον του για την δόξα της Εκκλησίας, τον χειροτονεί Διάκονο στον Ιερό Ναό του Αγίου Πέτρου και μετά τρεις ημέρες πρεσβύτερο στην Κοίμηση της Θεοτόκου όπου τον τοποθετεί εφημέριο.

 

Το 1957 μετατίθεται στον Καθεδρικό Ιερὸ Ναὸ του Αγίου Πέτρου ως Προϊστάμενος και  Αρχιερατικός Επίτροπος Άργους. Άριστος Λειτουργός αποτελεί υπόδειγμα για τούς νεώτερους Κληρικοὺς και αρκετοί, με την προτροπή του Μητροπολίτη, μαθητεύουν κοντά του. Δραστήριος και οργανωτικός ανακατασκευάζει μεγάλο μέρος του Ναού και τον ανακαινίζει εσωτερικά και εξωτερικά.

 

Από το 1942 ακόμη, μαζί με άλλους δεκαπέντε Άργείους,  ιδρύει την Χριστιανική Ένωση Ανδρών Άργους και το 1954 με πολλές προσπάθειες κτίζει το κτίριο επὶ τής οδού Κοφινιώτου.

 

Ως Ιερέας οργανώνει ομάδα εξωτερικής ιεραποστολής και ενισχύει τις προσπάθειες της Εκκλησίας στην Κορέα, στην Αφρική και στην Ινδία.

 

Μία πολυσχιδής προσωπικότητα όπως ὁ Ευάγγελος Στασινόπουλος δεν θα μπορούσε να περιορισθεί μόνο στα εκκλησιαστικά του καθήκοντα. Το 1961 διορίζεται Αντιπρόεδρος του ΠΙΚΠΑ μέχρι το 1965 και το 1973 υπηρετεί ως Αντιπρόεδρος τους σκοποὺς του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού.  Από το 1968 έως το 1979 διδάσκει ως Καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση. Το 1975 αναλαμβάνει το έργο της φιλανθρωπίας και οργανώνει το φιλόπτωχο ταμείο του Αγίου Πέτρου.

 

Ο Σύλλογος Αργείων ο « Δαναός » αναγνωρίζων την επὶ 20 χρόνια προσφορά του ως Προέδρου, την διαρκή και  ενεργό παρουσία του, την επιτυχή εποπτεία για την λειτουργικότητα του Συλλόγου, του απονέμει στις 3 Μαΐου 2000 την τιμητική διάκριση του Επιτίμου Προέδρου και το μετάλλιο της εκατονταετηρίδος του Συλλόγου μετά τιμητικού διπλώματος.

 

Την Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2006, ὁ Πρωτοπρεσβύτερος Ευάγγελος Στασινόπουλος καταλείπει τα επίγεια και μετοικεί  εις την ποθητή πατρίδα, την Βασιλεία των Ουρανών.

 

Ο αείμνηστος Ευάγγελος Στασινόπουλος συνέγραψε βιβλίο με τίτλο « Ο Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Βίος, Ιστορία Καθεδρικού Ναού, Ακολουθίαι». Επίσης, συμπλήρωσε το βιβλίο του Αναστ. Τσακόπουλου « Ο Ιερός ναός της Ζωοδόχου Πηγής εν Κεφαλαρίω » και τέλος το τευχίδιο «86 χρόνια πορεἰας 1895-1980».

 

 

Πηγή

 

  • Αρχεία Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός».

Read Full Post »

Χρήστος Παπαοικονόμος

πρωθιερεὺς  Μητροπολιτικού Ναού Αθηνών (1853 – 1922).

 

 

Χρήστος Παπαοικονόμος

Χρήστος Παπαοικονόμος

Ο Χρήστος Παπαοικονόμος γεννήθηκε στο Λεβίδι Αρκαδίας το 1853. Πατέρας του ήταν ο ιερέας Παναγιώτης, ο οποίος είχε και το οφφίκιον  του  Οικονόμου γι  αυτό και όταν θέλησε να αλλάξη το πατρικό του  επώνυμο, το οποίο ήταν Κουτσουράκης, εζήτησε και πήρε       – μετά από Βασιλικό Διάταγμα – το όνομα Παπαοικονόμος.

