Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Επιδαύρος’

Επίδαυρος – Φραγκίσκου Πουκεβίλ


  

Ο  Φιλέλληνας Φραγκίσκος Πουκεβίλ (1770-1838) γνώρισε για πρώτη φορά την Ελλάδα ως αιχμάλωτος των Τούρκων, όταν επιστρέφοντας από την Αίγυπτο όπου είχε ακολουθήσει τον Ναπολέοντα, συνελήφθη από Αλγερινούς πειρατές οι οποίοι τον παρέδωσαν στους Τούρκους στην Πύλο.

Στην συνέχεια μεταφέρθηκε στην Τρίπολη και το Ναύπλιο, όπου παρέμεινε έγκλειστος περίπου οκτώ μήνες. Μολονότι ο Πουκεβίλ πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως γιατρός στους Τούρκους, αυτοί τον έστειλαν σιδηροδέσμιο την Κωνσταντινούπολη όπου κρατήθηκε δυο ολόκληρα χρόνια. Αποφυλακίστηκε το 1801.

Ο Ναπολέοντας εκτιμώντας τις γνώσεις του για την περιοχή, τον διόρισε ως εκπρόσωπό του στην αυλή του Αλή πασά των Ιωαννίνων όπου και παρέμεινε δέκα ολόκληρα χρόνια. (1805- 1815). Δυο χρόνια μετά (1817) τοποθετείται πρόξενος της Γαλλίας στην Πάτρα. Περιηγείται την Ελλάδα και βεβαίως την Πελοπόννησο.

 Στο κείμενο που ακολουθεί  ο Πουκεβίλ περιγράφει την επίσκεψή του στην Επίδαυρο.

 

Ο Πουκεβίλ σε προσωπογραφία φιλοτεχνημένη από τον Ντεπρέ (Dupre Louis) 1827.

[…] Καθώς απομακρυνόμαστε από το Ναύπλιο, μπαίνουμε σε μια ομοιόμορφη σ’ όλη την έκταση της πεδιάδα, καλλιεργημένη κατά διαστήματα, μέχρι το ξωκλήσι του Αγίου Δημητρίου, που το αφήνουμε αριστερά μας πάνω σ’ ένα ύψωμα, ενώ προς τα πίσω και δεξιά μας ξετυλίγεται ένας πορτοκαλεώνας. Στα πε­ρίχωρα του Κατσιγκριού σημειώνουμε τα χωριά Άρεια και Μερζέ, καθώς και το βράχο του Τζαφέραγα.

Ένας γειτονικός ελληνοπρεπής πύργος είναι προφανώς ένα από τα κάστρα της Ανατολικής αυτοκρατορίας, που προορισμός τους ήταν η φύ­λαξη των διαβάσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, το κάστρο έκλεινε τη διάβαση μεταξύ Αργολίδας και Επιδαυρίας, ακριβώς στο σημείο όπου το όρος Αραχναίον χωρίζεται από τα προεκτεινόμενα προς τα νοτιοανατολικά Κοκκύγεια όρη. Σ’ αυτή την περιφέρεια ανήκουν και τα χωριά Κινόπαρτι και Μπαρμπέρι, ενώ κάπου εδώ κοντά εντοπίζεται και η Μιδέα. Αφού διαβούμε κάμποσα ποταμάκια, το ρεύμα των οποίων αναγρά­φεται μόνο στους πολύ λεπτομερείς χάρτες, φτάνουμε στο Λυγουριό, μια κωμόπολη απέχουσα πέντε ώρες και σαράντα οχτώ λεπτά από το Ναύπλιο.

Η Λυς ή Λήσσα, στο χώρο της οποίας ορθώνεται σήμερα το Λυγουριό, εντοπιζόταν, απ’ ό,τι μας λέει ο Παυσανίας, πά­νω στην οροθετική γραμμή που χώριζε το κράτος του Άργους από το κράτος της Επιδαύρου. Εδώ υπήρχε κι ένας ναός αφιερωμένος στην Αθηνά καθώς και ξύλινο ομοίωμα της θεάς, το οποίο δεν διέφερε καθόλου από εκείνο που έβλεπε τότε κανείς πάνω στην ακρόπολη της Λαρίσσης. Τόσο η θεότητα όσο κι ο ναός της έχουν σήμερα εκλείψει.

Διερχόμενος απ’ αυτό το χωριό το 1817, ο κ. Αμβρόσιος Φιρμίνος Διδότος καταγοητεύτηκε από την τοποθεσία του πάνω στο Αραχναίον όρος. Αυτό το τμήμα του βουνού, το άλλοτε ονομαζόμενο Σαπυσέλατον, ονο­μασία που πήρε όταν βασίλευε ο Ίναχος, ήταν γνωστό χάρη στους βωμούς του Δία και της Ήρας, όπου οι χωρικοί πρό­σφεραν θυσίες ικετεύοντας τους θεούς να τους στείλουν βροχές.

«Πολλοί Μοραΐτες», λέει ο περιηγητής μας, «έρχονταν να μας επισκεφτούν στη χωριάτικη καλύβα όπου είχαμε καταλύ­σει. Η απλή και κομψή φορεσιά τους έμοιαζε μ’ εκείνη των αρχαίων κατοίκων αυτής της περιοχής: ο χιτώνας, τα πέδιλα, αλλά όχι και το εσώβρακο, που το φορούν οι Έλληνες για λόγους κοσμιότητας, επειδή το αμπέχονο δεν καλύπτει παρά μόνο τους μηρούς τους». Παρατήρησε, ότι σε μια γωνιά του δωματίου κοιμόταν ένα μωρό μέσα σε μια σκαφοειδή κούνια από κορμό κυπαρισσιού, κρεμασμένη από ένα καρφί στον τοίχο. «Οι γυναίκες», συνεχίζει ο περιηγητής, «φασκιώνουν τα μωρά τους μέσα σ’ ένα κομμάτι από τραχύ ύφασμα, και τα δένουν γύρω γύρω σφιχτά μ’ ένα κορδόνι».

Στις περιπλανήσεις του μέσα στο χωρισμένο σε δυο συνοικίες χωριό, επισήμανε ένα μικρό υπαίθριο σχολείο, καθόσον κάτω από τον ωραίο ελληνι­κό ουρανό, όλοι οι χώροι άθλησης και συναθροίσεων, πλην των εκκλησιών, βρίσκονται πάντοτε κάτω από τη σκιά ενός δένδρου ή σ’ έναν αερικό χώρο. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία μαθητής διάβαζε μεγαλοφώνως μια φράση, την οποία επαναλάμ­βαναν οι συμμαθητές του σαν ψαλμωδία σε διαφορετικούς τό­νους, κι αυτό έδινε τη δυνατότητα στο δάσκαλο, όταν έρχο­νταν αδιάβαστοι, να τους διορθώνει έναν έναν ξεχωριστά». Απ’ αυτή την πλευρά, η θέα των βουνών είναι μεγαλοπρεπής και μαγευτική, το έδαφος είναι εγκατεσπαρμένο με ερείπια, και ο κ. Διδότος αποτύπωσε μια επιγραφή από μια στρογγυλή πέτρα, πάνω στην οποία το μάτι του έπεσε τυχαία. Είναι ενδεχό­μενο να ανήκε στη Θόλο, που τη μνημονεύει και ο Παυσανίας.

Συνεχίζοντας την κατάβαση προς το ιερό άλσος του Ασκληπιού, το και σήμερα ακόμη αποκαλούμενο Ιερό, διασχίζουμε τους συνοικισμούς Περί και Κορόνι. Αυτός ο τελευταίος ανακαλεί στη μνήμη μας το όνομα της μητέρας του θεού που λατρευόταν εδώ κατά την αρχαιότητα. Ο Παυσανίας πληροφορεί τον ταξιδιώτη ότι υπήρχε κάπου εδώ κι ένας ναός. Κρίνοντας από τον αριθμό των οχυρών τα οποία υψώνονται σ’ όλες τις διαβάσεις, αρχίζοντας από το φρούριο του Ναυπλίου, αποκομίζουμε την εντύπωση ότι η περιοχή αυτή είχε ανάγκη εντατικής επαγρύπνησης, ώστε να προστατεύεται η προς την Αργολίδα πλευρά της. Αμέσως μόλις βγούμε από το Κορόνι μπαίνουμε σ’ ένα φαράγγι, φρουρούμενο από δυο πύργους, και σε μικρή απόσταση από εκεί πατάμε πάνω στα θεμέλια ενός τείχους, το οποίο τη χώριζε από μια άλλη πεδιάδα, τριγωνικού σχήματος και με πλήθος συσσωρευμένων ερειπίων. Δεν συναντάμε, επί δέκα και πλέον λεπτά, τίποτε άλλο παρά χαλάσματα, ενώ λίγη ώρα μετά βλέπουμε έναν ερειπωμένο περίστυλο ναό, απ’ όπου φτάνουμε σ’ έναν περίβολο, γνωστό με την ονομασία Ιερό.

Ο ναός του Ασκληπιού καταλάμβανε μια έκταση εξισούμενη με την επιφάνεια μιας ολόκληρης πόλης: ας σταθεί λίγο ο οδοιπόρος στο χώρο του απέραντου και θαυμαστού αυτού θε­ραπευτηρίου, όπου πρόστρεχαν από κάθε σημείο της χώρας οι άρρωστοι για ν’ ανακτήσουν την υγεία τους και να καθυστερή­σουν λίγο την για όλους αναπόφευκτη μοιραία στιγμή.

Άραγε πόσοι και πόσοι θησαυροί της αρχαιότητας δεν παραμένουν α­κόμη κρυμμένοι κάτω απ’ αυτή τη γη, ανάμεσα στα λουτρά, τους ναούς, τα αμφιθέατρα, τα θέατρα κι ανάμεσα σε πληθώρα τάφων που σίγουρα θ’ ανευρίσκονταν αν κατάφερνε η Ελλάδα ν’ απελευθερωθεί από τον ατιμωτικό τουρκικό ζυγό;

Τον οπτικό ορίζοντα του ιερού άλσους κλείνουν οι αρμο­νικές οροσειρές του Αραχναίου, του Τιτθίου και του Κυνορτίου με τις απογυμνωμένες κορυφές τους και με τις πλαγιές τους, τις κατάφυτες από σχίνους, μυρτιές, κέδρους και από δελφικές δάφνες που μ’ αυτές πλέκονταν τα στεφάνια των ιε­ρέων της Επιδαύρου.

Εδώ, στο Ιερό, οι Ασκληπιάδες διδά­σκονταν τη θεία τέχνη του Ιπποκράτη, του μεγάλου άνδρα ό­λων των αιώνων, που η ορθότητα των Αφορισμών του επι­σφραγίστηκε από το χρόνο. Έπρεπε να εκφραστεί με κανόνες, κι αυτοί οι κανόνες έγιναν χρησμοί: καθότι η τέχνη διαρκεί αι­ώνια, ενώ η ζωή είναι εφήμερη, και τα λόγια, όπως κι η φήμη του άρχοντα της ιατρικής θα παραμείνουν αθάνατα.

Θα λέγαμε ότι, σε γενικές γραμμές, όλοι οι ναοί του Ασκληπιού στην Ελλάδα, την Ασία και την Ιταλία, κτίστηκαν πάνω σ’ ένα πανομοιότυπο σχέδιο, το οποίο μιμήθηκε κατά καλή τύχη κι ο διάσημος αρχιτέκτων μας, ο Gondoin, όταν έ­κτισε την Ιατρική Σχολή των Παρισίων.

Τοποθετούσαν το άγαλμα του θεού πάνω στο άνοιγμα ενός πηγαδιού, οι αναθυ­μιάσεις του οποίου επενεργούσαν πάνω σ’ αυτό, όπως επενερ­γούσε και το λάδι που έκαιγε στη βάση του αγάλματος της Αθηνάς στην Αθήνα, και διατηρούσε τη στιλπνότητα του ελε­φαντοστού, του περιεχομένου μέσα στη σύνθεση του αγάλμα­τος. Το άγαλμα του Ασκληπιού ήταν έργο του Θρασυμήδη, γιου του Αρίγνωτου από την Πάρο.

Μερικά σπίτια ήταν κτισμένα γύρω απ’ αυτό το ναό για τη φιλοξενία όσων έρχονταν ν’ αποθέσουν στον Ασκληπιό τις προσφορές τους, ενώ υπήρχε κι ένα κυκλικό οικοδόμημα από λευκό μάρμαρο, εμπλουτισμένο με ζωγραφικές του Παυσία.

Μέσα στο ναό, ή ίσως εννοούσε ο συγγραφέας μέσα στο ιερό άλσος, το αποκαλούμενο Ιερόν, είχαν ανεγείρει ένα θέατρο το οποίο, όπως και η Θόλος, ήταν έργο του Πολυκλείτου. Η ύπαρξη ενός περιστυλίου για τους περιπάτους ή τους διαλογισμούς, καθώς κι ενός θεάτρου, κα­ταδεικνύουν ότι οι λειτουργοί του θεού της Επιδαύρου γνώρι­ζαν καλά ότι η θεραπεία της ψυχής είναι πολύ συχνά περισσότερο επιτακτική απ’ ό,τι η θεραπεία του σώματος. Ίσως και ν’ ασχολήθηκαν λίγο με τις περιπτώσεις κατάθλιψης και υποχον­δρίας, αλλά το βέβαιο είναι ότι δεν επέτρεψαν ποτέ την αναπαράσταση του αριστοφανικού Πλούτου, ενός έργου στο οποίο διακωμωδούνται τόσο οι ιερείς του Ασκληπιού, όσο κι εκείνα τα κολλύρια τους, που μετέβαλλαν σε αόμματους όσους έβλεπαν καλά, ενός έργου στο οποίο διακωμωδούνται οι εμπειρι­κές συνταγές τους, αλλά κι ο ίδιος ο θεός, που η καυστική σά­τιρα του Αριστοφάνη τον είχε γελοιοποιήσει στα μάτια των Αθηναίων. Αν και τα πάντα εκφυλίζονται κι εξευτελίζονται υπό το κράτος της δεισιδαιμονίας, είναι πολύ πιθανόν στην Επίδαυρο να μην υπήρχαν μόνο συκοφάντες, αν αληθεύει η πληροφορία ότι από εδώ άντλησε ο Ιπποκράτης όλο το υλικό του για τα έργα που μας άφησε.

Ancient Greek Theatre at Epidaurus - Antiquities in the Peloponnesus

Η διάμετρος του θεάτρου, του κτισμένου μέσα στην κοιλό­τητα ενός λόφου ο οποίος δεν ξεπερνά και πολύ το ύψος των τελευταίων κερκίδων είναι είκοσι έξι μέτρα. Υπάρχουν πενή­ντα εννέα βαθμίδες, και σώζονται κι αυτές, όπως και το κοί­λον, σε αρίστη κατάσταση. «Την ώρα που ο νεαρός Ροδίτης συνταξιδιώτης μου», συνεχίζει ο κ. Διδότος, «στεκόταν στο σημείο όπου άλλοτε ήταν η σκηνή, απαγγέλλοντας στίχους του Σοφοκλή, εγώ καθόμουν σε διαφορετικά κάθε φορά σημεία του θεάτρου, θέλοντας ν’ αποτιμήσω την απόδοση της φωνής του. Αν κι αυτή ήταν μάλλον υπόκωφη, γιατί πιθανόν τα δενδράκια και τα χαμόκλαδα που φύτρωναν ανάμεσα στις κερκίδες να άμβλυναν τον ήχο, δεν μου διέφευγαν μολαταύτα παρά ελάχιστες λέξεις, κι αυτό, μόνο όσες φορές στεκόμουν στο υψηλότε­ρο σημείο του θεάτρου, και μόνο όταν βρισκόμουν από την πλευρά που φυσούσε ο άνεμος.

Θα έπρεπε, από μια τέτοια απόσταση, να φαίνονταν μικροσκοπικοί οι θεατές, και καθώς δεν ήταν εύκολο να διακρίνει κανείς τα χαρακτηριστικά τους, ούτε να συλλάβει τις εκφράσεις του προσώπου τους που δεν φωτιζόταν, όπως γίνεται στα δικά μας θέατρα, καθίσταται αυτονόητο ότι η για τα δικά μας μέτρα η γελοία χρήση του προσωπείου και του κοθόρνου είχε αποδειχτεί απαραίτητη γι’ αυτούς, έτσι ώστε να δημιουργείται μια εντονότερη εντύπωση πάνω στην υπαίθρια σκηνή».

Από το κέντρο του θεάτρου της Επιδαύρου ατενίζουμε το Αραχναίον όρος, στην κορυφή του οποίου είδε η Κλυταιμνή­στρα τη λάμψη των φρυκτωριών, σημάδι που της ανήγγειλε την καταστροφή της Τροίας. Ο Θεοδόσιος ήταν αυτός που έδωσε τη χαριστική βολή στην Επίδαυρο. Τα ερείπια της μαρτυρούν τη βαρβαρότητά του καθώς κι εκείνη των ανόητων θεολό­γων, τις βουλές των οποίων εκτελούσε.

Όσο κι αν ο περιηγη­τής θρηνεί για την κατάρρευση των μνημείων του ιερού άλ­σους του Ασκληπιού, ας μη νομίσει ότι χάθηκαν τα πάντα. Αν εκείνος επιχειρούσε, και προπάντων αν οι Έλληνες επανακτού­σαν τη θέση τους ανάμεσα στα έθνη, κι αν ανέσκαπταν αυτούς τους θαμνόφυτους λόφους, θα ανακάλυπταν εκεί μέσα μνημεία, έργα ανθρώπων που αντάξιοί τους ουδέποτε θα φανούν οι σύγχρονοι. Άλλοτε, κάτω απ’ αυτά τα υψώματα με τις μυρτιές υπήρχαν οι ναοί της Αρτέμιδος, της Αφροδίτης και της Θέμι­δος.

Όποιος πιει από το νερό της πηγής εκείνης που κοντά της θα σταθεί για να ξεδιψάσει, ας θυμηθεί ότι πλησιάζει στο στάδιο, όπου οι άρρωστοι μπορούσαν με το τρέξιμο ν’ απαλ­λαγούν από τις εμφράξεις ή ν’ ανακτήσουν την όρεξή τους, όπως ακριβώς γίνεται και με τα ιαματικά νερά, τα οποία οι γιατροί συστήνουν σε πολλές περιπτώσεις στους αρρώστους τους, μην έχοντας να προτείνουν καμιά καλύτερη λύση.

Τα λουτρά του θεού της Επιδαύρου, που τα τίμησαν ως και στο πρόσωπο της συζύγου του, της Ηπιόνης, της οποίας έστησαν και το άγαλμα, εύκολα θα αναγνωρίζονταν, όπως άλλωστε και τα ερείπια του ναού των Επιδωτών θεών, της θεάς Σαλώς, του Αιγυπτίου Απόλλωνα, καθώς και η στοά του Κοτύου, αποκαταστημένη από τον Αντωνίνο, ο οποίος διαδέχτηκε το 138 μ.Χ. το θετό πατέρα του, Αδριανό.

Βγαίνοντας από τον ιερό περίβολο, δεξιά μας, κάτω από ένα δένδρο, βλέπουμε μια όμορφη πηγή και σχεδόν αμέσως μετά περνάμε ένα ρυάκι που έρχεται από δεξιά και ρέει, όπως και άλλα δυο μικρά ποταμάκια, προς την κατεύθυνση του Αργολικού κόλπου. Συναντάμε ορισμένα κτίσματα, ενώ η κοι­λάδα στενεύει διαμορφώνοντας μια κλεισούρα που παλαιότερα φράχτηκε από ένα οχυρωματικό τείχος, τα θεμέλια του οποίου είναι ορατά και σήμερα ακόμη, και μετά από τρία λεπτά περ­νάμε πάνω από τα χαλάσματα ενός δεύτερου τείχους. Στο ση­μείο αυτό, διαβαίνουμε ένα ποταμάκι με δενδροστοιχίες από ροδοδάφνες και ροδιές δεξιά κι αριστερά του, και εισχωρούμε σ’ ένα πλαισιωμένο από βράχους φαράγγι, ανάμεσα στους οποίους παρεμβάλλονται ευωδιαστά πεύκα. Το φαράγγι τερματίζεται στη διασταύρωση ενός μονοπατιού, κι εμείς το ακλουθούμε για να φτάσουμε ως το Λυγουριό.

Φαίνεται ότι η περιοχή γύρω από το άλσος του Ασκληπι­ού είχε οχυρωθεί με ιδιαίτερη επιμέλεια, κι αυτό μας κάνει να πιστεύουμε ότι είχαν εναποτεθεί αξιόλογοι θησαυροί στη φύ­λαξη των θεών, κι ότι ίσως χωρίς την οχύρωση αυτή οι άρρωστοι να μην προστατεύονταν από τις επελάσεις των λεηλατητών ή των πειρατών, ανθρώπων που αψηφούσαν τον Δία και τον κεραυνό του. Όταν βρεθούμε στο σημείο όπου αρχίζει ένας καλοκαλλιεργημένος κάμπος, κατάφυτος από λιόδενδρα, ανδράχνες κι από ένα σωρό άλλα δενδρύλλια με τους ανάμει­κτους αρμονικούς χρωματισμούς των φυλλωμάτων τους, δεν απέχουμε πλέον από το Ιερό παρά μισή μόνο λεύγα.

Η πεδιά­δα ξετυλίγεται συνεχώς, κι εμείς ατενίζουμε τη χερσόνησο των Μεθάνων, την Αίγινα και μια πληθώρα από νησάκια που προ­βάλλουν σαν βωμοί εγκατεσπαρμένοι μέσα στο Σαρωνικό κόλ­πο. Αφού αφήσουμε αριστερά μας ένα χωριουδάκι κτισμένο πάνω στο Αραχναίο όρος, περνάμε μπροστά από έναν τύμβο, πιθανόν τον τάφο της Υρνηθούς, συζύγου του Δηϊφόντη, βασι­λιά της Επιδαύρου. Χωρίς η άποψη αυτή να είναι απόλυτα ε­ξακριβωμένη, ενέχει ωστόσο αρκετή αληθοφάνεια, αφού ο Παυ­σανίας αναφέρει ότι είχε στηθεί ένα ηρωικό μνημείο προς τι­μήν του βασιλιά της Επιδαύρου μέσα σ’ έναν ελαιώνα, ειδικά αφιερωμένον σ’ αυτόν. Από εδώ ως την Επίδαυρο είναι μισή λεύγα δρόμος, ενώ η συνολική πορεία από το Ιερό υπολογίζε­ται σε δυο ώρες.

Η Επίδαυρος, αποκαλούμενη αρχικά Επίκαρος, πήρε το ιστορικό όνομα της από έναν ήρωα καταγόμενο από τον Δία.

Ο Στράβων αναφέρει ότι η Επίδαυρος συγκαταλεγόταν ανάμεσα στις ξακουστές πόλεις, «ιδιαίτερα χάρη στην ακτινοβολία του Ασκληπιού, που είχε τη φήμη ότι γιάτρευε πάσα νόσο». Η πόλη ήταν κτισμένη, όχι όπως γράφει ο Στράβων στο μυχό του Σαρωνικού κόλπου, αλλά, όπως εύστοχα παρατήρησε ο κ. Gosselin, στη μέση περίπου της δυτικής ακτής αυτού του ίδιου κόλπου. Θα πρέπει να ήταν μια αξιόλογη πολιτεία, αν υποτε­θεί ότι καταλάμβανε μια έκταση δεκαπέντε σταδίων πάνω στην παραλία, πράγμα διόλου απίθανο, αν κρίνουμε από τη σπουδαιότητα που της αποδίδει ο Θουκυδίδης και πολλοί άλλοι αρχαίοι συγγραφείς. Ο Παυσανίας παραθέτει ανάμεσα στα πιο λαμπρά οικοδομήματά της, τους ναούς του Ασκληπιού, της Αφροδίτης και της Ήρας.

Τα μνημεία της κατέρρευσαν, οι λόχμες που σκεπάζουν τα ερείπια αυτής της πόλης κρύβουν ως και τα χαλάσματά της, αλλά το ελάχιστα αλλοιωμένο όνομά της θυμίζει στον οδοιπόρο ότι πατάει στα εδάφη εκείνα που κοσμούνταν και δοξάζονταν κάποτε από τα ερείπια αυτά. Από μερικούς δωρικούς κίονες συμπεραίνουμε ότι αυτοί ανήκαν στο ναό της Ήρας, του οποίου τα θεμέλια και σίγουρα τα γλυ­πτά θα ξαναβρίσκαμε αν είχαμε τη δυνατότητα να κάνουμε ανασκαφές. Τα τελευταία χρόνια ανακαλύφτηκαν αρχιτεκτονικά λείψανα, προερχόμενα από το ναό του θεού της Επιδαύρου, και θα ήταν ενδιαφέρον να τα ανέσυρε κανείς στην επιφάνεια και να τα μελετούσε, αφού χρησίμευσαν ως πρότυπα στους να­ούς της θεσσαλικής Τρίκκης, της Κω, της μεσσηνιακής Τρίκκης, και σ’ όλους τους ναούς τους αφιερωμένους κατά την αρχαιότητα στον Ασκληπιό, το γιο του Απόλλωνα.

Τόσο τα τείχη της, όσο και τα κατάλοιπά της, και η γρα­φικότητα του λιμανιού της, αλλά και η οχυρή θέση της σ’ ένα περιβαλλόμενο από βουνά κοίλωμα, μέσα στο οποίο εντοπίζε­ται η Επίδαυρος, υποδηλώνουν ότι θα πρέπει η πόλη αυτή να ήταν, ως το Μεσαίωνα, ισχυρή και αρκετά ανθηρή. Η ανάμειξη ελληνικών και ρωμαϊκών ερειπίων μαρτυρεί ότι διήλθαν από εδώ δυο λαοί, κι είναι εύκολος ο διαχωρισμός αυτών των ερει­πίων, όπως εύκολη είναι και η αποτίμηση της αξίας τους, χά­ρη στην ύπαρξη μερικών ελληνικών τάφων, κοσμημένων με ακρωτηριασμένες πλέον μορφές. Η στάση των μορφών αυτών, αλλά και η τεχνοτροπία των καλλιτεχνών μαρτυρούν ότι πρόκειται για μνημεία του χρυσού αιώνα, ενώ αντιθέτως τα έργα των Ρωμαίων είναι χονδροειδή και άτεχνα.

Ο Χαλκοκονδύλης αναφέρει ότι ο Μωάμεθ Β’ είχε εκδηλώσει την επιθυμία ν’ α­ντικρίσει την Επίδαυρο και να την καταλάβει, αν κι αυτή η πόλη ήταν μια από τις πλέον κατεστραμμένες ανάμεσα στις υ­φιστάμενες τότε.

Ο Thévet την περιγράφει με τα ακόλουθα περίπου λόγια: «Διερχόμενοι από εδώ, επισκεφτήκαμε κι αυ­τό τον τόπο, όπου κατοικούν Έλληνες χριστιανοί, φτωχοί μεν αλλά αρκετά καλοσυνάτοι άνθρωποι, συγκρινόμενοι με τους υ­πόλοιπους. Μου έδειξαν το ομοίωμα ενός παιδιού που το θη­λάζει μια γίδα, κι έχει κοντά του για φύλακα ένα σκυλί. Ακτί­νες περιέβαλαν το πρόσωπο του παιδιού, όπως οι ακτίνες του ήλιου: μου είπαν ότι επρόκειτο για μια αναπαράσταση του Ασκληπιού, ο ναός του οποίου βρισκόταν στο γνωστό μέρος». Ένα άθλιο χωριό και μερικές καλύβες είναι όλο κι όλο ό,τι α­πέμεινε από την Επίδαυρο, όπου η ατμόσφαιρα είναι τόσο νο­σηρή, ώστε αρκεί να κοιμηθείς εκεί μια μόνο νύχτα για να προσβληθείς από ελώδη πυρετό. Αντίθετα, το Ιερό, που οι Έλληνες το γράφουν Γερό, δηλαδή υγιεινό, φημίζεται ως η πιο υγιεινή περιοχή της Επιδαυρίας. Είθε ο ξένος που θα προσεγγίσει στο πάντα απάγκιο για τους θαλασσοπόρους λιμάνι της, να έρθει κάποτε να προσκυνήσει το λίκνο του χρυσοπόγωνα Ασκληπιού, αλλά και το λίκνο ενός λαού που επανέκτησε τη θέση του μέσα στον πολιτισμένο κόσμο!

 

Πηγές 


  • Pouqueville, Francois Charles Hugues, «Voyage dans la Grece», Paris : Chez Firmin Didot, Pere et Fils, 1822.
  • Φραγκίσκου  Πουκεβίλ, «Ταξίδι στην Ελλάδα / Πελοπόννησος», Εκδόσεις Τολίδη, Αθήνα, 1997. 

 

Διαβάστε ακόμη: 

 

Read Full Post »

Αργειακός Πολιτισμός


Αναδιφώντας σε μαρτυρίες αρχαίων ιστορικών και στις τοπικές παραδόσεις διαπιστώνουμε ότι στο Άργος πρωτοφεγγοβόλησε από τα πανάρχαια χρόνια η αυγή του πολιτισμού μας και αυτή η αρχαιότερη πόλη είναι το πρώτο φυτώριο και τόπος καταγωγής πολλών από τους γεννήτορες του ελληνικού πολιτισμού.

 

Τα επιτεύγματα του Αργειακού Πολιτισμού


Εκτός από ένα πλήθος σοφών επινοήσεων του ήρωα Παλαμήδη που η γενεαλογική ρίζα του αρχίζει από το Άργος, θα παραθέσουμε στην συνέχεια επιτεύγματα στα γράμματα, τις τέχνες, τις εφευρέσεις και ανακαλύψεις και τις άλλες πολιτισμικές εκφάνσεις, που είδαν το πρώτο φως στην Ιναχία γη.

Από Αργείο ποιητή γράφτηκε το αρχαιότερο έπος «Φορωνίς», που δυστυχώς χάθηκε, αλλά γίνεται λόγος γι’ αυτό από άλλους ιστορικούς. Παρόμοιο περιεχόμενο είχε και ένα ακόμη έπος με τίτλο «Αιγίμιος» που αποδιδόταν στον Ησίοδο, και αναφερόταν στην ίδρυση της βασιλικής και ηρωικής δυναστείας του Άργους.

Επίσης η αρχαιότερη τραγωδία του Ευριπίδη «Ικέτιδες«, έχει ως θέμα της τον ερχομό του Δαναού και των θυγατέρων του, στην προγονική τους γη. Στο Άργος, ως κοιτίδας των Πελασγών, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά η Πελασγική γραφή, που αναφέρει ο Διόδωρος: «ιδία δέ των Πελασγών πρώτων χρησαμένων τοις μετατεθείσι χαρακτήρσι, πελασγικά προσαγορευθήναι».[1]

Η πρώτη δε υπόμνηση για χρήση γραπτού λόγου με ανακοίνωση αισθημάτων και διανοημάτων, έχει αφετηρία το Άργος. Προηγουμένως οι πινακίδες της Γραμμικής Γραφής Β’ των ανακτορικών αρχείων, είχαν λογιστικό περιεχόμενο και αναφέρονταν σε δοσοληψίες και παραγωγή αγαθών. Ο βασιλιάς της Τίρυνθας Προίτος, δισέγγονος του Δαναού, έστειλε τον Βελλερεφόντη στη Λυκία, για να παραδώσει στον πενθερό του Ιοβάτη δίπτυχο πινάκιο με σήματα λυγρά, με γραπτή δηλαδή μυστική παραγγελία να θανάτωση τον κομιστή του: «και τον έστειλε στη Λυκία, και μέσα σε κλειστό πίνακα του έδωσε σημεία που χάραξε κακόβουλα, με νόημα θανάτου». [2]

Περισσότερο συγκεκριμένος ο Απολλόδωρος αναφέρει ότι ο Προίτος παρέδωσε στον Βελλερεφόντη γραπτές επιστολές:

«Ο Προίτος το πίστεψε και του δίνει γράμμα να το πάη στον Ιοβάτη. Μέσα στο γράμμα του έγραφε να θανατώση τον Βελλερεφόντη. Ο Ιοβάτης όταν το διάβασε, τον προστάζει να πάη να σκοτώση την Χίμαιρα…» [3]

Για πρώτη φορά αναφέρεται ως υλικό γραφής η δίπτυχη ξύλινη πινακίδα ο πτυκτός πίναξ, που ήταν επιστρωμένος εσωτερικά με λεπτό στρώμα κεριού ή ρητίνης, πάνω στο οποίο γινόταν η χάραξη μηνυμάτων.

Οι Αργείοι χρησιμοποιούσαν τοπικό αλφάβητο, το αργολικό, με διαφορές σε ορισμένα γράμματα από τα άλλα ελληνικά. Όμοιο με το αργειακό αλφάβητο ήταν και το παλαιότερο ροδιακό, λόγω εποικισμού της Ρόδου από Αργείους. Σε παραστάσεις που εικόνιζαν σκηνές του Τρωικού πολέμου στην ροδιακή πόλη Κάμιρο, τα ονόματα των ηρώων ήταν γραμμένα με αργειακά γράμματα.

Τα πρώτα σπέρματα δημοκρατίας τα συναντούμε στο αρχαίο Άργος. Όπως γράφει ο Παυσανίας«Οι Αργείοι όμως που από τα παλιά χρόνια αγαπούν την ανεξαρτησία της γνώμης, και την θέληση να αυτοδιοικούνται, περιόρισαν εις το ελάχιστο την βασιλική εξουσία».[4]

Ο γενάρχης βασιλιάς Πελασγός μιλάει σαν δημοκρατικός άρχοντας που υπολογίζει τη γνώμη του λαού: «Λόγο να δώσω μονάχος μου, πριν την γνώμη των πολιτών πάρω δεν πρέπει».[5]

Και λίγο πιο κάτω: «Είπα και πριν: Δεν παίρνω απόφαση χωρίς την γνώμη του λαού, κι ας έχω την εξουσία».[6]

Τα περίφημα πυραμιδοειδή κτίσματα του ελληνικού χώρου ανεγέρθηκαν στην Αργολίδα. Η πυραμίδα των Κεγχρεών (Ελληνικού) και η αναφερόμενη από τον Παυσανία μεταξύ Άργους και Τίρυνθας που ήταν διακοσμημένη με αργολικές ασπίδες, βρίσκονται σε ελάχιστη απόσταση από το Άργος:

«Όσοι έρχονται από το Άργος στην Επίδαυρο, θα βρουν στα δεξιά του δρόμου ένα οικοδόμημα που μοιάζει πολύ με πυραμίδα κι έχει ασπίδες που είναι φκιαγμένες κατά το σχήμα σαν τις Αργολικές».[7]

Σύμφωνα με το πόρισμα ομάδας της Ακαδημίας Αθηνών, που προέβη στην χρονολόγησή τους με την μέθοδο της οπτικής θερμοφωταύγειας και του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, οι πυραμίδες του Ελληνικού και της Λήσσης (Λυγουριού), προσδιορίζονται χρονικά στα τέλη της 4ης ή στις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. Συγκεκριμένα, για την πυραμίδα του Ελληνικού, η μέση ηλικία των μεγαλίθων υπολογίζεται από τα αποτελέσματα των μετρήσεων, στο 2720 (± 580, ± 1050 π.Χ). [8]

Στην αρχαία αμαξιτή οδό που ξεκινώντας από Άργος – Μυκήνες έφτανε στην Επίδαυρο, διασώζεται ακόμη σε άριστη κατάσταση Μυκηναϊκή γέφυρα από λαξευτούς ογκόλιθους, μία από τις αρχαιότερες της Ελλάδας ίσως η αρχαιότερη, κοντά στο χωριό Αρκαδικό, στη θέση Καζάρμα.

Ονομαστό ήταν επίσης το Αργείον Εργαστήριον, από όπου πρόβαλε η αυγή της τέχνης, αφού εκεί πρωτοδημιουργούσαν κάθε λογής καλλιτέχνες, ζωγράφοι, γλύπτες, χαράκτες ξυλουργοί, αγγειοπλάστες. Εκεί οι Αργείοι, τέχνας ειδότες έκ προτέρων όπως γράφει ο Παυσανίας (6,10,5), κατασκεύασαν τα πρώτα ξόανα (ξύλινα ομοιώματα) θεών. Σύμφωνα με την Αργεία παράδοση το αρχαιότερο ξόανο της Ήρας, σκαλισμένο σε ξύλο αχλαδιάς, κατασκευάστηκε στο Άργος και αφιερώθηκε στη θεά, από τον βασιλιά Πείρασο, γιο του Άργου.

Στο Άργος επίσης πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά η μετατροπή της ξοανοποιΐας σε μαρμαρογλυφία από τους γιους ή μαθητές του Δαιδάλου Δίποινο και Σκύλλη, που κατέφυγαν εκεί από την Κρήτη, καθώς μας λένε ο Πλίνιος (36,4) και ο Παυσανίας:

«Στο μέρος αυτό, – στις Κλεωνές – είναι ιερό της Αθηνάς, το δε άγαλμά της είναι της τεχνοτροπίας του Σκύλλη και του Διποίνου, αυτοί δε είναι μαθητές του Δαιδάλου υπάρχουν όμως άλλοι που λένε πως ο Δίποινος και ο Σκύλλης ήταν παιδιά του Δαιδάλου από μια γυναίκα που καταγόταν από τη Γορτυνία».[9]

Στο Αργείον εργαστήριον διέπρεψε ο περίφημος γλύπτης και χαλκοπλάστης Αγελάδας, κοντά στον οποίο μαθήτευσαν οι μετέπειτα μέγιστοι καλλιτέχνες Μύρων, Πολύκλειτος και Φειδίας, στον οποίο αναφέρεται και το εξής επίγραμμα: «Φειδίας ο περίθρυλος ο Αττικός ο πλάστης Ο γεγονώς και μαθητής Γελάδου του Αργείου»[10] 

Αργείος ήταν και ο διάσημος αρχιτέκτων Πολύκλειτος, του οποίου έργο είναι το περίφημο – από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα – για την ακουστική του, την αρμονία, το μέγεθος και την αρχιτεκτονική του, θέατρο της Επιδαύρου, καθώς και η αινιγματική θόλος.

Επίσης ο Αργείος ιεροφάντης Τροχίλος κατασκεύασε το πρώτο άρμα, το οποίο αφιέρωσε κι αυτός στην Ήρα: «Ο Αργείος Τροχίλος είναι ο κατασκευαστής της άμαξας. Αυτό το έργο το αφιέρωσε στην πατρώα Ήρα».[11]

Ο κατασκευαστής του Δουρείου Ίππου Επειός (Οδυσσ. Θ, 492), ήταν γόνος Αργείων που είχαν αποικήσει την Φωκίδα.

Η πρώτη κατά τον Α. Σταγειρίτη μακρά ναυς Αργώ, με την οποία ο Ιάσων και οι Αργοναύτες του πραγματοποίησαν την αρχαιότερη υπερπόντια ναυτική επιχείρηση για το χρυσόμαλλον δέρας, ναυπηγήθηκε από τον Άργο, με την βοήθεια της Αθηνάς ή της Ήρας.[12]

Όπως μας πληροφορούν ο Απολλόδωρος και ο Παυσανίας, στο Άργος εφευρέθηκαν οι ασπίδες και εκεί χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά από τους δίδυμους γιους του βασιλιά Άβαντα Ακρίσιο και Προίτο και τον στρατό τους, στον μεταξύ τους πόλεμο για τον θρόνο του Άργους.

«Λένε πως τότε για πρώτη φορά κι αυτοί κι ο στρατός τους κατά τη μάχη που  έγινε ήταν οπλισμένοι με ασπίδες» [13]

Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, (Β,2,1) η διαμάχη τους είχε ξεκινήσει ενώ βρίσκονταν ακόμη στην κοιλιά της μητέρας τους, και όταν ανδρώθηκαν ήρθαν σε πόλεμο, κατά τη διάρκεια του οποίου πρωτοχρησιμοποιήθηκαν οι ασπίδες : «Ούτοι καί κατά γαστρός μέν έτι όντες εστασίαζον προς αλλήλους, ώς δέ ανετράφησαν, περί της βασιλείας επολέμουν, καί πολεμούντες εύρον ασπίδας πρώτοι».[14]

Γι’ αυτό οι Αργείοι αποκαλούνται από τον Αισχύλο «ασπιδηφόρος λεώς». Όταν μετά την μάχη οι αδελφοί συνθηκολόγησαν, επειδή κανένας δεν βγήκε νικητής, για να τιμήσουν αυτούς που έπεσαν στο πεδίο της μάχης, ανήγειραν στον ίδιο τόπο κοινό μεγαλοπρεπές μνημείο σε σχήμα πυραμίδας, σύμφωνα με την παράδοση του Παυσανία, το οποίο διακόσμησαν με ανάγλυφες παραστάσεις αργολικών ασπίδων.

Στα Ηραία, εορτή των Αργείων προς τιμήν της πολιούχου των Ήρας, τελούσαν αγώνες, με έπαθλο στον νικητή μια χάλκινη ασπίδα και στέφανο μυρτιάς.

Στην αρχαιότερη ακρόπολή τους, είχαν αναρτήσει μιαν ασπίδα ως σύμβολο της πόλης. Λόγω του σεβασμού των Αργείων προς αυτήν, είχε προέλθει η παροιμιώδης φράση «ώς τήν έν Άργει ασπίδα καθελών σεμνύνεται».[15]

Ο δε ιδρυτής και πρώτος βασιλιάς των Μυκηνών Περσεύς, εγγονός του Ακρίσιου, εφεύρε τον δίσκο και καθιέρωσε το αγώνισμα της δισκοβολίας: «Εκεί ο Περσεύς, νέος και γεμάτος σφρίγος, ,ένιωθε μεγάλη ευχαρίστηση να επιδεικνύη τα χαρίσματά του, και ιδιαίτερα να ρίχνει μπροστά στον πολύ κόσμο τον δίσκο, που ήταν δική του εφεύρεση».[16]

Στους αγώνες που διοργάνωναν μεταξύ τους οι αρχηγοί της Τρωικής εκστρατείας στην Αυλίδα, ο Διομήδης χαιρόταν με το αγώνισμα της δισκοβολίας:

«Είδα και τον Διομήδη ολόχαρο

από του δίσκου την απόλαψη

και πλάι του τον Μηριόνη…,

τον αντρειωμένο πολέμαρχο

που όλοι τον θαυμάζουν»[17]

Αλλά και σε όλους τους πολεμιστές ήταν το πιο προσφιλές άθλημα η δισκοβολία, όπως μαρτυρούν ο Όμηρος και ο Ευστάθιος:

«οι λαοί στην ακροθαλασσιά με δίσκους

ετέρποντο και με ακόντια που έριχναν και τόξα»[18]

Η Νιόβη κόρη του Φορωνέα και εγγονή του Ινάχου ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία έσμιξε ο Δίας. Από την ένωση τους γεννήθηκαν ο Άργος και ο Πελασγός, από αυτόν δε πρώτοι οι κάτοικοι της Πελοποννήσου πήραν το όνομα Πελασγοί:

«Ο Ζευς και η Νιόβη – ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία πλάγιασε ο Ζευς – γέννησαν τον Άργο, όπως δε λέγει ο Ακουσίλαος και τον Πελασγό, από τον οποίο οι κάτοικοι της Πελοποννήσου ονομάστηκαν Πελασγοί».[19]

Από τον Άργο πήρε το όνομά της και η πολιτεία που πριν λεγόταν Απία, όπως και όλη η Πελοπόννησος, από τον αδελφό της Νιόβης Άπι.

Στο Άργος πρωτοκαλλιεργήθηκε ο σίτος, γι’ αυτό από τον Όμηρο αποκα­λείται πολύπυρον (πυρός και σπυρός = σίτος) και οι αργείτικοι αγροί «άρουραι πυροφόροι» (Ιλιάς Ξ 121). Τον έφερε ο Άργος από την Λιβύη και δίδαξε στους Αργείτες την καλλιέργειά του (Πολέμων απόσπ. 44).

Οι Αργείοι μετά την Ήρα που κατείχε την πρώτη θέση στην λατρεία τους, τιμούσαν · ιδιαίτερα και την Δήμητρα, και την αποκαλούσαν Εύπυρον, Πυροφόρον, Φιλόπυρον και Λίβυσσαν. Λέγανε μάλιστα πως όταν η θεά ήρθε στο Άργος, την φιλοξένησε ο βασιλιάς Πελασγός.[20]

Ο Φείδων απόγονος του πρώτου Ηρακλείδη βασιλιά του Άργους Τήμενου, είναι ο πρώτος Έλληνας που έκοψε αργυρά και χάλκινα νομίσματα και ίδρυσε το πρώτο νομισματοκοπείο της Ευρωπαϊκής Ηπείρου στην Αίγινα, που ήταν Αργειακή αποικία και υπαγόταν στην εξουσία του Άργους: «Καί μέτρα εξεύρε τά Φειδώνια καλούμενα καί σταθμά καί νόμισμα κεχαραγμένον τό τέ άλλο καί τό αργυρούν»[21]

«Ο δε Έφορος λέγει ότι ο Φείδων έκοψε το πρώτο αργυρό νόμισμα στην Αίγινα».[22]

«άφ’ ου ό Φείδων ό Αργείος εδήμευσε τά μέτρα καί σταθμά, κατεσκεύασε καί νόμισμα αργυρούν έν  Αιγίνη… βασιλεύοντος Αθηνών Φερεκλέους».[23]

Τα πρώτα Αργείτικα νομίσματα εικόνιζαν δύο δελφίνια. Αργότερα αντικαταστάθηκαν από παράσταση λύκου, σύμβολο του Δαναού και της λατρείας του Λυκίου Απόλλωνα, στον ναό του οποίου φυλαγόταν το άσβεστο πυρ του Φορωνέως.[24]

Όπως μας πληροφορεί επίσης το Πάριον Χρονικόν, ο Φείδων όρισε τα μέτρα και τα σταθμά που επεκράτησαν σε όλη την Ελλάδα από τον 7ο  π.Χ. αιώνα. Εκτός από τα μέτρα και τα σταθμά, όρισε και τα μέτρα των υγρών. Καθιέρωσε ακόμη και τον πόδα, ελληνική μονάδα μετρήσεως του μήκους.[25]

Οι πρώτες ελληνικές αποικίες ιδρύθηκαν από Αργείους. Καμιά άλλη πόλη δεν ίδρυσε τόσες πολλές αποικίες και στους πλέον απόμακρους τόπους, από τον καιρό των Πελασγών. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, μας διασώζει μια παράδοση που δείχνει πόσο νωρίς οι Αργείοι ξεκίνησαν τις αποικιακές εξορμήσεις τους:

Όταν εξαφανίστηκε η βασιλοκόρη Ιώ, ο πατέρας της Ίναχος επάνδρωνε πλοία και τα έστελνε να την αναζητήσουν σε στεριές και θάλασσες, με την εντολή να μην επιστρέψουν αν δεν την φέρουν μαζί τους. Όταν οι έρευνες απέβαιναν άκαρπες, οι επικεφαλής των αποστολών αναγκάζονταν να παραμένουν σε ξένη γη και να κτίζουν νέες πόλεις, στις οποίες έδιναν συνήθως το όνομα της γενέτειράς τους. Στην ηπειρωτική Ελλάδα, σε πολλά νησιά του Αιγαίου, στην Κύπρο, στα Μικρασιατικά παράλια, στην Κάτω Ιταλία, υπήρχαν πόλεις με το όνομα Άργος. Στην Κρήτη τελούσαν εορτή τα «Ινάχεια».

Αλλά και η εξιστόρηση των περιπλανήσεων της ίδιας της Ιούς, θεωρείται ως μια εξερευνητική επιχείρηση των Αργείων κατά τους προϊστορικούς χρόνους με σκοπό τον αποικισμό, που κατέληξε στην Αίγυπτο:

Πολυάριθμες είναι οι πόλεις που το Άργος έχτισε και εποίκισε στην Αίγυπτο Με το χέρι του Επάφου.[26]

Και τέλος, κάτι επίσης πολύ σημαντικό, το Άργος υπήρξε η γενέτειρα της βασιλικής γενιάς των Μακεδόνων, εξ ου και Αργεία καταγωγή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

  

Υποσημειώσεις


[1] Διοδώρου Σικελιώτου Ιστορική Βιβλιοθήκη, 3,67,1

[2] Ιλιάς Ζ,168. «πέμπε δε μιν Λυκίηνδε, πόρεν δ’ό γε σήματα λυγρά, γράψας έν πίνακι πτυκτώ θυμοφθόρα πολλά,»

[3] Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη Β’ ΙΙΙ, Ι Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Μετ. I. Χατζηφώτη.

«Προίτος δέ πιστεύσας έδωκεν επιστολάς αυτώ πρός Ιοβάτην κομίσαι, έν αίς ενεγέγραπτο Βελλερεφόντην αποκτείναι. Ιοβάτης δέ αναγνούς, επέταξεν αυτόν Χίμαιραν κτείναι…».

(Για να προσδιορισθεί χρονικά το περιστατικό, υπενθυμίζουμε ότι ο Αργείος Ταλαός που πήρε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία, ήταν εγγονός του Προίτου).

[4] Παυσανίου Κορινθιακά 19,2 Εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου. » Αργείοι δέ άτε ισηγορίαν καί τό αυτόνομον αγαπώντες έκ παλαιοτάτου, τά της εξουσίας των βασιλέων ές ελάχιστα προήγαγον».

[5] Αισχύλου Ικέτιδες, στιχ.368. «εγώ δ’αν ου κραίνοιμ’ ύπόσχεσιν πάρος αστοίς δε πάσι των δε κοινώσας πέρι».

[6] Αισχύλου Ικέτιδες, στ. 398 μετ. φιλολογική ομάδα ΚΑΚΤΟΥ. «Είπον δέ καί πρίν, ούκ άνευ δήμου τάδε πράξαιμ’ άν ουδέ πέρ κρατών…»

[7] Παυσανίου Κορινθιακά, 25, 7, εκδ. Ζαχαρ. Μετ. Γιάννη Κορδάτου.

«ερχόμενος δέ έξ Άργους ές τήν Επιδαυρίαν εσίν οικοδόμημα έν δεξιά πυραμίδι μάλιστα εικασμένον, έχει δέ ασπίδας σχήμα Αργολικάς επειργασμένας».

[8] Από σχετική ομιλία του καθηγητή Περικλή Σ. Θεοχάρη στο Ναύπλιο, 15/5/95, που περιέχεται στο βιβλίο του Χρήστου Δ. Λάζου «Πυραμίδες στην Ελλάδα» Εκδ. ΑΙΟΛΟΣ, σελ 183.

Ο Χρήστος I. Πιτερός αρχαιολόγος Δ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, σε μελέτη του με θέμα ΟΙ «ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ» ΤΗΣ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ υποστηρίζει ότι οι «πυραμίδες» ήταν διώροφοι ή τριώροφοι οχυρωματικοί πύργοι και τους χρονολογεί στο β’ μισό του 4ου αι. π.Χ. (Βλ. πρακτικά του Ε’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμ. Γ’, σελ. 370. Άργος-Ναύπλιον 6-10 Σεπτεμβρίου 1995).

[9] Παυσανίου Κορινθιακά, 15,1 εκδ. Ζαχαρόπουλου μτ. Γιάννη Κορδάτου. » Ενταύθα έστιν ιερόν Αθηνάς, τό δέ άγαλμα Σκύλλιδος τέχνη καί Διποίνου μαθητάς  δέ είναι Δαιδάλου σφάς, οί δέ καί γυναίκα έκ Γόρτυνος εθέλουσι λαβείν Δαίδαλον,  καί τόν Δίποινον και Σκύλλον έκ της γυναικός οί ταύτης γενέσθαι».

[10] Ι. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, σελ. 251

[11] «Tertullien de spektae 9: Si vero Trohilos argivus auktor est currus patriae Iunoni id opus suum dedicavit». Τερτυλλιανός

[12] Α. Σταγειρίτη Ωγυγία, βιβλ. Θ ‘σελ.143. «Τό δέ σχήμα της Αργούς ήτο επίμηκες. «Οθεν ωνομάσθη μακρά ναύς. Καί πρώτη μακρά ναύς αυτή εφάνη εις τήν Ελλάδα επειδή μέχρι τότε μετεχειρίζοντο μικρά καί στρογγυλοειδή πλοία».

Και κατά τον Απολλώνιο «ταύτην λέγουσιν πρώτην ναύν γεγενήσθαι».

[13] Παυσανίου Κορινθιακά,25,7, εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γ. Κορδάτου. «συμβαλείν δέ σφάς λέγουσιν ασπίσι πρώτον τότε καί αυτούς καί τό στράτευμα οπλισμένους».

[14] Σύμφωνα με ιστορικούς, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι και ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος στην ελληνική ιστορία έχει την αφετηρία του στο Άργος και ξεκίνησε από τον Ακρίσιο και Προίτο απογόνους του Δαναού, από την κόρη του Υπερμνήστρα.

[15] Το Άργος είχε δύο ακροπόλεις: Η αρχαιότερη και σημαντικότερη σ’ όλες τις εποχές ήταν η Λάρισα, ένα τμήμα της οποίας ονομαζόταν στους ιστορικούς χρόνους Ασπίδα (2800- 1900 π.Χ.) ήταν η κύρια ακρόπολη και βορειότερα υπάρχει μια μικρότερη ακρόπολη της Δειράδας (προφήτης Ηλίας).

[16] Παυσανίου Κορινθιακά,25,3, εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου.

«καί ό μέν Περσεύς οία ηλικία τε ακμάζων καί τού δίσκου χαίρων τω ευρήματι επεδείκνυτο   εις άπαντας…»

[17] Ευριπίδου Ιφιγένεια η εν Αυλίδι 200, εκδ. Πάπυρος, μετ. Α. Παπαχαρίση.

Διομήδεά θ’ ήδοναίς δίσκον κεχαρημένον, παρά δέ Μηριόνην, Άρεος όζον, θαύμα βροτοίσιν.

[18] Ιλιάς Β, 773 Μετ. Κ. Δούκα.

 λαοί δέ παρά ρηγμίνι θαλάσσης δίσκοισιν τέρποντο καί αιγανέησιν ίέντες τόξοισίν θ’.»

«Δίσκοι δέ ώς καί έν Οδυσσεία, λίθοι στρογγυλοί οις χειριζόμενοι ερρίπτουν εις μήκος οί γυμναζόμενοι. Ει δέ ήν έκ σιδήρου, σόλος τό τοιούτον ελέγετο. Τόν αγώνα τούτον κατ’εξοχήν ηγάπων οί Αχαιοί». [ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ]

[19] Απολλόδωρος Β, 1, εκδ. Βιβλιοθήκη των Ελλήνων μετ. I. Χατζηφώτη.

«Νιόβης δέ καί Διός (ή πρώτη γυναικί Ζεύς θνητή εμίγη), παίς Άργος εγένετο, ώς δέ

Ακουσίλαος φησί, καί Πελασγός, άφ ου κληθήναι τούς τήν Πελοπόννησον οικούντας Πελασγούς».

[20] Παυσανίας 1,14,2: «Λέγεται ούν ώς Δήμητραν ές Άργος ελθούσαν Πελασγός δέξαιτο οίκω».

[21] Στράβων Η, 3,33.

[22] Στράβων Η, 375, 16. » Έφορος δ’ έν Αιγίνη άργυρον πρώτον κοπήναι φησίν υπό Φείδωνος «.

[23] Από το Πάριον Χρονικόν.

[24] Από τα Αιγινήτικα νομίσματα που εικόνιζαν θαλάσσια χελώνη, προήλθε ο στατήρας και από αυτόν το εθνικό ελληνικό νόμισμα η δραχμή. Αυτή υποδιαιρέθηκε σε έξι μέρη, τους οβολούς. Στο Ηραίο (ναό της Ήρας) του Άργους, είχαν αναρτηθεί δείγματα αυτών των αρχαίων μονάδων οι οβελίσκοι: «Πρώτος δέ πάντων Φείδων Αργείος νόμισμα έκοψεν έν Αιγίνη, καί διδούς τό νόμισμα, καί αναλαβών τούς οβελίκους, ανέθηκεν τή έν Άργει Ήρα. Επειδή τότε οι οβελίσκοι τήν χείρα επλήρουν, τουτέστι τήν δράκα, ημείς καίπερ μή πληρούντες τήν δράκα τοις έξ οβολοίς, δραχμήν αυτήν λέγομεν, παρά τό δράξασθαι».

(Ωρίων Ετυμολογικόν, – 5ος αι. μ.Χ. – 118,19, λήμμα οβολός).

[25] Ι. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, σελ. 227.

[26] Πινδάρου 10ος Νεμεόνικος στιχ. 5-6, μετ. Β. Λαζανά.  Πολλά δ’Αιγύπτω καταοίκισεν άστη ταις Επάφου παλάμαις»

Read Full Post »

Καββαθάς Βασίλης

 

 

 


 

Ένας «δραματικά ερασιτέχνης», Δημοσιογράφος – φωτογράφος – συγγραφέας – ζωγράφος, Επιδαύριος

 

Καββαθάς ΒασίληςΓεννήθηκε στην Αρχαία Επίδαυρο, («εκεί είδεν το πρώτον φως του ήλιου»!) όπου έμαθε και τα «πρώτα»  γράμματα, με δάσκαλο τον πατέρα του Αθανάσιο Καββαθά. Εκείνος, ως ερασιτέχνης ζωγράφος, τον «εξοικείωσε» και με την ζωγραφική, (με την οποία κατεγίνετο «από τ’ άγρια χαράματα»,) και με την γλυπτική. Με την ιδιότητα του «άτυπου εφόρου αρχαιοτήτων»  είχε την εποπτεία του ευρύτερου αρχαιολογικού χώρου της Παλιάς Επιδαύρου, όπου σε κάθε σπιθαμή γης υπήρχε κι ένα αρχαίο κατάλοιπο, ένα κτέρισμα («πρόβαλε ένα χέρι μαρμάρινο»)… Τ’ αγάλματα που ανακαλύπτονταν τότε το ένα μετά το άλλο (συμπεριλαμβανομένου κι εκείνου που έβγαλε στην επιφάνεια  ο μαθητευομένος ! )* με την δική τους πλέον φροντίδα – πατέρα και γιού – μεταφέρονταν στην αυλή του δημοτικού σχολείου.

Στην «αγκαλιά» τους αναπαύθηκε και ονειρεύτηκε ο «περι ου ο λόγος» υιός, (ο οποίος ειρήσθω ένα παρόδω «υποφέρει από μια ψύξη στα πλευρά – κατάλοιπο της επαφής του με το μάρμαρο»!). Πέραν αυτών, στο «Λογείο» αλλά κυρίως στα άβολα σκαλιά του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου, «εκεί στο κοίλον, μια κουκίδα κι εγώ…» (όπου ανελλιπώς παρακολουθεί τα δρώμενα από το 1954, πενήντα δύο συναπτά έτη, δηλαδή!) έμαθε τα «δεύτερα» γράμματα, ως μαθητής του Αισχύλου, του Ευριπίδη, του Σοφοκλή, του Αριστοφάνη…

Αυτή είναι ουσιαστικά η Παιδεία του, και ο τίτλος σπουδών του- αν υποτεθεί ότι υπάρχει τέτοιος- αυτήν την ένδειξη φέρει «μισό αιώνα συνεπής θεατής του θεάτρου της Επιδαύρου!» αυτή- η Παιδεία – είναι η βάση των πολλαπλών ενασχολήσεων του, με την Δημοσιογραφία, και την φωτογραφία**, επί τρεις δεκαετίες και πλέον σε εφημερίδες και περιοδικά, ραδιόφωνα και τηλεοράσεις, με την συγγραφή 25 βιβλίων, πολλά εκ των οποίων έγιναν «μπέστ-σέλλερ», και την ζωγραφική – έχει επιλεκτικά εκθέσει έργα του στις γκαλερί «Επίπεδα», «Ιανός» και «Μιχαλαριάς ΑΡΤ»… (Πίνακες του βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές).

Οι συνάδελφοί του, δημοσιογράφοι και συγγραφείς, έχουν αποφανθεί κατά καιρούς για τις δημοσιογραφικές και λογοτεχνικές του επιδόσεις, και, εν ολίγοις, οι πρώτοι διατείνονται ότι «είναι πολύ καλός φωτογράφος» και οι δεύτεροι «εξαιρετικός ζωγράφος»! Ο ίδιος θεωρεί εαυτόν «δραματικά ερασιτέχνη» σε ότι κάνει-κάνοντας χρήση της γνωστής ρήσης του Γ.Σεφέρη «οι Έλληνες είναι δραματικά ερασιτέχνες…»

Όπως και νά΄χουν τα πράγματα η περίπτωση του Βασίλη Καββαθά είναι μια  περίπτωση για επανεξέταση. Δεδομένου ότι εν Ελλάδι «ελαφρά τη καρδία κρίνεται» κι αυτός, και με μόνο στοιχείο την εντύπωση που προκαλεί ( θετική η αρνητική) «άμα τη εμφανίσει» στο γυαλί … Λαμβανομένου υπ’ όψη του γεγονότος ότι θεωρεί … «την δημοσιογραφία και, εξ αυτής, διασημότητα «πνευματική διαταραχή»- εκδηλούμενες εις την πρωτεύουσα-και την ζωγραφική «θεραπευτική αγωγή…» εις το Αβατον της Επιδαύρου.

Δεν δήλωσε ποτέ ποιητής ή ζωγράφος. Δεν άντεχε την «ελληνική χλεύη»…

 

Υποσημειώσεις

 

 

 


* Ενα απόβροχο είχε ξεμυτίσει από την γη ένα χέρι σπασμένο, το οποίο λες και μου έγνεφε να πλησιάσω… Ηταν το άγαλμα που σας έλεγα… Αργότερα με ένα Γερμανό ερευνητή – επιγραφολόγο εντοπίσαμε το Μικρό Θεάτρο της Επιδαύρου, στο οποίο σήμερα δίδονται οι μουσικές παραστάσεις… Τότε έκανα και την πρώτη παρουσίασή του στον «Ταχυδρόμο»… (απόσπασμα από το βιογραφικό του)

** Τα φωτογραφικά του ντοκουμέντα από την Αιθιοπία (με προλογικά κείμενα του Γιάννη Ρίτσου  του Αντώνη Σαμαράκη και του ιδίου) έγιναν λεύκωμα και εκδόθηκαν από τις εκδόσεις ΑΛΚΥΟΝ-ΜΠΕΛΛ και ταυτόχρονα εξετέθησαν στην Εθνική Πινακοθήκη και στο Φωτογραφικό Κέντρο Αθηνών το 1985.

 

Εργογραφία

 

 

 


 

Παιδικό

Ο νάνος και ο γλάρος. Αθήνα, Γνώση, [χ.η].

Ποίηση

Η άλλη Ελένη. Αθήνα, Αλκυών, [χ.η].

Όλη νύχτα. Αθήνα, Καστανιώτη, 1995. Σελ.: 61.

Πεζά

50+1 γράμματα από έναν αυτόχειρα. Αθήνα, Γνώση, [χ.η].

Το επόμενο πραξικόπημα. Αθήνα, Στρατηγικές Εκδόσεις, 1987. Σελ.: 348.

Ο Θεός κι η ψυχή μας. Αθήνα, Καστανιώτη, 1994. Σελ.: 182.

Το δεύτερο φουστάνι. Αθήνα, Καστανιώτη, 2000. Σελ.: 210.

Θεατρικά

Αλφαβητάριο. Αθήνα, Καστανιώτη, 1993. Σελ.: 245.

Μυθιστορήματα

Ο πειρατής με τη μερσεντέ. Αθήνα, Καστανιώτη, 1994. Σελ.: 262.

Ο ιός του Θεού. Αθήνα, Καστανιώτη, 1995. Σελ.: 235.

Το πακέτο. Το μερτικό των αγγέλων. Αθήνα, Καστανιώτη, 1997. Σελ.: 295.

Ωραίο το φουστάνι σου, Γιώργο μου. Αθήνα, Καστανιώτη, 2000. Σελ.: 347.

Βιογραφίες

Το άλογο και το παράλογο 1. Αθήνα, Στάχυ, 2001. Σελ: 230.

Το άλογο και το παράλογο 2. Αθήνα, Στάχυ, 2001. Σελ: 347.

Το άλογο και το παράλογο 3. Αθήνα, Στάχυ, 2001. Σελ; 110.

Μελέτες

Οι τοιχογραφίες της Επιδαύρου. Αθήνα, Κάκτος, 2003.

Who is who, ποιος είναι ποια. Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2005. Σελ.: 302.

Άλλες Εκδόσεις

Επιμέλεια

Το ημερολόγιο μιας θεατρίνας. Αθήνα, Καστανιώτης, 1991, σελ. 166.

Εν λευκώματι. Αθήνα, Καστανιώτης, 1998, σελ. 156.

Συλλογικό έργο

Περί σχεδίου ο λόγος. Συλλογικό έργο. Αθήνα, Κάκτος, 2006. Σελ.: 167.

Θέα Επιδαύρου, Βιβλιοθήκη – Πινακοθήκη, Φύλλα τέχνης 1, Εκδόσεις Πάραλος, 2009. 

 

Πηγές

 

  

 


 

Read Full Post »

Η φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας  – Αγγελική  Χατζημιχάλη


  

Η Αγγελική Χατζημιχάλη, η μάνα της ελληνικής λαογραφίας, ταξιδεύει σ’ όλη την Ελλάδα οπού   οι γνήσιοι, απλοί άνθρωποι της υπαίθρου την αγκαλιάζουν και της προσφέρουν την καθημερινότητά τους, της ανοίγουν τη ζωή τους στα μάτια της με τα ήθη, τα έθιμα, τον τρόπο παρασκευής ή κατασκευής από φαγητά, γλυκά, υφαντά μέχρι ξυλόγλυπτα, ασημικά, κεραμικά…  στο παρακάτω άρθρο μας περιγράφει με ζωντάνια την φορεσιά της  Αργολιδοκορινθίας.

 

Η επίσημη φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας (Μουσείο Μπενάκη)

Η επίσημη φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας (Μουσείο Μπενάκη)

Η φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας ξαπλώνονταν σε όλες τις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά του νομού αυτού. Ο μεγάλος αυτός νομός που αρχίζει από την Περαχώρα, έχει δηλ. βορεινά τα Γεράνια όρη και μέρος του Κορινθιακού κόλπου, δυτικά τα βουνά της Κυλλήνης ( Ζήρειας ), νότια τα βουνά του Αρτεμισίου και τον Αργολικό κόλπο, ανατολικά την χερσόνησο της Ερμιονίδος επί του Σαρωνικού κόλπου και φθάνει μέχρι του ισθμού της Κορίνθου, είχε μια κοινή φορεσιά. Στη μεγάλη αυτή περιοχή επικρατούσε η γνωστή φορεσιά με το σιγκούνι με παραλλαγές μονάχα στα κεντήματα που είχαν στο ποκάμισο, ο τζάκος, η τραχηλιά, η ποδιά. Τα κεντήματα αυτά γινωμένα όλα με μετάξια διακρίνονταν για τον πλούτο, την ιδιομορφία, και την ποικιλία τους. Δημιούργημα της ορεινής Κορινθίας ήταν γνωστά με την ονομασία ως κεντήματα της Στυμφαλίας, της πασίγνωστης από την αρχαιότητα θρυλικής λίμνης η οποία μαζί με την κοιλάδα του Φενεού αποτελούσαν το μεγαλύτερον και ευφορώτερον υψίπεδον της Ζήρειας.

Τα κεντήματα που επικρατούσαν σε ολόκληρη την Αργολιδοκορινθία θεωρούνται από τα εκλεκτότερα της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδος. Έχουν παλιότατη παράδοση σε διακοσμητικά γεωμετρικά θέματα, τεχνοτροπία, χρωματισμούς και ιδιότυπη τεχνική μέθοδο. Είναι όλα μετρητά. Γίνονται δηλ. μετρώντας τις κλωστές του υφάσματος. Για τα κεντήματα αυτά απαιτείται να γίνει κάποτε εκτενής και λεπτομερής μελέτη.

Η φορεσιά διακρίνονταν σε καθημερινή, γιορτινή και νυφική. Τα τμήματά της μοιάζουν με τα τμήματα των στολών της Αττικής, Ελευσίνας, Τανάγρας, Αταλάντης, Αράχωβας κλπ. Όπως και σε κείνες έτσι και σ’ αυτή κύριο τμήμα τους είναι το σιγκούνι που δεν αποχωρίζονταν ποτέ οι γυναίκες ακόμη και στον ύπνο τους. Το θεωρούσαν ντροπή να δεί ο άντρας γυναίκα χωρίς σιγκούνι.

Η καθημερινή φορεσιά είχε διαφορά από την γιορτινή και τη νυφική κυρίως στα κεντήματα. Η καθημερινή ήταν εντελώς σκέτη και είχε ολίγα ή και ελάχιστα κεντήματα, ενώ η γιορτινή και η νυφική είχαν πολλά μεταξωτά κεντίδια σε όλα τα τμήματά τους. Μόνες τους οι γυναίκες γνέθαν το μπαμπάκι, ύφαιναν τα υφάσματα και μόνες τους τα κεντούσαν.

Τα μπαμπάκια τα παίρνανε από το Άργος και τα γνέθανε μαζεμένες καμιά δεκαριά μαζί τα βράδια, πότε στο ένα και πότε στο άλλο σπίτι. Μετάξια δεν βγάζαν όλες οι οικογένειες. Οι πλουσιώτερες τρέφανε μεταξοσκώληκες και αυτές δίνανε στις άλλες όσα κουκούλια χρειάζονταν. Οι ίδιες κατεργάζονταν το μετάξι και το γνέθανε μόνες ρόκα – αδράχτι δηλ. στριμμένο ίσια, λεπτό, κατάλληλο για κέντημα. Ύστερα το βάφανε με διάφορα χρώματα. Για το ποκάμισο και την ποδιά προτιμούσαν το καφετί και το μαύρο και κάπου κάπου βάζανε μερικά τμήματα από κέντημα γινωμένο άλλοτε με κόκκινο άλλοτε με γαλάζιο ή κίτρινο χρώμα. Γι’ αυτό γενικός χρωματισμός σε όλα τους σχεδόν τα ποκάμισα είναι το καφετί ή το μαύρο που ποικίλλονται σποραδικά με τα λίγα παραπάνω χρώματα που αναφέραμε.

Η τραχηλιά όμως είχε άλλοτε αυστηρούς και άλλοτε ζωηρούς χρωματισμούς. Στην περιοχή της Στυμφαλίας και του Φενεού σε όλη την ψηλή περιφέρεια της Ζήρειας ήταν καφετιά σκούρα, ενώ σε όλα τα πεδινά μέρη, στο Άργος, στην Νεμέα, στην Επίδαυρο επικρατούσε το κόκκινο χτυπητό χρώμα.

Τη φορεσιά αποτελούν: Το μισοφόρι, το ποκάμισο, ο μπούστος, ο ονομαζόμενος διμινό με τα πανωμάνικα, τα κατωμάνικα, το σιγκούνι ή η σιαγκούνα, το γιουρντί, η τραχηλιά, το ζωνάρι, η ποδιά.

 

Κόρη με παραδοσιακή ενδυμασία του Άργους

Κόρη με παραδοσιακή ενδυμασία του Άργους

 

Ο κεφαλόδεσμος αποτελείται από το τσεμπέρι, τη μαντήλια και τη μπόλια ή το μεσάλι. Τα κοσμήματα είναι: Οι αλυσίδες ή τα λεντίκια, η καδένα με τον σταυρό, τα καρφιτσάλια (οι καρφίτσες), τα πετάλια (βραχιόλια). Γενικά τα κοσμήματα είναι παρόμοια με τα γνωστά στις φορεσιές της Αττικοβοιωτίας, και σε όλες τις φορεσιές με το σιγκούνι, κλπ. Όπως π.χ. οι αλυσίδες, η καδένα με τον σταυρό (εικ. 9), είναι αλυσίδες διάφορες με στρογγυλές πλάκες και ιδιότυπα σχέδια ( ο σταυρός, η Παναγία και πολλά άλλα) ή με τα κρεμασμένα νομίσματα και παράδες, τ’ άσπρα.

Το μισοφόρι, που βάζουνε πρώτο πρώτο είναι το εσωτερικό πουκάμισο. Μαλομπάμπακο, είχε φύλλα φαρδιά και λοξά και χρώμα ολόλευκο. Το στιμόνι γινωμένο με μπαμπάκι το γνέθαν ίσια στ’ αδράχτι για να είναι καλά στριμμένο και το μάλλινο υφάδι δρούγα στ’ αδράχτι για να είναι να είναι απαλό. Το σχήμα του ήταν όμοιο με το ποκάμισο και δεν είχε κανένα στολισμό. Το ποκάμισο, παλιότερα ήταν μακρύ. Γινόταν από χοντρό μπαμπακερό χειρίσιο ύφασμα του αργαλειού. Λεγόταν κοντό, γιατί δεν είχε μανίκια όπως δεν είχαν τα άλλα ποκάμισα της Αττικής, Ελευσίνας, Τανάγρας κλπ. Αργότερα όμως άρχισαν να βάζουν κεντητά μανίκια για ν’ αποφεύγουν τα κατωμάνικα. Στο ποδόγυρο και στα μανίκια το ποκάμισο είχε λιγώτερα ή περισσότερα κεντήματα ανάλογα με τον προορισμό του, καθημερινό, γιορτινό, νυφιάτικο. Εξαιρετικό ποκάμισο ήταν το νυφικό διακοσμημένο μπροστά με μακριές όρθιες ταινίες – κολόνες, που φθάναν έως τη μέση, και λεγόταν κολονάτο. Είχε όμως και άλλες όρθιες ταινίες ολόγυρα μικρότερες. Αλλά και στ’ άλλα ποκάμισα βάζαν κεντήματα ιδιότυπα και μοναδικά στο είδος τους των οποίων δυστυχώς δεν έχουν σωθεί τα ονόματα των σχεδίων.

Στα εξαιρετικά αυτά πρότυπα όλα γεωμετρικά βρίσκομε και διάφορες επιδράσεις από τις γύρω περιοχές όπως π.χ. το ποκάμισο που έχει κέντημα Αττικής στον ποδόγυρο, άλλο ποκάμισο που έχει κέντημα Αράχοβας στα μανίκια και το ποκάμισο με σχέδιο της Τανάγρας τα παιδιά που χορεύουν, στα μανίκια κλπ. Οι γριές φορούσαν ποκάμισα χωρίς κεντήματα. Το νυφικό ποκάμισο το δίνανε να το φορέσουν άλλες δύο νύφες κι’ ύστερα το κρύβανε στην κασέλα για να το βάλουν σάβανο στη νεκραλλαξιά στο μεγάλο ταξίδι.

Ο μπούστος το διμινό, είναι κοντός, παρόμοιος στο σχήμα με το τζάκο της Αττικής κλπ., συγκρατεί τα κεντητά μανίκια που φθάνουν ως τον αγκώνα, τα πανωμάνικα. Έχει κι’ αυτός στα μανίκια όμορφα και ιδιόρρυθμα κεντήματα. Το μπούστο κατάργησαν τα τελευταία χρόνια και στη θέση του βάλανε μανίκια. Τα κατωμάνικα, είναι τα μανίκια που πέφτουν κάτω από τα πανωμάνικα του διμινού και στερεώνονται πρόχειρα στα μανίκια του. Έχουν κι’ αυτά όμορφα ιδιότυπα κεντήματα, όμοια στα σχέδια με τα κεντήματα που έχουν τα πανωμάνικα. Κι αυτά καταργήθηκαν όταν βάλανε μανίκια στο ποκάμισο. Το σιγκούνι ή η σιαγκούνα ήταν ολόασπρη και μακριά. Το ύφασμά της ήταν μάλινο, δίμιτο του αργαλειού νεροτρουβιασμένο και το λέγανε ράσικο. Όταν πάλιωνε το βάφανε γαλάζιο σκούρο σαν μούρο. Η βαφή του γινόταν μ’ ένα θάμνο σαν κουμαριά τον λεγόμενο μελεγύ. Στο βάψιμο ρίχνανε αντί για στήψι, βιτριόλι. Η σιγκούνα ( το ύφασμα) είχε φάρδος 0,35 μ. πόντους όταν τη φέρνανε από τη νεροτριβή.

Η καθημερινή φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας ( από το κάτω Μπέλεσι του Άργους)

Η καθημερινή φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας ( από το κάτω Μπέλεσι του Άργους)

Σαν την ράβανε οι ντόπιοι ραφτάδες, την κόβανε σε 7 κομμάτια, λόξες και την κεντούσαν ολόκληρη πλάκα με μαλλιά γαλαζοπράσινα. Το κέντημά της έμοιαζε με το κέντημα της παλιάς γαλάζιας σιγκούνας της Αττικής. Αυτή τη σιγκούνα τη συνήθιζαν αργότερα για καθημερινή και φτιάσανε άλλη για καλή με ωραία πολύπλοκα σχέδια γινωμένα με πολύχρωμα μεταξωτά κορδονάκια. Η σιγκούνα αυτή άρχισε σιγά σιγά να κονταίνει, να γίνεται κομψότερη ενώ κρατούσε τον ίδιο πολύχρωμο διάκοσμό της. Οι γριές δεν φορούσαν σιγκούνα αλλά γιούρντα. Η γιούρντα ήταν πάντα γαλάζια σκούρα σα μαύρη και είχε φλόκια εσωτερικά σαν της Αττικής περίπου. Ολόγυρα και στις μασχάλες για να μη ξεφτάει την ρέλιαζαν με τσόχα το ρούχο, όπως και τις σιαγκούνες.

Το ρέλιασμα το λέγανε φυτιλάκι. Η γιούρντα ήταν πάντα γαλάζια σκούρα ή μαύρη και άσπρο ολόγυρα το φυτιλάκι. Κάτω στο τελείωμα, στις δύο γωνίες είχε από μια φούντα άσπρη. Οι γιούρντες ήταν μακριές μέχρι τα γόνατα και οι παλιές σιαγκούνες πολύ πιο κάτω από την περιφέρεια.

Η τραχηλιά, δεν έλειπε ποτέ από καμιά φορεσιά. Ήταν γινωμένη από ύφασμα μπαμπακερό, πανί δίμιτο του αργαλειού κι’ είχε όμορφα γεωμετρικά σχέδια κεντημένα με μετάξια, σε παλιότατη παράδοση και ιδιόρρυθμα σχέδια.

Πολλών το βάθος είναι κατακόκκινο και ποικίλεται με πράσινα μετάξια. Άλλα είναι γινωμένα ολόκληρα με καφέ χρωματισμό. Τα κεντήματα αυτά αξίζουν ιδιαίτερα την προσοχή και την μελέτη μας. Το ζωνάρι, μάλλινο υφασμένο στον αργαλειό, είχε στιμόνι και υφάδι διπλά στριμμένο. Το βάφαν κρεμεζί δηλ. βυσσινί σκούρο κι’ άλλοτε κόκκινο με ριζάρι. Το μάκρος του ήταν δύο οργιές ή πέντε πήχες. Η κάθε οργιά είχε μάκρος όσο είναι και τα δύο χέρια ανοιγμένα δηλ. 2,50 πήχες. Το φάρδος του ήταν 0,30 μ. Το δίπλωναν στα δύο κι’ έτσι το φάρδος γινόταν 0,15 μ. Διπλωμένο το γύριζαν αρκετές βόλτες στη μέση και τα μεγάλα κρόσια του 0.20 μάκρος και τ’ άφηναν να πέφτουν στα πλάγια.

Η ποδιά, δεν έλειπε κι’ αυτή ποτέ από τη φορεσιά. Ήταν από πανί δίμιτο του αργαλειού. Το σχήμα της και ο στολισμός της αποτελούν υπόδειγμα μοναδικό ανάμεσα στις ελληνικές ποδιές. Η καλή νυφική ποδιά είχε σχέδιο κολονάτο που έμοιαζε με του ποκάμισου.

Ο κεφαλόδεσμος. Τον καθημερινό τον αποτελούσαν το τσεμπέρι και η μαντίλια. Το τσεμπέρι, μπαμπακερό μαντίλι με σταμπωτά λουλούδια, το δίπλωναν τριγωνικά και το φορούσαν με τις άκρες στριφογυρισμένες γύρω από το κεφάλι. Πάνω από το τσεμπέρι έπεφτε η μαντίλια. Οι νιές βάζανε κίτρινη μαντίλια με λουλούδια σταμπωτά κι’ οι γριές μαύρη με λίγα χρωματιστά λουλούδια. Η νύφη κι’ όλες οι άλλες γυναίκες στο γάμο, στα πανηγύρια, στις μεγάλες γιορτές, τα Χριστούγεννα, τη Λαμπρή, στις γιορτές των ανδρών τους, φορούσαν πάνω από το τσεμπέρι τη μπόλια ή το μεσάλι. Η μπόλια ή το μεσάλι, είχε μεγάλη διάδοση γύρω σ’ όλη την περιφέρεια.

Φαίνεται πως την φορούσαν τον παλιό καιρό από τα Βίλλια του Κιθαιρώνα ίσαμε την Τσακωνιά και σ’ όλη την Αργολιδοκορινθία. Η μπόλια ή το μεσάλι γινόταν από μπαμπακερό δίμιτο ύφασμα που είχε πλάτος 0.35. Το μάκρος της τον παλιό καιρό ήταν άλλοτε 1,95, άλλοτε 2,70 και άλλοτε 2,90. Τα πλατειά μεταξωτά κεντήματα στις δύο άκρες της μπόλιας πιάνανε όλο το πλάτος του υφάσματος. Είχαν ύψος περίπου 0,30 – 0,50 μ. ανάλογα με τον πλούτο της φορεσιάς και κατέληγαν σε πλούσια κρόσια, με φούντες 0,20 μ. μάκρος. Το κέντημα και τα κρόσια ήταν ολομέταξα σε ποικίλα χρώματα, συνήθως ολοκόκκινα ή καφέ σκούρα, πράσινα κλπ. Οι βελονιές των κεντημάτων ήταν ποικίλες: γαζοβελονιά, πισωβελονιά, σταυροβελονιά και ατζαλωτή βελονιά. Τα ιδιόρρυθμα αυτά κεντήματα έχουν πλήθος σχεδίων και χρωματισμών. Πολλά μάλιστα είναι επηρεασμένα από κεντήματα της Λειβαδιάς των Θηβών και σε αρκετά βρίσκουμε τη Σαρακατσάνικη επίδραση. Τη μπόλια δεν ξέρομε πως τη δένανε τα παλιά χρόνια που γινόταν μακριά. Αργότερα όμως σαν κόντηνε απλωνόταν πάνω στο κεφάλι. Το πλάτος του υφάσματος το σκέπαζε ολόκληρο. Η μια της άκρη η κεντημένη διπλώνονταν γύρω γύρω σαν κουλούρα και στόλιζε το κεφάλι σαν στεφάνι πάνω από το μέτωπο, ενώ οι φούντες πέφτανε πάνω στο δεξί μάγουλο. Η άλλη άκρη της μπόλιας απλώνονταν πάνω στη ράχη έτσι που το πλούσιο κέντημά της να την στολίζει. Σαν κατάργησαν τη μπόλια οι χωρικές της Αργολιδοκορινθίας βάλανε όλες τσεμπέρι και μαντίλι.

Το τσεμπέρι, άσπρο μπαμπακερό μαντίλι, δένανε σφιχτά στο κεφάλι για να συγκρατεί τα μαλλιά. Πάνω στο τσεμπέρι ρίχνανε το μεγάλο άσπρο μπαμπακερό μαντίλι που είχε στους γύρους σταμπωτό διάκοσμο λουλούδια, κλάρες κλπ. Από τα ιδιότυπα έθιμα του γάμου που μοιάζουν με τ’ άλλα ελληνικά, αναφέρομε των αδελφοποιτών, βλάμηδων. Ένα βλάμη με τους δυο γονιούς του να ζούνε, είχε η νύφη κι’ άλλον ένα ο γαμπρός. Αυτοί είχαν το πρόσταγμα σε όλα τα έθιμα του γάμου. Ο βλάμης του γαμπρού όταν πέρνανε τη νύφη από το σπίτι της πήγαινε μπροστά και κρατούσε το φλάμπουρο, που αποτελούνταν από ένα καλάμι που είχε στην κορφή του ένα σταυρό, μ’ ένα μήλο στολισμένο με γαρύφαλλα. Ένα κόκκινο μαντήλι από τουλπάνι απλώνονταν σαν σημαία. Τα προικιά που πέρνανε ήταν ανάλογα με την οικονομική κατάσταση της κάθε νύφης. Τέσσερα – πέντε σιγκούνια, τέσσερα – πέντε μισοφόρια, πέντε – έξη ποκάμισα με διάφορα σχέδια κλπ. Όταν φθάνανε οι νιόνυμφοι ύστερα από τη στέψη στο σπίτι της πεθεράς, η πεθερά τους έδινε μια κουταλιά μέλι, τους έδενε με το μαντίλι και τους τραβούσε μέσα για να είναι ενωμένοι σ’ όλη τους τη ζωή και να μη μαλώνουν.

Σήμερα η στολή έχει πολύ απλοποιηθεί. Κι αυτήν ακόμα την φοράνε μόνον μερικές και σε γιορταστικές περιστάσεις. Το ποκάμισο έγινε μια μπλούζα και μια φούστα. Την μπλούζα τη λένε μπόλκα κι’ είναι συνήθως γινομένη από αλατζά. Φοράνε ένα τριανταφυλλί μεσοφόρι και η φούστα έχει κοφτά κεντήματα ξεκινά για να φαίνεται το ρόζ μεσοφόρι. Ο μπούστος και τα κατωμάνικα φυσικά καταργήθησαν. Το σιγκούνι κόντηνε κι’ έγινε λίγο πιο κάτω από τη μέση ενώ εξακολουθεί να έχει τα παλιά του κεντήματα. Η γιούρντα καταργήθηκε όπως και το ζωνάρι. Η τραχηλιά έγινε απλουστάτη, με χασέ και με κεντήματα που τα λένε αραδίτσες.

                                                                            

Αγγελική  Χατζημιχάλη

  

Πηγή


  • Αγγελική  Χατζημιχάλη, «Η φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, Αθήναι, 1963.

Read Full Post »

Ίσυλλος

 

Ποιητής από την Επίδαυρο. Έζησε το 300 π.Χ. Στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου, βρέθηκε πλάκα με έξι ποιήματά του, εκ των οποίων το ένα ήταν αφιερωμένο στον « Απόλλωνα και τον Ασκληπιόν». Από αυτό το ποίημα ενισχύεται η παράδοση της Θεσσαλικής καταγωγής του Ασκληπιού.

 

Σύμφωνα λοιπόν με τον Ισύλλο, ο Φλεγύας δεν ήρθε από την Θεσσαλία στην Πελοπόννησο αλλά ήταν από την Επίδαυρο.  Παντρεύτηκε όμως γυναίκα από την Θεσσαλία, την ωραία Κλεοφήμη, κόρη της Μούσας Ερατώς και του Μάλου.

 

Από την Κλεοφήμη ο Φλεγύας απέκτησε μια κόρη, την Αίγλη ( Άσγλη), η οποία ονομάστηκε Κορωνίς. Ο Απόλλωνας την είδε, την ερωτεύτηκε και κοιμήθηκε μαζί της. Από αυτή την ένωση γεννήθηκε ο Ασκληπιός.

 

Τα ποιήματα αυτά γραμμένα σε πλάκα ύψους 1,27 και πλάτους 0,53 τα βρήκε ο αρχαιολόγος Παναγής Καββαδίας, στις ανασκαφές  του 1884.

 

 

Πηγή

 

  • Παναγής Καββαδίας, « Το ιερόν του Ασκληπιού εν Επιδαύρω και η θεραπεία των ασθενών», Αθήνησιν, 1900.

Read Full Post »

Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου

 

 

Γενικά

 

Στην Ακρόπολη της αρχαίας πόλης της Επιδαύρου και στην Ν.Δ. πλαγιά της, ιδρύθηκε σε παλαιότερη του Ασκληπιείου περίοδο, το μικρό θέατρο, για τις δημόσιες ανάγκες έκφρασης της εποχής, κυρίως όμως για τα δρώμενα της Διονυσιακής λατρείας, γι’ αυτό και ήταν αφιερωμένο στον θεό Διόνυσο. Από τις αφιερωματικές επιγραφές, προκύπτει ότι η κατασκευή του θεάτρου, πραγματοποιήθηκε τον 4ο π.Χ. αι., από χορηγίες εξεχόντων αρχόντων και επιλέκτων προσώπων της τοπικής κοινωνίας, εκείνης της εποχής.

 
Χαρακτηριστικό του θεάτρου είναι οι επιγραφές, που αποτελούν ένα πραγματικό – ζωντανό μουσείο. Για τον λόγο αυτό αποκαλείται και «λαλούν θέατρο». Μετά από 23 αιώνες σιωπής, το 1971 άρχισε η ανασκαφή του.


Κάθε Ιούλιο, εδώ στο μικρό θέατρο, πραγματοποιούνται σημαντικές μουσικές εκδηλώσεις από το Υπουργείο Ανάπτυξης, το οποίο τις εντάσσει στο πρόγραμμα των θερινών πολιτιστικών δραστηριοτήτων του Ε.Ο.Τ., που με την σειρά του, από το 1998 έχει αναθέσει την οργάνωση παραγωγής & εκτέλεσης των προγραμμάτων του «Μουσικού Ιουλίου», στον οργανισμό Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.

 

Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου

Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου

 

Ίδρυση

Η αρχική μορφή του θεάτρου της πόλης της Επιδαύρου τοποθετείται στον 4ο π.Χ. αι. Αντίθετα από το διάσημο, περίπου σύγχρονο θέατρο του Ασκληπιείου που προοριζόταν να δεχτεί μεγάλα πλήθη προσκυνητών από ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο κατά τις εορτές, αυτό προοριζόταν να καλύψει μόνο τις ανάγκες των κατοίκων της μικρής πόλης. Έτσι το μέγεθός του ήταν πολύ μικρότερο (9 κερκίδες με 18 σειρές εδωλίων, χωρητικότητας περίπου 2.000 θέσεων). Όλα τα λίθινα εδώλια φέρουν επιγραφές με ονόματα αξιωματούχων – χορηγών από τα οποία μαθαίνουμε ότι το επιδαύριο θέατρο ήταν αφιερωμένο στο θεό Διόνυσο. Η κατασκευή του θεάτρου πρέπει να διήρκεσε από τον 4ο π.Χ. αι. μέχρι τα Ελληνιστικά χρόνια. Κατά τη διάρκεια της Ρωμαιοκρατίας το θέατρο υπέστη ριζική αναμόρφωση, τα εδώλια αναδιατάχθηκαν, η ορχήστρα έγινε ημικυκλική και το αρχικό σκηνικό οικοδόμημα έδωσε τη θέση του σε ένα νέο, χτισμένο πλησιέστερα στο κοίλο. Ο χώρος φιλοξενούσε παραστάσεις δράματος και άλλες θρησκευτικές και δημόσιες εκδηλώσεις της πόλης. Ο Παυσανίας που επισκέφθηκε την πόλη της Επιδαύρου στα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ. αναφέρει τους ναούς, την αγορά και το λιμάνι αλλά για το θέατρο δεν κάνει λόγο.

Αρχαιολογικό χρονικό

Το μικρό θέατρο της Επιδαύρου λειτούργησε επί περίπου επτά αιώνες. Όταν εντοπίστηκε ήταν ολοκληρωτικά καλυμμένο από έναν ελαιώνα. Η ανασκαφή του ξεκίνησε από την Ευ. Δεϊλάκη στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 και εξελίχθηκε αργά. Για αρκετά χρόνια μεμονωμένοι κυβικοί όγκοι χώματος με ελαιόδεντρα προεξείχαν ανάμεσα στα εδώλια του ημιανεσκαμμένου κοίλου προσφέροντας ένα περίεργο θέαμα στους επισκέπτες που αντίκριζαν το χώρο από την περίφραξη. Ύστερα από διακοπή, η ανασκαφή ξανάρχισε τη δεκαετία του ΄90 και συνεχίζεται πλέον συστηματικά μέχρι σήμερα μαζί με εργασίες αναστήλωσης και ανάδειξης από την Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου (ΕΣΜΕ) του ΥΠ.ΠΟ.. Αποκαλύφθηκε η μορφή που είχε πάρει το θέατρο κατά τη ρωμαϊκή περίοδο. Η θέση του προσκηνίου ήταν κοντά στο κοίλο δίνοντας στην ορχήστρα ημικυκλική περίπου μορφή. Από το κατώτερο τμήμα του τοίχου του προσκηνίου σώζονται κάποια τμήματα, ενώ σε καλύτερη κατάσταση είναι ο τοίχος της σκηνής που είχε επενδυθεί με ορθοστάτες, κίονες, κλπ. Κατά την ύστερη ρωμαϊκή εποχή το προσκήνιο διαμορφώθηκε διαφορετικά. Από την τελευταία αυτή φάση σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση ο τοίχος του προσκηνίου. Τα λίθινα εδώλια που λείπουν από τις ανώτερες σειρές χρησιμοποιήθηκαν κατά την ύστερη αρχαιότητα για την κατασκευή οχυρωματικού τείχους στην κορυφή της χερσονήσου. Μέρος του κοίλου και του σκηνικού οικοδομήματος καλύπτεται από την παρακείμενη αγροτική οδό. Μία παλιά διώροφη κατοικία ορθώνεται ακόμη πίσω από το χώρο της σκηνής. Ως αποτέλεσμα των εργασιών αποκατάστασης που πραγματοποιεί η ΕΣΜΕ στο αρχαίο θέατρο είναι και η συνεχής αύξηση των διατιθεμένων θέσεων για τις θερινές παραστάσεις (σήμερα διατίθενται περίπου 800 θέσεις).

Πηγές

 

  • Δήμος Επιδαύρου
  • Υπουργείο Πολιτισμού
  • Ελληνικό Φεστιβάλ

  

Read Full Post »

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου – Ανασκαφές του 1881

 

 

Επιδαυρίους δε εστι θέατρον εν τω ιερώ μάλιστα εμοί δοκεί θέας άξιον. Τα μέν γάρ Ρωμαίων πολύ δή τι υπερείχε των πανταχού τω κόσμω μεγέθει δε Αρκάδων το εν τη Μεγάλη πόλει˙ αρμονίας δε ή κάλλους ένεκα αρχιτεκτόνων ποίος ες άμιλλαν Πολυκλείτω γένοιτ᾽ αν αξιόχρεως. Πολύκλειτος γάρ και θέατρον τούτο και οίκημα το περιφερές ο ποιήσας ήν. ( Παυσανίας)

 

 

Καββαδίας Παναγής

Μέχρι το 1881 το θέατρο της Επιδαύρου θαμμένο στην χαράδρα του Κυνάρτειου όρους, έμενε σιωπηλό κρατώντας μυστική την αρχαία του δόξα. Ένας Κεφαλλονίτης όμως, ο Παναγής Καββαδίας, μετά τις σπουδές του, έταξε σκοπό της ζωής του την αποκάλυψη των αρχαιοτήτων  της Επιδαύρου και την δημιουργία Μουσείου. Βαθύς γνώστης όλων των σχετικών πληροφοριών και των αρχαίων συγγραφέων, στις 15 Μαρτίου του 1881 έφτασε στον ιερό χώρο του Ασκληπιού.

 

 

Ο Καββαδίας γρήγορα εντόπισε την θέση του θεάτρου. Το σχήμα της περιοχής μαρτυρούσε το μυστικό. Το κοίλο του θεάτρου πρόβαλλε νοερά ανάγλυφο στα μάτια του αρχαιολόγου. Όλος ο χώρος ήταν πυκνά δασωμένος και δύσβατος. Ήταν αδύνατο να προχωρήσει κανείς για να φτάσει στην κορυφή του. Αμέσως άρχισε η κοπή των δέντρων και σε μια εβδομάδα ο τόπος είχε καθαριστεί.

 

Χώματα και βράχοι είχαν συσωρευτεί στην πλαγιά. Τίποτα δεν μαρτυρούσε την ύπαρξη θεάτρου ή μέρους του. Ο χρόνος είχε παίξει το δικό του παιχνίδι. Ο Καββαδίας επέμενε. Άρχισε να σκάβει προσεκτικά. Μετά από πολλή προσπάθεια και συστηματική εργασία φάνηκε το κοίλο. Ανασκάφηκε η ορχήστρα και το υποσκήνιο. Σε βάθος 1,50 μέτρου.

 

Τοποθετήθηκαν στην θέση τους τα πεσμένα καθίσματα και φανερώθηκαν τα κτίσματα της σκηνής και οι είσοδοι του θεάτρου. Μέχρι και την Ρωμαϊκή εποχή το θέατρο βρισκόταν σε ακμή. Αυτό έδειχναν διάφορα ευρήματα και κυρίως ένα άγαλμα.

 

Ancient Greek Theatre at Epidaurus - Antiquities in the Peloponnesus

Ancient Greek Theatre at Epidaurus - Antiquities in the Peloponnesus

Μετά την επικράτηση του χριστιανισμού το θέατρο αφέθηκε στην τύχη του. Άρχισε η φθορά και οι επιχωματώσεις. Κυρίως επήλθε η λήθη. Στην αρχή γκρεμίστηκε το ημικυκλικό τείχος.     Η κατολισθήσεις προκάλεσαν μεγάλες φθορές και κάλυψαν το κοίλον του θεάτρου. Αργότερα, μετά από μεγάλο σεισμό έπαθαν ζημιά τα διαζώματα και μετακινήθηκαν τα περισσότερα καθίσματα. Η σκηνή κατέρρευσε.

 

Η Τουρκοκρατία το βρήκε καλά κρυμμένο. Η φύση το προστάτεψε.* Τα σκοίνα, οι θάμνοι και τα δέντρα αποτέλεσαν φυσικό καμουφλάζ και το έσωσαν από άλλες καταστροφές, μολονότι οι ρίζες που φύτρωσαν ανάμεσα στους αρμούς μετακίνησαν από τις αρχικές δέσεις του τα καθίσματα. Από κάποιους η σκηνή διορθώθηκε και χρησίμευσε σαν κατοικία. Στο ανατολικό μέρος της οι Τούρκοι κατασκεύασαν καμίνι, ενώ μετέφεραν στο Άργος και το Ναύπλιο μαρμάρινο θρόνο και πολλά αγάλματα.

 

Οι θρόνοι του θεάτρου μοιάζουν με ανάκλιντρα και δεν έχουν διονυσιακή μορφή. Δεν υπάρχουν επιγραφές με τα ονόματα των αρχόντων της πόλης γιατί οι επισκέπτες και θεατές δεν ήταν επιφανείς άρχοντες  αλλά επίσημοι ξένοι που φιλοξενούσε ο Ασκληπιός.

Η θέση που χτίστηκε το αρχαίο θέατρο είναι προσεκτικά διαλεγμένο. Από το κοίλο ο θεατής βλέπει όχι μόνον τον εμπρός στο θέατρο περίβολο αλλά όλη την πεδιάδα και τα βουνά που το περιβάλουν.

 

« Το κοίλο του θεάτρου είναι μεγαλύτερο από ημικύκλιο, όπως γινόταν στην προ- Ρωμαϊκή εποχή και στα άκρα του, όπου το έδαφος δεν είχε το ίδιο ύψος, κατασκευάστηκε κρηπίδωμα. Στα άκρα του διαζώματος φαίνεται ότι υπήρχαν πύλες, γιατί οι δύο είσοδοι κοντά στην ορχήστρα δεν επαρκούσαν κάτω ζώνη διαιρείται με 25 σκάλες σε 24 κερκίδες, από τις οποίες σώζονται οι 22. Οι κερκίδες έχουν 55 σειρές καθισμάτων» ( Επ. Βρανόπουλος).

 

 

Υποσημείωση

 

 

* Τον 18ο αιώνα επισκέφτηκε την περιοχή της Επιδαύρου ο Άγγλος περιηγητής Chandler, ο  οποίος βρήκε το θέατρο σκεπασμένο από θάμνους που είχαν φυτρώσει στο συσσωρευμένο πάνω από τις κερκίδες χώμα.

 

 

Πηγές

 

  • Παναγής Καββαδίας, «Το Ασκληπιείο της Επιδαύρου», Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα, 2006.
  • Παναγής Καββαδίας, « Το ιερόν του Ασκληπιού εν Επιδαύρω και η θεραπεία των ασθενών», Αθήνησιν, 1900.
  • Περιοδικό Αρχαιολογία και Τέχνες, Τεύχος 12, σελ. 42-43, 1984.

 

Read Full Post »

« Newer Posts