Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Επιδαύρος’

Η φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας  – Αγγελική  Χατζημιχάλη


  

Η Αγγελική Χατζημιχάλη, η μάνα της ελληνικής λαογραφίας, ταξιδεύει σ’ όλη την Ελλάδα οπού   οι γνήσιοι, απλοί άνθρωποι της υπαίθρου την αγκαλιάζουν και της προσφέρουν την καθημερινότητά τους, της ανοίγουν τη ζωή τους στα μάτια της με τα ήθη, τα έθιμα, τον τρόπο παρασκευής ή κατασκευής από φαγητά, γλυκά, υφαντά μέχρι ξυλόγλυπτα, ασημικά, κεραμικά…  στο παρακάτω άρθρο μας περιγράφει με ζωντάνια την φορεσιά της  Αργολιδοκορινθίας.

 

Η επίσημη φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας (Μουσείο Μπενάκη)

Η επίσημη φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας (Μουσείο Μπενάκη)

Η φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας ξαπλώνονταν σε όλες τις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά του νομού αυτού. Ο μεγάλος αυτός νομός που αρχίζει από την Περαχώρα, έχει δηλ. βορεινά τα Γεράνια όρη και μέρος του Κορινθιακού κόλπου, δυτικά τα βουνά της Κυλλήνης ( Ζήρειας ), νότια τα βουνά του Αρτεμισίου και τον Αργολικό κόλπο, ανατολικά την χερσόνησο της Ερμιονίδος επί του Σαρωνικού κόλπου και φθάνει μέχρι του ισθμού της Κορίνθου, είχε μια κοινή φορεσιά. Στη μεγάλη αυτή περιοχή επικρατούσε η γνωστή φορεσιά με το σιγκούνι με παραλλαγές μονάχα στα κεντήματα που είχαν στο ποκάμισο, ο τζάκος, η τραχηλιά, η ποδιά. Τα κεντήματα αυτά γινωμένα όλα με μετάξια διακρίνονταν για τον πλούτο, την ιδιομορφία, και την ποικιλία τους. Δημιούργημα της ορεινής Κορινθίας ήταν γνωστά με την ονομασία ως κεντήματα της Στυμφαλίας, της πασίγνωστης από την αρχαιότητα θρυλικής λίμνης η οποία μαζί με την κοιλάδα του Φενεού αποτελούσαν το μεγαλύτερον και ευφορώτερον υψίπεδον της Ζήρειας.

Τα κεντήματα που επικρατούσαν σε ολόκληρη την Αργολιδοκορινθία θεωρούνται από τα εκλεκτότερα της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδος. Έχουν παλιότατη παράδοση σε διακοσμητικά γεωμετρικά θέματα, τεχνοτροπία, χρωματισμούς και ιδιότυπη τεχνική μέθοδο. Είναι όλα μετρητά. Γίνονται δηλ. μετρώντας τις κλωστές του υφάσματος. Για τα κεντήματα αυτά απαιτείται να γίνει κάποτε εκτενής και λεπτομερής μελέτη.

Η φορεσιά διακρίνονταν σε καθημερινή, γιορτινή και νυφική. Τα τμήματά της μοιάζουν με τα τμήματα των στολών της Αττικής, Ελευσίνας, Τανάγρας, Αταλάντης, Αράχωβας κλπ. Όπως και σε κείνες έτσι και σ’ αυτή κύριο τμήμα τους είναι το σιγκούνι που δεν αποχωρίζονταν ποτέ οι γυναίκες ακόμη και στον ύπνο τους. Το θεωρούσαν ντροπή να δεί ο άντρας γυναίκα χωρίς σιγκούνι.

Η καθημερινή φορεσιά είχε διαφορά από την γιορτινή και τη νυφική κυρίως στα κεντήματα. Η καθημερινή ήταν εντελώς σκέτη και είχε ολίγα ή και ελάχιστα κεντήματα, ενώ η γιορτινή και η νυφική είχαν πολλά μεταξωτά κεντίδια σε όλα τα τμήματά τους. Μόνες τους οι γυναίκες γνέθαν το μπαμπάκι, ύφαιναν τα υφάσματα και μόνες τους τα κεντούσαν.

Τα μπαμπάκια τα παίρνανε από το Άργος και τα γνέθανε μαζεμένες καμιά δεκαριά μαζί τα βράδια, πότε στο ένα και πότε στο άλλο σπίτι. Μετάξια δεν βγάζαν όλες οι οικογένειες. Οι πλουσιώτερες τρέφανε μεταξοσκώληκες και αυτές δίνανε στις άλλες όσα κουκούλια χρειάζονταν. Οι ίδιες κατεργάζονταν το μετάξι και το γνέθανε μόνες ρόκα – αδράχτι δηλ. στριμμένο ίσια, λεπτό, κατάλληλο για κέντημα. Ύστερα το βάφανε με διάφορα χρώματα. Για το ποκάμισο και την ποδιά προτιμούσαν το καφετί και το μαύρο και κάπου κάπου βάζανε μερικά τμήματα από κέντημα γινωμένο άλλοτε με κόκκινο άλλοτε με γαλάζιο ή κίτρινο χρώμα. Γι’ αυτό γενικός χρωματισμός σε όλα τους σχεδόν τα ποκάμισα είναι το καφετί ή το μαύρο που ποικίλλονται σποραδικά με τα λίγα παραπάνω χρώματα που αναφέραμε.

Η τραχηλιά όμως είχε άλλοτε αυστηρούς και άλλοτε ζωηρούς χρωματισμούς. Στην περιοχή της Στυμφαλίας και του Φενεού σε όλη την ψηλή περιφέρεια της Ζήρειας ήταν καφετιά σκούρα, ενώ σε όλα τα πεδινά μέρη, στο Άργος, στην Νεμέα, στην Επίδαυρο επικρατούσε το κόκκινο χτυπητό χρώμα.

Τη φορεσιά αποτελούν: Το μισοφόρι, το ποκάμισο, ο μπούστος, ο ονομαζόμενος διμινό με τα πανωμάνικα, τα κατωμάνικα, το σιγκούνι ή η σιαγκούνα, το γιουρντί, η τραχηλιά, το ζωνάρι, η ποδιά.

 

Κόρη με παραδοσιακή ενδυμασία του Άργους

Κόρη με παραδοσιακή ενδυμασία του Άργους

 

Ο κεφαλόδεσμος αποτελείται από το τσεμπέρι, τη μαντήλια και τη μπόλια ή το μεσάλι. Τα κοσμήματα είναι: Οι αλυσίδες ή τα λεντίκια, η καδένα με τον σταυρό, τα καρφιτσάλια (οι καρφίτσες), τα πετάλια (βραχιόλια). Γενικά τα κοσμήματα είναι παρόμοια με τα γνωστά στις φορεσιές της Αττικοβοιωτίας, και σε όλες τις φορεσιές με το σιγκούνι, κλπ. Όπως π.χ. οι αλυσίδες, η καδένα με τον σταυρό (εικ. 9), είναι αλυσίδες διάφορες με στρογγυλές πλάκες και ιδιότυπα σχέδια ( ο σταυρός, η Παναγία και πολλά άλλα) ή με τα κρεμασμένα νομίσματα και παράδες, τ’ άσπρα.

Το μισοφόρι, που βάζουνε πρώτο πρώτο είναι το εσωτερικό πουκάμισο. Μαλομπάμπακο, είχε φύλλα φαρδιά και λοξά και χρώμα ολόλευκο. Το στιμόνι γινωμένο με μπαμπάκι το γνέθαν ίσια στ’ αδράχτι για να είναι καλά στριμμένο και το μάλλινο υφάδι δρούγα στ’ αδράχτι για να είναι να είναι απαλό. Το σχήμα του ήταν όμοιο με το ποκάμισο και δεν είχε κανένα στολισμό. Το ποκάμισο, παλιότερα ήταν μακρύ. Γινόταν από χοντρό μπαμπακερό χειρίσιο ύφασμα του αργαλειού. Λεγόταν κοντό, γιατί δεν είχε μανίκια όπως δεν είχαν τα άλλα ποκάμισα της Αττικής, Ελευσίνας, Τανάγρας κλπ. Αργότερα όμως άρχισαν να βάζουν κεντητά μανίκια για ν’ αποφεύγουν τα κατωμάνικα. Στο ποδόγυρο και στα μανίκια το ποκάμισο είχε λιγώτερα ή περισσότερα κεντήματα ανάλογα με τον προορισμό του, καθημερινό, γιορτινό, νυφιάτικο. Εξαιρετικό ποκάμισο ήταν το νυφικό διακοσμημένο μπροστά με μακριές όρθιες ταινίες – κολόνες, που φθάναν έως τη μέση, και λεγόταν κολονάτο. Είχε όμως και άλλες όρθιες ταινίες ολόγυρα μικρότερες. Αλλά και στ’ άλλα ποκάμισα βάζαν κεντήματα ιδιότυπα και μοναδικά στο είδος τους των οποίων δυστυχώς δεν έχουν σωθεί τα ονόματα των σχεδίων.

Στα εξαιρετικά αυτά πρότυπα όλα γεωμετρικά βρίσκομε και διάφορες επιδράσεις από τις γύρω περιοχές όπως π.χ. το ποκάμισο που έχει κέντημα Αττικής στον ποδόγυρο, άλλο ποκάμισο που έχει κέντημα Αράχοβας στα μανίκια και το ποκάμισο με σχέδιο της Τανάγρας τα παιδιά που χορεύουν, στα μανίκια κλπ. Οι γριές φορούσαν ποκάμισα χωρίς κεντήματα. Το νυφικό ποκάμισο το δίνανε να το φορέσουν άλλες δύο νύφες κι’ ύστερα το κρύβανε στην κασέλα για να το βάλουν σάβανο στη νεκραλλαξιά στο μεγάλο ταξίδι.

Ο μπούστος το διμινό, είναι κοντός, παρόμοιος στο σχήμα με το τζάκο της Αττικής κλπ., συγκρατεί τα κεντητά μανίκια που φθάνουν ως τον αγκώνα, τα πανωμάνικα. Έχει κι’ αυτός στα μανίκια όμορφα και ιδιόρρυθμα κεντήματα. Το μπούστο κατάργησαν τα τελευταία χρόνια και στη θέση του βάλανε μανίκια. Τα κατωμάνικα, είναι τα μανίκια που πέφτουν κάτω από τα πανωμάνικα του διμινού και στερεώνονται πρόχειρα στα μανίκια του. Έχουν κι’ αυτά όμορφα ιδιότυπα κεντήματα, όμοια στα σχέδια με τα κεντήματα που έχουν τα πανωμάνικα. Κι αυτά καταργήθηκαν όταν βάλανε μανίκια στο ποκάμισο. Το σιγκούνι ή η σιαγκούνα ήταν ολόασπρη και μακριά. Το ύφασμά της ήταν μάλινο, δίμιτο του αργαλειού νεροτρουβιασμένο και το λέγανε ράσικο. Όταν πάλιωνε το βάφανε γαλάζιο σκούρο σαν μούρο. Η βαφή του γινόταν μ’ ένα θάμνο σαν κουμαριά τον λεγόμενο μελεγύ. Στο βάψιμο ρίχνανε αντί για στήψι, βιτριόλι. Η σιγκούνα ( το ύφασμα) είχε φάρδος 0,35 μ. πόντους όταν τη φέρνανε από τη νεροτριβή.

Η καθημερινή φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας ( από το κάτω Μπέλεσι του Άργους)

Η καθημερινή φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας ( από το κάτω Μπέλεσι του Άργους)

Σαν την ράβανε οι ντόπιοι ραφτάδες, την κόβανε σε 7 κομμάτια, λόξες και την κεντούσαν ολόκληρη πλάκα με μαλλιά γαλαζοπράσινα. Το κέντημά της έμοιαζε με το κέντημα της παλιάς γαλάζιας σιγκούνας της Αττικής. Αυτή τη σιγκούνα τη συνήθιζαν αργότερα για καθημερινή και φτιάσανε άλλη για καλή με ωραία πολύπλοκα σχέδια γινωμένα με πολύχρωμα μεταξωτά κορδονάκια. Η σιγκούνα αυτή άρχισε σιγά σιγά να κονταίνει, να γίνεται κομψότερη ενώ κρατούσε τον ίδιο πολύχρωμο διάκοσμό της. Οι γριές δεν φορούσαν σιγκούνα αλλά γιούρντα. Η γιούρντα ήταν πάντα γαλάζια σκούρα σα μαύρη και είχε φλόκια εσωτερικά σαν της Αττικής περίπου. Ολόγυρα και στις μασχάλες για να μη ξεφτάει την ρέλιαζαν με τσόχα το ρούχο, όπως και τις σιαγκούνες.

Το ρέλιασμα το λέγανε φυτιλάκι. Η γιούρντα ήταν πάντα γαλάζια σκούρα ή μαύρη και άσπρο ολόγυρα το φυτιλάκι. Κάτω στο τελείωμα, στις δύο γωνίες είχε από μια φούντα άσπρη. Οι γιούρντες ήταν μακριές μέχρι τα γόνατα και οι παλιές σιαγκούνες πολύ πιο κάτω από την περιφέρεια.

Η τραχηλιά, δεν έλειπε ποτέ από καμιά φορεσιά. Ήταν γινωμένη από ύφασμα μπαμπακερό, πανί δίμιτο του αργαλειού κι’ είχε όμορφα γεωμετρικά σχέδια κεντημένα με μετάξια, σε παλιότατη παράδοση και ιδιόρρυθμα σχέδια.

Πολλών το βάθος είναι κατακόκκινο και ποικίλεται με πράσινα μετάξια. Άλλα είναι γινωμένα ολόκληρα με καφέ χρωματισμό. Τα κεντήματα αυτά αξίζουν ιδιαίτερα την προσοχή και την μελέτη μας. Το ζωνάρι, μάλλινο υφασμένο στον αργαλειό, είχε στιμόνι και υφάδι διπλά στριμμένο. Το βάφαν κρεμεζί δηλ. βυσσινί σκούρο κι’ άλλοτε κόκκινο με ριζάρι. Το μάκρος του ήταν δύο οργιές ή πέντε πήχες. Η κάθε οργιά είχε μάκρος όσο είναι και τα δύο χέρια ανοιγμένα δηλ. 2,50 πήχες. Το φάρδος του ήταν 0,30 μ. Το δίπλωναν στα δύο κι’ έτσι το φάρδος γινόταν 0,15 μ. Διπλωμένο το γύριζαν αρκετές βόλτες στη μέση και τα μεγάλα κρόσια του 0.20 μάκρος και τ’ άφηναν να πέφτουν στα πλάγια.

Η ποδιά, δεν έλειπε κι’ αυτή ποτέ από τη φορεσιά. Ήταν από πανί δίμιτο του αργαλειού. Το σχήμα της και ο στολισμός της αποτελούν υπόδειγμα μοναδικό ανάμεσα στις ελληνικές ποδιές. Η καλή νυφική ποδιά είχε σχέδιο κολονάτο που έμοιαζε με του ποκάμισου.

Ο κεφαλόδεσμος. Τον καθημερινό τον αποτελούσαν το τσεμπέρι και η μαντίλια. Το τσεμπέρι, μπαμπακερό μαντίλι με σταμπωτά λουλούδια, το δίπλωναν τριγωνικά και το φορούσαν με τις άκρες στριφογυρισμένες γύρω από το κεφάλι. Πάνω από το τσεμπέρι έπεφτε η μαντίλια. Οι νιές βάζανε κίτρινη μαντίλια με λουλούδια σταμπωτά κι’ οι γριές μαύρη με λίγα χρωματιστά λουλούδια. Η νύφη κι’ όλες οι άλλες γυναίκες στο γάμο, στα πανηγύρια, στις μεγάλες γιορτές, τα Χριστούγεννα, τη Λαμπρή, στις γιορτές των ανδρών τους, φορούσαν πάνω από το τσεμπέρι τη μπόλια ή το μεσάλι. Η μπόλια ή το μεσάλι, είχε μεγάλη διάδοση γύρω σ’ όλη την περιφέρεια.

Φαίνεται πως την φορούσαν τον παλιό καιρό από τα Βίλλια του Κιθαιρώνα ίσαμε την Τσακωνιά και σ’ όλη την Αργολιδοκορινθία. Η μπόλια ή το μεσάλι γινόταν από μπαμπακερό δίμιτο ύφασμα που είχε πλάτος 0.35. Το μάκρος της τον παλιό καιρό ήταν άλλοτε 1,95, άλλοτε 2,70 και άλλοτε 2,90. Τα πλατειά μεταξωτά κεντήματα στις δύο άκρες της μπόλιας πιάνανε όλο το πλάτος του υφάσματος. Είχαν ύψος περίπου 0,30 – 0,50 μ. ανάλογα με τον πλούτο της φορεσιάς και κατέληγαν σε πλούσια κρόσια, με φούντες 0,20 μ. μάκρος. Το κέντημα και τα κρόσια ήταν ολομέταξα σε ποικίλα χρώματα, συνήθως ολοκόκκινα ή καφέ σκούρα, πράσινα κλπ. Οι βελονιές των κεντημάτων ήταν ποικίλες: γαζοβελονιά, πισωβελονιά, σταυροβελονιά και ατζαλωτή βελονιά. Τα ιδιόρρυθμα αυτά κεντήματα έχουν πλήθος σχεδίων και χρωματισμών. Πολλά μάλιστα είναι επηρεασμένα από κεντήματα της Λειβαδιάς των Θηβών και σε αρκετά βρίσκουμε τη Σαρακατσάνικη επίδραση. Τη μπόλια δεν ξέρομε πως τη δένανε τα παλιά χρόνια που γινόταν μακριά. Αργότερα όμως σαν κόντηνε απλωνόταν πάνω στο κεφάλι. Το πλάτος του υφάσματος το σκέπαζε ολόκληρο. Η μια της άκρη η κεντημένη διπλώνονταν γύρω γύρω σαν κουλούρα και στόλιζε το κεφάλι σαν στεφάνι πάνω από το μέτωπο, ενώ οι φούντες πέφτανε πάνω στο δεξί μάγουλο. Η άλλη άκρη της μπόλιας απλώνονταν πάνω στη ράχη έτσι που το πλούσιο κέντημά της να την στολίζει. Σαν κατάργησαν τη μπόλια οι χωρικές της Αργολιδοκορινθίας βάλανε όλες τσεμπέρι και μαντίλι.

Το τσεμπέρι, άσπρο μπαμπακερό μαντίλι, δένανε σφιχτά στο κεφάλι για να συγκρατεί τα μαλλιά. Πάνω στο τσεμπέρι ρίχνανε το μεγάλο άσπρο μπαμπακερό μαντίλι που είχε στους γύρους σταμπωτό διάκοσμο λουλούδια, κλάρες κλπ. Από τα ιδιότυπα έθιμα του γάμου που μοιάζουν με τ’ άλλα ελληνικά, αναφέρομε των αδελφοποιτών, βλάμηδων. Ένα βλάμη με τους δυο γονιούς του να ζούνε, είχε η νύφη κι’ άλλον ένα ο γαμπρός. Αυτοί είχαν το πρόσταγμα σε όλα τα έθιμα του γάμου. Ο βλάμης του γαμπρού όταν πέρνανε τη νύφη από το σπίτι της πήγαινε μπροστά και κρατούσε το φλάμπουρο, που αποτελούνταν από ένα καλάμι που είχε στην κορφή του ένα σταυρό, μ’ ένα μήλο στολισμένο με γαρύφαλλα. Ένα κόκκινο μαντήλι από τουλπάνι απλώνονταν σαν σημαία. Τα προικιά που πέρνανε ήταν ανάλογα με την οικονομική κατάσταση της κάθε νύφης. Τέσσερα – πέντε σιγκούνια, τέσσερα – πέντε μισοφόρια, πέντε – έξη ποκάμισα με διάφορα σχέδια κλπ. Όταν φθάνανε οι νιόνυμφοι ύστερα από τη στέψη στο σπίτι της πεθεράς, η πεθερά τους έδινε μια κουταλιά μέλι, τους έδενε με το μαντίλι και τους τραβούσε μέσα για να είναι ενωμένοι σ’ όλη τους τη ζωή και να μη μαλώνουν.

Σήμερα η στολή έχει πολύ απλοποιηθεί. Κι αυτήν ακόμα την φοράνε μόνον μερικές και σε γιορταστικές περιστάσεις. Το ποκάμισο έγινε μια μπλούζα και μια φούστα. Την μπλούζα τη λένε μπόλκα κι’ είναι συνήθως γινομένη από αλατζά. Φοράνε ένα τριανταφυλλί μεσοφόρι και η φούστα έχει κοφτά κεντήματα ξεκινά για να φαίνεται το ρόζ μεσοφόρι. Ο μπούστος και τα κατωμάνικα φυσικά καταργήθησαν. Το σιγκούνι κόντηνε κι’ έγινε λίγο πιο κάτω από τη μέση ενώ εξακολουθεί να έχει τα παλιά του κεντήματα. Η γιούρντα καταργήθηκε όπως και το ζωνάρι. Η τραχηλιά έγινε απλουστάτη, με χασέ και με κεντήματα που τα λένε αραδίτσες.

                                                                            

Αγγελική  Χατζημιχάλη

  

Πηγή


  • Αγγελική  Χατζημιχάλη, «Η φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, Αθήναι, 1963.

Read Full Post »

Ίσυλλος

 

Ποιητής από την Επίδαυρο. Έζησε το 300 π.Χ. Στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου, βρέθηκε πλάκα με έξι ποιήματά του, εκ των οποίων το ένα ήταν αφιερωμένο στον « Απόλλωνα και τον Ασκληπιόν». Από αυτό το ποίημα ενισχύεται η παράδοση της Θεσσαλικής καταγωγής του Ασκληπιού.

 

Σύμφωνα λοιπόν με τον Ισύλλο, ο Φλεγύας δεν ήρθε από την Θεσσαλία στην Πελοπόννησο αλλά ήταν από την Επίδαυρο.  Παντρεύτηκε όμως γυναίκα από την Θεσσαλία, την ωραία Κλεοφήμη, κόρη της Μούσας Ερατώς και του Μάλου.

 

Από την Κλεοφήμη ο Φλεγύας απέκτησε μια κόρη, την Αίγλη ( Άσγλη), η οποία ονομάστηκε Κορωνίς. Ο Απόλλωνας την είδε, την ερωτεύτηκε και κοιμήθηκε μαζί της. Από αυτή την ένωση γεννήθηκε ο Ασκληπιός.

 

Τα ποιήματα αυτά γραμμένα σε πλάκα ύψους 1,27 και πλάτους 0,53 τα βρήκε ο αρχαιολόγος Παναγής Καββαδίας, στις ανασκαφές  του 1884.

 

 

Πηγή

 

  • Παναγής Καββαδίας, « Το ιερόν του Ασκληπιού εν Επιδαύρω και η θεραπεία των ασθενών», Αθήνησιν, 1900.

Read Full Post »

Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου

 

 

Γενικά

 

Στην Ακρόπολη της αρχαίας πόλης της Επιδαύρου και στην Ν.Δ. πλαγιά της, ιδρύθηκε σε παλαιότερη του Ασκληπιείου περίοδο, το μικρό θέατρο, για τις δημόσιες ανάγκες έκφρασης της εποχής, κυρίως όμως για τα δρώμενα της Διονυσιακής λατρείας, γι’ αυτό και ήταν αφιερωμένο στον θεό Διόνυσο. Από τις αφιερωματικές επιγραφές, προκύπτει ότι η κατασκευή του θεάτρου, πραγματοποιήθηκε τον 4ο π.Χ. αι., από χορηγίες εξεχόντων αρχόντων και επιλέκτων προσώπων της τοπικής κοινωνίας, εκείνης της εποχής.

 
Χαρακτηριστικό του θεάτρου είναι οι επιγραφές, που αποτελούν ένα πραγματικό – ζωντανό μουσείο. Για τον λόγο αυτό αποκαλείται και «λαλούν θέατρο». Μετά από 23 αιώνες σιωπής, το 1971 άρχισε η ανασκαφή του.


Κάθε Ιούλιο, εδώ στο μικρό θέατρο, πραγματοποιούνται σημαντικές μουσικές εκδηλώσεις από το Υπουργείο Ανάπτυξης, το οποίο τις εντάσσει στο πρόγραμμα των θερινών πολιτιστικών δραστηριοτήτων του Ε.Ο.Τ., που με την σειρά του, από το 1998 έχει αναθέσει την οργάνωση παραγωγής & εκτέλεσης των προγραμμάτων του «Μουσικού Ιουλίου», στον οργανισμό Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.

 

Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου

Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου

 

Ίδρυση

Η αρχική μορφή του θεάτρου της πόλης της Επιδαύρου τοποθετείται στον 4ο π.Χ. αι. Αντίθετα από το διάσημο, περίπου σύγχρονο θέατρο του Ασκληπιείου που προοριζόταν να δεχτεί μεγάλα πλήθη προσκυνητών από ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο κατά τις εορτές, αυτό προοριζόταν να καλύψει μόνο τις ανάγκες των κατοίκων της μικρής πόλης. Έτσι το μέγεθός του ήταν πολύ μικρότερο (9 κερκίδες με 18 σειρές εδωλίων, χωρητικότητας περίπου 2.000 θέσεων). Όλα τα λίθινα εδώλια φέρουν επιγραφές με ονόματα αξιωματούχων – χορηγών από τα οποία μαθαίνουμε ότι το επιδαύριο θέατρο ήταν αφιερωμένο στο θεό Διόνυσο. Η κατασκευή του θεάτρου πρέπει να διήρκεσε από τον 4ο π.Χ. αι. μέχρι τα Ελληνιστικά χρόνια. Κατά τη διάρκεια της Ρωμαιοκρατίας το θέατρο υπέστη ριζική αναμόρφωση, τα εδώλια αναδιατάχθηκαν, η ορχήστρα έγινε ημικυκλική και το αρχικό σκηνικό οικοδόμημα έδωσε τη θέση του σε ένα νέο, χτισμένο πλησιέστερα στο κοίλο. Ο χώρος φιλοξενούσε παραστάσεις δράματος και άλλες θρησκευτικές και δημόσιες εκδηλώσεις της πόλης. Ο Παυσανίας που επισκέφθηκε την πόλη της Επιδαύρου στα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ. αναφέρει τους ναούς, την αγορά και το λιμάνι αλλά για το θέατρο δεν κάνει λόγο.

Αρχαιολογικό χρονικό

Το μικρό θέατρο της Επιδαύρου λειτούργησε επί περίπου επτά αιώνες. Όταν εντοπίστηκε ήταν ολοκληρωτικά καλυμμένο από έναν ελαιώνα. Η ανασκαφή του ξεκίνησε από την Ευ. Δεϊλάκη στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 και εξελίχθηκε αργά. Για αρκετά χρόνια μεμονωμένοι κυβικοί όγκοι χώματος με ελαιόδεντρα προεξείχαν ανάμεσα στα εδώλια του ημιανεσκαμμένου κοίλου προσφέροντας ένα περίεργο θέαμα στους επισκέπτες που αντίκριζαν το χώρο από την περίφραξη. Ύστερα από διακοπή, η ανασκαφή ξανάρχισε τη δεκαετία του ΄90 και συνεχίζεται πλέον συστηματικά μέχρι σήμερα μαζί με εργασίες αναστήλωσης και ανάδειξης από την Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου (ΕΣΜΕ) του ΥΠ.ΠΟ.. Αποκαλύφθηκε η μορφή που είχε πάρει το θέατρο κατά τη ρωμαϊκή περίοδο. Η θέση του προσκηνίου ήταν κοντά στο κοίλο δίνοντας στην ορχήστρα ημικυκλική περίπου μορφή. Από το κατώτερο τμήμα του τοίχου του προσκηνίου σώζονται κάποια τμήματα, ενώ σε καλύτερη κατάσταση είναι ο τοίχος της σκηνής που είχε επενδυθεί με ορθοστάτες, κίονες, κλπ. Κατά την ύστερη ρωμαϊκή εποχή το προσκήνιο διαμορφώθηκε διαφορετικά. Από την τελευταία αυτή φάση σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση ο τοίχος του προσκηνίου. Τα λίθινα εδώλια που λείπουν από τις ανώτερες σειρές χρησιμοποιήθηκαν κατά την ύστερη αρχαιότητα για την κατασκευή οχυρωματικού τείχους στην κορυφή της χερσονήσου. Μέρος του κοίλου και του σκηνικού οικοδομήματος καλύπτεται από την παρακείμενη αγροτική οδό. Μία παλιά διώροφη κατοικία ορθώνεται ακόμη πίσω από το χώρο της σκηνής. Ως αποτέλεσμα των εργασιών αποκατάστασης που πραγματοποιεί η ΕΣΜΕ στο αρχαίο θέατρο είναι και η συνεχής αύξηση των διατιθεμένων θέσεων για τις θερινές παραστάσεις (σήμερα διατίθενται περίπου 800 θέσεις).

Πηγές

 

  • Δήμος Επιδαύρου
  • Υπουργείο Πολιτισμού
  • Ελληνικό Φεστιβάλ

  

Read Full Post »

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου – Ανασκαφές του 1881

 

 

Επιδαυρίους δε εστι θέατρον εν τω ιερώ μάλιστα εμοί δοκεί θέας άξιον. Τα μέν γάρ Ρωμαίων πολύ δή τι υπερείχε των πανταχού τω κόσμω μεγέθει δε Αρκάδων το εν τη Μεγάλη πόλει˙ αρμονίας δε ή κάλλους ένεκα αρχιτεκτόνων ποίος ες άμιλλαν Πολυκλείτω γένοιτ᾽ αν αξιόχρεως. Πολύκλειτος γάρ και θέατρον τούτο και οίκημα το περιφερές ο ποιήσας ήν. ( Παυσανίας)

 

 

Καββαδίας Παναγής

Μέχρι το 1881 το θέατρο της Επιδαύρου θαμμένο στην χαράδρα του Κυνάρτειου όρους, έμενε σιωπηλό κρατώντας μυστική την αρχαία του δόξα. Ένας Κεφαλλονίτης όμως, ο Παναγής Καββαδίας, μετά τις σπουδές του, έταξε σκοπό της ζωής του την αποκάλυψη των αρχαιοτήτων  της Επιδαύρου και την δημιουργία Μουσείου. Βαθύς γνώστης όλων των σχετικών πληροφοριών και των αρχαίων συγγραφέων, στις 15 Μαρτίου του 1881 έφτασε στον ιερό χώρο του Ασκληπιού.

 

 

Ο Καββαδίας γρήγορα εντόπισε την θέση του θεάτρου. Το σχήμα της περιοχής μαρτυρούσε το μυστικό. Το κοίλο του θεάτρου πρόβαλλε νοερά ανάγλυφο στα μάτια του αρχαιολόγου. Όλος ο χώρος ήταν πυκνά δασωμένος και δύσβατος. Ήταν αδύνατο να προχωρήσει κανείς για να φτάσει στην κορυφή του. Αμέσως άρχισε η κοπή των δέντρων και σε μια εβδομάδα ο τόπος είχε καθαριστεί.

 

Χώματα και βράχοι είχαν συσωρευτεί στην πλαγιά. Τίποτα δεν μαρτυρούσε την ύπαρξη θεάτρου ή μέρους του. Ο χρόνος είχε παίξει το δικό του παιχνίδι. Ο Καββαδίας επέμενε. Άρχισε να σκάβει προσεκτικά. Μετά από πολλή προσπάθεια και συστηματική εργασία φάνηκε το κοίλο. Ανασκάφηκε η ορχήστρα και το υποσκήνιο. Σε βάθος 1,50 μέτρου.

 

Τοποθετήθηκαν στην θέση τους τα πεσμένα καθίσματα και φανερώθηκαν τα κτίσματα της σκηνής και οι είσοδοι του θεάτρου. Μέχρι και την Ρωμαϊκή εποχή το θέατρο βρισκόταν σε ακμή. Αυτό έδειχναν διάφορα ευρήματα και κυρίως ένα άγαλμα.

 

Ancient Greek Theatre at Epidaurus - Antiquities in the Peloponnesus

Ancient Greek Theatre at Epidaurus - Antiquities in the Peloponnesus

Μετά την επικράτηση του χριστιανισμού το θέατρο αφέθηκε στην τύχη του. Άρχισε η φθορά και οι επιχωματώσεις. Κυρίως επήλθε η λήθη. Στην αρχή γκρεμίστηκε το ημικυκλικό τείχος.     Η κατολισθήσεις προκάλεσαν μεγάλες φθορές και κάλυψαν το κοίλον του θεάτρου. Αργότερα, μετά από μεγάλο σεισμό έπαθαν ζημιά τα διαζώματα και μετακινήθηκαν τα περισσότερα καθίσματα. Η σκηνή κατέρρευσε.

 

Η Τουρκοκρατία το βρήκε καλά κρυμμένο. Η φύση το προστάτεψε.* Τα σκοίνα, οι θάμνοι και τα δέντρα αποτέλεσαν φυσικό καμουφλάζ και το έσωσαν από άλλες καταστροφές, μολονότι οι ρίζες που φύτρωσαν ανάμεσα στους αρμούς μετακίνησαν από τις αρχικές δέσεις του τα καθίσματα. Από κάποιους η σκηνή διορθώθηκε και χρησίμευσε σαν κατοικία. Στο ανατολικό μέρος της οι Τούρκοι κατασκεύασαν καμίνι, ενώ μετέφεραν στο Άργος και το Ναύπλιο μαρμάρινο θρόνο και πολλά αγάλματα.

 

Οι θρόνοι του θεάτρου μοιάζουν με ανάκλιντρα και δεν έχουν διονυσιακή μορφή. Δεν υπάρχουν επιγραφές με τα ονόματα των αρχόντων της πόλης γιατί οι επισκέπτες και θεατές δεν ήταν επιφανείς άρχοντες  αλλά επίσημοι ξένοι που φιλοξενούσε ο Ασκληπιός.

Η θέση που χτίστηκε το αρχαίο θέατρο είναι προσεκτικά διαλεγμένο. Από το κοίλο ο θεατής βλέπει όχι μόνον τον εμπρός στο θέατρο περίβολο αλλά όλη την πεδιάδα και τα βουνά που το περιβάλουν.

 

« Το κοίλο του θεάτρου είναι μεγαλύτερο από ημικύκλιο, όπως γινόταν στην προ- Ρωμαϊκή εποχή και στα άκρα του, όπου το έδαφος δεν είχε το ίδιο ύψος, κατασκευάστηκε κρηπίδωμα. Στα άκρα του διαζώματος φαίνεται ότι υπήρχαν πύλες, γιατί οι δύο είσοδοι κοντά στην ορχήστρα δεν επαρκούσαν κάτω ζώνη διαιρείται με 25 σκάλες σε 24 κερκίδες, από τις οποίες σώζονται οι 22. Οι κερκίδες έχουν 55 σειρές καθισμάτων» ( Επ. Βρανόπουλος).

 

 

Υποσημείωση

 

 

* Τον 18ο αιώνα επισκέφτηκε την περιοχή της Επιδαύρου ο Άγγλος περιηγητής Chandler, ο  οποίος βρήκε το θέατρο σκεπασμένο από θάμνους που είχαν φυτρώσει στο συσσωρευμένο πάνω από τις κερκίδες χώμα.

 

 

Πηγές

 

  • Παναγής Καββαδίας, «Το Ασκληπιείο της Επιδαύρου», Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα, 2006.
  • Παναγής Καββαδίας, « Το ιερόν του Ασκληπιού εν Επιδαύρω και η θεραπεία των ασθενών», Αθήνησιν, 1900.
  • Περιοδικό Αρχαιολογία και Τέχνες, Τεύχος 12, σελ. 42-43, 1984.

 

Read Full Post »

« Newer Posts