 

 

Ο Χρήστος Παπαοικονόμος από νέος επέδειξε  εξαιρετική κλίση προς την Θρησκεία ἡ οποία τον οδήγησε μετά τις εγκύκλιες σπουδές του, στην Ιερά Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου Καλαβρύτων με την πρόθεση να μονάση. Οι έντονες αντιρρήσεις όμως του  Πατέρα του, τον οδήγησαν στη Θεολογική Σχολή Αθηνών.

 Όταν έλαβε το πτυχίο της Θεολογίας και μετά το διδακτορικό του, τοποθετήθηκε Σχολάρχης Άργους. Στο Άργος, ενυμφεύθη την Αικατερίνη Μπόμπου με την οποία απέκτησε τρία παιδιά.

 

Με την συνδρομή και άλλων φιλοπρόοδων Άργείων δημιούργησαν τον Φιλολογικό Σύλλογο «Δαναός» καθώς και το ομώνυμο περιοδικό.

 

Εχειροτονήθη διάκονος  στις 8-10-1905 και την επομένη πρεσβύτερος από τον Μητροπολίτη Αθηνών Θεόκλητο ( Μηνόπουλο) ο οποίος υπήρξε αγαπητός του φίλος.

 

Λόγιος και πολυγραφώτατος – πέραν τον πολλών άλλων εργασιών του- συνέγραψε το πρώτο υπεύθυνο και επιστημονικά τεκμηριωμένο βιβλίο αναφερόμενο στον βίο του Αγίου Πέτρου, προστάτη και πολιούχου τής πόλης τού Άργους.

 

 Από το 1905 μέχρι το 1922 υπήρξε πρωθιερεὺς του Μητροπολιτικού Ναού Αθηνών, διευθυντής τών Γραφείων της Μητρόπολης και Επισκοπικός Επίτροπος.

 

Ο Πρωτοπρεσβύτερος Χρήστος Οικονόμος, γαλήνιος και ήρεμος οδηγήθηκε προς τον Δημιουργό του το 1922, κλείνοντας ένα κεφάλαιο στην ιστορία του Άργους άλλα και στην εκκλησιαστική ιστορία της Μητροπόλεως Αθηνών και ανοίγοντας ένα άλλο σπουδαιότερο στο βιβλίο του Ουρανού.

 

 

Πηγή

 

  • Αρχεία Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός».

 

 

 

 

 

Read Full Post »

Μητροπολίτης Αργολίδος Χρυσόστομος Β΄ (Δεληγιαννόπουλος)


 

Ο Χρυσόστομος Β’. Αύγουστος 1940, ως Ιεροκήρυξ Τριφυλίας και Ολυμπίας.

Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος Β΄ είδε το φως της ζωής στην πόλη της Ζακύνθου, στις 6 Απριλίου του 1916, ημέρα Τετάρτη. Οι καλοί και ενάρετοι γονείς του Ιωάννης Δεληγιαννόπουλος και Αδαμαντία, το γένος Παναγιώτη Ιερέως Πυριόχου, απέκτησαν οκτώ παιδιά, αλλά επέζησαν τα πέντε. Ο Διονύσιος, ο Σπυρίδων, ο Νικόλαος, ο Ανδρέας και η Αικατερίνη. Ο Νικόλαος έμελλε να ανέλθει την ιερατική κλίμακα και να ποιμάνει τον φιλόχριστο λαό της Αργολίδας.

Από παιδικής ηλικίας υπηρέτησε πλησίον πολλών Ιερομονάχων της Ι. Μονής Αγίου Διονυσίου και εφημερίων της πόλης.  Το πτυχίο της Θεολογίας απέκτησε το 1939. Κατά την διάρκεια των σπουδών του εκάρη μοναχός και διάκονος την 1/1/ 1938 οπό τον αείμνηστο Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο (Δημητρίου), λαμβάνοντας και το εκκλησιαστικό όνομα Χρυσόστομος. Το έτος 1939 διορίστηκε Ιεροκήρυκας της Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου και το 1940 τακτικός Ιεροκήρυκας της Ιεράς Μητροπόλεως Τριφυλίας και Ολυμπίας.

Σε ηλικία μόλις 24 ετών, συνοδευόμενος οπό τον ιερέα παππού του Παναγιώτη Πυριόχο και τον θείο του ιερέα επίσης Αντώνιο Πυριόχο, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και κατά την κήρυξη του ελληνοΐταλικού πολέμου κατετάγη ως Στρατιωτικός Ιερέας με τον βαθμό του Υπολοχαγού καθ΄ όλη την διάρκεια του πολέμου.

Το 1941 τοποθετήθηκε ως Ιεροκήρυκας στην Ιερά Μητρόπολη Αργολίδος. Στην κατοχή ίδρυσε ορφανοτροφείο και οργάνωσε καθημερινά συσσίτια για τα πεινασμένα παιδιά του Άργους στο προαύλιο του Ιερού Ναού του Τιμίου Προδρόμου.

Κατοχή. Προαύλιο Ιερού Ναού Ιωάνου του Προδρόμου στο Άργος.

Εκεί, κατά τον μεγάλο βομβαρδισμό της πόλης, στις 14-10-1943, προστάτεψε πάνω από 100 παιδιά, βάζοντάς τα μέσα στην Εκκλησία, για να μη δίνουν στόχο στα αεροπλάνα και μιλώντας τους προσπάθησε να αμβλύνει τον τρόμο και να απαλύνει την αγωνία τους. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1960 που διορίστηκε  Γραμματέας της Ιεράς Συνόδου.

Στις 19 Νοεμβρίου 1965 εξελέγη Μητροπολίτης Αργολίδος. Έκτοτε αφοσιώθηκε στο ποιμαντορικό του έργο, αναπτύσσοντας αξιόλογη κοινωνική και φιλανθρωπική δραστηριότητα. Ίδρυσε οικοτροφείο και ορφανοτροφείο θηλέων στο Άργος και αρρένων στο Ναύπλιο, έκτισε τα αντίστοιχα κτίρια, έκτισε το μοναστηριακό συγκρότημα Αναβάλου μετά το Κιβέρι, τον Άγιο Βασίλειο Άργους και έδειξε μεγάλη επιμέλεια για τις μονές και πολλές ακόμα εκκλησίες της Μητρόπολης. Οργάνωσε τα κατηχητικά σχολεία, ενίσχυε οικονομικά τους άπορους και πάσχοντες και τις πολύτεκνες οικογένειες, ίδρυσε τη Χριστιανική Εστία και οργάνωσε τις κατασκηνώσεις στον Ανάβαλο.

 

Μητροπολίτης Αργολίδος Χρυσόστομος Β΄.

 

Μελετητής και ερευνητής, με φωτισμένη την διάνοια και την σκέψη, φιλάνθρωπος και ελεήμων, χάραξε ανεξίτηλα τα ίχνη του στην ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος. Έγραψε την Ιστορία της Μητροπόλεως Αργολίδος, την Ιστορία των Μονών, τούς βίους των Αργείων Αγίων, μελέτη περί του μοναχικού βίου, περί του παρθενικού βίου κ.α. Έφυγε από τα εγκόσμια  στις 4.7.1985 στον «Ερυθρό Σταυρό» από οξύ έμφραγμα και ενταφιάστηκε, σύμφωνα με την επιθυμία του, στον Άγιο Θεοδόσιο, όπου τοποθετήθηκε και η προτομή του. Επίσης, άλλη μια προτομή του εκλιπόντος υπάρχει πριν από τη δυτική πύλη του Αγίου Πέτρου δεξιά.

Πηγή


  • Διονύσιος Χ. Στραβόλεμος, Ο Αργολίδος Χρυσόστομος ο Β’  Δεληγιαννόπουλος / Βίος και προσφορές του, Έκδοσις Χριστιανικής Αδελφότητος Άργους «Η ΑΓΙΑ ΜΑΚΡΙΝΑ», Θεσσαλονίκη, 1985.

 

Read Full Post »

Γιώργος Καραμάνος (1926-2004)


 

Γιώργος Καραμάνος

Ο Γιώργος Καραμάνος γεννήθηκε το 1926 στο Μάνεσι Αργολίδας – τότε ένα άνυδρο και φτωχό χωριό στην περιφέρεια του Ναυπλίου. Από παιδί έδειξε ενδιαφέρον για το γράψιμο και τη ζωγραφική, ενώ από τον πατέρα του – πρωτοπόρο φωτογράφο από το 1907, από τους πρώτους που έφεραν στην Ελλάδα επαγγελματικό φωτογραφικό, πιθανά και κινηματογραφικό εξοπλισμό – πήρε τις γνώσεις για την τέχνη της φωτογραφίας, αλλά και την αγάπη του γι’ αυτήν. Αρχικά ακολουθώντας τον σαν βοηθός του και στη συνέχεια συνεχίζοντας μόνος του (για ένα διάστημα και επαγγελματικά) να καταγράφει την καθημερινή ζωή, τις ασχολίες και τις εορταστικές στιγμές των συγγενών και των συχωριανών του – κάτι που δε σταμάτησε να κάνει ως τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Στο μεταξύ έχει αρχίσει ν’ ασχολείται με τη συγγραφή, ευθυμογραφημάτων κυρίως και ιστοριών της υπαίθρου, ενώ παράλληλα κάνει τα πρώτα του βήματα στη δημοσιογραφία, σε εφημερίδα του Ναυπλίου.

Στη δεκαετία του ’60 έρχεται στην Αθήνα και εργάζεται σε ακτινολογικό τμήμα του ΙΚΑ (μ’ ένα μυστήριο τρόπο πάντα κοντά στη φωτογραφία…), χωρίς όμως ποτέ να χάσει την επαφή του με τη συγγραφή αλλά και τη δημοσιογραφία, ακόμα και με τον κόσμο της σατιρικής σκιτσογραφίας. Για χρόνια έκτοτε, συνεργάζεται περιστασιακά με εφημερίδες και περιοδικά της Αθήνας αλλά και της επαρχίας (ΤΑ ΝΕΑ, ΑΥΓΗ, ΑΡΓΟΛΙΔΑ, το περιοδικό ΑΝΤΙ, κ.ά.), ενώ για ένα διάστημα εκδίδει τη δική του εφημερίδα, τη σατιρική «Μπαμ».

Το 1977 διασκευάζει για την τηλεόραση την επιτυχημένη σειρά διηγημάτων του, «Ο φωτογράφος του χωριού», δημιουργώντας ένα τηλεοπτικό είδος επαρχιακής ηθογραφίας που άφησε εποχή. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, συνταξιούχος πλέον, ο Γιώργος Καραμάνος επιστρέφει στο Μάνεσι όπου συνεχίζει να γράφει και να συνεργάζεται με τοπικές εφημερίδες και περιοδικά. Ακόμα, για ένα διάστημα, διευθύνει τη Βιβλιοθήκη του Ναυπλίου.

Ποτέ δε σταματά να κάνει σχέδια για το μέλλον και να μάχεται ότι τον ενοχλεί. Το 2003 κυκλοφορεί μια νέα σειρά διηγημάτων και προετοιμάζει την κυκλοφορία φωτογραφικού λευκώματος με υλικό από το αρχείο του πατέρα του και δικό του.
Τον Σεπτέμβριο του 2004 πεθαίνει στην Αθήνα, σε ηλικία 78 ετών.

 

Ένα αίνιγμα μιας κερατένιας εποχής –  Από τον σκιτσογράφο Κώστα Μητρόπουλο

 

Ο Γιώργος Καραμάνος, όπως όλοι οι πραγματικοί ευθυμογράφοι, στάθηκε αδύνατον να συνεννοηθεί με αυτό που λέμε πραγματική ζωή. Συγκρουσιακός, όπως όλοι οι πραγματικοί ευθυμογράφοι, δεν καταλάβαινε παρά μόνο την αστεία πλευρά της. Οποιαδήποτε άλλη ήταν αιτία για ρήξη! Αποτέλεσμα; Ενώ διέθετε μια αληθινή στόφα σατιρικού κι ένα αυθεντικό ταλέντο, δεν μπόρεσε να σπάσει τα τείχη ούτε του μεγάλου Τύπου, ούτε των μεγάλων κέντρων, ούτε της μεγάλης Τηλεόρασης.

Κινήθηκε πικραμένος και καυστικός στον περίγυρο, σαρκάζοντας και οικτίροντας. Είχε γνώση του τι ακριβώς συνέβαινε. Από το μικρό χωριό του Ναυπλίου ή τις στενές στήλες περιοδικών και εφημερίδων μικρής εμβέλειας, πυροβολούσε εύστοχα! Πότε μ’ ένα κλασικό σήριαλ όπως τον αξέχαστο και μοναδικά ποιοτικό «Φωτογράφο του χωριού», πότε με μια έγκυρη και μοναδική ανθολογία του χιούμορ, πότε μ’ ένα δόκιμο και αυθεντικό λογοτεχνικό τομίδιο. Πανταχού παρών και απών συγχρόνως. Ένα αίνιγμα μιας κερατένιας εποχής που δεν αξιώνει παρά μόνο ευέλικτους – μπορεί και ταλαντούχους που είναι και ευέλικτοι – ή τυχερούς.

Ο Γιώργος ο Καραμάνος δεν ήταν τίποτα από αυτά. Ήταν μόνο ένας πραγματικός ευθυμογράφος. Από τους πολύ καλούς του καιρού μας. Που το Μέλλον του ανήκει, μια και το Παρόν τον αγνόησε, όπως κι εκείνος αυτό. Ο τελευταίος ηθογράφος της ελληνικής υπαίθρου.

 

Από τον θεατρικό κριτικό Κώστα Γεωργουσόπουλο

 

Ο Γιώργος Καραμάνος υπήρξε ένας θαυμάσιος ευθυμογράφος που συνέχισε με κύρος και ανάλογη επιτυχία το είδος που καθιέρωσε ο Σταμ-Σταμ. Δηλαδή το χιούμορ του χωριού, τη λαϊκή θυμοσοφία, τη λοξή ματιά με την οποία οι απλοϊκοί άνθρωποι σχολιάζουν τα κουσούρια των άλλων.

Ο Καραμάνος είχε μια περιγραφική δεινότητα, ακρίβεια στους διαλόγους, αδρή καταγραφή των ηθών και σαφήνεια στην περιγραφή των τύπων και των χαρακτήρων.

Δημοσίευσε από νεαρή ηλικία ευθυμογραφήματα σε στρατιωτικά περιοδικά και εφημερίδες, χρονογραφήματα, φαιδρές ιστορίες, ακόμα και ρεπορτάζ από τον αγροτικό από τον αγροτικό και μικροαστικό επαρχιακό βίο στον ναυτιλιακό τύπο και τις αθηναϊκές εφημερίδες.

Κυκλοφόρησε πολλά βιβλία ανάμεσα στα οποία αναφέρω: «Γέλιο σε τρεις διαστάσεις» (1954), «Εύθυμες ιστορίες του χωριού» (1955), «Χωριό μου, χωριουδάκι μου» (1958), «Χουνέρι στο τραίνο» (1961), «Χωρατά στις γιδόστρατες» (1963), «Ο φωτογράφος του χωριού» (1970) -αυτό το τελευταίο έγινε δημοφιλές σήριαλ. Δύο χρόνια πριν από τον θάνατο του έγραψε και τύπωσε μια συγκινητική αυτοβιογραφία. Σημειώνω επίσης την τίμια ανθολογία του: «Ένας αιώνας ελληνικού χιούμορ». Με το θάνατο του Καραμάνου εξέλιπε ο τελευταίος ηθογράφος της ελληνικής υπαίθρου.

 

Ο Γιώργος Καραμάνος στην ελληνική τηλεόραση

 

Το 1977 η ΕΡΤ προβάλλει την τηλεοπτική σειρά «Ο φωτογράφος του χωριού». Μια παραγωγή του Γιάννη Παναγιωτόπουλου, σε σκηνοθεσία Αντώνη Βογιάζου, διεύθυνση φωτογραφίας και μοντάζ Σάκη Μανιάτη. Τους βασικούς ρόλους ερμήνευαν ο Νάσος Κεδράκας και η Χριστίνα Κουτσουδάκη, πλαισιωμένοι από τους Τάσο Λέρτα, Γιάννη Τότσικα, Λάζο Τερζά, Κίτυ Αρσένη, Ζωή Ρίζου, Νίκο Καλογερόπουλο, Χρήστο Καλαβρούζο και άλλους.

Θέμα: Η ζωή σ’ ένα ερημωμένο από τη μετανάστευση ελληνικό χωριό, όπου όλες οι ελπίδες και οι προσδοκίες των λιγοστών κατοίκων του, είναι στραμμένες στα εμβάσματα και τα νέα των ξενιτεμένων.

Για την ιστορία: μια ιδιότυπη παραγωγή 16 ημίωρων επεισοδίων, μια και βασίστηκε σε 16 σεναριακά σχεδιάσματα του Γιώργου Καραμάνου, πάνω στα οποία αυτοσχεδίασαν οι ηθοποιοί. Τα γυρίσματα έγιναν στο χωριό Βάργιανη Παρνασσού, με δύο μέρες για τις λήψεις (σε φιλμ) και άλλες δύο μέρες για μοντάζ και κάθε άλλη επεξεργασία, δηλαδή τέσσερις μέρες συνολικά ανά επεισόδιο. Και όλα αυτά υπό την βασανιστική εποπτεία του απαιτητικού Καραμάνου. Το αποτέλεσμα, μια τηλεοπτική σειρά που άφησε εποχή ώστε να παίζεται μέχρι σήμερα κατά καιρούς από την κρατική ελληνική τηλεόραση.

Το 1988 η ΕΤ1 προβάλλει την τηλεταινία διάρκειας 55’ με τίτλο «Ντούα βε, ντούα κούλετς» (Θέλω αυγά, θέλω κουλούρια – στα αρβανίτικα), σε σενάριο Γιώργου Καραμάνου και σκηνοθεσία – παραγωγή Σάκη Μανιάτη.

Θέμα: ηθογραφία – κριτική των ανθρώπων της υπαίθρου στην πρωτεύουσα και τους κατοίκους της, με αφορμή μια αθώα φάρσα των πρώτων στους δεύτερους. Εμπνευσμένη από τη συνύπαρξη με το αρβανίτικο στοιχείο που ακόμα υπάρχει έντονο στα χωριά της Αργολίδας.

 

Εργογραφία

Βιβλία

Γέλιο σε τρεις διαστάσεις, 1954
Εύθυμες ιστορίες του χωριού, 1955
Χωριό μου, χωριουδάκι μου, 1958
Χουνέρι στο τραίνο, 1961
Χωρατά στις γιδόστρατες, 1963
Ένας αιώνας ελληνικού χιούμορ – 2τομη ανθολογία, 1967
Ο φωτογράφος του χωριού, 1970 (επανέκδοση το 1984, Εκδόσεις Φιλιππότη)
Ο τελευταίος των γαϊδάρων, 1971
Εν μέσω αυτών – αυτοβιογραφικό, 1972
Γιορτάσιμα, 1977
Λαχανίδες και λαχανάκια Βρυξελλών, 1987
Γυρεύοντας το πρόσωπο – διηγήματα, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2003

Σενάρια«Ο φωτογράφος του χωριού», τηλεοπτική σειρά 16 ημίωρων επεισοδίων, σε σκηνοθεσία Αντώνη Βογιάζου και παραγωγή Γιάννη Παναγιωτόπουλου, ΕΡΤ, 1977, »Ντούα βε, ντούα κούλετς», τηλεταινία σε σκηνοθεσία και παραγωγή Σάκη Μανιάτη, ΕΤ 1, 1988.

 

Πηγή


  • Ένωση Σεναριογράφων Ελλάδας

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »