Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

 

Αntonios Figuerra d’ Almeida (Αλμέιντα Αντόνιο Φιγκέιρα ντ'). Ελαιογραφία - Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Αntonios Figuerra d’ Almeida (Αλμέιντα Αντόνιο Φιγκέιρα ντ’). Ελαιογραφία – Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Αντώνιο FiguerradAlmeida(1783-1847)


 

Για τον πιο διακεκριμένο φιλέλληνα της Ιβηρικής χερσονήσου, τον πορτογάλο Αντώνιο Figuerra d’ Almeida (1783 – 1847), τα πληρέστερα βιογραφικά στοιχεία οφείλουμε στον ελβετό Ερρίκο Fornesy. Το φυλασσόμενο στην Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών χειρόγραφό του αρ. 1697, δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο πειραϊκό περιοδικό «Εβδομάς» του έτους 1884.

Το κείμενο για τον Almeida στο τεύχος του Ιανουαρίου 1884, έχεις ως εξής: «Αρχαίος αξιωματικός εις τον στρατόν της πατρίδος του Πορτογαλίας κατά τους υπέρ ανεξαρτησίας της Ιβηρικής χερσονήσου κατά των Γάλλων της Α’ Αυτοκρατορίας πολέμους (του Μ. Ναπολέοντος), έλαβε το 1823 ενεργόν μέρος εις την συνταγματικήν  πάλην της Ισπανίας κατά της εισβολής των Βουρβώνων.

Εις την Ελλάδα διεδέχθη εις την αρχηγίαν του τακτικού ιππικού τον κόμητα Regnault de Saint – Jean d’ Angely, και διεκρίθη την 1η Αυγούστου 1826 εν Τριπολιτσά εις πεισματώδη μάχην, όπου επικεφαλής μιας δρακός ιππέων διεσκόρπισεν ισχυρόν τετράγωνον τακτικών Αράβων, απάντων φονευθέντων. Εν συνεχεία συνόδευσε  τον Φαβιέρο εις τινας ακολούθους εκστρατείας και εχωρίσθη αυτού εις την της Χίου.

Ένεκα της αναρχίας, ήτις επηκολούθησε την δολοφονία του κυβερνήτου Καποδιστρίου, ηναγκάσθη μετά μακράν πάλην να εγκαταλείψη την αρχηγίαν των πολεμικών θέσεων και φρουρίων του Ναυπλίου, όπου η πολιτική επιρροή της Γαλλίας και Αγγλίας ενίκησε την της Ρωσίας.

 

Έγγραφο του φρουράρχου Αντώνιο Figuerra d’ Almeida στο ιστορικό Αρχείο Ναύπλιου.

 

Η Βαυαρική αντιβασιλεία δεν εφείσθη μάλλον των άλλων του φιλέλληνος  Αλμέϊδα. Τον ηδίκησαν , του αρνήθηκαν τα δικαιώματα του, άτινα εντίμως και νομίμως απέκτησε και μόλις περί τα τέλη του 1835, τον επανέφερον εις την υπηρεσίαν με την μισθοδοσία του διαθεσίμου, και του ανέθηκαν την στρατιωτικήν διοίκησιν του Μεσολογγίου. Το μέτρον τούτο ενέπνευσε εις την αντιβασιλείαν η προαίσθησις του κινδύνου της στιγμής μάλλον, ή η ιδέα της επανωρθώσεως αδίκου παραγκωνίσεως γενναιοτάτου, ακεραίου και δραστηρίου στρατιώτου.

Πράγματι, διάφοροι στάσεις εν Πελοποννήσω δυσκόλως περισταλείσαι, μετέδωσαν γενικήν δυσαρέσκειαν εις όλην την Στερεά Ελλάδα, παροργισθείσαν κυρίως εκ της αποτόμου και εντελούς διαλύσεως των παλαιών ατάκτων στρατευμάτων και παλληκαρίων , χωρίς ποσώς ν’ αμειφθώσι, δια τας υπερανθρώπους  θυσίας και τας ηρωικάς υπηρεσίας , ας προσήνεγκον εις την πατρίδα.

Άνθρωπος πεπειραμένος, ο συνταγματάρχης Αλμέιδας ταχέως κατενόησεν εις την κυβέρνησιν αλλ’ αύτη εκώφευσεν εις την συμβουλήν του. Ούτω, τέσσαρας ημέρας μετά την ακατανόητον ελάττωσιν των δυνάμεων, ήτοι την 5 Ιανουαρίου 1836, εξερράγη η φοβερά επανάστασις εν Μσολογγίω επί κεφαλής της οποίας ήσαν ο συνταγματάρχης Νικόλαος Ζέρβας και πλήθος παλαιών αξιωματικών αδικηθέντων υπό της εξουσίας. Εν συντόμω μετά τριμήνου προσπαθείας και με ατομικούς ως επί το πλείστον κινδύνους, ο γενναίος πορτογάλος κατόρθωσε να εξέλθη νικητής κρίσεως ήτις έθετε την δυναστείαν του Όθωνος εις το χείλος της απωλείας. Του απέδωκαν τότε ολόκληρον τον μισθόν του βαθμού του και τον επανέφερον εις την παλαιάν και έντιμον θέσιν του διοικητού του Ναυπλίου. Μετά ταύτα επροβιβάσθη εις αντιστράτηγον.

Είχε τον μεγαλόσταυρον του Σωτήρος, τον σταυρόν του Χριστού, έφερε δε και το μετάλλιον του ελληνικού αγώνος.  Απέθανεν υπό σύνταξιν εν Bataglia της Ενετίας την 21ην Ιουλίου 1847.

Από τα ανωτέρω μπορούμε να συμπεράνουμε ότι τρεις είναι οι ανεκτίμητες υπηρεσίες που πρόσφερε στην αναγεννόμενη Ελλάδα ο Αντώνιος D’ Almeida, ο κατά τον Fornesy«γενναιότατος, ακέραιος και δραστήριος στρατιώτης»: η ηρωική υπεράσπιση της Τριπολιτσάς από της ορδές των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ την 1η Αυγούστου 1826, η σωτηρία του Ναυπλίου από τον κίνδυνο εμφύλιου σπαραγμού φίλων και αντιπολιτευομένων του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, και η καταστολή της εξέγερσης των οπαδών του Συνταγματάρχη Ζέρβα στο Μεσολόγγι στις 5 Ιανουαρίου 1836.

Για τη λιγότερο γνωστή συμφιλιωτική επέμβαση του Αλμέιδα μεταξύ Καποδιστριακών και Αντικαποδιστριακών αμέσως μετά την δολοφονία του Κυβερνήτη, έχουμε τη μαρτυρία του φίλου του Καποδίστρια από τα φοιτητικά του χρόνια στην Ιταλία και γιατρού του στο Ναύπλιο από της 20ης Ιανουαρίου 1828 έως την δολοφονία του, Zecchini.

Κατά τα Απομνημονεύματά του «Εικόνες της Νεωτέρας Ελλάδος», και πιο συγκεκριμένα  το κεφάλαιο που αφορά στη δολοφονία του Καποδίστρια το οποίο του παρουσίασε στα « Ναυπλιακά Ανάλεκτα» V (2004) σελ. 249 – 253, ο Κ. Καιροφύλας ο Zecchini πέρασε την παραμονή του αποτρόπαιου εγκλήματος στην Τίρυνθα. Την επομένη το πρωί, επιστρέφοντας πεζός στο Ναύπλιο, πληροφορήθηκε το έγκλημα. Στο κυβερνείο διαπίστωσε τον ακαριαίο θάνατο του νεκρού από πυροβολισμό στον κρόταφο.

«Μετά την δολοφονία», γράφει Zecchini και μεταφράζει ο Καιροφύλας «ο Γιώργης Μαυρομιχάλης έτρεξε να καταφύγει στο σπίτι του πρεσβευτού της Γαλλίας  Ρουέν, αλλ’ όπως ήταν ζαλισμένος από το έγκλημα, έκανε λάθος και μπήκε στο γειτονικό σπίτι όπου κατοικούσε ένας Γάλλος συνταγματάρχης του πυροβολικού (σ. σ., κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για τον Αύγουστο Ι. Touret, χορηγό του Μνημείου Φιλελλήνων στην Καθολική Εκκλησία Ναυπλίου)… Από εκεί ο Γιώργης Μαυρομιχάλης κατέφυγε στη Γαλλική πρεσβεία που του έδωσε καταφύγιο.

Μόλις ο λαός έμαθε ότι ο δολοφόνος κρυβόταν στη Γαλλική πρεσβεία, αγριεμένος έτρεξε  εκεί ζητώντας  από τον πρεσβευτή να του τον παραδώσει. Αλλά ο πρέσβης αρνήθηκε με την πιο μεγάλη αναίδεια. Το πλήθος τότε αγρίεψε σε βαθμό επικίνδυνο. Τότε, ευτυχώς επενέβη ο συνταγματάρχης Αλμέϊδα, πορτογαλικής καταγωγής, ο οποίος προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες εις την επαναστατημένη Ελλάδα, και ήτο στρατιωτικός διοικητής Ναυπλίου.

Παρουσιάστηκε στο Γάλλο πρεσβευτή Ρουέν και του εξήγησε το δίκαιο θυμό του λαού και τον κίνδυνο που απειλούσε κι αυτή ακόμη τη ζωή του πρευσβευτού από ένα θεριωμένο ασκέρι. Ο πρέσβης κατάλαβε τότε τι τον περίμενε και δέχτηκε την πρόταση του Αλμέιδα, δηλαδή να παραδώση σ’ αυτόν τον δολοφόνο, ο δε Αλμέιδα εγγυήθηκε ότι ο λαός δεν θα τον αγγίξη, αλλά θα τον δικάσει το νόμιμο δικαστήριο.

Κι έτσι, κρυφά ο δολοφόνος παραδόθηκε στον Αλμέιδα ο οποίος τον έκλεισε μέσα στο Παλαμήδι. Ο Τζεκκίνι επαινεί τη διπλωματική ικανότητα του Αλμέιδα, χωρίς την επέμβαση του οποίου ο λαός θα έκαιγε τη Γαλλική πρεσβεία και θα εδημιουργούντο θλιβερά επεισόδια…» 

 

Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης

Επίτροπος  Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

  

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Morandi Αντώνιος (Ιταλός Φιλέλληνας)


  

Αντώνιος Morandi. Από τους πιο διαπρεπείς Ιταλούς φιλέλληνες που έλαβαν μέρος στον υπέρ ανεξαρτησίας αγώνα του Εικοσιένα, ο Α. Morandi έζησε για πολλά χρόνια στο Ναύπλιο. Μαζί με το Γάλλο συνταγματάρχη Α. Touret, και τον Πορτογάλο φρούραρχο A. DAlmeida, εργάστηκε για την διοργάνωση της καθολικής ενορίας. Εκτενείς πληροφορίες γι’ αυτόν μας δίνει ο Μπ. Άννινος  στα «Ιστορικά Σημειώματα», Αθήνα 1925 σελ. 332 – 335.

Γράφει μεταξύ άλλων ο Άννινος: Περί του ανδρός τούτου παραδόξως  αι περί Φιλελλήνων σημειώσεις του Φορνέζη περιέχουν ελαχίστας και συνοπτικωτάτας πληροφορίας. Λέγουν  ότι κατήγετο εκ του Μεγάλου Δουκάτου της Μοδένης, ότι έλαβε μέρος εις διαφόρους εκστρατείας του Φαβιέρου, ότι παραιτηθείς της ελληνικής υπηρεσίας το 1859, κατετάγη εις τον σαρδηνικόν στρατόν και ουδέν πλέον.

Εξ εναντίας, και ο Δουκάν εις τας Αναμνήσεις του και ο Αμπού εις το βιβλίο του, ομιλούν περί αυτού μάλλον δια μακρών και υπό πνεύμα ευμενές. Τα περιστατικά σε όσα αναφέρουν μαρτυρούν ότι ο πολύπλαγκτος  βίος του δεν ήτο άμοιρος ενδιαφέροντος και η εν Ελλάδι δράσις του ουχί ασήμαντος.

Παραθέτω όσα περί αυτού γράφει ο Δουκάν: «Εις των αγωνισθέντων ανδρείως κατά των στρατευμάτων του Ιβραήμ πασά εν Πελοποννήσω, ευρίσκετο τότε εις Αθήνας άεργος και περίλυπος. Ήτο ούτος  ο στρατηγός Μοράντι, καταγόμενος εκ Μοδένης, τον οποίον συνήντων συχνάκις εις τον οίκον του συνταγματάρχου Τουρέ, όπου εύρε την φιλοξενίαν ην οι παλαιοί συναγωνισταί ουδέποτε αρνούντο προς αλλήλους. Ο Τουρέ και ο Μοράντι ήρχοντο ενίοτε και συνεμερίζοντο το γεύμα μας εν τω ξενοδοχείω της Αγγλίας, η συνδιάλεξις δε μεταξύ μας παρετείνετο πολλάκις μέχρι του μεσονυκτίου.

Ο Μοράντι ήτο θαυμάσιος τύπος γενναίου περιπλανωμένου ιππότου, προσέτρεχε πανταχού προμύθως όπου αντήχει η φωνή της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας… Κατήλθεν εις την Ελλάδαν και μετέσχε του επαναστατικού αγώνος…ανέλαβε υπερεσίαν διορισθείς ανώτατος διοικητής Χωροφυλακής αλλά εγκατέλιπεν άνευ αδείας την θέσιν του το 1848, υπηρέτησεν ως υποστράτηγος εις το πεντεδεμονιακόν στρατόν και μετέβη κατόπιν εις  Βενετίαν δια να ρίψη τας τελευταίας βολάς κατά των Αυστριακών, διεσώθη δε μετά την άλωσιν της πόλεως εκ νέου εις την Ελλάδα διασχίσας την Ήπειρον. Ήλπιζε να επανεύρη το βαθμόν του, αλλά εύρεν απεναντίας στρατιωτικόν δικαστήριον συνελθόν εν Ναυπλίω δια να τον δικάση.

Ενεφανίσθη προ αυτού, υπερίσπησεν αυτοπροσώπως την υπόθεσίν του και ηθωώθη. Αλλά η Αυστριακή διπλωματία παρενέβη, και δια των ενεργειών της ετέθη εις αργίαν. Η απραξία τον κατέθλιβε και επωφελείτο αυτής δια να συγγράψη τα Απομνημονεύματά του. ’Ητο άψογος την περιβολήν , η δε υπερβολική ζωηρότης της ομιλίας του δεν εζημίωνε ποσώς την χάριν της συμπεριφοράς του. Όχι μόνον δε ηυχαριστούμεθα να ακούωμε διηγούμενον τα συμβάντα της ζωής του, αλλά και συχνάκις τον ηρωτώμεν περί αυτών, διότι υπήρξε φίλος του λόρδου Βύρωνος μετά του οποίου συνεπολέμησεν εις Μεσσολόγγιον… 

Ο Αμπού πλέκει επίσης το εγκώμιον του ιταλού Μοράντι μετά θερμοτέρων μάλιστα εκφράσεων και υπερθεματίζων εις τας θέσις του, ανευρίσκει δε μετά χαράς αφορμήν και εις το θέμα τούτο να χλευάση και να εξυβρίση τους Έλληνας…»

Έως το 1848, έτος προσωρινής επιστροφής του Μοράντι στη Βενετία, ο γνωστός επίσης φιλέλληνας Αντώνιος Macchia, ήταν ο πιστότερος φίλος του στο Ναύπλιο. Ο θάνατος του Α. Macchia αναφέρεται στις ληξιαρχικές πράξεις του καθολικού ναού στις 26 Αυγούστου 1858, με την ένδειξη ότι ενταφιάστηκε στο νεκροταφείο Καθολικών, ευρισκόμενο άνωθεν του προαστείου της Πρόνοιας (στα λατινικά: Quod est in superiori parte Proeniae).  

 

Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης

Επίτροπος  Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

Read Full Post »

Από την Επανάσταση στην Μοναρχία

 


 

Κάθε επανάσταση που οδήγησε στην δημιουργία εθνικού κράτους και μάλιστα οι δυο μεγάλες, όπως η αγγλική και η γαλλική, θεμελιώθηκαν σε ένα μείζονα συμβολισμό: την κατάργηση του θεσμού της βασιλείας, η οποία συχνά συνοδευόταν με την εκτέλεση του βασιλιά. Στην περίπτωση της ελληνικής επανάστασης έχουμε μια όλως διαφορετική εξέλιξη που κατέληξε στην απόλυτη μοναρχία, κατέληξε κυρίως στην δημιουργία του βασιλικού θεσμού.

Για αυτή την εξέλιξη, που δεν ταίριαζε καθόλου με τα πρότυπα που είχε δημιουργήσει ιδίως η γαλλική επανάσταση, αλλά ούτε με τις αλλεπάλληλες Εθνοσυνελεύσεις και τα τρία Συντάγματα που ψηφίστηκαν κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης, Έλληνες ιστορικοί αλλά και συνάδελφοι από άλλες χώρες που ασχολήθηκαν με την ελληνική ιστορία, επιδίωξαν να δώσουν μια εξήγηση.

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833

Η ερμηνεία  που επικράτησε τόσο στους Έλληνες ιστορικούς όσο και στους άλλους ιδίως κατά τον 20ο αιώνα, ήταν αυτούσιο δάνειο από τα πολιτικά συνθήματα τμημάτων των ηγετικών ομάδων των Ελλήνων και άρχισαν να στρέφονται κατά του Όθωνα από το 1836 – 37.

Η ερμηνεία αυτή συνοπτικά υποστηρίζει, πως ο βασιλικός θεσμός που εξέφρασε ο Όθωνας καθώς και το πολίτευμα της απόλυτης μοναρχίας ήταν αποκλειστική επιλογή των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, επιλογή η οποία είχε ως μοναδικό μέλημα τον έλεγχο των Ελλήνων και του νεοσύστατου κράτους. Η ερμηνεία αυτή είναι υπερβολικά μονοσήμαντη και ιδεολογικά βολική. Ο λόγος είναι ότι φθάνει στο σημείο να εμφανίζει τους Έλληνες, παρότι έχουν κάνει μια επανάσταση, να είναι απλώς χειραγωγούμενοι από τις μεγάλες δυνάμεις, και ακόμη το ελληνικό κράτος να έχει τόσο πολύ σημαντική  θέση ώστε να πρέπει πάση θυσία να ελεγχθεί από τα ισχυρά κράτη.

Αν πάψει κανείς να υιοθετεί την άποψη που είχαν οι άνθρωποι της εποχής για την Μοναρχία, δηλαδή να αντιγράφει τις πηγές παίρνοντας στην ονομαστική τους αξία τις εκτιμήσεις αρκετών Ελλήνων ηγετών της εποχής για την πολιτική τους εξουσία, τότε μπορεί να περιλάβει στις τάσεις διαμόρφωσης του πολιτειακού καθεστώτος  και την εσωτερική δυναμική του πολιτικού συσχετισμού των δυνάμεων, ξεκινώντας ιδίως από την δεύτερη περίοδο της επανάστασης, την περίοδο της αρχόμενης δυνητικής συντριβής της.

 

Η καμπή της επανάστασης 


 

Όταν εκτεταμένα κοινωνικά στρώματα επαναστατούν, όπως για παράδειγμα τα αστικά και αγροτικά στην Γαλλία, ο συσχετισμός δύναμης  μεταξύ αυτών και της εξουσίας εναντίον της οποίας στρέφονται, μπορεί να είναι υπέρ των επαναστατημένων. Αντίθετα, οι Έλληνες επαναστάτες όταν εξεγέρθηκαν  δεν αποτελούσαν αρχικά παρά μια μικρή ομάδα, συνασπισμό κοινωνικά ετερογενών ελίτ στο πλαίσιο μιας μεγάλης και ισχυρής αυτοκρατορίας.

Η μεγάλη γεωγραφική διασπορά των ελληνικών ηγετικών ομάδων, ιδίως όμως οι μάλλον αδύναμες εσωτερικές κοινωνικές συμμαχίες με τα ευρύτατα τμήματα του αγροτικού πληθυσμού, οδήγησαν γρήγορα τις ηγετικές ομάδες της επανάστασης στην σύμπηξη ποικίλων προνομιακών σχέσεων με μεγάλες δυνάμεις.

Από το 1825, οπότε η επανάσταση άρχιζε να καταρρέει εμφανώς, οι γνώμες για τις εκδοχές της πολιτειακής συγκρότησης που θα επέτρεπαν να μην χαθούν εντελώς οι επιτυχίες της πρώτης επαναστατικής περιόδου, ήταν πολλές και αντιφατικές. Κάποιοι θυμήθηκαν το σερβικό παράδειγμα και πρότειναν μια μικρή ηγεμονία υπό Ρώσο ή Γάλλο πρίγκιπα, που θα περιοριζόταν λίγο πολύ στα όρια της Πελοποννήσου, άλλοι, σε μια παραλλαγή της προηγουμένης, πρόκριναν μια συνθηκολόγηση με τους Οθωμανούς που θα άφηνε πάλι την Πελοπόννησο ως ημιανεξάρτητο κρατίδιο, άλλοι καλλιεργούσαν την εκδοχή μιας λύσης που θα άφηνε την Πελοπόννησο υπό την κοινή προστασία της Πύλης και μιας μεγάλης δύναμης, και άλλη εφάρμοζαν μια σκέτη συνθηκολόγηση, το «προσκύνημα».

Όλες οι λύσεις που προτείνονταν την περίοδο της ήττας είχαν τα κοινά χαρακτηριστικά ότι συρρίκνωναν δραστικά την επικράτεια που έλεγχε η Διοίκηση, και εξαλείφανε σχεδόν πλήρως το πολιτικό και ιδεολογικό πρόταγμα συγκρότησης ανεξάρτητου εθνικού κράτους. Σε σχέση με τα σχέδια της Φιλικής Εταιρίας αλλά και τους στόχους των πρώτων χρόνων της επανάστασης, όλες σχεδόν οι προτάσεις υποχωρούσαν τόσο, ώστε η επανάσταση να εκπίπτει εκ του αποτελέσματος σε ένα είδος εξέγερσης για την απλή αλλαγή του ηγεμόνα.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος

Ορισμένους μήνες πριν, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, αντιλαμβανόμενος ότι ο ορισμός του Γεωργίου Κάνιγκ, ως Υπουργού Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας κατά το τέλος του 1823, σήμαινε την σταδιακή εγκατάλειψη της δέσμευσης της Μεγάλης Βρετανίας έναντι της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, απέστειλε στο νέο Υπουργό επιστολή η οποία συνοπτικά διατύπωνε την ακόλουθη πολιτική πρόταση: σας προσφέρουμε διαρκή συμμαχία, αν σώσετε την ελληνική επανάσταση, υπονοώντας ότι αν δεν ενδιαφερθεί η Μεγάλη Βρετανία, ασφαλώς κάποια από τις μεγάλες δυνάμεις θα στέρξει σε βοήθεια. Αυτή είναι η πολιτική πρόταση του Φαναριώτη  ριζοσπάστη φιλικού προς την κατεξοχήν φιλελεύθερη δύναμη της εποχής, την οποία αναδιατύπωσαν επί το απλοϊκότερο, εξαναγκασμένοι ή αυτοβούλως, και άλλοι Έλληνες ηγέτες πολλούς μήνες αργότερα και την απέστειλαν ως έκκληση του ελληνικού έθνους προς την Μεγάλη Βρετανία.

Βέβαια, η ελληνική επανάσταση, και πάλι από πρωτοβουλία του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, είχε ήδη τύχει μιας οιονεί διεθνούς αναγνώρισης από τα δυο μικρά δάνεια που είχε εξασφαλίσει το 1822 – 23  στο κέντρο της διεθνούς χρηματαγοράς, στο City, επίσης είχε κυριολεκτικά ξεσηκώσει τους Ευρωπαίους ομοϊδεάτες, είχε ακόμη περιβληθεί  ηρωικό χαρακτήρα, επειδή πολεμούσαν λίγοι ενάντια σε μια ακόμα ισχυρή αυτοκρατορία, που επιπλέον εθεωρείτο η πλέον σκοταδιστική της εποχής της. Αφού στο εσωτερικό μέτωπο ο συσχετισμός είχε καταρρεύσει σε βάρος των Ελλήνων, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος συνέλαβε την ιδέα της αξιοποίησης του ευνοϊκού για τους Έλληνες συσχετισμού στην Ευρώπη.

Σύμβολα, δίκτυα διεθνούς αλληλεγγύης και πολιτικός εκβιασμός στην επιστολή του Φαναριώτη διαφωτιστή διανοούμενου προς τον υπουργό εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας, υπονοούσε πως αν δεν ήταν αυτή η δύναμη που θα στήριζε την ελληνική επανάσταση, θα μπορούσε να είναι μια άλλη.

Η στρατηγική αυτή σύλληψη περιλάμβανε και μια ακόμη κίνηση, σχετική με τον εσωτερικό συσχετισμό, αυτή που με την εισβολή του Ιμπραήμ και το Μεσολόγγι στα πρόθυρα της κατάρρευσης  ήταν πολιτικά αναγκαία: την δράση του στρατιωτικού ηγέτη των Ελλήνων, του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, στην Πελοπόννησο ενάντια στους «προσκυνημένους» στον Ιμπραήμ. Η δράση αυτή, με την απόλυτη κάλυψη, αν όχι ευθεία οργάνωση του Ιωάννη Κωλέττη, Γραμματέα τότε του Εκτελεστικού, ανατέθηκε στους Ρουμελιώτες Αρματωλούς και τους Σουλιώτες.

Αυτές οι ομάδες των ενόπλων ανέλαβαν να εκκαθαρίσουν την Πελοπόννησο από τους «προσκυνημένους», να τους τρομάξουν περισσότερο από ότι ο Ιμπραήμ ώστε να επανέλθουν στην υπηρεσία της Εθνικής Διοίκησης. Με αυτές τις κινήσεις πολιτικά γινόταν σαφές προς κάθε κατεύθυνση πως, παρά τις συντριπτικές ήττες που είχε υποστεί ήδη, η ελληνική επαναστατική ηγεσία δεν είχε σκοπό να εγκαταλείψει τον αρχικό στόχο της, την δημιουργία ανεξάρτητου εθνικού κράτους. Οι πρώτες νίκες του Γέρου του Μοριά, που κατάφερε με το σύστημα του δεκατισμού του ελληνικού πληθυσμού και των προυχόντων που έλεγχε ο Ιμπραήμ στην κατακτημένη από τους Αιγυπτίους Πελοπόννησο, κατέστησαν τις προθέσεις των Ελλήνων ηγετών σαφέστατες προς κάθε κατεύθυνση, διέγειραν την μουδιασμένη αλληλεγγύη των ευρωπαίων φιλελλήνων.

Η πολιτική σύλληψη του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου ήταν, όπως πάντα, μεγάλης στρατηγικής εμβέλειας: πρόσφερε προνομιακή σχέση  κατά προτεραιότητα στην Μεγάλη Βρετανία ή σε όποια  δύναμη θα βοηθούσε τους Έλληνες και ταυτοχρόνως ξεκίνησε με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη μια (απελπισμένη στην πραγματικότητα) αντεπίθεση στην Πελοπόννησο, ελπίζοντας και στην ενεργοποίηση των πιέσεων των ευρωπαίων φιλελλήνων προς τις κυβερνήσεις τους. Ταυτοχρόνως ακύρωνε κάθε πιθανό συμβιβασμό σε σχέση με την μείζονα στόχευση της επανάστασης. Το σχέδιο πέτυχε. Η θετική στροφή της Μεγάλης Βρετανίας, η συμφωνία των τριών μεγάλων δυνάμεων  της εποχής, ακολούθως η συγκρότηση του συμμαχικού στόλου και τέλος η ναυμαχία του Ναβαρίνου.  Αυτή η πορεία αντιστροφής της ήττας των Ελλήνων οδήγησε αργότερα στην ίδρυση του πρώτου ανεξάρτητου ελληνικού εθνικού κράτους και φυσικά στην ένταξη του ελληνικού κράτους στην Δύση και ως εκ τούτου στην μόνιμη ανάμιξη των Δυτικών στα της Ελλάδας.

 

Ο Κυβερνήτης


 

Ιωάννης Καποδίστριας

Οι Έλληνες λοιπόν άρχισαν οι ίδιοι να συζητούν από το 1824 – 25 την επιλογή ενός σημαίνοντος προσώπου προερχόμενου από κάποια ευρωπαϊκή δύναμη που θα αναλάμβανε τον ρόλο του ηγεμόνα του αναδυόμενου ελληνικού έθνους. Και αυτό ξεκίνησε από τις δικές τους πολιτικές ανάγκες. Με στόχο να ενοποιήσουν τις άκρως ανταγωνιστικές ελληνικές επαναστατικές ηγεσίες, αλλά και να κατοχυρώσουν τις κατακτήσεις της επανάστασης από τον οξύτατο τοπικιστικό ανταγωνισμό με την κεντρική Διοίκηση.

Ιδίως όμως να ενισχύσουν την πολιτική τους δύναμη έναντι της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία παρά τις μέχρι τότε ήττες της διέθετε συντριπτική ισχύ έναντι των Ελλήνων και από το 1825 είχε αρχίσει να συντρίβει, όπως είπαμε, τις επαναστατικές δυνάμεις των Ελλήνων.

Κινήσεις ανεύρεσης ηγεμόνα έγιναν πολλές, προς την Ρωσία και την Γαλλία ιδίως. Ωστόσο, μεταξύ της απολυταρχικής εξουσίας ενός πιθανού ηγεμόνα και της κατανομής των εξουσιών μεταξύ δυο αντιπροσωπευτικών πολιτικών θεσμών, όπως είχε επικρατήσει στη διάρκεια της επανάστασης , επικράτησε ένας συμβιβασμός.

Στο τελευταίο Σύνταγμα της επανάστασης, στο Σύνταγμα της Τροιζήνας  που ψηφίστηκε το 1827, καθιερώθηκε ένας μονοπρόσωπος θεσμός, αυτός του Κυβερνήτη. Ο θεσμός αυτός ήταν ενισχυμένος με ειδικές εξουσίες, οι οποίες καταργούσαν το παλαιό Εκτελεστικό και έφθαναν μέχρι και την παράκαμψη του Βουλευτικού. Στόχος του θεσμού αυτού ήταν η ικανοποίηση των νέων πολιτικών αναγκών. Δηλαδή η διακυβέρνηση του αναδυόμενου έθνους, την οποία οι ανταγωνισμοί των πολιτικών ρευμάτων που είχαν διαμορφωθεί κατά την διάρκεια της επανάστασης  είχαν καταστήσει πολιτικά αδύνατη. 

Η επιλογή του Καποδίστρια ως κυβερνήτη, εκτός από εξαιρετικά εύστοχη για το εσωτερικό μέτωπο, δήλωνε και την επιδίωξη των ελληνικών ηγετικών ρευμάτων της επανάστασης να εκπροσωπηθούν στις επερχόμενες διεθνείς διαπραγματεύσεις για την αναγνώριση του ελληνικού έθνους από μία προσωπικότητα κύρους.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας από την πλευρά του, παρέκαμψε το Βουλευτικό και τα πολιτικά κόμματα, αλλά διατήρησε την κοινή πολιτική τους στρατηγική: συγκρότηση ενιαίου εθνικού κράτους δυτικού τύπου και ενσωμάτωση των παραδοσιακών τοπικών εξουσιών στην κεντρική Διοίκηση, δηλαδή στο εθνικό κράτος. Και σε χρόνο μηδέν, με τη βοήθεια της  γαλλικής στρατιωτικής αποστολής και πολλών στελεχών της επανάστασης, αναδείχθηκε σε σύμβολο του κράτους αυτού, σε έναν Homme d’ Etat, που ενδιαφερόταν πρωτίστως για την συγκρότηση του κράτους, τον καθορισμό της επικράτειας και την αναγνώριση της ανεξαρτησίας. Ο θεσμός του Κυβερνήτη και η έμπρακτη διαχείρισή του από τον Ιωάννη Καποδίστρια, παρότι ήταν ένας συμβιβασμός, καθιέρωνε οριστικά την επικρατέστερη πολιτική επιδίωξη να συγκροτηθεί ενιαίο εθνικό κράτος ευρωπαϊκού τύπου. Η δολοφονία του τον Σεπτέμβριο του 1831 ήταν μια απλοϊκή  απόπειρα ακύρωσης αυτής της επιδίωξης, από τους κατεξοχήν εκπροσώπους του παραδοσιακού ένοπλου τοπικισμού. 

 

Η μοναρχία


 

Πορτραίτο του Όθωνα. Έργο του Karl Joseph Stieler.

Η δολοφονία του Καποδίστρια αποστέρησε τους Έλληνες από τον μοναδικό εκπρόσωπο των ελληνικών επιδιώξεων στις μεγάλες δυνάμεις. Και ταυτοχρόνως η παρόξυνση  του  τοπικισμού, και του ανταγωνισμού  των ηγετικών ελληνικών ομάδων, και ο εμφύλιος που ακολούθησε και μετά την αναγνώριση του ελληνικού έθνους το 1832, έθεσαν ξανά με οξύτητα το ζήτημα της διακυβέρνησης των Ελλήνων.

Οι ελληνικές πολιτικές ηγεσίες, και ιδίως ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, πολεμώντας τον Καποδίστρια στο όνομα του Συντάγματος, κατέληξαν σε έναν εμφύλιο, αν και όχι γενικευμένο, αλλά αρκετό ώστε να θέσει σε αμφισβήτηση τα θεμελιώδη κεκτημένα της επανάστασης. Δηλαδή, την εθνική επικράτεια που εκκρεμούσε ακόμη να προσδιοριστεί, την πολιτική ανεξαρτησία των Ελλήνων που επίσης εκκρεμούσε να αναγνωριστεί διεθνώς, και το υπό συγκρότηση εθνικό κράτος, την κεντρική διοίκηση, δηλαδή, που έπρεπε  να οικοδομηθεί σχεδόν εξαρχής.

Κοντολογίς, ένα τουλάχιστον χρόνο πριν την επίσημη διεθνή αναγνώριση της ανεξαρτησίας των Ελλήνων, όλα τα επιτεύγματα της επανάστασης μετεωρίζονταν με τις τάσεις εσωτερικής αποσύνθεσης να ενισχύονται. Η επιλογή, συνεπώς, ενός ευρωπαίου πρίγκιπα για την θέση του Έλληνα μονάρχη, του Όθωνα της Βαυαρίας, ο οποίος μάλιστα προερχόταν από ένα βασίλειο υψηλού κύρους με φιλέλληνα βασιλιά, αλλά περιορισμένης πολιτικής δύναμης, υπήρξε ένας ευτυχής συμβιβασμός για όλους.

Οι Έλληνες με τον θεσμό του βασιλιά έλυναν το ζήτημα της διακυβέρνησής τους και διέσωζαν όλες τις θεμελιώδεις κατακτήσεις τους, εκτός από τα πολιτικά δικαιώματα και την συνταγματική διακυβέρνηση. Ενώ οι μεγάλες δυνάμεις με την επιλογή του Όθωνα δεν έχαναν τις δυνατότητες της επιρροής τους στο νέο έθνος.

Η αντιβασιλεία που ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας μέχρι το 1837 ακολούθησε και στην πραγματικότητα απλώς εφάρμοσε την πολιτική του Καποδίστρια. Συγκρότηση κράτους και ενσωμάτωση του συνόλου των τοπικών κοινωνιών που απαρτίζανε την Ελλάδα, αυτοί ήταν συνοπτικά οι στόχοι της Αντιβασιλείας. Και αυτοί οι δυο μείζονες στόχοι εκφράστηκαν με μια σωρεία πολιτικών μέτρων, όπως η συγκρότηση στρατού και χωροφυλακής, δικαστικού συστήματος, οργάνωση εκπαιδευτικού συστήματος, έκδοση εθνικού νομίσματος, ίδρυση μιας ιδιότυπης κεντρικής Τράπεζας κτλ. Η διαφορά είναι ότι σε αντίθεση με τον Καποδίστρια, η Αντιβασιλεία άσκησε αυτή την πολιτική σε ένα πλαίσιο ικανοποιητικής πολιτικής σταθερότητας και με την χρηματική άνεση που της παρείχε το δάνειο της ανεξαρτησίας.

Η Αντιβασιλεία, όπως και ο Καποδίστριας αλλά και αργότερα ο Όθωνας, προσπάθησε και εν πολλοίς κατάφερε να υπερκεράσει τα κόμματα, ενίοτε να συμβιβάσει τις αντιθέσεις τους με την κεντρική εξουσία, οι οποίες ήδη από το 1829 εκφράζονταν με την απαίτηση εφαρμογής του Συντάγματος.

Ο στόχος των συνασπισμένων μεσαίων στελεχών των τριών κομμάτων για Σύνταγμα επιτεύχθηκε, όπως είναι γνωστό με το προνουντσιαμέντο της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843.

Φυσικά, οι βασικές αρχές της ισότητας έναντι του Νόμου, των βασικών ελευθεριών και όλες οι θεμελιώδεις αρχές, εκτός από τα πολιτικά δικαιώματα, εφαρμόζονταν ήδη από την περίοδο της απόλυτης μοναρχίας. Τα πολιτικά δικαιώματα εφαρμόστηκαν εν τέλει για το μεγαλύτερο μέρος του ανδρικού πληθυσμού με το Σύνταγμα του 1844. Ωστόσο, εκ του αποτελέσματος προκύπτει ότι δεν διευκόλυναν την πολιτική ανάπτυξη της κοινωνίας. Το κύριο αποτέλεσμα της εφαρμογής τους ήταν ότι σχεδόν αμέσως ενσωμάτωσαν την κεντρική εξουσία στο παλαιό δίκτυο των τοπικών κοινωνιών, αποστερώντας έτσι πολύ νωρίς την πολιτική από την σχετική της αυτοτέλεια.

 

Η Βουλή


 

Παρότι η αναθεωρητική Βουλή του 1843 – 44 ήταν αποτέλεσμα της ήττας του Όθωνα έναντι των ριζοσπαστών συνταγματικών της τρικομματικής συμμαχίας, η σύνθεσή της παρά ταύτα φαίνεται ότι ενίσχυσε την Μοναρχία στους πολιτικούς συσχετισμούς. Και οι ευνοϊκοί συσχετισμοί καθόρισαν σε σημαντικό  βαθμό τις επιλογές ως προς τους θεμελιώδεις  προσανατολισμούς της χώρας μέχρι την ανατροπή του Όθωνα. Ευνόησαν συγκεκριμένα την εφαρμογή της μίας από τις δυο βασικές και μεταξύ τους ανταγωνιστικές στρατηγικές για την ανάπτυξη της Ελλάδας, και ό,τι συνεπαγόταν η κάθε στρατηγική για το ρόλο το κράτους.

Ιωάννης Κωλέτης

Η μία στρατηγική, που εξέφραζε ιδίως το αγγλικό κόμμα και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος  ως μετριοπαθής συνταγματικός, επιδίωκε την ταχεία ένταξη των Ελλήνων στο πολιτικό και θεσμικό σύστημα του εθνικού κράτους και το ελληνικό κράτος στη χορεία των δυτικών κρατών. Και για τούτο προέβλεπε την βαθμιαία πολιτική, θεσμική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας στα σύνορα που είχαν αναγνωρίσει οι μεγάλες δυνάμεις. Η άλλη, που εξέφραζε ιδίως το ρωσικό κόμμα και αργότερα ο Ιωάννης Κωλέτης, έθετε ως στρατηγική προτεραιότητα την διεύρυνση της εθνικής επικράτειας που πήρε το σχήμα της μεγάλης ιδέας – αν και το περιεχόμενο αυτής της στρατηγικής απέληξε  πολύ διαφορετικά από ότι ο ίδιος ο Ιωάννης Κωλλέτης είχε συλλάβει. Η Αντιβασιλεία εφάρμοσε συστηματικά την πρώτη επιλογή. Η αλλαγή του προσανατολισμού προς την δεύτερη ξεκίνησε με τον Όθωνα.

Ο νέος βασιλιάς δύο μόλις χρόνια από την ενηλικίωσή του, και την ανάληψη των καθηκόντων του και με αφορμή μία από τις πολλές κρίσεις του ανατολικού ζητήματος το 1839, εξεδήλωσε εμπράκτως τον στρατηγικό προσανατολισμό του. Εφάρμοσε για δύο χρόνια, μέχρι το 1841, ένα σύστημα κυκλικών συμμαχιών με τις δυνάμεις που αποτελούσαν στην εκάστοτε συγκυρία της κρίσης, τον κύριο εχθρό της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Παράλληλα στο ίδιο  διάστημα κατάφερε να εξωθήσει σε παραίτηση την μετριοπαθή κυβέρνηση του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, ακυρώνοντας τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις που επιδίωκε ο αρχηγός του αγγλικού κόμματος.  

Η αποτυχία στην οποία οδηγήθηκε ο Όθωνας από την Μεγάλη Βρετανία με την λήξη της κρίσης το 1841, δεν τον εμπόδισε αργότερα, με την έκρηξη του Κριμαϊκού πολέμου στις αρχές της δεκαετίες του 1850, να ταχθεί με το μέρος της Ρωσίας αποβλέποντας και πάλι στην διεύρυνση της ελληνικής επικράτειας. Αυτή η δεύτερη απόπειρα του Όθωνα εφαρμογής της Μεγάλης Ιδέας απέληξε σε μία ακόμη μείζονα πολιτική αποτυχία. Και οδήγησε στην κατάληψη του Πειραιά και της Αθήνας από τα στρατεύματα των Γάλλων και των Άγγλων, καθώς και στον προσωρινό έλεγχο της διακυβέρνησης της χώρας.

Αυτή υπήρξε η αρχή του τέλους για τον Όθωνα και την βασιλεία του, η οποία καταλύθηκε οριστικά από μία σειρά αστικών εξεγέρσεων μεταξύ 1861 και 1863. Οι εξεγέρσεις αυτές επέτυχαν όχι απλώς την έξωσή του, αλλά την ανατροπή του πολιτεύματος της Συνταγματικής Μοναρχίας και την επικράτηση της Βασιλευομένης Δημοκρατίας. Επρόκειτο για αμιγώς αστικές εξεγέρσεις που στρέφονταν εναντίον ενός καθεστώτος και του βασιλιά, ο οποίος, παρακινημένος από τον κλασικισμό με τον οποίο είχε ανατραφεί, ταυτίστηκε υπερβολικά με κάποιο φανταστικό κλασσικό μεγαλείο της Ελλάδας και ελάχιστα με την κοινωνική και πολιτική της πραγματικότητα.

  

Επίλογος 


 

Οι αστικές ομάδες, μετά τις επιτυχημένες εξεγέρσεις τους κατά το 1861 – 63 και το δημοκρατικό πολίτευμα που εγκαθίδρυσαν, προσέδωσαν μία νέα δυναμική στο ελληνικό εθνικό κράτος και την κοινωνία του, ιδίως στις πόλεις, όπου λίγο πολύ ο ανερχόμενος αστικός πληθυσμός  έλεγχε και τους δημοτικούς θεσμούς.

Συνοπτικά, από το τέλος της δεκαετίας του 1860 διαμορφώθηκε μία νέα πολιτική στρατηγική για το έθνος, σύνθεση μάλλον των δύο παλαιότερων. Ο τυχοδιωκτισμός της Μεγάλης Ιδέας παραμερίστηκε, όχι όμως και η επιδίωξη διεύρυνσης της επικράτειας. Ωστόσο, η επιδίωξη αυτή πραγματοποιόταν με αμιγώς πολιτικά μέσα, που τηρούσαν σχολαστικά τους συσχετισμούς των ευρωπαϊκών δυνάμεων στη Βαλκανική.

Σε ότι αφορά στην εσωτερική πολιτική, το κύριο περιεχόμενό της, το κέντρο βάρους της, επικεντρώθηκε στην ανάπτυξη και τον εξορθολογισμό των δομών και της λειτουργίας του κράτους, καθώς και στην ενίσχυση της οικονομικής δυναμικής, ιδίως των ανερχόμενων αστικών ομάδων. Η νέα αυτή δυναμική πολιτικής  και κοινωνικής ανάπτυξης διήρκεσε σχεδόν έως το τέλος του 19ου αιώνα. Και τα πεπραγμένα της όχι μόνο σταθεροποίησαν, αλλά διεύρυναν πολλαπλασιαστικά τον θεμελιώδη στόχο που είχε επικρατήσει μετά από αλλεπάλληλες συγκρούσεις κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης.       

    

Πέτρος Πιζάνιας

Καθηγητής Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας,

Τμήμα Ιστορίας, Ιόνιο Πανεπιστήμιο. 

Ναυπλιακά Ανάλεκτα V, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2004.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ντούσιας Κ. Κωνσταντίνος (1800; – 1864;)


 

Ο Κωνσταντίνος Ντούσιας του Κωνσταντίνου, γεννήθηκε στον Αχλαδόκαμπο Αργολίδας, το χρόνο εκείνο, που ο πατέρας του Κωνσταντίνος, κλεφταρματολός, έπεσε σε μια συμπλοκή Ελλήνων και Τούρκων έξω από την Αθήνα, γύρω το 1800, γι’ αυτό πήρε και το όνομά του. Αδελφό είχε τον Παναγιώτη, μεγαλύτερο και περισσότερο εγγράμματο.

Θεωρείται ο σπουδαιότερος και βασικότερος Αχλαδοκαμπίτης Αγωνιστής, κατά τα χρόνια της Επανάστασης του 1821. Διατηρούσε ομάδα Αχλαδοκαμπιτών και ξένων στρατιωτών και βρισκόταν πάντα κοντά στο πλευρό του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Έλαβε μέρος στις περισσότερες μάχες της Πελοποννήσου κατά των Τούρκων.

Οι σπηλιές του Ντούσια

Σαν κρησφύγετο είχε τις δυο σπηλιές στα «Κόκκινα Βράχια», απέναντι από τη θέση «Χαλκιά», απρόσιτα καταφύγια στρατιωτών και γυναικόπαιδων, που μέχρι σήμερα ονομάζονται «σπηλιές του Ντούσια». Μετά το θάνατο του Αναγνώστη Αναγνωστόπουλου, πιθανόν να διετέλεσε και προεστός του Αχλαδοκάμπου. 

