Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος’

«Περιμένοντας τους Γερμανούς…» – Φόβοι και ελπίδες στην Ελλάδα του Διχασμού | Δημήτρης Μπαχαράς


 

Η ιστορία του Εθνικού Διχασμού και η δημιουργία της Προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης είναι λίγο-πολύ γνωστές: η σύγκρουση μεταξύ Βενιζέλου και βασιλιά Κωνσταντίνου το 1915, σχετικά με τη συμμετοχή ή όχι στον πόλεμο, οδήγησε τον Βενιζέλο, ύστερα από διπλές εκλογές το ίδιο έτος, σε αποχώρηση από την πρωτεύουσα και ύστερα από ένα διάστημα λίγων μηνών στη Θεσσαλονίκη (τον Σεπτέμβριο του 1916), όπου ανέλαβε την αρχηγία του κινήματος της Εθνικής Αμύνης και τη δημιουργία κυβέρνησης θετικά διακείμενης στους συμμάχους. Υπό τη δεύτερη αυτή κυβέρνηση τέθηκαν όλες οι βενιζελικές περιοχές, σε άμεση συνεργασία με τη Στρατιά της Ανατολής, που είχε αποβιβαστεί στη Μακεδονία ήδη από το 1915. Η Παλαιά Ελλάδα παρέμεινε υπό την επίσημη κυβέρνηση των Αθηνών, θεωρητικά ουδέτερη, πρακτικά διοικούμενη από τη φιλοβασιλική κυβέρνηση του συζύγου της αδερφής του Κάιζερ, Κωνσταντίνου, η οποία άφηνε ευλόγως υπόνοιες δυνητικής συνεργασίας με τη Γερμανία στους βενιζελικούς – άποψη που διατρέχει και τη μετέπειτα ιστοριογραφία του Διχασμού.

Έτσι είχαμε δύο αντίπαλα στρατόπεδα: τους βενιζελικούς και τους συμμάχους στις Νέες Χώρες από τη μία, και τη βασιλική κυβέρνηση των Αθηνών από την άλλη. Εκ πρώτης όψεως μάλιστα, η αντιμαχία μοιάζει εκ των υστέρων άνιση για την εποχή, τόσο σε επίπεδο δυνάμεων όσο και σε επίπεδο φόβων και ελπίδων. Οι βενιζελικοί είχαν τη στήριξη του τεράστιου στρατού των συμμάχων στη Μακεδονία και την ελπίδα ότι μετά τον πόλεμο θα έπαιρναν είτε τη Μικρά Ασία, είτε την Κωνσταντινούπολη, είτε την Κύπρο, [1] ενώ οι βασιλικοί είχαν μόνο τα δικά τους στρατεύματα και την ελπίδα ότι στην καλύτερη περίπτωση η Ελλάδα θα παρέμενε ουδέτερη και δεν θα είχε πρόβλημα με τις γείτονες χώρες. Οι βενιζελικοί ήλπιζαν ότι θα επέστρεφαν θριαμβευτικά στην Αθήνα κάποια στιγμή, και θα έβαζαν ολόκληρη τη χώρα στον πόλεμο στην πλευρά των συμμάχων, ενώ οι βασιλικοί φοβούνταν ότι μπορεί να έχαναν τα πάντα ανά πάσα στιγμή. [2] Οι ελπίδες λοιπόν των βενιζελικών αποτελούσαν ταυτοχρόνως τον φόβο των αντιβενιζελικών: ποιος θα τους σταματούσε σε περίπτωση που οι βενιζελικοί και οι σύμμαχοι αποφάσιζαν να κατέβουν προς τον νότο; Είχαν εναλλακτικές λύσεις και πού μπορεί να στηρίζονταν οι ελπίδες τους;

 

Πορτρέτο του Βενιζέλου στο εξώφυλλο του «Le Petit Journal», 29 Οκτωβρίου 1916.

 

Στη συνέχεια αυτού του άρθρου παρουσιάζονται στοιχεία που αφορούν αυτά τα ερωτήματα και ρίχνουν φως σε μία σχετικά άγνωστη πτυχή που πήρε μικρή δημοσιότητα στον Τύπο εκείνα τα χρόνια: το ενδεχόμενο μιας μεγάλης στρατιωτικής επέμβασης της Γερμανίας στη Μακεδονία και τη Θράκη για να βοηθήσει τον βασιλιά και την κυβέρνησή του εναντίον της Στρατιάς της Ανατολής. Αυτό θα αποτελούσε την κρυφή ελπίδα και προσδοκία των βασιλέων για ένα σύντομο, αλλά κρίσιμο, χρονικό διάστημα.

Τα δεδομένα που παρατίθενται στη συνέχεια προέρχονται κυρίως από το προσωπικό ημερολόγιο του Γεωργίου Στρέιτ και την απόρρητη αλληλογραφία των βασιλικών πρεσβευτών κυρίως στο Βερολίνο και στη Ρώμη (Γ. Θεοτόκης και Ε. Ζαλοκώστας αντίστοιχα) με το παλάτι, ενώ η ιστορία εκτυλίσσεται κυρίως από το καλοκαίρι του 1916 – πριν τον σχηματισμό της Προσωρινής Κυβέρνησης – έως τους πρώτους μήνες του 1917. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι δεν επρόκειτο απλώς για φόβους που καλλιέργησαν οι σύμμαχοι και οι βενιζελικοί, όπως έχει υποστηριχτεί, [3] αλλά για πραγματικά σχέδια που είχαν βάση και δυνατότητες πραγματοποίησης.

 

Γεώργιος Στρέιτ (1868-1948) καθηγητής νομικής, πολιτικός. Στενός φίλος του βασιλιά Κωνσταντίνου, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο ως σύμβουλός του στα γεγονότα του Εθνικού Διχασμού.

 

Πρώτα από όλα πρέπει να καταστεί σαφές ότι τα σχέδια στα οποία θα αναφερθούμε εντάσσονταν απολύτως στο ευρύτερο πλαίσιο των στρατιωτικών σχεδιασμών και επιχειρήσεων της Γερμανίας στο Ανατολικό μέτωπο εκείνης της εποχής. Συγκεκριμένα, ξεκίνησαν ως σκέψεις από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του καλοκαιριού του 1916, όταν οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι αντεπιτέθηκαν ύστερα από την αγγλογαλλική επίθεση κατά της λίμνης Δοϊράνης τον Αύγουστο (9-18), και συνεχίστηκαν με συγκεκριμένες προτάσεις μετά τη δημιουργία της Προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης από τον Βενιζέλο.

 

Κωνσταντίνος Α΄, έργο του Philip de László (1868-1937) φιλοτεχνημένο τον Απρίλιο του 1914. Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

Η αντεπίθεση της Γερμανίας και της Βουλγαρίας στα Βαλκάνια[4] πυροδότησε παρασκηνιακά μια συζήτηση που ξέφευγε από την μέχρι τότε ανοιχτά διατυπωμένη άποψη των αντιβενιζελικών και των βασιλέων περί ουδετερότητας. Και η συζήτηση αυτή αφορούσε την ένταξη της Ελλάδας στον πόλεμο με την πλευρά της Γερμανίας. Οι Γερμανοί είδαν ότι με τη βοήθεια των Βούλγαρων είχαν καταφέρει να κερδίσουν σημαντικές μάχες στα ανατολικά της Μακεδονίας εναντίον των συμμάχων, και ότι είχαν σοβαρές πιθανότητες να τους κερδίσουν και στα δυτικά, ειδικά αν κατάφερναν να εξασφαλίσουν τη συμμετοχή της βασιλικής ελληνικής κυβέρνησης και του στρατού στο πλευρό τους. Έτσι ξεκίνησαν τις διαπραγματεύσεις.[5] Κύριος μοχλός και μέσο των διαπραγματεύσεων αυτών ήταν ο στρατιωτικός ακόλουθος της γερμανικής πρεσβείας στην Αθήνα ταγματάρχης Falkenhausen (Φαλκενχάουζεν).

Συγκεκριμένα, από τα μέσα Αυγούστου και ύστερα ο ταγματάρχης πύκνωσε τις επαφές του με το παλάτι. Οι προτάσεις του Falkenhausen όμως, δεν ήταν αρκετά πειστικές για τους βασιλείς (Κωνσταντίνο και Σοφία). Ουσιαστικά τους ζητούσε να ξεκινήσουν προετοιμασίες πολέμου, καλώντας 2-3 κλάσεις στρατού,[6] χωρίς κανένα αντάλλαγμα και χωρίς καμία εγγύηση ότι θα τους βοηθούσε άμεσα και από κοντά η Γερμανία, δηλαδή ουσιαστικά στηριζόταν μόνο στα φιλογερμανικά αισθήματα του Κωνσταντίνου και στη σχέση της γυναίκας του με τον αδερφό της.

Έτσι, σε συνεργασία με τους κοντινούς τους ανθρώπους, απέρριψαν, αρχικά τουλάχιστον, τις προτάσεις, παρ’ όλο που οι φόβοι, ειδικά της Σοφίας, ότι οι σύμμαχοι μπορεί να επέβαλλαν τελικά τον Βενιζέλο συλλαμβάνοντας τους βασιλείς, εκφράζονταν στο κοντινό τους περιβάλλον,[7] – άλλωστε η χώρα δεν είχε ακόμη διαιρεθεί. Παρ’ όλα αυτά οι συναντήσεις δεν σταμάτησαν. Αντιθέτως, τον Σεπτέμβρη του 1916 πύκνωσαν τόσο, που δικαίως προκάλεσαν διάφορα σχόλια στον Τύπο και την κοινή γνώμη, αλλά και διαμαρτυρίες ξένων πρεσβευτών που εύλογα πίστευαν ότι οι βασιλείς συνεννοούνταν έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας,[8] – ειδικά αν λάμβανε κανείς υπόψη του και την πρόσφατη (Μάιος 1916) παράδοση του Ρούπελ στη Βουλγαρία.

Η στάση των βασιλικών απέναντι στις γερμανικές προτάσεις φάνηκε να αλλάζει με την άφιξη του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη, τον Σεπτέμβριο του 1916, όταν την ημέρα που έμαθαν ότι ο Βενιζέλος πάει στη Θεσσαλονίκη, ο Στρέιτ έγραφε ότι «ο Πρωθυπουργός και ο υπουργός των εξωτερικών, λέγει, ήσαν το πρωί πανικόβλητοι, συνεβούλευον δ’ ότι πρέπει να εξέλθωμεν αμέσως της ουδετερότητος».[9] Αυτό βέβαια δεν έγινε, όμως η ταυτόχρονη σκλήρυνση της στάσης των συμμάχων και η ανοιχτή συμμαχία τους με τον Βενιζέλο, οδήγησε σε σοβαρές σκέψεις ακόμη και για δημοψήφισμα για την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο – σχέδιο το οποίο εγκρίθηκε από το συμβούλιο του στέμματος και ανατέθηκε στους Γούναρη και Ζαΐμη.[10]

 

Εθνικός Διχασμός: Πρωτοσέλιδο με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και το βασιλιά Κωνσταντίνο, με τον τίτλο «Η Ελλάδα δεν είναι πια ουδέτερη». Εφημερίδα The New York Times: Mid-week pictorial, Σεπτέμβριος 1916.

 

Παρ’ όλα αυτά, όμως, και παρά τις συνεχιζόμενες πιέσεις του Φαλκενχάουζεν, οι βασιλικοί παρέμεναν αναποφάσιστοι. Καταλύτης στον τρόπο που έβλεπαν τα πράγματα υπήρξαν τα Νοεμβριανά, τα οποία τους ανάγκασαν να στρέψουν τις όποιες ελπίδες τους πλέον αποκλειστικά σε μια επέμβαση της Γερμανίας. Άλλωστε οι Γερμανοί τούς είχαν εγγυηθεί από νωρίτερα ότι σε ενδεχόμενη σύγκρουση με τους συμμάχους στον βορρά, θα νικούσαν.[11] Και η πρότασή τους αυτή τη φορά δεν αφορούσε απλώς μια μετριοπαθή στάση – όπως ουδετερότητα, επιστράτευση, κ.λπ.-, αλλά ένα σχέδιο αντεπίθεσης: οι βασιλικές στρατιωτικές δυνάμεις θα επιτίθονταν από τον νότο και οι Γερμανοί θα εισέβαλλαν από τον βορρά, δημιουργώντας ένα διπλό μέτωπο που δύσκολα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει η Στρατιά της Ανατολής.

Το πρόβλημα, βέβαια, ήταν ότι οι σύμμαχοι ζητούσαν πλέον (Δεκέμβρης 1916) την αποχώρηση των βασιλικών στρατευμάτων από τη Θεσσαλία, πράγμα που θα δυσκόλευε εξαιρετικά τους βασιλικούς στο κοινό σχέδιο με τους Γερμανούς. Γι’ αυτό τον λόγο είχαν ξεκινήσει τη συγκρότηση ομάδων ατάκτων που θα δρούσαν στα βόρεια της Θεσσαλίας, με στόχο να βοηθήσουν στην αναχαίτιση ενδεχόμενης προέλασης της Στρατιάς της Ανατολής προς τα νότια, αλλά και την αναμενόμενη γερμανική επίθεση από τον βορρά.

Τις άτακτες αυτές ομάδες, τις οργάνωνε ο ταγματάρχης Φαλκενχάουζεν,[12] με βασικό βοηθό του τον επίστρατο Φραγκίσκο[13] και τον Καραβίτη. Για τον εξοπλισμό τους είχαν προβλεφθεί 5.000 τυφέκια, 6 μυδραλιοφόρα και 11 κανόνια, με τα παρελκόμενά τους, και τις προμήθειες.[14] Μάλιστα, στη δημιουργία αυτών των ομάδων ενεργό ρόλο φαίνεται πως είχε παίξει η βασίλισσα Σοφία, η οποία εκτός των συναντήσεων που προαναφέρθηκαν στην Αθήνα με τον Φαλκενχάουζεν, είχε και μυστική αλληλογραφία μαζί του, με τηλεγραφήματα μέσω Βερολίνου. Η δράση της (μέσω αλληλογραφίας) πρέπει να έγινε πιο έντονη μετά τα Νοεμβριανά του 1916, οπότε τρομοκρατημένη έγραφε: «Από θαύμα σωθήκαμε μετά τον τρίωρο βομβαρδισμό εναντίον του παλατιού […] σωθήκαμε κατεβαίνοντας στα υπόγεια […] περιμένουμε τα πάντα τώρα […] σας παρακαλώ να μας πληροφορήσετε πότε ο στρατός της Μακεδονίας θα είναι έτοιμος με ενισχύσεις ώστε να περάσει στην αντεπίθεση. Πείτε στον Φαλκενχάουζεν να επικοινωνήσει μαζί μας πριν φύγει για τη Μακεδονία. Σοφία».[15]

 

Η βασίλισσα Σοφία της Ελλάδας. Στην φωτογραφία το 1887 ως πριγκίπισσα της Πρωσίας και της Γερμανίας. National Portrait Gallery, London.

 

Η βασίλισσα Σοφία της Ελλάδας (1870-1932) αδελφή του Γερμανού αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β΄. Στην φωτογραφία το 1887 ως πριγκίπισσα της Πρωσίας και της Γερμανίας. National Portrait Gallery, London.

 

Το σχέδιο λοιπόν ήταν να λειτουργήσουν οι άτακτες ομάδες συμπληρωματικά στην κινητοποίηση των βασιλικών στρατευμάτων, σε περίπτωση που υποχωρούσαν στα βόρεια της Πελοποννήσου. Ακόμη όμως και σε αυτή την περίπτωση, οι βασιλικοί είχαν έτοιμο σχέδιο να επαναφέρουν άμεσα τα στρατεύματά τους στη Στερεά – πράγμα που δικαιολογεί και την πρωθύστερη ανησυχία των βενιζελικών και των συμμάχων.[16] Αν ο γερμανικός στρατός κατέβαινε προς τον νότο, οι βασιλικοί θα προέλαυναν προς βορρά, έχοντας έτοιμα τα αντάρτικα σώματα που θα καθυστερούσαν τη Στρατιά της Ανατολής μέχρι να φτάσουν.

 

Ο Βενιζέλος μετακινείται από τα Χανιά στη Θεσσαλονίκη, όπου δημιουργεί την Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης. Η πρώτη σελίδα του «Exelsior» που απεικονίζει την άφιξη του Βενιζέλου και την υποδοχή του από τον στρατηγό Sarrail, διοικητή του Armée d’ Orient. «Exelsior», Οκτώβριος 1916.

 

Το δεύτερο όμως, και μεγαλύτερο, πρόβλημα των βασιλικών ήταν ότι οι Γερμανοί δεν φαίνονταν διατεθειμένοι να αναλάβουν την πρωτοβουλία της επίθεσης. Άφηναν μεν να κυκλοφορούν φήμες πως θα επέμβουν, αλλά υποδείκνυαν στα τηλεγραφήματά τους στους βασιλείς να ενεργήσουν πρώτοι. Οι γερμανοί στρατηγοί έβλεπαν ότι το θέατρο των επιχειρήσεων στα Βαλκάνια είχε αλλάξει σε σχέση με το καλοκαίρι και ότι η Στρατιά της Ανατολής είχε δυναμώσει κι άλλο. Ταυτοχρόνως, είχαν να αντιμετωπίσουν το πολύ σοβαρό πρόβλημα της Ρουμανίας. Δεν ήταν λοιπόν έτοιμοι να αναλάβουν ένα καινούργιο μέτωπο, αν δεν είχαν ενδείξεις ότι υπάρχει σοβαρή στρατιωτική δύναμη που θα βοηθούσε. Αν οι συρράξεις ξεκινούσαν και οι συμμαχικές δυνάμεις βρίσκονταν απασχολημένες στον νότο, θα ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία για αυτούς να χτυπήσουν από τον βορρά. Στις 3 Δεκεμβρίου, ο Κάιζερ έγραφε σχεδόν εκβιαστικά στη Σοφία:

 

Είδα τους κινδύνους που εσύ και ο Τίνο περάσατε […] Η Αντάντ έδειξε ποιος είναι πλέον ο σκοπός της […] O Τίνο δεν έχει πλέον άλλη επιλογή παρά να στραφεί ανοιχτά εναντίον των σφαγέων του. Η παρέμβαση του Τίνου με τις συνεργαζόμενες δυνάμεις του εναντίον της δυτικής πτέρυγας του Σαράιγ θα φέρει τη λύση για την απόφαση σχετικά με τη Μακεδονία και την απελευθέρωση της φτωχής Ελλάδος. Ο Τίνο το ξέρει. Σκεφτόμενος εσένα και τον Τίνο, Βίλχελμ.[17]

 

Για τους βασιλικούς όμως, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Αν δεν ερχόταν σε βοήθειά τους η Γερμανία, θεωρούσαν πως ήταν χαμένοι και ότι οι βασιλείς θα βρίσκονταν σε κίνδυνο. Πώς θα αναλάμβαναν πρώτοι την πρωτοβουλία μιας επίθεσης, χωρίς να γνωρίζουν αν τελικά θα τους βοηθήσουν εγγυημένα οι Γερμανοί; Θα ήταν σαν άλμα στο κενό. Επιβεβαιώνοντας λοιπόν την πρόθεσή τους να υλοποιήσουν το κοινό σχέδιο, προσπαθούσαν να πείσουν τους Γερμανούς να επιτεθούν αυτοί πρώτοι. Γι’ αυτόν τον λόγο και η Σοφία απαντούσε έξυπνα στις 26 Δεκεμβρίου στον αδελφό της πως, δεδομένης της κατάστασης για τους γερμανόφιλους στην Ελλάδα:

 

[…] η λύση που προτείνεις είναι η μόνη πιθανή, καθώς εάν επιτεθείτε εσείς στον Σαράιγ από βόρεια, θα αναγκαστεί να υποχωρήσει προς τα νοτιοανατολικά, όπου θα τον περιμένει ο δικός μας στρατός. Αυτή τη στιγμή όμως η απόσταση είναι μεγάλη, οι επικοινωνίες αποκομμένες και οι προμήθειες ελάχιστες. Μια δική σας αποφασιστική και άμεση επίθεση θα δημιουργούσε για την Ελλάδα τις προϋποθέσεις για επέμβαση και για έξοδο από τη φρικτή κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Σε φιλώ, Σοφία.[18]

 

Ουσιαστικά, δηλαδή, προσπαθούσε να ερμηνεύσει την απάντηση του Κάιζερ ως πρωτοβουλία επίθεσης πρώτα από μέρους τους. Ταυτόχρονα, και οι υπόλοιποι βασιλικοί αποφάσισαν να πιέσουν. Στις 31 Δεκεμβρίου ο Ζαλοκώστας τηλεγραφούσε στον Θεοτόκη, στο Βερολίνο, τα αιτήματα των συμμάχων μετά τα Νοεμβριανά, περί εκκένωσης της Θεσσαλίας και απομάκρυνσης του στρατού στη βόρεια Πελοπόννησο, και ζητούσε να μάθει αν η επίθεση των Γερμανών στη Θράκη θα ξεκινούσε και πότε, ώστε να οργανώσουν την απάντησή τους στους συμμάχους. Δύο μέρες αργότερα, μετέφερε τηλεγράφημα της Σοφίας που προσπαθούσε να πιέσει να ξεκινήσει η επίθεση όσο το δυνατόν πιο γρήγορα (2.1.1917).[19] Παράλληλα με τον Ζαλοκώστα, και ο Θεοτόκης τηλεγραφούσε στον Κωνσταντίνο στις 30 Δεκεμβρίου 1916, λέγοντάς του ότι είδε τον Ζίμερμαν που συμφωνούσε μεν με τη γερμανική αντεπίθεση από τον βορρά, ωστόσο έπρεπε να πάρει την έγκριση του Χίντεμπουργκ. Ο Θεοτόκης ζητούσε να λάβει σαφή απάντηση αν θα γίνει η επίθεση. Αν αυτό δεν γινόταν, τότε το βασιλικό συμβούλιο, – «αν και θα ήθελε πάρα πολύ» [sic] -, δεν μπορούσε να αναλάβει καμία δράση.[20]

 

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ της Ελλάδας στο γραφείο του, με τη βασίλισσα Σόφια την 1η Φεβρουαρίου 1921. Bibliothèque nationale de France.

 

Γεώργιος Θεοτόκης (1844 – 1916). Πολιτικός, διετέλεσε τέσσερις φορές πρωθυπουργός της χώρας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού υποστήριξε την ουδετερότητα και την ελληνογερμανική προσέγγιση, συνταχθείς με τον βασιλιά Κωνσταντίνο και τις αντιβενιζελικές δυνάμεις.

Σε αυτές τις πιέσεις οι Γερμανοί απάντησαν ζητώντας ξανά την εγκατάλειψη της θέσης ουδετερότητας και την ένταξη στον πόλεμο φανερά, με το πλευρό της Γερμανίας. Μάλιστα, σε τηλεγραφήματα του Θεοτόκη αναφέρονταν τα οφέλη που θα υπήρχαν για τη χώρα από τη συνεργασία με Βουλγαρία και Τουρκία. Επίσης ρωτούσαν αν τα στρατιωτικά σώματα, που βρίσκονταν πίσω από τη συμφωνηθείσα με τους συμμάχους γραμμή, θα προχωρούσαν πάνω από τη γραμμή ουδετερότητας, ώστε τη στιγμή που θα ερχόταν ο γερμανικός στρατός να τους συναντούσε ευκολότερα στην Καβάλα. Αυτή όμως η λύση δεν ήταν δυνατή, όπως αρχικά ανέφεραν οι έλληνες αξιωματούχοι και στη συνέχεια και ο ίδιος Φαλκενχάουζεν.

Ένα από τα προβλήματα του σχεδίου ήταν η διάσπαση των αντιβενιζελικών δυνάμεων σε διαφορετικά σημεία. Στη μεταξύ τους αλληλογραφία για το παραπάνω σχέδιο, ο γερμανός στρατηγός πρότεινε στον Κωνσταντίνο να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του στην Καβάλα, τη Δράμα και τις Σέρρες, και να τις θέσει υπό τις διαταγές του Makheuser, ενώ ο ίδιος (ο Κωνσταντίνος) θα συγκέντρωνε υπό τις διαταγές του τους στρατιώτες που είχαν αποχωρήσει από τη Θεσσαλονίκη και αυτούς που βρίσκονταν ακόμη εκεί και όλες τις υπόλοιπες δυνάμεις της Παλαιάς Ελλάδας που βρίσκονταν διασκορπισμένες. Τότε θα έρχονταν οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι στο Μοναστήρι και θα άρχιζε η επίθεση.

Όμως, τα Νοεμβριανά, οι απαιτήσεις των συμμάχων που ήταν ασφυκτικές, ο αποκλεισμός, η δημιουργία της ουδέτερης ζώνης στη Θεσσαλία, η επικείμενη αποχώρηση των βασιλικών στρατευμάτων από την περιοχή και η συγκέντρωσή τους στο βόρειο μέρος της Πελοποννήσου, είχαν δημιουργήσει ένα κλίμα που, όσο περνούσε ο καιρός, γινόταν όλο και πιο δύσκολο για τους βασιλικούς. Οι περιορισμοί στις επικοινωνίες, η εξάντληση των αποθεματικών συντήρησης των υπαρχόντων στρατευμάτων λόγω του αποκλεισμού και η σταδιακή ενδυνάμωση της Στρατιάς της Ανατολής, είχαν φτάσει στα όριά τους τους βασιλικούς, τη στιγμή μάλιστα που οι φόβοι ότι οι σύμμαχοι θα κατέβαιναν προς τον νότο ανά πάσα στιγμή, με τελικό στόχο τη σύλληψη του βασιλιά και την επιβολή του Βενιζέλου, αυξάνονταν. Έτσι η ανάγκη επέμβασης του γερμανικού στρατού ήταν περισσότερο επιτακτική από ποτέ, και όσο καθυστερούσε, τόσο αυξάνονταν οι φόβοι και οι ανασφάλειες των βασιλικών. Εκείνη την περίοδο η βασίλισσα έγραφε: «αν η επίθεση δεν γίνει γρήγορα, θα είναι πολύ αργά».[21]

Ευγένιος Ζαλοκώστας (1855-1919 ). Διπλωμάτης, υπουργός εξωτερικών της Ελλάδας στην κυβέρνηση Σπυρίδωνος Λάμπρου στα χρόνια 1916-1977.

Τη στιγμή λοιπόν, που ακόμη και η διατήρηση των ομάδων ατάκτων του Φαλκενχάουζεν είχε καταστεί δυσχερής, καθώς οι προμήθειες είχαν σχεδόν τελειώσει – όπως τηλεγραφούσε η Σοφία στις 2 Ιανουάριου 1917 – και που ο Ζαλοκώστας απευθυνόταν με αγωνία στον Θεοτόκη στο Βερολίνο, ζητώντας του να μάθει πότε επιτέλους θα ξεκινούσε η γερμανική επίθεση,[22] οι Γερμανοί φαίνεται ότι είχαν εγκαταλείψει πια οριστικά το σχέδιο της επίθεσης στη Στρατιά της Ανατολής. Και δεν ήταν μόνο οι καθυστερήσεις που οδηγούσαν σε αυτό το συμπέρασμα, αλλά και η επικέντρωση σε έναν άλλο στόχο: αυτόν της σωτηρίας των βασιλικών όπλων από τα χέρια των βενιζελικών και των συμμάχων.

Στις αρχές Ιανουάριου ο Θεοτόκης τηλεγραφούσε από το Βερολίνο (5.1.1917) ότι οι Γερμανοί ζητούσαν διαβεβαίωση πως η Αθήνα θα φροντίσει ώστε τα όπλα τους να μην πέσουν στα χέρια των συμμάχων και, σε περίπτωση που χρειαζόταν, να τα καταστρέψουν – θα τους αποζημίωναν οι ίδιοι οι Γερμανοί. Οι προσπάθειες μεταφοράς των όπλων αυτών στην Πελοπόννησο μετά τις 19 Ιανουάριου έβαζαν στην ουσία τέλος στις ελπίδες των βασιλικών,[23] παρ’ όλες τις διαβεβαιώσεις των Γερμανών στον Ζαλοκώστα ότι η επίθεση θα γίνει τελικά, αλλά μετά το τέλος της επίθεσης στη Ρουμανία.[24]

Η μόνη δραστηριότητα που μάλλον διατηρήθηκε για κάποιον καιρό ακόμη ήταν οι ομάδες των Φαλκενχάουζεν και Φραγκίσκου, για τη μεγάλη σημασία των οποίων τηλεγραφούσε η Σοφία στις 14 Ιανουάριου 1917. Φαίνεται ότι οι ομάδες αυτές ήταν ακόμη χρήσιμες για την απόκρυψη των όπλων και για τις απαραίτητες μικροσυμπλοκές που χρειάζονταν στη ζώνη ουδετερότητας για να δείξουν ότι οι βασιλικοί δεν θα παραδίδονταν αμαχητί.

Από τα παραπάνω φαίνεται πως το πρόβλημα ήταν ότι καμιά από τις δυο πλευρές δεν ήταν διατεθειμένη να κάνει το πρώτο βήμα χωρίς τις απαραίτητες εξασφαλίσεις. Οι Γερμανοί του Κάιζερ δεν μπορούσαν να στείλουν πρώτοι στρατό να αντιπαρατεθεί σε μια τεράστια στρατιά, όπως αυτή του Σαράιγ, χωρίς να είναι σίγουροι ότι τους ευνοούσαν οι συνθήκες. Και αν οι συνθήκες έμοιαζαν ευνοϊκές για αυτούς μετά το καλοκαίρι του 1916, η είσοδος της Ρουμανίας στον πόλεμο, το φθινόπωρο, με την πλευρά των συμμάχων, σίγουρα άλλαξε άρδην τα δεδομένα. Αυτό εξηγεί και την αναποφασιστικότητα του Χίντεμπουργκ – την οποία θεωρούσαν υπεύθυνη για τη συνεχή αναβολή της γερμανικής επίθεσης τόσο ο Ζαλοκώστας, όσο και ο Θεοτόκης.[25] Ο επικεφαλής του γερμανικού στρατού παρ’ όλα αυτά δεν ήθελε να αποκλείσει το ενδεχόμενο ανοίγματος ενός νέου μετώπου για τους συμμάχους στον νότο, τη στιγμή που ήταν απασχολημένοι στον βορρά. Ούτε όμως και ο Κωνσταντίνος και η Σοφία μπορούσαν να αρχίσουν πρώτοι τις διαδικασίες σύγκρουσης με τους συμμάχους, καθώς θα διακινδύνευαν την απόλυτη καταστροφή των δυνάμεών τους, σε περίπτωση που οι Γερμανοί αποφάσιζαν τελικά να μην έρθουν σε βοήθεια. Έτσι, η όλη προσπάθεια διακόπηκε ουσιαστικά στις αρχές του 1917, βάζοντας τέλος στις βασιλικές ελπίδες, παρ’ όλο που τα αντάρτικα σώματα του Φαλκενχάουζεν συνέχισαν να δρουν τουλάχιστον έως τον Μάιο του 1917.[26]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Νικ. Πετσάλης – Διομήδης, «Τη Σμύρνη ή την Πόλη; Μια εναλλακτική λύση που ο Βενιζέλος απέρριψε μάλλον βεβιασμένα» και Γ. Πικρός, «Ο Βενιζέλος και το κυπριακό ζήτημα», Θ. Βερέμης, Οδ. Δημητρακόπουλος (επιμ.), Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, Αθήνα, Φιλιππότης, 1980, σ. 101-118.

[2] Στο επίπεδο των φόβων μάλιστα, παρατηρείται το εξής παράδοξο: οι αντιβενιζελικοί φαίνεται ότι φοβούνταν οποιαδήποτε ανάμιξη στον πόλεμο, υπολογίζοντας σοβαρά και την περίπτωση νίκης των Κεντρικών Δυνάμεων – πράγμα διόλου απίθανο το 1915 ως πιθανότητα -, ενώ οι βενιζελικοί, όπως φαίνεται και από τη μετέπειτα ιστοριογραφία του Διχασμού, δεν φαίνεται να φοβούνταν καθόλου ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

[3] Για να απαιτήσουν την αποστράτευση και μεταφορά των βασιλικών δυνάμεων στην Πελοπόννησο και την παράδοση του πολεμικού υλικού και του στόλου, βλ. Πετσάλη- Διομήδη, Η Ελλάδα των δύο κυβερνήσεων, σ. 39-40.

[4] Η οποία ήταν γνωστή εκ των προτέρων στο παλάτι – ο Θεοτόκης είχε τηλεγραφήσει για αυτήν από το Βερολίνο από τις 4 Αυγούστου – χωρίς όμως να είναι γνωστή και η έκτασή της («Δεν γνωρίζω αν αυτή η επίθεση θα είναι αποφασιστική και γρήγορη, υποθέτω ότι θα είναι περιστασιακή»), ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, Θεοτόκης προς βασιλιά Κωνσταντίνο, 4.8.1916.

[5] Παρασκηνιακά βέβαια οι Γερμανοί είχαν προσπαθήσει και νωρίτερα να προσεγγίσουν τη βασιλική κυβέρνηση, για παράδειγμα υποσχόμενοι χρηματική βοήθεια για να κερδίσουν τις εκλογές – πρόταση την οποία απέρριψαν οι Σκουλούδης και Γούναρης – αλλά και μέσω παραινέσεων του αυτοκράτορα της Γερμανίας προς τον Κωνσταντίνο. ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Στρέιτ, «Ημερολόγιο Στρέιτ», 6 και 7.7.1916.

[6] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Στρέιτ, «Ημερολόγιο Στρέιτ», 31.8.1916.

[7] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, «Ημερολόγιο Στρέιτ», 4.7.1916. Αυτοί οι φόβοι του παλατιού πάντως δεν φαίνεται να ήταν γνωστοί στον Φαλκενχάουζεν, αφού δεν τους χρησιμοποίησε καθόλου ως μέσο πίεσης.

[8] Βλ. διαμαρτυρίες Guillemin, ο οποίος κατηγορούσε τους βασιλείς ότι έκαναν σαφείς διακρίσεις («Ημερολόγιο Στρέιτ», 13.8.1916). Ειδικά με τη Σοφία υπήρχε πιο συχνή επαφή. Ο Στρέιτ έγραφε στο προσωπικό του ημερολόγιο «Αληθώς εις την Βασίλισσαν έρχονται συχνάκις την Κυριακήν, λέγει ο Βασιλεύς, αλλ’ αυτός (ο Βασιλιάς) δεν τους είδεν ή σπανιώτατα ακριβώς κατερχόμενος την ώραν εκείνη, ανά πάσαν Κυριακήν εις της Πριγκηπίσσης Ελένης» («Ημερολόγιο Στρέιτ», 6.9.1916).

[9] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, «Ημερολόγιο Στρέιτ», 12.9.1916.

[10] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, «Ημερολόγιο Στρέιτ», 8.11.1916.

[11] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, «Ημερολόγιο Στρέιτ», 31.8.1916.

[12] Πετσάλη-Διομήδη, Η Ελλάδα των δύο κυβερνήσεων, σ. 70. Για την οργάνωση βλ. και τηλεγράφημα Ζαλοκώστα, 17.12.1916, ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 5, υπ. 2.

[13] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Ζαλοκώστας προς Θεοτόκη, 14.1.1917.

[14] Θεωρούσε μάλιστα πως ένα περιστατικό στην Κορυτσά θα έδινε πάτημα για την ανάπτυξη αυτών των δυνάμεων ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Τηλεγράφημα Ζαλοκώστα, 17.12.1916.

[15] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, Τηλεγράφημα Θεοτόκη, 23.11.1916.

[16] Οι σύμμαχοι και οι βενιζελικοί ανησυχούσαν αμέσως μετά τα Νοεμβριανά για το ενδεχόμενο ένοπλης σύρραξης στη Θεσσαλία. Γι’ αυτό και είχαν επιμείνει τόσο στη μεταφορά του βασιλικού στρατού στην Πελοπόννησο· βλ. Γιάνν. Μουρέλος, Τα «Νοεμβριανά» του 1916, Αθήνα, Πατάκης, 2007, σ. 313.

[17] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, Τηλεγράφημα Θεοτόκη 3.12.1916.

[18] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, Τηλεγράφημα Θεοτόκη 26.12.1916.

[19] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Ζαλοκώστας προς Θεοτόκη 31.12.1916 και 2.1.1917.

[20] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Ζαλοκώστας προς Θεοτόκη 30.12.1916.

[21] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Ζαλοκώστας προς Θεοτόκη 2.1.1917.

[22] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Ζαλοκώστας προς Θεοτόκη 6.1.1917.

[23] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Ζαλοκώστας προς πρέσβη στο Βερολίνο (20.1.1917), όπου του αναφέρει ότι όπλα και πυρομαχικά θα μεταφερθούν στην Πελοπόννησο.

[24] Στο ίδιο.

[25] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, cp. 4, υπ. 2, Αλληλογραφία Ζαλοκώστα-Θεοτόκη 30.12.1916 και 13.1.1917.

[26] Βλ. συγκρούσεις με βενιζελικές και συμμαχικές δυνάμεις τον Μάιο του 1917 στην ουδέτερη ζώνη· ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 5, Έκθεση του διοικητή του Γ’ Σώματος Στρατού.

 

Δημήτρης Μπαχαράς

Ο Δημήτρης Μπαχάρας είναι ιστορικός και εργάζεται στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης (ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ).  Έχει σπουδάσει στο Λονδίνο (MA, King’s College) και το Παρίσι (διδακτορικό, EHESS) και τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στην περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, σε θέματα δημοκρατίας, φασισμού και αντικομμουνισμού την περίοδο του Μεσοπολέμου, καθώς και στην ιστορία των προκρίτων της Πελοποννήσου του 19ου αιώνα. Έχει συμμετάσχει σε συνέδρια στο εξωτερικό και την Ελλάδα και άρθρα του έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικούς τόμους και επιστημονικά περιοδικά στη Γαλλία και την Ελλάδα.

«Φόβοι και ελπίδες στα νεότερα χρόνια», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Ε.Ι.Ε.). Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα, 2017.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και ένας εμφύλιος που ονομάστηκε «Διχασμός». Γ. Β. Δερτιλής στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015. 


 

Η ανακοίνωση αυτή στηρίζεται σε ένα αφήγημα των γεγονότων της περιόδου 1914-1922. Το αφήγημα απευθύνεται πρωτίστως στο γενικό κοινό και όχι τόσο σε συναδέλφους που ήδη γνωρίζουν τα γεγονότα. Γι’ αυτό θα περιοριστώ σε μία και μόνη επεξηγηματική υποσημείωση.  Σε ένα κείμενο αναγκαστικά βραχύλογο που όμως φιλοδοξεί να καλύψει ένα θέμα ευρύτατο, η επίδειξη εμβρίθειας με παραπομπές και υποσημειώσεις θα ήταν περιττή.

Αφηγούμενος τα συμβάντα και συνδέοντάς τα συνεχώς με τη χρονολόγησή τους, ελπίζω να αναδείξω τα αίτιά τους και, επομένως, τα εξής ερμηνευτικά συμπεράσματα που ενδιαφέρουν και τους ιστορικούς.

Κωνσταντίνος Α΄, έργο του Philip de László (1868-1937) φιλοτεχνημένο τον Απρίλιο του 1914. Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Πρώτον, ότι στον «Διχασμό» οδήγησαν κυρίως εξωγενή «αιτιακά πλέγματα»: τα πολιτικά και οικονομικά διακυβεύματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και οι αντίστοιχες μεταβολές του γεωπολιτικού περιβάλλοντος της Ελλάδας πριν, κατά και μετά τον πόλεμο.

Δεύτερον, ότι η τεράστια σημασία των διακυβευμάτων του μεγάλου πολέμου τον κατέστησε έναν πόλεμο συνειδητής και δυνάμει ολοκληρωτικής εξόντωσης του αντιπάλου όπως μαρτυρεί η μαζική βιαιότητά του.

Τρίτον, ότι εφόσον οι ελληνικές επιδιώξεις στα Βαλκάνια και στην Ανατολή ήταν παράλληλες προς τις τοπικές επιδιώξεις ορισμένων Δυνάμεων αλλ’ αντίθετες προς επιδιώξεις άλλων, ήταν αναπόφευκτο να μεταφερθούν και στην Ελλάδα οι ιδιότητες του ολοκληρωτικού πολέμου. Με αυτές επρόκειτο να διεξαχθεί και ο «Διχασμός».

Γι’ αυτό άλλωστε, τέταρτον, ο λεγόμενος «Διχασμός» ήταν ουσιαστικώς ένας εμφύλιος πόλεμος που διήρκεσε εννέα χρόνια, οδήγησε σε μαζικούς διωγμούς, πολιτικές δολοφονίες και εκτελέσεις, άφησε χιλιάδες τραυματίες και νεκρούς, και μετά το 1922 επέφερε τέσσερις δικτατορίες και δεκατέσσερα στρατιωτικά κινήματα.

Στις 28 Ιουλίου 1914, η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Σερβίας. Στις 3 Αυγούστου, η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε διακηρύξει ένοπλη ουδετερότητα. Στα τέλη Οκτωβρίου, όμως, υπέγραψε με τη Γερμανία μια συμφωνία που στρεφόταν κατά της Ρωσίας. Η Ρωσία, η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία κήρυξαν πάραυτα τον πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στην Ελλάδα βασίλευε ο Κωνσταντίνος, σύζυγος της αδελφής του Κάιζερ, γερμανο-σπουδασμένος και θαυμαστής της γερμανικής πειθαρχίας και στρατιωτικής ισχύος. Το 1914, ενώ ενδομύχως επιθυμούσε συμμαχία με τη Γερμανία, ήταν υπέρ της ουδετερότητας· η οποία, με τα γεωπολιτικά δεδομένα των Βαλκανίων, θα ήταν ουσιαστικώς μια ευμενής ουδετερότητα υπέρ της Γερμανίας. Ενδομύχως, επιθυμούσε βεβαίως συμμαχία με τις λεγόμενες «Κεντρικές Δυνάμεις»: τις δύο αυτοκρατορίες, τη Γερμανική και την Αυστρο-Ουγγρική, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αυτά άλλωστε πίστευαν τόσο η Entente όσο και ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Ο πρωθυπουργός θεωρούσε επιπλέον τα ελληνικά συμφέροντα παράλληλα και συμπληρωματικά των βρετανικών. Ο ελληνικός στόλος καθιστούσε την Ελλάδα έναν δυνάμει σημαντικό σύμμαχο των Βρετανών. Αντιθέτως, αν η Ελλάδα συμμαχούσε με τους Γερμανούς, θα ήταν γι αυτούς δευτερεύων σύμμαχος σε σύγκριση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία· και ο ελληνικός στόλος θα ήταν εύκολος στόχος για το πανίσχυρο βρετανικό ναυτικό…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γ.Β.Δερτιλή πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο Α Παγκόσμιος Πόλεμος και ένας εμφύλιος που ονομάστηκε «Διχασμός»

 

 

Read Full Post »

1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Πρακτικά διημερίδας 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Εκδόθηκε ο τόμος των Πρακτικών της διημερίδας με θέμα: «1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις», που πραγματοποιήθηκε στο Άργος στην αίθουσα Τέχνης και Πολιτισμού «Μέγας Αλέξανδρος» στις 7 και 8 Νοεμβρίου 2015, από τον Σύνδεσμο Φιλολόγων Αργολίδας και τον Δήμο Άργους Μυκηνών.

[…] Οι εισηγήσεις καταξιωμένων Πανεπιστημιακών Δασκάλων και των Ειδι­κών Επιστημόνων, που περιέχει η έκδοση, καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων που γεννά η ιστορική, κοινωνιολογική και πολιτική μελέτη του Εθνικού Διχασμού, με πρώτο αυτό καθεαυτό τον εμφύλιο χαρακτήρα του και την πολυπλοκότητα της αλ­ληλουχίας των αντίστοιχων γεγονότων.

Μέσα σε αυτά εντάσσουν και τη δράση ορι­σμένων άλλων παραγόντων και πολιτικών προσώπων, η σημασία της δράσης των οποίων έχει υποτιμηθεί. Ασχολούνται, με τον πυρήνα του εθνικού διχασμού ως εσωτερικού προβλήματος που δεν είναι άλλος από την πολιτειακή εκτροπή και τις αντισυνταγματικές πρακτικές. Εξετάζουν τα γεγονότα σε σχέση με τα νέα δεδομένα στο διεθνές πλαίσιο και τις προσπάθειες αναπροσανατολισμού της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Δεν παραλείπεται επίσης η διερεύνηση ορισμένων τοπικών περιπτώσεων, αρκετά ενδεικτικών της επέκτασης του εθνικού διχασμού στην περιφέρεια. Σε αυτές οπωσδήποτε συγκαταλέγεται και η περιοχή της Αργολίδας. Διερευνάται, επιπλέον, η απήχηση των γεγονότων στην Εκκλησία, στον πνευματικό κόσμο της χώρας, και στην καλλιτεχνική ζωή, ενώ αναλύεται και μία πολύ χαρακτηριστική «εικόνα» της Ευρώ­πης, διαμορφούμενη από την ελληνική κοινή γνώμη μέσω του Τύπου της εποχής. Παρουσιάζονται οι προεκτάσεις και οι βαθύτερες συνέπειες του Εθνι­κού Διχασμού στην πολιτική και την κοινωνία του Μεσοπολέμου, αλλά και μεταγενέ­στερα. Επιχειρείται, τέλος, η αξιολόγηση της αντιμετώπισης τραυματικών εθνικών γεγονότων, όπως αυτά του Εθνικού Διχασμού, από τη σύγχρονη σχολική Ιστορία. (Από την Εισαγωγή στη θεματική της Διημερίδας – Δημήτριος Κ. Γιαννακόπουλος).

 

Περιέχονται οι εισηγήσεις:

  • Χαιρετισμός Προέδρου Κ.Ε.Δ.Α.Μ. Πέτρου Διολίτση.
  • Χαιρετισμός Προέδρου Σ.Φ.Α. Νικόλαου Μπουμπάρη.
  • Εισαγωγή στη θεματική της Διημερίδας – Δημήτριος Κ. Γιαννακόπουλος.
  • Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και ένας εμφύλιος που ονομάστηκε «Διχασμός» – Γ. Β. Δερτιλής.
  • Από την παράδοση του οχυρού Ρούπελ στην κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης. Μια περιπτωσιολογική ανάλυση των αιτίων του Εθνικού Διχασμού – Διονύσιος Τσιριγώτης.
  • «Αυτός ο προδότης δεν έπρεπε να επιζήσει από την απόπειρα της 21η,! Ιουνίου», Αντιβενιζελισμός & γερμανική προπαγάνδα στην Ελλάδα του Εθνικού Διχασμού – Στρατής Δορδανάς.
  • Η περιπέτεια του Εθνικού Διχασμού και η στάση του πνευματικού κόσμου της εποχής – Βασίλης Τσιλιμίγκρας
  • Στοιχεία για δύο εκδηλώσεις του Εθνικού Διχασμού στο Αργος: Το «ανάθεμα» και η εξορία του Δ. Βαρδουνιώτη – Βασίλης Δωροβίνης.
  • Εθνικός Διχασμός 1915-1917. Η «προσχώρηση» των Κυκλάδων. Εντάσεις και διευθετήσεις – Κώστας Δανούσης.
  • Η Ήπειρος κατά τον A ‘ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ιταλική κατοχή, 1917 – Ελευθερία Κ. Μαντά.
  • Οι “ελάσσονες” πολιτικές ηγεσίες στο κράσπεδο της εμφύλιας διαμάχης. Η περίπτωση του Αλέξανδρου θρ. Ζαΐμη – Νίκη Μαρωνίτη.
  • Οι επιπτώσεις του Εθνικού Διχασμού στον Μεσοπόλεμο – Άλκης Ρήγος.
  • Διασπάσεις και μεταλλάξεις του βενιζελικού χώρου τη δεκαετία του ’40. Η περίπτωση της Μακεδονίας – Τάσος Χατζηαναστασίου.
  • Οι συνταγματικές διαστάσεις του A’ Εθνικού Διχασμού – Σπύρος Βλαχόπουλος.
  • Εθνικός Διχασμός και διεθνές περιβάλλον – Ευάνθης Χατζηβασιλείου
  • Όψεις της Ευρώπης στον ελληνικό Διχασμό – Λίνα Λούβη.
  • Ο αντίκτυπος του Εθνικού Διχασμού (1915-1917) στην περιφέρεια. Η περίπτωση της Αργολίδας – Καλποδήμου Καλλιόπη, Κόνδης Γεώργιος.
  • Γυναίκες ηθοποιοί στην πολιτική σκηνή την περίοδο του Εθνικού Διχασμού – Γεωργοπούλου Βαρβάρα.
  • Ο Εθνικός Διχασμός και ο Μεγάλος Πόλεμος. Η σχολική ιστορία και η προσέγγιση των γεγονότων στη σκιά των παθογενειών της ελληνικής ιστορικής εκπαίδευσης – Βασιλική Σακκά.

 

Έκδοση:

Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας – Δήμος Άργους Μυκηνών – Κ.Ε.Δ.Α-Μ, Άργος, 2018.

 

1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό

 

Παρουσίαση των πρακτικών της Διημερίδας για τον Εθνικό Διχασμό – Βασίλης Τσιλιμίγκρας

 

[…] Το βιβλίο που παρουσιάζεται σήμερα αποτελεί τα πρακτικά μιας διημερίδας στο οποίο περιέχονται εισηγήσεις που είναι αποτέλεσμα  ερευνών και ερμηνευτικών σχημάτων για ένα σημαντικό γεγονός της νεότερης ιστορίας μας, όπως αυτό του Εθνικού Διχασμού.

Ο Εθνικός Διχασμός υπήρξε ένας ακήρυκτος εμφύλιος  πόλεμος που δεν άρχισε ξαφνικά το 1915 και δεν έληξε το 1917. Αντίθετα, αποτελεί μια κορύφωση της ενδοαστικής σύγκρουσης του κοινωνικού χώρου που επεκτάθηκε σε όλα τα επίπεδα και επηρεάστηκε ή και καθορίστηκε από το διεθνή παράγοντα σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη στιγμή για τη χώρα μας αλλά και την παγκόσμια κοινότητα. Δηλαδή μετά τη νικηφόρα έκβαση των Βαλκανικών πολέμων, στη διάρκεια των οποίων η Ελλάδα υλοποίησε μέρος της αλυτρωτικής της πολιτικής και κατέστησε τη χώρα καθοριστικό παίκτη της Βαλκανικής σκακιέρας, και ταυτόχρονα λίγο μετά την έναρξη του  Μεγάλου πολέμου που έμελλε να διαλύσει τις υπάρχουσες αυτοκρατορίες αλλά και να αποτελέσει το γόνιμο υπόστρωμα για τη συνέχιση της δεύτερης φάσης της ενδοευρωπαϊκής και παγκόσμιας σύγκρουσης που θα αρχίσει το 1939 με την έναρξη του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Επομένως είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η μελέτη της ελληνικής και διεθνούς κατάστασης την κρίσιμη αυτή στιγμή, ώστε να συντελέσει στην καλύτερη κατανόηση αλλά και την απόδειξη ότι ο Εθνικός Διχασμός προσδιόρισε τις μετέπειτα εξελίξεις και ανέδειξε τις μεγάλες εσωτερικές δυσκολίες στην αναχαίτιση του πολιτικού πάθους της ελληνικής κοινωνίας που συμβολιζόταν στα πρόσωπα δύο ισχυρών προσωπικοτήτων, του πρωθυπουργού Βενιζέλου και του Βασιλιά Κωνσταντίνου οι οποίοι έκφραζαν αντίστοιχα  την προσπάθεια εκσυγχρονισμού των αστικών στρωμάτων  και το συντηρητισμό του υπόλοιπου κοινωνικού σώματος.

Ελευθέριος Βενιζέλος (Ποικίλη Στοά)

Η συμμέτοχή στη διημερίδα διακεκριμένων επιστημόνων εξασφάλισε και την ποιότητα των εισηγήσεων αλλά και του διαλόγου που προέκυψε καθώς και της ενδεχόμενης συζήτησης που θα προκύψει μετά την έκδοση των πρακτικών. Η προσπάθεια επιστημονικής προσέγγισης ενός τόσο φορτισμένου κοινωνικά και πολιτικά γεγονότος συνεπικουρούμενη από την επιστημονική νηφαλιότητα των εισηγητών, μακριά από φανατισμούς και ιδεοληψίες και με την καθαρότητα της ματιάς που εξασφαλίζει η απόσταση ενός αιώνα, κατοχυρώνει την μεγάλη αξία των εισηγήσεων και βοηθά στην κατανόηση μιας περιόδου ιδιαίτερα πολύπλοκης και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.

Η νεότερη Ελλάδα έχοντας από τη συγκρότησή της την εκούσια ή ακούσια άγρυπνη παρακολούθηση και τον έλεγχο των Μεγάλων Δυνάμεων που συντέλεσαν στην ανεξαρτησία της, βρέθηκε να πιέζεται από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις να προσχωρήσει είτε στην Αντάντ είτε στις Κεντρικές Δυνάμεις. Αυτή ακριβώς η πίεση συνδυαζόμενη και με τα πολιτικο – κοινωνικά πάθη και τον ανταγωνισμό σε επίπεδο πολιτικής κυριαρχίας μεταξύ των δύο βασικών πόλων εξουσίας και με το λαό να λειτουργεί ως φερέφωνο των αντίστοιχων πολιτικών φανατικών αντιπαραθέσεων, έφτασε στο σημείο να εκφραστεί και με τη διάσπαση της χώρας σε δύο κράτη. Ταυτόχρονα αποτυπωνόταν και στην αμφιταλάντευση για την τελική επιλογή συμμάχων. Αυτή η ασταθής, αβέβαιη και αντιφατική πολιτική στάση επέτρεπε και στις ξένες δυνάμεις να παρεμβαίνουν αποφασιστικά και να καταλύουν την εθνική ανεξαρτησία εξυπηρετώντας ευρύτερους στόχους των αντίπαλων ευρωπαϊκών στρατοπέδων.

Στην καθημερινότητα ο φανατισμός, που έφτανε στη χρήση κάθε πρόσφορου μέσου για την εξόντωση του αντιπάλου και από τις δύο πλευρές, καθιστούσε τους πολίτες αθύρματα της πολιτικής αντιπαράθεσης δημιουργώντας ρήγματα στην εθνική συνοχή τα οποία θα φτάσουν και μέχρι τη μεταπολίτευση. Με τις λίγες αυτές παρατηρήσεις θα προχωρήσω στην πολύ συνοπτική παρουσίαση των εισηγήσεων με δεδομένο το εύρος της θεματολογίας, την ποιότητα και τον περιορισμένο χρόνο και θα ήθελα να ζητήσω την κατανόηση των εισηγητών για πιθανές παραλείψεις.

 Ο κ. Δημήτρης Γιαννακόπουλος, Διδάκτωρ και Σχολικός Σύμβουλος, στην εισαγωγική του ομιλία έθεσε το πλαίσιο της θεματικής της διημερίδας και επεσήμανε βασικά χαρακτηριστικά αυτής της μεγάλης εθνικής κρίσης. Τόνισε ότι δε θα ήταν υπερβολικό να λεχθεί ότι η κρίση του Εθνικού Διχασμού σηματοδότησε τη γένεση του πολιτικού συστήματος στη μετεμφυλιακή Ελλάδα μέχρι να σταθεροποιηθεί σε πιο σύγχρονες μορφές κομματικής κουλτούρας και πρακτικής και αναφέρθηκε στη συμβολή του ΣΦΑ, του Δήμου, των εισηγητών και του κυρίου Ευάνθη Χατζηβασιλείου στη διοργάνωση της διημερίδας.

Ο Γ. Δερτιλής, Directeur d’ Etudes, Καθηγητής ομότιμο μέλος του Centre des Recherces Historiques, με τη εισήγησή του «Ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος και ένας εμφύλιος που ονομάστηκε διχασμός» επιδιώκει να αναδείξει ότι στον Διχασμό οδήγησαν κυρίως εξωγενή αιτιακά πλέγματα, τα πολιτικά και οικονομικά διακυβεύματα του Α΄παγκοσμίου πολέμου και οι αντίστοιχες μεταβολές του γεωπολιτικού περιβάλλοντος της Ελλάδας πριν και μετά τον πόλεμο. Ο λεγόμενος Διχασμός ήταν στην ουσία ένας εμφύλιος με εννεάχρονη διάρκεια, μαζικούς διωγμούς, πολιτικές δολοφονίες και εκτελέσεις με χιλιάδες τραυματίες και νεκρούς και μετά το 1922 οδήγησε σε τέσσερις δικτατορίες και δεκατέσσερα στρατιωτικά κινήματα.

Ο κ. Διονύσιος Τσιριγώτης, επίκουρος καθηγητής στο πανεπιστήμιο Πειραιώς, με τη εισήγησή του «Από την παράδοση του οχυρού Ρούπελ στην κυβέρνηση της Εθνικής Άμυνας. Μια περιπτωσιολογική ανάλυση των αιτίων του εθνικού διχασμού», επισημαίνει την πολυπλοκότητα του εθνικού διχασμού και επιχειρεί την εξέταση – ερμηνεία των αξονικών αιτίων του μέσα από μια σε βάθος περιπτωσιολογική ανάλυση τα περιόδου 1914-1917 τόσο στο ενδοκρατικό κοινωνικο – πολιτικό και στρατηγικό επίπεδο όσο και στο διακρατικό επίπεδο του διεθνούς συστήματος  συνεξετάζοντας τρία αλληλσυνυφαινόμενα επίπεδα ανάλυσης, το ατομικό,ενδοκρατικό και διακρατικό. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο διχασμός αντικατροπτίζεται σε δύο αλληλοδιαπλεκόμενες διστάσεις, την εσωτερική και την εξωτερική, και εκφράζει την εγγενή διάσταση μεταξύ του αστικοφιλελεύθερου εξωελλαδικού ελληνισμού με την ελλαδική προεστική τάξη.

Ο κ. Στρατής Δορδανάς, επίκουρος καθηγητής στο πανεπιστήμιο Μακεδονίας, με την εισήγησή του «Αυτός ο προδότης δεν έπρεπε να επιζήσει από την απόπειρα της 21ης Ιουνίου», Αντιβενιζελισμός και γερμανική προπαγάνδα στην Ελλάδα του Εθνικού Διχασμού» ασχολείται με τους γερμανόφιλους παράγοντες στην Ελλάδα (πολιτικούς, στρατιωτικούς, ιδιώτες) και το ρόλο της γερμανικής πρεσβείας στην προπαγάνδα με σκοπό το όφελος της  Γερμανίας. Καταλήγει στην άποψη ότι το νέο φιλόδοξο εγχείρημα του χιλιόχρονου Ραϊχ αποδείχθηκε θνησιγενές και ασύλληπτα εγκληματογενοκτονικό και η γερμανόφιλη κληρονομιά των δύο παγκοσμίων πολέμων περιορίστηκε αναγκαστικά σε προσωπικά βιώματα των δρώντων υποκειμένων, μακριά από τα καταφανώς εχθρικά πλέον φώτα του δημόσιου χώρου.

Ο Βασίλης Τσιλιμίγκρας με τη εισήγησή του «Η περιπέτεια του Εθνικού Διχασμού και η στάση του πνευματικού κόσμου της εποχής» επιχειρεί να παρουσιάσει και να ερμηνεύσει το ρόλο των διανοουμένων στην περίοδο του Διχασμού. Καταλήγει στο συμπέρασμα πως οι Έλληνες προοδευτικοί διανοούμενοι αποδέχονται και επεξεργάζονται τα νέα μηνύματα της κοινωνίας, στην πλειοψηφία τους ελπίζουν στον αστικό εκσυγχρονισμό του Βενιζέλου και εργάζονται γι’αυτό ως αναγκαία προϋπόθεση  για το άλμα προς το σοσιαλισμό. Υπάρχουν επίσης και αυτοί που βυθισμένοι στο βυζαντινό συντηρητισμό και εχθροί της νεοτερικότητας θα αμυνθούν φανατικά στην εξέλιξη.

Ο κ. Β. Δωροβίνης, δικηγόρος, πολιτικός επιστήμονας και ιστορικός, με την εισήγησή του « Στοιχεία για δύο εκδηλώσεις του Εθνικού Διχασμού στο  Άργος: το ανάθεμα και η εξορία του Βαρδουνιώτη» αναφέρεται στο ανάθεμα του Βενιζέλου στο Άργος με τη συμμετοχή και των μαθητών του Γυμνασίου Άργους και στην εξορία του Δ. Βαρδουνιώτη, δικηγόρου και ιστορικού του νεότερου Άργους από τους Βενιζελικούς. Επίσης αναφέρεται και σε άλλα γεγονότα παλαιότερα και πιο σύγχρονα (1977- στρατώνες του Άργους) που,  κατά την άποψή του,  αποτελούν εκδηλώσεις φατριαστικού πνεύματος που επιδεικνύουν συντεθειμένες  φατρίες. Πρόκειται για δείγματα εμπάθειας, μισαλλοδοξίας και φανατισμού, και πρέπει να ενταχθούν σε σταθερότερο κοινωνικό υπόβαθρο που δεν έχει εκλείψει μέχρι σήμερα ούτε από τη χώρα ούτε από το Άργος. Την εισήγηση συνοδεύει φωτογραφικό υλικό.

Ο κ. Κώστας Δανούσης, ιστορικός ερευνητής, συγγραφέας  μέσα από την εισήγησή του « Εθνικός Διχασμός 1915-1917. Η προσχώρηση των Κυκλάδων. Εντάσεις και διευθετήσεις» προβάλλει την ανθρωπολογική διάσταση των πραγμάτων στην περιοχή του Αρχιπελάγους των Κυκλάδων, περιοχή ανάμεσα στον κόσμο της παλαιάς Ελλάδας και του Ανατολικού τόξου (Κρήτη, νησιά ανατολικού Αιγαίου και Μακεδονία). Καταγράφει και αναλύει τη στάση διαφόρων νησιών στον Εθνικό Διχασμό καθώς και το πρόβλημα της επιστράτευσης και του επισιτισμού. Τέλος επισημαίνει την επίδραση των γεγονότων και της μικρασιατικής καταστροφής  στη μεταστροφή των Κυκλαδιτών και την απαξίωση των βενιζελικών υποφηφίων σε σχέση με τα εκλογικά αποτελέσματα της 31ης Μαΐου του 1915.

Η κ. Ελευθερία Μαντά, λέκτορας της νεότερης ιστορίας στο ΑΠΘ, έχει ως θέμα την Ήπειρο στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο και την Ιταλική κατοχή το1917. Παρουσιάζει αναλυτικά την προσωρινή κατάλυση της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας της Ηπείρου από τους Ιταλούς, γεγονός όχι και τόσο ευρύτερα γνωστό. Εκθέτει την κατάσταση που επικρατούσε στην Ήπειρο και την περιοχή της Αλβανίας, την τακτική των Ιταλών και των Αλβανών, τη στάση των δυνάμεων της Αντάντ και των ελλήνων πολιτικών απέναντι στην Ιταλική επιθετικότητα και την επέκταση στον ηπειρωτικό χώρο. Η κυριαρχία των Ιταλών, με εξαίρεση το τρίγωνο Πωγωνίου (Νοέμβρης1919), έληξε στο τέλος Σεπτεμβρίου του 1917 και αφού η Ελλάδα είχε εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.

Η κ. Νίκη Μαρωνίτη, Επίκουρη καθηγήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, με την εισήγησή της «Οι ελάσσονες πολιτικές ηγεσίες στο κράσπεδο της εμφύλιας διαμάχης. Η περίπτωση του Αλέξανδρου Θρ. Ζαΐμη» επιδιώκει να ερμηνεύσει και να εντάξει στον ευρύτερο επιστημονικό προβληματισμό τη χρήση του όρου εθνικός διχασμός αναφέροντας ότι, περιοδολογώντας τον εθνικό διχασμό μεταξύ του 1915-1917, δεν πρόκειται για μια βραχεία ελληνική στιγμή μείζονος σημασίας που εξαντλείται στην επικράτηση ενός από τους δύο αντιπάλους αλλά ότι η έκταση και το βίωμα αυτού του πολυπρισματικού φαινομένου, που κατ’ ευφημισμό αποκαλούμε εθνικό διχασμό, μπορεί να εξετασθεί με ασφάλεια μόνο μέσα στη μέση διάρκεια του 1890-1936.Ασχολείται επίσης με την περίπτωση του Ανδρέα Ζαϊμη, ενός ελάσσονος πολιτικού, μείγμα επαγγελματία και ερασιτέχνη πολιτικού, ο οποίος αποφεύγοντας τις ιστορικές επιταχύνσεις κινείται ομαλά, με αργούς και σταθερούς βηματισμούς. Ακολουθούσε τη μεσότητα η οποία δεν εξαντλούνταν σε μια δεοντολογική ηθική  επιταγή αλλά αποτελούσε ένα πολιτικό, τεχνοκρατικό και μάχιμο μοντέλο προσωρινής κυβερνησιμότητας διαμορφώνοντας γύρω από το πρόσωπό του τη συναίνεση(τρεις κυβερνήσεις μεταξύ 1915-1917).

Ο κ. Άλκης Ρήγος, ομότιμος καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ασχολείται με τις επιπτώσεις του εθνικού διχασμού στον μεσοπόλεμο. Διατυπώνει την άποψη πως συνέπεια του πρώτου εμφυλίου, δηλαδή του Εθνικού διχασμού, και του δεύτερου εμφυλίου, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1940, είναι η αδυναμία ύπαρξης στον κοινωνικό μηχανισμό ταξικών αποκρυσταλλώσεων και δημιουργίας μιας εθνικής αστικής τάξης. Το γεγονός αυτό οδηγεί σε μια κυρίαρχη φαινομενικά υπερπολιτικοποίηση μεγάλων λόγων, που είναι στην ουσία απολιτικοποίηση, που αντιλαμβάνεται την πολιτική πράξη όχι ως έκφραση κοινωνικοπολιτισμικών  διεργασιών αλλά ως ατομικό άθλημα χαρισματικών ή μη προσώπων. Διερευνά επίσης τις συνέπειες αυτής της κατάστασης και καταλήγει στην άποψη πως  οι κυρίαρχες ομάδες  της αστικής τάξης χάνουν σειρά πολιτικών δικαιωμάτων χωρίς να χάσουν το βασικό δικαίωμα αυτής και όλων των πολιτικών μορφωμάτων που είναι η συνέχιση της ιδιοποίησης της παραγόμενης υπεραξίας.

Ο κ. Τάσος Χατζηαναστασίου, Δρ Ιστορίας, στην εισήγησή του «Διασπάσεις και μεταλλάξεις του βενιζελικού χώρου στη δεκαετία του 40. Η περίπτωση της Μακεδονίας» εξετάζει τη μεταστροφή των Μπαφραλήδων Ποντίων από την υποστήριξη του Βενιζέλου, την 1η Μαρτίου1935, στην υποδοχή φιλοβασιλικών αξιωματικών για την αντιμετώπιση του ΕΛΑΣ, τον Αύγουστο του 1944. Αποδεικνύει ότι αυτή η πολιτική συμπεριφορά των Τουρκόφωνων Ποντίων αφορά όλη τη Μακεδονία, γεγονός που εξηγείται από τα διαμορφωμένα ήδη αντικομμουνιστικά ανακλαστικά, τα οποία, αντί να ξεπεραστούν στο πλαίσιο μιας πανεθνικής απελευθερωτικής προσπάθειας, θα πολλαπλασιαστούν και θα οδηγήσουν σε φονικότατη σύγκρουση.

Ο κ. Σπύρος Βλαχόπουλος, καθηγητής στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ασχολείται με τις συνταγματικές διαστάσεις του πρώτου εθνικού διχασμού και ιδιαίτερα με τις αρμοδιότητες του Βασιλιά σε σχέση με τη διάλυση της Βουλής. Συμπεραίνει ότι οι μεγάλες ιστορικές και θεσμικές μεταβολές, συμπεριλαμβανομένων και των συνταγματικών, σχεδόν ποτέ δε συντελούνται στιγμιαία και αυτόματα καθώς και ότι η κατανόηση και ερμηνεία του ισχύοντος συνταγματικού κειμένου είναι αδύνατη χωρίς τη γνώση της συνταγματικής ιστορίας.

Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου, καθηγητής στο ΕΚΠΑ, στην εισήγησή του με τίτλο «Εθνικός Διχασμός και διεθνές περιβάλλον» εξετάζει την επιρροή της διεθνούς συγκυρίας που επέτεινε δραματικά την εσωτερική ελληνική σύγκρουση και συνέβαλε καθοριστικά, ώστε αυτή να λάβει παροξυσμικά χαρακτηριστικά που οδήγησαν στον Εθνικό διχασμό. Η Ελλάδα από πλευράς διεθνών σχέσεων έπρεπε να ανταποκριθεί σε   δυσανάλογες υποχρεώσεις σε σχέση με τις δυνατότητες της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη σύγκρουση μεταξύ αμυντικών και επιθετικών στρατηγικών που διαμορφώθηκαν. Η σύγκρουση αυτή πήρε τις διαστάσεις διλήμματος ζωής και θανάτου. Επισημαίνει επίσης το συνταγματικό πρόβλημα του ποιος κυβερνά, ο Λαός ή ο Βασιλιάς καθώς και την αρχή του salus populi suprema lex που επικαλέστηκαν και οι δυο παρατάξεις, που οδήγησε σε συγκρούσεις και μεγάλης έκτασης αντιπαραθέσεις. Έτσι το κεντρικό υπαρξιακό πρόβλημα της επιβίωσης  μεγάλων τμημάτων του Ελληνισμού προκύπτει με τρόπο παροξυσμικά πιεστικό. Η υπέρβαση αυτής της διχαστικής κατάστασης που προέκυψε θα απαιτούσε πολύ χρόνο και τεράστιες προσπάθειες στο μέλλον.

Η κ. Λίνα Λούβη, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο τμήμα πολιτικής επιστήμης και ιστορίας στο Πάντειο πανεπιστήμιο,  ασχολήθηκε στην εισήγησή της με τις όψεις της Ευρώπης στον Ελληνικό διχασμό. Μέσα από διερεύνηση κυρίως του τύπου της εποχής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στις βαθύτατες κοι νωνικές και πολιτικές διαιρέσεις που ήρθαν στην επιφάνεια μέσα από τον Εθνικό διχασμό, η Ευρώπη έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο, αφού χρησιμοποιήθηκε, από την πλευρά των συντηρητικών, ως φόβητρο για την απόρριψη της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του σοσιαλισμού, ενώ από την πλευρά της Αντάντ και των Βενιζελικών ως φόβητρο χρησιμοποιήθηκαν και οι βάρβαρες Κεντρικές Δυνάμεις που απειλούσαν τον πολιτισμό, τη δημοκρατία και τις πανανθρώπινες αξίες . Το ερώτημα Ανατολή ή Δύση καθόρισε την πολιτική ιδεολογία έως και τον 20ο αιώνα.

Η κ. Καλποδήμου Καλλιόπη, φιλόλογος, θεατρολόγος εκπαιδευτικός και ο κ. Κόνδης Γεώργιος, δρ Κοινωνιολογίας, στην εισήγησή τους «Ο αντίκτυπος του Εθνικού Διχασμού (1915-1917) στην περιφέρεια. Η περίπτωση της Αργολίδας»  παρουσιάζουν μέσα από τοπικές εφημερίδες κυρίως αλλά και έγγραφα, απομνημονεύματα και φωτογραφίες , την υποδοχή του Εθνικού Διχασμού στην Πελοπόννησο με πυρήνα την Αργολίδα. Προσδιορίζουν τις συνιστώσες της σύγκρουσης και επιχειρούν την ερμηνεία των αιτίων, των κινήτρων και των συνεπειών αυτού του εμφυλίου. Με πληθώρα πληροφοριών παρουσιάζονται όλα τα γεγονότα της περιόδου στις βασικές πόλεις της Πελοποννήσου καθώς και οι συνέπειές τους που ήταν ιδιαίτερα δραματικές. Επιλογικά τονίζουν ότι ο εθνικός διχασμός υπήρξε ιστορικά ευαίσθητη εθνική στιγμή που κυοφόρησε συνθήκες  και ωδίνες μετασχηματισμού και αλλαγής.

Η κ. Γεωργοπούλου Βαρβάρα, επίκουρη καθηγήτρια στο  Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, με την εισήγησή της «Γυναίκες ηθοποιοί στην πολιτική της περιόδου του Εθνικού Διχασμού» εξετάζει τις συνέπειες του Εθνικού διχασμού στην Τέχνη και μάλιστα στο Θέατρο. Μέσα από τη διερεύνηση της θεατρικής  δραστηριότητας της Μαρίκας Κοτοπούλη με τη φιλοβασιλική της τοποθέτηση και της Κυβέλης που υποστήριζε τον Βενιζέλο, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Τέχνη, ξεχνώντας τον ανώτερο σκοπό της και την ανθρωπιστική της αποστολή, συχνά χρησιμεύει ως όργανο σκοτεινών πολιτικών επιδιώξεων που την αμαυρώνουν. Είναι τότε που τα αισθητικά και καλλιτεχνικά κριτήρια παύουν να υπάρχουν ενώ η ιδεολογία αντικαθίσταται από ευτελείς στόχους.

Στην τελευταία εισήγηση, που περιλαμβάνει ο τόμος αυτός, η κ. Βασιλική Σακκά, δρ Ιστορίας και Σχολικός Σύμβουλος, εξετάζει την υποδοχή του Εθνικού Διχασμού στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στα βιβλία Ιστορίας από το τέλος της δεκαετίας του  1930  και εξής. Επιβεβαιώνει ότι το πολιτικό κλίμα κάθε εποχής και ο ιδεολογικός προσανατολισμός των συγγραφικών ομάδων προσδιορίζουν και τις αντίστοιχες προσεγγίσεις του γεγονότος. Μέχρι τη μεταπολίτευση προβάλλεται το μιλιταριστικό γερμανικό πνεύμα και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος με την ουδετερότητα που προτείνει, ενώ οι βενιζελικές θέσεις εξισορροπούνται με τα οφέλη που αποκομίζει η χώρα. Στη μεταπολίτευση υπάρχει μεταβολή υπέρ του Βενιζέλου λόγω της ερευνητικής ιστοριογραφικής έκρηξης με απουσία όμως ολιστικών προσεγγίσεων και τολμηρών διερευνητικών προτάσεων διδασκαλίας της Ιστορίας.

Ολοκληρώνοντας τη σύντομη αυτή παρουσίαση των πρακτικών,  αφού σας  ευχαριστήσω θερμά για την παρουσία σας  και την υπομονή σας και αφού ζητήσω εκ νέου την  κατανόηση των εισηγητών για οποιαδήποτε παράλειψη, την ευθύνη για την οποία αναλαμβάνω πλήρως, θα ήθελα να κάνω δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, να επισημάνω, για μια ακόμη φορά, το υψηλότατο επίπεδο των εισηγήσεων και από πλευράς περιεχομένου αλλά και από πλευράς βιβλιογραφικής τεκμηρίωσης. Δεύτερον,  το βιβλίο αυτό μπορεί να αποτελέσει πέρα από ντοκουμέντο για τον εθνικό Διχασμό, αφετηρία και βάση για προβληματισμό και δημοκρατικό διάλογο για την πορεία της νεοελληνικής κοινωνίας καθώς και για τον κίνδυνο που υπάρχει από τον άκριτο διχαστικό λόγο.

Βασίλης Τσιλιμίγκρας

Άργος 3 Μαρτίου 2018

Read Full Post »