Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού’

Παναγιωτόπουλος Σπύρος (1894- 1987)

 

    

Ο ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, τεχνοκρίτης και πεζογράφος Σπύρος Παναγιωτόπουλος, γεννήθηκε στο Άργος, όπου και έμεινε ως το 1918. Ασχολήθηκε με το εμπόριο. Το 1919 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Διατέλεσε πολλά χρόνια Σύμβουλος της Λυρικής Σκηνής, Πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών και Αντιπρόεδρος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, καθώς και της «Ένωσης Κριτικών Τέχνης».

Ασχολήθηκε με την ποίηση, την πεζογραφία και την κριτική εικαστικών τεχνών. Στην Αθήνα συνεργάστηκε με τα φιλολογικά περιοδικά: «Νουμάς», «Μούσα», «Ελληνικά γράμματα», «Παναθήναια», «Παρνασσός» και «Νέα Εστία». Το 1923 δημοσίευσε την ποιητική συλλογή «Μαϊστράλια» και το 1944 το «Νυχτερινό διαβάτη».

Περάσματα

Ένα κοπάδι κάτασπρα, χιονάτα περιστέρια

τον ήσκιο του εκαθρέφτισε στης στέρνας τα νερά,

κ’ εκείνα αναταράχτηκαν κ’ υψώθηκαν σα χέρια

τα νούφαρα ν’ αδράξουνε τη βιαστική χαρά.

Αλλά του κάκου! Έπέρασαν αυτά γοργά και πάνε

κ’ η θλίψη ξαναγκάλιασε νερά και χλόη κι’ ανθούς.

Ω συ, που όμοια στο διάβα της γεννήθης, πόθε πλάνε,

πνίξου στης Λήθης τώρα πια τους σκοτεινούς βυθούς.

 (απ’ τη συλλογή «Μαϊστράλια» 1923)

Επίσης δημοσίευσε τα πεζογραφήματα:

«Η επιστροφή του ασώτου» (1945), «Η μάχη των Μύλων» (1960), «Ελληνικοί ρυθμοί», «Δημήτριος  Βαρδουνιώτης / Ο ιστορικός» (1961), «Ο στρατηγός Τσώκρης» (1962), «Στην Τροιζήνα μονιασμένοι» (1963), « Άνθρωποι, καιροί και τόποι» (1964), « Ναυτικά Διηγήματα» (1988).

Ακόμη, έγραψε την μονόπρακτη τραγωδία «Ίκαρος» και την κομεντί «Μοντέλο» ενώ το 1929 στο «Θέατρο των Νέων» παίχτηκαν  δύο  μονόπρακτα  θεατρικά  του  έργα,  το « Ένστικτο», δράμα, και η «Κρινιώ», δραματική ηθογραφία. Μετάφρασε έμμετρα ολόκληρο  το έργο του αρχαίου ειδυλλιακού ποιητή Θεόκριτου. Λογοτεχνική δημιουργία του Σπ. Παναγιωτόπουλου είναι σκορπισμένη σε πλήθος περιοδικά κι εφημερίδες.

 

Βιβλιογραφία

Κριτικές για τo έργο του Σπ. Παναγιωτόπουλου έχουν γράφει : Γρ. Ξενόπουλος «Αθηναϊκά Νέα» 6-4-41, 30-8-44, Βλ. Γαβριηλίδης «Ακρόπο­λις», Ψυχάρης «Νουμάς», Σπ. Μελάς «Καθημερινή» και «Εμπρός», Σωτ. Σκίπης «Όρθρος» και «Βραδυνή», Ηλ. Βουτιερίδης «Εμπρός», Στέφ. Δά­φνης «Νέα Ήμερα», Τέλος Άγρας «Μεγάλη Ελλην. Εγκυκλοπαίδεια», Π. Πα­λαιολόγος «Αθηναϊκά Νέα», Μιχ. Ρόδας «Ελεύθερον Βήμα», Ρ. Γκόλφης «Γράμματα», Τ. Μωραϊτίνης «Έθνος», Α. θρύλος «Ν. Εστία» και «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση», Αχ. Κύρου «Εστία», Αδ. Παπαδήμας «Νέα Ελληνική Γραμματολογία», Κ. Μεραναίος «Πειραϊκά Χρονικά», Κ. Μπαστιάς «Εβδομάς», Π. Χάρης «Ν. Εστία», Α. Αναπλιώτης «Πρωϊνός Τύπος», Γρ. Κασιμάτης «Παρόν», Γ. Φουσάρας «Νέον Πνεύμα», Κ. Αθάνατος «Ελεύθερος Άνθρωπος», Γερ. Αμπάτης «Πρωΐα», Δ. Π. Οικον. Εγκυκλ. Λεξικόν «Η­λίου», Γιάν. Χατζίνης «Ν. Εστία» κ.ά.

 

Πηγές

  • Λουκά Σταθακόπουλου – Γιάννη Γκίκα, «Ανθολογία ποιητών Αργολίδος & Κορινθίας 1798 – 1957», Αθήνα 1958.
  • Εγκυκλοπαίδεια «Επιστήμη και ζωή».

Read Full Post »

Άγγελος Τερζάκης  ( 1907 – 1979 )

 

Σύντομο βιογραφικό

Πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο από γονείς Κυνουριάτες το 1907. Ο πατέρας του, που ήταν δήμαρχος και βουλευτής, ήταν από τον Άγιο Πέτρο και η μητέρα του από τα Δολιανά Κυνουρίας.  Το 1915 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Το 1929 πήρε το πτυχίο του στα Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εξάσκησε το δικηγορικό επάγγελμα μόνο για δύο χρόνια. Το 1936 παντρεύτηκε την Λουίζα Βογάσαρη και το 1940 πολέμησε στο Αλβανικό Μέτωπο. Το 1947 συνεργάσθηκε με την εφημερίδα «Το Βήμα», ως κριτικός φιλολογικών και θεατρικών θεμάτων και το 1959 ταξίδευσε στην Ρουμανία και στην Ρωσία.

Στο χώρο των γραμμάτων εμφανίστηκε νωρίς. Έγραψε πολλές συλλογές διηγημάτων, όπως » Ο Ξεχασμένος»(1925), «Του Έρωτα και του Θανάτου»(1943), αλλά και μυθιστορήματα, «Δεσμώτες»(1932), «Η Πριγκίπισα Ιζαμπώ»(1945), «Μυστική Ζωή» (1957). Παρουσίασε εξ`άλλου και θεατρικά έργα, «Αυτοκράτωρ Μιχαήλ» (1936), «Γαμήλιο εμβατήριο» (1937), «Ο Σταυρός και το Σπαθί» (1939), «Εξουσιαστής» (1942), «Είλωτες» (1942), «Ο Ζηλιάρης» (1943), «Το μεγάλο παιχνίδι» (1944), «Αγνή»(1949), «Ο Θρύλος του Μυστρά» (1950), «Θεοφανώ» (1956) – Βυζαντινή τραγωδία, που θεωρείται το καλύτερο θεατρικό του έργο – «Νύχτα στη Μεσόγειο» (1956), «Τα Λύτρα της Ευτυχίας» (1956), «Θωμάς ο Δίψυχος» (1962), «Ο Πρόγονος» (1970), «Η Θυσία του Ισαάκ (1977).

«Eξήντα χρόνια Eθνικό Θατρο, 1932-1992», εκδ. Kδρος).

Άγγελος Tερζάκης, (φωτ.: «Eξήντα χρόνια Eθνικό Θέατρο, 1932-1992», εκδ. Kέδρος).

 

Το 1939 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Θεάτρου. Ο Άγγελος Τερζάκης έχει επίσης εκδώσει δοκίμια και μελετήματα, όπως ο «Προσανατολισμός του αιώνα» (1963).Έχει επίσης ένα πλούσιο μεταφραστικό έργο.

Η πνευματική του δραστηριότητα εκτείνεται και στον τομέα της έκδοσης περιοδικών. Το 1929 εκδίδει τα περιοδικά, «Πνοή» και «Λόγος», ενώ αργότερα, το 1963 θα διατελέσει διευθυντής του περιοδικού «Εποχές». Το 1964 παίρνει το βραβείο Δοκιμίου των «Δώδεκα». Διετέλεσε, τέλος, κατά περιόδους από το 1937: Γεν. Γραμματέας του Εθνικού Θεάτρου Ελλάδας, καλλιτεχνικός διευθυντής, Γεν. διευθυντής, κυβερνητικός επίτροπος και διευθυντής δραματολογίου και διευθυντής της Δραματικής του Σχολής, θεατρικός κριτικός σε εφημερίδες και φιλολογικός συνεργάτης από το 1947.

Το 1958 ο Άγγελος Τερζάκης τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος και το 1969 με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών της Ακαδημίας Αθηνών. Το 1966 διορίστηκε Μορφωτικός Σύμβουλος του Υπουργείου Εξωτερικών. Το 1974 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Πέθανε στην Αθήνα στις 3 Αυγούστου του 1979.

 

 

Πηγή

 

  • Το ΒΗΜΑ, 24/10/1999 , Σελ.: B04 – Πολυξένη Μπίστα*  

 

 

*Πολυξένη Κ. Μπίστα είναι διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας, συγγραφέας του βιβλίου «Γυναικεία προσωπογραφία στο πεζογραφικό έργο του Αγγελου Τερζάκη» (εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 1998).

 

Read Full Post »

Κοφινιώτης Ιωάννης (1851- 1926;)


 

Ιωάννης Κοφινιώτης. Αρχείο: Βασίλη Δωροβίνη.

Ιωάννης Κοφινιώτης. Αρχείο: Βασίλη Δωροβίνη.

Ο Ιωάννης Κοφινιώτης γεννήθηκε στο Κοφίνι (Νέα Τίρυνθα) Ναυπλίας, το 1851 [1]. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Υπηρέτησε στην Δημόσια εκπαίδευση ως Γυμνασιάρχης στην Τρίπολη, στον Πύργο, στο Ναύπλιο και στην Αθήνα και ως Σχολάρχης για έξι μήνες στην Κεφαλονιά. Ο αδελφός του Ευάγγελος, υπήρξε καθηγητής και συγγραφέας. Σπούδασε φιλολογία και θεολογία και το 1866 έλαβε τον τίτλο του διδάκτορος Φιλοσοφίας από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο τρίτος αδελφός του Στυλιανός ήταν γιατρός και πατέρας του γνωστού στιχουργού Κώστα Κοφινιώτη.

Τον Φεβρουάριο του 1883 παντρεύτηκε την Αργεία Δήμητρα Σημαντήρα, κόρη του Αργείου Ιωάννη Σημαντήρα και αδελφή του Κωνσταντίνου Σημαντήρα, ανώτατου δικαστικού που διετέλεσε και πρόεδρος του Αρείου Πάγου.

Ως Τμηματάρχης του Υπουργείου Εκκλησιαστικών εργάστηκε για τα προβλήματα τής παιδείας και έδειξε εξαιρετικές διοικητικές ικανότητες. Επί Κυβερνήσεως Θεόδωρου Δηλιγιάννη τοποθετήθηκε Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας [2]. Ανακηρύχτηκε διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής και ασχολήθηκε με την συγγραφή σχολικών βιβλίων, εκ των οποίων περίπου είκοσι, είχαν εγκριθεί και διδάσκονταν στην στοιχειώδη και μέση εκπαίδευση.

Παρ’ όλα αυτά, δεν απόφυγε κάποιες υπηρεσιακές περιπέτειες. Στην εφημερίδα «Αγαμέμνων» και στο φύλλο 36, σελ. 3 της 15ης Αυγούστου του 1892 διαβάζουμε:

«Απελύθη της θέσεως του ο καθηγητής ενός των εν Αθήναις Γυμνασίων και συγγραφεύς της ιστορίας του Άργους κ. Ιωάννης Κοφινιώτης. Αν δεν εγνωρίζομεν προσωπικώς τον κ. Κοφινιώτην ηθέλομεν πιστεύσει ότι  η παρούσα Κυβέρνησις προβαίνουσα εις εν τοιούτον μέτρον, είχε λόγον τινά ουσιώδη, αλλά δυστυχώς δια την Κυβέρνησιν ταύτην, είνε εις πάντας γνωστόν ότι ο κ. Κοφινιώτης διακρίνεται μεταξύ των πρώτων Ελληνομαθών καθηγητών, ευδοκιμίσας τα μέγιστα άλλοτε και ως γυμνασιάρχης Πύργου. Το αίτιον της απολύσεως του δεν ζητούμεν να μάθωμεν διότι εκ των προτέρων είμεθα πεπεισμένοι ότι ουδεμία αφορμή υπήρξεν προς απόλυσιν αυτού.

Α! όχι λησμονήσαμεν αιτία ου μόνον προς παύσιν αυτού αλλά και προς καταδίκην εις τον δι’ αγχόνης θάνατον υπήρξεν, θέλετε να την μάθητε; Σας την λέγομεν: αφιέρωσε την παρ’ αυτού γραφομένην ιστορίαν του Άργους εις τον κ. Θ. Π. Δηλιγιάννην πρώην πρωθυπουργόν!!! Και αν αφιέρου ταύτην εις τον κ. Τρικούπην; βεβαίως δεν θα επαύετο τώρα. Αυτό θα είπη αναμορφωτής πρωθυπουργός!!! ». 

Ο Ιωάννης Κοφινιώτης αρθρογράφησε δημοσιεύοντας πολλά πολιτικά άρθρα ενώ υπήρξε οπαδός των « Ηνωμένων κομμάτων» που είχαν συγκροτήσει οι Κ. Μαυρομιχάλης, Δ. Ράλλης, Γ. Θεοτόκης και Α. Ζαΐμης που ήταν αντίπαλοι του Βενιζέλου. Μάλιστα, με αυτό τον συνδυασμό, εξελέγη Βουλευτής Αργολιδοκορινθίας στην Αναθεωρητική Βουλή το 1910. Στις επαναληπτικές όμως εκλογές της Β΄ Αναθεωρητικής ( 28 -11 –1910 ) δεν έθεσε υποψηφιότητα. Υπήρξε πρόεδρος του Αργειακού Συλλόγου « Ατρεὺς» στην Αθήνα.

Παρά την ένταξή του στον αντιτρικουπικό και τον αντιβενιζελικό χώρο και τις θέσεις του υπέρ της καθαρεύουσας, ο Κοφινιώτης πήρε θέσεις σε διάφορα σημαντικά θέματα της εποχής του, που σήμερα θα μπορούσαν να τον κατατάξουν στον χώρο των πρωτοπόρων προοδευτικών.

Συνέγραψε την δίτομη « Ιστορία του Άργους από Αρχαιοτάτων Χρόνων μέχρις ημών». Δυστυχώς μόνο ο πρώτος τόμος εκδόθηκε το 1892 στην Αθήνα, – αρχαία εποχή, μέχρι την ρωμαϊκή κατοχή – και μάλιστα στο τυπογραφείο του αδελφού του Ευάγγελου « Ο Παλαμήδης».    Όσες έρευνες κι αν επιχειρήθηκαν από συμπολίτες λόγιους ή ιστορικούς δεν στάθηκε δυνατόν να βρεθεί ο δεύτερος τόμος. Το 2008 ο εκδοτικός οίκος «Εκ Προοιμίου» ανατύπωσε το μνημειώδες αυτό έργο σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων.

Με την επιστολή που παραθέτουμε, ο Ιωάννης Κοφινιώτης, Γυμνασιάρχης τότε στο Ναύπλιο, γνωστοποιεί (16 Δεκεμβρίου 1887) στον φίλο του Δημήτριο Βαρδουνιώτη την απόφαση του να συγγράψει την ιστορία του Άργους.

Φίλτατε μοι Δημήτριε,

Αφ΄ ότου συνεδέθην μετὰ της ωραίας πατρίδος σου δι΄εμψύχου δεσμού, διότι πρότερον συνεδεόμην μετ΄αυτής μόνον δια των αψύχων συγγραμμάτων των προγόνων σας, συνέλαβον την ιδέαν να συγγράψω την ιστορίαν του Άργους. Δεν σοι αποκρύπτω ότι επεδόθην εις το έργον, συμβουλευθείς μάλλον το θάρρος μου ή τας δυνάμεις μου. Διενοούμην δε κατ΄ αρχὰς να γράψω κάτι περί Άργους απλώς δια να ευρίσκω ούτως ανακούφισίν τινα από της κατεχούσης με τότε αθυμίας. Αλλά, προχωρών, εμάνθανον το μεγαλείον του Αργείου κράτους και τοσούτον κατεγοητευόμην υπό της ωραιότητος της ύλης, ώστε εγκατέλιπον την πρώτην ιδέαν και απεφάσισα να συγγράψω την ιστορίαν ταύτης της πόλεως από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών, όσον δύναμαι λεπτομερώς και επιμελώς. Δικαίως κατέληξα εις την τολμηράν ταύτην απόφασιν, διότι η πόλις αύτη είνε το λίκνον του πολιτισμού, είνε ούτως ειπείν η κολυμβήθρα εν τη οποία ο πολιτισμός εβάπτισε την ανθρωπότητα… 

Πιο κάτω δημοσιεύουμε άρθρα του Κοφινιώτη, που αφορούν το Άργος και την «Ιστορία» του: 

  1. Άρθρο, υπό τον τίτλο «Ιστορία του Άργους», που δημοσιεύθηκε πρωτοσέλιδα στην εφημερίδα «Άργος», με συντάκτη τον Δ. Βαρδουνιώτη, φύλλο αρ. 47, της 1-1-1888.
  2. Άρθρο υπό τον τίτλο «Αι αρχαιότητες της Λυκώνης», που με τη μορφή επιστολής προς τον Δ. Βαρδουνιώτη δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα του Ναυπλίου «Αργολίς» (συντάκτης και αυτής ο Βαρδουνιώτης), πρωτοσέλιδα, στο φύλλο αρ.427, της 20-5-1888.
  3. «Λόγος επί τη εορτή του Αγίου Πέτρου», που δημοσιεύθηκε στο «Αργολικόν Ημερολόγιον» του 1910, έκδοση του «Εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων», με Πρόεδρο, τότε, τον Ι. Κοφινιώτη και Αντιπρόεδρο τον Δημ. Δεσμίνη.
  4. «Υδατογραφία του Άργους – Ποταμοί, λίμναι, κρήναι, πηγαί», άρθρο που δημοσιεύτηκε στο αθηναϊκό περιοδικό «Πλάτων», τόμος ΙΑ’, τχ. Α’-Γ’, Ιαν.- Μάρτ. 1889.
  5. «Αι δύο ακροπόλεις του Άργους, Λάρισα και Ασπίς», άρθρο που δημοσιεύθηκε στο αθηναϊκό περιοδικό «Απόλλων», τόμος 5, τχ. 53, Φεβρουάριος 1889.
  6. «Όρη, βουνοί, λόφοι περί το Άργος», άρθρο που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Πλάτων», έτος ΙΑ’, Ιουλ. – Δεκ. 1889.

Τα τρία τελευταία άρθρα αποτελούν «προπλάσματα» των τελικών, ομώνυμων κειμένων που δημοσιεύθηκαν στην «Ιστορία του Άργους» το 1892.

Στον τοπικό Τύπο έχουμε εντοπίσει ένα άρθρο του για το γλωσσικό ζήτημα και την εισαγωγή της Δημοτικής γλώσσας στο Δημοτικό Σχολείο («Δαναΐς», φύλλο 15,17-3-1911), όπου αναδεικνύεται υπέρμαχος της καθαρεύουσας. Σημείωμα στην εφημερίδα «Άργος», του Ανάργυρου Τημελή ( φύλλο 222, της 25-7-1914) πληροφορεί ότι, για το ίδιο θέμα, ο Κοφινιώτης, επί ένα και πλέον μήνα, δημοσίευε στην αθηναϊκή εφημερίδα «Σημαία» σειρά οξύτατων άρθρων.

Ένα άρθρο του με ενδιαφέρουσες, και σήμερα, απόψεις για τη φορολογική επιβολή βιβλιόσημου στα διδακτικά βιβλία («Δαναΐδα», φύλλο αρ. 17,19-5-1911), αλλά και την «Αγγελία» του 1891-92.

Στο αργειακό περιοδικό «Τα Ηραία», στα τεύχη του των μηνών Ιουνίου, Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 1938 βρίσκουμε να έχουν δημοσιευθεί σημειώματα με την υπογραφή + Ιωάννης Κοφινιώτης και με θέματα τις Δαναΐδες, τον Κλέοβι και Βίτωνα και την Αργεία Τελέσιλλα, προφανώς παρμένα από τον Α’ τόμο της «Ιστορίας».

Λοιπή εργογραφία του Ιωάννη Κοφινιώτη:

  1. «Βίοι Παράλληλοι, ΦΟΛΟΠΟΙΜΗΝ, μετά σχολίων υπό Ι. Κ. Κοφινιώτου, καθηγητού, έκδοσις δευτέρα, εν Αθήναις, τυπογραφείον Παλαμήδης»,1894.
  2. Ελληνικά Αναγνωσματάρια, για την ΣΤ’ Τάξη (5ετία 1906-1911, έκδ. 1906), για την Β’ Τάξη (έκδ. 1914), για την Ε’ Τάξη (5ετία 1905-1910, εκδ.1915), όλα για τις τάξεις του Δημοτικού Σχολείου.
  3. Βιργιλίου Αινειάς μετά σημειώσεων (τχ. Α’ και τχ. Β’).
  4. Οβιδίου μεταμορφώσεων τχ. Α’.
  5. Πλουτάρχου Ηθικά.
  6. Αιλιανού Ποικίλλη Ιστορία.
  7. Συλλογή Ποιημάτων.
  8. Θρησκευτικαί μελέται Μαυροκορδάτου.
  9. Ελληνικόν Συντακτικόν Γυμνασίων.
  10. Ελληνικόν Συντακτικόν Ελληνικών Σχολείων.
  11. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους προς χρήσιν των μαθητών της Β’ Τάξεως των Ελληνικών Σχολείων (Αθήνα, εκδ. Γεωρ. Φέξη, 1903).
  12. Βιβλιοκρισία για την έκδοση των Απάντων του Ησιόδου από τον Κάρλ Σιττλ (στο περιοδικό «Απόλλων», τόμος 6, αρ. 61, 189).
  13. Συνθετικαί ασκήσεις προς χρήσιν των μαθητών των τριών Τάξεων των Ελληνικών Σχολείων  (εκδ. Γ. Φέξη, 1902  ( σχετική παρουσίαση  στο  έργο  της  Ειρήνης Κορρέ «Προδρομικά βιβλία και σχολικά εγχειρίδια για τη διδασκαλία του μαθήματος της έκθεσης»).

 Υποσημειώσεις

 


[1] Σύμφωνα με τον Δικηγόρο – ιστορικό Βασίλη Δωροβίνη ο οποίος συναντήθηκε με την εγγονή του Κοφινιώτη κ. Μαρία Παπαδογιάννη, του δήλωσε ότι ο Κοφινιώτης γεννήθηκε το 1850 και πέθανε το 1926. Ακόμη, του ανέφερε ότι το όνομα Κοφινιώτης «πλάστηκε» από τον Ευάγγελο, για να τιμήσει τον τόπο γέννησής του. Δεν του προσδιόρισε όμως το αρχικό όνομα τους. Στην Βικιπαίδεια διαβάσαμε βιογραφικό του Ευάγγελου Κοφινιώτη, όπου αναφέρεται ότι το αρχικό όνομα της οικογένειας ήταν Κωνσταντίνου.

[2] Ο δάσκαλος – ιστοριοδίφης Τάσος Τσακόπουλος σε κείμενό του που δημοσίευσε σε τοπική εφημερίδα γράφει: « Επί Κυβερνήσεως Θεοδώρου Δηλιγιάννη (1905- 1907), Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Παιδείας».

 

Πηγές


  • Βασίλης Κ. Δωροβίνης, «Ο Ιωάννης Κ. Κοφινιώτης και η Ιστορία του Άργους / Αργείοι λόγιοι και ιστορική μνήμη», Εκδόσεις Εκ προοιμίου, Άργος, 2009.
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον », Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Αρχείο Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού.
  • Εφημερίς, « Άργος», 1η Ιανουαρίου 1888, Εκδότης: Δημήτριος Κ. βαρδουνιώτης.
  • «Πανδέκτης», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

Read Full Post »

Δάφνης Στέφανος  (1882-1947)

 

Στέφανος Δάφνης. Δημοσιεύεται στο: «Σοκόλη, Ελληνική ποίηση», τ. Β΄, σ. 439

Λογοτεχνικό ψευδώνυμο του ποιητή, πεζογράφου και θεατρικού συγγραφέα Θρασύβουλου Ζωιόπουλου. Γεννήθηκε στο Άργος από Αργείτισσα μητέρα και αναπλιώτη πατέρα. Περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Ναύπλιο και σπούδασε μαθηματικά στο πανεπιστήμιο της Αθήνας. Σε ηλικία 25 ετών (το 1907) εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως καθηγητής μαθηματικών και αργότερα ως τμηματάρχης στην εθνική βιβλιοθήκη. Ήταν παντρεμένος με την αξιόλογη ποιήτρια Αιμιλία Κούρτελη 1(1881-1941). Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το έζησε στην Αθήνα, όπου και πέθανε.

Στέφανος Δάφνης. Δημοσιεύεται στο: «Σκόκος Κωνσταντίνος, Εθνικόν Ημερολόγιον, 1917», σελ. 17

Ο Στ. Δάφνης δημοσίευσε αρκετά διηγήματα σε διάφορα περιοδικά της εποχής του, στα οποία υπάρχουν πολλά ηθογραφικά στοιχεία και κατάλοιπα ρομαντισμού. Πολλά από αυτά είναι αναπλιώτικα ( Ο ονειροκρίτης, Αίμα στον κάμπο, Το αγρίμι, Ο ξένος των Χριστουγέννων, Φρυκτωρία, Ο Αρχάγγελος, Το μυστικό των Λοδεράνων, μια τουρκοβενετσιάνικη ιστορία). Επίσης, έγραψε αρκετά μονόπρακτα (Της φυλακής, όπου ζωντανεύει τη βασανισμένη ζωή των κρατουμένων στο Παλαμήδι, Το πατρικό σπίτι, Ο σπαραγμός, που βραβεύτηκε από την Εταιρεία Θεατρικών Συγγραφέων, Το αγριογούρουνο, Το τραγούδι της καρδιάς, ερωτικό δράμα). Αν και είναι γνωστός ο Σπ. Δάφνης περισσότερο ως πεζογράφος, εν τούτοις η ποίησή του είναι ανώτερη από το πεζογραφικό και θεατρικό του έργο. Σημειώνουμε την πρώτη του ποιητική συλλογή Ο ανθισμένος δρόμος (1911), Το ανοιχτό παράθυρο (1920), που τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο του Φιλαδέλφειου Ποιητικού Αγώνος, κ.ά.

Επίσης, αξίζει να μνημονεύσουμε τα δώδεκα σονέτα με τον γενικό τίτλο Ο κύκλος της χαράς και του πόνου. Στη συλλογή αυτή ανήκει και το σονέτο Άργος, στο οποίο μαρτυρεί την αργείτικη καταγωγή του. Το παραθέτουμε ως δείγμα γραφής του ποιητή Στέφανου Δάφνη.

 

Άργος

Ακόμη στ’ όνομά σου τρέμει, ακόμη
του Σκάμαντρου το θείο στοιχειό, Πατρίδα,
κι ομπρός στο Ορέστη ακόμη τη λεπίδα
της Τραγωδίας ορθή πετιέται η κόμη!

Του ριζικού σου δόξα ως πέρα οι δρόμοι
και το πλοίο σου νικάει την καταιγίδα,
κι ευτυχισμένο, ως πάει, γεμάτο ελπίδα,
το κυβερνούν του Ομήρου οι στίχοι – οι νόμοι.

Χαρά μου, που τα χτύπησε ο δικός σου
αέρας, πρώτη αυγή, τα βλέφαρά μου!
Χαρά μου, στον κύκλο του φωτός σου

με δένει, σαν ευχή και σαν κατάρα,
από το χώμα ανεβατή στα κόκκαλά μου
προγονική η ατρειδική λαχτάρα!

 

Ο Στέφανος Δάφνης, σεμνός και ταπεινός, άνθρωπος χαμηλών τόνων που απέφευγε την προβολή και δημοσιότητα, άφησε πολλά κείμενά του διάσπαρτα σε λογοτεχνικά και άλλα περιοδικά και εξακολουθούν να είναι σκόρπια. Είναι ο αξιολογότερος στην Αργολίδα δημιουργός του πρώτου μισού του 20ού αιώνα και ο Τερζάκης Άγγελος τον θεωρεί δάσκαλό του.

 

 Υποσημειώσεις

1. Αιμιλία Θρασ. Ζωιοπούλου, κόρη του δημοσιογράφου Γιάννη Κούρτελη, που εξέδιδε  τη γαλλόφωνη εφημερίδα SEMAPHORE, ήταν γνωστή με το φιλολογικό ψευδώνυμο Αιμιλία Δάφνη. Γεννήθηκε στη Μασσαλία το 1887. Σπούδασε και δίδαξε για μικρό διάστημα στο Αρσάκειο Αθηνών. Δημοσίευσε τις ποιητικές συλλογές Χρυσάνθεμα (1903), Χρυσά καπέλα (1923) κ.ά., έναν τόμο μονόπρακτων δραμάτων, το κοινωνικό μυθιστόρημα Το ταλέντο της Σμαρώς (1924), διηγήματα και μελέτες. Πέθανε στην Αθήνα το 1941.

Πηγές

  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «ΑΡΓΟΣ το πολυδίψιον». Εκδόσεις εκ Προοιμίου. Άργος 2007.
  • Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα, Χάρης Πάτσης, 1968, τομ. 6.
  • Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Αθήνα, Πυρσός, 1929, τομ. Η΄.

      

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου

 

 

Το Θέατρο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου οικοδομήθηκε στη δυτική πλευρά του Κυνορτίου όρους, στα τέλη της Κλασικής εποχής, γύρω στο 340-330 π.Χ., στο πλαίσιο της γενικής ανοικοδόμησης του ιερού και χρησιμοποιιήθηκε τουλάχιστον έως τον 3ο αι. μ.Χ. Το μοναδικό αυτό μνημείο, το τελειότερο και διασημότερο αρχαίο ελληνικό Θέατρο, το οποίο συνδυάζει την κομψότητα με την τέλεια ακουστική, είναι κατά τον Παυσανία, έργο του Πολύκλειτου (του Νεώτερου), του δημιουργού της Θόλου στο ίδιο ιερό.


Το μνημείο κτίστηκε για να τελούνται σ΄ αυτό οι μουσικοί, ωδικοί και δραματικοί αγώνες των Ασκληπιείων. Επίσης δίνονταν σ’ αυτό παραστάσεις δραμάτων, που συμπεριλαμβάνονταν στην λατρεία του Ασκληπιού. Στα μέσα του 2ου αι. π.Χ., το κοίλο του επεκτάθηκε και η χωρητικότητα του από περίπου 8.000 αυξήθηκε σε 13.000-14.000 θεατές. Την ίδια εποχή διαμορφώθηκε το σκηνικό οικοδόμημα έτσι ώστε οι ηθοποιοί να παίζουν αποκλειστικά στο λογείο, δηλ. στην εξέδρα πάνω από το προσκήνιο, και όχι πλέον μπροστά σ’ αυτό. Κατά την Ρωμαιοκρατεία διατήρησε τα χαρακτηριστικά του ελληνικού Θεάτρου, ακόμη και μετά την επισκευή του από τις καταστροφές που υπέστη κατά την εισβολή των Ερούλων το 267 π.Χ., κυρίως στο σκηνικό οικοδόμημα.

 

Φωτογραφία από τα �ργα αναστήλωσης της δυτικής πύλης του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου. Αρχείο της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας.

Φωτογραφία από τα έργα αναστήλωσης της δυτικής πύλης του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου. Αρχείο της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας.

 

Το κοίλο του Θεάτρου έχει κατασκευαστεί στην πλαγιά του λόφου με ασβεστολιθικό υλικό ενώ τα αναλήμματά του αποτελούνται από πωρόλιθο. Ένα πλακόστρωτο διάζωμα, πλάτους 1,90 μ., χωρίζει το τμήμα του κοίλου που κτίστηκε πρώτο, από ένα νεότερο τμήμα, το επιθέατρο. Δεκατρείς ακτινωτές κλίμακες οδηγούν στις 34 σειρές εδωλίων δώδεκα ίσων κερκίδων του αρχικού τμήματος, ενώ το επιθέατρο αποτελείται από 22 κερκίδες και 23 κλίμακες που οδηγούν σε 21 σειρές εδωλίων. Η πρώτη και η τελευταία σειρά του αρχικού τμήματος καθώς και η πρώτη σειρά του νέου έχουν καθίσματα με ερεισίνωτα. Το κοίλο περιβαλλόταν από ένα διάδρομο και έναν πώρινο προστατευτικό τοίχο. Στις παρόδους κτίστηκαν μνημειακές δίθυρες πύλες, από τις οποίες κεκλιμένα επίπεδα (αναβάθρες) οδηγούσαν στο προσκήνιο. Ένας πλακόστρωτος διάδρομος χωρίζει το κοίλο από την κυκλική ορχήστρα που έχει διάμετρο 20 μ., στο κέντρο της οποίας σώζεται η βάση για τον βωμό του Διονύσου (θυμέλη). Το κτισμένο με πωρόλιθους σκηνικό οικοδόμημα ήρθε στο φως ερειπωμένο. Αποτελείται από το προσκήνιο και μία διώροφη σκηνή, πλαισιωμένη με παρασκήνια. Αρχικά είχε δύο κιονοστοιχίες με πεσσούς, η μία στην πρόσοψη του προσκήνιου, διακοσμημένη με ιωνικούς ημικίονες και η άλλη στην πίσω πλευρά της ισόγειας αίθουσας της σκηνής. Στα μέσα του 2ου αι. π.Χ. η πλευρά αυτή κλείστηκε, ενώ αντιθέτως στην πρόσοψη του ορόφου της σκηνής διανοίχτηκαν πέντε προσβάσεις προς το λογείο. Μεταφέρθηκαν τότε από το προσκήνιο στον όροφο οι κινητοί πίνακες ζωγραφικής, που τοποθετούνταν ανάμεσα σε πεσσούς για την διαμόρφωση του σκηνικού ανάλογα με το δράμα που παιζόταν. Το σκηνικό οικοδόμημα διακοσμούσαν και γλυπτά, από τα οποία ελάχιστα διασώθηκαν.  

Η αρμονία αυτού του Θεάτρου οφείλεται στον μοναδικό του σχεδιασμό βασισμένο σ’ ένα κανονικό πεντάγωνο, στο οποίο εγγράφεται η ορχήστρα, καθώς και στη χρήση τριών κέντρων για την χάραξη των καμπύλων σειρών των εδωλίων του κοίλου. Περίφημη είναι και η ακουστική του Θεάτρου αυτού.


Το μνημείο έφεραν στο φως οι ανασκαφές του Π. Καββαδία τα έτη 1881-83. Αρχικά το 1907 αλλά και κατά την περίοδο 1954-1963 έγιναν εργασίες αναστήλωσης στα θυρώματα των παρόδων, στους αναλημματικούς τοίχους και στις ακραίες κερκίδες του αρχικού τμήματος του κοίλου.

Από το 1988 την συντήρηση του Θεάτρου ανέλαβε η Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου αναστηλώνοντας αρχικά την ακραία δυτική κερκίδα του επιθεάτρου, το θύρωμα της δυτικής παρόδου και τους δύο αγωγούς απορροής ομβρίων της ορχήστρας. Η φροντίδα του μνημείου είναι συνεχής και αποσκοπεί στην αποκατάσταση των φθορών που υφίσταται το μνημείο από φυσικά αίτια αλλά και από την χρήση του.


Από το 1954 πραγματοποιούνται στο φυσικό τους χώρο κάθε καλοκαίρι παραστάσεις αρχαίου δράματος.

 

Συντάκτης: Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου

 

 

Πηγή

 

Υπουργείο Πολιτισμού

Read Full Post »

Καρούζος Νίκος (1926-1990)


 

Νίκος Καρούζος

Ο Νίκος Καρούζος του Δημήτρη και της Κωνσταντίνας, το γένος Πιτσάκη, γεννήθηκε στο Ναύπλιο, όπως αναφέρεται σε πολλά και σπουδαία διαχρονικά αφιερώματα για τον ποιητή. Όμως σε επανεξέταση του τόπου γεννήσεως του ποιητή, η οποία έγινε από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη (25 Ιουλίου 2022) και συγκεκριμένα από τον πρόεδρο της κ. Γεώργιο Γιαννούση, προέκυψε ότι ο μεγάλος Έλληνας ποιητής, γεννήθηκε στο  Άργος στο πατρικό σπίτι της οικογένειας που βρίσκεται σήμερα στην πλατεία Ηφαίστου στο κέντρο της πόλης. Περισσότερα στο άρθρο «Νίκος Καρούζος – Η Αργείτικη καταγωγή του ποιητή και άλλα ενδιαφέροντα περί αυτής».      

Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος στρατευμένος στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, διώχτηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και εξορίστηκε μετά τη συνθηκολόγηση της Βάρκιζας. Η μητέρα του ήταν κόρη ιερωμένου και δασκάλου.

Κατά τη διάρκεια των γυμνασιακών του χρόνων ο Καρούζος έδρασε στην ΕΠΟΝ και εξορίστηκε στην Ικαρία (1947) και στη Μακρόνησο (1951), από όπου έφυγε τελικά το 1953 μετά από νευρικό κλονισμό. Παντρεύτηκε δύο φορές, το 1955 τη Μαρία Δαράκη, με την οποία έζησε λίγους μόλις μήνες και το 1963 τη Μαίρη Μεϊμαράκη, από την οποία χώρισε το 1980. Από το 1981 και ως το τέλος της ζωής του τον συντρόφεψε η Εύα Μπέη.

 

Φωτογραφία του Νίκου Καρούζου με την σύζυγό του Μαίρη Μεϊμαράκη και τον γιο της Αλέξιο Σαββίδη, από το ντοκιμαντέρ για τη ζωή του με τίτλο: Νίκος Καρούζος – «Ο Δρόμος για το Έαρ».

 

Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα, δεν ολοκλήρωσε όμως τις σπουδές του, καθώς ήδη από το 1941 είχε στραφεί στην ποίηση. Το 1949 πραγματοποίησε την πρώτη επίσημη εμφάνισή του στο χώρο των γραμμάτων με τη δημοσίευση του ποιήματός του Σίμων ο Κυρηναίος στο περιοδικό Ο Αιώνας μας. Η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Η επιστροφή του Χριστού εκδόθηκε το 1954.

 

Νίκος Καρούζος

 

Στους λογοτεχνικούς κύκλους έγινε πιο γνωστός στη δεκαετία του ’60 με τις συλλογές Η έλαφος των άστρων, Ο υπνόσακκος και Πενθήματα. Ακολούθησαν πολλές ακόμη συλλογές και συγκεντρωτικές εκδόσεις των ποιημάτων του ως τη συγγραφή του τελευταίου του ποιητικού έργου Αιώρηση, γραμμένου στις 29 Αυγούστου 1990 στο νοσοκομείο Υγεία, όπου ο ποιητής νοσηλευόταν τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του, άρρωστος από καρκίνο, όπου και πέθανε.

 

Νίκος Καρούζος «Τα ποιήματα».

 

Συνεργάστηκε με τα περιοδικά όπως Νέα Εστία, Αθηναϊκά Γράμματα, Ευθύνη, Σπείρα, Τομές, η Λέξη. Τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1963), το Βραβείο της Ομάδας των Δώδεκα (1963), το Α΄ Εθνικό Βραβείο Ποίησης, από κοινού με τους Τάκη Βαρβιτσιώτη και Μίλτο Σαχτούρη (1972) και το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1988).

Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Νίκου Καρούζου βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Νίκος Καρούζος», Η ελληνική ποίηση· Η πρώτη μεταπολεμική γενιά, σ.482- 483. Αθήνα, Σοκόλης, 1982, Ζήρας Αλεξ., «Καρούζος Νίκος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 4. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985, Λαλουδάκη Ελισσάβετ, «Νίκος Καρούζος (1926-1990), Χρονολόγιο», Διαβάζω393, 2/1999, σ.110-115, Παπακόγκος Κωστής, «Αιχμάλωτος της ελευθερίας», Η λέξη88-89, 10-11/1989, σ.885-891 και Χατζηφώτης Ι.Μ., «Καρούζος Ν.Δ.», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 8, Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ.

 

Πηγή


  • Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.

 

Read Full Post »

Άργος  


Ιστορική πόλη της Πελοποννήσου και σημαντικό εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο της Αργολίδας.  Είναι η πρωτεύουσα της επαρχίας του Άργους στο νομό Αργολίδας και είναι η μεγαλύτερη πόλη του νομού με πληθυσμό 24.239 κατοίκους (απογραφή 2001). Μετά την εφαρμογή του νόμου περί συνενώσεων των Δήμων, του γνωστού «Καλλικράτη» ο Δήμος Άργους μετονομάστηκε σε Δήμο Άργους-Μυκηνών και εντάχθηκαν οι πρώην Δήμοι: Μυκηναίων, Κουτσοποδίου, Λυρκείας, Λέρνας και Νέας Κίου. Βρίσκεται σε απόσταση 136 χιλιομέτρων από την Αθήνα  και η απόστασή του από το Ναύπλιο, την πρωτεύουσα του νομού, είναι 12 χιλιόμετρα.

 

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

 

Το Άργος, η αρχαιότερη συνεχώς κατοικούμενη πόλη της Ευρώπης και της Ελλάδας, παρά τις καταστροφές που υπέστη κατά καιρούς από επιδρομείς και κατακτητές, πάντοτε κτιζόταν στην ίδια θέση. Αυτό βεβαιώνεται και σήμερα από την αρχαιολογική σκαπάνη στα υπό οικοδόμηση οικόπεδα, τα οποία αποκαλύπτουν τη ζωή των παλαιότερων εποχών.

Η θέση της πόλης ήταν ιδανική για δύο κυρίως λόγους. Οι δύο λόφοι, της Ασπίδας (84μ.) και ιδίως της Λάρισας (289μ.), παρείχαν μεγάλη ασφάλεια στους κατοίκους. Παράλληλα, τα δύο αυτά υψώματα εισχωρούν βαθιά στο αργολικό πεδίο και φέρνουν την πόλη κοντά στο Τημένιο, που ήταν ανέκαθεν το επίνειό της.

Έτσι εξηγείται γιατί διαμέσου των αιώνων, παρά τις αλλεπάλληλες διώξεις και καταστροφές, η πόλη επέμενε να ευρίσκεται στην ίδια πάντα θέση. Άμεση συνέπεια αυτής της πραγματικότητας ήταν να μη διατηρηθούν πολλά από τα μνημεία και επιπλέον να καθίσταται δύσκολος ή και αδύνατος ο εντοπισμός τους από τους αρχαιολόγους. [1] Το αρχαίο Άργος εκτεινόταν δυτικά και ΒΔ μέχρι τη Λάρισα και την Ασπίδα, ΝΔ μέχρι και την αρχαία αγορά και ΝΑ μέχρι τον Άγιο Κωνσταντίνο.

Η πόλη υπήρχε σαν οικισμός από τη νεολιθική εποχή. Τα κεραμικά που βρέθηκαν μαρτυρούν ότι στο τέλος της 3ης π.Χ. χιλιετίας υπήρχε σημαντικός οικισμός στην Ασπίδα, ο οποίος αυξήθηκε εντυπωσιακά στις αρχές της επόμενης χιλιετίας. Ανάμεσα στα λείψανα συγκαταλέγονται και ίχνη τείχους, που εντοπίστηκαν στην κορυφή και στη νότια πλαγιά του λόφου, καθώς και μεγάλο νεκροταφείο με τύμβους στις ανατολικές υπώρειες. Επίσης, βρέθηκαν αρκετοί θαλαμοειδείς τάφοι στις Πορτίτσες – αρχ. Δειράδα – στις υπώρειες των δύο λόφων. Πολλές φορές χρησιμοποιούσαν πίθους για την ταφή των νεκρών. Τέτοιοι πίθοι σώζονται στο μουσείο του Άργους.

Κατά τη μυκηναϊκή περίοδο πιθανότατα υπήρχαν ακροπόλεις στη Λάρισα και στην Ασπίδα, ενώ ο οικισμός εξακολουθούσε να απλώνεται προς νότο. Το μυκηναϊκό Άργος εντοπίζεται περίπου στην περιοχή που περικλείεται από τους δρόμους Κορίνθου, Τσώκρη και Καρατζά. Και φαίνεται πως το Άργος ήταν μέχρι το 1.200 π.X. μία από τις σπουδαιότερες πόλεις της Αργολίδας.

Προϊστορικοί Χρόνοι

Ύστερα από μια σύντομη παρακμή, η οποία συμπίπτει με τη γενικότερη παρακμή του Μυκηναϊκού πολιτισμού, γνώρισε νέα ανάπτυξη μετά την κάθοδο των Δωριέων. Οι περισσότερες πληροφορίες για την ακμή και την έκταση της πόλης προέρχονται από τους τάφους, που εντοπίστηκαν από τη μια άκρη της πόλης μέχρι την άλλη, από τον Ξεριά μέχρι και πέρα από την Παναγία. Η πόλη είχε αρκετή ζωή και ήταν πυκνοκατοικημένη. Η κατάληψη της αργολικής πεδιάδας από τους Δωριείς έγινε περίπου το 1125-1120 π.Χ. [2]   

Οι Δωριείς αυτοί ήταν εξαιρετικά δυναμικοί και εξοπλισμένοι με τα πλέον σύγχρονα όπλα της εποχής τους. Στα μέσα του επόμενου αιώνα κατέλαβαν την υπόλοιπη Αργολίδα, τη Σικυώνα και τη Μεγαρίδα. Από τη διάσπαση των Δωριέων, που εγκαταστάθηκαν στην πεδιάδα του Άργους, προέκυψαν τρία μικρότερα βασίλεια, το βασίλειο του Άργους, το βασίλειο των Μυκηνών και το βασίλειο της Τίρυνθας, με μικρό πληθυσμό, αφού και οι Δωριείς, που είχαν κατακλύσει την Πελοπόννησο, στο σύνολό τους ήταν oλιγάριθμoι (βλ. υποσ. 2 για τον μυθικό Τήμενο).

Το κράτος των Αργείων ξεπέρασε σε δύναμη και έκταση όλα τα άλλα της κεντρικής και βόρειας Πελοποννήσου. Κατέλαβε τη Θυρεάτιδα και την Κυνουρία, προωθήθηκε ως τον Μαλέα και κατέλαβε τα Κύθηρα, δηλαδή σημεία συνοριακά με τη Σπάρτη, για την οποία το Άργος εξελισσόταν έτσι σε πολύ ισχυρό και επικίνδυνο εχθρό. Για την ιστορία του δωρικού Άργους από τη σύστασή του (περ. 1.120 π.Χ.) μέχρι τον 8ο αι. π.Χ. ελάχιστα γνωρίζουμε, όπως την ύπαρξη κεραμικών εργαστηρίων και διάφορες συγκρούσεις με γειτονικά κράτη, όπως με την Κόρινθο και την Ασίνη, την οποία κατέστρεψε στο τέλος του 8ου αι. π.Χ. Επίσης, σχετικά με την κοινωνική οργάνωσή τους, γνωρίζουμε ότι υποχρέωναν τους κατακτημένους να καλλιεργούν τους κλήρους, που μοιράστηκαν σαν κατακτητές, και να τους προσφέρουν σημαντικό μέρος από το εισόδημα. Αυτοί οι «δουλοπάροικοι» στο Άργος ονομάζονταν γυμνήτες. [3]  

Παρόμοια καθεστώτα συναντάμε σ’ όλες σχεδόν τις δωρικές κοινωνίες. Οι γυμνήτες διέφεραν από τους δούλους· οι τελευταίοι θεωρούνταν ιδιοκτησία των ιδιωτών. Το ισχυρό δωρικό Άργος προστατευόταν από τείχη, λείψανα των οποίων εντοπίζονται ακόμα και σήμερα. Οι δύο ακροπόλεις, φυσικά, ήταν οχυρωμένες και συνδέονταν μεταξύ τους με τείχος στον αυχένα.

Εκεί, στις σημερινές Πορτίτσες, ήταν και η σημαντικότερη ίσως πύλη, η πύλη της Δειράδος. Εξάλλου, με βεβαιότητα θεωρούμε ότι από εκεί ήταν η είσοδος προς την πόλη μέχρι τους νεότερους χρόνους (περίοδος 1821). Υπήρχαν άλλες τρεις πύλες, η μία στο ανατολικό άκρο, που οδηγούσε στις Μυκήνες, άλλη μία στο ΝΑ άκρο που οδηγούσε στην Τίρυνθα και η τρίτη στο ΝΔ προς Λέρνη και κεντρική Πελοπόννησο. Το τείχος κατέβαινε από τη ΝΑ πλευρά της Ασπίδας, περνούσε λίγο ανατολικότερα της οδού Κορίνθου και του Αγίου Πέτρου, άφηνε ανατολικά του το σημείο, όπου σήμερα βρίσκεται ο Άγιος Κωνσταντίνος, κατόπιν τραβούσε ΝΔ, αγκάλιαζε όλη την αγορά και ανηφορίζοντας επί της νότιας πλευράς του λόφου της Λάρισας, κατέληγε στο κάστρο της ακρόπολης.

Ιστορικοί Χρόνοι

Η ιστορική περίοδος ουσιαστικά έχει αφετηρία τη βασιλεία του Φείδωνος. Ο Φείδων (7ος αι. π.Χ.), που θεωρείται μακρινός απόγονος του Τήμενου, είναι το πρώτο ιστορικό πρόσωπο του Άργους. Επί της εποχής του η πόλη παρουσίασε ιδιαίτερη ακμή. Είναι η εποχή της μεγάλης ανάπτυξης πριν από την ανάδειξη της Σπάρτης σε πρώτη δύναμη της Πελοποννήσου. Ο μεγάλος κίνδυνος για το Άργος ήταν η ισχυρή Σπάρτη, η οποία του αμφισβητούσε την ηγεμονία της Πελοποννήσου. Γύρω από αυτό το μακροχρόνιο και αξεπέραστο μίσος διαμορφώνεται η πολιτική του Άργους, η οποία αργότερα θα έχει δημοκρατικούς προσανατολισμούς. Αυτός ήταν ένας πρόσθετος λόγος της οξύτητας μεταξύ των δύο πόλεων.

Μνημονεύονται διάφορες συγκρούσεις, όπως η μάχη του 669 π.Χ. στις Υσιές (Αχλαδόκαμπο), όπου νίκησαν οι Αργείοι, καθώς επίσης και η μάχη του 547 π.Χ. στη Θυρέα (περ. Κυνουρίας) με νικητές τους Σπαρτιάτες. Επίσης, το 494 π.Χ., τότε που χάθηκαν 8.000 Αργείοι στο Άλσος της Σηπείας, η πόλη απειλήθηκε σοβαρά από τον Κλεομένη. Γι’ αυτό και οι σύμμαχοι του Άργους το εγκαταλείπουν, πρώτα οι μακρινοί και ύστερα της Αργολίδας. Γρήγορα όμως θα συνέλθει, θα κυριαρχήσει στην ευρύτερη περιοχή και θα συνάψει συμμαχία με τους Αθηναίους. Κατά τους μηδικούς πολέμους οι Αργείοι έμειναν ουδέτεροι, γιατί δεν ήθελαν προφανώς να αγωνιστούν πλάι στους Λακεδαιμονίους. Αργότερα, στον πελοποννησιακό πόλεμο, ήταν πιστοί σύμμαχοι των Αθηναίων. Μετά το 404 π.Χ. δεν παρουσιάζει αξιόλογη δύναμη. Οι εχθροί εισέρχονται στην πόλη και τη λεηλατούν, όπως ο Πύρρος, ο βασιλιάς της Ηπείρου, το 272, ο οποίος σκοτώθηκε από κεραμίδι, που του έριξε Αργείτισσα στο κεφάλι. Αργότερα το Άργος προσχώρησε στην Aχαϊκή Συμπολιτεία (229 π.Χ.).

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

Από τους Ρωμαίους κατελήφθη το 146 π.Χ. Αν κρίνουμε από την ξενάγηση του Παυσανία, το Άργος επί ρωμαιοκρατίας βρισκόταν σε εξαιρετικά καλή κατάσταση. Πότε ακριβώς εκχριστιανίστηκε το Άργος δεν γνωρίζουμε. Ο λατίνος επίσκοπος και εκκλησιαστικός ποιητής Παυλίνος (353 – 431 μ.Χ.) μας πληροφορεί ότι το  χριστιανισμό δίδαξε στο Άργος ο πρωτόκλητος μαθητής του Χριστού Ανδρέας. Ίσως όμως να κήρυξε πρώτος ο Απόστολος Παύλος, όταν βρισκόταν για αρκετούς μήνες στην Κόρινθο. Πιθανότατα, λοιπόν, το Άργος γνώρισε το χριστιανισμό στα μέσα περίπου του 1ου αιώνα.

Κατά τη βυζαντινή περίοδο το Άργος ήταν άσημο. Βέβαιο είναι ότι λεηλατήθηκε από τους Γότθους του Αλάριχου στο τέλος του 4ου αιώνα, οι οποίοι ξεκίνησαν από τη Θράκη, διέσχισαν τον Ελλαδικό χώρο και κατέληξαν στην Ισπανία, όπου ίδρυσαν το Βησιγοτθικό κράτος. Το Άργος παρουσιάζει εκ νέου αξιόλογη ακμή μετά το 1189, όταν έγινε μητρόπολη με την ένωση των Επισκοπών Άργους και Ναυπλίας.

Το Άργος υπέστη δύο μεγάλες καταστροφές από τους Τούρκους, την πρώτη επί Ενετοκρατίας το 1397 από το στρατηγό Βαγιαζήτ Γιακούβ. Κατεδαφίστηκαν τότε τα τείχη, η πόλη λεηλατήθηκε και πολλοί Αργείοι αιχμαλωτίστηκαν και διακομίστηκαν στη Μικρά Ασία. Η άλλη έγινε το 1463, όταν Έλληνες και Ενετοί δεν μπόρεσαν να σώσουν την πόλη από το νέο κατακτητή, ο οποίος σάρωνε προοδευτικά όλα τα βαλκάνια. Η πρώτη περίοδος της Τουρκοκρατίας κράτησε μέχρι το 1683 και η δεύτερη από το 1715-1821. Τα ενδιάμεσα χρόνια (1683-1715) το Άργος ήταν πάλι υπό Ενετική κυριαρχία.

Το 1821 το Άργος ήταν από τις πρώτες πόλεις που επαναστάτησαν στις 2 Απριλίου, όταν ένοπλο σώμα με επικεφαλή τον Σταματέλο Αντωνόπουλο ανέκοψε την πορεία 300 Τούρκων ιππέων στη Δαλαμανάρα, οι οποίοι κατευθύνονταν προς το Άργος, και τους ανάγκασε να επιστρέψουν στ’ Ανάπλι.

Το Άργος κινδύνευσε και υπέστη τρεις καταστροφές στη διάρκεια της επανάστασης. Πρώτος τη λεηλάτησε και έκανε σφαγές ο Κεχαγιάμπεης μετά τη νίκη του στον Ξεριά (Απρ. 1821). Ακολούθησε η προέλαση του  Δράμαλη  τον Ιούλιο 1822 και τέλος του Ιμπραήμ τον Ιούνιο 1825. Η τελευταία οδυνηρή καταστροφή, που υπέστη ο πληθυσμός του Άργους, ήταν η σφαγή του 1833 από τους Γάλλους.

 

Άποψη του Άργους και του κάστρου της Λάρισας, μεταξύ των ετών, 1861-1874. Σχέδιο του Γάλλου, γραμματέα της Γαλλικής Πρεσβείας στην Ελλάδα, Herni Belle.

 

Το έτος 1822 το Άργος ήταν έδρα της γενικής διοίκησης. Πολλά γεγονότα, στρατιωτικά και πολιτικά, που σημάδεψαν την πορεία και την εξέλιξη της επανάστασης, συνδέθηκαν με την πόλη μας. Ο Δημήτριος Υψηλάντης την είχε επιλέξει για τις εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης. Οι αντιπρόσωποι ορκίστηκαν στην παλιά εκκλησία του Αϊ-Γιάννη, που ήταν ημιυπόγεια. Οι εργασίες τελικά έγιναν στη Νέα Επίδαυρο.

Επίσης, στο αρχαίο θέατρο του Άργους έγιναν οι εργασίες της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης επί Καποδίστρια (1829) και μετά τη δολοφονία του ήταν να γίνουν οι εργασίες της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης (Δεκέμβριος 1831), αλλά ήταν τόσο φορτισμένη η ατμόσφαιρα και είχαν φτάσει στα πρόθυρα σύρραξης, που οι εργασίες τελικά πραγματοποιήθηκαν στο Ναύπλιο. Γιατί, όταν οι κυβερνητικοί πληρεξούσιοι ανακήρυξαν τον Αυγουστίνο, αδελφό του Ιωάννη Καποδίστρια, Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβέρνησης, επήλθε οριστική ρήξη με τους «Συνταγματικούς» του Ι. Κωλέττη, που συνεδρίαζαν σε άλλο οίκημα, και μπροστά στη σύρραξη που θα ξεσπούσε, ο πληθυσμός του Άργους έντρομος εγκατέλειπε την πόλη, για να σωθεί.

 

Σήμερα 

Σήμερα, είναι η δεύτερη σε πληθυσμό μεγαλύτερη πόλη της Περιφέρειας Πελοποννήσου, με έντονη εμπορική, βιομηχανική και αγροτική δραστηριότητα. Είναι μια σύγχρονη πόλη, που αναπτύσσεται πολύπλευρα και με δυναμισμό. Καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου και ιδιαίτερα το καλοκαίρι, μπορεί να αποτελέσει προορισμό πολιτιστικού τουρισμού, τόσο για τη γνωριμία με την πόλη, όσο και για τη παρακολούθηση επιλεγμένων καλλιτεχνικών γεγονότων που πραγματοποιούνται σε στεγασμένους αλλά και γοητευτικούς υπαίθριους χώρους, με βασικότερους αυτούς του  Αρχαίου Θεάτρου και του κάστρου της Λάρισας.

 

 

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

 

  Βρίσκεται στο  κέντρο του μεγαλύτερου Αρχαιολογικού πάρκου του κόσμου, το οποίο περιλαμβάνει τις Μυκήνες (10 χλμ), την Αρχαία Τίρυνθα (6 χλμ), το Ναύπλιο (12χλμ), τη Λέρνα (10 χλμ) , την Επίδαυρο (40 χλμ ) μπορεί να αποτελέσει αφετηρία εξορμήσεων για τη γνωριμία τόσο με τους χώρους αυτούς, όσο και με τις φυσικές ομορφιές της Αργολίδας.

Ως η  αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας, συμμετέχει στο Δίκτυο των Αρχαιότερων Πόλεων της Ευρώπης και αποτελεί το μεγαλύτερο υπαίθριο μουσείο της χώρας, με πολυάριθμα και μοναδικά ευρήματα που τοποθετούνται σε κάθε ιστορική περίοδο των Ελλήνων. Έχει να προτείνει στον επισκέπτη πλήθος μνημείων από τους προϊστορικούς και ιστορικούς χρόνους, μουσεία, ιστορικές εκκλησίες και πλούσια εκκλησιαστικά κειμήλια, την παλιά πόλη, χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά στοιχεία, νεοκλασικά κτίρια, κ.λ.π.

 

Βιβλιογραφία

 

  • Ιωάννου Κ. Κοφινίωτου, « Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων Χρόνων Μέχρις Ημών», Εν Αθήναις, 1892.
  • Ιωάννου Ζεγκίνη, « Το Άργος Δια Μέσου των Αιώνων», Αθήναι, 1957.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον », Εκδόσεις «Εκ προοιμίου», Άργος, 2007.
 
 
 
Υποσημειώσεις

 

[1]  Οι ανασκαφές άρχισαν στις αρχές του 20ου αι. από τον Ολλανδό αρχαιολόγο Βόλγκραφ (Vollgraff). Εντοπίστηκαν τα τείχη και ανασκάφηκε ο προϊστορικός οικισμός και το ιερό του Απόλλωνα και της Αθηνάς στην Ασπίδα. Παράλληλα άρχισε η έρευνα στην αρχαία αγορά και στο θέατρο. Οι ανασκαφές συνεχίστηκαν συστηματικά από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή της Αθήνας το 1951 και συνεχίζονται. Ιδιαίτερα σημαντική θεωρείται η προσφορά του Πωλ Κουρμπέν. Επίσης, τα τελευταία 25 χρόνια Έλληνες αρχαιολόγοι μελετούν κυρίως ιδιοκτησίες ιδιωτών με αρχαιότητες.

 [2] Σύμφωνα με την παράδοση των αρχαίων, οι Δωριείς διαπεραιώθηκαν στην Πελοπόννησο από το Ρίο και ο Τήμενος, προερχόμενος από την Αρκαδία, εισέβαλε στο αργολικό πεδίο –όπως και ο Ιμπραήμ το 1825 – και έδωσε μάχη με τους Αχαιούς στην παραθαλάσσια περιοχή που πήρε το όνομά του. Κατόπιν κατέλαβε το Άργος και τις Μυκήνες και στη συνέχεια επεξέτεινε την κυριαρχία του μέχρι την Επίδαυρο, την Κόρινθο και τη Σικυώνα. Ο μυθικός Τήμενος θεωρείται ο τρίτος κατά σειρά θεμελιωτής του Άργους μετά το Φορωνέα και το Δαναό.

Ιδρυτής του Άργους φέρεται ο Ίναχος, ο οποίος καταγόταν από παλαιούς Αργείους αποίκους της Αιγύπτου, επέστρεψε από την Αίγυπτο στην πατρίδα των πατέρων του, ίδρυσε το Άργος και έγινε βασιλιάς. Άλλη εκδοχή του μύθου θέλει τον Ίναχο αυτόχθονα. Από αυτόν η περιοχή ονομάστηκε Ιναχία και οι απόγονοί του Ιναχίδες. Επίσης, έδωσε το όνομά του στον ποταμό Ίναχο, ο οποίος στη συνέχεια στέρεψε από την οργή του Ποσειδώνα και το Άργος έγινε «πολυδίψιον», επειδή ο Ίναχος δέχτηκε ως  προστάτισσα θεά της πόλης την Ήρα αντί του Ποσειδώνα. Κατόπιν κυβέρνησε ο γιος του Φορωνεύς, γι’ αυτό και η πόλη ονομάστηκε Φορωνικό άστυ.

Δώδεκα γενιές αργότερα έρχεται από την  Αίγυπτο ο Δαναός με τις πενήντα θυγατέρες του και γίνεται βασιλιάς. Με αφορμή διάφορα κείμενα που βασίζονται στους μύθους για την προέλευση του Δαναού από την Αίγυπτο, μερικοί ιστορικοί «προσπάθησαν να βρουν επιβεβαιωτικά στοιχεία, αλλά παρά τη σοφία που χαρακτηρίζει τις υποθέσεις αυτές, δεν πέτυχαν το στόχο τους» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, τ. Α΄, σ. 362).

Άλλος μύθος θέλει το Δαναό εγγονό του Ίναχου. Κατόπιν βασίλεψε ο γαμπρός του προηγούμενου, ο Λυγκεύς, τον οποίο δεν σκότωσε η γυναίκα του Υπερμήστρα κατά το πρώτο βράδυ του γάμου τους, όπως έπραξαν οι άλλες Δαναΐδες με εντολή του πατέρα τους.

Τα εγγόνια του Λυγκέα και της Υπερμήστρας, ο Ακρίσιος και ο Προίτος, μάλωσαν και μοίρασαν το βασίλειο· ο Προίτος κράτησε την Τίρυνθα και ο Ακρίσιος το Άργος, που αναδείχτηκε ισχυρότερο και ενδοξότερο.

Ο Περσέας ήταν εγγονός του Aκρίσιoυ και γεννήθηκε με θαυματουργικό τρόπο, από την ένωση της Δανάης με το Δία, που την επισκέφτηκε στη φυλακή με τη μορφή χρυσής βροχής. Εγγονή του Περσέα ήταν η Αλκμήνη, η μητέρα του Ηρακλή, στον οποίο ανέθεσε ο Ευρυσθέας επικίνδυνες αποστολές και πραγματοποίησε έτσι τους δώδεκα γνωστούς άθλους του. Μετά το θάνατο του Ηρακλή, οι Ηρακλείδες διώχτηκαν από τον Ευρυσθέα. Εμφανίζονται και πάλι με αρχηγούς τον Τήμενο, τον Κρεσφόντη και τον Αριστόδημο, παιδιά του Αριστομάχου, οι οποίοι κατέλαβαν την Πελοπόννησο. Στη μοιρασιά ο Τήμενος κράτησε το Άργος.

 
 [3] Βλ. Ιστορία του Ελλ. Έθνους, Εκδ. Αθηνών, τ. Β΄, σ. 42.

Read Full Post »

Napoli di Romania

  

NAPOLI DI ROMANIA

 

«Ή πολιτεία αύτη, πού ô Σοφιανός την ονομάζει Νάπλι, οι Έλληνες Άνάπλια και ό Πτολεμαίος Ναυπλία, είναι μία άπα τις πιο φημισμένες πολιτείες, πού έκαμαν το μεγαλείο της αρχαίας Άργείας, γνωστής σήμερα με το όνομα Sacanie ή Romanie Mineure, πού είναι το πιο όμορφο μέρος του Μοριά…. Μέ μια λέξη μπορεί κανείς νά πει γι αυτή τη θέση (το Ναύπλιο) ότι ή φύση δεν ξέχασε τίποτα απ’ όσα έπρεπε να την κάμουν οχυρή και ότι ή τέχνη την αγάπησε ακόμη περισσότερο.

Το 1460 ό ΜεχμέτΒ’ αποφάσισε να την πάρει από τούς Βενετσάνους και έδωσε διάτα στον Μαχμούτ Πασά να την πολιορκήσει. Ήρθε  να τη χτυπήσει με μια μεγάλη στρατιά · όλες όμως οί προσπάθειες του βγήκαν ανώφελες· ή φρουρά έκαμε μια δυνατή αντίσταση, έτσι πού, υστέρα από αρκετές εφόδους, οι Άπιστοι υποχρεώθηκαν να λύσουν την πολιορκία με μεγάλες ζημιές. Ό Σουλεϊμάν, πού στάθηκε ένας από τούς αχόρταγους κατακτητές πού είχαν οί Τούρκοι, έστειλε το 1537 τον Κασίμ Πασά για να οργανώσει την πολιορκία αυτής της θέσης, δεν στάθηκε τυχερότερος του Μεχμέτ. Οι πολιορκημένοι την υποστήριξαν με τόση παλικαριά, πού ό Κασίμ, απελπισμένος να κυριέψει με δύναμη μια θέση τόσο καλά οχυρωμένη, πού τίποτα δεν τής έλειπε, από το φόβο ότι θά καταστρεφόταν ολότελα ή στρατιά του, αποφάσισε να φύγει. Μόλις δύο χρόνια πέρασαν από τότε και ξαναγύρισε και την παράδωσε στον Σουλεϊμάν.

 

Δέν χρωστούσε ωστόσο την κατάκτηση αύτη στη δύναμη των όπλων του, άλλα στη Δημοκρατία (τη Βενετία), πού, κουρασμένη από τόσους πολέμους και από έξοδα, θυσίασε τη θέση αυτή για να αγοράσει την ειρήνη, πού την είχε ανάγκη.

 

Το 1686 ό Αρχιστράτηγος Μοροζίνης, υστέρα από την ήττα του Σερασκέρη και το πάρσιμο των δύο Ναβαρίνων και τής Μεθώνης, νόμισε ότι ή πιο δοξασμένη επιχείρηση θα ήταν το πάρσιμο του Άναπλιού, τής πρωτεύουσας του Μοριά, πού θα εξασφάλιζε την απόκτηση του υπόλοιπου αυτής τής επαρχίας». («Ήθελε προπάντων να φτάσει πριν οι Τούρκοι οχυρώσουν το Παλαμήδι. Ακολουθεί λεπτομερέστατη περιγραφή τής πολιορκίας, των μαχών, τής επιμονής των Τούρκων να κρατηθούν στα κάστρα, τής παλικαριάς του Μοροζίνη,ένα τμήμα τής περιγραφής είναι το παρακάτω απόσπασμα.)

 

napoli-romania

napoli-romania

 
 
 

 

 

 

 

 

 

 

Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΩΝ ΚΑΣΤΡΩΝ ΤΟΥ ΑΝΑΠΛΙΟΥ

 

«Ό στρατηγός Καίνιγκσμαρκ διακρίθηκε, όπως το συνήθιζε, και σ’ αύτη την περίσταση, ένα άλογο σκοτώθηκε άποκάτω του, άλλα ανέβηκε αμέσως σ’ ένα άλλο και βρέθηκε παντού όπου ό κίνδυνος έκαμε αναγκαιότερη την παρουσία του. Ό στρατηγός πρίγκιπας τής Βρουνσβίκης και ό πρίγκιπας τής Τουρέννης έδωσαν όμοιες αποδείξεις τής αξίας τους. Ό Αρχιστράτηγος…. ΰστερ’ άπό την ήττα των έχθρων έκαμε στενότερη την πολιορκία με περισσότερη θέρμη… και για να υποχρεώσει τους  πολιορκουμένους να παραδοθούν γρήγορα είπε να υψώσουν οι στρατιώτες του στην άκρη των δοράτων τα κεφάλια τών εχθρών τον.

 

Τό θέαμα αυτό τους έκαμε νά ζητήσουν την επιείκεια του νικητή. Ύψωσαν τη λευκή σημαία. Σταμάτησαν τις εχθροπραξίες. Δυο Τούρκοι βγήκαν από την πόλη και παρουσίασαν στον Αρχιστράτηγο ένα γράμμα του Πασά πού έλεγε πώς ήταν έτοιμοι να του παραδώσουν τα κάστρα με τον όρο ότι θά έβγαιναν με τον οπλισμό και τα υπάρχοντα τους, ότι θα τούς άφηναν δύο γαλέρες πού ήταν στο λιμάνι για νά τούς μεταφέρουν στην Τένεδο και ότι  θα τούς παραχωρούσαν δυό ήμερες για νά εκτελέσουν την παράδοση.

 

Ό Αρχιστράτηγος τούς αρνήθηκε τούς σκλάβους και τις γαλέρες και τούς πρόσφερε τούς ίδιους όρους πού είχε δώσει στο Ναβαρίνο και στη Μεθώνη και να τούς οδηγήσει όπου θα ήθελαν πρώτα απ’ όλα όμως ζήτησε να του παραδώσουν το Κάστρο τής θάλασσας, πράγμα πού έγινε αμέσως, και μπήκε μέσα ή Βενετσάνικη φρουρά. Βρήκαν εκεί δεκαεφτά κανόνια χάλκινα, εφτά σιδερένια και ένα ολμοβόλο. Ζήτησε ακόμη να έχει οχτώ επίσημους Τούρκους για όμηρους, υστέρα’ απ’ αυτό άρχισε ή εφαρμογή τής παράδοσης και ή επιβίβαση των έχθρων στα πλοία.

 

Έτσι ή Napoli di Romania, πρωτεύουσα του Μοριά, πέρασε στην εξουσία τής Δημοκρατίας, αφού είχε στενάξει εκατόν πενήντα χρόνια κάτω από το ζυγό τούτων των «Απίστων».

 

  • Πηγή

P.M. Coronelli, Description géographique et historique de la Morée, du royaume du Negrepont, de lieux circonvoisins etc. Παρίσι 1687, σ.44-47.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Read Full Post »

Ναύπλιο


 

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

Ναύπλιο, πρωτεύουσα της επαρχίας Ναυπλίας και του νομού Αργολίδας και πρώτη πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους. Ιδρυτής της πόλης φέρεται ο μυθικός Ναύπλιος, γιος του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης. Προστάτης της πόλης ήταν ο Ποσειδών, ο οποίος με κτύπημα της τρίαινάς του δημιούργησε την πηγή Κάναθο στη σημερινή Αγία Μονή. Εκεί έλουζε η ιέρεια της Ήρας το είδωλο της θεάς και γι’ αυτό πιθανότατα πλάστηκε ο μύθος ότι η Ήρα λουζόταν κάθε χρόνο στην Κάναθο και ανακτούσε την παρθενία της. 

Απόγονος του Ναύπλιου ήταν ο Παλαμήδης, ο πατέρας του οποίου ονομαζόταν επίσης Ναύπλιος και ο οποίος έλαβε μέρος στον Τρωικό πόλεμο. Αλλά είχε οικτρό τέλος, γιατί λιθοβολήθηκε από τους Έλληνες. Η τραγική του ιστορία απετέλεσε πηγή έμπνευσης για τους τραγικούς και άλλους δημιουργούς της αρχαιότητας. Το κάστρο του Παλαμηδιού σ’ αυτόν οφείλει το όνομά του. 

Ναύπλιο1908, στερεοσκοπική φωτογραφία, by Stereo Travel Co.

Το Ναύπλιο και το Άργος, μια και βρίσκονται πολύ κοντά μεταξύ τους, είχαν στο πέρασμα των αιώνων περίπου την ίδια μοίρα. Φαίνεται όμως πως από παλιά μάλωσαν, επειδή το Ναύπλιο συμμάχησε με τους Σπαρτιάτες κατά το Β΄ Μεσσηνιακό πόλεμο και τότε κυριεύτηκε από τον Αργείο Δαμοκρατίδα και οι κάτοικοί του εκδιώχθηκαν και εγκαταστάθηκαν στη Μεθώνη.

Το Ναύπλιο έγινε στη συνέχεια επίνειο του Άργους. Πέρασαν πολλά χρόνια χωρίς να παρουσιάσει η πόλη ιδιαίτερη ακμή. Σταχυολογώντας λίγα μόνο γεγονότα, σημειώνουμε ότι το 879 μ.Χ. έγινε έδρα επισκόπου και ότι ο επίσκοπος Λέων το 1149 έκτισε τη γνωστή σε όλους μας Αγία Μονή της Ζωοδόχου Πηγής έξω από την πόλη.

Το 1180 ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός διόρισε άρχοντα Ναυπλίου τον ντόπιο Θεόδωρο Σγουρό. Ο γιος του Λέων Σγουρός (1202-1208), έχοντας την πόλη ως πρωτεύουσα της ηγεμονίας του, επεξέτεινε την κυριαρχία του μέχρι την ανατολική Στερεά Ελλάδα και μέχρι τη Θεσσαλία. Ακολούθησε η Φραγκοκρατία μέχρι το 1388, οπότε το Ναύπλιο παραχωρείται στους Βενετούς, επί της εποχής των οποίων γνώρισε ιδιαίτερη ακμή. Ενισχύθηκε η οχύρωσή του και αυξήθηκε ο πληθυσμός του, γιατί συνέρρευσαν πολλοί άνθρωποι από πολλά μέρη, ιδίως μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Τούρκους.

Άποψη του Ναυπλίου. Χαλκογραφία, Gasp. Bouttats, 1690.

Επί Ενετοκρατίας η πόλη έγινε εμπορικό κέντρο και το λιμάνι της παρουσίασε μεγάλη κίνηση.  Το 1540 έπεσε στους Τούρκους ύστερα από τριετή πολιορκία. Κατά την πρώτη τουρκοκρατία μαρτύρησε ο νεομάρτυρας Αναστάσιος (1η Φεβρουαρίου 1655) κοντά στην πλατεία Συντάγματος. Το 1686 οι Ενετοί ξανακέρδισαν την πόλη, όταν την κατέλαβε ο στρατηγός Φραγκίσκος Μοροζίνι, ο οποίος αμέσως οχύρωσε το Παλαμήδι και κατέστησε το Ναύπλιο πρωτεύουσα του Μορέως, της ΒΑ Πελοποννήσου. Τότε ήταν που ονομάστηκε Νάπολι ντι Ρομάνια.

Το 1715 το ξαναπήραν οι Τούρκοι και το κατείχαν μέχρι την άλωση του Παλαμηδιού από τον Στάικο Σταϊκόπουλο στις 30 Νοεμβρίου 1822, ύστερα από τρεις διαδοχικές πολιορκίες συνολικής διάρκειας σχεδόν είκοσι μηνών. Στην πολιορκία είχανε λάβει μέρος πολλοί καπεταναίοι και οπλαρχηγοί, όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς, ο Τσώκρης, ο Παπαρσένης, ο Δημ. Υψηλάντης, ο Στάικος Σταϊκόπουλος, ο αδελφός του Νικηταρά Νικόλας Σταματελόπουλος, ο οποίος σκοτώθηκε σε μια έξοδο των Τούρκων τον Αύγουστο 1822, ο Δημ. Μοσχονησιώτης, που πρώτος πάτησε το κάστρο τη νύχτα της 29ης προς την 30ή Νοεμβρίου, και άλλοι.

 

Μπούρτζι. Αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της ευρύτερης οχύρωσης της πόλης για πολλούς αιώνες.

 

Από τη θάλασσα πολιορκούσαν τα Σπετσιώτικα καράβια με τη θρυλική Μπουμπουλίνα κι άλλους καπεταναίους. Μετά την άλωση το Ναύπλιο έγινε κέντρο του αγώνα και έδρα της επαναστατικής κυβέρνησης. Στις 7 Ιανουαρίου 1828 αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο ο Ιω. Καποδίστριας και στις 25 Ιανουαρίου 1833 ο Όθωνας. Για πολλά χρόνια είχε καθιερωθεί η εορτή των αποβατηρίων σε ανάμνηση της άφιξης του πρώτου μας βασιλιά.

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833

Το Ναύπλιο με βασιλικό διάταγμα της 18ης Σεπτ. 1834 έπαψε να είναι πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους. Ο πληθυσμός του Ναυπλίου, ο οποίος προεπαναστατικά ήταν τούρκικος με εξαίρεση λίγες οικογένειες Ελλήνων του «Ψαρομαχαλά», αυξήθηκε σημαντικά. Η αύξηση οφειλόταν και στο γεγονός ότι συνέρρευσαν από διάφορα μέρη πρόσφυγες και μάλιστα από την Κρήτη το 1830, όταν η μεγαλόνησος δεν απελευθερωνόταν με βάση το πρωτόκολλο του Λονδίνου.

Οι Κρήτες πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στο Τολό και έξω από την πόλη του Ναυπλίου και ονομάστηκε το προάστιό της Πρόνοια από την πρόνοια που έλαβε ο Καποδίστριας για λογαριασμό τους.  Αργότερα το Ναύπλιο έγινε αντιοθωνικό κέντρο. Την 1η Φεβρουαρίου του 1862 εκδηλώθηκε κίνημα στην πόλη με επικεφαλής τους αξιωματικούς Πάνο Κορωναίο, Αρτέμ. Μίχο και άλλους. Συμμετείχαν ακόμα πολλοί επώνυμοι της εποχής. Ανάμεσά τους ήταν και η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, η οποία είχε μετατρέψει το σπίτι της σε αντιδυναστικό κέντρο. Οι επαναστάτες ζητούσαν τη διάλυση της Βουλής και τη συγκρότηση εθνοσυνέλευσης. Η κυβέρνηση απέστειλε στρατό, η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα και οι νεκροί και τραυματίες κι από τις δυο πλευρές ήταν πολλοί. Αυτός ήταν ο τραγικός επίλογος της Ναυπλιακής επανάστασης.

 

Άποψις προς Ακροναυπλίαν και Παλαμήδι, δεκαετία 1930

 

Ο Όθωνας, ως γνωστόν, αναγκάστηκε λίγο μετά να εγκαταλείψει την Ελλάδα (12 Οκτωβρίου του 1862). Το Ναύπλιο είναι μικρή αλλά ζεστή πόλη, από τις ομορφότερες της πατρίδας μας. Συνδυάζει το βουνό με τη θάλασσα και την άγρια ομορφιά με την απλωσιά του κάμπου. Η παλιά πόλη με τα στενά δρομάκια και τα παραδοσιακά σπίτια διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τον παλιό όμορφο παραδοσιακό χρώμα. 

Ναύπλιο, Άγιος Σπυρίδωνας. Frederic Boissonnas (1858-1946)

Από τα πολλά μνημεία της πόλης σημειώνουμε λίγα μόνο, τον Άγιο Σπυρίδωνα (1702), στην είσοδο του οποίου δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας, το μνημείο του Δημ. Υψηλάντη στην πλατεία των Τριών Ναυάρχων, το πρώτο Ελληνικό σχολείο, τον σκαλισμένο σε βράχο λέοντα των Βαυαρών στην Πρόνοια, το παλιό βουλευτήριο και πρώην τζαμί στην πλατεία Συντάγματος, το μέγαρο του μουσείου, ενετικό κτίσμα του Σαγρέδου (1713) που χρησίμευσε αρχικά ως στρατώνας, επίσης μία ακόμα εκκλησία της ίδιας εποχής, του Αγίου Νικολάου (1713), τον ανδριάντα του Καποδίστρια και του έφιππου Κολοκοτρώνη.

 

Πηγή


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »