Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Επιδαύρος’

Το 3ο  Συνέδριο Δραματοθεραπείας και Παιγνιοθεραπείας σε Ναύπλιο και Επίδαυρο


 

Δραματοθεραπεία - Παιγνιοθεραπεία

Δραματοθεραπεία – Παιγνιοθεραπεία

Το 3o Συνέδριο Δραματοθεραπείας και Παιγνιοθεραπείας θα πραγματοποιηθεί στις 11-12 & 13 Οκτωβρίου 2013, στο Ναύπλιο και την Επίδαυρο.

Το Συνέδριο συνδιοργανώνεται από:

  • Το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου
  • Την Ένωση Δραματοθεραπευτών και Παιγνιοθεραπευτών Ελλάδας (ΕΔΠΕ)
  • Το Ινστιτούτο Δραματοθεραπείας «ΑΙΩΝ»

Η θεματική του 3ου Συνεδρίου είναι:

  • «Η Δραματοθεραπεία και η Παιγνιοθεραπεία στον ΚΟΣΜΟ
  • Συνάντησης, Σύνθεσης, Συνέργειας ΤΟΠΟΣ»

Τα τρία «Συν» περιέχουν, όπως αναφέρει η Οργανωτική και Επιστημονική Επιτροπή του 3ου Συνεδρίου, μία νέα δυναμική που συνδυάζει την επιστημονική με τη φιλοσοφική προσέγγιση της Δραματοθεραπείας και της Παιγνιοθεραπείας καθώς συνιστούν πολύτροπες θεραπευτικές μεθόδους.  Θα λάβει χώρα στο Ναύπλιο και στην Επίδαυρο. Οι εργασίες του Συνεδρίου τις δύο πρώτες ημέρες, θα διεξαχθούν στη πόλη του Ναυπλίου και την τρίτη ημέρα, θα γίνει επίσκεψη στο Ασκληπιείο και το Θέατρο της Επιδαύρου. Εκεί, που ίσως για πρώτη φορά συναντήθηκαν το Δράμα και η Θεραπεία.

Δραματοθεραπεία - Παιγνιοθεραπεία

Δραματοθεραπεία – Παιγνιοθεραπεία

 

Το Συνέδριο θα αρχίσει την Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013 στις 9.30 στο χώρο του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, με την διαδικασία των Εγγραφών αρχικά και από τις 10.00 και έπειτα, με την προγραμματισμένη ροή των εργασιών του. Το βράδυ στις 20.30 της ίδιας ημέρας, θα γίνει η Τελετή Έναρξης του Συνεδρίου στο «Βουλευτικό».

Το Σάββατο 12 Οκτωβρίου, δεύτερη ημέρα του Συνεδρίου, οι εργασίες θα αρχίσουν στις 9.00 και θα ολοκληρωθούν στις 22.00 με Θεατρική Παράσταση.

Την Κυριακή 13 Οκτωβρίου από τις 10.00 έως τις 14.00 θα πραγματοποιηθεί επίσκεψη στο Ασκληπιείο όπου θα γίνει ξενάγηση και ομιλία από τον Καθηγητή Β. Λαμπρινουδάκη. Επίσης θα λάβει χώρα μικρό Δρώμενο στο Θέατρο της Επιδαύρου.

Δραματοθεραπεία - Παιγνιοθεραπεία

Δραματοθεραπεία – Παιγνιοθεραπεία

Το 3ο Διεθνές Συνέδριο Δραματοθεραπείας και Παιγνιοθεραπείας περιλαμβάνει: Ελεύθερες Ανακοινώσεις, Εισηγήσεις, Παρουσιάσεις Αναρτημένων Ανακοινώσεων, Ομάδες Εργασίας, Βιωματικά Εργαστήρια, Δρώμενα, Θεατρικές παραστάσεις, Εικαστικές Εγκαταστάσεις, Εκθέσεις Έργων και Βιβλίων. Ως τόποι διεξαγωγής του Συνεδρίου θα αξιοποιηθούν οι χώροι του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών (Ελλάδας) του Πανεπιστημίου Harvard, το «Βουλευτικό» και το θέατρο «Τριανόν».

 Το πρόγραμμα ιδιαίτερα πλούσιο Επιστημονικά και Καλλιτεχνικά, με ένα ευρύ φάσμα παρουσίασης των θεματικών του περιεχομένων από πολύ αξιόλογους ομιλητές και συντονιστές.

Από την Ελλάδα συμμετέχουν σημαντικοί εκπρόσωποι της Δραματοθεραπείας, της Παιγνιοθεραπείας, ευρύτερα της Θεραπείας και της Τέχνης, Ειδικοί της Ψυχικής Υγείας και της Ψυχοθεραπείας, Πανεπιστημιακοί από συναφείς χώρους, Καλλιτέχνες και άνθρωποι των Γραμμάτων και των Τεχνών. Ανάμεσα στους ξένους Σύνεδρους – Εισηγητές συμπεριλαμβάνονται η Brenda Meldrum, η Marina Jenkyns και η Anna Seymour. Η συμμετοχή στο Συνέδριο είναι δωρεάν.

 

Read Full Post »

Ομάδα ΑΣΙΠΚΑ –Σοφοκλή, Αντιγόνη στη Μικρή Επίδαυρο


 

Η ομάδα ΑΣΙΠΚΑ παρουσιάζει σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μπίτου την παράσταση «Αντιγόνη» στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, την Παρασκευή, 20 και το Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012.

Ομάδα ανήσυχη, η ΑΣΙΠΚΑ – η λέξη σημαίνει λάθος στα ρωσικά– προσεγγίζει την Αντιγόνη με άξονα τον έρωτα και τη δύναμή του πάνω στον άνθρωπο. Μιλώντας για τα πάθη και το θάνατο, το θέατρο συνδιαλέγεται με τη μουσική.

 

Η υπόθεση:

Μετά το θάνατο των δύο γιων του Οιδίποδα, Ετεοκλή και Πολυνείκη, ο Κρέων ορίζεται νέος Βασιλιάς και διατάζει να μείνει άταφο το πτώμα του Πολυνείκη, επειδή τόλμησε να εκστρατεύσει εναντίον της πόλης που τον ανέθρεψε. Όλοι υπακούουν. Εκτός από την Αντιγόνη, η οποία θάβει το πτώμα του αδερφού της. Συλλαμβάνεται, συγκρούεται με τον Κρέοντα και με διαταγή του κλείνεται ζωντανή σε ένα τάφο. Ο λόγος του μάντη Τειρεσία δικαιώνει την Αντιγόνη λέγοντας πως ο θείος νόμος, που επιτάσσει την ταφή των νεκρών είναι ανώτερος από τον ανθρώπινο. Έτσι, ο Κρέων πείθεται να αναστείλει την ποινή και να ελευθερώσει την Αντιγόνη. Αλλά είναι ήδη αργά…

 

Ομάδα ΑΣΙΠΚΑ

 

Σκηνοθετικό Σημείωμα:

Με αφορμή το μοναρχικό ξόδι που επιλέγει η Αντιγόνη για το νεκρό αδερφό της Πολυνείκη, ενάντια στο νόμο του Κρέοντα και σε όσους υποτάσσονται στη βία του, η Ομάδα ΑΣΙΠΚΑ και ο σκηνοθέτης Δημήτρης Μπίτος προσεγγίζουν το δράμα του Σοφοκλή «Αντιγόνη», επιχειρώντας να αποκωδικοποιήσουν την τραγικότητα της αγάπης ως επαναστατική πράξη, ως εξίσωση χωρίς λύση, ισχυρή ως φυσικό φαινόμενο και νόμο ενάντια στους νόμους του κράτους, κάθε εξουσίας ή λογικής. 

Στόχος του σκηνοθέτη είναι να φέρει σε μία ουσιαστική συνάντηση μέσα από τις μουσικές συνθέσεις του Blaine L. Reininger και του Ψαραντώνη ήχους του χθες και του σήμερα, για τα πάθοια του έρωτα.

Η παράσταση θα παιχτεί σε ολική έκλειψη της Σελήνης στις 20 και 21 Ιουλίου στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου ως μία σύγχρονη αλληγορία πάνω στην πιο ισχυρή πραγματικότητα, που είναι το αιώνιο σκοτάδι του Θανάτου και η μοναδική ελευθερία που έχει κανείς στο πώς πεθαίνει. Ή μήπως στο πώς ζεί;

Συντελεστές Παράστασης

Μετάφραση: Μίνως Βολανάκης
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Μπίτος
Δραματουργική Επεξεργασία: Ναταλία Μηνιώτη
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Λένα Μοσχά, Δάφνη Λιανάκη
Μουσική: Blaine L. Reininger & Ψαραντώνης
Σκηνικά, Κοστούμια: Κων/νος Ζαμάνης
Φωτισμοί: Νύσος Βασιλόπουλος
Χορός, κίνηση: Ζωή Χατζηαντωνίου

Ερμηνεύουν:
Ειρήνη Δράκου (Αντιγόνη), Ρηνιώ Κυριαζή (Ισμήνη), Τάκης Μόσχος (Κρέων), Χρήστος Σουγάρης (Τειρεσίας, Χορός), Γιώργος Συμεωνίδης (Άγγελος, Εξάγγελος, Φύλακας, Χορός), Αλέξανδρος Τούντας (Τειρεσίας, Χορός) και Αντώνης Τσίλλερ (Αίμων)

Στην παράσταση θα συμμετέχει το πενταμελές συγκρότημα πολυφωνικών “ΔΙΩΝΗ”, που αποτελείται από τις Ειρήνη Κολιούση, Παναγιώτα Κολιούση, Παρασκευή Γκόγκου, Ευαγγελία Γκόγκου, Χριστίνα Γκόγκου

Συντονισμός παραγωγής: Γεωργία Ζούμπα

20-21 Ιουλίου, 21:30 Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου

Read Full Post »

Διάλεξη στο Harvard: «Τα ιάματα του Ασκληπιού στην Επίδαυρο: Πόνος, φόβος και ελπίδα σε ένα αρχαίο ιερό»


 

Την Τετάρτη 16 Μαΐου και ώρα 20.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη ο Άγγελος Χανιώτης, Καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας και Κλασικών Σπουδών, Σχολή Ιστορικών Σπουδών, Ινστιτούτο Προηγμένων Σπουδών, Princeton, Ακαδημαΐκός Εταίρος Κέντρου Ελληνικών Σπουδών (Ουάσιγκτον) Πανεπιστημίου Harvard.

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2012”του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών, θα είναι: «Τα ιάματα του Ασκληπιού στην Επίδαυρο: Πόνος, φόβος και ελπίδα σε ένα αρχαίο ιερό».

 

 

 

Read Full Post »

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου (Théâtre D’ Épidaure), επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843, δημοσιεύεται στο «Voyage pittoresque en Grèce et dans le Levant  fait en 1843-1844», Λυών,  1867.

 

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

 Το Θέατρο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου οικοδομήθηκε στη δυτική πλευρά του Κυνορτίου όρους, στα τέλη της Κλασικής εποχής, γύρω στο 340-330 π.Χ., στο πλαίσιο της γενικής ανοικοδόμησης του ιερού και χρησιμοποιήθηκε τουλάχιστον έως τον 3ο αι. μ.Χ. Το μοναδικό αυτό μνημείο, το τελειότερο και διασημότερο αρχαίο ελληνικό Θέατρο, το οποίο συνδυάζει την κομψότητα με την τέλεια ακουστική, είναι κατά τον Παυσανία, έργο του Πολύκλειτου (του Νεώτερου), του δημιουργού της Θόλου στο ίδιο ιερό.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου – Μικρά Διονύσια


 

Μικρά Διονύσια από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, στις 12 και 13 Αυγούστου 2011.

Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος συμπληρώνει φέτος μισό αιώνα καλλιτεχνικής δημιουργίας. Η καλοκαιρινή του παραγωγή «Μικρά Διονύσια», η οποία γίνεται στο πλαίσιο των πενήντα χρόνων λειτουργίας του Κ.Θ.Β.Ε., είναι μια παράσταση – γιορτή (φόρος τιμής), σε σύνθεση κειμένων Κ. Χ. Μύρη, που αποτελεί συγχρόνως και ένα ταξίδι μνήμης στο θεατρικό τότε και τώρα, συνδέοντας θραύσματα από παραστάσεις αρχαίου δράματος στους Φιλίππους και στη Θάσο, στο Θέατρο Δάσους και στην Επίδαυρο.

«Μικρά Διονύσια», ένα θεατρικό «ψηφιδωτό», σε σκηνοθεσία  Γιάννη Ρήγα – Γρηγόρη Καραντινάκη, που αποτελείται από είκοσι οχτώ αποσπάσματα έργων αρχαίου δράματος που έχει παρουσιάσει το Κ.Θ.Β.Ε. κατά τη διάρκεια της πενηντάχρονης πορείας του, τα οποία ενώνονται σε μια ενιαία παράσταση.

Μια σύνθεση κειμένων στην οποία έχουν χρησιμοποιηθεί σκηνές από τα εξής έργα: «Οιδίπους Τύραννος» του Σοφοκλή, «Οιδίπους Επί Κολωνώ» του Σοφοκλή, «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, «Προμηθέας Δεσμώτης» του Αισχύλου, «Τρωάδες» του Ευριπίδη, «Ορέστης» του Ευριπίδη, «Τραχίνιαι» του Σοφοκλή, «Ηλέκτρα», του Σοφοκλή, «Ηλέκτρα» του Ευριπίδη, «Ορέστεια» (Χοηφόροι) του Αισχύλου, «Βάκχες», του Ευριπίδη, «Αίας», του Σοφοκλή, «Εκάβη» του Ευριπίδη, «Ελένη» του Ευριπίδη, «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη, «Νεφέλες» του Αριστοφάνη, «Πλούτος» του Αριστοφάνη, «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη, «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνη, «Επτά Επί Θήβας» του Αισχύλου.

 
Η Υπόθεση του έργου

Ο Οιδίποδας, η Αντιγόνη, ο Προμηθέας, η Κασσάνδρα, η Κλυταιμνήστρα κι ο Αγαμέμνονας, η Ηλέκτρα και ο Ορέστης, ο Ετεοκλής και η Εκάβη, ο Αίαντας, η Ελένη, Αγγελιαφόρος και Φύλακας, από κοινού με τη Λυσιστράτη, τη Μυρρίνη, τον Πλούτο, τις Νεφέλες ή τον Κύκλωπα εμφανίζονται πάνω στη σκηνή ως προσκεκλημένοι της μνήμης, καθώς ένας «αφανής ήρωας» του θεάτρου, ένας τεχνικός (Γιώργος Αρμένης), που ζυμώθηκε με την ιστορία, συνομιλεί νοερά με τις μορφές, που σφράγισαν την ιστορία του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και τη δική του ζωή αλλά και με τους ρόλους, με τα κείμενα, που έχουν διανύσει πολύ μεγαλύτερη πορεία μέσα στο χρόνο, ανοίγοντας πάντοτε διάλογο με το «τώρα».

 

Μικρά Διονύσια - Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος

 

Πρόκειται για ένα ταξίδι στην ενδοχώρα έργων που σκηνοθέτησαν σημαντικά και κομβικά πρόσωπα της μεταπολεμικής ιστορίας του θεάτρου στη Θεσσαλονίκη, από το 1961 που ιδρύθηκε το Κ.Θ.Β.Ε. μέχρι σήμερα. Σταθμοί αυτής της περιπλάνησης, παραστάσεις του Σωκράτη Καραντινού, του Σπύρου Ευαγγελάτου, του Μίνου Βολανάκη, του Ανδρέα Βουτσινά αλλά και του Βασίλη Παπαβασιλείου, του Γιάννη Χουβαρδά, του Ματία Λάνγκχοφ, του Αντρέι Σερμπάν. Το αποτέλεσμα δεν στοχεύει στην αναβίωση των παραστάσεων αυτών αλλά σε μια σκηνική επαναδιατύπωσή τους μέσα από τους σημερινούς κώδικες αισθητικής που φέρει όμως και ίχνη μνήμης, μέσω πολύτιμου αρχειακού υλικού.

 

Συντελεστές

Σύνθεση κειμένων: Κ.Χ.Μύρης

Σκηνοθεσία: Γιάννης Ρήγας- Γρηγόρης Καραντινάκης
Σκηνικά: Λίλη Πεζανού
Κοστούμια: Έρση Δρίνη
Μουσική: Γιώργος Χριστιανάκης
Χορογραφία: Κώστας Γεράρδος
Φωτισμοί: Αντρέας Μπέλλης
Mουσική Διδασκαλία: Νίκος Βουδούρης
Β. Σκηνοθέτη: Κάρολος Αρμένης
Β. Ενδυματολόγου: Κλεοπάτρα Αλαγιόγλου
Βίντεο: Γιάννης Πειραλής, Άντα Λιάκου
Οργάνωση Παραγωγής: Ροδή Στεφανίδου

 

Πρωταγωνιστούν (με αλφαβητική σειρά)

Γιώργος Αρμένης (Φροντιστής, Οιδίποδας, Χρεμύλος, Αλλαντοπώλης), Λάζαρος Γεωργακόπουλος (Προμηθέας, Ορέστης), Δημήτρης Διακοσάββας (Υπάλληλος Α΄), Γιάννης Καλατζόπουλος (Φύλακας), Μαρία Καραμήτρη (Ηλέκτρα), Γιάννης Καραούλης (Υπάλληλος Β΄), Ταμίλλα Κουλίεβα (Ηλέκτρα, Μυρρίνη), Δημήτρης Κολοβός (Αίαντας), Λίνα Λαμπράκη (Εκάβη), Σοφία Λάππου (Πραξαγόρα), Γιάννης Μαλλούχος (Φρύγας), Φωτεινή Μπαξεβάνη (Ελένη, Λυσιστράτη, Γριά), Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου (Κλυταιμνήστρα Κασσάνδρα), Κώστας Σαντάς (Κινησίας), Βασίλης Σπυρόπουλος (Αγγελιαφόρος), Χρίστος Στυλιανού (Νέος), Νίκος Ψαρράς (Ορέστης, Ετεοκλής).

 

Χορός (με αλφαβητική σειρά)

Ιορδάνης Αϊβάζογλου, Πάνος Αργυριάδης, Λουκία Βασιλείου, Δημήτρης Διακοσάββας, Χρύσα Ζαφειριάδου, Μαρία Καραμήτρη, Γιάννης Καραούλης, Δημήτρης Καρτόκης, Γιώργος Κολοβός,΄Ερρικα Μπίγιου, Χρήστος Παπαδημητρίου, Χάρης Παπαδόπουλος, Μαριάννα Παπασάββα, Εύη Σαρμή, Χρίστος Στυλιανού, Αμαλία Ταταρέα, Χρύσα Τουμανίδου, Αντιγόνη Φρυδά.

Read Full Post »

Ορέστης του Ευριπίδη – 30 & 31 Ιουλίου 2010, Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου


 

Orestes slaying Aegisthus and Clytemnestra, Bernardino Mei, 1654.

Στο Άργος, μπροστά στα ανάκτορα των Ατρειδών, ο Ορέστης, μετά το φόνο της μητέρας του Κλυταιμνήστρας, βασανισμένος από τις Ερινύες, βυθίζεται στην παραφροσύνη και αναζητά τη λύτρωση. Περιμένει, μαζί με την αδερφή του Ηλέκτρα, την απόφαση της πόλης για το έγκλημα που διέπραξαν. Μόνη ελπίδα για τα δύο αδέρφια ο Μενέλαος που φτάνει στην πόλη μετά την εκστρατεία του στην Τροία μαζί με την Ελένη. Ο Ορέστης τον ικετεύει να τους σώσει αλλά ο Μενέλαος δηλώνει αδύναμος να τους βοηθήσει ενάντια στην πόλη που αποφασίζει την θανάτωσή τους.

Ο Πυλάδης, φίλος και συνένοχος του Ορέστη, εξόριστος από την Φωκίδα για το ίδιο έγκλημα, προτρέπει τον Ορέστη να μιλήσει στη συνέλευση της πόλης και να προσπαθήσει να μεταπείσει τους Αργείους. Η απόφαση της πόλης όμως είναι καταδικαστική: οι μητροκτόνοι πρέπει να πεθάνουν. Οι τρεις συνένοχοι, ο Ορέστης, ο Πυλάδης και η Ηλέκτρα αποφασίζουν να σκοτώσουν την Ελένη για να εκδικηθούν τον Μενέλαο και να συλλάβουν ως όμηρο την κόρη του Ερμιόνη για να τον εκβιάσουν να τους βοηθήσει και βάζουν σε εφαρμογή το σχέδιο τους. Τη λύση τελικά θα δώσει ο από μηχανής θεός Απόλλωνας.

Ο Ορέστης έχει παρουσιαστεί στο Εθνικό Θέατρο δύο φορές, το 1971 -παράσταση που επαναλήφθηκε το 1973- σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού με Ορέστη το Νίκο Κούρκουλο και το Δημήτρη Μαλαβέτα και το 1982 σε σκηνοθεσία Γιώργου Σεβαστίκογλου με Ορέστη το Νικήτα Τσακίρογλου.

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

Ο Ορέστης του Ευριπίδη είναι κείμενο άρρηκτα συνδεδεμένο με την εποχή του (408 π.Χ.) καθώς αποτελεί ένα καίριο σχόλιο στη λειτουργία της αθηναϊκής δημοκρατίας.
Παράλληλα, είναι το τελευταίο έργο για το οποίο γνωρίζουμε ότι παρουσιάστηκε στην Αθήνα, πριν την αναχώρηση του ποιητή από την πόλη και την εγκατάστασή του στη Μακεδονία.

Στον Ορέστη, ο Ευριπίδης πραγματεύεται την τύχη των νεαρών μητροκτόνων μετά το έγκλημα, ένα θέμα γνωστό από τις Ευμενίδες του Αισχύλου. Ο Ευριπίδης φέρνει το μύθο πιο κοντά στα ανθρώπινα μέτρα. Καταθέτοντας ένα έργο με συγκρούσεις, ανατροπές, απολογίες και έντονο πολιτικό προβληματισμό, θέτει ερωτήματα για τις σχέσεις των γενεών, των φύλων, της κοινωνικής συνοχής και της επιβίωσης των νέων σ’ έναν κόσμο που καθορίζεται από παράγοντες έξω από τους ίδιους.

Στην τέταρτη σκηνοθεσία του στην Επίδαυρο, αλλά πρώτη με την ιδιότητα του καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, ο Γιάννης Χουβαρδάς συνεργάζεται με ένα σημαντικό σύνολο ηθοποιών.

Μετάφραση: Στρατής Πασχάλης
Σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς
Σκηνικά – Κοστούμια: Γιοχάννες Σουτς
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Διανομή:
Ηλέκτρα: Στεφανία Γουλιώτη
Ελένη: Τάνια Τρύπη
Ορέστης: Νίκος Κουρής
Μενέλαος: Ακύλλας Καραζήσης
Τυνδάρεως: Χρήστος Στέργιογλου
Πυλάδης: Κώστας Βασαρδάνης
Άγγελος: Μανώλης Μαυροματάκης
Ερμιόνη: Γεωργιάννα Νταλάρα
Φρύγας: Νίκος Καραθάνος
Απόλλων: Γιώργος Γλάστρας

Χορός:
Λαμπρινή Αγγελίδου, Πολυξένη Ακλίδη, Ελένη Βεργέτη,  Κωνσταντίνος Γαβαλάς, Άννα Καλαϊτζίδου, Κόρα Καρβούνη, Γιάννης Κλίνης, Ρηνιώ Κυριαζή, Ζωή Κυριακίδου, Ηρώ Μπέζου, Λένα Παπαληγούρα, Βιργινία Ταμπαροπούλου, Γιώργος Τζαβάρας, Θάνος Τοκάκης, Αργυρώ Χιώτη

Για πληροφορίες & τηλεφωνικές κρατήσεις, καλέστε τα εκδοτήρια του Ελληνικού Φεστιβάλ :  210 32 72 000

Read Full Post »

Επίδαυρος – Φραγκίσκου Πουκεβίλ


  

Ο  Φιλέλληνας Φραγκίσκος Πουκεβίλ (1770-1838) γνώρισε για πρώτη φορά την Ελλάδα ως αιχμάλωτος των Τούρκων, όταν επιστρέφοντας από την Αίγυπτο όπου είχε ακολουθήσει τον Ναπολέοντα, συνελήφθη από Αλγερινούς πειρατές οι οποίοι τον παρέδωσαν στους Τούρκους στην Πύλο.

Στην συνέχεια μεταφέρθηκε στην Τρίπολη και το Ναύπλιο, όπου παρέμεινε έγκλειστος περίπου οκτώ μήνες. Μολονότι ο Πουκεβίλ πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως γιατρός στους Τούρκους, αυτοί τον έστειλαν σιδηροδέσμιο την Κωνσταντινούπολη όπου κρατήθηκε δυο ολόκληρα χρόνια. Αποφυλακίστηκε το 1801.

Ο Ναπολέοντας εκτιμώντας τις γνώσεις του για την περιοχή, τον διόρισε ως εκπρόσωπό του στην αυλή του Αλή πασά των Ιωαννίνων όπου και παρέμεινε δέκα ολόκληρα χρόνια. (1805- 1815). Δυο χρόνια μετά (1817) τοποθετείται πρόξενος της Γαλλίας στην Πάτρα. Περιηγείται την Ελλάδα και βεβαίως την Πελοπόννησο.

 Στο κείμενο που ακολουθεί  ο Πουκεβίλ περιγράφει την επίσκεψή του στην Επίδαυρο.

 

Ο Πουκεβίλ σε προσωπογραφία φιλοτεχνημένη από τον Ντεπρέ (Dupre Louis) 1827.

[…] Καθώς απομακρυνόμαστε από το Ναύπλιο, μπαίνουμε σε μια ομοιόμορφη σ’ όλη την έκταση της πεδιάδα, καλλιεργημένη κατά διαστήματα, μέχρι το ξωκλήσι του Αγίου Δημητρίου, που το αφήνουμε αριστερά μας πάνω σ’ ένα ύψωμα, ενώ προς τα πίσω και δεξιά μας ξετυλίγεται ένας πορτοκαλεώνας. Στα πε­ρίχωρα του Κατσιγκριού σημειώνουμε τα χωριά Άρεια και Μερζέ, καθώς και το βράχο του Τζαφέραγα.

Ένας γειτονικός ελληνοπρεπής πύργος είναι προφανώς ένα από τα κάστρα της Ανατολικής αυτοκρατορίας, που προορισμός τους ήταν η φύ­λαξη των διαβάσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, το κάστρο έκλεινε τη διάβαση μεταξύ Αργολίδας και Επιδαυρίας, ακριβώς στο σημείο όπου το όρος Αραχναίον χωρίζεται από τα προεκτεινόμενα προς τα νοτιοανατολικά Κοκκύγεια όρη. Σ’ αυτή την περιφέρεια ανήκουν και τα χωριά Κινόπαρτι και Μπαρμπέρι, ενώ κάπου εδώ κοντά εντοπίζεται και η Μιδέα. Αφού διαβούμε κάμποσα ποταμάκια, το ρεύμα των οποίων αναγρά­φεται μόνο στους πολύ λεπτομερείς χάρτες, φτάνουμε στο Λυγουριό, μια κωμόπολη απέχουσα πέντε ώρες και σαράντα οχτώ λεπτά από το Ναύπλιο.

Η Λυς ή Λήσσα, στο χώρο της οποίας ορθώνεται σήμερα το Λυγουριό, εντοπιζόταν, απ’ ό,τι μας λέει ο Παυσανίας, πά­νω στην οροθετική γραμμή που χώριζε το κράτος του Άργους από το κράτος της Επιδαύρου. Εδώ υπήρχε κι ένας ναός αφιερωμένος στην Αθηνά καθώς και ξύλινο ομοίωμα της θεάς, το οποίο δεν διέφερε καθόλου από εκείνο που έβλεπε τότε κανείς πάνω στην ακρόπολη της Λαρίσσης. Τόσο η θεότητα όσο κι ο ναός της έχουν σήμερα εκλείψει.

Διερχόμενος απ’ αυτό το χωριό το 1817, ο κ. Αμβρόσιος Φιρμίνος Διδότος καταγοητεύτηκε από την τοποθεσία του πάνω στο Αραχναίον όρος. Αυτό το τμήμα του βουνού, το άλλοτε ονομαζόμενο Σαπυσέλατον, ονο­μασία που πήρε όταν βασίλευε ο Ίναχος, ήταν γνωστό χάρη στους βωμούς του Δία και της Ήρας, όπου οι χωρικοί πρό­σφεραν θυσίες ικετεύοντας τους θεούς να τους στείλουν βροχές.

«Πολλοί Μοραΐτες», λέει ο περιηγητής μας, «έρχονταν να μας επισκεφτούν στη χωριάτικη καλύβα όπου είχαμε καταλύ­σει. Η απλή και κομψή φορεσιά τους έμοιαζε μ’ εκείνη των αρχαίων κατοίκων αυτής της περιοχής: ο χιτώνας, τα πέδιλα, αλλά όχι και το εσώβρακο, που το φορούν οι Έλληνες για λόγους κοσμιότητας, επειδή το αμπέχονο δεν καλύπτει παρά μόνο τους μηρούς τους». Παρατήρησε, ότι σε μια γωνιά του δωματίου κοιμόταν ένα μωρό μέσα σε μια σκαφοειδή κούνια από κορμό κυπαρισσιού, κρεμασμένη από ένα καρφί στον τοίχο. «Οι γυναίκες», συνεχίζει ο περιηγητής, «φασκιώνουν τα μωρά τους μέσα σ’ ένα κομμάτι από τραχύ ύφασμα, και τα δένουν γύρω γύρω σφιχτά μ’ ένα κορδόνι».

Στις περιπλανήσεις του μέσα στο χωρισμένο σε δυο συνοικίες χωριό, επισήμανε ένα μικρό υπαίθριο σχολείο, καθόσον κάτω από τον ωραίο ελληνι­κό ουρανό, όλοι οι χώροι άθλησης και συναθροίσεων, πλην των εκκλησιών, βρίσκονται πάντοτε κάτω από τη σκιά ενός δένδρου ή σ’ έναν αερικό χώρο. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία μαθητής διάβαζε μεγαλοφώνως μια φράση, την οποία επαναλάμ­βαναν οι συμμαθητές του σαν ψαλμωδία σε διαφορετικούς τό­νους, κι αυτό έδινε τη δυνατότητα στο δάσκαλο, όταν έρχο­νταν αδιάβαστοι, να τους διορθώνει έναν έναν ξεχωριστά». Απ’ αυτή την πλευρά, η θέα των βουνών είναι μεγαλοπρεπής και μαγευτική, το έδαφος είναι εγκατεσπαρμένο με ερείπια, και ο κ. Διδότος αποτύπωσε μια επιγραφή από μια στρογγυλή πέτρα, πάνω στην οποία το μάτι του έπεσε τυχαία. Είναι ενδεχό­μενο να ανήκε στη Θόλο, που τη μνημονεύει και ο Παυσανίας.

Συνεχίζοντας την κατάβαση προς το ιερό άλσος του Ασκληπιού, το και σήμερα ακόμη αποκαλούμενο Ιερό, διασχίζουμε τους συνοικισμούς Περί και Κορόνι. Αυτός ο τελευταίος ανακαλεί στη μνήμη μας το όνομα της μητέρας του θεού που λατρευόταν εδώ κατά την αρχαιότητα. Ο Παυσανίας πληροφορεί τον ταξιδιώτη ότι υπήρχε κάπου εδώ κι ένας ναός. Κρίνοντας από τον αριθμό των οχυρών τα οποία υψώνονται σ’ όλες τις διαβάσεις, αρχίζοντας από το φρούριο του Ναυπλίου, αποκομίζουμε την εντύπωση ότι η περιοχή αυτή είχε ανάγκη εντατικής επαγρύπνησης, ώστε να προστατεύεται η προς την Αργολίδα πλευρά της. Αμέσως μόλις βγούμε από το Κορόνι μπαίνουμε σ’ ένα φαράγγι, φρουρούμενο από δυο πύργους, και σε μικρή απόσταση από εκεί πατάμε πάνω στα θεμέλια ενός τείχους, το οποίο τη χώριζε από μια άλλη πεδιάδα, τριγωνικού σχήματος και με πλήθος συσσωρευμένων ερειπίων. Δεν συναντάμε, επί δέκα και πλέον λεπτά, τίποτε άλλο παρά χαλάσματα, ενώ λίγη ώρα μετά βλέπουμε έναν ερειπωμένο περίστυλο ναό, απ’ όπου φτάνουμε σ’ έναν περίβολο, γνωστό με την ονομασία Ιερό.

Ο ναός του Ασκληπιού καταλάμβανε μια έκταση εξισούμενη με την επιφάνεια μιας ολόκληρης πόλης: ας σταθεί λίγο ο οδοιπόρος στο χώρο του απέραντου και θαυμαστού αυτού θε­ραπευτηρίου, όπου πρόστρεχαν από κάθε σημείο της χώρας οι άρρωστοι για ν’ ανακτήσουν την υγεία τους και να καθυστερή­σουν λίγο την για όλους αναπόφευκτη μοιραία στιγμή.

Άραγε πόσοι και πόσοι θησαυροί της αρχαιότητας δεν παραμένουν α­κόμη κρυμμένοι κάτω απ’ αυτή τη γη, ανάμεσα στα λουτρά, τους ναούς, τα αμφιθέατρα, τα θέατρα κι ανάμεσα σε πληθώρα τάφων που σίγουρα θ’ ανευρίσκονταν αν κατάφερνε η Ελλάδα ν’ απελευθερωθεί από τον ατιμωτικό τουρκικό ζυγό;

Τον οπτικό ορίζοντα του ιερού άλσους κλείνουν οι αρμο­νικές οροσειρές του Αραχναίου, του Τιτθίου και του Κυνορτίου με τις απογυμνωμένες κορυφές τους και με τις πλαγιές τους, τις κατάφυτες από σχίνους, μυρτιές, κέδρους και από δελφικές δάφνες που μ’ αυτές πλέκονταν τα στεφάνια των ιε­ρέων της Επιδαύρου.

Εδώ, στο Ιερό, οι Ασκληπιάδες διδά­σκονταν τη θεία τέχνη του Ιπποκράτη, του μεγάλου άνδρα ό­λων των αιώνων, που η ορθότητα των Αφορισμών του επι­σφραγίστηκε από το χρόνο. Έπρεπε να εκφραστεί με κανόνες, κι αυτοί οι κανόνες έγιναν χρησμοί: καθότι η τέχνη διαρκεί αι­ώνια, ενώ η ζωή είναι εφήμερη, και τα λόγια, όπως κι η φήμη του άρχοντα της ιατρικής θα παραμείνουν αθάνατα.

Θα λέγαμε ότι, σε γενικές γραμμές, όλοι οι ναοί του Ασκληπιού στην Ελλάδα, την Ασία και την Ιταλία, κτίστηκαν πάνω σ’ ένα πανομοιότυπο σχέδιο, το οποίο μιμήθηκε κατά καλή τύχη κι ο διάσημος αρχιτέκτων μας, ο Gondoin, όταν έ­κτισε την Ιατρική Σχολή των Παρισίων.

Τοποθετούσαν το άγαλμα του θεού πάνω στο άνοιγμα ενός πηγαδιού, οι αναθυ­μιάσεις του οποίου επενεργούσαν πάνω σ’ αυτό, όπως επενερ­γούσε και το λάδι που έκαιγε στη βάση του αγάλματος της Αθηνάς στην Αθήνα, και διατηρούσε τη στιλπνότητα του ελε­φαντοστού, του περιεχομένου μέσα στη σύνθεση του αγάλμα­τος. Το άγαλμα του Ασκληπιού ήταν έργο του Θρασυμήδη, γιου του Αρίγνωτου από την Πάρο.

Μερικά σπίτια ήταν κτισμένα γύρω απ’ αυτό το ναό για τη φιλοξενία όσων έρχονταν ν’ αποθέσουν στον Ασκληπιό τις προσφορές τους, ενώ υπήρχε κι ένα κυκλικό οικοδόμημα από λευκό μάρμαρο, εμπλουτισμένο με ζωγραφικές του Παυσία.

Μέσα στο ναό, ή ίσως εννοούσε ο συγγραφέας μέσα στο ιερό άλσος, το αποκαλούμενο Ιερόν, είχαν ανεγείρει ένα θέατρο το οποίο, όπως και η Θόλος, ήταν έργο του Πολυκλείτου. Η ύπαρξη ενός περιστυλίου για τους περιπάτους ή τους διαλογισμούς, καθώς κι ενός θεάτρου, κα­ταδεικνύουν ότι οι λειτουργοί του θεού της Επιδαύρου γνώρι­ζαν καλά ότι η θεραπεία της ψυχής είναι πολύ συχνά περισσότερο επιτακτική απ’ ό,τι η θεραπεία του σώματος. Ίσως και ν’ ασχολήθηκαν λίγο με τις περιπτώσεις κατάθλιψης και υποχον­δρίας, αλλά το βέβαιο είναι ότι δεν επέτρεψαν ποτέ την αναπαράσταση του αριστοφανικού Πλούτου, ενός έργου στο οποίο διακωμωδούνται τόσο οι ιερείς του Ασκληπιού, όσο κι εκείνα τα κολλύρια τους, που μετέβαλλαν σε αόμματους όσους έβλεπαν καλά, ενός έργου στο οποίο διακωμωδούνται οι εμπειρι­κές συνταγές τους, αλλά κι ο ίδιος ο θεός, που η καυστική σά­τιρα του Αριστοφάνη τον είχε γελοιοποιήσει στα μάτια των Αθηναίων. Αν και τα πάντα εκφυλίζονται κι εξευτελίζονται υπό το κράτος της δεισιδαιμονίας, είναι πολύ πιθανόν στην Επίδαυρο να μην υπήρχαν μόνο συκοφάντες, αν αληθεύει η πληροφορία ότι από εδώ άντλησε ο Ιπποκράτης όλο το υλικό του για τα έργα που μας άφησε.

Ancient Greek Theatre at Epidaurus - Antiquities in the Peloponnesus

Η διάμετρος του θεάτρου, του κτισμένου μέσα στην κοιλό­τητα ενός λόφου ο οποίος δεν ξεπερνά και πολύ το ύψος των τελευταίων κερκίδων είναι είκοσι έξι μέτρα. Υπάρχουν πενή­ντα εννέα βαθμίδες, και σώζονται κι αυτές, όπως και το κοί­λον, σε αρίστη κατάσταση. «Την ώρα που ο νεαρός Ροδίτης συνταξιδιώτης μου», συνεχίζει ο κ. Διδότος, «στεκόταν στο σημείο όπου άλλοτε ήταν η σκηνή, απαγγέλλοντας στίχους του Σοφοκλή, εγώ καθόμουν σε διαφορετικά κάθε φορά σημεία του θεάτρου, θέλοντας ν’ αποτιμήσω την απόδοση της φωνής του. Αν κι αυτή ήταν μάλλον υπόκωφη, γιατί πιθανόν τα δενδράκια και τα χαμόκλαδα που φύτρωναν ανάμεσα στις κερκίδες να άμβλυναν τον ήχο, δεν μου διέφευγαν μολαταύτα παρά ελάχιστες λέξεις, κι αυτό, μόνο όσες φορές στεκόμουν στο υψηλότε­ρο σημείο του θεάτρου, και μόνο όταν βρισκόμουν από την πλευρά που φυσούσε ο άνεμος.

Θα έπρεπε, από μια τέτοια απόσταση, να φαίνονταν μικροσκοπικοί οι θεατές, και καθώς δεν ήταν εύκολο να διακρίνει κανείς τα χαρακτηριστικά τους, ούτε να συλλάβει τις εκφράσεις του προσώπου τους που δεν φωτιζόταν, όπως γίνεται στα δικά μας θέατρα, καθίσταται αυτονόητο ότι η για τα δικά μας μέτρα η γελοία χρήση του προσωπείου και του κοθόρνου είχε αποδειχτεί απαραίτητη γι’ αυτούς, έτσι ώστε να δημιουργείται μια εντονότερη εντύπωση πάνω στην υπαίθρια σκηνή».

Από το κέντρο του θεάτρου της Επιδαύρου ατενίζουμε το Αραχναίον όρος, στην κορυφή του οποίου είδε η Κλυταιμνή­στρα τη λάμψη των φρυκτωριών, σημάδι που της ανήγγειλε την καταστροφή της Τροίας. Ο Θεοδόσιος ήταν αυτός που έδωσε τη χαριστική βολή στην Επίδαυρο. Τα ερείπια της μαρτυρούν τη βαρβαρότητά του καθώς κι εκείνη των ανόητων θεολό­γων, τις βουλές των οποίων εκτελούσε.

Όσο κι αν ο περιηγη­τής θρηνεί για την κατάρρευση των μνημείων του ιερού άλ­σους του Ασκληπιού, ας μη νομίσει ότι χάθηκαν τα πάντα. Αν εκείνος επιχειρούσε, και προπάντων αν οι Έλληνες επανακτού­σαν τη θέση τους ανάμεσα στα έθνη, κι αν ανέσκαπταν αυτούς τους θαμνόφυτους λόφους, θα ανακάλυπταν εκεί μέσα μνημεία, έργα ανθρώπων που αντάξιοί τους ουδέποτε θα φανούν οι σύγχρονοι. Άλλοτε, κάτω απ’ αυτά τα υψώματα με τις μυρτιές υπήρχαν οι ναοί της Αρτέμιδος, της Αφροδίτης και της Θέμι­δος.

Όποιος πιει από το νερό της πηγής εκείνης που κοντά της θα σταθεί για να ξεδιψάσει, ας θυμηθεί ότι πλησιάζει στο στάδιο, όπου οι άρρωστοι μπορούσαν με το τρέξιμο ν’ απαλ­λαγούν από τις εμφράξεις ή ν’ ανακτήσουν την όρεξή τους, όπως ακριβώς γίνεται και με τα ιαματικά νερά, τα οποία οι γιατροί συστήνουν σε πολλές περιπτώσεις στους αρρώστους τους, μην έχοντας να προτείνουν καμιά καλύτερη λύση.

Τα λουτρά του θεού της Επιδαύρου, που τα τίμησαν ως και στο πρόσωπο της συζύγου του, της Ηπιόνης, της οποίας έστησαν και το άγαλμα, εύκολα θα αναγνωρίζονταν, όπως άλλωστε και τα ερείπια του ναού των Επιδωτών θεών, της θεάς Σαλώς, του Αιγυπτίου Απόλλωνα, καθώς και η στοά του Κοτύου, αποκαταστημένη από τον Αντωνίνο, ο οποίος διαδέχτηκε το 138 μ.Χ. το θετό πατέρα του, Αδριανό.

Βγαίνοντας από τον ιερό περίβολο, δεξιά μας, κάτω από ένα δένδρο, βλέπουμε μια όμορφη πηγή και σχεδόν αμέσως μετά περνάμε ένα ρυάκι που έρχεται από δεξιά και ρέει, όπως και άλλα δυο μικρά ποταμάκια, προς την κατεύθυνση του Αργολικού κόλπου. Συναντάμε ορισμένα κτίσματα, ενώ η κοι­λάδα στενεύει διαμορφώνοντας μια κλεισούρα που παλαιότερα φράχτηκε από ένα οχυρωματικό τείχος, τα θεμέλια του οποίου είναι ορατά και σήμερα ακόμη, και μετά από τρία λεπτά περ­νάμε πάνω από τα χαλάσματα ενός δεύτερου τείχους. Στο ση­μείο αυτό, διαβαίνουμε ένα ποταμάκι με δενδροστοιχίες από ροδοδάφνες και ροδιές δεξιά κι αριστερά του, και εισχωρούμε σ’ ένα πλαισιωμένο από βράχους φαράγγι, ανάμεσα στους οποίους παρεμβάλλονται ευωδιαστά πεύκα. Το φαράγγι τερματίζεται στη διασταύρωση ενός μονοπατιού, κι εμείς το ακλουθούμε για να φτάσουμε ως το Λυγουριό.

Φαίνεται ότι η περιοχή γύρω από το άλσος του Ασκληπι­ού είχε οχυρωθεί με ιδιαίτερη επιμέλεια, κι αυτό μας κάνει να πιστεύουμε ότι είχαν εναποτεθεί αξιόλογοι θησαυροί στη φύ­λαξη των θεών, κι ότι ίσως χωρίς την οχύρωση αυτή οι άρρωστοι να μην προστατεύονταν από τις επελάσεις των λεηλατητών ή των πειρατών, ανθρώπων που αψηφούσαν τον Δία και τον κεραυνό του. Όταν βρεθούμε στο σημείο όπου αρχίζει ένας καλοκαλλιεργημένος κάμπος, κατάφυτος από λιόδενδρα, ανδράχνες κι από ένα σωρό άλλα δενδρύλλια με τους ανάμει­κτους αρμονικούς χρωματισμούς των φυλλωμάτων τους, δεν απέχουμε πλέον από το Ιερό παρά μισή μόνο λεύγα.

Η πεδιά­δα ξετυλίγεται συνεχώς, κι εμείς ατενίζουμε τη χερσόνησο των Μεθάνων, την Αίγινα και μια πληθώρα από νησάκια που προ­βάλλουν σαν βωμοί εγκατεσπαρμένοι μέσα στο Σαρωνικό κόλ­πο. Αφού αφήσουμε αριστερά μας ένα χωριουδάκι κτισμένο πάνω στο Αραχναίο όρος, περνάμε μπροστά από έναν τύμβο, πιθανόν τον τάφο της Υρνηθούς, συζύγου του Δηϊφόντη, βασι­λιά της Επιδαύρου. Χωρίς η άποψη αυτή να είναι απόλυτα ε­ξακριβωμένη, ενέχει ωστόσο αρκετή αληθοφάνεια, αφού ο Παυ­σανίας αναφέρει ότι είχε στηθεί ένα ηρωικό μνημείο προς τι­μήν του βασιλιά της Επιδαύρου μέσα σ’ έναν ελαιώνα, ειδικά αφιερωμένον σ’ αυτόν. Από εδώ ως την Επίδαυρο είναι μισή λεύγα δρόμος, ενώ η συνολική πορεία από το Ιερό υπολογίζε­ται σε δυο ώρες.

Η Επίδαυρος, αποκαλούμενη αρχικά Επίκαρος, πήρε το ιστορικό όνομα της από έναν ήρωα καταγόμενο από τον Δία.

Ο Στράβων αναφέρει ότι η Επίδαυρος συγκαταλεγόταν ανάμεσα στις ξακουστές πόλεις, «ιδιαίτερα χάρη στην ακτινοβολία του Ασκληπιού, που είχε τη φήμη ότι γιάτρευε πάσα νόσο». Η πόλη ήταν κτισμένη, όχι όπως γράφει ο Στράβων στο μυχό του Σαρωνικού κόλπου, αλλά, όπως εύστοχα παρατήρησε ο κ. Gosselin, στη μέση περίπου της δυτικής ακτής αυτού του ίδιου κόλπου. Θα πρέπει να ήταν μια αξιόλογη πολιτεία, αν υποτε­θεί ότι καταλάμβανε μια έκταση δεκαπέντε σταδίων πάνω στην παραλία, πράγμα διόλου απίθανο, αν κρίνουμε από τη σπουδαιότητα που της αποδίδει ο Θουκυδίδης και πολλοί άλλοι αρχαίοι συγγραφείς. Ο Παυσανίας παραθέτει ανάμεσα στα πιο λαμπρά οικοδομήματά της, τους ναούς του Ασκληπιού, της Αφροδίτης και της Ήρας.

Τα μνημεία της κατέρρευσαν, οι λόχμες που σκεπάζουν τα ερείπια αυτής της πόλης κρύβουν ως και τα χαλάσματά της, αλλά το ελάχιστα αλλοιωμένο όνομά της θυμίζει στον οδοιπόρο ότι πατάει στα εδάφη εκείνα που κοσμούνταν και δοξάζονταν κάποτε από τα ερείπια αυτά. Από μερικούς δωρικούς κίονες συμπεραίνουμε ότι αυτοί ανήκαν στο ναό της Ήρας, του οποίου τα θεμέλια και σίγουρα τα γλυ­πτά θα ξαναβρίσκαμε αν είχαμε τη δυνατότητα να κάνουμε ανασκαφές. Τα τελευταία χρόνια ανακαλύφτηκαν αρχιτεκτονικά λείψανα, προερχόμενα από το ναό του θεού της Επιδαύρου, και θα ήταν ενδιαφέρον να τα ανέσυρε κανείς στην επιφάνεια και να τα μελετούσε, αφού χρησίμευσαν ως πρότυπα στους να­ούς της θεσσαλικής Τρίκκης, της Κω, της μεσσηνιακής Τρίκκης, και σ’ όλους τους ναούς τους αφιερωμένους κατά την αρχαιότητα στον Ασκληπιό, το γιο του Απόλλωνα.

Τόσο τα τείχη της, όσο και τα κατάλοιπά της, και η γρα­φικότητα του λιμανιού της, αλλά και η οχυρή θέση της σ’ ένα περιβαλλόμενο από βουνά κοίλωμα, μέσα στο οποίο εντοπίζε­ται η Επίδαυρος, υποδηλώνουν ότι θα πρέπει η πόλη αυτή να ήταν, ως το Μεσαίωνα, ισχυρή και αρκετά ανθηρή. Η ανάμειξη ελληνικών και ρωμαϊκών ερειπίων μαρτυρεί ότι διήλθαν από εδώ δυο λαοί, κι είναι εύκολος ο διαχωρισμός αυτών των ερει­πίων, όπως εύκολη είναι και η αποτίμηση της αξίας τους, χά­ρη στην ύπαρξη μερικών ελληνικών τάφων, κοσμημένων με ακρωτηριασμένες πλέον μορφές. Η στάση των μορφών αυτών, αλλά και η τεχνοτροπία των καλλιτεχνών μαρτυρούν ότι πρόκειται για μνημεία του χρυσού αιώνα, ενώ αντιθέτως τα έργα των Ρωμαίων είναι χονδροειδή και άτεχνα.

Ο Χαλκοκονδύλης αναφέρει ότι ο Μωάμεθ Β’ είχε εκδηλώσει την επιθυμία ν’ α­ντικρίσει την Επίδαυρο και να την καταλάβει, αν κι αυτή η πόλη ήταν μια από τις πλέον κατεστραμμένες ανάμεσα στις υ­φιστάμενες τότε.

Ο Thévet την περιγράφει με τα ακόλουθα περίπου λόγια: «Διερχόμενοι από εδώ, επισκεφτήκαμε κι αυ­τό τον τόπο, όπου κατοικούν Έλληνες χριστιανοί, φτωχοί μεν αλλά αρκετά καλοσυνάτοι άνθρωποι, συγκρινόμενοι με τους υ­πόλοιπους. Μου έδειξαν το ομοίωμα ενός παιδιού που το θη­λάζει μια γίδα, κι έχει κοντά του για φύλακα ένα σκυλί. Ακτί­νες περιέβαλαν το πρόσωπο του παιδιού, όπως οι ακτίνες του ήλιου: μου είπαν ότι επρόκειτο για μια αναπαράσταση του Ασκληπιού, ο ναός του οποίου βρισκόταν στο γνωστό μέρος». Ένα άθλιο χωριό και μερικές καλύβες είναι όλο κι όλο ό,τι α­πέμεινε από την Επίδαυρο, όπου η ατμόσφαιρα είναι τόσο νο­σηρή, ώστε αρκεί να κοιμηθείς εκεί μια μόνο νύχτα για να προσβληθείς από ελώδη πυρετό. Αντίθετα, το Ιερό, που οι Έλληνες το γράφουν Γερό, δηλαδή υγιεινό, φημίζεται ως η πιο υγιεινή περιοχή της Επιδαυρίας. Είθε ο ξένος που θα προσεγγίσει στο πάντα απάγκιο για τους θαλασσοπόρους λιμάνι της, να έρθει κάποτε να προσκυνήσει το λίκνο του χρυσοπόγωνα Ασκληπιού, αλλά και το λίκνο ενός λαού που επανέκτησε τη θέση του μέσα στον πολιτισμένο κόσμο!

 

Πηγές 


  • Pouqueville, Francois Charles Hugues, «Voyage dans la Grece», Paris : Chez Firmin Didot, Pere et Fils, 1822.
  • Φραγκίσκου  Πουκεβίλ, «Ταξίδι στην Ελλάδα / Πελοπόννησος», Εκδόσεις Τολίδη, Αθήνα, 1997. 

 

Διαβάστε ακόμη: 

 

Read Full Post »

Older Posts »