Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘National division’

Όψεις της Ευρώπης στον ελληνικό Διχασμό. Λίνα Λούβη στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7- 8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Λίγα χρόνια μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους, μόλις το 1842, ο γνωστός λόγιος, οικονομολόγος και νομομαθής Μάρκος Ρενιέρης, με ένα εμβληματικό άρθρο του στο περιοδικό Ερανιστής θα θέσει το ερώτημα: «Τι είναι η Ελλάς; Ανατολή ή Δύσις;» για να απαντήσει ότι «η Ελλάς κατά την φύσιν, κατά τον πολιτισμόν, κατά την ιστορικήν αυτής αποστολήν, είναι Δύσις και όχι Ανατολή». Ωστόσο πριν τη δημιουργία του κράτους και κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του, ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός των Ελλήνων δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί. Ένας μάλιστα από τους στόχους της επανάστασης του 1821 ήταν η «σύστασις κράτους ευρωπαϊκού», δηλαδή κράτους με σύγχρονη συγκεντρωτική εξουσία και δυτικότροπους θεσμούς. Η ομοφωνία όμως που υπήρχε για τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό του νεοσύστατου βασιλείου σταδιακά παύει να υφίσταται. Η ευρωπαϊκή πορεία του αρχίζει να παρεκκλίνει από τον αρχικό της προορισμό. Η Ελλάδα «απογαλακτίζεται» από τη μητέρα Ευρώπη; πολιτισμικό πρότυπο και προστάτιδα Δύναμη; ή μήπως ήταν ένα ουσιαστικότερο δίλημμα που έκρυβε βαθύτερα ιδεολογικά και πολιτικά ρήγματα; Το δίλημμα αυτό θα έρχεται στην επιφάνεια με αφορμή τις εθνικές και πολιτικές κρίσεις καθ’ όλη τη διάρκεια του μακρού 19ου αιώνα, αλλά και αργότερα.

Μάρκος Ρενιέρης (1815-1897). Νομικός και λόγιος του 19ου αιώνα. Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Η υποχώρηση του φιλελληνικού ρεύματος μετά την Επανάσταση, και η αμφισβήτηση από τους Ευρωπαίους της αρχαιοελληνικής καταγωγής των Ελλήνων, εκτός του ότι πλήγωσε το εθνικό τους φρόνημα και κλόνισε την εθνική τους αυτοπεποίθηση, σηματοδότησε «την αμφισβήτηση της διόδου προς την Ευρώπη, που οι Έλληνες είχαν πιστέψει ότι εξασφάλισαν με την ίδρυση του κράτους τους». Σε αυτό συνετέλεσε και το γεγονός ότι το ελληνικό βασίλειο έγινε μια μόνιμη αιτία αναστάτωσης στην περιοχή της Μεσογείου και των Βαλκανίων και όσο πλήθαιναν οι κρίσεις του Ανατολικού Ζητήματος, η Ελλάδα εξελισσόταν σε σημαντική απειλή για τα συμφέροντα της Ευρώπης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα θα είναι ο Κριμαϊκός Πόλεμος, ο οποίος έφερε στην επιφάνεια όλες τις αντιφάσεις που χαρακτήριζαν τις σχέσεις της Ελλάδας με την Ευρώπη, συμβάλλοντας καθοριστικά στην αντιδυτική στροφή ενός μεγάλου μέρους των κατοίκων του ελληνικού βασιλείου. Κυρίως όμως μιας σημαντικής μερίδας της πνευματικής του ελίτ, η οποία, προκρίνοντας πλέον τη Ρωσία ως την κατεξοχήν προστάτιδα Δύναμη, προωθούσε μαζί με το Βυζάντιο, πολύτιμο κρίκο της ελληνικής ιστορικής συνέχειας, τον όρο «Ανατολή» ως συστατικό στοιχείο της ελληνικής εθνικής ταυτότητας. Ήδη αρχίζουν να διατυπώνονται θεωρίες περί συνωμοσίας της Δύσης εναντίον του ελληνισμού, ενώ καταγγέλλεται από τον Τύπο «η κατάρα των Λατίνων» και η «λύσσα της Ευρώπης». Ο ίδιος ο Ρενιέρης μάλιστα σε μεταγενέστερο άρθρο του, με τίτλο «Ο ελληνικός δυισμός», αναθεωρώντας τον προ δεκαετίας εαυτό του, αναβαθμίζει τον ρόλο της θρησκείας και του βυζαντινού παρελθόντος των Ελλήνων και τους καλεί, με την διπλή πλέον ιδιότητά τους, δυτική και ανατολική, να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην Ανατολή, εκπολιτίζοντάς την και κατακτώντας την.

Οι μεταπτώσεις των Ελλήνων απέναντι στην Ευρώπη συνεχίζονται όσο περιπλέκεται το διπλωματικό παιχνίδι της με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και μένει άλυτο το Ανατολικό Ζήτημα. Παράλληλα, η αρνητική εικόνα των Ελλήνων για την Ευρώπη ενισχύεται όσο ο έλεγχος της ευρωπαϊκής διπλωματίας στο ελληνικό εθνικό ζήτημα γίνεται αυστηρότερος. Στα μέσα του 19ου αιώνα η Ευρώπη θεωρείται πλέον υπεύθυνη για την ακύρωση της κάθε, επίσημης ή ανεπίσημης, απόπειρας που κάνει το ελληνικό βασίλειο για την πραγματοποίηση της Μεγάλης Ιδέας.

Ο Πόλεμος του 1897 θα είναι καθοριστικός για τον ολοένα αυξανόμενο αντιευρωπαϊσμό των Ελλήνων. Μολονότι οι ευρωπαϊκές Δυνάμεις ήταν αντίθετες σε αυτόν τον πόλεμο, την επαύριον της ήττας κατηγορήθηκαν για προδοσία απέναντι στην Ελλάδα. Ωστόσο αυτήν την περίοδο αρχίζουν να διακρίνονται όλο και πιο έντονες οι διαφοροποιήσεις ανάμεσα στην πανίσχυρη ενοποιημένη Γερμανία και τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη. Επιπλέον μετά τη νέα αυτή εθνική ταπείνωση άρχισε να κερδίζει έδαφος η άποψη ότι το πολιτικό σύστημα, οι νεωτερικές τάσεις και ο εκσυγχρονισμός, δηλαδή ο εξευρωπαϊσμός, ευθύνονταν για την εθνική καταστροφή. Η ασαφής έννοια «Ανατολή» γίνεται πιο συγκεκριμένη: δεν σημαίνει συμπόρευση ή συμμαχία με τη Ρωσία και τα Βαλκανικά κράτη, αλλά δηλώνει την αντίσταση στη Δύση. Η ανατολική ταυτότητα των Ελλήνων εκφράζεται πλέον με τον όρο «ελληνικότητα». Σημαντικό στοιχείο αυτής της νέας ταυτότητας είναι η γλώσσα και κυρίως η θρησκεία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η ορθοδοξία βρίσκεται στον αντίποδα των δυτικών προτύπων και των ιδεών του Διαφωτισμού.

Μετά την ήττα του ’97 η διάψευση των προσδοκιών για την ανεπάρκεια του κράτους να χειριστεί τα ζωτικά συμφέροντα του έθνους, όπως το Μακεδονικό και το Κρητικό ζήτημα, είχε προκαλέσει την αντίδραση μιας μεγάλης μερίδας Ελλήνων εναντίον του «σάπιου» πολιτικού συστήματος. Σε αυτήν ακριβώς τη φάση, κυρίαρχα στοιχεία του πολιτικού λόγου αναδείχτηκαν ο ανορθολογισμός, ο αντικοινοβουλευτισμός και η θρησκεία. Το Κίνημα στο Γουδί, κινητοποιώντας τα κατώτερα και τα μεσαία κοινωνικά στρώματα, προκάλεσε φόβους για ριζικότερες μεταβολές από αυτές που πραγματικά στόχευαν τα μέλη του Συνδέσμου. Η επιλογή του Ελευθερίου Βενιζέλου για τη θέση του πρωθυπουργού της Ελλάδας αποσόβησε, προσωρινά τουλάχιστον, αυτόν τον κίνδυνο. Στο πρόσωπό του επιτεύχθηκε η συναίνεση ετερογενών δυνάμεων της ελληνικής κοινωνίας και πολιτικής. Η συντριπτική νίκη του περιθωριοποίησε τα παλαιά κόμματα, ενώ η οργάνωση του Κόμματος των Φιλελευθέρων δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά. Αδιάσπαστο στοιχείο του βενιζελικού εκσυγχρονισμού ήταν η εθνική ολοκλήρωση.

Οι Φιλελεύθεροι εδραιώθηκαν στην εξουσία μετά τις εκλογές του 1912 και τον θρίαμβο των Βαλκανικών Πολέμων, διατηρώντας την ισχύ τους έως το 1915. Η αντιπολίτευση, σχεδόν ανύπαρκτη στην αρχή, διαχωρίζοντας και αυτή τη θέση της από τον παλαιοκομματισμό, άρχισε σταδιακά να συγκεντρώνει διαρροές και να διεκδικεί και αυτή μια θέση ως νέο κόμμα στο πολιτικό σκηνικό. Οι πολιτικές και κοινωνικές διαιρέσεις που είχαν διαφανεί νωρίτερα και είχαν καλυφθεί από τη χαρισματική προσωπικότητα του Βενιζέλου δεν άργησαν να έρθουν στην επιφάνεια. Το μείζον ζήτημα της συμμετοχής της Ελλάδας στο Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο θα είναι ο καταλύτης. Ο Εθνικός Διχασμός λοιπόν που επακολούθησε δεν ήταν παρά η αποκάλυψη του πολύ βαθύτερου ρήγματος της ελληνικής κοινωνίας. Σε αυτή τη βίαιη αντιπαράθεση η Ευρώπη θα είναι για άλλη μία φορά το μεγάλο διακύβευμα. Το καινούργιο στοιχείο αυτή τη φορά θα είναι ο διχασμός της ίδιας της Ευρώπης…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:Όψεις της Ευρώπης στον ελληνικό Διχασμό

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Εθνικός Διχασμός και διεθνές περιβάλλον. Ευάνθης Χατζηβασιλείου στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7- 8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Στο άρθρο αυτό εξετάζεται η επιρροή της διεθνούς συγκυρίας, που επέτεινε δραματικά την εσωτερική ελληνική σύγκρουση και συνέβαλε καθοριστικά ώστε να λάβει αυτή τα παροξυσμικά της χαρακτηριστικά τα οποία οδήγησαν στον «Εθνικό Διχασμό». Θα υποστηριχθεί ότι, από την άποψη των διεθνών σχέσεων, η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από την δραματική υπερέκταση (overstretch) των ελληνικών υποχρεώσεων. Η γεωγραφική διαμόρφωση του ελληνικού κόσμου συνεπαγόταν ότι οι σχετικά μικρές δυνάμεις του ελληνικού έθνους – κράτους έπρεπε να αντεπεξέλθουν σε προκλήσεις που εκδηλώνονταν σε μια τεράστια και γεωγραφικά ασυνεχή περιοχή, και να αντιμετωπίσουν πολλούς και ισχυρούς αντιπάλους. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ήταν αδύνατον να υπάρξει επιτυχία σε όλα τα μέτωπα, και ήταν αντίθετα φυσικό να ανακύψει μια σύγκρουση μεταξύ «αμυντικών» και «επιθετικών» στρατηγικών. Αυτή η σύγκρουση, στη συγκεκριμένη συγκυρία του εξελισσόμενου Μεγάλου Πολέμου, λάμβανε διαστάσεις διλήμματος ζωής ή θανάτου για το έθνος, απαιτούσε άμεσες αποφάσεις, και επομένως διέθετε τις προϋποθέσεις για να εξελιχθεί στο ιδιότυπο φαινόμενο του Εθνικού Διχασμού.

 

Δυναμικές του Εθνικού Διχασμού

 

Απευθυνόμενοι σε ξένους συναδέλφους, οι Έλληνες ιστορικοί πάντοτε βρίσκονται σε αμηχανία να εξηγήσουν τη φύση του Εθνικού Διχασμού, ο οποίος δεν εντάσσεται εύκολα σε υπάρχουσες κατηγοριοποιήσεις. Δεν ήταν εμφύλιος πόλεμος, αν μη τι άλλο επειδή δεν μπορεί να υπάρχει «πόλεμος» χωρίς στρατιωτικές επιχειρήσεις. Αλλά ασφαλώς ήταν κάτι παραπάνω από μια αύξηση των εντάσεων της εσωτερικής αντιπαράθεσης. Από το 1915 έως τουλάχιστον το 1936, εξελίχθηκε σειρά συνταγματικών εκτροπών οι οποίες – ακόμη και όταν δεν οδηγούσαν σε απροκάλυπτη δικτατορία – ουσιαστικά αλλοίωναν το κοινοβουλευτικό πολίτευμα. [1] Επιπλέον, ο Διχασμός υπήρξε ένα πολύμορφο φαινόμενο. Ήταν, ταυτόχρονα, μια συνταγματική κρίση, κρίση εθνικής ολοκλήρωσης, και μια κρίση εκσυγχρονισμού της οποίας οι εντάσεις είχαν κοινωνική βάση. [2] Επιπλέον, εξαιρετικά αξιοπρόσεκτο είναι το ότι, στη διάρκειά του, δεν συγκρούστηκαν δυνάμεις που εκπροσωπούσαν διαφορετικές εκδοχές της οργάνωσης της κοινωνίας – π.χ. μια κομμουνιστική και μια αστική εκδοχή. Οι δύο παρατάξεις του Διχασμού ήταν υποστηρικτές του ίδιου – περίπου – μοντέλου οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης. Όσο για τη διάκριση μεταξύ «δημοκρατικών» (υπό την έννοια του ρεπουμπλικανισμού, δηλαδή της αβασίλευτης δημοκρατίας) και «βασιλοφρόνων», αυτή υπήρξε μια μεταγενέστερη εκδοχή της ρήξης, που ανέκυψε κυρίως μετά το 1922. Έως την Μικρασιατική Καταστροφή, ο βενιζελισμός δεν αντιπροσώπευε μια δύναμη εχθρική προς τη βασιλευομένη δημοκρατία, [3] έστω και εάν στις τάξεις του, από το 1915, σταδιακά ενισχυόταν η θέση των υποστηρικτών της αβασίλευτης. Και όμως, ο Διχασμός, αρκετά σύντομα και ήδη από το 1916, απέκτησε τεράστια δυναμική, ως μια ρήξη θεμελιώδης, που αποκτούσε ακόμη και ψυχικές διαστάσεις. Στο τέλος, και κάτω από μια επιφανειακά νομιμοφανή συνέχιση της πολιτικής δραστηριότητας, ο Εθνικός Διχασμός οδηγούσε σε μια θεμελιακή αναίρεση της βάσης της πολιτικής οργάνωσης: στην αναίρεση της ιδέας του κοινού κράτους.

Για να εξηγηθεί το ξέσπασμα μιας κρίσης τέτοιων διαστάσεων, πρέπει να εντοπιστεί ένα θεμελιακής σπουδαιότητας σημείο, στο οποίο οι εκατέρωθεν θέσεις να μην μπορούν πλέον να συμβιβαστούν χωρίς η κάθε μία πλευρά να κινδυνεύει να κάνει παραχωρήσεις υπαρξιακής υφής, οι οποίες θα την αναιρέσουν. Από τη στιγμή που θα επέλθει αυτή η πόλωση, κατόπιν μπορεί – ελλείψει θεσμικών αντιβάρων ή λόγω της έντασης του διακυβεύματος – να εξελιχθεί ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία και να αποκτήσει αυτές τις «ψυχικές» διαστάσεις. Ποιο είναι, λοιπόν, αυτό το σημείο στην πολιτική αντιπαράθεση του 1915;

Η διαθέσιμη βιβλιογραφία επισημαίνει ορθά ότι στον Εθνικό Διχασμό συγκρούστηκαν πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που έπρεπε να προσαρμοστούν στην (ή να επηρεάσουν την) πορεία της ελληνικής πολιτικής μετά τις καταιγιστικές εξελίξεις που ακολούθησαν το κίνημα του 1909. Σχηματικά, επισημαίνεται η σύνταξη των δυναμικότερων αστικών δυνάμεων με τον βενιζελισμό, και των περισσότερο αμυντικά προσανατολισμένων παλαιών κοινωνικών δυνάμεων με τον αντιβενιζελισμό. Αυτή, όμως, είναι μια σύγκρουση που αναπτύχθηκε πρώτιστα μετά την έναρξη του Διχασμού, όταν τα δύο στρατόπεδα σχηματοποιούνταν. Δεν προκάλεσε την έναρξή του. Άλλωστε, ας μην λησμονείται ότι εντοπίζονται πρόσωπα που, ενώ ξεκίνησαν από μια θέση (π.χ. ως συνεργάτες του Ε. Βενιζέλου), εντάχθηκαν κατόπιν στο αντίπαλο στρατόπεδο – ή και το αντίθετο. Το 1915-1916 επήλθε μια αναμόρφωση των διαχωριστικών γραμμών και των πολιτικών / κοινωνικών συμμαχιών.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος μεταφράζει τον Θουκυδίδη. Πίνακας του Χανιώτη ζωγράφου Δημήτρη Κοκότση (1894-1964). Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Στα χρόνια του Βενιζέλου», έκδοση, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος» – Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων. Χανιά – Αθήνα, 2010. Επιλογή φωτογραφίας, Αργολική Βιβλιοθήκη.

Υπήρχε, ασφαλώς, το συνταγματικό ζήτημα: ποιος κυβερνά, ο βασιλιάς ή ο λαός; Και σε αυτό το επίπεδο, όμως, δύσκολα μπορεί να εντοπιστεί το μείζον αίτιο της σύγκρουσης. Επιπλέον, πολύ συχνά λησμονείται – ίσως και λόγω των συνεχιζόμενων επί μακρόν εντάσεων του Διχασμού και της προπαγανδιστικής χρήσης της ιστορίας που τις συνόδευε – ότι και η συνταγματική κρίση του 1915 ήταν περισσότερο περίπλοκη από όσο συχνά υπονοείται. Το πρόβλημα ξεκίνησε από το γεγονός ότι ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ απέρριψε την εισήγηση του πρωθυπουργού Βενιζέλου για είσοδο της χώρας στον πόλεμο και συγκεκριμένα για τη συμμετοχή της στη συμμαχική επιχείρηση στην Καλλίπολη. Αλλά στις αρχές του 1915, όταν συνέβαιναν αυτά, δεν υπήρχε ακόμη Εθνικός Διχασμός. Ούτε και ο Βενιζέλος αμφισβήτησε, σε εκείνη τη φάση, το δικαίωμα του Κωνσταντίνου να έχει λόγο επί των ζητημάτων ειρήνης και πολέμου. Στις αρχές του 20ού αιώνα, σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες ο αρχηγός του κράτους απολάμβανε προνομίες στα πεδία της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας. Εδώ ανέκυπτε, πράγματι, ένα συνταγματικό πρόβλημα, το οποίο δεν είχε επιλυθεί μέσα από την έως τότε εξέλιξη των ελληνικών κοινοβουλευτικών θεσμών. Αλλά ο Βενιζέλος δεν έθεσε τότε ένα παρόμοιο ζήτημα αρμοδιοτήτων. Αντίθετα, η χώρα οδηγήθηκε στις εκλογές του Μαΐου 1915, στις οποίες επικράτησε εκ νέου το Κόμμα Φιλελευθέρων. Ωστόσο – και εδώ είναι που βρίσκεται η απαρχή του Εθνικού Διχασμού – ο Κωνσταντίνος δεν αποδέχθηκε το αποτέλεσμα. Καθυστέρησε, λόγω της σοβαρής του ασθένειας, να διορίσει τον Βενιζέλο πρωθυπουργό, και κατόπιν, όταν ο τελευταίος εισηγήθηκε εκ νέου την είσοδο της χώρας στον πόλεμο, τον οδήγησε ξανά σε παραίτηση και προκήρυξε νέες εκλογές από τις οποίες οι βενιζελικοί απείχαν. Εδώ βρίσκεται η έναρξη του Διχασμού. [4] Οι δεύτερες εκλογές του 1915 υπήρξαν η μείζων παραβίαση του πολιτεύματος από τον βασιλιά: επειδή με τον τρόπο αυτόν αρνείτο να αποδεχθεί το αποτέλεσμα των πρώτων. Η αποχή των βενιζελικών από τις εκλογές παρέπεμπε σε θεμελιώδη πολιτική ανωμαλία και δεν προδίκαζε ομαλές πολιτικές εξελίξεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι τούτο είναι εγγεγραμμένο στη θεσμική μνήμη και του σημερινού πολιτεύματος της χώρας. Το Σύνταγμα του 1975 απαγορεύει την πρόωρη διάλυση της Βουλής για τον ίδιο λόγο μέσα σε ένα έτος. Ο συντάκτης του Συντάγματος, Κωνσταντίνος Τσάτσος, παλαιός βενιζελικός, σημείωσε ρητά ότι τούτο οφειλόταν στην ανάγκη να αποφευχθεί μια επανάληψη των γεγονότων που επέφεραν τον Εθνικό Διχασμό. [5]

Αναμφίβολα, η αρχή salus populi suprema lex, την οποία και οι δύο παρατάξεις επικαλέστηκαν για να νομιμοποιήσουν αντιθεσμικές τους παρεμβάσεις το 1915-17, μπορεί να οδηγήσει σε εκτροπές και μεγάλης έκτασης αντιπαραθέσεις. Στην πράξη – τονίζουν οι συνταγματολόγοι η επίκληση αυτής της αρχής, έστω και εάν ξεκινήσει καλόπιστα, εύκολα καταλήγει σε προσχηματική χρήση της και σε παραβιάσεις του θεσμικού πλαισίου. [6] Ωστόσο, η συνταγματική κρίση, αν και καθαυτή μείζονος σημασίας, δεν ήταν – και δεν μπορούσε να είναι – το αίτιο του Διχασμού. Η συνταγματική κρίση προϋπέθετε μια διαφωνία σχετική με το μείζον αγαθό του salus populi. Αυτή η διαφωνία προκάλεσε τον Διχασμό. Δεν ήταν, πράγματι, το μόνο του συστατικό στοιχείο∙ όριζε, όμως, το σημείο από το οποίο, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, καμία από τις δύο πλευρές δεν μπορούσε να υποχωρήσει χωρίς να αυτοαναιρεθεί. Αυτή η διαφωνία ανέκυψε το 1915, και αφορούσε όχι απλώς τη «Μεγάλη Ιδέα» (διατύπωση μάλλον γενικόλογη, που παραπέμπει, συνήθως, σε μελλοντικά «κέρδη» της χώρας), αλλά την ίδια την επιβίωση του έθνους.

 

Οι υπαγορεύσεις της γεωγραφίας, η ένταση του διλήμματος και το μέλλον του ελληνισμού

 

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ολοκλήρωσε και κορύφωσε μια ευρύτερη ιστορική διαδικασία που εξελισσόταν ήδη από δεκαετίες και έμελλε να αλλάξει την μορφή αυτού που τότε αποκαλείτο «Εγγύς Ανατολή». Για την περιοχή στην οποία υπήρξε ιστορικά ενεργός ο ελληνισμός, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος σηματοδότησε την οριστική μετάβαση από το πρότυπο διακυβέρνησης της αυτοκρατορίας (το οποίο είχε διατηρηθεί εκεί για πάνω από 2.500 χρόνια) σε ένα ριζικά νέο μοντέλο διακυβέρνησης, αυτό του έθνους – κράτους. Τούτο δημιουργούσε, για μεγάλες ελληνικές κοινότητες, κινδύνους υπαρξιακούς ή ακόμη και την προοπτική της εκδίωξής τους από τους χώρους καταγωγής τους.

Ήδη από την πρώιμη αρχαιότητα, οι ελληνικές κοινότητες έτειναν να αναπτυχθούν σε μια πολύ ιδιαίτερη γεωγραφική μορφή: κατά κανόνα, συγκεντρώνονταν στις παράκτιες περιοχές, ενώ ήταν πολιτικά και στρατιωτικά διατηρήσιμες λόγω του οργανωμένου χαρακτήρα τους, που τους επέτρεπε να διατηρούν μια σαφή υπεροχή απέναντι στους ανοργάνωτους λαούς του εσωτερικού. Η ίδια τάση συνεχίστηκε υπό την αιγίδα των μεγάλων αυτοκρατοριών που διαδέχθηκαν η μια την άλλη από την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου (αν όχι και του Κύρου του Μεγάλου) – ελληνιστικές, ρωμαϊκή, βυζαντινή, οθωμανική. Ο ελληνικός πολιτισμός μπόρεσε να χρησιμοποιήσει τα ευρύτερα πολυεθνικά πολιτικά σύνολα των αυτοκρατοριών, ώστε να εκμεταλλευθεί τη σημαντική πολιτισμική του ακτινοβολία (με σημερινούς όρους, μια μορφή «ήπιας ισχύος»), να παραμείνει διατηρήσιμος στις βασικές παράκτιες εστίες του, αλλά και να εξελληνίσει ακόμη μεγαλύτερες περιοχές του εσωτερικού, όπως π.χ. έγινε στη Μικρά Ασία, κυρίως κατά την ύστερη ρωμαϊκή αρχαιότητα, τον 1ο – 3ο αιώνα μ.Χ. Αυτά τα δεδομένα άρχισαν να αλλάζουν δραματικά στον 19ο αιώνα, οπότε επήλθε η άνοδος των άλλων βαλκανικών εθνικισμών. [7] Στο πλαίσιο αυτό, ο ελληνικός κόσμος, και ειδικά η ηγεσία του ελληνικού κράτους βρέθηκε σε μια πολύ δύσκολη θέση: η γεωγραφική περιοχή που ενδιέφερε ήταν αχανής (τουλάχιστον για τα μέσα που διέθετε το μικρό ελληνικό κράτος), οι πιθανοί αντίπαλοι πολλαπλοί, και σε περίπτωση απώλειας μιας περιοχής, αυτή δεν επανέκαμπτε σε μια αυτοκρατορική οντότητα, αλλά περιερχόταν σε ένα άλλο έθνος – κράτος, με τους Έλληνες στην θέση μιας προνομιούχου (και άρα συνήθως στοχοποιημένης) μειονότητας, της οποίας η επιβίωση δύσκολα θα εξασφαλιζόταν.

Με άλλα λόγια, η γεωγραφική δομή του ελληνικού κόσμου είχε εδρασθεί στην ικανότητα των παράκτιων κοινοτήτων του είτε να επιβιώνουν είτε ως ανεξάρτητες οντότητες έναντι ανοργάνωτων πληθυσμών του εσωτερικού, είτε (όταν είχαν απωλέσει την ανεξαρτησία τους) να χρησιμοποιούν το προστατευτικό πλαίσιο των (εξ ορισμού, πολυεθνικών) αυτοκρατοριών για τον ίδιο λόγο. Με τον τρόπο αυτό, από την αρχαιότητα ως τις αρχές του 20ού αιώνα, ο ελληνισμός είχε επεκταθεί σε μια γιγαντιαία έκταση – σχηματικά, από την Αδριατική έως τον Καύκασο, και από τον Εύξεινο Πόντο έως την Αλεξάνδρεια – χωρίς να διαθέτει τα στοιχεία που θα αποκτούσαν σημασία αποφασιστική στην εποχή του έθνους – κράτους: ενδοχώρα, γεωγραφική συνέχεια και έναν βασικό γεωγραφικό σκελετό. Όταν όμως οι πληθυσμοί του εσωτερικού αποκτούσαν την στιβαρή πολιτική οργάνωση του έθνους-κράτους (και μάλιστα νέων εθνών-κρατών, αποφασισμένων να προωθήσουν την εθνικοποίηση της οικονομίας τους), οι κοινότητες αυτές βρίσκονταν απολύτως αποκομμένες από το μακρινό «εθνικό κέντρο», και – καθώς ήταν προϊόντα πολιτισμικής και οικονομικής ισχύος, δηλαδή «ήπιας» – αποδεικνύονταν αδύναμες να αντιμετωπίσουν την «σκληρή ισχύ» των εθνών – κρατών στα οποία εντάσσονταν ή με τα οποία γειτνίαζαν. Η περιοχή των ελληνικών ενδιαφερόντων ήταν ασυνεχής και τεράστια∙ και το μέσο για την επίτευξη των στόχων – το ελληνικό κράτος – δεν διέθετε επαρκή ισχύ και μέγεθος για την εκπλήρωσή τους.

Κατά τρόπο ειρωνικό, η επιτυχία της χώρας κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους αφενός επέλυσε – ανέλπιστα ευνοϊκά – το πρόβλημα των άμεσων προτεραιοτήτων στην Κρήτη και τη Μακεδονία. Παρέμεναν όμως ανοικτά τα μέτωπα στη Βόρεια Ήπειρο, Θράκη, Ανατολικό Αιγαίο, Ιωνία, Πόντο, Κύπρο, μαζί με τον κίνδυνο μιας νέας βουλγαρικής προσπάθειας στην κατεύθυνση της ελληνικής Μακεδονίας. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία επιζητούσε μια νέα σύγκρουση για την επανάκτηση των νήσων του Ανατολικού Αιγαίου, ενώ ταυτόχρονα ξεκινούσε τον «πρώτο διωγμό» των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Σε περίπτωση, όμως, ήττας σε μια τέτοια ελληνοτουρκική «μονομαχία», ήταν πιθανό να ενεργοποιηθεί και η βουλγαρική επεκτατικότητα στον χώρο της ελληνικής Μακεδονίας. Με απλούστερα λόγια: οι επιτυχίες των Βαλκανικών Πολέμων δεν είχαν οριστικά λύσει τα προβλήματα και δεν είχαν «ολοκληρώσει» τη Μεγάλη Ιδέα∙ το ενδεχόμενο μιας νέας περιφερειακής σύγκρουσης μπορούσε να διακυβεύσει και αυτές ακόμη τις πολύτιμες επιτυχίες της χώρας στους Βαλκανικούς Πολέμους. [8]

Όταν, επομένως, ξέσπασε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έθεσε, σχεδόν αυτομάτως, το σύνολο αυτών των υπαρξιακών προβλημάτων, και μάλιστα σε ένα ριζικά νέο και πιεστικό πλαίσιο. Ήταν εξαρχής εμφανές – και επιβεβαιώθηκε τον Νοέμβριο του 1914 – ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα τασσόταν με τις Κεντρικές Δυνάμεις. Η Βουλγαρία αμφιταλαντευόταν, ενώ η Σερβία – χώρα με την οποία η Ελλάδα συνδεόταν με Συνθήκη Συμμαχίας – είχε πρώτη δεχθεί την επίθεση της Αυστροουγγαρίας. Με τον τρόπο αυτόν, όμως, ο Μεγάλος Πόλεμος δεν έθετε απλώς ζήτημα «ευκαιριών» ή «επιλογών». Έθετε ένα πρόβλημα υπαρξιακής υφής που κορυφωνόταν ήδη από δεκαετίες. Η ίδια η γεωγραφική διάρθρωση του ελληνισμού απαιτούσε τη λήψη αποφάσεων. Και ορισμένες από αυτές τις αποφάσεις θα ήταν αναπόφευκτα επώδυνες: ήταν πολύ πιθανόν να μην αποδειχθεί δυνατή η ικανοποίηση του συνόλου των ελληνικών διεκδικήσεων∙ και οι περιοχές που θα χάνονταν – ειδικά εάν διαλυόταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία – θα χάνονταν, πιθανότατα, για πάντα, αν μη τι άλλο λόγω της ένδειας των μέσων που διέθετε το ελληνικό κράτος και της ιδιότυπης γεωγραφικής διασποράς των ελληνικών κοινοτήτων. Με άλλα λόγια, ανέκυπτε η ανάγκη για επώδυνες επιλογές. Και τούτο γινόταν μεν αντιληπτό από τον Βενιζέλο, δημιουργούσε όμως πανικό στους μαξιμαλιστές αντιβενιζελικούς. Εδώ θα ανέκυπτε η διαφωνία που αφορούσε την ίδια την επιβίωση του έθνους.

Ο Βενιζέλος υποστήριξε εξ αρχής την ανάγκη να «εκμαιευθούν» προτάσεις της Entente για συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο. Η διεθνής πολιτική του διακρίθηκε πάντοτε για ένα βασικό της χαρακτηριστικό: ο Βενιζέλος απέφευγε συστηματικά συγκρούσεις στις οποίες η Ελλάδα θα καλείτο να αναμετρηθεί μόνη της με χώρες ισχυρότερες. Αυτό έκανε και πριν τον Αύγουστο του 1914, όταν προσπάθησε με κάθε τρόπο (ακόμη και προτείνοντας εθελούσια ανταλλαγή πληθυσμών) να αποφύγει μια αναμέτρηση με την Πύλη. [9] Μόλις όμως ξέσπασε ο πόλεμος, και ανέκυψε η ευκαιρία να βρεθεί η Ελλάδα ως τμήμα ενός μεγάλου διεθνούς συνασπισμού, αντιμέτωπη με την Οθωμανική Αυτοκρατορία με άλλους όρους, υποστήριξε την είσοδο στον πόλεμο, με βασικό πλέον στόχο την απόκτηση περιοχών της Μικράς Ασίας, και θεωρώντας – ορθώς – ότι μόνον η ενσωμάτωσή τους στην ελληνική επικράτεια μπορούσε να διασφαλίσει την επιβίωση των εκεί ελληνικών πληθυσμών. Στη βάση της πολιτικής του Βενιζέλου υπήρχε, επιπλέον, ο υπολογισμός ότι οι υλικές δυνάμεις της Entente θα επέφεραν και την επικράτησή της στον πόλεμο. Ωστόσο, αποδεχόταν, μοιραία, την απώλεια – απώλεια, κατά πάσα βεβαιότητα, οριστική – περιοχών που δεν θα περιέρχονταν και κατά τη φάση αυτή στο ελληνικό κράτος. Για να δοθεί ένα ενδεικτικό παράδειγμα, αποδεχόταν την απώλεια της Κωνσταντινούπολης, που θα περνούσε, όπως όλοι αντιλαμβάνονταν, υπό τον ρωσικό έλεγχο. Τόνιζε όμως ότι ήταν αδύνατον για την Ελλάδα να μείνει εκτός της σύγκρουσης: ακόμη και εάν δεν καλείτο να υποστεί εδαφικές απώλειες κατά τον πόλεμο, θα της ήταν αδύνατον να επιβιώσει σε περίπτωση που μια ισχυροποιημένη Βουλγαρία κυριαρχούσε στη μεταπολεμική Βαλκανική. [10]

Ο Κωνσταντίνος είχε άλλες αφετηρίες, που τον οδηγούσαν σε ριζικά διαφορετικά συμπεράσματα. Δεν πίστευε ότι ο γερμανικός στρατός μπορούσε να ηττηθεί στο πεδίο της μάχης. Και από τη στιγμή που θεωρούσε βέβαιη την νίκη των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, πίστευε αντίστοιχα ότι σύνταξη με την Entente θα οδηγούσε μοιραία σε εθνική καταστροφή: όχι μόνον η Ελλάδα δεν θα έπαιρνε περιοχές της Μικράς Ασίας, αλλά θα έχανε και τα εδαφικά της κέρδη από τους Βαλκανικούς Πολέμους στο Αιγαίο (από την Οθωμανική Αυτοκρατορία) και στη Μακεδονία (από τη Βουλγαρία). Σε κάθε περίπτωση όμως, και πέραν των στρατιωτικών επιχειρημάτων εναντίον της συμμετοχής της χώρας στην επιχείρηση της Καλλίπολης, ο Κωνσταντίνος έβρισκε αδύνατον να αποδεχθεί την πιθανότητα μιας συμμαχικής επιτυχίας εκεί, που θα έφερνε οριστικά τους Ρώσους στην Πόλη. Για έναν βασιλιά που ανακηρύχθηκε ως τέτοιος από τον στρατό «του» με το όνομα «Κωνσταντίνος ΙΒ΄» ένα τέτοιο βήμα ήταν αδύνατο. Με άλλα λόγια, οι αντιβενιζελικοί δεν αμφισβητούσαν την ανάγκη απόκτησης της Ιωνίας από την Ελλάδα. Ωστόσο, προβλέποντας μια γερμανική νίκη, θεωρούσαν ότι η συμμετοχή στον πόλεμο στο πλευρό της Entente όχι μόνον δεν θα απέφερε στην Ελλάδα την Ιωνία, αλλά θα της στερούσε και τις πρόσφατα αποκτημένες περιοχές της Μακεδονίας. Για τούτο, άλλωστε, προχώρησαν και στην απόρριψη της βρετανικής προσφοράς της Κύπρου το 1915: [11] τούτο δεν καταδεικνύει κάποια «αδιαφορία» τους για την Κύπρο, αλλά τη βασική τους πρόβλεψη ότι, αφού η Entente στο τέλος θα ηττάτο, η Ελλάδα και την Κύπρο δεν θα διατηρούσε, αλλά και δικές της περιοχές θα έχανε. Ταυτόχρονα φοβικοί και μαξιμαλιστές, και τελικά βασισμένοι σε λανθασμένες προβλέψεις σχετικά με το ποιος θα επικρατούσε στον πόλεμο, οι αντιβενιζελικοί προτιμούσαν να μη δράσουν, και ίσως να χάσουν τα πάντα…

Ας κάνουμε, όμως, ένα βήμα πίσω για να αποτιμήσουμε ένα ακόμη στοιχείο που αφορά τη μεθοδολογία λήψης αποφάσεων του Βενιζέλου. Όλα τούτα προϋπέθεταν ότι, ασκώντας την ηγεσία, ο Κρητικός πολιτικός βρισκόταν διαρκώς, από το 1912 έως το 1920, ενώπιον της ανάγκης να αποφασίζει πού θα έριχνε το βάρος της προσπάθειάς του. Αναγκαζόταν, δηλαδή, να κάμει σκληρές και συχνά ανάλγητες επιλογές, μια λέξη-κλειδί στην άσκηση της ηγεσίας. Η Ελλάδα δεν διέθετε τις δυνατότητες να πετύχει όλους τους στόχους της ταυτοχρόνως: εάν το επιχειρούσε, θα βρισκόταν πιθανότατα στη θέση της Βουλγαρίας του 1912-13, χώρας στρατιωτικά πιο ισχυρής, αλλά που επιχειρώντας να πάρει και τα δύο έπαθλα των Βαλκανικών Πολέμων – τη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη – έχασε και τα δύο… Μόνον εάν η Ελλάδα συγκέντρωνε την περιορισμένη της ισχύ σε ορισμένα μόνον πεδία ενδιαφέροντος (δηλαδή σε αυτά που επέλεγε ως πιο σημαντικά ή επιτεύξιμα) μπορούσε να ελπίζει σε επιτυχία. Για να τεθεί το θέμα απλά, τούτο σήμαινε ότι στα χρόνια εκείνα, ο Βενιζέλος συχνά βρέθηκε στην ανάγκη να «θυσιάσει» ορισμένα πεδία του ελληνικού ενδιαφέροντος∙ χωρίς τη θυσία αυτή, όμως, θα είχε χάσει τα άλλα, πιθανόν και τα πάντα.

 

Συμπεράσματα

 

Το μέγεθος του διακυβεύματος ήταν τεράστιο και πιθανότατα δεν ήταν γεφυρώσιμο – πάντως δεν ήταν εύκολα γεφυρώσιμο. Οι εκτιμήσεις των δύο πλευρών για την εξέλιξη του πολέμου τούς οδηγούσαν σε ριζικά διαφορετικά συμπεράσματα, τη στιγμή που από τις αποφάσεις τους έμελε να εξαρτηθεί η μοίρα συνολικά του ελληνισμού, αν όχι αυτή η επιβίωση του έθνους. Κινδύνευαν και ελληνικές κοινότητες που είχαν μείνει εκτός των ορίων του κράτους, αλλά και τα ίδια τα εδάφη του. Είναι φανερό ότι, στο πλαίσιο αυτό, εάν κάποιος αποδεχόταν την στρατηγική του Βενιζέλου, θα θεωρούσε «προδότη» όποιον αποδεχόταν την λογική της άλλης πλευράς – και το αντίθετο. Η διαφωνία είχε φτάσει στην κατάσταση ενός παιγνίου μηδενικού αθροίσματος, κάτι που ποτέ δεν πρέπει να συμβεί στην λειτουργία μιας αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, καθώς την αποσαθρώνει. Το συνταγματικό ζήτημα του 1915 αντανακλούσε την ένταση αυτών των υπαρξιακών διλημμάτων. Το κεντρικό πρόβλημα – η επιβίωση μεγάλων τμημάτων του ελληνισμού – ανέκυπτε με έναν τρόπο παροξυσμικά πιεστικό, λόγω διεθνών εξελίξεων ασύλληπτα μεγάλης έκτασης, τις οποίες η Ελλάδα δεν μπορούσε να επηρεάσει – αν και καλείτο να προσαρμοστεί σε αυτές.

Ίσως το ελληνικό πολίτευμα και το πολιτικό σύστημα, εάν οι εξελίξεις ήταν ομαλές, να μπορούσε να επιλύσει το συνταγματικό ζήτημα της αρμοδιότητας βασιλιά και κυβέρνησης σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Αλλά για να είναι οι εξελίξεις ομαλές, έπρεπε να υπάρχει χρόνος, κάτι που δεν συνέβαινε το 1915. Την ώρα εκείνη, τα διλήμματα ήταν υπαρξιακής υφής, και οι δρώντες είχαν επίγνωση ότι έπρεπε να δράσουν γρήγορα. Στο πλαίσιο αυτό, η αρχή salus populi suprema lex, εδρασμένη ακριβώς στην πεποίθηση ότι συνέτρεχαν έκτακτες καταστάσεις, ήταν λογικό να επικρατήσει στη διαχείριση των δημοσίων υποθέσεων – παρά το γεγονός ότι είναι δύσκολο να υποθέσει κανείς ότι οι δρώντες αγνοούσαν τις δυνητικά καταστροφικές της επιπτώσεις. Πίστευαν όμως ειλικρινά ότι ετίθετο ζήτημα salus populi. Αυτό ήταν ένας επιπλέον λόγος για την αδυναμία τους να αποφύγουν τη ρήξη με τέτοιους διχαστικούς όρους. Στην πορεία, φυσικά, μετά το ξέσπασμα της διαφωνίας, τα πράγματα έγιναν χειρότερα, με την προπαγανδιστική χρήση επιλεγμένων διαρροών, την κατάληψη του Ρούπελ και κατόπιν της Ανατολικής Μακεδονίας από τους Βουλγάρους, το κίνημα της Εθνικής Αμύνης και τη διάσπαση του κράτους, την αγγλογαλλική επέμβαση στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 1916, το ανάθεμα εναντίον του Βενιζέλου, τη νέα ξένη επέμβαση και την επανένωση της χώρας κλπ. Όπως συνήθως συμβαίνει σε διχαστικές καταστάσεις, η εμφάνιση μιας τέτοιας ρήξης έμελλε να έχει μακροπρόσθεσμα αποτελέσματα. Η υπέρβασή της θα απαιτούσε πολύ χρόνο και τεράστια προσπάθεια όχι μόνον από τους δρώντες του 1915, αλλά και από τις επόμενες γενιές.

 

Υποσημειώσεις


[1] Βλέπε μεταξύ άλλων, Αλιβιζάτος, Ν. (1983), Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση, 1922-1974. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας. Αθήνα: Θεμέλιο∙ Μαυρογορδάτος, Γ. Θ. (2015), 1915. Ο Εθνικός Διχασμός. Αθήνα: Πατάκης∙ Βλαχόπουλος, Σ. (2012), Η κρίση του κοινοβουλευτισμού στο μεσοπόλεμο και το τέλος της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας το 1935. Οι θεσμικές όψεις μιας οικονομικής κρίσης. Αθήνα: Ευρασία.

[2] Hering, G. (2004), Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα, 1821-1936, τόμος Β΄, (μετάφρ. Θ. Παρασκευόπουλος). Αθήνα: ΜΙΕΤ, σ. 853-902· Διαμαντόπουλος, Θ. (1997), Η ελληνική πολιτική ζωή: Εικοστός αιώνας. Από την προβενιζελική στη μεταπαπανδρεϊκή εποχή, Αθήνα: Παπαζήσης· Μαυρογορδάτος, Γ. Θ. (χ.η), Μελέτες και κείμενα για την περίοδο 1909-1940. Αθήνα – Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας, σ. 39-77· του ιδίου, (1996), Εθνικός Διχασμός και μαζική οργάνωση. 1. Οι επίστρατοι του 1916. Αθήνα: Αλεξάνδρεια· του ιδίου Mavrogordatos, G. (1983), Stillborn Republic. Social Coalitions and Party Strategies in Greece, 1922-1936. Berkeley: University of California Press· Ρήγος, Α. (1988), Η Β΄ Ελληνική Δημοκρατία, 1924-1935. Κοινωνικές διαστάσεις της πολιτικής ζωής. Αθήνα: Θεμέλιο, σ. 294-331· Μουρέλος, Γ. (2007), Τα «Νοεμβριανά» του 1916. Από το αρχείο της Μεικτής Επιτροπής Αποζημιώσεων των θυμάτων. Αθήνα: Πατάκης, σ. 17-19.

[3] Για τη στάση ιδιαίτερα του Βενιζέλου βλέπε μεταξύ άλλων, Χατζηβασιλείου, Ε., «Ο φιλελευθερισμός του Βενιζέλου. Στοχοθεσία και πολιτική πράξη, 1910-1936», στο Παπαδάκης, Ν. (επιμ.), (2014), Ελευθέριος Βενιζέλος. Η διαμόρφωση της πολιτικής σκέψης του. Ιδεολογικές αφετηρίες και επιρροές. Αθήνα: Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, και Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος», σ. 143-169.

[4] Για την ένταση εκείνων των ημερών, πέραν της βιβλιογραφίας που παρατέθηκε παραπάνω, βλέπε επίσης, Μαυρογορδάτος, Γ. Θ. (επιμ.), (2015), Ελευθέριος Βενιζέλος. Η ύστατη κοινοβουλευτική μάχη του 1915. Αθήνα: Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία.

[5] Χατζηβασιλείου, Ε. (2010), Ελληνικός φιλελευθερισμός. Το ριζοσπαστικό ρεύμα, 1932-1979. Αθήνα: Πατάκης, σ. 508.

[6] Βλέπε μεταξύ άλλων, Βλαχόπουλος, Σ. (2012), Η κρίση του κοινοβουλευτισμού στον μεσοπόλεμο και το τέλος της Β’ ελληνικής δημοκρατίας το 1935. Αθήνα: Ευρασία.

[7] Για την άνοδο των βαλκανικών εθνικισμών και τα διλήμματα της ελληνικής πολιτικής, βλέπε, Dakin, D. (1982), Η ενοποίηση της Ελλάδας, 1770-1923 (μετάφρ. Α. Ξανθόπουλος). Αθήνα: ΜΙΕΤ, σ. 188-215∙ Λάσκαρις, Μ. Θ. (1978), Το Ανατολικόν ζήτημα, 1800-1923, τόμος Α΄ (1800-1878). Θεσσαλονίκη: Πουρνάρας, σ. 228-301∙ Κωφός, Ε. (2001), Η Ελλάδα και το Ανατολικό ζήτημα, 1875-1881. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών∙ Σφέτας, Σ. (2008), Ελληνοβουλγαρικές αναταράξεις, 1880-1908. Ανάμεσα στη ρητορική της διμερούς συνεργασίας και στην πρακτική των εθνικών ανταγωνισμών. Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο.

[8] Σβολόπουλος, Κ. (1992), Η ελληνική εξωτερική πολιτική. τόμος Α΄. Αθήνα: Εστία, σ. 94-103.

[9] Mourelos, Y. G. (1985), «The 1914 Persecutions and the First Attempt at an Exchange of Minorities between Greece and Turkey». Balkan Studies, 26., σ. 389-413.

[10] Βλέπε ιδιαίτερα, Μαυρογορδάτος (επιμ.), Ελευθέριος Βενιζέλος. Η ύστατη κοινοβουλευτική μάχη.

[11] Πικρός, Γ. Π. (1980 ), Ο Βενιζέλος και το Κυπριακό. Αθήνα: Φιλιππότης.

 

Ευάνθης Χατζηβασιλείου

Καθηγητής, ΕΚΠΑ

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Οι συνταγματικές διαστάσεις του Α΄ Εθνικού Διχασμού. Σπύρος Βλαχόπουλος στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Α. Μια ιστορική περίοδος δύσκολα μπορεί να κατανοηθεί χωρίς την ανάλυση των όσων προηγήθηκαν. Το ίδιο ισχύει και για τον Πρώτο Εθνικό Διχασμό (1915-1917) και τις συνταγματικές του διαστάσεις. Πραγματικά, θα ήταν ατελής οποιαδήποτε προσπάθεια προσέγγισης των συνταγματικών πτυχών της ταραγμένης εκείνης περιόδου χωρίς αναφορά στα Συντάγματα του 1864 και του 1911, στην αρχή της δεδηλωμένης και στο κίνημα στο Γουδί το 1909. [1]

Η ελληνική βουλή στα τέλη του 19ου αιώνα (πίνακας του Ν. Ορλώφ 1930)

Το Σύνταγμα του 1864 σηματοδότησε το πέρασμα από τη συνταγματική μοναρχία στη βασιλευόμενη δημοκρατία, στη δημοκρατική αρχή και την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Αυτό μπορεί να ακούγεται πολύ θεωρητικό, δεν είναι όμως. Έχει πολύ σημαντικές συνέπειες, με κυριότερη από τις οποίες τον κανόνα ότι το τεκμήριο της αρμοδιότητας ανήκει στον λαό και την αντιπροσωπεία του (Βουλή) και ότι τα άλλα κρατικά όργανα ασκούν μόνον όσες αρμοδιότητες τους απονέμει ρητώς το Σύνταγμα και οι σύμφωνοι με αυτό νόμοι. Στο πλαίσιο του Συντάγματος του 1864 θα πρέπει να ειδωθεί και μια άλλη πολύ σημαντική εξέλιξη, αυτή της αρχής της δεδηλωμένης, ύστερα από το άρθρο του Χαρίλαου Τρικούπη με τον τίτλο «Τις πταίει» και τον Λόγο του Θρόνου του Γεωργίου του Α΄ το 1875. Σύμφωνα με την αρχή της δεδηλωμένης που αποτελεί θεμελιώδη συνιστώσα του κοινοβουλευτικού συστήματος, προκειμένου να διατηρηθεί στην εξουσία μια Κυβέρνηση χρειάζεται τη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της Βουλής. Ωστόσο, η εφαρμογή και αυτής της αρχής δεν ήταν απόλυτη στην πράξη. Όχι μόνον επειδή η εμπιστοσύνη της Βουλής δεν θεωρούνταν αναγκαία συνθήκη για τον διορισμό μιας Κυβέρνησης παρά μόνο για την διατήρησή της (άρα υπήρχε ένα χρονικό διάστημα που παρέμενε στην εξουσία μέχρι την καταψήφισή της), αλλά και επειδή η αρχή αυτή, αφενός, δεν ίσχυε όταν διαλυόταν η Βουλή και προκηρύσσονταν εκλογές και, αφετέρου, παραβιαζόταν συχνά στην πράξη από τον Βασιλιά είτε με την παύση Κυβερνήσεων είτε με τον εξαναγκασμό τους σε παραίτηση.

Σε επίπεδο συνταγματικών κειμένων σημαντική εξέλιξη αποτέλεσε αναμφισβήτητα το Σύνταγμα του 1911, το οποίο εμφανίζεται τυπικά ως αναθεώρηση του Συντάγματος του 1864, με τις πολλές του όμως και σημαντικές αλλαγές αποτέλεσε κατ’ ουσίαν νέο Σύνταγμα, έστω και εάν δεν συνοδεύτηκε από μεταβολή του πολιτεύματος σε αβασίλευτη δημοκρατία. Στο πλαίσιο αυτό, το Σύνταγμα του 1911 μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ένα «εκσυγχρονιστικό» Σύνταγμα με πολλές θετικές καινοτομίες: Βελτίωνε την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων (π.χ. προσωπική ασφάλεια, άσυλο, δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι), καθιέρωνε τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και κατοχύρωνε τη δικαστική ανεξαρτησία, κυρίως μέσω του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, ενός οργάνου που διατηρείται έως τις ημέρες μας αποφασίζοντας για την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών.

Σε όλα τα ανωτέρω πρέπει να προστεθεί και το κίνημα στο Γουδί το 1909. Πρόκειται για ένα κίνημα που έχει μείνει με θετικό «πρόσημο» στην ιστορία μας λόγω του αναθεωρητικού του πνεύματος, δεν παύει όμως να αποτελεί ένα στρατιωτικό κίνημα. Από τότε ο στρατός «εθίζεται» στην ανάμιξη στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδος και διεκδικεί ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις, σε τέτοια μάλιστα έκταση ώστε, ακόμη και όταν δεν επιβάλλονται στρατιωτικές δικτατορίες, οι πολιτικοί να αδυνατούν να κυβερνήσουν χωρίς την υποστήριξη του στρατού.

Τι συνέβη όμως το 1915;

Ποιες ήταν οι συνταγματικές διαστάσεις του εθνικού διχασμού;

Β. Η πρώτη σημαντική συνταγματική διάσταση του εθνικού διχασμού 1915-1917 αφορούσε το ερώτημα, ποιο πολιτειακό όργανο ήταν αρμόδιο να λάβει την απόφαση σχετικά με τη συμμετοχή ή μη της Ελλάδος στον πόλεμο, για το εάν δηλαδή η χώρα μας θα πολεμούσε με τις δυνάμεις της Εγκάρδιας Συνεννόησης ή θα τηρούσε μια (ευμενή για τη Γερμανία) ουδετερότητα. Η αρμοδιότητα αυτή ανήκε στον Βασιλιά (Κωνσταντίνο) ή τον Πρωθυπουργό (Βενιζέλο);

Στη βάση της διαμάχης αυτής υπήρχε η αντίληψη στο βασιλικό «στρατόπεδο» ότι, σε αντίθεση με τα εσωτερικά θέματα, για τα μεγάλα εθνικά ζητήματα (όπως αυτά της διαμόρφωσης της εξωτερικής πολιτικής και της συμμετοχής σε πολέμους) οι κρίσιμες αποφάσεις ανήκαν στον Βασιλιά. Η αντίληψη αυτή αντανακλούσε μια διαδεδομένη πρακτική στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Έτσι αντιλαμβανόταν, και πριν τον Κωνσταντίνο, τη λειτουργία του πολιτεύματος ο Γεώργιος Α΄ και οι περισσότερες κοινοβουλευτικές μοναρχίες της εποχής εκείνης. Ο δε Κωνσταντίνος υποστήριζε ότι για τα μεγάλα εθνικά θέματα είναι υπεύθυνος μόνον έναντι του Θεού και ότι «το Στέμμα είναι υπεράνω των κομμάτων. Ενδιαφέρεται δια την εθνικήν πολιτικήν και αυτήν εννοεί να ρυθμίζη». Ωστόσο, η αντίληψη αυτή δεν έβρισκε έρεισμα στο κείμενο και το πνεύμα του Συντάγματος και ερχόταν μάλιστα σε ευθεία αντίθεση προς τη δημοκρατική αρχή, σύμφωνα με την οποία – όπως προαναφέρθηκε – ο Βασιλιάς μπορούσε να ασκήσει μόνον όσες αρμοδιότητες του απονέμονταν ρητώς από το συνταγματικό κείμενο.

Γ. Η προβληματική των εξουσιών του κάθε πολιτειακού οργάνου στο κοινοβουλευτικό σύστημα, τέθηκε και λόγω της διπλής διάλυσης της Βουλής το 1915. Ανέκυψε ειδικότερα το ζήτημα, ποιος αποφασίζει για τη διάλυση της Βουλής σε ένα κοινοβουλευτικό πολίτευμα.

Όταν ανέκυψε η διαφωνία Βενιζέλου και Κωνσταντίνου ως προς την στάση της Ελλάδος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Κωνσταντίνος διέλυσε τη Βουλή, τις εκλογές όμως της 31ης Μαΐου 1915 κέρδισαν με ευρεία πλειοψηφία (189 έδρες έναντι 127) οι Φιλελεύθεροι του Βενιζέλου. Με αυτόν τον τρόπο, ο λαός αποφάνθηκε υπέρ της στάσης του Βενιζέλου και της συμπόρευσης της Ελλάδας στο πλευρό της Εγκάρδιας Συνεννόησης. Ο Βασιλιάς ωστόσο διέλυσε εκ νέου τη Βουλή προκειμένου να πετύχει μια σύνθεσή της που να συμπλέει με τις δικές του θέσεις περί ουδετερότητας. Και πράγματι το πέτυχε, αφού από τις εκλογές 6ης Δεκεμβρίου 1915 απείχαν οι Φιλελεύθεροι. Τέθηκε έτσι το συνταγματικό ζήτημα εάν ήταν επιτρεπτή η δεύτερη διάλυση της Βουλής για την ίδια αιτία, όταν το κυρίαρχο όργανο, ο λαός, είχε ήδη αποφανθεί στις πρώτες εκλογές υπέρ της στάσης του Βενιζέλου.

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν μπορούσε παρά να είναι αρνητική: Παρά το γεγονός ότι το Σύνταγμα του 1911 δεν περιείχε κάποιο ρητό περιορισμό στην αρμοδιότητα του Βασιλιά για διάλυση της Βουλής, σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα η Βουλή διαλύεται προκειμένου να εκφρασθεί ο λαός και όχι προκειμένου να ακυρωθεί η πρόσφατη ετυμηγορία του. Με άλλες λέξεις, ο Ανώτατος Άρχων δεν μπορούσε να διαλύει συνεχώς τη Βουλή, έως ότου πετύχει την επιθυμητή κοινοβουλευτική σύνθεση που θα συμπορευόταν με τις δικές του απόψεις. Οι συνέπειες της διπλής διάλυσης της Βουλής το 1915 δεν περιορίζονται χρονικά μέχρι το 1917, όταν την εξουσία καταλαμβάνουν οι βενιζελικοί και καταργούν τη δεύτερη χρονικά Βουλή (που προήλθε από τις εκλογές του Δεκεμβρίου του 1915) για να επαναφέρουν τη Βουλή που προήλθε από τις εκλογές του Μαΐου του 1915 (την επονομαζόμενη και «Βουλή των Λαζάρων»). Τα γεγονότα του 1915 με τη διπλή διάλυση της Βουλής επηρέασαν τη διαμόρφωση και του ισχύοντος συνταγματικού δικαίου: Σύμφωνα με το άρθρο 41 παρ. 2 του Συντάγματός μας ναι μεν η Βουλή μπορεί να διαλυθεί προώρως «για ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας», πλην όμως αποκλείεται η διάλυση της νέας Βουλής «για το ίδιο θέμα». Εξάλλου, η παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων (μη δυνατότητα σχηματισμού Κυβέρνησης που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής και έλλειψη κυβερνητικής σταθερότητας), η «Βουλή που εκλέχτηκε μετά τη διάλυση της προηγούμενης δεν μπορεί να διαλυθεί πριν περάσει ένα έτος αφότου άρχισε τις εργασίες». Πρόκειται για συνταγματικές ρυθμίσεις, οι ρίζες των οποίων ανάγονται στα γεγονότα του 1915.

Δ. Αναφέρθηκε προηγουμένως το στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί το 1909, το οποίο «εγκαινίασε» την ανάμιξη του στρατού στην πολιτική ζωή της Χώρας. Η επέμβαση γίνεται ακόμη εντονότερη την περίοδο του Πρώτου Εθνικού Διχασμού: Τον Αύγουστο του 1916 εκδηλώνεται το κίνημα της Εθνικής Άμυνας με την υποστήριξη των αγγλικών και γαλλικών στρατευμάτων. Σχηματίζεται η «Τριανδρία» με τη συμμετοχή του Βενιζέλου και δύο ανώτατων στρατιωτικών, του στρατηγού Δαγκλή και του ναύαρχου Κουντουριώτη, συγκροτείται δε με τη βοήθεια στρατιωτικών δυνάμεων το δεύτερο ελληνικό Κράτος της Θεσσαλονίκης. Έκτοτε εκδηλώθηκαν αλλεπάλληλα στρατιωτικά κινήματα: Η επανάσταση του στρατού το 1922 μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, το κίνημα των Γαργαλίδη – Λεοναρδόπουλου το 1923, η δικτατορία του Πάγκαλου το 1925-1926, το κίνημα του Πλαστήρα το 1933, το βενιζελικό κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935, η ανατροπή του Παναγή Τσαλδάρη από τον στρατηγό και Αντιπρόεδρό του Κονδύλη τον Οκτώβριο του 1935 και η δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967.

Συμπερασματικά, την περίοδο του Πρώτου Εθνικού Διχασμού εδραιώθηκε η αντίληψη ότι ο στρατός δεν περιορίζεται στην υπεράσπιση της εθνικής άμυνας της χώρας, αλλά διεκδικεί σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της πολιτικής και συνταγματικής πραγματικότητας. Η αντίληψη αυτή διήρκεσε έως το 1974 και «σημάδεψε» τον συνταγματικό βίο της Χώρας.

Ε. Σημασία για μια έννομη τάξη δεν έχει μόνο το συνταγματικό κείμενο αλλά και η συνταγματική πραγματικότητα, κατά πόσο δηλαδή το Σύνταγμα τηρείται στην πράξη. Στο πλαίσιο αυτό, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα διάστασης μεταξύ συνταγματικού κειμένου και συνταγματικής πραγματικότητας αποτελεί η περίοδος του Πρώτου Εθνικού Διχασμού, ιδίως στο πεδίο των ατομικών δικαιωμάτων.

Έτσι λοιπόν και ενώ το κείμενο του Συντάγματος του 1911 παρέχει ένα υψηλό επίπεδο προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, η περίοδος της κυριαρχίας των αντιβενιζελικών (1916-1917) χαρακτηρίζεται από τις διώξεις των πολιτικών αντιπάλων με φυλακίσεις, εκτοπίσεις και εκτεταμένες εκκαθαρίσεις στον κρατικό μηχανισμό (στρατό, δικαιοσύνη, διοίκηση). Τα ίδια όμως μέσα χρησιμοποιούν και οι βενιζελικοί εναντίον των αντιπάλων τους όταν αναλαμβάνουν τα ηνία της εξουσίας (1917-1920). Έτσι την εν λόγω τριετία απολύθηκαν περίπου 6.500 πολιτικοί δημόσιοι υπάλληλοι, 2.600 αξιωματικοί του στρατού και του ναυτικού και 3.000 από το προσωπικό της χωροφυλακής. Περιττό βέβαια να αναφερθεί ότι όταν οι αντιβενιζελικοί αναλαμβάνουν και πάλι την εξουσία τον Νοέμβριο του 1920, επιδίδονται σε νέες διώξεις των πολιτικών τους αντιπάλων, επιβεβαιώνοντας ότι η βία αποτελεί έναν «φαύλο κύκλο».

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο «κυνικός» τρόπος, με τον οποίο παραβιάζονται τα ατομικά δικαιώματα την περίοδο του Πρώτου Εθνικού Διχασμού. Το κείμενο του Συντάγματος παραμένει άθικτο και οι συνταγματικές διατάξεις περί προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων δεν καταργούνται. Μόνο που εκδίδονται από την εκτελεστική εξουσία συντακτικές πράξεις, με τις οποίες αναστέλλεται για ορισμένο χρονικό διάστημα η ισχύς ορισμένων ατομικών δικαιωμάτων! Έτσι λ.χ. με τη συντακτική πράξη της 14/11/1917 αναστέλλονται για ένα έτος η ισοβιότητα και μονιμότητα των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων και απολύονται όσοι από αυτούς πρόσκεινται στους πολιτικούς αντιπάλους. Αφού ολοκληρώνεται η «εκκαθάριση» του κρατικού μηχανισμού, επανακάμπτει η ισοβιότητα και μονιμότητα με βάση συνταγματικές διατάξεις που ποτέ δεν αφαιρέθηκαν από το συνταγματικό κείμενο!

ΣΤ. Το πρώτο συμπέρασμα που συνάγεται από τα ανωτέρω, έγκειται στο ότι οι μεγάλες ιστορικές και θεσμικές μεταβολές, συμπεριλαμβανομένων των συνταγματικών, σχεδόν ποτέ δεν συντελούνται στιγμιαία και αυτόματα. Αντιθέτως, για να εμπεδωθούν χρειάζονται μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου παρατηρούνται παλινδρομήσεις, ειδικά δε όσον αφορά τις συνταγματικές μεταβολές παρατηρούνται φάσεις έντονης διάστασης μεταξύ συνταγματικού κειμένου και συνταγματικής πραγματικότητας. Η περίοδος του Πρώτου Εθνικού Διχασμού και τα όσα προηγήθηκαν, επιβεβαιώνουν το συμπέρασμα ότι η πορεία προς τις μεγάλες θεσμικές μεταβολές δεν είναι σχεδόν ποτέ ευθύγραμμη: Μπορεί η δημοκρατική αρχή και η αρχή της δεδηλωμένης να είχαν κατοχυρωθεί από το 1864 και το 1875 αντίστοιχα και το Σύνταγμα του 1911 να κατοχύρωνε όχι μόνο μια σειρά από ατομικά δικαιώματα αλλά και το κυριότερο μέσο προστασίας τους (την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών), ωστόσο η Βουλή διαλυόταν επανειλημμένως προκειμένου να παρακαμφθεί η λαϊκή ετυμηγορία, ο Βασιλιάς υπερέβαινε τις αρμοδιότητές του παραβιάζοντας την αρχή της δεδηλωμένης και διεκδικώντας τον πρώτο λόγο σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και, τέλος, πολλά ατομικά δικαιώματα παραβιάζονταν συστηματικά παρά τη ρητή τους κατοχύρωση στο συνταγματικό κείμενο.

Εξίσου όμως σημαντικό είναι και ένα δεύτερο συμπέρασμα, το οποίο αναδεικνύουν τα τραγικά γεγονότα του Εθνικού Διχασμού: Η κατανόηση και ερμηνεία του ισχύοντος συνταγματικού κειμένου είναι αδύνατη, χωρίς γνώση της συνταγματικής μας ιστορίας. Γιατί πολύ απλά εάν δεν γνωρίζεις τι συνέβη το 1915 με την διπλή διάλυση της Βουλής προκειμένου ο Κωνσταντίνος να επιβάλει τη θέλησή του ως προς τη στάση της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν μπορείς να κατανοήσεις την ιστορική καταγωγή και τον λόγο ύπαρξης συνταγματικών διατάξεων, όπως αυτών του άρθρου 41, παρ. 2, εδ. β΄ και παρ. 4 του ισχύοντος Συντάγματος περί απαγόρευσης εκ νέου πρόωρης διάλυσης της Βουλής για το ίδιο εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας και περί του περιορισμού στην εκ νέου πρόωρη διάλυσή της πριν από την πάροδο έτους. Από την άποψη αυτή, οι επιστήμες του συνταγματικού δικαίου και της ιστορίας αποκτούν σημασία η μια για την άλλη, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμη φορά την αναγκαιότητα της διεπιστημονικής προσέγγισης.

 

Υποσημείωση


[1] Ενδεικτική βιβλιογραφία: Αλιβιζάτος, Ν. (2011), Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία 1800-2010. Αθήνα: εκδόσεις Πόλις. Μαυρογορδάτος, Γ. Θ. (2015), 1915. Ο Εθνικός διχασμός. Αθήνα: Πατάκης. Παντελής, Α. (2007), Εγχειρίδιο συνταγματικού δικαίου, 2η έκδοση. Αθήνα: εκδόσεις Λιβάνη.

 

Σπύρος Βλαχόπουλος

Καθηγητής Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Διασπάσεις και μεταλλάξεις του βενιζελικού χώρου τη δεκαετία του ’40. Η περίπτωση της Μακεδονίας. Τάσος Χατζηαναστασίου στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Ο οπλαρχηγός Θεόδωρος Τσακιρίδης από την Μπάφρα του Πόντου. Επιλογή φωτογραφίας Αργολική Βιβλιοθήκη.

Θα ξεκινήσω από ένα συγκεκριμένο επεισόδιο, όπως μου το αφηγήθηκε ένας από τους νεότερους τότε, μόλις 16 χρονών στα τέλη Αυγούστου του 1944, αντάρτες της Νέας Μπάφρας Σερρών, ο Κωνσταντίνος Χατζηθεοδωρίδης (Δελή-Κώτσος), ανιψιός του οπλαρχηγού Θεόδωρου Τσακιρίδη. Το επεισόδιο διαδραματίζεται στο Παγγαίο όπου βρισκόταν το λημέρι των ανταρτών. Λίγο νωρίτερα είχε φτάσει από τη δυτική πλευρά του Στρυμόνα, ομάδα Ελλήνων αξιωματικών, μελών εθνικιστικών οργανώσεων της Θεσσαλονίκης για να αναλάβει τη στρατιωτική οργάνωση και εκπαίδευση των ανταρτών της βουλγαροκρατούμενης Μακεδονίας. Ο επικεφαλής των αξιωματικών, ο αντισυνταγματάρχης ΠΒ Αβδελάς Βασίλειος, φώναξε τον Δελή-Κώτσο και του είπε πως είχε μαζί του κονκάρδες με το βασιλικό στέμμα αλλά πώς να τα μοίραζε στους γνωστούς μέχρι τότε για τα αντιμοναρχικά τους αισθήματα, Ποντίους Μπαφραλήδες; «Εγώ θα τα μοιράσω!» του είπε αυθόρμητα ο έφηβος αντάρτης. Και πράγματι τα μοίρασε χωρίς να προκληθεί η παραμικρή αντίδραση. Αυτό το επεισόδιο που διασώζει η προφορική μαρτυρία του γερο-Μπάφραλη, ο οποίος διατηρούσε σε προχωρημένη ηλικία τα φιλοβασιλικά του αισθήματα, αποδίδει συμβολικά την μετάλλαξη ενός τμήματος των βενιζελικών προσφύγων σε φιλοβασιλικούς.

Οι Μπαφραίοι ή Μπαφραλήδες είναι Πόντιοι από την περιοχή της Μπάφρας ενός συμπλέγματος χωριών του Δυτικού Πόντου, με αυτό το όνομα ωστόσο συνήθως καλούνταν όλοι οι τουρκόφωνοι Πόντιοι ανεξάρτητα από την ιδιαίτερη καταγωγή τους. Χαρακτηριστικό τους η πρόσφατη εμπειρία του ποντιακού αντάρτικου και των διωγμών που ακολούθησαν την αποχώρηση του ρωσικού στρατού από τον ανατολικό Πόντο. Μάλιστα, ένας σημαντικός αριθμός ποντιακών κοινοτήτων ουσιαστικά μεταφυτεύτηκαν από τον Πόντο στην Ελλάδα διατηρώντας την κοινωνική τους συγκρότηση υπό την άτυπη μεν αλλά πολύ ισχυρή παραδοσιακή τους ηγεσία, που συνήθως δεν ήταν άλλος από τον οπλαρχηγό τους στο αντάρτικο. Με λίγα λόγια πρόκειται για έναν πληθυσμό με ισχυρή πολεμική παράδοση.

Σε ό,τι αφορά την πολιτική τους τοποθέτηση, οι τουρκόφωνοι Πόντιοι παρέμεναν πιστοί στον βενιζελισμό ακόμη και τη δεκαετία του ’30 όταν ο επαναστάτης της Κρήτης αποτελούσε μία μακρινή ανάμνηση και είχε ήδη υπογράφει το σύμφωνο φιλίας Βενιζέλου – Κεμάλ. Η σταθερή αφοσίωση των Μπαφραίων στον Βενιζέλο εκδηλώθηκε στο τελευταίο βενιζελικό στρατιωτικό κίνημα, αυτό της 1ης Μαρτίου του 1935, όταν πήραν τα όπλα τους και παρατάχθηκαν στον Στρυμόνα για να αντιμετωπίσουν την επίθεση των φιλοβασιλικών κυβερνητικών στρατευμάτων.

Το φθινόπωρο του 1943, κι ενώ ολόκληρη η ανατολική πλευρά του Στρυμόνα στέναζε κάτω από το μάλλον σκληρότερο κατοχικό καθεστώς στην Ευρώπη, τη βουλγαρική κατοχή, οι Μπαφραλήδες αντάρτες με οπλαρχηγό τον μπάρμπα – Θόδωρο Τσακιρίδη, συμφώνησαν να αποτελέσουν ανεξάρτητο τμήμα συνεργαζόμενο με τον ΕΛΑΣ και δέχτηκαν στο λημέρι τους πολιτικό καθοδηγητή. Σε λιγότερο από έναν χρόνο, τον Αύγουστο του 1944, λίγες μέρες πριν από την απελευθέρωση, οι ίδιοι αντάρτες, θα υποδεχθούν στο Παγγαίο τους φιλοβασιλικούς αξιωματικούς του ελληνικού στρατού σύμφωνα με το βρετανικό σχέδιο για την ένταξη όλων των μη εαμικών ανταρτικών ομάδων σ’ ένα συγκροτημένο ένοπλο σώμα για την αντιμετώπιση του ΕΛΑΣ στο πλαίσιο του αγώνα δρόμου για τη διαμόρφωση του μεταπολεμικού πολιτικού σκηνικού υπέρ των βρετανικών συμφερόντων.

Τα ερωτήματα που προκύπτουν από το παράδειγμά μας είναι τα εξής: μήπως το γεγονός αυτό είναι μεμονωμένο και αφορά αποκλειστικά την Νέα Μπάφρα Σερρών ή έχει γενικότερη ισχύ; Και το δεύτερο, και κυριότερο, και εφόσον ισχύει ως γενικό παράδειγμα, τι μεσολάβησε σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα έτσι ώστε να προκληθεί αυτή η τόσο ριζική ιδεολογική μεταστροφή; Ή μήπως, εν τέλει, δεν πρόκειται για μεταστροφή, αλλά για μία φυσιολογική εξέλιξη εξαιτίας σταθερών ενδογενών χαρακτηριστικών των συγκεκριμένων κοινοτήτων που εκούσες άκουσες αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν τόσο στο διεθνές όσο και στο εθνικό περιβάλλον στη διάρκεια του Πολέμου και οι οποίες οδήγησαν σ’ έναν νέο εθνικό διχασμό με διαφορετικό περιεχόμενο και σύμβολα;…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Τάσου Χατζηαναστασίου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Διασπάσεις και μεταλλάξεις του βενιζελικού χώρου τη δεκαετία του _40. Η περίπτωση της Μακεδονίας

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Οι επιπτώσεις του Εθνικού Διχασμού στον Μεσοπόλεμο. Άλκης Ρήγος στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Πρωταρχικά, όταν αναφερόμαστε στη μεσοπολεμική περίοδο του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, την προσδιορίζουμε μεταξύ της Μικρασιατικής καταστροφής του 1922 και της τριπλής κατοχής του 1941. [1]

Πρόκειται για μια ριζικά διαφορετική περίοδο από εκείνη της πρώτης εκατονταετίας του νεοελληνικού κράτους. Μια περίοδο που αποτελεί την αφετηρία ενός ουσιαστικά νέου κράτους, εθνοτικά περισσότερο ομοιογενούς από όλα τα ευρωπαϊκά – μέσα από τις αναγκαστικές ανταλλαγές των πληθυσμών – όπου το μέγιστο των Ελλήνων για πρώτη φορά στην ιστορική του διαδρομή καλείται να ζήσει και να αναπτυχθεί στα όρια ενός ελληνικού κράτους. Τα σύνορα οριστικοποιούνται, ο συνεκτικός πολιτικός μύθος της πρώτης εκατονταετίας της Μεγάλης Ιδέας καταρρέει οριστικά.

Την περίοδο αυτή ο κοινωνικός μας σχηματισμός διέρχεται μια πολύπλευρη κρίση αναντιστοιχίας των ραγδαίων πληθυσμιακών, οικονομικό-κοινωνικών και πολιτισμικών ανακατατάξεων και μιας νέας ριζικά διάφορης πραγματικότητας, η οποία έχει ως συνέπεια μια διαρκή κρίση νομιμοποίησης του όλου πολιτικού συστήματος, την οποία διατρέχει και επικαθορίζει σε όλα τα επίπεδα ο Εθνικός Διχασμός.

Ελευθέριος Βενιζέλος. Αρχείο: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών & Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος».

Πρόκειται για ένα βαθύ ενδοαστικό πολιτικό χάσμα των μέσων της προηγούμενης δεκαετίας του 1910, δημιούργημα της διάστασης απόψεων μεταξύ της Κυβέρνησης Φιλελεύθερων με Πρωθυπουργό τον Ελ. Βενιζέλο και τον Βασιλιά Κωνσταντίνο γύρω από το θέμα της εισόδου της χώρας στον Πόλεμο υπέρ των δυνάμεων της Αντάντ ή την διατήρηση της σε κατάσταση ευμενούς – για τις κεντρικές δυνάμεις – ουδετερότητας. Ένα χάσμα που πήρε διαστάσεις εμφυλίου πολέμου με δύο κυβερνητικές οντότητες εκείνη των Αθηνών και εκείνη της Θεσσαλονίκης και ενδιαφέρουσες κοινωνικές ταξικές παραμέτρους, οι οποίες όμως εκφεύγουν του πλαισίου αυτής της εισήγησης.

Πρόκειται ουσιαστικά για τον πρώτο εμφύλιο πόλεμο που συνταράσσει τη χώρα τον 20ο αιώνα και ο οποίος τελειώνει σε επίπεδο πολιτικής σκηνής, την ώρα που η κοινωνία συγκλονίζεται από το δεύτερο εμφύλιο του αιώνα, εκείνον που με αυτό το όνομα καταγράφεται στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’40.

Συνέπεια και των δύο εμφυλίων είναι η αδυναμία ύπαρξης στον κοινωνικό μας σχηματισμό καθαρών ταξικών αποκρυσταλλώσεων και δημιουργίας μιας εθνικής τάξης, μιας τάξης δηλαδή που προωθώντας τα ειδικά ταξικά της συμφέροντα, κατορθώνει να εντάσσει στις επιλογές της το μέγιστο των άλλων τάξεων και κοινωνικών στρωμάτων που συναποτελούν τον κάθε κοινωνικό σχηματισμό.

Συνέπεια του πρώτου αυτού ενδοαστικού εμφυλίου, που έμεινε στην ιστορία μας ως «Εθνικός Διχασμός», είναι η μη αναγωγή των αστικών στρωμάτων σε τάξη και μάλιστα εθνική, δυνατότητα που φάνηκε να δημιουργείται στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων.

Συνέπεια του δεύτερου είναι η μη αναγωγή σε εθνική μιας άλλης τάξης, της εργατικής, που φάνηκε να μεταλλάσσεται σε εθνική στη διάρκεια της τριπλής κατοχής, αποδεικνύοντας ταυτόχρονα την απόλυτη κοινωνική ενότητα της μέχρι τότε πολιτικά διχασμένης αστικής τάξης, απέναντι στο νέο κίνδυνο. Ενότητα ταξική που παρά την ένταση του Εθνικού Διχασμού σε πολιτικό επίπεδο, είχε ήδη φανεί τον μεσοπόλεμο με τις διώξεις εναντίον των κομμουνιστών, με αποκορύφωμα την ψήφιση του «Ιδιώνυμου» Νόμου του 1929 δίωξης όχι της παράνομης πράξης αλλά των ιδεών και της σκέψης.

Οι συνέπειες μη ύπαρξης εθνικής τάξης στον νεοελληνικό κοινωνικό σχηματισμό είναι καθοριστικές για την όλη του πορεία, η οποία σε συνάρτηση με την ποιοτική κυριαρχία των μικροαστικών στρωμάτων και τις περί πολιτικής προσωποκεντρικές αντιλήψεις αυτών των στρωμάτων, που διαχέονται σε όλο το φάσμα της κοινωνίας συνεπικουρούμενες από μια ιδεαλιστική προσωποκεντρική σύλληψη της Ιστορίας, αποτελεί εκτός πολλών άλλων και τον γενεσιουργό λόγο μιας κυρίαρχης φαινομενικά υπερπολιτικοποίησης μεγάλων λόγων, στην ουσία όμως α-πολιτικοποίησης, η οποία αντιλαμβάνεται την πολιτική πράξη όχι ως έκφραση κοινωνικό-πολιτισμικών διεργασιών αλλά ως ατομικό άθλημα «χαρισματικών» ή μη προσώπων.

Σ’ αυτό το πλαίσιο από τον εθνικό διχασμό στην πολιτική σκηνή εμφανίζονται δύο πάνω κάτω ισοδύναμες αστικές πολιτικές οικογένειες. Δύο «πολιτικοί κόσμοι», όπως τότε έλεγαν, που αναπαράγονται σε μεγάλο βαθμό τεχνητά, στην νέα ριζικά διάφορη μεσοπολεμική περίοδο, πίσω από τους οποίους κρύβονται επιμελώς οι διαφορές οικονομικών συμφερόντων και κυρίως οι ανταγωνισμοί πρόσβασης στον κρατικό μηχανισμό που αποτελεί την κατ’ εξοχήν κοινωνική παραγωγική μηχανή.

Δυο πολιτικές οικογένειες με πολλά επί μέρους πολιτικά μορφώματα – και όχι κόμματα με την οργανωμένη μορφή που εμφανίζουν μόλις στα χρόνια της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας μετά την κατάρρευση της στρατιωτικής Δικτατορίας της 21ης Απριλίου – εκείνη των Φιλελευθέρων / Βενιζελικών και αντιβασιλικών και εκείνη των φιλοβασιλικών Λαϊκών – αυτοπροσδιοριζόμενων και ως αντιβενιζελικών. Αιχμή της αντιπαράθεσης που διατρέχει όλη την μεσοπολεμική περίοδο το καθεστωτικό πρόβλημα. Σε πρώτη φάση το καθεστωτικό φαίνεται να λήγει με το δημοψήφισμα του 1924 και την εγκαθίδρυση της Β΄ Ελληνικής Αβασίλευτης Δημοκρατίας. Δημοψήφισμα που αναγνώρισε και τμήμα της φιλοβασιλικής οικογένειας με επικεφαλής τον αρχηγό του Κόμματος των Ελευθεροφρόνων Ιωάννη Μεταξά. Αλλά επανέρχεται το 1935 μετά από το αποτυχημένο πραξικόπημα του Βενιζέλου που οδήγησε μέσα από το πιο νόθο δημοψήφισμα της Ιστορίας μας στην παλινόρθωση της Βασιλείας. Δημοψήφισμα που όμως νομιμοποίησε με δηλώσεις του ο ίδιος ο εξόριστος Βενιζέλος.

Συστατικό στοιχείο και των δύο αυτών πολιτικών οικογενειών, η «αρχηγική» τους άρθρωση, ως χαλαρές ενώσεις φιλόδοξων πολιτικών και τοπικών παραγόντων, χωρίς σαφείς προγραμματικές, καταστατικές και οργανωτικές δομές, κοινωνικές αναφορές και ιδεολογικές συντεταγμένες, με στόχο την κρατική διαχείριση και όσα αυτή υλικά συνεπάγεται. Αποτέλεσμα αυτών των χαρακτηριστικών είναι οι συχνές μεταπηδήσεις των πολιτευτών τους, από την μια στην άλλη πολιτική οικογένεια, χωρίς κανένα πολιτικό κόστος, οι δημιουργίες βραχύβιων ή και μόνο εκλογικών συμπράξεων, η εμφάνιση πάνω από εξήντα πολιτικών σχημάτων στις επτά εκλογικές αναμετρήσεις της περιόδου. Επίσης ο έντονα πατερναλιστικός τους χαρακτήρας και κυρίως ο μη ιδιαίτερος σεβασμός του δημοκρατικού πολιτικού συστήματος καθώς και των θεσμών και ελευθεριών που καθιερώνει, η εύκολη αλλαγή θέσεων από τις πιο ριζοσπαστικές δημοκρατικές στην εξύμνηση δικτατορικών και στρατοκρατικών προτύπων.

Το τελευταίο εντείνει η ύπαρξη και στις δύο πολιτικές οικογένειες ενός στρατιωτικού δυναμικού βραχίονα, που όμως δεν μεταλλάσσεται σε αυτόνομη πολιτική δύναμη, απλά εναλλάσσεται στη στρατιωτική κλίμακα ηγεσίας και γίνεται δημιουργός σειράς κινημάτων, πραξικοπημάτων και τεσσάρων δικτατορικών εκτροπών. Εκείνης του 1922 μετά την κατάρρευση μικρασιατικού μετώπου υπό τον Πλαστήρα, εκείνης του Πάγκαλου το 1926, την πρόσκαιρη του Κονδύλη το 1935 την αυτοχαρακτηριζόμενη ως «κοσμογονία» και τέλος εκείνη της 4ης Αυγούστου του 1936 με επικεφαλής τον Βασιλιά Γεώργιο Β΄ και εκτελεστικό του όργανο «ταπεινό του υπηρέτη» έναν αποτυχημένο πολιτικό με φασίζουσες ιδέες, τον Ιωάννη Μεταξά.

Φωτεινή εξαίρεση η ύπαρξη του μικρού κόμματος της «Δημοκρατικής Ένωσης», «Άγροτο-Εργατικό» στη συνέχεια, που με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου επιχειρεί μάταια όλη την μεσοπολεμική περίοδο να υπερβεί τον Διχασμό προβάλλοντας ένα θετικό κοινωνικό πρόγραμμα και μια σταθερή αξιακή προσήλωση στο Δημοκρατικό ιδεώδες.

Πάντως όλη την πρώτη μεσοπολεμική δεκαετία το στοιχείο που ανατρέπει την αμφίρροπη ισορροπία των δύο αστικών οικογενειών είναι η μαζική ένταξη των προσφυγικών πληθυσμών – υπερβαίνουν το ενάμιση εκατομμύριο – στην βενιζελική παράταξη, γεγονός που της επιτρέπει την αβίαστη διαχείριση της κυβέρνησης, τουλάχιστον μέχρι το 32, όπου οι συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης στην οικονομικο-κοινωνική σφαίρα, καθώς και το Σύμφωνο Φιλίας και Συνεργασίας με την Τουρκική Δημοκρατία του 1930, με το οποίο τα όνειρα των προσφυγικών πληθυσμών για επιστροφή στις χαμένες πατρίδες ή έστω αποζημιώσεων για τις περιουσίες που εγκατέλειψαν, εξανεμίζονται μεταστρέφοντας μεγάλα τμήματα των προσφυγικών πληθυσμών αλλά και των μικροαστικών και εργατικών στρωμάτων, που έχουν πληγεί από την οικονομική κρίση, προς την νέα πολιτική οικογένεια που την ίδια περίοδο έχει εμφανιστεί στην πολιτική μας σκηνή, εκείνη της Αριστεράς. Μιας Αριστεράς όμως η οποία επίσης δεν κατορθώνει παρά τις προθέσεις της και την αναμφίβολη ιδεολογικο-οργανωτική της ανωτερότητα, ν’ αποκτήσει απήχηση μαζικού κόμματος, τόσο στις σοσιαλιστικές και σοσιαλδημοκρατικές της εκφράσεις οι οποίες μένουν σχεδόν αποκλειστικά στο επίπεδο ενός περιθωριακού φαινομένου διανοουμένων που όπως παρατηρεί ο Ασημάκης Πανσέληνος «ήταν όλοι τους χωρίς οπαδούς και οι λίγοι οπαδοί σκόρπιοι χωρίς ηγέτες». Η προσπάθεια μετά το 1930 που οι κοινωνικές εξελίξεις δημιουργούσαν καλύτερους όρους δράσης ταξικών πολιτικών μορφωμάτων, συνένωσης όλων των σοσιαλιστικών δυνάμεων σε ένα Σοσιαλιστικό Κόμμα, δεν κατορθώνει να αποκτήσει ένα ιδιαίτερο βάρος στην πολιτική σκηνή, παρά την αναμφισβήτητη συμβολή των σοσιαλιστών στην απαρχή δημιουργίας μιας νέας κοινωνικής συνείδησης.

Όσο και στις κομμουνιστικές εκδοχές της, οι οποίες ενώ είναι οι μόνες που αποκτούν συγκρότηση οργανωμένου πολιτικού χώρου – όχι όμως και ενιαίας έκφρασης – δεν καταφέρνουν να ξεπεράσουν τα όρια μιας μεγάλης έστω ομάδας αμφισβήτησης. Παρ’ όλα αυτά η μεγαλύτερη συνιστώσα τους, το Κ.Κ.Ε. αποτελεί κατά την δεκαετία του ’30, ένα νέο υπαρκτό πολιτικό συντελεστή της πολιτικής σκηνής, που τα συμφέροντα τα οποία προσπαθεί να εκφράσει είναι θεμελιακά αντίθετα των δύο αστικών πολιτικών οικογενειών.

Η κυριαρχία πάντως όλη την μεσοπολεμική περίοδο των δύο αστικών πολιτικών οικογενειών, παραμένει αμείωτη όπως και η ενδοαστική φύση του διχασμού η οποία εκτός όλων των άλλων, δεν επιτρέπει την θεμελίωση ενός νέου θετικού ιδεολογικού λόγου αστικής ηγεμονίας, μετά την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας. Το κενό επιχειρεί να καλύψει ο αρνητικός όμως μύθος – μια που δεν υφίστανται πραγματικοί κοινωνικό-πολιτικοί λόγοι θεμελίωσής του – του «κομμουνιστικού κινδύνου». Η ανυπαρξία θετικού λόγου αστικής ηγεμονίας δεν επιτρέπει επίσης στην αβασίλευτη μεσοπολεμική δημοκρατία να υπερβεί την τυπική της μορφή και να αποκτήσει ένα στοιχειώδες κοινωνικό περιεχόμενο, ως προς τις καταπιεζόμενες κοινωνικές τάξεις, στρώματα και κοινωνικές κατηγορίες. Την εκτρέπει σε αλλεπάλληλα οικονομικά και πολιτικά σκάνδαλα, άγονους προσωπικού ανταγωνισμούς, παραστρατιωτικές οργανώσεις και ενδοστρατιωτικές φατρίες συχνές και αδιέξοδες εκλογικές αναμετρήσεις (7 βουλευτικές εκλογές με διαφορετικό εκλογικό σύστημα, 1 εκλογή γερουσιαστών, και δυο δημοψηφίσματα για το πολιτειακό), στρατιωτικές αναμείξεις μέσα από τις οποίες αναδύεται η ανικανότητα του αστικού πολιτικού κόσμου, να σταθεροποιήσει μια πολιτική διαχείριση ικανή να επιλύει τις οξυνόμενες κοινωνικές αντιφάσεις. Αντιφάσεις που γεννά την ίδια περίοδο το πέρασμα της οικονομίας από την Απλή Εμπορευματική Παραγωγή στην κυριαρχία του Καπιταλιστικού Τρόπου Παραγωγής σε συνθήκες πτώχευσης της χώρας, με αυξανόμενη ανεργία και μεγάλα τμήματα πληθυσμού κάτω από το όριο της φτώχειας, με δυσανάλογα αναπτυγμένους εμπορικο-μεσιτικούς και αντιπαραγωγικούς τομείς υπηρεσιών, παραδοσιακές μορφές πρωτογενούς αγροτικής παραγωγής, ταυτόχρονα με τη δημιουργία νέων βιομηχανικών και εμπορικών συμφερόντων και παλιών εφοπλιστικών παραγόντων, έντονα πελατειακά δίκτυα, με όλες τις κοινωνικές συνέπειες που αυτά τα μη αλληλοσυμπληρούμενα φαινόμενα συνεπάγονται. Μια καπιταλιστική κυριαρχία δομημένη μέσω του κράτους και του ελεγχόμενου τραπεζικού συστήματος σε μεγάλο βαθμό από αυτό, σε συνθήκες «θερμοκηπίου» – σύμφωνα με τον Ζολώτα – οι οποίες διατηρήθηκαν αναλλοίωτες μέχρι το 1960 και την απαρχή σύνδεσης της χώρας με την ΕΟΚ. Και όπως παρατηρεί ο συντηρητικός ιστορικός της περιόδου Γρηγόριος Δαφνής: «καθ’ όλην την περίοδο του Μεσοπολέμου, η ελληνική αστική τάξις, η οποία ευρίσκετο εις σημείον ακμής, προσεπάθησεν να αποκτήση ιδεολογικόν περιεχόμενον και να παρουσιάση συνοχήν και οργάνωσιν. Δεν το επέτυχεν».

Οι προσπάθειες υπέρβασης του Διχασμού με την Οικουμενική Κυβέρνηση όλων των αστικών πολιτικών μορφωμάτων του 1926, μετά τις πρώτες εκλογές με απλή αναλογική και χρήση ψηφοδελτίων, έχουν ήδη ναυαγήσει άλλωστε, με ευθύνη του ίδιου του Βενιζέλου ο οποίος για να επανέλθει στην πολιτική σκηνή από την αυτοεξορία του, δεν διστάζει να αναζωπυρώσει το διχασμό, αναμοχλεύοντας τον ανύπαρκτο τότε κίνδυνο επαναφοράς της μοναρχίας. Ο ίδιος βέβαια κλείνει τη ζωή του όπως είδαμε με την αναγνώριση της Βασιλείας προφανώς και λόγω του επερχόμενου πολέμου και της βρετανικής πολιτικής, το περίφημο δύο Β (Βασιλιάς – Βενιζέλος).

Πάντως η τεχνητή αναβίωση του Διχασμού σε πολιτικό επίπεδο κατορθώνει ν’ αποσπάσει τις κυριαρχούμενες τάξεις και στρώματα από τις συσσωρευμένες αντιφάσεις που γεννούν οι νέες συνθήκες, να εντάξει το μεγαλύτερο ποσοστό τους, στους κυρίαρχους μηχανισμούς πατρωνίας – πελατείας, μέσω της διαχείρισης του κρατικού μηχανήματος. Η πολιτική πάλη με αυτό τον τρόπο διεξάγεται με όρους συντήρησης του αστικού status – quo που δρα παράλληλα και ως μηχανισμός αποπροσανατολισμού και «μετάθεσης» των ταξικών συνειδητοποιήσεων.

Η κυριαρχία αυτών των αντιλήψεων και πρακτικών, έκφραση των κοινωνικών ιδιοτυπιών και των μορφών αλληλεπίδρασης μέσω του κράτους, τόσο των γενικότερων οικονομικών λειτουργιών όσο και των στενών ατομικών αναγκών, εξηγεί επίσης και το γιατί όλη την περίοδο της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας και σε αντίθεση με τις άλλες Ευρωπαϊκές και Βαλκανικές χώρες, δε δημιουργούνται στον νεοελληνικό κοινωνικό σχηματισμό μαζικά κινήματα αμφισβήτησης του κυρίαρχου κοινωνικο-οικονομικού συστήματος.

Οι φασιστικές και φασιστοειδείς κινήσεις – παρά την ίδια περίοδο κυρίαρχη εμφάνισή τους στη γηραιά Ήπειρο και την διάχυσή τους σε τμήματα του αστικού πολιτικού, στρατιωτικού και εκδοτικού προσωπικού – δεν ξεπερνούν τα όρια του γελοίου ούτε κατορθώνουν να μετουσιωθούν σε συγκεκριμένη πολιτική πρόταση. Εξαντλούνται σε οπερετικές τελετουργικές μιμήσεις και λεκτικές διακηρύξεις κυρίως ναζιστικών προτύπων και κάποιες απεχθείς ρατσιστικές εκδηλώσεις τοπικού χαρακτήρα, χωρίς πανελλαδικό χαρακτήρα.

Οι κινήσεις για δημιουργία αυτόνομου αγροτικού κινήματος – παρά τους αξιόλογους διανοουμένους που συσπειρώνουν – δεν κατορθώνουν επίσης να αποκτήσουν πανελλαδική εμβέλεια. Παραμένουν κινήσεις «από τα πάνω» με έντονη ιδεολογική ανομοιογένεια και ρευστότητα, κρίσεις και διασπάσεις.

Μέσα σε αυτό το κοινωνικό-πολιτικό πλαίσιο η έρπουσα κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού αστικού συστήματος, όταν αρχίζει να αντιμετωπίζει μετά το 1932 μια αυξανόμενη κοινωνική πίεση από οργανωμένες εκφράσεις συνδικαλιστικές και πολιτικές εργατών και αγροτών και αμφιταλαντεύσεις της σταθερής πελατείας των μικροαστικών στρωμάτων, αδυνατεί να αντιληφθεί την υπέρβασή τους μέσα από ένα κοινωνικό δημοκρατικό όραμα όπως υποστηρίζει ο Αλ. Παπαναστασίου. Και οι δύο πολιτικές οικογένειες – με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις – οδηγούνται στην κυρίαρχη εκείνη την περίοδο στην Ευρώπη αντίληψη ότι τις αντιφάσεις που δεν μπορεί να λύσει με δημοκρατικά μέσα η αστική κοινοβουλευτική διαχείριση μπορεί να τις υπερβεί δυναμικά ένας ισχυρός άνδρας με δικτατορικές εξουσίες, το περίφημο δόγμα – μύθο του Φύρερ Πρινσίπ. Ο χαρισματικός ηγέτης της φιλελεύθερης οικογένειας Ελ. Βενιζέλος το επιχειρεί με την πραξικοπηματική ενέργεια του κινήματος του ’35 και αποτυγχάνει. Η αντιβενιζελική οικογένεια δε διαθέτει χαρισματικό ηγέτη, διαθέτει όμως τον εξόριστο πραγματικό της αρχηγό τον Βασιλιά. «Ο εστεμμένος φελλός που δεν μπορεί να πωματίσει το κοινωνικό ηφαίστειο» σύμφωνα με τον εκδότη της «Καθημερινής» Γεώργιο Α. Βλάχο μετατρέπεται από τον ίδιο εκδότη σύντομα σε αναμενόμενο «Σωτήρα» του κοινωνικού καθεστώτος, που επανέρχεται έστω και με νόθο δημοψήφισμα – που παρά την αποχή βενιζελικών και αριστερών συγκεντρώνει το… 97,80% και 400 χιλιάδες περισσότερους ψηφοφόρους από τους εγγεγραμμένους στους εκλογικούς καταλόγους των τελευταίων βουλευτικών εκλογών του 1933(!), αλλά και με τις ευλογίες και των δύο πολιτικών κατά τα άλλα διχασμένων αστικών οικογενειών – με ελάχιστες τιμητικές εξαιρέσεις και πάλι ανάμεσά τους αξίζει να μνημονεύσουμε τον αρχηγό του Λαϊκού Κόμματος Παναγή Τσαλδάρη – αναστέλλει το Σύνταγμα και εγκαθιστά μετά ένα μικρό δημοκρατικό διάλειμμα τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου.

Το πέρασμα από τη δημοκρατική αρχή σε ένα κράτος «Εκτάκτου Ανάγκης» επιβεβαιώνει την αδυναμία της πολιτικά διχασμένης αστικής τάξης να παίξει στο πολιτικό πεδίο – όπως δεν κατόρθωσε και στο κοινωνικό – παρά τις υπάρχουσες αντικειμενικές δυνατότητες, έναν αυτόνομο ρόλο εθνικής τάξης. Επιβεβαιώνει επίσης την διορατική πρόβλεψη του Αλέξανδρου Σβώλου ότι «το δημοκρατικόν και φιλελεύθερον πολίτευμα θα διέλθη δια της αρνήσεως του εαυτού του, πριν ή η εξέλιξις της κοινωνίας αγάγη προς την κοινωνικήν δημοκρατίαν. Διότι είναι φυσικόν η αστική τάξις να αμυνθή της υπεροχής της θέσεώς της καταφεύγουσα εν ανάγκη εις την έντασιν της κρατικής της επιβολής».

Κάτω από αυτό το πρίσμα πρόκειται για μια αναγκαστική επιλογή των κυριάρχων μερίδων της αστικής τάξης, απέναντι σε υπαρκτούς ή υποτιθέμενους – όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση – κινδύνους που την οδηγούν να παραιτηθεί από μια σειρά πολιτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών ακόμη και από το σύνολό τους, χωρίς βέβαια να χάσει το βασικό για την αστική τάξη δικαίωμα το οποίο αποτελεί και τον πυρήνα κάθε αστικής εξουσίας και το οποίο συνίσταται στη συνέχιση της ιδιοποίησης της παραγόμενης υπεραξίας. Απόδειξη η – χωρίς διαμαρτυρίες – άρση των Συνταγματικών Ελευθεριών από την Δικτατορία και η ψήφιση από την ίδια του πρώτου Αστικού Κώδικα της χώρας.

 

Υποσημείωση


 

[1] Το κείμενο βασίζεται στο βιβλίο μου (1999), Η Β΄ Ελληνική Δημοκρατία 1924-1935. Κοινωνικές διαστάσεις της πολιτικής σκηνής, 3η έκδοση, Πρόλογος Νίκου Σβορώνου, Αθήνα: Ιστορική βιβλιοθήκη, Θεμέλιο, όπου και η αντίστοιχη αναλυτική βιβλιογραφία.

 

Άλκης Ρήγος

 

Ομότιμος καθηγητής πολιτικής επιστήμης & ιστορίας,

Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Οι «ελάσσονες» πολιτικές ηγεσίες στο κράσπεδο της εμφύλιας διαμάχης. Η περίπτωση του Αλέξανδρου Θρ. Ζαΐμη. Νίκη Μαρωνίτη στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7- 8 Νοεμβρίου, 2015.


 

[…] Ο Ζαΐμης συνιστούσε ένα μείγμα επαγγελματία πολιτικού και ερασιτέχνη. Ακουμπούσε με ασφάλεια στην πολιτική οικογενειακή παράδοση, στις περγαμηνές που όριζαν η ένδοξη καταγωγή και τα ευρύτερα συγγενικά δίκτυα – εγχώρια και ομογενή – στη συστηματική μόρφωσή που απέκτησε, καθώς και στην ευρύτερη καλλιέργεια που διέθετε. Το ξεκίνημα, και στη συνέχεια η σύνολη πολιτική του σταδιοδρομία, βασίστηκαν αφενός στα εδραιωμένα και γόνιμα τοπικά ερείσματα, με άξονα τη γενέτειρα του, τα Καλάβρυτα, αφετέρου σε αυτά που αντλούσε έξω από τα εθνικά σύνορα: στα διπλωματικά σαλόνια, στις πρεσβείες, στα δυναστικά περιβάλλοντα, στα διεθνή fora, στους χώρους δράσης της ελληνικής ομογένειας.

Αλέξανδρος Ζαΐμης (1855-1936). Library of Congress.

Επομένως η αξιοθαύμαστη ανέλιξη του εδραιώθηκε εποικοδομητικά στις δύο αυτές κλίμακες, τοπική και κοσμοπολιτική, χωρίς να χρειαστεί να αναμετρηθεί στον εθνικό, ανταγωνιστικό κομματικό στίβο, με τους πολιτικούς πρωταγωνιστές της εποχής του. Δεδομένο που του επέτρεψε, αφενός να εκφράσει τις ενδιάμεσες, ρευστές θέσεις των πολυσυλλεκτικών εκλογικών πελατειών, εκείνες δηλαδή που η καθαρότητα και αποκλειστικά των αντίπαλων πολιτικών παρατάξεων δεν μπορούσαν προγραμματικά να εκπροσωπήσουν, αφετέρου να αποκτήσει περισσότερους οιονεί συμμάχους, από ότι δηλωμένους πολέμιους ή εχθρούς. Άλλωστε, αυτές ακριβώς οι πολυσυλλεκτικές, ανυπόμονες εκλογικές πελατείες ευθύνονταν κατά πολλοίς για τον τρωτό, αναλώσιμο χαρακτήρα των πλειοψηφικών κυβερνητικών σχημάτων, καθώς για την αναγκαιότητα προσφυγής σε ανορθόδοξες συνταγματικές επιλογές από την πλευρά του ανώτατου άρχοντα για τη διαμόρφωση ευκαιριακών, μειοψηφικών κυβερνήσεων. Δεν ήταν συμπτωματικό επομένως ότι η ανάληψη ύπατων αξιωμάτων που εγγράφονται στην αδιάλειπτη, μακρά πορεία του Ζαΐμη- βουλευτής, πρόεδρος της Βουλής, πρωθυπουργός (επανειλημμένα), ύπατος αρμοστής της Κρητικής Πολιτείας, διοικητής της Εθνικής Τράπεζας, Πρόεδρος της Γερουσίας, Πρόεδρος της Δημοκρατίας – οφειλόταν σε διορισμούς, αξιοκρατικούς ή σκιώδεις, νόμιμους ή «πραξικοπηματικούς» στους περισσότερους από τους οποίους οι εκπρόσωποι του ελληνικού στέμματος, Γεώργιος και Κωνσταντίνος, αλλά και ο χαρισματικός Ελευθέριος Βενιζέλος έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Αυτή η διαδικασία των «γκρίζων» διορισμών δεν κατάφερε ωστόσο να υπονομεύσει το πολλαπλό όφελος που αποκόμισε ο Καλαβρυτινός πολιτικός: καθώς, μετά την ανάληψη του εκάστοτε υψηλού αξιώματος, το πολιτικό/συμβολικό του κεφάλαιο αποκτούσε πλουσιότερες και ωριμότερες υποδοχές, χρησιμότερες δικτυώσεις, ενισχυμένη διαπραγματευτική ισχύ. Ηγούνταν κατά κανόνα μειοψηφικών ή κυβερνήσεων συνεργασίας, υπηρεσιακών, έκτακτων ή οικουμενικών υπουργείων, σχημάτων δηλαδή που χαρακτηρίζονταν από προσωρινή διάρκεια, ad hoc κοινοβουλευτική υποστήριξη, ρευστό και μεταβαλλόμενο κοινωνικό αντίκρισμα/έρεισμα, αποτελούσαν ωστόσο τον κανόνα και όχι την εξαίρεση στην κυβερνητική ιστορία της μέσης διάρκειας 1890-1936.

Παράλληλα, τα ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά του – νηφαλιότητα, μετριοπάθεια, ικανότητα να διαμορφώνει συναίνεση γύρω από το πρόσωπό του, διαχειριστική δεινότητα, διεθνή αναγνώριση, συνείδηση καθήκοντος – επισκιάζονταν μεν από καταγεγραμμένα ελαττώματα όπως ατολμία, αναποφασιστικότητα, έλλειψη ηγετικών προσόντων, υποχωρητικότητα, ιδιότυπη φιλοδοξία. Σύστηναν όμως, την ίδια στιγμή, ένα εναλλακτικό, νεωτερικό, μοντέλο διακυβέρνησης απέναντι σε αυτό των πρωταγωνιστών της πολιτικής: με άλλα λόγια, ο Αλέξανδρος Ζαΐμης παρουσιαζόταν στο πηδάλιο της εξουσίας, σε επίμαχες και κρίσιμες περιόδους, με στόχο να διαχειριστεί επιτακτικά ζητήματα, αντιπροσωπευτικά των εκάστοτε οξύνσεων/πολώσεων, και να αποκαταστήσει, έστω προσωρινά, την εύρυθμη, θεσμική λειτουργία του πολιτικού και κοινωνικού βίου. Η πολιτική κουλτούρα που υπηρετούσε, οικεία και παρούσα στις ασταθείς και εξίσου ρευστές ευρωπαϊκές πολιτικές σκηνές της περιόδου που εξετάζουμε, νομιμοποιούνταν στην ετοιμότητα και βούληση να αναλάβει την κατάλληλη στιγμή το ύπατο αξίωμα, να ανταποκριθεί επαρκώς κατά τη σύντομη μα εύθραυστη διάρκεια του και να αποσυρθεί όταν ολοκληρωθεί η ορισμένη αποστολή του. Προσημειώνοντας έτσι την δυνατότητα επανάκαμψης, την επόμενη προσωρινή θητεία…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Οι «ελάσσονες» πολιτικές ηγεσίες στο κράσπεδο της εμφύλιας διαμάχης. Η περίπτωση του Αλέξανδρου Θρ. Ζαΐμη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Εθνικός Διχασμός 1915-1917 – Η «προσχώρηση» των Κυκλάδων. Εντάσεις και διευθετήσεις. Κώστας Δανούσης στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

[…] Οι Κυκλάδες καλύπτουν το κεντρικό Αιγαίο και ανάμεσά τους διέρχονταν από αιώνες οι κύριοι θαλασσινοί δρόμοι που οδηγούσαν από τη Δύση στην Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη και τη Σμύρνη. Ας μην ξεχνάμε ότι στους διαύλους της Κέας – Μακρονήσου και Τήνου – Μυκόνου το γερμανικό υποβρύχιο U-73 πόντισε τις νάρκες που έστειλαν στο βυθό τον «Britannic» στις 8/11/1916 (π.η.) και έπληξαν το «Braemar Castle» δύο μέρες αργότερα. Η γεωπολιτική τους θέση ενισχύθηκε μετά την Εκστρατεία της Καλλίπολης και την εγκατάσταση του συμμαχικού προγεφυρώματος στη Μακεδονία. Άμεσα κατελήφθησαν η Μήλος και η Λήμνος, λιμάνια κομβικής σημασίας για τις επιχειρήσεις και τις θαλάσσιες μεταφορές. Ταυτόχρονα οι Σύμμαχοι – με βάση το προηγούμενο της ανθράκευσης παρά τη Δονούσα των γερμανικών καταδρομικών Goeben και Breslau – υποψιάζονταν ότι στις μικρές Κυκλάδες γινόταν με την ανοχή, ή την άμεση συνεργασία, της Ελληνικής Κυβέρνησης τροφοδοσία σε καύσιμα των εχθρικών υποβρυχίων. Τέλος, και ίσως το σημαντικότερο, η Ερμούπολη ήταν κεντρικός σταθμός της Eastern Telegrapf, της Αγγλικής Εταιρείας που διαχειριζόταν το δίκτυο των τηλεγραφικών επικοινωνιών με τη Μέση και Εγγύς Ανατολή, τις Ινδίες και την Ινδοκίνα. Ήταν, λοιπόν, αδύνατον να μην ενδιαφερθούν για τον απόλυτο έλεγχο μιας τόσο κομβικής σημασίας για το Μακεδονικό μέτωπο, αλλά και για την Ανατολική Μεσόγειο, περιοχής. Αντιθέτως μάλιστα, τόσο οι Αγγλικές όσο και Γαλλικές Υπηρεσίες Πληροφοριών είχαν αρκετά νωρίς εγκαταστήσει τα δίκτυά τους στην περιοχή. Εξάλλου η Σύρος ήδη από τις αρχές του 1916 τελούσε υπό την άμεση εποπτεία του Αγγλικού στόλου.

[…] Στη Νάξο, η άρνηση των Απειρανθιτών να αναγνωρίσουν την κυβέρνηση
Θεσσαλονίκης οδήγησε σε αιματηρές εξελίξεις, τα τραγικά γεγονότα οφείλονταν στην
παθολογική εξάρτηση των κατοίκων από τον συμπατριώτη τους Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, την εσφαλμένη εκτίμηση της κατάστασης και την ανελαστικότητα του επικεφαλής των στρατιωτικών δυνάμεων. Οι ορεσίβιοι και αγέρωχοι εκείνοι Αξιώτες αναγκάστηκαν να υποταχθούν, όταν αντιλήφθηκαν ότι τα όπλα σκοτώνουν!… Επιλογή φωτογραφίας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Η κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης πάλι, η οποία ενδιαφερόταν, για την επέκταση του χώρου ελέγχου της και συνακόλουθα για την ενίσχυση των μονάδων στρατού που είχε ήδη συγκροτήσει, κατανόησε πολύ ενωρίς ότι οι συνθήκες για μια επιχείρηση προσεταιρισμού των Κυκλάδων – όπως και άλλων νησιών του Αιγαίου και του Ιονίου – είχαν ωριμάσει. Τα νησιά, ήδη από τον πρώτο συμμαχικό αποκλεισμό της χώρας, που απέβλεπε στον περιορισμό της εισαγωγής καυσίμων και σιτηρών, είχαν έντονα αισθανθεί το φάσμα της πείνας. Εκτός ίσως τα δύο μεγάλα νησιά, την Άνδρο και την Νάξο, όπου θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για κάποια αυτάρκεια, στα υπόλοιπα η επιβίωση εξαρτιόταν άμεσα από τις εισαγωγές. Στην Τήνο, αίφνης, από τα χρόνια της βενετικής κυριαρχίας τα παραγόμενα δημητριακά δεν κάλυπταν τις τοπικές ανάγκες για περισσότερους από 7 ή 8 μήνες.

Οι τοπικές κοινωνίες ήσαν εξαιρετικά εξωστρεφείς – η θάλασσα συνδέει, δε χωρίζει – και είχαν στενές επαφές με τα κοσμοπολίτικα κέντρα της Ανατολής, όπου διατηρούσαν ισχυρές παροικίες. Π.χ. τα Βουρλά, στη χερσόνησο της Ερυθραίας, μύριζαν έντονα Νάξο! Μοιραία οι πληθυσμοί τους ανήκαν στην Ελλάδα που τολμούσε να αισιοδοξεί και στις εκλογές των 1910, 1912 και του Μαΐου του 1915 είχαν στηρίξει εγκαρδίως το κόμμα των Φιλελευθέρων, ενώ στις εκλογές του επόμενου Δεκεμβρίου η αποχή υπήρξε ιδιαίτερα μεγάλη. Αυτό βέβαια δε σημαίνει – το απέδειξε εξάλλου το Δημοψήφισμα του 1924 – ότι διαπνέονταν από αντιδυναστικά αισθήματα. Τουναντίον, ιδίως οι καθολικοί των Κυκλάδων, ήσαν προσηλωμένοι στην ιδέα της βασιλείας. 85 χρόνια ελεύθερου βίου ήσαν εκπαιδευμένοι στην ελέω θεού βασιλεία. Στα περισσότερα μάλιστα σπίτια των καθολικών των Κυκλάδων υπήρχαν λιθογραφίες των βασιλιάδων της Ευρώπης, κληρονομιά της Ιεράς Συμμαχίας και της πολιτικής του Πίου του Θ΄ (1846-78). Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι κατά το Δημοψήφισμα του 1924 κατά του βασιλικού θεσμού τάχθηκε ρητά μόνον το ανατολικό τόξο της χώρας, περιοχές δηλαδή που είχαν πρόσφατα απελευθερωθεί…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Εθνικός Διχασμός 1915-1917 – Η «προσχώρηση» των Κυκλάδων…

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Older Posts »