Σχετικά για το πρόσωπο και τη δράση του ο ιστορικός Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος, αναφέρει τα ακόλουθα στο έργο του, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, σ. 73:

«Ο Κωνσταντίνος και Παναγιώτης, αδελφοί Δούσα, κατήγοντο από τον Αχλαδόκαμπον του Άργους και υπηρέτησαν στρατιωτικώς αμφότεροι. Ο δε Κωσταντής ευρίσκετο παντού εις τους πολέμους με τους γειτόνους του και ήτον αγαπητός του Θ. Κολοκοτρώνη».  

Επίσης από ένα πιστοποιητικό του Θ. Κολοκοτρώνη σκιαγραφείται και η προσωπικότητα και η δράση του. Το παραθέτουμε αυτούσιο, χάρη της Ιστορίας:

« Ο αρχιστράτηγος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, προς τον Κωσταντίνον Ντούσιαν.

Ο Κωστής Ντούσιας από Αχλαδόκαμπον απ’ αρχής της Επαναστάσεως υπηρέτησε στρατιωτικώς με πίστιν και πατριωτισμόν. Είχε υπό την οδηγίαν του από μέρους των συγχωρίων του· παρευρέθη εις πολλάς μάχας και επολέμησε με ανδρείαν, όθεν γνωρίζων την καλήν διαγωγήν εις πιστοποίησιν δίδω το παρόν, δια να του χρησιμεύση όπου ανήκει.

Εν Ναυπλίω τη 25η Απριλίου 1833

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης».

Ομοίως με το παρακάτω έγγραφο του απενεμήθη Ο Αργυρός Σταυρός:

 «Αριθ. 96

Εν Κορίνθω τη 27η Μαρτίου 1836

Η Διοίκησις της 9ης Τετραρχίας της Ελληνικής Φάλαγγος,

Προς τον υπολοχαγόν κον Κωσταντίνον Δούσαν

Εις Κόρινθον

Το Γενικόν Αρχηγείον της Πελοποννήσου …. δια της υπ’ αριθ.  2187 Διαταγής του, κατά την διαταγήν της επι των στρατιωτικών Β’ Γραμματείας  υπ’ αριθ. 4690, έπεμψεν εις υμάς τον Αργυρούν Σταυρόν, τον οποίον η Α. Μεγαλειότης, ο Βασιλεύς,  ευαρεστήθη να σε δώση, δια τας προς την πατρίδα εκδουλεύσεις  σου εις τον ιερόν αγώνα υπέρ της ελευθερίας .

Ο Διοικητής κ.τ.λ.

Δ. Τσώκρης». 

Στο Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών ειδικός φάκελος με έγγραφα, σχετικά με την αποζημίωση, από τις διάφορες Επιτροπές, που καταρτίστηκαν μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, δεν υπάρχει.

Στο Νέο Μητρώο των αγωνιστών του 1821, με αύξοντα αριθ. 589 σημειώνονται τα ακόλουθα:

«Ντούσιας Κώστας, Υποχιλίαρχος τω 1824. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον Αγώνα, Τάξεως Πέμπτης (Συνεδρίαση 65). (Οφειλόμενα γρόσια 10.420. Φοίνικες 523). Παρατήρηση: Τα γρόσια 10.420 επ’ ονόματι αυτού και των υπ’ αυτού. Δια τους φοίνικας 523 αναφοράς επροικοδοτήθη υπολοχαγός γρόσια 4.320».

Το «κελί του Ντόυσια» στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Κυνουρία.

Ο Αγωνιστής Κωσταντίνος Ντούσιας δεν επέτυχε κανένα άλλο υλικό όφελος  από το Κράτος, εκτός ορισμένα στανοτόπια στον Αχλαδόκαμπο και ελάχιστα κτήματα στο κάμπο της «Μηλιάς» στη Μαντινεία, τα οποία τελικά διαμοιράστηκαν σε φτωχούς. Τιμητικά του παραχωρήθηκε ένα κελί στο μοναστήρι του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, στην Κυνουρία, που μέχρι σήμερα ονομάζεται: «Κελί του Ντούσια».

Απεβίωσε με φυσιολογικό θάνατο στον Αχλαδόκαμπο, πριν το 1865, γιατί δεν αναφέρεται στην Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865.

Ο Αγωνιστής Κωνσταντίνος Ντούσιας, για τους απογόνους του, μέχρι σήμερα, οι οποίοι διαφυλάττουν, το σπαθί, την μπιστόλα και άλλα προσωπικά του αντικείμενα, είναι σύμβολο και καύχημα, γεγονός που τους προσδίδει μια έκδηλη οικογενειακή υπερηφάνεια.

 

 Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος

Φιλόλογος – Θεολόγος

Δρ. Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Πηγή  


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Παπαδόπουλος Κυριάκος (παπά- Κυριάκος) Κωνσταντίνου (1797- ; )


 

 

Ο παπά Κυριάκος Παπαδόπουλος του Κωνσταντίνου, κάτοχος του ιερατικού οφφικίου του οικονόμου, γεννήθηκε στον Αχλαδόκαμπο [Αργολίδας] το 1797, και όπως υποδηλώνει το επώνυμό του, πιθανόν ο πατέρας ή ο παππούς του  να ήταν ιερέας. Δε γνωρίζουμε το όνομα της μητέρας του ούτε το γένος. Όπως φαίνεται από το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας Παπαδοπούλου, είχε έναν αδελφό, τον Αντρέα και δυο γιους, τον Κωνσταντίνο και τον Ιωάννη, από τους οποίους προέρχονται οι οικογένειες των αειμνήστων, Ευαγγέλου Κων/νου Παπαδοπούλου (Λεροβαγγέλη), του δωρητή της αρχικής Κοινοτικής Βιβλιοθήκης του Αχλαδοκάμπου Θεοδώρου Κων/νου Παπαδοπούλου και Αντωνίου Ιωάννου Παπαδοπούλου (Μαριαντώνη).

Από το οικογενειακό  περιβάλλον του και από την ενασχόληση και μελέτη με τα εκκλησιαστικά, φαίνεται, έμαθε λίγα γράμματα, τα οποία του χρησίμευσαν, και σαν αρχηγού εικοσιπενταμελούς ομάδας Αγωνιστών, κατά των Τούρκων, από την αρχή μέχρι το τέλος της Επανάστασης του 1821, και σαν ιερέα του χωριού, μετά το τέλος αυτής. Ο Κυριάκος Παπαδόπουλος υπηρέτησε την πατρίδα σαν Αγωνιστής, κατά την Επανάστασης του 1821, και σαν ιερέας του χωριού, μετά το τέλος αυτής.

Στο Παλαιό Μητρώο των Αγωνιστών του 1821, στο Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών, με αύξοντα αριθ. 1417, αναφέρεται «ως απλούς στρατιώτης, Τάξεως Τρίτης», που παρευρέθη σε διάφορες μάχες. Στο Νέο Μητρώο με αύξοντα αριθ. 3192, αναφέρεται σαν αξιωματικός, γιατί κατά την 440 συνεδρίαση της σχετικής Επιτροπής του Υπουργείου των Στρατιωτικών, επανακρίθηκε και «ετάχθη εις την Εβδόμην Τάξιν αξιωματικών»  και σημειώνεται ότι  «ηγωνίσθη απ’ αρχής μέχρι τέλους του Αγώνα».

Για τη ζωή και τη δράση του, σαν Αγωνιστής του 1821, και μάλιστα επικεφαλής εικοσιπενταμελούς ή και πεντηκονταμελούς ομάδας συναγωνιστών, για τη συμμετοχή του στις  διάφορες μάχες της Πελοποννήσου, για τη φιλοξενία οπλαρχηγών και στρατιωτών στο πατρικό του σπίτι, για τα χρήματα που δαπάνησε για τη συντήρηση των στρατιωτών και για πολλά άλλα, πληροφορούμεθα από το σωζόμενο έγγραφο του Υπουργείου των Στρατιωτικών, με το οποίο του αποδόθηκε το Αργυρό νομισματόσημο, από το πιστοποιητικό του Δημάρχου Υσιών και από την τελευταία αίτησή του προς την Εθνική Επιτροπή, για αναγνώριση και αμοιβή των υπηρεσιών του. Τα έγγραφα αυτά, σχετικά με το πρόσωπο και τη δράση του, βρίσκονται στον οικείο φάκελο, στο κουτί 165, του Τμήματος Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης Αθηνών, όπου και το Μητρώο των Αγωνιστών του 1821.  

Παραθέτουμε χρονολογικά και αυτούσια τα σωζόμενα έγγραφα, χάρη της Ιστορίας.

α) Έγγραφο απονομής του Αργυρού νομισματοσήμου:

«Βασίλειον της Ελλάδος

Αριθ.8600

Το Υπουργείον των Στρατιωτικών,

Προς τον κυριον παπά- Κυριάκον Παπαδόπουλον, εξ Αχλαδοκάμπου.

Η αυτού Μεγαλειότης ο Βασιλεύς ηυδόκησε να εγκρίνη να δοθή κατά συνέπειαν των της 20 Μαΐου/ 1 Ιουνίου 1843 και 18/30 Σεπτεμβρίου 1835 διαταγμάτων εις τον κύριον παπά – Κυριάκον Παπαδόπουλον το Αργυρούν νομισματόσημον, δι’ ανταμοιβήν των κατά τον υπέρ της ανεξαρτησίας πόλεμον εκδουλεύσεών του, και χορηγεί εις αυτόν την άδειαν να το φέρη εις πάσαν περίστασιν.

Το δίπλωμα του νομισματοσήμου του ενχειρίζεται οσονούπω.

Αθήναι την 17 Μαΐου 1844

Ο Υπουργός 

(τ.σ.) Π. Γ. Ρόδιος»   

  

β) Πιστοποιητικό Δημάρχου:

 

«Βασίλειον της Ελλάδος

Αριθ. 460

Ο Δήμαρχος Υσιών πιστοποιεί ότι

Ο παπά – Κυριάκος οικονόμος Παπαδόπουλος είναι κάτοικος του χωρίου Αχλαδοκάμπου και δημότης του οποίου προϊστάμεθα Δήμου, είναι εγγεγραμμένος υπό τον αύξοντα αριθ. 582 του Δημοτολογίου μας, υπό ηλικίαν ετών 58, το επάγγελμα ιερεύς της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, νυν δε διάγει το 68 έτος της ηλικίας του.  

Όθεν τη αιτήσει αυτού χορηγούμεν το παρόν της ταυτότητός του πιστοποιητικόν, δια να του χρησιμεύση όπου δει. 

Εν Αχλαδοκάμπω τη 24 Μαΐου 1865 

Ο Δήμαρχος 

(τ. σ.) Αντώνιος Δημ. Αντωνόπουλος»

  

γ) Αίτηση για αμοιβή των εκδουλεύσεών του:

 

«Εν Αχλαδοκάμπω την 24ην Μαΐου 1865. 

Προς την επί της εκδουλεύσεως των Αγωνιστών Εθνικήν Επιτροπήν,  δια του κυρίου Δημάρχου Υσιών.

Ο ευσεβάστως υποσημειούμενος παπά – Κυριάκος οικονόμος Παπαδόπουλος, κάτοικος του χωρίου Αχλαδοκάμπου, του Δήμου Υσιών, της επαρχίας Άργους, αναφέρω δια της παρούσης μου τα εξής. 

Ότι κατά το  έτος 1821, όπου ήρχισεν η Επανάστασις, δράξας τα όπλα και τεθείς επί κεφαλής είκοσι πέντε  ανδρών, ηκολούθησα υπό τας διαταγάς  του αρχηγού Παναγ. Ζαφειροπούλου ή Άκουρου, Νικήτα Σταματελοπούλου και Γενναίου Κολοκοτρώνη, παρευρέθην εις τας πλείστας συγκροτηθείσας κατά την Πελοπόννησον μάχας, ήτοι εις Τρίκορφα, Βαλτέτζι, Δολιανά, Γράνα, Άγιον Σώστην, Ναύπλιον, Άργος, Νεόκατρον, Σπολιανά και Αβαρίνους. Παρευρέθην δε και εις την εκστρατείαν της Ρούμελης Δράμαλη, και είχον υπό τας διαταγάς μου πεντήκοντα στρατιώτας.

Εις τας μάχας ταύτας επολέμησα ανδρείως και καρτερικώς προς απελευθέρωσιν της φίλης ημών Πατρίδος, και πολλά χρήματα εδαπάνησα εις τους υπό την οδηγίαν μου στρατιώτας.

Η οικία μας ήτο, κατά την διάρκειαν της Επαναστάσεως, ως ξενοδοχείον διαφόρων οπλαρχηγών και πολλών στρατιωτών.

Προς ανταμοιβήν των εκδουλεύσεών μου εις τον υπέρ ανεξαρτησίας πόλεμον μοι εδόθη, από της παρελθούσης Κυβερνήσεως το Αργυρούν νομισματόσημον, δια της από 17 Μαΐου και υπ’ αριθ. 8600 διαταγής του Υπουργείου των Στρατιωτικών περί της εκδουλεύσεώς μου.  

Ανεφέρθην και εις την άλλοτε συσταθείσαν  επιτροπήν εις ην υπέβαλον και τα πιστοποιητικά των οπλαρχηγών μου, και ουδέν ενεργήθη. Αναφερόμενος και εις την Επιτροπήν ταύτην εις ην υποβάλλω αντίγραφον και  πιστοποιητικόν της Δημοτικής μου Αρχής περί της ταυτότητός μου και την παρακαλώ ίνα ευαρεστηθή να λάβη υπ’ όψιν την δικαίαν ταύτην αίτησίν μου, και να ενεργήση όπως μοι αποδοθούν τα στρατιωτικά μου δικαιώματα, δια  την προς την πατρίδα πιστών εκδουλεύσεών μου, δια να δυνηθώ ν’ ανακουφίσω τα  δεινοπαθήματά μου, ήδη ότε έφθασα εις γεροντικήν ηλικίαν ετών 68. 

Πέποιθα εις την δικαιοσύνην της σεβαστής ταύτης Επιτροπής.

Υποσημειούμαι, 

παπα – Κυριάκος οικονόμος Παπαδόπουλος

Κυριάκος Παπαδόπουλος ιερεύς

Οικονόμος».

Στην απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865, αν και ζει ακόμη και υποβάλει αίτηση και πιστοποιητικό του Δημάρχου, δεν αναφέρεται μεταξύ των πολλών άλλων Αχλαδοκαμπιτών Αγωνιστών.  

Ο Κυριάκος Παπαδόπουλος υπηρέτησε τον Αχλαδόκαμπο και σαν ιερέας στο ναό της   αγίας Κυριακής. Δε γνωρίζουμε όμως, ούτε το χρόνο της χειροτονίας του, ούτε το χρόνο του θανάτου του.

Η χρονική περίοδος της ιερατείας του πρέπει να τοποθετηθεί μεταξύ του 1827, χρόνου κατά τον οποίον έληξε η Επανάσταση και του χρονικού διαστήματος, μεταξύ 1865, ότε ακόμη ζει και υποβάλει αίτηση, για την αμοιβή των στρατιωτικών του δικαιωμάτων , και του 1888, γιατί στο δωρητήριο συμβόλαιο εκείνου του χρόνου, με το οποίο οι κάτοικοι  του Αχλαδοκάμπου, παραχώρησαν δασικές εκτάσεις δωρεάν υπέρ της αποπεράτωσης του ναού του αγίου Δημητρίου, δεν αναφέρεται το όνομά του μεταξύ των επιζώντων και εν ενεργεία διατελούντων τότε ιερέων, οι οποίοι σαν αντιπρόσωποι της Εκκλησίας αποδέχονται τη δωρεά των κατοίκων.

Παράδοση των απογόνων του, που την αντιπροσωπεύει σήμερα ο ηλικίας  90 περίπου  χρόνων Γεώργιος Ηλία Σκούμπης, γαμβρός επί θυγατρί του Ευαγγέλου Κων/νου Παπαδοπούλου, μαρτυρεί ότι μέχρι το 1940 διασώζονταν στην πατρική οικία του παπά – Κυριάκου Παπαδόπουλου πολλά εκκλησιαστικά βιβλία, μεταξύ των οποίων και το Πηδάλιον των ιερών κανόνων.

Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος

Φιλόλογος – Θεολόγος

Δρ. Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Πηγή  


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, «Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Ντρούλιας Ανδρέας Μήτρου (Αγωνιστής του 1821)


 

Αχλαδοκαμπίτης Αγωνιστής του 1821. Φέρεται γραμμένος στο Νέο Μητρώο των Αγωνιστών του 1821, με αύξοντα αριθ. 16518, όπου σημειούται: «Ντρούλιας Ανδρέας, παρευρέθη εις διαφόρους μάχας, υπαξιωματικός, Τάξεως Δευτέρας. Εφονεύθη».

Έγγραφα, σχετικά με το πρόσωπο και τη δράση του, [φυλάσσονται] στον οικείο φάκελο, μαζί με τον πεθερό του Μήτρο Πέρπυρο, στο κουτί 152, του Τμήματος Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών, όπου και το Μητρώο των Αγωνιστών του 1821.

Ο Ανδρέας Ντρούλιας του Μήτρου είναι ο τελευταίος γιος του Μήτρου (ή Κωνσταντίνου) Σελλή. Επειδή είχε κάνει διάφορα ανδραγαθήματα κατά των Τούρκων και ακόμη από το επιβλητικό του παράστημα, ονομάστηκε Αντρούλιας – Ντρούλιας, επώνυμο το οποίο φέρει σήμερα η μεγάλη οικογένεια των Ντρουλιαίων.

 Η τοπική παράδοση αναφέρει, πως σκοτώθηκε σε συμπλοκή με Τούρκους, στου «Παπανικολού» τ’ αλώνι, λίγο πριν την Επανάσταση, όταν καταδιώχτηκε από Τούρκους, καθώς πήγε να κλέψει σταφύλια, στα αμπέλια της Μπερτζοβάς, (Βλ. Ιωάννου Σπ. Αναγνωστοπούλου, Λαογραφικά του Αχλαδοκάμπου, Αθήνα 1985, σ. 169)

Στην αίτηση της συζύγου του Γιαννούλας, προς την Επιτροπή Εκδουλεύσεων του Αγώνος, σημειούται ότι σκοτώθηκε σε μάχη κατά του Ιμπραήμ.

Ότι ο Ανδρέας, Ντρούλιας ήταν ένας από τους πολλούς Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές, που σκοτώθηκε σε μάχη κατά των Τούρκων, στα χρόνια της Επανάστασης, φαίνεται και από την Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865.

 

Πηγή


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Ντούσιας Κ. Παναγιώτης (1795; – 1865;)


 

Ο Παναγιώτης Ντούσιας του Κωνσταντίνου, γεννήθηκε στον Αχλαδόκαμπο Αργολίδας γύρω στο 1795. Είναι γιος του κλεφταρματολού Κωνσταντίνου Ντούσια, που σκοτώθηκε σε συμπλοκή με τους Τούρκους έξω από την Αθήνα,  μεγαλύτερος και περισσότερο εγγράμματος από τον αδελφό του Αγωνιστή του 1821 Κωνσταντίνο Ντούσια.

Όπως φαίνεται από αίτηση των κληρονόμων του, που ζητούν αποζημίωση για τις εκδουλεύσεις του κατά τη διάρκεια του Αγώνα του 1821, της 24ης Μαΐου 1865 και από το πιστοποιητικό του τότε Δημάρχου Υσιών Αντωνίου Δημ. Αντωνοπούλου, της 24ης Μαΐου 1865, που απόκεινται στον οικείο φάκελλο, στο κουτί αριθ. 151, στο Τμήμα Χειρογράφων και ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών, ο Παναγιώτης Ντούσιας έλαβε μέρος στις περισσότερες μάχες της Πελοποννήσου, Τρίκορφα, Βαλτέτσι, Άγιο Γεώργιο, Δολιανά, Γράνα, Δερβενάκια, Άργος κλπ., κάτω από τις διαταγές των οπλαρχηγών Π. Ζαφειροπούλου και Γενναίου Κολοκοτρώνη, ότι είχε κληρονόμους τα γνήσια παιδιά του Γεώργιο, Χρίστο, Παναγούλα, Γιαννούλα, και Κυριακή και ότι είχε στο μεταξύ αποβιώσει.

Πάντως δε φαίνεται πουθενά να πέτυχε η οικογένειά του υλικά οφέλη. Στο Νέο Μητρώο των Αγωνιστών του 1821 με αύξοντα αριθ. 586, αναγράφονται τα ακόλουθα:

«Ντούσιας Παναγιώτης, ως οδηγός στρατιωτών. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον Αγώνα, Τάξεως Πέμπτης (Συνεδρίαση 432)».

Τη δράση του μαζί με τον αδελφό του Κωνσταντίνο, κατά την Επανάσταση του 1821, μαρτυρεί και ο ιστορικός Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος στο έργο του, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, σ.73: «Ο Κωνσταντίνος και Παναγιώτης, αδελφοί Δούσα, κατήγοντο από τον Αχλαδόκαμπον του Άργους και υπηρέτησαν στρατιωτικώς αμφότεροι».

Απεβίωσε με φυσιολογικό θάνατο στον Αχλαδόκαμπο, πριν το 1865, γιατί δεν αναφέρεται στην Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865.

  

Πηγή


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

 

 

Read Full Post »

Ντούσιας Κωνσταντίνος (ο κλεφταρματολός 1780; – 1821;)


Ο Κωνσταντίνος Ντούσιας, αγνώστων άλλων προγονικών στοιχείων, φαίνεται, όπως δείχνει το επίθετό του, ότι προέρχεται από το χωριό Ντούσια της Αχαΐας. Πρέπει να γεννήθηκε γύρω το 1780, αφού το 1800 φαίνεται να είναι εγκαταστημένος στον Αχλαδόκαμπο Αργολίδας και να έχει οικογένεια.

Γιοι του είναι οι Αγωνιστές του 1821 Παναγιώτης και Κωνσταντίνος Ντούσιας. Γύρω στο 1800, φαίνεται να υπηρετούσε σαν κλεφταρματολός, γιατί οικογενειακή παράδοση αναφέρει, πως σκοτώθηκε σε κάποια συμπλοκή με τους Τούρκους έξω από την Αθήνα, λίγο πριν την επανάσταση του 1821, και πως ο Νικηταράς έφερε τα όπλα του σκοτωμένου πατέρα στη χήρα και τα ορφανά και πρότεινε στους παρισταμένους ανηλίκους γιους του, Παναγιώτη και Κωνσταντίνο, ν’ ακολουθήσουν το παράδειγμα του πατέρα τους και να ανδραγαθήσουν, όπως και έγινε αργότερα.

  

Πηγή


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Αχλαδόκαμπος Άργολιδας (1821)


   

Ο Αχλαδόκαμπος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και της Επανάστασης του 1821

 

Αχλαδόκαμπος

Ο Αχλαδόκαμπος, σαν χωριό, συγκροτήθηκε, κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας, από διάφορους γεωργικούς και κτηνοτροφικούς μικροσυνοικισμούς της περιοχής, οι οποίοι υπήρχαν ανέκαθεν στην περιοχή, όπως μαρτυρούν τα μέχρι σήμερα τοπωνύμια: « Καλύβια», «Παλιόμαντρα», «Παλιόχωρα», «Παλιοχώρια», «Νερά» κλπ., πιθανόν από κατοίκους του Μουχλίου, καθώς και από κατοίκους άλλων περιοχών, οι οποίοι σαν φυγόδικοι βρήκαν καταφύγιο και εργασία στον Αχλαδόκαμπο ή ήρθαν σιόγαμπροι.

Χτίστηκε απόκρυφα και αμφιθεατρικά, μέσα σε δασώδη περιοχή, στο επάνω μέρος του «Πέρα» και του «Δώθε χωριού», αποτελούμενο από μικρούς οικίσκους (κονάκια), με μια πόρτα και ένα παράθυρο, πολλοί των οποίων χρησιμοποιούνται σήμερα, σαν στάβλοι και αχυρώνες, σε υψόμετρο εξακοσίων (600) περίπου μέτρων από τη θάλασσα.

Οι κάτοικοι προτίμησαν τη θέση αυτή για να έχουν κοντά το νερό των πηγών «Αγίου Γεωργίου» και «Καρυάς», για να αποφεύγουν τις ενοχλήσεις των Τούρκων, λόγω των διαβάσεων υποχρεωτικά δια μέσου Αχλαδοκάμπου και για να μπορούν εύκολα, σε περίπτωση τουρκικής επιδρομής να ανεβαίνουν προς το Αρτεμίσιο.

 

Σπίτια στον Αχλαδόκαμπο.

 

Το όνομα του χωριού, Αχλαδόκαμπος, μνημονεύεται στον Κατάλογο της γενικής απογραφής των πόλεων και χωριών της Πελοποννήσου, που έγινε από το μηχανικό και επόπτη του καταστίχου της Μορέως Alberghetti, έπειτα από σχετική εντολή του Ενετού Φραγκίσκου Μοροζίνη, το 1687, και δημοσιεύτηκε με τον τίτλο: «Νotitia Alberghetti», σαν παράρτημα, στο έργο του Ενετού ιερέα Antonio Pacifico, που έχει τον τίτλο: «Breve Descrittione Corografica del Peloponneso, Venetia 1704».

Πρώτη γραπτή μαρτυρία κατοίκου του χωριού, με το όνομα «Αχλαδοκαμπίτης», έχουμε του Αναγνώστη Κονδάκη, οπλαρχηγού της Κυνουρίας, ο οποίος στο έργο του: Απομνημονεύματα, Αθήναι [1957], σ.18, λέγει ότι κατά τη συντριβή των Αλβανών στην Τρίπολη, το 1779, από τους Κλεφταρματολούς, «ένας Αχλαδοκαμπίτης σημαιοφόρος πρώτος έστησε την σημαίαν εις το Σεράγιον».

Ο Αχλαδόκαμπος, κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, χρησίμευε, όπως και σήμερα, σαν σταθμός αναψυχής και διανυκτέρευσης των οδοιπόρων και του τουρκικού στρατού, έπειτα από εξάωρη πορεία τριάντα περίπου χιλιομέτρων, είτε από το Άργος, είτε από την Τρίπολη. Η διάβαση αυτή δια μέσου του Αχλαδοκάμπου λεγόταν Δερβένι, που σημαίνει πέρασμα. Το Δερβένι του Αχλαδοκάμπου φυλαγόταν από Αχλαδοκαμπίτες κυρίως φρουρούς, μισθωτούς, για την πρόληψη ληστειών, φονικών και άλλων κινδύνων, και ακόμη για να ελέγχονται τα είδη εισαγωγής και εξαγωγής.

Στη θέση «Λιά ρέμα», όπου γινόταν διακλάδωση του δρόμου, είτε προς το «Λυκάλωνο», είτε προς τα «Νερά», είτε ακόμη προς το «Δόκανο» και τα «Παλιοχώρια», υπήρχε έλεγχος και οι αμαξηλάτες και ταξιδιώτες με άλογα πλήρωναν ανάλογο φόρο, ένα είδος διοδίων.

Ο Αχλαδόκαμπος, σαν δερβενοχώρι, υπαγόταν διοικητικά στο Βιλαέτι του Αγίου Πέτρου της Κυνουρίας, που ήταν μια από τις έξι διοικητικές περιφέρειες της Πελοποννήσου.

 

Θέα από τον Αχλαδόκαμπο, στο βάθος η μεγάλη γέφυρα.

 

Σχετικά ο Άγγλος περιηγητής Will. M. Leake, στο έργο του, Travels in the Morea, Λονδίνο 1830, τ. Β’, σ. 334, σημειώνει, το 1809, τα ακόλουθα για τον Αχλαδόκαμπο:

«Το χωριό Αχλαδόκαμπος… ανήκει στο Βιλαέτι του Αγίου Πέτρου και όπως όλα τα χωριά αυτής της περιφέρειας είναι ένα κεφαλοχώρι. Ως δερβενοχώρι διατηρεί  με τα δικά του έξοδα μερικούς φύλακες, για την ασφάλεια.  Για την υπηρεσία που προσφέρει δεν έχει υποχρέωση να φιλοξενεί τους ταξιδιώτες».

 

Αγία Κυριακή Αχλαδοκάμπου – Εντός της ρεματιάς που ενώνει το πέρα και το εδώ χωριό, η εκκλησία της Αγίας Κυριακής βρίσκεται εκεί τουλάχιστον 200 χρόνια… Ο Ιερός Ναός της Αγίας Κυριακής Αχλαδοκάμπου αποτελεί αξιόλογο ιστορικό μνημείο της περιοχής, χτίστηκε κατά τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας, με σκοπό να εξυπηρετήσει τις θρησκευτικές ανάγκες των συνεχώς αυξανόμενων οικογενειών του χωριού και κάτω από ορισμένες συνθήκες και παραχωρήσεις του Τούρκου διοικητή, όπως μαρτυρούν οι θρύλοι και οι τοπικές παραδόσεις.

 

Επίσης ο ιστορικός και υπασπιστής του Θ. Κολοκοτρώνη, Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος, στο έργο του Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, Αθήναι 1888, σ. 74, γράφει τα εξής για το προνόμιο αυτό του Αχλαδοκάμπου:

«Το χωρίον τούτο η τουρκική εξουσία το είχεν εν μέρει ασύδοτον, και όλα τα χωριά, όσα ευρίσκονται εις θέσιν όπου υπήρχε διάβασις, και την οποίαν ωνόμαζον δερβένι, διότι τα τοιαύτα χωριά εχρησίμευον ως κατάλυμα των στρατιωτών και των άλλων ανθρώπων της εξουσίας, οι δε κάτοικοι τούτων ήσαν υπόχρεοι να φέρουν εις το δρόμον ψωμί, νερό και κρέας και ό,τι άλλο είχον και εκεί  τους επερίμεναν να φάγουν.

Όταν δε διήρχετο ο πασάς εφιλοδωρούσε τους χωρικούς δι’ όσα έφερον. Είχον δε την άδειαν οι δερβενοχωρίται ούτοι του Αχλαδοκάμπου να φέρουν όπλα  και να φυλάττουν εις το Νταούλι-Χάνι, ως σκοποί προς συνδρομήν και ασφάλειαν των διαβατών. Επειδή δε είχον και τύμπανον και αυλούς και έπαιζον ολίγον και ηυχαρίστουν τους διαβάτας, ούτοι εις αμοιβήν έδιδον εις αυτούς χρήματα και ως εκ τούτου έμεινεν η ονομασία του τόπου Νταούλι».  

Στο Δερβένι  του Αχλαδοκάμπου υπήρχαν πολλά χάνια, για την εξυπηρέτηση των οδοιπόρων και των τούρκικων στρατευμάτων, όπως πιο πάνω από τη θέση «Αγία Παρθένα», ονομαζόμενο «Κιόσκι», το «Χάνι του Γαλλή», το «Χάνι του Αγά πασά» (Παλιόχανο), το «Χάνι Νταούλι», το «Χάνι Νερά» και άλλα μικρότερα.

Από τα χάνια αυτά ονομαστότερα, ένεκα του ιστορικού τους ρόλου, είναι, «Το χάνι του Αγά πασά», στη σημερινή θέση «Παλιόχανο», το «Χάνι Νταούλι», στην ομώνυμη θέση και το «Χάνι Νερά», στις πηγές της περιοχής «Νερά».

Το «Χάνι του Αγά πασά», βρισκόταν στη σημερινή θέση «Παλιόχανο», νοτιοανατολικά  του σιδηροδρομικού σταθμού του Αχλαδοκάμπου και νοτιοδυτικά της θέσης «Γκετέ», όπου μέχρι σήμερα διασώζονται τα ερείπιά του, στην κτηματική ιδιοκτησία σήμερα της οικογένειας Αντωνοπούλου. (Βλ. Ιωάννου Σπ. Αναγνωστοπούλου, Η Ιστορία του Αχλαδοκάμπου. Αθήναι 1961, σ. 83).

Από τα ερείπια του κεντρικού κτιρίου και των διαφόρων γύρω συγκροτημάτων, αποθηκών και στάβλου, φαίνεται πως ήταν αρκετά μεγάλο. Είχε πολλά δωμάτια (κονάκια), για την εξυπηρέτηση των ταξιδιωτών και πολλές «θολογύριστες καμάρες» , κατά το Φωτάκο.

 

Σιδηροδρομικός Σταθμός Αχλαδοκάμπου – Σε υψόμετρο 295 μέτρων και στη θέση «Παλιόχανο» βρίσκεται ο σιδηροδρομικός σταθμός του χωριού, επί του 84ου χιλιομέτρου της γραμμής Μύλων Ναυπλίου – Καλαμάτας. Ο Σταθμός απέχει από το χωριό περίπου 1.5km. Η σημερινή γενιά αλλά κυρίως οι περαστικοί και αρκετοί που έχουν περάσει με το τρένο από την περιοχή μας έχουν την απορία γιατί ο σταθμός ενός τόσο μεγάλου χωριού χτίστηκε τόσο μακριά από τον οικισμό. Ο λόγος είναι ότι η σιδηροδρομική γραμμή βρισκόταν ακόμα σε χαμηλό υψόμετρο, ανηφορίζοντας συνεχώς προς την Τρίπολη.

 

Το «Χάνι του Αγά πασά» (Παλιόχανο) είναι ξακουστό, γιατί εκεί έγινε την 10η Ιουλίου 1822 το πολεμικό συμβούλιο των οπλαρχηγών, υπό την αρχηγία του Θ. Κολοκοτρώνη, κατά του Δράμαλη. Εκεί γράφτηκαν και υπογράφτηκαν οι προκηρύξεις επιστράτευσης, οι οποίες εστάλησαν προς όλα τα μέρη της Πελοποννήσου, για τη συγκέντρωση του ελληνικού στρατού. Από το χάνι τούτο ο Θ. Κολοκοτρώνης, την 12η Ιουλίου 1822 ειδοποίησε τους Αχλαδοκαμπίτες, πως θα διανυχτερεύσει στα «Νερά» και εκεί να του φέρουν τροφές για το στρατό και τα άλογά του, όπως αναφέρει ο Φωτάκος στα Απομνημονεύματά του, σ. 262:

«Την δε 12ην Ιουλίου παρήγγειλεν ο αρχηγός εις το χωρίον Αχλαδόκαμπον να του φέρουν τροφάς δια τους στρατιώτας και τα άλογά του, και ότι θα διανυκτερεύση εκεί εις τα Βρυσούλια ή Νεράκια, κατά τον δρόμον του Άργους».

Στο χάνι εκείνο, όταν επέστρεφαν τα στρατεύματα του Ιμπραήμ, από τους Μύλους για την Τρίπολη, σκότωσαν έξι στρατιώτες, που τους βρήκαν μεθυσμένους να κοιμούνται, όπως αναφέρει ο Φωτάκος στα Απομνημονεύματά του, σ. 507:

«Οι δε Τούρκοι φθάσαντες ηύραν κοιμωμένους από την μέθην και τον κόπον έως έξ ‘Ελληνας, τους οποίους αμέσως εσκότωσαν και ούτω δεν εδυνήθησαν να εννοήσουν οι κοιμώμενοι, ποίοι και διατί τους εφόνευσαν. Οι δε λοιποί Έλληνες ετρύπωσαν μέσα εις τα γεννήματα και εσώθησαν».

Το «Χάνι Νταούλι», βρισκόταν στη σημερινή ομώνυμη θέση, στην κτηματική ιδιοκτησία σήμερα της οικογένειας Αντωνοπούλου, πέντε χιλιόμετρα ανατολικά του Αχλαδοκάμπου, λείψανα του κεντρικού κτιρίου και του παρακειμένου ευρύχωρου στάβλου σώζονται μέχρι σήμερα. (Βλ. Ιωάννη Σπ. Αναγνωστοπούλου , Η Ιστορία του Αχλαδοκάμπου σ. 75).

Από στρατιωτικής πλευράς πλεονεκτούσε, σε σύγκριση με το «Χάνι του Αγά πασά» (Παλιόχανο), γιατί είχε μεγάλη ορατότητα προς τα «Νερά», από τη θέση «Κόλλια», όπου επάνω σε λόφο, ανατολικά του δρόμου προς το Άργος, διακόσια περίπου μέτρα, υπήρχε παρατηρητήριο, ερείπια του οποίου σώζονται μέχρι σήμερα, με την ονομασία «Ταμπουρίτσα», και προς τη θέση «Δόκανο» και τα Παλιοχώρια», αλλά και από άποψη νερού και ευρυχωρίας. Εκεί διασταυρώνονταν οι δρόμοι προς τα «Νερά» προς το «Λυκάλωνο» προς το «Δόκανο» και τα «Παλιοχώρια» ή προς τα «Λιθαράκια», «Μπάκα», «Κεφαλάρι», «Χάνι Αγά πασά» δια μέσου «Αγιά Παρθένας» προς Τρίπολη ή προς τον Αχλαδόκαμπο, «Γαλή Χάνι», δια μέσου «Αγιά Παρθένας» προς Τρίπολη ή δια μέσου «Κάτω Βρύσης» προς Τρίπολη.

 

Το Κεφαλάρι Αχλαδοκάμπου με το ξωκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής.

 

Ο ήχος του νταουλιού και των άλλων μουσικών οργάνων ακουγόταν σε μεγάλη απόσταση και έδινε θάρρος και δύναμη στους ταξιδιώτες, οι οποίοι έλεγαν: «Ακούεται το νταούλι», «να φτάσαμε στο νταούλι» και έτσι έμεινε η ονομασία του τόπου «Νταούλι».

Όπως σε όλα τα χάνια, έτσι και το «Χάνι Νταούλι», οι ταξιδιώτες και ο στρατός έτρωγαν, έπιναν, κοιμόντουσαν, μάθαιναν νέα, έπαιρναν και έστελναν επιστολές και εξυπηρετιόντουσαν τα υποζύγια από τροφή, νερό και στέγη, στον παρακείμενο ευρύχωρο στάβλο.

Το χάνι στην περιοχή «Νερά» βρισκόταν λίγα μέτρα πάνω από την πρώτη  μεγάλη πηγή, σε κτηματική ιδιοκτησία σήμερα της οικογένειας Ντρούλια, όπου σώζονται ερείπια και μεγάλος υπόγειος θόλος. Εκεί στον ευρύχωρο πεδινό τόπο συγκεντρώθηκε ο ελληνικός στρατός, τον Ιούλιο του 1822, και με αρχηγό το Θ. Κολοκοτρώνη βάδισε κατά του Δράμαλη στα Δερβενάκια. Εκεί οι Αχλαδοκαμπίτισσες γυναίκες έφεραν τρόφιμα και τους άντρες τους, τους οποίους παρέδωσαν στο Θ. Κολοκοτρώνη.

Αξιοσημείωτα είναι όσα γράφει για το γεγονός τούτο ο Φωτάκος στα Απομνημονεύματά του, σ. 263:

«Αι γυναίκες του χωρίου με μεγάλη των προθυμία έφερον φορτωμέναι τροφάς και τους άνδρας των εμπρός με τα άρματά των, τους οποίους παρέδωσαν εις τον αρχηγόν και του είπαν: Να τους άνδρας μας να τους πάρης εις τον πόλεμον, και αν δεν είναι παλικάρια, να βγάλουν τ’ άρματα και να τα φορέσωμεν εμείς. Τοιούτους άντρες δεν τους θέλομεν» . Ο Κολοκοτρώνης εγέλασε καθώς και ο Αρχιμανδρίτης Φλέσσας και οι λοιποί καπεταναίοι, τις ευχαρίστησαν, τις έστειλαν οπίσω εις τα σπίτια των και εκράτησε τους άνδρας των ως στρατιώτας».

Από το σημείο τούτο και ύστερα οι Αχλαδοκαμπίτες, αν και διστακτικοί στην αρχή, λόγω της γεωγραφικής θέσης του χωριού και της συμμετοχής τους στην ένοπλη Πολιτοφυλακή της διαφύλαξης του Δερβενίου του Αχλαδοκάμπου με έδρα το «Χάνι Νταούλι», παίρνουν ενεργό μέρος στην Επανάσταση του 1821.

Πρωτύτερα έδρασαν ως κλεφταρματολοί, με αρχηγό τον Κυριάκο Στεφόπουλο και αργότερα με τον Κωνσταντίνο Ντούσια, ο οποίος έχοντας ως ορμητήριο τις ομώνυμες απρόσιτες σπηλιές στα «Κόκκινα βράχια», απέναντι από τη θέση «Χαλκιά» του «Κολοσούρτη», συνεργάστηκε, κατά την Επανάσταση του 1821, με το Θ. Κολοκοτρώνη και έλαβε μέρος με την ομάδα των Αχλαδοκαμπιτών και ξένων παλικαριών του σε πλείστες όσες μάχες τις Πελοποννήσου. Το ίδιο συνέβη και με τον Κυριάκο Παπαδόπουλο και την ομάδα των παλικαριών του.

 

Άποψη του Αχλαδοκάμπου από την πλατεία του χωριού.

 

Ο Αχλαδόκαμπος, κατά τα χρόνια της Επανάστασης του 1821, υπέφερε τα πάνδεινα, λόγω της γεωγραφικής του θέσης. Απέβη ένα διαρκές ολοκαύτωμα υπέρ της Ελευθερίας. Μάλιστα την 1η Μαΐου 1821 λεηλατήθηκε από τους Τούρκους και τη 13η Ιουνίου 1825 πυρπολήθηκε και καταστράφηκε ριζικά από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ.

Πρόσφερε τις μεγαλύτερες θυσίες του στις κρισιμότερες περιστάσεις και στους αμεσότερους κινδύνους της Πατρίδας, κατά τρόπο γόνιμο και επωφελή, με σύνεση και γενναιότητα. Όσες φορές οι περιστάσεις ζητούσαν τις θυσίες του, τότε οι κάτοικοι έδειχναν τον ανιδιοτελή πατριωτισμό τους.

Χαρακτηριστικά είναι όσα γράφει Φωτάκος, για τη συμβολή του Αχλαδοκάμπου, κατά τα χρόνια της Επανάστασης του 1821, στο έργο του, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, σ. 74:

«Το χωρίον τούτο επί του Εθνικού Αγώνος εθυσιάσθη ολόκληρον, διότι οι στρατιώται κινούμενοι άνω και κάτω όλοι εις αυτό κατέλυον, και τους έθρεφον. Κατήντησε σταθμός στρατιωτικός, και όμως οι πτωχοί κάτοικοι υπέφεραν πολύ, καθώς και αι Καλάμαι από τους Μανιάτας.

Επί δε της εισβολής του Δράμαλη, ότε ο στρατηγός Θ. Κολοκοτρώνης διέβαινεν εκείθεν δια την Αργολίδα και συνάντησε τους υπό της εμπροσθοφυλακής του Δράμαλη σκορπισθέντας και φεύγοντας από το Άργος και τους Αφεντικούς Μύλους Έλληνας κατά το Χάνι Νταούλι, και εκείθεν εγύρισε πίσω εις το άλλο Χάνι του αυτού χωρίου, το οποίον κείται εις τον κάμπον και λέγεται του Αγά πασά, όπου όλοι εμού εστάθμευσαν  σχεδόν τρεις ημέρας, το χωρίον τούτο, ο Αχλαδόκαμπος, έθρεψεν όλους εκείνους τους συναχθέντας εκεί, και τον Κολοκοτρώνην , προς τον οποίον έστειλε τροφάς ως και δια τα άλογά του εις την θέσιν Βρυσούλια, όπου διενυκτέρευσε και την αυγήν εκίνησε να υπάγη κατά του Δράμαλη».

Εάν το 1809, όπως λέγει ο Will. M. Leake στο έργο του Travels in the Morea, τ. Β’, σ. 334, ο Αχλαδόκαμπος είχε «ογδόντα οικογένειες», το 1822 θα είχε τουλάχιστο εκατό και επομένως θα μπορούσε να προσφέρει πενήντα άντρες ως στρατιώτες.  

 

Πηγή  


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Σχολείο Θηλέων της Σαρλότ Βολμεράνζ (Charlotte Volmerange) στο Ναύπλιο 

 


 

Η εκπαίδευση στην  Αργολίδα επί Καποδίστρια (1828-1832) 

 Η εκπαίδευση θηλέων στο Ναύπλιο – Παρθεναγωγείο Σαρλότ Βολμεράνζ

 

Όσο και να προσπαθήσει κανείς να ωραιοποιήσει την εικόνα μιας ιστορικής περιόδου χάρη σε σποραδικά μόνο και αποσπασματικά γεγονότα, όπως αυτά προέκυψαν κυρίως κατά τη διάρκεια του νεοελληνικού διαφωτισμού και λίγο μετά, αυτή η προσπάθεια στο τέλος δεν ευοδώνεται και δε μπορεί να αλλοιώσει την εικόνα και να προκαλέσει συμπεράσματα διαφορετικά απ’ αυτά που προκύπτουν αυτονόητα από μια γενική και αντικειμενική ιστορική θεώρηση.

Η διαπίστωση αυτή έχει σχέση και με την εκπαίδευση ή την αγωγή, όπως λεγόταν τότε, των θηλέων στους μετά την απελευθέρωση χρόνους που, ως συνέχεια  των αντιλήψεων που επικρατούσαν στην ανδροκρατούμενη ελληνική κοινωνία από τα χρόνια της τουρκοκρατίας εις βάρος της γυναίκας, την καθιστούσαν εξαιρετικά δυσχερή και προβληματική.

Και τούτο γιατί η κοινωνία αυτή από τη μια μεριά θεωρούσε τη γυναίκα κοινωνικά υποδεέστερη από τον άνδρα, αρνούμενη να της δοθούν ίσα δικαιώματα και ανάλογη θέση στη διαμορφούμενη κοινωνικά πραγματικότητα και από την άλλη πίστευε ότι δεν ήταν επιτρεπτή κι αμέτοχη κινδύνων η συμμετοχή και ο συγχρωτισμός της με το άλλο φύλο, για αυτό έπρεπε να αποφευχθεί κατά το δυνατόν, τουλάχιστον στους εκπαιδευτικούς χώρους.

  

Η Σαρλότ Βολμεράνζ έρχεται στην Ελλάδα του Καποδίστρια

 


 

Ιωάννης Καποδίστριας – Μουσείο Μπενάκη. Λιθογραφία του καλλιτέχνη Λ. Νικιάδη.

Αυτή η ζοφερή για την Ελληνίδα εικόνα και η συναφής αντίληψη του ελληνικού πληθυσμού για τη φοίτηση των κοριτσιών δεν έπρεπε να είχε αγνοηθεί ούτε να είχε περάσει απαρατήρητη από μια φωτισμένη κι έμπειρη παιδαγωγό, όπως η Σαρλότ Βολμεράνζ , η οποία είχε έρθει πρόσφατα, το 1831, στην Ελλάδα, έπειτα από μια επιτυχημένη εκπαιδευτική θητεία στη Ρωσία.

Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας κατά το διάστημα της υπερτριετούς του διακυβέρνησης ενδιαφερόταν ο ίδιος προσωπικά, τόσο για την οργάνωση όσο και για την ανάπτυξη της εκπαίδευσης. Το ενδιαφέρον του για τη δημόσια εκπαίδευση ήταν φανερό από της προσπάθειές του στην Επτάνησο Πολιτεία (είχε επιτελέσει Επιθεωρητής Σχολείων), ήταν ένας διαρκής αγώνας για την οργάνωση και επέκτασή της.

Αυτός είχε μάλιστα συλλάβει πρώτος και την ιδέα της ίδρυσης Πανεπιστημίου στην Επτάνησο Πολιτεία, που αν και δεν μπόρεσε να εφαρμόσει στις ημέρες του, λόγω του διορισμού του στην υπηρεσία του τσάρου της Ρωσίας, κατόρθωσε αργότερα, υποκινώντας, παροτρύνοντας και ενθαρρύνοντας το φιλέλληνα και φιλόμουσο Άγγλο λόρδο Γκίλφορδ να συμβάλλει αποφασιστικά στην ίδρυση της Ιόνιας Ακαδημίας[i], στην Κέρκυρα το 1824.

Αυτός είχε συμβάλει στην ίδρυση της Φιλομούσου Εταιρίας της Βιέννης. Αυτός, τέλος είχε παρακολουθήσει τη λειτουργία και τα μαθήματα στο σχολείο του Fellemberg[ii] που λειτουργούσε στη βάση των παιδαγωγικών και μεθοδολογικών αρχών του Pestalozzi.

Αυτή η εκπαιδευτική προπαίδεια του έδινε τις απαραίτητες εμπειρίες να συνεχίσει τις προσπάθειές του τώρα στην Ελλάδα. Λίγο αργότερα με την απελευθέρωση του τμήματος της Ελλάδας που αποτέλεσε το νεοσύστατο κι αδύναμο Ελληνικό Κράτος, είχε δώσει επείγουσα προτεραιότητα στην οργάνωση κι ανάπτυξη της εκπαίδευσής του. Με τα υφιστάμενα τότε σχολεία της Αλληλοδιδακτικής[iii] τα οποία ιδρύονταν κατά δεκάδες, το ένα μετά το άλλο, με την αμέριστη στήριξη, παρακολούθηση και βοήθειά του, η Ελλάδα προδιέγραφε ένα μέλλον αρκετά ευοίωνο για την εκπαίδευση, όπως άλλωστε για τους άλλους νευραλγικούς τομείς.

Στον Ιωάννη Καποδίστρια λοιπόν θα μπορούσε να προβλέπει με ελπίδα η Βολμεράνζ, όταν φθάνει στην Ελλάδα. Αποφασίζει λοιπόν να μεταβεί στο Ναύπλιο, το 1831, και να απευθυνθεί στον Ιωάννη Καποδίστρια ο οποίος συμφωνεί με το σχέδιο της για την μόρφωση των κοριτσιών[iv] και της υπόσχεται να συνεπικουρήσει το έργο της.

  

Παράλληλη λειτουργία δημόσιας και ιδιωτικής εκπαίδευσης

 


  

Ιδιωτική εκπαίδευση  εγκαινίασε τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας και η Γαλλίδα παιδαγωγός Σαρλότ Βολμεράνζ, η οποία φρόντισε συστηματικά για την ομαλή λειτουργία της σχολής θηλέων που επέλεξε να υπηρετήσει.

Η έναρξη της λειτουργίας του σχολείου Βολμεράνζ, που ακολουθεί την έλευσή της στο Ναύπλιο, και η ένταξή της στο πλαίσιο της ιδιωτικής εκπαίδευσης δεν είναι κάτι το εντελώς καινούριο στο νεοσύστατο κράτος. Στο σημείο αυτό έχει τη θέση της η πληροφορία ότι εκτός από τη δημόσια εκπαίδευση έχουμε και τη λειτουργία ιδιωτικής εκπαίδευσης από Έλληνες και ξένους λόγιους.

Οι ξένοι όμως εκπαιδευτικοί, στην προσπάθειά τους να συστήσουν και να λειτουργήσουν ιδιωτικά σχολεία στη χώρα μας και να αντέξουν στο δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος της λειτουργίας τους, αναγκάζονται να χρηματοδοτούνται  ή από φιλελληνικές οργανώσεις του εξωτερικού ή από διάφορες ξένες ιεραποστολές, με σαφή την πρόθεση των τελευταίων να τους εξαναγκάσουν σε κατά παραγγελία προσηλυτιστική θρησκευτική δραστηριότητα. Αυτό φάνηκε περισσότερο στη συνέχεια της λειτουργίας τους  στα χρόνια που ακολούθησαν με αποτέλεσμα την έντονη παρέμβαση της ελληνικής εκκλησίας και άλλων ποικιλώνυμων παραγόντων και την πρόκληση αναταραχών.

Είχαμε εσφαλμένα την εντύπωση ότι η Σαρλότ Βολμεράνζ ανήκε στην κατηγορία που περιγράφηκε πιο πάνω, ότι δηλαδή είχε αποσταλεί στην Ελλάδα από το φιλελληνικό κομιτάτο των Παρισίων, το οποίο και τη χρηματοδοτούσε με απώτερο σκοπό την τέλεση ετερόδοξου προσηλυτισμού. Από ανέκδοτο όμως υπόμνημα, που έστειλε η Βολμεράνζ στον Ιωάννη Καποδίστρια το 1831, γίνεται σαφές ότι η Γαλλίδα βρισκόταν ήδη στη Ρωσία, όταν ξέσπασε η επανάσταση  κι εκπαίδευε δεσποινίδες της ανώτερης  κοινωνικής τάξης.

Εκεί ενημερωνόταν για τους αγώνες των Ελλήνων, που την επηρέασαν βαθύτατα. Γνωρίζει ακόμα το μέγεθος της συμμετοχής  και της προσφοράς της εκπαίδευσης και της παιδείας γενικότερα, ως απότοκο του νεοελληνικού διαφωτισμού στην εξέγερση των Ελλήνων  με την Ελληνική Επανάσταση του 1821, που συνδυαζόταν με την ομόθυμη απόφασή τους για την ανάπτυξη της εκπαίδευσης. Κι επειδή ο θαυμασμός της  για τους Έλληνες ήταν μεγάλος ήθελε κι αυτή να μετάσχει  σε αυτόν τον φιλόδοξο αγώνα και να προσφέρει αυτό που μπορούσε: την αξιόλογη διδακτική και παιδαγωγική της πείρα, που απέρρεε από μια εικοσαετή επιτυχημένη εκπαιδευτική παρουσία.  

Η Βολμεράνζ προστατεύει με κοινωνική ευαισθησία ένα μικρό αριθμό απόρων κορασίδων, ενώ ταυτόχρονα γίνονται μαθήτριές της άλλα κορίτσια καταβάλλοντας μάλιστα ορισμένη αμοιβή. Ταυτόχρονα, ελπίζοντας σε βελτίωση των οικονομικών του κράτους, αναμένει τη βοήθεια του Ιωάννη Καποδίστρια, που της είχε υποσχεθεί με κάθε ειλικρίνεια. Δυστυχώς όμως γι’ αυτήν, έρχεται η στυγερή δολοφονία του κι έτσι ανατρέπονται όλα όσα της είχε υποσχεθεί.

Η Σαρλότ Βολμεράνζ, μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, την αναρχία που επικράτησε για πολύ καιρό και την εξαθλίωση του πληθυσμού και των προσφύγων που συνέρρεαν ακατάπαυστα από όλη την Ελλάδα, καθώς και την οικονομική ανυπαρξία του κράτους, βλέπει με απόγνωση να μειώνεται δραστικά ο αριθμός των μαθητριών της. Αυτό όμως δεν την απογοητεύει και συνεχίζει ακάθεκτη το μεγαλεπήβολο έργο της, αναμένοντας ταυτόχρονα τις μελλοντικές εξελίξεις.    

   

Άφιξη του Όθωνα και της Αντιβασιλείας

 


 

Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος

Έπεται, τον Ιανουάριο του 1833, η εγκατάσταση του Όθωνα και της Αντιβασιλείας στο Ναύπλιο. Ο εντεταλμένος για την εκπαίδευση αντιβασιλέας, καθηγητής G. L. Von Maurer[v]  συντάσσει τον οργανικό νόμο της 6ης Φεβρουαρίου 1834 θέτοντας τις βάσεις για την οργάνωση της Δημοτικής Εκπαίδευσης.

Ο ίδιος « είναι άριστα καταρτισμένος και στα εκπαιδευτικά θέματα, αν και στηρίχθηκε σε λανθασμένες βάσεις, θεωρώντας ότι η πτωχή και αιμορροούσα ακόμα Ελλάδα μπορούσε να κινηθεί στο εκπαιδευτικό πλαίσιο της Βαυαρίας, που είχε σοβαρή οικονομική, διοικητική και εκπαιδευτική διάρθρωση  και που η αυτοδιοίκησή της στην οποία στηριζόταν η δημοτική εκπαίδευση είχε άπειρες οικονομικές δυνατότητες για τη λειτουργία της. Διαπιστώνει όμως και ευαισθητοποίηση στον τομέα της γυναικείας εκπαίδευσης, αν και το εκπαιδευτικό νομοθέτημα της 6ης Φεβρουαρίου 1834 δεν άφηνε πολλές δυνατότητες για ένα τέτοιο εγχείρημα που θα ήταν συμβατό με τα ισχύοντα τότε πρότυπα της Δύσης»[vi].

 

Η Βολμεράνζ υποβάλλει σχετικό «προσχέδιο»

 


 

Γι’ αυτό, τον ίδιο χρόνο της εγκατάστασης της αντιβασιλείας, τον Οκτώβριο του 1833, υπογράφει ένα υπόμνημα που καλύπτει 12 σελίδες, γραμμένες καλλιγραφικά με τον τίτλο: «Προσχέδιον εκπαιδευτικού οίκου νεαρών δεσποινίδων. Κάτω από τη διεύθυνση της κας Volmerange».

Κι αυτό το περιληπτικό αλλά περιεκτικό σχέδιο είχε υπογραφεί στο Ναύπλιο, την πρωτεύουσα του ελεύθερου πια κράτους, έπειτα από μια μακραίωνη δουλεία στους Τούρκους, το Ναύπλιο, που μαζί με την Αίγινα αποτελούν τώρα τα δύο από τα πιο σημαντικά πνευματικά και εκπαιδευτικά κέντρα της χώρας, χωρίς να αγνοούνται βέβαια και τα υπόλοιπα που διστακτικά αλλά φιλόδοξα παίρνουν τη θέση που τους αρμόζει, όπως το Άργος, η Ερμούπολη, η Πάτρα, η Αθήνα.

Μέχρι τότε είχαν γίνει προσπάθειες ίδρυσης παρόμοιων σχολείων, που είχαν όμως μικρή διάρκεια λειτουργίας. Ξεχώρισαν ανάμεσα τους τρία μόνο αλληλοδιδακτικά σχολεία θηλέων που λειτουργούσαν στο Άργος, στο Ναύπλιο και στην Αθήνα.

 

 Η λειτουργία του «Βασιλικού Σχολείου»

 


 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Αλλά ας επικεντρώσουμε την προσοχή μας στο «Βασιλικό Σχολείο», όπως το ονόμασε η Σαρλότ Βολμεράνζ. Τα αρχικό κτήριο που πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτεί η Βολμεράνζ, δε γνωρίζουμε που ακριβώς βρισκόταν.

Φυσικά, όταν την άνοιξη του 1834 βρίσκεται άλλο μεγαλύτερο και  περισσότερο κατάλληλο κτίριο, το σχολείο εγκαθίσταται εκεί. Δεν είναι όμως η μοναδική μεταφορά. Ακολουθεί για λίγους μήνες η χρήση της οικίας Βαρσαμή στην πλατεία Λουδοβίκου (σημερινή πλατεία Συντάγματος) το 1836, απ’ όπου στο τέλος του χρόνου έχουμε την οριστική μεταφορά του σχολείου στην Αθήνα που είναι πια από καιρό η νέα πρωτεύουσα. Η επιλογή του διδακτηρίου είναι ένα βαρύ διώροφο κτήριο, η οικία του πρίγκιπα Καρατζά, στην Πλάκα, στη γωνία των οδών Σαρρή και Κραναού.  

Η όχι καλή πορεία της Σχολής Θηλέων  στο Ναύπλιο και των άλλων σχολείων του ίδιου τύπου οφείλεται από τη μια στην απροθυμία των πολιτών για την εκπαίδευση των κοριτσιών και από την άλλη στη μεταφορά της πρωτεύουσας του κράτους από το Ναύπλιο στην Αθήνα, που είχε ως αποτέλεσμα τη μετακίνηση των πνευματικών, πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών και διοικητικών προσωπικοτήτων, όλης δηλαδή της νομενκλατούρας του νεοελληνικού κράτους που με τη φοίτηση των κοριτσιών της θα στήριζαν την λειτουργία αυτών των σχολείων. 

 

Στόχοι του Σχολείου

 


  

Το σχολείο, το οποίο αρχικά, λόγω ενοικίου  είχε επιχορηγηθεί από την Κυβέρνηση με «φοίνικες εξήκοντα κατά μήνα»[vii]  παρά το γενικότερο ιδεολογικοπολιτικό και εκπαιδευτικό πλαίσιο που ευνοούσε την αυταρχική αγωγή, λειτούργησε σε ένα πλαίσιο αντιαυταρχικής αγωγής. Αυτό το πρωτότυπο αντιαυταρχικό σχολείο δε θέλει να δημιουργήσει «σοφές γυναίκες».

Οι μαθήτριες που δέχεται είναι από 5- 16 ετών και πρέπει να αποκτήσουν τόσες γνώσεις στις επιστήμες, όσες είναι απαραίτητες ώστε να τις ολοκληρώσουν ως καλές νοικοκυρές και καλές μητέρες για να δημιουργήσουν μια ισορροπημένη κι ευτυχισμένη οικογένεια.

Το δυναμικό του σχολείου απαρτίζεται από μαθήτριες που μπορεί να είναι εσωτερικές και εξωτερικές. Ένας αριθμός 15-20 νεαρών κοριτσιών είναι υπότροφοι του κράτους ως οφειλή στους πατέρες τους, οι οποίοι έχασαν τη ζωή τους υπερασπιζόμενοι την ανεξαρτησία της Πατρίδας,  αργότερα δε προστίθενται  άλλες δύο, οι θυγατέρες του Γ. Καραϊσκάκη.

Η κατάθεση του ποσού, που είχε προσδιοριστεί ως δίδακτρα, δινόταν προκαταβολικά από το κράτος και μ’ αυτό τον  τρόπο διευκολυνόταν οικονομικά το σχολείο έτσι ώστε να οργανωθεί πιο σωστά. Φυσικά υπήρχαν και οι υπόλοιπες μαθήτριες που οι γονείς τους πλήρωναν κανονικά τα δίδακτρα.

  

Υλικοτεχνικές κι άλλες προϋποθέσεις του Σχολείου

 


 

Στο σχέδιο της ίδρυσης του παρθεναγωγείου, που αν και ήταν περιληπτικό ήταν σαφές και πλήρως οργανωμένο: Υπήρχε σαφής διαχωρισμός δεκατριών επιμέρους τμημάτων που αφορούσαν το κτήριο, το δυναμικό του σχολείου, τον ιματισμό, τη σίτιση, την αντιμετώπιση των ασθενειών, τους κοιτώνες, τις ασκήσεις, την εκπαίδευση τόσο τη θρησκευτική όσο και την ηθική, τις σπουδές, τα διαλείμματα, αλλά και την αξιολόγηση με τη χρήση επιβράβευσης αλλά και τιμωριών όπου κι όποτε απαιτούνταν.  

Ας ασχοληθούμε συνοπτικά με τους τομείς που αναφέρθηκαν. Για το  ποιες μαθήτριες φοιτούσαν και ποιες προϋποθέσεις απαιτούνταν έχουμε ήδη αναφερθεί παραπάνω.

Οι εκπαιδευτικές ανάγκες απαιτούσαν το κτηριακό να συγκεντρώνει τόσους χώρους ώστε να εξυπηρετούνται οι μαθήτριες. Ένα διώροφο οικοδόμημα με τον κήπο ήταν ιδανικό. Στον πρώτο όροφο στεγάζονταν όσα σχετίζονταν με τη σίτιση  των ατόμων που έμεναν εκεί, δηλαδή η κουζίνα, η τραπεζαρία, η αποθήκη τόσο των τροφίμων όσο και του καύσιμου υλικού (ξύλο και κάρβουνο), τα δωμάτια του υπηρετικού προσωπικού , καθώς και ο χώρος υποδοχής των γονέων – επισκεπτών. Στον επάνω όροφο δύο αίθουσες διδασκαλίας, ο κοιτώνας των μαθητριών, το δωμάτιο θρησκευτικών καθηκόντων και φυσικά ο ιδιαίτερος χώρος της κ. Βολμεράνζ.

Κάθε μαθήτρια υποχρεωνόταν να φέρνει μαζί και την «προίκα» της, που αποτελείτο από δύο ποδιές, δυο φορέματα ραμμένα σύμφωνα με το σχέδιο που είχε ορίσει το σχολείο, δύο κορσέδες, τρία μισοφόρια, έξι πουκάμισα, έξι εσώρουχα, έξι μαντήλια, έξι πετσέτες, τρία ζευγάρια παπούτσια, έξι ζευγάρια κάλτσες, ένα φέσι κι ένα μάλλινο καπέλο.

Δυστυχώς δεν είναι εξακριβωμένο μέχρι τώρα, αν τηρήθηκαν όλα όσα προαναφέρθηκαν, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ελλάδα τότε περνούσε πολύ δύσκολα χρόνια μετά από την περίοδο της τουρκοκρατίας και της Ελληνικής επανάστασης.

Η ισορροπημένη διατροφή, που ήταν κατανεμημένη σε τέσσερα γεύματα ημερησίως, προσαρμόζεται ανάλογα με τα εποχιακά προϊόντα με την φροντίδα ειδικής επιτροπής κυριών. Το σίγουρο είναι ότι θα έπρεπε το διαιτολόγιο να ήταν άφθονο, ομοιόμορφο και κατά βάση θρεπτικό  και υγιεινό. Φυσικά, όπως η θρησκευτική διαπαιδαγώγηση το απαιτούσε, τηρούνταν και οι νηστείες, αλλά πάντα μετά από συνεννόηση του γιατρού και του εφημέριου.

 

Η Βολμεράνζ αποδέχεται την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης

 


 

Η Σαρλότ Βολμεράνζ  αντιστάθηκε στον πειρασμό να συνδέσει και να τροποποιήσει το πρόγραμμα, το πνεύμα της παρεχόμενης εκπαίδευσης και τις όποιες «άδηλες πρακτικές» της σχολής της  με μια προσηλυτιστική θρησκευτική πρόθεση κι ενέργεια στον καθολικισμό, όπως αποπειράθηκαν κι επιδίωξαν άλλα σχολεία ξένα, καθολικά και προτεσταντικά, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Η Σαρλότ Βολμεράνζ, αν και η ίδια ήταν καθολική, σεβάστηκε τη θρησκευτική, την πολιτική και την ηθική παράδοση της χώρας, την οποία επέλεξε να προσφέρει τη διδακτική της εμπειρία.

Έτσι ανέθεσε την κατήχηση των κοριτσιών στον ορθόδοξο εφημέριο, που φυσικά ήταν ο υπεύθυνος για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας αλλά και όλων των άλλων ακολουθιών, όσες έπρεπε να παρακολουθήσουν οι σπουδάστριες. Το βέβαιο ήταν ότι δινόταν εξέχουσα θέση στη θρησκευτική διαπαιδαγώγηση, γιατί σύμφωνα με τις πεποιθήσεις της κας Βολμεράνζ από τη σωστή διαπαιδαγώγηση εξαρτιόταν και η ολοκλήρωση της προσωπικότητας των κοριτσιών και η επίτευξη της ευτυχίας τους, που περιλαμβανόταν στους  σκοπούς λειτουργίας της σχολής.   

 

Πρόγραμμα μαθημάτων – Μεθοδολογία – Παιδονομία

 


 

Το πρόγραμμα μαθημάτων απαρτιζόταν από την εκμάθηση ανάγνωσης της γραφής, τόσο στα Ελληνικά όσο και στα Γαλλικά, την καλλιγραφία, την αριθμητική, τη γεωγραφία, την ιστορία, τη μυθολογία, και τη λογοτεχνία. Από πρακτικής πλευράς, σε ότι αφορούσε κατ’ αρχάς, στην εξοικείωση και αργότερα στην εξάσκηση στις οικιακές τέχνες και λειτουργίες, δινόταν έμφαση στο ράψιμο και στο κέντημα.

Έμφαση δινόταν και στη ζωγραφική και τη μουσική. Σπουδαία θέση κατείχε κι ο χορός, καθώς και η γυμναστική με τη χρήση στεφανίων και κορίνων.  Η μεθοδολογία στη διδασκαλία των μαθημάτων στηριζόταν στις αρχές της αλληλοδιδακτικής, η οποία επικρατούσε, από έλλειψη δασκάλων, σε όλο τον κόσμο κ ιδιαίτερα στην Ελλάδα και τις άλλες υπανάπτυκτες χώρες.

Φυσικά, σύμφωνα με τις αρχές της αντιαυταρχικής αγωγής, δε γινόταν χρήση εργαλείων τιμωρίας, όπως βέργα ή μαστίγιο, ούτε καν αναφερόταν ως απειλή ο εγκλεισμός σε κάποιο σκοτεινό δωμάτιο.

Φυσικά υπήρχαν τιμωρίες που απευθυνόταν σε μαθήτριες που δε πειθαρχούσαν στους κανόνες λειτουργίας της σχολής, αλλά αυτές δεν ήταν εξουθενωτικές και ιδιαίτερα αντιπαιδαγωγικές αλλά ήπιες και αντιστοιχούσαν κυρίως στη στέρηση του φρούτου, του γλυκού ή στην παράθεση δείπνου χωρίς τραπεζομάντιλα για τις τιμωρημένες.

Όσο για την επιβράβευση  της σωστής συμπεριφοράς και της καλής επίδοσης στα μαθήματα, αυτή γινόταν μπροστά σε όλο το προσωπικό σε ειδική τελετή και μπορούσε να είναι κάτι το απλό για μας, όπως μια γαλάζια κορδέλα, (ένα είδος παράσημου), ή ένα λευκοκεντημένο φόρεμα  έργο – δημιούργημα των υπόλοιπων μαθητριών, με τη δέσμευση να είναι η «καλή» φορεσιά των κυριακάτικων πρωινών και των γιορτών. Η επιβράβευση μπορούσε να είναι ακόμα και η τιμητική θέση δίπλα στη διευθύντρια της Σχολής κατά τη διάρκεια του γεύματος.

  

Η εξέλιξη και το τέλος του Σχολείου Θηλέων της Βολμεράνζ  

 


  

Για την ιστορία και μόνο ως προς την τύχη της σχολής της Βολμεράνζ έχουμε να δηλώσουμε την πληροφορία ότι η Βολμεράνζ προσφέρει της υπηρεσίες τις μέχρι το 1840, θεωρώντας ότι δεν έχει τη δυνατότητα να προσφέρει η ίδια αυτά που επιθυμούσε, γιατί είχε αρχίσει πλέον να κουράζεται.

Τη θέση της Διευθύντριας παίρνει τότε η Ελένη Πιτταδάκη, η οποία είχε φοιτήσει ως μαθήτρια στο σχολείο Χίλντερ της Ερμούπολης. Είχε αποκτήσει αρκετή πείρα ως δασκάλα στη σχολή Χιλ (1832-1834), στο αλληλοδιδακτικό σχολείο θηλέων Ναυπλίου (3 χρόνια) και ως διευθύντρια στο σχολείο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας (1840).

Το 1852 το σχολείο κλείνει οριστικά και οι μαθήτριές του προωθούνται στο Αρσάκειο. Ήδη το σχολείο είχε οδηγηθεί σε άσχημη οικονομική κατάσταση, γιατί από τα πενήντα οκτώ (58) παιδιά (και λέμε παιδιά ανάμεσα στα κορίτσια ήταν και τρία μικρά αγοράκια), έντεκα (11) κορίτσια φοιτούσαν με υποτροφία του κράτους, δεκαπέντε (15) κορίτσια ήταν άπορα κι έτσι σπούδαζαν χωρίς να καταβάλουν δίδακτρα, αλλά και τα υπόλοιπα, τριάντα δύο (32), είχαν γονείς που αδυνατούσαν να είναι συνεπείς στις οικονομικές τους υποχρεώσεις.

Ένα αναπάντητο, μέχρι σήμερα, ερώτημα αιωρείται: τι να απέγινε άραγε η Σαρλότ Βολμεράνζ, «η ευγενής και αξιοσέβαστη διδάσκαλος»[viii], όπως προσφυώς χαρακτηρίστηκε από τον τότε νομάρχη Αργολίδας και Κορινθίας (το 1836) σε υπηρεσιακή έκθεσή του, η οποία στην ηλικία των πενήντα ετών περίπου αποφασίζει να επιστρέψει στα πάτρια εδάφη; Το μόνο που μπορούμε να υποθέσουμε, στηριζόμενοι στην άψογη συμπεριφορά της και την ανιδιοτελή άσκηση των καθηκόντων της, είναι ότι θα τελεύτησε τη μεστή εμπειριών κι εκπαιδευτικής δράσης επίγεια ζωή της με ήσυχη και ήρεμη τη συνείδηση της.  

 

 Βασιλική Α. Παγούνη

Ναυπλιακά Ανάλεκτα V (2004), Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.

 

Υποσημειώσεις


 

[i] Η Ιόνια Ακαδημία αποτελούσε Πανεπιστήμιο με τέσσερις σχολές, τη Θεολογική, τη Φιλοσοφική,  τη Νομική, και την Ιατρική και λειτουργούσε μέχρι την ενσωμάτωση των Ιονίων Νήσων στην Ελλάδα, το 1864.

[ii]Από το συγκεκριμένο σχολείο και τις πρακτικές ασκήσεις και δραστηριότητές του πήρε τα απαραίτητα παιδαγωγικά και διδακτικά στοιχεία, στη βάση των οποίων στήριξε τη φιλοσοφία, τους στόχους και τη λειτουργία κάποιων εκπαιδευτηρίων, όπως του Ορφανοτροφείου της Αίγινας, της Γεωργικής Σχολής της Τίρυνθας.

[iii] Τα αλληλοδιδακτικά σχολεία ήταν σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης κι οφείλουν το όνομά τους  στη μέθοδο διδασκαλίας που ήταν τότε η αλληλοδιδακτική ή λανγκαστεριανή μέθοδος, όπου οι καλύτεροι μαθητές, οι πρωτόσχολοι, με την καθοδήγηση, τη βοήθεια και την επίβλεψη του δασκάλου  δίδασκαν τους υπολοίπους. Τα αλληλοδιδακτικά σχολεία ελλείψει δασκάλων λειτούργησαν ως το 1880, που αντικαταστάθηκαν από τα σχολεία της συνδιδακτικής μεθόδου.  

[iv] Πριν από την έλευσή του στην Ελλάδα είχε αποφασίσει με τη βοήθεια της αγαπημένης του φίλης Ρωξάνδρας Στρούτζα την εκπόνηση προγράμματος για τη μόρφωση της Ελληνίδας. Η αβεβαιότητα όμως των πρώτων χρόνων του ελευθέρου βίου και οι αμέτρητοι κίνδυνοι που το περιέβαλλαν δεν του είχαν επιτρέψει τελικά την πρόσκληση της Ρωξάνδρας Στρούτζα για την εφαρμογή του προγράμματος τους (βλ. Κούκου Ελένη, Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Ρωξάνδρα Στρούτζα), Έκτη έκδοση, Εκδ. Πατάκη, 2000. Πρώτη έκδοση Εστία, 1936.

[v]  Μάουρερ Γκ. Λ., Ο Ελληνικός λαός, (μετάφραση Όλγας Ρομπάκη) Αθήνα 1976, σ.σ 529-530.

[vi] Δρούγκα Αναστασίου, Η αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού στην Ελλάδα, Ναύπλιο 1991, σ.64.

[vii] Αθουσάκης Γ. Αδάμ, «Η Εκπαίδευση στην Αργολίδα και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή περίοδο» (Διδακτορική Διατριβή, Πάτρα 1998).

[viii]  Καρδαμίτση – Αδάμη Μάρω, Η φιλλέλην Σαρλότ Βολμεράνζ, Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (Επτά ημέρες), Ελληνικά παρθεναγωγεία, 27 Ιανουαρίου 2002.

 

 

Βιβλιογραφία

 


 

  • Αθουσάκης  Γ. Αδάμ, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή περίοδο», (Διδακτορική Διατριβή, Πάτρα 1998).
  • Αντωνίου Δαυΐδ, Τα προγράμματα της Μέσης Εκπαίδευσης (1833-1929), Τόμος Α’ Αθήνα, Ι. Α. Ε. Ν. – 17, 1987.
  • Δρούγκα Αναστασίου, Η αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού στην Ελλάδα, Ναύπλιο 1991.
  • Ζιώγου – Καραστεργίου Σ., Η μέση εκπαίδευση των κοριτσιών στην Ελλάδα (1830 – 1893), Αθήνα Ι. Α. Ε. Ν. – 2, 1986.
  • Ζιώγου – Καραστεργίου Σ., Γυναίκες και ανώτατη εκπαίδευση στην Ελλάδα, Θεσσαλονίκη, 1988.
  • Καρδαμίτση – Αδάμη Μάρω, Η φιλέλλην Σαρλότ Βολμεράνζ, Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (Επτά ημέρες), ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΡΘΕΝΑΓΩΓΕΙΑ, 27 Ιανουαρίου 2002.
  • Κούκου Ελένη, Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Ρωξάνδρα Στούρτζα, 1936.
  • Μάουρερ Γκ. Λ., Ο Ελληνικός λαός (μετάφραση Όλγας Ρομπάκη) Αθήνα 1976.
  • Μπουζάκης Σήφης, Νεοελληνική Εκπαίδευση (1821 – 1985), Αθήνα 1986.
  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα, IV (2000), Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.
  • Παπαδάκη Λυδία, Η αλληλοδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, Αθήνα 1992.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »