Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Εθνικισμός’

Το «Κρυφό Σχολειό» και η ρητορική της εικόνας – Γιάννης Παπαθεοδώρου


 

Ο μύθος εξαφανίζεται, μένει όμως, πολύ πιο δόλιο, το μυθικό.

Ρολάν Μπαρτ, Μυθολογίες

 

Ένα «εθνικό σύμβολο»

 

«Χάσαμε το Κρυφό Σχολειό» έγραφε με μεγάλα γράμματα το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Καθημερινή, στις 14 Δεκεμβρίου 1993. [1] Το «Κρυφό Σχολειό», το περίφημο έργο του Νικολάου Γύζη, είχε αγοραστεί από ανώνυμο συλλέκτη κατά τη διάρκεια της πρώτης δημοπρασίας του οίκου Christie’s, έναντι της τιμής των 170 εκατ. δρχ. Το πλαφόν που είχε ορίσει η ελληνική Πολιτεία για να μπορέσει να προσθέσει το έργο στην Εθνική Πινακοθήκη ήταν 80 εκατ. δρχ. Τα αλλεπάλληλα «χτυπήματα», ωστόσο, εκτόξευσαν την τιμή σε δυσθεώρητα ύψη, καθιστώντας τον Γύζη (αλλά και τον συγκεκριμένο πίνακα) πρώτο στο ιδιότυπο χρηματιστήριο αξιών των έργων τέχνης.

Η πολιτεία αμήχανη προσπάθησε να δικαιολογήσει την αδυναμία της να αποκτήσει ένα τόσο σημαντικό πίνακα με «εθνικό θέμα», ενώ παράλληλα οι φήμες για τον «ανώνυμο αγοραστή» φούντωναν. Ποιος ήταν εκείνος που τολμούσε να πάρει το «Κρυφό Σχολειό» μακριά από τους φυσικούς και αυτονόητους ιδιοκτήτες του; Σε ποια ιδιωτική συλλογή θα κατέληγε ένα έργο που φλόγισε τον νου και την καρδιά των Ελλήνων για περίπου εκατό χρόνια; Στην ειδησεογραφία των ημερών εκείνων μπορεί κανείς να διακρίνει ότι το αίσθημα της απώλειας συνοδεύεται από μια κριτική για την ίδια την αναποτελεσματικότητα του κράτους. Το «Κρυφό Σχολειό», αίφνης γινόταν αφορμή για να εκφραστεί η δυσαρέσκεια απέναντι σε θεσμούς όπως η Πινακοθήκη αλλά και το ΥΠΠΟ, που δεν μπόρεσαν να κρατήσουν το έργο στην Ελλάδα.

Ευτυχώς η «εθνική» αγωνία δεν κράτησε πολύ. Λίγες μέρες αργότερα, ο μεγαλοεργολάβος κατασκευαστικών έργων κ. Πρόδρομος Εμφιετζόγλου, σε συγκέντρωση οικονομικών συντακτών, αποκάλυψε ότι αυτός ήταν ο αγοραστής του πίνακα. «Το Κρυφό Σχολειό», δήλωνε ο Π.Ε., «θα το έπαιρνα ακόμα και αν έπρεπε να ξεπουλήσω ό,τι είχα και δεν είχα. Θα θυμίσει, σε πάρα πολλούς αυτό που έχουν ξεχάσει. Ότι πάνω από τα ταπεινά, υπάρχουν ιδανικά για τα οποία πολέμησαν περήφανα οι πατέρες μας. Αυτή η περηφάνια μάς λείπει». [2] Ο κάτοχος του πίνακα διευκρίνισε επίσης πως δεν θα τον δωρίσει στην Εθνική Πινακοθήκη αλλά θα δανείζει το έργο, όποτε του ζητείται, «για να το δουν όλοι, από τη Μακεδονία και τη Θράκη μέχρι την άλλη άκρη της Ελλάδας». Πράγματι, λίγο καιρό αργότερα, ο πίνακας παρουσιάστηκε στην έκθεση «Το παιδί στη Νεοελληνική Τέχνη, 19ος-20ός αιώνας», στην Εθνική Πινακοθήκη. Αποτέλεσε την «ατραξιόν» της έκθεσης και συγκέντρωσε το ενδιαφέρον της εικαστικής κριτικής αλλά και της δημοσιογραφίας. Δεν χρειάζεται να σημειωθεί, βέβαια, η υψηλή επισκεψιμότητα της έκθεσης από σχολεία και συλλόγους, ανά την Ελλάδα. Το «Κρυφό Σχολειό» είχε επιτέλους «επαναπατριστεί», κατοχυρώνοντας, δίπλα στην υψηλή αγοραστική του αξία, τη συμβολική του υπεραξία στη δημόσια σφαίρα.

 

Η μάχη των συμβόλων

 

Λίγο καιρό μετά τον πρώτο δημοσιογραφικό θόρυβο για το «Κρυφό Σχολειό», ο Αλέξης Πολίτης δημοσίευε στην Αυγή της 25ης Μαρτίου 1994 ένα μικρό άρθρο με τίτλο «Φεγγαράκι μου λαμπρό…». [3] Εκεί επιχειρούσε να εντοπίσει τα ίχνη της πρώτης φάσης του μύθου του Κρυφού Σχολειού, εστιάζοντας παράλληλα «στην κατανόηση των μηχανισμών που τον τροφοδότησαν». Τρία χρόνια αργότερα, το 1997, το βιβλίο του Αλκή Αγγέλου, Το χρονικό ενός μύθου [4] άνοιγε ξανά τη συζήτηση για την ύπαρξη – ορθότερα, για τη μη ύπαρξη – του Κρυφού Σχολειού στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας, προκαλώντας πλήθος αντιδράσεων· και δεν αναφέρομαι μόνο στα επικριτικά άρθρα και φυλλάδια, για τον «αρνητή». Το θέμα της αμφισβήτησης του Κρυφού Σχολειού απασχόλησε ακόμη και την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία, σε συνεδρίασή της (7-10 Ιουλίου 1998), αποφάσισε να εκδοθεί ειδική πραγματεία, που όχι μόνο θα αναιρούσε τις ενστάσεις των ιστορικών και των φιλολόγων, αλλά θα συνεισέφερε στην έρευνα με νέα ισχυρά τεκμήρια για την ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού. Και πράγματι, λίγο καιρό αργότερα, εκδόθηκε από την Αποστολική Διακονία φυλλάδιο (και όχι βιβλίο) με τίτλο Το Κρυφό Σχολειό: Μύθος ή πραγματικότητα; Αθήνα 1999. [5]

 

Νικόλαος Γύζης, «Σχολείον κρυπτόν», Λάδι σε ξύλο, 1885-86. Ιδιωτική συλλογή.

 

Δεν είναι της ώρας να σχολιάσουμε τα επιχειρήματα αυτής της βιβλιογραφίας. [6] Τα περισσότερα, άλλωστε, επαναλαμβάνουν κοινούς τόπους της «επινοημένης παράδοσης», γνώριμες στρεβλώσεις της ιστορικής και φιλολογικής μεθοδολογίας, επικίνδυνες μεταβάσεις από την περιοχή της επιστημονικής δεοντολογίας στις ανάγκες της εθνικής σκοπιμότητας. [7] Αυτό που με ενδιαφέρει, για την ώρα, είναι να επιστρέψω στην καταστατική σημασία που έχει το ποίημα «Το Κρυφό Σχολειό» του Ιωάννη Πολέμη (1899), καθώς και η ταυτόχρονη δημοσίευσή του μαζί με τον πίνακα του Γύζη στο περιοδικό Εθνική Αγωγή. Εκκινώντας από μια παρατήρηση του Αλέξη Πολίτη, που νομίζω πως δεν προσέχτηκε τόσο πολύ στον καιρό της, θα επιχειρήσω να εξετάσω τη λειτουργία της σύνδεσης του ποιήματος με τον πίνακα. Πρόκειται για ένα «δίπτυχο που αλληλοσχολιάζεται και αλληλοσυμπληρώνεται», σημείωνε σχετικά ο Πολίτης στο άρθρο του· ένα δίπτυχο που «ακτινοβόλησε σ’ ολόκληρον τον εκπαιδευτικό κόσμο, που έκανε κάθε ελληνική καρδιά να ριγήσει από τα πάθη των προγόνων – αλλά κι από το πείσμα – τους να αντισταθούν. Η αξία των γραμμάτων, κεντρικό μοτίβο της ιδεολογικής υπεροχής των Ελλήνων, ολοκλήρωσε τον πρώτο της κύκλο».[8]

Βασική αφετηρία της εργασίας μου είναι ότι τόσο το ποίημα του Πολέμη όσο και ο πίνακας του Γύζη δεν πρέπει να εξετάζονται βέβαια ως τεκμήρια για την ύπαρξη ή μη του «Κρυφού Σχολειού», αλλά ως υλικά μιας πολιτισμικής κατασκευής και ως καλλιτεχνικές μορφές κοινωνικής διευθέτησης και διαχείρισης της ιστορίας και της κουλτούρας. Ειδικά ετούτη την τελευταία παράμετρο την θεωρώ σημαντική, ακριβώς γιατί συνδέει τη φιλολογία με ένα ορισμένο είδος πολιτισμικής ανάλυσης, την οποία με τον δικό του τρόπο υπηρέτησε πρακτικά ο Αλέξης Πολίτης στη μακρόχρονη ενασχόλησή του με τους μύθους και τα στερεότυπα του Νέου Ελληνισμού.

Ξαναδιαβάζοντας, σήμερα, είκοσι χρόνια μετά το άρθρο του για το Κρυφό Σχολειό, την ανάλυση του Αλέξη Πολίτη για το «Φεγγαράκι μου λαμπρό», ο ερευνητής μπορεί να διευρύνει τα ερωτήματα που άρρητα ενυπάρχουν στο άρθρο. Θα μπορούσα να τα συνοψίσω ως εξής: πώς μελετάει ένας φιλόλογος φαινόμενα «ειδολογικού υβριδισμού» σε ό,τι αφορά την παραγωγή πολιτισμικών νοημάτων (π.χ. «το δίπτυχο» ποιήματος και πίνακα); Πώς αντιμετωπίζει την πρόκληση να ασχοληθεί με ρητορικές επιτελέσεις που προϋποθέτουν τη διαπλοκή και τη μείξη διαφορετικών πολιτισμικών αντικειμένων, ειδών και καθιερωμένων ιεραρχιών (υψηλό/χαμηλό); Και τέλος, πώς μελετάει κανείς σήμερα το «μυθολογικό κενό» της νεοελληνικής πολιτισμικής συνείδησης, με μια πολιτική εγρήγορση που δεν θυσιάζει ωστόσο τις επιστημονικές της αξιώσεις;

Η παρούσα εργασία αποτελεί περισσότερο μια δοκιμή αναστοχασμού γύρω από αυτά τα ερωτήματα· δοκιμή που φέρει τα ίχνη της θητείας στον λόγο του Αλέξη Πολίτη. Για πολλούς από εμάς τους νεότερους φιλολόγους, η ιστορική του ματιά και ο καθαρός του λόγος στάθηκαν ισχυρά αντίβαρα τόσο απέναντι στην «έκρηξη της θεωρίας» όσο και απέναντι στον ιμπρεσιονισμό της «παραδοσιακής» φιλολογίας. Κάπου εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’90, άλλωστε, δίπλα στη «μάχη των εθνικών συμβόλων», μια άλλη παράλληλη μάχη διεξαγόταν στα αμφιθέατρα, στις ταβέρνες και στα μπαράκια. Η «εισαγωγή της θεωρίας» – για να χρησιμοποιήσω μια μάλλον άκομψη έκφραση εκείνης της εποχής – στις νεοελληνικές φιλολογικές και ιστορικές σπουδές δημιουργούσε αναπόφευκτες συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις, που αδικούσαν συχνά τα ίδια τα επιχειρήματα. Οι σχετικές εργασίες του Αλέξη Πολίτη, ιδίως αυτές που περιλαμβάνονται τώρα στο βιβλίο του Το μυθολογικό κενό, υπερασπίζονταν ένα μοντέλο έρευνας, το οποίο διαφοροποιούνταν από την άκριτη υποδοχή της θεωρίας, [9] διεκδικώντας ταυτόχρονα έναν άλλο δρόμο για τη διεπιστημονική σύνδεση της φιλολογίας με την ιστορία και την ανθρωπολογία. Από τη σημερινή σκοπιά, θα μπορούσε κανείς να πει πως ο Αλέξης Πολίτης «έφτανε» έτσι από τα δικά του μονοπάτια σε εξίσου θεωρητικές ζητήσεις, που είχαν απασχολήσει μόνο περιθωριακά ώς τότε τη νεοελληνική φιλολογία.

Επιλέγοντας σήμερα, σε μια εποχή «μετά τη θεωρία», να επισκεφτώ εκ νέου το θέμα του «Κρυφού Σχολειού», θα ήθελα επομένως να σχολιάσω και αυτά τα μονοπάτια του Αλέξη Πολίτη: τις «νεοελληνικές μυθοπλασίες». [10] Αν με τον όρο αυτόν εννοούμε μια ορισμένη πολιτισμική συνθήκη, στην οποία ο μύθος υποκαθιστά και ταυτόχρονα ανακαθορίζει τη νεοελληνική ιστορική πραγματικότητα, τότε η ίδια η διαδικασία της μυθοποίησης προβάλλεται όχι ως παρένθετο αλλά ως υποχρεωτικό ερευνητικό έδαφος για τη γνώση του αντικειμένου. Και είναι ακριβώς αυτό το είδος των ερευνητικών ερωτημάτων που υποχρεώνουν τον φιλόλογο να συναντηθεί με τα εργαλεία της πολιτισμικής ιστορίας, για να κατανοήσει τους περίπλοκους τρόπους με τους οποίους η λογοτεχνία συμμετέχει στην ευρύτερη «πολιτισμική ποιητική».[11]

Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τα ζητήματα των ιδεολογικών χρήσεων[12] του Εικοσιένα, καταλαβαίνουμε πως η λογοτεχνία έπαιξε καταστατικό ρόλο στην καθιέρωση, την εδραίωση και τη διάχυση του μύθου του Κρυφού Σχολειού, τόσο μέσα από τις μυθοπλαστικές εκδοχές εξιστόρησης του Εικοσιένα όσο και μέσα από τις θεσμικές χρήσεις των σχετικών κειμένων (π.χ. Το «Κρυφό Σχολειό» του Ιωάννη Πολέμη στην εκπαίδευση). Με άλλα λόγια, η μελέτη των «νεοελληνικών μυθοπλασιών» εντάσσεται οργανικά μέσα στο σύγχρονο πεδίο έρευνας του εθνοσυμβολισμού,[13] και μπορεί να τροφοδοτήσει τις νεότερες εργασίες με ένα γόνιμο πεδίο προβληματισμού.

Αναμφισβήτητα, το «Κρυφό Σχολειό» – εννοώ τον πίνακα του Νικολάου Γύζη, συνοδευμένο βέβαια από το γνωστό ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική στιγμή των «νεοελληνικών μυθοπλασιών». Δεν είναι μόνο η στιγμή της κατοχύρωσης του σχετικού μύθου·[14] είναι η στιγμή της επινόησης ενός νέου τρόπου κυκλοφορίας του μύθου: με λόγο και εικόνα. Στο πλαίσιο του νεοελληνικού εθνοσυμβολισμού ίσως να μην υπάρχει κανένα άλλο έργο τέχνης που να συναγωνίζεται την αίγλη αυτού του δίπτυχου·[15] τις χρήσεις και τις καταχρήσεις της πολιτισμικής του σημασίας, τις αντιπαραθέσεις γύρω από την τεκμηριωτική του αξία, τον απόηχό του στη σύγχρονη νεοελληνική κουλτούρα. Στο άρθρο μου αυτό, λοιπόν, επιχειρώ να «ξαναδιαβάσω» το συγκεκριμένο δίπτυχο, εξετάζοντας ταυτόχρονα την καταστατική στιγμή του μύθου.

 

Ο ζωγράφος και ο ποιητής

 

Ας ξεκινήσουμε, όμως, από μερικά γνωστά πραγματολογικά δεδομένα. Ο πίνακας του Νικολάου Γύζη, που είναι σήμερα γνωστός ως «Το Κρυφό Σχολειό», εκτέθηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα το 1888. Στην αφετηρία της ενασχόλησης του ζωγράφου, η σύλληψη του «κρυφού σχολειού» συνυπάρχει με τη βεβαιότητα της απαγόρευσης των σχολείων στην περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. Συγκεκριμένα, σε επιστολή προς τον πεθερό του, κατά την περίοδο της δημιουργίας του πίνακα (24.1.1886), ο Γύζης περιγράφει τις προθέσεις του ως εξής: «Διά του υπογείου, της κλειστής θύρας και παραθύρου και διά του ωπλισμένου νέου, εσκέφθην να παραστήσω την εποχήν εκείνην της Ελλάδος, ότε επί Τουρκοκρατίας ήσαν αυστηρώς απηγορευμένα τα σχολεία και μόνον εν κρυπτώ ελειτούργουν». Και συνεχίζει: «ηθέλησα να παραστήσω μυστηριώδη πράξιν εις σκοτεινόν υπόγειον μόνον διά μιας ακτίνος ηλίου εισερχόμενης εντός».[16] Ξέρουμε βέβαια πως οι προθέσεις των δημιουργών δεν είναι δεσμευτικές για την πρόσληψη του έργου τους. Πόσο μάλλον όταν το έργο προσφέρεται για ποικίλες ιδεολογικές χρήσεις. Ο πίνακας με τον αρχικό τίτλο Σχολείον κρυπτόν ολοκληρώνεται πάντως τους αμέσως επόμενους μήνες, και ο Γύζης τον στέλνει με φωτογραφία στον φίλο του Νικηφόρο Λύτρα.

Όταν αργότερα το έργο εκτέθηκε στην Αθήνα δεν φαίνεται να έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στο πλατύ κοινό. Η λαϊκή διάδοση του μύθου μέσα από το «Φεγγαράκι μου λαμπρό» έβρισκε πάντως ένα αξιοσημείωτο συμπλήρωμα, που δημιουργούσε την ψευδαίσθηση της αληθοφάνειας μέσω του ηθογραφικού ρεαλισμού.

Ο προσεκτικός βιογράφος του Γύζη Μαρίνος Καλλιγάς, αφού εντάξει το έργο στη γενική κατηγορία της ηθογραφίας – η σχολή του Μονάχου ήταν γνωστή ανάμεσα σε άλλα και για τις οριενταλιστικές ηθογραφίες της – σημειώνει πως, σε μια σειρά έργων του Γύζη αυτής της περιόδου, η θεματογραφία της ελληνικής παράδοσης αναδύει μια «παλαιότητα», που εδώ βέβαια δεν είναι άλλη από την αναπαράσταση της προεπαναστατικής περιόδου. «Όλοι οι Έλληνες, εξάλλου», γράφει ο Καλλιγάς, «θα αναγνώριζαν ως γνήσια την απεικόνιση του “Κρυφού Σχολειού”, ενώ βέβαια κανείς δεν θα είχε δει ποτέ μια τέτοια σκηνή στην πραγματικότητα». [17] Το σίγουρο είναι ένα: «η εικονογράφηση του θέματος του Κρυφού Σχολειού, από έναν αναγνωρισμένο μάλιστα ζωγράφο, δεν μπορεί να έμενε χωρίς επιπτώσεις στην εξέλιξη του μύθου για το Κρυφό Σχολειό, όπως αυτός έχει διαμορφωθεί στα τέλη του αιώνα».[18]

Το 1899, ο Ιωάννης Πολέμης, εμπνεόμενος από τον πίνακα του Γύζη, δημοσίευσε στο περιοδικό Εθνική Αγωγή  το ποίημά του «Το Κρυφό Σχολειό», που μεταγενέστερα γνώρισε ιδιαίτερη επιτυχία ιδίως μέσα στον χώρο των νεοελληνικών αναγνωσμάτων της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Ο τίτλος του ποιήματος αντικατέστησε τον αρχικό τίτλο του έργου του Γύζη, κατοχυρώνοντας, επιπλέον και εφεξής, την κοινή πρακτική τιτλοφόρησης τόσο για τον πίνακα όσο και για το ποίημα. Ήδη με τον πρώτο στίχο, ο προσεκτικός αναγνώστης μπορεί να καταλάβει τις διαφορές:

 

Απ’ έξω μαυροφόρ’ απελπισιά,

πικρής σκλαβιάς χειροπιαστό σκοτάδι

 

Ας σημειώσουμε πρόχειρα τις μετατοπίσεις. Η «ακτίνα του ήλιου» (Γύζης) έγινε «χειροπιαστό σκοτάδι» (Πολέμης), η καθαρεύουσα (Σχολείον κρυπτόν) έγινε δημοτική (Το Κρυφό Σχολειό), και κυρίως, η τεχνική παρουσίασης του ποιήματος και του πίνακα απέκτησε πλέον ενιαίο και συνδυαστικό χαρακτήρα. [19] Όπως είναι γνωστό, το ποίημα του Πολέμη εκδόθηκε μαζί με την τσιγκογραφία του Γύζη, στο πρωτοσέλιδο του περιοδικού Εθνική Αγωγή που εξέδιδε ο Γεώργιος Δροσίνης, την πρωτοχρονιά του 1899. Αν δεν κάνω λάθος, πρόκειται για το πρώτο νεοελληνικό ποίημα που εκδίδεται όχι απλώς με αφορμή την εικαστική απεικόνιση του μύθου αλλά ως ερμηνεία του ίδιου του πίνακα. Κι είναι, επίσης, η πρώτη φορά που ο νεοελληνικός πολιτισμικός εθνικισμός γνωρίζει ένα σημαντικό εκσυγχρονισμό σε ό,τι αφορά υλικά του μύθου του Κρυφού Σχολειού. Από το δημώδες παιδικό τραγούδι «Φεγγαράκι μου λαμπρό» έχουμε περάσει στο λόγιο δίπτυχο που «αλληλοσχολιάζεται και αλληλοσυμπληρώνεται», όπως παρατηρεί ο Πολίτης, κερδίζοντας, μέσω της «δημοτικιστικής θερμότητας», μεγάλη αποδοχή στον νου και στην καρδιά των δασκάλων και των μαθητών. «Ο μύθος απέκτησε πια στην αυγή του δικού μας αιώνα σχεδόν, και ονομασία, ή ίσως απλά την κατοχύρωσε».[20]

 

«Κρυφό Σχολειό», ο πίνακας του Νικολάου Γύζη και το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, πρωτοσέλιδο στο περιοδικό του Γ. Δροσίνη «Εθνική Αγωγή», 1η Ιανουαρίου 1899.

 

Θα ήταν καλό πριν προχωρήσουμε, να γνωρίσουμε τη θέση των προσώπων «σε καιρό και σε τόπο». Ο Πολέμης είχε επιστρέφει από το Παρίσι, στα τέλη του 1890, και περιφερόταν σε πνευματιστικές συγκεντρώσεις της Αθήνας ως το απόλυτο «υπνωτιστικό υποκείμενο». [21] Ο ποιητής, πέφτοντας σε κατάσταση ύπνωσης ζωγράφιζε ιχνογραφήματα και, σύμφωνα με τον παριστάμενο νευρολόγο Σίμωνα Αποστολίδη, οι σφυγμοί του έφταναν από τους 80 στους 140, ανάλογα με την ένταση του καλέσματος των πνευμάτων: του Βούδα, της Σαπφούς, του Γκαίτε και του Ουγκώ, τα οποία του υπαγόρευαν και ποιήματα. (Μερικά από αυτά, μάλιστα, δημοσιεύτηκαν ως «ντοκουμέντα» υπνωτιστικής εναίσθησης στο Άστυ). Ο Πολέμης πίστευε στον πνευματισμό και τον αποκρυφισμό, στον οποίο είχε μυηθεί όταν σπούδαζε στη Γερμανία.

 

Ιωάννης Πολέμης (1862-1924), δημοσιεύεται στο «Ημερολόγιον Σκόκου», 1889.

 

Στους λογοτεχνικούς κύκλους της Αθήνας λειτουργούσε σαν ένα αυθεντικό μέντιουμ, με ικανότητες τηλαισθησίας, διόρασης και αυτόματης καταγραφής ποιημάτων σε διάφορες γλώσσες. (Η Σαπφώ του τα υπαγόρευε στα αρχαία ελληνικά και ο Ουγκώ – κατά έναν παράδοξο τρόπο – του υπαγόρευε ποιήματα στα νέα ελληνικά). [22] Σε ό,τι αφορά τα λογοτεχνικά του ενδιαφέροντα, είχε διαφοροποιηθεί από τον λόγιο και κάποτε «σκοτεινό» Παλαμά, υιοθετώντας μια ποίηση με ρομαντικές αφετηρίες, έντονο διδακτισμό, ονειροπόλα διάθεση και εύκολα νοήματα.[23]

Ο Γύζης είχε ήδη γίνει καθηγητής στην περίφημη σχολή του Μονάχου και, εκτός από τις ηθογραφικές παραστάσεις του, τα έργα του είχαν ήδη έντονο και συμβολιστικό χαρακτήρα. Επηρεασμένος κι αυτός από το πνευματικό κλίμα των Γερμανών νεορομαντικών είχε στραφεί στον μυστικιστικό συμβολισμό, που μάλλον δεν άρεσε στο ευρύ αθηναϊκό κοινό. Είναι σχεδόν βέβαιο πως στην ίδια όψιμη περίοδο έχει στραφεί στον θεοσοφισμό και γι’ αυτό η ζωγραφική του υποβάλλει έντονα την εξίσωση αισθητικής και θρησκείας. Παρ’ όλα αυτά, ο Γύζης ήταν ένας «ζωγράφος για πολλούς» κι ένας «καλλιτέχνης για λίγους».[24]

 

Νικόλαος Γύζης, περιοδικό «Εστία», τ. 470, 1885.

 

Οι αλληγορικές μορφές και τα αλλόκοτα πλάσματα που είχε κατά καιρούς εκθέσει στην πρωτεύουσα δεν ήταν μόνο «δύσκολα» για το πλατύ κοινό αλλά ίσως και προκλητικά. Ένα μόνο παράδειγμα. Όταν το 1899 εκθέτει τη «Δόξα των Ψαρών» στην Καλλιτεχνική Έκθεση Αθηνών, εμπνευσμένη από το ομώνυμο ποίημα του Σολωμού, κάποιοι θα μιλήσουν για έργο «παράτολμον υψιπέτιδος φαντασίας». «Μου την είπαν ζουρλοκαμπέρω», γράφει ο Γύζης χολωμένος από το Μόναχο, απειλώντας να την κάψει. «Η Δόξα του», θα γράψει ο Μποέμ, «μας φαίνεται ως ποίημα λουστραρισμένον αγαθού στιχοπλόκου συγκινούντος τας απλοϊκάς αισθήσεις». Η «Δόξα δεν εννοήθη» σημείωνε σχετικά ο Ξενόπουλος, προσπαθώντας να διαφοροποιηθεί από τους απλοϊκούς θεατές και τους βλοσυρούς κριτικούς, για να διασώσει τον Γύζη.[25]

Ας συνοψίσουμε με ένα πρόχειρο πρώτο συμπέρασμα. Η ποίηση του Πολέμη και η ζωγραφική του Γύζη ήταν ώς τότε, δηλαδή στη συγχρονία του τέλους του 19ου αιώνα, αρκετά συμβατές με τις προσδοκίες και τις διανοητικές ροπές των αποκρυφιστών νεορομαντικών. Σπεύδω, ωστόσο, να προλάβω το διαφαινόμενο ερώτημα: θα μπορούσε άραγε να είναι το «Κρυφό Σχολειό» ένας αποκρυφιστικός πίνακας; Ας μην προτρέχουμε. Η «μυστηριώδης πράξη» που ήθελε να ζωγραφίσει ο Γύζης και πήρε το όνομα «Κρυφό Σχολειό» από τους στίχους του Πολέμη δεν είναι απαραίτητο να παραπέμπει σε κάποιο αποκρυφιστικό κώδικα. Τους δύο καλλιτέχνες τους ένωνε, βέβαια (όπως και τους περισσότερους νεορομαντικούς του τέλους του 19ου αιώνα), η κοινή πεποίθηση για τη «συμπολιτεία του ωραίου»: μια οργανική αντίληψη για τη συνολική αρμονία της τέχνης, στην οποία ποίηση, μουσική και ζωγραφική αποτελούσαν τα κοινά, συμπληρωματικά και ενιαία μέσα μιας συναισθητικής εμπειρίας. [26]  Οι παραλληλισμοί μεταξύ ποίησης και ζωγραφικής δεν ήταν απλώς νόμιμοι αλλά ίσως και επιβεβλημένοι. Ο Γύζης, στα τελευταία του χρόνια, δήλωνε πως αν άλλαζε τέχνη, θα ’θελε να γίνει ποιητής και ο Πολέμης έγραφε ήδη επικαιρικά ποιήματα εμπνευσμένα από λευκώματα και επίκαιρες σκηνές της καθημερινότητας.

Περισσότερο όμως από τον Γύζη ο Πολέμης είχε προσαρμοστεί στις αναγνωστικές προσδοκίες των πιο πλατιών στρωμάτων. Είχε, όπως ήδη ειπώθηκε, εγκαίρως διαφοροποιηθεί από τον Παλαμά (1893) κατηγορώντας τον για στίχους «αδικαιολογήτως ασαφείς» [27] και είχε προσαρμόσει την ποίησή του στα γούστα του ευρύτερου κοινού. «Αυτή η αντίληψη φαίνεται να καθορίζει ολόκληρο το έργο του: η διάθεση να ανταποκριθεί σε προσδοκίες, να διερμηνεύσει αισθήματα, να νουθετήσει σύμφωνα με τις καθιερωμένες κοινωνικές προδιαγραφές».[28] Και βέβαια η αντίληψη δεν ήταν άσχετη από την επαγγελματική του θέση μέσα στο νεοσύστατο λογοτεχνικό πεδίο. «Ο κ. Πολέμης ανήκει εις την αρτιπαγή εκείνην εν Αθήναις σχολήν των δημοσιογράφων-ποιητών», θα γράψει ο Νιρβάνας για την πρώτη του ποιητική συλλογή (τους Χειμωνανθούς), το 1888.[29]

 

Στον απόηχο του ’97

 

Νομίζω, επομένως, πως αλλού πρέπει να αναζητήσουμε τον μίτο που ένωσε τον πίνακα με το ποίημα, σφραγίζοντας ανεξίτηλα το φαντασιακό του Εικοσιένα στη νεότερη ελληνική πολιτισμική συνείδηση. Περισσότερο από τον νεορομαντικό αποκρυφισμό, άλλωστε, τους δύο καλλιτέχνες τους ένωνε η πατριδολατρία, καθώς και η ανάδυση μιας νέας καλλιτεχνικής συνείδησης που σφραγιζόταν από τη ματαίωση των συλλογικών ελπίδων. [30] Αυτή οδήγησε άλλωστε και τον Γεώργιο Δροσίνη να συμπεριλάβει τον πίνακα και το ποίημα στο πρωτοσέλιδο του περιοδικού του. Αξίζει να μείνουμε λίγο στα ιστορικά συμφραζόμενα της παρουσίασης του «διπτύχου». Ας μην ξεχνάμε πως το περιοδικό Εθνική Αγωγή εκδίδεται στον απόηχο της ταπεινωτικής ήττας του 1897, και, χωρίς να έχει άμεση σχέση με τα εκπαιδευτικά νομοσχέδια του Ευταξία (1899), «που συνδέουν τον πόλεμο με τις αλλαγές στην εκπαίδευση», στα επιχειρήματα της έκδοσής του μπορεί κανείς να διακρίνει τις νέες προτεραιότητες της παιδείας. Παραθέτω:

 

Αλλ’ ό,τι εγένετο πολύ υπολείπεται εκείνου, το οποίον ώφειλε να γείνη, τούτο δε κατέδειξε και η τελευταία εκ του πολέμου συμφορά, η αποκαλύψασα ως κυριωτάτην αφορμήν του ολέθρου την έλλειψιν εθνικής αγωγής. Τα σοφά ταύτα διδάγματα, κυρωθέντα δυστυχώς και υπό των τελευταίων παθημάτων ημών επιβάλλουσιν ως ιεράν υποχρέωσιν ουχί μόνον εις την επίσημον του Κράτους Αρχήν, αλλ’ εις πάντα δυνάμενον οπωσδήποτε να συμπράξη εις το μέγα έργον της εθνικής αγωγής, επείγουσαν και σοβαράν την μέριμναν, ταχείαν και αποτελεσματικήν την ενέργειαν. Προς τον Οίκον, προς το Σχολείον, προς την Κοινωνίαν, προς τους τρεις τούτους μεγάλους εθνικούς παράγοντας ας στραφή η όλη ημών προσοχή.[31]

 

Είναι φανερό πως βρισκόμαστε στην περιοχή της εθνικής παιδαγωγίας. Στην ίδια σκοπιμότητα εγγράφεται και η κοινή δημοσίευση του ποιήματος μαζί με τον πίνακα, που συν τοις άλλοις αντλούν τη θεματολογία τους από ένα εντέλει «εκπαιδευτικό θέμα».

Ο Γύζης ήταν ήδη συνδρομητής της Εθνικής Αγωγής και ο Πολέμης τακτικός συνεργάτης της. Έτσι, όταν ο Δροσίνης παρήγγειλε στον Γύζη να του στείλει το Σχολείον Κρυπτόν σε τσιγκογραφική αναπαραγωγή, ο ζωγράφος συμφώνησε αμέσως, αν και πιθανώς να γνώριζε πως η ασπρόμαυρη εκδοχή του πίνακα αδικούσε καταφανώς το αρχικό έργο. Δεν ξέρουμε αν ο Γύζης ήταν ενήμερος για το ποίημα του Πολέμη, ή αν ο Δροσίνης απευθύνθηκε ξεχωριστά στον καθένα. Το σίγουρο όμως είναι πως ο Πολέμης ήταν ο πλέον ταιριαστός από τη Νέα Αθηναϊκή Σχολή για να γράψει ένα τέτοιο ποίημα. Η πατριδολατρική του στάση ήταν αναμφισβήτητη, η θρησκευτικότητα των ποιημάτων του αναγνωρίσιμη, οι εθνικοί θρύλοι πανταχού παρόντες και ο διδακτισμός του (κυρίως με απεύθυνση στο πλατύ κοινό) ήταν έντονος. Τόσο ο ζωγράφος όσο και ο ποιητής συμφωνούσαν επιπλέον και. σε τούτο: κάθε απόπειρα αναμόρφωσης της κοινωνίας περνούσε πλέον υποχρεωτικά από την παιδεία και την «εθνική αγωγή». Κάθε άλλο λοιπόν παρά τυχαία συνάντηση ήταν αυτή που έγινε στο πρωτοσέλιδο εκείνης της Πρωτοχρονιάς του 1899.

 

Κάτωθι εικόνος Γύζη

 

Νικόλαος Γύζης (Σκλαβοχώρι Τήνου, 1842 – Μόναχο, 1901).

Στο περιοδικό Εθνική Αγωγή, κάτω από τον πίνακα του Γύζη υπάρχει ο τίτλος «Το Κρυφό Σχολειό», ακολουθεί ο μεσότιτλος «Εικών Ν. Γύζη» και έπεται το ποίημα του Πολέμη. Είναι σαν ο πίνακας και το ποίημα να μοιράζονται τον ίδιο τίτλο, ή μάλλον σα να ήταν το ποίημα προέκταση του πίνακα. Αυτό φαίνεται άλλωστε και από τη «γεωμετρία» της σελίδας. Ένα χρόνο μετά, στην έκδοση του ποιήματος (συλλογή Αλάβαστρα, 1900), ο τίτλος θα εντείνει αυτήν την ακολουθία της εικόνας και του λόγου, έστω και μετωνυμικά – δηλαδή διά της απουσίας. Ο τίτλος θα παραμείνει βέβαια ο ίδιος («Το Κρυφό Σχολειό»), και αμέσως μετά – ελλείψει εικονογράφησης – ο συγγραφέας θα σημειώσει ανάμεσα σε αγκύλες: [«κάτωθι εικόνος Γύζη»]. Ας προσέξουμε τόσο το «κάτωθι» όσο και τη γενική αναφορά στην «εικόνα» του Γύζη, για να διαπιστώσουμε μια διπλή κίνηση οικειοποίησης του πίνακα, τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τον τίτλο. Είναι μάλλον βέβαιο ότι ο Πολέμης «ξαναγράφει» τον πίνακα, χαρίζοντάς του πλέον μια νέα ερμηνεία, που ήδη φαίνεται από τον νέο τίτλο. Αν ήθελε να κρατήσει τον αρχικό τίτλο του πίνακα θα το είχε κάνει. Αρκεί να συγκρίνουμε τις επιλογές του, με βάση μια αντίστοιχη συγγραφική στρατηγική, εφαρμοσμένη σε άλλο πίνακα του Γύζη: «Το παραμύθι της Γιαγιάς», στη συλλογή Το παλιό βιολί, 1909. Εκεί το παρακειμενικό σχόλιο είναι σαφώς διαφορετικό. «Κάτω από την συνώνυμον εικόνα του Γύζη», γράφει ο Πολέμης, μέσα σε αγκύλες. Γνωρίζει, λοιπόν, πολύ καλά πότε η εικόνα είναι συνώνυμη και πότε όχι.

Στο «Κρυφό Σχολειό», επομένως, οι προτεραιότητες ήταν διαφορετικές. Το δίπτυχο εικόνας και κειμένου δεν δημιουργούσε απλώς νέες συνδηλώσεις αλλά έφτιαχνε νέες μορφικές σχέσεις για την παραγωγή του νοήματος. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για μια μοναδική περίπτωση «νεοελληνικής μυθοπλασίας», όπου η ποίηση «συναντήθηκε» με τη ζωγραφική μέσα από έναν κοινό ορίζοντα νοοτροπιακής ταύτισης. «Ο Πολέμης, δηλαδή», γράφει ο Αλκής Αγγέλου, «ως γνήσιος τυπικός εκπρόσωπος του αστικού ρομαντισμού ελκύσθηκε από τον πίνακα του ζωγράφου, ακριβώς επειδή διέκρινε στον πίνακα τα στοιχεία εκείνα που τροφοδοτούσαν τη δική του έμπνευση». [32] Και η «έμπνευση» του Πολέμη δεν μπορεί παρά να ανταποκρίνεται στη «νοητικότητα του μέσου αναγνώστη» της εποχής· οι περίφημοι «μέσοι όροι», όπως θα έλεγε ο Κ. Θ. Δημαράς, κατασκευάζουν, και στην περίπτωση αυτή, το ευνοϊκό περιβάλλον αλλά και τις κατάλληλες δεκτικότητες για την κυκλοφορία του μύθου μέσα από το δίπτυχο εικόνας και λόγου.

Σε αυτό το σημείο, το ερώτημα που προκύπτει είναι εύλογο. Πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε το συγκεκριμένο δίπτυχο ως πυρήνα της «εικονολογίας» του «Κρυφού Σχολειού»; Αν το «Κρυφό Σχολειό» είναι μια ιστορία με λόγια και εικόνες, τότε μάλλον μια απλοϊκή φιλολογική προσέγγιση που θα έδινε έμφαση στην έμπνευση του ποιητή από τον πίνακα του ζωγράφου, θα αδικούσε και το κείμενο και την εικόνα. Είναι προφανές πως βρισκόμαστε μπροστά σε μια μάλλον πιο πολύπλοκη στρατηγική, και αυτήν καλούμαστε να μελετήσουμε με τα αντίστοιχα διανοητικά εργαλεία.

 

Στοιχεία για μια θεωρία της ανάγνωσης των εικόνων

 

Παρόλο που η χρήση της εικόνας ως ιστορικού τεκμηρίου έχει μπολιάσει εδώ και χρόνια την πολιτισμική ιστορία, [33] για τους ιστορικούς της λογοτεχνίας και των ιδεών η στροφή προς τη μελέτη της εικόνας, ή ακριβέστερα, προς τη μελέτη των οπτικών αφηγήσεων, αποτελεί ένα μάλλον πρόσφατο ερευνητικό πεδίο. Η ιδέα, πάντως, για μια «ανάγνωση των εικόνων» είναι αρκετά παλιά στις λογοτεχνικές σπουδές, ήδη από τότε που ο Ρολάν Μπαρτ στις Μυθολογίες [34] του πρότεινε τη δική του «εικονογραφική μέθοδο» για τη μελέτη του μύθου και των στερεοτύπων. Στον Μπαρτ, άλλωστε, χρωστάμε και την ανάλυση για τη «ρητορική της εικόνας»: την ανάλυση, δηλαδή, μιας ειδικής και παραπληρωματικής σχέσης μεταξύ εικονικών και λεκτικών σημείων, στην οποία τόσο ο λόγος όσο και η εικόνα αποτελούν αποσπάσματα μιας κοινής αφήγησης, μιας ενιαίας ρητορικής στρατηγικής, «ενός γενικότερου “συντάγματος”», [35] με συνδηλώσεις που παράγονται από το πεδίο της ιδεολογίας και αναπαράγουν σημαίνουσες όψεις της ιδεολογίας.[36]

Από τη δεκαετία του ’80 και έπειτα, στους όμορους χώρους της θεωρίας της λογοτεχνίας, της ιστορίας της τέχνης αλλά και των «σπουδών του πολιτισμού της εικόνας» (visual culture studies), έγινε ολοένα και περισσότερο φανερό πως η συνύπαρξη και αλληλεπίδραση μεταξύ οπτικών και κειμενικών μορφών αναπαράστασης αποτελεί συστατικό στοιχείο των πολιτισμικών τεχνολογιών της νεωτερικότητας. Η πειθαρχία του βλέμματος σε συνδυασμό με την οργάνωση της γραφής λειτούργησαν καθοριστικά στη διαμόρφωση της νεωτερικής ιδεολογίας και κουλτούρας, επηρεάζοντας τα ίδια τα κοινωνικά υποκείμενα σε ό,τι αφορά την εικόνα του εαυτού τους αλλά και του κόσμου. Κανείς δεν μπορεί, σήμερα, να φανταστεί τον 19ο αιώνα χωρίς την έννοια της «εθνικής ζωγραφικής» ούτε τον 20ό αιώνα χωρίς την ανάδυση αυτού που ο Γκι Ντεμπόρ ονόμασε «κοινωνία του θεάματος». Τα τελευταία χρόνια, εγκαινιάζοντας τη λεγάμενη «εικονιστική στροφή» (pictorial turn), οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας και οι ιστορικοί της τέχνης έχουν προεκτείνει αυτή την προσέγγιση, καλλιεργώντας πλέον το πεδίο της πολιτισμικής «εικονολογίας» [37] ως τον κατεξοχήν χώρο μεθοδολογικού προβληματισμού αλλά και διεπιστημονικής συνάντησης [38] για τη μελέτη των «εικονο/κειμένων», διευρύνοντας, παράλληλα, και το πεδίο των συγκριτικών σπουδών.

Σε αυτή τη νέα «διαγραμματολογία», [39] σύμφωνα με την εύστοχη έκφραση του W. J. Τ. Mitchell, η εικόνα και ο λόγος μελετώνται ως ένας υβριδικός τρόπος παραγωγής συμβολικού νοήματος, που εντάσσει τους αντιληπτικούς καταναγκασμούς της όρασης μέσα σε έναν συγκεκριμένο διηγητικό ορίζοντα, οδηγώντας τον θεατή/αναγνώστη σε συχνά χειραγωγούμενα, και πάντως ιδεολογικά προσανατολισμένα ερμηνευτικά εγχειρήματα. Εξειδικεύοντας αυτή την προβληματική, η «οπτική ρητορική» [40] ανέδειξε τη σημασία και τη συμβολική αξία των «οπτικών αφηγήσεων», ιδίως εκείνων που εγγράφονται οργανικά, και πολύπλοκους τρόπους στην «τέχνη της πειθούς»: στην εμπρόθετη, δηλαδή, δημιουργία, παρουσίαση, έκθεση και χρήση μιας εικόνας ή ενός «εικονοκειμένου», προκειμένου να επηρεαστούν οι αντιλήψεις, οι ιδέες αλλά και συμπεριφορές του κοινού, στη δημόσια σφαίρα.

 

«Το Κρυφό Σχολειό»: ένα εικονοκείμενο;

 

Μετά από αυτές τις σύντομες θεωρητικές επεξηγήσεις επιστρέφω ξανά στο κύριο θέμα μου, διευκρινίζοντας ότι στην ανάλυσή μου ο πίνακας του Γύζη και το ποίημα του Πολέμη δεν νοούνται πλέον ως αυτόνομα καλλιτεχνικά είδη (ποίηση και ζωγραφική) αλλά ως ένα ενιαίο πολιτισμικό εικονοκείμενο. (Αυτή άλλωστε δεν είναι μόνο δική μου επιλογή αλλά και επιλογή του Γεωργίου Δροσίνη, που καταχώρισε με αυτόν τον τρόπο το «Κρυφό Σχολειό» στο πρωτοσέλιδο της πρωτοχρονιάτικης Εθνικής Αγωγής). Αν είναι έτσι, αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η «ρητορική της εικόνας»: ο τρόπος, δηλαδή, που υποτάσσονται οι φυσικοί καταναγκασμοί της όρασης σε έναν συγκεκριμένο τύπο ερμηνείας και αποκωδικοποίησης των σημασιών της εικόνας. Το συνοδευτικό κείμενο, με άλλα λόγια, «οδηγεί τον αναγνώστη ανάμεσα στα σημαινόμενα της εικόνας, τον κάνει να αποφεύγει ορισμένα από αυτά και να δέχεται άλλα». [41] Το ποίημα του Πολέμη λειτουργεί, με άλλα λόγια, σαν ένας «κατανομέας νοημάτων», που μέσα από μια παραπληρωματική ποιητική αφήγηση κατασκευάζει μια επιλεγμένη έννοια «κρυφού σχολειού» και της αποδίδει συγκεκριμένες ιδιότητες.

Αν θέλαμε να ορίσουμε αυτούς τους ερμηνευτικούς κόμβους του ποιήματος που κατοχυρώνουν την αναδιηγητική αξία αναμετάδοσης των σημασιών του πίνακα, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τρεις ρητορικούς τόπους. Αναμφισβήτητα, η έννοια της «σκλαβιάς» είναι αυτή που κατέχει τη δεσπόζουσα σημασία. Ήδη από την πρώτη στροφή, η «πικρή σκλαβιά», το «φοβισμένο φως του καντηλιού» και τα «σκλαβόπουλα» σηματοδοτούν μια ορισμένη αντίληψη για τα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας. Το κρυφό σχολειό δεν είναι μόνον ο τόπος μιας παράνομης εκπαιδευτικής διαδικασίας, αλλά και ο τόπος που «κατοικεί του σκλάβου η αλυσόδετη πατρίδα» (β’ στροφή). «Εκεί η ψυχή πιότερο αγροικά/τον πόνο της σκλαβιάς της», μες «τη σιγαλιά που δένει στο λαιμό πνιγμού θηλειά». Η πύκνωση της έννοιας – μιας έννοιας, ας σημειωθεί, δύσκολα απεικονίσιμης σε έναν τέτοιο πίνακα – δεν μεταφράζει μόνο επί το «θυμικότερο» και το «δημοτικότερο» την αρχική σύλληψη του Γύζη για το «Σχολείον κρυπτόν». Στην πραγματικότητα, επιτείνει μια αρκετά διαδεδομένη αντίληψη για το ίδιο το σχήμα της οθωμανικής κυριαρχίας ως, ήδη και πάντα, «σκλαβιάς». Δε χρειάζεται νομίζω να θυμίσω πως η έννοια της «σκλαβιάς» θα ακουγόταν μάλλον φορτισμένα μετά την ταπεινωτική ήττα του ’97 και το ανολοκλήρωτο (αλλά πάντως ακόμη γοητευτικό) πρόγραμμα της Μεγάλης Ιδέας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τοποθετείται και ο δεύτερος ερμηνευτικός κόμβος, που σχετίζεται άμεσα με την αξία των γραμμάτων και το αγαθό της μόρφωσης. Εδώ ο Πολέμης δεν πρωτοτυπεί, βέβαια. Ακόμα και το «Φεγγαράκι μου λαμπρό» τόνιζε αυτή την αξία, χωρίς απαραίτητα να τη συνδέει με οποιοδήποτε εθνικο-απελευθερωτικό ή άλλο πρόταγμα. Η διαφορά με το ποίημα του Πολέμη είναι πως εδώ η ίδια η παιδευτική πράξη έχει αποκτήσει μυστικιστικό περιεχόμενο. Ο παπαδάσκαλος μιλάει με «λόγια μαγικά» και «προφητικά», μέσα σε τρεμάμενα κεριά, όνειρα, ψαλμούς και μελωδίες «ενός κόσμου άλλου». Τα βιβλία είναι μάλλον προσχηματικός διάκοσμος: η άφθαρτη γνώση που μεταφέρουν δείχνει τα πανάρχαια μεγαλεία. Η διδασκαλία έχει κι αυτή αντικατασταθεί από τη μυστικιστική μέθεξη («ανατριχιάζει ακούοντας καθείς»). Η ψυχή – και όχι ο νους – «βλέπει τι έχασε, τι έχει, τι της πρέπει».

Φτάνουμε, έτσι, στο τρίτο ερμηνευτικό κλειδί: τα εθνικά πεπρωμένα, και βέβαια το αίτημα της ελευθερίας, έτσι όπως επιτακτικά ακούγεται στο τελευταίο τρίστιχο: «Η λευθεριά/σαν της αυγής το φεγγοβόλο αστέρι/της νύχτας το ξημέρωμα θα φέρη». Το μοτίβο, ασφαλώς, δεν μας ξενίζει. Αμφιβάλλω αν υπάρχει κάποιο ποίημα της λεγόμενης πατριωτικής ποίησης που να μην υποβάλλει άμεσα ή έμμεσα κάποια ιδέα ποθητής απελευθέρωσης, συνδέοντας το Εικοσιένα με τις μελλοντικές πολεμικές επιχειρήσεις του έθνους. Η προφητική φωνή του παπαδάσκαλου θα ήταν οπωσδήποτε μια παρηγορητική λύση σε μια εποχή που η εθνική αναδίπλωση, σε στρατιωτικό και διπλωματικό επίπεδο, ήταν επιβεβλημένη.

Άφησα ασχολίαστο ένα σημείο του ποιήματος που είναι ίσως και το πιο προφανές: την ανάδυση της θρησκευτικότητας ως κρίσιμου διαμεσολαβητή, από την αρχή ώς το τέλος, των επιμέρους νοημάτων που «προβάλλονται» στον πίνακα. Δεν είναι μόνον η φιγούρα του παπαδάσκαλου που επικυρώνει αυτόν τον κρίκο. Είναι βέβαια η «εκκλησιά που παίρνει κάθε βράδυ την όψι του σχολειού», αλλά και «το φως του καντηλιού», η «εικόνα του Χριστού ψηλά, που εβούβανε τα στόματα των πλάνων», ο ψαλμός που «ακούγεται βαθύς» κλπ.

Μίλησα παραπάνω για προβολή νοημάτων στον πίνακα· έτσι κι αλλιώς η «ρητορική της εικόνας» έχει ασταθή, ασυνεχή και πάντως «προσθετικό» χαρακτήρα. Πουθενά, π.χ., στον πίνακα του Γύζη δεν υπάρχει ένδειξη ότι ο χώρος είναι εκκλησία, πουθενά δεν υπάρχει εικόνα του Χριστού, πουθενά δεν υπάρχει καντήλι, και βέβαια πουθενά δεν απεικονίζεται κάποιος που ψέλνει. Ας θυμηθούμε και πάλι πώς περιγράφει ο ίδιος ο Γύζης τη «σκηνογραφία» του πίνακα: «Διά του υπογείου, της κλειστής θύρας και παραθύρου και διά του ωπλισμένου νέου, εσκέφθην να παραστήσω την εποχήν εκείνην της Ελλάδος, ότε επί Τουρκοκρατίας ήσαν αυστηρώς απηγορευμένα τα σχολεία και μόνον εν κρύπτω ελειτούργουν».

Δεν μας ενδιαφέρουν, ωστόσο, οι αρχικές προθέσεις του ζωγράφου για να τις αντιπαραβάλλουμε στις υστερόχρονες αλλοιώσεις τους από τον ποιητή. Σημασία έχει ότι ο Πολέμης «είδε» στον πίνακα και την εκκλησία και το καντήλι και την εικόνα του Χριστού· και «άκουσε» την ψαλμωδία. Αυτή είναι, άλλωστε, και η κατεξοχήν λειτουργία ενός εικονοκειμένου. Αναλαμβάνει να μετατρέψει τα σημεία ενός συστήματος σε ένα νέο σύστημα συμπαραδήλωσης, δημιουργώντας έτσι μια νέα πληροφοριακή δομή. Σε αυτή τη νέα δομή το ποίημα αποκτά την αξία μιας υποκατάστασης/συμπλήρωσης του ίδιου του πίνακα μέσα από μια σειρά καθορισμένων μεταφορών. Το «Κρυφό Σχολειό» ως ενιαίο εικονοκείμενο έχει πολύ περισσότερα λεξιλόγια και υποκώδικες από όσα έχει ξεχωριστά ο πίνακας και το ποίημα.

 

Μια «αντιπνευματική κοινωνία»;

 

Ελπίζω να είναι φανερό πως οι μεταφορές αυτές δεν προέρχονται μόνον από την ποιητική ιδιόλεκτο του Πολέμη, αλλά και από τους κοινούς τόπους της εποχής του και της συγκυρίας μέσα στην οποία γράφτηκε το ποίημα. «Μήπως ο κ. Πολέμης», αναρωτιόταν στα 1918 ο Ρήγας Γκόλφης, «για την ώρα έγινε η πνευματική ανάγκη της κοινωνίας μας;».[42]

 

Ιωάννης Πολέμης, ελαιογραφία του Γ. Ν. Ροϊλού.

 

Πράγματι, ας θυμηθούμε κι εδώ τις κρίσιμες παρατηρήσεις του Κ. Θ. Δημαρά για την εποχή. Η κοινωνία του Πολέμη «δεν ήταν η κοινωνία που βγήκε από το ’97 αλλά η κοινωνία που το προκάλεσε και το δέχθηκε».[43] Ήταν η κοινωνία που τίμησε τον Παράσχο και αγάπησε τον Πολέμη, ακριβώς γιατί της εξασφάλιζε ένα καταφύγιο στην παράδοση, και στις ηθικές αξίες της φυλής, χωρίς καινούργια προβλήματα, «αναζητήσεις και αγωνίες». «Άνθρωποι που αγαπούσαν να αποκοιμίζονται με λόγια»,[44] γράφει ο Δημαράς, για να χαρακτηρίσει με τον δικό του τρόπο την οριοθέτηση των αναγνωστικών προσδοκιών και την «αντιπνευματική κοινωνία» της εποχής. Το εύκολο γούστο, οι κοινοί τόποι, οι εύληπτοι τρόποι, ο κραυγαλέος διδακτισμός, οι δραματοποιημένες επαναλήψεις του εθνικού αφηγήματος και οι μεγαλοϊδεατικές φαντασιώσεις ήταν αρκετές για να θρέψουν τις λογοτεχνικές προτιμήσεις ενός νέου κοινού, που εκπαιδευόταν καθημερινά μέσα από τον εφήμερο λόγο των εφημερίδων και των περιοδικών, προσανατολισμένο προς την εθνική παιδαγωγία. Δεν θα ήταν υπερβολή νομίζω να υποστηρίξει κανείς πως το Κρυφό Σχολειό – αυτό το «Κρυφό Σχολειό», του 1899 – είναι, σε πρώτη φάση, μια «παραλογοτεχνική» κατασκευή που απέκτησε, με τον καιρό, αυτόνομη παιδευτική αξία μέσα στα σχολικά εγχειρίδια.

Μπορούμε να αποτιμήσουμε και ποσοτικά τα αποτελέσματα τούτης της «ευχάριστης διδασκαλίας» στη «μακρά διάρκεια». Μέχρι και το 1976, το ποίημα του Πολέμη για το Κρυφό Σχολειό ήταν το πιο συχνά ανθολογημένο ποίημα ολόκληρης της νεοελληνικής ποίησης στα Νεοελληνικά Αναγνώσματα,[45] στη σύνταξη των οποίων είχε άλλωστε παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο και ο ίδιος ο ποιητής ήδη από τη δεκαετία του 1910. Ξεπερνάει στις επανεκδόσεις ακόμα και το άλλο περίφημο ποίημά του, με τον τίτλο «Τι είναι η πατρίδα μας». Ας μη βιαστούμε, ωστόσο, να κατατάξουμε τον Πολέμη στους «σχολικούς ποιητές». Το σωστό ερώτημα είναι να δούμε τι επέτρεψε στον Πολέμη να εξελιχθεί σε «σχολικό ποιητή», αφού πρώτα είχε ανταποκριθεί στον ορίζοντα προσδοκίας του μεγάλου κοινού της εποχής του. Εντελώς ενδεικτικά αναφέρω το σταδιακό πέρασμά του από τα νεωτεριστικά λογοτεχνικά έντυπα στα οικογενειακά περιοδικά ποικίλης ύλης, και βέβαια την άμεση απόκρισή του στη «δομή της αίσθησης» της κοινωνίας, μετά το ’97.

Ο λόγος στον Καραντώνη, που, με τη δική του πάντα οπτική γωνία, μας εξηγεί τα αιτούμενα των, κατά βάση, συντηρητικών νοοτροπιών.

 

Ο Πολέμης ένοιωθε την ανάγκη να εξυπηρετήσει με τον τρόπο του, τα γενικώτερα παιδευτικά ιδανικά της μετά το 1897 Ελλάδας: την τόνωση του πατριωτικού συναισθήματος, τη διδασκαλία της πολεμικής αρετής, την υποστήριξη των αξιών που λέγονται τιμή, συνέπεια, αξιοπρέπεια, φιλότιμο, ταπεινοφροσύνη, τη μεγάλη χριστιανική αρετή της καλοσύνης, και την αγάπη στην ελληνική φύση, παρουσιασμένη μέσα από την απλή ζωή του λαού. […] Ακόμα και την αγάπη την τραγούδησε περιτυλιγμένη σε πέπλους ελληνικής αιδούς, απαλλαγμένη από κάθε χυδαιότητα και προκλητικό αισθησιασμό, ντροπαλή συνεσταλμένη, μια αγάπη που της αρέσουν περισσότερο οι εκκλησίες, που της αρέσουν τα στεφανώματα, παρά τα κρυφά και πονηρά μέρη της αντικοινωνικής ενοχής.[46]

 

Θα άξιζε μια εκτενέστερη μελέτη για την «κοινωνιολογία του φιλολογικού γούστου» προκειμένου να καταλάβουμε τη θέση του Πολέμη μέσα στο λογοτεχνικό πεδίο του καιρού του και την κατοπινή του ενσωμάτωση στην εκπαίδευση. Όμως, εδώ, δεν μάς απασχολεί αυτό το θέμα. Παρακολουθήσαμε απλώς την ιδρυτική πράξη ενός λογοτεχνικού μύθου που διαχειρίστηκε έναν άλλο, ευρύτερο «εθνικό μύθο». Τη σημασία της ιδρυτικής στιγμής αυτής μπορούμε να την διαπιστώσουμε άμεσα, στα συγχρονικά της τεκμήρια.

Αμέσως μετά τον θάνατο του Γύζη, ο Κίμων Μιχαηλίδης γράφει στα Παναθήναια (1901) μια εκτενή νεκρολογία στην οποία παρουσιάζει και ερμηνεύει τα κύρια έργα του Γύζη. Δεν είναι τυχαίο ότι κι εκεί το ποίημα του Πολέμη προτείνεται ως «κυριολεκτική» ερμηνεία του πίνακα. Ένας πρώτος κύκλος μνημείωσης του έργου διά του ποιήματος μόλις είχε ανοίξει, δημιουργώντας μια πολιτισμική «συνήχηση», που έφτασε ώς τις μέρες μας. Λίγο αργότερα, ο ίδιος ο Παλαμάς στο ποίημά του για τον Γύζη θα ακολουθήσει κι αυτός το δρόμο που είχε ανοίξει ο Πολέμης: αναφερόμενος στα έργα του ζωγράφου, θα βρει μια καλή αφορμή για να συστοιχίσει ποιητικά τη θεματολογία με την ηθική αξία και τα ιδανικά της φυλής. Για άλλη μια φορά ο «εθνοσυμβολισμός» έβρισκε νέες ρητορικές επιτελέσεις για να μεταφέρει τα ιδεολογικά του προτάγματα στο πεδίο της τέχνης.

Ας μείνουμε λίγο ακόμη στο γύρισμα του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Στα 1910, ο Πολέμης εξέδωσε μια σημαντική ανθολογία με τον τίτλο Λύρα. Ανθολογία της νεωτέρας ελληνικής ποιήσεως. Είναι σαφέστατα η ώρα της εσωτερικής σύγκρουσης μέσα στο λογοτεχνικό πεδίο ανάμεσα στους «παλιούς» και στους «νέους». Εκεί ανάμεσα σε άλλους παρουσιάζει και τον νέο ποιητή, τον Γιάννη Βλαχογιάννη. Δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό να μην υπενθυμίσω την ιστορική ειρωνεία που κρύβεται πίσω από αυτήν τη χειρονομία. Ο ίδιος ο Πολέμης ήταν ο πρώτος ανθολόγος του σημαντικότερου αρνητή του μύθου του Κρυφού Σχολείου. Πολλά χρόνια αργότερα, ο γέρος πια Γιάννης Βλαχογιάννης, ο σημαντικότερος ίσως ιστοριοδίφης του Εικοσιένα, έγραφε στο περιοδικό Νέα Εστία:

 

Ανάμεσα σ’ όσες διατριβές έτυχε να διαβάσω γραμμένες από παιδαγωγικούς άντρες ή γυναίκες, δεν είδα καμιάν ιστορική μαρτυρία, που να βεβαιώνη την ύπαρξη κρυφού σκολειού, όμως ούτ’ εγώ μέσα στον αμέτρητο σωρό ανέκδοτου υλικού για της σκλαβιάς τα σκολειά, που έχω συναγμένο, δεν απάντησα τίποτε που να κάνη λόγο για το σκολειό έξω από το τραγούδι. […]. Όλο αυτό το φανταχτερό και κούφιο και χωρίς θεμέλιο χτίσμα πέφτει σε μια στιγμή σωρός μ’ ένα λόγο μοναχά: Ποτέ ο Τούρκος, ο αγράμματος δε μπόδισε το Χριστιανό γράμματα να μαθαίνη, και μονάχα πολύ σπάνια έμπαινε στη μέση να χωρίζη τους δασκάλους άμα πιάνονταν από τα μαλλιά και γίνονταν σκάνταλο με τα μεγάλα τους σκολειά.[47]

 

Ο Πολέμης δεν ζούσε πια. Χάρη στην ποίησή του όμως το Κρυφό Σχολειό εξακολούθησε να ζει στα σχολικά αναγνώσματα, στις εθνικές επετείους, στους πανηγυρικούς λόγους, στο διαδίκτυο και κυρίως στις συνειδήσεις των Νεοελλήνων, που ακόμη και σήμερα πιστεύουν πως το Κρυφό Σχολειό είναι πρωτίστως ένα εθνικό θέμα.

 

Το μυθολογικό κενό

 

«Κάθε μυθολογική θεώρηση ενός ζητήματος δημιουργεί στο μυαλό μας ένα κενό: στη θέση της γνώσης έρχεται να εισχωρήσει ένα ασαφές μόρφωμα που την αντικαθιστά», σημειώνει ο Αλέξης Πολίτης. [48] Τι σημαίνει ακριβώς ετούτη η έννοια του «κενού» την ώρα της μελέτης ενός πολιτισμικού φαινομένου; Αν θέλουμε κατ’ αρχάς να ιστορικοποιούμε τα ερωτήματά μας, θα πρέπει να αντιστοιχίσουμε την οπτική γωνία του Αλέξη Πολίτη με άλλες περιπτώσεις της μεταδημαρικής παράδοσης που επέμειναν στην κριτική της «εθνικής ρητορείας».

Σημειώνω πρόχειρα: την «αποσχηματοποίηση» (Αλκής Αγγέλου), την κριτική στη «δικανική ιστορία» (Σπύρος Ασδραχάς), «τις ιδεολογικές χρήσεις της ιστορίας» (Φίλιππος Ηλιού). Θα μας πήγαινε μακριά ετούτη η συζήτηση για τον τρόπο εργασίας του νεοελληνιστή απέναντι στην «εθνωφελή» λειτουργία της επιστήμης. Αρκούμαι μόνο στο να σημειώσω ότι το «απέναντι» έχει κυριολεκτικά πολιτική σημασία, αφού αυτή η γενιά έδωσε τη μάχη της «απομυθοποίησης», έχοντας στον νου της τόσο την παραμορφωμένη πρόσληψη της ιστορικής πραγματικότητας όσο και τους κινδύνους μιας εξίσου ιδεολογικοποιημένης επιστήμης. Πάνε είκοσι χρόνια από τότε που ο Αλέξης Πολίτης πρότεινε τον χώρο των «Νεοελληνικών Μυθοπλασιών» ως προνομιακό πεδίο για μια πολιτική παρέμβαση των νεοελληνιστών στο πεδίο της λογοτεχνίας και της κουλτούρας. Η απόπειρα αξίζει να έχει τη δική της συνέχεια από τους συνομιλητές και μαθητές του.

Για την ώρα ας μείνουμε στο «πρώτο σκαλί»: το Κρυφό Σχολειό. Αποκομμένο από οποιονδήποτε ερευνητικό και επιστημονικό έλεγχο, το Κρυφό Σχολειό απέκτησε μια νέα, δεύτερη ζωή μέσα στη νεοελληνική κουλτούρα, σε σημείο μάλιστα, που το ίδιο το ποίημα και ο πίνακας έφτασαν να θεωρούνται αυθεντική και αδιαμεσολάβητη πηγή για την ιστορία. «Την πραγματικότητα δεν την αποδομεί η λήθη, την αποδομεί ο μύθος», διαπίστωνε με άλλη αφορμή ο Αλέξης Πολίτης. [49] Δεν έχει κανείς παρά να «σερφάρει» σε μερικές συναφείς σελίδες του διαδικτύου για να διαπιστώσει πως ο πίνακας του Γύζη και το ποίημα του Πολέμη αναφέρονται ακόμη ως τεκμήρια για την ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού. Στον αντίποδα αυτής της χρήσης το Κρυφό Σχολειό επιβιώνει ακόμη και στις πιο παρωδιακές εκφορές του ως ισχυρό διακείμενο της νεοελληνικής αντικουλτούρας (εικ. 3). Το εντυπωσιακό, σε αυτή την περίπτωση, δεν είναι τα ανθεκτικά υλικά του μύθου αλλά η δύναμη του μυθικού, έτσι όπως το περιέγραφε ο Ρολάν Μπαρτ στις δικές του Μυθολογίες: «ο μύθος εξαφανίζεται, μένει όμως, πολύ πιο δόλιο, το μυθικό». Το μυθικό είναι πλέον εκείνο που εκδιπλώνεται μπροστά μας, πριμοδοτώντας διαρκώς τον οικείο, τον γνωστό μας, τον τετριμμένο· τον μπανάλ εθνικισμό που μας περιβάλλει. Αυτό το τόσο δικό μας «μυθολογικό κενό».

 

Υποσημειώσεις


 

[1] http://www.kathimerini.gr/4dcg/_w_articles_kathuseful_1_28/12/2011_1286717

[2] http://imenos.blogspot.gr/2009/03/hellenicrevenge.html

[3] Το άρθρο είναι τώρα ενταγμένο στη συλλογή δοκιμίων του Αλέξη Πολίτη, Το μυθολογικό κενό. Δοκίμια για την ιστορία, τη φιλολογία, την ανθρωπολογία και άλλα, Αθήνα 2000, σ. 25-39.

[4] Βλ. Άλκης Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός μύθου, Αθήνα 1997.

[5] Η έκδοση έγινε με την ευθύνη και επιμέλεια της Επιτροπής Εθνικής Κληρονομιάς της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών». Βλ. http://www.antibaro.gr/node/85G

[6] Τελευταία βιβλιογραφική κατάθεση σε αυτή την κατεύθυνση είναι το βιβλίο του Γιώργου Κεκαυμένου, Κρυφό Σχολειό. Το χρονικό μιας ιστορίας, Αθήνα 2012.

[7] Στην κατεύθυνση αυτή, βλ. τη διεισδυτική ανάλυση του Παναγιώτη Στάθη, «Ιστορική κουλτούρα και κατασκευασμένη μνήμη. Τα κρυφά σχολειά», στον συλλογικό τόμο Μύθοι και Ιδεολογήματα στη σύγχρονη Ελλάδα, Αθήνα 2005, σ. 225-243.

[8] Βλ. Πολίτης, Το μυθολογικό κενό, ό.π., σ. 39.

[9] Βλ. π.χ. το άρθρο του «για τη μυθοποίηση του οριενταλισμού» στις εργασίες του Edward Said, Το μυθολογικό κενό, ό.π., σ. 116. Ας καταγραφεί και εδώ η παλιά μου διαφωνία με αυτό το άρθρο. Το βιβλίο του Said, κλασικό πλέον στις λογοτεχνικές σπουδές, υπερβαίνει κατά πολύ την κατηγορία για «ενοχοποίηση» της Δύσης.

[10] Υπενθυμίζω πως το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου Το μυθολογικό κενό φέρει τον τίτλο «Νεοελληνικές μυθοπλασίες». Υπενθυμίζω επίσης πως πάλι με αφορμή το θέμα του Κρυφού Σχολειού, ο Αλκής Αγγέλου προτείνει τη μεθοδολογική μετατόπιση της έρευνας από «τον χώρο της ιστορικής έρευνας στην περιοχή των συμβόλων που διαμορφώνουν την ιστορική συνείδηση», ονομάζοντας συμβατικά το πεδίο αυτό «Νεοελληνική Μυθολογία». Βλ. Α. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό, ό.π., σ. 70.

[11] Βλ. ενδεικτικά, Peter Burke, Τι είναι πολιτισμική ιστορία;, μτφρ. Σπύρος Σηφάκης, Αθήνα 2009.

[12] Για την έννοια των ιδεολογικών χρήσεων ως μηχανισμού πρόληψης, ανακατασκευής και εμπρόθετης αλλοίωσης του παρελθόντος, προκειμένου να εξυπηρετηθούν μεταγενέστερες ανάγκες και σκοπιμότητες, βλ. Φίλιππος Ηλιού, Ιδεολογικές χρήσεις τον κοραϊσμού στον 20ό αιώνα, Αθήνα 2003 (α’ εκδ. 1989, από τις εκδόσεις Ο Πολίτης), σ. 22.

[13] Η ερμηνευτική της «εθνοσυμβολικής προσέγγισης» εισάγεται στις μελέτες του έθνους και του εθνικισμού από τον Anthony D, Smith, και αφορά τη μελέτη της χρήσης των εθνικών μύθων, των μνημονικών ιχνών, των συμβόλων και των κληρονομημένων παραδόσεων, που διαμορφώνουν μέσα από την αίσθηση του ζωντανού και βιωμένου παρελθόντος την εθνική ταυτότητα. Βλ. ενδεικτικά Anthony Smith, Myths and Memories of the Nation, Oxford University Press 1999, ιδίως σ. 9-18. Για μια συνθετική και κριτική ανάλυση της «εθνοσυμβολικής προσέγγισης», βλ. Montserrat Guibernau -John Hutchinson (επιμ.), History and National Destiny: Ethnosymbolism and its Critics, Οξφόρδη 2004. Στη σχετικά πρόσφατη βιβλιογραφία για τον ρόλο της τέχνης στις εθνοσυμβολικές πρακτικές, σημαντική συμβολή αποτελεί ο συλλογικός τόμος Athena S. Leoussi – Steven Grosby (επιμ.), Nationalism and Ethnosymbolism: History, Culture and Ethnicity on the formation of nations, Εδιμβούργο 2006, σ. 55-98. Για την αξιοποίηση αυτής της προσέγγισης στη μελέτη της εθνορομαντικής ποίησης, βλ. Γιάννης Παπαθεοδώρου, Ρομαντικά Πεπρωμένα. Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης ως «εθνικός ποιητής», Αθήνα 2009.

[14] Βλ. Πολίτης, Το μυθολογικό κενό, ό.π., σ. 39.

[15] Για τη λειτουργία της ζωγραφικής ως «εθνικής τέχνης» στο πλαίσιο του «εθνοσυμβολισμού», βλ. Athina S. Leoussi, «The ethno-cultural roots of national art», στον συλλογικό τόμο M. Guibernau – J. Hutchinson (επιμ.), History and National Destiny, ό.π., σ. 143-159.

[16] Βλ. Επιστολαί τον Νικολάου Γύζη  (επιμ. Γεωργίου Δροσίνη και Λάμπρου Κορόμηλά), Αθήνα 1953, σ. 139. Βλ. και Πολίτης, Το μυθολογικό κενό, ό.π., σ. 35.

[17] Βλ. Μαρίνος Καλλιγάς, Νικόλας Γύζης. Η ζωή και το έργο του, Αθήνα ²1995, σ. 112 (η υπογράμμιση δική μου).

[18] Βλ. Α. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό, ό.π., σ. 58.

[19] Οι παλαιότεροι μαθητές – και πάντως σίγουρα οι συμμαθητές μου – θυμούνται ακόμη τους τοίχους των αιθουσών των ελληνικών σχολείων να διακοσμούνται από τη σχετική αναπαραγωγή του πίνακα του Γύζη. Κατά την ώρα της ανάγνωσης του ποιήματος, η «κορνίζα» ήταν η αυτονόητη απόδειξη για την «αλήθεια» των στίχων. Σύμφωνα, ωστόσο, με προφορική μαρτυρία του Τριαντάφυλλου Σκλαβενίτη, στη μεταπολεμική Λευκάδα η ένδεια του σχολικού «εποπτικού υλικού» δεν επέτρεπε τέτοιες ταυτίσεις. Το ποίημα αρκούσε από μόνο του για να    πετύχει την απαραίτητη θερμοκρασία της «εθνικής συγκίνησης». Δεν πρόλαβα σε αυτή τη φάση της έρευνας να εξακριβώσω πότε αρχίζει η πολλαπλασιαστική αναπαραγωγή του πίνακα του Γύζη με στόχο τη διακόσμηση των σχολικών αιθουσών.

[20] Βλ. Πολίτης, Το μυθολογικό κενό, ό.π., σ. 39.

[21] Βλ. Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος, Η τέχνη πτεροφυεί εν οδύνη. Η πρόσληψη τον νεορομαντισμού στο πεδίο της ιδεολογίας, της θεωρίας της τέχνης και της τεχνοκριτικής στην Ελλάδα, Αθήνα 2005, σ. 206.

[22] Βλ. Ματθιόπουλος, ό.π., σ. 207.

[23] Βλ. σχετικά την αναλυτική και «ακριβοδίκαιη» εισαγωγή της Έρης Σταυροπούλου στην ανθολογία Ιωάννης Πολέμης. Επιλογή Ποιημάτων, εισαγωγή, ανθολόγηση, επιμέλεια Έρη Σταυροπούλου, Αθήνα 2005, σ. 13-59.

[24] Βλ. Ματθιόπουλος, ό.π., σ. 537.

[25] Ό.π., σ. 537-541. Αντλώ όλες τις πληροφορίες από το οικείο κεφάλαιο του Ματθιόπουλου στο οποίο γίνεται λόγος για την υποδοχή του έργου του Γύζη στην Ελλάδα. Για μια άλλη προσέγγιση με έμφαση στην εικαστική ανάλυση, βλ. Νέλλη Μισιρλή, Γύζης, Αθήνα 1996.

[26] Βλ. τις καίριες επισημάνσεις του Ματθιόπουλου, Η τέχνη πτεροφυεί εν οδύνη, ό.π., σ. 354-358.

[27] Βλ. Έρη Σταυροπούλου, Ιωάννης Πολέμης, ό.π., σ. 25.

[28] Ό.π., σ. 25.

[29] Ό.π., σ. 29.

[30] Βλ. Αγγέλα Καστρινάκη, «Ο ποιητής είν’ ο μεγάλος πατριώτης!», στον συλλογικό τόμο Ο πόλεμος τον 1897. Διήμερο με την ευκαιρία των 100 χρόνων (4 και 5 Δεκεμβρίου 1997), Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1999, σ. 193-204.

[31] Βλ. Αλέξης Δημαράς, «Ο πόλεμος του 1897 και τα εκπαιδευτικά», στο Ο πόλεμος του 1897, ό.π., σ. 139. Ειδικότερα για το περιοδικό Εθνική Αγωγή, βλ. Κ. Π. Δεμερτζής, Το περιοδικό «Εθνική Αγωγή» του Γ. Δροσίνη. Βιβλιογραφική παρουσίαση, Αθήνα χ.χ.

[32] Βλ. Α. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό, ό.π., σ. 62.

[33] Βλ. ενδεικτικά Peter Burke, Αυτοψία. Οι χρήσεις των εικόνων ως ιστορικών μαρτυριών, μτφρ. Αντρέας Π. Ανδρέου, Αθήνα 2003.

[34] Βλ. Ρολάν Μπαρτ, Μυθολογίες. Μάθημα, μτφρ. Καίτη Χατζή δήμου – Ιουλιέττα Ράλλη, επιμ. μτφρ. Γιάννης Κρητικός, Αθήνα 1973.

[35] Βλ. Μπαρτ, Εικόνα – μουσική – κείμενο, μτφρ. Γιώργος Σπανός, πρόλ. Γιώργος Βέλτσος, Αθήνα 1988, σ. 49.

[36] Γράφει σχετικά ο Μπαρτ: «Ο κοινός αυτός χώρος των σημαινομένων συμπαραδήλωσης είναι ο χώρος της ιδεολογίας, η οποία δεν θα μπορούσε παρά να είναι μοναδική για μια δεδομένη κοινωνία και ιστορία, όποια κι αν είναι τα σημαίνοντα συμπαραδήλωσης στα οποία προσφεύγει»: ό.π., σ. 56.

[37] Για την έννοια της «εικονολογίας», βλ. την κλασική μελέτη του W. J. Τ. Mitchell, Iconology: Image, text, ideology, Σικάγο 1986, σ. 1- 46.

[38] Βλ. W. J. Τ. Mitchell, «Interdisciplinarity and Visual Culture», Art Bulletin, 70, τχ. 4 (1995), 540-544. Του ίδιου, «Showing seeing: a critique of visual culture», Journal of Visual Culture, Ι,τχ. 2 (2002), 165-181.

[39] Βλ. W. J. T. Mitchell, «Diagrammatology», Critical Inquiry, 7, τχ. 3 (άνοιξη 1981), 622-633.

[40] Για την προσέγγιση αυτή, βλ. Charles A. Hill – Marguerite Helmes, Defining Visual Rhetorics, Λονδίνο 2004, σ. 1-24. Ειδικότερα για τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να αποτελεί μια οπτική αφήγηση αντικείμενο της Ρητορικής, αλλά και για τη θεωρητική πρόκληση των οπτικών συμβόλων, βλ. το άρθρο της Sonja Κ. Foss, «Framing the Study of Visual Rhetoric: Toward a transformation of Rhetorical Theory», στον ίδιο τόμο, σ. 303-313.

[41] Βλ. Μπαρτ, Εικόνα – μουσική – κείμενο, ό.π., σ. 48.

[42] Βλ. Σταυροπούλου, Ιωάννης Πολέμης, ό.π., σ. 37.

[43] Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Από τις πρώτες ρίζες ώς την εποχή μας, Αθήνα 1985, σ. 407.

[44] Ό.π.

[45] Βλ. Χρυσάνθη Κουμπάρου-Χανιώτη, Τα Νεοελληνικά Αναγνώσματα στη Μέση Εκπαίδευση. Συγγραφείς και ανθολογημένα κείμενα, Αθήνα 2003, σ. 141.

[46] Βλ. Σταυροπούλου, Ιωάννης Πολέμης, ό.π., σ. 41.

[47] Γ. Βλαχογιάννης, «Το κρυφό σκολειό», Νέα Εστία, 38, τχ. 436 (1945), 678, 679.

[48] Το μυθολογικό κενό, ό.π., σ. 211.

[49] Ό.π., σ. 17.

 

*Γιάννης Παπαθεοδώρου

Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών, «Λόγος και χρόνος στη νεοελληνική λογοτεχνία (18ος – 19ος αι.)». Ρέθυμνο 12-14 Απριλίου 2013. Πρακτικά συνεδρίου προς τιμήν του Αλέξη Πολίτη. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2015.

Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη. 

*Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου είναι επίκουρος καθηγητής νεοελληνικής φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

  

Διαβάστε ακόμη:

  

 

Read Full Post »

Η δημιουργία του Αλβανικού κράτους


 

Με μεγάλη καθυστέρηση σε σύγκριση με τους υπόλοιπους βαλκανικούς λαούς, ο αλβανικός εθνικισμός, με τη μορφή μιας αναπτυγμένης ήδη σε μεγάλο βαθμό εθνικής συνείδησης και της διατύπωσης αιτημάτων υπέρ ενός ενιαίου αλβανικού έθνους, επιχείρησε την πρώτη δυναμική εμφάνισή του στα 1878, με τη σύμπηξη του Συνδέσμου της Πρισρένης (Πρίζρεν), ενέργεια που στόχευε κατ’ εξοχήν στο να εκμεταλλευτεί υπέρ των Αλβανών τις ανακατατάξεις που προκάλεσε στη Βαλκανική χερσόνησο η κρίση του Ανατολικού Ζητήματος. Τη σημαντικότερη, όμως, ώθηση στις πρώτες αυτές προσπάθειες έδωσε το κίνημα των Νεότουρκων, το 1908, που επέτρεψε αρχικά στους Αλβανούς να ιδρύσουν σχολεία και συλλόγους, αλλά και γενικότερα να αναπτύξουν μια εκτεταμένη εθνικιστική προπαγάνδα που απέβλεπε στην άνοδο του μορφωτικού επιπέδου και στην καλύτερη οργάνωση των αλβανικών πληθυσμών στη Βαλκανική. Παράλληλα με τη μορφωτική προσπάθεια παρατηρήθηκε και μια πιο ενεργητική δραστηριοποίηση των Αλβανών πατριωτών για τη δημιουργία ενός αυτόνομου αρχικά, ανεξάρτητου στη συνέχεια αλβανικού κράτους. [1]

Ο Αλβανό – Κοσοβάρος πολιτικός Χασάν Πρίστινα (Hasan Pristina,1873-1934). Αυτοεξορίστηκε στη Θεσσαλονίκη το 1924. Ο Πρίστινα διατέλεσε μέλος του Αλβανικού κοινοβουλίου, υπουργός αγροτικής οικονομίας (1913) και υπηρεσιακός πρωθυπουργός της χώρας για 5 μέρες το Δεκέμβρη του 1921. Ο πάμπλουτος Αλβανός πολιτικός που για χρόνια χρηματοδοτούσε την αλβανική αντιπολίτευση, τελικά, δολοφονήθηκε σε ένα καφέ της Θεσσαλονίκης από πολιτικούς του αντιπάλους το 1934.

Η αλλαγή, ωστόσο, της στάσης των Νεότουρκων και η αφομοιωτική πολιτική που επέβαλαν πολύ σύντομα οδήγησαν τους Αλβανούς στην απόφαση να καταφύγουν σε δυναμικές αντιδράσεις. Ήδη από τις αρχές του 1912 η ιδέα είχε αρκετά ωριμάσει και οι προετοιμασίες είχαν ξεκινήσει. Όπως αναφέρει ένας από τους Αλβανούς εθνικιστές ηγέτες της εποχής, ο Χασάν Πριστίνα από το Κόσοβο, η ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης στο βόρειο Κοσσυ­φοπέδιο (Ιπέκ, Τζιακόβα, Δίβρα, Πρίστινα, Πρισρένη) είχε κάνει αξιοσημείωτη πρόοδο και οι Κοσοβάροι ηγέτες εργάζονταν για την επίτευξη συμφωνίας με τους Αλβανούς των άλλων περιοχών για μια γενική εξέγερση. Πράγματι, το ίδιο καλοκαίρι άρχισαν οι εχθροπραξίες, που από το Κόσοβο γρήγορα επεκτάθηκαν σε περιοχές της βόρειας Αλβανίας (Σκόδρα) και του βιλαετιού του Μοναστηριού, φτάνοντας έως τα Σκόπια.

Το πρόγραμμα των επαναστατών ισοδυναμούσε με αυτονομία: 1) να ενωθούν τα τέσσερα βιλαέτια, που θεωρούνταν από τους εξεγερθέντες ως αλβανικά, σε ένα· 2) να χρησιμοποιείται η αλβανική γλώσσα στην εκπαίδευση και να δημιουργηθούν σχολεία με τα χρήματα από τους φόρους που συλλέγονταν από την Αλβανία· 3) να διοριστούν Αλβανοί λειτουργοί για την Αλβανία και να χρησιμοποιείται η αλβανική γλώσσα στα δικαστήρια· 4) σε καιρό ειρήνης η στρατιωτική θητεία να υπηρετείται στην Αλβανία. Η ανάγκη των Τούρκων να κλείσουν το μέτωπο με τους Αλβανούς τούς υποχρέωσε σε παραχωρήσεις, σημαντικότερη των οποίων υπήρξε ο γεωγραφικός προσδιορισμός της Αλβανίας – έως τότε ο όρος ήταν μια απλή γεωγραφική έκφραση, χωρίς ακριβή όρια: σ’ αυτόν θα περιλαμβάνονταν πλέον τα βιλαέτια Κοσόβου, Μοναστηρίου, Σκόδρας και Ιωαννίνων. [2]

Σ’ αυτή την προνομιακή θέση βρήκε τους Αλβανούς η έκρηξη του A’ Βαλκανικού Πολέμου. Οι θεαματικές στρατιωτικές επιτυχίες των Βαλκάνιων συμμάχων θορύβησαν τους εθνικιστές ηγέτες των Αλβανών, οι οποίοι είδαν το στρατό της Σερβίας και του Μαυροβούνιου να καταλαμβάνει περιοχές της Σκόδρας και της βόρειας Αλβανίας και τον ελληνικό στρατό να προελαύνει στην Ήπειρο, με κατεύθυνση τα Ιωάννινα. Η διαφαινόμενη από νωρίς ήτα της Τουρκίας στο πεδίο της μάχης έθετε σε κίνδυνο την υλοποίηση του εθνικού προγράμματος των Αλβανών, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί μέσα από την εκπαιδευτική δραστηριότητα και τις εξεγέρσεις των προηγούμενων χρόνων πολύ δε περισσότερο έθετε σε κίνδυνο την ακεραιότητα των εδαφών που μόλις μερικούς μήνες νωρίτερα η τουρκική διοίκηση είχε χαρακτηρίσει ως «αλβανικά». Η κατάσταση για τους Αλβανούς περιπλεκόταν ακόμη περισσότερο, καθώς οι ηγέτες τους ήταν διαφοροποιημένοι ως προς τις πολιτικές προτιμήσεις τους και απουσίαζε μία κεντρική εξουσία αποδεκτή από όλους, ικανή να ελέγξει τις τοπικές μεμονωμένες δράσεις και να κατευθύνει την απαιτούμενη διπλωματική δραστηριότητα.

Προκειμένου να καταλήξουν σε μια ενιαία πολιτική και να συντονίσουν τις πολεμικές δραστηριότητες, σι Αλβανοί ηγέτες συγκεντρώθηκαν στα Σκόπια, στις 14 Οκτωβρίου 1912. Ο δρόμος που επέλεξαν τελικά προκειμένου να αποτρέψουν το διαμελισμό όσων θεωρούσαν ως αλβανικά εθνικά εδάφη ήταν μια ανεπίσημη συμμαχία με την Τουρκία. Όπως δήλωσαν τα μέλη της «Μαύρης Οργάνωσης για τη Σωτηρία της Πατρίδας», με διακοίνωσή τους προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, με την επιλογή τους αυτή δεν επιθυμούσαν να στηρίξουν την Τουρκία, η οποία προφανώς θα έχανε τον πόλεμο, αλλά να διαφυλάξουν την ενότητα των Βιλαετίων που οι ίδιοι διεκδικούσαν, για τα οποία επεδίωκαν ενιαία διακυβέρνηση. [3]

Ο Ισμαήλ Κεμάλ Μπέι Βλόρα (Ismail Qemal Bej Vlora‎ 1844-1919), ιδρυτής του Αλβανικού Κράτους και ο πρώτος πρωθυπουργός της Αλβανίας. Γεννήθηκε στις 16 Ιανουαρίου 1844 στην Αυλώνα και ήταν ο πρώτος που υπέγραψε την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας της Αλβανίας.

Ταυτόχρονα εντάθηκαν και οι διπλωματικές προσπάθειες των Αλβανών προς τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, από τις αποφάσεις των οποίων θα καθοριζόταν εν πολλοίς και η δική τους μοίρα. Την κρίσιμη εκείνη περίοδο σημαντικό ρόλο ανέλαβε ο Ισμαήλ Κεμάλ. Ο ίδιος γράφει στα απομνημονεύ­ματά του: «Όταν οι Βαλκάνιοι σύμμαχοι κήρυξαν τον πόλεμο στην Τουρκία, και οι Σέρβοι κατέλαβαν τα Σκόπια, συνειδητοποίησα ότι είχε έρθει η ώρα για εμάς, τους Αλβανούς, να λάβουμε δραστικά μέτρα για τη δική μας σωτηρία». Εκμεταλλευόμενος την ευτυχή συγκυρία της σύμπτωσης των αλβανικών εθνικών επιδιώξεων με τα στρατηγικά συμφέροντα των Αυστριακών και των Ιταλών στη δυτική Βαλκανική και την Αδριατική θάλασσα, καθώς και τον ανταγωνισμό μεταξύ αυτών και των υπόλοιπων δυνάμεων της εποχής (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας) για τον καθορισμό ζωνών επιρροής στην περιοχή, έφτασε στην Αυλώνα, όπου στις 28 Νοεμβρίου 1912 διακήρυξε την αλβανική ανεξαρτησία και ανέλαβε πρόεδρος της προσωρινής κυβέρνησης που σχηματίστηκε την ίδια ημέρα. Δημιουργώντας τετελεσμένα γεγονότα έλπιζε βάσιμα ότι θα επηρέαζε και τις αποφάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων γύρω από την επίλυση του αλβανικού ζητήματος, λόγω και της κρίσιμης κατάστασης που είχε προκληθεί από τις πολεμικές επιχειρήσεις.

Μετά τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας, δύο ήταν πλέον οι προτεραιότητες του Αλβανού ηγέτη: η αναγνώριση του αλβανικού κράτους από τις Μεγάλες Δυνάμεις και ο καθορισμός των συνόρων του. [4] Το πρώτο από τα δύο ζητήματα λύθηκε στις 29 Ιουλίου 1913, όταν η Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη αποφάσισε πως η Αλβανία θα ήταν στο εξής ανεξάρτητο κράτος υπό την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Λίγο νωρίτερα είχε δοθεί λύση και στο θέμα των βόρειων και βορειοανατολικών συνόρων της, όταν ύστερα από πιέσεις της Ρωσίας αποφασίστηκε να δοθεί η περιοχή του Κοσσυφοπεδίου στη Σερβία, ως αντάλλαγμα για τον αποκλεισμό της τελευταίας από την έξοδο προς την Αδριατική. Ανοιχτό απέμενε μόνο το ζήτημα των νότιων συνόρων της Αλβανίας.

Στο σημείο αυτό τα σχέδια των Αλβανών εθνικιστών έμελλε να συγκρουστούν με τις ελληνικές διεκδικήσεις. Κατά βάση οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν ήταν αντίθετες στη δημιουργία ενός ανεξάρτητου αλβανικού κράτους, εφ’ όσον αυτό περιοριζόταν εδαφικά εκτός της ελληνικής Ηπείρου. Οι Αλβανοί απαιτούσαν τα σύνορά τους να εκτείνονται ως τον Αμβρακικό κόλπο και η στήριξη των αιτημάτων τους από τις δύο αδριατικές δυνάμεις (Αυστρία και Ιταλία) ήταν αυτή που κατ’ εξοχήν ανησυχούσε την ελληνική πλευρά. Η οργάνωση εκτεταμένου ένοπλου αλβανικού κινήματος στα αμφισβητούμενα εδάφη, που θα στρεφόταν εναντίον των Ελλήνων, ασφαλώς θα ενίσχυε τις θέσεις τους στη διπλωματική κονίστρα, τα σχέδια όμως αυτά δεν πραγματοποιήθηκαν. Εστίες δράσης των Αλβανών εθνικιστών, είτε με τη μορφή ένοπλου αγώνα άτακτων σωμάτων είτε με τη διενέργεια προπαγάνδας μεταξύ των αλβανικών πληθυσμών, επισημάνθηκαν σε μερικά τμήματα (με συντονιστικό κέντρο στην Αυλώνα), χωρίς ωστόσο να πάρουν γενικευμένη μορφή.

Η έκρηξη του Β’ Βαλκανικού Πολέμου, το καλοκαίρι του 1913, περιέπλεξε ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Η προσωρινή κυβέρνηση του Ισμαήλ Κεμάλ, με περιορισμένη πια επιρροή και αντιμέτωπη με το χωριστικό κίνημα των αντιπάλων του μπέηδων, με ηγέτη τον Εσάτ πασά στα Τίρανα, δεν είχε αποδειχθεί ικανή να ικανοποιήσει τις ελπίδες των Αλβανών εθνικιστών, οι οποίοι είχαν εναποθέσει σ’ αυτήν τη λύση του εθνικού τους ζητήματος. Ο Κεμάλ, προκειμένου να εδραιώσει την εξουσία του, επιχείρησε να συνομολογήσει συμμαχία με τους Βούλγαρους, οι οποίοι, σε περίπτωση νίκης επί των Ελλήνων και των Σέρβων, προσέφεραν στους Αλβανούς την Ήπειρο και τμήματα της Μακεδονίας. Εν όψει αυτής της συμφωνίας, σε περιοχές της κεντρικής και Βόρειας Αλβανίας ετοιμάζονταν ήδη επιχειρήσεις αλβανικών ένοπλων σωμάτων εναντίον Ελλήνων και Σέρβων, με τη Βουλγαρική στήριξη. Οι εξελίξεις στο πεδίο της μάχης ωστόσο έδωσαν τέλος στα σχέδια αυτά.

Η μεγάλη εδαφική αύξηση της Ελλάδας, όμως, μέχρι τις περιοχές της Βόρειας Ηπείρου κρίθηκε υπερβολική από τις δυνάμεις εκείνες που δεν επιθυμούσαν να εξελιχθεί η χώρα αυτή σε ισχυρή δύναμη της Αδριατικής, ούτε και να αποδυναμωθεί υπερβολικά η Αλβανία. Με οδηγό την ικανοποίηση των αναγκών αυτών, αποφασίστηκε η οροθέτηση της συνοριακής γραμμής μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Ο τελικός καθορισμός των συνόρων με το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, στις 17 Δεκεμβρίου 1913, δεν ικανοποίησε καμιά από τις δύο πλευρές: ούτε την ελληνική, καθώς άφηνε στην αλβανική επικράτεια τις περιοχές του Αργυροκάστρου και της Κορυτσάς, ούτε και την αλβανική, που διεκδικούσε πολλά από τα εδάφη της ελληνικής Ηπείρου.

Έτσι, μέσα σε μόλις ένα χρόνο οι Αλβανοί, με τις μικρότερες δυνατές απώλειες και δίχως ουσιαστικά να πάρουν μαζικά τα όπλα εναντίον των κυρίαρχων Τούρκων, εκμεταλλευόμενοι όμως τόσο τις στρατιωτικές επιτυχίες των Βαλκάνιων συμμάχων, που προκάλεσαν την κατάρρευση του οθωμανικού κράτους, όσο και τις στρατηγικές επιδιώξεις των Μεγάλων Δυνάμεων για την περιοχή της Βαλκανικής, κατόρθωσαν να αποκτήσουν ανεξάρτητο κράτος.

Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι στα εδάφη του νέου αυτού κράτους δεν περιλήφθηκαν όλες εκείνες οι περιοχές που διεκδικούσαν, κατοικούμενες από περισσότερο ή λιγότερο συμπαγείς αλβανικούς πληθυσμούς, προκάλεσε στους Αλβανούς εθνικιστές ένα αίσθημα πικρίας για την «αδικία» που είχε διαπραχθεί σε βάρος τους εκ μέρους των δυνάμεων της εποχής, αποτέλεσμα της οποίας ήταν κάποιοι αλβανικοί πληθυσμοί να παραμείνουν εκτός των αλβανικών συνόρων. [5] Το αίσθημα αυτό της «αδικίας του 1913» θα παραμείνει έκτοτε ζωντανό στη σκέψη των Αλβανών και θα εκθρέψει τον αλβανικό αλυτρωτισμό, που θα βρει τπ δυνατότατα να εκφραστεί σε αρκετές περιπτώσεις καθ’ όλο τον 20ό αιώνα, κάθε φορά που οι συνθήκες θα το επέτρεπαν.

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Για την αλβανική εθνική αφύπνιση ως την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων, Βλ. τη διαχρονική μελέτη του St. Skendi, The Albanian National Awakening 1908-1912, Πρίνστον 1967, καθώς και τις ενδιαφέρουσες απόψεις του Τ. Zavalani, «Albanian Nationalism», στο Nationalism in Eastern Europe, Sugar P.-Lederer I. (eds), Σιάτλ 1994, σ. 55-92.

[2] Bασ. Κόντης,  Ευαίσθητες ισορροπίες. Ελλάδα και Αλβανία στον 20ό αιώνα, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 48.

[3] Χρ. Πιτούλη-Κίτσου, Οι ελληνοαλβανικές σχέσεις και το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα κατά την περίοδο 1907-1914, Αθήνα 1997, σ. 205 κ. εξ.

[4] Αναλυτικά για τα ζητήματα αυτά βλ. Βασ. Κόντης, ό.π., σ. 50 κ. εξ., καθώς και στο Κ.Α. Βακαλόπουλου, ιστορία του βόρειου Ελληνισμού. Ήπειρος, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 559 κ. εξ.

[5] Η άποψη αυτή είναι κυρίαρχη στην αλβανική ιστοριογραφία. Βλ. χαρακτηριστικά Ar. Puto, Pavaresia shqiptare dhe diplomacia e fuqive te medha 1912-1914 (H αλβανική ανεξαρτησία και η διπλωματία των Μεγάλων Δυνάμεων 1912-1914), Τίρανα 1978, καθώς και το έργο του γνωστού R. Qosja, La question albanaise, Παρίσι 1995.

 

Ελευθερία Μαντά

Η Ελευθερία Μαντά είναι Επίκουρη καθηγήτρια Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Σπούδασε στη Θεσσαλονίκη, όπου και έλαβε το διδακτορικό τίτλο σπουδών με γενικό βαθμό «Άριστα». Εργάστηκε ως Επιστημονική συνεργάτης του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (1992-2008) και στη συνέχεια ως Διευθύντρια του Ιδρύματος (2008-2011).

 

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Βαλκάνια – Η γέννηση των εθνών», τεύχος 141, 4 Ιουλίου 2002.

Εικόνες και λεζάντες αυτών, από την Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο Σλαβομακεδονικός Εθνικισμός – Σπυρίδωνας Σφέτας*


 

Ο σλαβομακεδονικός εθνικισμός αποτελεί μια ιδιοτυπία στα Βαλκάνια. Η ιδιοτυπία συνίσταται στο γεγονός ότι δεν πρόκειται για μια ιστορική κατηγορία, όπως ισχύει για τους άλλους βαλκανικούς εθνικισμούς, αλλά για μια πολιτική κατά βάση κατηγορία που μετά το 1944 εξελίχθηκε σε εθνική κατηγορία. Έτσι, το 19 αιώνα, όταν αναδύθηκαν οι βαλκανικοί εθνικισμοί, δεν υπήρχαν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για μια σλαβομακεδονική εθνογένεση.

Η αντίδραση στην οικονομική και πολιτιστική επιρροή του Ελληνισμού στον ευρύτερο μακεδονικό χώρο, που καθόριζε και τη «συνείδηση» των σλαβόφωνων και δίγλωσσων με την έννοια ότι στήριζαν τις ελπίδες για απελευθέρωση τους από τον τουρκικό ζυγό κυρίως στην Ελλάδα, εκδηλώθηκε με την εθνική αφύπνιση των Βουλγάρων και την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας (1870). Εκμεταλλευόμενη το γλωσσικό παράγοντα, υιοθετώντας τη γερμανική αντίληψη περί έθνους και επικαλούμενη τη μεσαιωνική βουλγαρική ιστορία, η βουλγαρική πλευρά μπορούσε μέσω κυρίως της εκπαίδευσης να αποσπάσει σλα­βόφωνους από τον ελληνικό πολιτιστικό κύκλο και να τους εμφυσήσει βουλγαρική εθνική συνείδηση.

Ο σκοπός των Βουλγάρων ήταν να συρρικνώσουν την ελληνική πολιτιστική επιρροή, να υπονομεύσουν τις θέσεις του Ελληνισμού και να προσαρτήσουν τη Μακεδονία. Τα μέσα για την επίτευξη του σκοπού αυτού ήταν είτε η εκπαιδευτική και εκκλησιαστική πολιτική της Εξαρχίας είτε η ένοπλη εξέγερση που προπαγάνδιζαν οι βουλγαρο-μακεδονικές οργανώσεις, κυρίως η VMRO [Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση].  Έτσι, πολλοί σλαβόφωνοι, κυρίως στη βόρεια ζώνη του ευρύτερου μακεδονικού χώρου, αυ­τοχαρακτηρίζονταν Βούλγαροι.

Ότι ο όρος «Βούλγαρος» δεν σήμαινε εθνώνυμο, αλλά μια «πολιτικοκοινωνική ετικέτα» ως αντίρ­ροπη δύναμη στον όρο «Έλληνας», όπως ισχυρίζονται οι ιστορικοί των Σκοπίων, είναι ένας αυθαίρετος ισχυρισμός. Ακολουθώντας τη διάκριση του Άντονι Σμιθ (Anthony Smith) μεταξύ εθνοτικής κατηγορίας (πρόκειται για ανθρώπινους πληθυσμούς που θε­ωρούνται, τουλάχιστον από ένα μέρος των ε­ξωτερικών παρατηρητών, ως ξεχωριστές πο­λιτισμικές και ιστορικές ομάδες, χωρίς ανα­πτυγμένη αυτοσυνείδηση, παρά μονάχα με μια ασαφή αίσθηση ότι αποτελούν μια ξεχω­ριστή συλλογικότητα) και εθνοτικής κοινότη­τας θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι με την ίδρυση της Εξαρχίας στο μακεδονικό χώρο ο όρος Βούλγαρος από (υποτιμητική μέχρι τό­τε) εθνοτική κατηγορία άρχισε να εξελίσσε­ται σε εθνοτική κοινότητα.

Ως αντίδραση στον εκβουλγαρισμό των σλαβόφωνων η σερβική πλευρά πρόβαλε όχι μονάχα τη σερβική εθνική ιδέα, αλλά και την ιδέα τού γλωσσικού σλαβομακεδονισμού. Οι Σέρβοι στα τέλη του 19ου αιώνα προσπάθησαν (ανεπιτυχώς) να δημιουργήσουν από τα φτωχά σλαβομακεδονικά ιδιώματα μια λόγια σλαβομακεδονική γλώσσα, με τη διείσδυση σερβικών λέξεων και την υιοθέτηση του σερ­βικού αλφαβήτου. Σκοπός βέβαια των Σέρ­βων δεν ήταν η διαμόρφωση μια σλαβομακε-δονικής ταυτότητας, αλλά ο εκσερβισμός των σλαβόφωνων μέσω της δημιουργίας μιας νέας γλώσσας, βασισμένης στις διαλέκτους και στη λόγια σερβική γλώσσα.

Κρίστε Μισίρκοφ (1874-1926). Ο σημαντικότερος διανοούμενος του «εθνικού σεπαρατισμού».

Από τον ελληνοβουλγαροσερβικό ανταγω­νισμό στη Μακεδονία και τη διαιώνιση της τουρκικής κυριαρχίας προήλθε αρχικά και η ιδέα του σλαβομακεδονισμού. Μια μικρή ο­μάδα διανοουμένων [Ντέντοφ (Dedov), Μισάικοφ (Misaikov), Τσουπόβσκι (Cupovski), Μισίρκοφ (Misirkov)], που αρχικά είχε φοιτήσει σε βουλγαρικά σχολεία και αργότερα σε σερβικά, κατέβαλε προσπάθεια στα τέλη του 19ου αι. και τις αρχές του 20ού αιώνα να δημιουργήσει ένα σλαβομακεδονικό έθνος. Σπουδαιότερος υπήρξε ο Μισίρκοφ. Έχοντας βιώσει το σερβοβουλγαρικό ανταγωνισμό στη Μακεδονία, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι η Βουλγαρία δεν μπορούσε να απελευθερώσει τη Μακεδονία και ότι η ρωσική πολιτική δεν ευνοούσε την επαναστατική τακτική της VMRO, μετά την ανεπιτυχή εξέγερση του Ίλιντεν (1903), ο Μισίρκοφ διακήρυξε την ιδέα του σλαβομακεδονισμού ως μια εθνικο-πολιτική αντίληψη για την αυτονόμηση της Μακεδονίας. Είχε πλήρη συνείδηση του γεγονότος ότι η σλαβομακεδονική εθνότητα ήταν χωρίς ιστορικές ρίζες, ότι θα ήταν ένα τεχνητό δημιούργημα για πολιτικούς λόγους, αλλά «ό,τι δεν υπάρχει μπορεί να δημιουργηθεί, αν το απαιτούν οι ιστορικές περιστάσεις», έγραψε στο βιβλίο του «Περί των Μα­κεδόνικων Υποθέσεων» (1903). Οι απόψεις του Μισίρκοφ δεν βρήκαν απήχηση. Σε μια περίοδο όπου το ιστορικό παρελθόν αποτελούσε τη βάση για τη δημιουργία της εθνικής ταυτότητας, ο Μισίρκοφ χαρακτηρίστηκε ως αιρετικός. Οι σλαβόφωνοι αυτοπροσδιορίζονταν είτε ως Βούλγαροι είτε ως Έλληνες είτε ως Σέρβοι και δεν υπήρχε πολιτική δύναμη για την προώθηση της ιδέας του σλαβομακε­δονισμού.

 

Βοεβόδες στο Βιλαέτι του Όντριν (Αδριανούπολη) λίγο πριν την ανεπιτυχή εξέγερση του Ίλιντεν (1903). Βοεβόδας είναι τίτλος που έφεραν στρατιωτικοί και πολιτικοί διοικητές επαρχιών στις σλαβικές χώρες και την Ευρωπαϊκή Τουρκία.

 

Ανδρέας Τσίπας (1904-1956). Σλαβόφωνος κομμουνιστής, διετέλεσε Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ. Μετά τον εμφύλιο πόλεμο εγκαταστάθηκε στη Γιουγκοσλαβία μέχρι το τέλος της ζωής του.

Η πολιτική δύναμη που επέβαλε τη λύση του σλαβομακεδονισμού στο Μεσοπόλεμο ήταν η Κομμουνιστική Διεθνής. Για την αποσταθεροποίηση των βαλκανικών «αστικών» καθεστώτων γενικά και για άλλους ειδικότερους πολιτικούς λόγους – στους οποίους δεν μπορούμε να υπεισέλθουμε στο πλαίσιο ενός σύντομου άρθρου – η Κομμουνιστική Διεθνής το 1934 αποδέχθηκε την ύπαρξη «μακεδόνι­κου έθνους». Φορείς της νέας αυτής εθνικής ιδεολογίας υπήρξαν τα βαλκανικά κομμουνιστικά κόμματα και κύκλοι «προοδευτικών» διανοούμενων, προσκείμενων στην κομμουνιστική ιδεολογία, όπως οι Νίκολα Βαπτσάροφ (Nikola Vapcarov), Avτov Πόποφ (Anton Popov), Βένκο Μαρκόφσκι (Venko Markovski) στη Βουλγαρία, ο ποιητής Κότσο Ράτσιν (Koco Racin) στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία ή οι υπό τη σκέπη του ΚΚΕ ισχνοί πυρήνες της VMRO (Ενωμένης) στην Ελληνική Μακεδονία υπό τον Ανδρέα Τσίπα.

Νικόλα Βαπτσάροφ (1909-1942). Βούλγαρος ποιητής, έγραφε πατριωτικά ποιήματα στο πνεύμα των δημοτικών τραγουδιών. Συμμετείχε στο στρατιωτικό σκέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος στον αγώνα κατά των γερμανών στη Βουλγαρία, (εκτελέστηκε το 1942).

Ότι η εξέλιξη αυτή προς την κατεύθυνση του σλαβομακεδονισμού ήταν αναστρέψιμη στο βαθμό που η Βουλγαρία θα μπορούσε να διαδραματίσει έναν απελευθερωτικό ρόλο, είναι μια λογική υπόθεση, αλλά μεγαλύτερη σημασία έχει το γεγονός ότι, ανάλογα με τις εξελίξεις, ο σλαβομακεδονισμός παρέμεινε μια νέα εθνική επιλογή. Ενώ το Μακεδονικό Ζήτημα σε σχέση με την Ελληνική Μακεδονία είχε ουσιαστικά επιλυθεί μέσω της ανταλλαγής των πληθυσμών, στο σερβικό τμήμα της Μακεδονίας υπήρχε πράγματι πρόβλημα, καθώς η πολιτική του βίαιου εκσερβισμού του σλαβικού πληθυσμού δεν είχε επιφέρει τα ποθητά αποτελέσματα. Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού έτρεφε βουλγαρικά αισθήματα, ένα άλλο μέρος είχε ρευστή συνείδηση, ενώ υπήρχαν και φιλοσερβικοί πυρήνες. Έτσι, κυρίως το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας υπήρξε υπέρμαχος του «μακεδονικού έθνους», στο οποίο διείδε τη δυνατότητα καταπολέμησης βουλγαρικών διεκδικήσεων επί της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας.

Παρ’ όλο που αρχικά τον Απρίλιο του 1941 ο βουλγαρικός στρατός κατοχής έγινε δεκτός ως απελευθερωτικός στο σερβικό τμήμα της Μακεδονίας, ωστόσο η απογοήτευση από τη βουλγαρική διοίκηση, η αδυναμία της Βουλγαρίας να προσαρτήσει ολόκληρο το μακεδονικό χώρο και κυρίως η διαφαινόμενη ήττα της Γερμανίας το 1943-44 απέβησαν ευνοϊκοί παράγοντες για το Κομμουνιστικό Κόμμα Μακεδονίας, που ιδρύθηκε μόλις στις αρχές του 1943 ως συστατικό τμήμα του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας, και για το αντιστασιακό κίνημα του Τίτο. Ο σλαβομακεδονισμός ως επιλογή άρχισε να κερδίζει έδαφος σε βάρος της βουλγαρικής εθνικής ιδέας, εφ’ όσον η Βουλγαρία θα ήταν πάλι μια ηττημένη χώρα, ενώ στη νέα κομμουνιστική Γιουγκοσλαβία οι Σλαβομακεδόνες αναγνωρίζονταν ως ισότιμο έθνος.

 

Το αρχαιοελληνικό μακεδονικό βασίλειο (αριστερά) και η Ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας (δεξιά). Όρια κατά προσέγγιση. Πηγή: Βικιπαίδεια.

 

Μετά την ανακήρυξη της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» (2.8.1944) και την απελευθέρωση των Σκοπίων (13.11.1944) άρχισε η διαδικασία της σλαβομακεδονικής εθνογένεσης. Κύριος σκοπός ήταν η διαφοροποίηση των Σλαβομακεδόνων από τους Βούλγαρους και η καταπολέμηση της βουλγαρικής επιρροής. Όσοι είχαν υπηρετήσει τις βουλγαρικές αρχές κατοχής καταδικάστηκαν σε θάνατο ή φυλακίστηκαν [Ντίμιταρ Γκιουζέλεφ (Dimitar Gjuzelev), Ντίμιταρ Τσκατρόφ (Dimitar Ckatrov), Σπίρο Κιτίντσεφ (Spiro Kitincev)], ενώ εξαρθρώθηκαν οι πα­ραφυάδες της βουλγαρικής οργάνωσης VMRO. Όσοι αποδέχτηκαν το σλαβομακεδονισμό ως εθνική επιλογή, αλλά στο παρελθόν υπήρξαν οπαδοί της VMRO ή της υπό την επιρροή του βουλγαρικού κομμουνιστι­κού κόμματος VMRO (Ενωμένης) και υποστήριζαν την «Ανεξάρτητη Μακεδονία» και όχι την ένταξη της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας στη γιουγκοσλαβική ομοσπονδία, εξορίστηκαν, φυλακίστηκαν ή υπέπεσαν σε δυσμένεια [Μεθόδιγια Αντόνοβ Τσέντο (Methodija Antonov Cento), Πάβελ Σατόφ (Pavel Satov), Πάνκο Μπρασνάροφ (Panko Brasnarov), Ντίμιταρ Βλαχόφ (Dimitar Vlachov), ακόμη και ο πρώην πρόεδρος Κίρο Γκλιγκόροφ (Kiro Gligorov)]. Όσοι διαφώνησαν με τη δημιουργία της λόγιας σλαβομακεδονικής γλώσσας που βασίστηκε στις κεντρικές διαλέκτους της περιοχής με ταυτόχρονο εξοβελισμό παραδοσιακών βουλγαρικών φθόγγων και προσανατολισμό στο σερβικό αλφάβητο και λεξιλόγιο καταδιώχθηκαν, όπως ο διευθυντής της «Nova Makedonija» Βασίλ Ιβανόφσκι (Vasil Ivanovski) και ο ποιητής Βένκο Μαρκόφσκι (Venko Markovski). Η δημιουργία κράτους, λόγιας κωδικοποιημένης γλώσσας, εκκλησίας και εθνικής ιστοριογραφίας υπήρξαν βασικοί παράγοντες της εθνογένεσης. Καταλυτικό βέβαια ρόλο διαδραμάτισε το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας.

Κίρο Γκλιγκόροφ (1917-2012), Σλαβομακεδόνας πολιτικός, διετέλεσε δύο φορές πρόεδρος της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Είχε δηλώσει ότι η ταυτότητα του λαού του είναι σλαβική και δεν συνδέεται με τον Μέγα Αλέξανδρο και τους αρχαίους Μακεδόνες.

Σε αντίθεση με τους Έλληνες, Σέρβους και Βούλγαρους, ο σλαβομακεδονικός εθνικισμός αρχικά δεν απέδωσε σημασία στο (ανύπαρκτο) ιστορικό παρελθόν, αλλά στο ένδοξο μέλλον, στην ενοποίηση ολόκληρου του μακεδονικού χώρου και στην ένταξη του στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία, πολιτική που άσκησε το Βελιγράδι την περίοδο 1944-1949. Το μόνο ιστορικό γεγονός που λειτουργούσε στη συνείδηση των παρτιζάνων το 1944 ήταν η εξέγερση του Ιλιντεν. Όταν μετά το 1948 η Βουλγαρία αμφισβήτησε τη νέα εθνότητα, οι ιστορικοί των Σκοπίων σφετερίστηκαν τη βουλγαρική εθνική αναγέννηση του 19ου αιώνα στο ευρύτερο μακεδονικό και το μεσαιωνικό βουλγαρικό παρελθόν. Όταν το 1991 η Ελλάδα αρνήθηκε να αναγνωρίσει την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας με τον όρο «Δημοκρατία της Μακεδονίας», άρχισε και ο σφετερισμός της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς.

Είναι φανερό ότι η σλαβομακεδονική ταυτότητα, από ιστορική άποψη, διέρχεται ακόμη το στάδιο της αναζήτησης. Αλλά η πολιτική επιτυχία του πειράματος της (σλαβο-) μακεδονοποίησης στην κομμουνιστική Γιουγκοσλαβία υπήρξε αναμφισβήτητη. Ο σλαβομακεδονισμός ως πολιτική επιλογή εξάλειψε την παλαιά σερβοβουλγαρική διαμάχη για την ταυτότητα των Σλάβων της Μακεδονίας και οι νέες γενεές γαλουχήθηκαν στη νέα αυτή εθνική ιδεολογία.

Όποια λύση και να βρεθεί στην επίλυση του ζητήματος της ονομασίας του νέου κράτους, θα είναι ωστόσο δύσκολο να υπάρξει συμφωνία μεταξύ των ιστορικών των βαλκανικών χωρών για τις ιστορικές πτυχές του Μακεδονικού. Το μεγάλο όμως ερώτημα είναι αν πιθανή διάλυση του κράτους των Σκοπίων θα σημάνει την εξαφάνιση της σλαβο­μακεδονικής ταυτότητας και την ανάληψη πρωταγωνιστικού ρόλου στο Μακεδονικό από τη Βουλγαρία. Ο αλβανικός παράγοντας ίσως αποβεί καταλυτικός για το μέλλον.

 

Σπυρίδων Σφέτας

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Βαλκάνια – Η γέννηση των εθνών», τεύχος 141, 4 Ιουλίου 2002.

Εικόνες και λεζάντες αυτών, από την Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

* Ο Σπυρίδων Σφέτας γεννήθηκε στο χωριό Κοιλάδα Λαρίσης το 1960. Το 1978 αποφοίτησε από το  Α΄ Λύκειο Αρρένων Λαρίσης και εισήχθηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ. Το 1983 αποφοίτησε από το Ιστορικό Τμήμα της Σχολής. Με υποτροφία  αρχικά του Ι.Κ.Υ. και αργότερα του γερμανικού κράτους πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στην ιστορία της Ανατολικής και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης  και στη Σλαβολογία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου (1985-1991). Το 1991 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Μονάχου  με διατριβή σχετικά με το Μακεδονικό. Επέστρεψε στην Ελλάδα  και εκπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία ως διερμηνέας της γερμανικής και βουλγαρικής στο Δεύτερο και Έβδομο Γραφείο του Τρίτου Σώματος Στρατού. Το 1993 διορίστηκε επιστημονικός συνεργάτης στο Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (ΙΜΧΑ). Το 1999 εκλέχτηκε Λέκτορας Νεώτερης και Σύγχρονης Βαλκανικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, το 2004 εξελίχθηκε στη θέση του Επίκουρου Καθηγητή και το 2009 στη θέση του Αναπληρωτή Καθηγητή. Έχει γράψει πολλές μελέτες και άρθρα για την Ιστορία των Βαλκανίων, αλλά και για τις τρέχουσες εξελίξεις, έχει συμμετάσχει σε πολλά συνέδρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Γνωρίζει Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ρωσικά  και τις βαλκανικές γλώσσες.      

 

Read Full Post »